Skip to main content

Βασίλης Ν. Κολλάρος: Χαρίσιος Βαμβακάς. Ο άνθρωπος που έλυσε υπέρ της Ελλάδας τον γρίφο του Θρακικού Ζητήματος (1919-1920)

Ειδικό αφιέρωμα στη Θράκη 

 

Βασίλης Ν. Κολλάρος

Χαρίσιος Βαμβακάς. Ο άνθρωπος που έλυσε υπέρ της Ελλάδας τον γρίφο του Θρακικού Ζητήματος (1919-1920)

 

Ο Βενιζέλος στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων

Ο Βενιζέλος στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918 υπέβαλε υπόμνημα προς τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, το οποίο περιείχε τις εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας,[i] εν ολίγοις, τα ζητήματα της Β. Ηπείρου, της Θράκης, της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και των νήσων.[ii] Ο επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας χρησιμοποίησε την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών για να υποστηρίξει τα ελληνικά αιτήματα.[iii] Με γνώμονα το δικαίωμα του ατόμου στην εθνική συνείδηση και όχι το κριτήριο της γλώσσας, προσπάθησε να πείσει τους Συμμάχους για το δίκαιο των ελληνικών διεκδικήσεων.[iv] Για τον ίδιο, κριτήριο της εθνικότητας ήταν η εθνική συνείδηση και όχι η γλώσσα, η θρησκεία ή η φυλή.[v]

Ο μοναδικός αλάνθαστος παράγοντας για την ελληνική πλευρά υπήρξε η εθνική συνείδηση «δηλαδή η εσκεμμένη θέλησις των ατόμων όπως καθορίσουν την τύχην των και αποφασίσουν εις ποίαν εθνικήν οικογένειαν επιθυμούν να ανήκουν» (θέση του Ερνέστου Ρενάν).[vi] Ο Κρητικός πολιτικός είχε ασπαστεί την υποκειμενική αντίληψη της αρχής του έθνους, γεγονός που του επέτρεπε να βλέπει ευρύτερα το ζήτημα των μειονοτήτων.[vii]

 

 Το Θρακικό Ζήτημα

Τον Νοέμβριο του 1918, ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν, αρχηγός της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στη Βουλγαρία, ήρθε σε επαφή με μουσουλμάνους βουλευτές της βουλγαρικής Βουλής (Σοβράνιε), με απώτερο σκοπό να τους θέσει στην υπηρεσία της ελληνικής διπλωματίας. Με πρωτοβουλία του συντάχθηκε υπόμνημα, το οποίο έλαβε τις υπογραφές οκτώ μουσουλμάνων βουλευτών της Δυτικής Θράκης και επιδόθηκε στον αρχηγό των συμμαχικών δυνάμεων του βαλκανικού μετώπου. Στο παραπάνω κείμενο, οι μουσουλμάνοι βουλευτές διαμαρτύρονταν για τη βουλγαρική κατοχή της Θράκης και τη συμπεριφορά των βουλγαρικών δυνάμεων έναντι του μουσουλμανικού πληθυσμού, ενώ ζητούσαν την κατάληψη της περιοχής της Δυτικής Θράκης από συμμαχικά στρατεύματα στα οποία να συμπεριλαμβάνεται και μονάδες του ελληνικού στρατού.[viii]

Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν.

Την ίδια περίοδο, η οριστική απώλεια της Θράκης είχε ενεργοποιήσει τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των μουσουλμάνων της περιοχής. Η ίδρυση του Τουρκικού Θρακικού Κομιτάτου, το οποίο υπήρξε παρακλάδι του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, συνιστούσε αντίδραση στο ενδεχόμενο προσάρτησης της περιοχής από την Ελλάδα ή τη Βουλγαρία. Το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο υποστήριζε τη δημιουργία αυτόνομου θρακικού κράτους υπό βρετανική κυριαρχία.[ix]

Αρχές Φεβρουαρίου του 1919, ο Βενιζέλος εμφανίστηκε ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου για να υποστηρίξει τα ελληνικά αιτήματα,[x] η εξέταση των οποίων παραπέμφθηκε σε επιτροπή με την ονομασία «Επιτροπή επί των Ελληνικών Υποθέσεων», με πρόεδρο τον Ζ. Καμπόν. Το επικρατέστερο σενάριο ήταν να δοθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα. Παράλληλα, οι σύμμαχοι, εκτός της Ιταλίας, τόνιζαν ότι η Ανατολική Θράκη μπορούσε δυνητικά να αποδοθεί στην Ελλάδα, αν ο Έλληνας πρωθυπουργός εγγυόταν τα θρησκευτικά δικαιώματα των μουσουλμάνων της περιοχής.

Ο Βενιζέλος προσκόμισε τις απαραίτητες εγγυήσεις, ενώ στην ίδια συνεδρίαση (19.2.1919) ανέγνωσε το υπόμνημα των οκτώ μουσουλμάνων της Σοβράνιε, το οποίο είχε μόλις παραλάβει, ως επιπρόσθετη απόδειξη της φιλομουσουλμανικής πολιτικής του ελληνικού κράτους.[xi] Η ιταλική, όμως, διπλωματία θα αποδειχθεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στα σχέδια του Βενιζέλου. Η Ιταλία, στο ζήτημα της Θράκης, υποστήριζε τα βουλγαρικά συμφέροντα. Παράλληλα, ιταλικοί κύκλοι προσέγγισαν ορισμένους μουσουλμάνους βουλευτές της Δυτικής Θράκης και απέσπασαν δήλωσή τους ότι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούσαν να ορίσουν οι ίδιοι τη μοίρα τους. Η κίνηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα η επιτροπή εξέτασης των ελληνικών ζητημάτων να μη λάβει υπόψη της το αρχικό υπόμνημα των μουσουλμάνων βουλευτών της Σοβράνιε που είχε επικαλεστεί ο Βενιζέλος.[xii]

Το τελικό πόρισμα της Επιτροπής (4.3.1919) έκανε λόγο για παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα υπό τον όρο της αναγνώρισης στη Βουλγαρία οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο.[xiii] Τελικά, οι ελληνικές θέσεις έλαβαν τη θερμή υποστήριξη της Αγγλίας και της Γαλλίας. Αντιθέτως, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αντιτάχθηκαν στις ελληνικές αξιώσεις.[xiv] Η αμερικανική εξωτερική πολιτική επεδίωκε να μην απομακρυνθεί η Βουλγαρία από το Αιγαίο. Το θρακικό ζήτημα θα έβρισκε τη λύση του μέσα από τις συμπληγάδες των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων των συμμάχων.

Ορισμένοι από τους Οθωμανούς βουλευτές της Θράκης δέχθηκαν να εργαστούν υπέρ της προώθησης των ελληνικών συμφερόντων στο θρακικό ζήτημα.[xv] Ο Βενιζέλος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τους μουσουλμάνους πολιτευτές της Θράκης, όπως για παράδειγμα τον μουσουλμάνο βουλευτή Γιουμουλτζίνας (Κομοτηνής), Ισμαήλ Χακή Μπέη.[xvi] Τα συγκεκριμένα πρόσωπα καλούνταν να ποδηγετήσουν τη μουσουλμανική κοινή γνώμη υπέρ των πλεονεκτημάτων που θα προέκυπταν από την προσάρτηση της Θράκης στην Ελλάδα.

Ο Βενιζέλος ανέφερε ότι σκοπός του Χακή ήταν «η επιτόπιος ενέργεια προς ταχυτέρα απομάκρυνσιν Βουλγάρων εκ Δυτ. Θράκης κατοίκων από πάσας ενεργείας προς διατάραξιν τάξεως». Σε επόμενη φάση ο Χακή θα λειτουργούσε ως μεσολαβητής για τη «διαμέλουσαν φιλικήν συνάντησιν μωαμεθανικού και ελληνικού στοιχείου».[xvii] Τον Μάρτιο του 1919 οι Οθωμανοί βουλευτές της Σοβράνιε, μετά από πιέσεις των Βουλγάρων, δήλωσαν ότι απέρριπταν την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα και επιθυμούσαν την αυτονομία της περιοχής.

Ο Βενιζέλος, στις παραπάνω κινήσεις των μουσουλμάνων, θα απαντήσει από το Παρίσι ότι θα δεχόταν να συμπράξει στην αυτονομία της Θράκης εάν δεν είχε ήδη αποφασιστεί «η προσάρτησις της τέως βουλγαρικής και τουρκικής Θράκης εις την Ελλάδα», διότι από τη στιγμή που η Τουρκία θα περιοριστεί στην κεντρική Μικρά Ασία, η «αυτονομία Θράκης θα ήτο εκτεθειμένη εις διαρκείς βουλγαρικάς επιδρομάς και ανίσχυρος να αμυνθή». Επίσης, ο Έλληνας πρωθυπουργός βεβαίωνε τους μουσουλμάνους βουλευτές ότι η ελληνική κυβέρνηση θα αποδεικνυόταν «εντελώς πατρική προς οθωμανικόν στοιχείον». Το τηλεγράφημα έκλεινε λέγοντας ότι «Δύνασθε προς τούτοις προτείνητε αυτοίς όπως αποστείλωσι ένα ή δυο αντιπροσώπους των ενταύθα όπως πληροφορηθώσι κατάστασιν και συνεννοηθώσι μεθ’ ημών περί καλυτέρας ενεργείας προς αποφυγήν βιαιοπραγιών κατά τουρκ. στοιχείου κατά στιγμήν καταλήψεως Θράκης υπό ημετέρου στρατού».[xviii]

Συνεπώς, το μέλλον της Θράκης θα κρινόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και δεν θα επηρεαζόταν η απόφαση από τις επιθυμίες του τοπικού πληθυσμού ή των τοπικών πολιτευτών. Επιπροσθέτως, η αυτονομία της Θράκης, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, ήταν αδύνατη. Σε περίπτωση που ιδρυόταν, θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον βουλγαρικό κίνδυνο. Άρα, ο Βενιζέλος προσπαθούσε να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τους μουσουλμάνους, για να τους πείσει να δεχτούν χωρίς αντίσταση το ελληνικό μέλλον της περιοχής.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, την ίδια περίοδο, ζητούσε από το Υπουργείο Εξωτερικών να έρθει σε συνεννόηση με τους Οθωμανούς βουλευτές και να τους δώσει οτιδήποτε χρειάζονταν, ώστε να προβούν σε εκδηλώσεις κατά της βουλγαρικής διοίκησης.[xix] Παράλληλα, αναγνώριζε το δικαίωμά τους να επιθυμούν την αυτονομία της Θράκης, αν και θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον.[xx] Η βάση της συνεργασίας του Βενιζέλου με τους μουσουλμάνους βουλευτές ήταν η εξής: Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναγνώριζε την επιθυμία των μουσουλμάνων για αυτονομία της περιοχής, ωστόσο ήθελε οι μουσουλμάνοι να απορρίψουν, μέσω επιστολών προς τη συνδιάσκεψη, το ενδεχόμενο της προσάρτησης της Θράκης από τη Βουλγαρία. Επρόκειτο για διπλωματικό ελιγμό, δεδομένου ότι το ενδεχόμενο να συνεχιστεί η τουρκική κυριαρχία επί της περιοχής ήταν αδύνατον, ενώ και η ιδέα της αυτονομίας δεν είχε υποστηρικτές. Συνεπώς, μοναδικό εμπόδιο για τον Βενιζέλο ήταν η Βουλγαρία. Αν οι μουσουλμάνοι πολιτευτές, ως εκπρόσωποι του μουσουλμανικού λαού, τάσσονταν στο πλευρό των ελληνικών θέσεων, τότε ο Βενιζέλος θα είχε το πλεονέκτημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Βέβαια, την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας υπήρχαν αντικρουόμενες φωνές όσον αφορά την τύχη της Θράκης. Τα πιο ακραία στοιχεία του μουσουλμανικού πληθυσμού (Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο) απέρριπταν την ιδέα της ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα, καλώντας τους μωαμεθανούς της Θράκης να μην παραπλανηθούν από τις απατηλές υποσχέσεις των Ελλήνων.[xxi] Σε γενικές γραμμές, επικρατούσε μια ρευστή κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης, όσον αφορά το μέλλον της περιοχής. Σύμφωνα με τις εκθέσεις των ελληνικών αρχών, ορισμένοι μουσουλμάνοι υποστήριζαν τη σύμπραξη με την ελληνική κυβέρνηση, μια δεύτερη ομάδα βρισκόταν σε συνεννοήσεις με τους Βουλγάρους, μια τρίτη ομάδα παρέμενε πιστή στην τουρκική κυβέρνηση και, τέλος, ορισμένοι παρέμεναν προσκολλημένοι στην ιδέα της αυτονομίας.[xxii]

Ο χάρτης της Μεγάλης Ελλάδος.

Σημαντική εμπλοκή στην εξέλιξη του θρακικού ζητήματος είχε η Ιταλία, η οποία προσπαθούσε να θέσει τους Οθωμανούς της Δυτικής Θράκης υπό την επιρροή της. Στις 21 Μαρτίου 1919 τέσσερις μουσουλμάνοι βουλευτές υπό τον Μεχμέτ Τζελάλ, αναχώρησαν για το Παρίσι για να υποστηρίξουν ενώπιον του Συνεδρίου την ιδέα της θρακικής αυτονομίας.[xxiii] Ωστόσο, ο Βενιζέλος προσπάθησε να εμποδίσει την άφιξή τους στο Παρίσι μέσω των γαλλικών αρχών, οι οποίες τους απαγόρευσαν την είσοδο στη χώρα. Από τη Ρώμη, οι μουσουλμάνοι βουλευτές απηύθυναν επιστολές στη Συνδιάσκεψη, ζητώντας την παραχώρηση αυτονομίας για την περιοχή της Θράκης. Ο Βενιζέλος έστειλε τον Χαρίσιο Βαμβακά στη Ρώμη για να τους συναντήσει και να ζητήσει τη συνεργασία τους. Ο Βαμβακάς, μετά από αρκετές συναντήσεις που είχε μαζί τους, τους παρέδωσε επιστολή του Έλληνα πρωθυπουργού, στην οποία γινόταν λόγος για παραχώρηση τοπικής αυτονομίας υπό ελληνική προστασία, σε περίπτωση προσάρτησης της περιοχής στην Ελλάδα.[xxiv]

Η ελληνική πλευρά, λοιπόν, ήταν έτοιμη να παραχωρήσει ευρεία τοπική αυτονομία, ενώ υπήρχαν σκέψεις για τη δημιουργία τοπικής βουλής, όπου πλεόναζε το τουρκικό στοιχείο. Οι δε μουσουλμάνοι θα μπορούσαν να αποστέλλουν βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο και να μετέχουν στην κυβέρνηση με μουσουλμάνο υπουργό.[xxv] Επρόκειτο για μεγάλες παραχωρήσεις από την πλευρά του Βενιζέλου μπροστά στον κίνδυνο να βρεθεί η ελληνική διπλωματία σε δεινή θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η κίνησή του προκάλεσε το ενδιαφέρον των μουσουλμάνων της Ρώμης, οι οποίοι ωστόσο ήταν αιχμάλωτοι της ιταλικής διπλωματίας.[xxvi]

Όπως προαναφέραμε, υπήρχε ρευστότητα στις συμμαχίες μεταξύ των εμπλεκομένων στο Θρακικό Ζήτημα, η οποία οφειλόταν κυρίως στην καιροσκοπική συμπεριφορά των μουσουλμάνων της Θράκης, οι οποίοι άλλαζαν συνεχώς στρατόπεδο. Τρία διαφορετικά κράτη διεκδικούσαν την εύνοια ενός πληθυσμού, στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν τη θέση τους στον θρακικό χώρο. Οι Βούλγαροι, με τη βοήθεια των Ιταλών, προσπαθούσαν να αποτρέψουν την προσάρτηση της Θράκης στην Ελλάδα, υπόσχονταν αυτονομία στους Τούρκους της περιοχής και στρατιωτική συνδρομή σε όποιο κίνημα στρεφόταν κατά της ελληνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, η τουρκική κυβέρνηση προσπαθούσε να περισώσει την Ανατολική Θράκη, ενώ διέθετε την υποστήριξη μιας μερίδας κομιτατικών της Δυτικής Θράκης. Τέλος, η Ελλάδα, με ισχυρότερο όπλο το γεγονός ότι βρισκόταν στο πλευρό των νικητών, κατέβαλλε προσπάθειες να ανοίξει δίαυλους επικοινωνίας με τους Τούρκους της Θράκης, με απώτερο σκοπό να διευκολύνει τη συμμαχική απόφαση ενσωμάτωσης ολόκληρης της Θράκης στο ελεύθερο ελληνικό βασίλειο. Η προσέγγιση με τους μουσουλμάνους βασιζόταν στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι ήταν αντι-Βούλγαροι. Ο Βενιζέλος προσπαθούσε να τους πείσει να προτιμήσουν την ένωση με την Ελλάδα, διότι θα τους παρείχε διευρυμένη τοπική αυτονομία.

Το καλοκαίρι του 1919 οι εξελίξεις γύρω από το Θρακικό Ζήτημα υπήρξαν καθοριστικές. Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να προλειάνει το έδαφος για την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Δυτική Θράκη. Ο Χαρίσιος Βαμβακάς, την προσωπικότητα του οποίου θα αναλύσουμε παρακάτω, τον Ιούλιο του 1919 περιόδευσε στην Ανατολική Μακεδονία με σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για μια ομαλή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Θράκη.[xxvii] Σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρξαν θετικές οι εντυπώσεις του από την περιοδεία στην Ανατολική Μακεδονία αλλά και από την προσπάθειά του να προσεγγίσει τους μουσουλμάνους, ζητώντας τους να εξασφαλιστεί η ενθουσιώδης υποδοχή του ελληνικού στρατού, όταν αυτός εισερχόταν στη Θράκη.[xxviii]

Ο Βαμβακάς ενημέρωνε τον Βενιζέλο ότι οι μουσουλμάνοι ήταν ευχαριστημένοι σε γενικές γραμμές με την ελληνική διοίκηση, εντούτοις συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τη συμπεριφορά των ανωτέρων υπαλλήλων των υπουργείων Δικαιοσύνης, Γεωργίας και Οικονομικών. Μείζον, επίσης, ζήτημα παρέμενε η στάση των οργάνων της Χωροφυλακής προς τους μουσουλμάνους, η οποία ορισμένες φορές δημιουργούσε δυσμενείς εντυπώσεις.[xxix]

Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τα σχέδια που είχε εμπνευστεί το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο περί αυτονόμησης της Θράκης δεν ευοδώθηκαν. Μετά την αποτυχία του κινήματος της αυτονομίας, οι μουσουλμάνοι της Θράκης άρχισαν να διάκεινται φιλικά προς την ελληνική κατοχή, η στάση τους όμως δεν χαρακτηριζόταν από σταθερότητα.[xxx] Πάντως, στις 12 Ιουνίου 1919 ο Ισμαήλ Χακή κατέθεσε υπόμνημα προς τη Συνδιάσκεψη, υποστηρίζοντας ότι αντιπροσωπεύει το αίσθημα των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, με το οποίο ζητούσε την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα.[xxxi]

Μπορεί η πρόταση του Βενιζέλου για εκτεταμένη αυτονομία να είχε προκαλέσει συζητήσεις γύρω από το Θρακικό ζήτημα, ωστόσο, τα υπομνήματα των μουσουλμάνων του Τουρκικού Θρακικού Κομιτάτου προς τη Συνδιάσκεψη ζητούσαν την αυτονομία της Θράκης υπό συμμαχική προστασία και αντιλαμβάνονταν την ενσωμάτωση της περιοχής με την Ελλάδα, ως την τελευταία εναλλακτική πρόταση.[xxxii] Το ενδεχόμενο να παρέμενε η Θράκη υπό βουλγαρική διοίκηση είχε απομακρυνθεί, δεδομένου ότι οι προηγούμενες βουλγαρικές ωμότητες στην περιοχή είχαν οδηγήσει τη μουσουλμανική κοινότητα να απορρίψει τη βουλγαρική κατοχή.

Ακόμη, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, ο οποίος, στην αρχή των διαπραγματεύσεων, ανθίστατο στην παραχώρηση της Θράκης στη Ελλάδα, εν τέλει υποχώρησε από τις αρχικές του θέσεις και πρότεινε να δοθούν στην Ελλάδα η Ξάνθη και η Κομοτηνή, ενώ στη Βουλγαρία θα παραχωρούνταν οι βόρειοι καζάδες της Θράκης. Η υπόλοιπη Ανατολική Θράκη θα υπαγόταν στο νεοσυσταθέν κράτος της Κωνσταντινούπολης (Σχέδιο Ουίλσον).

Η απώλεια των βόρειων καζάδων της Θράκης ανέτρεψε τα σχέδια της αυτονομίας, διότι χάνονταν οι κυριότεροι και συμπαγέστεροι τουρκικοί πληθυσμοί των βορείων τμημάτων της Θράκης.[xxxiii] Συν τοις άλλοις, το κρατικό μόρφωμα που οραματίζονταν οι εκπρόσωποι του Κομιτάτου δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ενδεχόμενες βουλγαρικές πιέσεις. Ωστόσο, οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν το υπάρχον status quo και επιζητούσαν τη συμμαχία των Τούρκων.[xxxiv] Έχοντας απολέσει την Ανατολική και Δυτική Θράκη, προσπαθούσαν να συνεργαστούν με τους Τούρκους της περιοχής, ώστε να προχωρήσουν σε ανακήρυξη της αυτονομίας της Θράκης (όπως στην περίπτωση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885), σε μια προσπάθεια να ματαιώσουν την ενσωμάτωση της περιοχής στην Ελλάδα.[xxxv] Συγκεκριμένα, «Βούλγαροι υπέσχοντο να παράσχουν αυτονομίαν Β. Θράκην, εάν Τούρκοι ενέτεινον προσπαθείας κηρύττοντες αυτονομίαν Θράκης νοτίας αποσπασθείσης Βουλγαρίας».[xxxvi]

Εν τέλει, τον Σεπτέμβριο του 1919, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο αποφάσισε την κατάληψη της Δυτικής Θράκης. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1919 αποσύρθηκαν τα βουλγαρικά στρατεύματα από τη Δυτική Θράκη, ενώ στις 7 Οκτωβρίου 1919 τα συμμαχικά γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη, με τον Ελληνικό Στρατό (4-17.10.1919) να καταλαμβάνει το Τρίγωνο της Ξάνθης (περιοχή βόρεια της ομώνυμης πόλης). Τη διοίκηση της περιοχής, που ονομάστηκε «Διασυμμαχική Θράκη», ανέλαβαν οι Γάλλοι. Εγγυήσεις για τη φιλόνομη και φιλοδίκαιη συμπεριφορά του ελληνικού στρατού έναντι των μουσουλμάνων έδωσε ο επικεφαλής της διασυμμαχικής διοίκησης, Γάλλος στρατηγός Σαρλ Σαρπύ.[xxxvii] Σε επιτροπή δε μουσουλμάνων που τον επισκέφτηκε δήλωσε ότι «Τούρκοι και Έλληνες κοινόν εν τη χώρα ταύτη έχουσι εχθρόν τον Βούλγαρον ως εκ τούτου Ελλ. Στρατός διαταχθήσεται καταλάβη Θράκην αποδίδων ελευθερίαν εις μωαμεθανούς Θράκης καθόσον αυτοί υπέστησαν τα πάνδεινα εκ μέρους των Βουλγάρων».[xxxviii] Στο ίδιο τηλεγράφημα γινόταν λόγος για τη φιλοδίκαιη συμπεριφορά του ελληνικού στρατού έναντι των μουσουλμάνων αλλά και τις υποσχέσεις του Βενιζέλου έναντι των μουσουλμάνων της Θράκης, σχετικά με την παραχώρηση ευρείας αυτονομίας.[xxxix]

Για τον Βενιζέλο, η κατοχή της Δυτικής Θράκης ήταν προσωρινή, ενώ η τύχη της περιοχής δεν είχε κριθεί ακόμα. Συν τοις άλλοις, οι σύμμαχοι είχαν εκφράσει επιφυλάξεις όσον αφορά την ελληνική διοίκηση, λόγω των όσων εκτυλίχθηκαν με την απόβαση του ελληνικού στρατού στο λιμάνι της Σμύρνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Βενιζέλος «επανάληψη παρεκτροπών θα εσημείωνεν οριστικόν ναυάγιον όλων των εθνικών μας διεκδικήσεων. Αντιθέτως ομαλή διεξαγωγή καταλήψεως θα ύψωνε πάλιν το κύρος μας και θα ενίσχυε την θέσιν μας».[xl]

Το τηλεγράφημα του Έλληνα πρωθυπουργού προς τον αντιστράτηγο Παρασκευόπουλο περιείχε σαφείς και αυστηρές οδηγίες για τον τρόπο κατάληψης της Δυτικής Θράκης. Απώτερος στόχος ήταν η κατάληψη της περιοχής να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τα προηγούμενα επεισόδια κατά την απόβαση του ελληνικού στρατού στο λιμάνι της Σμύρνης.[xli] Ο Βενιζέλος πίστευε ότι δεν έπρεπε να επαναληφθούν ανάλογες εικόνες διότι θα χρησιμοποιούνταν εναντίον της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις, ενώ έπρεπε να δοθεί μεγάλη προσοχή στην επιλογή των αξιωματικών που θα ηγούνταν των στρατιωτικών σωμάτων, ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστες εξελίξεις.[xlii]

Charles Antoine Charpy (1869-1941), Διοικητής της Διασυμμαχικής Θράκης.
Η Μεραρχία Σερρών εισέρχεται στην Κομοτηνή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρόλος του Χαρίσιου Βαμβακά στην προσέγγιση των μουσουλμάνων της Θράκης

Ο Βενιζέλος χειρίστηκε με προσοχή τα ζητήματα της Θράκης, διότι γνώριζε ότι η εδραίωση της ελληνικής διοίκησης στον θρακικό χώρο αποτελούσε άθροισμα πολλών παραγόντων. Κατ’ αρχάς, η παγίωση της ελληνικής κυριαρχίας περνούσε μέσα από την άριστη συμπεριφορά έναντι των μουσουλμάνων. Συν τοις άλλοις, η ασάφεια γύρω από το μέλλον της περιοχής ανάγκαζε τον Βενιζέλο να αναζητά διεθνή ερείσματα για τις ελληνικές θέσεις.

Όπως προείπαμε, η ελληνική διοίκηση στο Τρίγωνο της Ξάνθης ήταν προσωρινή, ενώ η Δυτική Θράκη, από τον Οκτώβριο του 1919, βρισκόταν υπό διασυμμαχικό έλεγχο και συγκεκριμένα υπό τη διοίκηση των Γάλλων. Η ελληνική πλευρά, από τη μια πλευρά έπρεπε να προσεγγίσει τον μουσουλμανικό πληθυσμό και από την άλλη να διατηρεί όσο το δυνατόν καλύτερες σχέσεις με τη γαλλική διοίκηση. Ειδικά οι σχέσεις με τη γαλλική στρατιωτική διοίκηση θα καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση της Συνδιάσκεψης για την οριστική παραχώρηση ή όχι της Θράκης στην Ελλάδα. Άρα, η ελληνική κυβέρνηση χρειαζόταν ένα πρόσωπο, το οποίο θα προωθούσε τα ελληνικά συμφέροντα μέσω της γαλλικής διοίκησης αλλά και θα διατηρούσε στενές σχέσεις με τους μουσουλμάνους. Για τον ρόλο αυτό, ο Βενιζέλος επέλεξε τον Χαρίσιο Βαμβακά, πρώην βουλευτή του οθωμανικού κοινοβουλίου και άριστο γνώστη της γαλλικής γλώσσας,[xliii] ο οποίος και αποτέλεσε τον αντιπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης στη Δυτική Θράκη.[xliv]

Ο Βαμβακάς υπήρξε ένας άνθρωπος με εξαιρετική διπλωματικότητα στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, σαν αυτές που επικρατούσαν στη Θράκη το 1919. Επιπροσθέτως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, υπήρξε γνήσιος εκφραστής της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Τον σημαντικό ρόλο του Χαρίσιου Βαμβακά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό επεσήμανε και ο Έλληνας Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι ο Βαμβακάς υπήρξε ιδιαίτερα συμπαθής στις μουσουλμανικές μάζες, ενώ προώθησε σε μέγιστο βαθμό τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στη Θράκη.[xlv] Κινήθηκε αριστοτεχνικά μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων της Δυτικής Θράκης. Αξιοποίησε τη θέση του αλλά και το μορφωτικό του επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστεί το δεξί χέρι των Γάλλων.[xlvi] Αν και οι Γάλλοι τον προόριζαν για γενικό διοικητή Κομοτηνής, στον οποίο θα υπάγονταν οι διοικήσεις Δεδέαγατς, Διδυμοτείχου, Σουφλίου, Καραγάτς και Ξάνθης, εκείνος προτίμησε να διατηρήσει τη θέση του Κυβερνητικού Αντιπροσώπου Δυτικής Θράκης, υποδεικνύοντας στον Γάλλο αρχιστράτηγο πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του για τους επικεφαλής των κατά τόπους διοικήσεων.[xlvii]

Όσον αφορά τους Τούρκους, προσέλαβε έμπιστα πρόσωπα τα οποία γνώριζε από την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν διασκορπισμένα στην περιφέρεια, όπου προπαγάνδιζαν υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Σχετικά με τον ρόλο του Τουρκικού Θρακικού Κομιτάτου, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο Εξωτερικών διέβλεπε τη διάσπασή του σε αυτούς που επιθυμούσαν τη συνεργασία με τους Βούλγαρους και σε αυτούς που έκλιναν προς την ελληνική πλευρά. Ανέφερε, επίσης, ότι κατ’ εντολή του Βενιζέλου συνάντησε όσους μουσουλμάνους του Κομιτάτου διέκειντο φιλικά προς την ελληνική πλευρά.[xlviii]

Εθνογραφικός χάρτης της Θράκης [Πηγή: France, Ministère des Affaires Étrangères/Série Ζ 116-2 (Europe 1919-1928)/ Balkans 6].

Έντονη, επίσης, υπήρξε η επιρροή του Βαμβακά και στους προκρίτους των μουσουλμανικών χωριών, που τους επισκεπτόταν συχνά, διακηρύσσοντας τα αγαθά της ελληνικής διοίκησης. Οι διάφορες τοπικές αρχές των μουσουλμάνων ζητούσαν τη συνδρομή του σε διάφορα καθημερινά ζητήματα, όπως η απαλλαγή από φόρους. Ακόμη, μεσολαβούσε στις γαλλικές αρχές για ζητήματα των μουσουλμάνων και η επιτυχής διευθέτησή τους αύξανε το κύρος αλλά και τη συμπάθεια των μουσουλμάνων στο πρόσωπό του.[xlix] Καλλιεργούσε, ακόμη, καλές σχέσεις με όλα τα στοιχεία της Θράκης μέσω αποστολών τροφίμων. Για παράδειγμα, είχε ζητήσει ελαττωμένες τιμές σε άλευρα και τρόφιμα για τους καπνεργάτες της Ξάνθης, οι οποίοι ανέρχονταν σε 2.000 – όλοι μουσουλμάνοι[l]

Ο Βαμβακάς είχε οργανώσει στη θρακική ύπαιθρο και τα αστικά κέντρα ένα δίκτυο από πληροφοριοδότες και έμπιστα πρόσωπα που έτρεφαν δεδηλωμένη αντιπάθεια για το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο. Δίπλα στους Γάλλους αξιωματικούς των διαφόρων περιοχών της Θράκης πέτυχε τον διορισμό νέων διερμηνέων, οι οποίοι ήταν πιστοί στον ίδιο και του μετέφεραν χρήσιμες πληροφορίες. Το ίδιο πέτυχε με τους διορισμούς δημάρχων και διοικητικών συμβουλίων. Οι περισσότεροι διορισμοί έγιναν με βάση τον κατάλογο που είχε συντάξει ο ίδιος.[li] Πέτυχε, επίσης, τον διορισμό Ελλήνων διοικητών στην Ξάνθη, το Δεδέαγατς και το Διδυμότειχο, ενώ διορίστηκαν Έλληνες υποδιοικητές στην Κομοτηνή, το Σουφλί και το Καραγάτς. Παράλληλα, κατάφερε να διοριστεί στην Κομοτηνή Τούρκος διοικητής ο οποίος τύγχανε της ελληνικής εμπιστοσύνης,[lii] ενώ θεωρούσε ότι είχε εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο της Διασυμμαχικής Διοίκησης, δεδομένου ότι «πάντες ημέτεροι γνωρίζοντες καλώς γαλλικήν είναι ανώτεροι πάντων αλλοεθνών».[liii] Ο Βενιζέλος τόνιζε σε κάθε ευκαιρία ότι οι Έλληνες υπάλληλοι που διορίζονταν από τη συμμαχική διοίκηση δεν ήταν υπάλληλοι της ελληνικής διοίκησης αλλά των Γάλλων, επομένως, έπρεπε να αντιληφθούν την ιδιαιτερότητα του καθήκοντος και της αποστολής που είχαν αναλάβει.[liv]

Προσχέδιο τηλεγραφήματος Χαρισίου Βαμβακά προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη και τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο [Πηγή: ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ Παράρτημα Θεσσαλονίκης/Αρχείο Χαρισίου Βαμβακά/Φάκελος 1].

Η στάση των Πομάκων

Τα μεγαλύτερα δεινά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής της Θράκης υπέστησαν οι Πομάκοι, ένας μουσουλμανικός πληθυσμός που κατοικούσε στον ορεινό όγκο της Ροδόπης και στην Ανατολική Ρωμυλία στη Βουλγαρία.[lvi] Οι Πομάκοι, με υπομνήματα προς τη Συνδιάσκεψη, απέρριπταν κατηγορηματικά τη βουλγαρική κατοχή. Πρόκειται για τα ψηφίσματα των μουσουλμάνων βουλευτών της θρακικής περιφέρειας Ντοβλέν προς τη Συνδιάσκεψη, με τα οποία διαμαρτύρονταν για βουλγαρικές ωμότητες σε βάρος τους, όπως βίαιο εκχριστιανισμό, καταστροφή τζαμιών, κατασχέσεις περιουσιών, μετατροπή τουρκικών σχολείων σε βουλγαρικά, κατάργηση της τουρκικής γλώσσας. Γενικότερα, τα συγκεκριμένα ψηφίσματα εξέφραζαν την επιθυμία των Πομάκων να μην υπαχθούν στη βουλγαρική διοίκηση και να ακολουθήσουν την τύχη της υπόλοιπης Δυτικής Θράκης.[lvii] Όσον αφορά τη στάση τους έναντι του Θρακικού ζητήματος, υποστήριζαν την ανεξαρτησία – αυτονομία της Θράκης. Ωστόσο, σε περίπτωση που η αυτονομία της Θράκης δεν γινόταν αποδεκτή από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, θα αποδέχονταν την ελληνική κυριαρχία, απορρίπτοντας την προσχώρηση των περιοχών τους στη Βουλγαρία.[lviii]

Παρότι, τα συγκεκριμένα τηλεγραφήματα δεν επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση των Συμμάχων για κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό, εντούτοις, υποβοήθησαν τις ελληνικές θέσεις έναντι των αντίστοιχων βουλγαρικών. Την ίδια περίοδο, οι Πομάκοι, αρνούμενοι να δεχθούν τη βουλγαρική κατοχή, κατέφευγαν κατά χιλιάδες στο ελληνικό έδαφος.[lix] Ο Βαμβακάς πίστευε ότι έπρεπε να μεταφερθούν στην Ανατολική Μακεδονία ή στο τμήμα Τριγώνου Ξάνθης και όχι στη γαλλοκρατούμενη Θράκη.[lx]

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες.

Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε να θέσει τους Πομάκους στην υπηρεσία της ελληνικής διπλωματίας. Ο Κρητικός πολιτικός πίστευε ότι η προσέγγιση των Πομάκων θα προσέφερε στα ελληνικά συμφέροντα «μεγίστας ωφελείας» κυρίως για τη στάση του τουρκικού στοιχείου.[lxi] Για τον σκοπό αυτό, πρόσωπα όπως ο Βαμβακάς και ο Χακή ανέλαβαν να τους προσεγγίσουν.[lxii] Ο πρώτος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Βενιζέλου και τον ενημέρωνε ότι «ελήφθησαν μέτρα περιποίησης Πομάκων».[lxiii]

Παρότι, ο Βενιζέλος, σε κάποιο σημείο της αλληλογραφίας του με τον Βαμβακά επιθυμούσε να αποσταλούν τηλεγραφήματα των μουσουλμάνων αλλά και των Πομάκων προς τη Συνδιάσκεψη στα οποία θα ζητούν προστασία,[lxiv] με νεότερο τηλεγράφημά του ζητούσε να ακυρωθεί η αποστολή τους, διότι δεν ήταν ικανά από μόνα τους να αλλάξουν τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης.[lxv] Όπως επίσης, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, «εν γένει προτιμότερον αποφεύγητε και πάσαν προκήρυξιν ή δήλωσιν να τονίζητε φυλετικούς ανταγωνισμούς».[lxvi]

Τον Απρίλιο του 1920 οι εξελίξεις γύρω από την τύχη της Θράκης υπήρξαν καθοριστικές. Στις 26 Απριλίου 1920 έλαβε χώρα η Διάσκεψη του Σαν Ρέμο, όπου οι σύμμαχοι αποφάσισαν να αντικαταστήσουν τα συμμαχικά στρατεύματα που έδρευαν στη Θράκη με ελληνικά. Στις 14 Μαΐου 1920 ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στη Δυτική Θράκη με εντολή από τη Συνδιάσκεψη να διατηρήσει την τάξη και τη δημόσια ασφάλεια, έως ότου αποφασιστεί η τύχη της περιοχής, ενώ στις 21 Μαΐου 1920 ο Χ. Βαμβακάς διορίστηκε πρώτος γενικός διοικητής Δυτικής Θράκης.

Εν τω μεταξύ, ο Βαμβακάς ανέφερε ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός είχε αποδεχτεί το γεγονός της κατάληψης της Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα, μετά την απόρριψη της ιδέας της αυτονομίας από τη Συνδιάσκεψη.[lxvii] Σ’ αυτό συνετέλεσε καθοριστικά η στενή σχέση του με μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας[lxviii] ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, «η προσέγγισις πλέον με τους μουσουλμάνους (εννοώ τας λαϊκάς τάξεις και ουχί τους ιθύνοντας, των οποίων οι πλείστοι είναι κομιτατικοί) δύναται να θεωρηθή έργον τετελεσμένον».[lxix] Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Βαμβακάς χρησιμοποίησε ως βασικό εργαλείο προσέγγισης των μουσουλμανικών μαζών τη διαρκή υπενθύμιση των πεποιθήσεων των Νεότουρκων, οι οποίοι δήλωναν άθεοι, ενώ αντιθέτως η μουσουλμανική μάζα ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενη.[lxx]

Ο Βενιζέλος, ενστερνιζόμενος το πνεύμα του Βαμβακά, εξέφραζε την άποψη ότι, αν η ελληνική πλευρά κέρδιζε την εμπιστοσύνη των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, θα διευκολυνόταν η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Θεωρούσε, επίσης, σημαντικό να διατηρηθούν οι υπάλληλοι στις θέσεις τους, όσοι εξ αυτών είχαν διοριστεί από τη γαλλική διοίκηση και κυρίως οι μουσουλμάνοι, όπως και οι Εβραίοι. Όσον αφορά τους Βούλγαρους δημόσιους υπαλλήλους, ο Έλληνας πρωθυπουργός ζητούσε τη διατήρηση όσων εξ αυτών ήταν ειλικρινείς στην πρόθεσή τους να συνεχίσουν «υπό ημέτερο καθεστώς». Ζητούσε, επίσης, να διατηρηθεί η υπάρχουσα διοικητική δομή των καζάδων. Η Δυτική Θράκη θα περιλάμβανε τους καζάδες Ξάνθης, Κομοτηνής, Δεδέαγατς και Διδυμοτείχου.[lxxi]

Ο Βενιζέλος, προσπαθώντας να προλάβει τυχόν υπερβάσεις στη συμπεριφορά των στρατιωτικών έναντι των μειονοτήτων, διατηρούσε συχνή επικοινωνία με τον στρατηγό Ζυμβρακάκη, από τον οποίο ζητούσε τα στελέχη του στρατού να επιδείξουν ανωτερότητα και σεβασμό απέναντι στα αλλογενή στοιχεία. Ταυτόχρονα, έπρεπε να κερδηθεί η εμπιστοσύνη του μουσουλμανικού πληθυσμού διότι όπως ο ίδιος ανέφερε «δεν απέβησαν υπήκοοι αλλά ελεύθεροι πολίται κράτους».[lxxii] Την ίδια περίοδο, ο Βαμβακάς ενημέρωνε τον Βενιζέλο ότι οι μουσουλμάνοι ήταν ευχαριστημένοι σε γενικές γραμμές με την ελληνική διοίκηση, εντούτοις, δημιουργούνταν προβλήματα με τη συμπεριφορά  ορισμένων οργάνων της ελληνικής διοίκησης, κυρίως της χωροφυλακής.[lxxiii]

Βενιζέλος και Βαμβακάς συνέχιζαν να εκφράζουν επιφυλάξεις για τον βαθμό κατανόησης των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στη Θράκη, από τις αρχές ασφαλείας (Στρατός και Χωροφυλακή). Σε τηλεγράφημα του Βαμβακά προς τον υπουργό των Εξωτερικών, Νικόλαο Πολίτη, αναφερόταν ότι οι στρατιωτικοί «μη θέλοντες περιορισθώσιν εις τα καθήκοντά των, δια των ενεργειών των δυσχεραίνουσιν αρκετά το έργον της πολιτικής διοικήσεως».[lxxiv]

Επόμενος στόχος για την ελληνική κυβέρνηση ήταν η είσοδος του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη και η κατοχή του διοικητικού κέντρου αυτής, της Αδριανούπολης. Οι κινήσεις του Βαμβακά είχαν σκοπό να προλειάνουν το έδαφος, μέσω επαφών με το μουσουλμανικό στοιχείο της Αδριανούπολης, ώστε η ελληνική προέλαση να καθίστατο αναίμακτη. Η ανάγκη να αντιληφθεί η ελληνική πλευρά την «διανοητικότητα» των μουσουλμάνων, καθίστατο περισσότερο επιτακτική για την Ανατολική Θράκη, «όπου θα συναντήσωμεν ούχι μουσουλμανικά στοιχεία ομοειδή, όπως ενταύθα, αλλά ένα μωσαϊκόν εκ διαφόρων μωαμεθανικών φυλών».[lxxv] Η ευμένεια και η προσέλκυση των αλλογενών στοιχείων, ιδιαίτερα του τουρκικού, θα διευκόλυνε την προέλαση. Ο σεβασμός των θρησκευτικών ηθών των μουσουλμάνων δεν έπρεπε να εμποδιστεί από τις αποφάσεις της πολιτικής διοίκησης.[lxxvi]

Η απομάκρυνση των Νεότουρκων από τη Δυτική Θράκη, επιτυχία την οποία πιστώνεται ο Βαμβακάς, έπληξε καίρια τα σχέδια κομιτατικών και Βουλγάρων. Το γεγονός αυτό επηρέασε τις διαθέσεις του τουρκικού πληθυσμού της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι αντιλήφθηκαν ότι οποιαδήποτε αντίσταση στην προέλαση του ελληνικού στρατού ήταν μάταιη. Συν τοις άλλοις, η τουρκική κοινή γνώμη στην Αδριανούπολη δεν συγκινήθηκε από τα κελεύσματα του Τζαφέρ Ταγιάρ.[lxxvii]

Πριν από την προέλαση του Ελληνικού Στρατού στην Ανατολική Θράκη, ο Βενιζέλος εξέφραζε φόβους να μην επαναληφθούν τα επεισόδια της Σμύρνης.[lxxviii] Τα γεγονότα της απόβασης είχαν δημιουργήσει επιφυλάξεις και αμφιβολίες στους συμμάχους για την ικανότητα του ελληνικού στρατού να ελέγξει περιοχές με συμπαγείς μειονοτικές ομάδες. Στις 13 Ιουλίου 1920 τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στην Ανατολική Θράκη και κατέλαβαν την Αδριανούπολη, χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη συγκρότηση της Γενικής Διοίκησης Ανατολικής Θράκης με επικεφαλής τον ύπατο αρμοστή, Αντώνιο Σαχτούρη.

Ο βασιλέας Αλέξανδρος κατά την επίσκεψή του στη Θράκη την άνοιξη του 1920.

Η προκήρυξη του νέου πολιτικού διοικητή προς τον λαό της Θράκης περιείχε τις βασικές σταθερές της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Η ελληνική Πολιτεία θα αποτελούσε παράδειγμα ευνομούμενου και ισόνομου κράτους απέναντι στις μειονοτικές ομάδες, θα σεβόταν τη θρησκευτική και φυλετική τους ιδιαιτερότητα και θα διασφάλιζε τη ζωή, την τιμή και την περιουσία των πολιτών της. Ειδικότερα,

Πολιτείαν φιλελευθέραν, διοίκησιν πατρικήν και φιλόστοργον, προστασίαν ζωής, τιμής και περιουσίας, ισοπολιτείαν και δικαιοσύνην. Συμμετοχήν πάντων εις την Διοίκηση της χώρας, τα ήθη και τα έθιμα των μουσουλμάνων έσονται σεβαστά, η δε θρησκευτική και εκπαιδευτική αυτών ελευθερία πλήρης. Τα τεμένη και τα ιστορικά αυτών μνημεία ου μόνον θα τυχώσι παντός σεβασμού αλλά και μέτρα θα ληφθώσι προς διαφύλαξιν και συντήρησιν αυτών. Όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων αδιακρίτως θρησκεύματος θελήσωσι να παραμείνωσιν εις τας θέσεις των θα διατηρηθώσιν εις αυτάς, πλην των προσώπων καθ’ ων ήθελον διατυπωθή σαφείς κατηγορίαι αίτινες εξεταζόμεναι υπό της Διοικήσεως θ’ απεδεικνύοντο βάσιμοι […] το ζήτημα των εν Θράκη εγκατασταθέντων κατά τα τελευταία έτη μουσουλμάνων προσφύγων θα εξετασθή μετά μεγαλειτέρας ευμενείας και διαλλακτικότητος, της Ελληνικής Κυβερνήσεως επιθυμούσης να παραμείνωσι εν τω τόπω οι γεωργικοί ούτοι πληθυσμοί […] είναι διατεθειμένη (η Ελληνική Διοίκηση) να ρίψη εις λήθην όλας εκείνας τας πράξεις ή τα αδικήματα άτινα οφείλονται εις ραδιουργίας και υποκινήσεις προσώπων κακοβούλων, πολλά δε τα δεινά προξενησάντων εις τον αγαπητόν τούτον τόπον, αφ’ ετέρου θα πατάξη αμειλίκτως πάσαν απόπειραν τείνουσαν εις διασάλευσιν της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας οποθενδήποτε και αν προέρχηται αύτη.[lxxix]

Η ελληνική διοίκηση κατέβαλε προσπάθειες να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων πληθυσμών αλλά και να αφήσει στη λήθη του παρελθόντος τα φυλετικά μίση μεταξύ των κατοίκων.[lxxx] Σε γενικές γραμμές, το ομογενές στοιχείο δεν έδειξε αισθήματα εκδίκησης, εκτός από ορισμένα μικροεπεισόδια.[lxxxi] Η ελληνική διοίκηση διατήρησε τις δομές του προηγούμενου καθεστώτος,[lxxxii] ενώ θα παρέμενε σε ισχύ η αστική, οικονομική και διοικητική νομοθεσία όπου δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τους ελληνικούς νόμους.[lxxxiii] Η επιλογή των τοπικών οργάνων θα γινόταν με κριτήριο την εντοπιότητα και τη γνώση της τουρκικής γλώσσας.[lxxxiv] Η ανάμειξη των ντόπιων με έμπειρα στελέχη της κυβέρνησης αποτέλεσε την πολιτική συνταγή της κυβέρνησης Βενιζέλου για την Ανατολική Θράκη.[lxxxv] Ως εκ τούτου, η ελληνική κυβέρνηση δεν δίστασε να τοποθετήσει μουσουλμάνους σε θέσεις της Γενικής Διοίκησης Θράκης.[lxxxvi] Στον τομέα της εκπαίδευσης, η ελληνική πλευρά συντηρούσε 157 δημοτικά μουσουλμανικά σχολεία, ενώ επισκεύασε πλήθος μουσουλμανικά τεμένη.[lxxxvii] Κατά το 1921, δαπάνησε για την εκπαίδευση και τη μισθοδοσία των θρησκευτικών αρχηγών των μειονοτήτων 1.755.928 δραχμές. Επίσης, προχώρησε στη δημιουργία της Διευθύνσεως Υποθέσεων Ετεροδόξων, η οποία ασχολούνταν με το σύνολο της κοινωνικής και θρησκευτικής παρουσίας των μειονοτήτων.

Μέσα στις άμεσες προτεραιότητες του νέου ύπατου αρμοστή ήταν η επανεγκατάσταση των ελληνικών πληθυσμών στην Ανατολική Θράκη. Ο Α. Πάλλης, γενικός διευθυντής της ελληνικής Ύπατης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως, επεσήμανε τους κινδύνους της άνευ σχεδίου παλιννόστησης των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα.[lxxxviii] Η παλιννόστηση έπρεπε να λάβει χώρα όσο το δυνατόν πιο προσεκτικά και οργανωμένα, ώστε να μη δημιουργούνται διενέξεις μεταξύ των προσφύγων και των μουσουλμάνων.[lxxxix] Η κυβέρνηση Βενιζέλου, με τον Ν. 2515 «Περί εγκαταστάσεως των πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης», χορήγησε κονδύλι 20.000.000 δραχμών για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως ανάγκης αλλά και τη χορήγηση δανείων στους πληγέντες. Για τον σκοπό αυτό, προβλεπόταν η σύσταση πενταμελούς επιτροπής, η οποία θα κανόνιζε «παν ζήτημα σχετικόν με την παλιννόστησιν και εγκατάστασιν των πληθυσμών».[xc]

Παράλληλα, η ελληνική αποστολή προσπάθησε, με συστηματική εργασία, να συγκρατήσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ώστε να μην εγκαταλείψουν τη χώρα,[xci] ενώ ήταν θετική στο ενδεχόμενο να επιστρέψουν στη Θράκη όσοι μουσουλμάνοι (περίπου 25.000) είχαν μεταναστεύσει στη Βουλγαρία.[xcii] Προς αυτήν την κατεύθυνση, η Πολιτική Διοίκηση Διδυμοτείχου ενημέρωνε τις κατά τόπους αρχές ότι «οσονούπω θα γίνη έναρξις της παλιννοστήσεως των αποδημησάντων των εκ Δυτικής Θράκης επί βουλγαρικού καθεστώτος μουσουλμάνων». Οι εν λόγω πληθυσμοί, σύμφωνα με το έγγραφο, θα εγκαθίσταντο στα ακίνητά τους, ενώ παράλληλα θα συγκροτούνταν επιτροπές για την απόδοση των κτημάτων τους.[xciii] Βασική, επίσης, προτεραιότητα υπήρξε και η εμπέδωση της πολιτικής συμφιλίωσης, μέσω της χορήγησης αμνηστίας σε όσους είχαν συνεργαστεί με τον Ταγιάρ. Οι δε γεωργικοί πληθυσμοί που είχαν εξαναγκαστεί διά της βίας να συμμετέχουν στο κίνημα, επέστρεψαν στις γεωργικές ασχολίες τους, με την προϋπόθεση να είναι πιστοί στο νέο καθεστώς.[xciv] Ο τουρκικός πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης υποδέχτηκε θετικά το παραπάνω μέτρο.

Προτομή του Χαρισίου Βαμβακά στην κεντρική
πλατεία της Κομοτηνής.
Περγαμηνή απονομής του Χρυσού Σταυρού των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος στον Χαρίσιο Βαμβακά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος προσπάθησε να θέσει το πλαίσιο συμπεριφοράς της ελληνικής Πολιτείας προς τους μουσουλμάνους. Με  τηλεγράφημά του προς τον Σαχτούρη έκανε σαφές ότι «από την επιτυχίαν με την οποίαν θα εκπληρώσετε τα ανατεθέντα υμίν καθήκοντα  θα εξαρτηθή εν μεγάλω μέτρω το μέλλον της μεγεθυνομένης Ελλάδος», ενώ θεωρούσε υπέρτατο καθήκον της ελληνικής διοίκησης να εμπνεύσει σε όλα τα στοιχεία του πληθυσμού την εμπιστοσύνη ότι «ουδεμίαν αι αρχαί ποιούνται διάκρισιν μεταξύ πολιτών ως εκ της καταγωγής των ή των θρησκευτικών των πεποιθήσεων αλλ’ ότι πάντες είνε ίσοι ενώπιον του νόμου εφόσον σέβονται τούτον και συμμορφώνονται προς τας διατάξεις αυτού».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, μετά τα παράπονα των ομογενών περί εύνοιας των μουσουλμάνων από την ελληνική διοίκηση, πρότεινε να καλλιεργηθεί μεταξύ των ομογενών η ιδέα «ότι αδύνατον να μεγαλουργήση η Ελλάς εάν και άρχοντες και αρχόμενοι δεν εμπνευσθώσιν υπό την ιδέαν ότι πάντες οι πολίται δικαιούντο εις ίσην προστασίαν εκ μέρους των αρχών». Τέλος, στο ίδιο τηλεγράφημα γινόταν λόγος για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών κατά τη προηγούμενη περίοδο. Ωστόσο, κατά την άποψη του Κρητικού πολιτικού, «επιβάλλεται όπως λήθη καλύψη εν ευρυτάτη κλίμακι τα γενόμενα».[xcv]

 

O Βασίλης Ν. Κολλάρος είναι Διδάκτωρ Διπλωματικής Ιστορίας του Τμήματος  Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (στο εξής Α.Υ.Ε) /1918/Θ/Άνευ Αριθμού Κατάταξης (στο εξής Α.Α.Κ.),4 Γραφείο Υπουργού, Η Ελλάς εις το Συνέδριον της Ειρήνης. Επίσης, Στέφανος Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου: Πολιτικαί υποθήκαι, τ. Β΄, 1965,  σσ. 153-175.

[ii]Α.Υ.Ε./1919/Α/4/2,Τηλεγράφημα ( στο εξής Τηλ.) Ρωμανού προς το Υπουργείο Εξωτερικών (στο εξής Υπ.Εξ.), αρ. πρωτ. 520, 21/1/1919 και A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Συντ/ρχης Κατεχάκης προς τον Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 2874, Παρίσι, 5/8/1919.

[iii]Αντώνιος Μπρεδήμας, «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το διεθνές δίκαιο. Η εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων» στο συλλογικό τόμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως νομικός, 2003, σσ. 201-219. Για τον χειρισμό των ελληνικών διεκδικήσεων από τον Βενιζέλο βλ. Εμμ. Ρούκουνα, Εξωτερική Πολιτική (1914-1923),1983, σσ. 299-310 και Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900-1945), 2002, σσ. 140-157.

[iv]Ιωάννης Γκλαβίνας, Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα, 2008, σσ. 45-46.

[v]Στεφάνου, ό.π., σ. 199.

[vi]Στο ίδιο.

[vii]Μπρεδήμας, ό.π.,  σ. 206.

[viii]Nikolaos Petsalis – Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), 1978, σ. 90. Βλ. επίσης, Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Γενικό Στρατηγείο προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8641, 26/8/1919. Επίσης, Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο (στο εξής Ε.Λ.Ι.Α) /Α.Ε.Β./φάκ. 9/1, Φωτοαντίγραφα υπομνήματος μουσουλμάνων βουλευτών Δυτικής Θράκης προς τον στρατηγό Franchet d’ Esperey, Σόφια, 31/12/1918 και Α.Υ.Ε./1919/Α/4/2, Τηλ. Πολίτη προς Αντιπρόεδρο Κυβερνήσεως , αρ. πρωτ. 1695, 9/2/1919.

[ix]Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 153.

[x]Ό.π., σ. 135.

[xi]Ό.π., σ. 155.

[xii]Ό.π., σελ. 156.

[xiii]Σπυρίδων Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδας, τόμ. Δ΄, 1973, σ. 281. Για το ζήτημα της Θράκης στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, βλ. Petsalis – Diomidis, ό.π., σσ.153-172, 256-279, 280-290. Επίσης, Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το Ζήτημα της Βουλγαρικής Οικονομικής Διεξόδου στο Αιγαίο (1919-1923), 1997, σσ. 21-68.

[xiv]Petsalis – Diomidis, ό.π., σσ. 339-340.

[xv]Για τη χρησιμοποίηση των μουσουλμάνων από τον κρατικό μηχανισμό την περίοδο της Συνδιάσκεψης, με στόχο την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, βλ. Γκλαβίνα, ό.π., σσ. 283, 348-370.

[xvi]A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 25, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς Πρεσβεία Παρισίων, Δράμα, αρ. πρωτ. 65, 20/11/1919 ∙ Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (στο εξής A.M.M.) / Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου (στο εξής A.E.B.) /173/φάκ. 23 ∙ A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 24, Επιστολή Βενιζέλου προς τον Γενικό Διοικητή Δράμας, αρ. πρωτ. 7318, 5-18/11/1919.

[xvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ. , αρ. πρωτ. 7888, Παρίσι, 10/8/1919.

[xviii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/11, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2505, Παρίσι, 2/3/1919.

[xix]Για την εκστρατεία «διαφήμισης» των αγαθών της ελληνικής διοίκησης βλ. Στίλπων Κυριακίδη, Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι, 1997 αλλά και Al. Antoniades, Le development economique de la Thrace. : le passé, le présent, l’avenir, 1922.

[xx]Α.Υ.Ε./1919/5/11, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 254, Παρίσι, 13/3/1919.

[xxi]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Κανελλόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8628, Κων/πολη, 31/8/1919

[xxii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Πάγκαλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 12678, 17/12/1919.

[xxiii]Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 163.

[xxiv]A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 23. ∙ A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 24, Επιστολή Βενιζέλου προς τον Γενικό Διοικητή Δράμας, αρ. πρωτ. 7318, 5-18/11/1919. Βλ. επίσης, Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 169.

[xxv]Α.Υ.Ε./1919/5/ΧΙ/4, Βενιζέλος προς Ύπ. Αρμοστή Ελλάδος στη Κων/πολη, αρ. πρωτ. 8169, 5-18/8/1919.

[xxvi]Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 169.

[xxvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Γ. Δ. Θεσ/νίκης, προς τον Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 132, 3/8/1919.

[xxviii]Ό.π., Για το ίδιο ζήτημα, η ελληνική στρατιωτική αποστολή στη Βουλγαρία, με επικεφαλής τον Μαζαράκη, ενημέρωσε την ελληνική κυβέρνηση ότι οι μουσουλμάνοι της Θράκης δεν θα αντισταθούν σε μια ελληνική κατοχή διότι δεν είχαν τις δυνατότητες που είχαν οι ομόθρησκοί τους στη Μ. Ασία. Α.Υ.Ε./1919/5/11, Ελληνική στρατ. Αποστολή προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 480, Σόφια, 30/7/1919.

[xxix]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Μ/2, Σημείωμα Χ. Βαμβακά περί μουσουλμάνων προς Βενιζέλο, 23/7/1919.

[xxx]Α.Υ.Ε./1919/ Α/5/6, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8102, 19/8/1919.

[xxxi]Petsalis – Diomidis, ό.π., σσ. 171-172.

[xxxii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Ελλ. στρατ. αποστολή προς το Γ. Στρατηγείο, αρ. πρωτ. 549, Σόφια, 16/8/1919.

[xxxiii]A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 24, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς τη Πρεσβεία Παρισίων, αρ. πρωτ. 60, Δράμα, 18/11/1919. Βλ. επίσης Α.Υ.Ε./1919/Α/5/5, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 11001, 4/11/1919.

[xxxiv]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Πολίτη προς το Υπ.Εξ.. αρ. πρωτ. 10329, 14/10/1919. Ε.Λ.Ι.Α./Αρχείο Χαρίσιου Βαμβακά (στο εξής Α.Χ.Β.) /3/1, Ελληνική στρατιωτική Αποστολή στη Βουλγαρία προς το Γενικό Στρατηγείο, αρ. πρωτ. 90, 6/1/1920. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/1, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 658/ΙΙ, 1/2/1920.

[xxxv]IAYE/1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 12943, 1/10/1919.

[xxxvi]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Βαμβακά προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 12310, Κομοτηνή, 7/12/1919.

[xxxvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ.10018, Δράμα, 8/10/1919.

[xxxviii]A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Διομήδη προς υπουργό Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 8262, Αθήνα, 6/9/1919.

[xxxix]Ό.π.,

[xl]A.Y.E/.1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Βενιζέλου προς τον Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 9339, 9-22/9/1919.

[xli]Ό.π.,

[xlii]Α.Υ.Ε./1919/5/11, Βενιζέλος προς Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 9339, 10/9/1919. Βλ. επίσης, Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Κακλαμάνου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 10038, Παρίσι, 10/10/1919.

[xliii]Για τη δράση του Βαμβακά, βλ. Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, (επιμ.), Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από το αρχείο του Χαρίσιου Βάμβακα,1975.

[xliv]A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Κρυπτ. Κακλαμάνου προς Ελληνική Αποστολή στο Λονδίνο, αρ. πρωτ. 4408, 21/10/1919. Για την αποστολή του Βαμβακά στη Θράκη, βλ. Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 288.

[xlv]A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Κανελλόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ.10244, Κων/πολη ,17/10/1919.

[xlvi]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Βαμβακά προς Υποστρ. Λεοναρδόπουλο, αρ. πρωτ. 8852, Κομοτηνή, 29/10/1919.

[xlvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Κανελλόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 9881, Κων/πολη, 4-17/10/1919.

[xlviii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/1, Επιστολή Βαμβακά προς Υπ. Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2846, 13/3/1920.

[xlix]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 13024, 24/12/1919.

[l]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Καλεύρας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 12107, 2-15/12/1919.

[li]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/1, Έκθεση του Χ. Βαμβακά προς τον Υπ.Εξ., 14-27/11/1919.

[lii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Βαμβακά προς Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 93, Κομοτηνή, 12-25/11/1919.

[liii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 13023, 24/12/1919.

[liv]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/3, Τηλ. Βενιζέλου προς Γενικό Διοικητή Δράμας, αρ. πρωτ. 11953, Παρίσι, 29/11/1919.

[lv]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/1, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ. αρ. πρωτ. 11364, Παρίσι, 22/11/1919.

[lvi]Για τους Πομάκους, βλ. Κωστή Τσιούμη, Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1923-1940), ιστορία – πολιτική – παιδεία, διδακτορική διατριβή, 1994, σσ. 104-109. Επίσης, Π. Φωτέα, Οι Πομάκοι της Δ. Θράκης, 1978 ∙ Π. Χιδίρογλου, Οι Έλληνες Πομάκοι και η σχέση τους με την Τουρκία, 1984 ∙ Π. Μυλωνά, Οι Πομάκοι της Θράκης, 1990 ∙ Εμμ. Βαρβούνη, Η καθημερινή ζωή των Πομάκων – Εθνική συνείδηση και θρησκευτική ταυτότητα, 1997.

[lvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Μ/1, Γενικό Στρατηγείο προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. πρωτ. 7073, 3/9/1919. Βλ. επίσης, A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Κρυπτ. Παρασκευόπουλου προς Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 11674/6859, 9/9/1919 και Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Υπ. των Εξωτερικών προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 4579, Αθήνα, 9/4/1920.

[lviii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/4, Τηλ. Βαμβακά προς Νικ. Πολίτη, αρ. πρωτ. 879, Κομοτηνή, 19/3/1920.

[lix]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 2417, 13/3/1920.

[lx]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 2960, Κομοτηνή, 16/3/1920.

[lxi]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Πολίτη προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 3430, Παρίσι, 30/3/1920.

[lxii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Υπουργείο των Ναυτικών προς Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 49, 12/8/1919.

[lxiii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 3183, Παρίσι, 19/3/1920 και Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/3, Τηλ. Βαμβακά προς Ρακτιβάν, αρ. πρωτ. 3244, Κομοτηνή, 23/3/1920.

[lxiv]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Πολίτη προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 3430, Παρίσι, 30/3/1920.

[lxv]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Πολίτη προς Βαμβακά, αρ. τηλ 3819, Κομοτηνή, 7/4/1920.

[lxvi]Ό.π.,

[lxvii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 622, Κομοτηνή, 6.1.1920.

[lxviii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 2915, Κομοτηνή, 15.3.1920.

[lxix]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 3426, Κομοτηνή, 3/1920 (;).

[lxx]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 4040, Κομοτηνή, 11.4.1920.

[lxxi]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βενιζέλου προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 6296, Παρίσι, 15.5.1920.

[lxxii]Α.Υ.Ε./1920/153/2/2, Τηλ. Βενιζέλου προς Ζυμβρακάκη, Παρίσι, 17.5.1920.

[lxxiii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Μ/2, Σημείωμα Χ. Βαμβακά περί μουσουλμάνων προς Βενιζέλο, 23.7.1919.

[lxxiv]Α.Υ.Ε./1920/152/2, Τηλ. Βαμβακά προς τον Πολίτη, αρ. πρωτ. 8359, Κομοτηνή, 26/6/1920.

[lxxv]Α.Υ.Ε./1920/153/2/2, Τηλ. Βαμβακά προς Υπ. Εξωτ. Πολίτη, αρ. πρωτ. 6059, 24/5/1920.

[lxxvi]Α.Υ.Ε./1920/153/2/2, Τηλ. Βαμβακά προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 3777, 1/4/1920.

[lxxvii]Ο Τζαφέρ Ταγιάρ υπήρξε στρατιωτικός διοικητής της Αδριανούπολης, ο οποίος στις 12 Ιουνίου 1920 κήρυξε την αυτονομία της Ανατολικής Θράκης. Ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής δεν σαγηνεύτηκε από τα κελεύσματα του Ταγιάρ, με αποτέλεσμα το κίνημα να κατασταλεί και ο ίδιος να συλληφθεί από τον ελληνικό στρατό στις 14 Ιουλίου 1920. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 2726, 11/3/1920. Επίσης, Πετσαλή – Διομήδη, «Το ζήτημα της Θράκης στο Συνέδριο Ειρήνης», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ΄, 1978, σσ. 94-95.

[lxxviii]Α.Υ.Ε./1920/153/2/4, Τηλ. Βενιζέλου προς Αντιπρόεδρο Υπ. Συμβουλίου, ά.α.π., Παρίσι, 14/7/1920.

[lxxix]Α.Υ.Ε./1920/154/1/Ε, Προκήρυξη Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδος στη Θράκη, 13-26/7/1920.

[lxxx]Δημήτριος Σβολόπουλος, Η Θράκη υπό ελληνικήν διοίκησιν, 1922, σσ. 56-58.

[lxxxi]Κώστας Γέραγας, Αναμνήσεις εκ Θράκης 1910-1922, 2005, σσ. 45-46.

[lxxxii]Κυριακίδης, ό.π., σ. 116.

[lxxxiii]Ό.π., σ. 116.

[lxxxiv]Ό.π., σ. 124.

[lxxxv]Για τη διοικητική οργάνωση της Δυτικής Θράκης. Ό.π., σσ. 60-63.

[lxxxvi]Κυριακίδης, ό.π., σ. 128.

[lxxxvii]Σβολόπουλος, ό.π., σ. 41.

[lxxxviii]Α.Υ.Ε./1920/141/1/1,Ύπατη Αρμοστεία Κων/πόλεως προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 3267, 20/5/1920.

[lxxxix]Ό.π.,

[xc]Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α΄, αρ. φ. 224, 1/10/1920, σελ. 2199.

[xci]Α.Υ.Ε./1920/152/2/Γ, Τηλ. Σαχτούρη προς Ρέπουλη, αρ. πρωτ. 226, Αδριανούπολη, 12-25/8/1920.

[xcii]Α.Υ.Ε./1920/153, Ελλ. Στρ. Αποστολή στη Βουλγαρία προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 700, 22/7/1920.

[xciii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/4/5, Πολιτ. Διοίκηση Διδυμοτείχου προς διοικητές Δυτ. Θράκης, αρ. πρωτ. 12792, 19/8/1920.

[xciv]Α.Υ.Ε./1920/152/2/Γ, Τηλ. Σαχτούρη προς Πρόεδρο Κυβερνήσεως, Υπ.Εξ. και Υπουργείο Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 359, Αδριανούπολη, 30/8-12/9/1920.

