Skip to main content

Κώστας Τσίβος: Μόναχο 1938. Η υπογραφή της συμφωνίας «ειρήνευσης» που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 Κώστας Τσίβος

Μόναχο 1938. Η υπογραφή της συμφωνίας «ειρήνευσης» που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Το τσεχοσλοβάκικο κράτος ιδρύθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1918, λίγες ημέρες πριν τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, ως συνέπεια της διάλυσης της πολυεθνικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Η νεότευκτη Τσεχοσλοβακία γνώρισε μια περίοδο οικονομικής ακμής και η χώρα συγκαταλεγόταν στην πρώτη δεκάδα των οικονομικά πλέον αναπτυγμένων χωρών της εποχής. Επιπλέον, η Τσεχοσλοβακία ιδρύθηκε ως κοινοβουλευτική δημοκρατία και ως τέτοια παρέμεινε για μια ολόκληρη εικοσαετία, δηλαδή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του 1938, ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου του Μονάχου. Στη διάσκεψη του Μονάχου οι ηγέτες της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, σε συνεννόηση με εκείνους της Βρετανίας και της Γαλλίας, αποφάσισαν να παραχωρήσουν στον Χίτλερ τις παραμεθόριες περιοχές της Τσεχοσλοβακίας, στις οποίες πληθυσμιακά υπερτερούσαν οι Γερμανοί της Τσεχοσλοβακίας, οι λεγόμενοι Σουδήτες.

Στη σημερινή Τσεχία, ένα από τα δυο διάδοχα κράτη που προέκυψε από το «βελούδινο διαζύγιο» της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας, για τον χαρακτηρισμό του Συμφώνου του Μονάχου χρησιμοποιείται η έκφραση «προδοσία του Μονάχου», προκειμένου να χαρακτηριστεί η προδοσία της Βρετανίας και κυρίως της Γαλλίας, οι οποίες προπολεμικά δεν δίστασαν να θυσιάσουν τη σύμμαχο και δημοκρατική Τσεχοσλοβακία, με σκοπό να «κατευνάσουν» τον Χίτλερ. Το ίδιο συχνά χρησιμοποιούνται επίσης οι χαρακτηρισμοί «τραύμα του Μονάχου» ή «κόμπλεξ του Μονάχου» προκειμένου να αποδοθεί η ηττοπάθεια που διέκρινε την τότε τσεχοσλοβάκικη ηγεσία, η οποία μολονότι διέθετε αξιόμαχο και καλά εξοπλισμένο στρατό (περί το 1,3 εκατομμύριο άνδρες), συγκατάνευσε στην παράδοση των γερμανόφωνων περιοχών της Σουδητίας στον Χίτλερ χωρίς να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Ποια ήταν όμως τα αίτια που οδήγησαν στην υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου;

Η Τσεχοσλοβακία δημιουργήθηκε το 1918 υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες με την υποστήριξη της Αντάντ και κυρίως του τότε αμερικανού Προέδρου Ουόντροου Ουίλσον, ο οποίος διατηρούσε προσωπικές σχέσεις με τον Τόμας Γκέρυκ Μάσαρυκ, πανεπιστημιακό και ηγέτη του κινήματος για την ανεξαρτητοποίηση της Τσεχοσλοβακίας. Το νέο κράτος ιδρύθηκε στη βάση της «τσεχοσλοβάκικης εθνικής ιδέας», δηλαδή ενός έθνους το οποίο δημιουργήθηκε τεχνηέντως, όπως και η τσεχοσλοβάκικη γλώσσα, προκειμένου οι Τσέχοι να υπερφαλαγγίσουν το πολύ ισχυρό και οικονομικά ιδιαίτερα δυναμικό γερμανικό στοιχείο. Οι Σουδήτες Γερμανοί δεν αποδέχτηκαν την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας στα δρώμενα της χώρας, στην οποία συγκατοικούσαν με τους Τσέχους από τις αρχές του Μεσαίωνα, καθώς και την υποβάθμισή τους σε ρόλο παρατηρητή.

Η Τσεχοσλοβακία του 1918.

Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1921, στο έδαφος της Τσεχοσλοβάκικης Δημοκρατίας ζούσαν 13,6 εκατομμύρια κάτοικοι. Εξ αυτών τα 6,8 εκατομμύρια (ποσοστό 51%) ήταν Τσέχοι, ενώ οι Σουδήτες Γερμανοί ανέρχονταν σε 3,1 εκατομμύρια (ποσοστό 23,4%). Οι Σλοβάκοι αριθμούσαν 1,9 εκατομμύρια (ποσοστό 14,5%), οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είχαν διαμορφωμένη εθνική συνείδηση, καθώς οι περιοχές της Σλοβακίας επί μια χιλιετία βρισκόταν υπό την επιρροή των Ούγγρων. Η ουγγρική μειονότητα της Τσεχοσλοβακίας αριθμούσε  750 χιλιάδες άτομα, ενώ στην περιοχή της Υπερκαρπαθίας (σημερινή Δυτική Ουκρανία) ζούσε μισό εκατομμύριο Ρουσίνων, Ουκρανών και Ρώσων. Στην Τσεχοσλοβακία του μεσοπολέμου διαβιούσαν κι άλλες μικρότερες μειονότητες Πολωνών, Ρουμάνων και κυρίως Εβραίων. Οι γερμανόφωνοι Εβραίοι διέθεταν ισχυρές κοινότητες σε όλα τα αστικά κέντρα της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πράγα. Εκεί η κοινότητά τους, αρχικά περιορισμένη σε ένα άθλιο γκέτο, αριθμούσε 60.000 άτομα, δηλαδή ήταν η τρίτη σε μέγεθος κοινότητα της πρωτεύουσας μετά τους Τσέχους (600.000) και τους Γερμανούς (300.000).

Η προσπάθεια για τη δημιουργία «τσεχοσλοβάκικου έθνους» και «τσεχοσλοβάκικης γλώσσας» απέτυχαν, καθώς τα δύο έθνη, Τσέχοι και Σλοβάκοι, παρά τη γλωσσική και γεωγραφική τους γειτνίαση, διέθεταν εντελώς διαφορετικές ιστορικές καταβολές: οι Τσέχοι από το 1620 αποτελούσαν τμήμα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, από τους οποίους άρχισαν να χειραφετούνται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ οι Σλοβάκοι έζησαν μια χιλιετία υπό την κυριαρχία των Ούγγρων. Η σλοβάκικη άρχουσα τάξη είχε ουσιαστικά εκμαγυαριστεί. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως το 1918 στη Σλοβακία υπήρχαν μόνο 300 σλοβάκικα σχολεία βασικής εκπαίδευσης και κανένα ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ την ίδια εποχή τα αντίστοιχα ουγγρικά ξεπερνούσαν τις 3.000. Ακόμα χειρότερη ήταν η κατάσταση στην Υπερκαρπαθία, τόσο στην εκπαίδευση, όσο και σε σχέση με το βιοτικό επίπεδο.

Ενόσω ο πληθυσμός της Σλοβακίας και της Υπερκαρπαθίας ήταν βασικά αγροτικός, οι Τσέχοι και οι Γερμανοί ζούσαν κυρίως σε αστικές περιοχές που γνώρισαν ιδιαίτερη βιομηχανική ανάπτυξη. Μετά τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, η Τσεχία «κληρονόμησε» το 60 έως 70% του βιομηχανικού δυναμικού της Αυστροουγγαρίας και ίσως το πυκνότερο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ευρώπης. Η τσεχική ελίτ εξοστράκισε την γερμανική όχι μόνο από την πολιτική διοίκηση, αλλά και από τις οικονομικές δραστηριότητες της νέας χώρας. Οι Τσέχοι στελέχωσαν τον διοικητικό μηχανισμό της Σλοβακίας και της Υπερκαρπαθίας, περιοχές τις οποίες εν πολλοίς εκμεταλλεύτηκαν οικονομικά, αντιμετωπίζοντας τες με όρους αποικιοκρατίας.

Η τσεχική αστική τάξη εδραιώθηκε οικονομικά και πολιτικά στην ενιαία Τσεχοσλοβακία. Σύντομα όμως ήρθε σε σύγκρουση όχι μόνο με την αντίστοιχη γερμανική, αλλά και με την πλειονότητα των Σουδητών Γερμανών, οι οποίοι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 υποστήριζαν κυρίως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ραγδαία μετά την οικονομική κρίση του 1929, η οποία έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις γερμανόφωνες περιοχές, με αποτέλεσμα η ανεργία να φτάσει σε ύψη ρεκόρ. Η άνοδος του Χίτλερ στη γειτονική Γερμανία και η εγκαθίδρυση φασιστικών ή αυταρχικών καθεστώτων στην Ουγγαρία, την Πολωνία και την Ρουμανία, έφεραν την Τσεχοσλοβακία σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Παράλληλα, απέτυχαν οι διπλωματικές της προσπάθειες για δημιουργία ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας.  Η τσεχοσλοβάκικη ηγεσία δίσταζε να συνταχθεί με τη Σοβιετική Ρωσία, μολονότι η Μόσχα είχε απευθύνει επανειλημμένα σχετικές προτάσεις στρατιωτικής συνεργασίας προς την Πράγα, προκειμένου να μην ενισχύσει την επιχειρηματολογία των ναζί ότι αποτελεί «συνοδοιπόρο των μπολσεβίκων».

Την ίδια στιγμή, το Λονδίνο απασχολημένο με τα προβλήματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και τα σκάνδαλα της βασιλικής αυλής, υιοθέτησε στην Ευρώπη την «τακτική του κατευνασμού» (appeasement), την στιγμή που η χιτλερική Γερμανία «ανέβαζε στροφές» επιζητώντας διεύρυνση του ζωτικού της χώρου (Lebensraum) προς την Ανατολή. Ο δρόμος ανατολικά περνούσε υποχρεωτικά μέσω Τσεχοσλοβακίας και ο μοχλός για την επίτευξη αυτού του στόχου δεν ήταν άλλος από την αξιοποίηση των Σουδητών Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας. Το Κόμμα των Σουδητών (SdP) υπό την ηγεσία του Κόνραντ Χένλαϊν, ενός καθηγητή σωματικής αγωγής, έκανε την παρθενική του εμφάνιση το 1933 ως υπερκομματική παράταξη όλων των Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας. Σύντομα, ωστόσο, αποκατέστησε στενές επαφές με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ και στην τακτική του κυριάρχησε η ακραία πανγερμανική προπαγάνδα του Φύρερ. Στις εκλογές του 1935 το κόμμα του Χένλαϊν απέσπασε τις ψήφους των 2/3 των Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας περιθωριοποιώντας σταδιακά τους σοσιαλδημοκράτες και τις υπόλοιπες δημοκρατικές παρατάξεις των Σουδητών.

Την ίδια χρονιά (1935) παραιτήθηκε από το προεδρικό αξίωμα της Τσεχοσλοβακίας ο 85χρονος Τόμας Μάσαρυκ, παραδίδοντας το «δακτυλίδι» της εξουσίας στον στενό του συνεργάτη Έντουαρντ Μπένες, υπουργό Εξωτερικών μέχρι τότε. Στην δημοκρατική Τσεχοσλοβακία άρχισαν να αναζητούν όλο και πιο συχνά καταφύγιο εβραίοι και αντιφασίστες πρόσφυγες από τη ναζιστική Γερμανία. Ο Μπένες, συνειδητοποιώντας τη ναζιστική έξαρση στη γειτονική Γερμανία, επιχείρησε να έρθει σε συνεννόηση με τις αντιναζιστικές παρατάξεις των Σουδητών, με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στις παραμεθόριες περιοχές και την πρόσληψη Σουδητών υπαλλήλων στους δημόσιους οργανισμούς. Η πρωτοβουλία αυτή ήρθε πολύ αργά και δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την κυριαρχία των Εθνικοσοσιαλιστών στους κόλπους των Σουδητών.

‘Εντουαρντ Μπενες, Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας
Κόνραντ Χένλαϊν, ηγέτης των Σουδητών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο μεταξύ, ο Χίτλερ εκμεταλλευόμενος την παθητική στάση της Βρετανίας και της Γαλλίας εμπέδωσε την στρατιωτική συμμαχία με την φασιστική Ιταλία, ενώ επενέβη στην Ισπανία υποστηρίζοντας τον ομοϊδεάτη του Φράνκο. Στις αρχές του 1938 ο Φύρερ ανήγγειλε δημόσια την πρόθεσή του να προσαρτήσει στο Ράιχ τις περιοχές κρατών, όπου ζούσαν 10 εκατομμύρια Γερμανοί. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο Χίτλερ προέβη στην προαναγγελμένη προσάρτηση (Anschluss) της Αυστρίας, ένα βήμα το οποίο η Αγγλία και η Γαλλία αποδέχτηκαν ως «αναπότρεπτο γεγονός», χωρίς έστω να αρθρώσουν την παραμικρή διπλωματική διαμαρτυρία. Ο Χίτλερ έφτασε στη γενέτειρά του γνωρίζοντας στιγμές αποθέωσης. Οι ναζιστές επιτελείς στη Βιέννη άρχισαν από την πρώτη στιγμή να καταδιώκουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, φυλακίζοντας τον αυστριακό Καγκελάριο Κουρτ φον Σούσνιγκ και εγκαινιάζοντας ένα πογκρόμ διώξεων και ταπεινώσεων εις βάρος των Εβραίων της χώρας. Λίγους μήνες αργότερα στην Αυστρία άρχισε να λειτουργεί το στρατόπεδο εξόντωσης Μαουτχάουζεν.

Μάρτιος 1938, η προσάρτηση της Αυστρίας. Θριαμβευτική είσοδος του Χίτλερ στη Βιέννη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, κι ενώ κορυφαία στελέχη των ναζί έσπευδαν να καθησυχάσουν τη βρετανική κυβέρνηση, ότι οι απαιτήσεις τους ικανοποιήθηκαν και ότι δεν έχουν πρόθεση περαιτέρω επέκτασης, ο ίδιος ο Χίτλερ ανακοίνωνε στους έκπληκτους στρατηγούς του την «αμετάκλητη απόφαση» για διάλυση της Τσεχοσλοβακίας με τη χρήση στρατιωτικής βίας. Ο Χίτλερ άρχισε να επεξεργάζεται με τους επιτελείς του το σχέδιο στρατιωτικής επέμβασης στην Τσεχοσλοβακία υπό την κωδική ονομασία Fall Grün – «πράσινη περίπτωση». Ας σημειωθεί πως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας το μήκος της γερμανο-τσεχοσλοβάκικης συνοριακής γραμμής επιμηκύνθηκε από 1.539 σε 2.117 χιλιόμετρα, αδυνατίζοντας τις αμυντικές δυνατότητες της Τσεχοσλοβακίας, η οποία μέχρι τότε είχε επενδύσει τεράστια ποσά για τη θωράκιση των συνόρων της με τη Γερμανία.

Ο Χίτλερ στο σχετικό διάταγμα που υπέγραψε για τη στρατιωτική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, την οποία σχεδίαζε στις αρχές Οκτωβρίου του 1938, έκανε λόγο για πρόκληση θερμού επεισοδίου που θα επέτρεπε την επέμβαση των γερμανικών στρατευμάτων. Το σχετικό σχέδιο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, προμελετημένη δολοφονία του Γερμανού πρέσβη στην Πράγα, η οποία θα αποδιδόταν στους Τσέχους. Ομολογουμένως ο Χίτλερ δεν είχε σε ιδιαίτερη υπόληψη τους διπλωμάτες του, καθώς λίγο πριν την προσάρτηση της Αυστρίας αντίστοιχο σχέδιο προέβλεπε τη δολοφονία του Γερμανού πρέσβη στη Βιέννη. Παράλληλα, διέταξε τους επιτελείς του να επιταχύνουν τα εξοπλιστικά προγράμματα προβαίνοντας τάχιστα στην κατασκευή ενός τεραστίου αμυντικού τείχους στη γερμανο-γαλλική μεθόριο για την ακραία περίπτωση που η Γαλλία επιχειρούσε επίθεση μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία.

Λίγες ημέρες μετά τον θρίαμβό του στην Αυστρία ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον Κόνραντ Χένλαϊν, ηγέτη των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας, τον οποίο παρότρυνε να προβάλει τέτοιες αξιώσεις, ώστε η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση να μην μπορεί να τις υιοθετήσει. Τον Απρίλιο του 1938 ο Χένλαϊν, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του κόμματός του στη λουτρόπολη Κάρλοβι Βάρι, κατέθεσε ένα πρόγραμμα εξωφρενικών διεκδικήσεων που κανένα δημοκρατικό κράτος σεβόμενο την ακεραιότητά του και τις δημοκρατικές του αξίες δεν θα μπορούσε να κάνει αποδεκτό. Παράλληλα οι παραστρατιωτικές ομάδες των Σουδητών έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης των γερμανόφωνων περιοχών προκαλώντας διάφορα επεισόδια.

Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας δεν άντεξε τον πόλεμο νεύρων και έτσι στις 20 Μαΐου του 1938 κήρυξε γενική επιστράτευση, επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο στις σουδητικές περιοχές. Με τον τρόπο αυτό αποκάλυψε στους Γερμανούς επιτελείς τα αδύνατα σημεία της. Η επιστράτευση οδήγησε στη διεθνοποίηση του θέματος της Σουδητίας, για την επίλυση του οποίου άρχισε να ενεργεί τόσο η σύμμαχος Γαλλία, όσο και η Βρετανία, η οποία άρχισε να πιέζει αφόρητα και σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα άκομψα την κυβέρνηση της Πράγας προκειμένου να επιδείξει διαλλακτική στάση έναντι των Σουδητών. Τον Αύγουστο του 1938 ο λόρδος Βάλτερ Ράνσιμαν έφτασε στην Πράγα με ειδική διπλωματική αποστολή. Στόχος του ήταν να «συνετίσει» την τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που το Κόμμα των Σουδητών ενέτεινε τις προκλητικές του ενέργειες, προβαίνοντας ακόμα και σε ένοπλες επιθέσεις εναντίον τσεχικών αστυνομικών σταθμών και δημόσιων υπηρεσιών.

Απαυδισμένος από τις πιέσεις της βρετανικής κυβέρνησης ο τσεχοσλοβάκος Πρόεδρος Μπένες αποφάσισε να καταθέσει το 4ο κατά σειρά σχέδιο για τη διευθέτηση της κρίσης στις σουδητικές περιοχές. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1938 κάλεσε τους επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας των Σουδητών στο Κάστρο της Πράγας, έδρα των τσεχοσλοβάκων προέδρων και τους επέδωσε μια λευκή κόλλα χαρτιού προτρέποντας τους να γράψουν όλα τα αιτήματα της παράταξής τους, υποσχόμενος εκ των προτέρων ότι θα τα συνυπογράψει. Έκπληκτοι οι αντιπρόσωποι των Σουδητών Ερνστ Κουντ και Βίλεμ Σεμπεκόφσκι κατέγραψαν όλα τα αιτήματα που μέχρι τότε είχε εκφράσει ο Χένλαϊν. Ο Πρόεδρος Μπένες υπέγραψε το έγγραφο και μετά από μια τετράωρη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου έπεισε τα μέλη της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης για την αναγκαιότητα έγκρισης των γερμανικών αιτημάτων, τα οποία ουσιαστικά επικύρωναν τη θέσπιση μιας ευρύτατης αυτονομίας για τις περιοχές των Σουδητών, προκειμένου να αποφευχθεί η πολεμική σύγκρουση με την Γερμανία. Στο σχετικό ανακοινωθέν Τύπου που εκδόθηκε αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι οι υποχωρήσεις υιοθετήθηκαν «εξαιτίας των άνευ προηγουμένου πιέσεων που άσκησαν οι φίλοι μας από το εξωτερικό».

Ελεύθερα Σώματα (Freikorps) Σουδητών στο Κάρλοβι Βάρι. Μοχλοί αποσταθεροποίησης και άσκησης βίας.

Η επικύρωση των γερμανικών επιδιώξεων προκάλεσε απογοήτευση όχι μόνο στους Τσεχοσλοβάκους πατριώτες και στους δημοκράτες Γερμανούς, αλλά παραδόξως και στην ίδια την ηγεσία των Σουδητών. «Θεούλη μου, αυτοί μας τάδωσαν όλα!» φέρεται να κραύγασε ο Καρλ Χέρμαν Φρανκ, υπαρχηγός του Χένλαϊν. Ο τελευταίος, εκνευρισμένος από την απροσδόκητη εξέλιξη αναχώρησε για τη Νυρεμβέργη, προκειμένου να λάβει μέρος στο συνέδριο του ναζιστικού κόμματος και να λάβει νέες οδηγίες από τον Χίτλερ. Η γερμανική ηγεσία δεν άργησε να βρει νέα αφορμή για να απορρίψει τις υπερβολικά γενναιόδωρες παραχωρήσεις της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης. Στις 7 Σεπτεμβρίου στελέχη της παράταξης των Σουδητών προκάλεσαν επεισόδια στην Οστράβα της Μοραβίας και με το επιχείρημα ότι η τσεχοσλοβάκικη χωροφυλακή χρησιμοποίησε βίαια μέσα για την καταστολή τους, μη διστάζοντας να «κακοποιήσει» ακόμα και βουλευτές των Σουδητών, απέρριψε και το «4ο σχέδιο», διακόπτοντας οριστικά τις συνομιλίες με εκπροσώπους της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης.

Την ίδια μέρα, και καθώς κορυφώνονταν οι προετοιμασίες του ναζιστικού συνεδρίου στη Νυρεμβέργη, όπου είχαν προσέλθει πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη και στελέχη των ναζί, η γνωστή βρετανική εφημερίδα The Times, η οποία παραδοσιακά απηχούσε τις απόψεις της βρετανικής διπλωματίας, κυκλοφόρησε προτρέποντας στο κύριο άρθρο της την Πράγα να παραχωρήσει στη Γερμανία «τις παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες ζει ένας αλλοεθνής πληθυσμός που συγγενεύει με ένα έθνος με το οποίο τον συνδέουν φυλετικοί δεσμοί». Παράλληλα, εμφάνιζε ως «σημαντικό πλεονέκτημα» για την Τσεχοσλοβακία «τη δημιουργία ενός εθνικά ομοιογενούς κράτους». Το δημοσίευμα αυτό αποτέλεσε άλλη μια ψυχρολουσία για τους τσεχοσλοβάκους αξιωματούχους, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι το Λονδίνο, όπως και το Παρίσι, είχαν προεξοφλήσει το διαμελισμό της χώρας προκειμένου να κατευνάσουν τον Χίτλερ. Από την άλλη, η ναζιστική ηγεσία απέκτησε νέα πειστήρια αναφορικά με την απροθυμία της Βρετανίας και της Γαλλίας να εμπλακούν σε έναν πόλεμο για το χατίρι της Τσεχοσλοβακίας.

Η επίδειξη πυγμής έναντι της Τσεχοσλοβακίας αποτυπώθηκε στις μεγαλεπήβολες φιέστες που διοργάνωσαν οι ναζί κατά τη διάρκεια του οκταήμερου συνεδρίου τους στη Νυρεμβέργη. Αποκορύφωμά τους αποτέλεσε η γνωστή ομιλία του ίδιου του Χίτλερ στις 12 Σεπτεμβρίου 1938 στο πεδίο Zeppelin της Νυρεμβέργης. Ο Φύρερ δεν άφησε περιθώρια παρεξηγήσεων για τη «μη αναστρέψιμη απόφασή του» αναφορικά με την προσάρτηση των τσεχοσλοβάκικων εδαφών. Οι ηγεσίες της Βρετανίας και της Γαλλίας αντί να κινητοποιηθούν στρατιωτικά, όπως επέβαλαν, ειδικά στην τελευταία, οι εγγυήσεις που είχε παράσχει στην Πράγα για στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση εκδήλωσης επιθετικής ενέργειας, προέκριναν την «επιχείρηση κατευνασμού» του Χίτλερ. Σε αυτή την προσπάθεια πρωταγωνιστούσαν Βρετανοί υπουργοί, διπλωμάτες και άλλοι τιτουλάριοι, οι οποίοι δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους για τα «επιτεύγματα» των ναζί στη Γερμανία. Μεταξύ αυτών και ο Νέβιλ Χέντερσον, πρέσβης της Αυτού Μεγαλειότητας στο Βερολίνο, ο οποίος στις εκθέσεις του από το συνέδριο της Νυρεμβέργης εκθείαζε το οργανωτικό πνεύμα και τη φρεσκάδα που είχε φέρει ο Εθνικο-σοσιαλισμός στην πολιτική ζωή της Ευρώπης. Ο ίδιος συνιστούσε επίμονα να απορριφθεί κάθε ενέργεια ή χειρονομία που θα μπορούσε να εκνευρίσει τον «κύριο Χίτλερ». Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος πρέσβης ζήτησε τον Μάϊο του 1938 από τους ποδοσφαιριστές του εθνικού συγκροτήματος της Αγγλίας να χαιρετίσουν ναζιστικά  στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνο, κατά την έναρξη φιλικού αγώνα με το αντίστοιχο εθνικό συγκρότημα της Γερμανίας, ως «χειρονομία φιλοφρόνησης» προς τους οικοδεσπότες τους.

Νυρεμβέργη, Σεπτέμβριος 1938. Το συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας.

Η εμπρηστική ομιλία του Χίτλερ στη Νυρεμβέργη αναμεταδόθηκε ζωντανά μέσω ραδιοφώνου στις πόλεις και τα χωριά των Σουδητών. Οι Σουδήτες, εν αναμονή των γερμανικών αρμάτων μάχης, άρχισαν να επιτίθενται αμέσως σε σταθμούς χωροφυλακής, σιδηροδρομικούς σταθμούς και άλλα δημόσια κτήρια. Λόγω της ανεξέλεγκτης κατάστασης στην περιοχή επενέβη ο τσεχοσλοβάκικος στρατός, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δεκάδες θύματα και από τις τάξεις των Σουδητών, αλλά και από τις τάξεις της τσεχοσλοβάκικης χωροφυλακής. Στην Σουδητία επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος, ενώ οι ηγέτες των Σουδητών κατέφυγαν στη Γερμανία. Ο τσεχοσλοβάκος πρόεδρος Έντουαρντ Μπένες, μολονότι δημόσια διαβεβαίωνε τους συμπατριώτες του ότι τόσο ο ίδιος, όσο και τα κυβερνητικά και τα στρατιωτικά στελέχη είναι αποφασισμένα να αντισταθούν σε κάθε έξωθεν επιβουλή, άρχισε να αμφιβάλει για τις ικανότητες της χώρας να αντισταθεί σε μια γερμανική επίθεση χωρίς βοήθεια από το εξωτερικό. Παράλληλα ο Μπένες δίσταζε να αποδεχτεί τις προτάσεις της Μόσχας για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προκειμένου να μην κατηγορηθεί από τους Δυτικούς συμμάχους ότι προκρίνει έναν συνασπισμό με τους μπολσεβίκους. Ας σημειωθεί ότι η Τσεχοσλοβακία και η Σοβιετική Ρωσία δεν διέθεταν τότε κοινά σύνορα και ήταν απαραίτητο να συναινέσουν η Ρουμανία ή η Πολωνία για τη διέλευση σοβιετικών στρατευμάτων από το έδαφός τους, αίτημα που οι δυο χώρες απέρριψαν. Η Πολωνία μάλιστα δεν έκρυβε τις εχθρικές διαθέσεις έναντι της Πράγας, καθώς επιδίωκε την προσάρτηση της περιοχής του Τιέσιν, στην οποία διέμεινε η πολωνική μειονότητα.

Η Σοβιετική Ρωσία προέβη σε διπλωματικά διαβήματα προς το Παρίσι και το Λονδίνο, προτρέποντας τις δυο χώρες να συνασπισθούν μαζί της προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιθετικές διαθέσεις του Χίτλερ. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση της Τσεχοσλοβακίας, η Μόσχα έθετε ως προϋπόθεση για την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας την εμπλοκή της Γαλλίας σε πόλεμο με τη Γερμανία. Η γαλλική κυβέρνηση με επικεφαλής τον  πρωθυπουργό Εντουάρ Νταλαντιέ, αποδυναμωμένη από τις εσωτερικές διαμάχες και τη διαφαινόμενη απροθυμία του Τσάμπερλεϊν να συνταχθεί μαζί της, αποφάσισε οριστικά να μην επιτεθεί στη Γερμανία. Ο Μπένες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μην απομονωθεί από τη σύμμαχο Γαλλία, απέστειλε στις 15 Σεπτεμβρίου στο Παρίσι τον υπουργό Κοινωνικών Υποθέσεων, Γιάρομιρ Νέτσας, προκειμένου να γνωστοποιήσει εμπιστευτικά στη γαλλική κυβέρνηση την πρόθεσή του να παραχωρήσει στη Γερμανία ορισμένες παραμεθόριες περιοχές. Το σχέδιό του προέβλεπε την παραχώρηση περιοχών έκτασης 4 έως 6.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι προς αυτές θα μετακινούνταν επιπλέον 1,5 εκατομμύριο Σουδήτες που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Τσεχοσλοβακίας.

Εν τω μεταξύ την ίδια μέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1938, ο βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν πραγματοποίησε απρόσμενα το πρώτο αεροπορικό του ταξίδι κατευθυνόμενος από το Λονδίνο προς στο Μπερχτεσγκάντεν με σκοπό να αποτρέψει τον Χίτλερ από τα επιθετικά του σχέδια. Ο Τσόρτσιλ χαρακτήρισε το ταξίδι αυτό «ως τη μεγαλύτερη βλακεία της ιστορίας», ο Τσάμπερλεϊν ωστόσο ήταν πεπεισμένος ότι η επιτυχής έκβαση της αποστολής του θα απέτρεπε μια νέα πολεμική περιπέτεια μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι οι πασιφιστικές τάσεις, τις οποίες αντιπροσώπευε ο Τσάμπερλεϊν, ανταποκρίνονταν στις διαθέσεις της συντριπτικής  πλειονότητας όχι μόνο των Βρετανών και των Γάλλων, αλλά και των ίδιων των Τσέχων! Η «ειρηνευτική αποστολή» του Τσάμπερλεϊν στη Γερμανία χαιρετίστηκε ενθουσιωδώς από το σύνολο των βρετανικών εφημερίδων. Μόνο ένας διαδηλωτής βρέθηκε στο αεροδρόμιο του Λονδίνου με ένα πλακάτ που έγραφε «Υπερασπίσου την Τσεχοσλοβακία. Όχι υποχωρήσεις στον Χίτλερ!» Στην ίδια την Τσεχοσλοβακία μόνο δυο αντιπολιτευόμενα κόμματα, οι κομμουνιστές και δεξιοί εθνικιστές, εξέφραζαν την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν τη χώρα, ανεξαρτήτως από το εάν θα έφτανε ή όχι βοήθεια από το εξωτερικό. Αθροιζόμενες, οι δυο παρατάξεις εκπροσωπούσαν μετά βίας το 20% του εκλογικού σώματος!

Οι ηγέτες της Βρετανίας και της Γαλλίας, σφιχτά προσδεμένοι στην «πολιτική του κατευνασμού», επέλεξαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του Χίτλερ. Aξιοποιώντας το εμπιστευτικό σχέδιο του Μπένες, άρχισαν να πιέζουν την τσεχοσλοβάκικη πλευρά να παραχωρήσει στη Γερμανία τις περιοχές εκείνες, όπου οι Σουδήτες αποτελούσαν το 51% του πληθυσμού. Ενόσω η κατάσταση στη Σουδητία προσέλαβε χαρακτήρα ανοιχτής σύγκρουσης, ο Μπένες αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα της ηγεσίας του τσεχοσλοβάκικου στρατεύματος για κήρυξη επιστράτευσης. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να προκληθεί βαθιά απογοήτευση σε εκείνα τα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη που επέμειναν στην επίδειξη πατριωτικής στάσης. Αρκετοί κυβερνητικοί παράγοντες υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους, με αποτέλεσμα να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Η ηττοπαθής στάση του Έντουαρντ Μπένες αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο συζήτησης και αντικρουόμενων ερμηνειών. Ορισμένοι Τσέχοι ιστορικοί αποδίδουν την απροθυμία του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου Μπένες να αντισταθεί στους ναζί στην πρόθεσή του να αποφύγει μια «στρατηγική ήττα», η οποία θα λύγιζε για δεκαετίες το φρόνημα των Τσεχοσλοβάκων. Σημειώνουν ότι ο Μπένες, έχοντας προβλέψει την επερχόμενη έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την αναπόφευκτη ήττα της Γερμανίας, υιοθέτησε μια στάση που μεταπολεμικά θα ωφελούσε την Τσεχοσλοβακία και το λαό της, χωρίς να υποστεί ιδιαίτερες απώλειες.

Οι συνομιλίες Χίτλερ-Τσάμπερλεϊν στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 στο Μπερχτεσγκάντεν. Αριστερά του βρετανού πρωθυπουργού κάθεται ο Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, υπουργός Εξωτερικών. Δεξιά του γερμανού καγκελαρίου διακρίνονται ο επίσημος διερμηνέας Πάουλ Σμιτ και ο πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στο Βερολίνο Νέβιλ Χέντερσον.

Η «τσεχοσλοβάκικη κρίση» κορυφώθηκε μετά τη νέα επίσκεψη που πραγματοποίησε ο βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν στις 22 Σεπτεμβρίου στο Μπαντ Γκόντεσμπεργκ, όπου έκπληκτος διαπίστωσε ότι ο Χίτλερ ζητούσε πια όχι μόνο την προσάρτηση της Σουδητίας, αλλά και την εκδίωξη όλων των μη Γερμανών από την περιοχή. Κατόπιν τούτου, η Τσεχοσλοβακία, με διαλυμένη ουσιαστικά την πολιτική και στρατιωτική της ηγεσία, κήρυξε τελικά επιστράτευση, ενώ σε μερική επιστράτευση προέβησαν επίσης η Βρετανία και η Γαλλία. Τόσο ο Χίτλερ, όσο και οι επιτελείς του είχαν λάβει, ωστόσο, εμπιστευτικές πληροφορίες από κορυφαία στελέχη της βρετανικής διπλωματίας, ότι το Λονδίνο, και κατά συνέπεια και η Γαλλία, δεν επρόκειτο να εμπλακούν σε πόλεμο με την Γερμανία εξαιτίας μιας χώρας το όνομα της οποίας, όπως αναφερόταν, η πλειονότητα των πολιτών τους δεν ήξερε ούτε να προφέρει!

Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Χίτλερ παρέδωσε τελεσίγραφο στον βρετανό πρωθυπουργό με το οποίο του γνωστοποιούσε την πρόθεση να προσαρτήσει την Τσεχοσλοβακία, εάν μέχρι τις 2 το μεσημέρι της επόμενης ημέρας δεν του πρότεινε κάποια ικανοποιητική λύση. Ο Τσάμπερλεϊν σε ομιλία του στο βρετανικό ραδιόφωνο προανήγγειλε την πρόθεσή του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Χίτλερ, θυσιάζοντας την Τσεχοσλοβακία, προκειμένου να αποφύγει μια πολεμική αναμέτρηση. «Είναι φοβερό και απίστευτο να υποχρεώνεσαι να ανοίγεις ορύγματα και να φοράς μάσκες αερίου για μια διαφορά που έχει ξεσπάσει σε μια μακρινή χώρα, για τους κατοίκους της οποίας δεν γνωρίζουμε τίποτα. Παρά τα αισθήματα συμπάθειας που τρέφουμε για αυτό το μικρό έθνος, που απέναντί του έχει έναν μεγάλο και ισχυρό γείτονα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις περιστάσεις, δεν μπορούμε να κηρύξουμε σε κατάσταση πολέμου όλη τη βρετανική αυτοκρατορία, μόνο και μόνο εξαιτίας του», ανέφερε χαρακτηριστικά στο ραδιοφωνικό του μήνυμα ο βρετανός πρωθυπουργός.

Την επόμενη ημέρα ο Τσάμπερλεϊν απέστειλε επιστολή στον Χίτλερ στην οποία ανέφερε ότι «όλα τα βασικά μπορούν να επιλυθούν χωρίς πόλεμο και χωρίς αναβολή». Παράλληλα, απευθύνθηκε στον Μουσολίνι ζητώντας του να μεσολαβήσει στη σύγκληση διάσκεψης για την ικανοποίηση των γερμανικών απαιτήσεων. Στις 29 Σεπτεμβρίου, στο Μόναχο, συναντήθηκαν οι ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας, απουσία οποιουδήποτε εκπροσώπου της Τσεχοσλοβακίας, οι απεσταλμένοι της οποίας αποκλείστηκαν σε έναν προθάλαμο, προκειμένου να πληροφορηθούν κατόπιν εορτής τα αποτελέσματα μιας διάσκεψης κορυφής που αφορούσε την ακεραιότητα της χώρας τους!

Η διάσκεψη άρχισε τις απογευματινές ώρες της 29ης Σεπτεμβρίου στο κτήριο Φύρερμπαου του Μονάχου και ολοκληρώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 30ης Σεπτεμβρίου. Το κείμενο του Συμφώνου, που υπέγραψαν οι απεσταλμένοι των τεσσάρων χωρών, αποτελούνταν από οκτώ άρθρα. Η τελική πράξη εμφανίστηκε μεν ως πρόταση του Μουσολίνι, είχε όμως συνταχθεί νωρίτερα από τον Γκέρινγκ. Βάσει της τελευταίας, η Τσεχοσλοβακία υποχρεωνόταν να παραχωρήσει στη Γερμανία όλες τις περιοχές της Σουδητίας εντός δεκαημέρου. Η παράδοση των περιοχών επρόκειτο να αρχίσει την αμέσως επόμενη ημέρα. Το κείμενο του Συμφώνου- τελεσιγράφου επιδόθηκε χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις στους εκπροσώπους της Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να το διαβιβάσουν στην κυβέρνησή τους.

Ο Αδόλφος Χίτλερ υπογράφει την τελική πράξη του Μονάχου.

Μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης και την υπογραφή του Συμφώνου ο Χίτλερ είχε μια νέα διμερή συνάντηση με τον Τσάμπερλεϊν. Οι δυο άνδρες υπέγραψαν μια κοινή διακοίνωση, η οποία επισφράγιζε την πρόθεσή τους να μην οδηγηθούν σε πόλεμο. Στο σχετικό γερμανο-βρετανικό ανακοινωθέν αναφέρονταν χαρακτηριστικά τα εξής: «Εμείς, ο γερμανός Φύρερ και καγκελάριος και ο βρετανός πρωθυπουργός, είχαμε σήμερα μια ακόμα συνάντηση και συναινέσαμε στο ότι οι αγγλο-γερμανικές σχέσεις αποτελούν ζήτημα πρωτίστης σημασίας και για τις δυο χώρες και για την Ευρώπη. Θεωρούμε το Σύμφωνο που υπογράψαμε χθες, όπως και την αγγλο-γερμανική συμφωνία για τον πολεμικό στόλο, ως σύμβολα της επιθυμίας των δυο εθνών μας να μην εμπλακούν σε έναν νέο πόλεμο, μαχόμενα το ένα εναντίον του άλλου».

Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του περιεχομένου του Συμφώνου του Μονάχου συνήλθε για ένα τέταρτο η υπηρεσιακή τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση, η οποία, χωρίς ψηφοφορία, αποφάσισε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του. Ο αρχηγός του τσεχοσλοβάκικου στρατού στρατηγός Λούντβικ Κρέϊτσι διέταξε την απόσυρση των τσεχοσλοβάκικων μονάδων από τις σουδητικές περιοχές, τις οποίες από την 1η Οκτωβρίου άρχισε να καταλαμβάνει σταδιακά ο γερμανικός στρατός. Οι τσεχοσλοβάκοι στρατιώτες αποσύρθηκαν χωρίς να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά, έτσι για την «τιμή των όπλων», παραδίδοντας στους ναζί άθικτα τα σύγχρονα οχυρά με τον οπλισμό τους.

Ο ακρωτηριασμός της Τσεχοσλοβακίας με βάση το Σύμφωνο του Μονάχου.

Ο Τσάμπερλεϊν επιστρέφοντας στο Λονδίνο εμφανίστηκε στην πόρτα του αεροσκάφους κουνώντας θριαμβευτικά το χαρτί της διμερούς αγγλο-γερμανικής διακοίνωσης, βάσει της οποίας είχε, κατά την σθεναρή άποψή του, αποτραπεί ένας νέος πόλεμος. Δεκάδες χιλιάδες Βρετανοί βγήκαν στους δρόμους για να τον επευφημήσουν κατά τη διάρκεια της διαδρομής του από το αεροδρόμιο προς τα βασιλικά ανάκτορα. Ο Τσάμπερλεϊν επιστρέφοντας στην Ντάουνινγκ Στρητ εμφανίστηκε στο παράθυρο της πρωθυπουργικής κατοικίας και χαιρετίζοντας σύντομα τους χιλιάδες συγκεντρωμένους Βρετανούς έδειξε άλλη μια φορά το κείμενο φωνάζοντας «Έντιμη ειρήνη! Ειρήνη για την εποχή μας». Δυο μέρες αργότερα, απευθυνόμενος αυτή τη φορά προς τους Τσέχους, εξέφρασε τη βεβαιότητά του πως «μια μέρα θα καταλάβουν ότι στόχος μας ήταν η σωτηρία τους και ένα ευτυχισμένο μέλλον». Αντίστοιχη θριαμβευτική υποδοχή επεφύλαξαν την ίδια ημέρα και οι Γάλλοι πολίτες στον πρωθυπουργό τους Νταλαντιέ. Αυτός όμως, πιο διορατικός, φέρεται να ψέλισσε «Οι ανόητοι, αν ήξεραν τι επευφημούν!»

Την ίδια περίοδο μικρόνοια και εθελοτυφλισμό δεν επέδειξαν μόνο οι ηγέτες της Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τα καθεστώτα της Πολωνίας και Ουγγαρίας. Οι αυταρχικοί ηγέτες της Βαρσοβίας και της Βουδαπέστης θεώρησαν πως βρήκαν την ευκαιρία να εκβιάσουν την «ξεπουπουλιασμένη» Τσεχοσλοβακία. Την 1η Οκτωβρίου του 1938, δηλαδή την ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα περνούσαν ανεμπόδιστα στη Σουδητία, η Πολωνία άρχισε να καταλαμβάνει την περιοχή του Τιέσιν, όπου ζούσε πολυάριθμη πολωνική μειονότητα. Τον Νοέμβριο του 1938 η Ουγγαρία ζήτησε και πέτυχε να της παραχωρηθούν εκτεταμένες περιοχές της Σλοβακίας καθώς και η περιοχή της Υπερκαρπαθίας. Έτσι η Τσεχοσλοβακία σε ένα δίμηνο απώλεσε, χωρίς να αντισταθεί, το ένα τρίτο των εδαφών της και του πληθυσμού της (έκταση 41.000 τετρ. χιλιομέτρων και 4,8 εκατομμύρια πληθυσμό).

Η επιστροφή του Τσάμπερλεϊν στο Λονδίνο.
H υποδοχή του Συμφώνου από τον γαλλικό Τύπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Χίτλερ επισκέφτηκε τις προσαρτημένες σουδητικές περιοχές στις 3 Οκτωβρίου, όπου οι συμπατριώτες του τού επιφύλαξαν μια θριαμβευτική υποδοχή. Ο Φύρερ, ακόμα κατά τη διάρκεια της διάσκεψης του Μονάχου, εκμυστηρεύτηκε στον Μουσολίνι ότι στόχευε να διαλύσει οριστικά την Τσεχοσλοβακία γιατί με τις 40 μεραρχίες του στρατού της «του έδενε τα χέρια» για την εφαρμογή των επιθετικών του σχεδίων εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας και της Γαλλίας. Λίγο μετά την υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου ο Χίτλερ, μιλώντας με επιτελείς του, εμφανίστηκε πρόθυμος να σεβαστεί την ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας για ένα ακόμα εξάμηνο! «Τους επόμενους έξι μήνες δεν πρόκειται να καταλάβω την Πράγα. Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο σε αυτό το γεροντάκι», ανέφερε ο Χίτλερ υπονοώντας τον Τσάμπερλεϊν.

Πράγματι, ο Φύρερ σεβάστηκε αυτό που είχε απομείνει από την πάλαι ποτέ κραταιά Τσεχοσλοβακία μόλις πεντέμισι μήνες. Στις 15 Μαρτίου 1939, το Βερολίνο αναγνώρισε την αποσχιστική σλοβακική κυβέρνηση του καθολικού ιερέα Γιόζεφ Τίσο, ενώ τα στρατεύματά του κατέλαβαν, χωρίς να αντιμετωπίσουν την παραμικρή αντίσταση, ό,τι είχε απομείνει από την Τσεχοσλοβακία, ιδρύοντας το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας. Η χιτλερική Γερμανία με την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας ενισχύθηκε τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά, καθώς τεράστιος όγκος σύγχρονου στρατιωτικού υλικού και τεράστιες βιομηχανικές μονάδες πέρασαν υπό τον έλεγχό της. Επιπλέον, το ηθικό της είχε αναπτερωθεί, ενώ ο Χίτλερ αναδείχθηκε σε ίνδαλμα όλων των Γερμανών. Ο δρόμος της επέκτασης προς Ανατολή και Δύση είχε πια ανοίξει.

 Hitler and Chamberlain The Munich Crisis 1938

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

 

 Eνδεικτική βιβλιογραφία

Adamthwaite Anthony: The Making of the Second World War, Routledge, Λονδίνο 1989.

Faber David: Munich, 1938. Appeasement and World War II, Pocket Books, Λονδίνο 2009.

Taylor Alan: The Origins of the Second World War, Hamish Hamilton, Λονδίνο 1961.

Tesař Jan: Mnichovský komplex, Prostor, Πράγα 2000.

 

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Οι Έλληνες εθελοντές στον Γαλλο-Πρωσσικό Πόλεμο του 1870 – 1871  

 

 150 χρόνια από τότε     

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

 Οι Έλληνες εθελοντές στον Γαλλο-Πρωσσικό Πόλεμο του 1870 – 1871 

Η νίκη στην Σάντοβα της Πρωσσίας στον πόλεμο κατά της Αυστρίας, το 1866, σηματοδότησε την επόμενη πολεμική εμπλοκή: αυτήν μεταξύ Γαλλίας και Πρωσσίας. Έτσι, σύννεφα άρχισαν να συσσωρεύονται νωρίς στα γαλλο-πρωσσικά σύνορα!  Πίσω από την πολιτική του Πρώσου καγκελλαρίου Otto von Bismarck έναντι της Γαλλίας, ευρίσκετο ο οραματισμός του για την ένωση των γερμανικών κρατιδίων και την δημιουργία μιάς Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Το επόμενο βήμα του καγκελλαρίου ήταν αποκλειστικά θέμα χρόνου. Ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών εθεωρείτο αναπόφευκτος.

Την περίοδο εκείνη – το 1870 – οι Ελληνο-γαλλικές σχέσεις έπασχαν λόγω της ασυνέπειας της γαλλικής πολιτικής προς την Αθήνα. Αν και η μνήμη της κατοχής του Πειραιώς κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο (Μάρτιος 1854-Ιούνιος 1857) από τα αγγλο-γαλλικά στρατεύματα είχε αφήσει οπωσδήποτε ουλές, η στάση του Ναπολέοντος ΙΙΙ στο Κρητικό ζήτημα, το 1867, με την υπαναχώρηση του στην στήριξη της Ελλάδος, ήταν ακόμη έντονα νωπή. Η ψύχρανση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών από τότε ήταν έκδηλη, ιδίως στο επίπεδο της κοινής γνώμης. Τα αισθήματα, ως εκ τούτου, στην Αθήνα για την Γαλλία την περίοδο που ξέσπασε ο πόλεμος, τον Ιούλιο 1870, ευρίσκοντο στο ναδίρ. Η ανατροπή του «ασπλάχνου και αφιλοτίμου μισέλληνος και φιλοτούρκου» ηγέτη[1] και η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, απετέλεσε έναυσμα μεταστροφής του δημόσιου αισθήματος υπέρ της Γαλλίας με την οργάνωση αποστολής εθελοντών εκεί για να πολεμήσουν κατά των Πρώσσων.

Το λίγο γνωστό αυτό επεισόδιο στην ιστορία της χώρας μας αξίζει να μνημονευθή. Η Ελλάς δεν ήταν η χώρα που απέστελλε εθελοντές σε άλλες. Έτσι, η κίνηση αυτή των εθελοντών  ήλθε να τονώση τις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών, του γαλλικού και του ελληνικού.  Και όντως,  ορισμένοι γαλλικοί κύκλοι εξεδήλωσαν αισθήματα ευγνωμοσύνης προς τους νέους αυτούς.

Αριστερά: Ναπολέων Γ΄, Αυτοκράτορας της Γαλλίας. Δεξιά: Otto von Bismarck, Καγκελλάριος της Πρωσσίας.