[xcv]Α.Υ.Ε./1920/152/2/Γ, Τηλ. Βενιζέλου προς Σαχτούρη, αρ. πρωτ. 12168, Παρίσι, 9/8/1920.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γεωργία Μπακάλη –  Δημήτρης Σφακιανάκης: «Πρέπει να μαθαίνουμε και τις χρονολογίες;» Το ζήτημα του ιστορικού χρόνου και της κατανόησής του στο δημοτικό και το γυμνάσιο

Γεωργία Μπακάλη –  Δημήτρης Σφακιανάκης

«Πρέπει να μαθαίνουμε και τις χρονολογίες;» Το ζήτημα του ιστορικού χρόνου και της κατανόησής του στο δημοτικό και το γυμνάσιο

 

Ανησυχίες και προβληματισμοί για την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν εκφραστεί τόσο σε θεσμικό ή ερευνητικό-επιστημονικό επίπεδο (ΠΕΦ)[1] όσο και στον δημόσιο λόγο. Επιμέρους λόγους της αποτυχίας του μαθήματος να πραγματώσει τον σκοπό για τον οποίο διδάσκεται θεωρούμε ότι αποτελούν:

-οι αδυναμίες του Προγράμματος Σπουδών, τα σχολικά εγχειρίδια, οι αστοχίες στη διδασκαλία του μαθήματος.

-η τυραννία της αποστήθισης/παπαγαλίας, που δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί, καθιστώντας απωθητικό το μάθημα.[2]

Στις παραπάνω στρεβλώσεις ας προστεθεί η ανάθεση του μαθήματος σε διάφορες ειδικότητες διδασκόντων οι οποίοι, κατά κανόνα, αντιμετωπίζουν τη διδασκαλία του διεκπεραιωτικά, ως ανεπιθύμητη, επιπρόσθετη επιβάρυνση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η γνώση του ιστορικού χρόνου είναι μεθοδολογικό εργαλείο

Γενικός σκοπός της Ιστορίας είναι η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και συνείδησης. […] Η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης αφορά την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων και τη σύνδεση αιτίων και αποτελεσμάτων […]”.[3] Καθώς κάθε ιστορικό γεγονός είναι «τρισδιάστατο», δηλαδή γίνεται αντιληπτό ως σύνθεση τριών διαστάσεων, του τόπου, του χρόνου και της ανθρώπινης δράσης,[4] είναι προφανές ότι ο χρόνος είναι στοιχείο του γεγονότος και ως τέτοιο περιέχει ερμηνείες. Ο χρόνος στο μάθημα της Ιστορίας δεν είναι μια μηχανιστική γνώση που πρέπει τυπικά να απομνημονεύσει ο μαθητής. Είναι ένα θεμελιώδες μεθοδολογικό εργαλείο ερμηνείας και κατανόησης των φαινομένων που συνδέονται με την ανθρώπινη δράση και εξέλιξη. Η απάντηση στα: Πότε έγινε… ή Πριν από πόσα χρόνια/αιώνες έγινε… ή Το Χ γεγονός προηγείται ή έπεται του Ψ γεγονότος συναρτάται με τις αιτιώδεις σχέσεις των γεγονότων, άρα συνιστά ιστορική γνώση.

Συνεπώς, η ερώτηση-επωδός των μαθητών: «Πρέπει να μαθαίνουμε και τις χρονολογίες;» είναι ενδεικτική της πρόσληψης του χρόνου  ‒ μηχανιστικής και εξ αυτού άχαρης και απωθητικής. Αποκλίνει όχι μόνο από τους ειδικούς σκοπούς του μαθήματος της Ιστορίας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ βλ.: ebooks.edu.gr/ebooks/) και στις οδηγίες των Βιβλίων Εκπαιδευτικού (Β/Ε), αλλά και από την ίδια τη φύση της Ιστορίας.

 

Η κατανόηση του ιστορικού χρόνου ως ζητούμενο

Ένας από τους ειδικούς σκοπούς των ΠΣ της Ιστορίας είναι να κατανοήσει ο μαθητής το (χριστιανικό) σύστημα χρονολόγησης και να χρησιμοποιεί τους σχετικούς γλωσσικούς όρους. Χρειάζεται επομένως να διδαχθεί τις συμβάσεις στη μέτρηση της ροής του ιστορικού χρόνου. Συγκεκριμένες αναφορές στον χρόνο, που αρχίζουν να διατυπώνονται ήδη από τη Δ΄ τάξη του δημοτικού (8ος π.Χ. αιώνας, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τρίτο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. κτλ.), πρέπει όχι απλώς να απομνημονεύονται (συνήθως αποστηθίζονται), αλλά να αφομοιώνονται από τον μαθητή ως συντεταγμένες μέσα στις οποίες εντάσσει και αναπλαισιώνει την πρόσληψη του ιστορικού  παρελθόντος.

Το κύριο ζητούμενο είναι να έχει εμπεδώσει ο μαθητής αυτό που δεν είναι ή δεν πρέπει να θεωρούμε  αυτονόητο,  ότι δηλαδή:

-μετράμε διαφορετικά την προ Χριστού ροή του χρόνου, η οποία εξελίσσεται καθοδικά μέχρι το χρονικό σημείο 0 της γέννησης του Χριστού.

– μετράμε διαφορετικά τη μετά Χριστόν, η οποία εξελίσσεται ανοδικά από το σημείο 0 της γέννησης του Χριστού.

Οι παραπάνω δεξιότητες, που αφορούν τον υπολογισμό και τους επιμέρους όρους/έννοιες του ιστορικού χρόνου, γενικότερα την κατανόηση του χρονολογικού μας συστήματος, ας μη θεωρηθούν αυτονόητα δεδομένες ακόμη και για τη Γ΄ λυκείου, για αποφοίτους ή ακόμη και για φοιτητές των Τμημάτων Ιστορίας.

Πώς λοιπόν δομούνται σταδιακά οι δεξιότητες αυτές από τη Γ΄ δημοτικού μέχρι και τη Γ΄ γυμνασίου; Ποιες διδακτικές πρακτικές προβλέπονται; Κατά πόσο ο ιστορικός χρόνος καθίσταται εντέλει διδάξιμο αγαθό, ώστε μέσα από τη χρονολογική οπτικοποίηση που επιχειρείται στα σχολικά βιβλία να μπορεί ο μαθητής να διαμορφώνει έναν λειτουργικό νοητικό χάρτη του ιστορικού χρόνου;

 

Πώς διδάσκεται ο ιστορικός χρόνος;

Μια διερεύνηση των ΠΣ, των Β/Ε και των Βιβλίων του Μαθητή (Β/Μ) δίνει στοιχεία για το πώς καλλιεργούνται οι σχετικές με την κατανόηση του ιστορικού χρόνου δεξιότητες από το δημοτικό μέχρι και το γυμνάσιο.

i. Δημοτικό

Στο ΠΣ του δημοτικού, ένας από τους επιδιωκόμενους ειδικούς σκοπούς του μαθήματος της Ιστορίας είναι «να αναπτύξουν την ικανότητα της κατανόησης του χρόνου και της χρήσης των σχετικών όρων». Ωστόσο, δεν προβλέπονται εισαγωγικές διδακτικές ώρες για τη διδασκαλία του ιστορικού χρόνου.

Στα Β/Μ Ιστορίας και των τριών τάξεων δημοτικού(Δ΄ τάξη Στα Αρχαία Χρόνια, Ε΄ τάξη Στα βυζαντινά χρόνια, ΣΤ΄ τάξη Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου), βασικό εργαλείο που οπτικοποιεί την ακολουθία του ιστορικού χρόνου, άρα βοηθά τη σύλληψη-κατανόησή του, είναι η χρονογραμμή του ιστορικού χρόνου. Παριστάνεται με τις εξής μορφές: Σχηματοποιημένη με μορφή ταινίας-βέλος στις τάξεις Δ΄ και Ε΄, και με μορφή ταινίας που ξετυλίγεται στη ΣΤ΄ τάξη, πάντα με κατεύθυνση προς τα δεξιά.

Στην αφήγηση των Β/Μ και των τεσσάρων τάξεων (από τη Γ΄ – ΣΤ΄), οι αναφορές στον ιστορικό χρόνο γίνονται με επιρρηματικούς προσδιορισμούς (κάποτε, τα πολύ παλιά χρόνια, πριν πέντε χιλιάδες χρόνια κτλ). Προοδευτικά, διατυπώνονται πιο συγκεκριμένα /οριοθετημένα ή και με αναγωγή στον αιώνα ή υποδιαιρέσεις του αιώνα (π.χ. στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τον 3ο αι. π.Χ., με τη λήξη του 1ου π.Χ. αιώνα κτλ) και ενίοτε με ορισμούς (π.χ. Μεσαίωνας ονομάζεται η χρονική περίοδος από τη διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως την Αναγέννηση, 5ος – μέσα 15ου αιώνα κτλ).

Παρ’ ότι: α) στα Β/Ε του δημοτικού υπάρχουν πολλές θεωρητικές αναφορές στον ιστορικό χρόνο και τη σημασία του και τονίζεται η αναγκαιότητα χρήσης της χρονογραμμής, και β) στα Τετράδια Εργασιών (της Δ΄, Ε΄, και ΣΤ΄ τάξης) περιέχονται ασκήσεις για τον ιστορικό χρόνο, το μαθησιακό αποτέλεσμα παραμένει πενιχρό, αν όχι απογοητευτικό.

ii. Γυμνάσιο

Στο ΠΣ του γυμνασίου, στους ειδικούς σκοπούς δεν συμπεριλαμβάνεται ως σκοπός η γνώση/κατανόηση του χρόνου, όπως στο δημοτικό, ούτε προβλέπονται εισαγωγικές ώρες για τη διδασκαλία του.[5] Σε όλα τα Β/Μ του γυμνασίου (Α΄ τάξη Αρχαία Ιστορία, Β΄ τάξη Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία, Γ΄ τάξη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία) χρησιμοποιείται λεξιλόγιο μέτρησης του χρόνου με οριοθετήσεις (αρχές, μέσα, δεκαετίες του αιώνα). Μόνο στη Β΄ τάξη χρησιμοποιείται σε κάθε ενότητα χρονογραμμή με τοποθέτηση χρονολογιών και γεγονότων. Στα Β/Μ δεν υπάρχουν ερωτήσεις διερεύνησης του χρόνου στο τέλος των ενοτήτων.

Ο χρόνος και η σχέση του με τα ιστορικά γεγονότα περιγράφεται στα Β/Ε, βάσει των αρχών της ιστορικής επιστήμης. Στόχος είναι να αποκτήσει ο εκπαιδευτικός, σε θεωρητικό επίπεδο, την αναγκαία εποπτεία, ενώ παράλληλα προβάλλεται η σημασία της κατανόησης του ιστορικού χρόνου. Ωστόσο, ο ευσυνείδητος εκπαιδευτικός που θα εγκύψει σ’ αυτό το, συχνά εκτενέστατο, θεωρητικό υλικό δεν θα βρει συγκεκριμένες υποστηρικτικές οδηγίες ή προτάσεις για τη διδακτική προσέγγιση του ιστορικού χρόνου. Αυτή η  αναντιστοιχία θεωρούμε πως βαραίνει αποφασιστικά, ώστε να μην προσφέρονται εποπτικοί ή άλλοι τρόποι που θα βοηθούσαν αποτελεσματικότερα στην αισθητοποίηση της αφηρημένης έννοιας του χρόνου, με ό,τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για την κατανόηση της έννοιας του ιστορικού χρόνου από τους μαθητές.

 

Η χρονογραμμή στα σχολικά βιβλία

Για τη γραμμή του χρόνου που προκρίνεται ως τρόπος για την οπτικοποίηση και κατανόηση του ιστορικού χρόνου, παρατηρούμε τα εξής:

α. Η απλή τοποθέτηση πάνω στη γραμμή του χρόνου χρονολογιών και γεγονότων στα σχολικά εγχειρίδια δεν συνεπάγεται και κατανόηση από τους μαθητές του ιστορικού χρόνου. Θεωρούμε μεγάλο μειονέκτημα των χρονογραμμών που εμπεριέχονται στα σχολικά βιβλία την αποσπασματικότητα τους. Στο σύνολό τους, απεικονίζουν περιορισμένες χρονικές διάρκειες, συνήθως ενός έως τριών αιώνων (στο πλαίσιο συγκεκριμένων διδακτικών ενοτήτων). Έτσι όμως δεν δίνεται η δυνατότητα στον μαθητή να βλέπει ή έστω να υποψιαστεί ότι τόσο πριν όσο και μετά την εκάστοτε συγκεκριμένη χρονογραμμή υπάρχει ιστορική αλληλουχία από γεγονότα ή περιόδους που προηγήθηκαν ή έπονται. Επιπρόσθετα, στις χρονογραμμές δεν είναι πάντα επακριβής ο καθορισμός των χρονικών ορίων-διαστημάτων. Δεν σημειώνονται υποδιαιρέσεις του χρόνου (αιώνες, μέσα αιώνων κτλ.) πάνω στις οποίες θα εντάσσονται οι διδασκόμενες ανά ενότητα χρονολογίες ή περίοδοι. Έτσι, οι αποστάσεις χρονολογιών που σημαδεύονται πάνω στην ταινία δεν έχουν την απαιτούμενη αξιόπιστη οπτικοποίηση, όπως ενδεικτικά φαίνεται στη χρονογραμμή της ΣΤ΄ δημοτικού (Εικ. 1).

Εικ. 1. Πάνω στην ταινία-χρονογραμμή φαίνεται ότι η απόσταση ανάμεσα στο 1350-1450 και στο 1517-1545 είναι ίδια, παρά την άνιση χρονική διάρκειά τους. Επιπλέον, ο Μεσαίωνας οριοθετείται αποσπασματικά και  δημιουργείται η  εντύπωση ότι αρχίζει λίγο πριν από το 1350 και τελειώνει το 1450. Έτσι όμως δεν αποτυπώνεται η μακρά διάρκειά του και δεν εντάσσεται στην ιστορική του αλληλουχία, ανάμεσα στην αρχαία και τη νεότερη εποχή, ενώ δεν είναι σαφές το τέλος των Νεότερων χρόνων.

β. Οι χρονογραμμές των σχολικών βιβλίων δεν έχουν αποδοθεί ομοιόμορφα ούτε με την ίδια λογική συνέπεια. Στα Β/Μ του δημοτικού σημειώνεται απλώς ως ταινία (Δ΄ δημοτικού, εικ. 2),  και ως  ζώνη που ξετυλίγεται με κατεύθυνση στα δεξιά (Ε΄ και ΣΤ΄ δημοτικού εικ. 3 και 4). Στο γυμνάσιο, στην Α΄ τάξη εγκαταλείπεται και επανεμφανίζεται στη Β΄ τάξη ως πλατιά ταινία-βέλος με κατεύθυνση στα δεξιά (εικ. 5). Στη Γ΄ γυμνασίου πάλι εγκαταλείπεται, ενώ δεν εμφανίζεται σε καμιά τάξη του λυκείου. Στο λύκειο, τόσο στα Β/Μ όσο και στα Β/Ε, δεν γίνεται καμιά διδακτική αναφορά στον ιστορικό χρόνο, πιθανότατα γιατί θεωρείται δεδομένο ότι έχει διδαχθεί επαρκώς στις προηγούμενες τάξεις και είναι πλέον κατακτημένη γνώση.

Εικ. 5.  (Β/Μ) Β΄ γυμνασίου, Μεσαιωνική και νεότερη ιστορία

γ. Η Ιστορία της Ε΄ δημοτικού (146 π.Χ.-1453 μ.Χ.) είναι κρίσιμη για την κατανόηση της αντιθετικής ροής του ιστορικού χρόνου, το ίδιο και η Ιστορία της Α΄ γυμνασίου (1100 π.Χ.-330 μ.Χ) όπως και της Α΄ λυκείου (1100 π.Χ.-6ος αι. μ.Χ.). Στις τάξεις αυτές διδάσκεται η Ρωμαϊκή Ιστορία, στη διάρκεια της οποίας συντελείται η τομή της γέννησης του Χριστού. Στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, προπάντων στις τάξεις αυτές, τίθεται η διδακτική πρόκληση να κατανοήσει ο μαθητής τη μετάβαση από την καθοδική στην ανοδική αλληλουχία της μέτρησης του ιστορικού χρόνου. Εύλογα, στο Β/Ε διατυπώνεται σχετική, διδακτική πρόταση για τον ιστορικό χρόνο.[6]

Ωστόσο στις ιστορικές γραμμές των τεσσάρων σχολικών βιβλίων, δεν σημειώνεται στο σημείο της γέννησης του Χριστού το μηδέν 0, ως υποθετική/ συμβατική χρονολογία γέννησής του, ούτε στην ιστοριογραμμή της Ε΄ δημοτικού (σ. 14), όπου απλώς σημειώνεται η φράση «Γέννηση του Χριστού». Προπάντων, οι χρονογραμμές των Β/Μ δεν βοηθούν στην κατανόηση της αντιθετικής ροής του ιστορικού χρόνου: καθοδικής κατά την προ Χριστού περίοδο και ανοδικής στη μετά Χριστόν περίοδο. Όπως βλέπουμε στις σχετικές απεικονίσεις, οι χρονογραμμές των σχολικών βιβλίων ξετυλίγονται με κατεύθυνση ροής του χρόνου πάντα ευθύγραμμα και προς τα δεξιά, παρουσιάζοντας έτσι τη χρονολογική αλληλουχία ως αδιατάρακτα ομοιόμορφη, με αποτέλεσμα να μην υποβοηθείται ο μαθητής να αντιληφθεί την αντίστροφη, καθοδική μέτρηση στη χρονολόγηση προ Χριστού.

 

Η  έρευνα – το ερωτηματολόγιο

Πώς προέκυψε το ερωτηματολόγιο

Στην πολύχρονη διδακτική μας διαδρομή αρχίσαμε πλέον να αντιλαμβανόμαστε ότι το θέμα του ιστορικού χρόνου δεν είναι απλώς θέμα χρονολογιών. Μας απασχόλησε και το διερευνούσαμε με συναδέλφους που επιλέγουν συνειδητά να διδάσκουν το μάθημα της Ιστορίας. Η ανταλλαγή διδακτικών εμπειριών και η συνεχής αλληλοτροφοδότηση σε αυτό το θέμα έπειθαν ότι οι μαθητές μας έχουν σοβαρές ελλείψεις, διαπίστωση που επαληθευόταν από τα κατά καιρούς σχετικά διερευνητικά ερωτηματολόγια/τεστ.

Μια άτυπη συνάντηση με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Φιλολόγων του νομού Δράμας, που έγινε προ πανδημίας με θέμα την κατανόηση και διδακτική του ιστορικού χρόνου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έδωσε το έναυσμα για τη σύνθεση δύο ερωτηματολογίων που διερευνούσαν συστηματικότερα κατά πόσο οι μαθητές του γυμνασίου και λυκείου έχουν αφομοιώσει συγκεκριμένες συνιστώσες που συνθέτουν την κατανόηση του ιστορικού χρόνου. Τα ερωτηματολόγια (τετρασέλιδα, με 5 ασκήσεις — καθεμιά περιλάμβανε 5 έως 9 ερωτήματα)[7]  εστίαζαν:

  1. Στην ένταξη της χρονολογίας στον αιώνα (π.χ. «Σε ποιον αιώνα εντάσσεται η εκστρατεία των Αθηναίων, που πραγματοποιήθηκε το 415-413 π.Χ. κατά της Σικελίας»).
  2. Στην εύρεση χρονικών διαστημάτων (π.χ. «Πότε αρχίζει και πότε τελειώνει το πρώτο μισό του 5ου προ Χριστού αιώνα» ή «το β΄ τέταρτο του 19ου αιώνα»).
  3. Στη σειροθέτηση (να μπουν σε χρονολογική σειρά σημαντικά ιστορικά γεγονότα και ιστορικές προσωπικότητες).[8]
  4. Στην κατανόηση της χρονικής διάρκειας (π.χ. «Πόσα χρόνια ‒ή πόσους αιώνες‒ διήρκεσε η περίοδος των αρχαϊκών χρόνων» ή «ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός» ή «η περίοδος του Μεσοπολέμου»).
  5. Στην κατανόηση της χρονικής απόστασης (π.χ. «Πόσοι αιώνες ‒ή πόσα χρόνια‒ κατά προσέγγιση πέρασαν από την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης κατά των Τούρκων»).

Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι τα περισσότερα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια προέρχονταν από επαρχιακά σχολεία, που υστέρησαν σε επιδόσεις σε σύγκριση με τα αστικά σχολεία.[9] Το συνολικό δείγμα δεν διεκδικεί άκαμπτα, γενικευτικά συμπεράσματα (ανέφικτα άλλωστε και από τη χρονική συγκυρία ‒εν μέσω πανδημίας‒ διεξαγωγής της έρευνας), αποτυπώνει ωστόσο σαφείς τάσεις. Διαφαίνονται επομένως κάποια πρώτα στοιχεία που συγκλίνουν με εμπειρικές διαπιστώσεις συναδέλφων και με την προσωπική μας πείρα από τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας.

 

Κάποιες διαπιστώσεις

Τόσο οι μαθητές του γυμνασίου όσο και του λυκείου έδειξαν ότι δεν έχουν κατανοήσει βασικές συνιστώσες του ιστορικού χρόνου. Η αδυναμία αυτή αμβλύνεται καθώς διανύονται οι τάξεις από το γυμνάσιο στο λύκειο, χωρίς ωστόσο να θεραπεύεται. Το βασικότερο πρόβλημα, κατά την άποψή μας, είναι το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών δεν έχει κατακτήσει τα επιμέρους βασικά εργαλεία μέτρησης του ιστορικού χρόνου: την ένταξη της χρονολογίας στον αντίστοιχο αιώνα, την κατανόηση και εμπέδωση της καθοδικής και ανοδικής πορείας στο προ Χριστού και μετά Χριστόν ιστορικό παρελθόν και τη συνακόλουθη κατανόηση χρονικών διαστημάτων. Αν ο μαθητής δεν αποκτήσει τη δεξιότητα χρήσης αυτών των αφετηριακών εργαλείων, δεν μπορεί να υπολογίσει χρονολογικά περιόδους, αποστάσεις ούτε να αποκτήσει σαφή εικόνα της αλληλουχίας των ιστορικών γεγονότων. Έτσι όμως, δεν προάγεται η ιστορική κριτική σκέψη (με συνδέσεις γεγονότων, αναγωγές, συγκρίσεις χρονικών διαστημάτων, κατανόηση των «μακράς διάρκειας» φαινομένων κτλ.) και επομένως διαιωνίζονται ασάφειες και συγχύσεις που κατατρύχουν το μάθημα της Ιστορίας.

Η καταδυνάστευση του μαθήματος από τον μονόδρομο του σχολικού εγχειριδίου και η συνακόλουθη προσκόλληση στη διδακτέα ύλη −ο βαθμός απομνημόνευσης της οποίας καθορίζει εν πολλοίς  τη σχολική βαθμολογία− επιτείνει το πρόβλημα. Αν επιλέγουμε να διδάσκουμε απλώς το σχολικό βιβλίο της Ιστορίας και όχι Ιστορία, ευνοούμε αυτού του τύπου την απομνημόνευση, η οποία, σε συνδυασμό με το πλήθος των χρονολογιών και τις άλλες, γνωστές αδυναμίες των σχολικών εγχειριδίων, αποτελεί δοκιμασία  για τους μαθητές, ώστε να μην αντιμετωπίζουν με θετική διάθεση το μάθημα της Ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικές οι γραπτές παρατηρήσεις πολλών μαθητών/μαθητριών, διατυπωμένες στα σχετικά ερωτηματολόγια, όπου εκφράζουν δυσφορία, γιατί «δεν μπορούμε να θυμόμαστε όλες αυτές τις λεπτομέρειες». Παραθέτουμε διαμαρτυρία από απάντηση μαθητή/μαθήτριας της Α΄ γυμνασίου:

Οι απαντήσεις

1. Στις πέντε ερωτήσεις, όπου δινόταν κάποια χρονολογία και ζητούνταν να ενταχθεί στον αντίστοιχο αιώνα, σε 92 μαθητές της Γ΄ γυμνασίου μόνο οι 34 απάντησαν εύστοχα και στις πέντε ερωτήσεις. Από τη Γ΄ λυκείου απάντησαν σωστά 29 στους 51. Το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στην ερώτηση που αφορούσε χρονολογία του 1ου αι. π.Χ., όπου οι μαθητές είτε απαντούσαν λανθασμένα ή δεν έδιναν καμιά απάντηση.

2. Στην εύρεση χρονικών διαστημάτων, ειδικότερα όπου έπρεπε να προσδιορίσουν το τέταρτο αιώνων: όταν τα υπό προσδιορισμό τέταρτα αφορούσαν χρονολογίες προ Χριστού (π.χ. να προσδιορίσουν χρονολογικά το β΄ τέταρτο του 5ου π.Χ. αιώνα). Μόνο 11 στους 92 μαθητές της Γ΄γυμνασίου απάντησαν εύστοχα, ενώ στη Γ΄ λυκείου 12 στους 51 μαθητές.

Στη μέτρηση της καθοδικής, της προ Χριστού ροής του ιστορικού χρόνου, μεγάλο ποσοστό απαντήσεων (περίπου 83% στο γυμνάσιο και  68% στο λύκειο),[10] ήταν λανθασμένες («Η τελευταία δεκαετία του 4ου αιώνα αρχίζει το 400 και τελειώνει το 390» ή, συνηθέστερα, «Ο 5ος αι. π.Χ. αρχίζει το 400 και τελειώνει το 500»). Πολλοί μαθητές φαίνεται να αγνοούν ή να μη σταθμίζουν την καθοδική, την προ Χριστού αλληλουχία του χρόνου, καθώς την ταυτίζουν με την ανοδική, τη μετά Χριστόν.

Υπάρχει και ένα ποσοστό μαθητών που, ενώ γνωρίζουν την καθοδική αλληλουχία, δεν έχουν τη δεξιότητα να την υπολογίσουν επιτυχώς. Για παράδειγμα, ο μαθητής που απαντά ότι η τελευταία δεκαετία του τέταρτου αιώνα προ Χριστού αρχίζει το 400 και τελειώνει το 390, φαίνεται ότι γνωρίζει την καθοδική αλληλουχία στη μέτρηση του ιστορικού χρόνου, ωστόσο δεν έχει αποκτήσει τη δεξιότητα να την εφαρμόσει ορθά, γι’ αυτό και δίνει λανθασμένη απάντηση. Η ανεπαρκής γνώση του καθοδικού ιστορικού χρόνου οδηγεί και σε λανθασμένο υπολογισμό των χρονικών αποστάσεων. Είναι ενδεικτικό ότι  39 στους 51  μαθητές της Γ΄ λυκείου δεν μέτρησαν σωστά τη χρονική απόσταση σε σχετική ερώτηση (πόσοι αιώνες ή χρόνια κατά προσέγγιση πέρασαν από τις ελληνοπερσικές συγκρούσεις μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης).  Ήταν συχνή η απάντηση  «πέρασαν χίλια περίπου χρόνια» ‒ απάντηση που αποκαλύπτει ότι δεν σταθμίζεται η προ Χριστού χρονολόγηση των ελληνοπερσικών συγκρούσεων, αλλά λογαριάζεται ως χρονολογία μετά Χριστόν. Αναπόφευκτα, έτσι διαμορφώνεται στρεβλή γνώση των χρονικών αποστάσεων σε ό,τι αφορά το προ Χριστού ιστορικό παρελθόν.[11]

3. Στη σειροθέτηση ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών, πάνω από το 75% στη Γ΄ γυμνασίου, και ελάχιστα πιο βελτιωμένο ποσοστό στη Γ΄ λυκείου, κάνουν σοβαρά λάθη στη χρονική διαδοχή: τοποθετούν με πρωθύστερη σειροθέτηση γεγονότα και ιστορικά πρόσωπα τα οποία μάλιστα προβάλλονται εμφανώς στα σχολικά βιβλία. Συχνά, οι παρατηρούμενες, ακόμη και σε μαθητές της Γ΄ λυκείου, αστοχίες είναι τόσο συχνές, ώστε να ετεροχρονίζουν τον Περικλή με τον Θεμιστοκλή, και τόσο μεγάλες, ώστε να τοποθετούν τον Ιουστινιανό μετά τον Κολοκοτρώνη ή τον Μέγα Αλέξανδρο μετά τον Ρήγα Βελεστινλή.

4. Εκεί όπου οι επιδόσεις ήταν αποκαρδιωτικές ήταν ο υπολογισμός στην κατά προσέγγιση διάρκεια ιστορικών περιόδων. Εξαιρετικά χαμηλό ήταν το ποσοστό των σωστών απαντήσεων στον προσδιορισμό της διάρκειας ιστορικών περιόδων που διδάσκονται ήδη από τη Δ΄ τάξη του Δημοτικού και η διδασκαλία τους επαναλαμβάνεται τόσο στο γυμνάσιο όσο και στο λύκειο (π.χ. “Πόσους αιώνες κατά προσέγγιση διήρκεσαν οι βυζαντινοί χρόνοι/περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας” ή “Πόσα χρόνια διήρκεσε ο Μεσοπόλεμος”). Στη Γ΄ γυμνασίου σε 92 μαθητές, μόνο 18 συμπλήρωσαν ικανοποιητικά πόσους αιώνες κατά προσέγγιση διήρκεσαν οι βυζαντινοί χρόνοι (περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) και 15 μαθητές πόσα χρόνια διήρκεσε ο Μεσοπόλεμος. Οι επιδόσεις ήταν σαφώς καλύτερες στη Γ΄ λυκείου όπου 24 στους 51 έδειξαν ότι γνώριζαν τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί μαθητές, τόσο στο γυμνάσιο όσο και στο λύκειο, σ’ αυτές τις ερωτήσεις περιοδολόγησης απέφυγαν να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση.

Η περιοδολόγηση ‒αλληλένδετη με την κατανόηση της χρονικής διάρκειας‒ είναι συστατικό στοιχείο της γνώσης του ιστορικού χρόνου.[12] Η όποια αναφορά στο παρελθόν, η οποία εστιάζει σε κάποιο ιστορικό γεγονός, σε ιστορική προσωπικότητα κτλ., ανακαλείται στη μνήμη ενταγμένη αυτόματα στην αντίστοιχη ιστορική περίοδο. Ένα ιστορικό γεγονός αποκομμένο από την εποχή του εγγράφεται δυσκολότερα στη βραχυπρόθεσμη μνήμη και εξοβελίζεται ευκολότερα από τη μακροπρόθεσμη μνήμη.

5. Ανάλογα κακή ήταν και η επίδοση στον υπολογισμό της χρονικής απόστασης ανάμεσα σε προβεβλημένα ιστορικά γεγονότα. Στους 51 μαθητές Γ΄ λυκείου 23 μόνο απάντησαν σωστά στην ερώτηση πόσα χρόνια πέρασαν από την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης κατά των Τούρκων. Στον υπολογισμό της χρονικής απόστασης από το σήμερα ήταν συχνότερες οι λανθασμένες απαντήσεις οι σχετικές με γεγονότα που συνέβησαν προ Χριστού, πράγμα που επιβεβαιώνει την αδυναμία των μαθητών να σταθμίζουν τον προ Χριστού χρόνο.

Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο τείνουν να επιβεβαιώσουν την υποψία, ότι στο μυαλό ενός μεγάλου ποσοστού μαθητών το ιστορικό παρελθόν είναι μια χαοτική κατάσταση στην οποία συμφύρονται, άναρχα και απροσδιόριστα, χρονολογίες, πρόσωπα, γεγονότα. Φαίνεται πως η οδυνηρή διατύπωση «μάθηση δίχως γνώση» βρίσκει εδώ την επιβεβαίωσή της.

 

 

 Το «πέταλο» του ιστορικού χρόνου

Το «πέταλο» του ιστορικού χρόνου είναι μια διαφορετικού τύπου χρονογραμμή που αποδίδει παραστατικότερα και προπάντων πιο αξιόπιστα τη σύμβαση της χρονολογικής αλληλουχίας.[13] Αποτυπώνει εναργέστερα την τομή προ Χριστού και μετά Χριστόν, καθώς την οπτικοποιεί, καθιστώντας εμφανέστατη την καθοδική (προ Χριστού) και ανοδική (μετά Χριστόν) ροή του ιστορικού χρόνου. Η άποψη αυτή απορρέει από τη διδακτική εμπειρία μας: Η οπτικοποίηση της ανοδικής και καθοδικής ροής του ιστορικού χρόνου, είτε αυτή σχεδιάζεται σε σχήμα v είτε σε σχήμα πέταλου, δεν ήταν αρχική επιλογή μας, δεδομένου ότι επιμέναμε  κατά τα πρώτα χρόνια της διδασκαλίας του μαθήματος της ιστορίας να χρησιμοποιούμε την ευθεία, οριζόντια χρονογραμμή. Διαπιστώσαμε ωστόσο ότι αυτή η αποτύπωση της χρονογραμμής δεν βοηθούσε τους μαθητές. Πολλοί μαθητές μας στο γυμνάσιο αλλά και στο λύκειο δεν κατάφερναν να σημειώνουν τις χρονολογίες και να μετρούν τις χρονικές αποστάσεις σταθμίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στην καθοδική και ανοδική σύμβαση του ιστορικού χρόνου. Στη χρονολογική ακολουθία δεν σημείωναν σωστά την προ Χριστού καθοδική ακολουθία του ιστορικού χρόνου, συγχέοντάς την με την ανοδική, μετά Χριστόν.

Στις σχετικές έρευνες από την ελληνόγλωσση βιβλιογραφία καταγράφεται ως κοινότοπη αυτή η αδυναμία: Παρά το γεγονός ότι τα παιδιά ήδη από τη Δ΄ ή Ε΄ τάξη του δημοτικού μπορούν να αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στο προ Χριστού και μετά Χριστόν, δεν μπορούν να την αποδώσουν στη χρονολόγηση, και να εντάξουν στη χρονογραμμή με ασφάλεια τα προ Χριστού γεγονότα. Πέρα από την προσωπική μας εμπειρία, οι απόψεις των συναδέλφων που δίδασκαν το μάθημα της Ιστορίας και αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα ήρθαν να ενισχύσουν την επιλογή για μια διαφορετική απεικόνιση της χρονογραμμής. Το αποτέλεσμα, δοκιμασμένο πάνω από μια εικοσαετία, ήταν πολύ πιο ενθαρρυντικό, αφού γίνεται σαφές στους μαθητές με ποιο τρόπο, ακολουθώντας την καθοδική και ανοδική γραμμή του «πέταλου», «ανεβαίνουμε» και «κατεβαίνουμε» στη χρονολόγηση. Επιπλέον, το «πέταλο» του ιστορικού χρόνου, αποτυπώνει μια συνολική εικόνα της αλληλουχίας του ιστορικού παρελθόντος ‒ σε αντίθεση με την αποσπασματικότητα των χρονογραμμών που απεικονίζονται στα σχολικά βιβλία του δημοτικού και γυμνασίου.

Η χρονογραμμή, απεικονιζόμενη ως πέταλο, πρέπει να διδαχθεί αφετηριακά (ενδεχομένως δύο διδακτικές ώρες), πριν χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια ως βασικό διδακτικό εργαλείο. Η εμπειρία έχει δείξει ότι, μετά τις πρώτες επιφυλάξεις σε διδάσκοντες και μαθητές, και μετά από κάποιες πρώτες, ενδεχόμενες διδακτικές αστοχίες, το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικό: αρχικά κάποιοι μαθητές το εμπεδώνουν πολύ γρήγορα, για να ακολουθήσει σταδιακά το σύνολο της τάξης. Εδώ οι ομαδοσυνεργατικές ασκήσεις εφαρμογής και εμπέδωσης −να  σημειώνονται πάνω σε ένα έτοιμο πέταλο περίοδοι, χρονολογίες με γεγονότα, χρονικές αποστάσεις, σταθμούς, τομές κτλ.− αποδίδουν εξαιρετικά αποτελέσματα, με τους μαθητές να εμπλέκονται πολύ παραγωγικά. Κατά την πορεία της διδακτικής του «πέταλου» υιοθετήθηκαν διαφορετικές απεικονίσεις και διδακτικές εφαρμογές, ανάλογα με το κλίμα, τη δυναμική και τη διάθεση αυτενέργειας της τάξης.[14] Κάποιες φορές, για τις ανάγκες της διδασκαλίας, κατασκευαζόταν πάνω σε χαρτόνι  ένα ευμέγεθες πέταλο ‒αβίαστα ορατό από τους μαθητές μέσα στην τάξη‒ όπου σημειώνονταν τα χρονολογικά στοιχεία  που προέκυπταν μέσα από τη διδασκαλία. Συνηθέστερα, οι μαθητές κατασκεύαζαν στο τετράδιο το δικό τους μόνιμο πέταλο και το αξιοποιούσαν ανάλογα. Εντέλει, όπως έδειξε η εμπειρία, η στοχοπροσήλωση του διδάσκοντος, σε σχέση με τον πειραματισμό στη χρήση διαφορετικών διδακτικών στρατηγικών, προσθέτει νέες, συχνά ευφάνταστες επιλογές, ανοιχτές στην αυτενέργεια των μαθητών, για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του «πέταλου».


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συνείδηση των ορίων

Με κριτήριο τις αστοχίες μας στη διδακτική του μαθήματος, θεωρούμε αξιοσημείωτο να παρατηρήσουμε, εστιάζοντας στη διδασκαλία του ιστορικού χρόνου, ότι: η εξάσκηση των μαθητών στην εκμάθηση της ακολουθίας των γεγονότων, περιόδων κτλ. και της ένταξής τους στη χρονογραμμή μπορεί να γίνει μια φορμαλιστική δεξιότητα η οποία μόνο κατ’ επίφαση τεκμηριώνει εμπέδωση του ιστορικού χρόνου. Η αριθμητική της χρονολόγησης δεν μπορεί να γίνει ερήμην των ιστορικών συμφραζομένων. Μια χρονολογία, μια ιστορική περίοδος δεν είναι απλοί αριθμοί. Ενσωματώνουν ένα ιστορικό γίγνεσθαι, αποτελούν συστατικό στοιχείο του, επομένως κάθε χρονολογική αναφορά δεν μπορεί να είναι αυθύπαρκτη. Εφόσον αυτονομηθεί ως αποσπασματικό γεγονός που δεν δημιουργεί άλλες συνειρμικές πληροφορίες, αποβάλλεται από τη μνήμη. Έτσι, ένας μαθητής που έχει απομνημονεύσει πότε άρχισε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αγνοώντας τα συμφραζόμενα της εποχής (π.χ. τον Μεσοπόλεμο), δεν θα ενσωματώσει τη χρονολογία στη μακροπρόθεσμη μνήμη και ο εγκέφαλός του αργά ή γρήγορα θα εξοβελίσει αυτή την αποσπασματική χρονολογική πληροφορία. Η αποσπασματικότητα αυτή, συνδυασμένη με τη μηχανική απομνημόνευση, καθιστά άγονη οποιαδήποτε προσπάθεια οικείωσης του παρελθόντος έστω και σε ένα πρώτο, γνωστικό επίπεδο. Το δεύτερο πιο προωθημένο, το μεθοδολογικό, η διερευνητική και ερμηνευτική προσέγγιση, παραμένει μια πρόκληση που μάλλον τρομάζει τους μαθητές, ακόμη και της Γ΄ λυκείου.

Επομένως η χρονολογική κατανόηση δεν είναι γνωστική δεξιότητα εγκυκλοπαιδικού τύπου που περιορίζεται στη δηλωτική γνώση, στο περιεχόμενο, αλλά και διαδικαστική/μεθοδολογική: να ασκηθεί ο μαθητής στις διαδικασίες πρόσληψης, αναπλαισίωσης και σύνθεσης με την αξιοποίηση των πηγών, τη διερεύνηση διαφορετικών οπτικών και ερμηνειών. Πρόκειται για την ενεργητική, ερευνητική και ανακαλυπτική μάθηση μέσα από την οποία θα συγκροτήσει ο μαθητής ιστορική σκέψη. Προπάντων, για τους μαθητές γυμνασίου και, πολύ περισσότερο του λυκείου, η εξοικείωση με την ιστορική σκέψη προϋποθέτει εποπτική γνώση του ιστορικού χρόνου. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει οι  μαθητές να μπορούν να εντάσσουν:

  • μια ιστορική προσωπικότητα στην εποχή της και στο πλαίσιο δράσης της.
  • το γεγονός στη χρονολογική κλίμακα και να το συσχετίζουν με τα ιστορικά του συμφραζόμενα.
  • τις χρονικές περιόδους στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, να αντιλαμβάνονται τη χρονική απόσταση από το σήμερα, τα χαρακτηριστικά τους και τη διάρκειά τους.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η εμπέδωση για τους μαθητές του γυμνασίου και λυκείου της καθοδικής και ανοδικής ροής του χρόνου και η ανάκληση σημαντικών χρονολογιών θα πρέπει να ανακύπτουν αυτομάτως ως εμπεδωμένη γνώση, ως συστατικό στοιχείο της ιστορικής γνώσης και όχι ως επίπονη, μηχανική απομνημόνευση. Επομένως, η γνώση του ιστορικού χρόνου δεν είναι μόνο εργαλείο κατανόησης και ερμηνείας. Η εμπεδωμένη γνώση του ιστορικού χρόνου διαχέεται και διατρέχει αυτόματα κάθε πτυχή της ιστορικής σκέψης, προσδίδοντάς της νόημα αλλά και συνεκτικότητα.

Εν κατακλείδι: Είναι απαραίτητο τα παιδιά να αποφοιτήσουν από το γυμνάσιο κατανοώντας τη λειτουργία του ιστορικού χρόνου παράλληλα δε και του τόπου/ γεωγραφικού χώρου ως συνιστωσών του ιστορικού γίγνεσθαι. Αν δεν τους προσφέρουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της ροής του ιστορικού γίγνεσθαι, σε μια φάση της διανοητικής τους ηλικίας που είναι κατάλληλη για την κατάκτηση μιας τέτοιας δεξιότητας, δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να διαιωνίζουμε τη «μάθηση δίχως γνώση», που ταλανίζει τη διδασκαλία της ιστορίας εδώ και πολλές δεκαετίες…

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ
Ο Δημήτρης Σφακιανάκης είναι φιλόλογος και πρώην εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1]Για το μάθημα της Ιστορίας η ΠΕΦ έχει οργανώσει στο παρελθόν σεμινάρια, όπως: Ιστορία (3), Μορφωτική αξία και διδακτική των ιστορικών κειμένων (8), Το μάθημα της Ιστορίας στην Α/θμια και Β/θμια Εκπ/ση (9), Εθνική συνείδηση και ιστορική παιδεία (17), Θεωρητικά προβλήματα και διδακτική της  Ιστορίας  (21) κ.ά., ενώ σχετικά αφιερώματα υπάρχουν και   σε τεύχη της Φιλολογικής.

[2]Για μια διερεύνηση του θέματος με βάση τη διδακτική εμπειρία βλ. Δημήτρης Σφακιανάκης, Μαμά, φτάνει πια η παπαγαλία!, Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 56 κ.εξ.

[3]Βλ. στο Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1998, σ. 86.

[4]Χρίστος Π. Φαράκλας, [Ανέκδοτες σημειώσεις], Δράμα 2006.

[5]Το κενό επιχειρήθηκε να καλυφθεί με τις «Συμπληρωματικές Οδηγίες Διδασκαλίας για το μάθημα της ιστορίας των Α΄ και Β΄ τάξεων του γυμνασίου μόνο για το σχολικό έτος 2019-2020». Για την Α΄ γυμνασίου προβλεπόταν μία διδακτική ώρα για τη «μεθοδολογική εισαγωγή στην έννοια του χρόνου και στις ιστορικές πηγές». Ωστόσο τα αντικείμενα διδασκαλίας που συσσωρεύονταν σε αυτή τη μία διδακτική ώρα ήταν τόσα πολλά, ώστε ο βασικός στόχος, η εξοικείωση των μαθητών με την έννοια του χρόνου, να συμφύρεται με άλλους στόχους και υποδεικνυόμενες δραστηριότητες άσχετες με τη διδασκαλία του ιστορικού χρόνου. Στη Β΄ γυμνασίου δινόταν έμφαση στην περιοδολόγηση και προβλέπονταν δραστηριότητες για «καταγραφή στην ιστορική χρονογραμμή των περιόδων της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής και βυζαντινής εποχής».

[6]Στο Β/Ε της Ε΄ δημοτικού, (σ. 22-23), αναφέρεται: «Η ιστορία της Ε’ τάξης έχει το διδακτικό πλεονέκτημα να ασχολείται με γεγονότα που συνέβησαν πριν και μετά τη Γέννηση του Χριστού (146 π.Χ. έως 1453 μ.Χ.), η οποία αποτελεί αφετηρία των χρονικών υπολογισμών. Έτσι οι μαθητές αυτής της τάξης μπορούν να προσδιορίζουν το χρόνο με αδρές ιστορικές περιόδους (προ Χριστού  ή μετά Χριστόν) ή να εντάσσουν τα διδασκόμενα γεγονότα, πέρα από τις χρονολογίες τους, σε ανάλογους αιώνες ή εποχές. Ένας αποτελεσματικός τρόπος κατανόησης του χρόνου από τους μαθητές αυτής της ηλικίας είναι η άσκησή τους στη χρήση και τη μελέτη της ιστορικής γραμμής των βιβλίων τους, με την οποία έχουν ήδη εξοικειωθεί και από τη Δ’ τάξη».

Αντιστοίχως στο Β/Μ, στις εισαγωγικές σελίδες του (σ. 5) δίνεται η εξής κατεύθυνση σχετικά με τη χρήση της ιστορικής γραμμής:

«Η ιστορική γραμμή αντίστοιχα σας διευκολύνει να ορίσετε τον χρόνο των γεγονότων. Με αφετηρία τον χρόνο γέννησης του Χριστού πρέπει να τα επισημαίνετε στην ιστορική γραμμή του βιβλίου σας».

[7]Τα ζητούμενα των ερωτηματολογίων συμπεριλαμβάνονταν σαφώς στην ύλη των σχολικών βιβλίων. Δόθηκε προσοχή ώστε οι ιστορικές έννοιες που διατυπώνονταν στα ερωτηματολόγια να είναι διατυπωμένες ακριβώς όπως  αναγράφονταν στα σχολικά βιβλία (οι έννοιες αυτές στο κείμενο θα σημειώνονται με πλάγια γράμματα). Συμπληρώθηκαν 341 ερωτηματολόγια από  σχολεία αστικά, ημιαστικά και επαρχιακά.

Ευχαριστούμε για τη συμβολή τους στη διερεύνηση του ζητήματος του ιστορικού χρόνου τους συναδέλφους: Σωτήρη Γκαρμπούνη, Δημήτρη Μαυρίδη, Κωνσταντίνο Μηλιά, Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, Ευαγγελία Παπαλαζάρου, Βασιλική Πετρά, Έλσα Σκλαβάκη, Ηρακλή Χατζηιωαννίδη, Τάσο Χατζηαναστασίου και τον Συντονιστή Εκπαιδευτικού Έργου Χάρη Κωνσταντέλλια.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε στον συνάδελφο, γενικό γραμματέα της ΠΕΦ, Αντώνιο Μαστραπά για τις χρήσιμες παρατηρήσεις του στο κείμενο.

[8]Οι ιστορικές προσωπικότητες που αναγράφονταν στα ερωτηματολόγια εμπεριέχονταν στην ύλη όλων των σχολικών βιβλίων και διδάχτηκαν σε όλες τις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

[9]Επτά ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν από αποφοίτους ΙΕΚ, ΤΕΙ και ΑΕΙ, με απαντήσεις που δημιουργούν, αν μη τι άλλο, μια υπόνοια, για τις ελλείψεις που συνοδεύουν, εφ’ όρου ζωής, τους αποφοίτους όλων των βαθμίδων, όσον αφορά τη δεξιότητα εξοικείωσης με τον ιστορικό χρόνο.

[10]Απάντησαν σωστά 8 στους 62 μαθητές  στην Α΄ γυμνασίου, 11 στους 59 στη Β΄, και 17 στους 92 στη Γ΄ γυμνασίου. Στη Γ΄ λυκείου απάντησαν σωστά 16 στους 51 μαθητές.

[11]Η απουσία της δεξιότητας υπολογισμού της καθοδικής αλληλουχίας για τον προ Χριστού φαίνεται ότι συνοδεύει τους αποφοίτους λυκείου και στην υπόλοιπη ζωή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε 7 αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ μόνο οι 3 υπολόγισαν αλάνθαστα τόσο την καθοδική αλληλουχία στον χρόνο προ Χριστού όσο και τις χρονολογικές αποστάσεις γεγονότων από την προ Χριστού περίοδο μέχρι σήμερα.

[12]«Περιοδολογώ σημαίνει βάζω τάξη στο χάος του χρόνου», Έφη Αβδελά, Ιστορία και σχολείο, Αθήνα 1998, σελ. 101. Βλ. και Ελένη Καραμανώλη, Ιστορικός γραμματισμός και σχολική ιστορία: διδασκαλία με εστίαση στις δομικές ιστορικές έννοιες, (ανεκδ. διδ. διατρ. ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη  2019, σ. 132.

[13]«Το πέταλο του ιστορικού χρόνου» αποτελεί επινόηση και δοκιμασμένη σύνθεση, πριν από 25 περίπου χρόνια, του φιλολόγου Χρίστου Π. Φαράκλα.

[14]Ε. Καραμανώλη, ό.π., σ. 136.

Θεοδόσης Πυλαρινός: Το πένθος και η ελληνική θρησκευτικότητα στην ποίηση και στα γραπτά του Γιώργου Μαρκόπουλου

Θεοδόσης Πυλαρινός 

Το πένθος και η ελληνική θρησκευτικότητα στην ποίηση και στα γραπτά του Γιώργου Μαρκόπουλου

 

Η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου καθορίζεται δίπτυχα και διπολικά: κατεξοχήν δραματικά, από τον θάνατο, οπότε και τη νοτίζει το βαθύ πένθος, που αναβλύζει άρωμα πελοποννησιακού επιταφίου, από τον πόνο της δύσκολης επαρχιακής ζωής, σε άμεση σχέση με το προορισμένο από τη μοίρα τέλος, δοσμένο με την ιερότητα μιας γηγενούς και ιδιογενούς θρησκευτικότητας. Είναι η (ιερή) ακολουθία μιας πανάρχαιας παράδοσης, τα παγανιστικά στοιχεία της οποίας, υπογειωμένα, μεταπλάθονται, διαμορφώνοντας τις δοξασίες της ορθόδοξης ψυχής του Νεοέλληνα. Εαρινό το πένθος του ποιητή, τραγικά μοναχικό, όπως τα έρημα δέντρα, σύμφωνο με την πασχάλιο ακολουθία: Ὡς ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, ὄντως και παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστέ ὁ τάφος σου, ἡ πηγή τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως. Από την άλλη, τη γραφή του ποιητή καταυγάζει μελαγχολικά το φως της ζωής, η λάμψη των Χριστουγέννων, η ελπίδα της γεννήσεως, κομίζοντας μια αλλότροπη χαρμολύπη, της γλυκιάς αλλά αβέβαιης προσμονής του περάσματος από τις αδυσώπητες συμπληγάδες ενός βίου που του μέλλεται να μετρά απώλειες και να απαριθμεί σταυρούς, κατευθύνοντας από το πένθιμο στο αναστάσιμο Πάσχα. Σε κάθε περίπτωση, το δίπολο αυτό, παρά τις όποιες ελπίδες, δημιουργεί στον ποιητή το ίδιο ερώτημα που τίθεται στη νεκρώσιμη ακολουθία: Θρηνῷ και ὀδύροµαι, ὅταν ἐννοήσω τον θάνατον, και ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειµένην, την κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡµῖν ὡραιότητα, ἄµορφον, ἄδοξον, µή ἔχουσαν εἶδος, ὢ τοῦ θαύµατος! τί το περί ἡµᾶς, τοῦτο γέγονε µυστήριον, πῶς παρεδόθηµεν τῇ φθορᾷ; πῶς συνεζεύχθηµεν τῷ θανάτῳ; ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς µεταστᾶσι την ἀνάπαυσιν. Αγέλαστος πέτρα, μία άλλη Δήμητρα (γη μήτηρ), είναι η ποίηση του Μαρκόπουλου. Μπορεί να απουσιάζει το σωστικό γέλιο, όμως η λύπη μετριάζεται από την αναμονή της άνοιξης, όταν η κόρη θα ανέβει από τον Άδη.

Νεκροταφεία, κοιμητήρια επί το αναπαυτικότερο και αναστασιμότερο, προς αποφυγήν του μακάβριου (ο θάνατος δεν είναι άγριος στα κείμενα του Μαρκόπουλου), τάφοι κεκοιμημένων, τάφοι βρεφών και νηπίων, μνήμες άσβεστες, απρόσμενες εκταφές, σταυροί, οστεοφυλάκια: Ὄντως φοβερώτατον, το τοῦ θανάτου µυστήριον! Πῶς ψυχή ἐκ τοῦ σώµατος, βιαίως χωρίζεται, ἐκ τῆς ἁρµονίας, και τῆς συµφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσµός, θείῳ βουλήµατι ἀποτέµνεται; Ἐµνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰµι γῆ και σποδός, και πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς µνήµασι, και εἶδον τα ὀστᾶ τα γεγυµνωµένα, και εἶπα· Ἆρα τίς ἐστι; Βασιλεύς, ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος, ἢ πένης, ἢ δίκαιος, ἢ ἁµαρτωλός; ἀλλά ἀνάπαυσον, Κύριε, µετά δικαίων τος δούλους σου, ὡς φιλάνθρωπος. Ωστόσο, το παράδοξο, σαν θαύμα, από τον θάνατο ξεπροβάλλει η ζωή στα λόγια του ποιητή: Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

Γιώργος Μαρκόπουλος.

Γλυκιά είναι η μνήμη που ανασταίνει τη ζωή και παραμερίζει για λίγο τη ματαιότητα με τη νοσταλγία παλαιών ημερών, θυμηταρίων τιμαλφών: Ο παλιός μας φίλος που μας χαμογελάει στη φωτογραφία του τάφου του, καθώς, από εκδρομή γυρνώντας προς την Αθήνα, επί τούτου παρακάμψαμε και περάσαμε από το χωριό του για να τον «δούμε».

Δυο παιδάκια, γράφει αλλού, παραμονή Χριστουγέννων, που λένε τα κάλαντα στον τάφο του πατέρα τους. Δεν ξέρω πιο τραγικά κάλαντα, που να αναβλύζουν τη λαϊκή απαντοχή μέσα από τις φωνές των παιδιών. Μελωδικό το μήνυμα τους στα σκηνώματα του ουρανού, επί του πατρικού τάφου. Η ψυχή του πατέρα θα αγαλλιάζει ακούγοντάς τα, ίσως να έχει κατέβει και ο ίδιος και να κρυφακούει από κάποιο γειτονικό μνήμα.

Σε άλλη πένθιμη εκδοχή, αναδύεται άφατη θλίψη για την αποκοπή από τον ομφάλιο λώρο. Διότι οι νεκροί στην ποίηση του Μαρκόπουλου αθανατίζονται από τους ζώντες, δεν πεθαίνουν: Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επανεκταφής θαμμένων του κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι που να μην μπορείς πια να διακρίνεις ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

Έπειτα, άγγελοι, εκκλησιές, καμπάνες (συναθροιστικές, εγερτήριες, προοιωνιστικές), κεριά και λαμπάδες, θρήσκες γριές, πόρνες και καταραμένοι συνθέτουν την ομάδα των συμβόλων της θρησκευτικότητας του ποιητή, απαστράπτουσας, αγαπητικής ωραιότητας, όπως η ψυχή των περιθωριοποιημένων, των ταλαιπωρημένων, των ανά Ελλάδα σαλών, των πάσης φύσεως καθημαγμένων, αλλά και των ξωμάχων και των ανέστιων και των προσφύγων, και των αγωνιζόμενων να ριζώσουν στους φτωχούς, λαϊκούς αστικούς χώρους της μετοικεσίας τους∙ και ακόμη, η απογείωση του πένθους, με την εμπλοκή των αθώων ψυχών στο μακάβριο παιχνίδι με τον θάνατο, τόσο εμμέσως, με την ορφάνια: Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα που δεν το θυμάται, και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα∙ όσο και άμεσα, με τη μετωπική, την τραγικά άνιση, συνάντηση μαζί του, που η ανέχεια και οι δυσκολίες του λαϊκού ανθρώπου την καθιστούν τραγικότερη. Ένα από τα πιο πένθιμα ποιήματα του Μαρκόπουλου, ισάξιο των «Τραγουδιών του Θεού», του ανεπανάληπτου διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι το ακόλουθο:

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν στο φέρετρό του.

Το γύριζαν από δρομάκια με κλειστές καπναποθήκες,

με μαγαζιά «γύφτικα», κουρεία και παλιά παντοπωλεία.

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν

και κανένας στον άλλονε δεν απαντούσε,

στον διπλανό του δεν μιλούσε.

Τα σπίτια λυπημένα έγερναν, σιωπηρά έγερναν,

ο άνεμος χαμηλά σαν κλέφτης, παράνομος,

στους δρόμους απέναντι, απέναντι περνούσε,

και η θάλασσα ανήσυχη,

ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κύματά της.

 

Η θρησκευτικότητα του ποιητή δεν είναι επίκτητη, δεν είναι απόρροια θεολογικής εμβάθυνσης στο μυστήριο του δίπολου ζωή – θάνατος∙ είναι εγγενής, είναι πηγαία, συστατικό μακράς παράδοσης, με τον τρόπο που γνωρίζει να θυμοσοφεί ο αυτοδίδακτος απλός άνθρωποςτρόπος κατά τον οποίο οι νέκυιες και οι δοξασίες περί Άδου των Αρχαίων συναντώνται και αδελφοποιούνται με τη χριστιανική θεολογία, κυρίως με τα καινοδιαθηκικά κείμενα, τα αστείρευτα αυτά αναβρύσματα που αναψύχουν και εμψυχώνουν, αφήνοντας όμως και εναγώνια εκκρεμότητα, όπως διαγράφεται επίσης στη νεκρώσιμη ακολουθία: Ῥαντιεῖς µε ὑσσώπῳ [αρωματικό βότανο], και καθαρισθήσοµαι, πλυνεῖς µε, και ὑπέρ χιόνα λευκανθήσοµαι. Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ και το πλήρωµα αὐτῆς, ἡ οἰκουµένη και πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. Γῆ εἶ και εἰς γῆν ἀπελεύσει.

Οι θρησκευτικοί συμβολισμοί του Μαρκόπουλου είναι μια περιδιάβαση στο τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας, υπό την έννοια ότι εντάσσονται στο τυπικό της, στη σταδιακή αγωνία του επικείμενου πάθους, που κορυφώνεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου∙ μιας εξαήμερης κατάνυξης της λαϊκής ψυχής άχρι θανάτου, μιας καταβασίας, με τη σύντομη Ανάσταση μιας μόνης ημέρας (η χαρά σπανίζει στον άνθρωπο του μόχθου και της ανέχειας), συμβολική αποτύπωση του χαλεπού βίου του απλοϊκού Έλληνα, με την εξαίρεση της κυριακής ανάπαυλας, τεθλιμμένης εν τέλει και αυτής εν όψει του απερχόμενου μικρού διαλείμματος της χαράς και του επερχόμενου κοπιώδους εξαημέρου. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, όσο και αν δυναστεύει ο θάνατος, ότι προϋποθέτει αυτός, ότι δημιουργεί μόνος αυτός, την Ανάσταση – γι’  αυτό η ανάσταση είναι αναστατική και η έλευσή της προοιωνίζεται και πάλι θάνατο ή καθημερινούς θανάτους.

Άτυπες επιτάφιες ακολουθίες είναι οι διάσπαρτες εκκλησιαστικές αναφορές του, τεκμήρια μιας ποίησης εαρινού πένθους, που χαρακτηρίζουν την ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του. Δεν πενθεί απλώς τον θάνατο, πενθεί για το φυλλορρόημα της ζωής, ερχόμενος σε επαφή με τον θάνατο των προσφιλών του.

Το πεπρωμένο του λαϊκού ανθρώπου αποτυπώνεται με μουντά χρώματα∙ μαυρίζει, για παράδειγμα, την καθημερινότητα με τη φρίκη του θανάτου, στο ποίημα «Η φοβερή πατρίδα μου», όπου θάνατος και θρησκευτικότητα ταυτίζονται με ιεροπρέπεια, εγκυστώνοντας την τραγικότητα του σπαρακτικού συμβάντος στην κανονικότητα της τρέχουσας πραγματικότητας, αφενός εξαγιάζοντάς την και αφετέρου αποδομώντας αυτό, με την περιγραφή της ματαιότητας των φωτογραφιών νεκρών, με πρόσωπο οξύμωρα χαμογελαστό. Είναι η λαϊκή κατάνυξη, η υπόκλιση του απλού ανθρώπου ενώπιον του νεκρού, που ασκούνται με απόλυτο μυστικισμό, ακόμη και μέσα στην τύρβη και τη χυδαιότητα. Παράλληλα είναι η αστείρευτη λύπη των ποιητών, η εποικοδομητική οδύνη τους:

Άθλιος καιρός στη φοβερή πατρίδα μου

και λίβας ανελέητος σκληρός του Ιουλίου!

 

Την πεθαμένη ταξιδεύαμε τη μάνα μας

με το βαγόνι της γραμμής

κόσμος πολύς μέσα στο διάδρομο και η αποθήκη του γεμάτη

με μπαούλα, οικοσκευές, και ανάμεσά τους, στα ψηλά, το φέρετρό της

έτσι καθώς πηγαίναμε παλιά κουτί, στων συγγενών μας,

με κούκλες, τα παιδιά.

 

Το κοιμητήριο ήσυχο, όταν εφτάσαμε μετά,

της φοβερής πατρίδας μου,

και πρόσχαροι οι συμπατριώτες μας και γελαστοί τους όλοι

στις φωτογραφίες τους επάνω στους σταυρούς

σε νεόκτιστες ανάμεσα βεράντες καθισμένοι και ορτανσίες

ενώ φυσούσε θάνατος στη μάντρα, ο ήλιος, του σπιτιού

κι ένα κομμάτι από σώμα ερπετού

μυρμήγκια το τραβούσαν στη φωλιά, μυρμήγκια το τραβούσαν.

Ο θάνατος ελλοχεύει τους απόκληρους, τους ταπεινούς, τα παιδιά, τους απροστάτευτους στους στίχους του Μαρκόπουλου και αυτός τον μνημειώνει διά των αγίων της ποίησής του, των απλών ανθρώπων, με σταυρούς, τάφους, επιτάφιους. Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος «Μετά των Αγίων», της έσχατης (και εσχατολογικής) ενότητας του Κρυφού κυνηγού, με τις διαμαντένιες της ψηφίδες. Πρόκειται για μαρτυρολόγιο, στην ουσία εορτολόγιο, στο οποίο οι άγιοι και οι όσιοι δεν αναγνωρίζονται διά των ονομάτων, αλλά από τα βασανιστήρια και τις πληγές που υπέστησαν:

Με χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά

αποκαλύπτει τη φθορά απ’ τις φόδρες της.

Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο

ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απ’ τη φωλιά του∙

αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού

και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού

σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκινο, ματωμένο.

Θεόδωρος Ράλλης, Ο Επιτάφιος, 1893.

Το μαύρο, ακατονόμαστο το ίδιο, αλλά διάχυτο, πίσσα, υπό άλλη μορφή, γαμπριάτικη, στιγμών που βασιλεύει το λευκό, έρχεται πένθιμα να δείξει την καρτερία και τη θυμοσοφία τού παγανιστή, στη χωρητική τών πλέον αντίρροπων λαϊκή ορθοδοξία του Έλληνα, του εθισμένου στωικά στις μεγάλες αντιθέσεις, του υπομένοντος τον βαρύ χειμώνα με εαρινή αισιοδοξία (ας μη λησμονούμε, γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα): Το γαμπριάτικο κοστούμι του χαμένου πρόωρα αδελφού μας, με λίγο ρύζι στης τσέπης τις ραφές και λεκέδες από κερί στο μανίκι, και: Η μουσική που ακούμε μέσα μας ύστερα από δυνατό πένθος και καταλαβαίνουμε έτσι ότι σιγά σιγά ξαναβγαίνουμε στα ξέφωτα. Ο απλός άνθρωπος εναλλάσσει τη βασανιστική μνήμη με την ανακουφιστική λήθη. Έμαθε να ξεχνάει και θυμάται ό,τι θέλει να αθανατίσει.

Είναι εντυπωσιακές οι εικόνες από τη «Φοβερή πατρίδα» του ποιητή, όντως φοβερή, πέρα από το ταξίδι της νεκρής μάνας. Λευκοί χιτώνες βαπτιστικοί, αίνοι, όσιες, και ο δωδεκαετής ποιητής μυούμενος στη ζωή (παραλληλισμός του δωδεκαετούς Χριστού στον ναό), σταυροί και Θεοφάνεια∙ και βέβαια, τα αναγκαία φιλέρημα νεκροταφεία, για να μη λησμονεί ο άνθρωπος τον φόβο Θεού και τον προορισμό του. Φοβερή, πράγματι, πατρίδα, και τρομερή. Συμφυρμός εικόνων, υπερρεαλιστικών για τον αμύητο, οικείων στη λαϊκή ψυχή με τη μοναδική χαρμολύπη που αναδίδει η πιο αυθεντική ελληνικότητα, αυτή του απλού λαού:

 

«Εκείνη που κατέβηκε στον ποταμό

με το λευκό χιτώνα της να βαπτισθεί

έχει τα πόδια της γυμνά κι έχει λαιμό για σφάξιμο

– τα παιδάκια τραγουδούσαν με τα μαντολίνα –

αγόρια τρέχουν ανυποψίαστα

να πιάσουν στα νερά το σταυρό

χρυσίζει σαν ψάρι το κράμα στην κοίτη,

ήρθα να σε πάρω, της λέει εκείνος ο άγνωστος,

μα είναι τα μάτια μου μπλε όπως ο ουρανός

κι όπως αυτός δεν βλέπουν,

οι φωνές από τους αίνους λάμψη το μεσημέρι

και ο προδότης έχει ανήσυχο το μάτι

τις κρύες φακές του στο χάνι, τρώγοντας, της οσίας,

οι φλαμουριές έξω τον συντροφεύουν

και τρέμουν οι λεύκες σαν το κορμί του».

Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

[…]

βρωμάνε τα χνότα τους πιοτό,

από αυγουστιάτικους κάμπους που καίνε το άχυρο

κι από μικρά φιλέρημα μέσα νεκροταφεία περνούν.

[…]

το πρόσωπό του μέσα στις τσακμακιές έπαιξε, φωτίστηκε,

όπως άστραφτε, μικροί, τον Οκτώβριο,

πριν αρχίσουμε, δωδεκαετείς, το σχολείο.

Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης.

 

Ψυχοσάββατα, επισκέψεις, είτε πραγματικές είτε ονειρικές είτε νοερές, σε τάφους κεκοιμημένων, αποτελούν οι αναφορές του ποιητή στους νεκρούς της συντεχνίας του. Aναδρομές αγαπητικές, επιτάφια άσματα, χοές, τα διαιώνια σύμβολα, λάδι και κρασί, σε απόντες προγόνους και συνοδοιπόρους φίλους, σε αυτοκτόνους, καταραμένους ή χτυπημένους άδικα από κάποιον ζηλόφθονο θεό, ριγμένες στο χαρτί, μνημόσυνα και εν ταυτώ μνημεία εσαεί. Η θλίψη εναλλάσσεται με την παραμυθία, ο θάνατος και η ζωή βαδίζουν χέρι με χέρι:

Εκείνο το απόγευμα, μέσα στην άπνοια του Ιουλίου, ο Καρυωτάκης έλουσε τα μαλλιά του, έκανε βόλτα στο νεκροταφείο και ήπιε νερό [της λήθης;] από τη βρύση στο οστεοφυλάκιο. Ο Αλέξης Τραϊανός περπατούσε ευτυχισμένος στον ουρανό σαν να διέσχιζε έναν ατέλειωτο χαρούμενο ορυζώνα ή τον πιο λυπημένο ελαιώνα του κόσμου [κρυπτομνησία του Όρους των Ελαιών, ένα αμφίσημο παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο].

Τετάρτη, ώρα εντεκάμισι το πρωί, μαζί με τον Γ.Κ. επίσκεψη στον τάφο του Ανδρέα Αγγελάκη. Κάτι νεωκόρισσες, που δεν τις βλέπαμε, πέρα μακριά, άναβαν καντήλια χαριεντιζόμενες, ενώ κάποιοι τεχνίτες μαυσωλείων, που επίσης δεν τους βλέπαμε, έλεγαν για τα παιδιά τους. Ακουγόταν ο αντίλαλος από τις φωνές και τα μυστριά τους.

Σπαρακτικό είναι το μνημόσυνο του ποιητή, απέριττο, μόνο με ένα κερί, αλλά δραματικά εκδηλωτικό, στη σκέψη της κοινής μοίρας:

 

Έβαλαν ένα κερί πάνω σε ένα τραπέζι

– μνημόσυνο ποιητού –

και μαζεύτηκαν πέντ’ έξι εφτά – ποιητές και αυτοί –

και διάβαζαν, διάβαζαν ποιήματα του χαμένου,

και ολόλυζαν και χειροκροτούσαν και δάκρυζαν

και φώναζαν και αλάλαζαν και έκλαιγαν και πάλι,

και χειροκροτούσαν και φώναζαν και αλάλαζαν

ξανά, ξανά, ξανά και ξανά.

Σκύλοι που έκλαιγαν σκύλο.

Κωνσταντίνος Παρθένης, Ο θρήνος (Αποκαθήλωση), 1917.

Μνήμες εγκαυστικές λειτουργούν ως ύμνοι ή ως μικρά συναξάρια, εμπνευσμένα την ώρα της ταφής∙ άτυπες βιογραφικές πινελιές του απερχόμενου, συγκινητικά φλασμπάκ, αφοπλιστικές του θανάτου αναδρομές, χαρακτηριστικές της διασώζουσας μνήμης του Μαρκόπουλου, που απογειώνουν τον ελεγειακό παλμό της, από κοινού με τις σπαραξικάρδιες παρομοιώσεις του:

Καθισμένος παράμερα την ώρα που έθαβαν τη Φρίντα Λιάππα, τη θυμούμαι μαθήτρια, όταν με το ένα πόδι έσβηνε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια, στο αχανές προαύλιο του γυμνασίου της ιδιαίτερης πατρίδας μας.

Τα ταφεία (έτσι, τα λένε στα χωριά της Άνδρου, τι χρειάζεται το πρώτο συνθετικό του νεκρο-ταφείου) είναι χώροι ιεροπραξίας στην ποίηση του Μαρκόπουλου, ο οποίος «συγχρωτίζεται» με τους νεκρούς του, φιλοτεχνώντας διπολικές πενθηφόρες εικόνες, ορθόδοξα ελληνικές, που τις χαρακτηρίζει η άρνηση του θανάτου την ώρα ακριβώς του αποχωρισμού, με την ανάκληση στιγμών ζωηφόρων και λαμπροφόρων. Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος καθαυτόν αποτελεί θρησκευτικό γεγονός, η δε ταφή ηθική υποχρέωση προς τον αποχωρούντα, ασχέτως αν έχει ή όχι θεολογικό ή εκκλησιολογικό αντίκρισμα:

«Μη με διαβάζετε αν δεν έχετε συναναστραφεί νύχτα φύλακες κοιμητηρίων, την ώρα που έχουν πιάσει ένα πουλί βρεγμένο και βγάζοντας τα πρόστυχα κονιάκ στο κυλικείο, στο υπόστεγο με τις άχρηστες παλαιωμένες νεκροφόρες, ετοιμάζονται να το φαν. […] Μη με διαβάζετε αν κάποια Πρωτοχρονιά, ύστερα από γερή οινοποσία, δεν σκεφτήκατε ότι τα χρόνια σας φάγατε, το στίχο φέρνοντας στην ψυχή όπως ο σκύλος το κλεμμένο πουκάμισο στον αφέντη, χωρίς να μεμψιμοιρήσετε. […]».

 Αυτά και άλλα πολλά μού φαινόταν ότι μας έλεγε μέσ’ απ’ το φέρετρο ο Νίκος Καρούζος εκείνο το φοβερό πρωινό της κηδείας του στη Μητρόπολη, λίγο πριν τον επιβιβάσουν στο όχημα που θα τον μετέφερε στην πατρίδα του, το Ναύπλιο, ενώ εγώ, στην άκρη μου, το 1965 θυμόμουν, στην οδό Μασσαλίας και Σόλωνος, που για πρώτη τονε γνώρισα φορά.

Το ακόλουθο περιστατικό, «Εγερτήριο σάλπισμα», προφανώς αναστάσιμο, αποτελεί ανάκληση νεκρών κατ’ όναρ, μια παραλλαγή νεκρόδειπνου, με τον παραδοσιακό επικήδειο καφέ και το φτηνό κονιάκ. Οι νεκροί έχουν διπλό ρόλο, είναι οι ίδιοι προσκεκλημένοι αλλά και τιμώμενοι:

Ήταν, λέει, κατά το όνειρο, όμορφο γλυκό απογευματάκι της εβδομάδας πριν από τα Χριστούγεννα, οπότε και στο τυπογραφείο του Φίλιππου Βλάχου κατευθύνθηκα, όπου στη μεγάλη καρέκλα καθόταν τιμητικά ο Άρης Αλεξάνδρου, αλλά και παραδίπλα του ο Χρήστος Μπράβος, με εκείνο το ανυπέρβλητο, το γελαστό του πρόσωπο, και μου πρόσφεραν καφέ και κονιάκ. […]

Γιατί μέσα από κάτι τέτοιες μυρωδιές ευφρόσυνες ξανασμίγουν οι άνθρωποι και από κάτι τέτοιες μυρωδιές επίσης οδηγημένοι και πάλι, κάποτε, αλυχτώντας σαν τους σκύλους, θα έρθουμε και εμείς τους νεκρούς μας να ξαναβρούμε.

Ο Μαρκόπουλος, βαθύς γνώστης της λαϊκής ψυχής, με μάτι κάμα διαπεραστικό, και ασκημένη μνήμη, καταγράφει σκηνές από τις κηδείες του Μάριου Χάκκα και του Μήτσου Κακουλίδη, στιγμιότυπα ετερόκλητα της αντιμετώπισης του δέους του θανάτου∙ η ερημία σε όλο το μεγαλείο της, αποτυπωμένη σύμφωνα με τα επίγεια χαρακτηριστικά των νεκρών φίλων του – νεκρικές μάσκες, προσωπογραφίες του θανάτου. Δεν πρόκειται για απλές διηγήσεις, αλλά για μνημόσυνα στους τάφους των τεθνεώτων, μνημόσυνα ειδολογικούς απογόνους των δημοτικών τραγουδιών του θανάτου και του Κάτω Κόσμου, με στοιχεία μοιρολογιού – τα μοτίβα και οι λυπημένες, ορθότερα σπαρακτικές, επαναλήψεις του, τονίζουν δραματικά τα κρίσιμα λόγια του, ως καμπάνες πένθιμες∙ παρομοίως και οι εγκαυστικές της ψυχής παρομοιώσεις του, αψευδείς μάρτυρες του είδους:

Το 1972 αποχαιρετήσαμε στο νεκροταφείο της Καισαριανής τον Μάριο Χάκκα. Στη συνέχεια, καθίσαμε κάποιοι φίλοι σε ένα καφενεδάκι της πλατείας. Παρών και ο Δημήτρης  –Μήτσος–  Κακουλίδης τότε. […] Στο ίδιο νεκροταφείο, κάποια χρόνια αργότερα, αποχαιρετήσαμε και τον Μήτσο. Μετά την ταφή πήγαμε –καθαρά από σύμπτωση– περίπου οι ίδιοι άνθρωποι στο ίδιο καφενείο όπου είχαμε πάει και τότε. […] Και κάτι τέτοιες ώρες, τις ώρες που βραδιάζει, άνεμος, πλην όμως με μνήμη γερή, στα γκρεμνά θα γυρνώ∙ στα γκρεμνά, μα και στο κοιμητήρι. […] Κατά τα άλλα, ξαναθυμόμουν τον Μήτσο και ξαναέφερνα στο νου την κηδεία του. Φαινομενικά ήσυχη αλλά στο βάθος της απελπιστικά ερημική, όπως ακριβώς ήταν και στη ζωή του ο ίδιος: αταλάντευτος αριστερός και σπαταλημένος στους δρόμους, εραστής των γυναικών.

Σε άλλο όνειρο – θανατηφόρο υπό άλλες συνθήκες – εκτυλίσσονται σκηνές Δευτέρας Παρουσίας, αναλήψεις στους ουρανούς και εκλαϊκευμένη η ιστορία της προδοσίας του Χριστού:

Πάντως, και για να μη με φοβηθείτε, υπήρξα πράγματι ευρηματικός και πότε ένα άχρηστο καπέλο, ένα οποιοδήποτε παλαιό έστω ενθύμιο, την τελευταία στιγμή από τα βάθη της σοφίτας ανασυρμένο, μου έφερνε μια τρυφερή στο βάθος γαλήνη, οπότε εξαγνισμένος ύστερα έτρεχα στο δρόμο εγώ, το φώναζα στον πρώτο τυχόντα, που, ω του θαύματος, είχα τη μεγαλύτερη επιδεξιότητα να πέφτω διάνα στις επιλογές μου, αγκαλιαζόμασταν, με αγκάλιαζε, αναστενάζαμε, κλαίγαμε, αναστέναζε ο χαμένος μου αδερφός δηλαδή που χρόνια τον έψαχνα, από μικρός, μέσω των αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού, και όλα στη συνάντησή μας έμοιαζαν –όπως συνειδητοποιούσα αργότερα όταν έβγαινα απ’ το όνειρο– σαν εκείνο το απόγευμα που συντελέστηκε αθορύβως κάποτε η Δευτέρα Παρουσία ή σαν εκείνο το μεσημέρι που αναλήφθηκε στους ουρανούς ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ και άνοιξε για πάντα την πόρτα της ιστορίας ή όπως, τέλος, τότε που μετρώντας εκείνοι οι ρομφαιοφόροι στρατιώτες μέσα στο τσίγκινο των μαγειρείων ταψί τα τριάντα αργύρια που θα έδιναν για να θανατώσουν τον Χριστό, μπροστά στα μάτια μας και τελεσίδικα πια, την ευτυχία επούλησαν του κόσμου.  

Η θρησκευτικότητα του Μαρκόπουλου δεν έχει λειτουργικό, δηλαδή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Εδράζεται κυρίως στην πίστη του ανθρώπου της υπαίθρου, του καθημερινού καμάτου, της επαρχίας, των εγκλωβισμένων επίσης στις παρυφές του αστικού χώρου. Είναι ποιητικές δεήσεις στα κοιμητήρια, επί των τάφων, στα καφενεία του πένθους, στους έρημους δρόμους, με τον τρόπο που απευθύνεται στο θείο η ψυχή του κάθε ανυπεράσπιστου. Πρωταγωνιστής ο θάνατος, θεραπευτής ο πανδαμάτωρ, θέατρο των τελούμενων τα νεκροταφεία. Συρράπτοντας κανείς τα αμιγώς ποιητικά αλλά και τα πεζόμορφα ποιήματά του, το ιστορικό κέντρο και τη φοβερή του πατρίδα, θα σχηματίσει ένα ιδιότυπο σκηνικό, μια πολυάνθρωπη νέκυια, μία κατάβαση στον Άδη ή άνοδο στον Παράδεισο, μια τελετή δίπλα στους νεκρούς, μυστική επικοινωνία μαζί τους. Η νέκυια, ωστόσο, του Μαρκόπουλου τελείται επί της γης. Είναι φτωχός, λαϊκός επιτάφιος.

Η λαϊκή αυτή νεκροπανήγυρις, σε αντίθεση με τον εκκλησιολογικό ερωτισμό των διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εορτάζεται στον υπαίθριο χώρο, στη μεγάλη εκκλησία της φύσης.  Οι απέριττοι επιτάφιοι, τα ερημικά εξωκκλήσια, οι τοπικές γιορτές, τα αυτόκλητα ψαλτάκια, οι σταυροί των έρημων τάφων, οι παραμερισμένοι και αδικημένοι συνιστούν τη λειτουργική, αμιγώς λαϊκή και γνησίως ελληνική, πλευρά της. Σκηνές, κατανυκτικές με αναφορές παραβολικές, στον πωληθέντα Ιωσήφ της Παλαιάς Διαθήκης, στον νεκρό Χριστό αλλά και στο πανέμορφο γυμνό σώμα του νεκρού Αδώνιδος, τέτοιες περιγράφει ο ποιητής, ταυτιζόμενος ομοιοπαθητικά μαζί τους:

Αλλά και τις γιορτές όμως όλο και κάτι γινόταν που να μας φέρνει κάποια χαρά, εκτός από τις μέρες των Χαιρετισμών, που είτε η άνοιξη είτε η γύρη, που μας έβγαζε ένα περίεργο διάφανο κλάμα, βαριά μας συνέθλιβε, όπως εκείνη τη φορά, επί παραδείγματι, που άκουσα κρυφά να διαπραγματεύονται –αν και τους είχα ωφελήσει– να με πουλήσουν όπως τον Ιωσήφ, ή όπως τότε που έναν αυτοσχέδιο περιφέραμε επιτάφιο από ξύλο τριάντα περίπου δύστυχοι προς το βραδάκι, με σκέψεις παράταιρες ο καθένας, πατώντας ανάμεσα σε φτωχές γειτονιές και αποθήκες του σίτου χρόνια κλεισμένες με χώμα και λάσπες, με ύμνους θρηνώντας το γυμνό νέο που κοιμόταν στα άνθη, ώσπου το βράδυ, γυρνώντας στο σπίτι, κατάλαβα πως ο νεκρός ήμουν εγώ, αίμα, νερό και χολή απ’ τα σπλάχνα μου μπλάβα, τίποτα δεν με άγγιζε, έτσι που τις κούκλες στα παλιά θυμήθηκα ραφεία, όπου τους είχαν καρφώσει με τον καιρό τόσες χιλιάδες στο σώμα καρφίτσες ώστε είχαν σταματήσει τελείως πια να πονούν.

Πένθιμο είναι και το γαμήλιο πανηγύρι, ένα βουβό μαρτύριο, ένας θάνατος εν ζωή, που περιγράφει ο ποιητής «Στη μάντρα του ασύλου», προαποτύπωση με τον τρόπο της καθ’ ημάς ποιήσεως του νεκρώσιμου ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως:

 

Και περνούσεν ο καιρός

κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της

όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή,

ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γελούσαν σ’ εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,

και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του

πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέλησή της

στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.

Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω,

Ήταν κρυφά δακρυσμένη, με το στήθος γυμνό

και τα μαλλιά της λυμἐνα.

Ωραιοτάτη κοιμωμένη για τον τάφο της φώναξα,

στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή.

Με διττό τρόπο ο ποιητής αποδίδει τα χαρακτηριστικά των δύο πατρίδων του, της γενέτειρας και της Αθήνας: η πρώτη αναδίδει το λεπτό εαρινό άρωμα της ελληνικής επαρχίας, που σβήνει, αν ήδη δεν έσβησε τελεσίδικα∙ της βιολέτας και της αρρενωπότητας∙ που κράτησε τον Σταυρό του μαρτυρίου, προσθέτοντας σ’ αυτόν την επιγραφή Ἐν τούτῳ νίκα. Η άλλη αναδίδει το άρωμα αυτό, εξαγιασμένο από την καπνίλα των εργοστασίων και τον ιδρώτα του μόχθου τού εγκατεστημένου στα μεγάλα αστικά κέντρα πληθυσμού της επαρχίας.

Σε κάθε περίπτωση, η Θεία Λειτουργία τελείται στα ξωκκλήσια, κυρίως εν υπαίθρω ή στους δρόμους, στα σοκάκια και στις ασήμαντες πλατείες των πόλεων, μοναχικά, ταπεινά, ασήμαντα. Γιατί αφορά στους ταπεινούς, τους βοσκούς, τους ξωμάχους, τους εργάτες, τους σαλούς του Μαρκόπουλου, τους αυτοδίδακτους της ορθοδοξίας στην πράξη. Είναι λειτουργία υπό τον θόλο του ουρανού, απ’ όπου ο παντοκράτορας επισκοπεί τους πάντες, ευλογώντας τις λαϊκές δοξασίες τους.

Νάξος: Μεγάλη Παρασκευή στο Καστράκι με την περιφορά του Επιταφίου μέσα στη θάλασσα.

Φιλέορτος ο λαϊκός άνθρωπος – δεν έχει και άλλες ευκαιρίες να αισθανθεί ελεύθερος –, ζει με την αναμονή, από το Πάσχα στα Χριστούγεννα και το αντίστροφο, με κάποιες μικροεξαιρέσεις, της Πρωτοχρονιάς, που την υποσκελίζει η γέννηση της ζωής και λίγων άλλων εορτών, είτε τοπικών είτε στη μνήμη επιφανών αγίων. Το Πάσχα, εκ των πραγμάτων χαρμολυπικό, μεταδίδει το πένθος και στα Χριστούγεννα και στις άλλες γιορτές, αφού η όποια χαρά – χαρά αναμονής του ερχόμενου και προσμονής για το θαύμα – διεμβολίζεται από την αίσθηση του τέλους – μορφή ανέκκλητου θανάτου και αυτό –, την ίδια αίσθηση που πλακώνει την ψυχή τα απογεύματα των Κυριακών, που τόσο ευαίσθητα και τόσο θλιμμένα έχει τραγουδήσει ο Μαρκόπουλος.

Ίσκιος το μαβί μας τύλιγε στους δρόμους το Μάρτη

ενώ λαούτο έπαιζε ο μικρός καθολικός στις γωνίες το Πάσχα

και τα μάτια του ήσαν πιο κόκκινα

και από τη θρησκεία, τα μάτια του ήσαν.

 

Οστά στο νεκροταφείο που τα ’βγαλε η πλημμύρα

κι ο ανθοπώλης «τον νεκρό δεν γνωρίζω,

πλην όμως σέβομαι το πένθος»,

στον περίβολο συνέχιζε τον Απρίλη μονάχος να λέει.

Σημαδιακές οι δύο μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης λειτουργούν και ως ορόσημα φρικτών πράξεων, σφραγίζοντας συγγνωμονικά ή τιμωρητικά έργα εναγών, προσδίδοντας δεισιδαιμονική ή προληπτική διάθεση, καθώς και ιερότητα στο αίμα που χύθηκε. Η θεία παρουσία πανταχού παρούσα, πρωτίστως πρακτικά και δευτερευόντως πνευματικά. Παντού σύμβολα και συμβολισμοί του χάρου, με το μαύρο χρώμα του πένθους∙ παντού η πάλη του αγαθού με το κακό, οι εναγείς και οι άσπιλοι, οι θύτες και τα θύματα, σε ένα άλλο είδος θυσίας, πράξεως βαθιά θρησκευτικής, θυσίας λαϊκής. Και παντού η δύναμη της πίστης, ρυθμιστική της ζωής, με κέντρο τον θάνατο: Κάτι που με έχει βαθιά στιγματίσει από την παιδική μου ηλικία είναι οι φόνοι που κατά την περίοδο εκείνη αναστάτωναν την περιοχή μας ολόκληρη.

Ως εκ τούτου λοιπόν, θυμάμαι αρκετά καθαρά τον Σ.Κ. αιμόφυρτο να σέρνεται, θεούς απειλώντας και δαίμονες, ύστερα από την πισώπλατη πιστολιά που δέχτηκε στο καφενείο του Νικολάου Δ. Την κηδεία ενός παλληκαριού που το τελείωσαν δυο τομάρια, άξεστοι και αληταράδες. Την επάνοδο στο σχολείο ακόμη, με το μαύρο περιβραχιόνιο στο χέρι, του συμμαθητού μου Δ.Μ. ύστερα από το πλήγμα που υπέστη ο πατέρας του, ένας αγαθός σαν πρόβατο άνθρωπος, κατά την προσπάθειά του να αποτρέψει μία εν ψυχρώ επίθεση εις βάρος του αδερφού του, καθώς και την ατμόσφαιρα εκείνης της Κυριακής του Ιουλίου του 1958, όπου ο Β.Κ. ξαναγύριζε στην πατρίδα ύστερα από είκοσι συναπτά έτη απουσίας, όταν στα τριάντα του, για λόγους ερωτικούς, ήταν αναγκασμένος να απομακρυνθεί, και ενώ όδευε στον προορισμό του, όπου τον περίμεναν ανίψια που δεν είχε γνωρίσει και υπερήλικες γονείς, μια ντουφεκιά από πέρα μακριά κι άλλη μια τον ξάπλωσαν κάτω, για να τον μεταφέρουν οι γειτόνοι πάνω στο φύλλο μιας αυλόπορτας ξύλινης, νεκρό, στο ιατρείο της πόλης.

 Όλα αυτά όμως είναι το ένα σκέλος που θέλω να τονίσω του θέματος, διότι υπάρχει και το άλλο, εξίσου δύσκολο και επώδυνο, αυτό της επιστροφής του εγκληματία ύστερα από χρόνια πολλά. Εδώ δεν θα σταθώ σε άλλες περιπτώσεις αλλά σε μία την οποία και έζησα: πρόκειται για την επίσκεψη στο σπίτι μας του θείου της μητέρας μου, ο οποίος είχε σκοτώσει τον πατέρα της – και αδερφό του – όταν εκείνη ήταν μόλις πέντε ετών. Ήταν τρίτη ακριβώς μέρα του Πάσχα του 1962, οπότε μαζί με κάποιον κοινό μας φίλο και κρατώντας γλυκά διπλωμένα με μια ζελατίνα κόκκινη, η οποία απέληγε σε έναν τεράστιο φιόγκο, πέρασαν το ξύλινο χαγιατάκι μας και ανέβηκαν επάνω χωρίς να περιμένουν ειδοποίηση, ανατρέποντας μάλιστα αυτομάτως και τα συναισθήματα της μάνας μου, η οποία, ενώ ήταν με όρκο ανένδοτη μέχρι εκείνη τη στιγμή, άρχισε ξαφνικά με εγκαρδιότητα να τους υποδέχεται στο χολ. Αμέσως μετά στείλαμε μήνυμα και στον πατέρα μου, ήρθε, χαρήκαμε, φάγαμε, και σε κάποια στιγμή μάλιστα που ο μετανοημένος την έκρινε κατάλληλη επιχειρώντας να της φιλήσει το χέρι, δοκιμασία από την οποία εκείνη τον απάλλαξε λέγοντάς του λόγια διάφορα, μακρόθυμα και κατευναστικά.

Διαβάζοντας την ενότητα «Οι φόνοι» έχει την (ψευδ)αίσθηση ο αναγνώστης ότι έρχονται στα αυτιά του τα λόγια και η αργόσυρτη μουσική δημοτικών ή ρεμπέτικων τραγουδιών. Όντως, πρόκειται για δημώδη άσματα, μεταγραμμένα σε πρόζα, για την πληγωμένη λαϊκή αθωότητα που την κατατρύχει ένας ανώνυμος, ένας αφανής εκδικητικός θεός.

Τραγικοί στην αφέλειά τους είναι οι ήρωες του Μαρκόπουλου: φονιάδες, αλαφροΐσκιωτοι, ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσαι γυναῖκες, ως άλλες Κασσιανές, παράφρονες, πόρνες, συναγελάζονται ή συνάζονται στα κείμενα του (λαϊκές συνάξεις αμαρτωλών αγίων), δίπλα σε αναξιοπαθούντες, σε δύσμοιρα ορφανά, απόκληρους, φιλοτεχνώντας εικόνες του άχαρου βίου των αποκηρυγμένων και ανέστιων, σκηνές αληθινές, σκληρές, με υπόρρητο θρησκευτικό βάθος, που ξεκινά από τη λύπη και την ευσπλαχνία και κατεβαίνοντας ανακινεί τη μετάνοια, το έλεος και την έσχατη εξαθλίωση∙ μορφές που προκαλούν το δέος ή τη συμπάθεια, την αποστροφή ή τη λύπηση, επικαλούμενες το θείο έλεος. Ο σαλός του μαραγκούδικου που δέρνει ανηλεώς τη σανίδα γιατί του έπιασε το χέρι και δίπλα του, υπό άλλη μορφή καταδρομής της μοίρας, με το άσβεστο στίγμα του πένθους Εκείνα τα δίδυμα αδερφάκια, αγόρι και κορίτσι, της πάνω γειτονιάς, που πέθανε η μητέρα τους, τα μαυροφόρεσαν, και που ακόμη κι όταν μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά, εμείς εξακολουθούσαμε να τα αποκαλούμε μεταξύ μας τα «ορφανά». Οι αντιήρωες αυτοί του Μαρκόπουλου, αθρόοι στον μεγάλο συναξαριστή του, πενθούν ποικιλόμορφα, όπως εκείνη η ισχνή μαυροφορεμένη (πάλι το μαύρο του θανάτου) γριούλα, με το μπαστούνι και το γαϊδούρι της, που πουλούσε τσάι το χειμώνα μέσα στους υγρούς νοτισμένους δρόμους της γενέθλιας πόλης μας. Με θρησκευτική ευλάβεια ο ποιητής, στο ιδιότυπο εκείνο requiem του Ιστορικού κέντρου, κείμενο της άδολης χριστιανικής αγάπης, που το συνταράζει το ρίγος του πένθους, «Με τη λάμπα στο χέρι», αθανατίζει με την κατανυκτική θλίψη της Μεγάλης Πέμπτης πρόσωπα και πράγματα που τα εξαγίασε η λαϊκή καθημερινότητα. Είναι η ικανότητα του ποιητή να εκλαϊκεύει τον πόνο, λαϊκό παιδί ο ίδιος, χωρίς ίχνος λαϊκιστικής εγκεφαλικότητας, διότι έχει ζήσει, έχει βιώσει στα μύχιά του όσα καταθέτει. Η λάμπα είναι η αναστάσιμη ημέρα, η αναμενόμενη αλλά διαρκώς αναβαλλόμενη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, γράφει, τις ατέλειωτες και επί παντός θέματος συζητήσεις, που φαίνονταν σαν να έλυναν τα προβλήματα της οικουμένης ολόκληρης ενώ στην ουσία δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να προσπαθούν να κλείσουν το βαθύ εκείνο πηγάδι της ανελέητης μοναξιάς, της περίλυπης ψυχής τους άχρι θανάτου, συμπληρώνουμε εμείς. Ούτε θα ξεχάσει τους σαλούς στα παγκάκια δίπλα στα ουρητήρια είτε στην πάνω μεριά της πλατείας, την περιφορά των εικόνων στις διάφορες τοπικές μεγάλες γιορτές μας, αλλά και τις «κοπέλες της σκοποβολής» (πώς ανακαλούν οι εντός εισαγωγικών «κοπέλες» τους οίκους ανοχής, την ιερά πορνεία και τις ιέρειες των αρχαίων ναών, των ιεροδούλων), που αποτέλεσαν και τα πιο σπουδαία ερωτικά μας ινδάλματα, έτσι κάπως προκλητικά καθώς ήταν ντυμένες και όμορφες. […] Εκείνο όμως που θα ήθελα να το απαλείψω για πάντα, σαν να μην έγινε ποτέ, να το σβήσω παντελώς από μέσα μου, είναι το γεγονός ότι κάθε Τετάρτη σχεδόν, που τα μαγαζιά ήταν κλειστά, πηγαίναμε με τον πατέρα μου, έχοντας τα εργαλεία σε ένα φορητό – σαν τα όργανα της μουσικής – βαλιτσάκι, και περιποιούμασταν τους πιο καλούς του καταστήματός μας φίλους όταν αρρώσταιναν, στο σαλόνι τους, με τις πιζάμες τους ή, ακόμη χειρότερα, νύχτα με το σκοτάδι, τους ετοιμοθανάτους, έθος θρησκευτικής καθαρότητας, καθαρτική υποχρέωση δεύτερη τη τάξει μετά τη θεία μετάληψή τους – κατάλοιπο αρχαίο, αν θυμηθούμε ότι οι Σπαρτιάτες πριν από τη μάχη λούζονταν και χτενίζονταν και καλλωπίζονταν, για να συναντήσουν εξαγνισμένοι τον θάνατο (νόμος σφι οὕτω ἔχων ἐστί· ἐπεὰν μέλλωσι κινδυνεύειν τῇ ψυχῇ, τότε τάς κεφαλάς κοσμέονται). Και επειδή έσβηναν νωρίς τα φώτα της ιδιωτικής εταιρείας […] εγώ κρατούσα μπροστά στο πρόσωπο του ιδιότυπου αυτού πελάτη μας μια «ασετιλίνη» ή άλλοτε – αργότερα – μια λάμπα πετρελαίου, για να βλέπει ο πατέρας μου, και ύστερα σιωπηλοί φεύγαμε, για να ακούσουμε πολλές φορές, φτάνοντας μόλις στην πόρτα της αυλής μας, φωνές, θρήνους και οδυρμούς, σημάδι ότι στο σπίτι απ’ όπου φύγαμε είχε επέλθει πλέον το μοιραίο. Πρόκειται για σκηνή γνησίως θρησκευτική, για προθανάτια ιεροτελεστία, στην τραγική κυριολεξία επί ξυρού ακμής.

Ξεχωριστή είναι η θέση που επιφυλάσσει ο ποιητής στο δήθεν ανίερο, αλλά καθαγιασμένο ζεύγμα του θρησκευτικού με το ερωτικό στοιχείο, από τις πιο ερωτικές περικοπές του Άσματος Ασμάτων έως τις πιο ακραίες, τις εκπορνευμένες, μορφές του.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα αναπαριστά, από ποίημα σε ποίημα, η ποίηση του Μαρκόπουλου, πένθιμα εαρινή, εν αναμονή της λαμπροφόρας Κυριακής. Και μετά το Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, ο αγώνας για τη ζωή, το μελαγχολικό κυριακάτικο απόγευμα πάλι παρόν, με την προσδοκία του απλού ανθρώπου και την ευχή «και του χρόνου», από χρόνο σε χρόνο.

Λαϊκές οι εκκλησίες του και τα ξωκκλήσια του, υποβλητικά, ερημικά, εγκαταλελειμμένα, και καταραμένα ακόμα, προσομοιώσεις της ζωής, των συνηθειών αλλά και της κακίας των απλοϊκών ανθρώπων, όλα προσαρμοσμένα στην ανθρώπινη φύση, στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν: Εκκλησία που την άφησαν γιατί έγινε κάποτε φονικό, θα γράψει, αφήνοντας να διαφανεί η απεριόριστη ανοιχτότητα και περιχωρητικότητα της ορθόδοξης λαϊκής πίστης, καθώς και ο αγνός ερωτισμός, όπως εκπορεύεται από την παράβαση και την πρόσκαιρη αμαρτία προς το αγιασμένο μυστήριο του γάμου και την απενοχοποιημένη αλλά κοινότοπη καθημερινότητα: Ήταν η γιορτή του προστάτη αγίου εκείνης της μικρής επαρχιακής πόλης απ’ όπου τυχαία περνούσα, και οι κάτοικοι είχαν βγει στο προαύλιο της εκκλησίας, μετά τη λειτουργία, και κάθονταν. Μέσ’ από αυτό το χαρωπό πανδαιμόνιο λοιπόν, η Εύα, κόρη μικρή και όμορφη ανθρώπου φτωχού και ήσυχου, κατάφερε και έφυγε κρυφά, και βγήκε στα χωράφια, όπου και συνάντησε τον αγαπημένο της, πρωτότοκο παιδί του πιο μεγάλου γαιοκτήμονα, έτσι όπως το ’χαν μέρες τώρα κι οι δυο τους σχεδιάσει.

Όταν μετά από δέκα χρόνια θα ξαναέρθω εδώ την ίδια μέρα και ώρα, θα τη βρω παντρεμένη μαζί του. Θα έχει αλλάξει πράγματι κάπως, θα έχει χτενίσει αλλιώς τα μαλλιά και θα κλείνει τα παράθυρα του αρχοντικού της δίπλα στην εκκλησία, σαφώς ενοχλημένη από τις φωνασκίες των εορταζόντων.

Εικόνες λαϊκού αγιογράφου σε τέμπλο εκκλησίας μοιάζουν οι περιγραφές των ιερών χώρων και των αμαρτωλών ανθρώπων, όπως τις φιλοκαλεί ο ποιητής. Η εκτροπή και το θεωρούμενο ως άηθες καθοσιώνονται και κατοχυρώνονται κατά θεία οικονομία: Ένα αγοράκι έξι επτά ετών, περίπου, από τον πρώτο γάμο, που σήκωνε στα σκαλιά της εκκλησίας το νυφικό της μητέρας του.

Σπύρος Παπαλουκάς, Ανάσταση, 1923.

Η αμαρτία και η αγιοσύνη συγκατοικούν και διαγκωνίζονται, σε διαρκή πάλη του σατανά με το θείο, του πειρασμού με τη θέωση, της ύλης με το πνεύμα: Εκείνα τα μοναχικά σπίτια στις άκρες των νεκροταφείων, που τα λειτουργούσαν ως κέντρα για τα παράνομα ζευγαράκια παλαιότερα, ή τα ενοικίαζαν οι τεχνίτες των τάφων, ώστε το απόγευμα της σκόλης που πίναν στο μπαλκόνι τον καφέ τους τα σχέδια στα πρόχειρα να ρίχνουν, να παίρνουν με το μάτι τους τα μέτρα.

Εκείνη η μεγάλη τσιμεντένια πλατεία που έπαιζαν το σούρουπο κάποια δικιάς τους επινόησης καμουφλαρισμένα τυχερά παιχνίδια, ο πανύψηλος λαϊκός βοηθός του δεσπότη, το συνεσταλμένο παιδί με τις λεπτές χορδές στη φωνή που ντρεπόταν να αρνηθεί και το «τραβούσαν» οι πιο απίθανοι, στο ποτάμι, της μικρής μας πόλης άνθρωποι, και το υδροκέφαλο μαζί τους που ήξερε απέξω τη γεωγραφία.

Αιρετική, φαινομενικά, η σεμνά περιγραφόμενη ερωτική σκηνή δύο χωλών εραστών∙ ο ακάνθινος στέφανος της φυσικής τους ατέλειας καθοσιώνει την πράξη τους: Μόνο μετά, μόλις τελειώναμε, όπως και κάθε άλλη φορά που συνέβαινε το ίδιο, καθόμασταν κάμποσο για να ανασάνουν τα κορμιά μας, έτσι υγροί καθώς ήμασταν, αλλά και για να επουλώσουμε ο ένας του άλλου, στο πρόσωπό μας, τα τραύματα, που εν τω μεταξύ χωρίς να το καταλάβουμε μας είχε προκαλέσει το ακάνθινο στεφάνι, που ποιος, δεν ξέρουμε, και τίνι τρόπω μας είχε ήδη περάσει αθόρυβα στο κεφάλι.

Ανίερες αντιθέσεις, οξύμωρα που λειαίνουν τις γωνίες τους οι ανάγκες της ζωής και η ερωτική ορμή της νιότης, κοσμούν τους τοίχους των εκκλησιών του Μαρκόπουλου:

Σαν καπνός ο λυρικός της χαρμολύπης ο λόγος

την Πέμπτη αναθρώσκει τη Μεγάλη,

ο μακρινός Ιησούς της ελαιογραφίας είναι

Και ο Ιωάννης τη μάνα παρέκει κρατάει

ενώ κόρη τραγουδώντας τον γέροντα λούζει πατέρα της

και η φωνή της, αναιδής ως μέλλουσας πόρνης,

μέχρι εμάς απ’ τα πέρατα φτάνει. 

Ω αέναη εναλλαγή  των μηνών μέσα στο χρόνο.

Άλλες εικόνες, δράματα, μαρτύρια αθώων, άτυπα συναξάρια αγνώστων διά παντός αγίων συγκροτούν ένα νεομαρτυρολόγιο, των αφανών, των θανατοχτυπημένων, των βασανισμένων, των μετανοούντων, των ασώτων, των παρεκτραπέντων, των ανανηψάντων:

Γιατί είναι η μέρα Σάββατο (όπου με τραίνο περνώντας),

άντρες στα κοιμητήρια πονετικοί

βουβά σπαράζουν πάνω στους τάφους

για ό,τι δεν έδωσαν τότε που έπρεπε.

Σκηνικά σπαραξικάρδια, νεκρικές πομπές, όπου προπορεύεται σιωπηρά η ορφάνια, σε ένα ετερόκλητο ταίριασμα του μαύρου με το λευκό, το θρησκευτικό στοιχείο πλεονάζει και αφορά ως υπόρρητη παραμυθία τους ζώντες: Θάνατος (πρόωρος) του πατέρα. Αριστερά και δεξιά του κατά την εκφορά παπάδες, σε σειρά, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, με λευκά ράσα και πετραχήλια (λευκά επίσης), με πράσινους και κόκκινους σταυρούς κεντημένους, ως και αυτοσχέδια στις μάντρες λιβανιστήρια.

Το πένθος υπό άλλη μορφή, εξίσου δραματική, διαρκές από την ερημία, μετά τη σταδιακή αποχώρηση των προσφιλών, ως σκληρή αποδοχή της ανελέητης μοίρας:

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Δεν είχανε πρόσωπο, ήτανε φαγωμένο

και κάπως σαν να βιάζονταν

λεωφορείο  ή τραίνο να προφτάσουν

να πάνε σε άλλη πόλη.

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Τους έβλεπα από την ταράτσα μου, χρόνια τους έβλεπα,

ώσπου με τον καιρό χάθηκαν, έφυγαν

βράδιασε στη ζωή κι απ’ τη σελήνη τώρα πια

ένας τους μονάχα απ’ όλους που ξέμεινε

τους ψάχνει, αλυχτάει με το φαναράκι του κάθε βράδυ,

η λύπη βαριά στο στήθος τον πλακώνει

και ο πανικός τού βγάζει,

μια τρομερή φωνή θυέλλης τού βγάζει.

Αλλού, η μνήμη επιφέρει άφατη λύπη και ανακαλεί σκηνές κατανυκτικής ταπείνωσης:

Απ’ το πρωί σήμερα σκέπτομαι τον ύπνο

και η λαίλαπα σηκώνει στους σταυρούς την ομίχλη.

Γυρνώ στους δρόμους μονάχος

και στη λιτανεία αναγνώρισα στο σκήνωμα του αγίου

τη μισή καρδιά του χαμένου πατέρα μου.

Χλομές αγάπες στο παγκάκι επενδύουν μυστικά σε ανάμνηση

για τότε που θα χωρίσουν.

 

Στην εξοχή στάθηκα

και την παλαιά εκείνη προσευχή μου θυμήθηκα:

«Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία

όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε,

του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος,

του εφήβου την ακαταστασία

της δίγνωμης καρδιάς, μεγαλώνοντας,

ή της χελώνας το ακίνητο το κοίταγμα,

βλέποντας κρυφά μες στα κλαριά

κορμί όπου δεν έπρεπε να δεις, που σε διακόπτει.

 

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα

το μόνο που θυμάμαι από τότε, Κύριε, δάκρυα, δάκρυα

και τις γιορτές υπήρξα γυάλινος

και η μοναξιά μου εκτεθειμένη, στους άξεστους εκτεθειμένη.

 

Ω, θυμάσαι όταν για πρώτη

ερχόμουν κοντά σου φορά, Κύριε,

ζέστη παντού, βιβλική ζέστη, η πεδιάδα να καίει

και το ποτάμι που εκτινάσσονταν άηχο

ωσάν το θερμόμετρο μέσα στον ήλιο».

Και το ανθρώπινο πεπρωμένο σε όλη την τραγικότητά του: νεκροφόρες στον προορισμένο δρόμο προς το μεγάλο ταξίδι. Το μόνο όντως μεγάλο του απλού στη μικρότητά του άσημου ανθρώπου. Sic transit Gloria mundi:

Μεσάνυχτα τους κατεβάζαν,

χωρίς κανένας άλλος να πάρει είδηση.

Τους έγδυναν, τους έπλεναν, τους έντυναν με τα καλά τους

που οι συγγενείς είχαν από μέρες τρεις φέρει,

τους έκλαιγαν με κλάμα πνιχτό,

στο ξένο, τους έκλαιγαν, στο κοιμισμένο παρεκκλήσι,

και ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα.

 

Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ

έφευγαν, έφευγαν το πρωί οι νεκροφόρες.

Μια ιδιότυπη παρομοίωση, ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων, οδηγεί αναγωγικά στην παρακμή, τη φθορά και την απώλεια των πάντων. Είναι μια αντι-μακάβρια αλλά τόσο παραστατική αποτύπωση της ζωής που φεύγει, της διάλυσης, της κακοσμίας:

Εδώ τα μυριάδες θροΐσματα του αέρα,

η ανεξίτηλη οσμή της πίσσας και της βενζίνης.

 

Εδώ, εδώ όλα, γερασμένα ποδήλατα, μηχανάκια,

καθρεφτάκια των πούλμαν και κεφάλες νταλικών.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρίκυκλα κουτσά, ταξί πεταμένα

και της βασίλισσας κότας θρόνος

το πίσω κάθισμα της σαπισμένης Μερτσέντες.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρακτέρ βουλιαγμένα,

κύλινδροι οδοστρωτήρες,

εκσκαφείς της Κατερπίλαρ, της Ντόιτς, εδώ, εδώ όλα,

και μαζί τους χιλιάδες αιώνια «σ’ αγαπώ»

που ειπώθηκαν ανάμεσα σε παλιοσίδερα,

γαϊδουράγκαθα και κουράδες.

Μια άλλη παραβολή, του χαλασμένου ρολογιού σε δημόσιο χώρο, του ιερομόναχου αυτού συμβόλου της ζωής, στους επαρχιακούς ιδίως χώρους, δείχνει με τον μικρό δείχτη του την αργόσυρτη μνήμη και με τον μεγάλο τον καταλύτη θάνατο να διανύει τρέχοντας τον περιορισμένο κύκλο της ζωής:

Είναι το ρολόι το χρόνια χαλασμένο, δημόσιου χώρου,

που χτυπά μόνο όταν βλέπει ανθρώπους δικούς του.

Η μνήμη του είναι επίμονη

όπως μια γάτα που ψάχνει ασταμάτητα τα μωρά της

μέσα στη σβησμένη από μέρες φωτιά.

Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο.

Και μία ακόμη: η σκηνή σε κρίσιμο χειρουργείο, μεταμορφωμένο σε ιερό ναό: βασικό πρόσωπο ο αναισθησιολόγος, ως άλλος εξομολόγος και εταστής ταραγμένων ψυχών, θεατής των εσχάτων και αποτροπέας τους. Η ατμόσφαιρα πλήρης θρησκευτικής κατανύξεως:

Τα βλέπει, όμως, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος,

όλα αυτά τα βλέπει στην οθόνη

και τα μέτρα του αθόρυβα λαμβάνοντας,

σαν παλαιός αφιερωμένος σε εκκλησία μεγάλη,

τα μέσα τους σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια,

τα φώτα ένα ένα του αίματος

[…].

Νεκρώσιμες, απόμακρες, επαρχιακές και οι καμπάνες του Μαρκόπουλου, σήματα κινδύνου, συναγερμού, πολλαπλών κλήσεων, οι χαρμόσυνοι ήχοι τους βουβαίνονται από τη νεκρική ησυχία του θανάτου:

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,

τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,

και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους

σκυλιά τους κυνηγούν,

σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

Ένα νεκροταφείο αποκτά διεποχικές διαστάσεις, με τον συνήθη τρελό των ποιημάτων του Μαρκόπουλου, σε ρόλο ξυπνητηριού – αποτέλεσμα της θείας νόσου. Στίχοι εν είδει προφητείας με δύο έντονες επαναλήψεις:

Ομίχλη νεκροταφείου, Νοέμβρη, ήλιε, Δεκέμβρη, ασύλου,

ασήμι, Μάρτη, παντέρημου τρούλου ασήμι

και άσπρο νεόκοπου, Ιούλιε, άσπρο νεόκοπου πάγου

και μυαλό του τρελού ρολόι αλάνθαστο πόλεως,

ρολόι αλάνθαστο πόλεως εξαερούμενης.

Και μία μαρτυρία οργής, γραμμένη σε καιρούς σύγχρονους, πολιτικά χαλεπούς, διαμαρτυρία ενάντια στον συμβιβασμό με άνομες εξουσίες, όταν η θρησκεία χάνει τη λαϊκή της βάση και κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πιστών, ανάκληση της παρεμφερούς οργής των Σατιρικών γυμνασμάτων του Κωστή Παλαμά:

Ω διαμάντια και μικροσκοπικοί σταυροί πανάκριβοι.

Ω διαταγές αρχαίων στρατηγών

δεμένες με κορδέλες από εσώρουχα αρτιστών

στων δεσποτάδων τα γιλέκα.

Νιώθω τις άσχημες βουλές σου, ιστορία πίθηκε.

Νιώθω τις άσχημες βουλές σου, καλόγερε,

με το σκισμένο ράσο τα βρώμικα ποδάρια

και την ψυχή σου πονηρή και ανοικτίρμονα

σαν την ψυχή της γάτας.

Βλέπω του θεού σου τις πληγές

που στάζουν αίμα και φαρμάκι μυρωμένο.

Βλέπω το κρίμα σου πηχτό σαν το σκοτάδι πηγαδιού.

Στρατιώτης είμαι και κοιμάμαι στο ρημαγμένο μοναστήρι.

Ποντίκια εδώ και εκεί μες στη μεγάλη του εκκλησιά

εργάτες κορίτσια και πολυφαμελίτες πρόσφυγες.

Βρωμάνε κάτουρο και κλάνουν.

Φοβάμαι και ουρλιάζω,

ένας άγιος από μια εικόνα με καρφώνει.

Ένα φίδι σκοτωμένο στη γωνία με τα μάτια του ανοιχτά.

Η ιστορία που πορεύεται αχάριστη

και η ζωή μου απρόσωπη.

 

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός εργάστηκε στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Τμήματα Ιστορίας και Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, από το οποίο αφυπηρέτησε στη βαθμίδα του Καθηγητή. Υπήρξε σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού Πόρφυρας, υπεύθυνος έκδοσης των Κερκυραϊκών Χρονικών και επιμελητής έκδοσης του Ιόνιου Λόγου, της επιστημονικής έκδοσης του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών.

 

Kωνσταντίνος Διώγος: Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919)

Kωνσταντίνος Διώγος

Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919)

 

Τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Ουκρανία και η πολιτική της έναντι του Μπολσεβικισμού

Τα οικονομικά συμφέροντα και οι κεφαλαιακές επενδύσεις της Γαλλίας στη Ρωσία είχαν μακρύ παρελθόν και αποτελούσαν ακρογωνιαίο λίθο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.[1][2] Η ανάγκη της τσαρικής εξουσίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, για κεφάλαια για την προώθηση ενός προγράμματος ταχείας εκβιομηχάνισης είχε οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη επέκταση των γαλλικών επενδύσεων στη ρωσική κεφαλαιαγορά, στη βιομηχανία, στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα.[3] Προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτή τη σχέση, η γαλλική κυβέρνηση είχε ενθαρρύνει την επέκταση αυτών των επενδύσεων. Οι μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες όπως η Société Générale, η Banque de Paris et des Pays-Bas και η Banque de l’ Union Parisienne, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν επενδύσει τεράστια ποσά, έως το 1914, σε κάθε λογής επιχειρήσεις, σε ρωσικές τράπεζες, σε εξορυκτικές, μεταλλουργικές και βιομηχανικές μονάδες, συγκεντρωμένες οι περισσότερες στην περιοχή της Ουκρανίας και στην κοιλάδα του Δον.[4] Η γαλλική ηγεσία έκρινε τις επενδύσεις αυτές ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής της στη Ρωσία και επεδίωξε με κάθε μέσο την προστασία τους σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την άλλη οι Μπολσεβίκοι, μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1917, θεώρησαν αυτές τις επενδύσεις ως μία ακόμη έκφανση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθεια σφετερισμού του πλούτου της Ρωσίας προς όφελος μιας μικρής ομάδας ξένων και ρώσων κεφαλαιούχων. Προχώρησαν, έτσι, το Φεβρουάριο του 1918, στην κατάργηση των τσαρικών χρεών και στη σταδιακή εθνικοποίηση του τραπεζικού και βιομηχανικού κλάδου της οικονομίας.[5] Αυτές οι ενέργειες εξάλειψαν, αυτοστιγμεί, επενδύσεις ετών και οδήγησαν εκατοντάδες γάλλους κεφαλαιούχους στην απόγνωση, μετατρέποντάς τους αυτομάτως σε ένθερμους θιασώτες της πολιτικής για βίαιη ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και σε ισχυρό μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

«O σύντροφος Λένιν σκουπίζει την υδρόγειο». Γελοιογραφία εποχής.

Από την άνοιξη του 1918, ιδιαίτερα μετά και την υπογραφή της ειρήνης του Brest – Litovsk (3 Μαρτίου), άρχισαν να επικρατούν στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών οι φωνές εκείνες που θεωρούσαν τους Μπολσεβίκους ως πρωτεύουσα απειλή για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προωθήθηκε έτσι σταδιακά η ιδέα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την προστασία αυτών των συμφερόντων και τη διατήρηση της προπολεμικής γαλλικής επιρροής στη Ρωσία. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση αναζήτησε ερείσματα στις αντεπαναστατικές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και παράλληλα να εγγυηθούν, όπως και στο παρελθόν, την εξασφάλιση της προνομιούχου πολιτικής και οικονομικής της θέσης.

Παράλληλα και η Βρετανία προωθούσε τα δικά της σχέδια για τη διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου και στη Γεωργία. Άλλωστε οι δύο σύμμαχοι, ήδη από τον Οκτώβρη του 1917, είχαν χωρίσει τη Ρωσία σε «επιχειρησιακές σφαίρες», που αντιστοιχούσαν στα ιδιαίτερα γεωστρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.[6] Όσο ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η γαλλο-βρετανική συνεργασία για τα ρωσικά θέματα ατονούσε και έδινε τη θέση της σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση προνομιούχου θέσης στο μεταπολεμικό status quo. Η αναπάντεχα γρήγορη κατάρρευση της Γερμανίας στο Δυτικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1918, το άνοιγμα των Στενών της Κωνσταντινούπολης και η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα έθεσε τα γαλλικά σενάρια στρατιωτικής επέμβασης στη Ρωσία σε πιο ρεαλιστική βάση.

Η οριστικοποίηση της απόφασης της Γαλλίας για επέμβαση στην Ουκρανία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1918)

Η αποφασιστικότητα της γαλλικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση της επεμβατικής πολιτικής φάνηκε ξεκάθαρα το Νοέμβριο του 1918, όταν και αρνήθηκε ασυζητητί κάθε πρόταση συνδιαλλαγής της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Lenin, αντιλαμβανόμενος ότι το τέλος του πολέμου θα έστρεφε τις δυνάμεις της Αντάντ κατά του σοβιετικού καθεστώτος, φάνηκε πρόθυμος να προχωρήσει σε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις, να διαπραγματευτεί ακόμη και το ζήτημα των χρεών, προκειμένου να κερδίσει πολύτιμο χρόνο ώστε να ισχυροποιήσει την εξουσία του.[7] Παρόλ’ αυτά, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ότι χρονοτριβώντας άσκοπα το μόνο που κατάφερνε ήταν να διευκολύνει τους σοβιετικούς στην «εξαγωγή» της επανάστασης. Η ίδια αντίληψη επικράτησε και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1919, όταν η γαλλική κυβέρνηση αποθάρρυνε τις τελευταίες προσπάθειες συνδιαλλαγής μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών αντεπαναστατών, «τορπιλίζοντας» την επικείμενη συνάντηση στα Πριγκιποννήσια.[8]

Προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την επικείμενη επέμβαση στη Ρωσία, η κυβέρνηση Clemenceau απέδωσε ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση με τους Μπολσεβίκους. Ο Μπολσεβικισμός παρουσιαζόταν στο γαλλικό κοινοβούλιο και τον Τύπο ως η μάστιγα της ανθρωπότητας και οι Γάλλοι ως υπερασπιστές της ελευθερίας του ρωσικού λαού. Ο Clemenceau δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό από κεφαλαιούχους που είχαν ενθαρρυνθεί στο παρελθόν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη ρωσική οικονομία.[9] Πιέσεις ασκούνταν και από τσαρικούς «εμιγκρέδες» στο Παρίσι, που προσδοκούσαν στη σύμπραξη μιας μεγάλης δύναμης για την παλινόρθωσή τους. Η γαλλική κυβέρνηση στόχευε όχι μόνο σε ανταλλάγματα για τις ζημίες που υπέστησαν οι επενδυτές της, αλλά κυρίως στο άνοιγμα νέων αγορών στη Νότια Ρωσία για τα βιομηχανικά προϊόντα της και στην εξασφάλιση μιας σίγουρης και σταθερής πηγής πρώτων υλών και σίτου, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο οικονομίας.[10]

Ταυτόχρονα αναζητήθηκαν στρατιωτικά και πολιτικά ερείσματα στους Λευκούς αντεπαναστάτες, στο όνομα των οποίων θα πραγματοποιούνταν, άλλωστε, η εκστρατεία. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, Γαλλία και Βρετανία συμφωνούσαν σε ένα: ότι η επιστροφή σε ένα αντιδραστικό τσαρικό καθεστώς δεν αποτελούσε επιλογή για τη σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου. Για το λόγο αυτό προτιμούσαν την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος κοντά στα πρότυπα των δυτικών αστικών δημοκρατιών, που θα στηριζόταν οικονομικά στις Μεγάλες Δυνάμεις και θα εγγυάτο την αποπληρωμή των χρεών και την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης με αυτές. Οι «Εθελοντές» του στρατηγού Denikin στη ΝΑ Ρωσία παρείχαν αυτές τις εγγυήσεις.[11] Ο στρατός αυτός άρχισε να συγκροτείται στις αρχές του 1918 από τσαρικούς αξιωματικούς, κάτω από τις διαταγές των στρατηγών Kornilov, Alekseyev και Denikin.[12] Ο αναπάντεχος θάνατος των δύο πρώτων ανέδειξε τον Denikin, έναν αξιωματικό από φτωχή οικογένεια που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο στρατό και είχε γαλουχηθεί στις αξίες του μεγαλορωσικού εθνικισμού, ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Λευκών.[13] Μετά από μια πορεία γεμάτη περιπέτειες και ηρωισμούς ο Denikin κατόρθωσε, έως το φθινόπωρο του 1918, να συγκροτήσει μια σχετικά αξιόμαχη δύναμη με κέντρο το Εκατερινοδάρ και το Νοβοροσίσκ στην περιοχή του Κουμπάν. Μαζί του συστρατεύτηκαν και οι Κοζάκοι της κοιλάδας του Δον, του στρατηγού Krasnov.[14]

Anton Denikin (1872 –1947).

Για να υλοποιήσει τα επεμβατικά της σχέδια η Γαλλία χρειαζόταν αξιόμαχους συμμάχους, καθώς δεν μπορούσε να φέρει μόνη της το επιχειρησιακό βάρος. Οι γάλλοι στρατιώτες, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαντλητικού πολέμου, παρουσιάζονταν εξαιρετικά απρόθυμοι στην προοπτική ανοίγματος ενός νέου μετώπου.[15] Ο Γενικός Διοικητής της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Αδοσίδης, ανέφερε σχετικά με το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων: «ενταύθα Γαλλικόν Στρατηγείον δεν αποβλέπει ευχαρίστως εις μελετωμένην εκστρατείαν […] έχω λόγους νομίζω ότι τοιαύτη διάθεσις δεν είναι άσχετος και προς δυσφορίαν ην εξέφρασαν γαλλικά στρατεύματα μεταβώσι Ρωσσίαν».[16]

Με τη σταθερή άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί σε μια μακροχρόνια και αβέβαιη επιχείρηση που μπορεί να οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, η χρήση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προέβαλλε ως ιδανική λύση. Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν καταπονημένος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέθετε επαρκή οργάνωση και συνοχή. Η απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία ήταν μια πολιτική επιλογή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με στόχο την ενίσχυση του φιλοσυμμαχικού προφίλ της χώρας, σε μια περίοδο που η τύχη των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων βρισκόταν υπό ανοικτή διαπραγμάτευση στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

Η απόφαση Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναλογία ενεργούς συμμετοχής στη συμμαχική νίκη και μεταπολεμικών κερδών επρόκειτο να αποτελέσει τον «χρυσό κανόνα» για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου.[17] Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε ότι με όρους ρεαλιστικής πολιτικής η στρατιωτική συνεισφορά της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, αν και αξιόμαχη, κρινόταν ανεπαρκής, προκειμένου να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.[18] Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα, εισερχόμενη στον πόλεμο την «δωδεκάτην σχεδόν ώραν» και έχοντας υποστεί τις λιγότερες θυσίες, δεν δικαιούταν να εγείρει σημαντικές μεταπολεμικές αξιώσεις, αποτελούσε ένα πρόβλημα πολιτικό για την κυβέρνηση, η οποία καλούνταν άμεσα να το υπερβεί.[19]

Στις αρχές Νοεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος είχε ελάχιστους λόγους να αισθάνεται αισιόδοξος αναφορικά με την πραγμάτωση των αλυτρωτικών οραμάτων. Ανατολική Μακεδονία, Δυτική και Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βόρεια Ήπειρος, Δωδεκάνησα, Κύπρος, όλα τα μεγάλα εθνικά μέτωπα ήταν ανοιχτά, εκκρεμή και υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Σε αυτή την πολυσύνθετη διπλωματική συγκυρία συνέπεσε η πρόταση της Γαλλίας για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας.[20] Η αντίδραση του Βενιζέλου στη γαλλική πρόταση ήταν δηλωτική της διπλωματικής θέσης της χώρας καθώς και της ιδιοσυγκρασίας του πολιτικού. Ως κατεξοχήν πολιτικός «διαίσθησης» και «ενστίκτου», τάχθηκε σχεδόν αυτόματα υπέρ της ελληνικής συμμετοχής, δίνοντας εντολή στον πρέσβη στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο να διαβιβάσει στον Clemenceau ότι: «ο ελληνικός στρατός είναι εις διάθεσιν των Συμμάχων και δύναται χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία».[21] Στις 27 Νοεμβρίου 1918 ο Βενιζέλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Clemenceau και επιδίωξε την απόσπαση εγγυήσεων για υποστήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Θράκης και για, υπό προϋποθέσεις, ευμένεια στο ζήτημα της Σμύρνης. Αυτή ήταν η γαλλική προφορική «αντιπροσφορά» για την ελληνική συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.

Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936).
Georges Clemenceau (1841-1929).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος, θέλοντας να ακολουθήσει την αρχή της ισομερούς συνεργασίας με τις δύο δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, δεν σταμάτησε να προβάλλει τον «συμμαχικό» χαρακτήρα της ελληνικής συμμετοχής. Ωστόσο, η εκστρατεία της Ουκρανίας μόνο κατ’ επίφαση αποτελούσε «συμμαχική» επιχείρηση. Μπορεί να τύγχανε συμμαχικής έγκρισης, αποτελούσε, όμως, ένα σχέδιο καθαρά γαλλικής έμπνευσης, που εξυπηρετούσε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μέσα στη γαλλική ζώνη επιχειρήσεων στη Νότια Ρωσία. Αυτός ο απροκάλυπτα μονομερής χαρακτήρας των επιχειρήσεων αποτελούσε για τον Βενιζέλο ανεπιθύμητη εξέλιξη,[22] γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα επιφυλακτικό.[23] Ο Ρωμάνος, που εξελίχθηκε τελικά σε έναν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της συμμετοχής στην εκστρατεία, συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστικοποίηση της απόφασης. Θορυβημένος από την αναποφασιστικότητα του πρωθυπουργού, σκιαγράφησε με τα μελανότερα χρώματα τον κίνδυνο διπλωματικής απομόνωσης από τη Γαλλία, σε περίπτωση άρνησης,[24] υποστηρίζοντας με έμφαση την ανάγκη προβολής στον γαλλικό Τύπο της ελληνικής εμπλοκής, με σκοπό την καλλιέργεια ευμενούς κλίματος στην κοινή γνώμη.[25] Έτσι, ήταν ξεκάθαρο πως η τελική απόφαση περνούσε αναπόφευκτα μέσα από το πρίσμα των διμερών ελληνογαλλικών σχέσεων. Ο Βενιζέλος, αναλογιζόμενος τους διπλωματικούς κινδύνους, συναίνεσε τελικά στην αποστολή δύο Μεραρχιών, συνολικής δύναμης 23.351 ανδρών. Σε αυτές συμμετείχε η αφρόκρεμα των βενιζελικών αξιωματικών, που λίγους μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η κατάσταση στην Ουκρανία (Νοέμβριος 1918 – Μάρτιος 1919).

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο και η κατάσταση στην Οδησσό

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της Οδησσού και της Κριμαίας και τη δημιουργία μιας ευρείας αντεπαναστατικής ζώνης στη Νότια Ρωσία, με στόχο να δοθεί στο στρατό των Εθελοντών ο απαραίτητος χώρος και χρόνος, ώστε να οργανωθεί καλύτερα και να επιδιώξει στο μέλλον κάποια αντεπίθεση. Με φανερή, όμως, την έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, αυτός ο «ακήρυχτος πολέμος» κατά των Μπολσεβίκων απέκτησε χαρακτήρα αμυντικό και θνησιγενή, αφού μετατρεπόταν σε επιχείρηση μακροχρόνια, επίπονη και αβέβαιη. Η επιτυχία της προϋπέθετε ισχυρά τοπικά ερείσματα, που τόσο οι Γάλλοι όσο και ο Denikin στερούνταν. Οι πρώτοι μήνες της επέμβασης χαρακτηρίστηκαν από ατολμία και έλλειψη σαφούς σχεδίου δράσης, καθώς οι Γάλλοι δεν είχαν ξεκάθαρη απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ουκρανίας ούτε αποκρυσταλλωμένη θέση για το πώς θα διαχειρίζονταν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων Αντεπαναστατών.

Παράλληλα τα προβλήματα στην πόλη της Οδησσού συνεχώς αυξάνονταν. Η οικονομική κατάσταση εντός της γαλλικής ζώνης επιχειρήσεων ήταν οικτρή. Η αγροτική παραγωγή ήταν μειωμένη στο ελάχιστο, η βιομηχανία είχε σταματήσει και φόροι δεν εισπράττονταν από πουθενά.[26] Στην Οδησσό οι τράπεζες είχαν κλείσει και κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε παραλύσει. Βασικά είδη διατροφής, όπως το σιτάρι, και πρώτες ύλες, όπως το κάρβουνο και το πετρέλαιο, βρίσκονταν σε ανεπάρκεια.[27] Το συγκοινωνιακό δίκτυο που συνέδεε την πόλη με την αγροτική ενδοχώρα υπολειτουργούσε, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση σοβαρού επισιτιστικού προβλήματος, μιας και η τροφοδοσία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού.

Γάλλοι στρατιώτες στους δρόμους της Οδησσού στις αρχές του 1919.

Η πόλη, άλλωστε, είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη δημογραφική αντοχή της, καθώς είχαν συρρεύσει εκεί τους προηγούμενους μήνες χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ρωσίας, εξαιτίας του επαναστατικού αναβρασμού, ανεβάζοντας τον αριθμό των κατοίκων σε πάνω από ένα εκατομμύριο.[28] Ολόκληρη η Ρωσία είχε πλημμυρίσει με υποτιμημένα ρούβλια και η διαφθορά κυριαρχούσε σε όλες τις συναλλαγές.[29] Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η υψηλή ανεργία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, με τις τιμές να εκτινάσσονται στα ύψη και τη μαύρη αγορά να οργιάζει. Συγχρόνως η εγκληματικότητα είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθίστατο επικίνδυνη η κίνηση στη διάρκεια της ημέρας και αδύνατη τη νύχτα, εξαιτίας των ληστειών.

Μπορεί η οικονομική και εμπορική ζωή στην πόλη να είχε παραλύσει, δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με την κοινωνική. Οι πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εκεί, στην πλειοψηφία τους αξιωματούχοι του πρώην τσαρικού καθεστώτος, πλούσιοι αστοί και επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων και «εκπεσόντες» αριστοκράτες δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις διασκεδάσεις τους. Άλλωστε η πόλη με τα πολυτελή θέατρα και την όπερα, τα καφέ, τα εστιατόρια και τους οίκους ανοχής παρείχε τέτοιες δυνατότητες. Έτσι η Οδησσός παρουσίαζε την εικόνα ενός περίεργου αμαλγάματος εξαθλίωσης και πολυτέλειας, με «…πολυβόλα εις τα καίρια σημεία της πόλεως και ρωσικά μπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της», όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο στρατηγός Νίδερ.[30]

Η δράση των ελληνικών δυνάμεων (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1919) – Τα πρώτα προβλήματα

Στα μέσα Ιανουαρίου 1919 στην Οδησσό υπήρχαν δύο γαλλικές Μεραρχίες, «σκιά της πραγματικής των δυνάμεως»,[31] ο στρατός των Εθελοντών που δεν ξεπερνούσε τις 3.000, «ανάξιος λόγου στρατιωτικά», σύμφωνα με τις αναφορές ελλήνων αξιωματικών, καθώς και η 4η πολωνική Μεραρχία, με φανερά αισθήματα αντιπάθειας προς τους Ρώσους και έκδηλη επιθυμία επαναπατρισμού. Η έλλειψη δυνάμεων έκανε επιτακτική τη μεταφορά των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων. Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1919 οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να καταφθάνουν με γοργούς ρυθμούς. Οι διοικητές των Μεραρχιών και ο αρχηγός του Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, δεν ακολούθησαν τις μονάδες και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών, οι Έλληνες κλήθηκαν να πολεμήσουν χωρίς την καθοδήγηση των «φυσικών ηγητόρων» τους, γεγονός που δημιούργησε πολλά προβλήματα.[32] Η ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος δεν είχε πρόσβαση σε καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση στη Ρωσία και το γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αγνοούσε ακόμη και τους λιμένες αποβίβασης, οι οποίοι καθορίζονταν εν πλω, μετά το πέρασμα από την Κωνσταντινούπολη από τις εκεί εγκατεστημένες γαλλικές αρχές. Το έλλειμμα αυτό πληροφόρησης και επικοινωνίας στιγμάτισε την ελληνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Με την άφιξή τους οι ελληνικές μονάδες ανέλαβαν σχεδόν αποκλειστικά την επέκταση της γαλλικής ζώνης κατοχής στη γραμμή Χερσώνα – Νικολάιεφ – Μπερεζόφκα. Με την κατάληψη των τριών αυτών πόλεων οι συμμαχικές δυνάμεις άγγιξαν τα ακρότατα όρια της αντοχής τους, σχετικά με τις δυνατότητες επέκτασης της ζώνης επιχειρήσεων. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη για προώθηση προς το εσωτερικό καθίστατο απαγορευτική, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες ενισχύσεις. Μια απλή ματιά στο χάρτη φανέρωνε ότι ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά την άμυνα της Οδησσού, αφού είχε διοχετευτεί στην πρώτη γραμμή όλων των επιμέρους μετώπων. Η γαλλική διοίκηση έκρινε σκόπιμο τον κατακερματισμό και τη διασπορά των ελληνικών μονάδων σε περιοχές μακριά από τη βάση της Οδησσού. Αυτό προβλημάτισε τους διοικητές των μονάδων, που έβλεπαν να καλύπτονται με κόστος ελληνικό, επιχειρησιακές ελλείψεις των Γάλλων και των Εθελοντών, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη της εκστρατείας. Κάτω από αυτούς τους όρους η δράση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν ήταν απλά επικουρική, όπως προσδοκούσε ο Βενιζέλος, αλλά πρωταγωνιστική, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ελληνισμό της περιοχής. Πράγματι οι Έλληνες της Οδησσού είχαν υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό ως «απελευθερωτικό», γεγονός που τους εξέθετε στα μάτια των Μπολσεβίκων.

Η συμφωνία συμμετοχής προέβλεπε την υπαγωγή των ελληνικών δυνάμεων σε γαλλική διοίκηση, εφόσον συγκροτούνταν μικτές μονάδες. Ωστόσο, η αναλογία γαλλικών και ελληνικών δυνάμεων υπήρξε ιδιαίτερα ανισομερής, με τους Έλληνες να αποτελούν τα 2/3 και προς το τέλος των επιχειρήσεων ακόμη και τα 3/4 των μικτών αποσπασμάτων.[33] Ο κατακερματισμός και η διασπορά των ελληνικών μονάδων μακριά από την Οδησσό, η έλλειψη επικοινωνίας με τις διοικήσεις και η συχνά αυταρχική συμπεριφορά των γάλλων αξιωματικών υποδαύλισε αισθήματα δυσαρέσκειας στις τάξεις των Ελλήνων, που αισθάνονταν ότι λειτουργούσαν όχι ως ισότιμοι σύμμαχοι, αλλά ως υποτελείς των Γάλλων. Χωρίς καθοδήγηση από την Ελλάδα και με έλλειμμα πληροφόρησης από την πλευρά της γαλλικής διοίκησης αναφορικά με τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων, η ελληνική διοίκηση γρήγορα βρέθηκε σε αδιέξοδο και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων οξύνθηκαν σε βαθμό επικίνδυνο.