Όπως ήταν φυσικό, η έναρξη των εχθροπραξιών στις 7/19 Ιουλίου 1870[2] άφησε την Αθήνα μάλλον αδιάφορη προς το Παρίσι. Ο Τύπος δεν έλαβε κάποια φιλο-γαλλική στάση. Ούτε, άλλωστε, ο λαός. Παρά ταύτα, παρά την γενικώτερη αρνητικότητα των συναισθημάτων στην Αθήνα, ήδη με την έναρξη του πολέμου παρουσιάσθηκε, από πλευράς ορισμένων στρατιωτικών, ένα κίνημα ενδιαφέροντος για το Παρίσι. Ένας μικρός αριθμός αξιωματικών –η έκθεση του Γάλλου πρέσβυ αναφέρει 10– είχε εκφράσει την επιθυμία να μεταβή στην Γαλλία «για να παρακολουθήσει τις επιχειρήσεις».[3] Η απάντηση των Παρισίων υπήρξε άμεση και αρνητική.[4] Μερικές ημέρες αργότερα, στις 21.7/2.8, η Ελληνική κυβέρνηση –παρακολουθώντας την Βρεταννική[5] αλλά και την Ρωσική στάση– διεκήρυξε την ουδετερότητά της έναντι των εμπολέμων. Η κοινή γνώμη, ο πληθυσμός, δεν αντέδρασε στην απόφαση αυτή. Τουναντίον, ήταν η ήττα του γαλλικού στρατού στο Sedan και η αιχμαλωσία του αυτοκράτορος στις 22.8/2.9, που συνεπέφερε και την ανατροπή του καθεστώτος και που προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού στην αθηναϊκή πρωτεύουσα, σημειώνοντας έτσι την άμεση μεταστροφή των αισθημάτων. Όλη η δυσαρέσκεια που είχε συσσωρευθή στην ελληνική ψυχή για την στάση στο Κρητικό μετουσιώθηκε σε κύμα ενθουσιασμού υπέρ της δημοκρατικής, πλέον, Γαλλίας. Η ήττα και η ανατροπή του Ναπολέοντος απετέλεσαν τον καταλύτη για να προβληθούν τα αισθήματα ευγνωμοσύνης της Ελλάδος προς την Γαλλία, για την βοήθεια που της προσέφερε κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, με την συμβολή της στην ναυμαχία του Ναυαρίνου, για την αποστολή του στρατηγού Μαιζώνος! Οι Έλληνες βρήκαν την ευκαιρία να ανταποδώσουν τα φιλελληνικά αισθήματα που η Γαλλία είχε επιδείξει προ 50ετίας.

Παρίσι, 4 Σεπτεμβρίου 1870. Ανακύρηξη του καθεστώτος της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ενώ την μεταστροφή που σημειώθηκε στην κοινή γνώμη συμμεριζόταν η κυβέρνηση του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, παρά την εκπεφρασμένη επιθυμία του ιδίου του πρωθυπουργού, η Αθήνα δεν απέστελλε οδηγίες στον Έλληνα επιτετραμμένο στο Παρίσι, Φωκίωνα Ρωκ, να προβή στην αναγνώριση του νέου καθεστώτος. Ο βασιλεύς Γεώργιος, σε διακοπές στην Κέρκυρα, ήταν επιφυλακτικός σε μία πρόωρη αναγνώριση του νέου καθεστώτος, το οποίο ανέτρεπε την αυτοκρατορία.[6] Ο Γεώργιος επίστευε, ως φαίνεται, σε φήμες ότι ο γερμανός καγκελλάριος θα αποκαθιστούσε στον θρόνο τον ανατραπέντα Ναπολέοντα.[7] Εν τέλει, ο Ρωκ μόνον στις 4/16 Οκτωβρίου[8] ενετάλη να έλθη «en rapports officiels» με την νέα κυβέρηση.[9] Παρά τις καθυστερήσεις αυτές, μόλις ο βασιλεύς επέστρεψε από την Κέρκυρα εδέχθη σε ακρόαση τον γάλλο πρέσβυ. Η συνομιλία ήταν θερμή, αναφέρει ο Baude, και ο βασιλεύς «του εξέφρασε με ιδιαιτέρως συμπαθείς εκφράσεις την έντονη θλίψη που του προκαλούσε» η δεινή μοίρα της Γαλλίας.[10] Και πάλι, εν τούτοις, κάποια διστακτικότης υφήρπε στην στάση της κυβερνήσεως, όπως προκύπτει από τις προσωπικές οδηγίες που απέστειλε ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών, στον Ρωκ, λίγες εβδομάδες αργότερα: έπρεπε «να τηρήση μεγάλη επιφυλακτικότητα σε ό,τι αφορούσε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής», ενώ θα μπορούσε να αναπτύξη επαφές με «άτομα επιρροής από όλα τα κόμματα».[11]

Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών.

Εν τω μεταξύ, ο λαός, η νεολαία, μέλη του στρατεύματος κινητοποιούντο για να συμβάλουν στις προσπάθειες της νέας Γαλλίας, σε μία πρωτοφανή συστράτευση μετά την ανατροπή του Ναπολέοντος και την αναγόρευση της Δημοκρατίας. Σ΄αυτό συνέτειναν και οι  νίκες των Γερμανικών δυνάμεων στο μέτωπο έναντι της δεινής τύχης των Γαλλικών στρατευμάτων.[12] Αλλά και από άλλες χώρες άρχισαν να συρρρέουν εθελοντές στην Γαλλία μετά την ανατροπή του αυτοκρατορικού καθεστώτος:

Οι πρώτοι Έλληνες εθελονταί ανεχώρησαν από τον Πειραιά περί τα μέσα Σεπτεμβρίου.[13] Η εφημερίς Αστήρ είχε ήδη προαναγγείλει την επικείμενη αναχώρησή τους. Μετά την άφιξή τους στην Μασσαλία, οδηγήθηκαν στο μέτωπο στις 30.10/11.11. Οι αφίξεις συνεχίζοντο μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Εν τω μεταξύ, η Ελληνική παροικία της Μασσαλίας ανέλαβε την συντήρηση των ελλήνων εθελοντών. Πλούσιοι έμποροι ή επιχειρηματίαι ελληνικής καταγωγής, παληές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στην αρχαία αυτή Φωκαϊκή αποικία, μεταξύ άλλων οι Ζαφειρόπουλοι, Καλβοκορέση, Ψωμάδη, Αργέντη, Μελά, Τσιτσίνια, ή οι γιατροί Μεταξάς και Δαμασκηνός, έδωσαν το έντονο παρόν στην όλη αυτή συγκινητική προσπάθεια. Ο Τσιτσίνιας μερίμνησε για την ραφή στολών. Το πηλίκιο τους έφερε τα αρχικά L.G., δηλ. Légion Grecque. Ο Μεταξάς ήταν διαρκώς κοντά τους, τόσο μάλλον που οι περισσότεροι δεν ομιλούσαν γαλλικά. Πλησίον των ελλήνων στάθηκαν και οι Γάλλοι Pierre Philippe και Labadier, πλούσιοι επιχειρηματίαι. Η επιχείρηση του πρώτου εξεπροσωπείτο και στον Πειραιά, όπου και εκεί έδωσε έντονα δείγματα γραφής για την προσέλκυση εθελοντών και την εξασφάλιση του εξοπλισμού τους. Εξ άλλου, πέραν της φροντίδος των συμπολιτών τους, τα μέλη της ελληνικής παροικίας συνεισέφεραν αφειδώς σε ρευστό για την ενίσχυση του γαλλικού στρατού. Μεταξύ άλλων αγόρασαν 4 μυδροβόλα, στα οποία δόθηκαν συμβολικά ονόματα: η Ελληνίς (La Grecque), η Αθηναία (l’Athénienne), η Σπαρτιάτισσα (La  Spartiate), οι Τέσσερις φίλοι (Les quatre Amis).

Θα πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι, παρ΄όλο που ο Τύπος έδειχνε γνήσιο ενδιαφέρον για την τάση αυτή εθελοντισμού και δημοσίευε συστηματικά –έστω υπογραμμίζοντας σε υπερθετικό βαθμό– ειδήσεις για τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων εθελοντών, η υπάρχουσα βιβλιογραφία είναι πενιχρή.[14] Ασφαλώς, ιδιαίτερης σημασίας είναι η  περιγραφή του κινήματος αυτού από τον επιλοχία του πεζικού Αλέξανδρο Αλεξάνδρου, στο μικρό αλλά πολύτιμο έργο του.[15]

Από γαλλικής, πάλι, πλευράς, οι εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα ή του υπο-προξενείου της Γαλλίας στον Πειραιά είναι αποσπασματικές και δεν επιτυγχάνουν να δώσουν μία ικανοποιητική εικόνα της κινητοποιήσεως αυτής. Ο αριθμός των εθελοντών δεν αναγράφεται συστηματικά ώστε να σχηματίσει κανείς μια καθαρή εικόνα των αναχωρήσεων. Ούτε η ταυτότητα τους. Οι αριθμοί που αναφέρουν οι επίσημες πηγές κάνουν μνεία σε ομάδες στρατιωτικών ή πολιτών, κυρίως φοιτητών. Οι Πειραιώτες προέτρεπαν τους νέους να εγγραφούν στους πίνακες προς αναχώρηση. Στην αρχή, οι εθελοντές που παρουσιάζοντο στην Πρεσβεία σε αρκετά σημαντικό αριθμό, ζητούσαν να τους επιτραπή να μεταβούν δωρεάν στην Μασσαλία, με πλοία των γαλλικών γραμμών. Στο ερώτημα που υπέβαλε ο πρέσβυς, το Γαλλικό Υπουργείο των Εξωτερικών αντεπεκρίθη θετικά: θα μπορούσε να τους διαθέσει εισιτήρια υπό τον όρο ότι θα έφεραν μαζύ τους τον οπλισμό τους.[16],[17] Πράγματι, ο οπλισμός όσων δεν είχαν, τους προσεφέρθη από την Γαλλική παροικία στην Αθήνα και στον Πειραιά –με την καίρια συμβολή του γραφείου του γάλλου επιχειρηματία Philippe–, η οποία βοήθησε αποτελεσματικά. Με έρανο, εξ άλλου, που διοργάνωσε η Γαλλική ομογένεια κατέστη δυνατή η προμήθεια ακόμη δύο κιβώτιων με καραμπίνες Μινιέ (750), σπαθιά και ρεβόλβερ![18]

Άποψη του λιμένος της Μασσαλίας το 1870.

Εν τέλει, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο αριθμός των εθελοντών οι οποίοι μετέβησαν στην Γαλλία.[19] Οι ελληνικές αρχές, από πλευράς τους, «επόπτευαν τις περιπτώσεις λιποταξίας…. (αλλά) μόνον με απλή επιφυλακή, όση απητείτο ώστε (η κυβέρνηση) να μην κατηγορηθή για συνέργεια…».[20] Μερικοί στρατιωτικοί (περί τους 100), όντως, συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Ναύπλιο. Πολίτες, πάλι, απεθαρρύνοντο να φύγουν. Ως εκ τούτου, αρκετοί από αυτούς που θα ήθελαν να μεταβούν στην Γαλλία, τελικώς, δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να επιβιβασθούν σε πλοία.[21]

Παρά τις διεξοδικές έρευνες άλλων ιστορικών για την κίνηση των εθελοντών της περιόδου εκείνης, υφίστανται ακόμη ορισμένα σημεία τα οποία χρήζουν περαιτέρω διευκρινήσεως. Πώς δημιουργήθηκε αιφνίδια το φιλο-γαλλικό αυτό κλίμα; Πώς οι στρατιωτικοί, οι οποίοι, εν συνεχεία θα πέρναγαν από στρατοδικείο ως λιποτάκται–όπως και συνέβη– απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους; Πώς οι φοιτηταί θα διέκοπταν τις σπουδές τους;

Οι ελληνικές και οι γαλλικές πηγές, η αναφορά της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, η πρεσβεία της Πρωσσίας, εμμέσως υποδεικνύουν τον καθηγητή Αναστάσιο Γεννάδιο[22] ως τον υποκινητή της κινήσεως των εθελοντών.[23] Ο ίδιος, γερμανικής μορφώσεως, μέλος του τότε νεοσύστατου ελληνικού ελευθερο-τεκτονικού σχήματος,[24] για λόγους ιδεολογικούς ετάχθη με την πλευρά της Γαλλίας. Η εφημερίς Αστήρ, υπό την επιρροή του ελληνικού ελευθερο-τεκτονισμού –εκ των κυρίων συνεργατών της υπήρξε ο Γεννάδιος– πρωτοστάτησε στην προβολή του φιλο-γαλλικού πνεύματος. Ήδη από την 31.7/12.8.1870 άρθρα της εφημερίδος αυτής ενεθάρρυναν την μετάβαση στην Γαλλία. Ο Γεννάδιος επέμενε στις προσπάθειές του. Όμως, η δραστηριοποίηση ενός μόνον ατόμου, δεν ήταν δυνατόν να επαρκέση για την έντονη αυτή κινητοποίηση.

Η διάθεση του φιλο-γαλλικού πνεύματος ενδυναμωνόταν από σημαντική μερίδα του αθηναϊκού Τύπου: είτε με την αναδημοσίευση από γαλλικές εφημερίδες πληροφοριών από την Γαλλία για τους εθελοντές, όπως άρθρων που προέβαλλαν τις ηρωικές πράξεις τους, είτε δημοσιεύοντας επιστολές τους προς οικείους τους ή ακόμη και προς εφημερίδες. Και τούτο, ιδίως την περίοδο που ο γαλλικός στρατός υφίστατο καταστροφικές ήττες.

Μόνη εξαίρεση στην ομοφωνία του Τύπου, η εφημερίς Αιών. Ο αρχισυντάκτης της Τιμολέων Φιλήμων[25] εξεφράζετο με ένταση κατά του κινήματος των εθελοντών, υπενθύμιζε ότι και οι Γερμανοί είχαν χύσει το αίμα τους για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και ότι, ως εκ τούτου, εμείς, οι Έλληνες, τους ωφείλαμε τον ίδιο βαθμό ευγνωμοσύνης. Όσοι μετέβαιναν στην Γαλλία δεν εκπροσωπούσαν παρά μόνον τον εαυτό τους, όχι την επίσημη Ελλάδα.[26] Υπενθυμίζοντας την συμβολή των Γερμανών στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, ο  Φιλήμων, καυτηρίαζε όσους ενεθάρρυναν τους Έλληνες να μεταβούν στην Γαλλία, κατηγορώντας τους ότι «διέπρατταν λίαν βαρύ πολιτικό έγκλημα… ότι έπρατταν κατά των συμφερόντων της πατρίδος των…».[27]

Ο δημοσιογράφος, διανοούμενος και μετέπειτα Δήμαρχος Αθηνών (1887-1891) Τιμολέων Φιλήμων.

Ένα είναι σαφές: οι εθελοντές δεν επεδίωκαν τον πλουτισμό στην Γαλλία. Πιθανόν, τιμές. Όχι, όμως, χρήμα. Έφευγαν κυρίως με την πεποίθηση ότι απέδιδαν στην Γαλλία όσα της χρωστούσε η Ελλάς.[28] Από ένα συναίσθημα «υποχρεώσεως αναγνωρίσεως» των όσων της ωφείλοντο από ελληνικής πλευράς. Οι δαπάνες μεταβάσεως και επιστροφής τους προς και από την Γαλλία πιθανόν να κατεβλήθησαν από την γαλλική πλευρά, καθώς και κάποιο «χαρτζιλίκι». Επί τόπου ελάμβαναν τον μισθό που είχε αποφασίσει η Γαλλική κυβέρνηση για τους εθελοντές, γενικώτερα. Αλλά τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν στοιχεία πλουτισμού. Πολλοί από τους καταταγέντες εθελοντές εδήλωναν ότι ήθελαν να υπηρετήσουν υπό τις εντολές Γάλλων αξιωματικών ως απλοί στρατιώτες, αν και αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί οι ίδιοι.[29]

Η εντύπωσίς μου είναι ότι δημιουργήθηκε μία υφέρπουσα κίνηση, μία κινητοποίηση από αφτί σε αφτί, που ενεθάρρυνε τους νέους να αναχωρήσουν για την Γαλλία, νέους από κάθε περιοχή της Ελλάδος, ακόμη και από τις υπό κατοχή οθωμανικές επαρχίες, από κάθε κοινωνική τάξη. Οι ιδεολογικές ευαισθησίες των εθελοντών, κοινωνικές ή πολιτικές, δεν συνέπιπταν. Ορισμένοι μπορεί να εκινούντο από πρόθεση στηρίξεως του νέου, δημοκρατικού, καθεστώτος στην Γαλλία, άλλοι από αισθήματα ευγνωμοσύνης, ή απλώς από διάθεση περιπέτειας![30]  Τοπικοί αρχηγοί, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, σχημάτιζαν ομάδες, και μαζύ αναχωρούσαν για τις ζώνες της μάχης και για την τιμή! Όπως, προφανώς, μία ομάδα στρατιωτών σκαπανέων, από τον ίδιο λόχο. Στην οικία μιας κυρίας της υψηλής ναυπλιώτικης κοινωνίας, προφανώς της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, συναθροίζοντο οι συμπαθούντες προς την Γαλλία, ενθαρρύνοντας τους εθελοντές.[31] Η μετάβαση στην Γαλλία δεν θα πρέπει να ήταν ευχάριστη και το «χαρτζιλίκι» που έλαβαν οι εθελοντές από τις Γαλλικές αρχές, ασφαλώς, δεν θα αρκούσε για τις ανάγκες του πολυήμερου ταξειδιού τους. Εν πάση περιπτώσει, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας, ασφαλώς, έπαιξαν ρόλο στην όλη διαδικασία ενθαρρύνσεως και προτροπής των εθελοντών.[32]

Ένα πρόσθετο στοιχείο πρέπει να ληφθή υπ’όψιν: η ανοχή που επεδείκνυε η κυβέρνησις. Παρά την πολιτική ουδετερότητος την οποία επρέσβευε, η κυβέρνησις παρακολουθούσε με συμπάθεια τα όσα υφίστατο η Γαλλία, την τόσο δυσμενή τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Baude πληροφορούσε το Παρίσι ότι κατά τον πρωθυπουργό Δεληγιώργη «η Ελλάς θα συνεβάλλετο με τον μεγαλύτερο δυνατό ζήλο σε κάθε ευρωπαϊκή ενέργεια….να θέσει ένα τέλος στον κύκλο του αίματος. Δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να αναλάβη αυτή η ίδια την πρωτοβουλία…». Και προσέθετε ο Γάλλος πρέσβυς ότι «σημασία έχει αυτό που η Ελλάς κάνει, πρέπει να το παραδεχθώ, όχι από τα λεγόμενα των υπουργών του, αλλά από το κίνημα των εθελοντών αυτών…εκ των οποίων οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου διεκρίνοντο από ένα ιδιαίτερο ζἠλο…».[33] Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, πρωθυπουργός από τις αρχές Δεκεμβρίου, διεπνέετο από τα ίδια αισθήματα έναντι της Γαλλίας.[34] Όπως, επίσης, και ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χαράλαμπος Χριστόπουλος, έχοντας σπουδάσει στο Παρίσι και ζήσει για μεγάλο διάστημα στην γαλλική πρωτεύουσα.[35]

Αριστερά: Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, Πρωθυπουργός, 9 Ιουλίου 1870 – 3 Δεκεμβρίου 1870. Δεξιά: Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Πρωθυπουργός, 3 Δεκεμβρίου 1870 – 28 Οκτωβρίου 1871.

Εξ άλλου, τί πιο πειστικές αναφορές, από αυτές των εκθέσεων των ξένων πρεσβειών. Πέραν των γαλλικών εκθέσεων, η Βρεταννική πρεσβεία εξεφράζετο με την γνωστή κυνική ειλικρίνειά της: «η Ελληνική κυβέρνηση συμπράττει»[36] στην υπόθεση των εθελοντών!

Αυτή ήταν η γενικότερη ατμόσφαιρα στην ελληνική πρωτεύουσα μετά την ανατροπή του Ναπολεοντείου καθεστώτος. Οι προσπάθειες του καθηγητού Γενναδίου ή και άλλων συνοδοιπόρων του, απλώς βρήκαν ευήκοον ούς στον ψυχισμό του ελληνικού λαού. Οι εθελονταί αναχωρούσαν μέσα σε ένα πνεύμα  γενικού ενθουσιασμού!

Αλλά, πόσοι ήσαν οι εθελοντές; Οι αριθμοί διαφέρουν. Από την μία πλευρά υπάρχουν οι αναφορές των ελληνικών πηγών. Όπως, επίσης, οι πληροφορίες των ξένων αρχών, π.χ. της πρεσβείας της Πρωσσίας. Από την άλλη έχουμε τις ενδείξεις από την γαλλική πλευρά –γεμάτες καλή θέληση– των εκεί παρατηρητών, δεδομένου ότι από τα γαλλικά αρχεία δεν προκύπτει μία εμπεριστατωμένη εικόνα.

Είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί κανείς να βασισθεί στην αναφορά της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς σε απάντηση στον υπουργό των Εξωτερικών, εν συνεχεία του διαβήματος του πρέσβεως της Πρωσσίας, E. de Wagner. Η επίσημη αυτή αναφορά ανεβίβαζε τον αριθμό αυτών που έφυγαν σε 200![37] Όχι πολύ μακρυά από τον επίσημο υπολογισμό, η πρεσβεία της Αυστρίας, προφανώς κατά τις πληροφορίες του Πρώσσου πρέσβυ, ανέφερε τον αριθμό, συνολικά, 300-350 εθελοντών.[38] Η έκθεση της Βρεταννικής πρεσβείας ομιλεί για «αρκετές εκατοντάδες ατόμων, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία ήταν γνωστό ότι επεδίωκαν να ενταχθούν στις γαλλικές δυνάμεις….».[39]Οι ελληνικές εφημερίδες αναβιβάζουν τους εθελοντές σε μερικές εκατοντάδες. Αποσπασματικά, η Παλιγγενεσία της 8/(20).10.1870 αναφέρει ότι ανεχώρησαν 28. Ακόμη 20, στις 25.11/(7.12), και ακόμη 30 στις 29.11 /(11.12), και 15 στις 11/(23) Δεκεμβρίου. Η Αιών κάνει αναφορά σε 100-150 «λειποτάκτες». Στις 26.11/(8.12) η Indépendance Hellénique γράφει ότι μετέβαινε στο θέατρο του πολέμου ακόμη μια εκατοντάδα. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, άλλη εφημερίς ανέφερε ότι αφίχθησαν στην Μασσαλία περί τους 50 μαχητές υπό την ηγεσία του λοχία Χρυσοβέργη. Στις 22.1/(3.2).1871 η  Παλιγγενεσία υπολογίζει τον συνολικό αριθμό των εθελοντών σε 800, ενώ μετά το πέρας των εχθροπραξιών στην Γαλλία, ο Χρόνος σε 700.  Ως εκ τούτου, δεν είναι πάλι δυνατόν να καταλήξει κανείς σε συμπεράσματα βάσει των υπολογισμών των ελληνικών εφημερίδων ή των ελληνικών αρχών. Μήπως και αυτοί οι υπολογισμοί ήσαν κάπως υπερτροφικοί; Ας σημειωθή ότι έχουν καταγραφή από διάφορες πηγές μόνον περί τους 132 εθελοντές.[40]

Από γαλλικής πλευράς, το πλέον αξιόπιστο έργο, η Histoire Diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours των Driault-Lhéritier θα έπρεπε, κανονικά, να προβαίνει σε μια ακριβή απεικόνιση της καταστάσεως. Αναβιβάζει τους εθελοντές τον Ιανουάριο 1871 σε 1300-1400.[41] Όμως, ο αριθμός φαντάζει κάπως υπερβολικός.

Από την δική του σκοπιά, ο φιλέλλην γάλλος ακαδημαϊκός Alfred Mézières, στα εγκωμιαστικά άρθρα του (1871 και   1907), συχνά γεμάτα καλοπροαίρετες υπερβολές, προωθεί τον αριθμό των 1500, ενώ ο E. Desmaze αναφέρει 1400.[42] Η εφημερίς της Lyon, Salut Public, από πλευράς της υπολογίζει την συνολική ελληνική παρουσία σε 3000![43]

Είναι εύκολα κατανοητό ότι είναι δυσχερές να υπολογίσει κανείς έστω κατά προσέγγιση τον αριθμό των Ελλήνων εθελοντών.[44] Είναι κρίμα που οι γαλλικές αρχές δεν μπόρεσαν να καταγράψουν κατά τρόπο πιο συστηματικό όσους αναχωρούσαν, στρατιωτικούς ή μη, από την Ελλάδα. Τόσο μάλλον που οι νέοι αυτοί αναχωρούσαν από τον Πειραιά κυρίως με πλοία γαλλικών εταιρειών.[45]

Αυτό που είναι εκπληκτικό είναι ότι καμμία επίσημη έκθεση –ή και ανεπίσημη αναφορά– των Ελληνικών αρχών στην Γαλλία δεν  μνημονεύει την παρουσία των εθελοντών στην χώρα αυτή! Ούτε και τα διάφορα –κολακευτικά, ως επί το πολύ– άρθρα που δημοσιεύοντο στον γαλλικό Τύπο. Κατά τις περιγραφές του Αλεξάνδρου, οι έλληνες λεγεωνάριοι πέρασαν κάτω από την σημαία του Ελληνικού προξενείου της Μασσαλίας.[46] Χωρίς, εν τούτοις, να σκεφθούν να ζητήσουν να συναντήσουν τον πρόξενο! Ούτε, φαίνεται, οι εκπρόσωποι της παροικίας να τους υπέδειξαν μια τέτοια ενέργεια.

Αλλά πέραν αυτού, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Αλεξάνδρου, στις 3/15 Νοεμβρίου, αριθμός εθελοντών συναντήθηκε με τον Φωκίωνα Ρωκ, Έλληνα επιτετραμμένο στην Tours – όπου είχε μεταφερθή η γαλλική κυβέρνηση. Ο Ρωκ, εν τούτοις, ο οποίος τους εδέχθη πολύ θερμά, τους συνεχάρη για την απόφασή τους να έλθουν στην Γαλλία και τους ενεθάρρυνε να συνεχίσουν την δράση τους υπέρ της Γαλλίας, που περιποιούσε τιμή στην Ελλάδα,[47] δεν φαίνεται να διεβίβασε τίποτε στην Αθήνα για την συνάντηση αυτή. Και στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών  δεν ανευρέθη κανένα έγγραφο συναφώς με την παρουσία των εθελοντών στην Γαλλία.  Διερωτάται κανείς ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος αυτής της παραλείψεως. Γιατί ο Ρωκ δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την τόσο τιμητική παρουσία των εθελοντών στο πλευρό των Γάλλων, καθ όν χρόνον τόσες εφημερίδες προέβαιναν σε έπαινο για τα ανδραγαθήματά τους; Εκτός και εάν δεν ήθελε να εκτεθή για το ότι είχε δεχθή λιποτάκτες![48]

Θα πρέπει, όμως, να υπογραμμίσει κανείς ότι και τα στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας δεν υπεβοήθησαν το ερευνητικό έργο. Ο συγγραφεύς, κατά την έρευνά του στο Service Historique de la Défence δεν μπόρεσε να ανεύρη ονόματα Ελλήνων εθελοντών στους διάφορους φακέλους που συμβουλεύθηκε.[49] Αντιθέτως, σε ένα πίνακα των μονάδων που απήρτιζαν την 2η Ταξιαρχία του σώματος στρατού του Γαριβάλδη ( υπό τις διαταγές του οποίου είχαν τεθή οι περισσότεροι ξένοι εθελοντές, κατά διαταγή της Γαλλικής κυβερνήσεως) αναφέρoνται ως μονάδες υπό στοιχεία ST 462  και ST 494  η Guerilla gréco-française d’Orient ( 4 λόχοι) ή  Guerilla d’Orient (τον Δεκέμβριο με δύναμη 350 ανδρών) ενώ υπό στοιχείο ST 466[50] η Légion Grecque, υπό τον λοχαγό Fauvret, χωρίς, εν τούτοις, να παρέχονται αριθμοί ή ονόματα.[51] Γίνεται, όντως, αναφορά στην συμμετοχή ελλήνων μεταξύ των εθελοντών, χωρίς ακριβέστερη επισήμανση,[52] καθώς και γενική μνεία σε μονάδες ελλήνων, μεταξύ άλλων και σε ευζώνους, τους οποίους διακρίνει κανείς «από τις γραφικές ανατολικές στολές τους».[53]

Λαμβάνοντας υπ΄όψιν όλα αυτά τα στοιχεία, τα αρκετά ρευστά, και την έλλειψη  επακριβών αναφορών στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία, μπορεί να υποστηριχθή η άποψη ότι εν τέλει τα Ελληνικά αποσπάσματα ήσαν μάλλον περιορισμένα. Ο αριθμός των 700-800 ανδρών, ο οποίος προβάλλεται από τον ελληνικό Τύπο μπορεί να θεωρηθή ως ο πλησιέστερος στην πραγματικότητα, και πάλι με αρκετή ανοχή.[54] Θα πρέπει να προστεθή ότι το σύνολο είχε διασκορπισθή σε πολλές μονάδες σε ολόκληρη την Γαλλία, στα Βόσγια όρη, στο Παρίσι, στον Λίγηρα, ή στην στρατιά της Ανατολής. Ο στρατηγός Bordone, αρχηγός του επιτελείου του Γαριβάλδη, (Joseph-Philippe-Toussaint Bourdon) έγραφε στο βιβλίο του : «ο στρατός των Βοσγίων….πέραν των 2000 Ιταλών, απηρτίζετο από μερικές εκατοντάδες Ισπανών, Ελλήνων, Πολωνών…».[55] Η εφημερίς Αστήρ, που ήταν τόσο ενθαρρυντική  για τον εθελοντισμό προς την Γαλλία, ανέφερε : «η δύναμις των εθελοντών, μικρά και άσημος, ήταν τουναντίον, κεφαλαιώδους ηθικής σημασίας».[56] Στο ίδιο πνεύμα εγράφη ότι στην Λεγεώνα των Ξένων, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο 1870, μεταξύ των 1000 ανδρών ανεγράφοντο «και  μερικοί σκανδιναυοί, Ισπανοί, Έλληνες, Ρώσσοι, Ιταλοί…».[57] Εν πάση περιπτώσει, ο αριθμός των 700-800 εθελοντών, πρέπει να θεωρηθή αρκετά υψηλός, αν ληφθή υπ΄όψιν ο συνολικός, τότε, πληθυσμός της Ελλάδος, γύρω στις 1.400.000 ψυχές.

Ο Giuseppe Garibaldi και οι Ιταλοί εθελοντές της Στρατιάς των Βοσγίων (Armée des Vosges).

 

Πώς όμως η «απόλυτη ουδετερότης» που ακολουθούσε η Ελληνική κυβέρνηση ήταν συμβατή με την «συνενοχή» της στο ζήτημα των εθελοντών; Μέσω μιας πολιτικής ισορροπιστικής, με ένα κλείσιμο του ματιού, θα μπορούσε να πει κανείς. Η κυβέρνηση ελάμβανε τα μέτρα της, προφασιζόμενη ότι δεν εγνώριζε. Στην ίδια λογική, η εφημερίς Αστήρ, προφανώς για να ‘ρίξη στάχτη στα μάτια΄, έγραφε: «οι εθελοντές φεύγουν κάθε εβδομάδα όχι για να πολεμήσουν κατά του αδελφού Γερμανού, αλλά για να συμπαρασταθούν στους Γάλλους φιλέλληνες οι οποίοι υφίστανται τόσα δεινά…».[58] Οι στρατιωτικές αρχές, με δική τους πρωτοβουλία, είχαν  αποφασίσει  ότι όσοι «υπαξιωματικοί εκ των ενταύθα σωμάτων…μετέβησαν εις το εξωτερικό… θέλουσι διαγραφή κατά τα κεκανονισμένα ως λειποτάκται».[59] Εάν θεωρηθή ότι η κυβέρνηση ήθελε από συναισθηματική τοποθέτηση να εξυπηρετήσει την Γαλλία, έπρεπε, αντίστοιχα, από ρεαλισμό, να μην δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις στην νικήτρια Δύναμη!

Τελικώς, η κίνηση του εθελοντισμού ήλκησε την προσοχή των Γερμανικών αρχών, χωρίς όμως να θελήσουν να δημιουργήσουν ιδιαίτερο ζήτημα, δεδομένου ότι ο αριθμός αυτών που έφευγαν δεν εθεωρείτο σημαντικός.[60] Αποτελούσε περισσότερο ζήτημα αρχής. Εάν ο E. de Wagner δεν πήρε εξ αρχής την υπόθεση στα σοβαρά, εν συνεχεία, όταν ο αριθμός των εθελοντών ηυξάνετο έκρινε σκόπιμο να αναφερθή στο Βερολίνο. Εν τέλει, «υποχρεώθηκε, με εφεκτικότητα, να υποδείξει (στην ελληνική κυβέρνηση) την σοβαρή παράλειψή της ως ουδετέρας».[61] Σε πρώτη φάση, έλαβε χώρα μόνον προφορική παρέμβαση του πρέσβυ στον πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών. Μετά μερικές ημέρες, την 1/13.12.1870., έκρινε σκόπιμο να προβή σε επίσημο γραπτό διάβημα, πιο αυστηρό. Η πτώση της κυβερνήσεως Δεληγιώργη (3/15.12.1870) δεν της έδωσε το χρονικό περιθώριο να χειρισθή το ζήτημα και να αποστείλει απάντηση. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χαράλαμπος Χριστόπουλος, ενήργησε αμέσως για να πληροφορηθή από τις αρμόδιες αρχές τις λεπτομέρειες της υποθέσεως.[62] Κατόπιν και των αποφάσεων των στρατιωτικών αρχών, ο Χριστόπουλος απέστειλε μια προκαταρκτική, λακωνική, απάντηση στον de Wagner, με την οποία υπεδείκνυε ότι είχε ληφθή κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε «να τύχη σεβασμού η απόλυτη ουδετερότης» και ότι ως εκ τούτου «κάθε αναχώρησις είχε από μακρού ανασταλή».[63] Ο de Wagner, ανυπόμονος, αποστέλλει, την 1/13.1.1871,  υπενθύμιση, η οποία διεσταυρώθη με την ως άνω απάντηση του υπουργού. Ο πρέσβυς της Πρωσσίας, πάντως, σε ήπιο τόνο, ανεγνώριζε ο ίδιος, ότι από την πρώτη του διακοίνωση, οι αναχωρήσεις των εθελοντών είχαν «σχεδόν πλήρως ανασταλή». Ο ίδιος δεν είχε την πρόθεση, σύμφωνα με μία μαρτυρία, να επιμείνη πολύ στο ζήτημα.[64]

Η ολοκληρωμένη απάντηση του Χριστόπουλου δεν καθυστέρησε. Απεστάλη την 4/16.1.1871. Γεγονός είναι ότι η κυβέρνηση, μη θέλοντας να θεωρηθή συνεργός, είχε λάβη πράγματι μέτρα: εν συνεχεία των διαταγών του Υπουργείου Στρατιωτικών, περί τους εκατό στρατιωτικοί υποψήφιοι εθελοντές είχαν συλληφθή και εκρατούντο στις φυλακές του Ναυπλίου. Υπό τις ως άνω συνθήκες, ο  de Wagner προέβη στα διαβήματά του μάλλον χωρίς μεγάλη προθυμία (reluctantly) και ιδιαίτερη επιμονή.[65] Εν τω μεταξύ, μετά την υπογραφή της ανακωχής, τέλη Ιανουαρίου, οι εθελοντές ακολούθησαν τον δρόμο της επιστροφής.  Η υπόθεση θεωρήθηκε λήξασα, χωρίς ιδιαίτερη φασαρία. Ο de Wagner έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στα ανάκτορα μερικές ημέρες αργότερα για να αναγγείλη στον βασιλέα Γεώργιο την ανάρρηση του βασιλέως της Πρωσσίας σε αυτοκράτορα της Γερμανίας!

O πρέσβυς της Πρωσσίας δεν παρέλειψε να ισχυρισθή ότι μερικοί νέοι είχαν ζητήσει να πολεμήσουν στο πλευρό των Γερμανών. Αυτός όμως τους μετέπεισε. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις οι οποίες να επιβεβαιώνουν τα στοιχεία αυτά. Είναι γεγονός ότι τότε, μερικοί Έλληνες στρατιωτικοί,  βρέθηκαν από την γερμανική πλευρά της γραμμής του πυρός. Είναι ασφαλώς γνωστά τα ονόματα του υπολοχαγού Μανουήλ Φ. Αλμέϊδα, ο οποίος τραυματίσθηκε σοβαρά στην περιοχή του Μοζέλα, του Αριστείδη Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος τραυματίσθηκε κατά την πολιορκία των Παρισίων, και του αδελφού του Ευγενίου,[66] ή του Γεωργίου Δράκου, σπουδαστού τότε σε  Βαυαρική στρατιωτική σχολή, ο οποίος είχε την ίδια τύχη στην μάχη του Σεντάν και απεβίωσε λίγες ημέρες αργότερα. Όμως, οι ανωτέρω δεν προκύπτει να μετέβησαν στην Γερμανία ως εθελοντές’ προφανώς βρέθηκαν εκεί σε αποστολή την στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος και ενετάχθησαν στις Γερμανικές δυνάμεις.

Πολιορκία και μάχη του Σεντάν.

Από την όλη προσπέλαση του θέματος εύλογα τίθεται το ερώτημα: ποια υπήρξε η συμβολή των ελλήνων μαχητών στην πολεμική προσπάθεια του Γαλλικού στρατού; Πριν απαντήσει κανείς στην ερώτηση αυτή, θα πρέπει να εξηγήση  τις συνθήκες υπό τις οποίες υπηρετούσε το ελληνικό εθελοντικό σώμα, αλλά και όλα τα σώματα των ξένων εθελοντών. Ιδιαιτέρως δε θα πρέπει να σημειώση το πνεύμα με το οποίο αντιμετώπιζαν τους εθελοντές οι γαλλικές αρχές στο κομφούζιο που επικρατούσε .

Εύκολα μπορεί να γίνη κατανοητό ότι οι διαφορετικής συνθέσεως μονάδες των ξένων εθελοντών, προερχόμενες από ποικίλο αριθμό κρατών – πολίται, με ή χωρίς στρατιωτική προπαίδεια, αξιωματικοί ή οπλίται διαφορετικών καταβολών, μιλώντας ή όχι την γλώσσα του τόπου – δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν στον τακτικό γαλλικό στρατό. Για τον λόγο αυτό το Γαλλικό Επιτελείο τους κατέταξε στις μονάδες των ελευθέρων σκοπευτών. Οι μονάδες αυτές σχηματίσθηκαν με την έναρξη του πολέμου, υπό το φως των αμέσων στρατιωτικών αναγκών. Η πρώτη τέτοια μονάδα δημιουργήθηκε στην Μασσαλία από έναν τέως Γάλλο αξιωματικό, τον αντι-συνταγματάρχη Chenet. Η μονάδα αυτή ονομάσθηκε Guerilla greco-française d’Orient ή Guerilla d’Orient. Ετέθη υπό τις διαταγές του Garibaldi και απεστάλη στην Dijon, στα όρη Vosges. Την ίδια τύχη είχε και η Légion Grecque, υπό την όποια μορφή  διαμορφώθηκε![67]

Οι εθελονταί της ομάδος του Αλεξάνδρου εξέφρασαν επισήμως την επιθυμία να υπηρετήσουν υπό τας διαταγάς Γάλλων αξιωματικών και όχι υπό τους αξιωματικούς του  Garibaldi, του οποίου ο ετερογενής σχηματισμός των μονάδων προοιώνιζε δυσχέρειες.[68] Όντως, απεσπάσθηκαν στο σύνταγμα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων (Francs tireurs de Paris), το οποίο έχαιρε ιδιαίτερης φήμης – 650 περίπου ανδρών – έχοντας στο ενεργητικό της μια περιφανή νίκη στο Chateaudun, υπό τας διαταγάς ενός εξαιρετικού αξιωματικού, ο οποίος διεκρίθη καθ΄όλη την διάρκεια του πολέμου, του, τότε, αντι-συνταγματάρχου κόμητος Ernest de Lipowski και ο οποίος ανέπτυξε πολύ θερμές σχέσεις με τους Έλληνες εθελοντές.[69]

Οι μονάδες των ελευθέρων σκοπευτών ήταν ειδικές μονάδες, μη εξαρτώμενες ούτε από τον τακτικό στρατό ούτε από την κινητή εθνοφυλακή, τα δύο οργανωμένα σώματα των Γαλλικών ενόπλων δυνάμεων. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν τα εξής: κατ΄αρχήν δεν φορούσαν στολή ώστε να μη διακρίνονται από τον εχθρό, δεν διεπνέοντο ιδιαίτερα από πνεύμα πειθαρχίας, ήταν πολίτες ή στρατιωτικοί, γάλλοι ή ξένοι. Οι Γερμανοί τους θεωρούσαν ένοπλες παράνομες ομάδες πολιτών, εγκληματίες, και η τύχη τους, σε περίπτωση συλλήψεώς τους, η πλέον ακραία. Δεν επετίθεντο στον εχθρό κατά μέτωπο αλλά με αιφνιδιασμό, με στόχο να του επιφέρουν τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες. Συχνά, τα ονόματα των εθελοντών δεν ήταν καν κατεχωρημένα. Ουσιαστικά, έκαναν ένα πόλεμο παρενοχλήσεως, ένα πραγματικό αντάρτικο, υπό επικίνδυνες συνθήκες, δεδομένου ότι δεν εκαλύπτοντο από το Διεθνές Δίκαιο του Πολέμου. Οι Γερμανοί τους ηρνούντο το καθεστώς του εμπολέμου.

Υπό τις ανωτέρω συνθήκες είναι δύσκολο να προβή κανείς σε συνολική αποτίμηση της συμβολής των ελλήνων εθελοντών στον πόλεμο αυτόν. Οι λεπτομέρειες χάνονται στο σύνολο των δεδομένων, τόσο μάλλον που οι εθελοντές υπό τον Garibaldi ήταν διασκορπισμένοι σε πολλές μονάδες, κατά μικρό αριθμό.[70] Στην εξειδικευμένη γαλλική βιβλιογραφία λίγες αναφορές σημειώνονται για την δράση των ελλήνων μεταξύ των ξένων εθελοντών. Οι στρατηγοί που εξέδωσαν έργα για την δράση των μονάδων τους, όπως ο Chanzy, ο de Lipowski, ο Bordone, ενώ, βεβαίως, κάνουν μνεία, κατά γενικό τρόπο, του ηρωισμού των όσων υπηρέτησαν υπό τις διαταγές τους, δεν κάνουν αναφορά στην εθνικότητά τους.

Είναι η περίπτωση των συγκρούσεων στα Βόσγια όρη, μέτωπο υπό την ηγεσία του Garibaldi. Είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες, στο πλαίσιο του σχηματισμού της Guerilla franco-grecque d’Orient  ή της Légion Grecque, συμμετέσχον σε συγκρούσεις. Μερικοί μάλιστα επροβιβάσθησαν σε αξιωματικούς. Ο αθηναϊκός Τύπος, με βάση τις αναφορές των γαλλικών εφημερίδων, κάνει συχνά μνεία της συμμετοχής ελλήνων σε μάχες, όπως στην Dijon, στο Autun, στο Talant… Ο Ηλίας Στεκούλης διέπρεψε στην μάχη της Dijon. Αλλά για τις γαλλικές αρχές, οι έλληνες ήσαν απλώς ελεύθεροι σκοπευτές, χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα.

Αντιθέτως, χάρη στον Αλ. Αλεξάνδρου, μπορεί κανείς να περιγράψει με  μεγαλύτερη ακρίβεια τα επιτεύγματα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων, από τις αρχές Νοεμβρίου, όταν οι Έλληνες ενετάχθησαν στην μονάδα αυτήν. Έτσι, συμμετέσχον με επιτυχία στην μάχη της Varize ((17)/29.11.1870)[71] –την πρώτη μάχη στην οποία ενεπλάκησαν–, στο Patay (20.11)/2.12.1870), στην δεύτερη πολιορκία της Orléans ((22.11)/4.12.1870),[72] στις Nuits ((6)/18.12.1870), στην Alençon (στην Νορμανδία) ((3)/15.1.1871). Στην τελευταία αυτή μάχη οι ελεύθεροι σκοπευταί των Παρισίων διεκρίθησαν ιδιαιτέρως.  Μεταξύ των πολλών θυμάτων που κατεγράφησαν στην μονάδα, υπήρξε και τουλάχιστον ένας έλληνας νεκρός, ο δεκανέας Νικ. Τσιμπιρόπουλος, ενώ ο φοιτητής Ηλίας Βαρβερόπουλος πληγώθηκε.[73] Ο ηρωισμός πολλών από τους έλληνες εθελοντές δεν μπορεί να αμφισβητηθή.

Το επιτελείο των Ελευθέρων Σκοπευτών των Παρισίων (Francs tireurs de Paris).

Σε μία εμπλοκή στο Vitry sur Seine, ενεπλάκησαν οι εύζωνοι του Neuilly με Πρώσους. Αλλά και οι Έλληνες ομογενείς των Παρισίων κατετάγησαν ως εθελονταί. Στην γαλλική πρωτεύουσα βρέθηκε να υπηρετεί και ο Δημ. Βούρβαχης,[74] υπολοχαγός του Ελληνικού στρατού, και ανιψιός του γνωστού γάλλου στρατηγού ελληνικής καταγωγής Καρόλου Διονυσίου Βούρβαχη (Charles Denis Bourbaki). Ο Δημ. Βούρβαχης, επί κεφαλής λόχου, φέρεται να κατέλαβε δύο πυροβόλα του πρωσικού στρατού. Όχι μόνον έκανε σχετική αναφορά ο Διοικητής των Παρισίων στρατηγός Trochu, αλλά, κατά  πληροφορίες του τοπικού τύπου, του απενεμήθη το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής στο πεδίο της μάχης.[75]  Αλλά αυτές οι αναφορές αποτελούν την εξαίρεση στο σύνολο, και δεν μπορούν να επιτρέψουν να σχηματίσει κανείς μια συνολική εικόνα της συμβολής στις μάχες και των ανδραγαθημάτων των ελλήνων εθελοντών.

Πάντως, σημαντικός αριθμός των εθελοντών, κυρίως αυτοί που είχαν υπαχθή στους ελεύθερους σκοπευτές των Παρισίων και είχαν καταπλεύσει στην Μασσαλία τον Οκτώβριο, διήλθε ολόκληρη την χώρα κατά την διάρκεια των τριών αυτών μηνών παραμονής τους στην Γαλλία. Μετά την μάχη στο Alençon, στην περιοχή της Νορμανδίας, κατευθύνθηκαν ακόμη βορειότερα, εν μέσω διαρκών συμπλοκών με Πρώσους, μέχρι το Honfleur. Aπό εκεί, με την υπογραφή της ανακωχής, στα τέλη Ιανουαρίου 1871, ξεκίνησαν τον δρόμο της επιστροφής προς Μασσαλία.

Για την Ελλάδα η χειρονομία των εθελοντών είχε ιδιαίτερη συμβολική αξία. Τι, όμως, αντεπροσώπευε για τις Γαλλικές αρχές, την γαλλική κοινωνία, η συμμετοχή των Ελλήνων στον αγώνα κατά των Γερμανών;

Η διάσταση αυτή μπορεί να συνοψισθή στα όσα παρετήρησε ο υπουργός Εξωτερικών της νέας Γαλλικής κυβερνήσεως από το Bordeaux στον Baude, στα τέλη Δεκεμβρίου: «Πληροφορήθηκα, άλλωστε, με ικανοποίηση από την έκθεσή σας  (υπογράμμιση του συγγραφέως) ότι η κίνηση των Ελλήνων εθελοντών ενδυναμώνεται όλο και περισσότερο. Μας ικανοποιεί το γεγονός ότι η Ελληνική νεολαία δεν λησμόνησε την προσφορά της Γαλλίας προς όφελός της κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως και επιθυμεί να μας δείξει την ευγνωμοσύνη της τις ημέρες της δοκιμασίας μας».[76] Ουσιαστικά, δηλαδή, ο υπουργός πληροφορήθηκε την παρουσία των Ελλήνων εθελοντών από την εν λόγω έκθεση του γάλλου πρέσβυ!  Εφημερίδα, πάλι, στην προσωρινή έδρα της κυβερνήσεως, στο Bordeaux, πολύ προσηνής προς τους Έλληνες μαχητές, σημείωνε με ειλικρίνεια ότι «ο Τύπος ετήρησε μία άδικη στάση έναντι των Ελλήνων» και κατηγορούσε με δυσμενή σχόλια «τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους οι οποίοι πάντοτε τους παραγνώριζαν με αναξιοπρέπεια».[77] Οι αναφορές αυτές προβάλλουν, μέσα από πολλή καλή διάθεση  μία άλλη, πιο ρεαλιστική πτυχή του πώς εξελήφθη η ελληνική παρουσία στην Γαλλία από γενικώτερης σκοπιάς, πέραν των «ανδραγαθημάτων» – που βεβαίως δεν αμφισβητούνται – τα οποία περιέγραφε μια μερίς των παρατηρητών. Δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να εκπλήσση ότι μερικοί εθελοντές επέστρεψαν στην Ελλάδα απογοητευμένοι, όπως παρατηρούσε ο Πρώσσος πρέσβυς στην Αθήνα, ήδη από τον Ιανουάριο.[78]

Αντίστοιχα, όμως, μπορεί κανείς να επισημάνη πολλές εγκωμιαστικές αναφορές του Τύπου, ιδίως στα μέρη όπου επολέμησαν, για την δράση των Ελλήνων εθελοντών.[79]  Τόσο ώστε ο Ρωκ σημείωνε την μεταστροφή της γαλλικής κοινής γνώμης υπέρ της Ελλάδος. Η προβολή που έλαβε η ελληνική παρουσία στον πόλεμο πρέπει να θεωρηθή ικανοποιητική, μέσα στην καταστροφική λαίλαπα που  εσάρωνε στην χώρα. Ο τοπικός τύπος ανέγραφε πληροφορίες για τους Έλληνες εθελοντές, όπως και μερικές γνωστές εφημερίδες μεγάλων πόλεων. Η αήθεια είναι ότι η Γαλλική κυβέρνηση, εν μέσω της όλης καταστροφής, δεν τους αντέμειψε με καμμία τιμητική διάκριση, παρά τις προτάσεις ωρισμένων στρατηγών, όπως του διοικητού τους, του στρατηγού de Lipowski.[80] Όμως, θα πρέπει να ληφθή υπ’ όψιν η όλη κατάσταση, όπως περιγράφεται από συγγραφείς της περιόδου εκείνης, η οποία υπήρξε όχι μόνον στρατιωτικά αλλά και πολιτικά ιδιαιτέρως ανώμαλη.[81]

Μεταξύ των Ελλήνων υπήρξαν νεκροί,[82] σημειώθηκαν τραυματίες, παντού όπου επολέμησαν. Ο ακριβής αριθμός τους δεν μπορεί να πιστοποιηθή.[83] Μερικοί, όπως ο λοχαγός Λεονταρίτης, στον στρατό του Garibaldi, που πληγώθηκε στην Dijon και απεβίωσε λίγο αργότερα, τιμήθηκαν με επίσημες κηδείες.[84] Για άλλους υπήρξε απλή αναφορά. Όταν, πάντως, περί τα τέλη Νοεμβρίου, κυκλοφόρησε στην Αθήνα η φήμη –η οποία εν συνεχεία διεψεύσθη– ότι είχαν φονευθή 30 εθελοντές κατά την διάρκεια μιας μάχης (στην Varize),[85] οι φίλοι και συμφοιτηταί τους στο Πανεπιστήμιο οργάνωσαν αμέσως και με  ιδιαίτερο ζήλο μνημόσυνο στην Μητρόπολη των Αθηνών. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και καθηγητής στην Σχολή Ευελπίδων Δημήτριος Στρούμπος εξεφώνησε την νεκρολογία, παρουσία του γάλλου πρέσβυ, των μελών της πρεσβείας, αξιωματικών και του πληρώματος ενός γαλλικού πολεμικού πλοίου που ναυλοχούσε στον Πειραιά. Η επιμνημόσυνος δέηση απετέλεσε, ήταν φυσικό, ακόμη μία ευκαιρία εκφράσεως των έντονων φιλο-γαλλικών αισθημάτων του αθηναϊκού λαού. Εν πάση περιπτώσει, η θυσία των όσων ελλήνων εθελοντών εφονεύθησαν στην Γαλλία, τιμάται κατά τον καλύτερο τρόπο με μία εντυπωσιακή στήλη στο περίφημο νεκροταφείο της γαλλικής πρωτεύουσας Père Lachaise, εις μνήμη όσων εθελοντών έπεσαν κατά την διάρκεια των πολέμων του 1870, του 1914-1918 και του 1939-1945. Εξ άλλου, μία επιγραφή στο Château de Chambord, στον Λίγηρα, μνημόνευε την διαμονή εκεί των ελλήνων εθελοντών.[86]

Η στήλη στο Κοιμητήριο του Père Lachaise εις μνήμη των Ελλήνων εθελοντών.