Έλληνες στρατιώτες στην Μεσημβρινή Ρωσία.

Τα αισθήματα εγκατάλειψης τροφοδοτήθηκαν και από μια σειρά άλλων προβλημάτων, όπως το ζήτημα της αποστράτευσης, την έλλειψη αλληλογραφίας με την Ελλάδα και τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, σε μια χώρα άγνωστη και αφιλόξενη, της οποίας η πλειοψηφία των κατοίκων αντιμετώπιζε με εχθρότητα την επέμβαση των ξένων δυνάμεων. Όλα τα παραπάνω επέδρασαν καταλυτικά στην ψυχολογία των ανδρών. Παντού κυριαρχούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας και μια διάχυτη ματαιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης της πολιτικής σκοπιμότητας που υπαγόρευε την εμπλοκή στην εκστρατεία. Οι αναφορές του διοικητή του 34ου συντάγματος πεζικού Χρήστου Τσολακόπουλου ήταν συγκλονιστικές και αποτύπωναν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την απόγνωση των Ελλήνων:

Οι άνδρες καταπονούνται και ευρίσκονται διαρκώς εν κινδύνω. Δυσφορούν πολύ, μη βλέποντες άλλον στρατόν Συμμαχικόν ή Ελληνικόν να έρχεται και θεωρούν εαυτούς εγκαταλελειμμένους […] ουδεμία πρόνοια σοβαρά ανάλογος της καταστάσεως λαμβάνεται και τα πάντα βαίνουν μοιραίως και τυχαίως. Δεν έχω καμμίαν είδησιν περί των τμημάτων μου, άτινα διαθέτει η Γαλλική Διοίκησις εις μεγάλας εντεύθεν αποστάσεις, χωρίς να μου λέγει προς τίνα σκοπόν αποστέλλονται και δια πόσον χρόνον. Ούτε έχω πλέον καμμίαν διοίκησιν ή επικοινωνία μετ’ αυτών. […] Ουδέποτε μοι εδόθη σαφής και αληθώς στρατιωτική διαταγή, ούτε διεφωτίσθην από τους αρμοδίους περί της καταστάσεως […] Ουδέν μέτρον λαμβάνεται σοβαρόν εν τη πόλει. Πλήρης Αναρχία. Δια μίαν έτι φοράν διαμαρτύρομαι δια την κατάστασιν ταύτην και παρακαλώ θερμώς να ληφθώσι σύντονα μέτρα υπέρ του στρατού μας, όστις είνε ανάξιος τοιαύτης τύχης. Έφθασα εις το σημείον, πέραν του οποίου θα σκεφθώ, εάν πρέπη τυφλώς να υπακούω εις ασαφείς, επικινδύνους και υπόπτους διαταγάς ανθρώπων μη γνωριζόντων τι κάμνουν και τι θέλουν. Θα σκεφθώ πλέον πως θα αποθάνω και εγώ και εκείνοι, που μου ενεπιστέφθητε […] Εάν αυτό που γίνεται είνε πολιτική (που δεν το πιστεύω) είνε άτιμον και δεν θα το εννοήσω ποτέ. […] Εννοώ κάλλιστα τα εθνικά συμφέροντα, δια τα οποία τοσάκις έχυσα το αίμα μου και δια τούτο υπέμεινα μέχρι αυτού του αξιοθρηνήτου σημείου. Αλλά δεν αντέχω πλέον. Εάν δε σταλή άλλος Ελληνικός στρατός ενταύθα, παρακαλώ να με αντικαταστήσετε, διότι φοβούμαι μήπως κάμμω καμμίαν ζημίαν. Άλλως τε και η υγεία μου είνε πολύ κακή πλέον. Εδοκίμασα όλας τας πικρίας. Φθάνει![34]

Η υποχώρηση και ο επαναπροσδιορισμός της γαλλικής πολιτικής

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι σχέσεις της γαλλικής διοίκησης με τους Εθελοντές είχαν διασαλευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεαστεί άμεσα η εξέλιξη των δύο σημαντικότερων μαχών, της Χερσώνας και της Μπερεζόφκα. Εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κινήθηκε ο περιβόητος Ataman Nikifor Grigoriev. Ντόπιος παραστρατιωτικός ηγέτης, μορφή τυχοδιωκτική, με μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό, δε δίσταζε να αλλάζει εύκολα στρατόπεδα στη διάρκεια του

Προπαγανδιστική αφίσα των Μπολσεβίκων. Αναπαριστά τις επιχειρήσεις κατά του Ataman Nikifor Grigoriev.

Εμφυλίου.[35] Η μορφολογία του εδάφους καθόρισε και το είδος των μαχών. Δεν υπήρξαν σταθερά «μέτωπα», αλλά συγκρούσεις που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη κινητικότητα των μονάδων κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, γύρω από τεθωρακισμένες αμαξοστοιχίες. Η νέα αυτή μορφή μάχης αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία για τους έλληνες αξιωματικούς, εντελώς διαφορετική από αυτή του Μακεδονικού Μετώπου. Στη μάχη της Χερσώνας η αναλογία 1/10 των αντιμαχομένων κατέστησε ανέφικτη κάθε προσπάθεια διατήρησης της πόλης υπό συμμαχικό έλεγχο. Το μέγεθος των απωλειών αποτέλεσε πραγματικό σοκ για την ελληνική διοίκηση, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες θυσίες. Στα γράμματά τους αξιωματικοί και οπλίτες θεωρούσαν εαυτούς ως «πουλημένο κρέας» και περιέγραφαν την αποστολή στην Ουκρανία ως «άστοχον θυσίαν».[36] Η πτώση της Χερσώνας συμπαρέσυρε αυτήν του Νικολάιεφ και της Μπερεζόφκα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας σειράς υποχωρητικών κινήσεων προς την Οδησσό.

Μετά από τις διαδοχικές αυτές ήττες η Οδησσός αποκόπηκε πλήρως από την ενδοχώρα. Με τις δυνάμεις τους σε οργανική αποσύνθεση οι Γάλλοι ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αποφύγουν μια στρατιωτική πανωλεθρία. Στις 20 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πολιορκούμενη πόλη ο Franchet d’ Espérey, αντικαθιστώντας το στρατηγό Henri Berthelot. Ο d’ Espérey αναδιοργάνωσε το σχέδιο άμυνας και πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που προοιωνίζονταν την οριστική εγκατάλειψη της εκστρατείας. Στις 25 Μαρτίου, στο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι οι ηγέτες της Entente συμφώνησαν ομόφωνα να μη σπαταλήσουν άλλες δυνάμεις για τη διατήρηση μιας τόσο επισφαλούς θέσης. Έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση της Οδησσού και η παροχή στήριξης στη Ρουμανία, η οποία και αναγορεύτηκε σε νέο προπύργιο της μάχης κατά του Μπολσεβικισμού.

Henri Mathias Berthelot (1861–1931).
Louis Franchet d’ Espérey (1856-1942).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στη δημιουργία ενός αμυντικού μετώπου, μιας αλυσίδας ανεξάρτητων κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ως μέσο για την ανάσχεση του Μπολσεβικισμού.[37] Αυτή η «ζώνη απομόνωσης» (cordon isolateur) ή αλλιώς «ζώνη υγειονομική» (cordon sanitaire) κατά του «μικροβίου του Μπολσεβικισμού» είχε στόχο την επιβολή ενός ευρύ οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού (εμπάργκο), προκειμένου να οδηγήσει το σοβιετικό καθεστώς στην εξουθένωση και μοιραία στην πτώση.[38] Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην πολιτική και οικονομική στήριξη αυτών των όμορων προς τη Ρωσία κρατών.[39]

Η μάχη της Κουμπάνκα (22-23 Μαρτίου 1919).

Η Αποστολή Νίδερ και η εκκένωση της Οδησσού

Η παρούσα στην Ουκρανία ελληνική διοίκηση αγνοούσε τον επαναπροσδιορισμό της συμμαχικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος, θορυβημένος από τις εξελίξεις, έδωσε από το Παρίσι εντολή στο στρατηγό Νίδερ να μεταβεί «άνευ αναβολής» στην Οδησσό, προκειμένου να αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του ελληνικού στρατού, να κρίνει τον βαθμό επικινδυνότητας των επιχειρήσεων και να μειώσει το ρίσκο για τον ελληνισμό.[40] Η αποστολή Νίδερ, που σημειωτέον αποτελούσε την πρώτη αλλά καθυστερημένη παρέμβαση του Βενιζέλου στα πράγματα, επανατοποθετούσε την ελληνική συμμετοχή σε νέες βάσεις. Τον Νίδερ ακολούθησαν και οι διοικητές των Μεραρχιών, υποστράτηγοι Βλαχόπουλος και Νεγρεπόντης. Ταυτόχρονα ξεκίνησε από τη Ρουμανία και ο Δενδραμής, ως πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας, με την εντολή να προστατεύσει τον ελληνισμό. Η μετάβαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο πεδίο των μαχών εγκαινίασε την τελευταία φάση της ελληνικής συμμετοχής στην εκστρατεία, η οποία και σφραγίστηκε με την εκκένωση της Οδησσού και την προσφυγοποίηση του ελληνικού πληθυσμού της. Στις 26 Μαρτίου η αποστολή Νίδερ έφτασε στην πολιορκούμενη Οδησσό, κυριολεκτικά στο «παρά πέντε» πριν την εκκένωση. Η διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε απομακρυσμένα σημεία αποστερούσε από το Νίδερ τη δυνατότητα οργανικού ελέγχου των ελληνικών τμημάτων. Ως μοναδικός πλέον στόχος προέβαλλε η απεμπλοκή του ελληνικού στρατού του με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942).

Στις 31 Μαρτίου 1919 η γαλλική διοίκηση ενημέρωσε τους προξένους των διαφόρων εθνοτήτων για την απόφαση εγκατάλειψης της εκστρατείας. Φυσικό επακόλουθο ήταν να προκληθεί πραγματικός πανικός στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, που αναζητούσε κάθε μέσο διαφυγής. Έως τις 5 Απριλίου το σύνολο των συμμαχικών στρατευμάτων είχε ξεκινήσει την αργή και κοπιαστική πορεία υποχώρησης προς τη Βεσσαραβία. Ταυτόχρονα περισσότεροι από 20.000 Έλληνες της Οδησσού επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό την Ελλάδα.[41] Στις 6 Απριλίου ο Grigoriev εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε οριστικό τέλος στην τετράμηνη κατοχή της Οδησσού από τις συμμαχικές δυνάμεις. Λίγες εβδομάδες μετά αποχώρησαν οι ελληνο-γαλλικές δυνάμεις και από την Κριμαία, συμπαρασύροντας κι εκεί μεγάλο μέρος του ελληνισμού, που εγκατέλειψε τη χερσόνησο φοβούμενη πιθανά αντίποινα από τους Κόκκινους.

Πορεία Μπολσεβίκων στην Οδησσό (Απρίλιος 1919).

Συμπεράσματα

Αν εξαιρέσει κανείς τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η ελληνική συμμετοχή στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας, ξεπερνώντας ακόμη και τη συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, τη δεκαετία του 1950. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, μέγεθος μεγάλο συγκρινόμενο με τις αντίστοιχες απώλειες του Μακεδονικού Μετώπου (834 νεκροί, 3790 τραυματίες και 671 «εξαφανισθέντες»). Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος ο Βενιζέλος χαρακτήρισε, εκ των υστέρων, την επιχείρηση ως «ανόητη».

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως αντιηρωική. Η περιοχή όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις βρισκόταν έξω από κάθε ιδιαίτερο γαιοστρατηγικό συμφέρον της χώρας. Οι αξιωματικοί και οπλίτες, που πήραν μέρος σε αυτήν, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι πολεμούσαν για κάποιο μεγάλο «εθνικό σκοπό», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να συνδέσει τη συμμετοχή με το αλυτρωτικό όραμα. Η κατάληξη των επιχειρήσεων σε απόλυτο οργανωτικό και στρατιωτικό φιάσκο και η γρήγορη απόσυρση των στρατευμάτων από την Οδησσό και την Κριμαία δεν περιποιούσε τιμή για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Οι μεταγενέστερες κρίσεις για την εκστρατεία, οι οποίες κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα, από την πλήρη δικαίωσή της μέχρι τον απόλυτο αναθεματισμό της, φανέρωναν την αμηχανία για μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων.[42]

Το σημαντικότερο ήταν ότι η εκστρατεία στην Ουκρανία, εμβόλιμη και συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από αυτές. Αποτέλεσμα ήταν η υποβάθμιση της σημασίας στην ελληνική ιστοριογραφία και ο χαρακτηρισμός της ως μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, «πρελούδιο» της μικρασιατικής περιπέτειας, με «αντίδωρο» τη Σμύρνη.[43] Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλουστευμένη. Η εκστρατεία της Ουκρανίας σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολύπλευρης και πολυετούς πολιτικής, που έκανε χρήση όλων των μέσων, διπλωματικών και στρατιωτικών, με τελικό στόχο την εθνική και εδαφική ολοκλήρωση, όπως αυτή υπαγορευόταν από τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εκφραζόταν μέσω του δόγματος των συμπλεόντων συμφερόντων με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τραγική της κατάληξη προκάλεσε ένα ακόμα κύμα προσφύγων, αυτή τη φορά από τη Νότια Ρωσία, θύματα των ανακατατάξεων και των κλυδωνισμών που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα απόνερά του.

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία στο ΑΠΘ (2005) φέρει τον τίτλο Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919) .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο: «Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919)», που εγκρίθηκε από τον τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ το 2005, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ιωάννη Μουρέλο.

[2] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, Kingston and Montreal: McGill-Queen ’s University Press, 1983, σ. 89-104. Πρβλ. και Jean Xydias, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919, Paris: Editions de France 1927.

[3] Olga Crisp, “French Investement in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) 2, (1960), 75-90 και της ιδίας, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic and East European Review, 35.84 (1956), 223-240. Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των επενδύσεων Γάλλων και Βρετανών στη Ρωσία βλ. Jennifer Siegel, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

[4] René Girault, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.

[5] Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, Brussels: Centre Emile Bernheim, 2004, σ. 7-22.

[6] Η συμφωνία είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως “Anglo-French Convention 23/11/1917”. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε στη συνάντηση από τους Clemenceau, στρατάρχη Foch και Pichon (νέο υπουργό εξωτερικών) και η βρετανική από τους Lord Milner (υπουργό πολέμου) και Robert Cecil (υπουργό αποκλεισμού). Για την πολιτική των Συμμάχων απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση, από τον Οκτώβρη του 1917 έως τη Συνθήκη του Brest-Litovsk βλ. ενδεικτικά J. F. N. Bradley, “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, 16.2 (Oct., 1964), 166-185.

[7] J.M. Thompson, “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, 17.2 (April, 1958), 151-160.

[8] David Stevenson, The First World War and International Poltics, Oxford: Clarenton Press, 1999, σ. 239-241. Τόσο ο Lloyd George όσο και ο Woodrow Wilson ενθάρρυναν τη συνδιαλλαγή μεταξύ αντεπαναστατών και Μπολσεβίκων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η πρόταση, στις 23 Ιανουαρίου 1919, για κατάπαυση των εχθροπραξιών και σύγκληση συνδιάσκεψης στα Πριγκιποννήσια, με τη συμμετοχή όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων του ρωσικού εμφυλίου. Γάλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, ωστόσο, «σαμποτάρισαν» αυτές τις ενέργειες, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Clemenceau να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου της επέμβασης στην Ουκρανία. Τελικά η συνάντηση στα Πριγκιποννήσια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

[9] Πολλοί Γάλλοι, κάτοχοι ρωσικών χρεογράφων, άρχισαν να σχηματίζουν από τις αρχές Αυγούστου 1918 Ενώσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους στη Ρωσία. Οι πιο γνωστές από αυτές ήταν η “Commission Générale pour la Protection des intérêts francais en Russie”, η ‘‘Comité de Défense des porteurs de Fonds d’ Etat russes, de valeurs garanties par l’ Etat russe et d’ emprunts municipaux’’ και η ‘‘Comité de Défense des porteurs francais de valeurs industrielles et bancaires russes’’: Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, σ. 21-22.

[10] Michael Jabara Carley, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014, σ. 1-28.

[11] Evan Mawdsley, “The White Armies”, στο Edward Acton – Vladimir Cherniaev – William Rosenberg (επιμ.), Critical Companion to the Russian Revolution 1914-1921, Bloomington & Indianapolis: Indiana University Press, 1997, σ. 468-478.

[12] David R. Jones, “The Officers and the October Revolution”, Soviet Studies, 28.2 (Apr., 1976), 209-214∙ Arkady Borman, “My Meetings with White Russian Generals”, Russian Review, 27.2, (Apr., 1968), 215-224.

[13] Για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού Denikin βλ. Peter Kenez, “A. I. Denikin”, Russian Review, 33.2 (April, 1974), 139-152∙ Dimitry V. Lehovich, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, 32.2 (April, 1973), 173-186.

[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΙΑΥΕ) /1919/Α/5/VI (6)/ Έκθεση Δενδραμή προς Υπουργείο Εξωτερικών, Ιάσιο, 13/26 Νοεμβρίου 1918, αρ. πρ. 738. Ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι Δενδραμής ανέβαζε, με κάποια υπερβολή, τοn συνολικό αριθμό των Εθελοντών σε 150.000 άνδρες. Η πραγματική του δύναμη, όμως, δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 80.000.

[15] ΙΑΥΕ/1919/Α/5/VI (6)/ Δενδραμής προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1918, αρ. πρ. 747. Ο Δενδραμής, μεταφέροντας πληροφορίες του γάλλου στρατηγού Dessort από τη Ρουμανία ανέφερε: “la nouvelle de cette expédition n’ a pas été très bien reçue dans les rangs armés francaise. Le soldat francais vainqueur, las de quatre années de guerre, se voyant ainsi obligé entrer dans nouvelle campagne au moment ou les vaincus rejoignent leur foyer”.

[16] ΙΑΥΕ/1919/Α/4/Ι-Α/5/VI/ Αδοσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, αχρονολόγητο, αρ. πρ. 42844.

[17] Για μια αναλυτική ερμηνεία της πολιτικής απόφασης του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία βλ. Κωνσταντίνος Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918 – Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15, (Ιαν., 2004), 109-138.

[18] Στη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 η Ελλάδα κατόρθωσε να παρατάξει δύναμη 105.000 ανδρών, 34% του συνόλου των συμμαχικών δυνάμεων. Για τις δυσκολίες που συνάντησε η κυβέρνηση Βενιζέλου κατά τη διαδικασία της επιστράτευσης βλ. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα: МΙЕТ, 2000, σ. 185-237. Για τη μάχη του Σκρα (30 Μαΐου 1918) βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.), Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, Αθήνα 1961, σ. 274-5.

[19] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φάκ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919), Βενιζέλος προς Ρέπουλη, 18 Μαρτίου/1 Απριλίου 1919, χ.α.. Ο Βενιζέλος έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι τίτλοι μας, οι εκ του πολέμου, είνε τόσο ισχνοί, ώστε επί εκάστης εθνικής διεκδικήσεώς μας, η θέσις μας να μην είνε ασφαλής μέχρις της τελευταίας στιγμής». Πρβλ. και Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Πολιτικοί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969, σ. 232-233.

[20] Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978, σ. 73.

[21] ΙΑΥΕ/1919/ Α/4/Ι-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8064.

[22] Ν. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question», Balkan Studies 13.2 (1972), 221-258. Τη δυσαρέσκειά του για τον μονομερή γαλλικό χαρακτήρα της εκστρατείας εξέφρασε ο έλληνας πρωθυπουργός στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lord Granville, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου 1918. Ήταν φανερό ότι ο Βενιζέλος προτιμούσε μια επέμβαση στη Ρωσία με ισόποση συμμετοχή γαλλικών και βρετανικών δυνάμεων, κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

[23] «Παρακαλώ να δηλώσητε εις Γάλλον Αρχιστράτηγον ότι φόβος μεταδόσεως πνεύματος Μπολσεβικισμού κάμνει κυβέρνησιν να ενδοιάζη ως προς αποστολήν Ελληνικού Στρατού εις Ρωσσίαν και να αναμείνη άφιξιν Προέδρου [δηλ. του Βενιζέλου], όπως συνεννοηθή μετ’ αυτού, πριν ή εγκρίνη τοιαύτην αποστολήν. Θα προσθέσετε δε ότι στρατεύματά μας είναι πάντοτε εις διάθεσιν Αρχιστρατήγου διά οιανδήποτε άλλην αποστολήν»: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8063.

[24] «Λαμβάνων υπ’ όψει επικρατούσας ενταύθα αγαθάς διαθέσεις κρίνω απολύτως ασύμφορον όπως οιοσδήποτε ενδοιασμός εκφρασθή εν σχέσει προς γνωστόν υμίν ζήτημα δηλ. αποστολήν στρατού εις Ρωσσίαν»: ΙAYE/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 17/30 Νοεμβρίου 1919 αρ. πρ. 8072.

[25] “Gouvernement devrait exiger de être mis journellement au courant des faits et gestes de nos troupes et télégraphier d’urgence ces renseignements aux Légations pour qu ‘elles puissent les communiquer à la presse lors des raisons d’ordre militaire ne l’empêche.”: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/V1 / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 23 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 8274.

[26] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (στο εξής ΕΛΙΑ) / Αρχείο Βενιζέλου / Φακ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40, σ. 4.

[27] Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, Αθήνα: εκδ. Ιωλκός, 2003, σ. 51-52.

[28] Αρχείο ΔΙΣ / Φάκ. 263 / Υποφ. Ε΄ 1 / Συμπληρωματική έκθεσις της εν Ουκρανία και Βεσσαραβίας εκστρατείας της II Μεραρχίας, «Πληροφορίαι στρατηγικής και πολιτικής φύσεως» (υποστρατήγου Βλαχόπουλου), σ. 2.

[29] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 26 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1919 αρ. πρ. 8690.

[30] Κωνσταντίνος Νίδερ, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, αρ. 6-36, Αθήνα, 1927-1928.

[31] Αρχείο Δ.Ι.Σ./ Φ.263Α / Υποφ. ΣΤ΄ / Η Ανατολική Στρατιά εις την Ρωσσίαν, υπό Capitaine F.J. Deygas. Οι γαλλικές δυνάμεις που έδρασαν στην Ουκρανία δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 25.000 άνδρες.

[32] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI (18) / Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Έκθεση, Γαλάζιον (Γαλάτσι Ρουμανίας), 26 Μαρτίου/ 8 Απριλίου 1919, αρ. πρ. 43, σ. 6.

[33] Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «μικτό» απόσπασμα της Χερσώνας, συνολικής δύναμης 1.150 ανδρών, το οποίο στην αρχική του σύνθεση αποτελούταν από 850 Έλληνες και μόλις 300 Γάλλους.

[34] Αρχείο Δ.Ι.Σ. / Φάκ. 264 / Υποφάκ. Β΄ / 34ο Σύνταγμα Πεζικού / 1. Έκθεσις πεπραγμένων μηνών Ιανουαρίου – Μαΐου 1919 / Τσολακόπουλος προς τη II Μεραρχία, εν Οδησσώ τη 8/21 Φεβρουαρίου 1919. Πράγματι, στις αρχές Μαρτίου 1919 ο συνταγματάρχης Τσολακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Πέτρο Καρακασσώνη στη διοίκηση του 34ου συντάγματος. Στο σύγγραμμα του λοχαγού Jean Bujac, Les campagnes de larmée hellénique, 1918-1922, Paris: Charles-Lavauzelle, 1930, αναφέρεται ότι «ο Συνταγματάρχης Τσολακόπουλος χειροδίκησε κατά του Γάλλου Διοικητή». Η επίσημη αιτιολόγηση της ελληνικής πλευράς απέδιδε την αντικατάσταση σε λόγους υγείας. Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, η εικόνα ενός έλληνα αξιωματικού σε πλήρη απόγνωση ήταν δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε στην Ουκρανία.

[35] William Henry Chamberlin, The Russian Revolution, Princeton: Princeton University Press, 1987, σ. 214. Στις αρχές του 1919 ο Grigoriev, αφού εγκατέλειψε τον στρατό του Simon Petliura, πέρασε στο πλευρό των σοβιετικών, που εκείνη την περίοδο προωθούνταν προς το Νότο. Όταν λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1919, ο Denikin ανέλαβε τη μεγάλη επίθεση προς Βορρά, ο Grigoriev δε δυσκολεύτηκε να εγκαταλείψει αυτή τη φορά τους σοβιετικούς και να συμμαχήσει με τον στρατό των Εθελοντών. Ο Grigoriev, εκφραστής των πόθων του αγροτικού πληθυσμού για διανομή της γης και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εγκατέλειψε τους Κόκκινους λόγω του προγράμματος βίαιης κολεκτιβοποίησης που προσπάθησε να εφαρμόσει η σοβιετική εξουσία.

[36] ΕΛΙΑ / Αρχείο Βενιζέλου / Φάκ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40. Διαδεδομένη ήταν και η αντίληψη ότι το Α΄ Σώμα Στρατού «ετιμωρείτο», εξαιτίας της απειθαρχίας και της απροθυμίας του να συμμετάσχει στο Μακεδονικό Μέτωπο, βλ. σχετικά Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, Αθήνα: εκδ. Δ.Ι.Σ, 1958, σ. 291-299.

[37] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσίδης προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 1/14 Μαρτίου 1919, αρ. 394.

[38] Ο λοχαγός Jacques Sadul, μέλος της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στη Μόσχα, σε γράμμα προς τον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρόλου Μαρξ και επιφανή γάλλο σοσιαλιστή, έγραφε: «Αν η Αντάντ είναι υποχρεωμένη να παρατήσει κάθε ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση, ελπίζει τουλάχιστο να νικήσει τους μπολσεβίκους με τη βιομηχανική καταστροφή και την πείνα». Ολόκληρο το γράμμα παρατίθεται στο Ζακ Σαντούλ, Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων, Αθήνα: εκδ. Μπουκουμάνη, 1975, σ. 182-183.

[39] Η επικράτηση την ίδια περίοδο των αστικών δυνάμεων με την υποστήριξη και των δυτικών κρατών στη Ρουμανία, τη Γερμανία (κίνημα Σπαρτακιστών), την Ουγγαρία (Bela Kun), καθώς και ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος που ακολούθησε είχαν να κάνουν με αυτή την προσπάθεια των Συμμάχων να υψώσουν ένα «ανάχωμα» στην επέκταση του μπολσεβικισμού στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς εξαρτώμενων από τη Δύση κρατών, βλ. Michael Jabara Carley, “The Politics of Anti-Bolshevism: The French Government and the Russo-Polish War, December 1919 to May 1920”, The Historical Journal, 19.1 (Mar., 1976), 163-189.

[40] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φακ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919) / Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Λονδίνο, 15/28 Φεβρουαρίου 1919, χ.α..

[41] Κωνσταντίνος Διώγος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

[42] Οι φιλοβενιζελικοί συγγραφείς έδειχναν τάσεις απόλυτης δικαιολόγησης της συμμετοχής στην εκστρατεία, βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, τόμ. 2, Αθήνα: Ίκαρος, 1931, σ. 382-383 και Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, Αθήνα: Πάπυρος, 1966, σ. 281. Από την άλλη, οι αντιβενιζελικοί έδειχναν τάσεις αναθεματισμού, βλ. Γεώργιος Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα: Χρήσιμα Βιβλία, 1963, σ. 466.

[43] Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 1999, σ. 253-254.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(Ελληνόγλωσση)

Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Χρήσιμα Βιβλία, Αθήνα 1963.

Αυγητίδης Κώστας, Η Στρατιωτική Επέμβαση των Καπιταλιστικών Χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 – 1920, τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1931.

Γ.Ε.Σ., Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1958.

Γ.Ε.Σ., Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1961.

Γ.Ε.Σ., Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1955.

Γιαννουλόπουλος Ν. Γιάννης, Η ευγενής μας τύφλωσις…Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως της Μικρασιατική Καταστροφή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.

Γονατάς Επ. Στυλιανός, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1958.

Γρηγοριάδης N. Φοίβος, Διχασμός-Μ.Ασία (ιστορία μιας εικοσαετίας 1909-1930), τόμ. 1, εκδ. Κεδρηνος, Αθήνα 1971.

Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, Ο Στρατός μας ΄ς τα Ξένα (Ρωσσία – Ρουμανία), Σμύρνη, 1919.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Β΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου1933-Αλληλογραφία, Αθήνα 1979.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Δ΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, κείμενα Ιάνκος Δραγούμης – Κωνσταντίνος Μανέτας – Κωνσταντίνος Βλάχος – Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1982.

Διώγος Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη, 2005.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (Ιαν. 2004), 109-138.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

Ζαπάντης H. Ανδρέας, Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1989.

Καραβία Μαρία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1998.

Καρακασσώνης Γ. Πέτρος (υποστρατήγου), Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν Υπερποντίου Εκστρατείας του 1919, Αθήνα 1934. 

Καρδάσης Βασίλης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου (Οδησσός-Ταϊγάνιο-Ροστόφ-Μαριούπολη), εκδ. Μίλητος, Αθήνα 1997.

Καρπόζηλος Απόστολος, «Ρωσο-οντιακά», Αρχείον Πόντου, 38 (1983), 153-176.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Αναμνήσεις Διπλωμάτου, Αθήνα 1940.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Τι οφείλει η Ρωσσία εις την Ελλάδα, Αθήνα 1947.

Κοντογιάννης Χ. Κ., «Επιχειρήσεις με το Αντιτορπιλικόν «Λόγχη» κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1918-Ιουλίου 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, έτος ΙΒ΄, τόμος XV, τεύχος αριθ. 75, (Ιούνιος, 1928), εκδ. Π.Δ. Σακελλάριος, Αθήνα 1928, σ. 778-789.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000

Μαργαρίτης Γιώργος, Η Εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία, στο συλλογικό έργο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, τόμ. 6, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909 – 1922), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

Μαργαρίτης Γιώργος, Οι Πόλεμοι, στο συλλογικό έργο του Χατζηιωσήφ Χρήστου (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι. 1900 – 1922. Οι απαρχές, τόμ. 1, Μέρος 2, κεφ. 12.

Μαρκεζίνη Σπυρίδων, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, εκδ. Πάπυρος 1968.

Νίδερ Κωνσταντίνος, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, τόμος 1ος, αρίθ. 6-36, Αθήνα 1927-1928.

Παναγιωτόπουλος Ι. Παναγιώτης, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα Απρίλιος 2003.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, Οι Έλληνες της Οδησσού, εκδ. αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1999.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 4 (1992), 107-140.

Σαντούλ Ζακ (μτφρ. Βάσου και Λιλίκας Γεωργίου), Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Τα περίφημα γράμματα από την Πετρούπολη και τη Μόσχα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.

Στεφάνου Στέφανος (επιμ.), Πολιτικαί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969.

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999.

Χαρατσής Ι. Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση (Η Άγνωστη Δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας 1918-1920, εκδ. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Αθήνα 1997.

Χασιώτης Κ. Ιωάννης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

 

(Ξενόγλωσση)

Ainsworth John, “Sidney Reilly’ s Reports from South Russia, December 1918-March 1919”, Europe-Asia Studies, Vol. 50, No. 8, (Dec., 1998), 1447-1470.

Bortnevski G. Viktor, “White Administration and White Terror (The Denikin Period)”, Russian Review, Vol. 52, No. 3, (Jul., 1993), 354-366.

Bradley J. F. N., “France, Lenin and the Bolsheviks in 1917-1918”, The English Historical Review, Vol. 86, No. 341, (Oct., 1971), 783-789.

Bradley J. F. N., “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, Vol. 16, No. 2, (Oct., 1964), 166-185.

Bradley John, Allied Intervention in Russia, 1917-1920, London 1968.

Brinkley I. George, The Volunteer Army and Allied Intervention in South Rusia 1917-1921, Notre Dame: University of Notre Dame Press 1966.

Carley Jabara Michael, “Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet Relations, 1917-1927”, Europe-Asia Studies, Vol. 52, No. 7, (Nov., 2000), 1275-1305.

Carley Jabara Michael, “The Origins of the French Intervention in the Russian Civil War, January-May 1918: A Reappraisal”, The Journal of  Modern  History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 413-439.

Carley Jabara Michael, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, McGill-Queen’ s University Press, Kingston and Montreal 1983.

Carley Jabara Michael, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014.

Chamberlin William Henry, The Russian Revolution 1918-1921, Vol. 1-2, edition, Princeton University Press 1987.

Crisp Olga, “French Investemen in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) Vol. 2, (1960), 75-90.

Crisp Olga, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic nad East European Review, Vol. 35, no. 84 (1956), 223-240.

Figes Orlando, “The Red Army and Mass Mobilization during the Russian Civil War 1918-1920”, Past and Present, No. 129, (Nov., 1990), 168-211.

Foglesong S. David, Foreign Intervention, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (edited by), Critival Compagnion to The Russian Revolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.

Girault René, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.   

Kenez Peter, “A. I. Denikin”, Russian Review, Vol. 33, No. 2 (April, 1974), 139-152

Kenez Peter, “The Ideology of the White Movement”, Soviet Studies, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1980), 58-83.

Kenez Peter, Civil War in South Russia 1919-1920, Berkeley: University of California Press 1977.

Lehovich V. Dimitry, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, Vol. 32, No. 2 (April, 1973), 173-186.

Mawdsley Evan, The White Armies, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (επιμ.), Critival Compagnion to The Russian Renolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.  

Millman Brock, “The Problem with Generals: Military Observers and the Origins of the Intervention in Russia and Persia, 1917-1918”, Journal of Contemporary History, Vol.33, No. 2, (Apr., 1998), 291-320.

Munholland J. Kim, “The French Army and Intervention in Southern Russia, 1918-1919”, Cahiers du monde Russe, 22.1 (1981), 43-66.

Oosterlinck Kim, The Soviet Repudiation Puzzle, edit. Centre Emile Bernheim, Brussels 2004.

Patricia Herlihy, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies, 7.2, (Οκτ. 1989), 235-252.

Peake R. Thomas, “Jacques Sadul and the Russian Intervention Question, 1919”, Russian Review, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1973), 54-63.

Petsalis-Diomidis N., Greece at the Paris Peace Conference (1919), Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1978.

Petsalis-Diomidis Ν., “Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question”, Balkan Studies 13,2 (1972), 221-263.

Resheter S. John, The Ukrainian Revolution 1917-1920, Princeton University Press, Princeton 1952.

Saunders David, “Britain and the Ukrainian Question (1912-1920)”, The English Historical Review, Vol. 103, No. 406, (Jan., 1988), 40-68

Siegel Jennifer, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

Smele D. Jonathan, Civil War in Siberia. The Ant-Bolshevik Government of Admiral Kolchak 1918-1920, Cambridge University Press 1996.

Somin Ilya, Stillborn Crusade. The Tragic Failure of Western Intervention in the Russian Civil War, Transaction Publishers, New Jersey 1996.

Thompson J. M., “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, Vol. 17, No. 2 (April 1958), 151-160.

Trani Eugene, “Woodrow Wilson and the Decision to Intervene in Russia: A Reconsideration”, The Journal of Modern History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 440-461.

Wade A. Rex, The Russian Revolution 1917, Cambridge University Press 2000.

Weinstein H. R., “Land Hunger and Nationalism in the Ukraine, 1905-1917”, The Journal of Economic History, Vol. 2, No. 1, (May, 1942), 24-35.

Woodward R. David, “British Intervention in Russia during the First World War”, Military Affairs, Vol. 41, No. 4, (Dec., 1977), 171-175.

Xydias Jean, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919. Paris : Editions de France, 1927.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Johann Jacob Meyer και «Ελληνικά Χρονικά». Φιλελληνισμός και Διαφωτισμός

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Johann Jacob Meyer και «Ελληνικά Χρονικά».

Φιλελληνισμός και Διαφωτισμός

 

Ο Johann Jacob Meyer είναι Ελβετός, φιλέλληνας και ήρωας της επανάστασης του 1821.

Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, στις 30 Δεκεμβρίου 1798, και είναι ο πρωτότοκος γιός του  Johann Meyer[1].

Το 1816, σε ηλικία 18 ετών, εμφανίζεται να είναι φοιτητής της Φαρμακευτικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο του Freiburg im Breisgau.

Τον Απρίλιο του 1817, σε ηλικία 19 ετών,  παντρεύεται την Salome Staub. Ο γάμος αυτός όμως δεν ευτύχησε και έτσι, στις 2 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς (1817) διαλύθηκε.

Τον Ιούλιο του 1820, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του, διαγράφεται από το Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ λόγω οικονομικών του οφειλών προς το ίδρυμα. Το αιτιολογικό μάλιστα της διαγραφής του βεβαιώνει  και την καλή οργάνωση αλλά και την αυστηρότητα των Γερμανικών Πανεπιστημίων. Στον Κανονισμό του Πανεπιστημίου υπήρχε η πρόβλεψη να ενισχύονται οικονομικά όσοι φοιτητές διακρίνονταν για την επιμέλειά τους αλλά δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Σε όσους όμως περνούσαν μάταια τον καιρό τους, έκαναν περιττά έξοδα και καταχρώνταν την καλή πίστη των συμπολιτών τους, επιβάλλονταν αυστηρές ποινές μέχρι και την διαγραφή τους από το Πανεπιστήμιο. Σε αυτό το ατόπημα φαίνεται ότι περιέπεσε και ο Μάγερ.

Έντονη και ξεχωριστή προσωπικότητα, ο Μάγερ επηρεάστηκε από το ρεύμα  του ρομαντισμού που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ευρώπη,  κυρίως στην Αγγλία, στην Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία και εντάχθηκε σε αυτό. Στη λογοτεχνία, με τον όρο «Ρομαντισμός» νοείται το λογοτεχνικό κίνημα «από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο», ένα κίνημα που προβάλλει το συναίσθημα, την ελευθερία και την φαντασία. Ρομαντισμός, Διαφωτισμός και Φιλελληνισμός συγκίνησαν βαθιά τον Μάγερ, έγιναν τρόπος ζωής του και καθόρισαν εν τέλει την στάση του και την συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Ο Μάγερ φέρθηκε σαν γνήσιος απόγονος του Wilhelm Tell (Γουλιέλμου Τέλλου), ενός προσώπου που ανήκει περισσότερο στον θρύλο παρά στην ιστορία. Ήταν δεινός τοξότης που έζησε στην Ελβετία τού 14ου αιώνα όταν η τελευταία ήταν υποτελής στους Αψβούργους και έγινε εθνικός ήρωας της χώρας του. Όταν εχθρικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τη χώρα και ο αυταρχικός Διοικητής Albert Gessler (Γκέσλερ) ανέλαβε υπηρεσία επισκέφθηκε την πόλη του Γουλιέλμου, κρέμασε το καπέλο του σε ένα στύλο και απαίτησε από τους κατοίκους να το προσκυνήσουν. Ο Γουλιέλμος Τέλλος αρνήθηκε και συνελήφθη. Η ποινή του ήταν ή θάνατος ή να σημαδέψει με το τόξο του το μήλο πάνω στο κεφάλι του γιού του που στεκόταν σε απόσταση 50 μέτρων. Αν το κατόρθωνε ο Διοικητής θα του χάριζε την ελευθερία του. Την ημέρα της δοκιμασίας (Νοέμβριος 1304) ο Γουλιέλμος εμφανίστηκε με δύο βέλη στη φαρέτρα του. Σε ερώτηση του Γκέσλερ «Γιατί 2 βέλη, τί τα ήθελε ;» πήρε την θαρραλέα απάντηση ότι το δεύτερο ήταν γι΄αυτόν (τον Γκέσλερ) σε περίπτωση που αστοχούσε και σκότωνε τον γιό του.

Μετά από αυτό συνελήφθη και πάλι. Όμως, μια βροχερή βραδιά που δραπέτευσε, συνάντησε τον Γκέσλερ και όπως ήταν αναμενόμενο, τον σκότωσε και απήλλαξε τους συμπατριώτες του από τον τύραννο τοποτηρητή. Ο Γουλιέλμος Τέλλος έγινε εθνικός ήρωας της Ελβετίας και σήμερα οι Ελβετοί στην μεγάλη τους πλειοψηφία πιστεύουν ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο και όχι θρύλος.

Το πνεύμα και η δράση τού θρυλικού και επιδέξιου τοξοβόλου συνοψίζονται στο μότο «από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο» που είναι η κεντρική ιδέα τού Ρομαντισμού και παρουσιάζονται γλαφυρά στο κλασσικό έργο του Friedrich Schiller Wilhelm Tell που αφηγείται τον αγώνα της Ελβετίας τον 15ο αιώνα για να αποκτήσει την ελευθερία της: «Θε να ‘μαστε ένα έθνος απ΄αδέλφια, αχώριστοι σε κίνδυνο και ανάγκη! Ελεύθεροι θα ζούμε, τον τάφο από την σκλαβιά θα προτιμούμε».

Friedrich Schiller, Wilhelm Tell.

Όπως στον Γουλιέλμο Τέλλο, έτσι και στον Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ πρυτάνευε η προσήλωση στον αγώνα για την ελευθερία, για την ενότητα και για την συμφιλίωση των ανθρώπων. Έτσι εννοούσε την εθνική απελευθέρωση και ενότητα ο Μάγερ και έτσι την υπερασπίστηκε μέσα από το κίνημα του Φιλελληνισμού.

Αλλά, τί είναι ο Φιλελληνισμός; Πώς θα μπορούσαμε να τον ορίσουμε;

Ο Φιλελληνισμός είναι ένα μεγάλο πολιτικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο, είναι ένα κύμα συμπάθειας που διαδόθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση.

Η ιδιότητα Φιλέλληνας αποτελεί χαρακτηριστικό εκείνων που τρέφουν ιδιαίτερη αγάπη για τούς Έλληνες, για κάθε τι Ελληνικό. Ο όρος αυτός καθιερώθηκε να λέγεται για ξένους υπηκόους που εκδήλωσαν φιλικά αισθήματα προς την Ελλάδα στην διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας της το 1821. Και εκδήλωσαν  την αγάπη τους αυτή όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις. Γι΄αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε τον Φιλελληνισμό ως εθελοντισμό,  δηλαδή ως εθελοντική προσφορά ακόμη και της ίδιας της ζωής του για κάθε υπόθεση που ο εθελοντής θεωρούσε σημαντική.

Στους φιλέλληνες συγκαταλέγονταν ρομαντικοί καλλιτέχνες και λογοτέχνες, διανοούμενοι, πολιτικοί, έμποροι, τραπεζίτες, λάτρεις της αρχαίας Ελλάδας, στρατιωτικοί αλλά και κυνηγημένοι επαναστάτες. ‘Όπως προκύπτει από δημοσιεύματα της «Νέας εφημερίδας της Ζυρίχης» (Neue Zürcher Zeitung) με ημερομηνία 19 και 29 Σεπτεμβρίου 1821, στη Βέρνη είχε συσταθεί ο Σύνδεσμος παροχής βοήθειας στους δεινοπαθούντες Έλληνες. Μαζί με τον Μάγερ και άλλοι Ελβετοί φιλέλληνες είχαν ενταχθεί στο φιλελληνικό αυτό κομιτάτο της Βέρνης. Η αίσθηση πνευματικού χρέους που είχαν απέναντι στους Έλληνες που αγωνίζονταν για την ελευθερία τους από τον τούρκικο ζυγό, τους έκανε να αναπτύξουν θερμό φιλελληνικό πνεύμα.

Ο Φιλελληνισμός ως κίνημα εντάσσεται στο ευρύτατο ρεύμα του Διαφωτισμού,  της χρηματοδότησης οργάνων της μόρφωσης αλλά και της πάλης για εθνική ανεξαρτησία, με τελικό στόχο τη διαμόρφωση εθνικών κρατών στη θέση των αυτοκρατοριών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ιωάννης Καποδίστριας, κορυφαίος διπλωμάτης του Τσάρου και μετέπειτα πρώτος κυβερνήτης του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Η καρδιά του μεγάλου ρωμιού χτυπούσε στην καρδιά της Ευρώπης. Η Ελβετία τότε ήταν κατακερματισμένη σε πολλά καντόνια. Ο Καποδίστριας συμβάλλει στην προσπάθεια για να ενωθούν τα καντόνια και από τον Νοέμβριο 1813 μέχρι τον Σεπτέμβριο 1814, μετέχει καθοριστικά στη σύνταξη του πρώτου ελβετικού συντάγματος και στη διαμόρφωση του ανεξάρτητου ομοσπονδιακού κράτους της Ελβετίας.

Ανάμεσα στους φιλέλληνες συγκαταλέγονται και οι εξής:

  • Ο Αγγλος ποιητής Πέρσυ Σέλεϋ (Percy Shelley, 1798-1822) φίλος του Λόρδου Βύρωνα
  • Ο Ελβετός αντισυνταγματάρχης Λουί-Λουδοβίκος Σεβαλιέ (Louis-Loudovikos Chevalier), από την πόλη Όρντρ (Ordre).
  • Ο Ελβετός στρατιωτικός Αμαδαίος-Εμμανουήλ Χαν (Amadeus- Emmanuel Hann, 1801-1867) από τη Βέρνη. Μετά την επανάσταση του δόθηκε ο βαθμός του στρατηγού.
  • Ο Ελβετός Φίλιπ Εμάνουελ φον Φέλενβεργκ (Philip Emanuel Von Fellenberg), παιδαγωγός και αγρονόμος, φίλος του Καποδίστρια
  • Ο Γαλλοελβετός τραπεζίτης Ζαν-Γκαμπριέλ Εϋνάρ (Jean Gabriel Eynard, 1775-1863) που αργότερα ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα και άλλοι πολλοί.

«Όλοι είμαστε Έλληνες», γράφει στον πρόλογο τού ποιήματός του με τον τίτλο Ελλάς ο Percy Selley. «Όλοι είμαστε Έλληνες. Οι νόμοι μας, η φιλολογία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα. Γιατί χωρίς Ελλάδα η Ρώμη, η οδηγήτρα, η καταχτήτρα, δεν θα μπορούσε να σκορπίσει κανένα φως κι εμείς θα ήμασταν ειδωλολάτρες και άγριοι. Η μορφή και το πνεύμα του ανθρώπου έφτασαν την τελειότητά τους στην Ελλάδα»[2].

Οι φιλέλληνες οργανώνονταν σε διάφορες ομάδες υπό μορφή εταιρείας (société) ή κομιτάτου (comité). Διοργάνωναν εράνους, δημοπρασίες και άλλες συνδρομές για να ενισχύσουν οικονομικά τον αγώνα. Μία μορφή συγκέντρωσης ήταν οι περίφημες μουσικές βραδιές, όπου ακούγονταν φιλελληνικά τραγούδια και ακολουθούσε ο έρανος για την απαραίτητη οικονομική ενίσχυση. Σε όλα αυτά πρωτοστατούσαν οι γυναίκες, οι οικοδέσποινες, οι οποίες είχαν αναλάβει να ράβουν τις μεταξωτές Ελληνικές σημαίες του αγώνα.

Η πρώτη αποστολή φιλελλήνων έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιούνιο 1821, με έξοδα του Δημητρίου Υψηλάντη. Το πρώτο τάγμα των φιλελλήνων συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1822 και συμμετείχε στην μάχη του Πέτα, κοντά στην Άρτα, όπου όμως είχε τεράστιες απώλειες που το οδήγησαν στην πλήρη διάλυσή του. Εκεί σκοτώθηκε και ο Ελβετός Αντισυνταγματάρχης Λουί Λουδοβίκος Σεβαλιέ.

Στην Ελλάδα έφτασαν εθελοντές φιλέλληνες από κάθε γωνιά της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, ακόμη και από την Αμερική (ο γιατρός Σαμουήλ Χάου). Πολλοί από αυτούς κρατούσαν το προσωπικό τους ημερολόγιο όπου σημείωναν ό,τι σημαντικό γινόταν κάθε ημέρα. Πιθανότατα είναι η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που τόσο πολλοί άνθρωποι από τόσο πολλές διαφορετικές χώρες και κοινωνικά στρώματα άφησαν το σπίτι τους για να πολεμήσουν στον πόλεμο κάποιου άλλου, χωρίς να τους αναγκάζει κανένας να το πράξουν και χωρίς καμία προσδοκία κέρδους.

Αριστερά: Alfred Clint, Portrait of Shelley, circa 1829, National Portrait Gallery, London. Δεξιά: Jean-Gabriel Eynard, Αυτοπροσωπογραφία, δαγκεροτυπία του 1853

Συνολικά έχουν καταμετρηθεί 940 φιλέλληνες: 342 Γερμανοί, 137 Ιταλοί, 35 Ελβετοί, 196 Γάλλοι, 99 Άγγλοι, 30 Πολωνοί, 17 Ολλανδοί, και Βέλγοι, 12 Αμερικανοί, 9 Ούγγροι, 9 Σουηδοί, 9 Ισπανοί, 8 Δανοί και 46 αγνώστου εθνικότητας. Σχεδόν όλη η Ευρώπη και η Αμερική κινητοποιούνται από το φιλελληνικό πνεύμα. Πρώτοι σε αριθμό έρχονται οι Γερμανοί, ακολουθούν οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Άγγλοι, οι Ελβετοί, οι Πολωνοί, οι Ολλανδοί, οι Ούγγροι, οι Σουηδοί, οι Ισπανοί και οι Δανοί.

313 από τους 940 φιλέλληνες που ήλθαν και πάλεψαν για την ελευθερία της Ελλάδας απώλεσαν τη ζωή τους. Δηλαδή 1 στους 3 φιλέλληνες σκοτώθηκε στα πεδία των μαχών, σε ελληνικό έδαφος. Να γιατί η εθελοντική στράτευση και δράση σε εμπόλεμες συρράξεις βρίσκεται στο απόγειο της προσφοράς, δεδομένου ότι  όταν μπαίνεις στη μάχη το εθελοντικό ζωτικό ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι ρίσκο που εικονογραφεί τις ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος (ο εθελοντής) βρίσκεται μεταξύ δύο θανάτων: ανάμεσα στον αναπόφευκτο φυσικό του θάνατο και σ΄εκείνον που μπορεί να επιλέξει ως τρόπο θανάτου. Και ο φιλέλληνας-ως εθελοντής- παίρνει αυτό το ρίσκο και πρόθυμα επιλέγει ακόμη και τον θάνατο αφού πρόκειται για την πίστη του στην εξυπηρέτηση ενός μεγάλου στόχου, που είναι η στράτευσή του σε ένα έργο υψηλής ηθικής ευθύνης[3].

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, παρά την έντονη φιλελληνική κίνηση που είχε αναπτυχθεί εκείνη την εποχή στην Ελβετία, η «Νέα εφημερίς της Ζυρίχης» (Neue Zürcher Zeitung) γράφει στο φύλλο τής 19ης Σεπτεμβρίου 1821:  «Η σύνταξις της εφημερίδας μας έχει λάβει διάφορες επιστολές από νέους διαφόρων καντονίων, που μάς ερωτούν εάν υπάρχει εις την Ελβετίαν οργανωμένη κίνησις υπέρ των Ελλήνων. Εις το ερώτημα έχομεν ήδη δώσει απάντησιν. Ελπίζομεν πως θα ικανοποίησε τους ερωτώντας. Εκτιμώμεν την αξιέπαινον επιθυμίαν της ηρωικής νεολαίας και τα ευγενή κίνητρά της, έχομεν όμως να τονίσωμεν ότι οι Έλληνες έχουν ανάγκην από άλλα πράγματα και όχι από ολίγους θερμούς και ενθουσιώδεις οπαδούς της αγάπης διά την ελευθερίαν, που ούτε την γλώσσαν των δεν γνωρίζουν. Οι νέοι της Ελβετίας θα κάμουν καλά να μείνουν εις την πατρίδα τους και να προσπαθήσουν να διαμορφωθούν εις καλούς πολίτας και υπερασπιστάς ταύτης δια την περίπτωσιν καθ΄ήν η ιδία αυτής ελευθερία θα ετίθετο εν κινδύνω».

Παρά ταύτα, παρά την αρνητική στάση ορισμένων Ελβετών απέναντι στον φιλελληνισμό, όπως διαφαίνεται στο παραπάνω δημοσίευμα, ο Γιάκομπ Μάγερ έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα στα τέλη του 1821. Ήλθε κατευθείαν στο Μεσολόγγι, που ήταν από τα σημαντικότερα κέντρα του αγώνα, και εγκαταστάθηκε εκεί.

Άνθρωπος της πράξης, με μεγάλα οράματα, ο Μάγερ πολύ γρήγορα ανέπτυξε σπουδαία δράση και έδειξε τις οργανωτικές του ικανότητες με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των τοπικών αρχών. Μάλιστα, τον Αύγουστο 1824, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Ματθαίου Τρικούπη, που ήταν πατέρας του μελλοντικού πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Τρικούπη, διορίσθηκε από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην τριμελή Διευθύνουσα Επιτροπή του Μεσολογγίου[4].

Ένθερμος φιλέλληνας, δέθηκε συναισθηματικά με τον τόπο και  με τον λαό (τους Μεσολογγίτες) και κράτησε πάντα τις υποσχέσεις που τους  είχε δώσει από την θέση που είχε αναλάβει. Γνωρίζεται με την Αλτάνη Ιγγλέζου, κόρη του προεστού Γεωργίου Ιγγλέζου και προκειμένου να κάνει στο Μεσολόγγι τον δεύτερο γάμο του, αλλάζει θρήσκευμα και γίνεται χριστιανός ορθόδοξος, όπως η Αλτάνη.

Στο υπόλοιπο διάστημα της σύντομης ζωής τους, ο Μάγερ και η Αλτάνη ανέπτυξαν μαζί σημαντική κοινωνική δραστηριότητα.

Η ευαισθησία του σε θέματα υγείας, από τις αρχικές του σπουδές και από τον πατέρα του που ήταν γιατρός, τον έκανε να παραχωρήσει μέρος του σπιτιού τους προκειμένου να στεγαστεί το νοσοκομείο Μεσολογγίου, το οποίο λειτούργησε υπό τη διεύθυνση του Γερμανού αρχίατρου του Ελληνικού στρατού Ιωάννου Δανιήλ Έλστερ (Johann Daniel Elster).

Ως μέλος της Διευθύνουσας Επιτροπής  εργάστηκε για την βελτίωση της πνευματικής καλλιέργειας των Μεσολογγιτών. Σε αυτόν οφείλεται η ιδέα για την ίδρυση Βιβλιοθήκης που θα τους βοηθούσε να αποκτήσουν μόρφωση και με αυτή να κερδίσουν τον νέο κόσμο που ο Μάγερ έβλεπε να έρχεται αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας.

Μαζί με τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, που προσέφερε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο βοηθώντας τις χήρες και τα ορφανά, έλαβε μέτρα για την περίθαλψη των απόρων ξένων οικογενειών που είχαν καταφύγει στο Μεσολόγγι, πρόσφυγες από την Ήπειρο.

Ο Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ.

Η μεγάλη όμως επιθυμία του Μάγερ ήταν η δημιουργία μίας Ελληνικής εφημερίδας. Ονειρευόταν ότι μέσα από τα φύλλα της θα περνούσε η δημιουργική του έμπνευση και η ρωμαλέα του αγωνιστικότητα, η αξία της ελευθερίας, η διαφωτιστική του ορμή ενάντια στην απολυταρχία, η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας και η εγκαθίδρυση της αστικής τάξης στην εξουσία, δηλαδή θα γινόταν ο μετασχηματισμός της Ελληνικής κοινωνίας.

Όλη η προσπάθεια για το στήσιμο της εφημερίδας του ξεκίνησε τον Δεκέμβριο 1823. Ο Μάγερ και η σύζυγός του Αλτάνη παραχώρησαν το ισόγειο του σπιτιού τους για να τοποθετηθούν τα τυπογραφικά στοιχεία που είχε φέρει ο Άγγλος Συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ (Leicester Stanhope), εκπρόσωπος του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου. Ο Λέστερ επέλεξε να κατέβει στην Ελλάδα διασχίζοντας την κεντρική Ευρώπη γιατί ήθελε να συναντηθεί με τους φιλελληνικούς ευρωπαϊκούς κύκλους επισημαίνοντάς τους ότι «Αυτό που θέλουμε εμείς είναι να δούμε την Ελλάδα, τον λαό της, το έδαφός της, το εμπόριό της και τον Τύπο της ελεύθερο, όπως ελεύθερες είναι οι σκέψεις των Ελλήνων»[5].

Leicester Stanhope, Greece, in 1823 and 1824.

Για την εκτύπωση της εφημερίδας προσέφερε το ιδιόκτητο πιεστήριό του ο Θεσσαλονικιός Δημήτρης Μεσθενέας, ο οποίος ορίσθηκε και  διευθυντής του Τυπογραφείου. Τυπογράφοι ορίστηκαν οι Ιωάννης Πεπονής και ο Χρήστος Ντάγλας και στη θέση του  μεταφραστή ο Δημήτρης Παυλίδης από την Σιάτιστα. Όλοι τους άμισθοι! Το όνομα της εφημερίδας ήταν Ελληνικά Χρονικά.

Την οικονομική υποστήριξη της έκδοσης των Ελληνικών Χρονικών είχε αναλάβει η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου και η Φιλελληνίδα Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν (Sophie de Marbois – Lebrun), η γνωστή Δούκισσα της Πλακεντίας, η οποία μάλιστα χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου την δεύτερη έκδοσή τους. Η Δούκισσα, εκτός από χρηματοδότρια των Ελληνικών  Χρονικών και συνεργάτιδα του Μάγερ, ήταν και ευεργέτιδα της Ελλάδος, όταν η χώρα απελευθερώθηκε και έκανε τα πρώτα βήματα για να συγκροτηθεί[6]. Φροντίζοντας για την μόρφωση των Ελληνίδων, ίδρυσε και συντηρούσε δύο παρθεναγωγεία: ένα στην Αίγινα (την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας) και το άλλο στο Ναύπλιο (την δεύτερη πρωτεύουσα της Ελλάδας). Η Αθήνα ακολούθησε. Πρώτα έγινε Δήμος και έπειτα Πρωτεύουσα της Ελλάδας.

Sophie de Marbois – Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας.

 

Ελληνικά Χρονικά.

Με την έκδοση της εφημερίδας, το όνειρό του Μάγερ έγινε πραγματικότητα. Μαχητικός, χειμαρρώδης και ακατάβλητος, έγινε ο πρωτεργάτης της Ελληνικής δημοσιογραφίας και αρχισυντάκτης σε μία από τις πρώτες έντυπες Ελληνικές εφημερίδες, τα Ελληνικά Χρονικά. Την 1η Ιανουαρίου 1824 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, μία εφημερίδα πολιτική αλλά ανεξάρτητη, που δεν ανήκε σε καμία πολιτική φατρία.  Τον πρώτο χρόνο (1824) κυκλοφόρησαν συνολικά 106 φύλλα. Τον επόμενο χρόνο (1825) κυκλοφόρησαν 105 φύλλα και τον τρίτο χρόνο (1826) μόλις 15, λόγω της κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Τούρκους και Αιγύπτιους.

Στο ίδιο τυπογραφείο του Μάγερ τυπωνόταν και η εφημερίδα Ελληνικός Τηλέγραφος (Telegrafo Greco) του Λόρδου Βύρωνα.  Μεγάλος φιλέλληνας, ο Λόρδος Βύρων μέσα από την εφημερίδα του, πού κυκλοφορούσε σε 4 γλώσσες, προσπαθούσε να εμπνεύσει τον φιλελληνισμό των Ευρωπαίων στην Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία, προκειμένου να βοηθήσουν την ελληνική υπόθεση.

Οι σχέσεις του Μπάιρον με τον Μάγερ δεν ήταν καλές. Τον χαρακτήριζε ως «απερίσκεπτο» και φύσει «φιλοκατήγορο», ελαττώματα που δημιουργούσαν κακή διάθεση στους συντηρητικούς ευρωπαίους και στέκονταν εμπόδιο  στην φιλελληνική προσπάθεια που και οι δύο τους επιχειρούσαν. Στην πραγματικότητα αυτό που υποκρύπτεται είναι ότι διίσταντο οι γνώμες τους για την πολιτική γλώσσα (diskurs) που θα υπηρετούσε καλύτερα τον κοινό τους σκοπό. Δηλαδή την κινητοποίηση συμμάχων και υποστηρικτών του αγώνα των Ελλήνων.

Χρόνια αργότερα, το 1885, ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημά του Ο Βούλγαρος, από τη συλλογή του Τραγούδια της πατρίδας μου, τιμώντας εξ ίσου και τους δύο, δίνει με την πέννα του πολιτικό μήνυμα και γράφει:

Πρώτη η Αγγλία έτρεξε τον Μπάυρον να μάς φέρη

ολόφωτη ελπίδα

Και με τον Μάγιερ έστειλε κοντύλι και μαχαίρι

του Τέλλου η πατρίδα

θυμίζοντάς μας τον Γουλιέλμο Τέλλο για τον οποίο μιλήσαμε, αλλά και την συνεισφορά των δύο φιλελλήνων, του Λόρδου Βύρωνα και του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ, στην υπόθεση της Ελλάδας.

Johann Jacob Meyer.
Λόρδος Μπάϋρον.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτός από τον Ελληνικό Τηλέγραφο του Λόρδου Βύρωνα, στο τυπογραφείο των Ελληνικών Χρονικών του Μάγερ  τυπώθηκε το 1825 και ο Ύμνος στην Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού.

Ανάμεσα στον Μάγερ και στον Σολωμό οι σχέσεις ήταν  φιλικές και υποστηρικτικές. Ήταν σχέσεις αλληλοεπηρεασμού με στόχο τις μεγάλες αξίες, σχέσεις που πιθανότατα συνέβαλαν στην απόφαση του Μάγερ να ιδρύσει την Αδελφότητα Φιλοδικαίων[7].

Το Μεσολόγγι, όπου ήταν εγκατεστημένος ο Μάγερ, βρίσκεται απέναντι από τα Ιόνια νησιά. Έτσι,  τον Νοέμβριο 1825 κατάφερε να ταξιδέψει στην Ζάκυνθο και να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό που ζούσε εκεί. Οι  συζητήσεις που είχε μαζί του φαίνεται ότι συνέβαλαν στην απόφασή του για τη δημιουργία της Αδελφότητας των Φιλοδικαίων,  την οποία ίδρυσε αμέσως μετά την επιστροφή του, με σκοπό την απόδοση αγάπης  και δικαιοσύνης  στο Μεσολόγγι. Άλλωστε και τα μέλη της Αδελφότητας όφειλαν να είναι άνδρες χρηστοήθεις και να αγαπούν ειλικρινά την πατρίδα και τα συμφέροντά της. Θεωρούνταν δε  προς αλλήλους ως αδελφοί, χωρίς κάποια διάκριση αξιώματος ή πλούτου.

«Δεν αποβλέπομεν, κύριοι, να συστήσωμεν Κράτος επί Κράτους, αλλ΄αγωνιζόμεθα να καταστήσωμεν πλέον βεβαίαν και επίμονον την προς αλλήλους αγάπην, να καταρρίψωμεν εις τα βάθη της θαλάσσης τα αξιοθρήνητα πάθη, τα οποία προήγαγον τοσαύτας συμφοράς, να κατασταθώμεν πολίται ενάρετοι, αγαθοί Πατριώται και να αγαπώμεν τους νόμους και την Διοίκησιν» .

Αυτά διεμήνυε ο ιδρυτής των Φιλοδικαίων και ακολουθούσε πάντα η υπογραφή του με το όνομά του και τον χαρακτηρισμό «ο Πατριώτης» που ο ίδιος συνόδευε το όνομά του και που δηλώνει το ήθος του ανθρώπου:

Έχω την τιμή

Ο Πατριώτης Ι. Μάγερ

 Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ σκοτώθηκε, μαζί με την Αλτάνη, κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, στις 9 προς 10 Απριλίου 1826, στις 2 το πρωί, ημέρα Σάββατο του Λαζάρου, ξημερώματα των Βαΐων.  Έπεσε στο πεδίο τού καθήκοντος και της ιδεολογίας του πιστοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο την βαθιά του αίσθηση για το χρέος!

Δίπλα του έπεσε νεκρός και ο επιστήθιος φίλος και συνεργάτης του Δημήτριος Μεσθενέας. Λίγο πιο κάτω, νεκρός και ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο εμψυχωτής των  πολιορκημένων Μεσολογγιτών. Μαζί τους σκοτώθηκαν και πλήθος κατοίκων του Μεσολογγίου, καθώς και 120 εθελοντές από το χωριό της Ηπείρου Σαμαρίνα, που είχαν μπει στην εμπροσθοφυλακή. Η ηρωική θυσία των εθελοντών Σαμαριναίων υμνείται μάλιστα στο πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι Παιδιά της Σαμαρίνας και τιμώνται με ειδικό μνημείο στο Μεσολόγγι.

Το τυπογραφείο βομβαρδίστηκε. Τα Ελληνικά Χρονικά, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει το 15ο φύλλο τους για το έτος 1826, έπαψαν πλέον να κυκλοφορούν. Το προσωπικό ημερολόγιο που κρατούσε ο Μάγερ σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας χάθηκε και δεν βρέθηκε ποτέ.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσσολογγίου, 1855, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Όλα τα άρθρα του Μάγερ που είχε δημοσιεύσει στα Ελληνικά Χρονικά  αποτέλεσαν την πηγή και την έμπνευση του Μεσολογγίτη ποιητή και ακαδημαϊκού Γεωργίου Δροσίνη, ο οποίος έναν αιώνα αργότερα, το 1926, δημοσίευσε το έργο του Ημερολόγιο της Πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825/26. Στον Πρόλογο αυτού του «φανταστικού ντοκιμαντέρ», ο Δροσίνης γράφει: «Ευλογημένη ας είναι η Σαλώμη Μάγερ, το γένος Στάουμπ, που εζήτησε την διάζευξίν της από τον Μάγερ, και τρισευλογημένος ο Γερμανός πρύτανις του Πανεπιστημίου του Φρειβούργου, ο οποίος τον απέβαλεν. Αν δεν συνέβαιναν τα δυο αυτά, η Ελβετία θα είχε έναν περισσότερον αγαθόν οικογενειάρχην…. αλλά το Μεσολόγγι θα εστερείτο τον Πολύβιον της πολιορκίας του…».

Μαζί με τον Μάγερ , στην έξοδο σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι και πολέμησαν εκεί. Οι Γερμανοί Dittmar (Ντίτμαρ), Stitjelberger (Στίτσελμπεργκερ), Lubchow (Λίμπχοβ), Klembe (Κλέμπε), Rosner (Ρόσνερ), ο Γάλλος Delaunay (Ντελονέ),ο Ιταλός Giacomuzzi (Τζιακομούτσι), και τόσοι άλλοι.

Ένα οριστικό ΤΕΛΟΣ γράφτηκε, αλλά το Μεσολόγγι έμεινε χαραγμένο με ανεξίτηλα γράμματα σε μία ξεχωριστή σελίδα της Ελληνικής ιστορίας,  του απελευθερωτικού αγώνα, του φιλελληνικού ευρωπαϊκού κινήματος.

Η σύντομη ζωή του Μάγερ τελείωσε στα 28 του χρόνια. Σκοτώθηκε ένας Ελβετός φιλέλληνας, ένας Διαφωτιστής, πρωτοπόρος της Ελευθεροτυπίας και της Ελληνικής δημοσιογραφίας, ένας Πατριώτης και Διεθνιστής. Με πρωτοβουλία της Ένωσης Συντακτών στήθηκε στο Μεσολόγγι αναμνηστική στήλη στον τόπο που βρισκόταν το τυπογραφείο του Μάγερ, κι ένας δρόμος της πόλης φέρει τo όνομα του.

 

 

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τα στοιχεία για το βιογραφικό του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ είναι από το βιβλίο : Ευαγγελάτος Γ. Χρήστος, Η ιστορία του Μεσολογγίου, σελ. 154-169.

[2] Percy Selley, Hellas, London 1822

[3] Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις economia, Αθήνα 2021, σελ. 85-89.

[4] Ευαγγελάτος Χρήστος,  Η ιστορία του Μεσολογγίου, σελ. 160.

[5] Wikipedia ,Εφημ. Καθημερινή, Αριστείδης Χατζής «Μία συνάντηση στη Λωζάννη το 1823», 12-9-2021

[6] Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις economia (β΄εκδοση), Αθήνα 2021, σελ.39-89.

[7]Ανδρέας Σώκος, «Αδελφότης Φιλοδικαίων. Τα επακόλουθα της Ανακοινώσεως» Μεσολόγγι 1825-1826, σελ. 19 . Δήμος Ι.Π.Μεσολογγίου. Δημοτική Βιβλιοθήκη

Γιάννης Μουρέλος: “Φονικό στην Εκκλησιά”. Η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Thomas Becket στον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας

Γιάννης Μουρέλος

“Φονικό στην Εκκλησιά”. Η δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Thomas Becket στον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας

                                  

«Ένα κακό δεν είναι ιδιωτική υπόθεση.

Aπλώνεται σ’ όλον τον κόσμο κι όλοι πληρώνουν».

(Γιώργος Σεφέρης)

 

Στις 29 Δεκεμβρίου του έτους 1170 έλαβε χώρα ένα ασυνήθιστο όσο και θεαματικό γεγονός. Τέσσερις πάνοπλοι ιππότες (Reginald FitzUrse, Hugh de Morville, William de Tracy και Richard le Breton – έφεραν όλοι Νορμανδικά ονόματα) εισέβαλαν στον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας και δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον αρχιεπίσκοπο Thomas Becket τη στιγμή που ο τελευταίος τελούσε την ακολουθία του εσπερινού. Η περιγραφή του συμβάντος μια δεκαετία αργότερα από τον μοναχό Edward Grim, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς, αποκαλύπτει την απίστευτα βίαιη και αποκρουστική εικόνα: “Ο ασεβής ιππότης…όρμηξε αίφνης επάνω του και αφαίρεσε την αρχιεπισκοπική  μίτρα. Παρά το δεύτερο κτύπημα, το οποίο δέχτηκε στο κεφάλι, [ο Becket] εξακολούθησε να διατηρεί την ισορροπία του. Όμως, έπειτα από το τρίτο, λύγισαν γόνατα και αγκώνες, ο δε λαβωμένος μάρτυρας προσφέρθηκε ως θυσία λέγοντας με σβησμένη φωνή “Στο όνομα του Ιησού είμαι έτοιμος να ασπαστώ τον θάνατο για την προστασία της εκκλησίας”. Ο τέταρτος ιππότης κατάφερε ένα χαριστικό πλήγμα στο κεφάλι […]. Το αίμα έγινε λευκό καθώς αναμείχθηκε με εγκεφαλική ουσία, τα δε χυμένα στο έδαφος μυαλά έγιναν κόκκινα από το αίμα. Ο πέμπτος – όχι ιππότης αλλά κληρικός- ο οποίος είχε εισέλθει στο ναό συνοδεύοντας τους δολοφόνους, πάτησε με το πέλμα του τον αυχένα του αρχιερέα και μεγαλομάρτυρα και (είναι φρικιαστικό να το περιγράφει κανείς) διασκόρπισε στο δάπεδο το αίμα και την εγκεφαλική ουσία λέγοντας, απευθυνόμενος προς τους ιππότες, “Μπορούμε να αποχωρήσουμε. Δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί”.

Ποια όμως υπήρξαν τα αίτια εκείνα, τα οποία οδήγησαν τα πράγματα έως την ακραία αυτή χρήση βίας εντός ενός από τους πλέον εμβληματικούς Καθεδρικούς Ναούς της Χριστιανοσύνης και μάλιστα εν ώρα λειτουργίας; Πόσο αστείρευτο μίσος κυκλοφορούσε και τι είδους διακυβεύματα εκκρεμούσαν προκειμένου να λάβει χώρα μια τόσο αλλόφρων και πρωτοφανής ενέργεια που στιγμάτισε το μέλλον για μακρύ χρονικό διάστημα και λειτούργησε ως έναυσμα και πηγή έμπνευσης, αιώνες αργότερα, για σωρεία δημιουργιών που, κατά γενική ομολογία, έχουν καταξιωθεί πλέον ως εξέχοντα αριστουργήματα στον χώρο της λογοτεχνίας, του θεάτρου, του λυρικού δράματος και του κινηματογράφου;

Το σημείο της δολοφονίας σήμερα.
Ο τάφος του Thomas Becket εντός του Καθεδρικού Ναού της Καντερβουρίας.

 
Η αιώνια αντιπαράθεση της εκκλησιαστικής εξουσίας με την κοσμική

Το 1170 μόλις μετά βίας είχε συμπληρωθεί ένας αιώνας από την περίφημη μάχη του Χέιστινγκς (1066), τη στέψη του Γουλιέλμου του Κατακτητή (1028-1087), δούκα της Νορμανδίας, ως βασιλέα της Αγγλίας και την οριστική κατάληψη των βρετανικών νήσων από τους Νορμανδούς. Επίσης, το 1170 διανύουμε το 16° έτος της βασιλείας του Ερρίκου Β΄, ιδρυτή της δυναστείας των Plantagenets και πατέρα του μετέπειτα Ριχάρδου Α΄ του Λεοντόκαρδου. Επρόκειτο για έναν απρόβλεπτο και αδίστακτο χαρακτήρα, ο οποίος, ωστόσο, στα 35 χρόνια που διήρκησε η βασιλεία του είχε να επιδείξει αξιοσημείωτες επιτυχίες. Αποκατέστησε πλήρως την βασιλική εξουσία στην Αγγλία, επανεγκατέστησε την ηγεμονία του επί της Ουαλίας, ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο των κτήσεών του στη Γαλλία (περιοχές Anjou, Maine και Touraine). Επιπρόσθετα, μέσω του γάμου του με την Ελεονώρα της Ακουιτανίας (σύζυγο του βασιλέα Λουδοβίκου Ζ΄ της Γαλλίας έως το 1152) διεύρυνε την επιρροή του επάνω σε εκτενή εδάφη της νοτιοδυτικής Γαλλίας, με αποτέλεσμα να ελέγχει μεγαλύτερο τμήμα της Γαλλίας συγκριτικά με τον ίδιο τον βασιλέα της τελευταίας. Επί των ημερών του, η βασιλική αυλή είχε μετεξελιχθεί σε ένα μεγάλο συμβούλιο (magnum concilium) με τη συμμετοχή βαρόνων και επισκόπων. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το όργανο αυτό αποφαινόταν για υψίστης σημασίας ζητήματα. Ωστόσο, δεν είναι εξακριβωμένο κατά πόσο η ευρεία συμμετοχή στους κόλπους του συμβουλίου προσέδιδε στα μέλη του τελευταίου πραγματικό περιθώριο ανάληψης πρωτοβουλιών ενάντια στη βούληση του μονάρχη. Σημαντική υπήρξε και η οικονομική και φορολογική πολιτική, η οποία δομήθηκε επάνω σε τρεις κομβικούς φορείς: ένα κεντρικό βασιλικό Δημόσιο Ταμείο (Treasury) με ανάλογα παραρτήματα στην ύπαιθρο, ένα Θησαυροφυλάκιο (Exchequer), το οποίο διαχειριζόταν τις πληρωμές προς το Δημόσιο Ταμείο, και μια ομάδα αυλικών, η οποία συνόδευε τον βασιλέα στις μετακινήσεις του διανέμοντας χρήματα και εισπράττοντας φόρους. Στον τομέα της απονομής δικαιοσύνης εισήγαγε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες έθεσαν τα θεμέλια του αγγλικού ποινικού και αστικού δικαίου. Ωστόσο, οι ιστορικοί του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς την αγγλοκεντρική διάσταση της διοίκησης του Ερρίκου Β΄, λαμβανομένης υπόψιν της νορμανδικής του καταγωγής, της ενασχόλησης με τις κτήσεις του στη Γαλλία, του γεγονότος, τέλος, ότι, αν και καταλάβαινε τα αγγλικά, δεν έκανε χρήση παρά μόνο της γαλλικής και της λατινικής γλώσσας.

Ερρίκος Β΄ (1133-1189).

Ο τομέας εκείνος, ο οποίος στιγμάτισε ανεπιστρεπτί την βασιλεία του εξουδετερώνοντας ουσιαστικά τα όποια επιτεύγματα είχαν προηγηθεί, ήταν οι σχέσεις του με την Εκκλησία με αποκορύφωμα, βέβαια, το επεισόδιο της δολοφονίας του Becket. Ήδη από τον Η΄ αιώνα, το σύνολο των βρετανικών νήσων υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη. Οι βασιλείς στηρίζονταν στην Εκκλησία, η οποία τους προσέφερε την ιεραρχία και την οργάνωση, που τόσο πολύ είχαν ανάγκη. Όταν το 1161 απεβίωσε ο αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας Θεοβάλδος, ο Ερρίκος άδραξε την ευκαιρία και σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τα δικαιώματά του επί της Εκκλησίας, διόρισε, έναν χρόνο αργότερα, στον αρχιεπισκοπικό θώκο τον επιστήθιο φίλο του και μέχρι τότε σφραγιδοφύλακα και κυριότερο σύμβουλό του, Thomas Becket. Πεπεισμένος ότι με αυτό τον τρόπο θα έθετε την Εκκλησία υπό τον έλεγχό του, εξεπλάγη τα μέγιστα βλέποντας τον Becket να μεταλλάσσεται σε υπέρμαχο των δικαιωμάτων της τελευταίας. Η μεταξύ τους αντιπαράθεση εκδηλώθηκε σε τομείς όπως το ζήτημα της ανάκτησης του ελέγχου εδαφών που υπάγονταν στην αρχιεπισκοπή, το φορολογικό σύστημα και η εισπρακτική πολιτική του βασιλέα, τέλος, η υπαγωγή ή όχι των ιερωμένων, κατηγορουμένων για κοσμικά εγκλήματα, στην αυτόνομη εκκλησιαστική δικαιοσύνη.

Με την πάροδο του χρόνου το χάσμα μεταξύ των δυο πρώην φίλων κατέστη αγεφύρωτο καθώς δεν υπήρχαν περιθώρια συμβιβασμού. Ο Ερρίκος ήταν άξεστος και ισχυρογνώμων. Ο Becket ματαιόδοξος και πεισματάρης, αρθρώνοντας εμφανώς πολιτικό λόγο. Τον Ιανουάριο του 1164, στα ανάκτορα του Κλάρεντον, ο Ερρίκος προέδρευσε μιας συνέλευσης, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι ανώτατοι αξιωματούχοι της Εκκλησίας. Η τελική πράξη, η οποία προέκυψε (Constitutions of Clarendon), προέβλεπε λιγότερη εκκλησιαστική ανεξαρτησία και περισσότερο χαλαρές σχέσεις με τη Ρώμη. Αν και σε ένα αρχικό στάδιο ο Becket έδειχνε να συμμορφώνεται με το αποτέλεσμα, γρήγορα εξέφρασε την αντίθεσή του, αρνούμενος να υπογράψει το κείμενο. Κατόπιν τούτου, ο Ερρίκος απαίτησε από αυτόν να παραστεί, στις 8 Οκτωβρίου 1164 στον πύργο του Νορθάμπτον ενώπιον του μεγάλου συμβουλίου με την κατηγορία της ανυπακοής στη βασιλική εξουσία. Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, ο Becket αναζήτησε καταφύγιο στη Γαλλία, όπου διέμεινε έως το 1170, οπότε και επέστρεψε κατόπιν μεσολάβησης του Πάπα Αλεξάνδρου Γ΄. Η  εκεχειρία μεταξύ των δυο ανδρών δεν διήρκησε παρά ελάχιστα. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους, τρεις ιεράρχες, οι επίσκοποι της Υόρκης, του Λονδίνου και του Σώλσμπερυ, έστεψαν βασιλέα τον διάδοχο Ερρίκο τον νεώτερο. Επρόκειτο για επιθυμία του πατέρα του (άλλωστε, διατήρησε στο ακέραιο της εξουσίες του), ο οποίος, με την ενέργεια αυτή επιχείρησε να διασφαλίσει μια ομαλή διαδοχή στο θρόνο της Αγγλίας. Η τελετή πραγματοποιήθηκε στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ εξοργίζοντας τον Becket, καθώς η αρμοδιότητα ανήκε εξ ορισμού στη δικαιοδοσία της αρχιεπισκοπής της Καντερβουρίας. Σε απάντηση, προχώρησε στον αφορισμό των τριών ιεραρχών που κατά παράβαση του νόμου είχαν διεκπεραιώσει την τελετή. “Δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να με απαλλάξει από αυτόν τον ταραχοποιό ιερέα;”, αναφώνησε εκτός εαυτού ο Ερρίκος μόλις πληροφορήθηκε την είδηση. Τα λόγια αυτά εξέλαβαν ως εντολή δολοφονίας του αρχιεπισκόπου οι τέσσερις ιππότες, οι οποίοι, με δική τους πρωτοβουλία, αναχώρησαν δίχως χρονοτριβή για την Καντερβουρία.

Η δολοφονία του Thomas Becket έτσι όπως απεικονίζεται σε χειρόγραφο του ΙΓ΄ αιώνα.
Geoffrey Chaucer, The Canterbury Tales, χειρόγραφο του Ellesmere (αρχές ΙΕ΄ αιώνα).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η είδηση της δολοφονίας προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Πρώτος εκπλαγείς υπήρξε ο ίδιος ο Ερρίκος, ο οποίος διαπίστωσε πως, άθελά του, έφερε μερίδιο ευθύνης, από τη στιγμή που τα λόγια του είχαν παρερμηνευθεί. Στις 12 Ιουλίου 1174, εν μέσω της μεγάλης εξέγερσης των ετών 1173-1174, μαστιγώθηκε δημόσια μπροστά από τον τάφο του Becket, σε μια πράξη εξαγνισμού. Η δολοφονία στιγμάτισε ανεπανόρθωτα την υπόλοιπη βασιλεία του καθώς το όνομά του συνδέθηκε σχεδόν αποκλειστικά και μόνο με αυτό το συμβάν. Απεβίωσε το 1189 σε ηλικία 56 ετών στη Γαλλία και ενώ οι σχέσεις με τους γιους του Ριχάρδο Α΄ (μετέπειτα Λεοντόκαρδο) και Ιωάννη (μετέπειτα Ακτήμονα) είχαν διαρραγεί με βίαιο τρόπο.  Σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Becket άρχισε να αντιμετωπίζεται ως μάρτυρας. Στις 21 Φεβρουαρίου 1173 αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Αλέξανδρο Γ΄. Οι τέσσερις δολοφόνοι αναζήτησαν καταφύγιο στον πύργο ενός εξ αυτών, όπου παρέμειναν επί ένα έτος. Δεν συνελήφθησαν ούτε και επιτάχθηκαν τα κτήματά τους. Τον Αύγουστο του 1171 αφορίστηκαν άπαντες από τον Πάπα. Όταν επισκέφτηκαν τη Ρώμη εκλιπαρώντας για συγχώρεση, ο τελευταίος τους συνέστησε να μεταβούν στους Αγίους Τόπους και να υπηρετήσουν εκεί ως ιππότες επί 14 έτη.

Why Henry II Murdered Archbishop Thomas Becket | Timeline

 

Τα διαφορετικά πρόσωπα του Thomas Becket

Στην εισαγωγή της απαράμιλλης μετάφρασης στα ελληνικά του θεατρικού δράματος Murder in the Cathedral του T. S. Eliot, ο Γιώργος Σεφέρης γράφει χαρακτηριστικά: “Θα ήταν λάθος να κρίνει κανείς το έργο ιστορικά, με τις επιχειρηματολογίες της σκοπιμότητας… Η πράξη του έργου ξετυλίγεται σε άλλη στάθμη. Είναι η μάχη με το αξεχώριστο κακό… Είναι ο αγώνας ενός ανθρώπου με την περηφάνια του. Με τον ίδιο τρόπο θα ήταν επίσης λάθος αν έβλεπε κανείς τον ήρωα του δράματος σαν έναν κομματάρχη του ιερατείου που έστησε πόλεμο με τον οποιοδήποτε φορέα της κοσμικής εξουσίας”.1 Με αυτά τα λόγια, ο μεγάλος Έλληνας ποιητής έθεσε εύστοχα το πρόβλημα της λογοτεχνικής απόδοσης ενός ιστορικού συμβάντος.

Το ιστορικό δράμα (σε πεζό ή σε έμμετρο λόγο) εμπνέεται από το ιστορικό συμβάν. Δεν καλείται να αποκαταστήσει το τελευταίο με γνώμονα τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Στόχος του δεν είναι να προσφέρει ιστορική γνώση, αλλά να καταθέσει μια υποκειμενική εκδοχή, η οποία, συχνά, επιτρέπει στον δημιουργό να επιστρατεύσει το ταλέντο του, να εξορκίσει τα συναισθήματά του και να εξωτερικεύσει τον δικό του εσωτερικό κόσμο.

Ιστορία, μύθος, μυστήριο και ποίηση περιβάλλουν το πρόσωπο του Thomas Becket. Άλλοι τον θεωρούν ήρωα, άλλοι τον προσεγγίζουν ως άγιο, υπέρμαχο των δικαιωμάτων της Εκκλησίας, ο οποίος θυσίασε τη ζωή του για την τιμή και τη δόξα του Θεού.²2Αναφορές στη ζωή και το έργο του υφίστανται ήδη από βιογράφους της εποχής του, ο αριθμός των οποίων ξεπερνά τους δέκα. Μεταξύ αυτών, ο John of Salisbury (c. 1110-1180), συγγραφέας, φιλόσοφος, διπλωμάτης και μετέπειτα επίσκοπος της Chartres, διετέλεσε επί επτά έτη προσωπικός του γραμματέας. Έζησε από κοντά τη σύγκρουση του αρχιεπισκόπου με τον βασιλέα, την οποία απαθανάτισε στις επιστολές του.3 Ο μοναχός Edward Grim (άγνωστη ημερομηνία γέννησης – c. 1189) έτυχε να επισκεφθεί τον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας την αποφράδα εκείνη ημέρα της 29ης Δεκεμβρίου 1170 και να παραστεί στο τραγικό συμβάν, το οποίο περιέγραψε σε γραπτό κείμενο δέκα χρόνια αργότερα. Τη στιγμή της δολοφονίας βρισκόταν στο πλευρό του αρχιεπισκόπου. Επιχείρησε, μάλιστα, δίχως επιτυχία, να παρεμποδίσει έναν από τους ιππότες. Δέχθηκε πλήγμα (το ένα του χέρι κόντεψε να ακρωτηριαστεί), έπεσε στο έδαφος και κατάφερε να συρθεί έως το πίσω μέρος της Αγίας Τράπεζας, όπου είχαν αναζητήσει καταφύγιο κι άλλοι παριστάμενοι.

The martyrdom of St.Thomas Becket, 29 Dec. 1170 (Edward Grim)

Άλλος βιογράφος του Becket και αυτόπτης μάρτυς της δολοφονίας ήταν ο επίσης μοναχός William of Canterbury (άγνωστες ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου). Περιγράφοντας τη σκηνή, ομολογεί πως έντρομος κρύφτηκε στο στασίδι της χορωδίας προκειμένου να διαφύγει τον θάνατο.4 Ο William Fitzstephen (άγνωστη ημερομηνία γεννήσεως – c. 1191) συνέγραψε μια εκτενή βιογραφία με τίτλο Vita Sancti Thomae, Cantuariensis Archiepiscopi et Martyris.5  Αναφορά στο προσκύνημα στον τάφο του Becket συναντάμε και στις αρχές του ΙΕ΄ αιώνα στο περίφημο έργο του Geoffrey Chaucer The Canterbury Tales.6

Δυο υπήρξαν οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι οποίοι κατά τον προπερασμένο αιώνα έστρεψαν την προσοχή τους γύρω από το πρόσωπο και τη ζωή του Becket. Γνωστότερος ήταν ο Alfred Tennyson, 1ος βαρόνος Tennyson (1809-1892). Ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ένας από τους πλέον δημοφιλείς Βρετανούς ποιητές χάρη, κυρίως, στο πασίγνωστο ποίημα The Charge of the Light Brigade, στο οποίο απαθανατίζεται ένα επικό  επεισόδιο του πολέμου της Κριμαίας. Το 1884 δημοσίευσε το τρίτο, κατά σειρά, θεατρικό του δράμα, που έφερε τον τίτλο Becket και τον επεξηγηματικό υπότιτλο A Tragedy in a Prologue and Four Acts. Η παραπάνω δομή (5 πράξεις) παραπέμπει ευθέως στο θέατρο της ελισαβετιανής εποχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Tennyson επιχειρεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, να μιμηθεί την σαιξπηρική τραγωδία καθώς η κάθε πράξη κατακερματίζεται σε διαδοχικές σκηνές, όπου παρελαύνει πλήθος χαρακτήρων. Η κάθε σκηνή διαθέτει το δικό της σημείο κλιμάκωσης, κάνοντας εκτενή χρήση του αφηγηματικού στοιχείου. Η πλοκή ακολουθεί τη χρονολογική αλληλουχία. Μάλιστα, επιθυμώντας να σεβαστεί την ιστορική πραγματικότητα, ο συγγραφέας επισκέφτηκε κατ’ επανάληψη τον τόπο της τραγωδίας, τον Καθεδρικό Ναό της Καντερβουρίας.

Alfred Tennyson (1809-1892).

Ωστόσο, παρά την αρχική του βούληση, ο Tennyson παρασύρεται από το ρομαντικό πνεύμα της εποχής με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε επίπεδο αυθαίρετης ανάληψης ελευθεριών και παραποίησης της πραγματικότητας. Διαπλέκει την υπόθεση της δολοφονίας του Becket με τον μύθο της Rosamond Clifford, κόρης ενός από τους ιππότες του Ερρίκου Β΄, θύμα της γοητείας της οποίας, πάντοτε κατά τον συγγραφέα, είχε πέσει ο τελευταίος. Ο Tennyson διαχειρίζεται ισοδύναμα το πραγματικό και το φαντασιακό στοιχείο. Το βαρύγδουπο αποτέλεσμα είναι ένα αλλοπρόσαλλο κράμα σαιξπηρικού θεάτρου με έντονες αποχρώσεις της ύστερης βικτωριανής εποχής. Ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει πως και στα τρία πρώτα θεατρικά του έργα (Queen Mary, Harold και Becket) το στοιχείο, το οποίο τον προσελκύει, είναι εκείνο της μετάβασης από μια ιστορική πραγματικότητα σε μια άλλη τόσο σε πολιτική όσο και σε πολιτισμική κλίμακα. Μέσα σε αυτήν ακριβώς την μεταβατική περίοδο που συνήθως διαδέχεται κάποιο σημαδιακό γεγονός, είναι που σφυρηλατούνται τα έθνη και οι κουλτούρες, προετοιμάζεται το μέλλον. Ωστόσο, η δική του μετάλλαξη από ποιητή σε θεατρικό συγγραφέα φαίνεται πως υπήρξε κάπως περισσότερο προβληματική. Προφανώς αυτή την εικόνα  είχε κατά νου ο μεγάλος δοκιμιογράφος Henry James, όταν πολύ αργότερα δήλωσε, με χαρακτηριστική λεπτότητα, οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι:Προκειμένου να συγγράψει το θεατρικό του δράμα χρειάστηκε να πάψει να είναι αυτός που ήταν (…) Μέσα σε αυτές τις τριακόσιες σελίδες, δύσκολα εντοπίζονται τα ίχνη του Tennyson που γνωρίζουμε”.7

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898).

Πέντε χρόνια νωρίτερα, μεταξύ των ετών 1879-1880, κυκλοφόρησε ένα σύντομο ιστορικό μυθιστόρημα του Ελβετού ποιητή και συγγραφέα Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898) με τίτλο Der Heilige (Ο Άγιος). Αν και επίσης ορμώμενο από το πραγματικό γεγονός της διαμάχης του Becket με τον βασιλέα Ερρίκο, το έργο του Meyer προαναγγέλει με ακαταμάχητο τρόπο εκείνο του Tennyson. Ως πηγή έμπνευσης λειτούργησε το ένατο βιβλίο της ογκώδους Ιστορίας της κατάκτησης της Αγγλίας από τους Νορμανδούς (Histoire de la Conquête de l’Angleterre par les Normands) του Γάλλου Augustin Thierry (1825). Μέσα σε αυτό, ο Meyer εντόπισε έναν μύθο, βάσει του οποίου ο Becket ήταν στην πραγματικότητα γιος της αδελφής του χαλίφη της Κόρδοβας! Η αποπλάνηση της κόρης του Becket, Grace, από τον Ερρίκο, οδήγησε τον πρώτο στην ύφανση ενός σχεδίου εκδίκησης καλυμμένο με το πέπλο της προσχηματικής  αφοσίωσης προς την κοσμική εξουσία μέσω της άσκησης καθηκόντων σφραγιδοφύλακα, αλλά και προς τα θεία μέσω της χειροτονίας στον αρχιεπισκοπικό θώκο. Με τις μεθοδευμένες μηχανορραφίες του, ο Becket οδηγεί τον βασιλέα σε απόγνωση, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διατάξει την φυσική εξόντωση του αρχιερέα. Από όλα τα παραπάνω, μόνο το τραγικό τέλος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αφηγητής είναι ένας Ελβετός τοξότης, ο οποίος, περιφερόμενος μέσα στους δρόμους του Λονδίνου και εισερχόμενος στην υπηρεσία της βασιλικής αυλής, παρακολούθησε εκ του μακρόθεν τα συμβάντα. Το ύφος του Meyer είναι ρωμαλέο, νευρώδες, σβέλτο, άκρως περιγραφικό και γεμάτο αποχρώσεις, καθιερώνοντας το συγκεκριμένο ιστορικό μυθιστόρημα ως το αρτιότερο, αν όχι το καλύτερο έργο του Ελβετού συγγραφέα.8

Να θεωρήσει κανείς το αριστούργημα του T.S. Eliot (1888 – 1965) Murder in the Cathedral ως ψυχογράφημα του Thomas Becket δεν θα ήταν διόλου υπερβολή. Η συγγραφή του έργου ολοκληρώθηκε το 1935 με αφορμή τις γιορτές της Καντερβουρίας. Ο Eliot τού απέδωσε τον χαρακτηρισμό “ποιητικό δράμα” (poetic drama ή verse drama). Δηλαδή, το κείμενο είναι γραμμένο σε έμμετρο λόγο. Απαρτίζεται από δυο πράξεις και ένα μεσοσκήνιο. Αν και κινούμενος πλησιέστερα στην ιστορική πραγματικότητα σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο κείμενο, ο Eliot απευθύνεται σε ένα κοινό, το οποίο αναμένεται πως κατέχει ήδη το ευρύτερο περίγραμμα της σύγκρουσης του Becket με τον Ερρίκο Β΄. Γι’ αυτό και λειτουργεί αφαιρετικά, δίχως ωστόσο να παραποιεί ούτε κατά διάνοια τα όσα συνέβησαν. Μας εισάγει στο δράμα με την επάνοδο του αρχιεπισκόπου από την εξορία. Τα όσα έχουν προηγηθεί (μακροχρόνια φιλία ανάμεσα στους δυο άνδρες, ανάρρηση του Becket στα υψηλότερα διοικητικά και εκκλησιαστικά αξιώματα, μεταξύ τους αντιπαράθεση κλπ.) θίγονται περιστασιακά μέσω αφήγησης. Ο ένας μάλιστα εκ των δυο πρωταγωνιστών της διαμάχης (Ερρίκος Β΄) λάμπει δια της απουσίας του στο σύνολο του έργου.

Η οπτική γωνία, μέσω της οποίας ο Eliot διεισδύει στην όλη υπόθεση, δεν αφορά κάποιο ηθικό-πολιτικό δίλημμα (σύγκρουση θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας), κάποιο ψυχολογικό αδιέξοδο (προδομένη φιλία), ακόμα λιγότερο κάποια ευρύτερη κοινωνική και πολιτισμική αντιπαράθεση με μακροχρόνιες καταβολές (σχέσεις μεταξύ Νορμανδών και Σαξόνων). Όπως επισημαίνει η Έλση Μπακονικόλα-Γιαμά σε μια εξαιρετική ανάλυση,9 το Murder in the Cathedral έχει ως κύριο θέμα την αναμέτρηση του ανθρώπου με το κακό. Ο Becket γνωρίζει πως ο πραγματικός του αντίπαλος δεν είναι ούτε ο Ερρίκος ούτε η κοσμική εξουσία, αλλά το κακό που είναι εγγενές στο σύμπαν και κατ’ επέκταση στην ίδια του την ύπαρξη.10 Υπό αυτό το πρίσμα, το έργο είναι ουσιαστικά γραμμένο για έναν και μοναδικό ρόλο: το πρόσωπο του αρχιεπισκόπου, το οποίο καλείται να διαχειριστεί την επικείμενη έλευση του θανάτου (“Ένας άνθρωπος γυρίζει στην πατρίδα του προβλέποντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν” επισημαίνει ο Eliot, συνοψίζοντας την υπόθεση).

Thomas Stearns Eliot (1888 – 1965).

Τα πρόσωπα του έργου χάνουν την υλική τους υπόσταση καθώς μεταμορφώνονται σε σύμβολα (ο χορός των γυναικών της Καντερβουρίας εκφράζει την πάσχουσα ανθρωπότητα, η οποία αγωνίζεται να επιβιώσει παρά την απειλή του κακού, οι ιερείς συμβολίζουν την αγωνία του κλήρου για τα εγκόσμια, οι τέσσερις πειρασμοί – επινόηση του Eliot – οι οποίοι ταυτίζονται με τους τέσσερις δολοφόνους – ιστορικά πρόσωπα – αντιπροσωπεύουν την αιώνια αντιπαράθεση του καλού με το κακό).11

Αξίζει να επιμείνει κανείς στο συναπάντημα του Becket με τους τέσσερις πειρασμούς, με το οποίο ολοκληρώνεται η πρώτη πράξη. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια αλληγορική απόδοση των τριών πειρασμών του Ιησού στην έρημο από τον Διάβολο. Η ιδιοφυής κίνηση του συγγραφέα συνίσταται στην προσθήκη ενός τετάρτου, περισσότερο απρόβλεπτου, ύπουλου και επικίνδυνου από όλους τους υπόλοιπους (“Ποιος είσαι;”, διερωτάται ο Becket, όταν εκείνος πρωτοεμφανίζεται, “Aνέμενα τρεις επισκέπτες, όχι τέσσερις”). Αν οι τρεις πρώτοι (φιληδονία, φιλοδοξία, ανεντιμότητα) είναι διαχειρίσιμοι στο ποσοστό που έχει ήδη υιοθετηθεί από τον πρωταγωνιστή μια ορισμένη στάση ζωής, μια συγκεκριμένη ηθική με γνώμονα την εγκράτεια, την τιμή και την ταπεινοφροσύνη, ο τέταρτος πειρασμός (πνευματική αλαζονεία) υποσκάπτει την σχέση του αρχιεπισκόπου με τον Θεό. Η θυσία ούτως ή άλλως θεωρείται δεδομένη. Το ζητούμενο στην περίπτωση είναι η διαχείριση του μαρτυρίου. Ο τέταρτος πειρασμός επαγγέλλεται τη μεταθανάτια δόξα και υστεροφημία μέσω ενός μαρτυρικού θανάτου. Για να σημαδευτεί όμως από τη θεία βούληση, o πρωταγωνιστής πρέπει προηγουμένως να αποποιηθεί συνειδητά τον ατομικισμό του. Αντίθετα, με το να επιδιώξει, μέσω του ιδίου μαρτυρικού θανάτου, την αγιότητα, απαρνείται τη σχέση του με το θείο.12

 

Ο τέταρτος πειρασμός στην κινηματογραφική απόδοση του 1951, σε σκηνοθεσία George Hoellering. Η φωνή που ακούγεται είναι εκείνη του T.S. Eliot.

Ο Eliot θέτει τα βασανιστικά αλλά και αιώνια ερωτήματα ενός ανθρώπου, ο οποίος προβαίνει στον απολογισμό μιας ολόκληρης ζωής. Πρόκειται για την ύστατη ευκαιρία αυτοκριτικής, για την ώρα της αλήθειας μπροστά στο κατώφλι του θανάτου. Η ιστορική συγκυρία λειτουργεί απλώς ως αφορμή. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει επιλεγεί κάποια άλλη (“Δεν θέλησα να αυξήσω τον αριθμό των χαρακτήρων ούτε και να συγγράψω ένα πολιτικό χρονικό του ΙΒ΄ αιώνα. Πρόθεσή μου ήταν να εστιάσω στα στοιχεία του θανάτου και του μαρτυρίου”).13 Το Murder in the Cathedral δεν αποτελεί μόνο το ανθρώπινο δράμα του Becket. Είναι συνάμα και εκείνο του συγγραφέα όπως, άλλωστε, του καθενός από όλους εμάς, όταν βιώνει την παραπάνω αναπόδραστη εμπειρία ή αναρωτιέται πώς μπορεί, άραγε, να διαγράφεται η οριακή και βαθύτατα προσωπική αυτή στιγμή, την οποία είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένος κάποτε να διαχειριστεί.

Το ύφος είναι εν γένει λιτό, ουσιαστικό, αυστηρό, σχεδόν δωρικό. Πραγματικός καινοτόμος, ο Eliot αντέδρασε ενάντια στον συναισθηματισμό του ρομαντικού θεάτρου. Σε αντιδιαστολή με την επικρατούσα τότε άποψη, πίστευε πως ο έμμετρος λόγος ήταν ο μόνος ικανός να εκφράσει σε βάθος και με ένταση τα συναισθήματα και τις διαχρονικές αξίες, προσδίδοντας ταυτόχρονα στο κείμενο την ενότητα που δικαιούται. Αντίθετα, η πρόζα δεν απεικόνιζε, κατά τη γνώμη του, παρά μόνο το εφήμερο και το επιδερμικό. Η ποιητική τελειότητα ήταν σε θέση να καλύψει με τις λυρικές εξάρσεις της τα όποια κενά υπήρχαν στη ροή της πλοκής, εμπλουτίζοντας με μουσικότητα το κείμενο. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο έμμετρος λόγος θα ήταν κατάλληλα προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις του θεάτρου.14 Σε τελευταία ανάλυση, επινόησε ένα άκρως προσωπικό αλλά ταυτόχρονα, ελκυστικό στιλ, το οποίο αξιοποίησαν στο έπακρο και προχώρησαν ένα βήμα  μακρύτερα μεταφραστές (Σεφέρης), μουσικοσυνθέτες (Pizzetti), σκηνοθέτες (Hoellering), που έτυχε να ασχοληθούν, ο καθένας διαμέσου της δικής του οπτικής, με το συγκεκριμένο έργο.

Τέλος, θα ήταν τεράστιο σφάλμα να θεωρήσει κανείς πως το Murder in the Cathedral δεν είναι, από δραματικής απόψεως, ένα αμιγώς θεατρικό έργο. Ο Eliot, όχι μόνο υπηρετεί με αξιομνημόνευτη ευσυνειδησία το συγκεκριμένο είδος, αλλά το επανασυνδέει με τις πατρογονικές του καταβολές: την αρχαία ελληνική τραγωδία. Ο χορός, ο οποίος, σχολιάζει και προβλέπει, ανήμπορος, ωστόσο, να επηρεάσει τις εξελίξεις, η παρουσία των δυο κορυφαίων, ο μαντατοφόρος (ο κήρυκας του αρχαίου θεάτρου), ο πρωταγωνιστής που επωμίζεται το φορτίο ενός περιβάλλοντος κόσμου αλλά και το βάρος της δικής του προσωπικής και μοναχικής μοίρας, όλα αυτά παραπέμπουν ευθέως στον κόσμο της Αντιγόνης, του Οιδίποδα, του Προμηθέα Δεσμώτη και των υπολοίπων αριστουργημάτων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.15

Φονικό στην Εκκλησιά. Η μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη (1963) και η παραγωγή του ΚΘΒΕ (1967).

Τη στιγμή που ο Eliot επινοούσε τον τόσο ιδιαίτερο έμμετρο λόγο, πιθανόν να ευχόταν ενδόμυχα πως θα εμφανιζόταν κάποτε ένας μουσικοσυνθέτης, ο οποίος θα μετέφερε με επιτυχία πλοκή και κείμενο στον χώρο του λυρικού δράματος. Ο Ildebrando Pizzetti (1880-1968) αποδείχθηκε ιδανική περίπτωση. Την 1η Μαρτίου 1958, στο Teatro alla Scala του Μιλάνου, έλαβε χώρα η παγκόσμια πρώτη της όπερας Assassinio nella Cattedrale. Το λιμπρέτο, το οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος ο συνθέτης, ακολουθεί, σχεδόν αυτολεξεί, σε ιταλική βέβαια γλώσσα, το κείμενο του Eliot. Όπως το πρωτότυπο, έτσι και το λυρικό δράμα του Pizzetti απαρτίζεται από δυο πράξεις και ένα μεσοσκήνιο. Δομικά, το ύφος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από χρονολογικής απόψεως ως ύστερος βερισμός: μια εντυπωσιακή ηχητική ταπετσαρία, η οποία ξεδιπλώνεται στον χώρο της ορχήστρας παρακολουθώντας, παράλληλα, τα διάφορα σχήματα και περιγράμματα της δραματικής πλοκής με σκοπό να πλαισιώσει και να τονίσει τις κορυφώσεις της τελευταίας επί σκηνής. Ωστόσο, παρά την ιταλική προέλευση, παιδεία και κληρονομιά του Pizzetti, ο απόηχος συνθετών όπως ο Verdi και ο Puccini, είναι μάλλον πενιχρός. Οι μόνες στιγμές όπου η μελωδική γραμμή αναπτύσσεται εκτενώς είναι η θαυμάσια, γεμάτη νοσταλγία, άρια «Trentanni fa»  του Becket (Α΄ πράξη) καθώς και η σκηνή της Θείας Κοινωνίας (μεσοσκήνιο). Κατά τα άλλα, η υφή της μουσικής γραφής θυμίζει έντονα τον Βρετανό συνθέτη Frederick Delius (κάτι που εναρμονίζεται ιδανικά με τον κόσμο του Eliot), πολλά ηχοχρώματα παραπέμπουν στον Debussy, στον Wagner και στον Richard Strauss, ενώ τα χορωδιακά μέρη αντλούν έμπνευση από τον Bach. Η μεγάλη αξία του Pizzetti συνίσταται στο ότι καταφέρνει να συγκεράσει τόσο διαφορετικές μεταξύ τους τεχνοτροπίες, επινοώντας έναν δικό του, προσωπικό, τρόπο μουσικής γραφής, σεβόμενος με ιεραποστολική ευλάβεια το πρωτότυπο (το έργο του Eliot) δίχως να επιδιώκει να το επισκιάσει. Το πάντρεμα ανάμεσα στο θεατρικό και το λυρικό δράμα είναι ονειρώδες. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως το καθένα από αυτά είναι ειδικά πλασμένο για το άλλο.

Ildebrando Pizzetti (1880-1968).

 “Sono un visitatore inaspettato”: Noé Colin (Terzo tentatore), Roberto Scandiuzzi (Arcivescovo Tommaso Becket) Milano 2012.

Παρά το γεγονός ότι η υποδοχή από το κοινό την επομένη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε μάλλον μουδιασμένη, το όλο ιστορικό, έκτοτε, έχει να επιδείξει αξιόλογες περγαμηνές. Μεταξύ άλλων, το έργο έχει ανεβεί δύο φορές στη Σκάλα του Μιλάνου (1958 και 2009), στο μεγάλο αμφιθέατρο της πόλης του Βατικανού  παρόντος του Πάπα Ιωάννη του 23ου και υπό τη διεύθυνση του συνθέτη (1959), στο Sadler’s Wells του Λονδίνου – μετέπειτα English National Opera (1962), στην Κρατική Όπερα της Βιέννης (αρκετές παραστάσεις μεταξύ των ετών 1960 και 1964), στην αίθουσα Concertgebouw του Άμστερνταμ υπό μορφή συναυλίας (1965), στο Teatro Regio του Τορίνου (2000), στο ομώνυμο θέατρο της Πάρμας (2002), στο Teatro Verdi της Τεργέστης (2002) στην Όπερα της Ρώμης (2003). Το 2006  εγκαινιάστηκε μια νέα πρακτική. Το ανέβασμα όχι επί σκηνής, αλλά σε φυσικό χώρο: τους Καθεδρικούς Ναούς San Nicola του Μπάρι (2006) και Duomo του Μιλάνου (2012). Υπερατλαντικά, η όπερα του Pizzetti παρουσιάστηκε το 1959 στο Μοντρεάλ, το 1967 στο Μπουένος Άιρες και σχετικά πρόσφατα, το 2013, στο San Diego της Καλιφόρνιας, οπότε και το αμερικανικό κοινό ανταποκρίθηκε με διθυράμβους τόσο για την παραγωγή όσο και για την ίδια την μουσική.

Murder in the Cathedral – San Diego Opera Spotlight

Σήμερα κυκλοφορούν στο εμπόριο πέντε ηχογραφήσεις. Περισσότερο σημαντικές είναι εκείνες του Μαρτίου 1958 με τη διανομή της πρεμιέρας, του Δεκεμβρίου του ιδίου έτους υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, ενώ στις 9 Μαρτίου του 1960, ηχογραφήθηκε ζωντανά μια παράσταση της Κρατικής Όπερας της Βιέννης στα γερμανικά (Mord in der Kathedrale) με απαστράπτουσα διανομή υπό την στιβαρή  διεύθυνση του Herbert von Karajan.

Καταξιωμένοι μονωδοί ευαισθητοποιήθηκαν από το έργο συμβάλλοντας με τη συνεισφορά τους στη διάδοσή του. Σε ρόλο πρωταγωνιστή ξεχωρίζουν οι βαρύτονοι Nicola Rossi-Lemeni (o Thomas Becket της πρεμιέρας), Hans Hotter, Ruggero Raimondi, Roberto Scandiuzzi, Ferruccio Furlanetto. Ως κορυφαίες του χορού συναντάμε, μεταξύ άλλων, τις Leyla Gencer (η κορυφαία της πρεμιέρας), Christa Ludwig και Suzan Neves, γεγονός, το οποίο καταδεικνύει τη μεγάλη σημασία που συνθέτης και ερμηνευτές προσδίδουν σε αυτόν τον φαινομενικά δευτερεύοντα ρόλο. Στα χνάρια των προκατόχων του Parsifal του Richard Wagner (1882), Le Martyre de Saint-Sébastien του Claude Debussy (1911), Suor Angelica του Giacomo Puccini (1918), Jeanne d’Arc au bûcher του Arthur Honegger (1938), Dialogues des Carmélites του Francis Poulenc (1957) και προαναγγέλλοντας την όπερα-ορατόριο Saint-François d’ Assise του Olivier Messiaen (1983), τo  Assassinio nella Cattedrale είναι μια μεγάλη μουσική δημιουργία, η οποία, έξι δεκαετίες έπειτα από την ολοκλήρωση της σύνθεσης, προσδοκά δικαίωση. Τα φαινόμενα δείχνουν πως η τελευταία δεν πρόκειται να καθυστερήσει.

Αν και κινούμενος συχνά στους αντίποδες του T.S. Eliot, ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Jean Anouilh (1910-1987) μας δίνει, 23 χρόνια αργότερα, μια συμπληρωματική εκδοχή του Becket. Παρά τον τίτλο του έργου Becket ou l’ Ηonneur de Dieu (Becket ή η Τιμή του Θεού), o ήρωας του Anouilh, σε ένα πρώτο στάδιο τουλάχιστον, είναι κυνικός, ειρωνικός και αλαζόνας. Η υπόθεση ξεκινά με το μαστίγωμα-εξαγνισμό του Ερρίκου Β’. Έπεται μια γιγαντιαία αναδρομή στο παρελθόν όπου εξιστορείται η εξέλιξη της σχέσης μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών από την απαρχή της αμοιβαίας φιλίας μέχρι το τραγικό τέλος. Ο χρονικός ορίζοντας του Anouilh είναι κατά πολύ ευρύτερος εκείνου του Eliot (υπενθυμίζουμε πως το Murder in the Cathedral πραγματεύεται την τελευταία μόνο φάση της όλης υπόθεσης), γεγονός που επιτρέπει να γίνει περισσότερο κατανοητή η εσωτερική μετάλλαξη του αρχιεπισκόπου. Η σύγκρουση ανάμεσα στην εκκλησιαστική και την κοσμική εξουσία δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Το στοιχείο ωστόσο που καθιστά τη συγκεκριμένη περίπτωση μοναδική, είναι η προϋπάρχουσα ισχυρή φιλία, η οποία συμβαίνει να συνδέει τους φορείς των δυο αντικρουομένων εξουσιών. Γύρω από αυτή την τελευταία  οργανώνει ο Anouilh την πλοκή. Καθώς το έργο έχει δομηθεί μέσα στα μορφικά πλαίσια του γαλλικού αστικού θεάτρου, ο κόσμος των πνευμάτων, των συμβόλων και των μεταφυσικών υπαινιγμών του Eliot έχει αντικατασταθεί από κοινωνικές δυνάμεις, οικείες εικόνες, σαφείς αναφορές στο παρελθόν.16 Βρισκόμαστε, άραγε, μπροστά σε μια περισσότερο πραγματιστική θεώρηση συγκριτικά με τη μεταφυσική διαχείριση του Eliot; Η απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να ήταν καταφατική, εάν ο Anouilh δεν είχε υποπέσει, εν γνώσει του μάλιστα, σε θεμελιώδη ιστορικά ατοπήματα.

Jean Anouilh (1910-1987).

Οι νορμανδικές καταβολές του Thomas Becket ήταν επιστημονικά αποδεδειγμένες προτού ξεκινήσει η συγγραφή του θεατρικού έργου. Αν και ο ίδιος είχε γεννηθεί τον Δεκέμβριο του 1119, ανήμερα της εορτής του  Αποστόλου Θωμά (εξ ού και η επιλογή του ονόματος) στη συνοικία Cheapside του κεντρικού Λονδίνου, ο μεν πατέρας του καταγόταν από την Thierville, η δε μητέρα του από την Caen της Νορμανδίας. Ο Anouilh πληροφορήθηκε τα παραπάνω ενώ η συγγραφή βρισκόταν στο τελικό στάδιο. Απέφυγε, ωστόσο, να προβεί στις απαραίτητες ιστορικές διορθώσεις. Όχι από ολιγωρία, αλλά επειδή η παρουσίαση του Becket ως Σάξονα εξυπηρετούσε τις ενδόμυχες προθέσεις του. Πέρα από την αντιπαράθεση δυο προσώπων και τη σύγκρουση μεταξύ δύο εξουσιών, ο συγγραφέας επιδίωκε να κληροδοτήσει ένα ευρύτερο μήνυμα, εναρμονισμένο με τη συγκυρία της πρώιμης μεταπολεμικής εποχής των δεκαετιών ΄50 και ΄60. Η διαμάχη ανάμεσα στους κατακτημένους Σάξονες και τους κατακτητές Νορμανδούς ενεργοποιούσε σύνδρομα της, πρόσφατης ακόμα τότε, γερμανικής κατοχής της Γαλλίας των ετών 1940-1944. Στα μάτια του Anouilh, ο αρχιεπίσκοπος ισοδυναμούσε με έναν άλλον μάρτυρα: τον Marc Bloch, κορυφαίο μεσαιωνολόγο και μέλος της σχολής των Annales, ο οποίος, το 1944, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τις αρχές κατοχής με την κατηγορία της ενεργούς συμμετοχής στην Αντίσταση. Η όποια αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας αποδυνάμωνε αισθητά το θεατρικό έργο από το πολιτικό μήνυμα που επιχειρούσε να εκπέμψει. Για τον λόγο αυτό ο Anouilh προτίμησε τελικά να μην προχωρήσει σε διορθωτικές παρεμβάσεις, πιστεύοντας πως στην λογοτεχνία, όπως και στην τέχνη, τα πάντα επιτρέπονται, τα πάντα συγχωρούνται, ακόμα και η συνειδητή παραποίηση του παρελθόντος.17Στο πρόσωπο του Becket ανακάλυψα έναν άνθρωπο, όχι έναν άγιο”, γράφει στην εισαγωγή του έργου του. Ο Γάλλος κριτικός θεάτρου Jacques Guicharnaud επεκτείνει το σκεπτικό, διαβεβαιώνοντας πως πραγματική πρόθεση του Anouilh ήταν να συγγράψει ένα δράμα με σαφείς αναγωγές στη σύγχρονη πραγματικότητα: “Κατά κάποιο τρόπο, το ιστορικό δράμα λειτουργεί ως απλό πρόσχημα για συγκεκριμένους υπαινιγμούς σχετικούς με την τρέχουσα πραγματικότητα, ρυπαρές οικογενειακές καταστάσεις, καταγγελίες για πολιτική διαφθορά και γενικότερη απογοήτευση”.18 Ο Anouilh δεν μπορεί να αλλάξει ονόματα και χαρακτήρες. Του παρέχεται, όμως, η δυνατότητα να αναδείξει ανάγλυφα διαχρονικά φαινόμενα και καταστάσεις. Αυτό ακριβώς επιλέγει να πράξει.

Σύμφωνα με την Έλση Μπακονικόλα-Γιαλμά, ο Becket του Anouilh δεν είναι ο “άνθρωπος της θρησκείας”. Είναι ο “άνθρωπος της Εκκλησίας” με την τυπική, διοικητική έννοια του όρου. Δεν αντιμετωπίζει τον Ερρίκο όπως ένας κληρικός έναν αυταρχικό βασιλέα. Τον αντιμετωπίζει με την μεγαλοπρέπεια και το κύρος ενός εκκλησιαστικού ηγέτη, επιφορτισμένου με συγκεκριμένη στόχευση, ευθύνη και αποστολή. Με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεται και κατανοεί τα καθήκοντα του βασιλέα. Ο αγώνας του υπέρ της Εκκλησίας προβάλλεται όχι σε ηθικό αλλά σε ένα καθαρά λογικό πλαίσιο.19

Ο Καθεδρικός Ναός της Καντερβουρίας.

Απέναντί του έχει τον πρωταγωνιστή του έργου: τον Ερρίκο Β΄. Εκείνος είναι που αφηγείται ουσιαστικά την υπόθεση, εκείνος είναι που θρηνεί με υπαινιγμούς που κινούνται στις παρυφές της ομοφυλοφιλικής διάστασης, το τέλος μιας μακροχρόνιας φιλίας. Ωμός και άξεστος, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Becket τις δικές του ελλείψεις. Γοητεύεται από την ευφυία, την καλλιέργεια και την εσωτερική ισορροπία του φίλου του. Πόσο μάλλον που αυτές οι αρετές εκλείπουν όχι μόνο από τον ίδιο, αλλά και από το ευρύτερο περιβάλλον της αυλής, το οποίο του προκαλεί αποστροφή. Μοιραία λοιπόν στρέφεται προς τον Becket. Όσο καιρό τα συμφέροντά τους συμπορεύονται, τα πάντα βαίνουν κατ’ ευχήν. Το πρόβλημα ανακύπτει με την επιλογή του φίλου του για το αξίωμα του αρχιεπισκόπου, παρά τις προειδοποιήσεις του τελευταίου (“Εάν γίνω αρχιεπίσκοπος δεν θα μπορώ πλέον να είμαι φίλος σας”, “Μην πράξετε κάτι τέτοιο. Μου είναι αδύνατο να υπηρετώ συγχρόνως τον Θεό και εσάς”). Παρόλο το μίσος, δεν παύει να αγαπά και να θαυμάζει τον Becket. Εισπράττει ως προδοσία την μετάλλαξη του τελευταίου, ο οποίος προτίμησε  τον Θεό από τον ίδιο. Η οργή, η ζήλια και η απελπισία τον οδηγούν τελικά στην παράνοια και τον ωθούν να προκαλέσει άθελά του τη φυσική εξόντωση του αρχιεπισκόπου. Απέναντι σε έναν εγκεφαλικό Becket, συναντάμε έναν μονάρχη γεμάτο εμμονές, πάθος για ζωή και απολαύσεις. Εάν εξαιρέσει κανείς ακρότητες και υπερβολές, ο χαρακτήρας του Ερρίκου είναι πολύ πιο ανθρώπινος, εύθραυστος και σπαρακτικός από ό,τι εκείνος του απόκοσμου συνοδοιπόρου και μετέπειτα αντιπάλου του.20 Όμως, ο Becket του Anouilh είναι πρωτίστως η εξιστόρηση του ανθρώπινου αδιεξόδου μπροστά στο πεπρωμένο. Ο διάλογος μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών αποκαλύπτει πόσο μοναχική και προδιαγεγραμμένη είναι η διαδρομή του καθενός, χωρίς να υφίσταται κάποια προοπτική σύγκλισης:

Becket: “Αναμένω την δόξα του Θεού και την δόξα του βασιλέα να γίνουν ένα”.

Ερρίκος: “Αυτό μπορεί να διαρκέσει καιρό. Είμαι έτοιμος να αποδεχθώ πολλά, όχι όμως να απαρνηθώ το ότι είμαι βασιλέας”.

Becket: “Εσύ πρέπει να πηδαλιουχείς το πλοίο”.

Ερρίκος: “Κι εσύ; Τι πρέπει να κάνεις εσύ;”.

Becket: “Να σου αντιστέκομαι οσάκις στρέφεσαι ενάντια στον Θεό”.

Ερρίκος: “Τότε, τι αναμένεις από εμένα; Να αποδυναμωθώ;”.

Becket: “Όχι. Πολύ φοβάμαι πως πρέπει να κάνουμε αυτό που μας ανατέθηκε παράλογα να κάνουμε. Μέχρι τέλους! ”.

Το έργο ανεβάστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο 1959 στο Τhéâtre Montparnasse του Παρισιού, σε σκηνοθεσία των Jean Anouilh και Roland Piétri, με τους Daniel Ivernel (Ερρίκος Β΄) και Bruno Cremer (Becket). Η πρεμιέρα στα αγγλικά έλαβε χώρα ακριβώς έναν χρόνο αργότερα στο St. James Theatre του Broadway, με σκηνοθέτη τον Peter Glenville και πρωταγωνιστές τους Lawrence Olivier στον ρόλο του αρχιεπισκόπου και Anthony Quinn σε εκείνον του βασιλέα. Τον Ιούνιο 1961, ανέβηκε από το Royal Shakespeare Company στο Aldwych Theatre του Λονδίνου. Σκηνοθέτης ήταν ο Peter Hall, Becket ο Eric Porter και Ερρίκος Β΄ ο Christopher Plummer. Έκτοτε, όπου και αν παίχτηκε (μεταξύ άλλων στην Ελλάδα, σε δυο παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και, πολύ αργότερα, σε μια συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης  και του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων), σε όποια γλώσσα και αν μεταφράστηκε, το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πολλοί είναι οι παράγοντες, στους οποίους οφείλει τη γενική αυτή αποδοχή. Το νευρώδες, δραματικό, σαρκαστικό, κυνικό, ενίοτε δε χιουμοριστικό ύφος του συγγραφέα είναι η πρώτη διαπίστωση. Εάν ο έμμετρος λόγος, ανταποκρινόμενος στην γενικότερη αντίληψη και φιλοσοφία του, υπήρξε συνειδητή επιλογή του Eliot, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει κι εδώ με την χρήση, την φορά αυτή, της πρόζας. Απόλυτος κάτοχος της τεχνοτροπίας του θεάτρου, γνώστης των μυστικών και των δυνατοτήτων της τελευταίας, ο Anouilh γνωρίζει πώς να γοητεύσει αλλά και να κολακέψει  το δικό του κοινό, να το παρασύρει χάρη στην ευρηματικότητα και τον δυναμισμό του. Επιλέγει τον δικό του (άκρως πετυχημένο) τρόπο έκφρασης προκειμένου να προσδώσει στο έργο τα στοιχεία εκείνα, τα οποία λάμπουν δια της απουσίας τους από τον κόσμο του Eliot: χρώμα, δράση και ρυθμό. Στους ατέρμονους μονολόγους και διαλόγους του Murder in the Cathedral, o Γάλλος συγγραφέας αντιτάσσει κίνηση μέσω μιας διαρκούς εναλλαγής μικρών σε διάρκεια σκηνών, ποικιλίας χαρακτήρων, συνεχών ανατροπών. Κρυφός άσσος είναι η παρουσία του Ερρίκου Β΄ και ο πρωταγωνιστικός, ουσιαστικά, ρόλος, που γενναιόδωρα προσφέρει στον τελευταίο ο Anouilh. Θα έλεγε κανείς πως το  Becket ou l’ Honneur de Dieu διέπεται από μια κινηματογραφική αντίληψη και οπτική. Διόλου παράξενο, επομένως, που γνώρισε μεγάλες στιγμές δόξας στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Το 1964 γυρίστηκε η κινηματογραφική ταινία Becket. Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στον  Peter Glenville (είχε επιμεληθεί παλαιότερα την παράσταση του Broadway) και το σενάριο (προσαρμογή του αυθεντικού κειμένου του Anouilh) στον Edward Anhalt. Πρωτίστως όμως, πρόκειται για τη συνάντηση μεταξύ δυο ιερών τεράτων της υποκριτικής τέχνης: των Richard Burton (Becket) και Peter O’ Toole (Ερρίκος Β΄). Επιστρατεύοντας το αδιαμφισβήτητο ταλέντο που διέθεταν, οι  μεγάλοι αυτοί ηθοποιοί κληροδότησαν την απόλυτη απόδοση και ερμηνεία δυο ιδιοσυγκρασιακών χαρακτήρων ευρισκομένων ο ένας στους αντίποδες του άλλου, ωστόσο θαυμαστά συμπληρωματικών. Ο Burton βρισκόταν την εποχή εκείνη στο απόγειο της σταδιοδρομίας του. Χάρη στην ταινία, ο O’ Toole καθιερώθηκε στον χώρο του κινηματογράφου, δυο μόλις χρόνια μετά το γύρισμα εκείνης που τον είχε εισαγάγει θεαματικά στον κόσμο της έβδομης τέχνης (Lawrence of Arabia).

 

Becket (1964) – Original Trailer

Η θεατρική παράσταση του Broadway με τους Lawrence Olivier και Anthony Quinn (1960).
Το κινηματογραφικό έργο με τους Richard Burton και Peter O’ Toole (1964).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εν κατακλείδι, αξίζει να επισημανθεί πως τo τραγικό συμβάν της 29ης Δεκεμβρίου 1170 εντός του Καθεδρικού Ναού της Καντερβουρίας, η συναρπαστική προσωπικότητα του Thomas Becket τόσο σε ιστορική όσο και σε θρησκευτική κλίμακα, το θέμα της αιώνιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εκκλησιαστική και την κοσμική εξουσία, η αναμέτρηση του καλού με το κακό, τέλος, η διαπλοκή μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, συγκρότησαν ένα ιδανικό πλέγμα, εντός του οποίου κυοφορήθηκαν αδιαμφισβήτητα  αριστουργήματα στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών. Ο καθένας δικαιούται να εκφράσει την δική του προτίμηση, να επιλέξει, δηλαδή, ανάμεσα σε έναν δωρικό, μεταφυσικό Eliot, ο οποίος στρέφεται προς το θεατρικό είδος όχι εξαιτίας κάποιας προσωπικής κλίσης, αλλά επειδή επιθυμεί με αυτή την μεταστροφή να επεκτείνει τον ποιητικό του λόγο προς ένα ευρύτερο κοινό ανυψώνοντάς το πνευματικά, ή έναν φαντασμαγορικό, περισσότερο ανθρώπινο ωστόσο  Anouilh, ο οποίος κληροδοτεί ένα ποιοτικό και ολοκληρωμένο από κάθε άποψη θεατρικό έργο. Αμφότεροι, όπως άλλωστε και οι Tennyson και Meyer, επιστρατεύουν κάθε διαθέσιμο μέσο προκειμένου να καταφέρουν να αποκρυπτογραφήσουν την αινιγματική προσωπικότητα του Becket ως προς την εσωτερική του μετάλλαξη: επινοούν κίνητρα, συνωμοσίες, φανταστικά πρόσωπα και καταστάσεις. Κι όμως, η Ιστορία δεν στερείται παραδειγμάτων ταχύτατης και αμετάκλητης μεταστροφής προς τα θεία (Απόστολος Παύλος,  Άγιος Αυγουστίνος κ.ά.). Τι είναι, λοιπόν, εκείνο που προσελκύει τόσο πολύ το ενδιαφέρον στην περίπτωση του Becket; Σαφής απάντηση δεν έχει ακόμα βρεθεί. Ή μήπως η απάντηση στο ερώτημα λανθάνει σε αυτήν, ακριβώς, την έλλειψη; 

Αλαβάστρινο ανάγλυφο (c. 1450-1500), όπου απεικονίζεται η δολοφονία του Thomas Becket, Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anouilh, Jean, Becket, ou L’ Honneur de Dieu, Paris, 1959.

Βarlow, Frank, Thomas Becket. Berkeley, CA, 1986.

Bataille, C., Vie politique et religieuse de Thomas Becket, Chancelier de Henri II, Archevêque de Canterbury, Paris, 2012 (πρόσφατη επανέκδοση).

Browne, Martin E., The Making of T.S. Eliot’s Plays, London, 1969.

Duggan, Anne (ed..), The Correspondence of Thomas Becket, Archbishop of Canterbury (1162–1170). 2 vol. Oxford, 2000.

Duggan, Anne, Thomas Becket, London, 2005.

Foreville, Raymonde, Le Jubilé de saint Thomas Becket du XIIIe au XVe siècle, 1220-1470, Paris, 1958 (Α΄ έκδοση), 1995 (Β΄έκδοση).

Gatti, Guido Maria,  Ildebrando Pizzetti,  Translated by David Moore, London, 1951.

Ginestier, Paul, Jean Anouilh: Textes de Anouilh, points de vue, critique, témoignages, Paris,1969.

Hoellering, George, «Filming Murder in the Cathedral» , T.S. Eliot: A Symposium for His Seventieth Birthday, New York, 1968,  σ. 81–84.

Hutton, William Holden, Thomas Becket– Archbishop of Canterbury, London, 1910.

Knowles, David, Thomas Becket, London, 1970.

Μπακονικόλα-Γιαμά, Έλση, “Ο Θωμάς Μπέκετ στο θέατρο του Ανούϊγ και του Έλιοτ”, Παρουσία, τόμος Ε΄, 1987, σ. 195-201.

Pasticci, Susanna (επιμ.), Ildebrando Pizzetti. Sulle tracce del modernismo italiano, ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Chigiana-Journal of Musicological Studies, terza serie, vol. I, Sienna 2019.

Rabut, Marguerite, “Le thème de Thomas Becket dans Becket ou l’ Honneur de Dieu de J. Anouilh, et Meurtre dans la cathédrale, de T. S. Eliot”, Bulletin de l’Association Guillaume Budé: Lettres d’ humanité, 4e série, no 23,‎ décembre 1964, σ. 494-554.

Staunton, Michael, Thomas Becket and His Biographers, Woodbridge, UK, 2006.

Sciannameo, Franco, “In black and white: Pizzetti, Mussolini and Scipio Africanus”, The Musical Times, summer 2004, σ. 25–50.

Speaight, Robert, With Becket in Murder in the Cathedral”, T. S. Eliot – The Man and His Work, New York, 1966.

Warren, Wilfried Lewis, Henry II, Oakland, CA, 1973.

Wenger, Donna Faye, Drama and History: Thomas Becket as portrayed by Eliot and Anouilh, Μεταπτυχιακή Διπλωματική Eργασία [Master of Arts], Lehigh University, 1969.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Ο Λευκός Οίκος γνώριζε εκ των προτέρων για την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ τον Δεκέμβριο του 1941;

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

 Ο Λευκός Οίκος γνώριζε εκ των προτέρων  για την ιαπωνική επίθεση

στο Περλ Χάρμπορ τον Δεκέμβριο του 1941;[1]

                                                             

Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 7ης Δεκεμβρίου, η Ιαπωνία εξαπέλυσε μία απροειδοποίητη επίθεση εναντίον της αμερικανικής βάσης του Περλ Χάρμπορ, λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Χονολουλού, επί της νότιας ακτής της νήσου Οάχου, του συμπλέγματος της Χαβάης. Σε αυτήν, έλαβαν μέρος έξι αεροπλανοφόρα, τα οποία μετέφεραν 423 αεροσκάφη (καταδιωκτικά, βομβαρδιστικά οριζοντίου επιθέσεως και καθέτου εφορμήσεως καθώς και βομβαρδιστικά μεταποιημένα σε τορπιλλοβόλα). Επίσης, συμμετείχαν δύο θωρηκτά, τρία καταδρομικά, εννέα αντιτορπιλικά, καθώς και οκτώ πετρελαιοφόρα σκάφη. Έξι από τα μεγαλύτερης ακτίνας δράσεως υποβρύχια της μοίρας μετέφεραν πέντε «υποβρύχια τσέπης», με πλήρωμα δύο ανδρών το καθένα και δύναμη πυρός από δύο μικρές τορπίλλες, ούτως ώστε στο αεροπορικό όπλο εναντίον της βάσης να προστεθεί και το υποβρύχιο.

Η επίθεση διήρκεσε επί 90 λεπτά και είχε ως αποτέλεσμα να βυθισθούν δύο θωρηκτά, το USS Arizona (BB-39)[2] και το USS Oklahoma (BB-37), το οποίο ανετράπη.  Επίσης, βυθίστηκαν το USS West Virginia (BB-48) και το USS California (BB-44). Εντούτοις, και τα δύο πλοία ανελκύσθηκαν, επισκευάσθηκαν και επανεντάχθηκαν στον αμερικανικό στόλο τον Μάιο και τον Ιούλιο του 1944, αντιστοίχως. Το USS Maryland (BB-46) υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανήλθε στην υπηρεσία τον Φεβρουάριο του 1942. Το ίδιο συνέβη με το USS Nevada (BB-36), το οποίο είχε επίσης υποστεί πολύ σοβαρές ζημιές. Αυτό επανεντάχθηκε στον στόλο τον Δεκέμβριο του 1942. Το USS Pennsylvania (BB-38) ευρίσκετο στη δεξαμενή. Ως εκ τούτου, υπέστη μάλλον ελαφρές ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανήλθε στην υπηρεσία τον Αύγουστο του 1942. Τέλος το USS Tennessee (BB-43) υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στον στόλο πολύ νωρίτερα, τον Μάρτιο του 1942.

Επίσης, επλήγησαν τρία αντιτορπιλλικά. Το USS Helena (CL-50) και το USS Raleigh (CL-7) υπέστησαν σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκαν και επανήλθαν στην υπηρεσία τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1942, αντιστοίχως. Το USS Honolulu (CL-48) υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στον στόλο τον Ιανουάριο του 1942. Επιπλέον, οι Ιάπωνες έπληξαν και 4 αντιτορπιλλικά. Πιο συγκεκριμένα, τρία βρίσκονταν στις δεξαμενές. Επρόκειτο για το USS Cassin (DD-372), το USS Shaw (DD-373) και το USS Downes (DD-375) Το πρώτο υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανήλθε στην υπηρεσία τον Φεβρουάριο του 1944. Το ίδιο συνέβη και με το δεύτερο, ενώ το τρίτο ανακατασκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στον στόλο τον Νοέμβριο του 1943. Το USS Helm (DD-388) υπέστη ζημίες, επισκευάσθηκε και επανήλθε στην υπηρεσία τον Ιανουάριο του 1942. Τέλος, ζημίες υπέστησαν και όλα τα βοηθητικά σκάφη και σκάφη συνοδείας που βρίσκονταν στον λιμένα.

Τα θωρηκτά USS West Virginia και USS Tennessee στη διάρκεια της επιδρομής.

Δυστυχώς, όμως, για τους Αμερικανούς, σοβαρό πλήγμα υπέστη και η αεροπορική ισχύς τους. Καταστράφηκαν επί του εδάφους 92 αεροσκάφη του ναυτικού, άλλα 31 έπαθαν ζημιές, καταστράφηκαν και 77 αεροσκάφη του στρατού, ενώ άλλα 128 υπέστησαν ζημίες. Ο αριθμός των ανθρώπινων απωλειών έφθανε τους 2.386 νεκρούς και περίπου 1.139 τραυματίες (συμπεριλαμβανομένων και των πολιτών). Αντιθέτως, οι επιτιθέμενοι υπέστησαν ελάχιστες απώλειες που ανήρχοντο σε 9 καταδιωκτικά, 15 βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως και 5 τορπιλοπλάνα. Συνολικά, 64 Ιάπωνες (οι 55 εκ των οποίων ήταν αεροπόροι) είχαν χάσει την ζωή τους. Στο Τόκυο, το γεγονός προκάλεσε μεγάλη ευφορία, καθώς η στρατιωτική ηγεσία υπελόγιζε ότι η αποστολή θα εθεωρείτο επιτυχής με την απώλεια του 50% των αεροσκαφών και του 30% των πλοίων.