Ο πόλεμος δεν κράτησε πολύ. Από τις 7/19.7.1870 μέχρι τις 16/28 Ιανουαρίου 1871, όταν υπεγράφη η ανακωχή.

Οι Έλληνες εθελονταί άρχισαν να καταπλέουν στην Μασσαλία κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου, μετεφέρθησαν δε στο μέτωπο περί τα τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου. Με την υπογραφή της ανακωχής άρχισε η διαδικασία επιστροφής τους στην Ελλάδα, περί τα μέσα Φεβρουαρίου. Ως εκ τούτου παρέμειναν στο μέτωπο, λίγο-πολύ, 3 ½ μήνες.

Οι έλληνες εθελοντές –ανεξαρτήτως του αριθμού τους– κατετάγησαν κυρίως σε τρεις μονάδες: στους ελεύθερους σκοπευτές των Παρισίων, στο 2ο Σώμα στρατού του Λίγηρος, υπό την διοίκηση του αντι-συνταγματάρχη (τότε) κόμη de Lipowski, στον στρατό του Garibaldi, στην περιοχή των Βοσγίων Όρεων, και μερικοί στο Σώμα Στρατού των Παρισίων. Ορισμένοι εστάλησαν σε μονάδες υπό την διοίκηση του ελληνικής καταγωγής στρατηγού Διονυσίου Bourbaki. Όσοι υπήχθησαν στον Garibaldi, κατενεμήθησαν, εν συνεχεία, κατά «μικρό αριθμό και σε διασκορπισμένες μονάδες». Έτσι, κατά τον Αλεξάνδρου, δεν κατώρθωσαν να σχηματίσουν μία ενιαία, μεγάλη μονάδα, η οποία θα μπορούσε να έχη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Πέραν τούτου, δεν καθίσταται σαφές ακόμη και για πόσο διάστημα παρέμειναν εν ενεργεία οι μονάδες Guerilla gréco-française d’Orient και η Légion Grecque.

Ο ελληνικής καταγωγής στρατηγός Charles Denis Bourbaki  (1816 – 1897).

Τον Φεβρουάριο οι εθελονταί των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων ξεκίνησαν το ταξείδι της επιστροφής από την Μάγχη, όπου είχαν φθάσει, προς την Μασσαλία, σημείο συγκεντρώσεως για την επιβίβαση στα πλοία. Σὐμφωνα με τις μαρτυρίες του Αλεξάνδρου, το αντίτιμο των εισιτηρίων στις Γαλλικές εταιρείες, εξασφαλίστηκε από το Γαλλικό κράτος. Όπως, επίσης, και η αντιμισθία δύο μηνών. Η ελληνική παροικία της Μασσαλίας ήλθε και πάλι  αρωγός στους πολεμιστές, παρά τις αντιξοότητες του πολέμου, τόσο ηθικά όσο και πρακτικά.[87]

Τι απέγιναν όσοι επέστρεψαν; Η επιστροφή των μη στρατιωτικών πέρασε χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση από τις αρχές, είτε τις γαλλικές είτε τις ελληνικές, ή, ακόμη, και από την ελληνική κοινωνία.   Οι μέχρι τότε ήρωες ξεχάστηκαν! Ακόμη και ο αθηναϊκός Τύπος, ακροθιγώς ανέφερετο στην επιστροφή τους, χωρίς να προβάλλει το γεγονός. Ούτε η Γαλλική πρεσβεία, ούτε  φίλοι της Γαλλίας  φαίνεται να οργάνωσαν κάποια εκδήλωση προς τιμήν τους. Προφανώς, λόγω της ανώμαλης καταστάσεως που πρυτάνευε στο Παρίσι, με την επανάσταση της Κομμούνας.

Τουναντίον, τους στρατιωτικούς, τους υπαξιωματικούς και τους οπλίτες – όπως είχε προαναγγελθή – τους ανέμενε το στρατοδικείο. Δεν προκύπτει να διώχθηκαν οι αξιωματικοί.[88] Μία πρώτη ομάδα από  5 στρατιωτικούς, η οποία δικάσθηκε τον Μάϊο 1871, από το 1ο Διαρκές Στρατοδικείο, κατεδικάσθη σε δύο έτη δημόσια έργα. Η ποινή προκάλεσε έντονη αντίδραση στην κοινή γνώμη. Έτσι, μετά κατάλληλες παρεμβάσεις, το 2ο Διαρκές Στρατοδικείο, λίγες ημέρες αργότερα, αλλά και το 1ο, σε μία νέα σειρά δικών, τον Ιούλιο, με νέα σύνθεση του δικαστηρίου, αθώωσε, κατά πλειοψηφίαν, τους κατηγορούμενους. Ο δε βασιλεύς Γεώργιος  αμνήστευσε όσους είχαν καταδικασθή.[89] Η τελευταία σύνοδος του Στρατοδικείου πραγματοποιήθηκε την 11/(23) Αυγούστου, με την αθώωση του κατηγορουμένου υπαξιωματικού.[90]

Από τα στρατοδικεία δικάσθηκαν 31 στρατιωτικοί, ενώ στους υπάρχοντας πίνακες εθελοντών, από τους συνολικά 132 που έχουν καταγραφή ονομαστικά, 68 φέρονται να ήσαν στρατιωτικοί. Προφανώς οι υπόλοιποι  εθελοντές λιποτάκτες, δεν παραπέμφθησαν καν, μετά τον δημόσιο θόρυβο που προκλήθηκε από τις πρώτες καταδίκες. Σημαντική λεπτομέρεια: την υπεράσπιση της πρώτης ομάδος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και ο υπολοχαγός Δημήτριος Βούρβαχης, ο εθελοντής στην Γαλλία.[91] Είναι ενδιαφέρον να σημειωθή ότι το κατηγορητήριο ανέφερε ότι οι λιποτάκτες επολέμησαν κατά της Πρωσίας «ήτοι κατά κράτους φιλικώς προς την Ελλάδα διακειμένου». Η δε υπεράσπισις αντέτεινε ότι δεν λιποτάκτησαν «όπως αποφύγουν τα στρατιωτικά βάρη, αλλά από συναίσθημα ευγνωμοσύνης προς το Γαλλικόν έθνος….».

Ο Αλεξ. Αλεξάνδρου, επιλοχίας πεζικού ο ίδιος, αλλά ιδιαίτερης παιδείας, κρίνοντας από το κείμενό του, δεν περιορίσθηκε στην εξιστόρηση των γεγονότων στην Γαλλία στο ελληνικό κοινό και τις πράξεις ενός, τουλάχιστον, τμήματος, των εθελοντών. Στο τελευταίο του κεφάλαιο προέβη  σε μία ανάλυση της τακτικής του πολέμου. Υπό το φως της σαρωτικής στρατιωτικής ήττας του γαλλικού στρατού, επέμενε ότι η νίκη των γερμανικών όπλων δεν ωφείλετο στην καλύτερη τακτική του Γερμανικού επιτελείου, έναντι της, δήθεν, δειλίας των Γάλλων, οι οποίοι, αναγνωρίζει, πολέμησαν με σθένος και πείσμα, αλλά στην αναμφισβήτητη αριθμητική υπεροχή των Γερμανών. Επαινεί με έμφαση την στρατιωτική αξία των αξιωματικών και οπλιτών της Γαλλίας, τους οποίους και θεωρούσε ανώτερους των Γερμανών, τονίζοντας την ανδρεία και την αξία τους! Αλλά σε μία διάθεση ειλικρινείας, αναγνωρίζει ότι η νίκη της Γερμανίας κατέστη δυνατή λόγω των λαθών  τακτικής του Γαλλικού Γενικού Επιτελείου.[92]

Αντί επιλὀγου θα μπορούσε να επισημανθή και πάλι  ότι, εάν στην αρχή του πολέμου – τον οποίο, ανεξαρτήτως λόγων, εκήρυξε η Γαλλία, – τα αισθήματα του λαού και της ελληνικής κυβερνήσεως υπήρξαν κάπως διστακτικά, αμήχανα, εν συνεχεία, η πτώση του καθεστώτος συνέβαλε στην ριζική μετάλλαξη των αισθημάτων του κόσμου απέναντι στην δημοκρατική, πλέον Γαλλία. Και, όπως το επεσήμανε και ο Γάλλος πρέσβυς, πέραν της φραστικής στηρίξεως της Γαλλίας εκ μέρους της κυβερνήσεως, το πλέον πειστικό επιχείρημα των φιλο-γαλλικών αισθημάτων του λαού ήρθε με την έμπρακτη στάση της ελληνικής κοινωνίας, της νεολαίας.

Η ελληνική σύγχρονη ιστορία προσφέρει πληθώρα περιπτώσεων κατά τις οποίες εθελοντές προσέτρεξαν στην χώρα μας, ευαισθητοποιημένοι για την τύχη του ηρωικού ελληνικού λαού ο οποίος εμάχετο για την ανεξαρτησία του. Ελάχιστα περιστατικά επισημαίνονται όπου Έλληνες προσέτρεξαν αυτοί σε βοήθεια μίας άλλης χώρας. Πιθανόν, το μόνο παράδειγμα μέχρι τότε αποτελούσε ο πόλεμος της Κριμαίας, κατά τον οποίο Έλληνες εθελονταί ετάχθησαν με το μέρος των Ρώσσων. Το γεγονός, ως εκ τούτου, ότι η τύχη της Γαλλίας  κινητοποίησε Έλληνες, και προκάλεσε κύμα συμπαθείας, ακόμη και ενθουσιασμού, από ένα σημείο και πέρα, αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός στην ιστορία μεταξύ των δύο λαών, το οποίο πρέπει να τύχη της αναγκαίας προβολής. Η κινητοποίηση είχε ένα χαρακτήρα αυθόρμητο. Ξεπήδησε από ένα αίσθημα καθήκοντος, ένα αίσθημα ανταποδόσεως των όσων ώφειλαν οι Έλληνες  στους Γάλλους, όταν η χώρα μας αναγεννάτο από τις στάχτες της. Οι νέοι ήθελαν απλώς, να μεταβούν στην Γαλλία, να πολεμήσουν. Για να πολεμήσουν στο πλευρό των Γάλλων κατά των Γερμανών. Για να εκφράσουν την αποδοκιμασία τους στην αδικία των Πρώσσων και των συμμάχων τους κατά της Γαλλίας.

Αλλά, αν πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, η εντύπωση είναι ότι στην Γαλλία η χειρονομία αυτή είχε περιορισμένο αντίκτυπο. Κυρίως ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων –  ποιηταί, φιλόσοφοι, ιστορικοί – εξετίμησαν στην δίκαιη διάστασή της την ηθική αυτή χειρονομία των Ελλήνων. Ιδίως εάν ληφθή υπ΄όψιν ότι έσπευσαν στην Γαλλία αμέσως μετά την δυσμενή τροπή της Κρητικής Επαναστάσεως (1866-1869). Και ασφαλώς πρέπει να προβληθή η ωδή του Ακαδημαϊκού Victor de Laprade, Les Volontaires  Grecs et la France, η οποία μετεφράσθη από αριθμό Ελλήνων λογοτεχνών και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι πιθανόν, η στρατιωτική συμβολή της ελληνικής παρουσίας να μην ήταν σημαντική. Η χειρονομία, εν τούτοις, ήταν. Η στρατιωτική καταστροφή, η αλλαγή του καθεστώτος, η επανάσταση της Κομμούνας, όλες αυτές οι κρίσιμες εξελίξεις, αποτελούν τις  πραγματικές αιτίες αυτής της λήθης.

Πάντως, προς απόδοση δικαιοσύνης, είναι αναγκαίο να προστεθή ότι περίπου 187 γάλλοι, διαπνεόμενοι από τα γνωστά φιλελληνικά αισθήματα του γαλλικού λαού, ήρθαν στην Ελλάδα ως εθελονταί κατά τον ατυχή Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897. [93]

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Εφημ. Αστήρ 29.7/(10.8).1870.

[2] Οι εντός παρενθέσεως ημερομηνίες είναι αυτές του ημερολογίου (Ιουλιανού ή Γρηγοριανού) που δεν χρησιμοποίησε ο συγγραφεύς του εγγράφου ή του άρθρου, δηλ. με 12 ημέρες διαφορά.

[3] ΜΑΕ, CP, Grèce, 98, Αθήνα, Τηλ. Baude προς τον Duc de Gramont, υπουργό των Εξωτερικών, (11)/23.7.1870. Η πρεσβεία ερωτούσε την κυβέρνηση του Αυτοκράτορος αν θα επέτρεπε σε όσους ζητούσαν ή σε μερικούς να παρακολουθήσουν τις επιχειρήσεις. Δεν αναφέρονται ονόματα.

[4] MAE, CP. Grèce, 98,  Τηλ. προς Baude, (12)/24.7.1870. SHD, Guerre de 1870, ZQO, 68, Circulaire aux ambassades et légations de France,  (21.7)/2.8.1870,  « …il est très important que vous vous absteniez de prêter …[ assistance…] à toute tentative de recrutement en pays neutre… »……Η απόφασις αυτή αμβλύνθηκε λίγες ημέρες αργότερα.   Παράλληλα στην Αθήνα, κατά διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών, απηγορεύθη η υποβολή αιτήσεων για την παροχή αδείας αναχωρήσεως στο εξωτερικό σε κάθε αξιωματικό, υπαξιωματικό, μουσικό ή οπλίτη.  Ἐπίσημος Στρατιωτική Έφημερίς,  αρ. διαταγής 13891, 25.7/(6.8).1870.

[5]  MAE, CP Grèce, 98,  Αθήνα, Baude στον duc de Gramont, Έκθ. 51, (30.7)/11.8.1870.

[6] Ο βασιλεύς Γεώργιος ήταν σε αρκετά στενή προσωπική επαφή με τον αυτοκράτορα κατά την διάρκεια της Κρητικής Επαναστάσεως, το 1867.

[7] Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, T. 3, Paris, 1926, p.334. Τουναντίον, λίγο αργότερα, οι οδηγίες του Χαρ. Χριστόπουλου στον Ρωκ υπεδείκνυαν χωρίς περιστροφές ότι «η Ελλάς ουδέν έχει να ελπίση από την αποκατάσταση του Βοναπαρτισμού» ( La Grèce n’a rien à espérer d’une restauration Bonapartiste <οι οδηγίες στην γαλλική> ). AYE, 1871,  αακ. B3, Επιστολή του Χαρ. Χριστοπούλου στον Φ. Ρωκ. 20.2/4.3.1871.

[8] AYE, 1870, αακ Α2, Έκθ. 139, 5/(17).10.1870. Ο Ρωκ είχε ήδη λάβη τις σχετικές οδηγίες από τις  10/(22).9.1870. Παρά ταύτα η κυβέρνηση ανέμενε την οριστική έγκριση του βασιλέως.

[9] AYE, 1870, αακ Α2, Έκθ. 139,  5/(17).10.1870.  MAE, CP Grèce, 98, Αθήνα, Baude, Έκθ. 64, (10)/22.9.1870. AYE, 1870, αακ Α2, Ρωκ, Έκθ. 139, 5/(17).10.1870.

[10] MAE, CP Grèce, 98,  Αθήνα, Baude, Έκθ. 70, (8)/20.10.1870.

[11] ΑΥΕ, 1871, αακ Β3, Επιστολή Χριστόπουλου προς Ρωκ, 20.2/4.3.1871.

[12] MAE, CP Grèce,  98,  Αθήνα, Baude, Έκθ. 51, (30.7)/11.8.1870.

[13] Ο  Αλεξάνδρου Ἀλέξανδρος, στο έργο του Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐν Γαλλίᾳ μεταβάντων Ἑλλήνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871. αφηγείται ότι η ομάδα του ανεχώρησε για την Γαλλία από τον Πειραιά με το πλοίο  DANAIS,  την 5/17.10. Έφθασαν στην Μασσαλία την 13/25.10. Σύμφωνα με τα αρχεία του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, άλλοι στρατιωτικοί είχαν αναχωρήσει στα τέλη Σεπτεμβρίου.

[14] Βλ. βιβλιογραφία. Constantin Alevras, Erica-Ioanna Mitsidis, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Niki Tsiolakis, Ξένια Μαρίνου, Κωστής Αιλιανός.

Αλλά και από γαλλικής πλευράς, η βιβλιογραφία είναι πενιχρή, κινούμενη ιδίως από τον φιλελληνισμό που προκάλεσε η κίνηση του εθελοντισμού. Ακόμη και εξειδικευμένα έργα δεν αναφέρονται παρά πολύ σχηματικά στην παρουσία των ελλήνων εθελοντών, όπως άλλωστε και από πλευράς γαριβαλδινών συγγραφέων, στον στρατό του οποίου υπηρετούσε η πλειονότης των ξένων εθελοντών.

[15] Ἀλεξάνδρου Ἀλέξανδρος, Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐν Γαλλίᾳ μεταβάντων Ἑλλήνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871.

[16] Κατά τις πληροφορίες της Αυστριακής Πρεσβείας –  προφανώς γερμανικής προελεύσεως – κάθε εθελοντής, πέραν του δωρεάν εισητηρίου του, ελάμβανε το ποσό των 100 φράγκων για τα έξοδα του ταξειδίου του. HHStA, PC. Griechenland, C. 176b, Αθήνα, Haymerle, Έκθ. 50B, 17.12.1870.

[17] Ο Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 41,  αναφέρει ότι οι στρατιωτικοί, κατά την συνάντησή τους με τον Έλληνα επιτετραμμένο Φωκ. Ρωκ, του κατέθεσαν τον οπλισμό τους.

[18] MAE, Grèce, CP 98, Πειραιεύς, Meyssonier, Έκθ. 20.10.1870, Αθήνα, Baude, Τηλ. (2)/14.10, Οδηγ. από το Παρίσι,(4)/ 16.10, 1870,Τηλ. (8)/20.10.1870.   MAE, CCC, P/10822, 164, Vice-Consulat au Pirée. Έκθ. 3, 20.10.1870, Meyssonier στον Comte de Chaudordy, εκπρόσωπο του Υπ. Εξωτερικών στο Bordeaux, Αθήνα, Baude, Tél. (8)/20.10.1870. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο γαλλικός στρατός είχε ανάγκη από οπλισμό.

[19] MAE, Grèce, CP 98, «Des volontaires se présentent en assez grand nombre… » Tél. (2)/14.10.1870, « Il est parti plusieurs volontaires…Il en partira quelques autres ce soir.»Tél. 20.10.1870, « Par le dernier paquebot une trentaine de volontaires… », Tél. 77, 7.12.1870,  « Une centaine est parti par le dernier paquebot… » Tél. 78, 13.12.1870.

[20] MAE, Grèce, CP 98, Αθήνα, Baude, Τηλ. 76, 20.11.1870.

[21] MAE, Grèce, CP 98, Αθήνα, Baude, Τηλ. 76, 20.11.1870, Τηλ. 78, 13.12.1870.

[22] Αναστάσιος Γεννάδιος, (1840-1911), ο μεγαλύτερος υιός του γνωστού ελληνιστή Γεωργίου Γενναδίου και αδελφός του Ιωάννη Γενναδίου, διπλωμάτου και πρέσβεως, εν συνεχεία, επί μακρόν, στο Λονδίνο, ιδρυτού της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Χρημάτισε καθηγητής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1862-1864 et 1868-1871), μέχρι τον Ιανουάριο 1871, όταν παρητήθη (υπεχρεώθη;), μετά την μετάβασή του στην Γαλλία, κατά τον Γαλλο-Πρωσσικό πόλεμο. Εν συνεχεία, μετέβη στο Λονδίνο. Έντονα αντι-μοναρχικός (τόσο εναντίον του Όθωνος όσο και του Γεωργίου Α΄) αρθρογραφούσε κατά του  καθεστώτος του Ναπολέοντος ΙΙΙ μετά την έκρηξη του πολέμου. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την πολιτική, αφήνοντας ανάμικτα αισθήματα.

[23] Ο Αλεξάνδρου, op. cit. σ.16, αναφέρει και κάποιον κ. Μ…. ,τον οποίο δεν επονομάζει, ο οποίος συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην προσέλκυση εθελοντών.

[24] Παρά την έρευνά μου δεν κατώρθωσα να ανεύρω επίσημα στοιχεία για την τεκτονική ιδιότητα του Αν. Γενναδίου. Η πιστοποίηση έρχεται από γαλλικής πλευράς. Εφ. Πολίτης, Σειρά άρθρων υπό τίτλο: Ἀπάντησις ἑνός Ἑλληνος  Μασόνου, με υπογραφή Ξ.. Ἀρθρο της 10/(22).7.1871.

[25] Ο ίδιος ήταν επίσης  τέκτων. Ως εκ τούτου, πίσω από τις ενέργειες του Γενναδίου δεν προκύπτει να υπήρχε κοινή στάση του ελληνικού τεκτονισμού έναντι του κινήματος του εθελοντισμού.

[26] Αιών, 5/(17).11.1870.

[27] Αιών, 26.11/(8.12).1870.

[28] Αλεξάνδρου, op.cit., σ. 15.

[29] Αλεξάνδρου,  op.cit., σ.39. Η ομάδα του Αλεξάνδρου εδήλωσε ότι δεν ήθελε να υπηρετήσει υπό τις διαταγές των Ιταλών αξιωματικών του Γαριβάλδη.

[30] Mitsidis, Erica-Ioanna, Greece, Greeks and the Franco-Prussian war, Bulletin de la Société Historique et Ethnologique de la Grèce, v. XXVIII, 1985, ps 184-203.  σ. 184.

[31] Mézières, Alfred, “La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870”, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871), p.36. Η Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου, (1809-1898) , με πλούσια πολιτική και αντι-Οθωνική δράση, σε επαφή με τον Αναστ. Γεννάδιο, γνώστης της γαλλικής, είχε ανατραφή με τα δημοκρατικά ιδεώδη της Γαλλικής επαναστάσεως.

[32] PRO, FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, Τηλ..7, (2)/14.1.1871.

[33] MAE, Grèce, CP. 98, Αθήνα, Baude, Έκθ. 78, (1)/13.12.1870.

[34] ΜΑΕ, Grèce, CP. 99, Αθήνα, de Tascher, chargé d’Affaires, Τηλ.  4/16.3.1871.

[35] Αιλιανός Κωστής, “Χαρ. Χρ. Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών, τρεις ημέρες, τέσσερεις μήνες, 1865, 1870-1871”, Νέα Εστία, τεύχος 1863, Σεπτέμβριος 2014.

[36] PRO,  FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, Τηλ. 7, (2)/14.1.1871. «The Hellenic government have been conniving…».

[37] AYE, 1871, 99.2, Απαντητική επιστολή του Χριστόπουλου στον de Wagner, 27, 4/16.1.1871.

[38] HHStA, PA Griechenland, K. 176,  Αθήνα,  Haymerle, Έκθ. 50B, (5)/17.12.70.

[39] PRO, FO 32, 417,  Αθήνα, Erskine, Τηλ. 7, (2)/14.1.1871 et 12,(11)/ 23.1.1871.

[40] Όμως οι αναφορές αυτές ασφαλώς δεν εξαντλούν το σύνολο των εθελοντών.

[41] Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, Paris, 1926. T. 3, p. 378.

[42] Mézières, Alfred, Hors de France, Italie, Espagne, Angleterre, Grèce moderne, Paris, 1907, ps. 288, 302, et La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871). Ο Alevras, Constantin, στο άρθρο του επαναλαμβάνει τον αριθμό του Mézières. Desmaze E., Souvenirs d’un Philhellène, Gustave Flourens et l’insurrection Crétoise, Lyon, 1893, p. 378.

[43] Le Salut Public, σε μετάφραση της εφημ. Κλειώ της Τεργέστης. 22.1/3.2.1871.

[44] Τα ονόματα που αναφέρονται στους διάφορους πίνακες (Αλεξάνδρου, στρατοδικεία, στις επιστολές που εστάλησαν και σε άλλες αναφορές των εφημερίδων) και δεν περιλαμβάνουν, είναι φυσικό, όλους τους εθελοντές, ανέρχονται σε 130, εκ των οποίων οι μισοί περίπου είναι στρατιωτικοί, όλων των κατηγοριών.

[45] Μερικοί χρησιμοποιούσαν και ελληνικά πλοία.

[46] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 29. Τότε πρόξενος ήταν ο Μαρίνος Βρεττός.

[47] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 41.

[48] Ο Ρωκ την περίοδο αυτή ήταν ήδη ασθενής. Απεβίωσε τον Απρίλιο 1871.  Πιθανόν να έκανε μνεία στην προσωπική του αλληλογραφία με τον υπουργό των Εξωτερικών.

[49] Ευρέθησαν δύο μόνον εγγραφαί ονομάτων προερχομένων από την Αίγυπτο, τα οποία θα μπορούσαν να αφορούν σε Έλληνες ομογενείς. Εκτός και εάν διέφυγαν της προσοχής του συγγραφέως πιο εξειδικευμένοι φάκελοι.

[50] Google.fr. La guerre franco-prussienne de 1870. (13 Septembre 2009). Les noms des différentes formations des francs-tireurs. Selon le commissaire général STIOT.

[51] Σε άλλους πίνακες, εν τούτοις, η Légion Grecque δεν συμπεριλαμβάνεται. Général Bordone, Garibaldi et l’Armée des Vosges, Paris, 1871, σ. 181. Στην Guerilla d’Orient, χωρίς να δίδει αριθμούς, ούτε την προέλευση των ανδρών, αναφέρεται στον γενικό όρο «νὀτιοι».

Πρέπει επίσης να λεχθή ότι ούτε ο στρατηγός Chanzy, επί κεφαλής του 2ου Σώματος Στρατού του Λίγηρος, ούτε ο στρατηγός comte de Lipowski, επί κεφαλής των francs tireurs de Paris, (ελευθέρων σκοπευτών  των Παρισίων) στα έργα τους για τον πόλεμο, παρ΄όλο που είχαν υπό τις διαταγές τους Έλληνες εθελοντές, δεν κάνουν καμμία ειδική αναφορά στην παρουσία τους.

[52] Βλ. μεταξύ άλλων, Charles de Mazade, La guerre de France, en 1870-1871, Revue des Deux Mondes, T. 102 ; 1872, ps. 753-796., p. 765. Milza, Pierre, L’année terrible. la guerre franco-prussienne, septe,bre 1870 – mars 1871, Périn, 2009, σς 235, 240-41.

[53]  Maquest, Pierre, La France et l’Europe pendant le siège de Paris, 18.9.1870-28.1.1871. 1874. σ.285, σ. 285. Αναφέρει επίσης ότι στα τέλη Νοεμβρίου αφίχθη στο Παρίσι μονάς 60-80 Ελλήνων εθελοντών. σ. 349.

[54] Βλ. και Mitsidou, op. cit. σ. 201.

[55] Général Bordone, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871, σ. 419.

[56] Αστήρ, 14/(26).11.1870.

[57] Παλιγγενεσία, 28.9/(10.10).1870.

[58] Αστήρ, 14/(26).11.1870

[59] Διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών, στρατηγού Ζυμβρακάκη, , αρ. 20251, 10/(22).10.1870, Επίσημος Στρατιωτική Εφημερίς, (1870).

[60] Λίγες ημέρες νωρίτερα ο πρέσβυς της Πρωσσίας είχε προβή σε διάβημα συναφώς με την ουδετερότητα των θαλασσών, κατόπιν ενός επεισοδίου πλησίον της Σύρου, μεταξύ ενός γαλλικού πολεμικού και ενός γερμανικού εμπορικού πλοίου.

[61] PRO, FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, αρ. 7. (2)/14.1.1871.

[62] Οδηγίες στα Υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, και Στρατιωτικών. AYE, 1871, 99.2, 19/(31).12.1870. Απάντηση της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, 30.12.1870/(11.1.1871),  του υπουργείου Δικαιοσύνης, 21.12/(2.1.)1871, του υπουργείου Εσωτερικών, 4/(16).1.1871. Η απάντηση του υπουργείου Στρατιωτικών δεν ανευρέθη στα αρχεία.

[63] AYE, 1871, 99.2, Επιστολή Χριστόπουλλου στον de Wagner, 10139/9436, 31.12.1870 /(12.1.1871).

[64] AYE, 1871, 99.2,  Επιστολή de Wagner στον Χριστόπουλο, 1/13.1.1871. HHStA, PA, Griechenland, K.176,  Αθήνα,  Haymerle, 1B, (26.12)/7.1.1871.

[65] PRO, FO 32, 417, Αθήνα,, Erskine, No 7, 14.1.1871. HHStA, PA, Griechenland, K.176, Αθήνα, Haymerle, 50B, 17.12.1870.

[66] Τέκνα του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, τότε, πρέσβεως της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν στο Παρίσι και αργότερα στο Βερολίνο.

[67] Γίνεται αναφορά της ονομασίας των διαφόρων σχηματισμών των ελευθέρων σκοπευτών, στον πίνακα τον οποίον συνέταξε ο γενικός επιθεωρητής Stiot. Περιέργως η ονομασία « Légion Grecque » συναντάται μόνον μία φορά στους εν λόγω πίνακες. Ο συγγραφεύς δεν επεσήμανε άλλη αναφορά στους καταλόγους του Service Historique de l’Armée όπου κατεγράφησαν οι μονάδες του Garibaldi.

[68] Ο στρατός του Garibaldi αποτελούσε ένα διάσπαρτο σύνολο μονάδων, ελάχιστα ομοιογενές, συχνά υπό εγκατάλειψη από τις Γαλλικές αρχές. Οι σχέσεις, άλλωστε, τουλάχιστον στην αρχή, μεταξύ γαριβαλδινών και ελλήνων δεν φαίνεται να ήταν οι καλύτερες.

[69] Ο κόμης Ernest de Lipowski, πολωνικής καταγωγής, διοικητής των Ελευθέρων Σκοπευτών των Παρισίων από τον σχηματισμό της μονάδος μέχρι την λήξη του πολέμου, προήχθη σε στρατηγό σε ηλικία 34 ετών μετά την καίρια μάχη του Alençon.

[70] Ακόμη και ο P. Troghon, στο έργο του Souvenirs d’un franc tireur en 1870-1871, (Plon, Paris, 1901),  ιδιαιτέρως λεπτομερές, δεν αναφέρει παρά μόνον μία φορά την συμμετοχή ελλήνων μεταξύ των εθελοντών στον στρατό του Garibaldi. σ. 80.

[71] Η μάχη αυτή απετέλεσε το έναυσμα της πληροφορίας του θανάτου των 30 ελλήνων,  οποία, εν συνεχεία, διεψεύσθη.

[72] Παλιγγενεσία, 19/(31).11.1870 και 23.11/(5.12).1870.  Βλ. επίσης την επιστολή του Όθωνος Τρόνου, της 9/(21).11.1870, Χρόνος 5/(17).12.1870. Κατά την μάχη στην Ορλεάνη, έλληνες εθελοντές έσωσαν την σημαία ενός λόχου και έτυχαν αναφοράς στην ημερήσια διαταγή. Alevras, Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la Guerre Franco-Prussienne en 1870, Paris, Debresse, 1947, p. 70.

[73] Ο Αλεξάνδρου, op.cit., περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες την μάχη στην Alençon, σς 84-85.

[74] Ο  Δημ. Βούρβαχης μετέβη πολύ νωρίς στην Γαλλία. Αποκλεισθείς στο Παρίσι δεν κατώρθωσε να ενταχθή στις μονάδες του θείου του στρατηγού Καρόλου Διονυσίου Βούρβαχη. Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 107.

[75] Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 107, Παλιγγενεσία, 19/(31).10.1870, 18/(30).1.1871, Mézières, op. cit. σ. 40-41.

[76] MAE, CP, Grèce, 98,  Οδηγ. Τηλ. στον Baude, ά.αρ., (14)/26.12.1870.

[77] L’Union, (14)/26.2.1871, Le Courier de la Gironde, (10)/22.4.1871.

[78] AYE, 1871, 99,2,  Επιστολή του  de Wagner στον Χριστόπουλο, 1/13.1.1871.  Βλ. επίσης Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 42-43.

[79] Ας αναφερθούν μερικές εφημερίδες : Progrès, Salut Public (Lyon), Union (Paris), Sémaphore, Égalité, Gazette du Midi, Le Peuple (Marseille), La Croix, (…), Étoile, (…), La Gironde, L’ Union, Le Courrier de la Gironde, (Bordeaux), L’ Ami de la France, ακόμη και η Écho (Lille). Εν τούτοις, η Αιών των Αθηνών, γνωστή για τις φιλο-γερμανικές διαθέσεις της, σχολίαζε ότι καμμία σοβαρή εφημερίδα της Γαλλίας δεν ενεφέρθη εγκωμιαστικά στους Έλληνες εθελοντές, εκτός από φύλλα τρίτης κατηγορίας της επαρχίας. Όπως επίσης ότι η Εθνική Αντιπροσωπεία δεν προέβη σε καμμία μνεία της συμμετοχής των Ελλήνων. Αιών, 29.7/(10.8.).1871.

[80] Αλεξανδρου, op. cit., σ.94. Δημοσιεύει την επιστολή (από (27.2)/11.3.1871) που απέστειλε ο de Lipowski στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Εισηγείτο την απονομήν «στρατιωτικού μεταλλοσήμου δώρου».

[81] Ας σημειωθή ότι το μετάλλιο του πολέμου 1870-1871 ενεκρίθη και απενεμήθη το 1911!

[82] Κατά τον Αλεξάνδρου καταμετρώνται τουλάχιστον 60 νεκροί. op. cit., σ.111.  Άλλοι αναφέρουν μεγαλύτερο αριθμό. Ο συγγραφεύς δεν επεσήμανε, από γαλλικής πλευράς, καμμία αναφορά σε Έλληνα πεσόντα στους σχετικούς πίνακες.

[83] Παλιγγενεσία, 18/2/(2.3). 1871.

[84] Αλεξανδρου, op. cit., σ.108, Général Bordone, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871.

[85] Βλ, υ/σ 58. Στην Αθήνα δεν είχαν αναφερθή ούτε που σκοτώθηκαν ούτε ονόματα των νεκρών.

[86] Αλεξάνδρου, op. cit., σ.63. Ανεφέροντο οι ημερομηνίες της εκεί διαμονής τους: 25 και 26 Νοεμβρίου.

[87] Αλεξάνδρου, op. cit., σς 88, 110. Οι εθελονταί μετεφέρθησαν με γαλλικό επιβατηγό πλοίο στην Σύρο, και από εκεί, με γαλλικό πολεμικό, στον Πειραιά.

[88] Στις συλλογές αποφάσεων των Α’και Β’ Διαρκών Στρατοδικείων Αθηνών, δεν υπάρχουν στοιχεία παραπομπής αξιωματικών. Ούτε στον Τύπο υπήρξαν τέτοιες αναφορές.

[89] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 111.

[90] Του Κων. Τριτάκη.

[91] Αλλά και ο λοχαγός Θεόδ. Κολοκοτρώνης.

[92] Αλεξάνδρου, op. cit., κεφ. Ο Γαλλικός και ο Γερμανικός στρατός, σς. 112-130.

[93] Γιάννης Γιαννόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωση, Αθήνα, 2003.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Πηγές μη δημοσιευμένες

 

 ΕΛΛΑΣ,  Υπουργείον των Εξωτερικών (ΑΥΕ).

1870: 18.1, 18.2, 20.1,5 , αακ.Α.1, αακ. Α.2,

1871: 18,2, 20.1, 5, 37.4, 45.1, 83.3, 99.2, αακ.Β.3.

 Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ)

 Αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης,  Λευκώματα Τύπου 2 και 3,   Φωτογραφικό λεύκωμα 15,  που αφορούν στον Αναστάσιο Γεννάδιο.  

 Διαρκές Στρατοδικείον Αθηνών. Φάκ. 1871, Α΄ και Β΄ Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών.

 Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων

 ΓΑΛΛΙΑ,  Ministère des Affaires Etrangères, (ΜΑΕ),

C.P. Grèce, 1870, Dos. 68, 97, 98, 1871, Dos. 99.

C.C.C. 1870-1871, Vice-consulat au Pirée, 1,

A.D.P. 32,

F. Nominatif. 44, 56

Service historique de la Défense, LG.1, LE. 19, Ld. 21,22,

Archives Léon Gambetta, Carton 4A, 9, 10, 28, 29.

Affaires diverses Politiques. S.s. Guerre 1870. 14, 15, 42, 44, 68.

Affaires Politiques, Grèce, 5/ 93, 124.

 

 ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΝΙΑ, Public Record Office (PRO), 32, Greece, 409, 410, 411, 417.

 

ΑΥΣΤΡΙΑ, Haus- Hof- und Staatsarchiv (HHStA), P.A. Griechenland, 1871. C. 176.

 

 Πηγές δημοσιευμένες

 

Alevras Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la Guerre Franco-Prussienne en 1870, Paris, Debresse, 1947.

Baudin, P., Les volontaires Hellènes en France, Constantinople, 1871.

Bordone, général, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871.

Chanzy, Antoine Alfred Eugène, Général, Campagne de 1870-71, La Deuxième armée de la Loire, Paris, Plon, 1871.

Desmaze E., Souvenirs d’un Philhellène, Gustave Flourens et l’insurrection Crétoise, Lyon, 1893.

Dirou, Armel, “Les francs-tireurs pendant la Guerre de 1870-1871”, Revue Stratégique, 2009/I .

Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, T. 3, Paris, 1926.

Mahuault, Jean-Paul, Engagés Volontaires pour la durée de la Guerre à la Légion étrangère 1870-71, 1914-18, 1939-45. Editions Grancher, 2013.

Marais, Auguste, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1872.

Maquest, Pierre, La Françe et l’Europe pendant le siège de Paris, 18.9.1870/28.1.1871, Paris 1874.

Mazade, Charles de, “La guerre de France en 1870-1871”, Revue des Deux Mondes, T. 102, 1872.

Mézières, Alfred, Hors de France, Italie, Espagne, Angleterre, Grèce moderne, Paris, 1907.

Mézières, Alfred, “La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870”, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871).

Milza, Pierre, L’année terrible. La guerre Franco-prussienne septembre 1870 – mars 1871, Périn, 2009.

Mitsidis, Erica-Ioanna, “Greece, Greeks and the Franco-Prussian war”, Bulletin de la Société Historique et Ethnologique de la Grèce, v. XXVIII, 1985.

Tsiolaki, Niki, “La Guerre Franco-allemande vue par la Presse grecque (juillet 1870- avril 1871)”, Balkan Studies, v. 31/2, 1990.

Ἀλεξάνδρου Άλέξανδρος, Άπομνημονεύματα τῶν εἰς Γαλλίαν μεταβάντων Ἑλλἠνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871.

Ανωνύμου, Απάντησις ἑνός Ἑλληνος Μασόνου, εφ. ΠΟΛΙΤΗΣ, Ιούνιος-Ιούλιος 1871.

Καλλιβρετάκης, Λεωνίδας, Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1998.

Κυριαζής, Ν., “Ο γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870 και η Κύπρος”, Κυπριακά Χρονικά, έτος Ι΄, 1934.

Μαρίνου, Ξένια, “Χαρτογραφώντας τά ἲχνη ἑλληνικῶν ἐθελοντικῶν σωμάτων στον Γαλλοπρωσσικό πόλεμο”, Τα Ιστορικά, αρ. 57, Δεκέμβριος 2012.

Μαρίνου, Ξένια, Αναζητώντας οδοφράγματα, Αθήνα, 2015.

 

Ελληνικός Τύπος

 

Αἰών, Ἀλήθεια, Ἀστήρ, Αὐγή, Ἐθνοφύλαξ, Επίσημος Στρατιωτική Εφημερίς, Ἐφημερίς τῶν Συζητήσεων, Μέλλον, Παλιγγενεσία, Χρόνος, Ημέρα Τεργέστης, Κλειώ Τεργέστης.

Γεώργιος Καλαφίκης: Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου (Μέρος Β΄)

Γεώργιος Καλαφίκης

Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου (Μέρος Β΄)

 

VII. Γενικές παρατηρήσεις για την επιχειρησιακή χρησιμότητα και την τακτική αξιοποίηση του ιππικού

Στην προηγούμενη δημοσίευση σχετικά με τις τακτικές, τους σχηματισμούς, τις παρατάξεις και γραμμές μάχης του πεζικού παρατηρήσαμε ήδη ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Βεγέτιος συνιστά ρητά και κατηγορηματικά ταυτόχρονη εμπλοκή του ιππικού για την επίτευξη μέγιστων θετικών αποτελεσμάτων στο τακτικό πεδίο. Δεν αρκείται όμως μόνο σε αυτά. Αποδελτιώνοντας τον Βεγέτιο, παρατηρούμε ότι και το ιππικό θεωρείτο πολύ χρήσιμο, ειδικά για την διενέργεια περίτεχνων τακτικών μάχης. Συνεπώς, η «Στρατιωτική Επιτομή» συνιστά εργαλείο αξιοποίησης και για το όπλο του ιππικού, παρά τα συνήθως αντιθέτως ισχυριζόμενα.

Βεβαίως, συμπεράναμε στην προηγούμενη σχετική δημοσίευση ότι ο Βεγέτιος επικεντρώθηκε με έμφαση στο όπλο του πεζικού. Γιατί όμως; Διότι ο συγγραφέας θεώρησε ότι το πεζικό –παρότι ήταν τότε ακόμη ο «βασιλιάς της μάχης»– είχε παραμεληθεί και έχρηζε βελτίωσης και αναβάθμισης, στη βάση παλαιότερων, κλασικών και δοκιμασμένων προτύπων. Αντιθέτως, σύμφωνα πάντα με το Βεγέτιο, το ιππικό συμβάδιζε με τις εξελίξεις, ήταν δηλαδή εκσυγχρονισμένο και αποτελεσματικό. Εν προκειμένω, αμέσως μετά τους «γενικούς κανόνες του πολέμου» (regulae bellorum generales), ο συγγραφέας διαπίστωσε και δήλωσε ότι: «σχετικά με το ιππικό υπάρχουν (επιπλέον) πολλοί άλλοι (τακτικοί) κανόνες, αλλά επειδή αυτός ο συγκεκριμένος κλάδος των ενόπλων δυνάμεων έχει ήδη προοδεύσει (και βελτιωθεί) όσον αφορά την εκπαίδευση, τη θωράκιση και τις φυλές των αλόγων, θεωρώ πως τα βιβλία δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα, διότι τα τρέχοντα (επιχειρησιακά) δόγματα επαρκούν» (III.26).

Εντούτοις, μία συνολική μελέτη και θεώρηση της πραγματείας μάς επιτρέπει να ανασκευάσουμε την αρχική εντύπωση. Παρά την εικόνα περί του αντιθέτου, ο ρόλος, η συμμετοχή, η αξιοποίηση, οι τακτικές και οι συμβουλές για το όπλο του ιππικού είναι περισσότερες απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται. Από το πρώτο ήδη βιβλίο σταχυολογούμε δύο σχετικές συστάσεις: πρώτον, όλοι όσοι υπηρετούν στον στρατό, νεοσύλλεκτοι και βετεράνοι, ενδείκνυται να εξασκούνται στην ιππασία (I.18). Δεύτερον, οι ίδιοι οι ιππείς απαιτείται να διδάσκονται την εξειδικευμένη τακτική της προσποιητής υποχώρησης συνοδευόμενης από γρήγορη αναστροφή και επίθεση (I.27).

Στο δεύτερο βιβλίο, μολονότι ο Βεγέτιος τόνισε τη στρατηγική υπεροχή και την τακτική ευελιξία του πεζικού, επεσήμανε ωστόσο ότι το ιππικό συνιστούσε το κατεξοχήν όπλο προστασίας και υπεράσπισης των πεδιάδων. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι «alae» του ρωμαϊκού ιππικού –οι οποίες, κατά δήλωσή του, επονομάζονταν τότε vexillationes από την πολεμική σημαία που έφεραν, το vexillum– απέκτησαν αυτήν την επωνυμία επειδή προστάτευαν τις πτέρυγες, δηλαδή τα άκρα της παράταξης (II.1). Μέσω αυτού του επιχειρήματος εκτιμούμε πως ο συγγραφέας εννοούσε τις ευρείες δυνατότητες τακτικής ανάπτυξης και επιχειρησιακής αξιοποίησης του ιππικού σε αναπεπταμένο πεδίο για τη διενέργεια «πολέμου ελιγμών ή/και φθοράς». Σε επόμενα κεφάλαια, ο Βεγέτιος σημείωσε ότι το ιππικό των κλασικών λεγεώνων ήταν βασικά οργανωμένο σε «τούρμες» (turmae). Αυτές αποτελούνταν από τριάντα δύο (32) άριστα εκπαιδευμένους, πλήρως εξοπλισμένους (με αγχέμαχα και εκηβόλα όπλα) και βαριά θωρακισμένους ιππείς (μαζί με τα άλογά τους), ικανούς υπό άξια διοίκηση να διαπρέπουν στα πεδία μαχών (II.14). Υπογράμμισε, τέλος, ότι το ιππικό (παραδοσιακά) παρατάσσεται στα πλευρά –δεξιά και αριστερά– της παράταξης μάχης (II.15).

Ρωμαϊκό ιππικό. Μωσαϊκό του 4ου αι. από την Villa Romana del Casale, Σικελία.

Περισσότερες πληροφορίες για τον ρόλο του ιππικού αντλούμε από το τρίτο βιβλίο της στρατιωτικής επιτομής, όπως άλλωστε συμβαίνει και για το πεζικό. Εκεί, ο Βεγέτιος αναλύει διεξοδικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αξίζει να χρησιμοποιείται το ιππικό. Διαπιστώνει, λοιπόν, ότι το ιππικό είναι εξαιρετικά χρήσιμο κατά τη διάρκεια πορείας. Αναφέρει μάλιστα πως, όταν ο στρατός κινείται διαμέσου εχθρικής περιοχής, η πλευρά της παράταξης που ενδέχεται να δεχτεί ή να υποστεί αιφνιδιαστική εχθρική επίθεση πρέπει να προστατεύεται από συνδυασμό επίλεκτων ιππέων και ψιλών μαζί με τοξότες. Επιπλέον, ελαφρύ ιππικό (και ελαφρύ πεζικό) επιβάλλεται να καλύπτουν γενικά τα νώτα ενός εκστρατευτικού σώματος τελούντος εν πορεία (III.6).

Κατόπιν, ο συγγραφέας σημειώνει δύο βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότερη χρήση των ιππέων: πρώτον, εφόσον ένας στρατιωτικός διοικητής εμπιστεύεται τη δύναμη και ισχύ του διαθέσιμου ιππικού, μπορεί να παρατάξει τις δυνάμεις του για μάχη σε ανοιχτό αναπεπταμένο πεδίο. Παράλληλα, οφείλει να έχει ελέγξει και να γνωρίζει επισταμένως ποια δύναμη ιππικού, η δική του ή η αντίπαλη, διαθέτει καλύτερης ποιότητας λογχοφόρους και ιπποτοξότες, ποια φέρει αρτιότερη πανοπλία και ποια ιππεύει καλύτερα (III.10). Δεύτερον, αν επιθυμεί να νικήσει εχθρικό πεζικό με το δικό του ιππικό, οφείλει να επιλέξει υψηλότερη θέση μάχης, ταυτόχρονα όμως επίπεδη και ανοιχτή, ανεμπόδιστη από δάση ή έλη (III.13). Τέτοιας μορφής κωλύματα ενδέχεται να δυσχεράνουν τον καλπασμό των αλόγων με τους αναβάτες τους, να διαταράξουν ή και να διασπάσουν τη συνοχή μεταξύ των ιππέων, και να υπονομεύσουν συνεπώς την αποτελεσματικότητα της επέλασης του ιππικού.