Αν και η αμερικανική ισχύς στον Ειρηνικό επλήγη σοβαρά (ως επακόλουθο και της καταλήψεως των νήσων Ουέηκ και Γκουάμ), εντούτοις οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν ανέπαφα τα αεροπλανοφόρα, τα νεότερα θωρηκτά, τα υποβρύχια και τα δίκτυα της επιμελητείας (ναυπηγεία και δεξαμενές καυσίμων) στην Χαβάη.

Το Wheeler Army Airfield στη διάρκεια της επιδρομής.

Ο Ρούσβελτ πληροφορήθηκε το γεγονός αμέσως μετά την ολοκλήρωση του μεσημεριανού γεύματός του και λίγο πριν ξεκινήσει την ενασχόλησή του με το άλμπουμ γραμματοσήμων του. Ευρίσκετο στον β΄ όροφο του Λευκού Οίκου. Γύρισε οργισμένος προς τον βοηθό του και του είπε: «Ήταν ακριβώς αυτή η απροσδόκητη ενέργεια που οι Ιάπωνες θα πραγματοποιούσαν. Την στιγμή ακριβώς που συζητούσαν για την ειρήνη στον Ειρηνικό, δολοπλοκούσαν για το πώς θα την καταστρέψουν».[3] Πέρασε το υπόλοιπο απόγευμα μαζί με τους συμβούλους του, προσπαθώντας να αποκτήσει μία ακριβή εικόνα για το μέγεθος της καταστροφής στην Χαβάη.

Attack on Pearl Harbor 1941

 

Την ιδία ώρα, αυξήθηκαν κατακόρυφα τα μέτρα ασφαλείας πέριξ του Λευκού Οίκου, ενώ άρχισαν να εκπονούνται σχέδια για την κατασκευή ενός ασφαλούς καταφυγίου για τον Πρόεδρο κάτω από το παρακείμενο κτίριο του Υπουργείου Οικονομικών. Ο Ρούσβελτ ήταν αποφασισμένος να κηρύξει τον πόλεμο στους Ιάπωνες την επόμενη ημέρα. Ασχολήθηκε επί μακρόν με τον λόγο του, προσθαφαιρώντας φράσεις. Δύο από τους κυριότερους λογογράφους του (ο Ρόζενμαν και ο Σήργουντ) έλειπαν από την Ουάσινγκτον. Επωμίστηκε, λοιπόν, το βάρος της συντάξεως του ιστορικού διαγγέλματος σχεδόν μόνος του, καθώς μόνον ο Χόπκινς προέβη σε δύο τροποποιήσεις.

Το επόμενο πρωϊνό, εμφανίστηκε ενώπιον των μελών του Κογκρέσου και προχώρησε σε κήρυξη πολέμου κατά της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου. Είναι χαρακτηριστική η φράση του ότι η 7η Δεκεμβρίου ήταν ημέρα ντροπής.[4] Η ομιλία του έχει χαρακτηριστεί μία από τις καλύτερες της πολιτικής σταδιοδρομίας του. Ακόμη, όμως, και αν δεν ήταν μία από τις καλύτερες, σίγουρα συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σημαντικών. Σύμφωνα με τον Χόπκινς, ο Αμερικανός Πρόεδρος ήθελε να μεταφέρει στο ακροατήριο τις σκέψεις του με κοφτές και απλές φράσεις. Στόχος του ήταν να κερδίσει τον κάθε ακροατή χωριστά και όχι τα πλήθος, δηλαδή ο καθένας να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών σκέπτεται.[5]

Το προσχέδιο της ομιλίας και η κοινή απόφαση του Κογκρέσου (8.12.1941).

Το πλήρες κείμενο έχει ως εξής:

«Χθες, την 7η Δεκεμβρίου, μία ημερομηνία ντροπής, οι Ηνωμένες Πολιτείες εδέχθησαν μία ξαφνική και προσχεδιασμένη επίθεση από ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας της Ιαπωνίας.[6] Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν σε ειρήνη με αυτό το έθνος και, μετά από πρόσκληση της Ιαπωνίας, εξακολουθούσαν να συνομιλούν με την κυβέρνηση και τον αυτοκράτορά της με στόχο τη διατήρηση της ειρήνης στον Ειρηνικό.

Πράγματι, μία ώρα αφ’ ότου άρχισαν οι βομβαρδισμοί των ιαπωνικών αεροσκαφών στο Oahu, ο Ιάπωνας πρέσβυς στις Ηνωμένες Πολιτείες και ένας συνεργάτης του επέδωσαν στον Υπουργό Εξωτερικών μία επίσημη απάντηση σε ένα πρόσφατο αμερικανικό μήνυμα. Και ενώ αυτή η απάντηση ανέφερε ότι φαινόταν άχρηστο να συνεχίσουμε τις υπάρχουσες διπλωματικές διαπραγματεύσεις, δεν εμπεριείχε καμμία απειλή ή υπαινιγμό πολέμου ή ενόπλου επιθέσεως.

Θα πρέπει να καταγραφεί ότι η απόσταση της Χαβάης από την Ιαπωνία καθιστά προφανές ότι η επίθεση είχε σκόπιμα προγραμματιστεί πολλές ημέρες ή ακόμα και εβδομάδες νωρίτερα. Κατά τη διάρκεια του χρόνου που μεσολάβησε, η ιαπωνική κυβέρνηση προσπάθησε σκόπιμα να εξαπατήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες με ψευδείς δηλώσεις και εκφράσεις ελπίδας για συνεχή ειρήνη.

Η χθεσινή επίθεση στα νησιά της Χαβάης προκάλεσε σοβαρές ζημιές στις αμερικανικές ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Πολλές ζωές Αμερικανών έχουν χαθεί. Επιπλέον, έχει αναφερθεί ότι αμερικανικά πλοία έχουν τορπιλλισθεί στην ανοικτή θάλασσα μεταξύ Σαν Φρανσίσκο και Χονολουλού.

Χθες, η ιαπωνική κυβέρνηση ξεκίνησε επίσης μία επίθεση εναντίον της Μαλαισίας.

Χθες το βράδυ, ιαπωνικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο Χονγκ Κονγκ.

Χθες το βράδυ, ιαπωνικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο Γκουάμ.

Χθες το βράδυ, ιαπωνικές δυνάμεις επιτέθηκαν στα νησιά των Φιλιππίνων.

Χθες το βράδυ, οι Ιάπωνες επιτέθηκαν στην νήσο Ουέηκ.

Και σήμερα το πρωί, οι Ιάπωνες επιτέθηκαν στην νήσο Μίντουεη.

Η Ιαπωνία, επομένως, έχει εκδηλώσει μία ξαφνική επίθεση που εκτείνεται σε όλη την περιοχή του Ειρηνικού. Τα γεγονότα του χθες μιλούν από μόνα τους. Ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ήδη διαμορφώσει την άποψή του και κατανοεί καλά τις επιπτώσεις στην ίδια την ζωή και την ασφάλεια του έθνους μας.

Ως αρχηγός του Στρατού και του Ναυτικού, έχω δώσει διαταγές για την λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για την άμυνά μας. Πάντοτε, θα θυμόμαστε τον χαρακτήρα της εναντίον μας επιθέσεως. Ανεξαρτήτως του χρόνου που θα απαιτηθεί για να ξεπεράσουμε αυτήν την προμελετημένη εισβολή, ο αμερικανικός λαός θα δικαιωθεί μέσα από την απόλυτη νίκη.

Πιστεύω ότι ερμηνεύω τη βούληση του Κογκρέσου και του λαού όταν ισχυρίζομαι ότι, όχι μόνον θα υπερασπιστούμε τον εαυτό μας στο έπακρο, αλλά θα βεβαιωθούμε ότι αυτή η μορφή προδοσίας δεν θα μας θέσει ξανά σε κίνδυνο. Οι εχθροπραξίες ήδη λαμβάνουν χώρα. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι οι άνθρωποί μας, η επικράτειά μας και τα συμφέροντά μας βρίσκονται σε κίνδυνο.

Έχοντας εμπιστοσύνη στις ένοπλες δυνάμεις μας, με την απεριόριστη αποφασιστικότητα του λαού μας, θα καταγάγουμε έναν αναπόφευκτο θρίαμβο με την βοήθεια του Θεού. Ζητώ από το Κογκρέσο να δηλώσει ότι μετά την απρόκλητη και τρομερή επίθεση που υπέστημεν από την Ιαπωνία την Κυριακή 7η Δεκεμβρίου, υφίσταται κατάσταση πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας».

Η ιστορική ομιλία του Ρούσβελτ ενώπιον του Κογκρέσου.

Η ομιλία του διεκόπη από τις φωνές πολλών γερουσιαστών, που τον προέτρεπαν να τσακίσει τον εχθρό, ενώ πολλές εφημερίδες αξίωναν την πλήρη συντριβή της Ιαπωνίας. Εν τούτοις, η αμερικανική κοινή γνώμη δεν ήταν τόσο ενθουσιώδης στο να βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση και με την Γερμανία και την Ιταλία. Από την δύσκολη θέση τον έβγαλαν οι ηγέτες των δύο προαναφερθεισών δυνάμεων, καθώς προχώρησαν αυτοί στην κήρυξη πολέμου κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Μουσολίνι ακολούθησε τον Γερμανό ομόλογό του. Ο τελευταίος προέβη σε μία μακροσκελή ομιλία στην γερμανική Βουλή το απόγευμα της 11ης Δεκεμβρίου 1941. Σε αυτήν, τόνισε ότι η Γερμανία και η Ιταλία είχαν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψουν την επέκταση του πολέμου και να διατηρήσουν τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, παρά τις μακροχρόνιες «ανυπόφορες προκλήσεις του Προέδρου Ρούζβελτ», όπως τόνισε εμφατικά. Λυπόταν δε πραγματικά επειδή οι προσπάθειες αυτές είχαν αποτύχει.

Κατά συνέπεια, βάσει των όρων του Τριμερούς Συμφώνου της 27ης Σεπτεμβρίου 1940, n Γερμανία και n Ιταλία θεωρούσαν ότι ήταν αναγκασμένες, στεκόμενες στο πλευρό της Ιαπωνίας, «να δώσουν από κοινού τον αγώνα για την άμυνα, και με αυτό τον τρόπο για τη διατήρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των λαών και των αυτοκρατοριών τους, εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Αγγλίας».

Η επίσημη κήρυξη του πολέμου είχε αναγνωσθεί νωρίτερα εκείνο το απόγευμα στον Αμερικανό επιτετραμμένο στο Βερολίνο από τον φον Ρίμπεντροπ. Η γερμανική κοινή γνώμη ανέμενε την εξέλιξη αυτή, όχι όμως και η στρατιωτική ηγεσία της χώρας, που γνώριζε τις τεράστιες δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών. Πιο συγκεκριμένα, η εταιρεία Ford μόνη είχε μεγαλύτερη παραγωγή στρατιωτικού υλικού απ’ ότι η Ιταλία, συναρμολογώντας ένα όχημα κάθε 69 δευτερόλεπτα, ενώ ένα πλοίο τύπου Liberty ναυπηγείτο κάθε 80 ώρες! Οι Γερμανοί αξιωματικοί ήταν πλέον βέβαιοι για την χρονική παράταση του πολέμου, η τελική έκβαση του οποίου καθίστατο ολοένα και πιο αβέβαιη. Έκτοτε, ο Ρούσβελτ μετεβλήθη σε πολεμικό ηγέτη και ανέπτυξε στενή συνεργασία με τους ομολόγους του της Μεγ. Βρεταννίας Τσώρτσιλ, της τότε Σοβ. Ενώσεως Στάλιν[7] και της εθνικιστικής Κίνας Τσιανγκ Κάϊ-Σεκ (Chiang Kai-shek).

Έχει γραφεί ότι η BSC κατόρθωσε να ηχογραφήσει τις συνομιλίες του ειδικού απεσταλμένου της ιαπωνικής κυβερνήσεως Σαμπούρο Κουρούσου (Saburō Kurusu) στην Ουάσινγκτον με άλλα μέλη της διπλωματικής αντιπροσωπείας της Ιαπωνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την 27η Νοεμβρίου 1941, ο Στέφενσον πληροφόρησε κρυφά το Λονδίνο ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιαπωνίας είχαν ναυαγήσει και τον λόγο θα είχαν πλέον τα όπλα στις επόμενες δύο εβδομάδες.

Ο προαναφερθείς Νταλ αναφέρει ότι ο Στέφενσον είχε ηχογραφημένες μπομπίνες, τις οποίες επέδωσε προσωπικά στον Ρούσβελτ. Σε αυτές, αναφερόταν η ακριβής ημερομηνία της ιαπωνικής επιθέσεως στο Περλ Χάρμπορ. Ορκιζόταν δε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος γνώριζε το γεγονός και το άφησε να εξελιχθεί. Τα τελευταία χρόνια, έχουν έρθει στο φως αρκετά στοιχεία που ενισχύουν αυτή την άποψη. Ένα από τα πλέον σημαντικά στοιχεία που παραθέτουν οι επικριτές του Ρούσβελτ είναι οι σημειώσεις προαναφερθέντος υπουργού Αμύνης της 25ης Νοεμβρίου 1941.

Σε αυτές, γίνεται λόγος για σύσκεψη κορυφής, παρουσία πολλών υψηλόβαθμων στελεχών της αμερικανικής κυβερνήσεως, που κράτησε επί 90 λεπτά. Ο Ρούσβελτ ενημέρωσε τους παρισταμένους ότι ήταν λίαν πιθανόν οι Ηνωμένες Πολιτείες να δεχθούν επίθεση έως την 1η Δεκεμβρίου. Οι Ιάπωνες συνήθιζαν να εκδηλώνουν επιθέσεις άνευ προειδοποιήσεως. Το ερώτημα ήταν πώς θα έπρεπε να ωθήσουν τους Ιάπωνες να ανοίξουν πρώτοι πυρ, δίχως να θέσουν σε μεγάλο κίνδυνο την ζωή Αμερικανών πολιτών.[8]

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι κατά τους μήνες που προηγήθησαν της επιθέσεως ο Ρούσβελτ έκανε ό,τι μπορούσε για να εξαγριώσει το Τόκυο. Ενδεικτικώς αναφέρεται ότι απηγόρευσε τις εξαγωγές σιδηρού και σκραπ προς την Ιαπωνία (τον Σεπτέμβριο του 1940), διέταξε την εξόριστη κυβέρνηση της Ολλανδίας να σταματήσει τις εξαγωγές πετρελαίου από τις αποικίες της στα ΝΑ Ασία προς το Τόκυο (τον Ιούλιο του 1941), διέκοψε τις εξαγωγές πετρελαίου προς την χώρα του ανατέλλοντος ηλίου (το θέρος του 1941),[9] μποϊκοτάρισε όλα τα ιαπωνικά προϊόντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, πάγωσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Ιαπώνων στην Αμερική, ενώ δανειοδότησε δημοσίως την Κίνα και παρείχε στρατιωτική βοήθεια στους Βρεταννούς, αν και οι δύο ήταν εχθροί των Ιαπώνων. Τέλος, αρνήθηκε να συναντήσει τον Ιάπωνα πρωθυπουργό πρίγκιπα Φουμινάρο Κόνοε (Fumimaro Konoe), συντελώντας στην «πτώση» της κυβερνήσεώς του.

Επίσης, πολλές υποψίες προέκυψαν εκ του γεγονότος ότι τα αεροπλανοφόρα έλειπαν από το Περλ Χάρμπορ, ενώ οι ζημιές που υπέστη το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό δεν ήταν τόσο εκτεταμένες όσο φαίνονταν στην αρχή, καθώς μόνον δύο θωρηκτά βυθίστηκαν, ενώ αρκετά αλλά ανελκύστηκαν και επισκευάστηκαν.

Ορισμένοι εστιάζουν σε μία απόρρητη επιστολή του υπουργού Ναυτικών Νοξ προς τον ομόλογό του των Στρατιωτικών Στίμσον, την 24η Ιανουαρίου 1941. Σε αυτήν, αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Είναι πολύ πιθανό οι εχθροπραξίες (με την Ιαπωνία) να αρχίσουν με μία ξαφνική επίθεση εναντίον του στόλου ή της βάσεως του Περλ Χάρμπορ… Οι κίνδυνοι κατά σειρά πιθανότητoς είναι οι ακόλουθοι: αεροπορικός βομβαρδισμός, τορπιλλισμός από αέρος, δολιοφθορά, επίθεση του ναυτικού με πυροβόλα…».

Αριστερά: Henry Stimson, υπουργός Στρατιωτικών. Δεξιά, Frank Knox, υπουργός Ναυτικών.

Άλλοι επισημαίνουν τα λόγια του αναλυτή Ουΐλλιαμ Φρίντμαν (William Friedman), ο οποίος συμμετείχε στο «σπάσιμο» των ιαπωνικών κωδίκων. Στο άκουσμα της ιαπωνικής επιθέσεως, ανεφώνησε «το ήξεραν, το ήξεραν!». Στην Σιγκαπούρη, ένας αναλυτής του βρεταννικού Βασιλικού Ναυτικού δήλωσε απορημένος: «Πως τους έπιασαν ανέτοιμους με τόσες πληροφορίες που τους δώσαμε;». Ο Αμερικανός ιστορικός Τζων Τόλαντ (John Toland) ανέφερε στο βιβλίο του υπό τον τίτλο Pearl Harbor and Its Aftermath: «Η διάδοχη λαθών την 6η και την 7η Δεκεμβρίου είναι απίστευτη. Το μόνο λογικό είναι ότι ο Ρούσβελτ και ο στενός του κύκλος ήξεραν για την επίθεση». Ο εν λόγω συγγραφέας πρεσβεύει ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος όφειλε να γνωρίζει, καθώς η κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον πρέπει να είχε στη διάθεσή της πληροφορίες για την επίθεση. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει καμμία απόδειξη που να καταδεικνύει ότι ενημέρωσε τη στρατιωτική και ναυτική ηγεσία στην Χαβάη. Αντιθέτως, οι τοπικοί διοικητές (που αργότερα έγιναν αποδιοπομπαίοι τράγοι) αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι διέθεταν ανάλογες πληροφορίες οι οποίες θα τους οδηγούσαν στη λήψη επιπλέον μέτρων ασφαλείας.

Τέλος, την 24η Σεπτεμβρίου, το Τόκυο ζήτησε από έναν πράκτορά του στην Χαβάη να χωρίσει τον λιμένα του Περλ Χάρμπορ σε πέντε μέρη και να καταγράφει με ακρίβεια ποια πλοία ήταν αγκυροβολημένα στο καθένα από αυτά. Επίσης, υπήρχε ενδιαφέρον για τον κατά πόσον δύο πλοία ήταν αγκυροβολημένα στην ίδια αποβάθρα. Το τηλεγράφημα αυτό αποκρυπτογραφήθηκε την 9η Οκτωβρίου 1941. Δεν του δόθηκε, όμως, η δέουσα σημασία και ουδείς ειδοποίησε την ναυτική διοίκηση του Περλ Χάρμπορ.

Επιπλέον, κατά τις προηγούμενες δύο ημέρες προ της επιθέσεως, ο πράκτορας στην Χαβάη έστειλε δύο απαντήσεις σε μηνύματα που είχε δεχθεί. Στο πρώτο, εξέφραζε την πεποίθηση ότι τα αμερικανικά πλοία που ναυλοχούσαν στην Χαβάη δεν προστατεύονταν από κάποιο ειδικό ανθυποβρυχιακό δίκτυ, ενώ δεν υπήρχαν και αερόστατα ή κάποιο κώλυμα για την εκδήλωση επιθέσεως από αέρος. Το μήνυμα έκλεινε με την φράση «Φαντάζομαι ότι, κατά πάσα πιθανότητα, υπάρχει μεγάλη ευκαιρία να επωφεληθούμε από μία αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον αυτών των περιοχών». Τρεις μπορούσαν να είναι οι περιοχές, που ανέφερε ο πράκτορας: το Περλ Χάρμπορ, το Χίκαμ Φήλντ και η νήσος Φορντ. «Συμπτωματικά», και οι τρεις απετέλεσαν στόχο της ιαπωνικής επιθέσεως της 7ης Δεκεμβρίου.

Το επόμενο τηλεγράφημα εστάλη την ιδία ημέρα, δηλαδή την 6η Δεκεμβρίου. Ενημέρωνε το Τόκυο ότι καμμία αναγνώριση από αέρος δεν ελάμβανε χώρα πάνω από τον λιμένα. Δυστυχώς, και τα δύο τηλεγραφήματα αποκρυπτογραφήθησαν την 8η Δεκεμβρίου, δηλ. την επομένη της εκδηλώσεως της ιαπωνικής επιθέσεως. Ορισμένοι, όμως, αμφισβητούν την επίσημη εκδοχή και λένε ότι αυτά είχαν αποκρυπτογραφηθεί εγκαίρως και αγνοήθηκαν (εσκεμμένα ή όχι) από τον Ρούσβελτ.

Άλλωστε, ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε τηλεγραφήσει στον Τσώρτσιλ «πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για προβλήματα, πιθανότατα, λίαν συντόμως». Το πρωΐ της 6ης Δεκεμβρίου, ο Στίμσον έγραφε στο Ημερολόγιό του ότι η κατάσταση χειροτέρευε και όλοι διαισθάνονταν πως κάτι θα συνέβαινε. Το βράδυ, άρχισε να φτάνει σε τμήματα μία κρυπτογραφημένη διακοίνωση, την οποία το Τόκυο έστελνε προς την πρεσβεία του στην Ουάσινγκτον. Έφερε τον τίτλο «Memorandum» (σ.σ. υπόμνημα). Σε αυτήν, η ιαπωνική κυβέρνηση επιχειρούσε να δικαιολογήσει την έως τότε πολιτική της και την απόρριψη των αμερικανικών προτάσεων.

Έλειπε η καταληκτική πρόταση και ως εκ τούτου ορισμένοι δεν την αξιολόγησαν ως σημαντική από στρατιωτικής απόψεως. Άλλωστε, δεν προσέφερε κάτι νέο στην επιχειρηματολογία του Τόκυο. Αντιθέτως, ο Ρούσβελτ προσπάθησε να βάλει σε μία τάξη τα αποσπάσματα του εγγράφου, τα οποία συνεδύασε με την λέξη «Memorandum». Γύρισε και είπε προφητικά στον Χόπκινς: «Αυτό σημαίνει πόλεμο». Η ακριβής φράση δεν έχει επιβεβαιωθεί αλλά αυτό ήταν περίπου το νόημά της.

Στις 10.00 π.μ. της επομένης, έφθασε στο γραφείο του Ιάπωνα πρέσβυ και η αποκρυπτογράφηση της 14ης παραγράφου. Σε αυτήν, το Τόκυο κατηγορούσε την Ουάσινγκτον ότι χρησιμοποίησε τις διαπραγματεύσεις «προκειμένου να εμποδίσει τις προσπάθειες της Ιαπωνίας για την εγκαθίδρυση της ειρήνης μέσω της δημιουργίας μίας νέας τάξεως πραγμάτων στην ανατολική Ασία». Κατά συνέπεια, η ιαπωνική κυβέρνηση είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες «μέσω περαιτέρω διαπραγματεύσεων». Τίποτα περισσότερο δεν ανέφερε το συγκεκριμένο σημείο. Δεν έκανε λόγο για κήρυξη πολέμου, για διατήρηση της ελευθερίας δράσεως, για διακοπή των διμερών διπλωματικών σχέσεων. Τυπικώς, επρόκειτο απλώς για διακοπή των συνομιλιών, που γίνονταν από εκπροσώπους των δύο μερών (Hull και Nomura, αντιστοίχως). Το κείμενο θα επιδιδόταν στις 13.00 μ.μ. τοπική ώρα στην Ουάσιγκτον. Εκείνη την ώρα, μόνο σε ένα σημείο του Ειρηνικού υπήρχε φώς: στην Χαβάη.

O υπουργός Εξωτερικών Cordell Hull και οι πρέσβεις Kichisaburō Nomura και Saburō Kurusu κατά τη τελευταία τους συνάντηση (17.11.1941) πριν από την ιαπωνική επίθεση.

Βεβαίως, υπάρχει και ο αντίλογος, καθώς αρκετοί μελετητές επισημαίνουν ότι ναι μεν υπήρχε πληθώρα πληροφοριών αλλά ουδέποτε ανεφέρθη η λέξη «Περλ Χάρμπορ» ούτε η ακριβής ημερομηνία της ιαπωνικής επιθέσεως. Εκ των υστέρων, μπορεί κάποιος να βάλει στην σωστή θέση τις ψηφίδες του παζλ αλλά αυτό ήταν πολύ δύσκολο να συμβεί πριν από την 7η Δεκεμβρίου 1941. Κατ’ αρχήν, υπήρχαν πολλοί βρεταννικοί και ολλανδικοί στόχοι που φαίνονταν σαφώς πιο προσιτοί για τους Ιάπωνες, η ισχύς των οποίων δεν είχε εκτιμηθεί επακριβώς από τους ιθύνοντες στην Ουάσινγκτον. Επιπλέον, πολλοί θεωρούσαν λίαν πιθανή μία ιαπωνική επίθεση στην Άπω Ανατολή κατά των Σοβιετικών, οι οποίοι ήδη πιέζονταν πολύ από τους Γερμανούς. Επίσης, επανειλημμένως κατά το παρελθόν είχε ηχήσει συναγερμός και τεθεί σε επιφυλακή οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις αλλά απεδείχθη ότι τίποτα δεν ακολούθησε. Υπενθυμίζεται ότι η Ουάσινγκτον δεν διέθετε επαρκή αριθμό μονάδων επιφανείας για αμφότερους τους ωκεανούς, Ατλαντικό και Ειρηνικό, κατά την περίοδο εκείνη. Ως εκ τούτου, είχε δώσει προτεραιότητα στον Ατλαντικό προκειμένου να βοηθήσει τους Βρεταννούς.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν έγινε σωστή αξιολόγηση των πληροφοριών αλλά η ευθύνη δεν βαρύνει τον Αμερικανό Πρόεδρο, λένε οι υποστηρικτές του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει επ’ ουδενί λόγω ότι γνώριζε την ακριβή ημερομηνία της ιαπωνικής επιθέσεως και το απέκρυψε από δόλο. Αντιθέτως, ο ίδιος κινήθηκε εντός των πλαισίων που όριζε το αμερικανικό Σύνταγμα και ευρίσκετο σε εγρήγορση για τα τεκταινόμενα στην Άπω Ανατολή, από την 3η Δεκεμβρίου. Μολαταύτα, λάθεψε ως προς την εκτίμησή του, καθώς διετύπωσε την άποψη ότι απλώς «τρέχουν γύρω-γύρω σαν βρεγμένες όρνιθες». Την επομένη, πληροφορήθηκε ότι το προσωπικό της ιαπωνικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον είχε προχωρήσει στην καταστροφή των απορρήτων εγγράφων, των αλγορίθμων κρυπτογράφησης και της κρυπτογραφικής κλείδας, τέλος, της μίας εκ των δύο συσκευών που διέθετε για να αποκρυπτογραφεί τα μηνύματα. Ήταν πλέον δεδομένο ότι o πόλεμος ήταν επικείμενος αλλά ουδείς γνώριζε που επρόκειτο η Ιαπωνία να καταφέρει το αρχικό πλήγμα. Το μόνο βέβαιο ήταν πως θα επρόκειτο για αιφνιδιαστική πρωτοβουλία, κατά το προηγούμενο του ρωσσο-ιαπωνικού πολέμου των ετών 1904-1905 και των επιθέσεων των ιαπωνικών στρατευμάτων στη Μαντζουρία (το 1931) και την Κίνα (τον 1937). Ως προς την Χαβάη, οι Ιάπωνες δεν διέθεταν εκεί αρκετούς πράκτορες και έτσι ο Ρούσβελτ ελάμβανε λίγες πληροφορίες, που μπορούσαν να υποκλαπούν.

Σύμφωνα με τον Χόπκινς, ο τότε ένοικος του Λευκού Οίκου δεν είχε πειστεί ότι οι Ιάπωνες θα αποτολμούσαν να επιτεθούν εναντίον αμερικανικού στόχου, θεωρούσε δε αμφίβολο να προβούν σε κάποια ενέργεια εις βάρος των Φιλιππίνων ή της Χαβάης. Άλλωστε, η Χαβάη ευρίσκετο πολύ μακρυά από τις ιαπωνικές ακτές, ενώ ο λιμένας του Περλ Χάρμπορ είχε πολύ μικρό βάθος (μόλις 12 μέτρα). Αντιθέτως, πίστευε ότι θα εστρέφοντο εναντίον της Κινεζικής ενδοχώρας ή της Ταϋλάνδης. Ένας άλλος πιθανός στόχος θα ήταν η Γαλλική Ινδοκίνα και ίσως τα Στενά της Μαλαισίας. Επίσης, ήταν πεπεισμένος ότι, ευκαιρίας δοθείσης, οι Ιάπωνες θα κτυπούσαν την ΕΣΣΔ.[10]

Εάν ο Ρούσβελτ ήταν ενήμερος για την ιαπωνική επίθεση, θα μπορούσε να ετοιμάσει σχέδιο αντεπίθεσης. Θα ήταν εις θέσιν να προφυλάξει τα πλοία του και να εκπλήξει εκείνος το Τόκυο. Οι αναθεωρητές απαντούν ότι αφ’ ενός δεν θα επετύγχανε την πλήρη κινητοποίηση όλου του εργατικού δυναμικού και την επακόλουθη πλήρη αναθέρμανση της οικονομίας, αφ’ ετέρου δεν θα είχε προκαλέσει το απαιτούμενο σοκ στην κοινή γνώμη.

Ο Franklin Delano Roosevelt με τον εξ’ απορρήτων σύμβουλό του Harry Hopkins.

Πάντως, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι θεώρησε την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ προσωπική προσβολή. Είχε συγκλονιστεί βαθειά και ίσως μόνον μία επίθεση στη διώρυγα του Παναμά θα τον είχε σοκάρει περισσότερο. Κινούμενος στο αναπηρικό αμαξίδιο στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου, έδειχνε σε όλους την οργή αλλά και το μαχητικό σθένος του. Σύμφωνα με τα λόγια του πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών και σωματοφύλακα του Αμερικανού Προέδρου Μάϊκ Ρέϊλι (Mike Reilly): «Το πηγούνι του έβγαινε περίπου δύο πόδια μπροστά από τα γόνατά του και ήταν ο πιο τρελός Ολλανδός που είχα δει ποτέ».[11]

Η αντιπαράθεση μεταξύ των υποστηρικτών του Ρούσβελτ και των αναθεωρητών μελετητών της περιόδου υφίσταται εδώ και πολλές δεκαετίες. Συνήθως, γίνεται μέσω επιστημονικών ανακοινώσεων και εντύπων, όπως π.χ. The Journal of Modern History, The Virginia Quarterly Review, The Historian κ.α. Στο παρόν, παρατέθηκαν τα βασικότερα των επιχειρημάτων των δύο πλευρών.

Did President Roosevelt Know About Pearl Harbor? | Codes and Conspiracies

 

 

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Νομικός-Διεθνολόγος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Απόσπασμα από το προσφάτως (Ιανουάριος 2022) εκδοθέν βιβλίο του συγγραφέα υπό τον τίτλο Φραγκλίνος Ρούσβελ, 1882-1945. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πελασγός.

[2] To USS Arizona (BB-39) βρίσκεται ακόμη στον βυθό του όρμου και από πάνω του έχει δημιουργηθεί πλωτή αποβάθρα, ώστε να είναι επισκέψιμο

[3] Nathan Miller, F.D.R. An Intimate History. New York: Doubleday & Company, 1983, p. 477.

[4] Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Ρούσβελτ στο Κογκρέσο παρατίθεται παρακάτω.

[5] Λόρδος Τσαρλς Μόραν, Ουΐνστον Τσώρτσιλ (1874-1965). Αθήνα: τυπ. Αθανασακόπουλου, [19–], σελ.  31.

[6] Πολλοί έχουν αποδώσει την φράση του Αμερικανού Προέδρου ως εξής: «Χθες, την 7η Δεκεμβρίου, μία ημερομηνία που θα ζει πάντα μέσα στην ατιμία, οι Ηνωμένες Πολιτείες εδέχθησαν μία ξαφνική και σχεδιασμένη επίθεση από ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας της Ιαπωνίας».

[7] Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσήφ Τσουγκασβίλι (Ioseb Besarionis dzе Jughashvili).

[8] Henry Lewis Stimson Diaries, Nov. 25, 1941, Yale University Library, Manuscripts and Archives, microfilm edition, roll 7, vol. 36, p.p. 48–49. Επίσης, βλέπε και τα ακόλουθα βιβλία: α. Robert J. C. Butow, Tojo and the Coming of the War. Princeton, N.J.: Princeton University Press, 1961, p. 336 n. 40, β. Herbert Feis, Road to Pearl Harbor. Princeton, N.J.: Princeton University Press, 2015, p.p. 314–315, γ. William Leonard Langer – S. Everett Gleason, The Undeclared War, 1940-1941: The World Crisis and American Foreign Policy. New York: Harper and Brothers for Council on Foreign Relations. 1953, p.p. 885–887 και δ. Roberta Wohlstetter, Pearl Harbor: Warning and Decision. Stanford: University Press, 1962, p.p. 239–241.

[9] Σημειωτέον ότι η Ιαπωνία εισήγαγε το 93% του πετρελαίου της από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Eri Hotta, Japan 1941 : countdown to infamy. New York: First Vintage books ed., 2013,  p. 27

[10]  Robert E. Sherwood, Roosevelt and Hopkins: An Intimate History. New York: Enigma Books, 2008, p.p. 427-429.

[11] William J. Slocum, Reilly of the White House. New York: Simon & Schuster, 1947, p. 5.

Ελευθερία Μαντά: Μετακινήσεις πληθυσμών στην Ήπειρο του 20ού αιώνα. Ζητήματα αλβανικών ιδιοκτησιών και το ελληνικό κράτος

Ελευθερία Μαντά

Μετακινήσεις πληθυσμών στην Ήπειρο του 20ού αιώνα.

Ζητήματα αλβανικών ιδιοκτησιών και το ελληνικό κράτος

 

H ύπαρξη της μεγάλης ιδιοκτησίας αποτελούσε ένα μείζον πρόβλημα για το ελληνικό κράτος ήδη από την εποχή της προσάρτησης της Θεσσαλίας, το 1881, ενώ η ενσωμάτωση της Hπείρου και της Mακεδονίας, το 1913, έκανε το πρόβλημα ακόμη πιο οξύ. H άφιξη όμως 1,5 περίπου εκατομμυρίου προσφύγων από τη Mικρά Aσία και η υποχρέωση που είχε αναλάβει το κράτος έναντι της Eπιτροπής Aποκατάστασης Προσφύγων για την άμεση εξεύρεση και παραχώρηση σ’ αυτούς 5 εκατομμυρίων στρεμμάτων γης επέβαλαν την προσφυγή σε μια ριζική αναδιανομή της γης, στο πλαίσιο της οποίας απαλλοτριώθηκε όχι μόνο η μεγάλη, αλλά και η μεσαίου μεγέθους ιδιοκτησία[1]. Στο μέτρο συμπεριλήφθηκαν εξαρχής (α) οι ιδιοκτησίες των Aλβανών μεγαλογαιοκτημόνων που κατοικούσαν κατεξοχήν στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Mακεδονία και οι οποίοι είχαν αναχωρήσει για την Aλβανία από την εποχή ακόμη της προσάρτησης των περιοχών αυτών στο ελληνικό κράτος. Πολλοί από αυτούς είχαν στο μεταξύ εξελιχθεί σε σημαίνοντες πολιτικούς παράγοντες, ικανούς όχι μόνο να επηρεάσουν, αλλά και να πιέσουν την αλβανική κυβέρνηση να εργαστεί για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους[2]. Στα κτήματα αυτά των Αλβανών υπηκόων προστέθηκαν αργότερα (β) και οι μεγάλες εκτάσεις των αλβανικής καταγωγής Ελλήνων υπηκόων (Τσάμηδων) που εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή με την απόφαση του Θεόδωρου Πάγκαλου, το 1925, και παρέμειναν στο ελληνικό έδαφος, εκτάσεις οι οποίες ακολούθησαν τη γενική εφαρμογή του μέτρου της απαλλοτρίωσης.

Χάρτης της Θεσπρωτίας (1825) από τον Γεωγράφο Lapie.

Σε ό,τι αφορά την πρώτη περίπτωση, κατά τη διάρκεια της περιόδου της σχετικής ομαλοποίησης των ελληνοαλβανικών σχέσεων υπό το καθεστώς του Θ. Πάγκαλου, υπογράφηκαν τέσσερις συμβάσεις, από τις οποίες η μία έφερε τον τίτλο: «Περί Eγκαταστάσεως και Προξενικής Yπηρεσίας»[3]. Aτυχώς το άρθρο 3 της σύμβασης αυτής προέβλεπε ότι «σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή επίταξης σε ένα από τα δύο κράτη, οι υπήκοοι του άλλου δεν θα υποβάλλονται από την άποψη αυτή σε καθεστώς λιγότερο ευνοϊκό από εκείνο στο οποίο υποβάλλονται οι ιθαγενείς ή οι υπήκοοι οποιασδήποτε τρίτης δύναμης»[4], πράγμα που σήμαινε ότι οι Aλβανοί υπήκοοι αποκτούσαν το δικαίωμα ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τους Έλληνες, ανάλογη με εκείνη που είχε επιφυλαχθεί για τους Bρετανούς, Γάλλους και Iταλούς. Λαμβανομένου ωστόσο υπόψη του γεγονότος ότι η συνολική έκταση των αλβανικών κτημάτων που είχαν απαλλοτριωθεί ήταν ιδιαίτερα μεγάλη –το ελληνικό Yπουργείο Γεωργίας την υπολόγιζε σε ένα εκατομμύριο στρέμματα περίπου, στα οποία πρέπει να προστεθεί και σημαντική αστική περιουσία, σπίτια, μύλοι κ.λπ.– το οικονομικό βάρος που θα συνεπαγόταν για το ελληνικό κράτος η ευνοϊκή μεταχείριση των Aλβανών θα ήταν δυσβάστακτο[5]. Για το λόγο αυτό η συγκεκριμένη σύμβαση δεν ψηφίστηκε από τη Bουλή[6], γεγονός που επηρέασε δυσμενώς το κλίμα που είχε αναπτυχθεί κατά το προηγούμενο διάστημα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Η αλβανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, είχε σπεύσει να κυρώσει τη συμφωνία αμέσως, δεδομένου βέβαια του τεράστιου οικονομικού οφέλους που συνεπαγόταν γι’ αυτήν. Στο μεταξύ, στην Ελλάδα είχε ανατραπεί το στρατιωτικό καθεστώς του Πάγκαλου και η επόμενη νόμιμη κυβέρνηση που ανέλαβε την εξουσία δεν ήταν διατεθειμένη να φανεί τόσο υποχωρητική απέναντι στους Αλβανούς και να υποβληθεί σε υπέρογκες οικονομικές θυσίες[7]. Aυτό είχε ως αποτέλεσμα το ζήτημα της αποζημίωσης των αλβανικών κτημάτων να παραμείνει σε εκκρεμότητα σε όλη την περίοδο του Mεσοπολέμου, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία κλίματος δυσπιστίας στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Θεόδωρος Πάγκαλος.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη περίπτωση, από το 1926 και εξής η αλβανική κυβέρνηση κατηγορούσε το ελληνικό κράτος ότι παραβίαζε το πρωταρχικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας, καθώς είχε προχωρήσει σε εκτεταμένες απαλλοτριώσεις κτημάτων των Tσάμηδων. Στις εκτάσεις και τα οικήματα που είχαν απαλλοτριωθεί είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από τη Mικρά Aσία, με αποτέλεσμα οι Tσάμηδες, που εξαιρέθηκαν τελικά από την ανταλλαγή μετά τη σχετική απόφαση του Πάγκαλου, να στερούνται πλέον όχι μόνο της περιουσίας τους αλλά ακόμη και των στοιχειωδέστερων μέσων επιβίωσης, και να έχουν περιέλθει σε κατάσταση οικονομικής εξαθλίωσης. Σε ό,τι αφορά δε τον αριθμό των προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές αυτές, ο Κενάν Μεσαρέ, ο Αλβανός πληρεξούσιος στη 14η υποεπιτροπή Ηπείρου, σε έκθεσή του προς τον πρόεδρο της Μικτής Επιτροπής περί Ανταλλαγής Μανουέλ ντε Λάρα έκανε λόγο για την κατάληψη 3.419 σπιτιών μουσουλμάνων (έναντι μόλις 535 χριστιανικών) και την εγκατάσταση 1.943 οικογενειών προσφύγων στην Τσαμουριά. Την ίδια περίπου εποχή (τον Απρίλιο του 1926) το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών μιλούσε για 1.300 περίπου οικογένειες προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Τσαμουριά, εκ των οποίων οι 300 στην Ηγουμενίτσα. Eπιπλέον οι ελληνικές αρχές και παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί, κατηγορούνταν ότι εξακολουθούσαν να μετέρχονται ποικίλων μέσων προκειμένου να εξαναγκάσουν τους Tσάμηδες σε φυγή. Iδιαίτερη μνεία γινόταν στις περιπτώσεις ορισμένων χωριών: το Γαρδίκι, ενώ άλλοτε αριθμούσε 400 οικογένειες Tσάμηδων, τώρα δεν είχαν μείνει παρά μόνο 10-15, στο χωριό Δραγουμή από τις 80 οικογένειες είχαν μείνει οι 30, στο Mαργαρίτι από τις 700 είχαν μείνει οι 300, στο Kαρβουνάρι από τις 300 είχαν απομείνει 70-80 και στην Παραμυθιά από τις 600 είχαν μείνει οι 400. Tο ίδιο φαινόμενο παρατηρούνταν και στα υπόλοιπα χωριά της Θεσπρωτίας[8].

Σε όλες τις παραπάνω αιτιάσεις η ελληνική πλευρά είχε τα δικά της επιχειρήματα να αντιπαραθέσει: καταρχήν, το μέτρο των απαλλοτριώσεων είχε γενικό χαρακτήρα και εφαρμόστηκε με τον ίδιο τρόπο για όλους τους υπηκόους της χώρας. Πέραν μάλιστα του να γίνουν διακρίσεις σε βάρος της περιουσίας των Tσάμηδων, η Ελλάδα αντέτεινε ότι είχε ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα για την επιεικέστερη εφαρμογή και την περιορισμένη εγκατάσταση προσφύγων στην Ήπειρο. Aρχικά, οι σχετικές αποφάσεις του Yπουργείου Yγιεινής, της 20ής Σεπτεμβρίου και 1ης Oκτωβρίου 1922, όριζαν τη χρησιμοποίηση του μισού των μουσουλμανικών οικιών και τσιφλικιών υπέρ των προσφύγων, αργότερα όμως και με απόφαση της 20ής Nοεμβρίου του ίδιου έτους διατάχθηκε η αναστολή εφαρμογής του παραπάνω μέτρου στις υποδιοικήσεις Φιλιατών, Mαργαριτίου και Παραμυθιάς. Tαυτόχρονα, δόθηκαν οδηγίες στους υποδιοικητές αυτών των περιφερειών να έρθουν σε συνεννόηση με τους μουφτήδες, ώστε οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι να δηλώσουν πόσα οικήματα μπορούσε να προσφέρει η κάθε κοινότητα[9]. Έτσι, για παράδειγμα, στην πόλη της Πάργας είχαν χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση προσφύγων μόλις 70 οικίες, στην Παραμυθιά 10 και στην περιφέρεια Φιλιατών 10, όλες με τη σύμφωνη γνώμη και των ιδιοκτητών. Aπό την άνοιξη του 1926 λήφθηκε επίσης η απόφαση για την μετεγκατάσταση στη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο των 18.000 περίπου προσφύγων που είχαν μεταφερθεί ένα χρόνο πριν στα χωριά των Tσάμηδων, πράγμα άλλωστε που η τότε κυβέρνηση Πάγκαλου είχε υποσχεθεί στην αλβανική πλευρά. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση είχε δεχθεί πιέσεις για την απομάκρυνση των προσφύγων και από τον πρόεδρο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων Κάμπελ, ο οποίος ήταν της άποψης ότι δεν έπρεπε να απαλλοτριωθούν μικρά αλβανικά κτήματα για την αποκατάσταση των προσφύγων. Η πολιτική αλλαγή που ακολούθησε με την πτώση του Πάγκαλου ανέκοψε τη διαδικασία αυτή. Σύμφωνα πάντως με την απογραφή του 1928, σε ολόκληρη την Ήπειρο κατοικούσαν συνολικά μόλις 8.179 πρόσφυγες, από τους οποίους 323 στην επαρχία Παραμυθιάς, 720 στην επαρχία Φιλιατών και 275 στην επαρχία Mαργαριτίου, αριθμοί που δεν είναι δυνατό να στηρίξουν τις αλβανικές κατηγορίες για προνομιακή μεταχείριση των προσφύγων σε βάρος των Aλβανών[10].

Το πηγάδι των Φιλιατών το 1913.

Η εικόνα, όμως, του ρυθμού απόδοσης των απαλλοτριωθέντων εκτάσεων ή των αποζημιώσεων στους δικαιούχους, μετά την εξαίρεσή τους από την ανταλλαγή, δεν ήταν καλή και τα παράπονά τους ήταν δίκαια: η βραδύτητα με την οποία προχωρούσε η εκκαθάριση των υποθέσεων, την οποία είχαν αναλάβει η αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Γεωργίας και η Εποικιστική Υπηρεσία, οδήγησε πολλές υποθέσεις σε μακρόχρονη εκκρεμότητα, ιδιαίτερα στην επαρχία Παραμυθιάς. Το αποτέλεσμα ήταν η Τράπεζα της Ελλάδος, που διατηρούσε την εποπτεία των υπό απαλλοτρίωση αγροτικών περιουσιών, να αδυνατεί να αποδώσει τα κτήματα στους δικαιούχους και ταυτόχρονα να επιβάλλει σε αυτούς ενοίκια, τα οποία οι ενδιαφερόμενοι εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών αδυνατούσαν να πληρώσουν. Eιδικότερα σε ό,τι αφορούσε την περίπτωση των χωριών Γαρδικίου και Δραγουμής, μετά την υπογραφή της Συμβάσεως περί Aνταλλαγής των Πληθυσμών το 1923, οι Tσάμηδες κάτοικοί τους (800 άτομα περίπου με βάση τις εκτιμήσεις της Μικτής Επιτροπής και της αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα) είχαν εκφράσει μαζικά την επιθυμία να μεταναστεύσουν, ως Τούρκοι. Πολλοί από αυτούς σύναψαν συμβάσεις αγοραπωλησίας των κτημάτων τους με τους πρόσφυγες, ενώ άλλοι αφού εφοδιάστηκαν με βεβαιώσεις περί απαλλοτρίωσης των περιουσιών τους, επέτρεψαν την εγκατάσταση προσφύγων σε κτήματα και οικίες τους και αναχώρησαν για την Πάργα, όπου περίμεναν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Τουρκία. Όταν ματαιώθηκε η εφαρμογή του μέτρου της ανταλλαγής για τους Tσάμηδες και αυτοί άρχισαν να επιστρέφουν στα σπίτια τους, αρχικά επιχείρησαν να επωφεληθούν από τις αλλαγές που είχαν στο μεταξύ συντελεστεί, καθώς οι πρόσφυγες είχαν καλλιεργήσει και καταστήσει αποδοτικές αρκετές εκτάσεις και είχαν επισκευάσει τα διάφορα οικήματα· αργότερα όμως άρχισαν να διαμαρτύρονται, αξιώνοντας ακόμη και την ακύρωση των αγοραπωλησιών που είχαν πραγματοποιήσει και την επιστροφή των περιουσιών τους[11]. Tου θέματος επιλήφθηκε τελικά η Eπιτροπή Aπαλλοτριώσεων, η οποία ανέλαβε να εκκαθαρίσει τις αμφισβητούμενες υποθέσεις και να αποδώσει τους κλήρους στους δικαιούχους. Kαι ενώ στην περίπτωση του χωριού Δραγουμή η διανομή έγινε κατά τρόπο που να ευνοεί όχι μόνο τους πρόσφυγες (δέκα περίπου οικογένειες) που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό, αλλά και τους μουσουλμάνους ακτήμονες και μικροϊδιοκτήτες, των οποίων ο κλήρος συμπληρώθηκε, στην περίπτωση του Γαρδικίου οι εργασίες της Eπιτροπής καθυστέρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας των νομικών κωλυμμάτων που προέκυπταν από το καθεστώς των απαλλοτριώσεων, με αποτέλεσμα όλες σχεδόν οι διεκδικήσεις να παραμένουν σε εκκρεμότητα, οι κάτοικοι –τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι εβδομήντα περίπου οικογένειες των προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό– να βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση και τα παράπονά τους να είναι δίκαια. Η υπόθεση του Γαρδικίου δεν αντιμετωπίστηκε τελικά παρά μόνο στη δεκαετία του 1930, οπότε λήφθηκε μέριμνα από την Επαρχία Παραμυθιάς για την αποδέσμευση των μουσουλμανικών κτημάτων και την με άλλο τρόπο αποκατάσταση των προσφυγικών οικογενειών.

Στην αγορά της Παραμυθιάς το 1915  (φωτογραφία του Frédéric Boissonnas).

◊◊◊

Γύρω από τα μείζονα αυτά θέματα, λοιπόν, αναπτύχθηκε κατεξοχήν η αλβανική προπαγανδιστική δραστηριότητα κυρίως στο β΄ μισό της δεκαετίας του 1920. Aπό τις αρχές του 1927, ο αλβανικός Τύπος ξεκίνησε μια πραγματική ανθελληνική εκστρατεία, με πλήθος δημοσιεύματα που δεν περιορίζονταν μόνο στις αναφορές για κακομεταχείριση των Tσάμηδων και καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, αλλά στρέφονταν και κατά της ελληνικής μειονότητας που διαβιούσε στην Aλβανία. Mε υποκίνηση της αλβανικής προπαγάνδας, επίσης, κάτοικοι διαφόρων κοινοτήτων, όπως το Γαρδίκι, η Δραγουμή, οι Φιλιάτες, η Πάργα κ.ά., υπέβαλαν αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες προς την Kοινωνία των Eθνών, σε όλη τη διάρκεια του 1927 και τις αρχές του 1928, με παράπονα για κακομεταχείριση από τις ελληνικές αρχές και καταπάτηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας[12]. H ελληνική πλευρά έσπευδε να απαντάει κάθε φορά αναλυτικά στις αλβανικές κατηγορίες και να δίνει εξηγήσεις για όσα της καταμαρτυρούνταν, εξηγήσεις που σε γενικές γραμμές αποδεχόταν η Kοινωνία των Eθνών[13].

Λίγους μήνες αργότερα, η αλβανική κυβέρνηση έλαβε την απόφαση να προσφύγει επίσημα στην ΚτΕ, διεκδικώντας αποζημίωση των κτημάτων και βελτίωση της μεταχείρισης των Tσάμηδων εκ μέρους των ελληνικών αρχών. Η προοπτική της αλβανικής προσφυγής δεν ανησυχούσε την ελληνική ηγεσία, καθώς είχε την πεποίθηση ότι οι πιθανότητες δικαίωσης των αλβανικών απόψεων ήταν ελάχιστες. Η αλβανική προσφυγή συζητήθηκε στην 50ή Σύνοδο του Συμβουλίου, τις πρώτες ημέρες του Iουνίου του 1928. O Aλβανός αντιπρόσωπος Μιδάτ Φράσερι επανέλαβε για μία ακόμη φορά τα αιτήματα της αλβανικής κυβέρνησης αναφορικά με το ζήτημα των απαλλοτριωθέντων κτημάτων, υποβάλλοντας μάλιστα την πρόταση για τη σύσταση μιας μικτής επιτροπής, που θα επωμιζόταν το έργο της οριστικής διευθέτησής του. H διευθέτηση του ζητήματος, πάντοτε σύμφωνα με την αλβανική πρόταση, θα έπρεπε να γίνει βάσει των συμφωνιών που είχε συνάψει η Eλλάδα με τις υπόλοιπες δυνάμεις, Aγγλία, Γαλλία και Iταλία, αποδεχόμενη ωστόσο μια μείωση της συμφωνημένης τιμής κατά 20%. Aναφορικά με τους Tσάμηδες, κατηγόρησε την Eλλάδα για την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων και ποικίλων πιέσεων σε βάρος τους.

O Έλληνας αντιπρόσωπος Ιωάννης Πολίτης απέφυγε να αντικρούσει μία προς μία τις αλβανικές αιτιάσεις με λεπτομέρειες, καθώς τα ίδια αυτά θέματα είχαν ήδη συζητηθεί κατά τους προηγούμενους μήνες ενώπιον της KτE και το Συμβούλιο είχε αποδεχθεί τότε ως ικανοποιητικές τις ελληνικές εξηγήσεις. Φρόντισε ωστόσο να τονίσει για μια ακόμη φορά ότι το μέτρο των απαλλοτριώσεων ήταν γενικό, είχε εφαρμοστεί εξίσου για όλους τους Έλληνες υπηκόους και η κυβέρνησή του δεν ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει στους Aλβανούς προνόμια που ούτε οι Έλληνες δεν είχαν απολάβει. Προτίμησε, αντίθετα, να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου σε δύο καίρια ζητήματα: αρχικά αμφισβήτησε το βάσιμο της αλβανικής προσφυγής βάσει του άρθρου 11 παρ. 2 του Kανονισμού της ΚτΕ, το οποίο αφορούσε σε ζητήματα που ήταν δυνατό να θέσουν σε κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη ή τις ομαλές σχέσεις μεταξύ των εθνών· σύμφωνα με τον Πολίτη, οι αλβανικές αιτιάσεις αφορούσαν σε δευτερεύοντα ζητήματα, τα οποία ήδη προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές αρχές και σε καμία περίπτωση δεν έθεταν σε κίνδυνο τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Aπό την άλλη πλευρά, η ενέργεια της αλβανικής κυβέρνησης αποτελούσε κατάφωρη ανάμιξη στα εσωτερικά της Eλλάδας, καθώς επιχειρούσε να εμφανιστεί ως προστάτιδα των Tσάμηδων, δημιουργώντας έτσι ένα κακό προηγούμενο για τον τρόπο αντιμετώπισης των μειονοτήτων στο μέλλον[14].

Συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της Κοινωνίας των Εθνών το 1928 στη Γενεύη.

Στην απόφασή της, που παρουσίασε λίγες ημέρες αργότερα, η ΚτΕ αρχικά παρέπεμπε την επίλυση του ζητήματος αποζημίωσης των κτημάτων σε διμερείς διαπραγματεύσεις. Σε ό,τι αφορούσε την αλβανική προσφυγή αναφορικά με τη μεταχείριση της αλβανικής μειονότητας στην Eλλάδα, τόνιζε ότι κύριο μέλημα του οργανισμού ήταν η αποτροπή ανάμιξης ξένων κρατών στα εσωτερικά ζητήματα μιας χώρας για μειονοτικά θέματα, καθώς και η μέριμνα ώστε τέτοιου είδους προβλήματα να μην εξελίσσονται σε εστίες διαμάχης μεταξύ γειτονικών κρατών. Tο άρθρο 11 του Kανονισμού μπορούσε να το επικαλεστεί οποιαδήποτε χώρα μόνο σε σοβαρές περιστάσεις. Bάσει όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο της ΚτΕ αποφάσισε ότι δεν επρόκειτο να ασχοληθεί πλέον με το ζήτημα[15]. Η απόφαση αποτελούσε σαφή δικαίωση των ελληνικών θέσεων και έδωσε οριστικό τέλος στις αλβανικές προσφυγές. H είδηση προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, μεγάλη απογοήτευση στην αλβανική πλευρά. Eλληνικοί διπλωματικοί κύκλοι εκτιμούσαν ότι, μέσα στο κλίμα αυτό, η στάση των Tιράνων θα γινόταν διαλλακτικότερη αναφορικά με το ζήτημα των κτημάτων και θα αποδέχονταν τελικά την αποζημίωση που προβλεπόταν από τον ελληνικό αγροτικό νόμο.

Προς στιγμήν, πράγματι, η αποτυχία στην KτE έκαμψε την αλβανική αδιαλλαξία και άνοιξε το δρόμο για μια προσέγγιση με την Eλλάδα. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε και η άνοδος του Eλευθέριου Bενιζέλου στην εξουσία, το καλοκαίρι του 1928. Bασικό πρόγραμμα της εξωτερικής του πολιτικής υπήρξε η εξομάλυνση των σχέσεων με όλους τους βαλκάνιους γείτονες και τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτό και εκμεταλλευόμενος την ύφεση που παρατηρούνταν ήδη στην αλβανική αδιαλλαξία, έκανε σημαντικά ανοίγματα προς την αλβανική πλευρά, προκειμένου να επιτύχει τη λύση των σημαντικότερων ζητημάτων που βρίσκονταν ακόμη σε εκκρεμότητα. H σημαντικότερη από τις αποφάσεις που έλαβε προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξε η θέση σε πλήρη ισχύ, τον Oκτώβριο κιόλας του 1928, των τριών από τις τέσσερις ελληνοαλβανικές συμβάσεις που είχαν υπογραφεί το 1926 και που παρέμεναν ως τότε σε εκκρεμότητα· η τέταρτη σύμβαση, που συνδεόταν άμεσα και με το ζήτημα των κτημάτων, είχε απορριφθεί από την ελληνική Bουλή και δεν ετίθετο πλέον θέμα εφαρμογής της[16].

Oι εξελίξεις, ωστόσο, που είχαν δρομολογηθεί και το καλό κλίμα που είχε αναπτυχθεί μεταξύ Eλλάδας και Aλβανίας δεν έμελλε να διατηρηθούν για πολύ, καθώς την άνοιξη του 1929 ξέσπασε νέα κρίση στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών εξαιτίας του εκκλησιαστικού ζητήματος. Tα ανοίγματα που είχε επιχειρήσει η κυβέρνηση Bενιζέλου προς την αλβανική πάγωσαν προσωρινά και οι διμερείς σχέσεις οδηγήθηκαν σε στασιμότητα.

Κατάσταση των Αλβανών στην Ελλάδα – Σχετικές συζητήσεις στο πλαίσιο της 50ής συνόδου του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών τον Ιούνιο του 1928 (Πηγή: Αρχείο ΚτΕ/Political Section > Registry Files (1928-1932) > Political – General, αρ. εγγράφου R1841/1A/3381/4774).

Οι εξελίξεις την ταραγμένη δεκαετία του 1930

Παρά την κρίση που μεσολάβησε στις σχέσεις μεταξύ Aθηνών και Tιράνων, η κυβέρνηση Bενιζέλου φάνηκε αποφασισμένη να εντείνει τις προσπάθειες στο εσωτερικό για τη βελτίωση της θέσης των Tσάμηδων σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. H κυβέρνηση συμφωνούσε σε γενικές γραμμές με τις εκτιμήσεις και τις υποδείξεις των τοπικών αρχών, όπως αυτές είχαν διατυπωθεί παλαιότερα: ότι δηλαδή ο πληθυσμός της Ηπείρου αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, οι υποδομές ήταν ανεπαρκείς και το αίσθημα ανασφάλειας γενικευμένο. Ειδικότερα οι μουσουλμάνοι είχαν να αντιμετωπίσουν επιπλέον τη σύγχυση και τις παλινωδίες των ελληνικών υπηρεσιών, την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, τις κωλυσιεργίες σε ό,τι αφορούσε την υλοποίηση των κυβερνητικών αποφάσεων, την παράταση της εκκρεμότητας του κτηματικού ζητήματος, αλλά μερικές φορές και τις αυθαιρεσίες των φορέων της τοπικής εξουσίας και τη γενικότερη προκατάληψη και καχυποψία που είχαν αναπτυχθεί σε βάρος τους αφενός εξαιτίας των συχνών παρεμβάσεων της αλβανικής κυβέρνησης, αφετέρου λόγω του «αμφίβολου εθνικού φρονήματός τους», που ενέτεινε την ανασφάλεια των αρχών. Ήταν γεγονός πως το χαμηλό βιοτικό επίπεδο των πληθυσμών και η ανικανότητα του κράτους να δώσει λύσεις στα καίρια προβλήματα της περιοχής έδιναν τη δυνατότητα στην αλβανική προπαγάνδα να αναπτύσσει αποτελεσματικά και με επιτυχία τη δραστηριότητά της.

Η αντίληψη της κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν ότι η κατάσταση στην Ήπειρο έπρεπε να αλλάξει: το κράτος όφειλε να παρέμβει δραστικά και να δώσει σαφείς οδηγίες στα αρμόδια εκτελεστικά όργανα της περιοχής σχετικά με την αποστολή που είχαν να επιτελέσουν και τα αυστηρά καθορισμένα όρια των πρωτοβουλιών τους. Ήταν πρωταρχικής σημασίας να ενεργούν στο εξής με πνεύμα δικαιοσύνης, καθώς η έστω και αυστηρή αλλά δίκαιη επιβολή των νόμων θεωρούνταν ότι ήταν το αποτελεσματικότερο μέσο για την αποφυγή οποιωνδήποτε παραπόνων. Όλοι οι κάτοικοι της Τσαμουριάς και ιδιαίτερα οι μουσουλμάνοι έπρεπε να αισθάνονται την παρουσία ενός κράτους προστατευτικού και ταυτόχρονα ισχυρού, υποσχόμενου οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο. Αντιμέτωπη με αυτή την προοπτική, η αλβανική προπαγάνδα δεν θα είχε καμιά πιθανότητα επιτυχίας[17].

Το πρώτο θέμα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί και το οποίο κατά γενική ομολογία βρισκόταν στην πρώτη θέση μεταξύ των αιτημάτων των Τσάμηδων ήταν ασφαλώς το κτηματικό. Παρά την τελική απόφαση της ελληνικής Bουλής για τη μη κύρωση της σύμβασης του 1926, η κυβέρνηση κατέβαλε προσπάθειες για τη ρύθμιση του θέματος των αποζημιώσεων: αναγνώριζε ότι η καταρχήν βιαστική εφαρμογή του μέτρου των απαλλοτριώσεων είχε οπωσδήποτε δημιουργήσει πολλά προβλήματα και είχαν σημειωθεί αδικίες σε βάρος των μουσουλμάνων Tσάμηδων, οι οποίες έπρεπε το συντομότερο να αποκατασταθούν. Για το σκοπό αυτό ανατέθηκε σε υψηλόβαθμο υπάλληλο του Υπουργείου Γεωργίας να ερευνήσει τις επιπτώσεις του μέτρου των απαλλοτριώσεων επί του μουσουλμανικού πληθυσμού και παράλληλα έστειλε επί τόπου κρατικούς υπαλλήλους για να εξετάσουν από κοντά τα παράπονά τους. Το αποτέλεσμα ήταν να προταθούν μία σειρά από μέτρα που απέβλεπαν στη βελτίωση των συνθηκών ζωής της μειονότητας, προτάσεις που ενσωματώθηκαν σε νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Bουλή, το οποίο προέβλεπε μεταξύ άλλων και την αυτεπάγγελτη διόρθωση των τιμών των αποζημιώσεων στις περιπτώσεις όπου είχαν γίνει αδικίες και έδινε ταυτόχρονα το δικαίωμα στους ενδιαφερόμενους να προσβάλουν τις αποφάσεις απαλλοτριώσεως, ώστε να ανακτήσουν τις περιουσίες που κακώς είχαν απαλλοτριωθεί[18].

Το γεφύρι της Γκούμανης Θεσπρωτίας το 1913 (φωτογραφία του Frédéric Boissonnas).

H αλβανική κυβέρνηση, κουβαλώντας το βάρος της αποτυχίας στη Γενεύη, επιθυμούσε και αυτή την επίσπευση των σχετικών διαπραγματεύσεων, αποδεχόμενη την αποζημίωση που θα όριζε το ελληνικό κράτος βάσει του αγροτικού νόμου. Μοναδικοί όροι που έθετε ήταν να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και ο τρόπος καταβολής των αποζημιώσεων και τα ποσά να μην αποδοθούν σε ομολογίες αλλά σε χρήματα, έστω και σε δόσεις. Πρότεινε επίσης τα ποσά που θα καθορίζονταν να αποδοθούν στην ίδια την κυβέρνηση, η οποία και θα αναλάμβανε την κατανομή τους στους δικαιούχους[19], μια λύση που βεβαίως διευκόλυνε πολύ την ελληνική πλευρά, καθώς θα την απάλλασσε από κάθε άλλη απαίτηση ή διαπραγματεύσεις, αν και γνώριζε ότι εξυπηρετούσε τους ιδιοτελείς σκοπούς της αλβανικής κυβέρνησης, να καρπωθεί δηλαδή μέρος του ποσού που θα καταβαλλόταν από το ελληνικό δημόσιο.

Αυτό που έμενε να συμφωνηθεί ήταν η συνολική έκταση που είχε απαλλοτριωθεί και το ύψος του ποσού που όφειλε να καταβληθεί. Η αλβανική κυβέρνηση με υπόμνημά της διεκδικούσε 1.817.233 στρέμματα στο όνομα 242 δικαιούχων Αλβανών υπηκόων. Οι ελληνικές υπηρεσίες, ωστόσο, εξακρίβωσαν ότι από αυτά, 24.794 στρ. βρίσκονταν στην ελεύθερη διάθεση των δικαιούχων, 76.167 είχαν πουληθεί από αυτούς, 18.043 είχαν πουληθεί με προσύμφωνα, 132.000 αφορούσαν δάση και μόνο τα 496.005 βρίσκονταν στην κατοχή του δημοσίου από απαλλοτρίωση. Οι εργασίες εξακρίβωσης των σχετικών αιτήσεων δε στάθηκε δυνατό να φθάσουν σε ικανοποιητικό επίπεδο παρά μόλις στις αρχές του 1931, οπότε και ήταν πλέον δυνατή η υπογραφή μιας συνολικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η αλβανική κυβέρνηση, ωστόσο, για δικούς της εσωτερικούς λόγους, είχε στο μεταξύ αλλάξει στάση και ζητούσε πλέον την αποζημίωση των δικαιούχων απευθείας από το ελληνικό κράτος χωρίς τη δική της μεσολάβηση. Η αλλαγή οδήγησε σε νέες καθυστερήσεις και σε περαιτέρω παράταση της εκκρεμότητας, με αποτέλεσμα να θίγονται εμφανώς πλέον τα συμφέροντα των ιδιωτών, μεταξύ των οποίων και Αλβανοί και Έλληνες υπήκοοι αλβανικής καταγωγής. Για να αποφύγει η ελληνική πλευρά τον ορατό πλέον κίνδυνο προσφυγής των δικαιούχων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο και θα τους δικαίωνε, αποφάσισε τη μονομερή επίλυση του ζητήματος με τον καταρχήν διαχωρισμό των περιπτώσεων των Αλβανών υπηκόων από εκείνες των Ελλήνων υπηκόων αλβανικής καταγωγής, που συνιστούσαν και τον κορμό του μειονοτικού πληθυσμού της Τσαμουριάς. Έτσι, στα μέσα πια του 1931 ψηφίστηκε νόμος που προέβλεπε την απευθείας καταβολή των αποζημιώσεων στους δικαιούχους Έλληνες υπηκόους με την παραχώρηση σ’ αυτούς ανάλογου αριθμού ομολογιών και την άμεση απόδοση των κακώς απαλλοτριωθέντων αστικών ακινήτων τους[20]. Πράγματι, μερικές αλβανικές οικογένειες άρχισαν να ανταποκρίνονται στις νέες ευνοϊκές ρυθμίσεις και αποδέχθηκαν τις αποζημιώσεις που ορίστηκαν από το κράτος. Οι ίδιες διατάξεις θα εφαρμόζονταν και για τους Αλβανούς υπηκόους που θα δέχονταν να λάβουν τις προβλεπόμενες από τον αγροτικό νόμο αποζημιώσεις σε ομολογίες.

Γεγονός ωστόσο παραμένει ότι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έγιναν, οι διαδικασίες αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρονοβόρες. H αναγκαία επιτόπια εξέταση όλων των περιπτώσεων και η εξακρίβωση των ελλιπέστατων στοιχείων παρουσίασαν τεράστιες τεχνικές δυσκολίες. Την κατάσταση δεν διευκόλυνε καθόλου ούτε η στάση της αλβανικής κυβέρνησης, που εξακολουθούσε να αρνείται την καταβολή των αποζημιώσεων σε ομολογίες στους Αλβανούς υπηκόους, με αποτέλεσμα ως τα μέσα του 1933 πολύ λίγες συνολικά υποθέσεις να έχουν εκκαθαριστεί. Τα δεδομένα άλλαξαν για μια ακόμη φορά στα μέσα της δεκαετίας με αφορμή τις διμερείς διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει για την επίτευξη μιας ελληνοαλβανικής εμπορικής συμφωνίας, την οποία επιθυμούσε έντονα η αλβανική πλευρά. Η ελληνική κυβέρνηση είχε καταστήσει σαφές ότι εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης και των δυσκολιών που είχαν ανακύψει, αδυνατούσε να καταβάλει τις αποζημιώσεις σε χρήματα και δεν συζητούσε καθόλου τη λύση αυτή. Η Αλβανία δέχτηκε επομένως την ελληνική θέση για την καταβολή των αποζημιώσεων σε ομολογίες, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την ψήφιση σχετικού νόμου από την ελληνική κυβέρνηση, στις 15 Ιουνίου του ίδιου έτους, και την επίσπευση της διαδικασίας καταβολής των αποζημιώσεων στους Αλβανούς υπηκόους[21]. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της ελληνικής πρεσβείας στα Τίρανα, ως τα μέσα του 1935 είχε ικανοποιηθεί μεγάλος αριθμός αιτήσεων των Αλβανών δικαιούχων και έτσι ένα από τα πλέον χρονίζοντα προβλήματα για τις ελληνοαλβανικές σχέσεις φάνηκε τουλάχιστον ότι όδευε προς τη λύση του. Όμως οι κατοπινές ελληνικές κυβερνήσεις ανέτρεψαν αρκετές από τις θετικές ρυθμίσεις αυτής της περιόδου τόσο για τους Αλβανούς υπηκόους όσο και για τους Έλληνες υπηκόους αλβανικής καταγωγής, με αποτέλεσμα πολλές ακόμη περιπτώσεις να παραμείνουν άλυτες ως την έκρηξη του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τροφοδοτώντας κατά κόρον το κλίμα δυσαρέσκειας που επικρατούσε μεταξύ του πληθυσμού. Υπάρχουν για παράδειγμα πληροφορίες ότι τουλάχιστον ως το 1937 οι αρχές εξακολουθούσαν να ζητούν από τους Τσάμηδες, κάθε φορά που αυτοί έπρεπε να απευθυνθούν στις ελληνικές υπηρεσίες, πιστοποιητικά μη ανταλλαξιμότητας από το Υπουργείο Γεωργίας, παρά τις προηγούμενες οδηγίες και αποφάσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.

◊◊◊

Μετά το πέρας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την αποκατάσταση των ελληνικών αρχών στη Θεσπρωτία, τον Μάρτιο του 1945, κινήθηκε η διαδικασία υποβολής μηνύσεων από ιδιώτες και από τις υπηρεσίες ασφαλείας εναντίον των Τσάμηδων που είχαν διαπράξει βιαιότητες και εγκλήματα κατά την περίοδο της κατοχής, καθώς και για τη συνεργασία τους με τους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές. Οι υποθέσεις εκδικάστηκαν, με συνοπτικές διαδικασίες, από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων των Ιωαννίνων, το οποίο με την απόφασή του υπ’ αριθ. 344/23-5-1945 καταδίκασε ερήμην 1.930 Τσάμηδες, πολλούς από τους οποίους ακόμη και με την ποινή του θανάτου, και κατασχέθηκε η περιουσία τους. Μερικά χρόνια αργότερα απαλλοτριώθηκε και η ακίνητη περιουσία των Τσάμηδων που είχαν διωχθεί από τη χώρα, το 1944[22]. Η αγροτική περιουσία παραχωρήθηκε σε ακτήμονες γεωργούς και κτηνοτρόφους, με τη μορφή γεωργικών και κτηνοτροφικών κλήρων, με καθορισμό της αξίας τους από την Eπιτροπή Aπαλλοτριώσεων Θεσπρωτίας, στην περίοδο 1960-1970. H αστική ακίνητη περιουσία (σπίτια και καταστήματα) εκποιήθηκε σε άστεγους είτε απευθείας είτε με δημοπρασίες από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες. H κατάληψή της δεν έγινε στο όνομα των άλλοτε ιδιοκτητών μουσουλμάνων ξεχωριστά, γιατί στις αρμόδιες υπηρεσίες δεν ήταν γνωστό σε ποιον και ποια κτήματα ανήκαν, αλλά ενιαία για κάθε οικισμό ή χωριό, ως μουσουλμανική περιουσία εγκαταλελειμμένη.

Η Ελευθερία Μαντά είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), του οποίου διετέλεσε στο παρελθόν Επιστημονική Συνεργάτης και ακολούθως Διευθύντρια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Νομοθετικό Διάταγμα της 15ης Φεβρουαρίου 1923 «Περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών», που προέβλεπε την παραχώρηση δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων και την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικών γαιών.

[2] Σημαντικός εκπρόσωπος και ηγέτης της ομάδας αυτής των Aλβανών πολιτικών υπήρξε ο Djafer Villa, Γενικός Γραμματέας του αλβανικού Yπουργείου Eξωτερικών. Eνδιαφερόμενος προσωπικά για το ζήτημα ως πρώην ιδιοκτήτης κτημάτων που είχαν απαλλοτριωθεί βάσει της αγροτικής νομοθεσίας, όχι μόνον υπήρξε ο βασικός υποκινητής μιας έντονης ανθελληνικής εκστρατείας μέσω του αλβανικού Τύπου, αλλά και υποστήριζε την ανάγκη λήψης σκληρών μέτρων εκ μέρους της αλβανικής κυβέρνησης έναντι της Eλλάδας, όπως το κλείσιμο της αλβανικής πρεσβείας στην Aθήνα και τη μείωση του αριθμού των σχολείων που λειτουργούσαν στο αλβανικό έδαφος για την ελληνική μειονότητα. ΥΔΙA, 1928, A/21/I, απ. 3238, Kοκοτάκης προς Mιχαλακόπουλο, Tίρανα 8-3-1928.

[3] Oι υπόλοιπες τρεις ήταν η «Σύμβαση Περί εκδόσεως Eγκληματιών», «Περί Iθαγενείας», που ρύθμιζε περιπτώσεις αμφισβητούμενης ιθαγένειας, και η «Σύμβαση Eμπορίου και Nαυτιλίας», με την οποία επιδιωκόταν κυρίως η ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών.

[4] AYE, 1928, A/4/I, χαπ., Convention Concernant l’Établissement et le Service Consulaire entre la République Hellénique et la République Albanaise, Athènes 13-10-1926.

[5] AYE, 1928, A/4/I, απ. 4343, Πολίτης προς Mιχαλακόπουλο, Aθήνα 17-4-1928.

[6] AYE, 1928, A/4/I, αε. 992, Θ. Σοφούλης, πρόεδρος της Bουλής, προς Yπουργείο Eξωτερικών, Aθήνα 3-6-1927. Oι υπόλοιπες τρεις συμβάσεις, παρ’ όλο που ψηφίστηκαν από τη Bουλή, δεν επικυρώθηκαν αμέσως, καθώς οι τέσσερις συμβάσεις σε γενικές γραμμές θεωρούνταν ως σύνολο και δεν ήταν εύκολο για την ελληνική πλευρά να θέσει σε ισχύ χωριστά οποιαδήποτε από αυτές.

[7] AYE, Oκτ. 1927-1928, A/4/I, απ. 207, Yπουργείο Eξωτερικών προς Πρεσβεία Tιράνων, Aθήνα 11-1-1928.

[8] Dokumente për Çamërinë, αρ. 276-290.

[9] Yπουργείο Eξωτερικών, 1919-1940. Eλληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Δ. Bισβίζη-Δοντά (επιμ.), τ. Γ΄, αρ. 470, σ. 524-525.

[10] Γενική Στατιστική Yπηρεσία της Eλλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Eλλάδος της 15-16 Mαΐου 1928. Tόμος I. Πραγματικός και νόμιμος πληθυσμός–Πρόσφυγες.

[11] Ένα μήνα πριν από την οριστική απόφαση για την εξαίρεσή τους από την ανταλλαγή, τον Ιανουάριο του 1926, η αλβανική πρεσβεία στην Αθήνα, σε επιστολή της προς τον Κενάν Μεσαρέ, διαπιστώνει ότι «πρέπει να πείσουμε τους κατοίκους της Δραγουμής και του Γαρδικίου ότι, μόνο διεκδικώντας τις περιουσίες τους ως Αλβανοί θα σωθούν από τα τωρινά τους βάσανα». Dokumente për Çamërinë, αρ. 260.

[12] Oι κυριότερες κατηγορίες που διατυπώνονταν αφορούσαν στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν επιβληθεί στα κτήματά τους υπέρ των προσφύγων, στο γεγονός ότι δεν είχαν δικαίωμα στην εκλογή της τοπικής αυτοδιοίκησης και στο ότι δεν λειτουργούσε στην Tσαμουριά κανένα αλβανικό σχολείο.

[13] Αναλυτικά για τα αλλεπάλληλα διαβήματα των Αλβανών και τις αποφάσεις του Συμβουλίου, βλ. Mιχαλόπουλος, Tσάμηδες, σ. 122-134 και Διβάνη, Ελλάδα και μειονότητες, σ. 238-242.

[14] PRO/FO, 371/12925, 50th Session of the Council, League of Nations, Extract from Final Minutes of the 2nd Meeting Public and Private on 5th June 1928, Geneva.

[15] Société des Nations, C.314.1928.VII, Genève 8-6-1928.

[16] Mιχαλόπουλος, Tσάμηδες, σ. 175.

[17] AYE, 1928, A/21/I, απ. 9883, Yπουργείο Eξωτερικών προς Έπαρχο Παραμυθιάς, Aθήνα 15-9-1928.

[18] Νόμος 4816 «Περί καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων κτημάτων Μαργαριτίου και Παραμυθίας», 16-7-1930.

[19] AYE, 1930-1931, A/4/I, χαπ., Σημείωμα επί του ζητήματος των εν Eλλάδι αλβανικών κτημάτων, 29-8-1929.

[20] Νόμος 5136 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Νόμου 4816 “Περί καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων κτημάτων Μαργαριτίου και Παραμυθίας”», 18-7-1931.

[21] Dokumente për Çamërinë, αρ. 322-327.

[22] ΝΔ αρ. 2185 «Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων» (15-8-1952), αριθ. 2536 «Περί επανεποικισμού των παραμεθορίων περιοχών και ενισχύσεως του πληθυσμού αυτών» (23-8-1953) και Νόμος αριθ. 2781 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων του Νομοθετικού Διατάγματος 2536 του 1953» (16-3-1954).

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Οι δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο. Σύμπλευση Δικαιοσύνης και Ιστορίας

Αρετή Τούντα – Φεργάδη

Οι δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο. Σύμπλευση Δικαιοσύνης και Ιστορίας

 

«Το προνόμιο να εγκαινιαστεί μέσα στην ιστορία η πρώτη δίκη για τα εγκλήματα κατά της ειρήνης του κόσμου θέτει σοβαρές ευθύνες». Robert H. Jackson.

«Η Νυρεμβέργη υπήρξε επαναστατική υπό την έννοια ότι αυτοί, που την έκαναν υιοθέτησαν πολλές ποινικές αρχές καθ’ ολοκληρία καινούργιες». Taylor Telford.

 

Από τα λεγόμενα δύο εκ των πλέον σημαντικών προσώπων, που συμμετείχαν στη δίκη της Νυρεμβέργης, του Αμερικανού δημοσίου κατήγορου, Robert H. Jackson, και του συνταγματάρχη Taylor Telford, συνάγονται δύο στοιχεία που αποδίδουν την πολυπλοκότητα και, κυρίως, τον δισυπόστατο χαρακτήρα της συγκεκριμένης δίκης. Αφενός το πάντρεμα, το σύμπλεγμα της δικαιοσύνης με την ιστορία, αφετέρου, όπως επισημαίνει η  Ann-Sophie Schӧpfel,  για «πρώτη φορά ανακατευόταν η δικαιοσύνη στην ιστορία». Η συνύπαρξη των δύο αυτών, σχετικά  διακριτών μεταξύ τους, γνωστικών πεδίων καταδεικνύεται και από πρόσφατο δημοσίευμα του Marco Wolter, ο οποίος επισημαίνει πως η «Δίκη της Νυρεμβέργης σηματοδοτεί τη γέννηση της διεθνούς δικαιοσύνης». Τα ίδια, ακριβώς, ισχύουν και για τη Δίκη του Τόκιο, η οποία αφορούσε στις αγριότητες και στα εγκλήματα πολέμου, που έλαβαν χώρα στην Άπω Ανατολή, αλλά και για τις υπόλοιπες δίκες, οι οποίες διεξήχθησαν σε μεταγενέστερους χρόνους.

Συνήθως μιλούμε για τη δίκη της Νυρεμβέργης και τη δίκη του Τόκιο, αντικείμενο των οποίων ήταν η προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των εγκληματιών πολέμου που έδρασαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.  Όμως, και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να αναφερόμαστε σε δίκες, δεδομένου ότι παράλληλα με τη δίκη της Νυρεμβέργης διεξήχθησαν άλλες δώδεκα, στη διάρκεια των οποίων κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν 177 άτομα, τη δε δίκη του Τόκιο ακολούθησαν και άλλες αντίστοιχες με το ίδιο αντικείμενο, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1948.

Εύλογα ανακύπτει το ερώτημα ποιο δύναται να είναι το έργο του ιστορικού, αφ’ ης στιγμής μιλούμε για δίκες. Ποια θα είναι η επιλογή του; Να περιγράψει και να αναλύσει τα ιστορικά γεγονότα ή να μελετήσει τις νομικές παραμέτρους του θέματος; Την απάντηση την έχει δώσει η Annette Wierviorka, η οποία μας διαβεβαιώνει πως: «Αυτές οι δίκες  ενδιαφέρουν τους ιστορικούς από πολλές [πλευρές]». Αρχικώς, είναι τα γεγονότα και ακολουθούν τα πολλά έγγραφα: «αρχεία, τα οποία έχουν χρησιμεύσει στην γραφή της ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου»⸱ αρχεία και έγγραφα, τα οποία δεν έμειναν κρυμμένα αλλά ερχόμενα στη δημοσιότητα επέτρεψαν στον δημοσιογράφο Raymond Cartier να διατυπώσει το 1946 την άποψη πως «η δίκη έδωσε στην Ιστορία δέκα χρόνια προόδου».

Και είναι αλήθεια πως κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας της δίκης, που διεξήχθη στη Νυρεμβέργη, συνεπώς και των άλλων αντίστοιχων, παρήχθη ένας μεγάλος αριθμός Εγγράφων και Πρακτικών, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική έρευνα. Οι μαρτυρίες, κατά την ακροαματική διαδικασία, διπλωματών, ανώτατων στρατιωτικών και γενικότερα προσώπων που κατείχαν υψηλότατα αξιώματα, συνιστούν αξιόλογο πρωτογενές υλικό. Για παράδειγμα, από τη μελέτη των Πρακτικών της δίκης του Gustav Krupp ή εκείνης του  I.G.Farben, μπορούμε να εξαγάγουμε σαφή συμπεράσματα για τον παράνομο επανεξοπλισμό της Γερμανίας ή για τις πραγματικές σχέσεις του Χίτλερ με την ηγεσία της βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων. Ακόμα, αρκετά από τα έγγραφα που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης δύνανται να μελετηθούν, για να γραφεί η ιστορία της Γερμανίας «εάν βέβαια οι Γερμανοί επιθυμούν να μάθουν την αλήθεια του παρελθόντος».

Επομένως, είναι προφανές, απ’ όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, πως ο ιστορικός θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην Ιστορία και στο Δίκαιο⸱ να προσπαθήσει να ανεύρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο γνωστικά αντικείμενα, βοηθούμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο  να αποδώσει καλύτερα το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί. Άλλωστε, η προσαγωγή σε δίκη των υψηλά ιστάμενων ναζιστών ηγετών, εγκληματιών πολέμου και των ναζιστικών οργανώσεων, τελικώς συνέβαλε στο να λάμψει η αλήθεια της ιστορίας.

Είναι προφανές, ωστόσο, πως η επικέντρωση στο νομικό, θεσμικό πλαίσιο, βάσει του οποίου συστάθηκε το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης και κατ’ επέκταση και το Δικαστήριο του Τόκιο και των υπολοίπων δικών, προσφέρει πολλά στην κατανόηση του πρωτοφανέρωτου αυτού φαινομένου, δηλαδή της προσαγωγής σε δίκη όσων θεωρήθηκαν ένοχοι για την έναρξη και την τραγική εξέλιξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και, όντως, ήταν πρωτόφαντο, δεδομένου ότι, αν στρέψει κανείς το βλέμμα του προς τα πίσω πριν από το 1945, θα διαπιστώσει πως κανένας πόλεμος δεν έληξε με μια δίκη.

Όπως είναι γνωστό, τη λήξη ενός πολέμου σηματοδοτεί η υπογραφή Ανακωχής, που αφορά στον τερματισμό των εχθροπραξιών και επισφραγίζει η υπογραφή Συνθήκης Ειρήνης, η οποία με τη σειρά της ρυθμίζει τις διαφορές των εμπλεκομένων σ’ αυτόν μερών.

Είναι δε προφανές, πως η εξέταση και περιγραφή του νομικού πλαισίου, βάσει του οποίου συστάθηκαν τα δύο Δικαστήρια, άπτεται απολύτως της Διπλωματικής Ιστορίας ή ευρύτερα της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων. Ειδικότερα, οι δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο συνιστούν «ένα κεντρικό τμήμα της ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων του 20ου αιώνα ως προς την ανάδειξη, τον προσδιορισμό και την εφαρμογή του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου».

Ας επισημανθεί πως η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο πολεμικό πεδίο, απαιτούσε την εντατικοποίηση των προσπαθειών των νικητριών Δυνάμεων για την αποφυγή επανάληψης, τόσο στο εγγύς όσο και στο απώτερο μέλλον, παρόμοιων τραγικών γεγονότων, που ενέπλεξαν την παγκόσμια κοινότητα σε μια άγρια ανθρωποσφαγή, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε «η τελική λύση του εβραϊκού προβλήματος». Αυτή η ανθρωποσφαγή είχε ως αποτέλεσμα πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους, γέμισε την υφήλιο με ανάπηρους, ορφανά, πρόσφυγες και κατέστησε τον βίο της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων δυσβάσταχτο⸱ ταυτοχρόνως, ανετράπη ο ρους της ιστορίας στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Ο τρόπος αντιμετώπισης ενός τέτοιου φαινομένου και ιδίως η κατάπνιξη και εξαφάνιση, αν ήταν δυνατόν, αναβίωσης του γερμανικού μιλιταρισμού, ειδικότερα του ναζιστικού μορφώματος, είχε αρχίσει να απασχολεί τις Δυτικές Δυνάμεις από ενωρίς.

Οι προσπάθειες, που είχαν παρατηρηθεί ύστερα από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εκ μέρους των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως για παραπομπή σε δίκη του Γουλιέλμου Β΄ και πολλών Γερμανών πολιτικών και στρατιωτικών, δεν ευοδώθηκαν, αφ’ ης στιγμής ο Κάιζερ, ο οποίος είχε θεωρηθεί ως «κλινικώς τρελός» και είχε  «συμβάλλει […] στην αποσταθεροποίηση της Ευρώπης πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο», κατέφυγε στην Ολλανδία, καθότι η τελευταία πρόσφερε πολιτικό άσυλο στον ίδιο και στους συνεργάτες του.

Ωστόσο, στη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της Συνδιάσκεψης των Παρισίων, η Επιτροπή, η αρμόδια να ανεύρει τους υπεύθυνους για το παγκόσμιο ανθρώπινο αιματοκύλισμα, την έκρηξη του πολέμου, και να αποδώσει τις ευθύνες, που τους αναλογούσαν, είχε συντάξει τρία κείμενα, το περιεχόμενο των οποίων ενσωματώθηκε στα άρθρα 227, 228 και 229 της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών. Τα εν λόγω άρθρα, όπως και το επόμενο, το 230, περιλήφθηκαν στο VII μέρος της συγκεκριμένης Συνθήκης, στην κατηγορία Κυρώσεις (Sanctions).

Στα σπουδαιότερα σημεία των δύο, πλέον συναφών με το θέμα μας,  άρθρων συγκαταλέγονταν τα ακόλουθα:

Βάσει του άρθρου 227, οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις κατηγορούσαν δημοσίως τον έκπτωτο αυτοκράτορα, Γουλιέλμο Β΄, επειδή είχε προβεί σε πράξεις «προσβολής της διεθνούς ηθικής» και «παραβίασης των Συνθηκών».  Στο ίδιο άρθρο, προβλεπόταν η σύσταση ενός ειδικού Δικαστηρίου, αποτελούμενου από πέντε Δικαστές, εκπροσώπους των νικητριών Μεγάλων Δυνάμεων που θα έκρινε τον κατηγορούμενο, στον οποίο θα διασφάλιζε «τις ουσιώδεις εγγυήσεις του δικαίου της υπεράσπισης (du droit de défense). Το άρθρο 228 αναφερόταν στη συγκρότηση Στρατιωτικών Δικαστηρίων των Συμμάχων, ενώπιον των οποίων θα δικάζονταν οι κατηγορούμενοι, που είχαν προβεί «σε πράξεις αντίθετες προς τους νόμους και τα έθιμα του πολέμου».

To Justizpalast της Νυρεμβέργης την εποχή της Δίκης.

 

Το Justizpalast της Νυρεμβέργης σήμερα λειτουργεί ως τόπος μνήμης και μουσείο.

Ας σημειωθεί πως η ολλανδική κυβέρνηση αρνήθηκε να εκδώσει τον Κάιζερ στους Συμμάχους, επικαλούμενη το γεγονός πως η χώρα δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών και «η ολλανδική, εθνική παράδοση καθιστούσε τη χώρα μια περιοχή καταφύγιο για τους ηττημένους των διεθνών συγκρούσεων». Οι Σύμμαχοι δεν επέμειναν και στην ιδέα να δικάσουν οι ίδιοι Γερμανό υπήκοο. Αρκέστηκαν να συντάξουν έναν κατάλογο, στον οποίο περιλαμβάνονταν ο Hindenburg και ο Ludendorff και άφησαν τη Γερμανία να τους παραπέμψει σε ειδικό δικαστήριο. Τα ονόματα στον κατάλογο ήταν εκατοντάδες. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν εναντίον  των συλληφθέντων δεν θεωρήθηκαν επαρκή. Δικάστηκαν δώδεκα. Οι περισσότεροι αθωώθηκαν.

Ωστόσο, από τα προαναφερόμενα καθίσταται προφανές πως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η διεθνής κοινότητα δεν είχε θεσμοθετήσει ένα νομικό πλαίσιο, στο οποίο θα μπορούσαν να βασιστούν οι νικητές, ώστε να δικάσουν όσους θεώρησαν πως πρωτοστάτησαν στην έναρξη του πολέμου. «Η διεθνής νομοθεσία δεν [υπήρχε] ακόμη», όπως μας είχε διαβεβαιώσει ο Carr.

Υπήρχε επομένως ένα νομικό κενό, το οποίο προσπάθησαν να καλύψουν οι ηγέτες των Δυτικών Δυνάμεων. Σε ολόκληρη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έλειψαν οι συζητήσεις για τον τρόπο κατά τον οποίο θα τιμωρούνταν όσοι είχαν διαπράξει ή θα διέπρατταν αξιόποινες πράξεις έως το τέλος των εχθροπραξιών, εντασσόμενοι στην κατηγορία των εγκληματιών πολέμου.  Η παραδειγματική τιμωρία τους αποτέλεσε «έναν από τους μείζονες σκοπούς» του πολέμου, όπως χαρακτηριστικά επισήμαινε ο Winston Churchill, ήδη από το φθινόπωρο του 1941.

Νυρεμβέργη, 7 Σεπτεμβρίου 1938. Παρέλαση στο πεδίο Ζέππελιν ενώπιον του Adolph Hitler.

Στο ίδιο πνεύμα με εκείνο του Βρετανού πρωθυπουργού κινείτο και η κοινή Δήλωση της Διασυμμαχικής Επιτροπής, που συνήλθε στο Λονδίνο, στις 13 Ιανουαρίου 1942 και στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι των εξορίστων κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της Ελλάδος. Η Δήλωση ψηφίστηκε ομοφώνως και, μεταξύ άλλων σημαντικών, καταδίκαζε τις δυνάμεις κατοχής, επιρρίπτοντάς τους ευθύνες «για μαζικές φυλακίσεις, εκτοπίσεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις ομήρων». Μάλιστα, ο επικεφαλής της γαλλικής αντιπροσωπείας, στρατηγός Charles de Gaulle, αρχηγός των Ελεύθερων Γάλλων, αναφερόμενος στους εχθρούς, υπογράμμιζε πως έφτασαν στο σημείο να βασιλεύει στην Ευρώπη «ένα καθεστώς τρόμου πιο τρομακτικό από εκείνο, που εγκαθιδρύθηκε από τις ορδές βαρβάρων των πρώτων χρόνων του Μεσαίωνα, θέτοντας όλη τους την τεχνική και όλη τους την επιστήμη στην υπηρεσία της θηριωδίας».

Όντως,  οι ηγέτες των νικητριών Δυνάμεων (ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας και ΕΣΣΔ) προσέβλεπαν στη συνθηκολόγηση της Γερμανίας άνευ όρων, αλλά οι απόψεις τους διέφεραν ως προς  τον τρόπο τιμωρίας των ενόχων του Πολέμου.  Ο Βρετανός πρωθυπουργός  είχε ταχθεί υπέρ της άμεσης εκτέλεσης όσων ηγετικών στελεχών συλλαμβάνονταν, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα να έρθουν στην επιφάνεια οι παράνομες ενέργειες των Συμμάχων στις αρχές του πολέμου.  Ο Σοβιετικός ηγέτης, ο Stalin, πίστευε πως έπρεπε να προηγηθεί δίκη πριν από την εκτέλεση, επηρεασμένος, ίσως, από τις γνωστές ως «δίκες της Μόσχας», στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Οι Αμερικανοί, απεναντίας, προτιμούσαν μια δίκαιη και γνήσια δίκη όσων κατηγορούνταν, ούτως ώστε να μην υπάρξουν αμφισβητήσεις για την ενοχή τους και αυτή η άποψη υποστηρίχθηκε, κυρίως, από τον διάδοχο του F. D. Roosevelt στο προεδρικό αξίωμα, Harry Truman.

Οι Αμερικανοί φάνηκαν περισσότερο διαλλακτικοί, αποβλέποντας ίσως, στην ενίσχυση της θέσης τους στο μεταπολεμικό διεθνές στερέωμα, όπως αποδείχθηκε από την μετέπειτα πολιτική τους στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ωστόσο, δεν έλειψαν και ακραίες φωνές⸱ κάποιοι υποστήριζαν την μεταπολεμική, οικονομική συρρίκνωση της Γερμανίας, δηλαδή απόψεις σύμφωνα με εκείνες, που είχαν διατυπωθεί στη διάρκεια των εργασιών, στο Παρίσι, το 1919, του Συνεδρίου της Ειρήνης και είχε αντικρούσει ο Keynes, υπογραμμίζοντας τους κινδύνους εφαρμογής μιας ανάλογης απόφασης για την παγκόσμια οικονομία. Άλλοι προτιμούσαν την άμεση εκτέλεση όλων των Γερμανών αξιωματούχων που θα συλλαμβάνονταν, ώστε να μην δοθεί η δυνατότητα στους προσαχθέντες στη δίκη να εκθέσουν και να υποστηρίξουν τα γεγονότα, όπως οι ίδιοι  τα αντιλαμβάνονταν, αποσκοπώντας στο να πείσουν «τον κόσμο [με] τα αφηγήματά τους».

 

Η πορεία προς τη δίκη της Νυρεμβέργης

Είναι προφανές πως η παραπομπή σε δίκη των εγκληματιών πολέμου, των ναζιστών,  δεν ήταν εύκολη υπόθεση, δεδομένου ότι «δεν υπήρχε ούτε προηγούμενο ούτε κατοχυρωμένη δικαιοδοσία του Διεθνούς Στρατοδικείου», το οποίο συνεδρίασε από τις 20 Νοεμβρίου 1945 ως την 31η Αυγούστου 1946 στη Νυρεμβέργη, σύμφωνα με το Υπόμνημα του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Νορβηγού Trygve Lie, που δημοσιεύθηκε στη Νέα Υόρκη το 1949. Οι εισαγγελείς και οι δικαστές προέρχονταν από τις τέσσερις δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας, η διαίρεση της οποίας σε ζώνες κατοχής είχε αποφασιστεί στη Συνδιάσκεψη του Πότσνταμ, τον Ιούλιο του 1945.

Η ίδρυση του Δικαστηρίου ήταν απόρροια μιας σειράς αποφάσεων και συμφωνιών, που είχαν ληφθεί και υπογραφεί τα προηγούμενα χρόνια. Πρώτη, σημαντική, συμφωνία θεωρείται η απόφαση της Μόσχας, της 30ης Οκτωβρίου  1943, γνωστή ως «Διακήρυξη της Μόσχας», η οποία μιλούσε για όλους τους Γερμανούς αξιωματικούς και στρατιώτες, μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και ενόχους αποτρόπαιων πράξεων, οι οποίοι θα στέλνονταν στις χώρες, όπου διαπράχθηκαν τα εγκλήματα για να δικαστούν σύμφωνα με την νομοθεσία που ίσχυε σ’ αυτές. Ρητά ανέφερε πως η συγκεκριμένη δήλωση «δεν ισχύει για την περίπτωση των κυριοτέρων εγκληματιών πολέμου, των οποίων τα εγκλήματα δεν μπορούν να προσδιοριστούν γεωγραφικώς». Εκείνοι θα δικάζονταν και θα τιμωρούνταν «σύμφωνα με τις αποφάσεις τις οποίες θα λάβουν από κοινού οι κυβερνήσεις των Συμμαχικών κρατών».

Η εν λόγω απόφαση περιλήφθηκε, σχεδόν αυτούσια, στο προοίμιο της Συμφωνίας του Λονδίνου, της 8ης Αυγούστου 1945. Είναι προφανές πως η Διακήρυξη αναφερόταν μόνο σε Γερμανούς στρατιωτικούς και σε μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, δίχως να διευκρινίζει τί ακριβώς  επρόκειτο να συμβεί με άλλους μεγάλους εγκληματίες πολέμου, οι οποίοι είχαν δράσει σε πολλές χώρες. Ενδεικτικό είναι πως απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά σε Ιταλούς και Ιάπωνες εγκληματίες πολέμου.

Καθοριστική σημασία για την τύχη των μεγάλων εγκληματιών πολέμου είχαν οι αποφάσεις της τελευταίας Διάσκεψης Κορυφής των τριών Μεγάλων, η οποία συνήλθε στο Πότσνταμ. Οι εργασίες της διήρκεσαν από τις 17 Ιουλίου ως τις 2 Αυγούστου 1945 και στις 19 Ιουλίου, επήλθε συμφωνία σχετική με τις πολιτικές και οικονομικές αρχές πάνω στις οποίες θα ρυθμίζονταν τα της διοίκησης και του ελέγχου της Γερμανίας. Η συμφωνία εδραζόταν σε τέσσερα σημεία: αποστρατικοποίηση (Demilitarization), αποναζιστικοποίηση (Denazification), αποκέντρωση (Decentralization), εκδημοκρατισμός (Democratization).

Στην αποναζιστικοποίηση εντασσόταν και η απόφαση για παραπομπή σε δίκη των εγκληματιών πολέμου. Ας σημειωθεί πως ο όρος  αποναζιστικοποίηση εμπεριείχε, υπό μία ευρεία έννοια, και την γερμανική κοινωνία, την οποία οι Σύμμαχοι επιθυμούσαν και προσπάθησαν με διάφορους τρόπους να απομακρύνουν από το ναζιστικό παρελθόν της, γεγονός το οποίο «δεν ήταν απλώς πρωτοφανής πρόκληση, αλλά ήταν εντελώς ακατόρθωτο», όπως εκτιμά ο Kershaw.

Στις Συμφωνίες της Συνδιάσκεψης του Πότσνταμ  περιλαμβανόταν και το άρθρο 7, υπό τον τίτλο “Εγκληματίες Πολέμου”. Βάσει αυτού,  οι τρεις κυβερνήσεις, αφού είχαν λάβει υπόψη τις συζητήσεις, που διεξάγονταν στο Λονδίνο, ανάμεσα στους αντιπροσώπους της Γαλλίας, των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, με σκοπό να καταλήξουν σε μια συμφωνία, ως προς τη Δίκη των κυριοτέρων εγκληματιών πολέμου, οι οποίοι είχαν χαρακτηριστεί ως ένοχοι, βάσει της Δήλωσης της Μόσχας, του Οκτωβρίου 1943, για εγκλήματα, τα οποία στερούνταν γεωγραφικού προσδιορισμού, ήλπιζαν πως οι διαπραγματεύσεις του Λονδίνου θα οδηγούσαν σε μια ανάλογη συμφωνία, ώστε η δίκη, την οποία θεωρούσαν, «ως ζήτημα υψίστης σπουδαιότητος», να αρχίσει «όσον το δυνατόν ταχύτερον».  Ο πρώτος κατάλογος των κατηγορούμενων θα δημοσιευόταν νωρίτερα από την 1η Σεπτεμβρίου του 1945.

Η έδρα των δικαστών κατά τη διεξαγωγή της Δίκης.

Αργότερα, στις εργασίες της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (Ιούνιος-Αύγουστος 1945), η οποία συνήλθε κατόπιν πρωτοβουλίας των τριών εκ των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, συγκεκριμένα  της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης, συμμετείχαν αντιπρόσωποι όλων των Δυνάμεων και της Γαλλίας. Αυτές είχαν ως σκοπό, όπως είχε σημειώσει ο Robert Jackson, ο οποίος εκπροσωπούσε τις ΗΠΑ στη Συνδιάσκεψη, να «εγκαθιδρύσουν μεθόδους διαδικασίας για την ποινική δίωξη και δίκη των σπουδαιότερων Ευρωπαίων εγκληματιών πολέμου». Αξίζει να επισημανθεί πως οι Αμερικανοί ήταν οι αρχιτέκτονες της όλης διαδικασίας, που οδήγησε τους εγκληματίες πολέμου στις δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο.

Στις 8 Αυγούστου 1945, οι αντιπρόσωποι των Συμμαχικών κρατών υπέγραψαν τη Συμφωνία του Λονδίνου, αποτελούμενη από επτά άρθρα. Η εν λόγω Συμφωνία θεωρείται και είναι η ληξιαρχική  πράξη γεννήσεως του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου, που συνήλθε στη Νυρεμβέργη, μια και στο πρώτο άρθρο προβλεπόταν η ίδρυσή του με σκοπό «να δικάσει τους εγκληματίες πολέμου των οποίων τα εγκλήματα είναι δίχως ακριβή, γεωγραφική τοποθεσία, που θα κατηγορηθούν ατομικώς ή ως μέλη οργανώσεων ή ομάδων ή με αυτό τον διπλό τίτλο». Σύμφωνα με το επόμενο άρθρο (2) «Η συγκρότηση, η δικαιοδοσία, η λειτουργία του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου προβλέπονται στο καταστατικό, το προσαρτημένο στην παρούσα Συμφωνία, αυτό το καταστατικό [θεωρείται] αναπόσπαστο τμήμα της Συμφωνίας». Η Συμφωνία θα ίσχυε από την ημέρα της υπογραφής της.

Το Καταστατικό του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου απαρτιζόταν από επτά μέρη και περιλάμβανε 30 άρθρα. Έχει μείνει γνωστό και ως το «Καταστατικό του Λονδίνου»

Ορισμένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα άρθρα ήταν τα ακόλουθα:

Το πρώτο άρθρο όριζε πως θα ιδρυόταν ένα Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή της Συμφωνίας της 8ης Αυγούστου 1945, με σκοπό «να δικάσει και να τιμωρήσει κατά τρόπο ενδεικνυόμενο και δίχως καθυστέρηση, τους μεγάλους εγκληματίες πολέμου των ευρωπαϊκών χωρών του Άξονα». Στο δεύτερο άρθρο προβλεπόταν πως το Δικαστήριο θα συγκροτείτο από τέσσερεις δικαστές, οι οποίοι θα βοηθούνταν στο έργο τους από τέσσερα αναπληρωματικά μέλη, υποδεικνυόμενα από τις υπογράφουσες το κείμενο Δυνάμεις. Τα υπόλοιπα άρθρα του πρώτου μέρους καθόριζαν τα της λειτουργίας της Δικαστηρίου. Το τελευταίο άρθρο (5) προέβλεπε την ίδρυση και άλλων Δικαστηρίων, αν προέκυπτε ανάγκη από την όλη διαδικασία.

Στο δεύτερο μέρος, το άρθρο 7 όριζε πως το Δικαστήριο θα δίκαζε και θα τιμωρούσε όλα τα άτομα που έδρασαν «για λογαριασμό  των ευρωπαϊκών χωρών του Άξονα», έχοντας διαπράξει «ατομικώς ή ως μέλη οργανώσεων ένα από τα ακόλουθα εγκλήματα», δηλαδή τα εγκλήματα εναντίον της Ειρήνης, τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Στο πέμπτο μέρος, το άρθρο 22, όριζε πως η μόνιμη έδρα του Δικαστηρίου θα ήταν το Βερολίνο. Η πρώτη συνάντηση των μελών του Δικαστηρίου θα πραγματοποιείτο στο Βερολίνο, ενώ η πρώτη δίκη θα λάβαινε χώρα στη Νυρεμβέργη και «όλες οι μεταγενέστερες δίκες θα λάβουν χώρα σε τόπους, που θα επιλεγούν από το Δικαστήριο».

Η επιλογή της Νυρεμβέργης, ως έδρας διεξαγωγής της δίκης, δεν ήταν τυχαία. Οι νικητές του πολέμου θέλησαν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να διατρανώσουν και πάλι την αντίθεσή τους προς τον ναζισμό μια και η πόλη ήταν το λίκνο του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και, επιπλέον, το 1935 είχαν ψηφιστεί οι νόμοι της Νυρεμβέργης, ένας εκ των οποίων αφορούσε στην «προστασία του γερμανικού αίματος και της γερμανικής τιμής» και ειδικότερα στην απαγόρευση των «φυλετικά μεικτών» γάμων, ιδίως, στην πραγματικότητα, των γάμων, στους οποίους ο ένας εκ των δύο μελών ήταν Εβραίος.  Οι συγκεκριμένοι νόμοι συμπληρώθηκαν με τα Διατάγματα του 1937 και του 1938, βάσει των οποίων οι Εβραίοι καταδικάζονταν σε αργό θάνατο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η χιτλερική αυτή πολιτική επεκτάθηκε στους Τσιγγάνους, στους Σλάβους γενικώς, καθώς και σε όλους τους λαούς που «μειονεκτούσαν».     

Η απόφαση των Συμμάχων να οδηγήσουν τους εγκληματίες πολέμου σε δίκη ήταν ένα «νομικό ναρκοπέδιο», όπως επισημαίνει ο  Kershaw. Ορισμένοι έκριναν αυτή τη ρύθμιση ως μια «αναξιοπρεπή εφαρμογή του νόμου των νικητών – μια «κρίση [δικαστική] των ηττημένων από τους νικητές- θέτοντας εν αμφιβόλω ορισμένες από τις αρχές, που υιοθετήθηκαν στη Νυρεμβέργη, ιδίως την έννοια του εγκλήματος κατά της ειρήνης (επιθετικό πόλεμο), ως μη έχοντα νομική αξία, σύμφωνα με την αρχή nullum crimen nulla pœna sine lege [κανένα έγκλημα, καμία ποινή δίχως νόμο]».

Αξίζει να σημειωθεί πως τη μέρα, που υπογράφηκε η Συμφωνία του Λονδίνου, στις 8 Αυγούστου 1945, ο Molotov ανακοίνωνε στον Ιάπωνα πρέσβη στη Μόσχα, Sato, πως ύστερα από την άρνηση της Ιαπωνίας να συνθηκολογήσει, η κυβέρνησή του είχε αποφασίσει «να μετάσχη του πολέμου εναντίον του Ιάπωνος επιδρομέως», ώστε να συμβάλει  «εις την όσον το δυνατόν ταχυτέραν αποκατάστασιν της διεθνούς ειρήνης». Η σοβιετική κυβέρνηση είχε αποδεχθεί τη συμμαχική δήλωση για την παράδοση της Ιαπωνίας (της 26ης  Ιουλίου). Την ίδια μέρα, 8 Αυγούστου, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας, μετέδιδε την είδηση πως «η Σοβιετική Ρωσία εκήρυξε τον πόλεμον κατά της Ιαπωνίας».

 

Η Δίκη

Στις 18 Οκτωβρίου 1945, συνήλθε στο Βερολίνο, σε τυπική συνεδρίαση,  το «Στρατιωτικό Στρατοδικείο», το οποίο έλαβε γνώση του κατηγορητηρίου, αποτελούμενου από 30.000 λέξεις, το οποίο δόθηκε την ίδια μέρα και στους κατηγορούμενους, αλλά και στη δημοσιότητα, χαρακτηρίστηκε, δε, ως το «μεγαλύτερον ημερολόγιον εγκλημάτων του κόσμου».  Η δίκη ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1945. Οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στους κατηγορουμένους ήταν τέσσερις:

  1. Συνωμοσία εναντίον της ανθρωπότητας.
  2. Προετοιμασία και ξέσπασμα ενός επιθετικού πολέμου.
  3. Εγκλήματα πολέμου [ανάμεσα στην 1η Σεπτεμβρίου 1939 και τις 8 Μαΐου 1945].
  4. Επιθέσεις, κακουργήματα, προσβολή του ανθρωπιστικού δικαίου, διωγμοί, καταδίωξη προσώπων, τα οποία οι ναζί υποψιάζονταν πως ήταν εχθρικά διακείμενα  προς τον ναζισμό.

Το  πρωινό της 19ης Οκτωβρίου 1945 ο Hess, ο Ribbentrop, ο Goering και ακόμα άλλα είκοσι ένα ηγετικά στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος  έμαθαν για τις κατηγορίες, που τους βάρυναν. Για τον Martin Bormann υπήρχαν αμφιβολίες αν βρισκόταν στη ζωή και αυτή η αμφιβολία είχε ως αποτέλεσμα το όνομά του να περιλαμβάνεται στη λίστα των εγκληματιών πολέμου και να δικαστεί ερήμην, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Καταστατικού. Οι 24 κατηγορούμενοι, που προσήχθησαν στην πρώτη και σπουδαιότερη Δίκη, από άποψη Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου, για εγκλήματα Πολέμου, εγκλήματα κατά της Ειρήνης και εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας.  Εκτός από τα άτομα  δικάζονταν και διάφορες εμβληματικές οργανώσεις και φορείς του ναζιστικού κράτους, όπως τα κομματικά παραστρατιωτικά Τάγματα Προστασίας (SS), η Υπηρεσία Ασφαλείας (SD), η Μυστική Κρατική Αστυνομία (Gestapo), το Ναζιστικό Κόμμα κλπ. Ας σημειωθεί πως ύστερα από την 25η Οκτωβρίου 1945, οι εκδικαζόμενοι ήσαν 23,  δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος, Robert Ley, αυτοκτόνησε.

Οι πληρεξούσιοι [procureurs] των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης θα χειρίζονταν τα ζητήματα, που αφορούσαν στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι πρώτοι θα εκδίκαζαν όσα είχαν διαπραχθεί στη Δυτική Ευρώπη, οι δεύτεροι, στην Ανατολική Ευρώπη.  Διαχωριστική γραμμή θα ήταν το Βερολίνο. Το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης συνήλθε σε 403 ανοιχτές συνεδριάσεις, κατέθεσαν δια ζώσης 94 μάρτυρες και άλλοι 143 κατέθεσαν απαντώντας σε γραπτά ερωτηματολόγια.

Το εδώλιο κατηγορουμένων. Από αριστερά προς τα δεξιά στην πρώτη γραμμή διακρίνονται οι Hermann Goering, Rudolf Hess, Joachim von Ribbentrop, και Wilhelm Keitel. Άξια μνείας είναι η απουσία διακριτικών από τη στρατιωτική στολή του τελευταίου.

Στην εναρκτήρια ομιλία του, στην αρχή της ακροαματικής διαδικασίας στις 20 Νοεμβρίου 1945,  ο βασικός κατήγορος Αμερικανός δικαστής Robert H. Jackson, ο βασικός εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, διευκρίνισε, απευθυνόμενος προς όλους τους Γερμανούς,  πως οι κατηγορούμενοι δεν δικάζονται, επειδή οι ηγέτες τους «έχασαν τον πόλεμο, αλλά επειδή τον ξεκίνησαν». Επίσης, μεταξύ και άλλων πολύ σημαντικών, ανέφερε πως οι υπόδικοι «δημιούργησαν, υπό την αιγίδα του αρχηγού τους Hitler, έναν Εθνικοσοσιαλιστικό δεσποτισμό» και «αφαίρεσαν από τον Γερμανικό λαό κάθε αξιοπρέπεια και ελευθερία, […]. Και […] δημιούργησαν μέσα στην ψυχή αυτού του λαού ένα απεριόριστο μίσος και μια φοβερή έχθρα εναντίον παντός τρίτου που δεν ανήκε στην Γερμανική φυλή».

Περαιτέρω, ο Βρετανός  κατήγορος Sir Hartley Shawcross, αντικρούοντας τις θέσεις της υπεράσπισης, τόνισε πως οι κατηγορούμενοι κατέλαβαν βιαίως την  εξουσία και  διοίκησαν το γερμανικό κράτος μετερχόμενοι απάνθρωπα μέσα, όπως έπραξαν και στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, των οποίων καταπάτησαν την ανεξαρτησία και την ελευθερία. «Οι συνήγοροι προσπαθούν να αντικρούσουν την κατηγορία με τη δικαιολογία  ότι την εποχή που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα εγκλήματά τους δεν υπήρχε νόμος που να καταδικάζει αυτά τα εγκλήματα».

Βέβαια, η δυσχέρεια στην εφαρμογή ενός δικαιϊού συστήματος, αποδεκτού από όλες τις πλευρές, αναδεικνύεται και από τα όσα υποστήριξε ο μάρτυρας υπεράσπισης, διαπρεπής Γερμανός δικηγόρος, δρ. Stahmer, ο οποίος στην αγόρευσή του αμφισβήτησε την εγκυρότητα της διεξαγόμενης δίκης, επισημαίνοντας την απουσία ενός διεθνούς νόμου που να αφορά όσους σχεδιάζουν και προετοιμάζουν έναν επιθετικό πόλεμο και τον υλοποιούν. Ακόμα, υποστήριξε πως η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν μονομερής, δεδομένου ότι οι δικαστές προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από την πλευρά των νικητριών στον πόλεμο  δυνάμεων, επομένως το δικαστήριο ήταν ταυτοχρόνως «συντάκτης του ποινικού νόμου, […] του κατηγορητηρίου, κατήγορος και κριτής». Πρότεινε, μάλιστα, να συσταθεί ένα άλλο δικαστήριο, όπου θα εκπροσωπούνταν και ουδέτερα κράτη με συμμετοχή διαπρεπών νομικών.  Ακόμα και τη σύσταση μιας επιτροπής επιστημόνων, εξειδικευμένων στο Διεθνές Δίκαιο, έργο της οποίας θα ήταν να κρίνει την εγκυρότητα του δικαστηρίου και τη νομιμότητα των κατηγοριών, που είχαν απαγγελθεί στους προσαχθέντες. Επόμενο ήταν οι προτάσεις του να μην γίνουν αποδεκτές από το Συμμαχικό Δικαστήριο.

Η δίκη συνεχίστηκε με έντονες αντεγκλήσεις τόσο σε πολιτικό όσο και σε νομικό επίπεδο και στο τέλος ύστερα από τις αγορεύσεις του Εισαγγελέα, των συνηγόρων υπεράσπισης και τις απολογίες ορισμένων κατηγορουμένων, εκδόθηκε η απόφαση, βάσει της οποίας δώδεκα εκ των κατηγορουμένων καταδικάζονταν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι Hermann Goering, Joachim von Ribbentrop, Wilhelm Keitel , Alfred Rosenberg, Hans Frank. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι  καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη ή σε πολυετείς ποινές φυλάκισης και μόνο τρεις αθωώθηκαν: ο von Papen, ο Sacht και ο Fritzsche. O Hermann Gœring αυτοκτόνησε πριν από την εκτέλεση. Ο Martin Bormann, αν και απών, καταδικάστηκε εις θάνατον δι’ απαγχονισμού, τα δε οστά του εντοπίστηκαν ύστερα από δεκαετίες, κοντά στο κρησφύγετο, όπου  ο Adolf Hitler είχε δώσει τέλος στη ζωή του.

Οι ετυμηγορίες απαγγέλθηκαν στους κατηγορουμένους την 30ή Σεπτεμβρίου και την 1η Οκτωβρίου 1946. Η 1η Οκτωβρίου 1946 ήταν και η τελευταία συνεδρίαση του Δικαστηρίου, η ημέρα, κατά την οποία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της πρώτης και σημαντικότερης ποινικής δίκης στην ιστορία.

 

History Channel -The Trial οf Nuremberg documentary (ελληνικοί υπότιτλοι)

 

Προς τη Δίκη του Τόκιο και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου

Η Δίκη του Τόκιο δεν υπολειπόταν σε τίποτα εκείνης της Νυρεμβέργης. Ήταν ισόβαθμη με εκείνη και διεξήχθη με σκοπό να δικάσει τους εγκληματίες πολέμου που έδρασαν από το 1937, όταν ξεκίνησε ο σινο-ιαπωνικός πόλεμος έως τον Σεπτέμβριο του 1945, όταν η Ιαπωνία υπέγραψε τη Συνθηκολόγηση. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί η άποψη πως η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ήταν να εκδικάσει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1928 και 2ας Σεπτεμβρίου 1945. Ανάλογη είναι και η θέση του Michelin, ο οποίος υποστηρίζει πως η «εργασία του Δικαστηρίου» αφορά μια χρονική περίοδο, η οποία εκτείνεται από το 1928, χρονιά κατά την οποία δολοφονήθηκε ο  Chang Tso-lin στη Μαντζουρία από τα στρατεύματα της Ιαπωνίας. Το συγκεκριμένο γεγονός το ερμηνεύει ως ένα «πρελούδιο» της βίαιης κατάληψης της Μαντζουρίας από την Ιαπωνία, όταν η δεύτερη κατέλαβε ολόκληρη την περιοχή και εγκαθίδρυσε, την 1η Μαρτίου του 1932, το Μαντσουκούο, ένα κράτος-δορυφόρο της Ιαπωνίας, στην ουσία προτεκτοράτο,  όπου την εξουσία ανέλαβε ο Κινέζος αυτοκράτορας Puyi, που είχε χάσει το θρόνο του το 1912. Το κράτος μαριονέτα δεν αναγνωρίστηκε από την ΚτΕ, με αποτέλεσμα η Ιαπωνία να αποχωρήσει από τον Οργανισμό της Γενεύης το 1933. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1937, οι ιαπωνικές στρατιωτικές επιχειρήσεις επεκτείνονται κοντά στο Πεκίνο και βάλλουν εναντίον των κινεζικών δυνάμεων, όταν δε ο  Chiang Kai-shek  αρνείται να ενδώσει, προχωρούν ακόμα περισσότερο και φτάνουν στο Νανκίνγκ στις 13 Δεκεμβρίου. Ο σινο-ιαπωνικός πόλεμος διήρκεσε οκτώ χρόνια και συνηγορεί υπέρ της εκπεφρασμένης άποψης πως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε από την Άπω Ανατολή το καλοκαίρι του 1937.

Ωστόσο, τα πρώτα ψήγματα για την ίδρυση του Δικαστηρίου, απαντώνται στη διάρκεια της πρώτης Συνδιάσκεψης του Καΐρου (23-26 Νοεμβρίου 1943), όπου ο  Churchill, ο Roosevelt και ο Chiang Kai-shek αποφάσισαν, μεταξύ άλλων, και εξέδωσαν την 1η  Δεκεμβρίου 1943, όταν πια είχαν αρχίσει οι διαβουλεύσεις της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, μια δήλωση, στην οποία ανέφεραν πως αυτή θα εκλαμβανόταν ως βάση για τις περαιτέρω ενέργειές τους στη Μέση Ανατολή και συμφωνούσαν πως σκοπός του πολέμου, που διεξήγαν εκεί ήταν να «τιμωρήσουν την επίθεση της Ιαπωνίας», για την επιχείρηση κατά του Περλ Χάρμπορ.  Η συγκεκριμένη δήλωση ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του Πότσνταμ, όπου με τη δήλωση της 26ης Ιουλίου 1945 κατέστη σαφές πως έπρεπε όλοι οι εγκληματίες πολέμου αλλά και όσοι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί είχαν προβεί σε φρικαλεότητες εναντίον αιχμαλώτων πολέμου, να τιμωρηθούν και να βρεθούν αντιμέτωποι με μια αυστηρή και δίκαιη δικαιοσύνη (Stricte justice).   Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, η αρμόδια για τα εγκλήματα πολέμου, που σχηματίστηκε βάσει   της Συμφωνίας του Λονδίνου του Αυγούστου 1945, συνέστησε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, την ίδια μέρα που παραδόθηκε άνευ όρων η Ιαπωνία, τη σύσταση ενός διεθνούς στρατιωτικού δικαστηρίου, αντικείμενο του οποίου θα ήταν να δικάσει τα εγκλήματα και τις αγριότητες των Ιαπώνων. Οι ΗΠΑ υιοθέτησαν αυτή τη θέση και την συγκεκριμενοποίησαν, μιλώντας  για  «σύλληψη και τιμωρία των εγκληματιών πολέμου στην Άπω Ανατολή»⸱ την κοινοποίησαν δε στην Ανώτατη Διοίκηση των Συμμάχων Δυνάμεων καθώς και σε οκτώ κράτη, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από τις Σύμμαχες Δυνάμεις, η Αυστραλία, η Κίνα, ο Καναδάς, οι Κάτω χώρες και η Νέα Ζηλανδία, οι οποίες έπρεπε να φροντίσουν για την οργάνωση του στρατιωτικού δικαστηρίου. Έτσι,  το δικαστήριο του Τόκιο συγκροτήθηκε βάσει της μονομερούς απόφασης του στρατηγού Douglas McArthur, Ανώτατου Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ιαπωνία, ύστερα από γενική στρατιωτική εντολή των Συμμάχων. Είναι προφανές, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω,  πως οι Αμερικανοί ήσαν οι πραγματικοί «αρχιμάστορες», οι αρχιτέκτονες του θεσμού των δύο διεθνών, στρατιωτικών δικαστηρίων και οι δίκες, συνιστούσαν «ένα αναπόσπαστο μέρος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής».

Η σύνθεση του Δικαστηρίου. Πίσω σειρά από αριστερά προς δεξιά: Radhabinod Pal (Ινδία), Bert Röling (Ολλανδία), Edward Stuart McDougall (Καναδάς), Henri Bernard (Γαλλία), Erima Harvey Northcroft (Νέα Ζηλανδία), Delfin Jaranilla (Φιλιππίνες). Πρώτη σειρά: Lord Patrick (Ηνωμένο Βασίλειο), Myron C. Cramer (ΗΠΑ), Sir William Webb (Αυστραλία), Mei Ju-ao (Κίνα), I. M. Zaryanov (ΕΣΣΔ).

Ως έδρα του δικαστηρίου ορίστηκε το Τόκιο στη διάρκεια των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Μόσχας και στις 19 Ιανουαρίου 1946 γεννήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο του Τόκιο για την Άπω Ανατολή. Ο Καταστατικός του Χάρτης  χωριζόταν σε πέντε μέρη και περιλάμβανε 17 άρθρα, ήταν δε «έντονα εμπνευσμένος από εκείνον της Νυρεμβέργης», όπως μας έχει διαβεβαιώσει η Isabelle Flandois, μια και είχε εκείνον ως μοντέλο.  Στο Καταστατικό του Δικαστηρίου του Τόκιο υπήρχαν δύο διαφορές συγκριτικά με το κείμενο του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης. Η μια ήταν εκείνη σύμφωνα με την οποία «ο προσδιορισμός του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας τροποποιήθηκε για να μπορεί να εφαρμοστεί σε όσους κρίθηκαν ένοχοι για εγκλήματα όχι μόνο εναντίον των αστικών πληθυσμών αλλά και εναντίον των αυτόνομων μαχητών. Κατά δεύτερο λόγο, η παρουσία ενός δικηγόρου, που θα παρίστατο στους ύποπτους καθ’ όλη τη διάρκεια των ανακρίσεων, δεν ήταν υποχρεωτική».

Κατά τα άλλα, ανάμεσα στα δύο Καταστατικά δεν υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές⸱ ήταν ελάχιστες. Σ’ εκείνο του Τόκιο, προβλέπονταν οι ίδιες, τρεις κατηγορίες εγκλημάτων, που αναφέρονταν και στο Καταστατικό της Νυρεμβέργης και αφορούσαν σε εγκλήματα κατά της Ειρήνης, εγκλήματα Πολέμου και εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας. Αλλά στα εγκλήματα κατά της ειρήνης, δηλαδή σε όσα είχαν ενταχθεί στην πρώτη κατηγορία, είχε δοθεί ένας ορισμός, ο οποίος διέφερε ελάχιστα από εκείνον του Καταστατικού της Νυρεμβέργης. Συγκεκριμένα, οριζόταν πως: «η οργάνωση, η προετοιμασία, το ξέσπασμα ή η επιδίωξη ενός επιθετικού πολέμου, ο οποίος είχε κηρυχθεί ή όχι». Οι τελευταίες λέξεις δεν περιλαμβάνονταν στο κείμενο του Καταστατικού της Νυρεμβέργης. Τούτο οφειλόταν στο γεγονός πως οι εχθροπραξίες στην Άπω Ανατολή εκδηλώθηκαν και διήρκεσαν επί μακρόν και αυτό δίχως κανένα από τα εμπλεκόμενα σ’ αυτές μέρη να προβεί σε κήρυξη πολέμου εναντίον του αντιπάλου.

Το Ichigaya Memorial Hall, χώρος διεξαγωγής της Δίκης.

Η  δίκη του Τόκιο διεξήχθη βασιζόμενη στον Καταστατικό Χάρτη του εν λόγω Δικαστηρίου, οι δε εργασίες της διήρκεσαν από τις 3 Μαΐου 1946 ως τις 12 Νοεμβρίου του 1948.  Το Σώμα των Δικαστών αποτελείτο από 11 Δικαστές, έκαστος των οποίων αντιπροσώπευε μία Συμμαχική Δύναμη, που είχε εμπλακεί στον πόλεμο του Ειρηνικού.  Η δίκη κράτησε δυόμισι χρόνια⸱ της Νυρεμβέργης, έναν. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση, της 3ης Μαΐου 1946, ο Αυστραλός πρόεδρος, Sir William Webb, δήλωσε πως δεν «υπήρξε πιο ενδιαφέρουσα ποινική δίκη από αυτή σ’ όλη την ιστορία».

Οι εργασίες της δίκης του Τόκιο παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλα τα κράτη, τα παράλια στον Ειρηνικό Ωκεανό, καθώς και για εκείνα της ανατολικής Ασίας, όπως και αρκετά ευρωπαϊκά.  Τούτο οφείλεται στο ότι η δράση των ιαπωνικών ενόπλων δυνάμεων εκτυλίχθηκε σε μια ευρεία εδαφική ζώνη, αν λάβει κανείς υπόψη πως ο σινο-ιαπωνικός πόλεμος χρονολογείται από το 1937, όπως προαναφέρθηκε. Ειδικότερα, το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο του Τόκιο δεν δίκασε τους Ιάπωνες εγκληματίες πολέμου για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας. Η ερμηνεία, που είχε δοθεί, τα πρώτα χρόνια μετά το πέρας της όλης διαδικασίας ήταν πως: «[…] τα κυριότερα εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, που αναζητούσαν να τιμωρήσουν στη δίκη της Νυρεμβέργης ήταν η  δίωξη των Εβραίων από τους Ναζί, επομένως  το κατηγορητήριο του Τόκιο δεν περιλάμβανε ανάλογη κατηγορία για τους Ιάπωνες, στρατιωτικούς ηγέτες, παρόλο που το Καταστατικό του εξουσιοδοτούσε το Δικαστήριο να τους τιμωρήσει  για ‘διώξεις πολιτικές ή φυλετικές’».

Ο στρατηγός Hideki Tojo, πρώην πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, στο εδώλιο.

Πολλοί ήταν οι στρατιωτικοί ηγέτες, οι οποίοι δεν δικάστηκαν και πολλά ήταν τα εγκλήματα, τα οποία δεν εξετάστηκαν, όπως έχει καταθέσει ο Kentaro Awaya. Ο Αυτοκράτορας Hiro Hito, δεν παραπέμφθηκε σε δίκη, παρότι το είχε προτείνει ο εισαγγελέας, Alan Mansfield. Ο MacArthur θεώρησε πως η διατήρησή του στον θρόνο θα είχε πολλά να προσφέρει στους Αμερικανούς, διότι θα διασφάλιζε «την ασφάλεια των στρατευμάτων κατοχής».

Στη δίκη προσήχθησαν 28 άτομα  και τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες για  εγκλήματα Ειρήνης και εγκλήματα Πολέμου. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, 23 από τους 25 κατηγορουμένους θεωρήθηκαν ένοχοι για εγκληματική συνωμοσία, 7 από τους 28 υπόδικους καταδικάστηκαν τον Νοέμβριο του 1948 σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Από αυτούς έξι ήταν άνθρωποι των ενόπλων δυνάμεων, υψηλόβαθμοι  ηγέτες, και ένας ανήκε στο πολιτικό προσωπικό της ιαπωνικής αυτοκρατορίας. Από τους υπόλοιπους, όλοι καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές φυλάκισης, έως και ισόβια. Κανείς δεν αθωώθηκε, όπως συνέβη στη Νυρεμβέργη, αν και, σύμφωνα με δημοσίευμα του Institut Panafricain dAction et de ProspectiveIPAP, ένας από τους κατηγορούμενους αφέθηκε ελεύθερος.

 The Tokyo Trials

 

 

 Τα Δικαστήρια και το Σύμφωνο Μπριάν-Κέλλογκ

Θεωρείται, ωστόσο, σκόπιμο να αναφερθεί πως τα Στρατιωτικά Δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο εξέλαβαν ως βάση και το Αντιπολεμικό Σύμφωνο του 1928, για να προβούν στην καταδίκη των πολιτικά υπεύθυνων, Γερμανών και Ιαπώνων, για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[1]. Σύμφωνα δε με το Καταστατικό του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, εγκλήματα κατά της Ειρήνης συνιστούσαν οι επιθετικοί πόλεμοι, οι πόλεμοι παραβίασης των συνθηκών, των συμφωνιών και των διεθνών υποχρεώσεων. Δεχόμενο ότι ένας επιθετικός πόλεμος προετοιμάστηκε και εξαπολύθηκε εναντίον δώδεκα χωρών δεν θεώρησε απαραίτητο να εξετάσει αν αυτοί οι πόλεμοι συνιστούσαν παραβίαση συνθηκών, συμφωνιών, διεθνών υποχρεώσεων. Αναφερόμενο στις απαριθμούμενες συνθήκες στο Παράρτημα C, θεώρησε πως οι σημαντικότερες ήταν οι Συμβάσεις της Χάγης, η Συνθήκη των Βερσαλλιών, οι συνθήκες εγγυήσεως, διαιτησίας και μη επίθεσης και το Σύμφωνο Μπριάν-Κέλογκ. Το Καταστατικό του πιο πάνω Δικαστηρίου θεωρεί πως η Γερμανία προέβη σε παραβίαση συγκεκριμένων όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών και όλοι οι επιθετικοί πόλεμοι συνιστούσαν παραβίαση του Συμφώνου Μπριάν-Κέλογκ. Εξ αντιδιαστολής, επομένως, θεωρούσε πως οι διατάξεις του Συμφώνου αυτού περιλάμβαναν την έννοια του επιτιθέμενου. Στο ερώτημα, δε, που ετέθη ως προς το εάν ο επιθετικός πόλεμος συνιστούσε έγκλημα κατά της ειρήνης, πριν από την υιοθέτηση του Καταστατικού του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, υπό την έννοια του Συμφώνου Μπριάν-Κέλογκ, κατέληγε στα εξής: « [..] η επίσημη αποκήρυξη του πολέμου ως οργάνου εθνικής πολιτικής  επιβάλλει ότι ο εν λόγω πόλεμος, όπως προβλέπεται, είναι, από άποψη Διεθνούς Δικαίου, παράνομος. Αυτοί, που τον ετοιμάζουν ή τον διευθύνουν, καθορίζοντας  τις αναπότρεπτες και τρομακτικές του συνέπειες, διαπράττουν ένα έγκλημα. Επομένως, ο πόλεμος ‘για τη ρύθμιση των διεθνών διαφορών’, ο πόλεμος ο χρησιμοποιούμενος από ένα Κράτος ως ‘όργανο εθνικής πολιτικής’, περιλαμβάνει, ασφαλώς, τον επιθετικό πόλεμο· αυτός, λοιπόν, προγράφεται [περιγράφεται] από το Σύμφωνο».  Επομένως, το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης αποδεχόταν άμεσα σ’ αυτό το σημείο, πως οι διατάξεις του Συμφώνου Μπριάν-Κέλογκ  αναφέρονταν στον επιθετικό πόλεμο, θέση την οποία ενέκρινε και υιοθέτησε και το δικαστήριο του Τόκιο.  Επίσης, έγινε αποδεκτή «η ποινική ευθύνη των προσώπων που προετοιμάζουν και διεξάγουν έναν παρόμοιο πόλεμο», σύμφωνα με την οποία οι διαταγές των ανωτέρων ή οι κυβερνητικές πράξεις δεν ήταν ικανές να απαλλάξουν «τους κατηγορούμενους από τις ευθύνες τους», ζήτημα, το οποίο οριζόταν ρητώς από το άρθρο 8 της Συμφωνίας του Λονδίνου. Στο άρθρο, όμως, αναφερόταν πως η περίπτωση κατά την οποία το άτομο δρούσε κατ’ εντολή των ανωτέρων του θα μπορούσε «να υπολογιστεί ως ένα στοιχείο μείωσης της ποινής, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει πως η δικαιοσύνη το απαιτεί».

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί πως μια από τις πάγιες υπερασπιστικές γραμμές  των κατηγορουμένων ήταν η άρνηση ευθυνών τους ως προ την τελική λήψη αποφάσεων. Απόδειξη αυτού συνιστά ένα απόσπασμα από την απολογία του Keitel, ο οποίος ανέφερε πως είχε «το δικαίωμα αλλά και το καθήκον» να εκθέσει τις απόψεις του, όμως «το δικαίωμα αυτό ήταν εντελώς θεωρητικό. Όλοι όσοι ευρίσκοντο πλησίον του Hitler μπορούν να βεβαιώσουν ότι ο Φύρερ επέτρεπε στους συνομιλητές του να πουν μόνο μία ή δύο φράσεις διότι μιλούσε συνεχώς ο ίδιος επί του θέματος κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτό να θεωρείται εξαντλημένο». Συνέχιζε δε ο Keitel πως όλες τις διαταγές και όλα τα διατάγματα τα συνέτασσε ο Hitler και απλώς ο ίδιος τα υπέγραφε, επικυρώνοντάς τα.

Aristide Briand (αριστερά), Myron Merrick (στο μέσο) και Frank Billings Kellogg (δεξιά) σε φωτογραφία
του 1928.