Πώς παρατάσσεται, επομένως, το ιππικό; Ο Βεγέτιος αναπτύσσει τις σχετικές τακτικές προτάσεις του ως εξής: το ιππικό τίθεται γενικά στις πτέρυγες. Ειδικότερα, οι βαρύτερα οπλισμένοι (λογχοφόροι και θωρακισμένοι) ιππείς τοποθετούνται κοντά στο πεζικό, ώστε να το υποστηρίζουν και να το προστατεύουν. Οι ιπποτοξότες τάσσονται ακόμη μακρύτερα, ώστε να έχουν ευρύτερη ακτίνα δράσης και ελεύθερο οπτικό πεδίο για ευχερή και επιτυχή εκτέλεση βολών. Επιπροσθέτως, συνιστά πλαισίωση ιππικού κατώτερης ποιότητας ή μικρής αριθμητικής δύναμης με ελαφρύ πεζικό (velites), σε αναλογία ενός πεζού ανά δύο ιππείς. Οι Ρωμαίοι velites ήταν εύδρομοι και ευέλικτοι πεζοί. Αντιστοιχούσαν πιθανότατα με τους «ἁμίππους» των αρχαίων Ελλήνων. Οι άμιπποι ήταν ψιλοί που μάχονταν «ἅμ’ ἵππῳ», δηλαδή «μαζί με το ιππικό, από κοινού με τους ιππείς». Ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως το ιππικό του εχθρού αδυνατούσε να αντιμετωπίσει αυτόν τον ιδιαίτερα αποτελεσματικό «μεικτό σχηματισμό» (mixtum agmen) ιππέων και ψιλών (III.16). Υπογραμμίζουμε σε αυτό το σημείο ότι η υποστηρικτική πλαισίωση ιππικού από πεζικό θεωρούνταν γενικά ως δείγμα αδυναμίας του πρώτου. Ο Βεγέτιος ολοκληρώνει τις συστάσεις περί ορθής τακτικής παράταξης του ιππικού σημειώνοντας τα εξής: στη δεξιά πτέρυγα τίθεται ιππικό εφεδρείας ανάμεικτο με ελαφρύ πεζικό για τη διεξαγωγή επιθέσεων από τα πλάγια εναντίον του αντιπάλου αριστερού κέρατος. Τέλος, η αριστερή πτέρυγα οφείλει και αυτή να αποτελείται από καλούς εφεδρικούς ιππείς και ταχυκίνητους πεζικάριους (III.17, 18).

Πολεμικές τακτικές του Ύστερου Ρωμαϊκού ιππικού

 

VIII. Οι επτά προτεινόμενες παρατάξεις μάχης και ο ρόλος του ιππικού

Στη συνέχεια, ο Βεγέτιος περιέγραψε τους επτά συνιστώμενους και διαφορετικούς τύπους παράταξης γραμμών μάχης, τους οποίους αναλύσαμε σε προηγούμενη δημοσίευση. Είναι ενδιαφέρον ότι σε τέσσερις από αυτές ο συγγραφέας συνιστά σαφώς συμμετοχή ιππικού, ενώ στις υπόλοιπες τρεις η εμπλοκή ιππικού αρμόζει ασφαλώς να συμπεριληφθεί παρότι δεν προσδιορίζεται ρητά (βλ. III.20).

Η βασική και οι επτά προτεινόμενες εναλλακτικές παρατάξεις μάχης

Σε περίπτωση που ο εχθρός αναλάβει πρώτος επιθετική πρωτοβουλία κινήσεων ενώ οι φίλιες στρατιωτικές δυνάμεις έχουν ήδη αναπτυχθεί σε «λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio obliqua, αρ. 2), τότε η ασθενέστερη (σε σχέση με τη δεξιά) αριστερή πτέρυγα οφείλει να ενισχυθεί από οργανωμένη εφεδρική γραμμή έμπειρων ιππέων και πεζικάριων όπισθεν αυτής ώστε να αντέξει την προσβολή από αναμενόμενη εχθρική αντίδραση. Στην «(αντίστροφη) λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio similis secundae, αρ. 3) ο Βεγέτιος προτείνει την ενίσχυση της αριστερής πτέρυγας (σε αντίθεση με την «κλασική» λοξή παράταξη στην οποία το δεξιό κέρας είναι το ισχυρότερο) με το πλέον αξιόμαχο ιππικό και πεζικό για τη διενέργεια άμεσης επίθεσης εναντίον του δεξιού της αντίπαλης παράταξης με αντικειμενικό σκοπό την υπερκέραση του εχθρού. Όταν, πάλι, ο στρατός είναι παραταγμένος στην παραλλαγή της «(αντίστροφης) λοξής παράταξης» (depugnatio similis secundae, αρ. 6), επιτυγχάνεται νίκη ακόμη και με αριθμητική μειονεξία, με πρώτη προϋπόθεση επίθεση που διενεργείται από την δεξιά πτέρυγα, ήδη ενισχυμένη με τους καλύτερα εκπαιδευμένους ιππείς και γρήγορους πεζούς, κατά του αντιπάλου αριστερού κέρατος με στόχο πάλι την υπερκέραση του εχθρού.       

Λοξή παράταξη (υπερκέραση από τα δεξιά). © Syvänne 2018: 20.

    

Προφανώς συμμετοχή ισχυρών, επίλεκτων και εμπειροπόλεμων μονάδων ιππικού, παρότι δεν συμπεριλαμβάνονταν ρητά, ασφαλώς σε συνδυασμό με αντίστοιχες πεζικού, προέβλεπαν και απαιτούσαν οι δύο «μείζονες υπερκερωτικοί και κυκλωτικοί ελιγμοί» (αρ. 4-5), δηλαδή η άμεση αιφνιδιαστική επίθεση με πλευρική προσβολή και υπερφαλάγγιση του εχθρού από αριστερά και δεξιά με συγκλίνουσες τις δύο πτέρυγες, καθότι το ιππικό ούτως ή άλλως γενικά τάσσεται στα άκρα (πρβ. II.1 και 15, III.16). Το ίδιο ακριβώς υποθέτουμε και για την προτεινόμενη «παραλληλόγραμμη παράταξη μάχης υπό μορφή τετραγώνων» (fronte longa quadro exercitu, αρ. 1), που προέβλεπε μετωπική επίθεση σε όλο το μήκος της γραμμής αντιπαράθεσης. Παρότι ο Βεγέτιος δεν αναλύει τη συνεισφορά του ιππικού, μπορούμε να τη συμπληρώσουμε και να την αναπαραστήσουμε. Τότε, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό που βρίσκεται παραδοσιακά ταγμένο στα άκρα δύναται να εμπλέξει μετωπικά και ταυτοχρόνως να προσβάλει από τα πλάγια τις αντίπαλες πτέρυγες, συνεισφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ανατροπή και την ήττα του εχθρού.

Υπερφαλάγγιση (διπλή υπερκέραση). © Syvänne 2018: 20

Τέλος, ευρύ ρόλο αναθέτει ο Βεγέτιος στο ιππικό, όταν το στράτευμα έχει παραταχθεί με αγκιστρωμένο το ένα κέρας (δεξιό ή αριστερό) σε ασφαλές και ευνοϊκό σημείο, δηλαδή σε εδαφικό κώλυμα, όπως βουνό, θάλασσα, ποταμό ή λίμνη, πόλη, έλος, ή γενικά σε ανώμαλο έδαφος (αρ. 7). Τότε, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό τοποθετούνται στην ακάλυπτη και απροστάτευτη από το εμπόδιο πλευρά, ενώ ο υπόλοιπος στρατός παρατάσσεται σε ευθεία γραμμή με απόληξη το κώλυμα που εμποδίζει την προσπέλασή του από τον εχθρό. Όπως ήδη προαναφέραμε, εξαιτίας της προστασίας που παρέχει η ύπαρξη του ιππικού στη μία πλευρά και λόγω της φυσικής προστατευτικής κάλυψης από την άλλη, οι στρατιώτες της φίλιας δύναμης μπορούν να πολεμήσουν με ασφάλεια σύμφωνα με οποιοδήποτε σχέδιο μάχης έχει επεξεργαστεί ο στρατηγός, έχοντας πάντα καλυμμένα τα πλευρά και προστατευμένα τα νώτα τους.

Θεμελιώδεις πολεμικές τακτικές, σχηματισμοί και διατάξεις μάχης του Ρωμαϊκού στρατού (https://en.wikipedia.org/).

IX. Άλλες οδηγίες και συμβουλές σχετικά με το όπλο του ιππικού

Στην αμέσως επόμενη και τελευταία ενότητα του άρθρου αποδελτιώνουμε και καταγράφουμε ορισμένες ακόμη γενικότερες ή και ειδικότερες οδηγίες, άλλες συμβουλές, ακόμη και συγκεκριμένα στρατηγήματα, που κρίνονται χρήσιμα από τον Βεγέτιο για κάθε στρατιωτικό ηγήτορα που διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το όπλο του ιππικού δύναται να διαδραματίσει σημαντικό ή καίριο ρόλο σε αρκετές περιπτώσεις. Κατ’ αρχάς, ο Βεγέτιος συμβουλεύει να διενεργείται ασφαλής και ακώλυτη τακτική υποχώρηση πριν από την εκδήλωση (αποφασιστικής) σύγκρουσης με ολόπλευρη κάλυψη ιππικού, ελαφρού πεζικού ή ακόμη και της νύχτας. Χάρη σε τούτο τον ελιγμό, οι φίλιες δυνάμεις μπορούν είτε να απομακρυνθούν επιτυχώς από τον εχθρό, είτε ακόμη και να διενεργήσουν ενέδρα εναντίον του αντιπάλου κατέχοντας υψώματα. Συνιστά μάλιστα το εξής τέχνασμα κατά τη διενέργεια τακτικής υποχώρησης: την αποστολή λίγων ιππέων για την απευθείας διενέργεια άμεσης και παραπλανητικής επίθεσης εναντίον του εχθρού. Αμέσως μετά από την εκδήλωση της εφόρμησης, τούτο το μικρό απόσπασμα ιππέων οφείλει να απομακρυνθεί ταχέως από τη συμπλοκή, αφού όμως πρώτα παραχωρήσει τη θέση του σε έτερο ισχυρότερο απόσπασμα ιππικού. Εκείνο, αφού κινηθεί αθέατο και μυστικά από άλλη διαδρομή, δύναται να υποπέσει με ακάθεκτη ορμή στους ανυποψίαστους εχθρούς (III.22).

Στα επόμενα δύο κεφάλαια (III.23-24), ο Βεγέτιος ασχολείται με εξειδικευμένες μονάδες ιππικού. Επισημαίνει, μάλιστα, τις δυνατότητες επιτυχούς εμπλοκής τους είτε σε ιδιαίτερα εδάφη είτε υπό ειδικές συνθήκες. Πρώτον, αναφέρει ότι οι δρομάδες καμήλες είναι αναντικατάστατες στην έρημο, εφόσον το στρατιωτικό προσωπικό που επιβαίνει και τις ιππεύει, οι γνωστοί στα λατινικά ως equites dromedarii, είναι όντως εξοικειωμένο με τον χειρισμό αυτού του ιδιαίτερου ζώου (III.23). Από την άλλη, οι ελαφροί ιππείς (το ελαφρύ ιππικό) –οι velites όπως τους ονομάζει– είναι εξαιρετικοί στην αντιμετώπιση πολεμικών ελεφάντων (III.24).

Δεύτερον και προσθέτουμε κυριότερο, ο Βεγέτιος αναλύει την αποτελεσματικότητα του βαρέως (τε)θωρακισμένου ιππικού, δηλαδή των περίφημων «καταφράκτων» ή «κλιβαναρίων» ιππέων, γνωστών ως equites catafracti/catafractarii ή clibanarii. Σχολιάζει, λοιπόν, ότι οι θωρακισμένοι κατάφρακτοι και κλιβανάριοι ιππείς είναι αναμφίβολα απρόσβλητοι λόγω της θωράκισής τους, αλλά καταβάλλονται εύκολα λόγω του βάρους της πανοπλίας τους. Παράλληλα, επισημαίνει πως η βαρύτατη πανοπλία περιορίζει την τακτική τους αξιοποίηση, διότι το τεθωρακισμένο ιππικό είναι βεβαίως αποτελεσματικό εναντίον διασκορπισμένων πεζών, όχι όμως εναντίον άλλων αντιπάλων ιππέων. Θεωρεί, ωστόσο, ότι οι κατάφρακτοι ιππότες μπορούν να διασπάσουν την αντίπαλη παράταξη μάχης, εφόσον τοποθετηθούν είτε μπροστά από τη φάλαγγα της λεγεώνας είτε αναμειχθούν με λεγεωνάριους πεζούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δύνανται να πολεμήσουν από κοινού με βαριά οπλισμένους πεζικάριους διεξάγοντας σκληρές μάχες σώμα-με-σώμα εκ του συστάδην (III.23). Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας θεωρούσε το βαρύ θωρακισμένο ιππικό ως ένα υπερεξειδικευμένο πολεμικό σώμα ικανό να επιφέρει ισχυρό πλήγμα εναντίον του εχθρού (shock troops), σε συνδυασμό όμως πάντα με αντίστοιχες μονάδες βαρέως πεζικού1. Τέτοιο πλήγμα επιφέρεται σε κατάλληλο χρόνο και στιγμή διαμέσου μετωπικής επίθεσης, άμεσης προσβολής και βίαιης διάτρησης της αντίπαλης παρατάξεως. Εν κατακλείδι, ο Βεγέτιος συνόψισε την αξία του ιππικού στους «γενικούς κανόνες πολέμου» (III.26). Στην οδηγία αριθμός 22 γράφει συγκεκριμένα: «όποιος (στρατιωτικός διοικητής) εμπιστεύεται το (διαθέσιμο) ιππικό επιβάλλεται να αναζητεί μέρη και εδάφη κατάλληλα για (ανάπτυξη και δράση) ιππικού· (αρμόζει επίσης) να δρα και να ενεργεί περισσότερο μέσω του ιππικού».

Διάφορες εικόνες ιππέων του Ύστερου Ρωμαϊκού στρατού             

 

X. Τελικές οδηγίες, ειδικότερες τακτικές συμβουλές και διάφορα στρατηγήματα

Στα τελευταία κεφάλαια του τρίτου βιβλίου της στρατιωτικής του επιτομής ο Βεγέτιος κατέγραψε ορισμένες αξιόλογες και όντως χρήσιμες γενικές και ειδικότερες οδηγίες, άλλες συμβουλές, καθώς και διάφορα στρατηγήματα περί της στρατιωτικής τακτικής, που συμποσούνται στα εξής συμπεράσματα:

(1) Κατ’ αρχάς συμβουλεύει κάθε στρατιωτικό ηγήτορα εάν επιθυμεί να πολεμήσει από τα άκρα –δηλαδή από τη δεξιά ή την αριστερή πτέρυγα– ή αλλιώς να σχηματίσει ισχυρές σφήνες στο κέντρο της παράταξης για να διαπεράσει τις γραμμές του εχθρού, να τοποθετεί αντιστοίχως τους γενναιότερους, δυνατότερους και καλύτερα εκπαιδευμένους στρατιώτες του εκεί όπου επιθυμεί να επιφέρει το καίριο πλήγμα. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας, η νίκη επιτυγχάνεται συνήθως από (αυτούς τους επίλεκτους) λίγους άνδρες. Καταλήγει, μάλιστα, επισημαίνοντας ότι: οι επίλεκτοι άνδρες τοποθετούνται από έναν έξυπνο και έμπειρο διοικητή σε εκείνα τα σημεία που η λογική και η χρησιμότητα επιτάσσουν (III.20).

(2) Έπειτα αναφέρει ότι κάθε στρατηγός οφείλει να δίνει πάντα διέξοδο διαφυγής στους εχθρούς, ώστε μετά να τους κατασφάξει, ενόσω εκείνοι έχουν ήδη τραπεί πανικόβλητοι σε φυγή και έχουν απορρίψει τον οπλισμό τους. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν συμφωνεί με την προοπτική θανάσιμης περίσφιξης του αντιπάλου. Την απορρίπτει ολωσδιόλου ως επιλογή προς αποφυγή, γιατί τότε οι φίλιες δυνάμεις υφίστανται σοβαρές απώλειες εξαιτίας της απέλπιδος, και γι’ αυτό σκληρής, εχθρικής αντίστασης (III.21).

(3) Κατόπιν, ο Βεγέτιος παραδίδει γενικότερες αλλά και ειδικότερες οδηγίες, καθώς και στρατηγήματα και συμβουλές τακτικής υποχώρησης πριν από τη διενέργεια της μάχης με ολόπλευρη κάλυψη ιππικού, ψιλών ή ακόμη και της νύχτας. Σε τοιαύτη περίπτωση, η φίλια δύναμη δύναται να απομακρυνθεί με ασφάλεια από τον εχθρό. Επίσης, μπορεί ακόμη και να διενεργήσει ενέδρα εναντίον του αντιπάλου κατέχοντας υψώματα. Ο συγγραφέας συνιστά, λοιπόν, τέχνασμα σε περίπτωση (τακτικής) υποχώρησης. Αυτό περιλάμβανε –όπως προαναφέραμε στην ενότητα για τις τακτικές αξιοποίησης του ιππικού– την αποστολή μικρού τμήματος ιππέων εναντίον του εχθρού για τη διενέργεια άμεσης αλλά παραπλανητικής επίθεσης. Ακολούθως, οι ευάριθμοι ιππείς διενεργούν γρήγορη υποχώρηση, παραχωρώντας ταυτόχρονα τη θέση τους σε άλλο ισχυρότερο απόσπασμα ιππικού. Εκείνο, κινούμενο εντωμεταξύ αθέατο, υποπίπτει ξαφνικά στους ανυποψίαστους εχθρούς, προκαλώντας ταραχή, σύγχυση και πανικό στην αντίπαλη παράταξη. Τις παραπάνω υποδείξεις ακολουθούν έτερες συμβουλές και τεχνάσματα υποχωρούντος στρατού μέσα από πυκνά δάση, κοιλάδες, δασωμένους λόφους και ποτάμια, καθώς και νυχτερινής αντεπίθεσης εναντίον των διωκτών (III.22).

Περικεφαλαία ιππέα της Ύστερης Ρωμαϊκής εποχής

(4) Στη συνέχεια, ο Βεγέτιος υποστηρίζει ότι αιφνιδιαστικές επιθέσεις διενεργούνται αποτελεσματικότερα όταν ο εχθρός είναι απροετοίμαστος, διεσπαρμένος για συλλογή τροφίμων και ζωοτροφών, εξαντλημένος από την πορεία, ή παντελώς ανυποψίαστος. Εννοείται πως όλες τις παραπάνω εκδοχές –που σημειωτέον οδηγούν κάθε στράτευμα σε τακτική αδυναμία και μειονεξία– οφείλουν πάση θυσία να αποφεύγουν οι φίλιες δυνάμεις. Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί ότι τα ρωμαϊκά στρατεύματα υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα Βάλη υπέπεσαν ακριβώς σε τέτοιου είδους «θανάσιμα» λάθη αμέσως πριν την κρίσιμη μάχη στην Αδριανούπολη τον Αύγουστο του 378 μ.Χ. εναντίον των Γότθων και των υπολοίπων βαρβαρικών ορδών (III.22).

(5) Σύμφωνα πάλι με τον συγγραφέα, βίαιη, άμεση προσβολή και μετωπική επίθεση μπορεί να διενεργήσει βαρύ ιππικό συνεπικουρούμενο πάντα όμως από αντίστοιχο βαρύ πεζικό (III.23). Σημειώνουμε ότι ως «βαρύ» νοείται το ιππικό και το πεζικό του οποίου τα στελέχη φέρουν αντίστοιχο αμυντικό αλλά και επιθετικό εξοπλισμό, λ.χ. θώρακες και ασπίδες, σπάθες και δόρατα.

(6) Τέλος, ο Βεγέτιος παρατηρεί ότι μια ήδη διαλυμένη παράταξη μάχης, μόλις επανακτήσει το θάρρος της είτε λόγω καταφυγής πάνω σε υψώματα ή πίσω από οχυρώσεις είτε εξαιτίας επιτυχούς αντίστασης της οπισθοφυλακής, δύναται να επικρατήσει έναντι εχθρού που έχει εντωμεταξύ διασπαστεί κατά τη διάρκεια της φρενήρους και άτακτης καταδίωξης των αντιπάλων (III.25).

Στη συνέχεια, ευελπιστούμε να εκθέσουμε –σε επόμενες δημοσιεύσεις σχετικά με τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό– παραδείγματα και περιστατικά δράσης του πεζικού και του ιππικού των αυτοκρατορικών ενόπλων δυνάμεων κατά τον 4ο αι. μ.Χ. Επιπλέον, θα αποτιμήσουμε τη συνολική συνεισφορά και των δύο όπλων στη στρατιωτική στρατηγική του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους τον ίδιο αιώνα. Τέλος, σε άλλη μία δημοσίευση ευελπιστούμε να ασχοληθούμε με λοιπά θέματα οργάνωσης (εκπαίδευση, μηχανικό, πειθαρχία, διοικητική μέριμνα, εξοπλισμό και τεχνολογία). Πάμπολλα στοιχεία μάς επιτρέπουν να διαπιστώσουμε τον υψηλό βαθμό «επαγγελματισμού» τον οποίο ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός εξακολουθούσε να διατηρεί τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο κατά τη διάρκεια εκείνης της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου, την εποχή της ύστερης αρχαιότητας.

 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Με παρόμοιο τρόπο ο χριστιανός πανηγυριστής του Μ. Κωνσταντίνου Ναζάριος είχε περιγράψει το έτος 321 τη χρησιμότητα των καταφράκτων ιππέων στο πεδίο της μάχης και τον αντίκτυπο της επέλασής τους με αφορμή τη μάχη του Τορίνο το 312 μεταξύ των δυνάμεων του Μ. Κωνσταντίνου και του Μαξέντιου που κατέληξε σε νίκη του πρώτου. Βλ. Pan. Lat. IV(10) 22.3-4, 23.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (και για τα δύο θεματικά μέρη)

Α. Πηγές

Ammianus Marcellinus, with an English translation by J.C. Rolfe in three volumes, volume I, [Loeb]London–Cambridge MA 1935

Asclepiodotus, στο Aeneas Tacticus, Asclepiodotus, and Onasander, translated by Illinois Greek Club, [Loeb] Cambridge MA 1928, σ. 229-341

In Praise of Later Roman Emperors. The Panegyrici Latini. Introduction, Translation, and Historical Commentary with the Latin Text of R.A.B. Mynors, eds. C.E.V. Nixon – Barbara S. Rodgers, [The Transformation of the Classical Heritage XXI] Berkeley–Los Angeles–London 1994

Sexti Pompei Festi de verborum significatu quae supersunt cum Pauli epitome, ed. W.M. Lindsay, [Teubner] Lipsiae 1913

Thucydides, with an English translation by C. Forster Smith in four volumes, vol. II: History of the Peloponnesian War, Books III and IV; vol. III: History of the Peloponnesian War, Books V and VI, [Loeb] London–New York 1920-1921

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990

Xenophon, Hellenica, Books VI and VII; Anabasis, Books I–III, with an English translation by C.L. Brownson, [Loeb] London–New York 1921

Β. Μελέτες

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins Coimbra, σ. 153-188

Conyard, J. 2013. « Recreating the Late Roman Army», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 523-567

Cowan, R. 2007. Roman Battle Tactics 109 BC–AD 313, illustrated by A. Hook, [Osprey Elite 55] Oxford–New York

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York

Gilliver, Catherine M. 1993. The Roman Art of War: Theory and Practice. A Study of the Roman Military Writers, Ph.D. thesis, University of London

Goldsworthy, A. 2003. The Complete Roman Army, London

Haldon, J. 2004. Οι πόλεμοι του Βυζαντίου. Μάχες και εκστρατείες της βυζαντινής εποχής, μτφ. Ν. Πρωτονοτάριος, Αθήνα

Hutchinson, G. 2008. Ο Ξενοφών και η Τέχνη της Διοίκησης. Πολεμική τακτική και στρατηγική, 411-362 π.Χ., μτφ.-επιμ. Π. Μούτουλας κ.ά., [Πόλεμος και Στρατηγική 16] Αθήνα

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16:19-36

Janniard, S. 2016. «Le maniement des armes offensives dans l’infanterie romaine tardive (IIIe – VIe siècles apr. J.-C.)», στο Libera Curiositas. Mélanges d’histoire romaine et d’Antiquité tardive offerts à Jean-Michel Carrié, éd. Chr. Freu – S. Janniard – A. Ripoll, [Bibliothèque de l’Antiquité tardive 31] Turnhout, σ. 43-54

Κουράκης, Ν.Ε. 2011. Διαχρονικές αρχές βυζαντινής στρατηγικής και τακτικής. Με έμφαση στο έργο Τακτικά του Λέοντος Στ΄ του Σοφού, Αθήνα

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα

Man, J. 2008. Αττίλας. Ο Ούννος βάρβαρος που κατέκτησε την Ευρώπη, μτφ. Δ. Ισηγόνης, Αθήνα

McDowall, S. & Embleton, G. 1994. Late Roman Infantryman 236-565 AD. Weapons – Armour – Tactics, [Osprey Publishing Series, Warrior 9] London

McDowall, S. 1995. Late Roman Cavalryman AD 236-565, [Osprey Publishing Series, Warrior 15] Oxford

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press

Nicasie, M.J. 1998. Twilight of Empire. The Roman Army from the Reign of Diocletian until the Battle of Adrianople, [Dutch Monographs on Ancient History and Archaeology Vol. XIX, eds. H.W. Pleket – F.J.A.M. Meijer), Amsterdam

Parker, H.M.D. 1932. «The Antiqua Legio of Vegetius», Classical Quarterly 263-4: 137-149

Rance, Ph. 2004. «Drungus, δροῦγγος, and δρουγγιστί: A Gallicism and Continuity in late Roman Cavalry Tactics», Phoenix 581/2: 96-130

Rance, Ph. 2005. «Narses and the Battle of Taginae (Busta Gallorum) 552: Procopius and Sixth-Century Warfare», Historia 544: 424-472

Rance, Ph. 2007. «Chapter 10: Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare, vol. II: Rome from the Late Republic to the Late Empire, Part II: the Later Roman Empire, eds. Ph. Sabin – H. Van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 342-378

Richardot, Ph. 1998. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve–XVe siècles), Paris

Sabin, Ph. & De Souza, Ph. 2007. «Chapter 13. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part II: The Hellenistic World and the Roman Republic), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 399-460

Sarantis, A. 2013. «Waging War in Late Antiquity», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 2-98

Syvänne, I. 2018. «Overview of East Roman Cavalry Warfare and Tactics» (https://www.academia.edu/36185385/)

Ward, R. 2010. «An Analysis of Vegetius’s De Re Militari» (https://www.academia.edu/7020489/)

Wheeler, E.L. 2012. Review on: Chr. Allmand, The De Re Militari of Vegetius: The Reception, Transmission and Legacy of a Roman Text in the Middle Ages, Cambridge 2011 (https://www.history.ac.uk/reviews/review/1293)

Wheeler, E.L. & Strauss, B. 2007. «Chapter 7. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part I: Archaic and Classical Greece), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 186-247

 

Γεώργιος Καλαφίκης: Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου (Μέρος Α΄)

Γεώργιος Καλαφίκης

Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου (Μέρος Α΄)

 

I. Εισαγωγική γενική θεώρηση

 

Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 4ου αι. μ.Χ. ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός επέδειξε, δίχως αμφιβολία, σταθερή ποιότητα και αξιοθαύμαστη μαχητικότητα. Διενήργησε πλήθος πολεμικών επιχειρήσεων σε ποικίλα και αντίξοα περιβάλλοντα, τόσο εναντίον εξωτερικών εχθρών όσο και σε περιπτώσεις εμφυλίων συγκρούσεων. Είναι, όντως, εκπληκτικό πόσο σύγχρονη εξακολουθεί να φαίνεται η οργάνωσή του. Κάτω από στιβαρή και σοβαρή ηγεσία τα στρατεύματα τον 4ο αι. συνήθως δεν δυσκολεύονταν να αποσπάσουν τη νίκη, παρά τις δεδομένες, και σοβαρές ενίοτε, απώλειες. Κατά κανόνα, οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξάγονταν κατόπιν προσεκτικού και ενδελεχούς σχεδιασμού. Ο κορυφαίος ιστορικός του 4ου αι. Αμμιανός Μαρκελλίνος σημείωνε επιγραμματικά ότι «o προσεκτικός σχεδιασμός φέρνει τη νίκη σχεδόν σε κάθε δυσκολία» (XVII 8.2: est difficultatum paene omnium diligens ratio victrix). Μάλιστα, o έγκριτος μελετητής του ύστερου ρωμαϊκού στρατού M.J. Nicasie επεσήμανε στη μονογραφία του σχετικά με «το λυκόφως του στρατού από τη βασιλεία του Διοκλητιανού (284 μ.Χ.) έως τη μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.)» ότι: «καθίσταται εμφανές ότι τουλάχιστον στη θεωρία η ρωμαϊκή τακτική και η στρατηγική είχαν φτάσει σε υψηλό επίπεδο εξέλιξης […] (αφού) τα ρωμαϊκά στρατεύματα ήταν πολύ αποτελεσματικά, επαρκώς εκπαιδευμένα και καλώς εξοπλισμένα, και συνήθως υπερείχαν απέναντι σε οτιδήποτε οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να παρατάξουν εναντίον τους». (1998: 217)

Παρ’ όλα τα παράπονα για την ποιότητα των στρατευμάτων, όπως αποτυπώνονται λ.χ. στη Στρατιωτική Επιτομή του Βεγέτιου, παρατηρούμε ότι οι πολεμικές επιτυχίες συνέχιζαν να είναι τόσο πολλές ώστε μόνον ως «καρποί» ενός ικανού και αποτελεσματικού στρατιωτικού οργανισμού πρέπει να εννοηθούν. Ήταν μάλιστα απότοκες της συνιστώμενης στα τακτικά εγχειρίδια σκληρής και επίπονης εκπαίδευσης στις τεχνικές του πεζικού και ιππικού πολέμου, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως.

Η Στρατιωτική Επιτομή (Epitoma rei militaris) του Βεγέτιου (Flavius Vegetius Renatus) συνιστά το θεωρητικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει άφθονο σχετικό υλικό. Κατά πάσα πιθανότητα, ο συγγραφέας έζησε και έδρασε προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. (4ος/5ος αι.). Το ζήτημα της χρονολόγησης, καθώς και τις αιτίες συγγραφής της εξαιρετικά επιδραστικής ανά τους αιώνες στρατιωτικής πραγματείας αναπτύξαμε και αναλύσαμε σε δύο ξεχωριστές δημοσιεύσεις. Εδώ σημειώνουμε ότι ο Βεγέτιος συνέγραψε την επίτομη αυτή μελέτη πιθανώς στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄ (379-395) και οπωσδήποτε υπό την «εκρηκτική» επήρεια «ζεόντων» προβλημάτων. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στη διείσδυση των Γότθων εντός της αυτοκρατορίας και γενικά στις μεταναστεύσεις διαφόρων βαρβαρικών λαών, όπως λ.χ. των Ούννων κ.ά., που είχαν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν και να μεταβάλλουν τον συσχετισμό δυνάμεων στη Δυτική Ευρασία.

Ευκαιρίας δοθείσης, τονίζουμε λοιπόν πως η παρατεταμένη διάρκεια επιτυχών πολεμικών δραστηριοτήτων από τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό είχε ως έναν βαθμό «ημερομηνία λήξης». Η βίαιη είσοδος ειδικά των Ούννων στο προσκήνιο της καθ’ ημάς οικουμένης το 375/6 μ.Χ., ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη την περιοχή. Πολλοί και διάφοροι –κυρίως γερμανικοί– λαοί και φυλές εξωθήθηκαν σε μαζική φυγή. Παράλληλα, οι αμυντικές και εν γένει στρατιωτικές δυνατότητες της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αμβλύνθηκαν σημαντικά εξαιτίας της μαζικής εισβολής και εγκατάστασης βαρβάρων στα εδάφη της. Όλα αυτά τα γεγονότα έπληξαν και αλλοίωσαν μεταξύ άλλων και τη στρατιωτική οργάνωση του κράτους.1 Με τη σειρά τους, οι παραπάνω αρνητικές εξελίξεις απείλησαν σοβαρά την ακεραιότητα της αυτοκρατορίας, η οποία εντέλει κολοβώθηκε ανεπανόρθωτα εξαιτίας της κατάρρευσης του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους το 476 μ.Χ.

 

Οι Ούννοι και η μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων

Πάντως, όπως έχει ήδη επισημανθεί από νεότερους και σύγχρονους σχολιαστές, ο Βεγέτιος κατέγραψε και διέσωσε σε πολλά σημεία την πρότερη γνώση επί του θέματος, όπως αυτή είχε ήδη διαμορφωθεί από την ελληνιστική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Ο ίδιος προσπάθησε να συνθέσει μία κατά το δυνατόν ολιστική μελέτη περί των στρατιωτικών. Έτσι, αναλύονται όλα τα βασικά ζητήματα: (1) λεπτομερής οργάνωση στρατιωτικών μονάδων, (2) πολεμικοί σχηματισμοί και τακτικές πεζικού και ιππικού, (3) αμυντικός-επιθετικός εξοπλισμός και θωράκιση πεζών και ιππέων, (4) λογιστική υποστήριξη και επιμελητεία, (5) προσαρμογή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε ποικίλα γεωγραφικά ανάγλυφα και αξιοποίηση αυτών για εξασφάλιση τακτικού πλεονεκτήματος και για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού (ΑΝΣΚ), (6) οργανωμένες πορείες και στρατόπεδα εκστρατείας, (7) αξιωματικοί και αρμοδιότητές τους, (8) βασικές χρηστικές συμβουλές για στρατιωτικούς ηγήτορες, (9) οργάνωση πολιορκιών ή άμυνα πολιορκούμενων και σχετική τεχνολογία πολιορκητικών μηχανών, (10) ναυτικός πόλεμος και βασικοί τύποι πολεμικών πλοίων και σκαφών.

Τολμούμε, λοιπόν, να χαρακτηρίσουμε την Epitoma rei militaris του Βεγέτιου ως οιονεί «βασικό εγχειρίδιο στρατιωτικών τακτικών, στρατηγικής και οργάνωσης» εκείνης της εποχής (4ος/5ος αι.) στην υπηρεσία του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.2 Πράγματι, ο Βεγέτιος φιλοδόξησε να συγγράψει μία κατεξοχήν στρατιωτική πραγματεία, επενδύοντας την επιτομή με το κατάλληλο θεωρητικό υποστηρικτικό πλαίσιο, σε συνδυασμό όμως πάντα με χρηστικό, πρακτικό περιεχόμενο. Κυρίως αναπαρήγαγε τις παλαιότερες θεωρίες για τη στρατιωτική οργάνωση. Επιχείρησε να πείσει τους ιθύνοντες ότι το στρατιωτικό μεγαλείο ήταν δυνατόν να ανορθωθεί μέσω της μελετημένης επαναφοράς και προσεκτικής εφαρμογής παλαιών, κλασικών, προτύπων. Πεδίο αναφοράς και έμπνευσης καθίσταται το παρελθόν, ως οδηγός όμως για το μέλλον. Υπ’ αυτήν την έννοια, το εν λόγω σύγγραμμα συνιστούσε παράλληλα ένα «πολιτικό μανιφέστο», μία πολιτική και στρατηγική πρόταση καταπολέμησης των αδυναμιών και άρσης του αδιεξόδου που βίωνε εν μέρει η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία προς τα τέλη του 4ου αι. Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος μετέδωσε εκτός των άλλων πρακτικές συμβουλές, λυσιτελείς παραινέσεις και χρήσιμα γνωμικά, όλα αυτά πάντοτε επίκαιρα και διαχρονικά, και προσπάθησε να συντάξει ένα έργο ωφέλιμο για κάθε στρατιωτικό ηγήτορα.

Οι μεταταναστευτικές οδοί κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους αξίζει να σταχυολογήσουμε και να εκθέσουμε τα κεφάλαια εκείνα που ασχολούνται με θέματα στρατιωτικής τακτικής και επιχειρήσεων πεζικού, ιππικού, ή και μεικτών. Μάλιστα, ο συγγραφέας φρόντισε να ανακεφαλαιώσει με εύσχημο τρόπο και να συνοψίσει τα συμπεράσματά του υπό τη μορφή εξαιρετικά ενδιαφερόντων δογμάτων στο τελευταίο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου της Epitoma rei militaris. Άλλωστε, στην εισαγωγή του ίδιου βιβλίου ο Βεγέτιος διατύπωσε το κλασικότερο ίσως πολεμικό-στρατιωτικό ρητό όλων των εποχών: «όποιος επιθυμεί ειρήνη ας προετοιμάζεται για πόλεμο· όποιος επιθυμεί τη νίκη να εκπαιδεύει επιμελώς τους στρατιώτες· όποιος επιδιώκει ευνοϊκά αποτελέσματα να πολεμά επιδέξια, όχι τυχαία» (III.Praefatio: “qui desiderat pacem, praeparet bellum; qui victoriam cupit, milites inbuat diligenter; qui secundos optat eventus, dimicet arte, non casu”, ευρύτατα γνωστό και συντετμημένο ως εξής: Si vis pacem, para bellum).

 

II. Παρατηρήσεις ως προς την τακτική ανωτερότητα του πεζικού έναντι του ιππικού

 

Κατ’ αρχήν, οφείλουμε να έχουμε πάντοτε υπόψη ότι απώτερος στόχος του Βεγέτιου ήταν να περάσει το μήνυμα «όπισθεν ολοταχώς» ως τη μοναδική διέξοδο από την κρίση και την παρακμή, την οποία θεωρούσε υπαρκτή. Πίστευε ακράδαντα ότι το (ύστερο) Ρωμαϊκό κράτος μπορούσε να ελπίζει σε σωτηρία και ανάκαμψη μόνον εφόσον ο στρατός της εποχής του εφάρμοζε παραδειγματικά την οργάνωση και τις πρακτικές του παλαιότερου ρωμαϊκού στρατού. Γι’ αυτό άλλωστε συνέγραψε πραγματεία περί των στρατιωτικών, ούτως ώστε να «προτείνει» τον «κλασικό» ρωμαϊκό στρατό ως πρότυπο για την αναδιοργάνωση του «ύστερου» ρωμαϊκού στρατού. Ο Βεγέτιος αφενός επέλεξε συνειδητά να στρέψει την προσοχή και να προκρίνει την αναβάθμιση του όπλου του πεζικού, ενώ αφετέρου απέφυγε σκοπίμως να δώσει βαρύτητα στο ιππικό. Γιατί όμως; Προφανώς επειδή εντόπισε ως βασικό πρόβλημα την παρακμή του πεζικού, ενώ ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι οι Ρωμαίοι διακρίνονταν ιδιαίτερα για την ποιότητα και την ισχύ του πεζικού τους, το οποίο άλλωστε τους είχε χαρίσει μία ολόκληρη «παγκόσμια, οικουμενική» αυτοκρατορία (πρβ. Veg. I.1, 7-8, 20-21, 28 · II.18 · III.1-3).

Με αυτή τη λογική, ο Βεγέτιος στόχευσε και επικέντρωσε τις προτάσεις του στη συνολική βελτίωση ειδικά του πεζικού μέσω της συγκέντρωσης και καταγραφής της πρότερης γνώσης στον τομέα αυτόν. Στόχος του ήταν να καταστήσει σαφέστερες τις προθέσεις, σταθερότερα τα επιχειρήματα και επιτυχέστερα τα συμπεράσματά του. Έτσι, σε κάθε εισαγωγή στα τρία πρώτα βιβλία της πραγματείας του (όπως επίσης στα κεφάλαια III.9 και 26), ο συγγραφέας ομολογεί πως έθεσε ως βασική του επιδίωξη να συνοψίσει προγενέστερα  έργα στρατιωτικής τακτικής, κατ’ εντολή μάλιστα ενός μη κατονομαζόμενου ρητά αυτοκράτορα. Συνεπώς, το σύγγραμμά του βρίθει αναλύσεων επί θεμάτων που άπτονται κυρίως του όπλου του πεζικού. Μεταξύ αυτών ανευρίσκουμε πολλές αναφορές σε διάφορα ζητήματα πολεμικής τακτικής, όπως θα διαπιστώσουμε στις αμέσως επόμενες ενότητες και παραγράφους.

Κατ’ αρχάς, ο Βεγέτιος προέβη σε μία καίρια στρατηγική παρατήρηση ώστε να αναδείξει τη βαρύνουσα και πρωτεύουσα σημασία του όπλου του πεζικού. Στην αρχή του δεύτερου βιβλίου (II.1) σημείωσε ότι «οι πεδιάδες προστατεύονται κατά κανόνα από το ιππικό, οι θάλασσες και οι ποταμοί από το ναυτικό, οι λόφοι, οι πόλεις και το επίπεδο ή ανώμαλο έδαφος από το πεζικό· άρα, το πεζικό θεωρείται πιο χρήσιμο και ωφέλιμο, γιατί μπορεί να υπηρετήσει και να διεξαγάγει επιχειρήσεις οπουδήποτε». Με άλλα λόγια, υπογράμμισε σε θεωρητικό επίπεδο την ανώτερη ευελιξία του πεζικού, ως όπλο ευπροσάρμοστο με δυνατότητα «πολλαπλών χρήσεων», αφού μπορούσε να εκπληρώνει πολεμικές αποστολές σχεδόν όλων των τύπων σε ποικίλα περιβάλλοντα και διαφορετικά γεωγραφικά ανάγλυφα.

Στο ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας σημείωσε ότι το πεζικό δέον να παρατάσσεται σε δύο βασικές γραμμές μάχης (II.8, II.15), ενώ μία τρίτη γραμμή αποτελούν οι «τριάριοι» (triarii), δηλαδή βαριά εξοπλισμένοι και θωρακισμένοι πεζοί στο πρότυπο των αρχαίων Ελλήνων οπλιτών (II.16). Γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι ο Βεγέτιος αναπαράγει την παράταξη μάχης των ρωμαϊκών λεγεώνων της ρεπουμπλικανικής εποχής, που παρατάσσονταν συνήθως σε δύο ή τρεις γραμμές (duplex ή triplex acies).

Σε τελική ανάλυση, το βαρύ πεζικό οφείλει να εμπλέκεται σε συγκρούσεις με αντιπάλους εχθρούς αφού πρώτα έχει λάβει θέσεις μάχης ως murus ferreus, δηλαδή ως «σιδηρούν τείχος». Έμπροσθεν αυτού παρατάσσονται ελαφρά οπλισμένοι πεζοί, όπως τοξότες και σφενδονήτες. Εκείνοι δημιουργούν προστατευτικό προπέτασμα για τη φάλαγγα του βαρέως πεζικού, επιφέροντας φθορά και απώλειες στην αντίπαλη παράταξη πριν από τη κύρια συμπλοκή και τη βίαιη σύγκρουση των αντιπάλων παρατάξεων. Τότε, οι λεγεωνάριοι με την αποτελεσματική χρήση των υσσών (pila) και του ξίφους τους (gladium) αναμένεται να υπερισχύσουν του εχθρού (II.17).

Εντούτοις, τόσο ευρεία πλειάδα επιχειρήσεων σε διάφορα εδάφη με συμπαγείς πολεμικούς σχηματισμούς μπορούν να φέρουν εις πέρας μόνον άρτια εκπαιδευμένοι οπλίτες. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Βεγέτιος είχε ήδη τονίσει στο πρώτο βιβλίο (I.26) ότι οι όλοι οι νεοσύλλεκτοι οφείλουν εξαρχής να εκπαιδεύονται σε ορισμένες πολύ βασικές τακτικές ανάπτυξης πολεμικών σχηματισμών και παρατάξεων. Τοιουτοτρόπως, αφενός εξοικειώνονται στον τρόπο «μάχεσθαι» διατηρώντας τις γραμμές και τη συνοχή τους, ενώ αφετέρου ανταποκρίνονται στη διενέργεια διαφόρων τύπων πολεμικών επιχειρήσεων υπό εξειδικευμένες συνθήκες και ποικίλες απαιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα απαριθμεί (α) την «απλή εκτεταμένη γραμμή μάχης» (simplex et extenta acies), (β) τη «διπλή γραμμή μάχης» (duplex acies), (γ) τον «τετράγωνο σχηματισμό μάχης» (quadrata acies), (δ) τον «τριγωνικό σχηματισμό» (trigonum), γνωστό και ως «σφήνα» (cuneus), καθώς και (ε) τον «κυκλικό σχηματισμό» (orbis).

 

 Θεμελιώδεις τακτικές ανάπτυξης γραμμών μάχης

Η πληρέστερη ανάλυση σχετικά με τις τακτικές του πεζικού (και του ιππικού βεβαίως, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω) συγκεντρώνεται στο τρίτο και εκτενέστερο βιβλίο της Στρατιωτικής Επιτομής. Σε εκείνο, ο Βεγέτιος αρχικά εξειδίκευσε τα στρατηγικά του συμπεράσματα όσον αφορά την επιτυχέστερη αξιοποίηση των διαφόρων όπλων του στρατού ως εξής: πρώτον, ψιλοί και τοξότες, δηλαδή ελαφρά οπλισμένοι πεζοί, σε συνδυασμό με επίλεκτο ιππικό μπορούν να παρέχουν πλευρική προστασία σε στράτευμα που τελεί σε πορεία διαμέσου εχθρικής περιοχής. Γενικά, είναι σκόπιμο ελαφρύ πεζικό σε συνεργασία με ανάλογο ελαφρύ ιππικό να καλύπτει τα νώτα ενός στρατού σε φάση πορείας (III.6). Δεύτερον, εφόσον ο στρατιωτικός ηγήτορας εμπιστεύεται τη δύναμη του ιππικού μπορεί να πολεμήσει σε ανοιχτό αναπεπταμένο πεδίο, εάν όμως εμπιστεύεται περισσότερο τη δύναμη του πεζικού οφείλει να δώσει μάχη σε δύσβατες ή ορεινές περιοχές, σε ανώμαλο έδαφος, σε έλη ή πυκνόφυλλα δάση (III.10). Τρίτον, όταν επιθυμεί να νικήσει εχθρικό ιππικό με πεζικό καλό είναι να επιλέγει τραχύ, ανώμαλο και ορεινό πεδίο. Όταν όμως επιθυμεί να νικήσει εχθρικό πεζικό με ιππικό, τότε καλύτερα να αποσύρεται σε υψηλότερη θέση, επίπεδη όμως και ανοιχτή, καθώς και ανεμπόδιστη από δάση ή έλη (III.13).

Από τις παραπάνω νουθεσίες, καθίσταται εκ νέου σαφής η διάσταση στο εύρος χρήσης του πεζικού και του ιππικού. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, το πεζικό μπορεί να αναπτυχθεί για πόλεμο σε περισσότερους τύπους πεδίων μάχης συγκριτικά με το ιππικό. Στο σημείο αυτό κρίνουμε πως ο συγγραφέας πέρασε από τη θεωρητική έμφαση της υπεροχής του πεζικού, όπως την περιέγραψε στο δεύτερο βιβλίο, στην πρακτική υπογράμμιση της υπεροχής του έναντι του ιππικού σε επίπεδο πλέον γενικών συμβουλών για επιλογή ορθής τακτικής με βάση το γεωγραφικό ανάγλυφο. Στη συνέχεια του τρίτου βιβλίου, ο Βεγέτιος αναφέρθηκε εκτενέστερα σε σχέση με προηγουμένως στη βασική παράταξη μάχης του στρατού. Κατόπιν περιέγραψε διεξοδικά διάφορες πολεμικές τακτικές και σχηματισμούς, καθώς και τα πλεονεκτήματα και την αποτελεσματικότητα των διαφόρων θεμελιωδών παρατάξεων μάχης που δύνανται να επιφέρουν τη νίκη στις φίλιες στρατιωτικές δυνάμεις.

Άνδρες (πιθανότατα βάρβαροι) της προσωπικής φρουράς του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Ανάγλυφο από τη στήλη του Θεοδοσίου Α΄ στην Κωνσταντινούπολη (π. 390).

                   

III. Η προτεινόμενη βασική γραμμή μάχης

 

Η βασική γραμμή μάχης (αγγλ. battle line) αποτελείται από τις δύο, προαναφερθείσες, σειρές (ή γραμμές) πεζικού που συγκροτούν ένα «στιβαρό τείχος» (ad vicem muri) θωρακισμένων ανδρών (πρβ. II.17), προφανώς υπό τη μορφή συνασπισμένης φάλαγγας. Η τρίτη σειρά απαρτίζεται από ευκίνητους ελαφρούς στρατιώτες, τοξότες και ακοντιστές, Στην τέταρτη παρόμοια εξοπλισμένη σειρά τοποθετούνται οι mattiobarbuli, δηλαδή οι ειδικοί χειριστές βελοειδών βλημάτων (λατ. plumbatae, αγγλ. darts). Στην πέμπτη σειρά βρίσκονται τα βαρέα εκηβόλα όπλα (το «πυροβολικό» της εποχής εκείνης, δηλαδή καταπέλτες, όναγροι, βαλλίστρες κ.ο.κ.). Τέλος, στην έκτη σειρά παρατάσσονται οι triarii, βαριά οπλισμένοι πεζικάριοι που αξιοποιούνταν ως γραμμή στήριξης της όλης παράταξης (III.14).

 

Ποικίλες εικόνες αντικτύπου βολής βλημάτων

Οι δύο πρώτες σειρές επανδρωμένες από έμπειρους πεζούς αγκίστρωναν τον εχθρό. Ειδικά οι πεζικάριοι στη δεύτερη σειρά εκτόξευαν βαρύτερα (spicula) και ελαφρύτερα (lanceae) ακόντια ρίψης. Την ίδια στιγμή, οι άλλες τρεις σειρές σφυροκοπούσαν επίσης τις εχθρικές θέσεις με πάσης φύσεως και διαμετρήματος βλήματα. Η έκτη σειρά αποτελούσε τη γενική εφεδρεία (III.14). Στόχος προφανής και πρώτιστος ήταν η καταβολή του αντιπάλου μέσω της μαζικής προσβολής του με βλήματα κάθε είδους, ωσότου εξασθενίσει και εξουθενωθεί από τις βαριές απώλειες, ώστε να υποστεί σημαντική αραίωση στις τάξεις του πριν από την εξαπόλυση τελικής επίθεσης προς ανατροπή του.

Μεταφερόμενη βαλλίστρα (Carroballista). Λεπτομέρεια από τη στήλη του Τραϊανού στη Ρώμη.

Ο Βεγέτιος ορίζει ως βασικό μήκος της συνολικής παράταξης τα 1.000 βήματα, περίπου 1.500 σημερινά μέτρα. Η καθεμία γραμμή ιδανικά περιλαμβάνει 1.666 πεζικάριους (σε απόσταση 3 ρωμαϊκών ποδών, δηλ. περίπου ενός μέτρου, ο ένας από τον άλλο), ενώ και οι έξι γραμμές (με διάστημα 6 ρωμαϊκών ποδών, δηλ. περίπου 2 μέτρων, μεταξύ τους) διαθέτουν συνολικά σχεδόν 10.000 πεζικάριους. Σημειώνει επίσης ότι 10.000 οπλίτες μπορούν εναλλακτικά να συγκροτήσουν τρεις γραμμές και να απλωθούν σε 2.000 βήματα, τουτέστιν περίπου 3.000 μέτρα. Ωστόσο, ο συγγραφέας συνέστησε να αποφεύγεται η υπερεπιμήκυνση της παράταξης μάχης. Αντιθέτως, θεώρησε καλύτερο να είναι πιο συμπακτωμένη με περισσότερο βάθος, δηλαδή μεγαλύτερο αριθμό γραμμών, ώστε να απορροφάται ο αντίκτυπος μιας –ενδεχομένως ισχυρής και βίαιης– εχθρικής προσβολής (III.15).

 

IV. Άλλοι προτεινόμενοι σχηματισμοί μάχης και πολεμικές τακτικές

 

Ο Βεγέτιος κατέγραψε και περιέγραψε τρεις βασικούς σχηματισμούς μάχης (αγγλ. battle formations), που μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά ή ακόμη και συνδυαστικά ως πολεμικές τακτικές (αγγλ. battle tactics): (α) τη «σφήνα» (cuneus, αγγλ. flying wedge), (β) τη «λαβίδα» (forfex, αγγλ. inverted wedge) και (γ) το επονομαζόμενο «πριόνι» (serra, αγγλ. echelon formation?), πιθανώς συνδυασμό των δύο προηγουμένων (III.17). Σε αυτό το σημείο υπογραμμίζουμε τη διαφορά μεταξύ της «παράταξης μάχης», που αφορά στην εκτεταμένη «γραμμική» ανάπτυξη των στρατιωτικών μονάδων καθ’ όλο το μήκος του πεδίου μάχης, αλλά σε διαφόρους επιμέρους «σχηματισμούς» αναλόγως με τις ειδικότερες «τακτικές» που προορίζονται εκείνοι να εφαρμόσουν.

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι γραμμές και οι σχηματισμοί μάχης οφείλουν να υποστηρίζονται από εφεδρείες στα μετόπισθεν. Ο Βεγέτιος αξιολογεί ως χρησιμότατη την πρόνοια για ύπαρξη ταχυκίνητων εφεδρικών δυνάμεων πίσω από τη βασική γραμμή μάχης (αγγλ. battle line). Οι εφεδρείες τοποθετούνται κατάλληλα σε καίρια σημεία καθ’ όλο το μήκος της παράταξης, ώστε να καλύπτουν τόσο τις πτέρυγες όσο και το κέντρο. Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να αποτελούνται από επίλεκτους πεζούς και ιππείς, ώστε να παρέχουν άμεση επικουρία όπου χρειάζεται κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Προσδίδουν, έτσι, στο στράτευμα αφενός το απαραίτητο τακτικό βάθος και αφετέρου ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση σε κάθε είδους απρόοπτες αντιξοότητες που ενδεχομένως προκύψουν κατά τη διεξαγωγή της μάχης. Μάλιστα, από αυτούς τους εφεδρικούς στρατιώτες μπορούν να συγκροτηθούν ενισχυμένες «σφήνες», «λαβίδες» ή «πριόνια» για να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν τις πρώτες γραμμές. Γενικά, ο συγγραφέας συστήνει μικρό μήκος παράταξης μάχης αν ο στρατός είναι ολιγάριθμος, με παράλληλη διατήρηση ισχυρής εφεδρείας στα μετόπισθεν ως υποστήριξη. Χάρη στη συντονισμένη δράση βαρέως πεζικού στο κέντρο και βαρέως ιππικού με τη συνοδεία ελαφρού πεζικού από τα άκρα είναι δυνατόν να επιτευχθεί σύντομα και γρήγορα αποφασιστική διάρρηξη του εχθρικού μετώπου (III.17).

Φρίσιοι μισθοφόροι στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού.

Πιο συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος αξιολογεί ως ωφέλιμη την παράταξη στο δεξιό κέρας ιππικού εφεδρείας ανάμεικτου με ελαφρύ πεζικό για διεξαγωγή επιθέσεων από τα πλάγια εναντίον του αντιπάλου αριστερού κέρατος. Άλλωστε, ο στρατηγός παραδοσιακά διηύθυνε τα στρατεύματά του από τη δεξιά πτέρυγα. Από την άλλη πλευρά, το αριστερό κέρας οφείλει και αυτό να αποτελείται από έμπειρους ιππείς σε εφεδρεία και ταχυκίνητους πεζικάριους, όπως και το αντίστοιχο δεξιό. Στο κέντρο της παράταξης προκρίνει τον σχηματισμό από βαρύ (εφεδρικό) πεζικό ισχυρής «σφήνας» (cuneus, caput porcinum), σχήματος περίπου ελληνικού «Λ» ή «Δ». Πρόκειται για συμπακτωμένο σχηματισμό πεζικού στενότερο έμπροσθεν και πλατύτερο όπισθεν, μέσω του οποίου εκτοξεύεται πλήθος ακοντίων σε επιλεγμένο σημείο της αντίπαλης παράταξης για την πρόκληση ρήξης. Τη μαζική εκτόξευση ακοντίων ακολουθούσε άμεση και βίαιη προσβολή του εχθρού με αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) τη διάτρηση και διάσπαση της αντίπαλης παράταξης. Αν όμως αντιθέτως ο εχθρός έχει ήδη παραταχθεί σφηνοειδώς και επιχειρήσει να πλήξει αυτός πρώτος τη φίλια δύναμη, τότε στο κέντρο οφείλει να σχηματιστεί από τους ίδιους βαριά οπλισμένους πεζικάριους «λαβίδα» (forfex), σχήματος περίπου λατινικού «V» ή «U», ώστε να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στην εχθρική «σφήνα». Παραταγμένα κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα στρατεύματα μπορούν να απορροφήσουν το πλήγμα και να περισφίξουν την αντίπαλη «σφήνα». Τότε, οι εχθροί όχι μόνο δεν θα κατορθώσουν να διατρήσουν τη φίλια παράταξη, αλλά τουναντίον θα περικυκλωθούν και θα συντριβούν (III.18-19).

Ο Βεγέτιος αναφέρει, επίσης, τον «πριονωτό» σχηματισμό (serra), χάρη στον οποίο δύναται να αποκατασταθεί μια διαταραγμένη πρώτη γραμμή μάχης (III.19). Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας περιέγραψε τη χρησιμότητα, αλλά όχι τη λειτουργία ούτε τη μορφή αυτού του ιδιαίτερου και περίεργου σχηματισμού. Ωστόσο, τόσο ο τρόπος λειτουργίας όσο και η μορφή θεωρούμε πως μπορούν να αποκατασταθούν. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η μαρτυρία του λεξικογράφου Σέξτου Πομπήιου Φήστου (2ος αι. μ.Χ.). Ο Φήστος παραπέμπει σε παλαιότερη σχετική αναφορά του Κάτωνα του «τιμητή» (3ος-2ος αι. π.Χ.). Αντλεί από εκείνη και μας πληροφορεί ότι ο όρος serra «σήμαινε μία μέθοδο μάχης που συνδύαζε επιθετικές ενέργειες και υποχωρητικούς ελιγμούς σε συνεχή εναλλαγή, χωρίς ποτέ να παραμένει στατική η παράταξη».3 Με άλλα λόγια, έτσι περιγραφόταν η τακτική της αδιάκοπης παρενόχλησης του εχθρού με αλλεπάλληλες εφορμήσεις και προσποιητές οπισθοχωρήσεις, δηλαδή με κινήσεις μπρος-πίσω, οι οποίες προσομοίαζαν την κίνηση ενός πριονιού.

Αυτά τα δύο στοιχεία μάς οδήγησαν σε δύο διαπιστώσεις. Πρώτον, ο «πριονωτός» σχηματισμός ασφαλώς προφύλασσε τις διαταραγμένες γραμμές όπισθεν αυτού. Δημιουργούσε ένα προστατευτικό προκάλυμμα, μία «ενδιάμεση ζώνη» (αγγλ. buffer zone). Απέτρεπε, έτσι, την αποσύνθεσή των κύριων γραμμών και επέτρεπε, επομένως, την ανασυγκρότησή τους. Την ίδια στιγμή, οι αντίπαλοι υποβάλλονταν σε διαρκή φθορά και απώλειες (αγγλ. attrition). Αδυνατούσαν, λοιπόν, να εκμεταλλευτούν περαιτέρω το ρήγμα που είχαν επιφέρει ώστε να επιτύχουν την οριστική διάλυση της φίλιας παράταξης. Κατά συνέπεια, η serra λειτουργούσε ως προμετωπίδα, η οποία προστάτευε τις φίλιες δυνάμεις και ταυτόχρονα αποθάρρυνε τις εχθρικές. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η «απαγόρευση» επαφής τού κυρίως σώματος των δύο αντιπάλων παρατάξεων, δηλαδή του αμυνόμενου φίλιου που υποχωρούσε ή φυλλορροούσε και του επιτιθέμενου εχθρικού που προωθούνταν ή προήλαυνε. Δεύτερον, ο «πριονωτός» σχηματισμός σήμαινε ίσως κλιμακωτή διάταξη μονάδων και σχηματισμών με αμυντικό προσανατολισμό (αγγλ. echelon formation, en echelon). Με τη μέθοδο αυτή σχηματίζονταν εσοχές και προεξοχές μπροστά από τη βασική γραμμή μάχης, αφενός για απορρόφηση και απόκρουση εχθρικών προσβολών και αφετέρου για αποφυγή περαιτέρω διάσπασης της συνοχής της κύριας παράταξης.

Ο Βεγέτιος ανέφερε, τέλος, τον σχηματισμό «ομάδων μάχης» (globus). Αυτοί εκτελούσαν σποραδικές καταδρομικές επιθέσεις κατά του εχθρού ξεπηδώντας μέσα από τις φίλιες γραμμές, δηλαδή από τη συμμαχική παράταξη. Τέτοιου τύπου και είδους «ομάδες κρούσης» σίγουρα αποτελούνταν από ελαφρά οπλισμένους –και επομένως ευκίνητους– στρατιώτες (velites), πεζούς και ιππείς. Σε αυτήν την περίπτωση, εκτιμώ ότι μάλλον σκιαγραφούσε επιθέσεις ακοντιστών (lanciarii) με τη ενδεχόμενη σύμπραξη ελαφρού ιππικού. Εισχωρώντας μέσα από τα κενά της συμμαχικής παράταξης, οι ευέλικτοι «λαγκιάριοι» σε συνεργασία με ταχυκίνητους ιππείς εμφανίζονταν απρόοπτα εμπρός στους εχθρούς και τους προσέβαλλαν αιφνιδιαστικά δημιουργώντας προπέτασμα με μαζικές ρίψεις ακοντίων. Με αυτή τη μέθοδο, πλην των βέβαιων απωλειών, επέφεραν περαιτέρω σύγχυση και ταραχή στους αντιπάλους. Αντιστοίχως, για την αντιμετώπιση ευκίνητων βαρβαρικών «δρούγγων» (drungi), δηλαδή ελισσόμενων εχθρικών σχηματισμών ιππικού που προσβάλλουν συνήθως την αριστερή πλευρά και σπανιότερα τη δεξιά, ο Βεγέτιος συνέστησε τον σχηματισμό «κύκλου» (orbis) στα άκρα –αριστερό και δεξιό– της παράταξης για την ολόπλευρη κάλυψη των πτερύγων (III.19).

 

Πολεμικοί σχηματισμοί: «cuneus», «forfex», «serra», «globus»

 

 V. Οι επτά προτεινόμενες παρατάξεις μάχης

 

Το εκτενές εικοστό κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου (III.20) της Epitoma rei militaris είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην περιγραφή τρόπων ανάπτυξης γραμμών μάχης, δηλαδή στις διάφορες εναλλακτικές μεθόδους παράταξης μάχης (αγγλ. battle order). Μάλιστα, στους «γενικούς κανόνες πολέμου» (regulae bellorum generales) –στο εικοστό έκτο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου (III.26) όπου παρατίθενται τριάντα βασικές αρχές και πρακτικές συμβουλές για κάθε ηγήτορα– ο Βεγέτιος αναφέρει μεταξύ των άλλων υπό ποίες προϋποθέσεις οφείλει να επιλέγεται κάθε προτεινόμενη παράταξη μάχης, ώστε να βελτιστοποιούνται οι πιθανότητες νίκης. Τοιουτοτρόπως ο συγγραφέας πρωτοτυπεί, αφού κατορθώνει να συνδέσει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επτά είναι, λοιπόν, οι συνιστώμενες παρατάξεις μάχης:4

 

Η βασική και οι επτά προτεινόμενες εναλλακτικές παρατάξεις μάχης

(1) Η «παραλληλόγραμμη παράταξη μάχης υπό μορφή τετραγώνων» (fronte longa quadro exercitu). Αποτελούσε τον «παραδοσιακό» και «συντηρητικό» τύπο ανάπτυξης γραμμών μάχης σε ευθεία γραμμή, με το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό στα κέρατα (και ως εφεδρεία στα μετόπισθεν). Συνδυάζεται με τη διενέργεια μετωπικής επίθεσης (αγγλ. frontal assault) εναντίον του εχθρού σε όλο το μήκος του μετώπου. Ο Βεγέτιος τη συνιστά μόνο σε έμπειρους ηγέτες και στρατούς. Όπως ισχυρίζεται, η πείρα έχει αποδείξει ότι, όταν μία παράταξη μάχης υπερεκτείνεται, τότε σχηματίζονται κενά, τα οποία ο εχθρός μπορεί δυνητικά να εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 15: μόνον όποιος υπερισχύει συντριπτικά σε αριθμούς, όπως και σε θάρρος και ηθικό, να επιλέγει την «παραλληλόγραμμη τετράγωνη» παράταξη μάχης.

(2) Η «λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio obliqua), η οποία θεωρείται από τον Βεγέτιο ως η καλύτερη.5 Πρόκειται για την πρωτότυπη και αυθεντική γραμμή μάχης με την οποία παρέταξε ο Θηβαίος στρατηγός Παγώνδας τους Βοιωτούς στη μάχη του Δηλίου το 424 π.Χ. και χάρη στην οποία νίκησε τους Αθηναίους (Θουκ. 4.93.4). Σύμφωνα με τον συγγραφέα, όταν εφαρμόζεται «λοξή παράταξη» μάχης, η αριστερή πτέρυγα αγκιστρώνει αποτρεπτικά και αμυντικά την αντίπαλη δεξιά, ενώ η δεξιά πτέρυγα αποτελούμενη από έμπειρους ιππείς και πεζικάριους επιτίθεται και ανατρέπει την αντίπαλη αριστερή με υπερκέραση (αγγλ. single envelopment) επιφέροντας τη νίκη. Οι γραμμές αναπτύσσονται γενικά σε σχήμα γράμματος «Α» ή αλλιώς αλφαδιού. Αν όμως ο εχθρός αναλάβει πρώτος επιθετική πρωτοβουλία κινήσεων, τότε η αριστερή πτέρυγα οφείλει να ενισχυθεί από οργανωμένη εφεδρική γραμμή έμπειρων ιππέων και πεζικάριων όπισθεν αυτής ώστε να αντέξει την εχθρική προσβολή. Η «λοξή» παράταξη μάχης (αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εκ δεξιών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται προς τα αριστερά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 16: αυτός που κρίνει ότι τακτικά μειονεκτεί να επιλέγει αυτήν την παράταξη και να κινείται εναντίον του αντίπαλου αριστερού.

(3) Η «(αντίστροφη) λοξή παράταξη μάχης» παρόμοια με τη δεύτερη (depugnatio similis secundae). Σε αυτήν την τροποποιημένη εκδοχή ενισχύεται –αντί της δεξιάς– η αριστερή πτέρυγα με το πλέον αξιόμαχο ιππικό και πεζικό. Κατόπιν τούτου, διενεργείται άμεση επίθεση εναντίον του δεξιού της εχθρικής παράταξης με αντικειμενικό σκοπό την υπερκέρασή του (αγγλ. single envelopment). Πρόκειται για την «κλασική» λοξή παράταξη. Την εφάρμοσαν οι Θηβαίοι και οι Βοιωτοί τόσο στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, όσο και αργότερα στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. εναντίον των Λακεδαιμονίων, των Αθηναίων και των συμμάχων τους (βλ. αντιστοίχως Ξεν. Ελλ. 6.4.12 και 7.5.21-24). Ωστόσο, ο Βεγέτιος εφιστά την προσοχή στη διατήρηση αλώβητης της αδύναμης –καθότι στελεχωμένης με κατώτερης στάθμης στρατεύματα– δεξιάς πτέρυγας στα μετόπισθεν. Πράγματι, το δεξιό κέρας οφείλει να παραμείνει απρόσβλητο από τον εχθρό. Πρέπει, συνάμα, να μην επιτραπεί στον εχθρό να εισχωρήσει στα κενά μεταξύ των γραμμών, να διασπάσει τη συνοχή τους και να αποκόψει την επαφή των πτερύγων διενεργώντας επίθεση με «σφήνες». Άρα, η παράταξη αυτή επιλέγεται μόνον εφόσον η δεξιά εχθρική πτέρυγα είναι ασυνήθως αδύναμη, ενώ η φίλια αριστερή πτέρυγα επαρκώς ισχυρότερη. Η «αντίστροφη λοξή παράταξη μάχης» (δηλαδή η πρώτη παραλλαγή «λοξής» παράταξης, αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εξ αριστερών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται προς τα δεξιά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 17: αυτός που διαθέτει πολύ γενναία αριστερή πτέρυγα να επιλέγει αυτήν την παράταξη και να κινείται εναντίον του αντίπαλου δεξιού.

Κινούμενο σχέδιο της «(αντίστροφης) λοξής φάλαγγας»

(4) Η αιφνιδιαστική άμεση επίθεση και πλευρική προσβολή του εχθρού ταυτόχρονα από αριστερά και δεξιά με συγκλίνουσες τις δύο πτέρυγες. Πρόκειται ουσιαστικά για τη διενέργεια μείζονος υπερκερωτικού ελιγμού και από τα δύο κέρατα ταυτοχρόνως (αγγλ. pincer movement ή double envelopment). Η διπλή υπερκέραση έχει ως στόχο την υπερφαλάγγιση (αγγλ. outflanking), περικύκλωση και συντριβή του εχθρού.6 Το κλασικότερο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της τακτικής αποτελεί η μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. οπότε οι Αθηναίοι υπό τον στρατηγό Μιλτιάδη κατανίκησαν τους Πέρσες. Η επιλογή αυτής της –ευρείας και άκρως τολμηρής, συμπληρώνουμε– επιθετικής κίνησης διενεργείται από στρατηγό που διοικεί εμπειροπόλεμους και γενναίους στρατιώτες. Αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό των αντιπάλων και στη γρήγορη και σύντομη διάλυση της εχθρικής παράταξης. Συντελείται προτού το απροστάτευτο κέντρο εκτεθεί σε αντίπαλη προσβολή. Σε αυτήν την περίπτωση, η χρονική παράταση τέτοιας επιθετικής ενέργειας καθίσταται επικίνδυνη για το φίλιο στράτευμα, εφόσον ο εχθρός συγκρατήσει τις δυνάμεις του, διατηρήσει τη συνοχή της παράταξής του και επιχειρήσει οργανωμένη αντεπίθεση εναντίον των διαχωρισμένων επιτιθέμενων πτερύγων και του ασθενούς κέντρου. Η «διπλή υπερκέραση» συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 18: μόνον αυτός που διαθέτει πάρα πολύ καλά εκπαιδευμένους στρατιώτες να επιλέγει να επιτεθεί στον εχθρό από τα άκρα.

(5) Η πέμπτη γραμμή μάχης συνιστά «παραλλαγή της τέταρτης παράταξης μάχης», δηλαδή του μείζονος υπερκερωτικού και κυκλωτικού ελιγμού από τα άκρα (αγγλ. pincer movement ή double envelopment). Η τροποποίηση συντελείται με την τοποθέτηση ελαφρά οπλισμένων ανδρών (ψιλών) και τοξοτών μπροστά από την πρώτη γραμμή στο κέντρο. Αυτοί προσφέρουν κάλυψη στο εκτεθειμένο κέντρο σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί άμεση ανατροπή της εχθρικής παράταξης εξαιτίας της γρήγορης και βίαιης επίθεσης από τις πτέρυγες, αλλά αντιθέτως ο εχθρός προλάβει να ανασυγκροτηθεί και να αντεπιτεθεί. Στόχος αυτής της τροποποιημένης διπλής υπερκέρασης παρέμενε η υπερφαλάγγιση (αγγλ. outflanking), περικύκλωση και ολοκληρωτική συντριβή των εχθρικών δυνάμεων. Η τροποποιημένη «διπλή υπερκέραση» με ταυτόχρονη ενίσχυση και προστατευτική κάλυψη του κέντρου συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 19: αυτός που διευθύνει άριστους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

(6) Πάλι παρόμοια με τη «λοξή» παράταξη μάχης (depugnatio similis secundae). Αυτή τη γραμμή ο Βεγέτιος θεωρεί άριστη σε περίπτωση έλλειψης εμπιστοσύνης τόσο στους αριθμούς στρατιωτών όσο και στην ικανότητα προβολής ισχύος των φίλιων δυνάμεων. Επιτυγχάνεται νίκη ακόμη και με αριθμητική μειονεξία, όταν αφενός η δεξιά πτέρυγα, ενισχυμένη με τους καλύτερα εκπαιδευμένους ιππείς και γρήγορους πεζούς, επιτίθεται εναντίον της εχθρικής αριστερής, ενώ αφετέρου διατηρείται η υπόλοιπη παράταξη (κέντρο – αριστερή πτέρυγα) σε ασφαλή απόσταση, απρόσβλητη από τον εχθρό, και πολύ εκτεταμένη σαν ακόντιο. Τότε η φίλια δεξιά πτέρυγα δύναται να υπερκεράσει και να ανατρέψει τους εχθρούς στο αντίπαλο αριστερό κέρας (αγγλ. single envelopment). Την ίδια στιγμή οι υπόλοιπες εχθρικές γραμμές (το κέντρο και το δεξιό κέρας), αδυνατούν να κινηθούν και να αποκτήσουν επαφή με την επιμηκυμένη σε σχήμα περίπου γράμματος «Ι» φίλια παράταξη, καθώς και να επιχειρήσουν τη διενέργεια αντεπίθεσης. Συνίσταται ειδικά ενόσω ο στρατός βρίσκεται εν πορεία. Η συγκεκριμένη «λοξή» παράταξη μάχης (δηλαδή η δεύτερη παραλλαγή «λοξής» παράταξης, αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εκ δεξιών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται πάλι προς τα αριστερά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 20: αυτός που δεν εμπιστεύεται ούτε τον αριθμό ούτε το θάρρος και το ηθικό των στρατιωτών του να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

(7) Τέλος, η παράταξη του στρατού με αγκίστρωση της μίας πλευράς σε ασφαλές σημείο, δηλαδή ευνοϊκό και αδιαπέραστο κώλυμα, όπως όρος, θάλασσα, ποταμό ή λίμνη, πόλη, έλος, ή γενικά σε ανώμαλο έδαφος. Ενδείκνυται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας στρατός διαθέτει όχι μόνο λιγότερους, αλλά επίσης όχι τόσο γενναίους, άνδρες. Το σύνολο του ιππικού και του ελαφρού πεζικού τοποθετείται στην ακάλυπτη, απροστάτευτη από εδαφικό κώλυμα, πλευρά. Ο υπόλοιπος στρατός παρατάσσεται σε ευθεία παράταξη μάχης με απόληξη το εδαφικό κώλυμα που εμποδίζει την προσπέλαση του εχθρού. Εξαιτίας της φυσικής προστατευτικής κάλυψης από τη μία πλευρά και εξαιτίας της προστασίας που παρέχει η ύπαρξη του ιππικού στην άλλη, οι φίλιες δυνάμεις μπορούν να πολεμήσουν με ασφάλεια, έχοντας καλυμμένα τα πλευρά και τα νώτα τους, σύμφωνα με το σχέδιο μάχης που έχει ήδη επεξεργαστεί ο διοικητής στρατηγός. Η παράταξη του στρατού σε γραμμές μάχης με την αγκίστρωση της μίας πλευράς σε αδιαπέραστο εδαφικό κώλυμα (αγγλ. use and improvement of terrain) συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 21: αυτός που γνωρίζει ότι διαθέτει λιγότερους και χαμηλού ηθικού στρατιώτες να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

 

VI. Συμπεράσματα

 

Συνοψίζοντας όλα τα προκείμενα, ο Βεγέτιος διατύπωσε τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 23 (III.26) σύμφωνα με τον οποίο όποιος (στρατιωτικός διοικητής) εμπιστεύεται το (διαθέσιμο) πεζικό επιβάλλεται να αναζητεί μέρη και εδάφη κατάλληλα για (ανάπτυξη και δράση) πεζικού· (αρμόζει επίσης) να δρα και να ενεργεί περισσότερο μέσω του πεζικού. Σε τελική ανάλυση, η Στρατιωτική Επιτομή του Βεγέτιου μπορεί όντως να χαρακτηριστεί ως εργαλείο επιχειρησιακής αξιοποίησης του πεζικού και ανάπτυξης πολλών και διαφόρων τακτικών, σχηματισμών, γραμμών και παρατάξεων μάχης. Όλα αυτά απαρτίζουν στοιχεία που έχουν όντως αξιόλογο ενδιαφέρον και παράλληλα διαθέτουν σημαντική χρηστικότητα. Αυτό συμβαίνει, παρότι η πραγματεία κινείται εκ πρώτης όψεως σε πνεύμα «οπισθοδρομικό». Αξίζει πάλι σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι η Epitoma rei militaris πρωτίστως έθιγε τα κακώς κείμενα στην οργάνωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού. Ποικίλα στρατιωτικά ελλείμματα είχαν ήδη επιφέρει αποτυχίες και ήττες από διάφορους αντιπάλους και εχθρούς. Η Στρατιωτική επιτομή δεν έπαυε, ωστόσο, να συνιστά επίσης χρήσιμο τακτικό εγχειρίδιο, όπως διαπιστώσαμε αμέσως παραπάνω.

Στο επόμενο μέρος εκθέτουμε –επίσης διεξοδικά– την ανάλυση του Βεγέτιου σχετικά με τις τακτικές και με την επιχειρησιακή αξιοποίηση ειδικότερα του ιππικού. Ολοκληρώνουμε με γενικές οδηγίες που περιλαμβάνουν άλλες χρήσιμες συμβουλές και στρατηγήματα υπό τη μορφή συνήθως νουθεσιών προς στρατιωτικούς ηγήτορες. Επειδή η βιβλιογραφία είναι κοινή για τα δύο αυτά μέρη, παρατίθεται πλήρως στο τέλος της επόμενης, σχετικής και συνεχόμενης, δημοσίευσης. Εδώ περιοριζόμαστε να παραθέσουμε βιβλιογραφικά στοιχεία μόνο σε όσες πηγές και βοηθήματα παραπέμπουμε ρητά στις υποσημειώσεις, καθώς και στις βιντεοπαρουσιάσεις.

 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

 

[Συνεχίζεται]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Βλ. τις δύο προηγούμενες δημοσιεύσεις στην Clio Turbata: «Η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα» και «Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος μ.Χ.) στην Epitoma rei militaris του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό».

2. Αντιπρβ. Milner (1991: xxviii), ο οποίος χαρακτηρίζει το έργο όχι ως «αυθεντικό (τεχνικό) εγχειρίδιο πολέμου» αλλά ως «πολιτική και στρατηγική πραγματεία» (The Epitome is…not a true Art of War, but a political and strategic tract). Εντούτοις, πιστεύουμε πως η Επιτομή του Βεγέτιου, παρότι απεικόνιζε έναν στρατιωτικό οργανισμό μάλλον παρωχημένο και σίγουρα όχι πολύ σύγχρονο με την εποχή της, «παρέτασσε» πληθώρα πρακτικών συμβουλών για τακτικές, σχηματισμούς, παρατάξεις μάχης, ακόμη και βασικά στρατιωτικά γνωμικά, διανθισμένα με πλείστα άλλα θέματα στρατιωτικής οργάνωσης που είναι διαχρονικά και χρηστικά. Αντιπρβ. επίσης Luttwak (2009: 366) που χαρακτηρίζει την Epitoma του Βεγέτιου ουσιαστικά ως ένα άκριτο και άμορφο συμπίλημα, στερούμενο πρακτικής ωφελιμότητας. Διαφωνούμε ωστόσο και με αυτήν την εκτίμηση, διότι κατά τη γνώμη μας προδίδει προχειρότητα και έλλειψη μελέτης εις βάθος όλων των παραμέτρων σχετικά με το πλαίσιο συγγραφής και το περιεχόμενο του υλικού του συγκεκριμένου έργου. Επομένως, συμφωνούμε πλήρως με τον Janniard (2008: 19, 20-21), ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου εκτός του ότι συστήνει την παλαιά λεγεώνα ως ιδεαλιστικό πρότυπο οργάνωσης (κυρίως στο 2ο βιβλίο), δεν παύει να αποτελεί ένα θεωρητικό και συνάμα πρακτικό εγχειρίδιο πολέμου (ειδικά στο 3ο βιβλίο). Παρομοίως Elton 1996: 269.

3. Festus, De verb. sign. 466.28-32 (516): «Serra proeliari dicitur cum assidue acceditur recediturque neque ullo consistitur tempore. Cato de re militari (11): „Sive forte opus sit cuneo, aut globo, aut forcipe, aut turribus, aut serra, uti adoriare.‟». Βλ. Milner 32001: υποσημ. 3 σ. 103. – Janniard 2008: 35.

4. Βλ. Milner 1991: 219-224, με ανάλογα σχετικά παραδείγματα από συγκρούσεις του 4ου αι., όπως τεκμαίρονται από την ιστορική αφήγηση κυρίως του Αμμιανού Μαρκελλίνου.

5. Θεωρούμε πως ο Βεγέτιος τη συνιστά ως βέλτιστη για δύο λόγους: επειδή αφενός αποτελούσε τη «φυσιολογική» φορά επίθεσης των αρχαίων στρατών ώστε να εκμεταλλεύονται την «επί δόρυ» επιθετική πλευρά των ανδρών τους εναντίον της «επ’ ασπίδα» αμυντικής των αντιπάλων τους (πρβ. π.χ. Θουκ. 5.71.1 για τη μάχη της Μαντινείας το 418 π.Χ. Βλ. Wheeler & Strauss 2007: 216), και αφετέρου διότι έτσι ακριβώς κέρδισε την αποφασιστική μάχη των Γαυγαμήλων ο Μ. Αλέξανδρος το 331 π.Χ. εναντίον των Περσών. Τότε, ο Μακεδόνας βασιλιάς εξαπέλυσε προσωπικά μείζονα επίθεση εκ δεξιών, χάρη στην οποία προέλασε σαρωτικά πλήττοντας ανεπανόρθωτα την περσική παράταξη. Ταυτοχρόνως, η αριστερή πτέρυγα υπό τον Παρμενίωνα καθώς και η οπίσθια φάλαγγα των βοηθητικών υπέμεναν στωικά περσική αντεπίθεση προβαίνοντας σε τακτικούς υποχωρητικούς ελιγμούς. Αυτή η τολμηρή επιθετική ενέργεια του Μ. Αλεξάνδρου από τα δεξιά τού χάρισε θριαμβευτική νίκη, παρά τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του στρατού του Αχαιμενίδη βασιλιά Δαρείου Γ΄ Κοδομανού.

6. Αυτός, σημειώνουμε, ήταν ο απώτερος αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ) του σχεδίου μάχης που συνέταξε ο Αννίβας στη μάχη των Καννών το 216 π.Χ. εναντίον των Ρωμαίων. Τότε είχε παρατάξει τον καρχηδονιακό στρατό σε καμπύλη γραμμή, αρχικά κυρτή-σφηνοειδή και ύστερα κοίλη-μηνοειδή.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ

 

 Α. Πηγές

 

Asclepiodotus, στο Aeneas Tacticus, Asclepiodotus, and Onasander, translated by Illinois Greek Club, [Loeb] Cambridge MA 1928, σ. 229-341.

Sexti Pompei Festi de verborum significatu quae supersunt cum Pauli epitome, ed. W.M. Lindsay, [Teubner] Lipsiae 1913.

Thucydides, with an English translation by C. Forster Smith in four volumes, vol. II: History of the Peloponnesian War, Books III and IV; vol. III: History of the Peloponnesian War, Books V and VI, [Loeb] London–New York 1920-1921.

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990.

Xenophon, Hellenica, Books VI and VII; Anabasis, Books I–III, with an English translation by C.L. Brownson, [Loeb] London–New York 1921.

 

Β. Μελέτες

 

Conyard, J. 2013. «Recreating the Late Roman Army», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 523-567.

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York.

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36.

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα.

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford.

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press.

Nicasie, M.J. 1998. Twilight of Empire. The Roman Army from the Reign of Diocletian until the Battle of Adrianople, [Dutch Monographs on Ancient History and Archaeology Vol. XIX, eds. H.W. Pleket – F.J.A.M. Meijer), Amsterdam.

Syvänne, I. 2018. «Overview of East Roman Cavalry Warfare and Tactics» (https://www.academia.edu/36185385/).

Wheeler, E.L. & Strauss, B. 2007. «Chapter 7. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part I: Archaic and Classical Greece), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 186-247.

 

 

 

Taner Akçam: Ζούμε τον 21ο αιώνα, η νοοτροπία μας είναι ακόμα εκείνη του 1453

Taner Akçam

Ζούμε τον 21ο αιώνα, η νοοτροπία μας είναι ακόμα εκείνη του 1453

 

«Ζούμε τον 21ο αιώνα, η νοοτροπία μας είναι ακόμα εκείνη του 1453» Συγκλονιστική συνέντευξη του Τούρκου ακαδημαϊκου και ιστορικού Τανέρ Ακσάμ, στην διαδικτυακή εφημερίδα Ahval:

Ο έγκριτος καθηγητής γράφει: “Στην πραγματικότητα το μόνο πράγμα που έπρεπε να πει κανείς για το θέμα της Αγίας Σοφίας είναι “ανάρμοστο” και “ντροπή”. Σκέπτομαι, όμως, ότι οι συνομιλητές μου δεν διαθέτουν την πολιτιστική λεπτότητα να αντιληφθούν το νόημα αυτών των λέξεων. Γι αυτό θα μιλήσω ανοιχτά για το θέμα και με τον τρόπο που θα τον καταλάβουν. Αυτό που έγινε στην Αγία Σοφία είναι ένα ξεκάθαρο δείγμα βαρβαρότητας. Αποτελεί την διακήρυξη των Τούρκων ότι είναι απολίτιστοι και καταστροφικοί.

Γιατί; Επειδή με αυτό που έκαναν δήλωσαν σε όλο τον κόσμο ότι “όσο κι αν ζούμε στον 21ο αιώνα διατηρούμε τη νοοτροπία του κατακτητή του 1453. Εμείς ακόμα και στον 21ο αιώνα δεν έχουμε την αγωνία να προστατεύσουμε μια παγκόσμια κληρονομιά της ανθρωπότητας”.

Δεν έχουμε αποθέματα πολιτισμού για να πάμε πάρα πέρα την πολιτιστική κληρονομιά που μας κληροδότησαν.

Δεν έχουμε να προσθέσουμε ούτε ένα λιθαράκι στην παγκόσμια κληρονομιά. Εμείς δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα πολιτισμική αξία. Μπορούμε μόνο να την κατακτήσουμε, να την χαλάσουμε, να την γκρεμίσουμε και να την καταστρέψουμε. Αυτό συνέβη με ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς , την Αγία Σοφία, που μετατρέψαμε σε τζαμί και την κατακτήσαμε ξανά όπως το 1453, αλλά στον 21ο αιώνα.Αυτό που έγινε είναι μια πολιτισμική καταστροφή.Μήπως ο Ερντογάν και ο Μπαχτσελί θα καταλάβουν τώρα τα αίτια της εξαιρετικά αρνητικής εικόνας που επικρατεί στον κόσμο έναντι των Τουρκων;

Ο Ρώσος διανοούμενος του 19ου αιώνα Nikolay Denilevski έκανε μια διάκριση μεταξύ των κοινωνιών που δημιουργούν πολιτισμό κι εκείνων που τον καταστρέφουν. Απαριθμεί με χρονολογική σειρά αυτούς που δημιούργησαν δέκα είδη πολιτισμών Αιγύπτιοι, Κινέζοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Κελντανί, Ινδοί, Πέρσες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Ευρωπαίοι και συνεχίζει: Παράλληλα με αυτούς τους θετικούς πολιτισμούς υπήρξαν παράγοντες, όπως οι Ούννοι, οι Μογγόλοι και οι Τούρκοι που έλαμψαν κατά διαστήματα και μετά έσβησαν και χάθηκαν. Όλοι αυτοί εκπλήρωσαν το καταστροφικό τους καθήκον, συνέβαλαν στο θάνατο θνησιγενών πολιτισμών και αφού διασκόρπισαν τα απομειναρια τους επιστρέφουν στην ασημαντότητα τους και χάνονται. Αυτούς μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε αρνητικούς παράγοντες της Ιστορίας.

Έχουν λεχθεί πάρα πολλά πράγματα σε βάρος των Τούρκων στη Δύση. Όχι μόνο οι διανοούμενοι αλλά και απλοί άνθρωποι εκφράστηκαν για την καταστροφική τάση πολιτισμών των Τούρκων.“Οι Τούρκοι ποδοπατούν σε κάθε βήμα που κάνουν στην Βαλκανική Χερσόνησο τα έργα πολιτισμού χιλιάδων χρόνων”. ” Ο Τούρκος όπου βρει δένδρο θα το κόψει”. “Οι Τούρκοι εξαφάνισαν παντού πολιτισμούς και δεν προστάτευσαν ποτέ αυτά που βρέθηκαν στην ιδιοκτησία τους “. “Δεν είναι με κανένα τρόπο πολιτισμένος λαός και δεν κατάφερε να σταθεί αντάξια στο επίπεδο πολιτισμού των εδαφών που κατέκτησε”. “Δεν καρπίζει τίποτα στο έδαφος που πάτησε το πόδι Οθωμανού”. “Ξεράθηκαν και δεν φυτρώνουν ούτε χορτάρια εκεί που πάτησαν Οθωμανοί”.

Οι Οθωμανοί δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να καίνε, να ρημάζουν, να καταστρέφουν τα μέρη που κατέκτησαν.

Σε ορισμένες πηγές μάλιστα αναφέρεται ότι η καταστροφική μανία και η αναλγησία των Τούρκων δεν στρέφεται μόνο έναντι των ξένων. Οι Τουρκοι αξιωματούχοι πνίγουν και σκοτώνουν βάρβαρα τους δικούς τους ανθρώπους όταν αισθανθούν την παραμικρή υποψία. Εάν τώρα επαναληφθούν όλα αυτά θα μπορέσει ο Ερντογάν και ο Μπαχτσελί να πουν όχι δεν είναι έτσι; Κοιτάξτε σε τι χάλια οδήγησαν τη χώρα. Καταπιέζεται, βασανίζεται και φυλακίζεται κάθε άνθρωπος που ασκεί την παραμικρή κριτική έναντι της εξουσίας. Αυτά που καταστρέφουν δεν είναι μόνο άνθρωποι. Τόσο η πολιτιστική κληρονομιά όσο και το φυσικό περιβάλλον εισπράττουν αρκούντως το μερίδιο τους. Αυτό που κάνουν είναι μια φοβερή, απεριόριστη χρήση δύναμης, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αδηφαγία της καταστροφικής μανίας του φανατισμού.Στην πραγματικότητα ο Ερντογάν και ο Μπαχτσελί εκπροσωπούν την παραδοσιακή βαρβαρότητα και τάση καταστροφής που έχει βαθιές ρίζες σε αυτό τον τόπο. Σήμερα η Μικρά Ασία είναι γεμάτη με κατεστραμμένες εκκλησίες και ιερούς τόπους που χρησιμοποιούνται είτε ως στάβλοι είτε ως αποθήκες

Το δίδυμο Ερντογάν-Μπαχτσελί (μπορείτε να προσθέσετε και τον Περιντσέκ) είναι οι εκπρόσωποι της καταστροφικής παράδοσης που έκαψε, γκρέμισε την Μικρά Ασία και δεν περιορίστηκε μόνο στον εκτοπισμό και τον αφανισμό ανθρώπων αλλά επεκτάθηκε και στην πολιτιστική κληρονομιά. Η τουρκική μανία καταστροφής και εξόντωσης βρίσκονται στην εξουσία ως συνασπισμός Ερντογάν-Μπαχτσελί. Για αυτό τον λόγο η αντίσταση σε αυτούς πρέπει να εκληφθεί ως αγώνας πολιτισμού για κάθε Τούρκο. Έχει ιδιαίτερη η σημασία η κράτηση στις φυλακές του Οσμάν Καβάλα, ιδρυτή του Ιδρύματος Πολιτισμού της Ανατολίας, που θέλει να να διασώσει την πολιτισμική κληρονομιά αυτού του τόπου.

Το θέμα συζήτησης είναι η δοκιμασία των Τούρκων με τον πολιτισμό. Στο τέλος θα κερδίσει ο Πολιτισμός.

Οι Βυζαντινοί κλείστηκαν στην Αγία Σοφία , τις τελευταίες μέρες της αυτοκρατορίας και περίμεναν να τους σώσει ο θεός. Το ίδιο κάνει τώρα και ο Ερντογάν, καταφεύγει στην Αγία Σοφία για να σωθεί. Οι φτωχοί άνθρωποι που δεν μπορούν να ταϊσουν τα παιδιά τους τι θα κάνουν; Θα πάνε στον ναό να προσευχηθούν για να λύσουν τα προβλήματά τους που οφείλονται στην κακοδιαχείριση του σουλτάνου;

Πέρα από τους λεονταρισμούς και τα φτηνά πολιτικά τεχνάσματα καλά θα κάνει ο σουλτάνος να διαβάσει τι έλεγε ο Κικέρων που έζησε π.Χ. ” Τους ιερούς χώρους δεν τους αγγίζεις όχι μόνο με το χέρι αλλά ούτε με τη σκέψη”.

 

Ο Altuğ Taner Akçam είναι ιστορικός και κοινωνιολόγος. Διετέλεσε Επισκέπτης καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Minnesota (ΗΠΑ) προτού αναλάβει επικεφαλής του Strassler Family Center for Holocaust and Genocide Studies του Πανεπιστημίου Clark. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους Τούρκους ακαδημαϊκούς δασκάλους που αναγνωρίζει και τοποθετείται δημόσια για τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Θεωρείται διεθνώς ως ένας από τους κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες για το παραπάνω θέμα. Τον Ιανουάριο του 2020, ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Emmanuel Macron του απένειμε το Παράσημο Θάρρους (Médaille d’honneur pour acte de courage et de dévouement), μια από τις σημαντικότερες τιμητικές διακρίσεις της χώρας, ένεκα της δημόσιας καταγγελίας της Γενοκτονίας εκ μέρους του  Akçam

Πέτρος Παπαπολυβίου: Μέρες πραξικοπήματος και τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1974)

 Πέτρος Παπαπολυβίου

 Μέρες πραξικοπήματος και τουρκικής εισβολής στην Κύπρο

(Ιούλιος – Αύγουστος 1974)

 

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974

Το στρατιωτικό πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης του αρχιεπισκόπου Μακαρίου εκδηλώθηκε στις 8.20 το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974. Οι μονάδες και τα τμήματα της Εθνικής Φρουράς (μοίρες καταδρομών, τεθωρακισμένα και μικρό τμήμα του Ναυτικού) και οι διμοιρίες της ΕΛΔΥΚ που εκτέλεσαν το πραξικόπημα στη Λευκωσία, είχαν κύριους στόχους το Προεδρικό Μέγαρο και τη ζωή του ιδίου του Μακαρίου, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, το στρατόπεδο του Εφεδρικού σώματος, το ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου), την Αρχιεπισκοπή, το Αεροδρόμιο Λευκωσίας και τον Πύργο Ελέγχου, το κεντρικό κτίριο της ΣΥΤΑ (του κυπριακού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών), τις Κεντρικές Φυλακές και τον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου.

Είχε προηγηθεί πολύμηνη προετοιμασία για τη στρατιωτική επιχείρηση που ακολούθησε την πολύχρονη υπόσκαψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνησης του προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Έτσι, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, αποδείχθηκε ότι είχε οργανωθεί με κάθε λεπτομέρεια και σκηνοθετηθεί άψογα από τη στενή ηγετική ομάδα της δικτατορίας στην Ελλάδα, με αρχισυνωμότη τον Δημήτριο Ιωαννίδη: Ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, στρατηγός Γεώργιος Ντενίσης, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ («Ελληνική Δύναμις Κύπρου») και ο πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο, Ευστάθιος Λαγάκος, είχαν προσκληθεί σε παραπλανητική σύσκεψη στην Αθήνα, την Παρασκευή 13 Ιουλίου, που διακόπηκε και θα συνεχιζόταν τη Δευτέρα, 15 Ιουλίου, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν υπήρχε περίπτωση πραξικοπήματος, απούσης της στρατιωτικής ηγεσίας. Η απομάκρυνση του Ντενίση από την Κύπρο εξυπηρετούσε και τη σκοπιμότητα της υλοποίησης του πραξικοπήματος από τους έμπιστους του Ιωαννίδη.

Επιπλέον, η εκδήλωση του πραξικοπήματος (με κωδικό σύνθημα «Αλέξανδρος εισήχθη στο νοσοκομείο») σχεδιάστηκε να γίνει μετά την επιστροφή, νωρίς το πρωί, του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Προεδρικό Μέγαρο από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, όπου συνήθιζε να μεταβαίνει τα σαββατοκύριακα των καλοκαιρινών μηνών. Σε μια ώρα, που η κυκλοφορία στην καλοκαιρινή Λευκωσία ήταν αρκετά περιορισμένη και η Αστυνομία και το Εφεδρικό σώμα βρίσκονταν σε χαλάρωση, ύστερα από την ασφαλή μετακίνηση του Μακαρίου στο Προεδρικό.

Φαίδων Γκιζίκης, Γεώργιος Παπαδόπουλος και Δημήτριος Ιωαννίδης σε εποχές αγαστής συνεργασίας.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της εκστρατείας μίσους εναντίον του προέδρου Μακαρίου από τον κύκλο των πραξικοπηματιών που κυβερνούσαν δικτατορικά την Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1967. Τα μέλη του στενού αυτού συνωμοτικού κύκλου και ειδικότερα της ομάδας Ιωαννίδη, που είχαν τον απόλυτο έλεγχο της ελληνικής «κυβέρνησης» από τον Νοέμβριο του 1973, μισούσαν θανάσιμα τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και σταδιακά διαμόρφωσαν την πεποίθηση ότι έπρεπε να απαλλαγούν από την παρουσία του με κάθε τρόπο, διακηρύσσοντας μάλιστα με ανέξοδη πατριωτική μεγαλοστομία ότι έτσι θα έφτανε η Κύπρος στην Ένωση με την Ελλάδα. Ανάμεσα στα κίνητρα του Ιωαννίδη, που μπορεί να ήλεγχε την «κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου» όμως δεν είχε εξασφαλίσει την πλήρη αποδοχή από τους περισσότερους Έλληνες αξιωματικούς, ασχέτως εάν παρέμεναν πειθήνιοι και αδρανείς, καθώς δεν κατανοούσαν την ανατροπή του Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973 ήταν, θεωρούμε, και η ανάγκη του να «πετύχει μια νίκη στο Κυπριακό», «αποδεικνύοντας» την «αναγκαιότητα» του πραξικοπήματος του 1973. Εξάλλου, και η συνωμοτική απριλιανή ομάδα των συνταγματαρχών του 1967, αντιστοίχως, είχε σπεύσει με εγκληματική αφέλεια, λίγους μήνες μετά την 21η Απριλίου, στις συνομιλίες του Έβρου «για να κλείσει το Κυπριακό», ενώ αργότερα είχε αποδεχθεί με ακατανόητη ευκολία την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, απογυμνώνοντας την άμυνα της μεγαλονήσου.

Η απόφαση για το πραξικόπημα είχε ληφθεί τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 1974, από τους Φαίδωνα Γκιζίκη, Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, Γρηγόριο Μπονάνο και Δημήτριο Ιωαννίδη. Διατάχθηκαν να την υλοποιήσουν ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, που αναπλήρωνε τον απουσιάζοντα Ντενίση στην αρχηγία του ΓΕΕΦ (Γενικόν Επιτελείον Εθνικής Φρουράς) και ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, διοικητής των κυπριακών Δυνάμεων Καταδρομών, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση του επιχειρησιακού τμήματος. Η διαταγή δόθηκε μετά την ανακοίνωση από τον πρόεδρο Μακάριο, στις αρχές Ιουλίου, της δραστικής μείωσης της στρατιωτικής θητείας και της ανάκλησης των εξ Ελλάδος αξιωματικών. Ας σημειωθεί ότι την περίοδο Ιουνίου – Ιουλίου 1974 αρκετοί αξιωματικοί είχαν αντικατασταθεί ή επέκειτο ο επαναπατρισμός τους και οι αντικαταστάτες τους δεν είχαν προλάβει να ενημερωθούν για τα πεδία ευθύνης των μονάδων τους. Το αρνητικό κλίμα στις τάξεις των Ελλήνων αξιωματικών στην Κύπρο (που τα στοιχεία δείχνουν ότι στην πλειοψηφία τους ήταν «παπαδοπουλικοί» και όχι «ιωαννιδικοί») θα επιβάρυνε η μη επιστροφή του στρατηγού Ντενίση από την Αθήνα, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι οργανώθηκε το πραξικόπημα από υφισταμένους του, πίσω από την πλάτη του, υπέβαλε την παραίτησή του και αρνήθηκε να γυρίσει στη Λευκωσία. Παρότι αναζητήθηκε αντικαταστάτης του, από έναν κατάλογο ανώτερων αξιωματικών με προϋπηρεσία στην Κύπρο, δεν βρέθηκε. Έτσι, παρέμεινε διοικητής της κυπριακής Εθνοφρουράς ο Γεωργίτσης, ο οποίος είχε προαχθεί σε ταξίαρχο μερικές βδομάδες πριν από το πραξικόπημα και ανέμενε, εντός των επόμενων εβδομάδων, την τελική του μετάθεση και επιστροφή στην Ελλάδα. Επρόκειτο για ανατροπή της στρατιωτικής ιεραρχίας, με αποκλειστικό κριτήριο την τυφλή πειθαρχία στον Δ. Ιωαννίδη, γεγονός που θα είχε καταστροφικές συνέπειες στην εγκληματικά ανεπαρκή άμυνα εναντίον της τουρκικής εισβολής, αφού η Εθνική Φρουρά έμεινε ακέφαλη, στα χέρια άβουλων αξιωματικών, απλώς και μόνο για να πετύχει το πραξικόπημα. Στη συνέχεια, στις αρχές Αυγούστου 1974, σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί – πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος και δεκάδες άλλοι αντικαταστάθηκαν και απομακρύνθηκαν από την Κύπρο, ύστερα από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Και αυτό, όμως, θα αποδεικνυόταν μειονέκτημα για την ελληνική κυπριακή άμυνα στη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, αφού οι αντικαταστάτες τους δεν θα προλάβαιναν να γνωρίσουν τον τόπο, τους άνδρες και τις μονάδες τους.

Το πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1974 | AlphaNews Live | AlphaNews

 

Για λόγους συνωμοτικότητας οι μυημένοι στο πραξικόπημα Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο ήταν μετρημένοι, γύρω στους δέκα με δώδεκα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η εκδήλωσή του, το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, να αιφνιδιάσει πολλούς αξιωματικούς. Ορισμένοι, στην επαρχία Πάφου, που βρέθηκαν για υπηρεσιακούς λόγους έξω από τα στρατόπεδά τους, συνελήφθησαν από τις πιστές στον Μακάριο δυνάμεις, εντελώς ανύποπτοι για το τι είχε συμβεί. Στη Λεμεσό, ένας εξ Ελλάδος ταγματάρχης δολοφονήθηκε από Έλληνα Κύπριο αστυνομικό αφού, ανυποψίαστος, έσπευσε στον κεντρικό Αστυνομικό σταθμό της πόλης για να πληροφορηθεί τι ακριβώς συνέβαινε στη Λευκωσία. Υπήρξαν και περιπτώσεις, στο μικρό σε προσωπικό και μονάδες κυπριακό Ναυτικό, όπου Έλληνες αξιωματικοί αρνήθηκαν κατηγορηματικά να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα. Η προσωπική αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε συνέβαλε στη μειωμένη αμυντική αντίδραση του κυπριακού πολεμικού Ναυτικού απέναντι στην τουρκική εισβολή. Άλλοι, αξιωματικοί του Πεζικού, όταν προσεγγίστηκαν να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα, πείστηκαν, τελικώς, αφού ζήτησαν πρώτα και έλαβαν τη σχετική διαταγή από τη στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα. Ας προστεθεί ότι οι Γεωργίτσης και Κομπόκης, όπως κατέθεσαν μερικά χρόνια αργότερα (1986) στην Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για τον «Φάκελο της Κύπρου», είχαν εκφράσει, μερικά εικοσιτετράωρα πριν από τις 15 Ιουλίου, τους ενδοιασμούς τους, υποδεικνύοντας τις πιθανές τουρκικές αντιδράσεις. Όμως, η ηγεσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν πλήρως καθησυχαστική. Το ότι αργότερα, μετά την ολοκλήρωση του εγκλήματος εναντίον της Κύπρου, ουδείς εκ της τότε ηγεσίας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ανέλαβε το βάρος των ευθυνών που του αναλογούσαν, αποδεικνύει τη θλιβερή ηθική κατάπτωση των ανώτερων αξιωματικών του στρατιωτικού καθεστώτος της επταετίας.

Το πραξικόπημα επικράτησε στη Λευκωσία ύστερα από μερικές ώρες. Όμως, ένας από τους βασικούς στόχους, η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, δεν επιτεύχθηκε, αφού ο Κύπριος πρόεδρος κατάφερε να διαφύγει από το περικυκλωμένο Προεδρικό Μέγαρο, πριν αυτό γίνει παρανάλωμα του πυρός. Οι συγκρούσεις για την επικράτηση του πραξικοπήματος είχαν πολλά θύματα, εξαιτίας της αντίστασης στο Προεδρικό, στην Αρχιεπισκοπή, στην περιοχή του Αρχηγείου της Αστυνομίας, και αλλού, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό και στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τους επίσημους καταλόγους, το σύνολο των θυμάτων στη διάρκεια του πραξικοπήματος ήταν 98 νεκροί, ένας μακάβρια υψηλός αριθμός για τα κυπριακά δεδομένα, αλλά και σε σύγκριση με την αντίσταση στην επιβολή της απριλιανής δικτατορίας και των προηγούμενων πραξικοπημάτων στην Ελλάδα. Οι πεσόντες στις συγκρούσεις και δολοφονηθέντες από τις πιστές στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμεις (Αστυνομία / Εφεδρικό και μέλη ένοπλων ομάδων πολιτών) ήταν 41, οι πολίτες – θύματα 16 (ανάμεσά τους και ένα κοριτσάκι επτά χρονών), ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις που πήραν μέρος στο πραξικόπημα είχαν άλλους τόσους νεκρούς: 36 Κύπριους και πέντε Ελλαδίτες (τρεις αξιωματικοί, οι δύο των ΛΟΚ). Ανάμεσα στα πιο αποτρόπαια εγκλήματα ήταν η εντελώς αναίτια εν ψυχρώ δολοφονία τεσσάρων νέων, πιστών στον Μακάριο, μετά τη σύλληψή τους από άτακτους της ΕΟΚΑ Β΄, στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού, στις 16 Ιουλίου 1974.

Το Προεδρικό Μέγαρο με εμφανή τα ίχνη της επίθεσης.

Ο πρόεδρος Μακάριος κατάφερε να φτάσει στην Πάφο, μέσω της Μονής Κύκκου, με ιδιαίτερα περιπετειώδη τρόπο. Στο κτίριο της Μητρόπολης Πάφου, το απόγευμα της 15ης Ιουλίου ηχογραφήθηκε το ιστορικό ραδιοφωνικό διάγγελμα με το οποίο ο πρόεδρος της Κύπρου διέψευδε την «είδηση» που επαναλαμβανόταν από το ΡΙΚ ότι «ο Μακάριος είναι νεκρός» και καλούσε τον κυπριακό λαό σε αντίσταση στο χουντικό πραξικόπημα. Την επομένη, 16 Ιουλίου, ο Μακάριος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάφο με βρετανικό ελικόπτερο που τον μετέφερε στη στρατιωτική βάση του Ακρωτηρίου. Από εκεί, αεροπλάνο τον μετέφερε στη Μάλτα και στις 17 Ιουλίου έφτασε στο Λονδίνο. Στη συνέχεια μετέβη στη Νέα Υόρκη, όπου στις 19 Ιουλίου μίλησε στo Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατήγγειλε την ανατροπή του από την ελληνική στρατιωτική δικτατορία.

Στη Λευκωσία, το μεσημέρι της 15ης Ιουλίου 1974, ύστερα από αρνήσεις ή αδυναμία εντοπισμού των «υποψηφίων» που είχε υποδείξει το καθεστώς της Αθήνας (τα ονόματα είχε απομνημονεύσει ειδικός αγγελιαφόρος αξιωματικός), οι επικεφαλής του πραξικοπήματος διόρισαν «πρόεδρο της Δημοκρατίας», τον διευθυντή της εφημερίδας «Μάχη», βουλευτή και παλιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ, Νίκο Σαμψών. Αργότερα, ανακοινώθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης». Το νέο καθεστώς επέβαλε λογοκρισία στον Τύπο, ενώ το ΡΙΚ τέθηκε κάτω από στρατιωτικό έλεγχο. Οι κρατούμενοι στις φυλακές μέλη και υποστηρικτές της ΕΟΚΑ Β΄ αφέθηκαν ελεύθεροι και δεκάδες έφεδροι αξιωματικοί κλήθηκαν στα όπλα για να βοηθήσουν στην επιβολή του πραξικοπήματος. Την ίδια ώρα, δεκάδες πολίτες συνελήφθησαν και πολλοί από αυτούς υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια. Η «διακήρυξις των κυπριακών Ενόπλων Δυνάμεων» απέδιδε το πραξικόπημα στον «διαγραφόμενον κίνδυνον να περιέλθουν αι Ένοπλοι Δυνάμεις εις χείρας αναρχικών και εγκληματικών στοιχείων» και -για τραγική ειρωνεία- διαβεβαίωνε ότι θα συνεχίζονταν οι διακοινοτικές συνομιλίες όπως και «η αδέσμευτος εξωτερική πολιτική ως μέχρι τούδε»…

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο εγκάθετος της χούντας στην Κύπρο, Νικόλαος Σαμψών σε παλαιότερο στιγμιότυπο.

Η τουρκική εισβολή

Στις πρωινές ώρες του Σαββάτου, 20ης Ιουλίου 1974, η Κύπρος, σπαρασσόμενη και διαιρεμένη από το προηγηθέν πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, δέχθηκε από αέρος και θαλάσσης τουρκική στρατιωτική επίθεση. Ήταν μια στρατιωτική εισβολή που αν και είχε προαναγγελθεί από την προηγούμενη ημέρα από όλα τα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, που μετέδιδαν μάλιστα και τις σχετικές εικόνες, κατέλαβε απροετοίμαστα τα στρατιωτικά επιτελεία στην Αθήνα και τη Λευκωσία και απέδειξε με τραγικό τρόπο την εγκληματική ανεπάρκεια και επαγγελματική ανικανότητα της δικτατορικής ηγεσίας. Ήταν οι ίδιοι αξιωματικοί που είχαν αφιερώσει ολόκληρες εβδομάδες σχεδιάζοντας την επιτυχία του πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Μακαρίου… Αν και ο τουρκικός αποβατικός στόλος είχε αναχωρήσει από το λιμάνι της Μερσίνας από το μεσημέρι της 19ης Ιουλίου, η ηγεσία του πραξικοπήματος απέφυγε να προωθήσει τις προβλεπόμενες στρατιωτικές μονάδες στις ακτές της Κερύνειας κατά τις νυκτερινές ώρες και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), ανέμενε μάταια οδηγίες από την Αθήνα, την ώρα που τα τουρκικά πλοία πλησίαζαν την Κύπρο, αντί να θέσει σε εφαρμογή το Σχέδιο Αμύνης. Ας προστεθεί ότι μονάδες της Εθνοφρουράς, λόγω του πραξικοπήματος, είχαν μεταφερθεί τις προηγούμενες ημέρες από την περιοχή του Πενταδακτύλου ή τη Λευκωσία στην Πάφο και ήταν καταπονημένες, ενώ η επιστράτευση (με αρκετά προβλήματα) κηρύχθηκε με αρκετή καθυστέρηση, το πρωί της 20ης Ιουλίου. Ήδη, όμως, στις 4.45 το πρωί η τουρκική αεροπορία είχε αρχίσει να βομβαρδίζει με σφοδρότητα στρατιωτικούς στόχους στην Κερύνεια και στη Λευκωσία, ενώ λίγη ώρα αργότερα βυθίστηκαν από τουρκικά πυρά, στα ανοικτά της Κερύνειας, δύο τορπιλάκατοι του Κυπριακού Ναυτικού που είχαν σπεύσει να εμποδίσουν τα δεκάδες πολεμικά τουρκικά πλοία και γύρω στις 6.00 το πρωί είχε αρχίσει, χωρίς ενόχληση, η ρίψη Τούρκων αλεξιπτωτιστών στην περιοχή Κιόνελι, για την ενίσχυση του τουρκοκυπριακού θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Οι βομβαρδισμοί των τουρκικών αεροπλάνων βρήκαν αρκετά τάγματα Πεζικού, τις περισσότερες μοίρες Πυροβολικού, τους άνδρες της ΕΛΔΥΚ ακόμη και το ίδιο το ΓΕΕΦ, εντός των στρατοπέδων τους. Δύο τάγματα που διατάχθηκαν βεβιασμένα να κινηθούν σε φάλαγγα από τη Λευκωσία προς τις βόρειες ακτές, χρησιμοποιώντας τον βασικό οδικό άξονα Λευκωσίας – Κερύνειας στο φως της ημέρας και χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη, το 281 ΤΠ και στο 286 ΜΤΠ (το μοναδικό μηχανοκίνητο τάγμα της Εθνικής Φρουράς) αποτέλεσαν εύκολη λεία για την τουρκική αεροπορία και ουσιαστικά το δεύτερο εξουδετερώθηκε, έχοντας βαριές απώλειες, σε αξιωματικούς και οπλίτες. Το 286 ΜΤΠ, θρήνησε από την αεροπορική επιδρομή στον Κοντεμένο επτά νεκρούς αξιωματικούς και οπλίτες και είχε και 25 τραυματίες (ανάμεσά τους και ο διοικητής του, ανχης Γ. Μπούτος, που απεβίωσε στις 3 Αυγούστου 1974). Ήταν ένα τραγικό περιστατικό που επιβεβαίωσε από τις πρώτες ώρες την επαγγελματική ανεπάρκεια της στρατιωτικής ηγεσίας η οποία είχε επωμισθεί την ευθύνη για την άμυνα της Κύπρου εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Την ανικανότητα της ηγεσίας του ΓΕΕΦ τεκμηριώνουν, με ανείπωτη οδύνη για τον σημερινό αναγνώστη, οι διάλογοι μεταξύ στρατιωτικών επιτελείων Λευκωσίας και Αθήνας, τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου 1974: το ΓΕΕΦ, την ώρα που δεχόταν τους τουρκικούς βομβαρδισμούς και παρακολουθούσε την ρίψη των Τούρκων αλεξιπτωτιστών ζητούσε εναγωνίως διαταγές από την Αθήνα, η οποία συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, επιμένοντας ότι οι «Τούρκοι έκαναν απλώς επίδειξη δύναμης»…

Ο βομβαρδισμός της Λευκωσίας από την τουρκική πολεμική αεροπορία.

Τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου, οι πρώτοι Τούρκοι πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στις ακτές του Καραβά, στο Πέντε Μίλι και προωθήθηκαν στις υπώρειες της οροσειράς του Πενταδακτύλου. Λίγο αργότερα, στον ίδιο χώρο αποβιβάστηκε μια ίλη τουρκικών τεθωρακισμένων Μ47, πυροβόλα, ερπυστριοφόρα οχήματα και δυνάμεις πεζικού. Το δεύτερο και ισχυρότερο αποβατικό κύμα έφτασε στις ακτές της Κερύνειας το πρωί της 22ας Ιουλίου, υπό τον στρατηγό Ντεμιρέλ. Παρά την απεγνωσμένη ασυντόνιστη άμυνα μερικών δεκάδων ανδρών και αξιωματικών του 251ΤΠ και της 33ης Μοίρας Καταδρομών, οι τουρκικές δυνάμεις, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, έφτασαν στην είσοδο της Κερύνειας και τμήματά τους προωθήθηκαν στον Πενταδάκτυλο, πετυχαίνοντας τη συνένωση του προγεφυρώματος με τον θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (16.00 της 22ας  Ιουλίου) τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Επιχείρηση Αττίλας 1. Ο πρώτος γύρος της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο.

Η κατάληψη της μικρότερης και ομορφότερης κυπριακής πόλης ήταν τεράστιο εδαφικό και συμβολικό πλήγμα για την Κυπριακή Δημοκρατία. Για τις τουρκικές δυνάμεις ήταν μια ένεση γοήτρου καθώς παρά την πολλαπλάσια υπεροπλία και την κυπριακή αποδιοργάνωση δεν είχαν πετύχει άλλα ουσιαστικά κέρδη. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν εξουδετερώσει, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, τους περισσότερους τουρκικούς θύλακες, σε διάφορες περιοχές του νησιού. Όμως το επιτελείο του ΓΕΕΦ απέτυχε να αξιολογήσει την κατάσταση και δεν έδωσε το βάρος που έπρεπε στην προσπάθεια εξάλειψης του τουρκικού προγεφυρώματος, παρά τις επιτυχίες των δυνάμεων καταδρομών  που εκπόρθησαν με δυσκολία και ηρωισμό, το βράδυ της 20ης Ιουλίου, εχθρικές οχυρές θέσεις στον Πενταδάκτυλο. Κομβικό γεγονός, όχι τόσο για την άμυνα της Κύπρου όσο για το ηθικό των αμυνομένων και για την εκδίωξη του αισθήματος της παγερής εγκατάλειψης από την Ελλάδα, που είχε αρχίσει να κυριαρχεί ύστερα από την πρώτη ημέρα της εισβολής, ήταν η τραγική κατάληξη της επιχείρησης «Νίκη»: Λίγο μετά τα μεσάνυκτα τις 21ης Ιουλίου μεταγωγικά αεροπλάνα της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, τύπου «Νοράτλας», προσβλήθηκαν από φίλια πυρά, εξαιτίας του χάους και της ασυνεννοησίας, πάνω από το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Ένα από αυτά, που μετέφερε από τη Σούδα της Κρήτης άνδρες της Α΄ Μοίρας Καταδρομών, καταρρίφθηκε και κατέπεσε στην περιοχή της Μακεδονίτισσας, ενώ και άλλα υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Το σύνολο των θυμάτων ήταν τέσσερις άνδρες της πολεμικής αεροπορίας και 29 καταδρομείς. Όσοι κατάφεραν να αποβιβαστούν ήταν, μαζί με τους άνδρες της 103ης σειράς της ΕΛΔΥΚ, που είχαν επιστρέψει στην Κύπρο με το Α/Γ «Λέσβος» στις 20 Ιουλίου, το σύνολο της στρατιωτικής συνδρομής που έστειλε η Ελλάδα στην Κύπρο στη διάρκεια της πρώτης τουρκικής εισβολής.

Η απουσία έμπρακτης συμπαράστασης από την Αθήνα, βαθμιαία επηρέασε αρνητικά το ηθικό των αμυνομένων και του άμαχου πληθυσμού στην Κύπρο. Το μεσημέρι της 20ής Ιουλίου, το «Έκτακτον Πολεμικόν Ανακοινωθέν υπ’ αρ. 5», είχε ενισχύσει, μέσω της συνεχούς επανάληψής του εν μέσω στρατιωτικών εμβατηρίων από το κυπριακό ραδιόφωνο, το αίσθημα της επικείμενης ελλαδικής συνδρομής, που έμελλε να διαψευσθεί οικτρά: «Ανακοινούται ότι η Ελλάς εκήρυξε γενικήν επιστράτευσιν. Διά ταύτης γίνεται αντιληπτόν ότι η Ελλάς ευρίσκεται παρά το πλευρόν της Κύπρου. Ζήτω η αιωνία Ελλάς.» Ας σημειωθεί ότι η αποστολή βοήθειας στην Κύπρο δεν ήταν μια ανέξοδη ρητορεία, όπως αυτές που εκφωνούσε κατά συρροή στις μεγαλόστομες «εθνικοπατριωτικές διακηρύξεις» της η ηγεσία της δικτατορίας στην επταετία, αλλά αποτελούσε θεσμική υποχρέωση του ελληνικού κράτους, διατυπωμένη ρητά στις Συμφωνίες της κυπριακής ανεξαρτησίας. Επιπλέον, τα «Σχέδια Αμύνης Κύπρου» προνοούσαν με λεπτομέρειες την αποστολή αεροπλάνων και υποβρυχίων από την Αθήνα για να συμβάλουν στην άμυνα του νησιού. Όπως έχουν υποστηρίξει δεκάδες Έλληνες αξιωματικοί, εάν αυτό συνέβαινε, έστω στις 22 Ιουλίου 1974, δηλαδή στο δεύτερο κύμα της απόβασης στις ακτές της Κερύνειας, θα είχαν επιτευχθεί καίρια πλήγματα στις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις. Από τις καταθέσεις του «Φακέλου Κύπρου» και από το συνοδευτικό μαρτυρικό υλικό δημιουργούνται πελώρια αναπάντητα ερωτήματα τόσο για την ανάκληση των σχετικών διαταγών (τα ελληνικά μαχητικά ήταν έτοιμα να απογειωθούν από την Κρήτη, ενώ τα υποβρύχια είχαν φτάσει μερικές δεκάδες μίλια μακριά από την Κερύνεια) όσο και για την επακολουθήσασα ατιμωρησία των υπευθύνων.

Στις 23 Ιουλίου 1974, μια μέρα μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών, και ενώ στην Ελλάδα κατέρρεε η δικτατορία υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας, ο «πρόεδρος» της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης», Ν. Σαμψών παραιτήθηκε. Καθήκοντα προεδρεύοντος της Δημοκρατίας ανέλαβε ο νόμιμος αναπληρωτής, πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης. Στις 25 Ιουλίου, άρχισαν στη Γενεύη συνομιλίες για το Κυπριακό. Στην τριμερή διάσκεψη, στο «Παλάτι των Εθνών», μετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, Τζ. Κάλλαχαν, Γ. Μαύρος και Τ. Γκιουνές. Είχε μεσολαβήσει, μια μέρα προηγουμένως, η άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Αθήνα, που ορκίστηκε πρωθυπουργός και σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις 30 Ιουλίου οι συνομιλίες της Γενεύης κατέληξαν σε συμφωνία που επιβεβαίωνε την αρχική κατάπαυση του πυρός (22 Ιουλίου), όριζε τη μη επέκταση των ζωνών που κατείχαν οι δύο αντίπαλοι και την αποφυγή κάθε νεότερης στρατιωτικής ενέργειας, και τη δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Τέλος, συμφωνήθηκε η έναρξη νέου γύρου συνομιλιών, στις 8 Αυγούστου, πάλι στη Γενεύη, με τη συμμετοχή και των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για την αποκατάσταση της ειρήνης, και «την επανεγκαθίδρυσιν συνταγματικής κυβερνήσεως εις την Κύπρον».

Turkish invasion of Cyprus | A divided Cyprus

Η κατάπαυση του πυρός, την οποία υποτίθεται θα εξασφάλιζαν οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, αποδείχθηκε κενό γράμμα για τα τουρκικά στρατεύματα. Η τουρκική προέλαση συνεχίστηκε στα προάστια της Λευκωσίας και στον Πενταδάκτυλο, παρά την απέλπιδα αντίσταση των δυνάμεων της Εθνοφρουράς και της ΕΛΔΥΚ. Οι τουρκικές δυνάμεις προωθήθηκαν στις δυτικές κορυφές του Πενταδακτύλου και στις 6 Αυγούστου, ύστερα από φονικές μάχες, με δεκάδες νεκρούς και αγνοούμενους, κατέλαβαν τις μεγάλες κωμοπόλεις του Καραβά και της Λαπήθου. Ήταν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας, τόσο του ΟΗΕ όσο και των δύο άλλων «εγγυητριών δυνάμεων» (Βρετανίας και Ελλάδας), να επιβάλουν τα συμφωνηθέντα στη Γενεύη. Την ίδια ώρα το κυπριακό πυροβολικό κρατούσε δεσμευμένα τα πυροβόλα του, καθώς κάποιος αξιωματούχος της Ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ είχε μεταφέρει την πληροφορία ότι εάν δρούσε κατά την εκεχειρία, η τουρκική αεροπορία θα βομβάρδιζε την Αμμόχωστο και τη Λευκωσία…

Παρά την κραυγαλέα τουρκική παρασπονδία, στις 8 – 14 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη φάση της Διάσκεψης της Γενεύης, την ίδια ώρα (9 Αυγούστου) που στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πρόεδρος Νίξον υπέβαλλε την παραίτησή του εξαιτίας του σκανδάλου Γουότεργκεητ. Της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας ηγούνταν ο Γλαύκος Κληρίδης και της τουρκοκυπριακής ο Ραούφ Ντενκτάς. Οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Γκιουνές, απαίτησε να δοθεί στους Τουρκοκύπριους και στον έλεγχο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, ποσοστό 34% του κυπριακού εδάφους, με τη μορφή καντονίων. Μάλιστα, ζήτησε να δοθεί απάντηση στην εξωφρενική του απαίτηση μέσα σε 36 ώρες. Το τουρκικό τελεσίγραφο αρνήθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, η Ελλάδα και η Κύπρος, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η τουρκική στάση εξόργισε και τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Τζ. Κάλλαχαν, ο οποίος προέβη σε σκληρές δηλώσεις εναντίον της Τουρκίας. Όπως τόνισε, «Μια συμφωνία με την δύναμιν των όπλων είναι απλώς ένα κομμάτι χαρτί. Τώρα η νήσος είναι αιχμάλωτος των τουρκικών στρατευμάτων. Προσέξατε, όμως, μήπως τα τουρκικά στρατεύματα μεταβληθούν εις αιχμαλώτους της νήσου.» Στην Κύπρο, τις επόμενες ώρες και ενώ είχε αρχίσει η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, μεγαλύτερη αίσθηση στον άμαχο πληθυσμό προκάλεσαν, με στιγμιαία αισιοδοξία για την ελλαδική συμπαράσταση, που έμελλε να διαψευστεί άμεσα και τραγικά, οι δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γεώργιου Μαύρου ο οποίος χαρακτήρισε ατιμωτικές τις τουρκικές προτάσεις, σπεύδοντας να προσθέσει ότι «η Ελλάς προτιμά τον πόλεμον από την ατίμωσιν»… Δηλώσεις που αποδείχθηκαν κούφια λόγια.

Η τουρκική μαξιμαλιστική στάση ήταν προσχεδιασμένη, αφού αμέσως μετά την κατάρρευση των συνομιλιών της Γενεύης, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχυμένες σε άνδρες, οπλισμό και πολεμικά μέσα, εξαπέλυσαν τον δεύτερο γύρο της εισβολής («Αττίλας 2», 14 – 16  Αυγούστου). Σε αντίθεση με τον πρώτο γύρο της εισβολής, τα δεδομένα ήταν εντελώς διαφορετικά και η τουρκική υπεροπλία τόσο σε πολεμικό υλικό και μέσα όσο και σε στρατό (40.000 άνδρες) είχε μεταφερθεί και στο κυπριακό έδαφος, ενώ η αεροπορία και το ναυτικό συνέχισαν ανενόχλητα τις επιχειρήσεις τους. Τα τουρκικά στρατεύματα ολοκλήρωσαν την κατάληψη της οροσειράς του Πενταδακτύλου και προέλασαν με δεκάδες τεθωρακισμένα στην πεδιάδα της Μεσαορίας, εγκλωβίζοντας χιλιάδες Έλληνες, κυρίως στην περιοχή της Καρπασίας. Κατάφεραν εύκολα, παρά την απεγνωσμένη άμυνα μεμονωμένων ελληνικών τμημάτων, να φτάσουν και να εισέλθουν στην Αμμόχωστο, που είχε εγκαταλειφθεί μέσα σε συνθήκες πανικού τόσο από την Εθνική Φρουρά όσο και από τους κατοίκους της. Στα δυτικά κατελήφθη η Μόρφου και χωριά της περιοχής Ανατολικής Τηλλυρίας, με αποτέλεσμα την επέκταση της ζώνης κατοχής στα σημερινά επίπεδα (Γραμμή Μόρφου – «Πράσινη γραμμή» Λευκωσίας – Αμμόχωστος). Στη Λευκωσία, η ηρωική άμυνα λόχων της ΕΛΔΥΚ στην περιοχή του στρατοπέδου τους και μικρών τμημάτων της Εθνικής Φρουράς που δεν ακολούθησαν το γενικό κύμα φυγής και λιποταξιών, έσωσε την τιμή των ελληνικών όπλων αλλά και την κυπριακή πρωτεύουσα. Το πέρας της τουρκικής εισβολής είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη και την κατοχή, από τότε, του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τουρκικά στρατεύματα προελαύνουν κατά τον δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής (επιχείρηση Αττίλας 2).

Η Ελλάδα, στη μεταβατική περίοδο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, δεν μπόρεσε και πάλι να συμπαρασταθεί στην αμυνόμενη Κύπρο, ούτε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της «εγγυήτριας δύναμης». Μόνη αντίδραση, για την τιμή των όπλων και τις εντυπώσεις, ήταν η ανακοίνωση της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου του 1974, και ενώ οι Τούρκοι συνέχιζαν την προέλασή τους, στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Χαρακτήρισε άφρον το πραξικόπημα στην Κύπρο, ενώ κατήγγειλε την Τουρκία ως απειλή για την ειρήνη του κόσμου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ομολόγησε ενώπιον του έθνους την αδυναμία της χώρας να βοηθήσει στην ανάσχεση της τουρκικής προέλασης στη μεγαλόνησο: «Η ένοπλος αντιμετώπισις των Τούρκων εις την Κύπρον καθίστατο αδύνατος και λόγω αποστάσεως και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος.»

 

Σελίδες Μαρτυρολογίου

Για τα όσα έζησαν στα χέρια των «ειρηνοποιών του Αττίλα»  οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα το καλοκαίρι του 1974, σώθηκαν εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις των θυμάτων που δόθηκαν στις αστυνομικές αρχές κατά το 1974-1975. Ο ιστορικός όταν μελετά σήμερα τις χιλιάδες αυτές σελίδες, που καταγράφουν ανείπωτες αγριότητες, πέρα από τον απέραντο σεβασμό στην αγνότητα των αθώων θυμάτων, νοιώθει απέχθεια για τον «ιατροδικαστικό χαρακτήρα» του επαγγέλματός του. Τα μαρτύρια του άμαχου πληθυσμού στα χέρια των εισβολέων αποτελούν ένα πικρό μακρύ συναξάρι σύγχρονου μαρτυρολογίου: Σύλληψη, φυλάκιση, ομαδικές και ατομικές εκτελέσεις, βασανιστήρια, ληστείες και λεηλασίες, εκτοπισμός, στέρηση φαγητού, νερού και ύπνου, κτηνώδεις βιασμοί ανυπεράσπιστων γυναικών και κοριτσιών. Οι πιο αποτρόπαιες σελίδες ενός πολέμου. Οι μαρτυρίες των τραγικών θυμάτων της εισβολής και όλα όσα έγιναν κατά τα χρόνια που ακολούθησαν εις βάρος των εγκλωβισμένων, πέρα από τη φρίκη που προκαλούν, αποκαλύπτουν στην πλήρη έκτασή του το σχέδιο εθνοκάθαρσης που υλοποιήθηκε από τον τουρκικό στρατό στην Κύπρο το 1974. Σε κάθε χωριό που εισερχόταν ο τουρκικός στρατός, τα γεγονότα ακολουθούσαν την ίδια, άγρια διαδικασία ωμοτήτων και βαρβαρότητας, σαν μια στερεότυπη καθημερινότητα. Εκτελέσεις εν ψυχρώ αμάχων ή αόπλων στρατιωτών, συγκέντρωση και εγκλεισμός των κατοίκων στην εκκλησία ή σε κεντρικά κτίρια του χωριού, διαχωρισμός ανδρών, ηλικιωμένων και γυναικοπαίδων, πρώτο κύμα λεηλασιών στα άδεια σπίτια των Ελλήνων Κυπρίων, μεταφορά – πολλές φορές  άσκοπη των ανδρών σε γειτονικά χωριά ή στη Λευκωσία, βιασμοί, ληστείες, βασανιστήρια, εξευτελισμός. Στο τέλος, οι κάτοικοι ένοιωθαν τη μεταφορά τους από τα χωριά τους στο μη κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως απελευθέρωση. Ο ίδιος εφιαλτικός μηχανισμός παρέμενε στην εφεδρεία για να ενεργοποιηθεί, όταν χρειαζόταν, στις περιοχές στις οποίες παρέμεναν εγκλωβισμένοι.

Από τις εκατοντάδες αυθεντικές καταθέσεις των θυμάτων που δόθηκαν στις κυπριακές αστυνομικές αρχές κατά το 1974-1975 αναδημοσιεύονται εδώ με απέραντο σεβασμό προς τους αφηγητές και τα μαρτύριά τους, τμήμα αφήγησης ενός αιχμαλώτου και τρία μικρά αποσπάσματα από τις καταθέσεις τριών γυναικών. Μια επώδυνη υπόμνηση για την αγριότητα του πολέμου, όπως την βίωσαν οι Έλληνες της Κύπρου, αλλά και μια ανάδειξη πληγών, που στιγμάτισαν ζωές ανθρώπων και οικογενειών.

 

Μαρτυρία γυναίκας 80 ετών, από χωριό της επαρχίας Κερύνειας

(Κατάθεση που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 26 Νοεμβρίου 1974.)

Κατάγομαι από (…) και είμαι χηράτη έχει 16 χρόνια. Τα παιδιά μου έφυαν που (…) προτού πιάσουν (…) οι Τούρκοι και έμεινα μόνη μου στο σπίτιν. Μιαν ημέρα πριν περίπου 20-25 μέρες ήρτεν στο σπίτιν της κόρης μου όπου εμείνησκε ένας Τούρκος που εμιλούσε σπασμένα τα ελληνικά και ήθελεν να με πιάσει αλλά εγώ έφερνα αντίστασιν. Ο Τούρκος τότες μου εκτύπησεν με τα σιέρκα του και με έβαλεν με το ζόρι πάνω στην καρκόλαν και με εβίασεν μιαν φοράν και μετ’ έφυεν και μου είπεν ότι ήταν να ξαναέρτη να με βιάσει και άλλην φοράν και εγώ έφυα τζιαι επήα στο σπίτιν της (…) και έμενα μαζί με άλλους χωριανούς μου τζιαι έτσι ο Τούρκος δεν ήρτεν να με εύρη ξανά. Τζιείνος ο Τούρκος που με εβίασεν μου είπε ότι ήσιεν γεναίκα τζαι μωρά αλλά δεν ξέρω αν ήταν Τούρκος της Τουρκίας ή Τουρκοκύπριος. Εγώ δεν είδα Τούρκους να σκοτώνουν χωρκανούς μου και ούτε άκουσα να εβίασαν και άλλες γεναίτζιες.

 

Μαρτυρία γυναίκας, από χωριό της επαρχίας Λευκωσίας

(Απόσπασμα κατάθεσης που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας.)

Εις την οικίαν της (…) παρεμείναμεν περί τας 15 ημέρας. Έρχοντο συχνά Τούρκοι και προέβαινον εις ερεύνας. Μετά τρεις περίπου ημέρας με επήραν δύο Τούρκοι εκ Τουρκίας εις διπλανήν οικίαν και με εβίασαν αμφότεροι. Εβίασαν επίσης άλλοι Τούρκοι εκ Τουρκίας, κατά τον ίδιον τρόπον, την (…), την (…) και την (…). Τας (…) τας έπαιρναν και τας δύο μαζί. Από την οικίαν ένθα διέμενα εβίασαν την (…) 35 ετών, την (…) 30 περίπου ετών, μίαν φοράν την (…), 13 ετών, την (…) και την (…). Την (…) την επήραν εις αγρόν και την εβίασαν. Ήτο μικρή και επονούσεν και έκλαιεν γοερώς. Όταν την επομένην νύκτα ήλθαν να την πάρουν πάλιν, έκλαιε και δεν την επήραν. Πολύ συχνά έπαιρναν και εβίαζαν την (…) και την (…). Η (…) επήρεν μίαν ημέραν πετρέλαιο για να πιει παρουσία των Τούρκων και ο Τούρκος εκ Τουρκίας που την εβίαζε επήρε την φιάλην και την επέταξε. Της είπε ότι δεν ήθελε να πεθάνει. Την (…) την εβίαζε πάντοτε ο ίδιος Τούρκος ο οποίος την ερωτεύθη και δεν επέτρεπε εις άλλον να πάει μαζί της. Μίαν ημέραν την έκρυψεν ο πατέρας της και όταν ήλθεν ο Τούρκος και δεν την ηύρεν ήρχισε να φωνάζει, ηρεύνησε την περιοχήν και δεν την ηύρε. Μετ’ ολίγας όμως ώρας επέστρεψε και όταν την ηύρε εις την οικίαν, πάλιν την επήρε και την εβίασε. (…)

 

Μαρτυρία γυναίκας, από χωριό της επαρχίας Λευκωσίας

(Απόσπασμα κατάθεσης που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 9 Δεκεμβρίου 1974.)

Το Σάββατον 17 Αυγούστου 1974 κατά το μεσημέρι, ήρθαν στο σπίτι μου δύο Τούρκοι στρατιώτες, με στολήν, οπλισμένοι, με γαλόνια στα μανίκια, με ένα τζιπ στρατιωτικόν. (…) Η πόρτα ήτο ανοικτή και οι δύο Τούρκοι στρατιώτες  μπήκαν μέσα στο σπίτι μου οπλισμένοι. Εμείς καθόμασταν στο σπίτι και εκουβεντιάζαμεν, όταν αυτοί όρμησαν μέσα με τα όπλα, εμείς φοβηθήκαμεν και σηκωθήκαμεν όλες. Τότε ο ένας από τους δύο, μιλώντας τούρκικα όρμησεν επάνω στην (…) και της έσχισεν το καλτσόν της και μετά της έσχισεν το φόρεμά της στην μέση και της το έβγαλεν το φόρεμα και μπροστά μας της αφήρεσεν και την κιλόταν της. Εν τω μεταξύ ο άλλος μας επρόσεχεν με το όπλον. Την (…) την ετράβηξεν δίπλα στο δωμάτιον με το κρεβάτι και μπροστά στα μάτια όλων μας την εβίασεν. Η (…) εφώναζεν και αυτός έβγαλεν το μαχαίρι για να την μαχαιρώσει και αυτή εσιώπησε. Αυτός έμεινεν μισήν ώραν περίπου μαζί με την (…) στο κρεβάτι και εμείς εβλέπαμεν, δηλαδή εγώ, η κόρη μου (…), η θεία της (…), η μάνα της (…) και τα υπόλοιπα μωρά μου, τα οποία εκρυφτήκαν πίσω μας και έκλαιαν. Όταν αυτός εσηκώθηκεν άφησεν την (…) γυμνήν μπροστά μας και πήρεν το όπλον και εστάθηκεν στην πόρταν και μας επρόσεχεν, ενώ ο άλλος αφήρεσεν με την βίαν το παντελόνι της κόρης μου (…) 15 χρονών, πάλιν μπροστά μας. Εν τω μεταξύ η (…) εντύθη και την εφέραν και αυτήν μαζί μας και μας απειλούσαν με το όπλον. Από την (…) η οποία έκλαιε συνέχεια, ο άλλος στρατιώτης αφήρεσεν εκτός από το παντελόνι της και την πλούζαν της και τα εσώρουχά της και την άφησεν τελείως γυμνήν. Ενώ η κόρη μου ήτο γυμνή και έκλαιεν, τους είδα που εκοίταζαν το ρολόι και εμιλήσαν στα τούρκικα μεταξύ τους. Τότε επήραν μίαν ρόμπαν και εφορήσαν της κόρης μου και την εβάλαν μέσα στο τζιπ και εφύγαν. Μετά από δύο ώρες περίπου η (…) ήρθεν στο σπίτι με τα πόδια. Μόλις ήρθεν στο σπίτι κλαίοντας, ελιποθύμησεν. Όταν συνήλθεν την ερώτησα τι της συνέβη και μου είπεν ότι την επήραν κοντά στην (…), ένα μίλι μακρυά, και την εδέραν και την εβίασεν ο Τούρκος στρατιώτης μέσα στους κάμπους. (…) Μετά απ’ ότι συνέβη στην κόρη μου πήρα τα παιδιά μου και εκρυφτήκαμεν στους σπήλιους για έναν μήναν. Εκεί ήρθεν ο άνδρας μου και μας βρήκεν όπου και μας έφερνεν φαγητόν και ετρεφόμαστεν. (…)

 

Μαρτυρία του αιχμάλωτου Κυριάκου Κυριακίδη

(Κατάθεση που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας στις 9 Νοεμβρίου 1974. Ο αιχμάλωτος ήταν λοχίας της Αστυνομίας, από τη Λάπηθο, κάτοικος Καραβά, και το 1974 ήταν 50 ετών.)

Τες 30.7.74 ενώ ευρισκόμην εις την οικίαν του Κώστα Δημοσθένους εις Θέρμιαν περί την 14.00 ώραν Τούρκοι στρατιώτες μετά Τουρκοκυπρίων με συνέλαβον. Συνέλαβον επίσης περί τα δέκα άλλα άτομα ως επί το πλείστον στρατιώτες και μας μετέφερον εις τον Κεντρικόν Αστυνομικόν Σταθμόν Κυρηνείας. Μας έκλεισαν όλους εντός των κρατητηρίων του σταθμού και μας επρόσεχον Τούρκοι στρατιώτες.                     

Κατά η ώρα 16.00 της ιδίας ημέρας κάποιος Τουρκοκύπριος ονόματι (…), λοχίας της τουρκοκυπριακής Αστυνομίας μας κατέγραψεν τα ονόματά μας. Εν συνεχεία μας έβγαζαν ένα-ένα από το κρατητήριον και αφού μας έδεναν τα χέρια και τα μάτια μας οδήγησαν μέσα σ’ ένα λεωφορείον. Το λεωφορείον εξεκίνησεν προς άγνωστον κατεύθυνσιν και γύρω στες 17.30 εφθάσαμεν εις το Σαράγιον εις τον τουρκοκυπριακόν τομέα Λευκωσίας. Στην διαδρομήν προς Λευκωσίαν μας υπεχρέωσαν να είμαστε σκυφτοί κάτω από τες μαξιλάρες του αυτοκινήτου και συνεχώς μας κτυπούσαν με τους υποκοπάνους των όπλων των εις τον αυχένα. Ταυτοχρόνως μας ύβριζον χυδαίως.                    

Στην Λευκωσίαν μας κατέβασαν στον Σταθμόν Σεραγίου και εκεί που κατεβαίναμεν από το λεωφορείον πλήθος Τούρκων στρατιωτών και Τουρκοκυπρίων αστυνομικών ώρμησεν κατ’ επάνω μας και ήρχισεν να μας κτυπά με τα όπλα του αγρίως, ρίχνοντάς μας κατά γης και ποδοπατώντας μας. Αυτή η σκηνή του ξυλοδαρμού διήρκεσεν περί τα 15 λεπτά. Μετά μας κατέγραψαν και μας ετοποθέτησαν μέσα στα κρατητήρια των φυλακών Σεραγίου. Μέσα στο λεωφορείον είμαστε 28 άτομα. Την 31ην Ιουλίου 74 με εκάλεσαν δι’ ανάκρισιν. Με ανέκρινεν κάποιος υπαστυνόμος της Αστυνομίας ονόματι (…). Ενώ ήμουν στην ανάκρισιν κάποιος αξιωματικός εκ Τουρκίας όλως απροσδοκήτως με συρματένιον μαστίγιον ήρχισεν να με κτυπά στην πλάτην. Με κτυπούσεν συνεχώς μέχρι αιματώματος. Η ανάκρισις διήρκεσεν περί τα 30 λεπτά. Κατόπιν με οδήγησαν πίσω στο κρατητήριον.

Το δράμα των αιχμαλώτων.

Τες 10.8.74 μας έβγαλαν έξω από το Σεράγιον και αφού μας έδεσαν τα χέρια και τα μάτια μας εβάλαν μέσα σε λεωφορεία και μας μετέφεραν εις ακτήν παρά την Κυρήνειαν. Θα είμαστε περίπου 70 άτομα. Μέχρι την Κυρήνειαν μέσα στο λεωφορείον μας κτυπούσαν συνεχώς με τα όπλα των και με τα χέρια των. Όπως είμαστε δεμένοι ακολούθως μας εβάλαν μέσα σε πλοίον και μας μετέφεραν στην Μερσίνα εις την Τουρκίαν. Μέσα στο πλοίον κατά την μεταφοράν μου στην Μερσίνα Τούρκοι στρατιώτες μας εκτυπούσαν συνεχώς με τα όπλα των εις διάφορα μέρη του σώματος μου. Επίσης με κλωτσούσαν συνεχώς και με ύβριζον χυδαίως. Με κτυπούσαν γιατί όπως έλεγαν το 1963 είχα σκοτώσει Τούρκους στην Λεμεσόν. Μου έλεγαν ότι θα μου κόψουν το κεφάλι και ότι θα μου κάμουν σουνέττιν.                      

Στην Μερσίναν εφθάσαμεν περί την 1800 ώραν της 10.8.74. Από εκεί μας ετοποθέτησαν σε στρατιωτικά οχήματα με δεμένα τα χέρια και μας μετέφεραν εις τες Φυλακές των Αδάνων. Για να μπούμεν στες Φυλακές έπρεπεν να περάσωμεν από ένα διάδρομον μήκους 50 μέτρων περίπου. Και στες δύο πλευρές του διαδρόμου αυτού υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες οι οποίοι στο πέρασμά μας μας κτυπούσαν αγρίως με τους υποκοπάνους των όπλων των, με τα χέρια τους και ττοππούζια μέχρι τους θαλάμους των φυλακών. Μόλις εμπήκα στον θάλαμον ήλθαν δύο αξιωματικοί Τούρκοι και με εφώναξαν ονομαστικώς να εξέλθω. Ακολούθως με οδήγησαν εις παρακείμενον δωμάτιον και αυτοί μου είπαν ότι έχουν μάθει ότι στην Θέρμια που ήμουν είχα σφάξει 12 Τούρκους αξιωματικούς και ότι είχα σκοτώσει το 1963 Τουρκοκύπριους εις Λεμεσόν. Εδώ μέσα στο δωμάτιον εισώρμησαν τότε πάνω μου περί του 10 Τούρκους στρατιώτες φέροντες ρόπαλα και ήρχισαν να με κτυπούν ανηλεώς και αδιακρίτως εις όλα τα μέρη του σώματός μου, μέχρις ότου απώλεσα τας αισθήσεις μου, και ακολούθως θυμούμαι ότι ευρέθην πάνω σε κρεβάτι μέσα στον θάλαμον που με είχαν βάλει.                       

Την 15.8.74 μαζί με άλλα οκτώ άτομα μας μετέφερον εντός κλειστού αυτοκινήτου εις την βάσιν της Στρατιωτικής Αστυνομίας παρά τα Άδανα. Εκεί στην βάσιν αυτήν εμένα μοναδικά με υπεχρέωσαν να στέκομαι συνεχώς επί του ενός ποδιού μου και Εσατζήδες Τούρκοι με εκτυπούσαν συνεχώς με τες κάννες των όπλων των στην κοιλιάν, στο στήθος και παντού και μου έλεγαν συνεχώς ότι θα με σφάξουν. Το μαρτύριον αυτό εκράτησεν περί την μίαν ώραν. (…)                      

Στες 26.8.74 μας μετέφεραν με τραίνο εις τας φυλακάς της Αμάσειας. Μέσα στο τραίνο είμαστε 700 άτομα. Η διαδρομή με το τραίνο διήρκεσεν περί τες 27 ώρες. Κατά την δεύτερην ημέραν της διαδρομής σε ένα σημείον του δρόμου μας εκατέβασαν από το τραίνο και μας έβαλαν μέσα σε λεωφορεία και μας πήγαν στην Αμάσειαν. Όπως μάθαμε αργότερον έγινε δολιοφθορά στες γραμμές του τραίνου και γι’ αυτό μας μετέφερον με λεωφορεία. Κατά την διαδρομή με τα λεωφορεία αποστάσεως 200 μιλίων, από κάθε χωριό που περνούσαμε ή πόλιν πλήθος κόσμου εμαζευόταν ένθεν και ένθεν του δρόμου που περνούσαμε, φέροντες ππάλες, κουνιές, δίκαννα, φτυάρια, κούσπους και ορμούσαν πάνω στα λεωφορεία, ζητώντας να μας σκοτώσουν. Επίσης μας ελιθοβολούσαν. Εις την πόλιν Τοκάτ έγινε κάτι το απερίγραπτον. Ο τουρκικός όχλος ορμούσεν πάνω στα λεωφορεία για να τα αναποδογυρίσει. Στο λεωφορείον που ήμουν εγώ ο υπεύθυνος Τούρκος αξιωματικός για να μας γλυτώσει αναγκάστηκε και άνοιξεν πυρ εις τον αέρα για να υποχρεώσει τον όχλον να φύγει. Τα ίδια γεγονότα συνέβαινον και με την διαδρομήν με το τραίνον.                       

Περί την 10ην νυκτερινήν της 27.8.74 εφθάσαμεν εις τας φυλακάς της Αμάσειας. Στις φυλακές εδώ έμενα σε ένα θάλαμον μαζί με άλλα 169 άτομα. Στην Αμάσειαν εμένα ξεχωριστά με εκτυπούσαν και με εκλωτσούσαν οι φρουροί ημέραν και νύκτα.                   

Στες 18.10.74 εμένα με άλλα 199 άτομα μας μετέφεραν με τραίνο εις την Μερσίνα από άλλην διαδρομήν. Το τραίνο σε κάθε πόλιν και χωριό εσταματούσεν και τουρκικός όχλος, μας αποδοκίμαζεν, μας ύβριζεν και μας εκαύλιαζον. Η όλη διαδρομή μας από τα Άδανα στην Αμάσεια και η επιστροφή στην Μερσίνα από διαφορετικήν διαδρομήν αποσκοπούσεν εις τον φανατισμόν του τουρκικού όχλου και εις την εξύψωσιν του θριάμβου του Ετζεβίτ για την νίκην του εις Κύπρον. Όταν φτάσαμεν στην Μερσίνα μας μετέφεραν με στρατιωτικά αυτοκίνητα εις τον λιμένα της Μερσίνας. Εις την μεταφοράν μας εκτυπούσαν συνεχώς  οι φρουροί μας και μερικούς ελόγχιζαν μέχρι της επιβιβάσεώς μας εις το πλοίον. Μέσα στο πλοίον μας υπεχρέωναν να είμαστε καθισμένοι και ουδείς εδικαιούτο να σταθεί. Ακόμη διά την μετάβασιν μας δια φυσικήν ανάγκην έπρεπεν να πηγαίνομεν τσουλλοκαθιστοί.                       

Μέσα στο πλοίον όταν πηγαίναμεν στην Τουρκίαν στες 10.8.74 οι Τούρκοι στρατιώτες μου αφήρεσαν ένα ωρολόγιον χειρός μάρκας Σέικο αξίας £60 και το ποσόν των £500.                       

Στες 20.10.74 εφτάσαμεν εις την Νήσον των Εχιδνών, παρά την Κυρήνειαν, και ακολούθως μετεφέρθημεν με λεωφορεία υπό την συνοδείαν Τουρκοκυπρίων Αστυνομικών εις Λευκωσίαν και μας έβαλαν σε μίαν αποθήκην του παλαιού Τελωνείου, παρά τον σιδηρόδρομον.                      

Την 21.10.74 απελύθην και μετεφέρθην εις τον ελληνικόν τομέα Λευκωσίας με άλλα 150 άτομα.

 

Και ο τραγικός, συνεχιζόμενος επίλογος

Η τουρκική εισβολή είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Το 37% περίπου του κυπριακού εδάφους, που αντιπροσώπευε τις πλουσιότερες εκτάσεις και τα μεγαλύτερα τουριστικά παραθαλάσσια θέρετρα της Αμμοχώστου και της Κερύνειας, και το 70% της οικονομικού δυναμικού καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα. 200.000 περίπου Ελληνοκύπριοι, σχεδόν το 40% του συνολικού πληθυσμού, εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και αναγκάστηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στο νότιο ελεύθερο τμήμα του νησιού. Ανάμεσα στα εκατοντάδες θύματα των εχθροπραξιών περιλαμβάνονταν πολλοί άμαχοι, που σκοτώθηκαν από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς ή σε μαζικές εκτελέσεις ή είναι αγνοούμενοι. Στη διάρκεια της εισβολής αλλά και στους επόμενους μήνες, εις βάρος των αιχμαλώτων ή εγκλωβισμένων αμάχων, διαπράχθηκαν αποτρόπαιες ωμότητες από άνδρες του τουρκικού στρατού. Τη βάναυση αλλαγή του τοπίου ολοκλήρωσε, τέλος, η μαζική μεταφορά και εγκατάσταση στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεκάδων χιλιάδων εποίκων από την Ανατολία.

Η τραγωδία των αγοουμένων.

Ανάμεσα στις μεγαλύτερες και ανυπολόγιστες καταστροφές που επέφερε η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή μεγάλου μέρους εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η παραμέληση, καταστροφή και καταλήστευση των αρχαιολογικών θησαυρών της κυπριακής γης και των θρησκευτικών μνημείων και χώρων λατρείας που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Ο τουρκικός στρατός αλλά και οι κατοχικές «αρχές» επέδειξαν από τους πρώτους μήνες της κατοχής πρωτοφανή αδιαφορία για την προστασία των αρχαιοτήτων και των λατρευτικών χώρων, με αποτέλεσμα να ακμάσει η ανεξέλεγκτη σύληση και αρχαιοκαπηλία. Η κατεχόμενη Κύπρος προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον διεθνών κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας και από το τέλος του 1974 αρχαιολογικά ευρήματα και αντικείμενα, βυζαντινές εικόνες, λατρευτικά αντικείμενα, ολόκληρα εικονοστάσια, ακόμη και τμήματα τοιχογραφιών και ψηφιδωτών, κατέληξαν στα χέρια μεγαλεμπόρων αρχαιοκαπήλων και πουλήθηκαν σε μουσεία, ιδρύματα και ιδιώτες συλλέκτες στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Παράλληλα, δημόσια και εκκλησιαστικά μουσεία αλλά και μεγάλες ιδιωτικές συλλογές ή βιβλιοθήκες λεηλατήθηκαν και αρχαιολογικοί χώροι ισοπεδώθηκαν. Σε μια άλλη θλιβερή εξέλιξη, το κατοχικό καθεστώς έδωσε «άδεια» για παράνομες ανασκαφές σε ξένους αρχαιολόγους, που δεν σεβάστηκαν και καταλήστευσαν το ανασκαφικό έργο συναδέλφων τους ή ξένων αρχαιολογικών αποστολών. Η Κυπριακή Δημοκρατία, η Εκκλησία της Κύπρου και ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα έχουν προσπαθήσει, από το 1974, να εντοπίσουν  τις αρχαιότητες και τους βυζαντινούς και εκκλησιαστικούς θησαυρούς που έχουν κλαπεί από την κατεχόμενη Κύπρο, έχουν διεξάγει μεγάλους δικαστικούς αγώνες και έχουν καταφέρει, σε πολλές περιπτώσεις, τον επαναπατρισμό των κειμηλίων της αρχαιολογικής, πολιτιστικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Πιο γνωστή περίπτωση, οι μακροί δικαστικοί αγώνες που κατέληξαν στην επιστροφή στην Κύπρο των κλεμμένων ψηφιδωτών από τον ναό της Παναγίας της Κανακαριάς, στη Λυθράγκωμη, που είχαν πουληθεί από τον διαβόητο λαθρέμπορο Aydin Hikmet. Σήμερα βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Μακαρίου του Γ΄, στη Λευκωσία.

Από το 1974 μέχρι σήμερα στην κατεχόμενη Κύπρο έχει γίνει συστηματική λεηλασία και καταστροφή όλων των βυζαντινών εικόνων, των ιερών σκευών, των θρησκευτικών χειρογράφων και βιβλίων, και των εκκλησιαστικών επίπλων, μέχρι και του τελευταίου στασιδίου. Ελάχιστοι ναοί, κοιμητήρια και μοναστήρια έχουν μείνει αλώβητα από τη βέβηλη μανία των ιερόσυλων, κυρίως στην Καρπασία, όπου παρέμεινε η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων. Την απογύμνωση των λατρευτικών χώρων ακολούθησε η ιδιοποίηση των ναών και των μοναστηριών από τον τουρκικό στρατό, εκλεκτούς του καθεστώτος και άλλους ιδιώτες για ποικίλες χρήσεις: Γύρω στους ογδόντα ναούς έγιναν τζαμιά, άλλοι κατεδαφίστηκαν, άλλοι χρησιμοποιούνται ως αποθήκες του κατοχικού στρατού ή ιδιωτών, άλλοι στεγάζουν καφενεία, εστιατόρια, εργαστήρια, ξενοδοχεία, αίθουσες διδασκαλίας χορού, αχυρώνες, ή έχουν μετατραπεί σε στάβλους ή μάντρες. Είναι ένα από τα θλιβερότερα αποτελέσματα της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής και μια ολοκληρωτική καταστροφή, που καμιά λογιστική τακτοποίηση του «περιουσιακού» δεν μπορεί να επανορθώσει…

 

Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Δάφνη Μουρέλου: Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

Με αφορμή την επέτειο Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Δάφνη Μουρέλου

Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αμερική αποτελεί άγονο πεδίο σε ό,τι αφορά τον χορό, καθώς η εξοικείωση του κοινού με την συγκεκριμένη τέχνη εξαντλείται σε θεάματα τύπου burlesque και music hall, αλλά και θεάματα τύπου εξτραβαγκάντζα όπου  κανείς μπορούσε να δει έναν συνδυασμό τραγουδιού, χορού και θεάτρου με φαντασμαγορική χρήση των τότε διαθέσιμων τεχνολογιών.[i]

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κυριαρχεί το κίνημα του μοντερνισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, το οποίο βέβαια δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον χορό. Σημαντικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα μέσα από τις προτάσεις πρωτοπόρων όπως ο θίασος των Ρωσικών Μπαλέτων και οι Γερμανοί Εξπρεσιονιστές. Το αιτούμενο των μοντερνιστών ήταν σε κάθε περίπτωση η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και η αναζήτηση νέας φόρμας, νέων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης.

Το κλίμα της αλλαγής δεν αργεί να φτάσει και στις ΗΠΑ, όπου βλέπουμε να αναπτύσσεται μια τάση προς αναζήτηση νέων μορφών κίνησης και φόρμας. Θα λέγαμε ότι επικρατεί μια λογική απόρριψης των κυρίαρχων μορφών στο χορό, δηλαδή της αισθητικής του μπαλέτου. Το μπαλέτο τείνει να θεωρηθεί ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, φορμαλιστικό, μια καθαρά σωματική πρακτική που δεν εμπλέκει το νου και την ψυχή.  Σε αυτό το πλαίσιο, καλλιτέχνες όπως η Isadora Duncan, η Loie Fuller και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Ruth st Denis και Ted Shawn μέσα από μια σειρά καινοτόμων προτάσεων σε ό,τι αφορά τον χορό, σηματοδοτούν τις απαρχές του χορευτικού μοντερνισμού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Θα λέγαμε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί αποτέλεσαν την «μαγιά» για την δημιουργία ενός μοντέρνου χορευτικού κινήματος. [ii]

Isadora Duncan (https://fundacionbbva.pe/opinion/isadora-duncan-el-movimiento-el-amor-y-la-perdida/).

 

Loie Fuller (https://www.metmuseum.org/art/collection/search/287806).

Οι καλλιτέχνες – συνεχιστές της γενιάς αυτής αυτοπροσδιορίζονται ως επί το πλείστον από ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα: τη δημιουργία ενός διακριτού χορευτικού ιδιώματος, το οποίο θα είχε ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα – θα ήταν, δηλαδή, αμερικανικός χορός. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κίνησης είναι η Martha Graham και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Doris Humphrey και Charles Weidman. Η αναζήτηση ενός αμερικανικού ιδιώματος ήταν ένα πολύ κοινό διακύβευμα στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, καθώς ανέκυπτε η ανάγκη να δημιουργηθεί μια εθνική τέχνη που θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και θα απολάμβανε ανάλογο κύρος με την Ευρωπαϊκή. Έτσι, παρατηρούμε μια γενικευμένη στροφή προς μια θεματολογία που εξερευνά και φωτίζει πτυχές της αμερικανικής ταυτότητας όπως ο εποικισμός, αλλά και έννοιες όπως η ατομικότητα, το ανεξάρτητο πνεύμα και η δημοκρατία.[iii]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα εξετάσουμε δύο έργα από το ρεπερτόριο της Martha Graham και τις ιδεολογικές τους προεκτάσεις.

Η Martha Graham είναι μια από τις διασημότερες εκπροσώπους του αμερικανικού μοντερνισμού με πλούσιο ρεπερτόριο, το οποίο αναπαράγεται μέχρι σήμερα. Η Graham είναι «παιδί» της πρώτης γενιάς, καθώς μαθήτευσε δίπλα στους Ruth st Denis και Ted Shawn. Ωστόσο, σύντομα ξεκίνησε την προσωπική της αναζήτηση επάνω στον χορό και τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Επινόησε μια ιδιαίτερη τεχνική, δίνοντας έμφαση στην περιοχή της λεκάνης, καθώς πίστευε ότι εκεί είναι το πιο ισχυρό σημείο έκφρασης του σώματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέπτυξε την δική της κινησιολογία, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι το contraction (σύσπαση στην περιοχή της λεκάνης) και το release (απελευθέρωση από την ένταση που προκάλεσε η σύσπαση).[iv]

Στόχος της Graham ήταν να δημιουργήσει αμερικανικό χορό, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί έτσι τόσο από τον ευρωπαϊσμό του κλασικού μπαλέτου, όσο και από τον οριενταλισμό των Ruth st Denis και Ted Shawn. Θεμελιώδεις πηγές έμπνευσης για το χορογραφικό της έργο ήταν η ελληνική μυθολογία, η αμερικανική κληρονομιά, καθώς επίσης και η τραγικότητα, η ένταση και η υποσυνείδητη φύση του ανθρώπινου συναισθήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και έπειτα, η Graham ασχολήθηκε επισταμένα με την αμερικανική κληρονομιά. Τα κυριότερα έργα αυτής της περιόδου είναι τα ακόλουθα: Frontier (1935), Panorama (1935), Horizons (1936), American Document (1938), El Penitente (1940), Letter to the world (1940), Salem Shore (1942), Appalachian Spring (1944).[v]

Εδώ θα επικεντρωθούμε στο πρώτο (Frontier) και στο τελευταίο έργο (Appalachian Spring) της αμερικανικής περιόδου της Graham και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα δύο έργα διατρέχονται από συγγενή θεματολογία και ένα κοινό κεντρικό μοτίβο.

Το Frontier είναι ένα σόλο το οποίο χορογράφησε η Graham το 1935 σε μουσική του Louis Horst. Αποτελεί μια από τις πρώτες προσπάθειες της χορογράφου να καταπιαστεί με αμερικανική θεματολογία. Πρόκειται για ένα έργο βγαλμένο μέσα από τα προσωπικά βιώματα της Graham και την μετακίνηση της ιδίας και της οικογένειάς της προς τον Βορρά. Παρατηρώντας τις γραμμές του τραίνου και το πώς αυτές αγκαλιάζουν την αχανή γη της χώρας, γεννήθηκε το Frontier.[vi] Η κεντρική αρχετυπική φιγούρα είναι μια έποικος του 19ου αιώνα που περιμένει τον άντρα της να επιστρέψει από το πεδίο της μάχης. Το μινιμαλιστικό, αλλά υπαινικτικό σκηνικό του γλύπτη Isamu Noguchi είναι ένας χαμηλός φράχτης – σύνορο και δύο σχοινιά σε σχήμα V τα οποία ενώνονται πίσω από τον φράχτη, δίνοντας την αίσθηση της  προοπτικής. Η αχανής έκταση, τα ατελείωτα στρέμματα γης προς κατάκτηση είναι μια ιδέα συνδεδεμένη στο αμερικανικό φαντασιακό, την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας αλλά και την ιδέα των απεριόριστων ευκαιριών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.[vii] Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο υπότιτλος του έργου είναι “American Perspective of the Plains”.[viii] Η κεντρική ιδέα που διατρέχει το έργο είναι, κατά τα λόγια της χορογράφου, “the appetite for space”, ως ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του αμερικανικού εποικισμού, αλλά και τμήμα συλλογικής ταυτότητας.[ix] Ο θριαμβευτικός τόνος της μουσικής του Horst αλλά και το εμβατήριο που παραπέμπει σε ώρες μάχης, ενισχύουν και εμπλουτίζουν περαιτέρω την ιδέα αυτή στο επίπεδο της αναπαράστασης, παραπέμποντας στις ένοπλες συρράξεις των εποίκων με στόχο την κατάκτηση της γης και την διεύρυνση του συνόρου. Το σύνορο, συνεπώς, διαθέτει την προοπτική συνεχούς επέκτασης προς το άπειρο. Ο σκοπός της Graham ήταν να δώσει ακριβώς αυτή την αίσθηση της ατελείωτης γης.[x]

Η Martha Graham στο Frontier το 1936 (https://www.loc.gov/collections/martha-graham/?fa=subject:frontier).

 

Martha Graham – FRONTIER  Danced by Janet Eilber

 

To Appalachian Spring πραγματεύεται έναν γάμο σε μια μικρή αμερικανική παραδοσιακή κοινότητα του 19ου αιώνα, περίπου 50 χρόνια μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.[xi] Οι τέσσερις κεντρικοί, επίσης αρχετυπικοί χαρακτήρες του έργου είναι η νύφη, ο γαμπρός, ο ιερέας και η έποικος. Όπως και στο Frontier, τo σκηνικό του Isamu Noguchi είναι μάλλον υπαινικτικό παρά ρεαλιστικό. Η έννοια του συνόρου μπορεί να πει κανείς ότι είναι ο κοινός παρονομαστής, που συνδέει μεταξύ τους σε επίπεδο ιδεολογίας τα δύο έργα της Graham.

Τα Απαλάχια όρη είναι ένα σύμπλεγμα βουνών στο βόρειο τμήμα των ΗΠΑ, που αποτέλεσε φυσικό σύνορο για τους εποίκους καθώς η περίπλοκη γεωγραφία τους στεκόταν ως εμπόδιο στην κατάκτηση περισσότερων εδαφών της ηπείρου. Κατά την διάρκεια της πορείας προς την κατάκτηση, γηγενείς πληθυσμοί εκδιώχθηκαν αναγκαζόμενοι να απεγκαταστήσουν τους καταυλισμούς τους.[xii] Αξιοσημείωτη είναι η έλλειψη αναφοράς στο ινδιάνικο στοιχείο. Στον αρχικό σχεδιασμό του έργου φαίνεται πως υπήρξε η ιδέα να δημιουργηθεί ρόλος για μια Ινδιάνα, σκέψη που όμως τελικά εγκαταλείφθηκε.[xiii]

 

Αριστερά: Aaron Copland. Δεξιά: Appalachian Spring (Ballet for Martha). H παρτιτούρα του έργου (https://www.nycmusicservices.com/engraving-a-new-edition-of-coplands-appalachian-spring/).

                                

Martha Graham’s Appalachian Spring

[Τhe Bride: Martha Graham The Husbandman: Stuart Hodes The Revivalist: Bertram Ross The Pioneer Woman: Matt Turney. Παράσταση του 1959].

Appalachian Spring – Martha Graham Dance Company 2012

 

Η έννοια του συνόρου αποτελεί κεντρικό διακύβευμα στο αμερικανικό φαντασιακό. Είναι συνδεδεμένη με τις ιδιότητες της ανεξαρτησίας, του δυναμισμού, της δημοκρατίας και της ισότητας, χαρακτηριστικά γύρω από τα οποία το αμερικανικό έθνος έχει χτίσει την ταυτότητά του. Για τις ΗΠΑ, η συνεχόμενη επέκταση προς τον Βορρά ήταν ένας αγώνας, ικανός να προσδώσει μια διακριτή ταυτότητα.[xiv] Μέσα από το έργο της Graham ζωντανεύει το αμερικανικό όνειρο, εκείνο της ευημερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και των πολλαπλών ευκαιριών, στις οποίες μπορεί κανείς να ελπίζει ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Το σκηνικό του Noguchi πέρα από τον χώρο, οριοθετεί και την έννοια της ιδιοκτησίας. Άλλωστε, η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης βρισκόταν στην καρδιά της δημιουργίας του έργου.[xv]  Ο τίτλος είναι βεβαίως συμβολικός, καθώς άνοιξη σημαίνει αναγέννηση. Μέσα από την χρήση του μοτίβου του γάμου, το έργο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της γέννησης και της σταθερής ανάπτυξης ενός έθνους σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Παρά τις δυσκολίες του εποικισμού, η μόνιμη εγκατάσταση αποτελεί, αναμφίβολα, μια πραγματικότητα. Το έργο χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, αντικατοπτρίζοντας την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς την εποχή που δημιουργήθηκε, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαινε προς το τέλος του.[xvi] Με ενδιαφέροντα τρόπο, η Graham επιλέγει να στραφεί στο ιστορικό παρελθόν, ώστε να αναπτερώσει την ελπίδα για το μέλλον. Η μουσική του Aaron Copland έρχεται να ζωντανέψει την εθνική ιδέα ενσωματώνοντας φολκλόρ μοτίβα από έναν από τους πιο γνωστούς ύμνους των Κουακέρων.[xvii] Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συνθέτης χρησιμοποιεί παραδοσιακά μοτίβα στο έργο του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι επίσης τα μπαλέτα Billy the Kid και Rodeo.[xviii] Η προσωπικότητα της εποίκου είναι μια μητρική φιγούρα, σημείο αναφοράς που συμβολίζει την προηγούμενη γενιά. Το ζευγάρι των νεονύμφων από τη δική του πλευρά, συμβολίζει τη νέα γενιά που φέρνει την υπόσχεση της εθνικής συνέχειας μέσα από τον γάμο και την δημιουργία απογόνων. Η αίσθηση της ατελείωτης γης μας δίνεται πολύ εύστοχα με το αγνάντεμα  πέρα από τον φράχτη, ο οποίος, σε αντίθεση με το Frontier, δεν υποδηλώνει το εθνικό σύνορο, αλλά την οριοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο χαρακτήρας του ιερέα συμβολίζει την έννοια του Πουριτανισμού, μια έννοια επίσης στενά συνδεδεμένη με την αμερικανική παράδοση. Η αναφορά αυτή προέρχεται από προσωπικά βιώματα της Graham και ανακύπτει συχνά στο έργο της με αμφίθυμο πρόσημο.[xix]

 

       Appalachian Spring by Aaron Copland performed by Perspectives Ensemble

[Εκδοχή για 13 όργανα, όπως γράφτηκε το 1944  για το μπαλέτο της Martha Graham]

 

Η έννοια του συνόρου είναι το κεντρικό θεματικό μοτίβο των δύο έργων. Και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί θεμελιώδες συστατικό του τίτλου – στο Frontier δίνεται ευθέως και σε ένα αρκετά γενικευμένο πλαίσιο, ενώ στο Appalachian Spring αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και γεωγραφική περιοχή που σηματοδότησαν την επέκταση του συνόρου. Και στα δύο έργα, το ιστορικό γεγονός του εποικισμού είναι επίσης κεντρικής σημασίας. Εδραιώνεται η ιδέα της επέκτασης και ανακύπτουν οι έννοιες της ατομικής ιδιοκτησίας και της μόνιμης εγκατάστασης που την συνοδεύουν στο αμερικανικό φαντασιακό.

Η Martha Graham και ο Louis Horst εν μέσω των μαθητών τους.

 

Το έργο της Graham αξιοποιήθηκε δεόντως σε επίπεδο πολιτιστικής διπλωματίας εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης αργότερα, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η αναγνώριση και κανονικοποίηση του νέου είδους ως «υψηλή τέχνη» ήταν πλέον δεδομένη.[xx] Την εποχή εκείνη, η πολιτιστική διπλωματία νοούνταν ως ένας τρόπος να δείξει η εκάστοτε χώρα την υπεροχή της σε διεθνές επίπεδο. Το έργο της Graham και η εθνική δυναμική του έκανε αίσθηση από νωρίς.  Έτσι, το 1937, η ίδια υπήρξε η πρώτη χορεύτρια που έδωσε παράσταση στον Λευκό Οίκο και μάλιστα το έργο που επιλέχθηκε ήταν το Frontier.[xxi] Επιπλέον, το Appalachian Spring ήταν σταθερό κομμάτι του ρεπερτορίου σε μια από τις πρώτες περιοδείες που οργάνωσε το State Department το 1955-56. Η πεποίθηση ήταν ότι πέρα από την εθνική προπαγάνδα, το έργο ήταν σε θέση να περάσει και ένα ισχυρό αντι-αποικιακό μήνυμα σε βάρος της Μεγ. Βρετανίας – ο παραλληλισμός με τις βρετανικές αποικίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν στη νέα ήπειρο ήταν αναπόφευκτος. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούσαν να σφυρηλατήσουν στο διεθνές στερέωμα της εποχής εκείνης την εικόνα ενός έθνους, φιλικά προσκείμενου προς νεοσύστατα, μετά-αποικιακά κράτη.[xxii] Οι περιοδείες του State Department, μια πρωτοβουλία του τότε Προέδρου Dwight Eisenhower, πραγματοποιήθηκαν στις Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική με το σκεπτικό να καλλιεργηθεί συγκεκριμένη επιρροή στις χώρες του επονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου. Μέσω αυτής της πολιτικής, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να επωμιστούν την εικόνα ενός πρωτοπόρου, επιτυχημένου και φιλικά προσκείμενου έθνους. Η ομάδα της Graham είχε ενεργό συμμετοχή στις περιοδείες παρουσιάζοντας έργα τόσο από την αμερικανική, όσο και από την ελληνική περίοδο της δημιουργού.[xxiii]

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο χορός, και μάλιστα ένα νεοσύστατο είδος, αξιοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, ήταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ που μάλιστα εδραίωσε το μπαλέτο ως νέα τέχνη, αλλά και ο εξπρεσιονιστικός χορός στη ναζιστική Γερμανία. Σαφέστατα οι περιπτώσεις και το πλαίσιο διαφέρουν, ωστόσο αυτό που καθίσταται ανάγλυφο είναι η δύναμη της χορευτικής αναπαράστασης και, σε τελική ανάλυση, εκείνη της ίδιας της κίνησης.

Επιστολή της Martha Graham προς τον Aaron Copland (22 Ιουλίου 1943) ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η σύνθεση του Appalachian Spring (https://blogs.loc.gov/loc/2014/10/documenting-dance-the-making-of-appalachian-spring/).

 

 

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

 

 

Σημειώσεις

 

[i] Nancy Reynolds & Malcolm Mc Cormick (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London, σ. 2.

[ii] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London, σσ. 87-94.

[iii] Helen Thomas (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada, σ. 118 – 119.

[iv]  Susan Au (2006), ό.π., σσ. 119-120.

[v] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 115.

[vi] Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

[vii] Helen Thomas (1995), ό.π., σσ. 117-118.

[viii] https://marthagraham.org/portfolio-items/frontier-1935/.

[ix] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[x] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[xi] Victoria Philips Gedud (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y., σ .159.

[xii] John Anthony Caruso (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A., σσ. 4-12.

[xiii] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 145.

[xiv] John Anthony Caruso (2003), ό.π., σσ. 4-12.

[xv] Lynn Garafola (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford, σσ. 137 – 138.

[xvi] https://marthagraham.org/portfolio-items/appalachian-spring-1944/.

[xvii] Lynn Garafola (2005), ό.π., σ. 138.

[xviii]  Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 135.

[xix] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 144.

[xx] Naima Prevots (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A., σ. 51.

[xxi]Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 157.

[xxii]  Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 159.

[xxiii] Dana Mills (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ., σ. 51.

 

 

                                                             ΒιβλιογραφίαΠηγές

 

  • Au, Susan (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London.
  • Caruso, John Anthony (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A.
  • Garafola, Lynn (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford
  • Mills, Dana (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ.
  • Philips Gedud, Victoria (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y.
  • Prevots, Naima (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A.
  • Reynolds, Nancy & Mc Cormick, Malcolm (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London.
  • Thomas, Helen (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada.
  • https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.
  • https://marthagraham.org/.
  • Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

 

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος

Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος ενός κόσμου ενιαίου και ότι οι κοινωνίες και τα έθνη δεν αποτελούν απομονωμένες ανθρώπινες κοινότητες ούτε οι πολιτισμοί στεγανές ενότητες αξιών που διατηρούν την αυτονομία τους στον χρόνο, αλλά ενότητες ιδεών και πρακτικών λύσεων που διαρκώς ανασυγκροτούνται υπό την πίεση των νέων συνθηκών και με τη δημιουργική παρέμβαση των ανθρωπίνων ομάδων· να κατανοήσουν τους ίδιους και τους «άλλους», διακρίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των, στο παρελθόν και το παρόν· να αμφισβητούν την αξία των στερεοτύπων για άλλους λαούς, αλλά και για τους ίδιους· να σέβονται την ιδιαιτερότητα και να μην φοβούνται τη μισαλλοδοξία· να διακρίνουν τα γεγονότα από τις εικασίες και την ιστορική πραγματικότητα από την πλασματική εικόνα· να κατανοούν την πολυπλοκότητα των αιτιών και να δυσπιστούν προς τις απλουστευτικές απαντήσεις και τις εύκολες εξηγήσεις· να αναγνωρίζουν την πλαστή αναλογία και την κατάχρηση των «διδαγμάτων» της ιστορίας, να εκτιμούν δε τις συνέπειες τέτοιας καταχρήσεως· να θεωρούν ότι η άγνοια του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τους καταστήσει θύματα εκείνων που γνωρίζουν αυτό το παρελθόν, χωρίς να λησμονούν ότι η ιστορία δεν παίζει το ρόλο του δικαστηρίου και ότι οι ιστοριογράφοι δεν είναι εισαγγελείς που αναζητούν ενόχους· να αναγνωρίζουν ότι ορισμένα προβλήματα δεν επιδέχονται λύσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν· να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν στη ζωή πράξεις και στάσεις παράλογες και ανέλπιστες· να μην παραιτούνται από την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας ούτε να επιτρέπουν να κλονίζεται η πεποίθησή τους ότι υπάρχει τέτοια αλήθεια.

Η αναζήτηση της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας ή όπως αλλιώς λέγεται, της ιστορικής πραγματικότητας υπήρξε εντολή προς τους διακόνους της Ιστορίας ενός από τους πρώτους μεγάλους θεράποντες της Κλειούς, του Λουκιανού, ο οποίος απεφάνθη ως ακολούθως για τους ιστορικούς:

«Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεύς, ἔστω ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καί ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησίν, τά σῦκα σῦκα, τήν σκάφην δέ σκάφην ὀνομάσων, οὐ μίσει οὐδέ φιλίᾳ νέμων οὐδέ φειδόμενος ἢ ἐλεῶν ἢ αἰσχυνόμενος ἢ δυσωπούμενος, ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μή θατέρῳ τι ἀπονεῖμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καί ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλά τί πέπρακται λέγων

«Άφοβος», λοιπόν, ο ιστορικός, «αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος», «ίσος δικαστής, άπολις, αυτόνομος, αβασίλευτος», κατά τον Λουκιανό· στον οποίο, καθώς και στον μεγάλο Θουκυδίδη, θεμελιώθηκε η ιστοριογραφία του Δυτικού Κόσμου και πολιτισμού. Έρεισμα αυτής της ιστοριογραφίας υπήρξε η βαθεία πεποίθηση ότι η πιστή αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μίας ευνομούμενης πολιτείας.

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς.

Την ιστορία, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, έχουμε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εντολή και καθήκον να διακονούμε στα πανεπιστήμια της χώρας μας, αυτήν την ιστορίας διδάσκουμε ή, πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές μας, νέους πολίτες της ευνομούμενης πολιτείας μας. Οι ιστορικοί, βέβαια δεν είμαστε «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι» όπως θα μας ήθελε ο Λουκιανός. Ούτε ο ίδιος άλλωστε, ούτε ο Θουκυδίδης, μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήσαν «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι». Με την επίκληση αυτού του ιδανικού, δηλ. της απόλυτα πιστής αναπαραστάσεως της ιστορικής πραγματικότητας, ήθελε να προστατεύσει ο Λουκιανός τον ιστοριογράφο από τη σαγήνη που ασκεί η εκάστοτε εξουσία επ’αυτού και να τον στηρίξει στην απέραντη μοναξιά του, όταν επιδιώκει να ανακαλύψει, στα τεκμήρια του ιστορικού παρελθόντος, την αντικειμενική αλήθεια και να τον πείσει να μην κλονισθεί ούτε στιγμή η πεποίθησή του ότι υπάρχει, πράγματι, αντικειμενική αλήθεια, όπως υπάρχει, το καλό και το δίκαιο, ως απόλυτη αξία.

Αυτή η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας ως απόλυτης αξίας είναι απαραίτητη στη διαμόρφωση των πολιτών μιας ευνομούμενης πολιτείας, ώστε να μην ολισθαίνουν οι πολίτες στον σχετικισμό των αξιών και των αρχών που καλλιεργούν όλοι οι δημεγέρτες, αλλά να εκτιμούν δια της μελέτης των πράξεων και των αποφάσεων των ανθρώπων στο παρελθόν την αξία και τη σημασία του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, αλλά και της δειλίας και της ιδιοτέλειας, της προσφοράς αλλά και της πλεονεξίας, του δικαίου αλλά και του αδίκου, της ανοχής και του σεβασμού προς την ετεροδοξία, αλλά και της μισαλλοδοξίας. Ο σχετικισμός, αυτή η μάστιγα της ευνομούμενης πολιτείας, που ορθώνει το ανάστημά της και σαγηνεύει τους θιασώτες της ήσσονος προσπάθειας, τους νωθρούς και τους δειλούς, τους απαίδευτους, καλλιεργεί τη θέση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ούτε ιστορική πραγματικότητα, και ότι η άποψη του απαίδευτου έχει την ίδια αξία με αυτήν του πεπαιδευμένου, ότι όλες οι απόψεις για το ιστορικό παρελθόν, όλες οι «προσεγγίσεις», είναι αποδεκτές και σεβαστές, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες.

Οι αρχές και οι αξίες που αντλούνται και καλλιεργούνται δια της μελέτης των ανθρωπίνων πράξεων είναι βέβαια, προϊόντα του Δυτικού κόσμου και πολιτισμού, αλλά έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν και άλλους πολιτισμούς και κόσμους, αναγνωρίζονται δε πλέον ως αρχές και αξίες με γενικότερη εφαρμογή, ωστόσο, προβάλλονται και καλλιεργούνται στο πλαίσιο της πολιτείας που αναπτύχθηκε από κοινού με το εθνικό κράτος των νεότερων χρόνων. Ελλείψει μίας παγκόσμιας πολιτείας, η πολιτεία που έχει στη διάθεσή του το εθνικό κράτος είναι η μόνη ενότητα που προβάλλει και καλλιεργεί τις αρχές και αξίες αυτές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και ώσπου να αντικατασταθεί το εθνικό κράτος από κάποιο άλλο πολιτικό μόρφωμα, δεν είναι δυνατό να υπονομευθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στέγη της πολιτείας που ευνόησε την καλλιέργεια και την παραγωγή των αρχών και των αξιών της ευνομούμενης πολιτείας, το εθνικό κράτος.

Ανδριάντας του Θουκυδίδη έξω από το αυστριακό Κοινοβούλιο (Βιέννη).

Προϊόν αλλά και συντελεστής της αναπτύξεως του εθνικού κράτους υπήρξε και η εθνική ιστορία, η οποία εσχάτως δέχεται πυρά από διάφορους διεθνιστικούς κύκλους. Η εθνική ιστορία, αναπτύχθηκε κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του εθνικισμού, διαφέρει δε από την ιστορία χωρίς άλλο επιθετικό προσδιορισμό, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στο εξής: αποσκοπεί στη διαμόρφωση της απαραίτητης σε μια εθνική πολιτεία εθνικής ταυτότητας. Η εθνική ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι συνήθως προϊόν συνθέσεως ποικίλων στοιχείων, επιλεγμένων με τρόπο ώστε να προβάλλονται οι αρετές ενός έθνους. Την εποχή του Ρομαντισμού, μάλιστα, όταν τέθηκαν οι προδιαγραφές της εθνικής ιστορίας των διαφόρων λαών, παρεισέφρυσαν πολλά στοιχεία, ξένα προς την ιστορική πραγματικότητα, αλλά που κρίθηκαν πως εξυπηρετούν την ανάπτυξη της εθνικής ταυτότητας. Προϊόντα επιλογής ιστορικών στοιχείων ήσαν και τα έργα ιστοριογράφων της εποχής πριν από τη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνος, αποσκοπούσαν δε στην ανάπτυξη της αρετής (virtu) σε εκείνους τους ολίγους που προορίζονταν να ασκήσουν ανώτερα δημόσια αξιώματα. Η διδασκαλία των βίων των μεγάλων ανδρών της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας για την προετοιμασία των αυριανών ηγετών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η διδασκαλία της κατάλληλα διασκευασμένης εθνικής ιστορίας ανάλογους στόχους εξυπηρετούσαν.

Η επιστήμη της ιστορίας, της εθνικής ιστορίας συμπεριλαμβανομένης, είχε από τους κλασσικούς ελληνικούς χρόνους, διδακτικό χαρακτήρα. Η αυτοτέλεια της ιστορικής έρευνας απέναντι στον εξωτερικό καταναγκασμό ή εις κάθε είδους πνευματικές δεσμεύσεις και επιδράσεις, οι εντολές του μεγάλου διακόνου της Κλειούς, του Λουκιανού, δεν καθόριζαν την έρευνα αυτήν και το προϊόν της ως αυτοσκοπό αποσπασμένο από κάθε ηθική ή παιδαγωγική σκέψη. Η αναζήτηση της αλήθειας ή της ιστορικής πραγματικότητας είχε πάντοτε για τους Έλληνες ένα βαθύτερο ηθικό σκοπό να υπηρετήσει, να βελτιώσει τον άνθρωπο, με την εμμονή στη μοναδική αλήθεια.

Αριστερά: Κλειώ, Μούσα της Ιστορίας, μαρμάρινο άγαλμα ρωμαϊκής εποχής, Ρώμη, Μουσείο Βατικανού. Δεξιά: Charles Meynier, Clio, Muse of History 1800, Cleveland Museum of Art.

Στις λογικές υποθέσεις που υπάρχουν συνυφασμένες με την ιστορική πραγματικότητα, στους «μύθους» που ανακαλύπτουν στην εθνική ιστορία με ιερή αγανάκτηση οι σημερινοί πολέμιοι του έθνους, διακρίνουν οι προσεχτικοί παρατηρητές τα στοιχεία εκείνα με τα οποία ήθελε να εφοδιάσει η πολιτεία του εθνικού κράτους των Ελλήνων τους πολίτες της. Αυτά τα στοιχεία κρίνονταν στο παρελθόν ότι εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο στόχο, τη βελτίωση του ανθρώπου. Αν τώρα κρίνονται ακατάλληλα, θα πρέπει οι πολέμιοί τους να προτείνουν άλλα στοιχεία που καλλιεργούν και προάγουν την αρετή, άλλους «μύθους», εξίσου παιδαγωγικούς με τους υπό διωγμόν. Οι αρχαίοι Έλληνες, ας μην λησμονούν οι πολέμιοι των μύθων της εθνικής ιστορίας, με μύθους είχαν επενδύσει ορισμένα από τα μεγαλύτερα διδάγματα που άφησαν ως κληρονομιά σε όλον τον κόσμο.

Δια του σχολικού βιβλίου, ιδίως δε του σχολικού βιβλίου της ιστορίας, οι αρμόδιες αρχές της πολιτείας προωθούν και καλλιεργούν την εθνική ταυτότητα των αυριανών πολιτών, την πεποίθηση των πολιτών ότι ανήκουν σε μια διακριτή κοινότητα ανθρώπων, σε μια διακριτή πολιτιστική κοινότητα, σε μια εθνική κοινότητα, το έθνος, και κατ’επέκταση σε μία εθνική πατρίδα. Δια του σχολικού βιβλίου ιστορίας προβάλλονται για να αποτυπωθούν στη συλλογική εθνική συνείδηση γεγονότα, όπως απελευθερωτικοί πόλεμοι, εθνικά έπη άλλα και τραγωδίες και δεινά του έθνους, που κρίνονται ότι στηρίζουν και προάγουν την ταύτιση με την εθνική κοινότητα και την αγάπη προς την πατρίδα. Αναπόφευκτα, η προαγωγή της ταυτίσεως με την οικεία εθνική κοινότητα, καλλιεργεί τη δυσπιστία απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους της εθνικής κοινότητας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τον φόβο ή και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδος.

Η δυσπιστία, ο φόβος και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας κρίνονται πλέον στοιχεία ανεπιθύμητα, από διεθνιστικούς κύκλους κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών, έχουν δε επιβάλει οι ίδιοι κύκλοι ορισμένες πολιτικές ορθότητες που επηρεάζουν ολοένα και ευρύτερους πολιτικούς κύκλους αρνητικά απέναντι στα σχολικά βιβλία ιστορίας που προάγουν την εθνική ιστορία και την εθνική ταυτότητα. Κρίνεται, λοιπόν ολοένα και από ευρύτερους πολιτικούς κύκλους, ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας δεν πρέπει να προάγουν τη δυσπιστία, τον φόβο και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας, αλλά να προβάλλουν τα γεγονότα εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που φανερώνουν τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ του οικείου έθνους και των κατά καιρούς αντιπάλων και εχθρών του.

Η ογκούμενη, καθώς φαίνεται, αντίδραση εναντίον του εθνικού σχολικού βιβλίου ιστορίας ως προξένου ξενοφοβίας και μίσους αποτελεί πλέον μια πολιτική ορθότητα, η οποία σπανίως αμφισβητείται. Έχει, ωστόσο η πολιτική αυτή ορθότητα, ορισμένες αδυναμίες, τις οποίες θα παρουσιάσω εν συντομία. Μία τέτοια αδυναμία είναι το εφήμερο πολλών πολιτικών ορθοτήτων. Ανάλογες αμφισβητήσεις του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας που καλλιεργείται στο πλαίσιό του, στο παρελθόν, από διεθνιστικούς ή άλλους υπερεθνικούς κύκλους, αχρηστεύθηκαν με την πάροδο των χρόνων και λησμονήθηκαν. Το εθνικό κράτος όχι μόνον άντεξε στις επιθέσεις από τους κατά καιρούς αμφισβητίες του αλλά υπερίσχυσε και εξήλθε από τις συγκρούσεις της ενισχυμένο. Άλλη συναφής αδυναμία της αμφισβητήσεως της χρησιμότητας της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους που τη στηρίζει έχει σχέση με την καθόλα καλοπροαίρετη αλλά αφελή πεποίθηση ότι όλοι οι λαοί ομοφώνως θα σπεύσουν να καταργήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά κράτη, πεποίθηση που εδράζεται στη διεθνιστική πίστη ότι οι λαοί και οι ηγέτες τους δεν είναι δυνατόν να στηρίζουν πολιτικά μορφώματα που αναπαράγουν τις προστριβές και τις συγκρούσεις. Ανάλογη διεθνιστική-ειρηνιστική κίνηση του Μεσοπολέμου είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα των Δυτικών Δημοκρατιών που ευνοούσαν τον πόλεμο ή τον εκβιασμό για να αναθεωρήσουν το εδαφικό καθεστώς, που είχε προκύψει από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σοβαρότερη όμως αδυναμία εκείνων που αμφισβητούν τη χρησιμότητα της εθνικής ταυτότητας στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών είναι η απουσία προτάσεως εναλλακτικής ταυτότητας που να είναι σε θέση να συνέχει την κοινωνία της ευνομούμενης πολιτείας όπως την συνέχει η εθνική ταυτότητα. Δεν διευκρινίζεται εν προκειμένω ποια ταυτότητα θα καλλιεργεί η ιστορία δια του διεθνιστικού σχολικού βιβλίου που φαίνεται να προωθούν διάφοροι ιστορικοί που ανήκουν στη συνομοταξία των λεγομένων «αποδομητών» της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Η αμφισβήτηση όμως της εθνικής ταυτότητας και η επιχείρηση να κατεδαφισθεί η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων συνιστούν σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Σε αντίθεση προς την ιστορία που καλλιεργείται και διδάσκεται στα πανεπιστήμια και που υπόκειται σε διορθωτικές αλλαγές με την ευθύνη των ιστορικών που διακονούν την Κλειώ στα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, η Εθνική Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία ανήκει στην ευθύνη της πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της. Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμένου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύονται από το Σύνταγμα της χώρας. Το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι’αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγωγή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο αποφασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βιβλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής περιεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαίνουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνική συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).Τείνει ωστόσο να επικρατήσει η άποψη ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων λαών και χωρών, ιδίως μεταξύ των γειτονικών, είναι απαραίτητο να προβληθεί δια των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας το παρελθόν των χωρών και των λαών απαλλαγμένο από διάφορα αρνητικά στερεότυπα και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για τους γείτονες, καθώς και από στοιχεία που θεωρούνται ότι αναπαράγουν την καχυποψία και το μίσος μεταξύ των διαφόρων λαών, όπως αίτια προστριβών και συγκρούσεων και διάφορα δεινά. Πληθαίνουν οι διακρατικές επιτροπές για τον έλεγχο των βιβλίων, πληθαίνουν και τα σχολικά βιβλία με στόχο την καλλιέργεια της αγάπης προς την ειρήνη και την αποστροφή προς τον πόλεμο.

Για να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή η σκοπιμότητα της χρήσεως της Ιστορίας για την προαγωγή φιλικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών λαών που μοιράσθηκαν στο παρελθόν τόπους και κοινές τύχες και εμπειρίες, χρειάζεται να υπομνησθεί ότι των φιλικών σχολικών βιβλίων Ιστορίας προς τους γείτονες συνήθως προηγούνται μακροχρόνιες και αδιατάρακτες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Τα φιλικά προς τους γείτονες σχολικά βιβλία Ιστορίας ασφαλώς ενισχύουν τις φιλικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν τις υποκαθιστούν, ούτε είναι δυνατόν να τις υποκαταστήσουν. Τέτοιες προσδοκίες θα ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των χωρών, αλλά και για την υπόθεση της ειρήνης σε μία περιοχή, όπου είναι ακόμη διακριτά κάποια βαθεία ρήγματα που σχηματίσθηκαν στο παρελθόν.

Εκτός όμως από τις επικίνδυνες αυτές προσδοκίες που μπορεί να εκθρέψει η άποψη που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον ρόλο των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας, είναι απαραίτητο να τεθεί το ζήτημα της χρήσεως της Ιστορίας γενικώς σε μια ευνομούμενη πολιτεία, προπαντός δε να διευκρινισθεί ότι η επιλογή θετικών στοιχείων από το ιστορικό παρελθόν προκειμένου να ικανοποιηθούν διάφορες πολιτικές ορθότητες δεν συνιστά Ιστορία, επειδή παρουσιάζει ορισμένες μόνο πλευρές της πολύπλευρης ιστορικής πραγματικότητας.

Πίσω από την τυραννία των πολιτικών ορθοτήτων ευρίσκονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι λεγόμενοι «μεταμοντερνιστές» ή «αποδομητές», οι οποίοι θεωρούν την Ιστορία, ιδίως δε την εθνική ιστορία, πρόξενο όλων των δεινών του κόσμου, αυτή δε η άποψη για την Ιστορία στηρίζεται στη καθόλα αφελή αλλά άρρητη άποψη ότι τους πολέμους προκαλούν και διεξάγουν ηγέτες και λαοί που δεν εκτιμούν την ειρήνη ούτε έχουν διαπαιδαγωγηθεί να εκτιμούν τα αγαθά της. Αυτοί λοιπόν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιδιώκουν να «αποδομήσουν» το ιστορικό παρελθόν και να το καταστήσουν εργαλείο υπεύθυνο για την προαγωγή της ειρήνης στον κόσμο. Εχθρούς τους θεωρούν οι «αποδομητές» κοινωνικοί επιστήμονες τους παραδοσιακούς επιστήμονες που διακονούν την Κλειώ και επιδιώκουν να παρουσιάσουν το πολύπλευρο ιστορικό παρελθόν όσο πιο πιστά δύναται, με την πεποίθηση ότι κατ’αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούν την αυτογνωσία και την ταυτότητα της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέλη.

Κατά βάθος, λοιπόν, η συζήτηση γίνεται, σε χώρες τουλάχιστον όπου οι πολιτικοί αφενός δεν ενδίδουν άκριτα και εύκολα σε εφήμερες πολιτικές ορθότητες, ούτε ανέχονται την τυραννία εκείνων που τις προωθούν, για την υπονόμευση ή όχι της Ιστορίας, ιδίως δε της εθνικής ιστορίας, ως οργάνου στη διάθεση της πολιτείας για τη διαμόρφωση πολιτών με την απαραίτητη αυτογνωσία και εθνική ταυτότητα, ώστε να αποτελούν διακριτή εθνική κοινότητα. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, είναι κατά πόσον οι Έλληνες επιθυμούν να καλλιεργούν τη διακριτή εθνική τους ταυτότητα, την οποία καλλιεργούν τουλάχιστον τα τελευταία διακόσια χρόνια, ή θα ενδώσουν στον πειρασμό να ενστερνισθούν το όραμα του μεταμοντερνισμού για μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς εθνικά κράτη και έθνη. Μπορεί εν τέλει οι Έλληνες να αποδεχτούν αυτές τις εισηγήσεις των «αποδομητών» του εθνικού κράτους των νεότερων χρόνων, αλλά αυτή η αποδοχή πρέπει να είναι προϊόν όχι λαθροχειρίας αλλά κατανοήσεως κατόπιν εις βάθος συζητήσεως όλων των δεδομένων, ιδίως δε των καλώς νοουμένων εθνικών συμφερόντων, της ειρήνης φυσικά, αλλά και της ασφάλειας της εθνικής επικράτειας, της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού της χώρας. Αν αυτά δεν θεωρούνται πλέον καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιθέτως προτιμηθεί η χωρίς εθνικά σύνορα Ελλάς, πολύγλωσση και πολύδοξη, ανοιχτή σε όλους τους γείτονες, πολυεθνική ή πολυπολιτισμική, όπως την οραματίζονται αρκετοί στη χώρα σήμερα, αυτή η μετάβαση θα πρέπει να συντελεσθεί εν γνώσει και με τη συναίνεση του λαού της, που εν τέλει θα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο και να αποφασίσει για το μέλλον του.

Τα προϊόντα της αποδομητικής δράσεως, αυτά τα «εκλαϊκευτικά» βιβλία Ιστορίας, δεν είναι Ιστορία, με την καθιερωμένη έννοια, δεν απεικονίζουν το ιστορικό παρελθόν, εθνικό ή άλλο. Το ιστορικό παρελθόν είναι κατάστικτο από πολέμους, βαρβαρότητες, εθνικές και κοινωνικές προστριβές και συγκρούσεις, καταπιέσεις εθνοτήτων από άλλες εθνότητες, καθώς και από περιόδους ειρήνης και συνεργασίας. Αυτές οι πλευρές του ιστορικού παρελθόντος, σκοτεινές και ζοφερές πολλές, προϊόντα όλες των ανθρωπίνων αποφάσεων, διαμόρφωσαν τους σημερινούς λαούς, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που μιλούν, από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα που πρεσβεύουν, από τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους, από την εθνική τους ιστορία· ιστορία η οποία είναι ακόμη χρήσιμη στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειών.

Θα σπεύσουν ίσως οι στρατευμένοι στον αποδομισμό, ως άλλοι «χάσκακες» του Έθνους -όπως χαρακτήριζε ο Μανουήλ Γεδεών τους αρνητές της καθ’ημάς Ανατολής την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αναστατώσεων (1789-1815)- να καταγγείλουν τις παρατηρήσεις αυτές ως άλλη μια απόπειρα του συντηρητικού «νεοαναθεωρητισμού» που επιχειρείται, υποτίθεται. Ας μην ανησυχούν· η ηγεμονία της διεθνιστικής «cabale» που ορίζει και νέμεται τις εθνικές ευαισθησίες των Ελλήνων, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και εξής, είναι μάλλον ασφαλής και αδιαφιλονίκητη, προς το παρόν τουλάχιστον. Στην Ελλάδα οι διάφορες πολιτικές ορθότητες φθίνουν και αποσύρονται με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.

Θα ξενίσουν ίσως αυτές οι παρατηρήσεις και εκείνους που πιστεύουν πως η λεγόμενη πολυπολιτισμική κοινωνία είναι αναπόδραστη, επειδή αντιπροσωπεύει την πρόοδο, υποτίθεται, που αντιπαρατίθεται στις συντηρητικές επιλογές. Το εθνικό κράτος, ωστόσο ούτε συντηρητική επιλογή αποτελεί ούτε φαίνεται τόσο ευάλωτο όσο πιστεύουν οι αντίπαλοί του. Ανέτρεψε εκ θεμελίων πολυπολιτισμικά πολιτικά μορφώματα στο παρελθόν και εξασφάλισε στους πολίτες του κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη προαγωγή του εθνικού πολιτισμού, της ευημερίας και της αξιοπρέπειάς των, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου μάλιστα.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία, την οποία στηρίζουν υποτίθεται οι τρέχουσες πολιτικές ορθότητες, δεν είναι ούτε «νέα» ούτε «προοδευτική». Υπήρξαν στο παρελθόν τέτοιες πολυπολιτισμικές κοινωνίες στο πλαίσιο πολυεθνικών αυτοκρατοριών, δεν τις ανακάλυψαν οι επίδοξοι αποδομητές της εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι εξάλλου βέβαιο ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία υπηρετεί πάντοτε την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών ενοτήτων αφού μπορεί να οδηγήσει στην περιχαράκωση διακριτών αλλά ανίσχυρων κοινοτήτων.

Johann Heinrich Tischbein, Die Muse Klio (Die neun Musen), 1780, Museumslandschaft Hessen Kassel.

Πριν να δώσει τη θέση της σε κάποιας μορφής πολυπολιτισμική κοινωνία, η κοινωνία που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού εθνικού κράτους με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση ετερόγλωσσων κοινοτήτων σε μια ομοιογενή γλωσσική εθνική κοινότητα, ανεκτική στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, θα πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω με την ενίσχυση και την κατοχύρωση του σεβασμού προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε γλωσσικές κοινότητες δεν υπηρετεί την κοινωνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ευημερίας όλων των μελών της κοινωνίας, αντιθέτως ευνοεί τον ανταγωνισμό, τις προστριβές και τις συγκρούσεις και εν τέλει, την υποταγή των ανίσχυρων γλωσσικών ή άλλων κοινοτήτων στην ισχυρότερη ή τις ισχυρότερες. Η κατακερματισμένη κοινωνία μπορεί να ευνοήσει και το φασισμό.

Στην ελληνική «πραγματικότητα», η πολυπολιτισμική κοινωνία που επαγγέλονται οι αποδομητές του ομοιογενούς εθνικού κράτους θα είχε ως πιθανές συνέπειες διάφορες αποσχιστικές κινήσεις. Οι καιροσκόποι δεν λείπουν, όπως επίσης δεν λείπουν και εκείνοι που έχουν συμφέρον να υποκινούν τους κατά καιρούς καιροσκόπους. Η ιστορία της Ελλάδος των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων βρίθει τέτοιων καιροσκοπικών επιχειρήσεων, οι οποίες μόνον προβλήματα δημιουργούσαν στο σύνολο των Ελλήνων. Εν όψει της εξάρσεως του εθνικισμού στις όμορες χώρες, θα ήταν τραγικό για την ασφάλεια της ελληνικής εθνικής επικρατείας να παραδοθεί το ελληνικό εθνικό κράτος στις αφελείς, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώξεις μιας “cabale” ανιστόρητων και ανελλήνιστων νομέων της εθνικής ευαισθησίας, η οποία τείνει να επιβάλει καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρατίας στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία.

Το παρόν ομοιογενές εθνικό κράτος των Ελλήνων υπήρξε προϊόν εθνικής πολιτικής δύο και πλέον αιώνων, από την εποχή του Ρήγα Βελεστινλή και του Αδαμάντιου Κοραή, με κορυφαίο «αρχιτέκτονα» του σύγχρονου Ελληνικού έθνους τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αν κριθεί από την πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας ότι η ομοιογενής πολιτιστική κοινότητα και ταυτότητα του σύγχρονου Ελληνικού έθνους πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση της να ανεγερθεί ένα νέο εθνικό οικοδόμημα, πολυπολιτισμικό και χωρίς κυρίαρχη εθνική κοινότητα, όπως την όρισαν αυτοί οι πατέρες του έθνους, είναι ανάγκη επιτακτική η έγερση της νέας εθνικής κοινότητας να μην αφεθεί αβασάνιστα σε αφελείς μάλλον αρχιτέκτονες που φιλοδοξούν να στήσουν στη θέση του ένα οικοδόμημα άδηλης ακόμη μορφής, δομής ή λειτουργικότητας.

 

Ο Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας των Νεωτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν έχει διατελέσει επίσης Επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Κολούμπια και της Οξφόρδης. Συμμετείχε σε επιστημονικές επιτροπές για θέματα ιστορικής έρευνας, όπως στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος), στο Κέντρο Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηριώσεως του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και στο Επιστημονικό Συμβούλιο και το εκδοτικό τμήμα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.

 

Wilhelm Deist: Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 Wilhelm Deist

Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κληθείς να αντιμετωπίσει, τον Ιούλιο του 1914, την προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη, ο Γερμανός καγκελάριος Theobald von Bethmann Hollweg ήταν πεπεισμένος πως η εθνική συνοχή και ενότητα αποτελούσαν τη θεμελιώδη προϋπόθεση για έναν νικηφόρο στρατιωτικό αγώνα. Ωστόσο, επρόκειτο για μια μάλλον τολμηρή εκτίμηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η γερμανική κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη από πολιτικής απόψεως. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το υπόλοιπο έθνος, είχε γνωρίσει ένα σημείο κορύφωσης το 1912, όταν το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα απόκτησε την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, κυρίως δε το συντηρητικό κατεστημένο, εξακολουθούσε να θεωρεί τα μέλη του κόμματος ως εσωτερικό εχθρό (Reichsfeinde). Οι βουλευτικές εκλογές του 1912 πυροδότησαν ένα κλίμα έντασης, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η θέση της χώρας στο διεθνές στερέωμα ήταν αβέβαιη.¹

Αλλά και η κατάσταση στους κόλπους του στρατεύματος, εγγυητή του ισχύοντος καθεστώτος, ήταν έκρυθμη, εξαιτίας της περίφημης υπόθεσης Zabern, όταν, το 1913, στην ομώνυμη κωμόπολη της ευρισκόμενης υπό γερμανική κατοχή Αλσατίας και Λωρραίνης, η φρουρά αντέδρασε σε διαμαρτυρίες της τοπικής κοινής γνώμης με προσφυγή σε χρήση πρωτοφανούς βίας σε βάρος της τελευταίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους υπάρχοντες θεσμούς, καθώς και τις αρμοδιότητες της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.²

Κι όμως, τον Ιούλιο του 1914, ο Bethmann Hollweg δικαιώθηκε. Χάρη στη γενική επιστράτευση, την οποία διέταξε ο τσάρος στις 30 Ιουλίου, η Ρωσία αντιμετωπίστηκε ως ο επιτιθέμενος εναντίον του οποίου η Γερμανία όφειλε να αμυνθεί.³ Αξιοποίησε, μάλιστα, την ευκαιρία, δίνοντας εντολή προς τον υπουργό Εσωτερικών, Clemens von Delbrück, και προς τον υπουργό Στρατιωτικών της Πρωσίας, Erich von Falkenhayn, να αποφύγουν να εφαρμόσουν τα ήδη επιμελώς σχεδιασμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης ενάντια στα μέλη του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος και των εργατικών συνδικάτων. Στις 25 Ιουλίου, ο Falkenhayn διέταξε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να μη στραφούν κατά της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων ούτε και κατά του Τύπου σε περίπτωση επιβολής καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.⁴ Με δεδομένες τις έκρυθμες σχέσεις, ήδη από το 1890, ανάμεσα στο στρατιωτικό κατεστημένο και το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, επρόκειτο για μια μάλλον αναπάντεχη εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, λειτουργούσε ως προπομπός για μια σειρά πετυχημένων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον καγκελάριο και τους εκπροσώπους του παραπάνω κόμματος. Μόνο έτσι φάνταζε εφικτή η υπερψήφιση στο Ράιχσταγκ των πολεμικών κονδυλίων, γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα δίχως προβλήματα και κραδασμούς στις 4 Αυγούστου.⁵

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄.
Theobald von Bethmann Hollweg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως ενίσχυση ακολούθησε και μια δημόσια τοποθέτηση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, που δήλωσε πως δεν υπήρχαν πολιτικά κόμματα παρά μόνο Γερμανοί. Κατόπιν τούτου, το όραμα του Bethman Hollweg περί εθνικής ενότητας υιοθετήθηκε ως άξονας του πολιτικού προγραμματισμού, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τα κόμματα. Από τη δική τους πλευρά, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Helmuth von Moltke καθώς και ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας, έσπευσαν να υιοθετήσουν δημόσια τις παραπάνω θέσεις, οι οποίες παρέμειναν γνωστές με την προσωνυμία “πολιτική εκεχειρία εν καιρώ πολέμου”. Ειδικότερα ο πρώτος, δήλωσε πως η εθνική ομοψυχία ήταν πρώτιστης σημασίας για την εν γένει διαχείριση του πολέμου, καθιστώντας σαφές ότι δεν θα ανεχόταν ούτε ένα περιστατικό απόκλισης από αυτήν.⁶

Με ποιό τρόπο εκλάμβανε, άραγε, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο την έννοια του όρου “πολιτική εκεχειρία”; Τόσο ο Bethmann Hollweg όσο και ο Moltke, ήταν πεπεισμένοι ήδη από τον Ιούλιο, πως ο συγκεκριμένος πόλεμος θα ήταν φορέας ριζικών πολιτικών ανακατατάξεων.⁷ Ως εκ τούτου, η αντίληψη περί “πολιτικής εκεχειρίας” δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει ως απάντηση σε μια αναμενόμενη πρόκληση του είδους αυτού. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την πολιτική εξίσωση ενός πολέμου σύντομης διάρκειας. Εάν αναζητεί κανείς κάποιο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων, που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του πολέμου, θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δήλωση του Bethmann Hollweg περί “πολιτικής νέου προσανατολισμού”, νεφελώδη και αόριστη ως προς το περιεχόμενό της, μια αβέβαιη και αμήχανη υπόσχεση για το μέλλον.⁸  Όσο δε για την “πολιτική εκεχειρία”, είναι σαφές πως δεν έγινε αποδεκτή από τους κύκλους της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς. Μάλιστα, μια από τις διαφορές ανάμεσα στους δυο παραπάνω χώρους οφείλει να επισημανθεί πάραυτα: Η ριζοσπαστική αριστερά υπήρξε αντικείμενο στενής παρακολούθησης από τις κατά τόπους στρατιωτικές αρχές, οι οποίες και κατέστειλαν κάθε προσπάθεια πολιτικής έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δράση, που ανέπτυξε μέσα στον χειμώνα του 1914 προς 1915 ο στρατιωτικός διοικητής του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης ενάντια στη ριζοσπαστική αριστερά και τις οργανώσεις νεολαίας της τελευταίας.⁹

Βερολίνο, 29 Ιουλίου 1914. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ απευθύνεται προς το πλήθος από τον εξώστη των ανακτόρων

Σε αντιδιαστολή με την άκρα αριστερά, ο χώρος της δεξιάς, ακόμη και αν διαφωνούσε με την “πολιτική εκεχειρία” του καγκελαρίου, διατηρούσε καλές σχέσεις με το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο. Θεωρούσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα ως αναξιόπιστο και ασκούσε πίεση για υπέρμετρες πολεμικές διεκδικήσεις.¹º Ο Bethmann Hollweg ήταν υποχρεωμένος να τον υπολογίζει, εξαιτίας των διασυνδέσεών του με υψηλά ιστάμενα στελέχη και οικονομικούς παράγοντες. Η άρνηση του καγκελαρίου να αντλήσει διδάγματα από την εύθραυστη στρατιωτική συγκυρία των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1914 οφειλόταν εν μέρει στην ανερχόμενη πολιτική επιροή της άκρας δεξιάς. Ο αγώνας του να εφαρμόσει περισσότερο στιβαρή λογοκρισία κατά των “ακραίων” δημοσιευμάτων περί τα τέλη του 1914, αποκαλύπτει τον βαθμό εξάρτησής του από τις κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις.¹¹ Ως συνέπεια της διάλυσης της ψευδαίσθησης περί πολέμου μικρής διαρκείας και των υπέρμετρων πολεμικών διεκδικήσεων που τη συνόδευαν, η “πολιτική εκεχειρία” μετεξελίχθηκε σε κούφιο σύνθημα ήδη από το τέλος του 1914.

The German Home Front Part 1

 

Ο γερμανικός λαός (στρατιώτες και άμαχοι) εξήλθαν στον πόλεμο με ενθουσιασμό (αν και όχι παντού), πεπεισμένοι ότι θα διεξήγαγαν έναν αμυντικό, δίκαιο και σύντομο αγώνα, ο οποίος, επιπρόσθετα, θα ολοκληρωνόταν με την επικράτηση της Γερμανίας.¹² Υπό αυτή την οπτική, η εθνική ομοψυχία έδειχνε πως είχε επιτευχθεί. Οι πρώτοι κραδασμοί προέκυψαν από την ίδια την πραγματικότητα του πολέμου και τη στασιμότητα των επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1914. Στις 14 Νοεμβρίου, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ενημέρωσε τον αυτοκράτορα ότι τα αποθέματα πυρομαχικών του πυροβολικού επαρκούσαν για τέσσερις, μόνο, ημέρες. Λίγο αργότερα, πληροφόρησε και τον καγκελάριο πως ο στρατός είχε απωλέσει το επιθετικό του πνεύμα, ομολογώντας ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες, μια επικράτηση σε βάρος του αντιπάλου φάνταζε αδύνατη. Αιτήθηκε την ενεργοποίηση μιας διπλωματικής διαδικασίας με αντικειμενικό στόχο τη συνομολόγηση χωριστής ειρήνης με τη Ρωσία. Ειδάλλως, μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η διεξαγωγή ενός πολέμου φθοράς, ικανού να φέρει τα δυο αντιμαχόμενα συμμαχικά στρατόπεδα στα όρια της εξάντλησης, δίχως, ωστόσο, να εγγυάται την τελική στρατιωτική επικράτηση.¹³ Δυστυχώς, ούτε ο καγκελάριος ούτε το στρατιωτικό κατεστημένο πείστηκαν από τη ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης, στον οποία ο Falkenhayn είχε προβεί. Ωστόσο, η πρωτοβουλία του αρχηγού του επιτελείου γνώρισε μια αναπάντεχη αντανάκλαση στο δυτικό μέτωπο. Εκεί, η αλλαγή σε ό,τι αφορούσε την συναισθηματική πρόσληψη του πολέμου, εκδηλώθηκε μέσω μιας πρωτοφανούς και αυθόρμητης Χριστουγεννιάτικης εκεχειρίας κατά μήκος, πρωτίστως, του αγγλογερμανικού μετώπου.¹⁴ Η παραπάνω αλλαγή διάθεσης, ενεργοποίησε στο εσωτερικό της χώρας μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις επεκτατικές πολεμικές διεκδικήσεις, την οποία, ο καγκελάριος Bethmann Hollweg επιχείρησε δίχως ιδιαίτερη επιτυχία να αποτρέψει.        

Βερολίνο, Αύγουστος 1914. Η αναχώρηση για το μέτωπο.

Όμως, η εν γένει ψυχολογική κατάσταση στα μετόπισθεν, έτσι τουλάχιστον όπως άρχισε να διαμορφώνεται εντός του 1915, δεν ήταν απόρροια της πολιτικής προπαγάνδας, αλλά μιας άλλης πικρής συνέπειας του πολέμου: εκείνης του ολοένα και περισσότερο ασφυκτικού συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού. Καθώς, μάλιστα, η γερμανική οικονομία δεν ήταν αυτάρκης σε αγροτικά προϊόντα, τα αποτελέσματα του τελευταίου έγιναν ταχύτατα αισθητά με την έλλειψη βασικών ειδών και τη συνακόλουθη αύξηση των τιμών. Ως αντίμετρο, οι αρχές επέβαλαν ανώτατα όρια στις τιμές, με αποτέλεσμα είτε τη στροφή προς παραγωγή προϊόντων, τα οποία δεν ενέπιπταν για την ώρα στην παραπάνω κατηγορία, είτε, το απλούστερο όλων, τη στροφή προς τη μαύρη αγορά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και εξαιτίας της απουσίας κάποιου ισχυρού κρατικού φορέα, ικανού να περιορίσει τις ανισότητες και τις παρατυπίες του συστήματος διανομής τροφίμων. Το συνεχώς υποβαθμιζόμενο επίπεδο ζωής των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων μοιραία επηρέασε τη στάση των τελευταίων έναντι του πολέμου.¹⁵

Δελτίο διανομής άρτου στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1916.

Την ίδια ακριβώς εποχή, η κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων, γνώρισε έναν νέο γύρο  υπέρμετρης δημόσιας προβολής και πολλαπλασιασμού των σχετικών δηλώσεων και δημοσιευμάτων. Η πολιτική του καγκελαρίου ήταν εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες των ακροδεξιών οπαδών των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων αφενός και των απαιτήσεων του αριστερού και του κεντρώου χώρου αφετέρου, που απέρρεαν από τη χαοτική κατάσταση της τροφοδοσίας του πληθυσμού σε τρόφιμα. Η μέχρι τότε “πολιτική εκεχειρία”, η οποία είχε ως άξονα την άσκηση της εξουσίας δίχως πολλές αντικρουόμενες παρεμβάσεις εκ μέρους των κομμάτων, υποκαταστάθηκε από μια πολιτική διαμεσολάβησης ανάμεσα σε δυο πλήρως ανταγωνιστικές αντιλήψεις των κυρίων πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Το όραμα περί εθνικής ενότητας εν καιρώ πολέμου είχε εξαερωθεί.

Αν και η κακή κατάσταση στο δυτικό μέτωπο ήταν αναστρέψιμη διαρκούντος του 1915, το εν γένει κλίμα στα μετόπισθεν επιδεινώθηκε, εξαναγκάζοντας τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να υιοθετήσουν προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποσοβηθούν εξεγέρσεις στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα. Ο Τύπος εξαναγκάστηκε από τις υπηρεσίες λογοκρισίας να αποσιωπήσει γεγονότα του είδους αυτού, τα οποία εκδηλώθηκαν τον Νοέμβριο του 1915, στο Βερολίνο, στη Δρέσδη και στη Λειψία. Οι Σύμμαχοι, από τη δική τους πλευρά, χρησιμοποίησαν τις παραπάνω έκρυθμες καταστάσεις ως αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας τους στο δυτικό μέτωπο.¹⁶

Υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα και συνειδητοποιώντας την αδύναμη και αναποτελεσματική θέση του στην κρατική δομή εξουσίας, ο καγκελάριος εξακολουθούσε να πιστεύει ενδόμυχα στις δυνατότητες της “πολιτικής εκεχειρίας”. Αντλούσε αισιοδοξία από το γεγονός της αξιοθαύμαστης προσαρμογής των Σοσιαλδημοκρατών στην εθνική πολεμική προσπάθεια, παρόλη την εμμονή των οπαδών των πολεμικών διεκδικήσεων να εξασφαλίσουν ολοένα και μεγαλύτερη δημοσιότητα για τον εαυτό και τις θέσεις τους.¹⁷

The German Home Front Part 2

Με την είσοδο του 1916, οι στρατιωτικές αρχές παραδέχτηκαν πως κάτι έπρεπε να γίνει σχετικά με την διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σημαντικού τμήματος της κοινής γνώμης. Διαφορετικά εγκυμονούσε θανάσιμος κίνδυνος σε βάρος του ηθικού των μονάδων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.  Συγκεκριμένα, επιδόθηκαν σε αναζήτηση αντιμέτρων, ικανών να εκτονώσουν την όλη ένταση.  Για την επίτευξη του στόχου ήταν απαραίτητη η καλλιέργεια κάποιου είδους προπαγάνδας. Έτσι, όμως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, αποδείχτηκε πως μια τέτοια προπαγάνδα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του ανύπαρκτου προγράμματος πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας υπήρξε το πρώτο κατά σειρά, που επισήμανε ότι η γενική δυσφορία εξαιτίας των ελλείψεων σε επίπεδο επισιτισμού, η διογκούμενη αντιπαράθεση της υπαίθρου με τα αστικά κέντρα, τέλος, ορισμένα περιστατικά εξεγέρσεων, τα οποία είχαν εκδηλωθεί στη βόρειο Γερμανία, απειλούσαν πλέον απροκάλυπτα την πολεμική προσπάθεια της χώρας στο σύνολό της.¹⁸  Επικέντρωνε την εκτίμησή του στις αρνητικές συνέπειες της περιγραφής της κατάστασης, έτσι όπως αυτή διατυπωνόταν στις ιδιωτικές επιστολές συγγενών με αποδέκτες τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Εισηγήθηκε την καταπολέμηση με κάθε τρόπο (π.χ. μέσω συστηματικής προπαγάνδας για την καταπολέμηση της πείνας) της κόπωσης εξαιτίας της παράτασης του πολέμου και των αναδυομένων τάσεων υπέρ της ειρήνης. Ως έμμεσα εργαλεία της παραπάνω προπαγάνδας εισηγήθηκε να αξιοποιηθούν οι τοπικές αρχές, ο κλήρος, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και διάφοροι ιδιωτικοί φορείς. Ήταν προτιμότερο να αποφευχθεί, προς το παρόν, η εμπλοκή της κεντρικής εξουσίας.

Εν συνεχεία, τη σκυτάλη πήραν τα υπουργεία Στρατιωτικών της Πρωσίας και της Βυρτεμβέργης.¹⁹ Το αποτέλεσμα ήταν να οργανωθεί και να εξαπολυθεί σε ολόκληρη την επικράτεια μια προπαγάνδα με κεντρικό σύνθημα τη λέξη “Αντέχουμε”.²º Συντονιστής της όλης προσπάθειας ανέλαβε το νεοϊδρυθέν ακριβώς για τον σκοπό αυτό Γραφείο Τύπου Πολέμου (Kriegspresseamt), το οποίο και παρήγαγε έναν τεράστιο όγκο προπαγανδιστικού υλικού.²¹ Αν και ο φορέας είχε αναπτύξει δράση εντός περιοχών, που υπάγονταν στη στρατιωτική δικαιοδοσία, το υπουργείο Στρατιωτικών απέφυγε να εμπλακεί άμεσα, παρακολουθώντας την οργάνωση της εκστρατείας από απόσταση. Συνειδητοποιώντας την ανάγκη να προσεταιριστεί το εργατικό κίνημα, έστειλε οδηγίες προς τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να επιτρέψουν εκδηλώσεις του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος με αντικείμενο τον επισιτισμό της χώρας. Παρά την ανοχή, η εγρήγορση των αρχών βρισκόταν στο έπακρο. Στόχος ήταν να αποφευχθούν απεργίες, εξεγέρσεις και έκτροπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανοχή, την οποία επιδείκνυαν, λειτουργούσε ως βαλβίδα εκτόνωσης της έντασης. Ήταν, ωστόσο, αποφασισμένες να καταστείλουν με κάθε μέσο τις όποιες αντιδράσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.²²

Είναι γεγονός πως καταγράφηκαν επιτυχίες στο πλαίσιο της παραπάνω προπαγανδιστικής εκστρατείας. Σε γενικές γραμμές, όμως, η προσπάθεια απέτυχε, από τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του επισιτισμού και της συνακόλουθης αισχροκέρδειας. Οι μηνιαίες εκθέσεις των στρατιωτικών διοικήσεων το καλοκαίρι του 1916, επισήμαιναν πως η γενική ψυχολογία του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού ήταν ολοκληρωτικά συνυφασμένη με την επάρκεια και τη διάθεση των τροφίμων. Σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να προστεθεί και εκείνο της αδυναμίας των επιφορτισμένων με τη διανομή φορέων να εκπληρώσουν ισότιμα και δίκαια την αποστολή τους.  Σύμφωνα με τις εκθέσεις της στρατιωτικής διοίκησης της Ρηνανίας (περιοχής κατεξοχήν βιομηχανικής), οι εργάτες, ανάλογα με τον τόπο εργασίας τους, ήταν δυνατό να λάβουν διπλή μερίδα ή ακόμα και καθόλου τροφή.²³ Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία εξώθησε τον πληθυσμό, ειδικότερα τον γυναικείο, σε δημόσιες διαμαρτυρίες, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κακός οιωνός για το μέλλον. Η αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί διατηρήθηκε έως το πέρας του πολέμου. Οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο καθεστώς κατάστασης πολιορκίας και στην εν γένει συμπεριφορά των στρατιωτικών διοικήσεων.²⁴

Διανομή σούπας στο Βερολίνο του 1916.

Ενόσω μαίνονταν οι μάχες του Verdun και του Somme, ένας άλλος παράγων συνέβαλε στη δημιουργία έκρυθμου κλίματος στο εσωτερικό. Η δεξιά αντιπολίτευση στην πολιτική του καγκελαρίου, δηλαδή οι ακραίοι οπαδοί των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων, υπέσκαψαν συστηματικά τη θέση του Bethmann Hollweg, απευθυνόμενοι τόσο προς τα ανώτατα κλιμάκια όσο και προς την κοινή γνώμη. Τον Αύγουστο του 1916, το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας ενημέρωσε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές του κρατιδίου για την ύπαρξη μιας ευρέως διαδεδομένης και ισχυρής κίνησης σε βάρος του καγκελαρίου (Kanzlersturzbewegung).Το ίδιο το υπουργείο χαρακτήριζε την τελευταία ως ανεύθυνη, επιβλαβή και επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια.²⁵ O Bethmann Hollweg επέζησε της συνωμοσίας επειδή επέλεξε να συνταχθεί με το μέρος των δυο ηρώων του ανατολικού μετώπου: των στρατηγών Hindenburg και Ludendorff.

Η τοποθέτηση των δυο στρατηγών επικεφαλής της 3ης Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberste Heeresleitung η 1η ήταν υπό τη διοίκηση του Moltke μεταξύ των ετών 1906-1914, η 2η υπό τον Falkenhayn μεταξύ των ετών 1914-1916), αποτελούσε μια επιπλέον ένδειξη ότι ο πόλεμος είχε εισέλθει σε μια νέα φάση.²⁶ Από τον πρώτο κιόλας μήνα ήταν σαφές πως η 3η ΑΣΔ προσέβλεπε σε μια γενική κινητοποίηση του εναπομείναντος ανθρώπινου, υλικού και ηθικού δυναμικού σε μια μεγαλειώδη πολεμική προσπάθεια. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το επωνομαζόμενο “πρόγραμμα Hindenburg” από κοινού με τη νομική υπηρεσία της 3ης ΑΣΔ, σκόπευαν να άρουν τη λογοκρισία σε ότι σχετιζόταν με τις πολεμικές διεκδικήσεις.²⁷ Το όλο θέμα αποτελούσε αντικείμενο εκτενών συζητήσεων και προβληματισμών ήδη από την αρχή του πολέμου. Τότε, οι Bethmann Hollweg και Falkenhayn είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια άρση του είδους αυτού, όχι μόνο θα δίχαζε τον γερμανικό λαό, αλλά θα επέφερε αρνητικές συνέπειες και ως προς την εν γένει διαχείριση του πολέμου. Ως εκ τούτου, η απόφαση, αργότερα, του Ludendorff και των επιτελών του Walter Nicolai και Max Bauer²⁸ να προχωρήσουν στην άρση της λογοκρισίας για τις πολεμικές διεκδικήσεις σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική μεταστροφή. Οι συνέπειες ήταν εμφανείς ευθύς εξαρχής. Η 3η ΑΣΔ έπαιρνε θέση υπέρ των πολιτικών αντιπάλων του καγκελαρίου, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε υποστηρίξει με σθένος τον διορισμό του διοικητή της. Η νέα στρατιωτική ηγεσία είχε ουσιαστικά απεμπολήσει κάθε προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ενότητας, έτσι όπως την επαγγελόταν η “πολιτική εκεχειρία”, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η τραγική κατάσταση του επισιτισμού αδυνατούσε να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα προς όφελος των πολεμικών διεκδικήσεων. Ακόμα χειρότερα, η παραπάνω στοφή έλαβε χώρα υπό το πρίσμα των φθοροποιών αναμετρήσεων του Verdun και του Somme.

Paul von Hindenburg και Erich Ludendorff.

Τον Φεβρουάριο του 1916, ο υπουργός Στρατιωτικών της Βαυαρίας, ο οποίος δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να επιδίδεται στην οργάνωση της προπαγάνδας εντός του συγκεκριμένου κρατιδίου, σε μια αποκαλυπτική του επιστολή προς τους διοικητές των Βαυαρικών μονάδων στο μέτωπο, ενημέρωνε τους τελευταίους περί ύπαρξης επαρκών αποδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες το ηθικό χωριών ολόκληρων δηλητηριαζόταν από καταγγελίες στρατιωτών για καταχρηστική συμπεριφορά των αξιωματικών σε βάρος τους.²⁹ Ο Βαυαρός υπουργός εφιστούσε την προσοχή των υφισταμένων του, προτρέποντάς τους να καλλιεργήσουν τις πολύτιμες σχέσεις με τους στρατιώτες, εν ανάγκη δε, να πράξουν ό,τι δυνατό, προκειμένου να τις περιφρουρήσουν. Για πρώτη φορά αναγνωριζόταν επίσημα ένα φαινόμενο, που διαμόρφωνε σε μεγάλο ποσοστό το όλο κλίμα στα μετόπισθεν με σημαντικές συνέπειες εξαιτίας της αδυναμίας των αρχών να καταπολεμήσουν τις καταβολές και τα αίτιά του. Πόσο μάλλον, που επρόκειτο για ένα φαινόμενο, το οποίο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ήττα του 1918.³º Οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες πήγαζαν, αναμφίβολα, από τη στασιμότητα των επιχειρήσεων, που επιδείνωνε εκ των πραγμάτων την αντίθεση ως προς τον τρόπο ζωής μεταξύ πρώτης και δεύτερης γραμμής του μετώπου, με άλλα λόγια, μεταξύ των μαχητών των χαρακωμάτων και του συνόλου του επιτελικού μηχανισμού, λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω.³¹ Αντιστρόφως ανάλογα, ο απόηχος της κοινωνικής δυσφορίας, προσέλαβε καταλυτικές διαστάσεις στην πρώτη γραμμή κατά τα έτη 1917 και 1918. Αλάθητα σημάδια υπήρχαν, όμως, ήδη από το 1916. Τον Μάϊο του ιδίου έτους, το ποίμνιο της προτεσταντικής εκκλησίας του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης³² προβληματιζόταν ως προς τις προοπτικές μιας επιτυχούς εφαρμογής της προσχεδιασμένης προπαγάνδας ενόσω το κλίμα γενικής δυσφορίας δεν επιδείκνυε σημάδια εκτόνωσης. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες διαμαρτύρονταν για τους ψηλούς μισθούς των νεαρών αξιωματικών, για τις πολυτελείς συνθήκες διαβίωσης των στελεχών του επιτελείου και για την έλλειψη ηθικής ακεραιότητας μενονωμένων περιπτώσεων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε, τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Hindenburg αναγκάστηκε να παρέμβει αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα, εξέδωσε μια διαταγή περί μηδενικής ανοχής για περιστατικά του είδους αυτού στους κόλπους του σώματος των αξιωματικών.³³ Η ίδια η διαταγή αποδεικνύει πως η 3η ΑΣΔ είχε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης και των κινδύνων, τους οποίους η τελευταία εγκυμονούσε. Το πρόβλημα συνίσταται, όπως γνωρίζουμε, στο γεγονός ότι ήταν παντελώς ανεπαρκής προκειμένου να καταφέρει να την επιδιορθώσει.

Η απόπειρα της 3ης ΑΣΔ να επιστρατεύσει το εναπομείναν δυναμικό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, δεν πρέπει να εκληφθεί ως διενέργεια προπαγάνδας. Επρόκειτο για κανονικό πολιτικό πρόγραμμα, στηριζόμενο αποκλειστικά στην κοινωνική και οικονομική άρχουσα συντηρητική τάξη της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Οι Hindenburg και Ludendorff υποστήριξαν αμφότεροι την κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε μεταρρυθμιστικό σχέδιο, όπως λ.χ. εκείνο της αναθεώρησης του πρωσικού εκλογικού νόμου.³⁴ Ως εκ τούτου, η προσπάθεια του καγκελαρίου να περισώσει την “πολιτική εκεχειρία” του Αυγούστου 1914 μέσω της εισαγωγής μιας σειράς μεταρρυθμίσεων ναυάγησε οριστικά, ο δε Bethman Hollweg απομακρύνθηκε από το αξίωμα τον Ιούλιο του 1917.³⁵ Η προπαγανδιστική εκστρατεία της 3ης ΑΣΔ τελικά δεν καρποφόρησε. Στα μετόπισθεν, η άρση της λογοκρισίας σχετικά με τις πολεμικές επιδιώξεις συνέπεσε με πολλαπλασιασμό των ελλείψεων σε τρόφιμα, που με τη σειρά του οδήγησε μεταξύ των ετών 1916 και 1917 στον περίφημο “χειμώνα του γογγυλιού” (Steckrübenwinter), όταν η κατανάλωση πατάτας υποκαταστάθηκε από το σουηδικό γογγύλι rutabaga. Χαρακτηριστική είναι  η περίπτωση του Κιέλου, μιας υψίστης σημασίας ναυτικής βάσης με συνολικό πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Επί αρκετές εβδομάδες κατά τους αρχικούς μήνες του 1917, η πόλη υπέφερε από παντελή έλλειψη πατάτας.³⁶ Στο μέτωπο, ο Ludendorff άντλησε διδάγματα από τις επώδυνες εμπειρίες του Verdun και του Somme. Συγκεκριμένα, εγκατέλειψε κάθε μορφής επιθετική τακτική, εστιάζοντας σε έναν άκρως αποτελεσματικό αμυντικό στρατηγικό σχεδιασμό. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να σταθεροποιήσει το μέτωπο καθώς και την πολεμική ετοιμότητα και ισχύ του στρατού. Ωστόσο, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την επιδιωκόμενη μαζική συστράτευση. Στην πραγματικότητα, το χάσμα ανάμεσα στους στρατιώτες και την ηγεσία διευρυνόταν συνεχώς, επειδή η 3η ΑΣΔ αδυνατούσε και απέφευγε συστηματικά να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την διογκωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το πολιτικό πρόγραμμα της τελευταίας δεν ανταποκρινόταν στο ζωτικό πρόβλημα της πείνας και των εν γένει ελλείψεων. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν πως τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν, τα αποτελέσματα, τα οποία προέκυψαν, υπήρξαν αντίθετα από τα αναμενόμενα.³⁷

Αξίζει να σημειωθεί πως μέσα σε ολόκληρο αυτό το πλαίσιο υψώθηκαν φωνές, όπως εκείνη του Βαυαρικού υπουργείου Στρατιωτικών, οι οποίες τάχθηκαν απροκάλυπτα υπέρ της εισαγωγής μεταρρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1916, ο παραπάνω φορέας δήλωσε ότι η προσδοκώμενη συστράτευση, την οποία επαγγελόταν η 3η ΑΣΔ, ήταν εφικτή υπό την προϋπόθεση της, μερικής έστω, ικανοποίησης των αιτημάτων της κοινής γνώμης, όπως η ελευθερία έκφρασης και η δίκαιη και ισότιμη διανομή των τροφίμων.  Τον δε Απρίλιο του 1917, το ίδιο υπουργείο υποστήριξε απροκάλυπτα την αναθεώρηση του πρωσικού εκλογικού νόμου, χαρακτηρίζοντας την τελευταία ως επιτακτική πολεμική αναγκαιότητα.³⁸

Τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικού προγράμματος της 3ης ΑΣΔ περί συστράτευσης ενόψει ενός ολοκληρωτικού πολέμου δημιούργησαν εν μέρει τις προδιαγραφές για τη τελική ήττα της Γερμανίας. Κατά τρόπο παράδοξο, ο ίδιος ο εγγυητής του αυτοκρατορικού πολιτικού και κοινωνικού συστήματος συνέδραμε, με τις ίδιες του τις ενέργειες, στην κατάρρευση του καθεστώτος.

 

The German Home Front Part 3

 

Ο Wilhelm Deist (1931-2003) διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας του 19ου και 20ού αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Ειδικεύθηκε στο χώρο της Στρατιωτικής Ιστορίας και ειδικότερα σε εκείνη της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 156 ff. Σχετικά με τις εκλογές του 1912 βλ. του ιδίου, Imperial Germany, 1871-1914. Economy, Society, Culture and Politics, Providence and Oxford. 1994, σ. 336.

² H.-U. Wehler, “Der Fall Zabern. Rückblick auf eine Verfassungskrise des wilhlelminischen Kaiserreiches”, Welt und Geschichte, 23 Jg, 1963, p. 27 ff. D. Schoenbaum, Zabern 1913. Consensus Politics in Imperial Germany, London, 1982.

³  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 196 ff.

⁴  Το περιεχόμενο της διαταγής βρίσκεται στο (επιμ. Wilhelm Deist) Militär und Innenpolitik im Weltkrieg 1914-1918, Düsseldorf, 1970, αρ. 77, σ. 188.

⁵  Για μια πειστική ερμηνεία βλ. W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993.

⁶  Η δήλωση von Moltke της 13/8/1914 στο Militär und Innenpolitik, αρ. 79, σ. 193 f. Με επιστολή που απηύθυνε στις 31/8/1914 προς τον εκδότη της εφημερίδας Vorwaerts, ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας (Falkenhayn), επέτρεψε την κυκλοφορία εντός του στρατεύματος των εφημερίδων και εντύπων του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, Ibid., αρ. 81, σ. 196 f.

⁷  Βλ. Ημερολόγιο Rietzler, 7/7/1914. Ο Bethman Hollweg απευθυνόμενος προς τον φιλόσοφο και διπλωμάτη Kurt Rietzler, συντάκτη το 1914 του προγράμματος πολεμικών διεκδικήσεων της Γερμανίας, δήλωσε ότι ο πόλεμος θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Βλ. Kurt Rietzler. Tagebücher, Aufsätze, Dokumente (επιμ. K. D. Ermann), Göttingen, 1972, σ. 183. Ανάλογες απόψεις συμπεριλαμβάνονται σε επιστολή του Moltke προς τον Bethmann Hollweg, με ημερομηνία 28/7/1914 στο Generaloberst Helmuth von Moltke. Erinnerungen, Briefe, Dokumente, 1877-1916 (επιμ. E. von Moltke), Stuttgart, 1922, σ. 3-7.

⁸  Βλ. E. v. Vietsch, Bethmann Hollweg. Staatsmann zwischen Macht und Ethos (= Schriften des Bundesarchivs, 18), Boppard, 1969, σ. 214 ff. S. Miller, Burgfrieden und Klassenkampf. Die deutsche Szialdemokratie im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1974.

⁹  W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993. Για τα μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν από τον στρατιωτικό διοικητή της Βυρτεμβέργης βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 89 (11/11/1914), αρ. 91 (23/3/1915), σ. 209 ff.

¹º Βλ. την εκτίμηση του στρατηγού Wild von Hohenborn, διαδόχου του Falkenhayn στο αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών της Πρωσίας, σχετικά με το εργατικό κίνημα, όπως την εκφράζει σε επιστολή της 8/10/1914, Militär und Innenpolitik, αρ. 86 σ. 205. Για τις πολεμικές διεκδικήσεις της Γερμανίας βλ. F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 87-108, 132-154. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 15-54.

¹¹ Militär und Innenpolitik, αρ. 39 (19/10/1914), αρ. 40 (22/10/1914), αρ. 44 (30/11/1914), σ. 78 ff.

¹² Σχετικά με το “Πνεύμα του Αυγούστου 1914” βλ.: J. T. Ventley, TheSpirit of 1914”. The Myth of Enthusiasm and thr Rhetoric of Unity in World War I Germany, Berkeley, 1991. W. Kruse, “Die Kriegsbegeinsterung im Deutschen Reich zu Beginn des Ersten Weltkrieges. Entstehungszusammenhänge, Grenzen und ideologische Strukturen” στο (επιμ. Marcel van der Linden, Gottfried Mergner), Kriegsbegeinsterung und mentale Kriegsvorbereitung. Interdisziplinäre Studien, Berlin, 1991, σ. 73-87. Β. Ziemann, “Zum ländlichen Augusterlebnis 1914 in Deutschland” στο (επιμ. B. Löwenstein) Geschichte und Psychologie. Annäherungsversuche, Pfaffenweiler, 1992, σ. 193-203. M. Stöcker, “Augusterlebnis 1914” in Darmstadt. Legende und Wirklichkeit, Darmstadt, 1994.

¹³ Υπόμνημα του Bethmann Hollweg με τη συνομιλία με τον Falkenhayn στις 18 Νοεμβρίου 1914 στο (επιμ. A. Scherer και J. Grunewald), L’ Allemagne et les problèmes de la paix pendant la première guerre mondiale, Paris, 1962, αρ. 13, σ. 15 ff.

¹⁴ M. Brown – S. Seaton, Christmas Truce, London, New York, 1984. M. Eksteins, Tanz über Gräben. Die Geburt der Moderne und der Erste Weltkrieg, Hamburg, 1990, σ. 150 ff. W. Deist, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

¹⁵ A. Skalweit, Die deutsche Kriegsemährungswirtschaft, Stuttgart, Berlin, Leipzig, 1927. J. Rund, Emährungswirtschaft und Zwangsarbeit im Raum Hannover 1914 bis 1923, Hannover, 1992. A. Roerkhol, Hungerblockade und Heimatfront. Die kommunale Lebensmittelversorgung in Westfalen während des Ersten Weltkrieges, Stuttgart, 1991.

¹⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁷ F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 150 ff, σ. 208 ff. Σχετικά με την πολιτική του Bethmann Hollweg βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁸  Militär und Innenpolitik, αρ. 126, σ. 294 ff.

¹⁹ Militär und Innenpolitik, αρ. 128 και αρ. 129, σ. 302 ff.

²º Βλ. τις πηγές που παρατίθενται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 130 – 140, σ. 308 ff.

²¹ Το Γραφείο Τύπου Πολέμου ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1915. Βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 124, σ. 289 ff.

²² Η κατασταλτική δράση των στρατιωτικών αρχών σε βάρος της πολιτικής αναταραχής του Karl Liebknecht αναδεικνύεται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 100-103 (Απρίλιος-Ιούνιος 1915), σ. 232 ff., αρ. 120 (27/12/1915), σ. 277 ff., αρ. 147, σ. 367 ff., αρ. 149, σ. 369 ff.

²³ Αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο του 1915, οι κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις συνέτασσαν μηνιαίες εκθέσεις προς το υπουργείο Στρατιωτικών της Πρωσίας. Βλ. σχετικά, Militär und Innenpolitik, αρ. 154, σ. 378 ff., αρ. 164, σ. 402-406, ειδικότερα σ. 404.

²⁴ Σημειωτέον πως ο κάθε στρατιωτικός διοικητής λογοδοτούσε απευθείας στον αυτοκράτορα. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία διαιωνίστηκε έως τον Οκτώβριο του 1918. Βλ. σχετικά τα αποκαλυπτικά έγγραφα του πρώτου κεφαλαίου στο Militär und Innenpolitik, σ. 3-59.

²⁵ Militär und Innenpolitik, αρ. 165, σ. 406-414. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 216 ff.

²⁶ Ibid., σ. 237 ff. M. Kitchen, The Silent Dictatorship. The Politics of the German High Command under Hindenburg and Ludendorff, New York, 1976. G. D. Feldman, Army, Industry and Labor in Germany, 1914-1918, Princeton, 1966, σ. 135 ff. H. Afflerbach, Falkenhayn. Politisches Denken und Handeln im Kaiserreich, München, 1994, σ. 437-464.

²⁷ Militär und Innenpolitik, αρ. 175, σ. 431-440.

²⁸ Ο αντισυνταγματάρχης Nicolai ήταν υπεύθυνος της υπηρεσίας πληροφοριών και επικοινωνιών (λογοκρισία και προπαγανδα). Ο συνταγματάρχης Bauer, ειδήμων σε θέματα πυροβολικού, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά και με πολιτικούς της άκρας δεξιάς.

³º Das Werk des Unteruchungsausschusses des Verfanssunggebenden Deutschen Nationalversammlung und des Deutsches Reichstages, 4. Reie: Die Ursachen des deutschen Zusammenbruches im Jahre 1918, Bd. 1-12, Berlin, 1925-1930.

³¹ W. Deist, “The Military Collapse of the German Empire: The Reality Behind thw Stab-in-the-Back Myth”, στο War in History, Vol. 3 No. 2, 1996, σ. 186-207. Του ιδίου, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

³² Militär und Innenpolitik, αρ. 129, σ. 306 f., υποσ. 3.

³³ Ibid.

³⁴ R. Patemann, Der Kampf um die preußische Wahlreform im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1964. Militär und Innenpolitik, αρ. 276 (4/4/1917), αρ. 277 (5/4/1917), αρ. 81 (11/4/1917), σ. 702 ff.

³⁵ W. Mommsen, “Die deutsche öffentliche Meinung und der Zusammenbruch des Regierungssystems Bethmann Hollweg im Juli 1917” στο ( επιμ. W. Mommsen), Der autoritäre Nationalstaat. Verfassung, Gesellschaft und Kultur im deutschen Kaiserreich, Franfurt/M., 1990, σ. 422-440. Militär und Innenpolitik, αρ. 314 και 319, σ. 782 ff., 790 ff.

³⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 273, σ. 695 f. W. Deist, “Kiel und die Marine im Ersten Weltkrieg, στο (επιμ. J. Elvert, J. Jensen, M. Salewski, Kiel, die Deutschen und die See, Stuttgart, 1992, σ. 141-154.

³⁷ Τον Απρίλιο του 1917, η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρώτο κύμα σοβαρών ελλείψεων στον κλάδο της βιομηχανίας. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους, εκδηλώθηκαν περιστατικά κοινωνικής δυσαρέσκειας στις τάξεις του ναυτικού και του στρατού ξηράς.

³⁸ Militär und Innenpolitik, αρ. 190 (9/10/1916), σ. 492-497, αρ. 275 (2/4/1917), σ. 700-702.

 

Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή ανακοίνωσης στο πλαίσιο διεθνούς Συνεδρίου με γενικό τίτλο La bataille de la Somme dans la Grande Guerre, οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα από 1-4 Ιουλίου 1996 στην κωμόπολη Péronne (Somme), με αφορμή τη συμπλήρωση ογδόντα ετών από τη Μάχη του Somme. Οργανωτικός φορέας: Centre de Recherches de l’ Historial de la Grande Guerre(https://www.historial.fr/en/international-research-center/presentation-et-missions/).Ο ξενόγλωσσος τίτλος του άρθρου έχει ως εξής: Germany 1916: The “mood” at home.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.