Ας διευκρινισθεί, όμως, πως έχουν διατυπωθεί και αντίθετες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες τα Στρατιωτικά Δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο δεν βασίστηκαν και στο Αντιπολεμικό Σύμφωνο του 1928,  για να απαγγείλουν κατηγορίες σε όσους, Γερμανούς και Ιάπωνες,  θεωρήθηκαν πολιτικά υπεύθυνοι, για την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τούτο προκύπτει από το γεγονός πως υπήρξαν διάφορες ερμηνείες ως προς την ακριβή έννοια των όρων του Αντιπολεμικού Συμφώνου.  Όντως, τις ασάφειες και τα κενά, που εμπεριέχονταν στις διατάξεις του Αντιπολεμικού Συμφώνου, καθώς και την αντίθεσή του προς την απόφαση του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, ως προς το ότι αυτό προέβλεπε τον επιθετικό πόλεμο, εκφράζει ο Gerhard von Glahn, ο οποίος επιμένει, μεταξύ άλλων, πως μνημόνευε μόνο τον «πόλεμο» και, επίσης, «οι πόλεμοι εναντίον των μη υπογραψάντων το Σύμφωνο [κρατών], όπως και εναντίον των παραβατών της συνθήκης, επιτρέπονταν».

Όμως, ο Γάλλος κατήγορος, François de Menthon, διαρκούσης της δίκης της Νυρεμβέργης, είχε υπογραμμίσει στην ομιλία του πως εκείνοι που τους απασχολούσαν, δηλαδή οι Γερμανοί, είχαν αποδεχθεί το 1929  «την απόφαση του Συνεδρίου του Βουκουρεστίου για τον αιφνιδιαστικό πόλεμο. Το Συνέδριο του Βουκουρεστίου, στο οποίο πήρε μέρος και η Γερμανία, αναγνώρισε τις διεθνείς διατάξεις του δικαίου και αποφάσισε να θεωρείται έγκλημα και να τιμωρείται ο αιφνιδιαστικός πόλεμος».

 

Καταληκτικές σκέψεις

Δεν χωρεί αμφιβολία πως οι δίκες της Νυρεμβέργης, αλλά και του Τόκιο, δεν ήταν παρά η επιβολή στην πράξη της θέλησης των νικητριών Δυνάμεων επί των ηττηθέντων κρατών⸱ αποτέλεσαν, δε, τον θεμέλιο λίθο για την ανάδειξη της Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης και κατ’ επέκταση για τη διεύρυνση του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, υλοποιώντας έτσι την επιταγή, την προβλεπόμενη από το άρθρο 13(ια) του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, βάσει του οποίου ανετέθη στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού το καθήκον «να ενθαρρύνει την προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου και την κωδικοποίησή του».  

Αξίζει να προστεθεί πως ο Raphael Lemkin, Πολωνοεβραίος δικηγόρος, είχε δυσαρεστηθεί από το γεγονός πως το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης δεν είχε δεχθεί να συμπεριλάβει στο κατηγορητήριο και να δικάσει εγκλήματα, που είχαν διαπράξει οι ναζί πριν από το 1939. Ήταν ο εμπνευστής του όρου γενοκτονία, ο οποίος  πρωτοεμφανίστηκε σε μια μελέτη του, το 1944, σχετική με την Διακυβέρνηση της Κατεχόμενης Ευρώπης από τις Δυνάμεις του Άξονα. Στα επόμενα χρόνια ανέλαβε ενεργό δράση και σε ενέργειες δικές του και των συνοδοιπόρων του οφείλεται, εν πολλοίς, η ψήφιση από τον ΟΗΕ της Σύμβασης για την Γενοκτονία το 1948.

Προκειμένου να εκτιμηθεί η επίδραση της Δίκης της Νυρεμβέργης στην ανάπτυξη του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, ας αναφερθεί πως το 2014 ιδρύθηκε η Διεθνής Ακαδημία των αρχών της Νυρεμβέργης, έδρα της οποίας είναι η πόλη της Νυρεμβέργης, που θεωρείται το λίκνο του σύγχρονου Διεθνούς Ποινικού Δικαίου και σκοπό έχει την προώθηση του συγκεκριμένου Δικαίου καθώς και του Ανθρωπιστικού Δικαίου.

Οι «Αρχές της Νυρεμβέργης», που περιλαμβάνουν 7 άρθρα, μετεξελίχθηκαν σε αρχές του Διεθνούς Δικαίου από τη στιγμή, που το ίδιο το Καταστατικό του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης τις αναγνώρισε ως τέτοιες καθώς και από τις Δίκες που διεξήχθησαν από το εν λόγω Δικαστήριο. Διαμορφώθηκαν επίσης το 1950, από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου της Γενικής Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών.

Εν κατακλείδι, ας αναφερθεί πως, όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης και απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες στους προσαχθέντες, ο Δικαστής Robert Jackson, στις 7 Οκτωβρίου 1946, απέστειλε αναφορά στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, όπου ανέλυε συνοπτικά τα όσα είχαν διαδραματιστεί και αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της Δίκης. Θεωρούσε πως το Δικαστήριο είχε επιτελέσει μια «εποικοδομητική εργασία για την ειρήνη του κόσμου και για την καλύτερη προστασία των καταδιωκόμενων λαών».

Όμως, παρά τις εξαγγελίες αυτές, η ειρήνη δεν επήλθε στον κόσμο. Θλιβερή αλλά πραγματική διαπίστωση. Ο κόσμος ήταν και είναι ανάστατος. Δεν ξέσπασε ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, όλα τα χρόνια μετά το 1945⸱ όμως, οι τοπικοί πόλεμοι είναι σύνηθες φαινόμενο με τρομερές και απάνθρωπες  επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων και στην ειρήνη του πλανήτη.

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας
του Παντείου Πανεπιστημίου

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1]Για πληρέστερη θεμελίωση βλ. Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Πόλεμος ή Ειρήνη;». Το Σύμφωνο Μπριάν-Κέλογκ, Πρόλογος: Ηλίας Κρίσπης, Αθήνα, Ηρόδοτος, 2012, σελ. 123-133, ορισμένα αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύονται εδώ.

 ΠΗΓΕΣΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Accord concernant la poursuite et le châtiment des grands criminels de guerre des Puissances européenne de l’Axe et statut du Tribunal international militaire. Londres, 8 août 1945, στο Traités, États parties et Commentaires, https://ihl-databases.icrc.org, τελευταία πρόσβαση, 1 Απριλίου 2021.

Analyse historique des faits relatifs à l’agression, Publications des Nations Unies, 2004.Official Documents and Proceedings, Nuremberg, 1947.

Conférence interalliée du 13 janvier 1942, Déclaration du générale de Gaulle, https://mjp.univ-perp.fr , τελευταία πρόσβαση, 23 Απριλίου 2021.

Grande Guerre, Traité de Versailles, 28 juin 1919, https://mjp.univ-perp.fr, τελευταία πρόσβαση 5 Ιουνίου 2021.

International Military Tribunal for the Far East Charter (IMTFE Charter), http://jus.uio-no/english/services.library/traities/04/4-06/military-tribunal-far-east.xml ,τελευταία πρόσβαση, 24 Απριλίου 2021.

International Military Tribunal for the Far East, http://www.un.org>documents>atrocity-crimes, τελευταία πρόσβαση, 25 Απριλίου 2021.

Le Statut et le Jugement du Tribunal de Nuremberg. Historique et analyse, New York, Nations Unies, 1949, http://www.un.org>A_CN.4_5-FR.pdf , τελευταία πρόσβαση, 24 Απριλίου 2021.

Procès des grands criminels de Guerre devant le Tribunal militaire international. Nuremberg 14 novembre 1945-1er octobre 1946, Volume 1, Édité à Nuremberg, Allemagne 1949.

Report to the President by Mr. Justice Jackson, October 7, 1946, στο  Robert H. Jackson, United States Representative to the International Conference of Military Trials, London, 1945, Department of State Publication 3080 (1949), p. 440, http://www.loc.gov>jackson-rpt-millitary-trials , τελευταία πρόσβαση, 23 Απριλίου 2021.

Académie Internationale des Principes de Nuremberg, Rapport Annuel, 2018, www.nurembergacademy.org, πρόσβαση 26 Ιανουαρίου 2021.

Ce Soir, samedi 20 octobre 1945.

Ελευθερία, 9 Αυγούστου 1945.

Η Καθημερινή, 31 Ιουλίου 2011, Ζάικος Νίκος, «Η δίκη της Νυρεμβέργης».

Wolter Marco, «Le procès de Nuremberg, naissance de la justice international », https://www.dw.com> le procès-de-Nuremberg-naissance…τελευταία πρόσβαση, 30 Απριλίου 2021.

Kershaw Ian, Στην Κόλαση των δύο Πολέμων. Ευρώπη, 1914-1949, μετάφραση Ελένη Αρσενίου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2016.

Παπαφλωράτος Ιωάννης, Νυρεμβέργη 1945. Η Δίκη που σφράγισε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου,  Αθήνα, Eurobooks, 2010.

Τούντα-Φεργάδη Αρετή, «Εικόνες» από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια ιστορική προσέγγιση, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2007.

Τούντα-Φεργάδη Αρετή, «Πόλεμος ή Ειρήνη;». Το Σύμφωνο Μπριάν-Κέλογκ, Πρόλογος, Ηλίας Κρίσπης, Αθήνα, Ηρόδοτος, 2012.

Carr Edward, Η Εικοσαετής Κρίση 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων, μετάφραση: Ηρακλεια Στροίκου, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα, 2004.

Costes Elodie, Harnequaux Alexis, Tripoteau Camile, «Le Tribunal Militaire de Tokyo », Séminaire Justice Internationale, IEP (Institut d’Etudes Politiques), M. Raimbault, 4ème année, http://docplayer.fr, τελευταία πρόσβαση, 25 Απριλίου 2021.

Crouzet Maurice, L’époque contemporaine, Quadrige/PUF, 1994.

Le Tribunal Militaire International pour l’Extrême Orient, Institut Panafricain d’Action et de Prospective –IPAP, http://ipaporg.net, τελευταία πρόσβαση, 30 Απριλίου 2021.

Macmillan Margaret, Οι Ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005.

Mazower Mark, Σκοτεινή Ήπειρος. Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός Αιώνας, μετάφραση, Κώστας Κουρεμένος, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2001.

Michelin Franck, «Le procès des criminels de guerre japonais », no 271, L’Histoire, 2002, p. 54-62.

Schӧpfel Ann-Sophie, « La voix des juges français dans les procès de Nuremberg et de Tokyo. Défense d’une idée de justice universelle », Guerres mondiales et conflits contemporains, 2013/1 (no 249), pp. 101-114. Mise en ligne sur Crain.info le 27/05/2013, πρόσβαση, 26 Δεκεμβρίου 2020.

Telford Taylor, Le procès de Nuremberg : synthèse et vue d’avenir, στο: Politique étrangère, no 3-1949-14e année. pp. 207-218 ; https://doi.org/10.3406/polit.1949.2805, πρόσβαση, 14 Δεκεμβρίου 2020.

Wierviorka Annette, Le procès de Nuremberg et de Tokyo, Bruxelles, Editions Complexe, 1996.

Wierviorka Annette, «Justice, histoire et mémoire. De Nuremberg à Jérusalem », στο: Droit et Société, no 38, 1998. Vérité historique, vérité judiciaire. pp. 59-67. https://doi.org/10.3406/dreso.1998.1426,  πρόσβαση, 20 Δεκεμβρίου 2020.

 

 

¡Υ Viva España! Συμφωνική μουσική με Ισπανικό άρωμα

H Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

 

¡Υ Viva España!

Συμφωνική μουσική με Ισπανικό άρωμα

 

                                                             Αφιερώνεται στον Ιωάννη Κ. Χασιώτη

                                                                                       εκλεκτό συνάδελφο και φίλο

με αφορμή την αγάπη του για την Ισπανία και τη Μουσική

 

Μέσα στο καταχείμωνο, η φετινή Πρωτοχρονιάτικη συναυλία μας μεταφέρει στον εκτυφλωτικό ήλιο της Ισπανίας, στους αραβικούς κήπους της Γρανάδας, στις ακτές της Βαλένθια ή στις οροσειρές των Αστουριών, αναμιγνύοντας λαϊκές μελωδίες και ρυθμούς της Καστίλης, της Ανδαλουσίας και άλλων περιοχών μέσα σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, μεσογειακού εξωτισμού, πάθους, νοσταλγίας και  συγκρατημένης μελαγχολίας. Ως έναυσμα λειτούργησε η σκέψη κατά πόσο όλο το παραπάνω μαγευτικό αλλά και τόσο ιδιαίτερο συναρμολόγημα κατάφερε τελικά να κεντρίσει τη φαντασία επώνυμων μουσικοσυνθετών, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα μια θαυμάσια δυνατότητα να ξεδιπλώσουν απλόχερα το πολυσχιδές και δημιουργικό τους ταλέντο. Η έκταση και η ποικιλία του προγράμματος που συγκροτήσαμε μιλούν από μόνες τους. Το ίδιο και η προέλευση των συνθετών. Σε σύνολο δέκα, έξι είναι Γάλλοι, δυο Ισπανοί, ένας Αυστριακός και ένας Ρώσος. Περιοριστήκαμε μόνο στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Ένα άνοιγμα και σε άλλα είδη μουσικής θα καθιστούσε το όλο αφιέρωμα πληθωρικό με την αρνητική έννοια του όρου. Από τους δώδεκα αρχιμουσικούς που διευθύνουν τα έργα, τέσσερις είναι Ισπανοί, δυο Γάλλοι, ένας Αυστριακός, ένας Γερμανός, ένας Φινλανδός, ένας Ρώσος, ένας Κορεάτης και ένας Κολομβιανός. Τέλος, από τους σολίστ που συμπράττουν, τρεις είναι Ισπανοί και ένας Έλληνας. Το χορευτικό συγκρότημα που εμφανίζεται στο τελευταίο έργο προέρχεται από την Ισπανία. Πολλά από τα έργα, τα οποία  ακολουθούν είναι δημοφιλή. Άλλα πάλι λιγότερο. Άπαντα επελέγησαν με γνώμονα την αισιοδοξία που αποπνέουν και που αρμόζει σε μια γιορτινή συγκυρία. Καλή ακρόαση λοιπόν!

 

Johann Strauss υιός (1825 – 1899)

Η συναυλία εγκαινιάζεται με το Ισπανικό Εμβατήριο (Spanischer Marsch) του Johann Strauss υιού, παιγμένο μέσα στην πασίγνωστη Musikvereinsaal όπου κάθε πρώτη του έτους η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης δίνει την καθιερωμένη εορταστική συναυλία. O Strauss ήδη από την εποχή του είχε καταξιωθεί ως ο αντιπροσωπευτικότερος συνθέτης βιεννέζικης ελαφράς μουσικής. Συνέθεσε πάνω από 500 βαλς, πόλκες, καντρίλιες, εμβατήρια και οπερέτες. Το συνθετικό του έργο έχει ταυτιστεί με την καθημερινότητα της αυτοκρατορικής Βιέννης των Αψβούργων. Έργα του όπως η οπερέτα Η Νυχτερίδα (Die Fledermaus), το εμβατήριο Radetzky March, οι πόλκες TritschTratsch Polka και Pizicato Polka και πάνω απ’ όλα το Αυτοκρατορικό Βαλς (Kaiser-Walzer) και ο Γαλάζιος Δούναβης (An der schönen blauen Donau – ο ανεπίσημος Εθνικός Ύμνος της Αυστρίας) τον έχουν καταστήσει έναν από τους πλέον αγαπητούς και δημοφιλείς μουσικοσυνθέτες. Το Ισπανικό Εμβατήριο υπολογίζεται ότι έχει δει το φως της ημέρας το 1888. Η πρώτη γνωστή εκτέλεση (όχι όμως και η αγνώστων στοιχείων πρεμιέρα του έργου) πραγματοποιήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1888 στην Musikvereinsaal, υπό τη διεύθυνση του Eduard Strauss, αδελφού του συνθέτη. Το ίδιο το έργο είναι αφιερωμένο στην Αρχιδούκισσα Μαρία-Χριστίνα των Αψβούργων, σύζυγο του Βασιλέα Αλφόνσου ΙΒ΄ της Ισπανίας και τοποτηρήτρια του ισπανικού θρόνου μεταξύ των ετών 1885 και 1902, ημερομηνία ενηλικίωσης του γιού της Αλφόνσου ΙΓ΄. Ανταποδίδοντας την χειρονομία, η τελευταία απένειμε στον Strauss τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Ιζαμπέλας, μια από τις υψηλότερες ισπανικές τιμητικές διακρίσεις. Ως εκτελεστές, σήμερα, του έργου επιλέξαμε την ανεπανάληπτη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης υπό τη διεύθυνση του Αυστριακού αρχιμουσικού Franz Welser-Möst. Πρόκειται για απόσπασμα της Πρωτοχρονιάτικης συναυλίας του 2011, όταν ο  Welser-Möst κατείχε το αξίωμα του μουσικού διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιέννης, βασικός συντελεστής της οποίας είναι η Φιλαρμονική.

Spanischer Marsch, op. 433

 

Georges Bizet (1838 – 1875)

Εάν ένα έργο του παγκοσμίου μουσικού ρεπερτορίου έχει πλήρως ταυτιστεί με την ισπανική πραγματικότητα, αυτό είναι πέραν πάσης αμφιβολίας η Carmen του Georges Bizet. Η ιστορία της φλογερής τσιγγάνας από την Ανδαλουσία, η οποία ερωτεύεται τον γοητευτικό ταυρομάχο Escamillo προκαλώντας τη ζήλια του δεκανέα των δραγόνων Don José με το αναμενόμενο τραγικό τέλος, έχει τις καταβολές της στην ομώνυμη νουβέλα του συγγραφέα, ιστορικού και αρχαιολόγου Prosper Mérimée (1845). Την προσαρμογή για την όπερα του Bizet διεκπεραίωσαν οι Henri Meilhac και  Ludovic Halévy. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαρτίου 1875 στην Opéra Comique του Παρισιού. Η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε πενιχρή και δεν ήταν λίγες οι φορές που η παράσταση δώθηκε μπροστά σε μια αίθουσα κενή κατά το ήμισυ. Στις 3 Ιουνίου, ημέρα των γενεθλίων του και μετά από το πέρας της 33ης παράστασης, ο Bizet απεβίωσε αιφνίδια από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία μόλις 36 ετών. Δεν επέζησε για να γνωρίσει την μετέπειτα θριαμβευτική πορεία του έργου του. Η απαρχή έγινε στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού χάρη στην παραγωγή της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης περί τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Η επιτυχία απλώθηκε σαν πετρελαιοκηλίδα στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μέχρι το 1888 (συμπλήρωση των πενήντα ετών από την γέννηση του συνθέτη) οι παραστάσεις στην   Opéra Comique μόλις που έφθαναν τις 330. Το 1938, είχαν ξεπεράσει τις 2.271.  Ο συνδυασμός της μελοδραματικής υπόθεσης, του ανδαλουσιανού εξωτισμού, κυρίως δε του αστείρευτου δημιουργικού ταλέντου του Bizet, εκτίναξε την Carmen στη στρατόσφαιρα του λυρικού ρεπερτορίου. Ο Friedrich Nietzsche, αποποιούμενος την βαγκνερική παράδοση, της οποίας ο ίδιος υπήρξε επί μακρόν θιασώτης και ορκισμένος οπαδός, χαρακτήρισε, κάπως υπερβολικά είναι  αλήθεια, την Carmen  ως το απόλυτο μουσικό έργο. Μεταξύ πολλών άλλων, σημεία όπως η παιδική χορωδία (Avec la garde montante), η Habanera (L’amour est un oiseau rebelle) και η Seguidilla (Près des remparts de ville) της πρωταγωνίστριας από την πρώτη πράξη ή το Εμβατήριο των ταυρομάχων από τη δεύτερη, έχουν καταστήσει την Carmen μια από τις πλέον δημοφιλείς όπερες. Για λόγους πρακτικής φύσεως και μόνο, εντάξαμε στο πρόγραμμα της σημερινής συναυλίας το σύντομο, πλην όμως πασίγνωστο, συμφωνικό Πρελούδιο του έργου. Το ερμηνεύει ένας από τους περισσότερο προικισμένους αρχιμουσικούς εν ζωή, ο Νοτιοκορεάτης Myung-Whun Chung. Πρόκειται για το θριαμβευτικό κλείσιμο της αποχαιρετιστήριας συναυλίας που έδωσε στις 12 Ιουνίου 2015, με αφορμή τη λήξη της δεκαπενταετούς θητείας του επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας. Ο Chung, ο οποίος μεταξύ των ετών 1989 και 1994 είχε χρηματίσει μουσικός διευθυντής της Όπερας του Παρισιού, ανέδειξε την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας ως ένα από τα κορυφαία συμφωνικά συγκροτήματα της χώρας. Σήμερα είναι πρώτος επισκέπτης αρχιμουσικός της περίφημης Κρατικής Ορχήστρας της Δρέσδης και  περιζήτητος σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Carmen, prélude

 

Nikolai Rimsky-Korsakov (1844 – 1908)

Το 1888, ο Nikolai Rimsky-Korsakov, από τους προδρόμους, από κοινού με τον Tchaikovsky, της ρωσικής μουσικής του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, επιφανής δάσκαλος με μαθητές που άκουγαν στο όνομα Alexander Glazunov, Sergei Prokofiev, Ottorino Respighi και Igor Stravinsky, απαράμιλλος μάστορας της τέχνης της ενορχήστρωσης, συνέθεσε ένα έργο, στο οποίο προσέδωσε τον τίτλο Καπρίτσιο πάνω σε ισπανικά θέματα (Каприччио на испанские темы). Στη Δύση, το έργο καθιερώθηκε ως Ισπανικό Καπρίτσιο (Capriccio espagnol). Πρόκειται για ένα δεκαπεντάλεπτης διάρκειας συμφωνικό έργο σε πέντε μέρη, ομαδοποιημένα σε δύο (αντίστοιχα 1-3 και 4-5). Το πρώτο από αυτά (Alborada) είναι ένας εορταστικός χορός της επαρχίας των Αστουριών (Asturias) της βορειοδυτικής Ισπανίας με αφορμή την ανατολή του ηλίου. Το δεύτερο (ΠαραλλαγέςVariazioni) ξεκινά με μια μελωδία που ο συνθέτης εμπιστεύεται στα κόρνα. Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν κατόπιν οι διάφορες ομάδες οργάνων της ορχήστρας αναπτύσσοντας διάφορες παραλλαγές. Το τρίτο μέρος τιτλοφορείται επίσης Alborada και είναι ανάλογης έμπνευσης και προέλευσης με το πρώτο. Διαφέρουν μόνο ως προς την ενορχήστρωση και το κλειδί στο οποίο είναι γραμμένα. Το τέταρτο μέρος φέρει τον τίτλο Σκηνή και τσιγγάνικο τραγούδι (Scena e canto gitano). Πρόκειται για το περισσότερο επεξεργασμένο μέρος του όλου έργου, καθώς η ομάδα των εγχόρδων (βιολιά, βιόλες και βιολοντσέλα) καλούνται να μιμηθούν τον ήχο της κιθάρας (η ένδειξη του συνθέτη στο περιθώριο της παρτιτούρας είναι quasi guitara). Πρόκειται για μια τεχνική, την οποία επρόκειτο να τελειοποιήσουν, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, τόσο ο Claude Debussy όσο και ο Maurice Ravel. Το φινάλε (Fandango asturiano) είναι μια ορχηστρική πανδαισία, με την οποία ολοκληρώνεται το έργο με τρόπο εντυπωσιακό. Το Ισπανικό Καπρίτσιο εκτελείται από έναν ανερχόμενο νεαρό αρχιμουσικό, τον Pablo Heras-Casado, γεννηθέντα το 1977. Η ισπανική  καταγωγή του προσφέρει αναμφίβολα τη δυνατότητα να κατανοήσει σε βάθος το πνεύμα του έργου. Διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης σε μια υπαίθρια συναυλία που έλαβε χώρα  στις 24 Αυγούστου 2017 στο πάρκο Weseler Werft, στις όχθες του ποταμού Main.

Capriccio espagnol, op. 34

Η βουνοκορφή Naranjo de Bulnes στην επαρχία των Αστουριών.

Édouard Lalo  (1823 – 1892)  

Η τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα συνέπεσε στη Γαλλία με την αναγέννηση της συμφωνικής μουσικής. Έως τότε, οι προσπάθειες των διαφόρων μουσικοσυνθετών περιστρέφονταν γύρω από την όπερα. Όμως, σε ολόκληρη τη διάρκεια της δεκαετίας 1870-1880, εξαιτίας των συνεπειών και τραυμάτων που είχαν προκληθεί από τη στρατιωτική ήττα της Γαλλίας έναντι της Πρωσίας και την αιματηρή εξέγερση της Κομμούνας του Παρισιού (αμφότερες το 1871), οι μουσικές δραστηριότητες άλλαξαν μορφή και κατεύθυνση. Σε αντίθεση με τις πολυδάπανες και απαιτητικές σκηνικές παραγωγές, το πεδίο προσφερόταν για το περισσότερο σεμνό ρεπερτόριο της συμφωνικής μουσικής και της μουσικής δωματίου. Είχε σημάνει η ώρα για τον Édouard Lalo, ο οποίος επί τρεις δεκαετίες ήδη, χείμαζε άπραγος ως βιολιστής και συνθέτης στον αδρανή χώρο της μουσικής δωματίου. Η αιφνίδια ανάδειξή του οφείλεται στη σύγκλιση τριών παραγόντων: 1) τη στήριξη της νεότευκτης τότε SociéNationale de Musique, ενός οργανισμού, αποστολή του οποίου ήταν η εν γένει προαγωγή της γαλλικής μουσικής, 2) την οικονομική ενίσχυση από ιδιώτες, τέλος και κυρίως 3) τη στήριξη του διεθνούς φήμης μεγάλου Ισπανού βιολιστή Pablo de Sarasate, στον οποίο, άλλωστε, είναι αφιερωμένο το έργο που μας ενδιαφέρει. Παρά τον τίτλο που φέρει, η Ισπανική Συμφωνία (Symphonie espagnole) είναι ουσιαστικά ένα κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, το οποίο χάρη στον λυρισμό του παραπέμπει κατά καιρούς στη Γερμανική Ρομάντσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρεμβάλλονται ισπανικού τύπου ιδιωματισμοί, οι οποίοι και προδίδουν την μακρινή καταγωγή του συνθέτη από την Ιβηρική Χερσόνησο. Το έργο πρωτοπαίχτηκε τον Φεβρουάριο του 1875, με τον ίδιο τον Sarasate ως σολίστ. Αποτελείται από πέντε μέρη. Το πρώτο ξεκινά με ένα μοτίβο σε ρυθμό τσιγγάνικου φλαμένκο που αναπτύσσει το βιολί έπειτα από μια σύντομη ορχηστρική εισαγωγή. Σε ολόκληρη τη διάρκεια, τόσο το βιολί όσο και η ορχήστρα,  εισάγουν εναλλακτικά θέματα σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Το δεύτερο μέρος είναι ακόμα πιο φωτεινό, αναπαράγοντας την ατμόσφαιρα μιας δημόσιας φιέστας. Το τρίτο (Intermezzo), έπειτα από μια δυσοίωνη εισαγωγή της ορχήστρας στρέφεται γύρω από μια μελωδία σε ρυθμό τανγκό. Μια αίσθηση μελαγχολίας, εάν όχι πένθους, αναδύεται κατά πρώτο ήμισυ του τετάρτου μέρους. Τη βαριά αυτή ατμόσφαιρα διαπερνά το βιολί, προλειαίνοντας το έδαφος για το πέμπτο μέρος, το οποίο αποκαθιστά στο προσκήνιο και στις καρδιές των ακροατών το εκτυφλωτικό Ιβηρικό φως. Μοναδική ελληνική πινελιά του αφιερώματος είναι η παρουσία του Λεωνίδα Καβάκου ως σολίστ του πέμπτου μέρους της Ισπανικής Συμφωνίας στην εκτέλεση που ακολουθεί. Συνοδεύεται από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ισπανικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης υπό τη διεύθυνση του Garcia Asensio.

Symphonie espagnole, Op.21 (Μέρος E΄)

Retrato de Isabel Porcel, 1804-1805, αποδίδεται στον Francisco de Goya, National Gallery, London.

Emmanuel Chabrier  (1841 – 1894)

Φρεσκάδα, αυθορμητισμός και ατέρμονη ευφορία είναι τα διακριτικά γνωρίσματα, που διατρέχουν το σύνολο της μουσικής παραγωγής του Emmanuel Chabrier. Στα έργα του δεν υπάρχουν σκιές, μελαγχολία ή πάθη. Μόνο μια αστείρευτη δίψα για ζωή, χαρά, ευθυμία και αγαλλίαση. Όποτε το συναίσθημα αυτό δεν εκφράζεται με εκρηκτικό τρόπο, το παραμικρό υποδηλώνει συγκρατημένη ιλαρότητα. Όταν, όμως, βρίσκει ελεύθερη διέξοδο, τότε το αποτέλεσμα είναι φαντασμαγορικό. Στα παραπάνω χαρίσματα, πρέπει να προσθέσει κανείς τη δημιουργική φαντασία του συνθέτη, την χαρακτηριστική άνεση, με την οποία κινείται και εκφράζεται, τέλος, ένα πηγαίο ταλέντο ενορχήστρωσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλες αυτές τις αρετές, υιοθέτησε αργότερα συνειδητά, τελειοποιώντας τις, ο μέγας ενορχηστρωτής Maurice Ravel (η στενή συγγένεια, από κάθε άποψη, της España του Chabrier με την Rapsodie espagnole του Ravel, είναι περισσότερο από εμφανής). Το 1882, ο Chabrier επισκέφθηκε την Ισπανία. Γοητευμένος από τους ρυθμούς του φλαμένκο, που άκουγε σε διάφορους δημόσιους χώρους καθώς και στα καφενεία, έσπευσε να κρατήσει πρόχειρες σημειώσεις. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, ψυχαγωγούσε τους φίλους του αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο, στηριζόμενος στις αναμνήσεις και στις σημειώσεις του. Δίχως να το διανοηθεί, αυτή η διαδικασία υπήρξε ο προπομπός μιας εκτυφλωτικής ραψωδίας για μεγάλη ορχήστρα με τον χαρακτηριστικό τίτλο España, η οποία είδε το φως της ημέρας το 1883 και έκτοτε, θεωρείται το πλέον διαδεδομένο και δημοφιλές έργο του συνθέτη. Παρά το γεγονός ότι ο ήλιος, οι ξέφρενοι ρυθμοί και τα αρώματα της Ισπανίας δεσπόζουν, εν τούτοις, η España δεν αποτελεί την καταγραφή μιας εξωτικής χώρας. Το έργο αποδίδει περισσότερο τις εντυπώσεις ενός τρίτου ατόμου, στο ποσοστό που το ισπανικό στυλ αντιμετωπίζεται με γαλλική φινέτσα και ακρίβεια. Οι ρυθμικές εκρήξεις ξεσπούν όχι παρασυρμένες από πάθος, αλλά με λεπτό χιούμορ και θα μπορούσε να πει κανείς, με συγκαταβατική κατανόηση. Ουδέποτε αμφισβητείται η αγάπη του Chabrier έναντι της πηγής της έμπνευσής του, της Ισπανίας. Μάλιστα, διαδεχόμενη την Carmen του Georges Bizet και την Symphonie espagnole του Edouard Lalo, η España έμελλε να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο σε πάμπολλες άλλες συνθέσεις με ανάλογο θέμα (Ibéria του Claude Debussy, Lheure espagnole, Alborada del gracioso, Rapsodie espagnole, Tzigane, Boléro του Maurice Ravel, Valencia – το τρίτο μέρος από το έργο Escales του Jacques Ibert κ.α.).  Για την ακρόαση της España επιλέξαμε μια κλασσική (από τις καλύτερες διαχρονικά) ηχογράφηση υπό τη διεύθυνση ενός μεγάλου υπηρέτη του γαλλικού ρεπερτορίου της εποχής του μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Ο Paul Paray, ηλικίας 76 ετών τη στιγμή της ηχογράφησης (1961),  αποδίδει το έργο με ανεπανάληπτη νεανικότητα, κέφι και ζωντάνια. Πρόκειται για μια αστραφτερή ερμηνεία, πραγματική απόλαυση!

España, rapsodie pour orchestre

Πουθενά αλλού  η επίδραση του συγκεκριμένου έργου του Chabrier δεν είναι τόσο αισθητή από όσο στην Ισπανική Ραψωδία (Rapsodie espagnole) του Maurice Ravel. Παρεμβάλουμε εξεπιτούτου ένα απόσπασμα, προκειμένου η σύγκριση να αναδείξει ανάγλυφα την ομοιότητα.  Η σύνθεση ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 1907 και 1908, η δε ομοιότητα είναι εμφανής σε κάθε επίπεδο (έμπνευση, φαντασία, δυναμισμός, ξέφρενος ρυθμός, πλούσια, μεστή και φαντασμαγορική ενορχήστρωση). Η επικάλυψη ανάμεσα στα δυο έργα είναι ακόμα πιο εμφανής στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της Ισπανικής Ραψωδίας (Feria). Ο Charles Munch, υπό τη διεύθυνση του οποίου το ακούμε, υπηρέτησε όσο κανένας άλλος συνάδελφός του το γαλλικό ρεπερτόριο μέσα στον 20ό αιώνα. Η ερμηνεία του εκχυλίζει από ιλιγγιώδη αυθορμητισμό και διαφάνεια. Ηγείται της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης, της οποίας διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός από το 1949 έως 1962 σε μια μνημειώδη συνύπαρξη. Το 1967 ίδρυσε την Ορχήστρα του Παρισιού, δίχως, ωστόσο, να προλάβει να δρέψει τους καρπούς των προσπαθειών του. Απεβίωσε απρόσμενα το επόμενο έτος, στο πλαίσιο της παρθενικής περιοδείας της ορχήστρας στις ΗΠΑ. Η ηχογράφηση είναι του 1962.

Maurice Ravel, Rapsodie espagnole (Μέρος Δ΄: Feria)

Jaques Ibert.

Εμφανώς επηρεασμένος όμως από τους Chabrier και Ravel είναι και ένας άλλος Γάλλος συνθέτης. Το δημοφιλέστερο, ίσως, έργο του Jacques Ibert (1890-1962) είναι η σουίτα για ορχήστρα, η οποία φέρει τον τίτλο Escales (Αγκυροβόλια), μια μουσική κρουαζιέρα στη δυτική Μεσόγειο και στη βόρεια Αφρική. Πρόκειται για ένα έργο που ο Ibert συνέθεσε σε νεανική ηλικία μεταξύ των ετών 1921-1922, ως υπότροφος του Γαλλικού κράτους στην περίφημη Villa Medicis της Ρώμης. Υποχρέωση, αλλά και σκοπός της παραμονής των υποτρόφων (και οικοτρόφων) στην ιταλική πρωτεύουσα, ήταν η σύνθεση μουσικών έργων, πολλά εκ των οποίων απέσπασαν το πρώτο βραβείο (prix de Rome) καταξιώνοντας τους δημιουργούς τους και κατέχοντας έκτοτε περίοπτη θέση στο διεθνές ρεπερτόριο (οι Berlioz, Gounod, Bizet, Massenet, Saint-Saëns, Debussy αποτελούν, μεταξύ άλλων, επώνυμα παραδείγματα βραβευθέντων). Η παραγωγή του Ibert διακρίνεται για τον εκλεκτισμό της αλλά και για μια έφεση προς το περιγραφικό στοιχείο, γεγονός που τον έκανε περιζήτητο στο χώρο του κινηματογράφου όπου και ανέλαβε την επένδυση πολλών ταινιών.

Οι Escales είναι ένα τρίπτυχο με τις ακόλουθες ενδείξεις: Α΄: Rome-Palerme (Calme), Β΄: Nefta (Modéré, très rythmé), Γ΄: Valencia (Animé). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1924, υπό τη διεύθυνση του Paul Paray. Σαράντα χρόνια αργότερα (1963), στην ηχογράφηση που ακολουθεί, ο ίδιος αρχιμουσικός μας εκπλήσσει εκ νέου με την αστείρευτη ζωντάνια και ευρηματικότητα που τον διακατέχουν καθώς ερμηνεύει το τρίτο μέρος ενός έργου, επί του οποίου κατέχει, τρόπον τινά, πνευματικά δικαιώματα. Διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ντητρόιτ, της οποίας διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός από το 1952 ως το 1963. Πρόκειται για μια συνεργασία, η οποία μας κληροδότησε σειρά ηχογραφήσεων που άφησαν εποχή τόσο σε επίπεδο εκτέλεσης, όσο και σε επίπεδο εντυπωσιακής, για την εποχή εκείνη, ηχοληψίας και ποιότητας του ήχου.

Jacques Ibert, Escales (Μέρος Γ΄: Valencia)

Άποψη της Βαλένθια.

Claude Debussy (1862 – 1918)

Η πλέον «ισπανική» σύνθεση στο σύνολο της μουσικής παραγωγής του Claude Debussy φέρει το χαρακτηριστικό όνομα Ibéria. Πρόκειται για το δεύτερο και κεντρικό μέρος του τριπτύχου Εικόνες για ορχήστρα (Images pour orchestre). Τα υπόλοιπα δυο μέρη, τα οποία πλαισιώνουν την Ibéria τιτλοφορούνται Gigues και Rondes de printemps. Το καθένα από αυτά έχει να επιδείξει μια αυτοδυναμία, γεγονός που εξηγεί το ότι πολύ συχνά στα προγράμματα των συναυλιών, η Ibéria, που παρεμπιπτόντως είναι η μακροσκελέστερη από τις τρεις συνθέσεις (η διάρκειά της εκτιμάται περί τα 20΄), εντάσσεται μόνη, αποκομμένη από τις άλλες δυο. Γράφτηκε μεταξύ των ετών 1905 και 1908 και είναι το περισσότερο δημοφιλές από τα τρία σκέλη που απαρτίζουν τις Εικόνες για ορχήστρα. Αρχική πρόθεση του Debussy ήταν να συνθέσει ένα έργο, εμπνευσμένο από εντυπώσεις, προερχόμενες από την Ισπανία, για δυο πιάνα. Γρήγορα, ωστόσο, αντιλήφθηκε πως η χρήση μιας μεγάλης ορχήστρας ανταποκρινόταν καλύτερα στις ανάγκες του έργου, έτσι όπως αυτό με την πάροδο του χρόνου ωρίμαζε μέσα στο μυαλό του. Η  Ibéria απαρτίζεται από τρία μέρη (τρίπτυχο μέσα σε ένα άλλο, ευρύτερο, τρίπτυχο): 1. Μέσα από τους δρόμους και τα στενά (Par les rues et par les chemins), 2. Τα αρώματα της νύκτας (Les parfums de la nuit), 3. Το πρωινό μιας γιορτινής ημέρας (Le matin d’ un jour de te). Ο Debussy, κάνοντας χρήση του ιδιοφυούς ταλέντου του, παρουσιάζει με τον δικό του τρόπο τις εικόνες που περιγράφει. Η σχεδόν άυλη ρευστότητα, ώστε ο ήχος να είναι εκείνος που προσλαμβάνει κάθε φορά το σχήμα το χώρου, αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα του ύφους του συνθέτη. Η μουσική του χαρακτηρίστηκε ως «ιμπρεσιονιστική» από τους συγχρόνους του, κάτι που ο συνθέτης είχε αρνηθεί επίμονα. Γενικά, ως εκφάνσεις του ιμπρεσιονισμού στην μουσική του θεωρούνται οι τονικές ασάφειες και η «θόλωση» της αρμονίας με τη χρήση ασυνήθιστων, για την εποχή, κλιμάκων και συνηχήσεων, η δομική απομάκρυνση από την κλασσική διαίρεση της φόρμας προς όφελος μιας πιο ελεύθερης μουσικής κατασκευής, οι ηχητικές «σκιάσεις» που προκαλούνται από μεγάλης ποικιλίας ενορχηστρωτικούς και εκφραστικούς χειρισμούς, τέλος, η αναζήτηση και η αποτύπωση του στιγμιαίου, καθώς ο Debussy είναι μικρογράφος στο σύνολο της μουσικής του παραγωγής. Το τελευταίο αυτό διακριτικό γνώρισμα λειτούργησε, πιθανότατα, ως αφορμή προκειμένου να αποδοθεί στον συνθέτη, ερήμην του, ο χαρακτηρισμός του ιμπρεσιονιστή. Ιμπρεσιονιστική ή μη, η ατμοσφαιρική διάσταση της μουσικής του Debussy δεν παύει να μαγεύει. Αρκεί να προσέξει κανείς την αριστοτεχνική  μετάβαση από το δεύτερο στο τρίτο μέρος της Ibéria, καθώς δεν προβλέπεται διακοπή μεταξύ των τελευταίων. Το έργο ερμηνεύεται από τον Γερμανό αρχιμουσικό Jun Märkl, επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 2014 στην ιστορική αίθουσα συναυλιών Concertgebouw του Άμστερνταμ, μια από τις καλύτερες του κόσμου από απόψεως ακουστικής και ποιότητας του ήχου.

Ibéria

John Singer Sargent, El Jaleo, 1882, Isabella Stewart Gardner Museum, Boston.

Maurice Ravel (1875 – 1937)

Η Ισπανία ρέει μέσα στις φλέβες του Maurice Ravel και διατρέχει διαγώνια τη μουσική του παραγωγή. Αναμφίβολα, οι καταβολές του (η μητέρα του, βασκικής καταγωγής, είχε ζήσει στη Μαδρίτη προτού παντρευτεί, ο ίδιος δε, είδε το φως της ημέρας το 1875, σε μια κωμόπολη της γαλλικής χώρας των Βάσκων, 18 χιλιόμετρα από την ισπανική μεθόριο) εξηγούν το ενδιαφέρον και την αδυναμία του για την Ισπανία. Από τους Γάλλους μουσικοσυνθέτες υπήρξε εκείνος που ενέταξε περισσότερο από κάθε άλλον την ισπανική παράδοση και κουλτούρα στο έργο του. Συχνά συνθέσεις, οι οποίες δεν αντλούν το θέμα τους από την τελευταία, υιοθετούν ισπανική τεχνοτροπία σε επίπεδο ρυθμικής αγωγής και μελωδικής ανάπτυξης (ενδεικτικά αναφέρουμε το Κοντσέρτο για πιάνο για το αριστερό χέρι και το δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου εγχόρδων σε Φα μείζονα). Άλλες πάλι, παραπέμπουν ευθέως στην ισπανική πραγματικότητα αντλώντας έμπνευση και θεματολογία από αυτή (Lheure espagnole, Pièce en forme de Habanera,  Pavane pour une Infante funte, Alborada del gracioso, Rapsodie espagnole, Tzigane, Boléro). Η Παβάνα για μια αποθανούσα Ινφάντα (Ισπανίδα πριγκίπισσα) είναι ένα οκτάλεπτο κομψοτέχνημα, όπου ο Ravel αποτυπώνει απλόχερα και με μεγάλη γενναιοδωρία όλη του την τρυφερότητα και ανθρώπινη ευαισθησία. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο επέλεξε τον συγκεκριμένο τίτλο, απάντησε χαμογελώντας:Μην εκπλήσσεστε που ο τίτλος δεν έχει καμιά σχέση με τη συγκεκριμένη σύνθεση. Απλά μου άρεσε ο ήχος αυτών των λέξεων και αποφάσισα να τις χρησιμοποιήσω εκεί. Αυτό είναι όλο”. Πρόσθεσε, ωστόσο, πως το έργο περιέγραφε τον τρόπο, με τον οποίο μια Παβάνα (χορός του ΙΣΤ΄ αιώνα) έπρεπε να χορεύεται από μια Ινφάντα και ότι την όλη εικόνα είχε εμπνευστεί από τον γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Diego Velázquez Las Meninas . Το έργο γράφτηκε αρχικά για πιάνο το 1899, όταν ο Ravel φοιτούσε ακόμα στο Ωδείο του Παρισιού. Το 1910, το μετέγραψε για ορχήστρα απαρτιζόμενη από δυο φλάουτα, ένα όμποε, δυο κλαρινέτα, δυο φαγκότα, δυο κόρνα, άρπα και έγχορδα. Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 27 Φεβρουαρίου 1911 εκτός Γαλλίας, στο Μάντσεστερ. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως η Παβάνα δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της μουσικής παραγωγής του Ravel. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τις συνήθεις φευγαλέες αρμονίες σε γρήγορους ρυθμούς που χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Εδώ, η σχεδόν αρχαϊκή απλότητα, η εύθραυστη λεπτότητα, οι μεγάλες ανάσες, η ομορφιά της μελωδικής γραμμής προσελκύουν ευθύς εξαρχής το ενδιαφέρον του ακροατή και κατακτούν την καρδιά του. Το έργο εκτελείται από μια από τις πιο διάσημες μπαγκέτες των ημερών μας, τον Φινλανδό συνθέτη και αρχιμουσικό Esa-Pekka Salonen. Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2020 στο Royal Festival Hall του Λονδίνου. Ενδεικτική των καιρών (εποχή πανδημίας γαρ) είναι η διάταξη των μουσικών της Philharmonia Orchestra ενώπιον μιας κενής από ακροατήριο αίθουσας. Πρόκειται για μια από τις τελευταίες εμφανίσεις του Salonen με την ιδιότητα του μόνιμου αρχιμουσικού της εν λόγω ορχήστρας προτού διαβεί τον Ατλαντικό και αναλάβει τα ηνία μιας άλλης διάσημης ομολόγου της, της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σαν Φρανσίσκο.

Pavane pour une Infante défunte

Diego Velázquez, Las Meninas (1656), Museo del Prado, Madrid.

Αν η απόσταση ανάμεσα στο Royal Festival Hall και την έτερη αίθουσα συναυλιών του Λονδίνου, το Barbican Center, όπου μαγνητοσκοπήθηκε η συναυλία, η οποία ακολουθεί,  είναι μερικές εκατοντάδες μόνο μέτρα (αρκεί ουσιαστικά να διασχίσει κανείς τον Τάμεση και να βρεθεί στην αντίπερα όχθη), ένας κόσμος ολόκληρος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην Παβάνα και το επόμενο έργο του Ravel που επιλέξαμε για το παρόν αφιέρωμα. Το Boléro (είδος ισπανικού χορού) δεν είναι μόνο η δημοφιλέστερη σύνθεση, που κατέστησε και εξακολουθεί να καθιστά τον Ravel γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι συνάμα και η πλέον ιδιοφυής. Αλήθεια, ποιος μουσικοσυνθέτης θα είχε το θάρρος (ή μάλλον το θράσος) να επαναλαμβάνει δεκαεννέα φορές την ίδια φράση, διατηρώντας, παράλληλα, αμείωτα το ενδιαφέρον, την προσοχή και τη συγκέντρωση του ακροατηρίου και παρακάμπτοντας επιμελώς την παγίδα της μονοτονίας; Ο Ravel το κατορθώνει πρωτίστως χάρη στο έμφυτο χάρισμα της ενορχήστρωσης που διαθέτει ο ίδιος και το οποίο σπάνια βλέπουμε να αξιοποιείται τόσο εύστοχα σε άλλες περιπτώσεις μουσικοσυνθετών. Τεράστια σημασία διαδραματίζει και η επιλογή του κατάλληλου χρόνου εκ μέρους του ερμηνευτή. Η οδηγία του Ravel είναι Tempo di Bolero, moderato assai, κάτι που δεν διευκολύνει τα πράγματα,  αφενός επειδή η συγκεκριμένη διατύπωση επιδέχεται πολλές ερμηνείες και αφετέρου επειδή η προτίμηση του ιδίου του συνθέτη υπέρ ενός μάλλον αργού και συγκρατημένου χρόνου, με δεδομένη μάλιστα την συνεχή επανάληψη της μουσικής φράσης, πολλαπλασιάζει αισθητά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο της μονοτονίας. Το Boléro, διάρκειας 17 περίπου λεπτών της ώρας, είναι το εκτενέστερο crescendo (βαθμιαία αύξηση της έντασης του ήχου) που έχει καταγραφεί ποτέ στην παγκόσμια ιστορία της Μουσικής. Ξεκινά με ένα pianissimo το οποίο μόλις που ακούγεται, για να καταλήξει σε ένα από τα εντυπωσιακότερα fortissimi που έχουν ποτέ υπάρξει. Στους κόλπους της γιγαντιαίας ορχήστρας, τον ρυθμό δίνει το ταμπουρίνι με μετρονομική ακρίβεια. Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου πλαισιώνεται από τα έγχορδα (συμπεριλαμβανομένης της άρπας), τα οποία συμβάλλουν με παίξιμο pizzicato (τσιμπητό με τα δάκτυλα, δίχως τη χρήση δοξαριού) στη διατήρηση του ρυθμού. Ο τρόπος που τα τελευταία χρησιμοποιούνται και, πάνω απ’ όλα η θέα έτσι όπως τα κρατούν οι μουσικοί, θυμίζει έντονα τεχνοτροπία κιθάρας και μάλιστα ισπανικής. Η ανάπτυξη της μελωδικής γραμμής αναλογεί ευθύς εξαρχής στην ομάδα των πνευστών, ξύλινων και χάλκινων (μεταξύ των οποίων το σαξόφωνο, σπονδή του Ravel στην μουσική jazz, την οποία λάτρευε). Μόνο προς το τέλος του έργου, και ενώ η ένταση έχει φθάσει σε προχωρημένο βαθμό, συντάσσονται και τα έγχορδα, που επανέρχονται στον παλιό ορθόδοξο τρόπο παιξίματος. Το Boléro προοριζόταν αρχικά ως μπαλέτο. Επρόκειτο για μια παραγγελία της χορεύτριας Ida Rubinstein. Υπό αυτή τη μορφή, άλλωστε, είδε το φως της ημέρας στις 22 Νοεμβρίου 1928 στην Όπερα του Παρισιού, σε χορογραφία της Bronislava Nijinska. Η ίδια η υπόθεση συνηγορεί υπέρ της αντιμετώπισής του ως μπαλέτου: μέσα σε μια ταβέρνα της Ισπανίας, μια ομάδα ατόμων χορεύει υπό το φως ενός λαμπτήρα κρεμασμένου από την οροφή. Ανταποκρινόμενη στις εκκλήσεις να συμμετάσχει, η πρωταγωνίστρια ανεβαίνει πάνω σε ένα τραπέζι και επιδίδεται σε κινήσεις ολοένα και πιο ρυθμικές. Όταν, μετά το πέρας της πρεμιέρας, μια  θεατής χαρακτήρισε τον Ravel ως ανισόρροπο, ο τελευταίος απάντησε πως το συγκεκριμένο άτομο ήταν το μόνο από τους παρόντες που είχε κατανοήσει το έργο! Ως προς την εν γένει διαχείριση, έχει πλέον επικρατήσει η προτίμηση του συνθέτη, ο οποίος επιθυμούσε ανέκαθεν την αυτοδύναμη ένταξη του έργου στο αμιγώς συμφωνικό ρεπερτόριο. Αν όχι το καλύτερο, το Boléro είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το πιο ευρηματικό έργου του μεγάλου αυτού Γάλλου μουσικοσυνθέτη. Το ακούμε από τον Valery Gergiev, έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους αρχιμουσικούς της εποχής μας. Διαθέτοντας την υποστήριξη του  επιστήθιου φίλου του Vladimir Putin, ο Gergiev υπήρξε ο αναμορφωτής του Θεάτρου Mariinsky της Αγίας Πετρούπολης, αναδεικνύοντας το τελευταίο σε κορυφαίο θεσμό έπειτα από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Παράλληλα με τη θέση του γενικού διευθυντή του παραπάνω θεάτρου ανελλιπώς από το 1996, άσκησε καθήκοντα μόνιμου αρχιμουσικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Λονδίνου (2007 – 2015), με την οποία ερμηνεύει το Boléro στο βίντεο που ακολουθεί, και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μονάχου (2015 –  ). Η μαγνητοσκόπηση της συναυλίας πραγματοποιήθηκε το 2010.

Boléro

Mariano Bertuchi, Zambra gitana (1910).

Joaquín Rodrigo (1901 – 1999)

Πώς θα ήταν δυνατόν να απουσιάζει η κιθάρα από το σημερινό αφιέρωμα; Πόσο μάλλον όταν αναδεικνύεται τόσο εκφραστικά όπως στο πασίγνωστο Κοντσέρτο του Αρανχουέθ (Concierto de Aranjuez) του Ισπανού συνθέτη  Joaquín Rodrigo, κλασσικό του είδους. Ο Rodrigo, ο οποίος έχασε το φως του σε ηλικία τριών, μόλις, ετών από διφθερίτιδα, ουδέποτε έπαιξε κιθάρα αν και υπήρξε εκείνος που την καθιέρωσε ως μείζον συμφωνικό όργανο. Έκανε χρήση της μεθόδου Braille, οι δε συνθέσεις του μεταγράφονταν ενόψει της δημοσίευσής τους. Το Κοντσέρτο του Αρανχουέθ αντλεί την έμπνευσή του από τους κήπους του βασιλικού ανακτόρου, το οποίο κατασκευάστηκε περί τα τέλη του ΙΣΤ΄ αιώνα από τον Φίλιππο Β΄ στην κωμόπολη Αρανχουέθ, λίγα χιλιόμετρα νοτίως της Μαδρίτης. Η σύνθεση του έργου ολοκληρώθηκε το 1939, η δε πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 9 Νοεμβρίου 1940 στο Palau de la Música Catalana της Βαρκελώνης. Η θεματολογία (εξύμνηση ανακτόρων του ΙΣΤ΄ αιώνα) δεν αποτελούσε ιδεολογική απειλή για το νεότευκτο καθεστώς του στρατηγού Franco που μόλις είχε επικρατήσει στον ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Το αντίθετο μάλιστα. Ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με την επίσημη κρατική γραμμή, η οποία πριμοδοτούσε μια υπερσυντηρητική θεώρηση της εγχώριας ιστορίας. Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο (Allegro con spirito), γραμμένο σε ρυθμό φλαμένκο, έπειτα από μια σύντομη εισαγωγή της κιθάρας εξελίσσεται σε έναν διάλογο του σολίστα με την ορχήστρα και ειδικότερα τα πνευστά της τελευταίας (αγγλικό κόρνο, φαγκότο, όμποε, κόρνο). Σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Rodrigo, στο μέρος αυτό περιγράφονται η ευωδία από τις μανόλιες, το τραγούδι των πουλιών και το νερό που αναβλύζει από τις κρήνες του πάρκου των ανακτόρων. Το δεύτερο μέρος (Adagio) είναι μακρόθεν το πιο όμορφο του έργου, έχοντας καταστήσει το τελευταίο πασίγνωστο ανά τον κόσμο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο συνθέτης και η σύζυγός του απέφευγαν να αποκαλύψουν την πηγή έμπνευσης, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί η άποψη πως αναφερόταν έμμεσα στο επεισόδιο του αεροπορικού βομβαρδισμού της Γκερνίκα το 1937, στο πλαίσιο διενέργειας του Ισπανικού Εμφυλίου (το ίδιο γεγονός είχε λειτουργήσει ως έναυσμα για τον ομώνυμο ζωγραφικό πίνακα του Pablo Picasso). Αργότερα, η Victoria Rodrigo παραδέχθηκε στην αυτοβιογραφία της πως το δεύτερο αυτό μέρος υπήρξε απόρροια αντιφατικών συναισθηματικών καταστάσεων: ενός ευτυχισμένου μήνα του μέλιτος, αλλά και της απόγνωσης εξαιτίας της αποβολής κατά την πρώτη κύηση του ζεύγους. Το φινάλε (Allegro gentile) κλείνει με απλότητα και μεγάλη ευγένεια το έργο. Τον Δεκέμβριο του 1991, ο Rodrigo αναγορεύτηκε από τον βασιλέα Juan Carlos Α΄ σε Μαρκήσιο των Κήπων του Αρανχουέθ. Ο τίτλος θεσπίστηκε ως κληρονομικός. Σήμερα τον φέρει η κόρη του Cecilia. Ο τάφος του Rodrigo και της συζύγου του βρίσκεται στο Κοιμητήριο του Αρανχουέθ. Το έργο εκτελείται υποδειγματικά από δυο καταξιωμένα ονόματα του ισπανικού ρεπερτορίου: τον κιθαρίστα Pepe Romero και τον αρχιμουσικό Rafael Frühbeck de Burgos επικεφαλής της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Δανίας. Η συναυλία έλαβε χώρα στην εντυπωσιακή αίθουσα DR Koncerthuset της Κοπεγχάγης.

Concierto de Aranjuez

Francesco Battaglioli, Fernando VI y Bárbara de Braganza en los jardines de Aranjuez, 1756, Museo Nacional del Prado, Madrid.

Manuel de Falla (1876 – 1946)

Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται με διπλή αναφορά στον σημαντικότερο μουσικοσυνθέτη της Ιβηρικής χερσονήσου. Ο Manuel de Falla υπήρξε εκείνος που, λόγω καταγωγής και παράδοσης, συνέδεσε το ύφος και την τεχνοτροπία της λεγόμενης ιμπρεσιονιστικής σχολής των Debussy και Ravel, με το αυθεντικό φολκλορικό στοιχεία της Ισπανίας και ειδικότερα με εκείνο της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ανδαλουσίας. Σε αυτό συνέβαλε η μακροχρόνια παραμονή του στο Παρίσι και η γνωριμία του με τους προαναφερθέντες μουσικοσυνθέτες, όπως επίσης και με τους Igor Stravinsky, Paul Dukas, Florent Schmitt σε μια εποχή πραγματικής κοσμογονίας στη Γαλλική πρωτεύουσα χάρη στην εμφάνιση και δραστηριότητα των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Το πρώτο από τα έργα που επιλέξαμε, Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας (Noches en los jardines de España) εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα. Ωστόσο, ο συνθέτης επέλεξε τον χαρακτηρισμό των “συμφωνικών εντυπώσεων”, γεγονός, το οποίο αποκαλύπτει τις πραγματικές του προθέσεις. Μπορεί μεν, σε μια ζωντανή συναυλία, το πιάνο να καταλαμβάνει χωροταξικά το προσκήνιο, ωστόσο, δύσκολα αναγνωρίζει κανείς τα χαρακτηριστικά ενός κοντσέρτου (διάλογος του οργάνου με την ορχήστρα, ύπαρξη καντέντσας, η οποία να επιτρέπει την ανάδειξη των δεξιοτεχνικών ικανοτήτων του εκτελεστή-σολίστα, συνήθως περί το τέλος ενός μέρους και δίχως συνοδεία ορχήστρας, κλπ.). Οι  Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας είναι όντως ένα συμφωνικό έργο, με το πιάνο ενσωματωμένο μέσα στο ορχηστρικό σύνολο, δίχως το τελευταίο να διεκδικεί παραπάνω περγαμηνές. Άλλωστε, ανάλογη βαρύτητα όπως αυτή του πιάνου, δίνεται και σε άλλα όργανα της ορχήστρας όπως, λόγου χάρη, στα πνευστά. Στην περίπτωση, η μεγάλη πρόκληση για τον πιανίστα συνίσταται στο να αντιληφθεί αυτήν ακριβώς την επιθυμία του συνθέτη, να διατηρήσει από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου χαμηλούς τόνους και διακριτικό προφίλ, κυρίως δε και να αποτρέψει τον εαυτό του από το να παρασυρθεί σε ένα διάλογο τύπου κοντσερτάντε. Κι όλα αυτά παρά τις δεξιοτεχνικές ικανότητες που απαιτούνται από εκείνον. Όπως το προμηνύει ο τίτλος, το ονειρικό στοιχείο είναι εκείνο που κυριαρχεί. Αν και περιγραφικό (θεματολογικά τουλάχιστον), το έργο δεν τρέφει ιμπρεσιονιστικές φιλοδοξίες. Η ομοιότητα με τους Γάλλους συνίσταται στην τεχνοτροπία και στον εν γένει χειρισμό της ενορχήστρωσης. Κατά τα άλλα, εκφράζει συναισθήματα, πόσο μάλλον που η συμπερίληψη λαϊκών μοτίβων προσδίδει κατά καιρούς μελαγχολία, νοσταλγία και μυστήριο. Οι Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας αποτελούνται από τρία μέρη: το πρώτο από αυτά τιτλοφορείται En el Generalife (πρόκειται για θερινό ανάκτορο των Μαυριτανών, το οποίο μαζί με τους παρακείμενους κήπους, δεσπόζει στην κορυφή ενός λόφου απέναντι ακριβώς από το ανάκτορο Alhambra της Γρανάδας). Οι κήποι του δευτέρου μέρους (Danza lejana – Μακρινός χορός) αν και ανώνυμοι, αποτελούν τον χώρο εκείνο όπου διαδραματίζεται ένας εξωτικός χορός, απόηχος του οποίου φθάνει μέχρι τον ακροατή. Το φινάλε (En los jardines de la Sierra de Córdoba) μας επαναφέρει στο ύφος και την ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους. Το έργο ερμηνεύει ο Ισπανός Javier Perianes, ένας πιανίστας που έχει εντρυφήσει σε αυτό σεβόμενος τις ισορροπίες που απαιτούνται. Συνοδεύεται από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης υπό τη διεύθυνση του Andrés Orozco-Estrada από την Κολομβία. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 2016 στην Alte Oper της ίδιας πόλης.

Noches en los jardines de España, G. 49

Γρανάδα. Οι κήποι του Generalife.

Το φετινό Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα ολοκληρώνεται με μια οπτικοακουστική πανδαισία. Το Τρίκωχο καπέλο (El sombrero des tres picos) δεν είναι μόνο το δημοφιλέστερο από όλα τα έργα του Manuel de Falla. Είναι συνάμα και το καλύτερο. Πρόκειται για ένα μπαλέτο, εμπνευσμένο από τη δίπρακτη παντομίμα του Gregorio Martinez Sierra με τίτλο Ο δικαστής και η μυλωνού (El corregidor y la molinera) που με τη σειρά της στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Pedro Antonia de Alarcòn (1874). O Falla συνέθεσε το έργο αρχικά ως μουσική επένδυση για την παντομίμα (η πρεμιέρα υπό αυτή τη μορφή πραγματοποιήθηκε το 1917 στη Μαδρίτη) και το τελειοποίησε κατόπιν για λογαριασμό του Sergei Diaghilev, ο οποίος έλαβε τη σχετική άδεια να το ανεβάσει. Το τρίκωχο καπέλο του (εκ των πρωταγωνιστών της υπόθεσης) δικαστή, σύμβολο αλλά συνάμα και χλεύη της εξουσίας έτσι όπως εξελίσσεται η υπόθεση, επελέγη τελικά ως τίτλος του μπαλέτου. Η παράσταση πρωτοπαίχτηκε στις 22 Ιουλίου 1919 στο θέατρο Alhambra του Λονδίνου, σε χορογραφία του Leonid Massine, σκηνικά και κοστούμια του Pablo Picasso και υπό τη μουσική διεύθυνση του, νεαρού ακόμα τότε, Ελβετού Ernest Ansermet, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς της μεσοπολεμικής, κυρίως δε, της πρώιμης μεταπολεμικής εποχής. Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ανδαλουσία του 18ου αιώνα και αφηγείται τις ανεπιτυχείς προσπάθειες ενός ηλικιωμένου δικαστή να γοητεύσει τη σύζυγο ενός μυλωνά. Η πρώτη πράξη ξεκινά με μια σύντομη φανφάρα. Εν συνεχεία, ο μυλωνάς και η σύζυγός του επιχειρούν να εκπαιδεύσουν ένα καναρίνι να κελαηδά ανάλογα με την ώρα της ημέρας, όταν ξεπροβάλει με τη συνοδεία του ο δικαστής της περιοχής στο πλαίσιο του καθημερινού του περιπάτου. Μη δυνάμενος να κρύψει τον θαυμασμό του για τη σύζυγο του μυλωνά, το ζεύγος αποφασίζει να του παίξει ένα παιχνίδι. Ο μυλωνάς κρύβεται, ενόσω η γυναίκα του χορεύει μπροστά στον έκθαμβο δικαστή προτού του  προσφέρει ένα τσαμπί σταφύλια (Danza de la molinera σε ρυθμό Fandango, μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου). Ο δικαστής την κυνηγά όταν εκείνη φεύγει και καταφέρνει να την πιάσει. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλει πίσω από ένα θάμνο ο μυλωνάς, ο οποίος διώχνει βίαια από τη σκηνή τον επίδοξο αντίζηλό του. Η δεύτερη πράξη διαδραματίζεται και αυτή στον μύλο, όπου έχουν συγκεντρωθεί γείτονες και χορεύουν ορμώμενοι από μια υπέροχη μελωδία σε ρυθμό Seguidillas (καστιλιάνικο λαϊκό τραγούδι). Ακολουθεί προς τιμή τους ο χορός του μυλωνά (Danza del molinero σε ρυθμό Farruca, ένα είδος Φλαμένγκου). Πρόκειται ουσιαστικά για τον συμμετρικό αντίλογο στον προγενέστερο χορό της συζύγου του. Με τη διαφορά του ότι η επίδοσή του διακόπτεται από την αιφνίδια άφιξη του βοηθού δικαστή, ο οποίος, κατόπιν διαταγής του προϊσταμένου του θεμελιωμένη επάνω σε ψευδείς κατηγορίες, τον συλλαμβάνει και τον οδηγεί στο κρατητήριο. Οι επισκέπτες αποχωρούν με τη σειρά τους και η μυλωνού αποσύρεται για ύπνο. Πρόκειται για την κρίσιμη στιγμή που έχει επιλέξει ο δικαστής προκειμένου να επανέλθει και να την κερδίσει. Δυστυχώς για εκείνον, πλησιάζοντας στον μύλο σκοντάφτει και πέφτει στο ποτάμι. Η μυλωνού ξυπνά από τον θόρυβο, συνειδητοποιεί αυτό που συμβαίνει και το σκάει εγκαίρως. Ο δικαστής ξεντύνεται, απλώνει τα υγρά του ρούχα πάνω σε ένα δέντρο και με τα εσώρουχα ξαπλώνει στο κενό κρεββάτι του μυλωνά. Ο τελευταίος έχει στο μεταξύ δραπετεύσει από το κρατητήριο και επιστρέφοντας στον μύλο θεωρεί πως ο δικαστής έχει κοιμηθεί με τη γυναίκα του. Προκειμένου να τον εκδικηθεί, φοράει τα ρούχα του τελευταίου και αποφασίζει να εξαπατήσει τη σύζυγο του δικαστή γοητεύοντάς την. Στο μεταξύ ο δικαστής ξυπνά και διαπιστώνοντας πως τα ρούχα του έχουν εξαφανιστεί, χρησιμοποιεί εκείνα του μυλωνά. Πρόκειται για μια ανατροπή, η οποία θα οδηγήσει τα πράγματα σε μια αλυσίδα παρεξηγήσεων. Ο βοηθός δικαστής, ενήμερος στο μεταξύ για τη δραπέτευση του μυλωνά, επιστρέφει και κατά λάθος συλλαμβάνει τον προϊστάμενό του, πεπεισμένος πως πρόκειται για τον δραπέτη μυλωνά. Βλέποντας κάποιον που μοιάζει με το σύζυγό της, η μυλωνού παρεμβαίνει προσπαθώντας να τον απελευθερώσει. Ο μυλωνάς επιστρέφει και εκείνος και βλέποντας τη σύζυγό του ευρισκόμενη σε δεινή θέση επιχειρεί να τη σώσει. Ακούγοντας τον σαματά, οι γείτονες επανέρχονται στον μύλο. Ο δικαστής εξηγεί τα όσα συνέβησαν (Danza del corregidor) και το μπαλέτο ολοκληρώνεται σε ξέφρενο ρυθμό με έναν εντυπωσιακό γενικό χορό (Danza final). Το μπαλέτο στο σύνολό του βρίθει από ανδαλουσιανά λαϊκά μοτίβα, τα δε δυο τραγούδια (Cante jondo) που ο Falla εμπιστεύεται στη μεσόφωνο μονωδό έχουν επιλεγεί από εκείνα, τα οποία συνοδεύουν χορούς φλαμένγκο περιγράφοντας κατά κανόνα μια θλιβερή ιστορία. Η μαγευτική παράσταση που ακολουθεί έλαβε χώρα το 2013 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στο πλαίσιο των δημοφιλών εκδηλώσεων BBC Proms. Η χορογραφία είναι του Antonio Márquez, ο οποίος και υποδύεται τον πρωταγωνιστή μυλωνά. Η μεσόφωνος Clara Mouriz πλαισιώνει τον Ισπανό αρχιμουσικό Juanjo Mena και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του BBC.

El sombrero de tres picos

Σκηνικά και κοστούμια της παγκόσμιας πρώτης του Λονδίνου (1919) σχεδιασμένα από τον Pablo Picasso.

Ορμώμενο από το πνεύμα του φετινού Πρωτοχρονιάτικου αφιερώματος,

το επιτελείο της Clio Turbata εύχεται σε όλους εσάς

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου