Skip to main content

Θεοδόσης Τσιρώνης: Το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου

Θεοδόσης  Τσιρώνης

 Το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου

 

Κατά τη διάρκεια του 1916, οι πολιτικές εξελίξεις άρχισαν να επηρεάζουν, σε πρώτο στάδιο, και ορισμένους από τους κατώτερους κληρικούς, οι οποίοι εκδήλωναν φανερά τα κομματικά τους φρονήματα εντός των ναών. Η Ιερά Σύνοδος, που μέχρι το καλοκαίρι του 1916 διατηρούσε αποστάσεις από τα πολιτικά τεκταινόμενα, προσπάθησε να καταστείλει τα γεγονότα αυτά, εφιστώντας την προσοχή στους κατά τόπους Επισκόπους για την επιβολή της πειθαρχίας στους εφημέριούς τους.

Η τακτική της τήρησης στάσης αναμονής έναντι των εξελίξεων δοκιμάστηκε όμως από την έκρηξη του κινήματος της Εθνικής Άμυνας. Πιο συγκεκριμένα, η Εκκλησία βρέθηκε σε δυσχερή θέση όταν σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση, υπό την ηγεσία των Βενιζέλου, Κουντουριώτη και Δαγκλή και δημιουργήθηκαν δύο πόλοι άσκησης κρατικής εξουσίας. Όταν αυτή εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, έλαβε γνώση η Σύνοδος από τηλεγράφημα του Επισκόπου Κίτρους Παρθενίου ότι η διοίκηση του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών ανατέθηκε στον Γεώργιο Αβέρωφ. Παράλληλα, Επίσκοποι των περιοχών που έλεγχε η Επαναστατική Κυβέρνηση ζητούσαν οδηγίες για την στάση που έπρεπε να κρατήσουν απέναντί της. Σύμφωνα με μία άποψη, ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου, συγκροτήθηκε μία άτυπη επιτροπή αποτελούμενη από πολιτικούς, στρατιωτικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους με επικεφαλής το Μητροπολίτη Λαρίσης Αρσένιο. Η επιτροπή είχε συσταθεί κατ΄ επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και το πρόγραμμα των εργασιών της είχε εκπονηθεί από τον Γεώργιο Στρέιτ. Αντικείμενό της ήταν η συλλογή επιβαρυντικών στοιχείων σχετικά με τη στάση της επαναστατικής κυβέρνησης και των κληρικών που την υποστήριζαν απέναντι στους αντιφρονούντες ιεράρχες και η διαρροή τους στις αντιβενιζελικές εφημερίδες για τον επηρεασμό του αναγνωστικού κοινού. Η επιτροπή βασίσθηκε σε μεγάλο μέρος στις πληροφορίες που της διαβίβασε ο Επίσκοπος Θεουπόλεως Γεννάδιος, βοηθός του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου.

Μητροπολίτης Λαρίσης Αρσένιος Αφεντούλης.

Στη συνεδρίαση της Συνόδου της 21ης Οκτωβρίου, ο Αρσένιος κατέθεσε στα υπόλοιπα μέλη τα στοιχεία που είχαν περιέλθει στην κατοχή του αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης όσων κληρικών εναντιώνονταν ή δεν αναγνώριζαν την εξουσία των επαναστατών. Τις πληροφορίες αυτές του είχαν διαβιβάσει Μητροπολίτες, αξιωματικοί, κρατικοί υπάλληλοι και άλλοι αυτόπτες μάρτυρες. Ο Αρσένιος ανέφερε αρκετά παραδείγματα, που εξέφραζαν σύμφωνα με όσα υποστήριζε, τη βάναυση συμπεριφορά απέναντι στους κληρικούς που δεν υποστήριξαν το κίνημα: ο Δράμας Αγαθάγγελος, γνωστός στους βενιζελικούς για την αντιπολίτευση που τους ασκούσε, φερόταν να τελούσε υπό κράτηση σε άθλιες συνθήκες, μαζί με ποινικούς κρατούμενους, στις φυλακές του Γεντί-Κουλέ στη Θεσσαλονίκη. Ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος απομακρύνθηκε με την απειλή όπλων από τη Μητρόπολή του και μεταφέρθηκε ως εξόριστος στη Χίο, όπου και φυλακίστηκε στις φυλακές Φρουρίου, μαζί με τους ποινικούς κρατούμενους. Στη συνέχεια ο ίδιος αρχιερέας, με  Διαταγή  της Επαναστατικής Κυβέρνησης, παύτηκε  από τα καθήκοντά του και στη θέση του διορίστηκε ο Επίσκοπος Πέτρας Τίτος, ο οποίος όμως αρνήθηκε να δεχτεί το διορισμό του και να μεταβεί στο Ηράκλειο. Είχε διαταχτεί επίσης, η σύλληψη και φυλάκιση του Επίσκοπου Ρεθύμνης. Ακόμα, ο Επίσκοπος Αρκαδίας Βασίλειος, τελώντας σε απομόνωση, πιεζόταν αφόρητα να προσχωρήσει στο κίνημα, απειλούμενος με σύλληψη και φυλάκιση. Τέλος, απαγορεύτηκε αυστηρά στην Κρήτη η μνημόνευση, εντός των ναών, του ονόματος του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Μητροπολίτης Μυτιλήνης
Κύριλλος Μουμτζής.

Έντονες ανησυχίες όμως προκάλεσε στη Σύνοδο όχι μόνο η στάση των επαναστατών απέναντι σε  αντιφρονούντες ιεράρχες, αλλά και η αναγνώριση του επαναστατικού κινήματος από άλλους συναδέλφους τους. Επρόκειτο για Μητροπολίτες που συντάχτηκαν ενεργώς  με τους επαναστάτες, σε περιοχές όπου αυτοί είχαν επικρατήσει. Συγκεκριμένες μαρτυρίες υπήρχαν για τον Επίσκοπο Χανίων Αγαθάγγελο, ο οποίος προσχώρησε στο κίνημα και  προέτρεπε τον πληθυσμό σε υπακοή προς την Επαναστατική Επιτροπή. Ακόμη, ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κύριλλος, όταν μετέβη στη Μυτιλήνη η Επαναστατική Κυβέρνηση, απέστειλε τηλεγράφημα, με το οποίο της δήλωνε ότι: «Ανέκαθεν ασπαζόμενος πολιτικήν Βενιζέλου επιδοκιμάζω επαναστατικόν κίνημα και προσχωρών εις αυτό τίθεμαι παρά το πλευρόν και εις την διάθεσιν της επαναστατικής κυβερνήσεως»· ο ίδιος ιεράρχης επισκέφτηκε στις φυλακές έγκλειστους αξιωματικούς και στρατιώτες, που παρέμεναν πιστοί στη κυβέρνηση  της Αθήνας και τους προέτρεπε να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Στις 28 Νοεμβρίου, τέλεσε και μνημόσυνο για τους βενιζελικούς που δολοφονήθηκαν στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των ‘Νοεμβριανών’, διακηρύσσοντας πως:

«Η Εκκλησία εκπληρούσα το εαυτής καθήκον ανέπεμψεν ευχάς δια τους σφαγιασθέντας πυρί και σιδήρω αδελφούς μας εν Αθήναις μετά γυναικών και παίδων. Δεν ήσαν Έλληνες οι δολοφόνοι αόπλων και φιλησύχων πολιτών και των ευγενών Γάλλων και Άγγλων. Όχι. Αυτούς τους αποδοκιμάζει η Εθνική ψυχή, αυτούς τους αποκηρύττει η συνείδησις, ήσαν έκφυλοι του χειρίστου είδους, ήσαν αργυρώνητα όργανα επαίσχυντα, ήσαν οι μενόμενοι φαύλοι εκτελεσταί ανοσίας και απαισίας αποφάσεως, ο αίτιος όλων αυτών είναι ο προδότης, ο τύραννος, ο άτιμος Βασιλεύς. Η νήσος Λέσβος σύσσωμος συμμετέχουσα του κοινού πένθους και ρηγνύουσα κραυγήν αγανακτήσεως και οδύνης επί τοις γενομένοις δι΄ εμού του πνευματικού αυτής αρχηγού αποκηρύττει τον Βασιλέα Κωνσταντίνον και κηρύσσει αυτόν έκπτωτον του Βασιλικού αξιώματος και του Ελληνικού Θρόνου».

Οι δηλώσεις του Κύριλλου εντός του ναού πρέπει να προξένησαν ισχυρή εντύπωση και πιθανόν προκάλεσαν αντικρουόμενα συναισθήματα, τόσο στους υποστηρικτές και τους αντιπάλους του κινήματος, όσο και στα μέλη της Συνόδου στην Αθήνα, διότι πρώτη φορά ιεράρχης του ελληνικού κράτους αυτοχριζόταν ‘αρμόδιος’ για να κηρύξει έκπτωτο τον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα της χώρας.

Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος αναγνώρισε τη νομιμότητα της βενιζελικής κυβέρνησης και έδωσε ανάλογες εντολές στον υφιστάμενό του Επίσκοπο Θεουπόλεως. Επίσης, υπήρχαν καταγγελίες ότι ο Μητροπολίτης Σισανίου Ιερόθεος Ανθουλίδης, φορώντας αντάρτικη ενδυμασία και όντας ο ίδιος ένοπλος, ηγήθηκε των στασιαστών, οι οποίοι κατέλυσαν τις επίσημες αρχές. Ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος και ο Επίσκοπος Αρδαμερίου Ιωακείμ κατηγορούνταν ότι παρέδωσαν αντιφρονούντα Μακεδονομάχο σε αντιπρόσωπο των επαναστατών, οι οποίοι τον καταδίκασαν σε εκτέλεση δια απαγχονισμού. Η τελευταία από τις καταγγελίες που έφταναν στη Σύνοδο, αφορούσε στον Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος προσχώρησε στο κίνημα και, κατόπιν εντολής των επαναστατών,  προέβη  σε αντικανονική χειροτονία κληρικού και διορισμό ιεροκήρυκα στη Μυτιλήνη.

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (Πηγή: Αγιορειτική Φωτοθήκη).

Η Σύνοδος θεώρησε ότι δεν μπορούσε να μείνει αδρανής έναντι αυτών των εξελίξεων και αποφάσισε, με πρωτοβουλία του Λαρίσης Αρσένιου, να αποδοκιμάσει τους ιεράρχες που εκδηλώθηκαν υπέρ του κινήματος, να προτρέψει τον ανώτερο και κατώτερο κλήρο και τους πιστούς να πειθαρχούν στους νόμους του επίσημου κράτους, να προσεύχονται υπέρ των βασιλέων και να προβεί σε έντονη διαμαρτυρία στην κυβέρνηση της Αθήνας για τις επεμβάσεις των επαναστατών σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ζήτησε επίσης την κυβερνητική μεσολάβηση για την παύση των διώξεων όσων ιεραρχών δεν συντάσσονταν με τους επαναστάτες. Στις 18 Νοεμβρίου, απέστειλε εγκύκλιο σε όλους τους ιεράρχες του κράτους, στο πνεύμα των αποφάσεων που είχαν ληφθεί. Στις επόμενες συνεδριάσεις της ανέθεσε στον Λαρίσης Αρσένιο τη διενέργεια ανακρίσεων εις βάρος των κληρικών που προσχώρησαν στο κίνημα και ζήτησε από τους ιεράρχες των Νέων Χωρών να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τις πληροφορίες ότι έπαυσαν τη μνημόνευση των ονομάτων των μελών της βασιλικής οικογένειας στις ιεροτελεστίες. Τέσσερις Μητροπολίτες, οι Θεσσαλονίκης, Αρδαμερίου, Βοδενών και Πολυανής, απάντησαν επιβεβαιώνοντας τις σχετικές πληροφορίες. Παράλληλα, γνωστοποιήθηκε στη Σύνοδο και η εμπιστευτική αλληλογραφία του Κυβερνητικού Επιτρόπου Κοζάνης-Φλώρινας Ηλιάκη με τον Κοζάνης Φώτιο, από την οποία προέκυπτε πως η απαγόρευση της μνημόνευσης προκλήθηκε κατόπιν σχετικών εντολών της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Στις συνθήκες του Εθνικού Διχασμού κατέστη ιδιαίτερα εμφανής η διαπίστωση ότι ο τύπος της μνημόνευσης στις θρησκευτικές ακολουθίες αποτελούσε μία μορφή δημόσιας εκδήλωσης νομιμοφροσύνης των εκκλησιαστικών αρχών προς την κρατική εξουσία. Έτσι, μπορεί να γίνει αντιληπτό το μεγάλο ενδιαφέρον και των δύο κυβερνήσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για τον τρόπο μνημόνευσής τους εντός των ναών.

Την ίδια περίπου περίοδο, στις επιθέσεις που υποκίνησαν στην πρωτεύουσα οι Επίστρατοι σε βάρος των Φιλελευθέρων, στις 19 Νοεμβρίου, έλαβαν μέρος και κατώτεροι κληρικοί. Η Σύνοδος δεν ασχολήθηκε στις συνεδριάσεις της με τα έκτροπα και τις βιαιοπραγίες των αντιβενιζελικών, ούτε τις καταδίκασε εκ των υστέρων. Δύο υποθέσεις κληρικών, που βαρύνονταν με τις κατηγορίες της παράνομης οπλοφορίας, καθώς και της πρόκλησης προμελετημένων τραυματισμών, άδικης επίθεσης και διατάραξης κοινής ειρήνης, εκδικάστηκαν αργότερα  από το Διαρκές Στρατοδικείο του Α´ Σώματος Στρατού, όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η κυβέρνηση του Βενιζέλου. Και οι δύο κληρικοί κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης τεσσάρων και πέντε ετών αντίστοιχα. Η Μητρόπολη Αθηνών φέρεται επίσης να μην προστάτευσε, ακόμα και να κατέδωσε στους Επίστρατους, κληρικούς που είχαν εκτεθεί για τα βενιζελικά τους φρονήματα. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 1916, η Σύνοδος ενέτεινε τις πιέσεις στην αντιβενιζελική κυβέρνηση για την απελευθέρωση των φυλακισμένων κληρικών, ενώ δεχόταν και επικρίσεις για διαλλακτικότητα, καθώς ακόμα δεν είχε καταδικάσει δημόσια και απερίφραστα το επαναστατικό κίνημα, γεγονός που με τη σειρά του οδηγούσε ορισμένους, προφανώς αδιάλλακτους αντιβενιζελικούς κύκλους, να την εγκαλούν ακόμα και ως «Βενιζελίζουσα». Μάλιστα, ο Επίσκοπος Ηλείας Δαμασκηνός πρότεινε να απευθυνθεί η Σύνοδος απευθείας στον Βενιζέλο και να αξιώσει την αποφυλάκιση των αντιφρονούντων αρχιερέων, πρόταση που δεν έγινε δεκτή, ίσως γιατί φοβόταν ότι με τον τρόπο αυτό θα πρόβαινε σε μία de facto αναγνώριση της εξουσίας του.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1916, η αυτοαποκαλούμενη Εντολοδόχος Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών δημοσίευσε προκήρυξη στον Τύπο, με την οποία καλούσε το λαό να παραστεί και να συμμετάσχει ενεργά στο Ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, που είχε προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα. Για την εξασφάλιση της λαϊκής συμμετοχής αποφασίστηκε το κλείσιμο όλων των καταστημάτων και η αναστολή των περισσοτέρων επαγγελματικών δραστηριοτήτων για μία ώρα. Αυθημερόν, η Επιτροπή Επιστράτων, με επικεφαλής τον Πρόεδρο των Προέδρων Συντεχνιών Ιγγλέση, παρουσιάστηκε στον Αθηνών Θεόκλητο για να τον πληροφορήσει ότι την επόμενη μέρα θα συγκεντρωθεί ο λαός στο πεδίο του Άρεως για να ρίξει λίθο Αναθέματος κατά του Βενιζέλου και απαίτησε να παραβρεθεί  στην τελετή ο κλήρος.

Η διοικούσα Εκκλησία δεν αιφνιδιάστηκε με αυτή την εξέλιξη, καθώς για πρώτη φορά ο Λαρίσης Αρσένιος είχε εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο, ήδη από τον Οκτώβριο, χωρίς ωστόσο να ληφθεί τότε καμία απόφαση. Η οριστική απόφαση για τέλεση Αναθέματος εναντίον του Βενιζέλου ελήφθη στις 8 Νοεμβρίου 1916, σε συνάντηση που είχαν στο Υπουργείο της Παιδείας ο Λαρίσης Αρσένιος με τον Πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ο Θεόκλητος πρόβαλλε το κώλυμα του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρεπόταν προσωπικός αφορισμός εναντίον λαϊκών, παρά μόνο μετά από προηγούμενη έγκριση της κυβέρνησης. Στην έκτακτη συνεδρίαση της Συνόδου, τέθηκε επίσης θέμα αναρμοδιότητάς της να συμμετάσχει, διότι το ζήτημα αφορούσε μόνο στη Μητρόπολη Αθηνών και αποφασίστηκε να επιδοκιμαστεί μόνο η συμμετοχή του κλήρου της Αθήνας στο Ανάθεμα. Όταν πληροφορήθηκε την απόφαση της Συνόδου ο Πρωθυπουργός Σπυρίδων Λάμπρος, κάλεσε τον Θεόκλητο και, ενώπιον όλων των υπουργών του, του εξέφρασε την επιθυμία της κυβέρνησης περί αποχής του κλήρου από το Ανάθεμα· την ίδια εντολή διαβίβασε στο Μητροπολίτη Αθηνών και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης Μενέλαος Σουλτάνης. Ο Θεόκλητος απέστειλε τότε επιστολή στον Λάμπρο, ενημερώνοντάς τον ότι, κατόπιν της επιθυμίας της κυβέρνησης, δεν θα μετέβαινε ούτε ο ίδιος, ούτε ο κλήρος της Αθήνας στο Ανάθεμα, προκειμένου να διευκολύνει τις κυβερνητικές συνεννοήσεις με τις Δυνάμεις της Αντάντ. Ζητούσε όμως μέτρα προφύλαξης της Μητρόπολης, της Συνόδου και των εφημερίων γιατί φοβόταν την οργή των διαδηλωτών, οι οποίοι ενδεχομένως να εκλάμβαναν την αποχή της Συνόδου από το προγραμματισμένο Ανάθεμα ως ένδειξη ανοχής απέναντι στην επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου. Ενημέρωσε ταυτόχρονα και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Επιστράτων σχετικά με τις κυβερνητικές αποφάσεις για την αποχή του κλήρου από το Ανάθεμα. Ο Λάμπρος όμως θορυβήθηκε έντονα από το ενδεχόμενο να αποδοθεί στη κυβέρνησή του η πολιτική ευθύνη για την ενδεχόμενη ματαίωση του Αναθέματος, εξαιτίας της αποχής των κληρικών. Αναθεώρησε λοιπόν τη στάση του και ενημέρωσε τη Σύνοδο, ότι συναινούσε στη συμμετοχή της και της παραχώρησε στρατιωτική δύναμη για τη φύλαξη της Μητρόπολης. Κατόπιν της μεταβολής της κυβερνητικής στάσης, η Σύνοδος επικαλέστηκε τις έντονες πιέσεις των Επιστράτων και τις συνέπειες από ενδεχόμενη άρνησή της και αποφάσισε να συμμετάσχει στην τελετή. Η στάση της κυβέρνησης Λάμπρου ήταν ασυνεπής· μάλιστα, η κυβέρνηση εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της στο Θεόκλητο, υποστηρίζοντας ότι απλώς σύστησε στη Σύνοδο να μη λάβει μέρος στο Ανάθεμα, αλλά ποτέ δεν της το απαγόρευσε και ότι η διοίκηση της Εκκλησίας ήταν ελεύθερη να ενεργήσει όπως επιθυμούσε.

Ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος.

Πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου, όλα τα μέλη της Συνόδου, άλλοι αρχιερείς που βρίσκονταν στην Αθήνα, πολλοί κληρικοί, υπάλληλοι της Συνόδου και μέλη του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου ήταν παρόντες, όταν ρίχτηκαν συμβολικά λίθοι από το συγκεντρωμένο πλήθος και εκφωνήθηκε το Ανάθεμα: «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω». Η διατύπωση του κειμένου, ουσιαστικά επαναλάμβανε, με επιγραμματικό τρόπο, τις κατηγορίες εναντίον του Βενιζέλου, έτσι όπως είχε ενημερωθεί για αυτές, τις είχε εξετάσει και υιοθετήσει ήδη η Σύνοδος στις συνεδριάσεις της, των τελευταίων δύο μηνών. Οι μομφές είχαν ουσιαστικά δύο σκέλη: α) αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολιτικό και εστίαζε στον σφετερισμό της κρατικής εξουσίας και β) το καθαρά εκκλησιαστικό, σχετικά με τις απροκάλυπτες επεμβάσεις των βενιζελικών στην εκκλησιαστική διοίκηση. Αξίζει επισήμανσης το γεγονός ότι η Σύνοδος θεωρούσε ότι το πρώτος σκέλος την αφορούσε το ίδιο άμεσα, όσο και το δεύτερο, διότι υιοθετούσε την αντίληψη περί θεϊκής εκπόρευσης της κρατικής εξουσίας και του βασιλικού θεσμού και ταύτιζε την υποταγή στους νόμους της Πολιτείας με θρησκευτική υποχρέωση. Η διαπίστωση αυτή, την οποία αξιολογούμε ως ιδιαίτερα σημαντική, προκύπτει τόσο από τη συνεδρίαση της Συνόδου, της 21ης Οκτωβρίου 1916, όσο και από την εγκύκλιο της 16ης Νοεμβρίου 1916. Το Ανάθεμα ωστόσο αποσιωπούσε με επιδεικτικό τρόπο τη συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα και τις συνεπαγόμενες ‘ευθύνες’ άλλων ιεραρχών, που το υποστήριξαν και συνετέλεσαν στην επικράτησή του, δρώντας ως προπαγανδιστές του.

Ο σωρός των λίθων του Αναθέματος.

Η τελετή του Αναθέματος έλαβε χώρα στην περιοχή του Πολύγωνου, όπου αργότερα χτίστηκε ο ναός του Αγίου Ελευθερίου (Γκύζη). Εκεί, είχε σκαφτεί μεγάλος λάκκος και πάνω σε έναν μεγάλο λίθο είχε στερεωθεί ομοίωμα του Βενιζέλου, στην κορυφή του οποίου είχε τοποθετηθεί ένα κρανίο ταύρου. Σ’ εκείνο το σημείο, το συγκεντρωμένο πλήθος, το οποίο μετέφερε τεμαχισμένα κομμάτια μαρμάρου, λίθους ή και οικοδομικά υλικά, μαζί με τα μέλη της Ιεράς Συνόδου επαναλάμβαναν τα λόγια του Αναθέματος και έριχναν τους λίθους, έως ότου σχηματίστηκε ένας μεγάλος σωρός από πέτρες. Την επόμενη ημέρα, η Σύνοδος έλαβε επιστολή της Επιτροπής του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών, με την οποία την ευχαριστούσε για την ‘πρωτοβουλία’ της να τελέσει το Ανάθεμα. Προκαλεί δε εντύπωση η ευκολία μεταστροφής της πραγματικής αλληλουχίας των γεγονότων, που κατέληξαν στο Ανάθεμα. Η Σύνοδος έλαβε μεν μέρος, σίγουρα όμως δεν θα μπορούσε να ‘χρεωθεί’ την ‘πρωτοβουλία’ τέλεσής του. Το Ανάθεμα κοινοποίησε στις κυβερνήσεις του εξωτερικού ο Υπουργός των Εξωτερικών Ζαλοκώστας: «Παρά επιμόνους ενεργείας Κυβερνήσεως, ο λαός της Αττικής προέβη προχθές εις έμπρακτον εκδήλωσιν εναντίον επαναστάσεως Θεσσαλονίκης. Πλήθη λαού, ανερχόμενα εις δεκάδες χιλιάδων, μετέβησαν εις το πεδίον του Άρεως και έρριψαν λίθον αναθέματος κατά ‘προδότου’. Αιτήσει των συντεχνιών μετέσχεν ο Μητροπολίτης Αθηνών».

Μία διαφορετική παράμετρος, αρκετά ενδιαφέρουσα, είναι η μετέπειτα τύχη των λίθων του Αναθέματος. Αρχικά, οι βενιζελικοί τοποθετούσαν τα βράδια λουλούδια και για το λόγο αυτό, τοποθετήθηκαν αστυνομικές φρουρές. Όταν η κυβέρνηση του Βενιζέλου μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, ο ίδιος ο Βενιζέλος απέκρουσε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο της διάλυσης των στοιβαγμένων λίθων, δίνοντας έμφαση στη συμβολική λειτουργία τους και το φρονηματισμό των πολιτών. Έλεγε ο Βενιζέλος: «Όχι μόνο δε θα ζητήσω να σηκωθεί το ανάθεμα, αλλά και θα μείνουν οι πέτρες εκεί που έπεσαν στοίβα, να ξέρει και να θυμάται ο κοσμάκης πως είμαι αναθεματισμένος, και όμως πως η νίκη θα είναι δική μας. […] Δεν θέλω να χαθεί η απόδειξη αυτού του αναθέματος! Θα βάλω φύλακες! Εννοώ να μείνουν οι πέτρες όπως είναι, να τις βλέπουν κάθε μέρα οι περαστικοί και να ξέρουν τι ανόητα, τι μάταια πράγματα που είναι οι κατάρες της εκκλησίας!». Ωστόσο, παρά τη δεδηλωμένη επιθυμία του Βενιζέλου, οι οπαδοί του στη Λευκάδα ειδοποίησαν τους βασιλόφρονες συμπολίτες τους να πάρουν από το σωρό του Αναθέματος τις πέτρες τους και στη συνέχεια, με τους λίθους αυτούς κατασκευάστηκε εκεί ένα δημοτικό σχολείο.

Γελοιογραφικές αναπαραστάσεις του Αναθέματος εναντίον του Βενιζέλου.

Η πράξη του Αναθέματος δεν ήταν μόνο μια εκκλησιαστική τελετή, αλλά και μια πολιτική πράξη, που ευνόησε τη συσπείρωση των αντιβενιζελικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως στο επίπεδο των κοινωνικών συμμαχιών μεταξύ «των συντηρητικών μικροαστών και μέρους των αγροτών με την πολιτική και οικονομική ελίτ της Παλαιάς Ελλάδος εναντίον των επαναστατών». Μάλιστα, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος απέρριπτε παντελώς τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα του Αναθέματος και του προσέδιδε μόνο πολιτικό χαρακτήρα. Η δε τελετουργία του Αναθέματος στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ήταν πάντα όμοια με της Αθήνας. Σε άλλες πόλεις, όπως στο Συρράκο της Ηπείρου, δεν ρίχτηκαν μόνο λίθοι, αλλά πυρπολήθηκαν επίσης εικόνες του Βενιζέλου και στενών συνεργατών του.

Η Σύνοδος ανακοίνωσε το Ανάθεμα στον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον ενημέρωσε για την υποστήριξη Μητροπολιτών στην επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου και την αποδοκιμασία της προς αυτούς ως «αναξίους λειτουργούς του Ελληνικού Κράτους», ζητώντας και την παραδειγματική τους τιμωρία και στη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1916, αποφάσισε να σταματήσει από το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο η καταβολή του μηνιαίου επιδόματος στους φιλοβενιζελικούς ιεράρχες Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, Καμπανίας Διόδωρο, Πολυανής Φώτιο, Ιερισσού Σωκράτη, Θεουπόλεως Γεννάδιο, Αρδαμερίου Ιωακείμ, Σισανίου Ιερόθεο, Κασσανδρείας Ειρηναίο, Βοδενών Κωνσταντίνο, Μογλενών Πολύκαρπο, Μυτιλήνης Κύριλλο, Χίου Ιερώνυμο και Σάμου Κωνσταντίνο. Επρόκειτο για μία μορφή οικονομικού αποκλεισμού τους και ήταν το μοναδικό ουσιαστικό κατασταλτικό μέτρο που μπορούσε να λάβει εναντίον τους. Προχώρησε στις κινήσεις αυτές διότι οι φιλοβενιζελικοί ιεράρχες των Νέων Χωρών, αν και βρίσκονταν και δραστηριοποιούνταν εντός των συνόρων του ελληνικού κράτους, υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου και δεν μπορούσε η ίδια να τους επιβάλλει εκκλησιαστικές ποινές, ούτε να τους εξαναγκάσει να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις της. Η Εκκλησία της Ελλάδος με τον τρόπο αυτό αποφάσιζε να ‘εξαγάγει’ την αντιπαράθεσή της με τους Μητροπολίτες που ακολουθούσαν το κίνημα και να αναζητήσει ερείσματα και σε άλλες εκκλησιαστικές Αρχές· τακτική που ακολούθησε και το αμέσως επόμενο διάστημα. Παράλληλα, ενέκρινε την τέλεση Αναθεμάτων και στην υπόλοιπη Αττική, καθώς και σε επαρχιακές πόλεις, στα εδάφη που δεν έλεγχε στρατιωτικά το κίνημα της Εθνικής Άμυνας.

Οι πρωτεργάτες του Αναθέματος σε αναμνηστική φωτογραφία, μετά την τέλεσή του.

Η Εκκλησία, υιοθετώντας σχετικές υποδείξεις των Επιστράτων, έλαβε μέτρα εναντίον όσων κληρικών αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στα κατά τόπους Αναθέματα. Μία χαρακτηριστική περίπτωση ήταν εκείνη του Ηλείας Δαμασκηνού, ο οποίος, κατόπιν ενημέρωσής του από συλλόγους Επίστρατων, απάλλαξε από τα καθήκοντά του τον ιερέα και επισκοπικό επίτροπο Δημήτριο Σωτηρόπουλο Σακελλαρίου, εξαιτίας των φιλελεύθερων πολιτικών πεποιθήσεών του και της άρνησης συμμετοχής του στο Ανάθεμα. Η Σύνοδος, ακολουθώντας τις υποδείξεις συλλόγων, όπως οι Επίστρατοι, που δεν είχαν καμία θεσμική εξουσιοδότηση στα όργανα λήψης των αποφάσεών της, φαινόταν αδύναμη να αντισταθεί στις πιέσεις που υφίστατο. Η σημαντικότερη ίσως παράμετρος ήταν ότι ταυτιζόταν με ακραίες πολιτικές συμπεριφορές, αναιρώντας την τακτική της αποφυγής εμπλοκής της στις κομματικές διενέξεις, που η ίδια διακήρυσσε επίσημα, τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 1916. Σε άλλες δε περιπτώσεις, όπως εκείνη του γνωστού για τα φιλελεύθερα κομματικά του φρονήματα ιερέα Δημήτριου Βακαλάκη στον Ασπρόπυργο, οι Επίστρατοι στράφηκαν εναντίον του ιδίου, της οικογένειάς του και της οικίας του με αποτέλεσμα να αναγκασθεί για λόγους ασφαλείας να καταφύγει αρχικά στην Ελευσίνα και στη συνέχεια στον Πειραιά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917. Οι Επίστρατοι επίσης επέβαλλαν την απομάκρυνση από το αξιώματα που κατείχαν όσων πολιτών αντιδρούσαν στις εγκυκλίους της Συνόδου των Αθηνών, που προέτρεπαν σε υπακοή στο βασιλιά. Τέτοια ήταν η περίπτωση του δικηγόρου, δημοτικού συμβούλου Χαλκίδας και προέδρου του εκκλησιαστικού συμβουλίου του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Δημητρίου, Βασίλειου Αντωνίου. Ο Αντωνίου δεν έκρυψε τη δυσφορία του και αποχώρησε από από την εκκλησία την ώρα που ο Χαλκίδος και Καρυστίας Χρύσανθος διάβαζε στο εκκλησίασμα εγκύκλιο της Συνόδου «εις ενίσχυσιν του μαρτυρούντος εν τω παρόντι εθνικώ αγώνι Βασιλέως μας».

 

Το Ανάθεμα στον Τύπο της εποχής.

Σε πολύ σύντομο διάστημα μετά την τέλεση των Αναθεμάτων στην πρωτεύουσα και στις επαρχιακές πόλεις, εκδηλώθηκαν περιστατικά ακραίας πολιτικής τους εκμετάλλευσης. Το Δεκέμβριο του 1916, κυκλοφόρησε στην Πελοπόννησο έντυπος αφορισμός εναντίον του Βενιζέλου, που έφερε τα χαρακτηριστικά λιβελλογραφήματος. Το κείμενο, αν και ήταν προφανέστατα πλαστογραφημένο, καθώς έφερε τις υπογραφές ανύπαρκτων Επισκόπων, κυκλοφόρησε ελεύθερα, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου των Εφετών, στο Ναύπλιο. Ο έντυπος αφορισμός είχε ως εξής: «Ημείς οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου της εσχάτης προδοσίας Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλλους, του ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν εις την Ελλάδα, μόνον και μόνον δια να πικρανθή ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον πουλημένον Σενεγαλέζον τράγον Βενιζέλον, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου, τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων ας υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράϊγ. Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ: το κήτος του Ιωνά: η λέπρα του Ιεχωβά: ο μαρασμός των νεκρών: το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων: οι κεραυνοί της Κολάσεως: και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων. Τας ιδίας αράς θ’ αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότην Βενιζέλον και παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις, όπως μαρανθώσι αυτών αι χείρες, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφανθώσι τα ώτα. Γένοιτο. Αμβρόσιος Μητροπολίτης, Νικηφόρος Αρχιεπίσκοπος».

Στην αντίπερα όχθη, η Συνέλευση των Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος, ένα εκκλησιαστικό όργανο άσκησης διοίκησης στις περιοχές που ήλεγχε η βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, στη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1917, ασχολήθηκε και με το Ανάθεμα στον Βενιζέλο από τη Σύνοδο της Αθήνας και τους προσκείμενους σ’ εκείνην Επισκόπους, αν και δεν συμπεριλαμβανόταν το θέμα αυτό στον κατάλογο των εργασιών της. Ως προς το ζήτημα αυτό τοποθετήθηκε με σαφήνεια, τασσόμενη στο πλευρό της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη και «εξέφρασεν ομοφώνως την λύπην αυτής επί τη πράξει ταύτη και επευλόγησε τους την Εθνικήν Κυβέρνησιν αποτελούντας επικαλεσθείσα επ’ αυτούς την χάριν και ευλογίαν του Θεού· όπως δ’ εμφαντικώτερον εκδηλώση τας υπέρ του Εθνοσωτηρίου έργου της Εθνικής Κυβερνήσεως ευχάς και ευλογίας αυτής ομοφώνως απεφάσισεν ίνα τελεσθή μετά το πέρας των εργασιών αυτής εν τω Ιερώ Ναώ της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Αρχιερατική λειτουργία και δοξολογία τη συμμετοχή πάντων».

Αυτή η απόφαση λειτούργησε ως αντίβαρο στο Ανάθεμα, σηματοδοτούσε σε συμβολικό επίπεδο την ‘αναίρεσή’ του και οπωσδήποτε είχε έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Ήταν ταυτόχρονα και μία κίνηση προσέλκυσης και άλλων αμφιταλαντευόμενων αρχιερέων, κυρίως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, λειτουργώντας ως προπαγανδιστικό μέσο πρόκλησης εντυπώσεων. Εντός αυτών των πλαισίων έθεσε το θέμα και ο Μητροπολίτης Μογλενών και Φλωρίνης Πολύκαρπος: «Πολλοί εκ των ενταύθα και προ πάντων εκ της Παλαιάς Ελλάδος ίσως θα προσέφερον υπηρεσίας, αν μη εδεσμεύοντο υπό του Αναθέματος. Αν δε τώρα ακουσθή, ότι 24 Αρχιερείς μελετήσαντες καλώς το κακώς και όλως αντικανονικώς εκδοθέν Ανάθεμα απεδοκίμασαν αυτό, θα ανακουφισθή η συνείδησις των τοιούτων και θα σπεύσωσι να ταχθώσι εις τον Αγώνα, και από ημάς αυτούς δε ούτω θα άρωμεν την λυπηράν εντύπωσιν, ότι συνεργαζώμεθα μετά Κυβερνήσεως υπό Ανάθεμα διατελούσης». Ο δε Γεννάδιος, ως προεδρεύων της Συνέλευσης, είπε πως η απόφασή της: «είναι απόρροια των αγαθών προς την Εθνικήν Κυβέρνησιν διαθέσεων αυτής και […] είναι επιβεβλημένη προς ανακούφισιν της συνειδήσεως του Έθνους». Ο αρμόδιος βενιζελικός υπουργός των Εκκλησιαστικών εξέφρασε την μεγάλη ικανοποίηση της κυβέρνησής του, γιατί είχε ληφθεί χωρίς την παρέμβασή της, διατυπώνοντας με τον τρόπο αυτό υπαινιγμούς για τις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν στη Σύνοδο της Αθήνας και τις συνθήκες υπό τις οποίες εκείνη είχε τελέσει το Ανάθεμα. Η απουσία εμφανούς παρέμβασης ή πίεσης από την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης για τη λήψη της απόφασης, δεν απαλλάσσει ωστόσο την απόφαση από τον πολιτικό της χρωματισμό και τη Συνέλευση από την πολιτική της εξάρτηση.

Εγκύκλιος, με την οποία κοινοποιείται η παύση της μνημόνευσης των μελών της βασιλικής οικογένειας και η αντικατάστασή τους από τα μέλη της «Εθνικής Κυβερνήσεως», δηλαδή της επαναστατικής κυβέρνησης του Βενιζέλου.

Η επικράτηση της βενιζελικής παράταξης, μετά τον Ιούνιο του 1917, δεν άφησε φυσικά ανεπηρέαστη τη διοίκηση της Εκκλησίας. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα από την ορκωμοσία της στην Αθήνα, έδρασε δυναμικά και εξέδωσε Νομοθετικό Διάταγμα «Περί Τροποποιήσεως του Καταστατικού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Στο κείμενο του διατάγματος ήταν αποτυπωμένη με τον πλέον επίσημο τρόπο η αποδοκιμασία της βενιζελικής κυβέρνησης για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν η Σύνοδος στην Αθήνα και οι Επίσκοποι των επαρχιακών πόλεων, την πολιτική κρίση των ετών 1916 και 1917:

«Δεν εδίστασε δε η Ι. Σύνοδος σύσσωμος, εκμεταλλευομένη, υπέρ της πολιτικής μερίδος ην υπερήσπιζε, το θρησκευτικόν του λαού αίσθημα, να μεταχειρισθή το έσχατον και αποτρόπαιον εναντίον των πολιτικών αυτής αντιπάλων μέσον του αναθέματος, εις τούτο δε εξ ιδίας πρωτοβουλίας και εκ κακής διαθέσεως και πολιτικής εμπαθείας […] προβάσα και τελείως δια του καταδεδικασμένου μεσαιωνικού τούτου μέσου καταστιγματίσασα την άμεμπτον υπό των ιερών κανόνων και των πολιτειακών νόμων απαιτουμένην δράσιν και ενέργειαν εν τη κοινωνία της εκκλησίας. […] Το παράδειγμα τούτο της Ι. Συνόδου όλως αυθορμήτως και άνευ ειδικής αυτής εντολής ηκολούθησαν και οι πλείστοι των κατά τόπους επισκόπων, υπό παρομοίων ελατηρίων και παθών ορμώμενοι, συντελέσαντες ούτω και ούτοι συμπληρωματικώς εις την τελείαν κακοήθη εκμετάλλευσιν, αλλ’ ακριβώς και δια τούτου κατάπτωσιν του θρησκευτικού παρά τω λαώ αισθήματος. Ουδαμώς μετά ταύτα παράδοξος η αηδεστάτη κατωτέρων κληρικών θέα, πάντως τη ανοχή της ανωτέρας αυτών αρχής ηγουμένων αυτόχρημα εγκληματικών πράξεων και εαυτούς και ως ποταπά όργανα καθαρώς αγρίας κομματικής πάλης παρεχόντων».

Στο ίδιο διάταγμα, προβλεπόταν ακόμα η απαλλαγή από τα καθήκοντά τους και των πέντε μελών της Συνόδου, που αποφάσισε το Ανάθεμα και η αντικατάστασή τους από άλλους. Οι απομακρυνόμενοι αρχιερείς θα διέμεναν επιτηρούμενοι σε Μονές και οι Επισκοπές τους θεωρήθηκαν σχολάζουσες. Ο Αθηνών Θεόκλητος παρέμενε φρουρούμενος στη Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Αίγινα. Από εκεί διαμαρτυρήθηκε για την απαλλαγή του από τα Συνοδικά του καθήκοντα και αμφισβήτησε τη νομιμότητα των μέτρων που είχαν ληφθεί εναντίον του: «Εγώ ουδέ υπό οιανδήποτε κατηγορίαν διατελώ, ουδέ έπαυσα να ήμαι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, απέχων των προεδρικών καθηκόντων ουχί οικιοθελώς, αλλά προσωρινεί απαγορεύσει του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, διαβιβασθείση μοι άμα τη συγκροτήσει του νέου Υπουργείου, και δια της υπό της Αστυνομικής Αρχής παρεμποδίσεως εμού να προσέλθω εις το κατάστημα της Ιεράς Συνόδου κατά την έναρξιν υμών ως Συνοδικών».

Η Σύνοδος που συγκροτήθηκε, μετά την απομάκρυνση των αντιβενιζελικών αρχιερέων, ονομάστηκε ‘Αριστίνδην’ και τα μέλη της διορίστηκαν άμεσα από την κυβέρνηση. Σχετική γνωμάτευση για τα ληπτέα μέτρα παρείχε στην κυβέρνηση το φιλοβενιζελικό Εκκλησιαστικό Αρχιερατικό Συμβούλιο, σε συνεννόηση με τον Υπουργό των Εκκλησιαστικών Δίγκα, που είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη για επείγουσες διαβουλεύσεις μαζί του, στα τέλη Ιουνίου του 1917. Ο Δίγκας προσκόμισε προς συζήτηση προτάσεις για την επίλυση των εκκρεμών εκκλησιαστικών ζητημάτων, όπως ήταν η απομάκρυνση των αρχιερέων που τέλεσαν τα Αναθέματα και η παραπομπή τους σε δίκη, η ανάθεση της διακυβέρνησης των κενών εδρών σε Μητροπολίτες των Νέων Χωρών και η ένωση των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών με την Εκκλησία της Ελλάδος. Το τελευταίο από τα μέτρα αποσκοπούσε στην οριστική διαρρύθμιση των ορίων της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ώστε να συμπίπτουν με τα όρια του κράτους, πριν τεθεί σε εφαρμογή η  εκκλησιαστική πολιτική της κυβέρνησης. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της διορισμένης Συνόδου παραβρέθηκε και ο Δίγκας, ο οποίος, προδικάζοντας τις εξελίξεις, χαρακτήρισε τα απαλλαγέντα μέλη ως ένοχα και όχι απλά υπόλογα, έναντι των εκκλησιαστικών Κανόνων και των νόμων του κράτους. Το Εκκλησιαστικό Αρχιερατικό Συμβούλιο πρότεινε επίσης τον καταρτισμό «Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου» (ΑΕΔ), που θα δίκαζε τους αρχιερείς που ενεπλάκησαν στα Αναθέματα. Το δικαστήριο αυτό συστάθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 11ης Ιουλίου 1917 και όλα τα μέλη του πρόσκεινταν πολιτικά στη παράταξη των Φιλελευθέρων· το απάρτιζαν ορισμένοι από τους αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ τα υπόλοιπα μέλη του επιλέχτηκαν από τους ιεράρχες των Νέων Χωρών και συγκεκριμένα, διορίστηκαν σ’ αυτό όλα τα μέλη του φιλοβενιζελικού Αρχιερατικού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης.

Τις μηνύσεις εκ μέρους της κυβέρνησης υπέβαλλε ο ίδιος ο Δίγκας και αφορούσαν τριάντα ένα Μητροπολίτες και Επισκόπους, τόσο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, όσο και των Νέων Χωρών. Οι κατηγορίες εστίαζαν στην υποστήριξη που παρείχαν οι υπόδικοι στους αντίπαλους των Φιλελευθέρων και στην ανάμιξή τους «εις κοσμικάς φροντίδας», δηλαδή τις κομματικές διαμάχες, κορύφωση της οποίας υπήρξε η τέλεση, στην Αθήνα και την επαρχία, Αναθεμάτων και αφορισμών στον Βενιζέλο και τους οπαδούς του. Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας του, το ΑΕΔ συνεδρίασε συνολικά πενήντα φορές, από τις 2 Αυγούστου μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1917. Παρών στις περισσότερες εργασίες του ήταν και ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, που εκτελούσε χρέη Βασιλικού Επίτροπου στην Ιερά Σύνοδο. Την ίδια περίοδο, απαλλάχτηκε από τα καθήκοντά του ο διορισμένος από τη κυβέρνηση του Βενιζέλου και μέχρι τότε Βασιλικός Επίτροπος Μιχαήλ Γαλανός, βαρυνόμενος με τη μομφή ότι υπέγραψε το πρακτικό της Συνόδου για το Ανάθεμα. ‘Απολογούμενος’ ο Γαλανός, , υποστήριξε ότι πολλές φορές εξέφρασε την αντίθεσή του στη συμμετοχή της Συνόδου στο Ανάθεμα και πρότεινε στον Θεόκλητο να ζητήσει τη μεσολάβηση του βασιλιά για την προστασία της Συνόδου από τις πιέσεις των Επιστράτων. Συμπλήρωσε ότι η υπογραφή του Βασιλικού Επίτροπου ήταν τυπική και υποχρεωτική και επομένως, άνευ ουσιαστικής σημασίας· ωστόσο, τα επιχειρήματά του δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν την αποπομπή του. Ο Γαλανός αποπέμφθηκε από τη θέση του, τον Αύγουστο του 1917, από τον ίδιο τον Βενιζέλο με δηλώσεις του τελευταίου στον Τύπο. Ο Γαλανός αυτοπροσδιοριζόμενος πολιτικά, είπε ότι ήταν χριστιανός φιλελεύθερων αρχών. Ως ανακριτές διορίστηκαν αρχιερείς και τους ανατέθηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, με βάση τις μηνύσεις του Δίγκα. Αυτοί μετέβησαν στις έδρες ή στις Μονές, όπου τελούσαν υπό περιορισμό οι υπόδικοι και έλαβαν τις απολογίες τους και άλλες μαρτυρικές καταθέσεις. Με βάση αυτά τα στοιχεία συνέταξαν ανακριτικές εκθέσεις και έκριναν κατ’ αρχήν βάσιμες τις κατηγορίες εναντίον όλων των κατηγορουμένων.

Επιστολή, υπογεγραμμένη από τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, με την οποία ανατίθεται στον Κασσανδρείας Ειρηναίο η διεξαγωγή ανακρίσεων εις βάρος αρχιερέων, που κατηγορούνται «επί αναμίξει εις κοσμικάς φροντίδας», δηλαδή για την τέλεση Αναθεμάτων.

Τα πέντε μέλη της Συνόδου κατηγορούνταν για την αντικανονικότητα του Αναθέματος,  για ανάμιξη στην πολιτική διαμάχη, για συνεργασία με τους συλλόγους των Επιστράτων, για τη διατύπωση του Αναθέματος, με παραβίαση της σχετικής διαδικασίας, για παραβίαση του Καταστατικού Νόμου της Εκκλησίας και ανυπακοή στη κυβέρνηση, για ανάμιξη στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του κράτους, για κατάπτωση του θρησκευτικού γοήτρου, για τη διαταγή τέλεσης Αναθεμάτων και στις επαρχιακές πόλεις, για πολιτικά ελατήρια των επιστολών που απεστάλησαν στην παπική, αγγλικανική και ρωσική εκκλησία και τέλος, για την ανακοίνωση του Αναθέματος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η μοναδική περίπτωση συγκρότησης εκκλησιαστικού δικαστηρίου για αρχιερείς, που υπάρχουν δημοσιευμένα, έστω και σε περίληψη, τα πρακτικά του. Η δημοσίευση προφανώς εξυπηρετούσε την απαξίωση των κατηγορούμενων στη συνείδηση της κοινής γνώμης της εποχής.

Πρώτος παρουσιάστηκε ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, ο οποίος κατέθεσε απολογητικό υπόμνημα. Αρχικά, αμφισβήτησε τη νομιμότητα του δικαστηρίου και επιτέθηκε στην κυβέρνηση για τα νομοθετικά μέτρα που έλαβε. Θεωρούσε ότι η ‘Αριστίνδην’ Σύνοδος ήταν παράνομη και προϊόν αντισυνταγματικών και αυθαίρετων νομοθετημάτων της βενιζελικής κυβέρνησης. Επίσης, δεν αναγνώρισε το κύρος της Βουλής, που ψήφισε αυτούς τους νόμους, χαρακτηρίζοντάς την παράνομη. Ζήτησε την εξαίρεση εκείνων των ιεραρχών, εναντίον των οποίων διεξήγαγε ανακρίσεις η Ιερά Σύνοδος, από τα τέλη του 1916 και συγκεκριμένα, του Θεσσαλονίκης Γεννάδιου, του Μυτιλήνης Κύριλλου και του Σισανίου Ιερόθεου. Επικαλέστηκε και πολλούς άλλους λόγους, που άπτονταν του εκκλησιαστικού δικαίου, για να προσβάλλει το κύρος και τη νομιμότητα του ΑΕΔ. Οι μομφές του εναντίον της κυβέρνησης προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του Υπουργού των Εκκλησιαστικών. Ο Δίγκας ζήτησε αντίγραφο του υπομνήματος του Θεόκλητου, γιατί θεώρησε ότι περιελάμβανε εκφράσεις που πρόσβαλλαν το πολιτικό καθεστώς και προειδοποίησε για μελλοντική παραπομπή του στο Στρατοδικείο. Ο Θεόκλητος, απαντώντας στο εις βάρος του κατηγορητήριο, δεν το αποδέχτηκε και προσπάθησε να το αναιρέσει, υπερασπιζόμενος τις επιλογές της φιλοβασιλικής Συνόδου, στην οποία προέδρευε. Όσον αφορά δε στο Ανάθεμα, πίστευε ότι δεν αποτελούσε ανάμιξη στις πολιτικές διαμάχες, αλλά απλώς εκδήλωση της νομιμοφροσύνης προς την επίσημη κυβέρνηση του κράτους και στρεφόταν εναντίον του Βενιζέλου και όχι της παράταξης των Φιλελευθέρων στο σύνολό της. Κάλεσε επίσης το δικαστήριο να μην υποδουλώσει την Εκκλησία στο κράτος, με την έκδοση της τελικής ετυμηγορίας του.

Από τους υπόλοιπους Συνοδικούς, διαλλακτική τακτική ακολούθησαν οι Φωκίδος και Κεφαλληνίας, σε αντίθεση με τον Λαρίσης και τον Ηλείας, που απουσίαζαν από τις συνεδριάσεις και υπέβαλλαν έγγραφες απολογίες. Πάντως, ανεξάρτητα από την υπερασπιστική τακτική που επέλεξαν, κοινό γνώρισμα όλων των επιχειρημάτων τους ήταν η επίκληση των κινδύνων που διέτρεχε η ζωή τους από τα φανατισμένα πλήθη και τις ασφυκτικές πιέσεις, που υφίσταντο από τους Επίστρατους. Αφού ολοκληρώθηκαν οι απολογίες τους, ο Κασσανδρείας Ειρηναίος που εκτελούσε χρέη δικαστή, συσχέτισε εύστοχα την τέλεση του Αναθέματος με τις εκτιμήσεις των ιεραρχών για την πολιτική κατάσταση εκείνης της περιόδου· εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι «οι κατηγορούμενοι προέβησαν εις το ανάθεμα, ίνα αρέσωσι τω βασιλεί και το φοβερώτερον, ότι μετά τόσου θάρρους προέβησαν εις τούτο, διότι μετά τα Νοεμβριανά γεγονότα, την καταστροφήν του φιλελευθέρου τύπου και τα φλογερά άρθρα του αντιθέτου τύπου, εσχημάτισαν την εντύπωσιν ότι ο Βενιζέλος ήτο νεκρός πολιτικώς και έρριπτον λίθον επί νεκρού, κατ’ αυτούς, σώματος. Μεγαλυτέρα ασέβεια δεν υπάρχει. Ο Άγιος Αθηνών είναι επιφυλακτικός και εν επί τοις εκατόν, εάν ήλπιζε να έλθη ο κ. Βενιζέλος, δεν θα προέβαινε». Στην περίπτωση του Αθηνών Θεόκλητου, επιχειρήθηκε και η ηθική του απαξίωση, καθώς το 1918, του αφαιρέθηκε το παράσημο του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος και διαγράφηκε από τους τιτλούχους του Τάγματος.

Αφού μελετήθηκαν οι απολογίες, όλοι οι Συνοδικοί κρίθηκαν ένοχοι των κατηγοριών, αλλά επιβλήθηκαν επιεικέστερες ποινές στους Επισκόπους Φωκίδος και Κεφαλληνίας γιατί επέδειξαν μεταμέλεια. Οι καταδικασθέντες Συνοδικοί δεν κατέγραψαν τις αναμνήσεις τους από τα γεγονότα αυτά και δεν έχει διασωθεί η δική τους μαρτυρία για τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις ποινές τους. Εξαίρεση αποτελεί ίσως ένα χειρόγραφο αυτοβιογραφικό σημείωμα του Επισκόπου Λαρίσης Αρσένιου Αφεντούλη. Σ’ αυτό, ο Αρσένιος, αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια, περίεγραψε, με εκτενείς αναφορές, τις ταλαιπωρίες του μετά την καταδίκη του. Θυμόταν, μεταξύ άλλων ότι: «Τον Ιούλιον του έτους 1917 προ της διαδικασίας μας μετά του Μητροπολίτου Αθηνών Θεοκλήτου και του Επισκόπου Ηλείας Δαμασκηνού εξωρίσθην εις την Ι. Μονήν της Παναγίας εις την νήσον Αίγιναν. Κατά Ιούλιον του έτους 1918 συλληφθείς υπό ενόπλων χωροφυλάκων και φυλακισθείς παρεπέμφθην μετά εικοσαήμερον εις το Στρατοδικείον υπό συνοδείαν ενόπλων χωροφυλάκων εις Λάρισαν. Μετά την υπ’ αυτού πανηγυρικήν αθώωσίν μου κατ’ Αύγουστον ιδίου έτους απηλάθην εις την Νήσον Αμοργόν Κυκλάδων. Τον Νοέμβριον του έτους 1919 υπό συνοδείαν ενόπλων χωροφυλάκων μετεφέρθην ως εξόριστος εις την εν Ζακύνθω Ι. Μονήν του Αγίου Διονυσίου, οπόθεν απεστάλην εις την ερημόνησον Στροφάδων. Εκείθεν κατά Μάιον του 1920, ασθενήσας, αποφάσει της Ι. Συνόδου μετεφέρθην εις Ζάκυνθον εν τη Ι. Μονή Αγίου Διονυσίου».

Η λήξη των εργασιών του Δικαστηρίου, για το έτος 1917, σύμφωνα με τη βενιζελική προσέγγιση των πραγμάτων, σήμαινε για την Εκκλησία της Ελλάδος την ‘εξυγίανσή’ της, η κυβέρνηση εξέφρασε την ευαρέσκεια της και υποσχέθηκε την αμέριστη συμπαράστασή της για την εκκλησιαστική ‘ανόρθωση’, προσανατολισμένη εντός των πλαισίων που είχαν τεθεί από το 1914.

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ο τρόπος διαχείρισης της μνήμης αυτών των γεγονότων από τους άμεσα εμπλεκόμενους, δηλαδή τους δικαστές και τους κατηγορούμενους. Σχεδόν στο σύνολό τους οι κληρικοί απέφευγαν να αναφερθούν δημόσια σε αυτά τα συμβάντα και να υπερασπιστούν τις επιλογές τους, φανερώνοντας την αμηχανία τους για τους ρόλους τους, είτε στα Αναθέματα, είτε στη λειτουργία του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου. Οι μόνες περιπτώσεις ιερέων που υπεραμύνθηκαν με συγγράμματά τους, της συμμετοχής τους στα Αναθέματα ήταν του Πολύκαρπου Ζάχου, τότε ιεροκήρυκα Δημητριάδος, ο οποίος, το 1917, εξέδωσε το βιβλίο «Το Ανάθεμα των Προδοτών και η ιερότης της βασιλείας» και του Γερμανού Ρουμπάνη, τότε Διευθυντή της Ιερατικής Σχολής Τρίπολης, ο οποίος, το 1958, ως Μητροπολίτης πλέον Μαντινείας και Κυνουρίας, εξακολουθούσε να δικαιολογεί τα Αναθέματα και την προσωπική του εμπλοκή σ’ αυτά.

Ήταν κοινή η εκτίμηση τόσο των δικαστών, όσο και της πολιτικής ηγεσίας ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίστηκαν με επιείκεια και δεν τους επιβλήθηκαν  εξοντωτικές ποινές. Μάλιστα, προκλήθηκαν και αντιδράσεις από μερίδα του Τύπου, που επιθυμούσε ακόμα αυστηρότερη αντιμετώπισή τους. Οι δικαστές ωστόσο κάνοντας τον επίσημο απολογισμό της εργασίας τους, την αξιολόγησαν ως δίκαιη. Όσον αφορά στην αμεροληψία της διαδικασίας θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κυβερνητική παρουσία ήταν συνεχής, μέσω του κυβερνητικού Επιτρόπου Αμίλκα Αλιβιζάτου, στις συνεδριάσεις. Δεν παρατηρήθηκαν ωστόσο εμφανείς παρεμβάσεις στο έργο των δικαστών. Οι αδυναμίες  της εντοπίζονται περισσότερο στα πολιτικά φρονήματα των ίδιων των δικαστών-αρχιερέων και λιγότερο στις άμεσες πιέσεις της πολιτικής εξουσίας. Άλλωστε, η ίδια η σύνθεση των δικαστών και των ανακριτών εξασφάλιζε εκ των προτέρων τις επιθυμητές ετυμηγορίες και καθιστούσε περιττές τις απροκάλυπτες και έξωθεν παρεμβάσεις. Από την άλλη πλευρά βέβαια, πρέπει να τονιστεί πως το δικαστήριο δημιουργήθηκε με την πολιτική βούληση του κόμματος των Φιλελευθέρων και εξυπηρετούσε την επιθυμία του να λειτουργήσουν οι επιβληθείσες ποινές αποτρεπτικά για την εμφάνιση παρόμοιων φαινομένων και στο μέλλον. Η πλέον σημαντική όμως παράμετρος ήταν η απομάκρυνση εκείνων των ιεραρχών που θα μπορούσαν να αντιπολιτευθούν την κυβέρνηση στην εφαρμογή της εκκλησιαστικής της πολιτικής και κυρίως στη μεταβολή της ηγεσίας στην εκκλησιαστική διοίκηση. Θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι ο Θεόκλητος και οι υπόλοιποι Συνοδικοί εξέφραζαν στο εκκλησιαστικό επίπεδο τις αντίστοιχες δυνάμεις του παλαιοκομματισμού στο πολιτικό και η απομάκρυνσή τους κρινόταν αναγκαία προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ‘ανόρθωσης’.

Συμπερασματικά, η σύσταση και λειτουργία του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου αποτελούσε ένα τμήμα μόνο της πρώτης περιόδου των ‘εκκαθαρίσεων’ σε διάφορους τομείς του κρατικού μηχανισμού (δημόσιος τομέας, δικαιοσύνη και στρατός), στις οποίες προέβη η βενιζελική κυβέρνηση, μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα. Η πολιτική των ‘εκκαθαρίσεων’ αξιολογήθηκε ως απαραίτητη για δύο κυρίως λόγους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτικό εργαλείο για να γίνει αντιληπτή η στάση της κυβέρνησης και στο χώρο της Εκκλησίας: α) εγγυόταν την απαλλαγή όσων ιεραρχών οι ιδέες δυσχέραιναν την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, παραμένοντας πιστοί στον εξόριστο βασιλιά Κωνσταντίνο και β) εξοικονομούσε επισκοπικές θέσεις για την στελέχωσή τους με υποστηρικτές των Φιλελευθέρων, που θα λειτουργούσαν επικουρικά στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Η καινοτομία της πολιτικής των ‘εκκαθαρίσεων’, έτσι όπως υλοποιήθηκε στην Εκκλησία και η διαφοροποίηση σε σχέση με τον τρόπο που εφαρμόστηκε στους κρατικούς τομείς, ήταν ότι ανατέθηκε από την Πολιτεία στους ίδιους τους κληρικούς, οι οποίοι ανέλαβαν το βάρος και την ευθύνη της εφαρμογής της. Η βούληση της κυβέρνησης ήταν να δώσει στους φιλοβενιζελικούς αρχιερείς μία αίσθηση ελευθερίας κινήσεων και σχετικής ανεξαρτησίας στην εκδίκαση των υποθέσεων, παρουσιάζοντας εν τέλει τις καταδικαστικές αποφάσεις ως έργο της ίδιας της Εκκλησίας και όχι δικό της.

Οι μνήμες από το Ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου παραμένουν ανθεκτικές στην εσωτερική πολιτική ζωή, ιδιαίτερα σε πριόδους πόλωσης ή σύγκρουσης της πολιτικής με την εκκλησιαστική εξουσία, αλλά και στη συλλογική εκκλησιαστική συνείδηση· ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, στις 2 Απριλίου 2000, αποδοκίμασε την ανάμιξη της Εκκλησίας στις πολιτικές διαμάχες του Εθνικού Διχασμού: «Σκέφτομαι ότι θα έπρεπε κάποτε η Εκκλησία να ζητήσει συγγνώμη από τον λαό για την ανάμειξή της στις πολιτικές διαμάχες του αιώνος που πέρασε και ειδικότερα για την ανάμειξή της στον διχασμό ο οποίος ταλάνισε τον Ελληνισμό κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του. Ήταν πραγματικό λάθος να αποφασίζονται αναθέματα για πολιτικούς λόγους και η Εκκλησία να χρησιμοποιείται, κατά κάποιον τρόπο, για να επενδύουν επάνω εις αυτήν οι διάφοροι πολιτικοί άνδρες τις δικές τους επιδιώξεις».

Ο Θεοδόσης Τσιρώνης είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ..

Σημείωση: το κείμενο αντλεί στοιχεία από τη διδακτορική διατριβή του γράφοντος. Στη συνέχεια, παρατίθενται βασικές πηγές και βιβλιογραφία:

 

Πηγές

 Α. Αδημοσίευτες πηγές

Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο Αθήνας

Αρχείο Πατριωτικής Ενώσεως

Ίδρυμα Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου και της αντίστοιχης εθνικής περιόδου

Ιστορικό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου

Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων

Αρχείο Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου Παντολέοντος

Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης

φάκ. 15/10, Ιερά Μητρόπολις Κασσανδρείας

φάκ. 69/8, υποφ. Γ1λστ´, Εκκλησιαστικόν Αρχιερατικόν Συμβούλιον

Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

φάκ. 1.7, Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος

φάκ. 1.37, Ενοριακά-Εφημεριακά (1909-1961)

φάκ. 1.42, Διάφορα (1915-1923)

φάκ. 1.59, Καταγγελίαι (1906-1920)

φάκ. 1.79, Ιεροκήρυκες (1838-1964)

φάκ. 12, Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος, Επισκοπικά (1883-1941), υποφ. 3 και υποφ. 6

φάκ. 13, Ιερά Μητρόπολις Σερβίων και Κοζάνης, Μητροπολίτες Φώτιος και Ιωακείμ (1918-1936)

φάκ. 40, Ιερά Μητρόπολις Λαρίσης, Επισκοπικά (1882-1940)

φάκ. 70, Ιερά Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης, Μητροπολίτου Σπάρτης καταγγελλομένου (1902-1925)

φάκ. Θέματα Συνόδου (1915-1919), υποφ. έτους 1916 και υποφ. ετών 1917-1919

φάκ. Εθνικά-Πολεμικά Θέματα (1834-1949)

Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών

1914, φάκ. Β/35, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

1916, φάκ. Β/35, υποφ. 1, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

1917, φάκ. Β/35, υποφ. 2, (Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα)

Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα

Κώδικας Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Κασσανδρείας, β´ τόμ. (1914-1925)

Περιοδικά

Γρηγόριος ο Παλαμάς, 1917-1918, Εκκλησιαστικός Κήρυξ, 1914-1915

Ζωή, 1913, 1915, 1917-1918

Εφημερίδες

Εμπρός, 1916

Β. Δημοσιευμένες πηγές

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι (1901-1933), α´ τόμ., Αθήνα 1955.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι (1934-1956), β´ τόμ., Αθήνα 1956.

Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον, Απόφασις Καταδίκης των Μελών της Ιεράς Συνόδου της ΞΑ´ Περιόδου, Έκδοσις «Πατριωτικής Ενώσεως», Αθήνα 1917.

Έγγραφα επί του ζητήματος της παύσεως του Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου και του διορισμού των καθηρημένων και εκπτώτων Επισκόπων (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1920), Αθήνα 1920.

Πρακτικά της εν Θεσσαλονίκη συγκληθείσης Συνελεύσεως των Ιεραρχών της Ν. Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1917.

ΦΕΚ 11ης Ιουλίου 1917.

Φύλλον Εφημερίδος της Προσωρινής Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος 1ης Ιουνίου 1917.

Γ. Βιβλιογραφία

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Η εκκλησιαστική ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, κε´ τόμ., Θεσσαλονίκη 1981.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Εκκλησιαστική Ιστορία. Η Εκκλησία των Νέων Χωρών, Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Η Εκκλησία Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995.

Αγγελόπουλος Αθανάσιος Αν., Εκκλησιαστική ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (εικοστός αιώνας), Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

Αλεξιάδης Γεννάδιος (Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης), «Η Εκκλησία των Νέων Χωρών», ΓΠ, 145, (Ιανουάριος 1928), 14-26, 146, (Φεβρουάριος 1928), 55-63 και 147, (Μάρτιος 1928), 103-120.

Αλιβιζάτος Αμίλκας, Η εν τω ελληνικώ κράτει εκκλησιαστική πολιτική, Λόγος εκφωνηθείς εντολή της Συγκλήτου εν τη αιθούση των τελετών του Πανεπιστημίου τη 30 Ιανουαρίου 1932 επί τη εορτή των Τριών Ιεραρχών και τω κατ’ αυτήν τελεσθέντι μνημοσύνω των ιδρυτών, ευεργετών και καθηγητών του Πανεπιστημίου, Αθήνα 1932.

Αλιβιζάτος Αμίλκας, «Εκκλησία και πολιτική», Ελεύθερον Βήμα, 31 Οκτωβρίου 1934, σσ. 1-2.

Αναστασιάδης Γιώργος-Χεκίμογλου Ευάγγελος, Δημήτριος Γ. Δίγκας (1876-1974). Η ζωή και το έργο του Μακεδόνα Υπουργού, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002.

Ατέσης Βασιλείος Γ. (Μητροπολίτης πρ. Λήμνου), Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, β´ τόμ., Αθήνα 1953.

Ατέσης Βασίλειος Γ. (Μητροπολίτης πρ. Λήμνου), Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, γ´ τόμ., Αθήνα 1969.

Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μαλαματή, Πολιτικές και Συνταγματικές πτυχές του καθεστώτος των Νέων Χωρών, Εκδόσεις Επέκταση, Κατερίνη 2003.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, α´ τόμ. και β´ τόμ., Ίκαρος, Αθήνα 1970.

Χουρμούζιος Σ. Χρ., Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα, Λονδίνο.

Δέλτα Πηνελόπη Σ., Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος. Ημερολόγιο-Αναμνήσεις-Μαρτυρίες-Αλληλογραφία, Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Ερμής, Αθήνα 1978.

Δραγούμης Φίλιππος Στεφ., Ημερολόγιο. Διχασμός (1916-1919), Μάρκος Φ. Δραγούμης (επιμ.), Εκδόσεις ‘‘Δωδώνη’’, Αθήνα-Γιάννινα 1995.

Edgar William, «Οι εκκαθαρίσεις του 1917: η σημασία τους για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου», στο Θάνος Βερέμης και Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 519-550.

Ευστρατιάδης Σωφρόνιος (πρώην Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως), «Η Συνέλευσις των Ιεραρχών», ΓΠ, 1, (1917), 1-138 και 178-190.

Ευστρατιάδης Σωφρόνιος (πρώην Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως), «Το εν Αθήναις Ανώτατον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον», ΓΠ, 1, (1917), 569-576, 666-680, 689-703 και 772-786.

Frazer J. G., «The Cursing of Venizelos», Folklore, κβ΄ τόμ., 2, (30 Ιουνίου 1917), 133-140.

Γαλανόπουλος Μελέτιος Ευάγ., Εκκλησιαστικαί Σελίδες Λακωνίας, Αθήνα 1939.

Γαλανός Μιχαήλ Ι., «Η απολογία μου. Πως έχουν τα πράγματα», ΓΠ,  1, (1917), 704-713.

Γατόπουλος Δ., Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (1875-1938), Εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1947.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Εκκλησία και κράτος (1833-1997). Ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους, Εκδόσεις ‘‘Το Ποντίκι’’, Αθήνα.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο, Προσκήνιο, Αθήνα 2001.

Καραθανάσης Αθανάσιος – Τριανταφυλλίδης Γεώργιος, Η Επισκοπική Σύνοδος της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (19ος-20ός αιώνας), Μακεδονική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1994.

Καταπόδης Πάνος, Βεελζεβουλικά. Σάτυραι κατά του Βεελζεβούλ Βενιζέλου, Αθήνα 1931.

Κολτούκη Πελαγία Γ., Ο κώδικας αλληλογραφίας της Μητροπόλεως Κασσανδρείας (1907-1925), ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1997.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., «Ανάθεμα κατά Βενιζέλου», ΘΗΕ, β´ τόμ., Αθήνα 1963, σσ. 474-477.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα 1970.

Κονιδάρης Ι. Μ., «Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στα εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής του», στο Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως νομικός. Η συμβολή του στην αναμόρφωση του ελληνικού δικαίου, Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών ‘‘Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος’’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σσ. 149-172.

Κοντογιώργος Χριστόφορος, Τα παρασκήνια του Αναθέματος, Αθήνα 1917.

Κούρκουλας Κωνσταντίνος, «Γαλανός Μιχαήλ», ΘΗΕ, δ´ τόμ., Αθήνα 1964, σσ. 155-157.

Κρανιωτάκης Ν., «Ο διωγμός», Η Καθημερινή, 8 Απριλίου 1924, σ. 1.

Κυράτσος Διονυσίος Κ., Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας από τις απαρχές της μέχρι σήμερα, Δράμα 1995.

Λεβίδης Νικόλαος, Τα κατά της Εκκλησίας τολμηθέντα, Αθήνα 1921.

Λευκοπαρίδης Ξ. (επιμ.), Αλληλογραφία της Π. Σ. Δέλτα (1906-1940), Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 1956.

Λιναρδάτος Σπύρος, Πως εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Θεμέλιο, Αθήνα 1988.

Λογοθετόπουλος Κ., Ιδού η Αλήθεια, Αθήνα 1948.

Μανωλιδάκης Γιάννης, Ελευθέριος Βενιζέλος. Η άγνωστη ζωή του, Εκδόσεις «Γνώση», 1985.

Mavrogordatos George Th., Stilborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece (1922-1936), University of California Press, Berkeley-Los Angeles-London 1983.

Μουρέλος Γιάννης, Τα ‘‘Νοεμβριανά’’ του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006.

Νανάκης Ανδρέας, Η Εκκλησία και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών ‘Ελευθέριος Βενιζέλος’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008.

Πανώτης Αρ., «Γερμανός ο Μαυρομμάτης. Μητροπολίτης πρώην Δημητριάδος», ΘΗΕ, δ´ τόμ., Αθήνα 1964, σσ. 403-406.

Παπαδάκης Χρυσόστομος, Το ανάθεμα του Βενιζέλου και ο Άγιος Νεκτάριος, στην ιστοσελίδα: http://www.kairatos.com.gr/afieromata/anathemavenizeloy.htm (ανάκτηση: 9 Νοεμβρίου 2019).

Παπαγεωργίου Νίκη Η., Η Εκκλησία στη νεοελληνική κοινωνία. Γλωσσοκοινωνιολογική ανάλυση των εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2000.

Πλουμίδης Γιώργος, «Αντιβενιζελικά φυλλάδια και η πολιτική τους (1910-1935)» στο Θάνος Βερέμης και Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 605-631.

Πρίντζιπας Γιώργος Θ., Οι μεγάλες κρίσεις στην Εκκλησία. Πέντε σταθμοί στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Εκδόσεις Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος, Αθήνα 2004.

Ψυχογιού Ελένη, «Το Ανάθεμα στην ελληνική λαογραφία», Ε-Ιστορικά, 274, (24 Φεβρουαρίου 2005), 36-41.

Ρήγος Άλκης, Η Β´ Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935). Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, Θεμέλιο, Αθήνα 1992.

Σοϊλεντάκης Νικόλαος Π., «Το κύρος του Αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου (ανέκδοτα στοιχεία)», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 44ος, (2004), 721-741.

Σπεράντζας Θεοδόσιος Κ., «Ελευθέριος Βενιζέλος», ΘΗΕ, γ´ τόμ., Αθήνα 1963, σσ. 804-808.

Στεφάνου Στέφανος Ι. (επιμ.), Ελευθερίου Κ. Βενιζέλου Πολιτικαί υποθήκαι ανθολογήσαι από τα κείμενα αυτού, β΄ τόμ., Αθήνα 1969.

Στράγκας Θεοκλήτος Α., Κάτοπτρον σχέσεων αντιμαχομένων Εκκλησίας και Πολιτείας (1817-1967), Αθήνα 1967.

Στράγκας Θεοκλήτος Α., Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), α´ τόμ., Αθήνα 1969, β´ τόμ., Αθήνα 1970.

 

Έλλη Λεμονίδου: Αποτυπώσεις και ερμηνείες της δεκαετίας του 1940 στον ελληνικό κινηματογράφο

Έλλη Λεμονίδου

Αποτυπώσεις και ερμηνείες της δεκαετίας του 1940 στον ελληνικό κινηματογράφο

 

Εισαγωγή

H δυναμική του κινηματογράφου ως προνομιακού φορέα «συνομιλίας» με το παρελθόν είναι ένα θέμα που έχει επισημανθεί πολλαπλώς από τη σύγχρονη έρευνα, ιδίως μετά τη ραγδαία κατά τις τελευταίες δεκαετίες ενίσχυση του ενδιαφέροντος για τη Δημόσια Ιστορία και την αντίστοιχη προβολή της σημασίας του οπτικού γραμματισμού στο πλαίσιο της εγκύκλιας και μη εκπαιδευτικής διαδικασίας. Λόγω της πολυδύναμης λειτουργίας του ως μέσου που υποβάλλει τον θεατή σε μια ολοκληρωμένη αισθητική εμπειρία, το κινηματογραφικό έργο έχει τη δύναμη να επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση της εικόνας για μια ιστορική περίοδο. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η δυναμική του κινηματογραφικού μέσου δεν περιορίζεται μόνο στην παραδοσιακή μορφή θέασης στις σκοτεινές αίθουσες, αλλά διατηρείται με αμείωτη ένταση και μέσω των νεότερων μορφών διακίνησης των κινηματογραφικών προϊόντων, από την τηλεόραση και τη βιντεοταινία έως το διαδίκτυο.[1]

Η ενασχόληση του κινηματογράφου με το παρελθόν έχει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα όταν τα θέματα των ταινιών συνδέονται με ιδιαιτέρως σημαντικά και ευαίσθητα ζητήματα της πρόσφατης ιστορίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο τρόπος διαχείρισης μέσα από την κινηματογραφική εικόνα (είτε πρόκειται για συγκεκριμένες στάσεις απέναντι στα γεγονότα, είτε ακόμα και για παραλείψεις ή σιωπές) δύναται να έχει έως και καθοριστική σημασία για τη διαμόρφωση συλλογικών αντιλήψεων γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Ως εκ τούτου, η ακαδημαϊκή έρευνα για τη σχέση ιστορίας και κινηματογράφου αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στην κινηματογραφική διαχείριση αυτής της κατηγορίας θεμάτων, καθώς αποτελούν το πλέον πρόσφορο πεδίο για την κατανόηση και αξιολόγηση της επιδραστικότητας του μέσου.

 

Η δεκαετία του 1940 και ο ελληνικός κινηματογράφος – Γενικές παρατηρήσεις

Ελάχιστοι θα διαφωνούσαν με την εκτίμηση ότι η δεκαετία του 1940 αποτελεί το πλέον ενδεικτικό παράδειγμα σημαντικού και ευαίσθητου ζητήματος στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τα πολλαπλά και καθοριστικής σημασίας γεγονότα εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να βρίσκονται, σχεδόν οκτώ δεκαετίες αργότερα, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τόσο της ιστοριογραφικής έρευνας, όσο και της δημόσιας συζήτησης για το παρελθόν, προκαλώντας συνεχώς νέες προσεγγίσεις και ερμηνείες, ενίοτε δε και αντιπαραθέσεις. Παρουσιάζει, συνεπώς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξέταση του τρόπου με τον οποίο έχει αντιμετωπίσει την περίοδο αυτή η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή, από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και έως τις μέρες μας, καθώς και η κατανόηση του διαχρονικού βαθμού συμβολής αυτού του μέσου στη συνολική της πρόσληψη.

Η πρώτη διάσταση που οφείλει να έχει κανείς υπόψη του προσεγγίζοντας τη δεκαετία του 1940 (και γενικά, αλλά και ειδικότερα ως προς την κινηματογραφική της διαχείριση) είναι ο πολύπτυχος και πολύπλοκος χαρακτήρας της. Η συγκεκριμένη περίοδος, την οποία, για μια σειρά από λόγους, οφείλουμε να εξετάζουμε ως ένα ενιαίο σύνολο, αποτελείται από πολλά διαφορετικά γεγονότα, σαφώς αλληλένδετα μεταξύ τους, αλλά ενίοτε και με έντονο βαθμό αυτονομίας ως προς τη δυναμική τους: ο Πόλεμος του 1940-1941, η Κατοχή, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1946-1949, αλλά και ειδικότερες πτυχές, όπως τα Δεκεμβριανά ή το ζήτημα της αντιμετώπισης των Ελλήνων Εβραίων, αποτελούν ισχυρά υποπεδία της ιστορικής έρευνας, με μεγάλο όγκο πρωτογενούς και δευτερογενούς υλικού για κάθε περίπτωση. Αυτό έχει ως συνέπεια πολλές από τις μελέτες για την εν λόγω περίοδο να χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα, η δε καταγραφή ολοκληρωμένων συνθέσεων να αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη πρόκληση, η οποία ωστόσο δεν πρέπει να λειτουργεί ανασταλτικά ως προς το έργο των μελετητών.

1941-1942: Ο λιμός της Αθήνας.

Πριν προχωρήσουμε στην αναλυτικότερη επισκόπηση της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής για τη δεκαετία του 1940, είναι χρήσιμο να προβούμε σε ορισμένες προκαταρκτικές επισημάνσεις, οι οποίες δύνανται να λειτουργήσουν και ως οδηγός για την ανάγνωση του υπόλοιπου κειμένου.

α) Η ελληνική περίπτωση, παρά τις ιδιαιτερότητές της, δεν διαφέρει από τις περιπτώσεις άλλων ευρωπαϊκών κρατών, όπου η μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ευρύτερα της δεκαετίας του 1940 (εξ ορισμού τραυματική σχεδόν στο σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου) γνώρισε πολλές διακυμάνσεις και μεταβολές, ευρισκόμενη σε άμεση διασύνδεση με την πολιτική συγκυρία και τις ευρύτερες πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις κάθε επιμέρους περιόδου σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο. Η κινηματογραφία –στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα– ακολουθεί σταθερά αυτήν την τάση.

β) Στην περίπτωση του ελληνικού κινηματογράφου, οι ταινίες με θεματικό επίκεντρο ή ουσιώδεις αναφορές στα γεγονότα της δεκαετίας του 1940 δεν είναι ιδιαίτερα πολλές στον αριθμό, πολύ δε περισσότερο αν συγκριθούν με τα συνολικά ποσοτικά δεδομένα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής κατά τις πρώτες ιδίως μεταπολεμικές δεκαετίες[2] – ακόμα και με αυτή την παραδοχή, ωστόσο, το δείγμα παραμένει σημαντικό και δύσκολα διαχειρίσιμο στο πλαίσιο μιας ενιαίας θεώρησης, καθώς εμπεριέχει πολλών τύπων προσεγγίσεις από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους κινηματογραφικά είδη.

γ) Σε ένα πολύ σημαντικό μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής, ανεξαρτήτως είδους, διακρίνεται μια ιδιαίτερη έμφαση στην καταγραφή του βιώματος της εξεταζόμενης εποχής (είτε στην ατομική/οικογενειακή, είτε σε μια πιο γενική, σχεδόν πανανθρώπινη διάσταση), σε βάρος μιας πιο ιστορικής προσέγγισης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο θα επισημανθεί και στη συνέχεια του κειμένου, συνδέεται σε έναν βαθμό και με μια ειδικότερη παρατήρηση: οι ταινίες για τη δεκαετία του 1940, μια περίοδο κατεξοχήν χαρακτηριζόμενη από την παρουσία της βίας, επιβεβαιώνουν μια γενικότερη τάση του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την αναπαράσταση του πολέμου στο σελιλόιντ[3] – η κύρια εξαίρεση σε αυτή την τάση εντοπίζεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με απολύτως διακριτά πολιτικοκοινωνικά χαρακτηριστικά.

Στην ανάλυσή μας θα ακολουθήσουμε τη χρονολογική ταξινόμηση των ταινιών που αναφέρονται μερικώς ή ολικώς στη δεκαετία του 1940 – αν και τα χρονολογικά όρια δεν είναι απολύτως ασφαλή και στεγανά ως προς την κατάταξη των ταινιών, οριοθετούν ωστόσο σαφείς τάσεις με σημαντικό βαθμό αναφοράς για τις αντίστοιχες περιόδους, ενώ τα προτεινόμενα έτη-τομές συμπίπτουν με καθοριστικά ορόσημα της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας.

 

1949-1967: αποφεύγοντας το τραύμα

Οι δύο δεκαετίες που ακολούθησαν τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου αποτελούν την εποχή της άνθισης της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, που πραγματώνεται με δύο διαφορετικούς τρόπους. Στη δεκαετία του 1950 κυριαρχούν οι μελοδραματικές ταινίες, οι οποίες αναπαριστάνουν τη δύσκολη καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που πασχίζουν να σταθούν στα πόδια τους. Την επόμενη δεκαετία, αντίθετα, ο ελληνικός κινηματογράφος, επηρεασμένος από τα δυτικά πρότυπα, στρέφεται προς την παραγωγή πιο ευχάριστων και ανάλαφρων ταινιών. Κοινός στόχος όλης αυτής της δημιουργίας είναι να προσφέρει στον μέσο θεατή ψυχαγωγία και διασκέδαση, αποσπώντας την προσοχή του από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιλογή της παράκαμψης κάθε αναδρομής σε πρόσφατα δεινά, όπως αυτά που σωρευτικά είχε επιφέρει η δεκαετία του 1940 σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, ενώ, αντίθετα, προτιμώνται οι απεικονίσεις μιας ειρηνικής καθημερινότητας.[4]

Στις ελάχιστες ταινίες που πραγματεύονται τα ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940, οι Έλληνες σκηνοθέτες ασχολούνται περισσότερο με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή παρά με τον Εμφύλιο, ακολουθώντας το ευρύτερο κλίμα της μεταπολεμικής πραγματικότητας και πειθαρχώντας στους αυστηρούς κανόνες της λογοκρισίας της εποχής.[5] Στις ταινίες αυτές υπερτονίζονται, μεταξύ άλλων, οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο, η γενναιότητα και η αυτοθυσία των Ελλήνων πολεμιστών, ενώ έμφαση δίνεται σε περιπτώσεις ατομικού ηρωισμού, κυρίως σαμποτέρ σε ειδικές αποστολές και κατασκόπων που συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική νίκη έναντι του Ναζισμού. Παράλληλα, αποσιωπάται κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να διχάσει την ελληνική κοινωνία, σε μια προσπάθεια να προβληθούν ο υπερταξικός χαρακτήρας της Αντίστασης, η εθνική ομοψυχία και ενότητα του ελληνικού λαού, η σύσσωμη συσπείρωσή του ενάντια στον κατακτητή και η παλλαϊκή αντίσταση.

Ψηλά τα χέρια Χίτλερ (1962).

Ξεχωριστή θέση στην παραγωγή αυτής της περιόδου κατέχουν δύο ταινίες που έχουν αποκτήσει εμβληματική θέση στη ελληνική φιλμογραφία για τη δεκαετία του 1940· πρόκειται για το δημοφιλές έργο Οι Γερμανοί ξανάρχονται (Αλέκος Σακελλάριος, 1948) που θέτει ξεκάθαρα –έστω και σε μια κάπως πρόωρη και άκαιρη στιγμή, μεσούντος ακόμα του Εμφυλίου– ζήτημα εθνικής συμφιλίωσης και για το Ξυπόλητο τάγμα του Ελληνοαμερικανού Γκρεγκ Τάλλας (1953), που παρουσιάζει με τρόπο ανάγλυφο τις κακουχίες της Κατοχής, αλλά και τις μικρές καθημερινές πράξεις αντίστασης μέσα από τις περιπέτειες μιας ομάδας ορφανών παιδιών. Η καθημερινότητα της Κατοχής και η τραυματική μνήμη της εποχής κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην επίσης γνωστή ταινία του Ροβήρου Μανθούλη Ψηλά τα χέρια Χίτλερ (1962). Τέλος, από την παραγωγή της εποχής αξίζει να μνημονεύσουμε τις πρώτες προσπάθειες διατύπωσης ενός εναλλακτικού λόγου για την περίοδο από ορισμένους δημιουργούς προερχόμενους από τον χώρο της Αριστεράς (Νίκος Κούνδουρος, Παράνομοι, 1958· Άδωνις Κύρου, Το μπλόκο, 1964· Ροβήρος Μανθούλης, Πρόσωπο με πρόσωπο, 1966), αλλά και τις σποραδικές αναφορές στο ζήτημα της αντιμετώπισης των Ελλήνων Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Γρηγόρης Γρηγορίου, Το πικρό ψωμί, 1951· Ντίνος Δημόπουλος, Αμόκ, 1953· Κώστας Μανουσάκης, Προδοσία, 1964), οι οποίες, καίτοι λίγες στον αριθμό, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον με δεδομένο το πέπλο σιωπής που κυριαρχούσε για το συγκεκριμένο θέμα εκείνη την εποχή.[6]

             

                            Οι Γερμανοί ξανάρχονται (1948) – Μίμης Φωτόπουλος, Βασίλης Λογοθετίδης                                      

 

1967-1974: πραγματώσεις και αποκλίσεις μιας εθνικής ρητορικής

Η περίοδος από το 1967 έως το 1974, που συμπίπτει χρονικά με το καθεστώς της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, πέρα από τα πολύ ιδιαίτερα κοινωνικοπολιτικά της χαρακτηριστικά, έχει και μια πολύ ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Είναι η εποχή κατά την οποία, από τη μία πλευρά, κορυφώνεται η επίδραση της επίσημης κρατικής ιδεολογίας στο έργο των κινηματογραφιστών, ενώ, σε μια παράλληλη πορεία, καταγράφεται η αποκορύφωση της δυναμικής και η αρχή της κάμψης του κινηματογράφου ως προνομιακού μέσου μαζικής ψυχαγωγίας, με σταδιακή υποκατάστασή του από την τηλεόραση. Όπως είναι εύλογο, αυτή η οριακή συγχρονία αποτυπώνεται με τρόπο εύγλωττο και στην παραγωγή ταινιών με ιστορικό περιεχόμενο.

Με δεδομένο ότι, στα πρώτα τουλάχιστον χρόνια της δικτατορίας, ο κινηματογράφος παρέμενε η πιο δημοφιλής λαϊκή μορφή διασκέδασης, αρκετοί σκηνοθέτες στράφηκαν με προθυμία στην παραγωγή ταινιών όπου η πρόσφατη ελληνική ιστορία αποτελούσε τον βασικό καμβά ή το θεματικό φόντο της υπόθεσης. Καταγράφονται μάλιστα και αρκετές περιπτώσεις αναπαράστασης του πολέμου στο κινηματογραφικό πανί, σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση του ελληνικού σινεμά. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για ταινίες μελοδραματικού χαρακτήρα, χωρίς ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία, που υπηρετούσαν το κυρίαρχο αφήγημα για το ένδοξο παρελθόν και την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού. Πιο συγκεκριμένα, γυρίζονται ταινίες για μια σειρά από περιόδους της ελληνικής ιστορίας (Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Επανάσταση 1821, Μακεδονικός Αγώνας), τη μερίδα του λέοντος όμως έχουν τα έργα με αναφορά στις διάφορες πτυχές της δεκαετίας του 1940.

Αριστερά: 28 Οκτωβρίου Ώρα 5.30 (1971). Δεξιά: Υπολοχαγός Νατάσσα (1970). Εξώφυλλο του περιοδικού Ρομάντσο.

Το αποκορύφωμα αυτής της δραστηριότητας σημειώνεται στα χρόνια 1970-1971, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των ταινιών αυτών παρουσιάζουν μεγάλη εισπρακτική κίνηση, σαφώς καλύτερη από αυτή αντίστοιχων ταινιών της προηγούμενης περιόδου. Αναφέρεται ενδεικτικά, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η τάση για αξιοποίηση του ιστορικού υποβάθρου της δεκαετίας του 1940 συνάντησε τα πρόσωπα και τις τεχνικές εντυπωσιασμού του εμπορικού κινηματογράφου, η ταινία Υπολοχαγός Νατάσσα (1970), η οποία επικαλείται θεματικά τον αγώνα εναντίον των κατακτητών μέσα από εντυπωσιακά εφέ αλλά και προβληματικές επιλογές σε επίπεδο σεναρίου και σκηνοθεσίας, εξασφαλίζοντας, ωστόσο, πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες.[7]

Οι ταινίες για την Κατοχή και την Αντίσταση ακολουθούν τους ίδιους κανόνες που δεσπόζουν στην κινηματογραφία των προηγούμενων δεκαετιών, δίνοντας έμφαση στον ρόλο του στρατού στην Αντίσταση και εξυμνώντας μεμονωμένα κατορθώματα ηρώων. Αποτυπώνεται η πίστη στο εθνικό ιδεώδες και στο ιστορικό βάθος του Ελληνισμού, σε μια επιλογή που υπηρετεί πλήρως τους σκοπούς και την ιδεολογία του καθεστώτος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κάθε διαφορετική εκδοχή για τα ιστορικά γεγονότα, σε επίπεδο σεναρίου ή πρωταγωνιστών, εφόσον διαφοροποιείται από τον κυρίαρχο ιδεολογικό κανόνα, είτε αποσιωπάται, είτε παρουσιάζεται με αρνητικό τρόπο.

Δεν λείπουν σποραδικά κάποιες αναφορές στη συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα γνήσιων πατριωτών από το στρατόπεδο της Αριστεράς – στις περιπτώσεις αυτές, ωστόσο, η αποτύπωση των χαρακτήρων τους συνοδεύεται από αναφορές στις έννοιες της «πλάνης» ή και της «μεταμέλειας», που αποτελούν στη φιλμική συνθήκη απαραίτητες προϋποθέσεις για την ένταξη των προσώπων αυτών στον εθνικό πατριωτικό κανόνα. Η τάση αυτή υπηρετεί και τις διακηρύξεις περί εθνικής ενότητας και συμφιλίωσης, όπως αυτές διατυπώνονταν από φορείς της κυρίαρχης ιδεολογίας της εποχής. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η αποτύπωση αυτού του μοτίβου στην ταινία του Ερρίκου Ανδρέου Δώστε τα χέρια (1971), μια από τις πιο γνωστές κινηματογραφικές αποτυπώσεις της εποχής του Εμφυλίου κατά την υπό εξέταση περίοδο.[8]

Εντούτοις, τη στιγμή ακριβώς που η κινηματογραφική εκμετάλλευση της δεκαετίας του 1940 για εμπορικούς και για ιδεολογικούς σκοπούς έφτανε στην κορύφωσή της, εμφανίστηκαν και τα πρώτα σημάδια διάβρωσης αυτού του κυρίαρχου μοντέλου, αφήνοντας περιθώριο για τη διατύπωση ορισμένων διαφορετικών φωνών. Μια σειρά σκηνοθετών, οι οποίοι είχαν διαπλαστεί μέσα στο κλίμα του ιδεολογικού αναβρασμού των προδικτατορικών χρόνων και είχαν επηρεαστεί έντονα από τα παραδείγματα και τις τεχνικές των ρηξικέλευθων ανανεωτών της κινηματογραφικής τέχνης στην Ευρώπη, άρχισαν να διατυπώνουν διαφορετικές προτάσεις για την κινηματογραφική αποτύπωση του ιστορικού παρελθόντος και ειδικά της επίμαχης περιόδου 1940-1949.

Ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1975).

Οι πρώτες ρωγμές στην επίσημη αφήγηση εμφανίζονται με έμμεσο τρόπο μέσα από τη δύναμη της σάτιρας – είναι αξιοσημείωτη, για παράδειγμα, η αξιοποίηση αυτού του στοιχείου μέσα στην όλως δραματική αποτύπωση της κατοχικής Αθήνας στη γνωστή ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση (1971).[9] Ωστόσο, τα πιο αποφασιστικά βήματα θα γίνουν με τις πρώτες ταινίες των εκπροσώπων του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, που θέτουν τις βάσεις για μια ποιοτική στροφή του ελληνικού κινηματογράφου (εστιασμένη πλέον όχι στην εμπορική επιτυχία, αλλά σε καλλιτεχνικά κριτήρια) που θα συνεχιστεί και μετά την πτώση της δικτατορίας. Ο αποδομητικός λόγος για το παρελθόν αποτελεί ένα από τα κυριότερα εργαλεία για την ανανέωση της κινηματογραφικής γραφής. Χαρακτηριστικότερη όλων είναι η περίπτωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το συνολικό έργο του οποίου επρόκειτο να είναι ένας διαρκής διάλογος με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο Αγγελόπουλος παρουσιάζει τα πρώτα του έργα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (Αναπαράσταση, 1970· Μέρες του ’36, 1972), ενώ πριν από την πτώση του καθεστώτος αρχίζει τα γυρίσματα του Θιάσου (1975), έργου εμβληματικού και διεθνώς αναγνωρισμένου ως προς την καλλιτεχνική του αξία. Υιοθετώντας τον αναστοχασμό απέναντι σε κρίσιμες στιγμές του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, ο Θίασος σηματοδοτεί την οριστική ρήξη με τον παραδοσιακό τρόπο κινηματογραφικής προσέγγισης της καθοριστικής δεκαετίας του 1940.[10]

 

Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; (1971) – Τελευταία σκηνή

                                     

Μεταπολίτευση: ένα νέο κινηματογραφικό τοπίο

Κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης διαμορφώνεται σταδιακά το κλίμα για μια πιο συναινετική προσέγγιση της δεκαετίας του 1940, με στόχο την αποκατάσταση της εθνικής ενότητας. Επιχειρείται, μεταξύ άλλων, μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις σε πολιτικό και σε συμβολικό επίπεδο, η οριστική ένταξη της Αντίστασης στο εθνικό αφήγημα, με τη μορφή του αγώνα σύσσωμου του ελληνικού έθνους για την απελευθέρωσή του από τους ξένους κατακτητές. Βεβαίως, η διαπραγμάτευση ορισμένων από τις πιο ευαίσθητες και προβληματικές πτυχές της περιόδου, ακόμα και στο επίπεδο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, επρόκειτο να καθυστερήσει για αρκετά ακόμη χρόνια.

Σε ό,τι αφορά την κινηματογραφική παραγωγή, μετά το 1974 ο εμπορικός κινηματογράφος, παρά τις σποραδικές αναλαμπές του, παραχωρεί οριστικά τη θέση του στην πιο ανθρωποκεντρική, αλλά και ουσιωδώς πολιτικοποιημένη παραγωγή των εκπροσώπων του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Η μεταδικτατορική ελληνική κινηματογραφία, ακολουθώντας τις ευρύτερες πνευματικές και καλλιτεχνικές τάσεις στη χώρα, έχει σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και αντιπαρατίθεται προς τις κυρίαρχες αφηγήσεις και τα ιδεολογήματα των προηγούμενων δεκαετιών. Δοκιμάζονται νέοι τρόποι στην κινηματογραφική αφήγηση, ενώ το ενδιαφέρον εστιάζεται πλέον στην αποτύπωση της βιωμένης εμπειρίας, στις ιστορίες των πρωταγωνιστών, που δεν έχουν τίποτε το ηρωικό ή το μεγαλειώδες, στην καταγραφή του τραύματος στην αμιγώς ανθρώπινή του διάσταση, πέρα από ιδεολογίες και στρατεύσεις. Ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης από την πρώιμη μεταπολιτευτική παραγωγή είναι οι ταινίες Χάππυ Νταίη (1976) του Παντελή Βούλγαρη και Οι Κυνηγοί (1977) του Θόδωρου Αγγελόπουλου.[11]

Η συνολική μεταβολή στο πολιτικό και πολιτισμικό μοντέλο της διαχείρισης της δεκαετίας του 1940 κορυφώθηκε μετά το 1981, ιδιαίτερα με το υψηλό συμβολικό φορτίο δύο σημαντικών κινήσεων που πραγματοποιήθηκαν από δύο διαφορετικές κυβερνήσεις: την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982 και την απόφαση για καταστροφή των φακέλων πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων το 1989. Παρά τις ποικίλες αντιπαραθέσεις που προκάλεσαν και οι δύο ενέργειες, επί της ουσίας συνέβαλαν στην έμπρακτη υπέρβαση των μετεμφυλιακών διαιρέσεων που είχαν ταλανίσει επί μακρόν την ελληνική κοινωνία, απελευθερώνοντας ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες διατύπωσης διαφοροποιημένων αφηγήσεων για το παρελθόν. Σε επίπεδο κινηματογραφικής παραγωγής, δύο πολυσυζητημένες (και επιτυχημένες εμπορικά, ιδίως η πρώτη) ταινίες (Ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο του Νίκου Τζήμα το 1980 και τα Πέτρινα Χρόνια του Παντελή Βούλγαρη το 1985) καταγράφουν τα αποτυπώματα της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης στις πιο δύσκολες στιγμές της μεταπολεμικής Ελλάδας, επιτυγχάνοντας τη συμβολοποίηση των ηρώων τους στο ευρύ κοινό, πέρα από ιδεολογικές επιλογές και στρατεύσεις. Την ίδια εποχή παρουσιάζονται και άλλες ενδιαφέρουσες ταινίες με θέμα τη δεκαετία του 1940, κάποιες από τις οποίες διαλέγονται με παλαιότερες κινηματογραφικές αποτυπώσεις του θέματος (Νίκος Τζήμας, Τα χρόνια της θύελλας, 1984),[12] ενώ άλλες ακολουθούν το μοτίβο της υπαρξιακής αναζήτησης αναφορικά με τους πρωταγωνιστές και τα θύματα των γεγονότων της εποχής (Χρίστος Σιοπαχάς, Η κάθοδος των εννέα, 1984· Κώστας Βρεττάκος, Τα παιδιά της χελιδόνας, 1987).

Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Συχνή είναι επίσης η ενασχόληση των κινηματογραφιστών με τη μοίρα και τις μνήμες των πολιτικών προσφύγων, την επιστροφή τους στην πατρίδα και τη συνάντηση με την οικογένεια ή τους παλιούς συντρόφους, στο πλαίσιο της οποίας είναι εμφανής η απομυθοποίηση της κομμουνιστικής ουτοπίας. Εξαιρετικό δείγμα αυτής της δημιουργίας αποτελεί η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Ταξίδι στα Κύθηρα (1984) – ο ίδιος τα επόμενα χρόνια θα επεκτείνει τη θεματική του συνολικά στο θέμα των μετακινήσεων και των συνόρων (Τοπίο στην Ομίχλη, 1988· Το μετέωρο βήμα του πελαργού, 1991· Το βλέμμα του Οδυσσέα, 1995). Οι ταινίες αυτές θα ταξιδέψουν πέρα από τα ελληνικά σύνορα, αποκτώντας, χάρη στην καλλιτεχνική τους αξία, την υφολογική και θεματολογική καινοτομία και τον ανθρωποκεντρισμό τους, μια παραδειγματική διάσταση και λειτουργώντας προς την κατεύθυνση ενός ιδιότυπου ιστορικού διδακτισμού-φρονηματισμού, καθώς μιλούν σε μια οικουμενική προοπτική για κάθε είδους σύνορα του ανθρώπου, για την προσφυγιά και τη μετανάστευση ως πανανθρώπινα φαινόμενα.[13]

 

 Μετέωρο βήμα του πελαργού (1991)

 

Εντούτοις, ο μεγάλος βαθμός πολιτικοποίησης των κινηματογραφικών και μη αναφορών στη δεκαετία του 1940 κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο προκάλεσε τον κορεσμό και τη αποστροφή του κοινού για τις ιστορικές ταινίες. Εξάλλου, το σημείο τομής του 1989, που επέφερε καταλυτικές αλλαγές στο τοπίο της ιστορικής μνήμης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, βιώθηκε με έναν διαφορετικό τρόπο στον ελληνικό χώρο, χωρίς αναφορές –σε ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο– στη δεκαετία του 1940. Από τη δεκαετία του 1990 οι ταινίες με ιστορικό περιεχόμενο μειώνονται αισθητά, καθώς ο κινηματογράφος, που ούτως ή άλλως γνωρίζει μια παρατεταμένη κρίση, αλλάζει συνολικά θεματολογία, με τους πιο ανήσυχους δημιουργούς να στρέφονται προς το θέμα της μετανάστευσης και των εν εξελίξει μεταβολών στην ελληνική κοινωνία. Η δεκαετία του 1940 και ιδιαίτερα ο Εμφύλιος θα αποτελέσουν για πολλά χρόνια ένα ξεχασμένο από τους σκηνοθέτες θέμα, οι αναφορές σε αυτό θα είναι μόνο έμμεσες.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, υπάρχουν σαφή σημάδια αντιστροφής αυτής της τάσης. Η αναζωπύρωση, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, του ακαδημαϊκού και δημόσιου ενδιαφέροντος για την περίοδο 1940-1949 συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, εν μέσω και των πολύ ιδιαίτερων πολιτικοκοινωνικών συνθηκών στις οποίες βρέθηκε η Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του 2010. Παράλληλα με ένα πλήθος εκδόσεων και κάθε λογής δημοσίων παρεμβάσεων και αντιπαραθέσεων για το θέμα, ο κινηματογράφος είχε και αυτός τη δική του ορατή συμβολή στη νέα αυτή τάση. Ιδιαίτερα σημαντικός έχει υπάρξει, κατά την περίοδο αυτή, ο ρόλος των ιστορικών ντοκιμαντέρ – ενδεικτικά αναφέρονται η Μακρόνησος του Ηλία Γιαννακάκη (2008), δύο έργα της Αλίντας Δημητρίου για τις γυναίκες του Εμφυλίου (Ζωή στους βράχους, 2009· Τα κορίτσια της βροχής, 2011) και το βραβευμένο ντοκιμαντέρ Φιλιά εις τα παιδιά του Βασίλη Λουλέ (2011), που αναφέρεται στην επί σειρά ετών λησμονημένη υπόθεση των Ελλήνων Εβραίων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα, ο Παντελής Βούλγαρης εξακολουθεί να συνδιαλέγεται κινηματογραφικά με την εποχή, μέσα από μια ταινία για τον Εμφύλιο (Ψυχή βαθιά, 2009) και μία με θέμα την Αντίσταση (Το τελευταίο σημείωμα, 2017). Λαμβάνοντας υπόψη και την αθρόα παρουσία κοινού στα κινηματογραφικά αφιερώματα για τη δεκαετία του 1940, αναμένεται με ενδιαφέρον να φανεί πώς ο ελληνικός κινηματογράφος, σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών στη φύση και τη δυναμική αυτού του μέσου σε διεθνές επίπεδο, θα διαχειριστεί κατά τα επόμενα χρόνια το συγκεκριμένο θέμα· αν θα σιωπήσει, αν θα ακολουθήσει τις ευρύτερες τάσεις της δημόσιας και ακαδημαϊκής συζήτησης ή αν θα προτείνει νέες προσεγγίσεις που θα επηρεάσουν τη διαπραγμάτευση του θέματος πέρα από τα στενά όρια της Έβδομης Τέχνης.

 

Ψυχή βαθιά (2009), πρώτη χρήση εμπρηστικών βομβών στον ελληνικό εμφύλιο

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών και συγγραφέας της πραγματείας Η Ιστορία στη Μεγάλη Οθόνη (2017).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για μια εισαγωγή στο θέμα, με ιδιαίτερη έμφαση στο κρίσιμο δίπολο της σχέσης μεταξύ εθνικής ιστορίας και εθνικής κινηματογραφίας, βλ. Έλλη Λεμονίδου, Η Ιστορία στη μεγάλη οθόνη. Ιστορία, κινηματογράφος και εθνικές ταυτότητες, Ταξιδευτής, Αθήνα 2017, 9-20.

[2] Βλ. ενδεικτικά τα αριθμητικά στοιχεία για τα θέματα-πυρήνες της Κατοχής και της Αντίστασης κατά την πρώτη εικοσαετία μετά την απελευθέρωση της χώρας: Γιώργος Ανδρίτσος, «Αναπαραστάσεις της Κατοχής και της Αντίστασης στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1945 μέχρι το 1966», στο: Φωτεινή Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, Παπαζήσης, Αθήνα 2006, 89-101.

[3] Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Κοινωνική βία – πολεμική σύγκρουση – κινηματογραφική εξομάλυνση. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση της απουσίας ταινιών μάχης στον ελληνικό κινηματογράφο», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 78-79.

[4] Φώτος Λαμπρινός, «Κινηματογράφος. Η εποχή της καταξίωσης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. 1770-2000, τ. 9ος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, 217-227.

[5] Γιώργος Ανδρίτσος, «Η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο (1945-1974)», στο: Πηνελόπη Πετσίνη, Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμ.), Η λογοκρισία στην Ελλάδα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Παράρτημα Ελλάδας, Αθήνα 2016, 35-42.

[6] Γιώργος Ανδρίτσος, «Οι διώξεις των Ελλήνων Εβραίων στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους, 1945-1981», στο: Αντρέας Ανδρέου, Σπύρος Κακουριώτης, Γιώργος Κόκκινος κ.ά. (επιμ.), Η Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και καταχρήσεις της Ιστορίας, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2015, 254-260.

[7] Μαρία Παραδείση, «Πόλεμος, δράμα και θέαμα: «Υπολογαχός Νατάσσα» (1970)», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 233-238.

[8] Γρηγόρης Θεοδωρίδης, «Ο κινηματογράφος ως ″ιστοριογραφία για την αντιμετώπιση των εχθρών του έθνους″: οι ταινίες για τη ″σλαβοκομμουνιστική επιβουλή″ κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974)», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 218-224. Για την ταινία Δώστε τα χέρια βλ. Πολυμέρης Βόγλης, «Από τις κάννες στις κάμερες: ο Εμφύλιος στον ελληνικό  κινηματογράφο», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 108-111.

[9] Μαρία A. Στασινοπούλου, «Αναπαραστάσεις του πολέμου μετά τον Εμφύλιο: η σάτιρα», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του Πολέμου, ό.π., 255-262.

[10] Φώτος Λαμπρινός, «Ελληνικός κινηματογράφος. Από τη Μεταπολίτευση στο τέλος του 20ού αιώνα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. 1770-2000, τ. 10ος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, 205-206.

[11] Π. Βόγλης, «Από τις κάννες στις κάμερες», ό.π., 107-108. Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Εφιαλτικά σενάρια για ευτυχισμένες μέρες – Για το ″Χάππυ Νταίη″ του Παντελή Βούλγαρη», στο: Φωτεινή Τομαή (επιμ.), Ιστορία και Πολιτική στο έργο του Παντελή Βούλγαρη, Παπαζήσης, Αθήνα 2007, 119, 125-126. Λάμπρος Φλιτούρης, «Ο εμφύλιος στο ″σέλιλοϊντ″: Ιστορία και μνήμη», στο: Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Τασούλα Βερβενιώτη, Ευτυχία Βουτυρά, Βασίλης Δαλκαβούκης, Κωνσταντίνα Μπάδα (επιμ.), Μνήμες και λήθη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008, 395-401.

[12] Π. Βόγλης, «Από τις κάννες στις κάμερες», ό.π., 111-114.

[13] Μαρία Κομνηνού, Από την αγορά στο θέαμα. Μελέτη για τη συγκρότηση της δημόσιας σφαίρας και του κινηματογράφου στη σύγχρονη Ελλάδα, 1950-2000, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, 186-191. Andrew Horton, «″Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να φτάσουμε στην πατρίδα;″: οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου και τα θέματα της μετανάστευσης και της παλιννόστησης», στο: Αθηνά Καρτάλου, Αφροδίτη Νικολαΐδου, Θάνος Αναστόπουλος (επιμ.), Σε ξένο τόπο. Η μετανάστευση στον ελληνικό κινηματογράφο. Immigration in Greek Cinema. 1956-2006, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 2006, 44.

Γιάννης Μουρέλος: Από τους Καραγιάννηδες της Κοζάνης στον Herbert von Karajan του Σάλτσμπουργκ, της Βιέννης και του Βερολίνου

Γιάννης Μουρέλος

Από τους Καραγιάννηδες της Κοζάνης στον Herbert von Karajan

του Σάλτσμπουργκ, της Βιέννης και του Βερολίνου

 

                                                          

Α. De profundis

H πρώτη φορά που άκουσα τον Herbert von Karajan ζωντανά, ήταν την 1η Οκτωβρίου 1970 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Τhéâtre des Champs-Élysées) του Παρισιού, της πόλης των πανεπιστημιακών μου σπουδών. Διηύθηνε την εναρκτήρια συναυλία της περιόδου 1970-1971 της, νεότευκτης ακόμα τότε, Ορχήστρας του Παρισιού, της οποίας διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1968 έως το 1971. Στο πρόγραμμα, θυμάμαι, περιλαμβάνονταν δυο έργα: η Συμφωνία αρ. 2 για έγχορδα και χάλκινα πνευστά του Ελβετού συνθέτη Arthur Honegger και η Φανταστική Συμφωνία του Hector Berlioz, η “εθνική” συμφωνία των Γάλλων. Ομολογώ πως δεν κατάφερα να υπεισέλθω στην ποιότητα της ερμηνείας. Το βίωμα και μόνο της φυσικής μου παρουσίας σε μια συναυλία του πλέον επικοινωνιακού καλλιτέχνη της εποχής (και αναμφίβολα ενός από τους μεγαλύτερους του είδους), επισκίαζε κάθε άλλη διάσταση. Πόσο μάλλον που είχα την τύχη να βλέπω και να ακούω ζωντανά έναν αρχιμουσικό, τη δουλειά του οποίου γνώριζα ήδη από τις δεκάδες δικές του ηχογραφήσεις, που κοσμούσαν τη δισκοθήκη μου. Η δικαιολογημένη υπερένταση της στιγμής παρεμπόδιζε την όποια συγκέντρωση. Η εμπειρία ήταν οπτική και όχι ακουστική. Έστω κι έτσι, άφησε το στίγμα της. Ένας μικρόσωμος άνδρας (περισσότερο από όσο φαντάζεται κανείς κοιτάζοντας τις φωτογραφίες), συνεχώς σκυμμένος προς τα εμπρός, δίχως παρτιτούρα (χαρακτηριστικό του γνώρισμα σε όλες τις συναυλίες συμφωνικής μουσικής, όχι, όμως, σε παραστάσεις όπερας), με αρκετά νευρικές (όχι  υπερβολικές) κινήσεις. Αυτή υπήρξε η εικόνα που έχω συγκρατήσει κοντά μισό αιώνα έπειτα από την αξέχαστη  εκείνη βραδιά. Στο περιθώριο της συγκεκριμένης συναυλίας γυρίστηκε το παρακάτω βίντεο. Η ποιότητα της εικόνας και του ήχου, είναι μέτριες. Παρά ταύτα, πρόκειται για τη μοναδική μαρτυρία των ημερών εκείνων, η οποία έχει περισωθεί. Για τον γράφοντα διαθέτει μεγάλη συναισθηματική αξία.

 

Hector Berlioz: Φανταστική Συμφωνία, έργο 14 (μέρος Δ΄: H πορεία προς το ικρίωμα), Παρίσι, 1970

 

Η δεύτερη εμπειρία, οκτώ μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1971, άφησε διαφορετική ανάμνηση. Το ίδιο το πρόγραμμα κατ αρχήν: το Requiem του Giuseppe Verdi, από τα ωραιότερα και πλέον σπαρακτικά (παρά το αναπόφευκτο θεατρικό στοιχείο) έργα του μεγάλου Ιταλού μουσικοσυνθέτη. Επρόκειτο για την αποχαιρετιστήρια συναυλία του Karajan ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Ορχήστρας του Παρισιού. Χρειάστηκε να περιμένω υπομονετικά τέσσερις ώρες στην ουρά, προκειμένου να προμηθευτώ το  πολυπόθητο εισιτήριο. Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί, δισκογραφικά τουλάχιστον, μια από τις στιγμές δόξας του Αυστριακού αρχιμουσικού, το σύνολο ήταν απολαυστικό. Μια ονειρώδης τετράδα μονωδών (Mirella Freni, Christa Ludwig, Carlo Cossutta, Nicolai Ghiaurov – οι ειδικοί είμαι πεπεισμένος πως θα συνηγορήσουν), μια από τις καλύτερες χορωδίες του κόσμου (Singverein της Βιέννης) και μια ορχήστρα, η οποία αν και ευρισκόμενη ακόμα σε αναζήτηση της ταυτότητάς της, παρασύρθηκε από τους υπόλοιπους συντελεστές προς τα εμπρός, ξεπερνώντας κατά πολύ τον εαυτό της και τις δυνατότητές της (πέρασε καιρός έως ότου, ως τακτικός συνδρομητής πλέον, την ακούσω να ξαναπιάνει το επίπεδο εκτέλεσης της ημέρας εκείνης).

Το πρόγραμμα της συναυλίας (πηγή: Αρχείο Γιάννη Μουρέλου).

Τέλος, ένας Karajan,  απόλυτος κυρίαρχος των πάντων, διευθύνοντας δίχως μπαγκέτα και κοιτάζοντας (επιτέλους) προς τα ψηλά, όποτε απευθυνόταν στη χορωδία. Κυρίως, όμως, άρχισα να κατανοώ το περίφημο στυλ του μαέστρου: έμφαση στην τονική ομορφιά του ήχου. Η αισθητική (μαζί και η τεχνική) τελειότητα υπεράνω του πνεύματος και του μηνύματος του έργου. Αν και υπέρμετρα εγωκεντρική, στα όρια του ναρκισσισμού θα έλεγε κανείς, η αντίληψη αυτή παρήγαγε ηχοχρώματα ασυναγώνιστης ποιότητας, που μάγευαν και τον πλέον δύσπιστο ακροατή. Βγαίνοντας από την αίθουσα, μελαγχόλησα με τη σκέψη πως η αποχώρηση του Karajan από την Ορχήστρα του Παρισιού ισοδυναμούσε με αποχώρηση και από το ίδιο το Παρίσι.

Υπήρξα από τους πλέον ευτυχείς όταν, την άνοιξη του 1972, επανήλθε, συνοδευόμενος, μάλιστα, από το καθαρόαιμο σύνολο, του οποίου ηγείτο: τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, την καλύτερη, ίσως, ορχήστρα παγκοσμίως την εποχή εκείνη. Στο πρόγραμμα συμπεριλαμβανόταν ένα έργο που λάτρευα (και εξακολουθώ να λατρεύω): η Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Η ακρόαση, μάλιστα, του έργου, μέσα στην ίδια ακριβώς αίθουσα όπου, στις 29 Μαΐου 1913, έλαβε χώρα η θυελλώδης παγκόσμια πρώτη, προκαλώντας ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της μουσικής, προσέδιδε επιπρόσθετες προσδοκίες στην όλη εμπειρία. Θέλοντας να κατανοήσω περισσότερο το στυλ του Karajan, φρόντισα να επιλέξω θέση σε χαμηλό θεωρείο. Το Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων είναι μια κλασσική ημικυκλική αίθουσα ιταλικού ρυθμού. Από το ακραίο θεωρείο, όπου βρισκόμουν, η απόσταση από το βήμα του αρχιμουσικού ήταν μικρή, στο ύψος, περίπου, της τελευταίας σειράς των πρώτων βιολιών της ορχήστρας. Μπορούσα, επομένως, να παρακολουθήσω ακόμα και την έκφραση του προσώπου του μαέστρου. Σε ολόκληρη τη διάρκεια της συναυλίας δεν απόσπασα το βλέμμα μου από πάνω του. Γνωρίζοντας το έργο απ έξω, το σιγοτραγουδούσα διαρκώς,  θαυμάζοντας τις κινήσεις του. Κινήσεις ακριβείας κλάσματος δευτερολέπτου, λες και η (απούσα από μπροστά του) παρτιτούρα αναδυόταν ανάγλυφα μέσα από τα χέρια του. “Τυχερή η ορχήστρα που διευθύνεται από έναν τέτοιο αρχιμουσικό” σκέφτηκα. Αλλά και τί ορχήστρα!

Εσωτερική άποψη του Θεάτρου των Ηλυσίων Πεδίων.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα που άκουσα δεν ήταν Stravinsky. Ήταν η κατά Karajan εκδοχή του Stravinsky. Ένα προϊόν τονικής τελειότητας ενός έργου γεμάτου βία, παγανιστικό ρυθμό και πρωτογονισμό, που απαιτεί ακριβώς το…αντίθετο. Λίγους μήνες νωρίτερα, το είχα ακούσει εκ νέου ζωντανά, σε μια συγκλονιστική ερμηνεία υπό τον Igor Markevitch, έναν από τους αγαπημένους διευθυντές ορχήστρας του Stravinsky προσωπικά, και ως εκ τούτου, θεματοφύλακα, τρόπον τινα, της κληρονομιάς του συνθέτη. Μια εμπειρία, η οποία με έχει σημαδέψει μέχρι σήμερα. Εκρήξεις βίας και πρωτογονισμού δεν απουσίαζαν από την προσέγγιση του Karajan. Δεν επρόκειτο, όμως, για τα ενστικτώδη ξεσπάσματα, που αποζητεί το έργο. Δημιουργούσαν την αίσθηση μιας συνειδητής επιλογής, επιμελώς προκατασκευασμένης και προορισμένης για την εξυπηρέτηση της πρώτιστης προτεραιότητας. Εκείνη της παραγωγής του τέλειου ήχου. Κοντολογίς, πρέπει να ονομάζεσαι Herbert von Karajan και να ηγείσαι μιας φάλαγγας όπως η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, προκειμένου να καταφέρνεις το ακατόρθωτο: να κινείσαι, δηλαδή, τόσο πολύ εκτός θέματος και, παρά ταύτα, να μαγνητίζεις και να συνεπαίρνεις κυριολεκτικά το ακροατήριο.

Η τέταρτη φορά ήταν, μακρόθεν, η καλύτερη. Ένας πλήρης κύκλος των τεσσάρων Συμφωνιών του Johannes Brahms σε δυο κυλιόμενες συναυλίες (4η και 2η Συμφωνίες την πρώτη μέρα, 3η και 1η τη δεύτερη), την άνοιξη του 1975. Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη και δυσκολότερη πρόκληση είναι να μπορεί κανείς να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός χιλιοπαιγμένου ρεπερτορίου, δίχως να το προδώσει αναζητώντας την πρωτοτυπία. Το στυλ του Karajan ταίριαζε σαν γάντι με τη μουσική του Brahms. Παρορμητικός ρομαντισμός, άκρατος λυρισμός, ονειρώδης άρθρωση, μεγάλες ανάσες, έμφαση στο παίξιμο legato (νότες ενωμένες μεταξύ τους), προσήλωση στο πνεύμα του συνθέτη. Τέλος, μια ορχήστρα (η αναπόφευκτη Φιλαρμονική του Βερολίνου), όλες οι ομάδες οργάνων της οποίας παρήγαγαν τον ωραιότερο ήχο που δύναται κανείς να διανοηθεί. Πραγματική μυσταγωγία!

 

Johannes Brahms: Συμφωνία αρ. 1, έργο 68 (τελευταίο μέρος), Βερολίνο, 1973   

 

Στις 17 Ιουνίου 1977, άκουσα τον Herbert von Karajan για πέμπτη και τελευταία φορά. Δεν βρισκόταν, πλέον, στο απόγειο των δυνάμεών του. Είχε αρχίσει να φθίνει μουσικά και βιολογικά.  Μου έκανε εντύπωση η δυσκολία στο βάδισμα (είχε προηγηθεί μια άσχημη πτώση, με χρόνιες συνέπειες στη σπονδυλική στήλη), οι δε κινήσεις των χεριών του, μηχανικές και μονότονες, δεν συγκρίνονταν με τη μαγεία εκείνων του παρελθόντος. Επιπρόσθετα, είχε επιλέξει ένα εξουθενωτικό σε διάρκεια και απαιτήσεις μουσικό έργο: τη Συμφωνία αρ. 6 του Gustav Mahler. Ο Mahler ουδέποτε υπήρξε η δυνατή στιγμή του Karajan, πέραν από μια μνημειώδη ηχογράφηση της Συμφωνίας αρ. 9. Τον είχε εντάξει στο ρεπερτόριό του, μόνο και μόνο εξαιτίας της μεγάλης δημοτικότητας που άρχισε να γνωρίζει παγκοσμίως η μουσική του Αυστριακού συνθέτη μέσα στη δεκαετία του ’70, εν μέρει χάρη στην κινηματογραφική ταινία Θάνατος στη Βενετία του Luchino Visconti. Επίσης, η πλούσια και ευρηματική ενορχήστρωση του Mahler (ως ταλαντούχος αρχιμουσικός ο ίδιος, ήταν βαθύς γνώστης των μυστικών της ορχήστρας), επιτρέπει να αναδειχθούν, μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών αλλά και σε ένα στούντιο ηχογραφήσεων, οι πολυάριθμες αρετές ενός μεγάλου συμφωνικού συνόλου (η 6η Συμφωνία απαιτεί τη συμμετοχή άνω των εκατό μουσικών και μια πλούσια ποικιλία οργάνων, ειδικότερα στην κατηγορία των κρουστών). Τί προτιμότερο για τις επιδειξιομανείς φιλοδοξίες ενός Karajan και της απαράμιλλης ποιοτικά ορχήστρας του! Όλα αυτά δεν επαρκούν όμως. Η Συμφωνία αρ. 6 είναι ένα τιτάνιο έργο, μια κατάθεση ψυχής του συνθέτη, η οποία πραγματεύεται την άνιση και ανεπιτυχή αναμέτρηση του ανθρώπου με το πεπρωμένο. Ένα έργο γεμάτο δυναμισμό και απαισιοδοξία (φέρει και την προσωνυμία “Τραγική”), με συνεχείς συγκινησιακές διακυμάνσεις και ανατροπές. Προσλαμβάνει δε αυτοβιογραφικές και προφητικές προεκτάσεις: τα τρία κτυπήματα της μοίρας (το τρίτο είναι και το αποφασιστικό), που περιγράφονται στο φινάλε του έργου, ο Mahler επρόκειτο να τα βιώσει σύντομα: τον θάνατο της μικρής του κόρης, την απόλυση από τη θέση του διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιέννης και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της ίδιας πόλης, τέλος, τη διάγνωση ότι πάσχει από καρδιακό νόσημα, πάθηση, η οποία έμελλε να του στοιχίσει τη ζωή.

Η μουσική του Mahler δεν προσφέρεται μόνο για την ανάδειξη των τεχνικών δεξιοτήτων μιας ορχήστρας. Απαιτεί μεγάλη εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση και στον κόσμο του συνθέτη. Ο Karajan ουδέποτε ανήκε  στην κατηγορία των “Μαλερικών” αρχιμουσικών. Έχοντας την ευκαιρία να ακούσω νωρίτερα το ίδιο έργο ζωντανά με μαέστρους εξοικειωμένους με το συγκεκριμένο ρεπερτόριο, όπως οι Leonard Bernstein,  Georg Solti και Claudio Abbado, η ζυγαριά δεν έκλινε προς όφελος του Karajan. Όταν τον είδα, φανερά καταπονημένο, να ευχαριστεί το κοινό, που, ως συνήθως, του επιφύλαξε αποθεωτική υποδοχή, ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα, καθώς ολοκλήρωνα τον κύκλο των σπουδών μου και ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στην πατρίδα. Έστω και αν δεν τον είχα πετύχει στην καλύτερη στιγμή, εξαιρουμένων, όπως πάντα, της τεχνικής τελειότητας και της τονικής καλαισθησίας, ήμουν (και παραμένω) πλημμυρισμένος από αισθήματα απεριόριστου θαυμασμού και ευγνωμοσύνης έναντι ενός μεγάλου καλλιτέχνη, ο οποίος, μέσω των ποιοτικών του συναυλιών και ηχογραφήσεων, μου επέτρεψε να γνωρίσω, να κατανοήσω και να αγαπήσω ένα ευρύτατο ρεπερτόριο μουσικών δημιουργιών.

Gustav Mahler: Συμφωνία αρ. 6. Το εξώφυλλο της ηχογράφησης του 1977.

 

B. Μια πολυτάραχη και υποδειγματική σταδιοδρομία

Η παράσταση είχε μόλις τελειώσει όταν ο Herbert von Karajan όρμησε βιαστικός στον δρόμο σταματώντας το πρώτο ταξί που περνούσε από το θέατρο. «Γρήγορα, γρήγορα!» φώναξε στον οδηγό. «Εντάξει, αλλά πού πηγαίνετε;» τον ρώτησε εκείνος. «Οπουδήποτε» του απάντησε ο αρχιμουσικός. «Ετσι κι αλλιώς, παντού με ζητούν…».

Καίτοι σε κάποια άλλη περίπτωση το παραπάνω ανέκδοτο δεν θα ήταν παρά η διακωμώδηση μιας ακραία αλαζονικής συμπεριφοράς, εν προκειμένω πρόκειται απλώς για μια διαπίστωση αναγνωριστική. Επικεφαλής, ταυτοχρόνως, της Κρατικής Οπερας της Βιέννης, του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου και διατηρώντας στενές σχέσεις με τη Συμφωνική της Βιέννης, την Philharmonia Orchestra του Λονδίνου και τη Σκάλα του Μιλάνου, ο Karajan θεωρούνταν για περισσότερα από 20 χρόνια ο «γενικός μουσικός διευθυντής της Ευρώπης», κυριαρχώντας στo στερέωμα της Γηραιάς Ηπείρου μεταξύ των δεκαετιών 1950-1970 όσο κανένας άλλος έως τότε. Αρχιμουσικός με ευρύτατο ρεπερτόριο, αστέρας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, παραγωγός όπερας, ιδρυτής και διευθυντής επιτυχημένων φεστιβάλ, ο Karajan ήταν πάνω απ’ όλα, όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε κάποτε, «ο άνθρωπος που έκανε τη μουσική θρησκεία και έγινε ο ίδιος ο πλέον ένθερμος κήρυκάς της».

Ο τρόπος, με τον οποίο λειτουργούσε πάνω στο βήμα ήταν μοναδικός από κάθε άποψη. Στην ιστορία της μουσικής δεν υπήρξε προηγούμενο αρχιμουσικού, που να διευθύνει με τα μάτια συνεχώς κλειστά. Άλλωστε, η έλλειψη οπτικής επικοινωνίας αποπροσανατόλιζε τα μέλη της ορχήστρας. Οι μουσικοί της Φιλαρμονικής του Βερολίνου χρειάστηκαν χρόνο, έως ότου μπορέσουν να προσαρμοστούν στο ιδιόρυθμο αυτό στυλ. Πόσο μάλλον, που ο προκάτοχος του Karajan, Wilhelm Furtwängler, έπραττε ακριβώς το αντίθετο. Ο Karajan ισχυριζόταν πως ο τρόπος, τον οποίο είχε επιλέξει, του επέτρεπε να  συγκεντρώνεται καλύτερα στην παρτιτούρα. Διαθέτοντας φωτογραφική μνήμη, μέσα στο νου του γύριζε ακόμη και τις σελίδες την ώρα της συναυλίας. Η αλήθεια είναι πως, τουλάχιστον έως το τέλος της δεκαετίας του ΄70, οι κινήσεις του διακρίνονταν από ακρίβεια και παραστατικότητα. Απέπνεαν μια αίσθηση απόλυτου ελέγχου του έργου και διασφάλιζαν μεταδοτικότητα, αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη αλλά και ισχυρογνωμοσύνη. Ταυτισμένος με το πάλαι ποτέ μοντέλο του «μαέστρου-δικτάτορα», ανέβαινε στο βάθρο για να διατάξει. Όχι για να συνδιαλλαγεί με τους μουσικούς της ορχήστρας. «Γεννήθηκα για να δίνω διαταγές» φερόταν να έχει πει κάποτε. Το στυλ άλλαξε κάπως στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Μπορεί τα μάτια να άνοιξαν, όμως οι κινήσεις απώλεσαν σημαντικό μέρος από την φαντασία και (γιατί όχι;) από τη γοητεία τους.

 Ludwig van Beethoven, Συμφωνία αρ. 5, έργο 67 (Α΄ μέρος), Βερολίνο 1972

 

Αντίθετα, εκείνη που παρέμεινε αναλλοίωτη, ήταν η τονική ομορφιά του ήχου. Μάλιστα, με την πάροδο του χρόνου, ο Karajan έδινε ολοένα και περισσότερη έμφαση στον συγκεκριμένο τομέα, συχνά εις βάρος του πνεύματος, της φιλοσοφίας και του μηνύματος του έργου, το οποίο εκτελούσε. “Αν υπάρχει μουσική στον Παράδεισο, κάπως έτσι θα πρέπει να ηχεί”, μου εκμυστηρεύτηκε χαρακτηριστικά κάποτε ένας Γάλλος φίλος μου, καθώς ακούγαμε, εκστατικοί, μια εκτός θέματος, πλην όμως απαράμιλλης αισθητικής ποιότητας, ηχογράφηση της Λειτουργίας σε Σι ελάσσονα του Johann Sebastian Bach. Σε κάθε περίπτωση, ο Αυστριακός αρχιμουσικός είχε απόλυτη συναίσθηση του ήχου που επιθυμούσε να εκμαιεύσει από την ορχήστρα, όντας συνάμα αποφασισμένος να το πράξει καταβάλλοντας οποιοδήποτε τίμημα. Το συμφωνικό και λυρικό του ρεπερτόριο ήταν ατελείωτα. Κάλυπταν τεράστιο εύρος, από τους προκλασσικούς συνθέτες και τη μουσική μπαρόκ έως την επονομαζόμενη Νέα Σχολή της Βιέννης των δεκαετιών του 1910 και 1920. Επόμενο ήταν να προκύψουν ανισότητες και μάλιστα ουκ ολίγες. Όμως, οι επίσης ουκ ολίγες στιγμές του ουσιαστικού συναπαντήματος ανάμεσα στους συνθέτες και τον ερμηνευτή, ήταν μοναδικές. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τις περιπτώσεις των Αυστριακών και Γερμανών Bach, Mozart, Haydn, Beethoven, Schubert, Schumann, Mendelssohn, Brahms, Bruckner, Wagner, Richard Strauss, των Ιταλών Verdi, Puccini, Respighi, των Γάλλων Berlioz, Bizet, Debussy, Ravel, του Βέλγου Franck, των Ρώσων και κεντροευρωπαίων Tchaikovsky, Mussorgsky, Prokoviev, Shostakovitch, Dvořák, Smetana, Liszt, Bartók, των Σκανδιναυών Grieg, Nielsen, Sibelius, του Βρετανού Holst κλπ. Μέσα σε αυτό το ρεπερτόριο συγκαταλέγονται και εκπλήξεις με έργα όχι τόσο γνωστά στο ευρύ κοινό, όπως η σκηνική καντάτα De temporum fine comoedia του Carl Orff, η όπερα  Assassinio nella cattedrale του Ildebrando Pizzetti, το έργο Antifone για έντεκα έγχορδα, πνευστά και κρουστά του Hans Werner Henze, το ορατόριο A Child of Our Time του Michael Tippet, η Συμφωνία αρ.1 του William Walton, ενώ για μια και μοναδική φορά, το 1964, ο Karajan διηύθυνε το μεγαλειώδες War Requiem του Benjamin Britten, ερμηνεία, από την οποία δεν έχει, δυστυχώς, διασωθεί κανένα απολύτως ηχητικό τεκμήριο.

 

Ο Sir Simon Rattle μιλά για τον Herbert von Karajan

 

Γεννημένος το 1908 στο Σάλτσμπουργκ, σπούδασε στο Mozarteum της ίδιας πόλης και κατόπιν στη Μουσική Σχολή της Βιέννης. Οι πρώτες θέσεις που κατέλαβε προπολεμικά ήταν στο Κρατικό Θέατρο του Ουλμ και στην Όπερα του Άαχεν. Μέσα στη δεκαετία του ΄30 ξεκίνησε η συνεργασία του με τις μεγαλύτερες ορχήστρες, με τις οποίες συνδέθηκε αργότερα στενά. Το 1934 έκανε το ντεμπούτο του με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τρία χρόνια αργότερα, το 1937, με εκείνη του Βερολίνου. Το 1938, με αφορμή την παράσταση της όπερας Tristan und Isolde του Richard Wagner στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου, ο Τύπος της εποχής άρχισε να κάνει χρήση της έκφρασης  Das Wunder Karajan (Το Θαύμα Karajan). Πολλά έχουν γραφεί σχετικά με την προσχώρησή του στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και τις σχέσεις του με τον Ναζισμό. Το όλο θέμα ανέκυψε έπειτα από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποναζιστικοποίησης. Παρά το γεγονός ότι οι ανακρίσεις δεν κατέληξαν σε κατηγορία για κάτι μεμπτό εις βάρος του (η αίτηση, την οποία είχε καταθέσει προκειμένου να γίνει μέλος του κόμματος το 1933,  ήταν μια κίνηση τακτικής προκειμένου να διασφαλίσει τη θέση του στο θέατρο του Ουλμ σε μια εποχή γενικότερων διώξεων, ενώ η δεύτερη αίτηση – το 1935 – ερμηνεύθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταλάβει τη θέση του διευθυντή της Οπερας του Άαχεν), το στίγμα τον βάρυνε για αρκετά χρόνια. Το 1946, οι σοβιετικές αρχές του Βερολίνου απαγόρευσαν στον Karajan κάθε είδους επαγγελματική δραστηριότητα (η ποινή ανακλήθηκε δυο χρόνια αργότερα). Το 1948, διήυθηνε δυο όπερες στο θερινό Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, που είχαν ιδρύσει από το 1920 οι Max Reinhardt, Hugo von Hofmannsthal και Richard Strauss. Δεν προσκλήθηκε άλλη φορά, εξαιτίας της ανταγωνιστικής του σχέσης με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ και προκάτοχό του διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, Wilhelm Furtwängler. To 1951, διηύθηνε μια μνημειώδη παράσταση των Αρχιτραγουδιστών της Νυρεμβέργης (Die Meistersinger von Nürnberg) του Wagner στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, από την οποία υφίσταται μια ζωντανή ηχογράφηση.

Με τον Walter Legge, τον Ιανουάριο του 1958.

Tο Λονδίνο της δεκαετίας του ΄50 υπήρξε το καταφύγιο αλλά και το εφαλτήριο εκτίναξης της μεταπολεμικής σταδιοδρομίας του Karajan, χάρη στην υποστήριξη του δαιμόνιου παραγωγού Walter Legge, o οποίος του εμπιστεύθηκε την ορχήστρα, που ο ίδιος είχε ιδρύσει το 1945 κάτω από αντίξοες συνθήκες, για μια σειρά ηχογραφήσεων που άφησαν εποχή. Με την Philharmonia Orchestra, ο Karajan κληροδότησε το πιο ενδιαφέρον, ίσως, αποτύπωμα, καθώς ένας ασυνήθιστος αυθορμητισμός (θα τον απωλέσει σταδιακά μέσα στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70), συνδυάζεται ιδανικά με τα πρώτα δείγματα αναζητήσεων προς την κατεύθυνση της παραγωγής του περίφημου ήχου, τόσο χαρακτηριστικού του Αυστριακού αρχιμουσικού. Πέραν από ένα σύνολο μοναδικών εκτελέσεων στο χώρο του λυρικού θεάτρου (Cosi fan tutte  του Mozart, Ariadne auf Naxos και Der Rosenkavalier του Richard Strauss, Falstaff του Verdi, Hansel und Gretel του Humperdinck), η περίοδος του Λονδίνου συνέπεσε και με την έκδοση τριών σημαντικών εγχειρημάτων: ενός πλήρους κύκλου των συμφωνιών του Beethoven και του Brahms, καθώς και ενός ημιτελούς των συμφωνιών του Sibelius. Αργότερα, στο Βερολίνο, ο Karajan θα ηχογραφήσει κατ επανάληψη τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα έργα, δίχως, ωστόσο, να φτάσει στο ίδιο επίπεδο πηγαίας συγκίνησης με εκείνο των ερμηνειών της περιόδου του Λονδίνου.

Δισκογραφικές επιτυχίες της γόνιμης λονδρέζικης περιόδου με εξώφυλλα εποχής.

To 1956, έλαβε χώρα το γεγονός, το οποίο επρόκειτο να σφραγίσει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του: ανέλαβε ισόβιος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, διαδεχόμενος τον Wilhelm Furtwängler. Είχε, επιτέλους, στη διάθεσή του το ποιοτικό όργανο εκείνο, που θα του επέτρεπε να εκπληρώσει το όραμά του. Η τριαντατριάχρονη συμβίωση δεν ήταν εύκολη. Υπήρξαν φορές που προσέλαβε συγκρουσιακές διαστάσεις, καθώς ο Karajan επέμενε να θεωρεί την ορχήστρα δικό του κτήμα, να την αξιοποιεί για προσωπική του προβολή και να επιβάλει υπερβολικές έως παράλογες απαιτήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αναρίθμητων κινηματογραφικών λήψεων με χρήση του συστήματος play back (η εγγραφή του ηχητικού μέρους είχε ήδη ολοκληρωθεί και οι επαγγελματίες μουσικοί της καλύτερης ορχήστρας του κόσμου υποχρεούνταν, ως κοινοί κομπάρσοι, να υποκρίνονται επί ώρες ολόκληρες ότι εκτελούν τα έργα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της σκηνοθεσίας). Τα δοξάρια των εγχόρδων έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς στην ίδια ευθεία ώστε να υποδηλώνεται ο συγχρονισμός, τα δε άτομα με αραιή τριχοφυία αναγκάζονταν να φορούν περούκες! Ο φακός εστίαζε μονίμως στον μαέστρο. Τα πρόσωπα των υπολοίπων φαίνονταν, ως επί το πλείστον, θολά. Μεγαλύτερη έμφαση δινόταν στα άψυχα όργανα παρά στα έμψυχα άτομα της ορχήστρας, διαφορετικά συνέτρεχε κίνδυνος να αποσπασθεί η προσοχή του κοινού από το πρόσωπο του αρχιμουσικού.

Από την άλλη πλευρά, η σύμπραξη του Karajan με τους Βερολινέζους, προσέφερε ανεπανάληπτες στιγμές επιτυχίας και γενικευμένης αναγνώρισης. Ο ήχος της ορχήστρας έφτασε στο ύψιστο σημείο ποιότητας, εν μέρει και χάρη στην ανέγερση, μεταξύ των ετών 1960 και 1963 της περίφημης αίθουσας συναυλιών (Berliner Philharmonie), στον δυτικό τομέα της πόλης, δίπλα στο τείχος. Εμπνευστής και υποκινητής της πρωτοβουλίας υπήρξε ο ίδιος ο Karajan. Τα σχέδια ανήκαν στον αρχιτέκτονα Hans Scharoun. Πέρα από τη θαυμάσια ακουστική, η αίθουσα εθεωρείτο πρωτοποριακή για την εποχή της και προκάλεσε τον θαυμασμό των ειδικών. Για πρώτη φορά, μια ορχήστρα περιστοιχιζόταν χωροταξικά από τα καθίσματα, που προορίζονταν για το κοινό. Μαζί συγκροτούσαν, έτσι, ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο, που επέτρεπε βαθύτερη επικοινωνία κατά τη διάρκεια της συναυλίας, προς τέρψη αμφοτέρων και, φυσικά, προς όφελος της μουσικής.

Η αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.

Δεύτερη παράμετρος υπήρξε ένας πραγματικός δισκογραφικός οργασμός. O ίδιος ο Karajan ήταν λάτρης της τεχνολογίας του ήχου και υπήρξε πάντοτε από τους πρωτοπόρους χρήστες της εκάστοτε εξέλιξης (μετάβαση από τους δίσκους 78 στροφών σε δίσκους μακράς διαρκείας 33 στροφών, εγγραφή σε μαγνητοταινία, στερεοφωνία, τετραφωνία, ψηφιακή ανάλυση, μετάβαση από τους δίσκους βινυλίου σε συμπαγείς δίσκους – compact discs, τηλεβιντεοσκοπήσεις – DVD). Με την εταιρεία Deutsche Grammophon Gesellschaft, με την οποία μαέστρος και ορχήστρα συνδέθηκαν με αποκλειστικό συμβόλαιο για ευρύ χρονικό διάστημα, αλλά και με άλλες μεγάλες εταιρίες, οι ηχογραφήσεις ξεπέρασαν τον αριθμό των οκτακοσίων και υπολογίζεται πως πουλήθηκαν άνω των 200 εκατομμυρίων κομμάτια! Περισσότερο παραγωγική ποιοτικά μοιάζει να είναι η δεκαετία του ΄60, με εκτελέσεις, οι οποίες έχουν παραμείνει αξεπέραστες. Κορυφαίες στιγμές αποτελούν ο δεύτερος πλήρης κύκλος των συμφωνιών του Beethoven (πρώτος με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου καθώς έμελλαν να ακολουθήσουν ακόμη δυο), η Missa Solemnis του ιδίου συνθέτη, το ορατόριο Η Δημιουργία (Die Schöpfung) του Haydn, το Γερμανικό Ρέκβιεμ (Ein Deutsches Requiem) του Brahms.

Όμως, το πλέον φιλόδοξο δισκογραφικά (και όχι μόνο) εγχείρημα της σταδιοδρομίας του Karajan, υπήρξε, μεταξύ των ετών 1966 και 1970, η ηχογράφηση του κύκλου Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ (Der Ring des Nibelungen) του Richard Wagner, που απαρτίζεται από τέσσερις όπερες: Ο Χρυσός του Ρήνου (Das Rheingold), Η Βαλκυρία (Die Walküre), Ζίγκφρηντ (Siegfried) και Το Λυκόφως των Θεών (Götterdämmerung). Αθροιστικά, τα παραπάνω έργα  συμπληρώνουν 18 ώρες ακρόασης περίπου. Τη στιγμή που ξεκίνησε στο Βερολίνο το όλο εγχείρημα, μόλις είχε ολοκληρωθεί η ηχογράφηση του πρώτου, στην ιστορία του δίσκου, πλήρους κύκλου, υπό τη διεύθυνση του Ούγγρου αρχιμουσικού Georg Solti (επίσης μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία). Αντιπαραβάλοντας κανείς τις δυο ερμηνείες δεν θα μπορούσε να διανοηθεί μεγαλύτερες διαφορές. Ο Solti διαχειρίζεται τα έργα, ακριβώς όπως αυτά έχουν, δηλαδή ως όπερες. Το θεατρικό και θεαματικό στοιχείο (με εντυπωσιακή ηχοληψία για την εποχή) κυριαρχούν. Ο ακροατής σχηματίζει την αίσθηση πως βρίσκεται μέσα στην αίθουσα, παρακολουθώντας παράσταση επί σκηνής. Ο Karajan, αντίθετα, διεισδύει μέσα στην ίδια την παρτιτούρα. Επιτυγχάνει μια ιδανική ηχητική σκηνοθεσία ειδικά για δίσκο. Αποδίδει με μια ανεπανάληπτη πλαστικότητα, ροή και ευλυγισία, εμφυσώντας πνοή, μια εκ προοιμίου στατική μουσική, απαρτιζόμενη από μακρόσυρτους διαλόγους και μονολόγους (το αφηγηματικό στοιχείο χρησιμοποιείται κατά κόρον από τον Wagner). Για μια ακόμη φορά, το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ο θεσπέσιος ήχος της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο Karajan υλοποιεί την επιθυμία του συνθέτη: αρμονικό συνδυασμό ενός επί σκηνής δράματος επικών διαστάσεων με μια συμφωνία διαρκείας, αναδυόμενη από το βάθρο της ορχήστρας. Ανάλογη είναι και η ποιότητα των φωνών. Η διανομή έγινε με γνώμονα τη σύμπλευση του τίμπρου των μονωδών με τις αισθητικές απαιτήσεις του μαέστρου. Στην Τετραλογία του Solti συναντάμε καλλιτέχνες εξοικειωμένους με το βαρύ βαγκνερικό ρεπερτόριο, στο οποίο έχουν ήδη διαπρέψει. Σε εκείνη του Karajan, πολλοί προσεγγίζουν για πρώτη φορά τη μουσική του Wagner. Τέλος, ουδέποτε η προσοχή και η προσήλωση αποσπώνται. Κάθε νέα ακρόαση εφοδιάζει τον ακροατή με επιπλέον εκπλήξεις. Μισό αιώνα μετά, το επίτευγμα όχι μόνο δεν προδίδει την ηλικία του, αλλά εξακολουθεί να κερδίζει σε ποιότητα και γοητεία.

Ταυτόχρονα με την πορεία των ηχογραφήσεων, η Τετραλογία ανέβηκε στη γενέτειρα πόλη του Karajan, το Σάλτσμπουργκ, στο πλαίσιο του Πασχαλινού Φεστιβάλ, που με την ευκαιρία αυτή είχε ιδρύσει ο Αυστριακός αρχιμουσικός. Η διανομή των ρόλων ήταν ανάλογη με εκείνη των ηχογραφήσεων. Τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο ίδιος ο Karajan, τα δε σκηνικά είχε φιλοτεχνήσει ο  Günther Schneider-Siemssen. Αρχικά, υπήρξε πρόβλεψη η Τετραλογία να διαβεί τον Ατλαντικό και να φιλοξενηθεί στη σκηνή της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης. Για κάποιο λόγο, το πρόγραμμα υλοποιήθηκε μόνο κατά το ήμισυ. Οι παραστάσεις ανέβηκαν, δίχως την έμπρακτη συμμετοχή της Φιλαρμονικής του Βερολίνου και με αρκετές αλλαγές στη διανομή των ρόλων. Το 2017, επιθυμώντας να τιμήσει τη συμπλήρωση πενήντα ετών από την ημερομηνία της ίδρυσης, η διεύθυνση του Πασχαλινού Φεστιβάλ, συμπεριέλαβε στο πρόγραμμα  την Βαλκυρία, διατηρώντας σκηνοθεσία και σκηνικά της αρχικής παράστασης.

                Richard Wagner: Götterdämmerung (πράξη Γ΄ –  Πένθιμο Εμβατήριο), Βερολίνο, 1970                                  

 

Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι πως η αναμέτρηση με την Τετραλογία αποτελεί το επιστέγασμα της  σταδιοδρομίας του Karajan γενικότερα, παρόλες τις φυσιολογικές ανισότητες ενός εγχειρήματος αυτής της κλίμακας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70, θα ξεκινήσει μια πορεία αργής, πλην όμως, σταθερής φθοράς. Βέβαια, στα ίχνη της δυναμικής των ετών 1960-1970, θα ακολουθήσουν κι άλλες, αδιαμφισβήτητες, δισκογραφικές επιτυχίες στον τομέα του λυρικού θεάτρου κυρίως, όπως o Parsifal και Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης του Wagner (το ένα και μοναδικό, αποτυπωμένο σε δίσκο, συναπάντημα του Karajan με την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης, από το οποίο θα προκύψει ένα αποτέλεσμα εκτός συναγωνισμού), ο Fidelio του Beethoven, o Don Carlo του Verdi, η Σαλώμη του Richard Strauss και ο Boris Godunov του Modest Mussorgsky. Διαθέτοντας την στήριξη του διαφημιστικού μηχανισμού των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, ο Karajan θα αυξήσει τον αριθμό και τη συχνότητα των ηχογραφήσεων. Για πολλοστή φορά θα κυκλοφορήσει νέος κύκλος των συμφωνιών του Beethoven, του Brahms,του Bruckner (ημιτελής κύκλος) και του Tchaikovsky, των συμφωνικών ποιημάτων του Richard Strauss, ενώ οι νέες εκτελέσεις της Missa Solemnis και του Γερμανικού Ρέκβιεμ κινούνταν μακριά πίσω από το επίπεδο των προκατόχων τους της δεκαετίας του ΄60. Το άνοιγμα προς νέους ορίζοντες (π.χ. η όπερα Pelléas et Mélisande του Claude Debussy) δεν θα αποδώσει τα αναμενόμενα. Αν και υπέρμετρα λεπτολόγος, ο Karajan δεν θα καταφέρει να υπεισέλθει στον γεμάτο αποχρώσεις κόσμο του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Γαλουχημένος με βαγκνερική παράδοση, θα αντιμετωπίσει το έργο ως προέκταση του Τριστάνου και Ιζόλδης, παρερμηνεύοντας εντελώς το νόημα. Βέβαια, σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη μηνύματος υποκαθίσταται από την αισθητική τελειότητα. Όμως, η εμμονή του Κarajan σε αυτό τον νευραλγικό τομέα, ενισχύει τη διαπίστωση πως είχε προ πολλού  προσφέρει ό,τι είχε να προσφέρει και πως αυτός ο νέος δισκογραφικός οργασμός υπαγορευόταν από καθαρά εμπορικούς λόγους, ενδεχομένως δε και από κάποια ανάγκη επιβεβαίωσης και αναπροσδιορισμού ενός καλλιτέχνη, ευρισκομένου στο κατώφλι του θανάτου.

 Herbert von Karajan: Η δισκογραφική παραγωγή με την Deutsche Grammophon Gesellschaft

 

Αν και ισόβιας διάρκειας, η σχέση με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου διακόπηκε άδοξα. Ο γάμος ενός συμφωνικού συνόλου ισχυρής προσωπικότητας με έναν ιδιοσυγκρασιακό αρχιμουσικό, είχε περάσει, μοιραία, από πολλά κύματα στο παρελθόν. Ωστόσο, είχε επιδείξει μια αξιοσημείωτη αντοχή και συνέχεια χάρη, κυρίως, στα αισθήματα αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού. Η “ασυνεννοησία χαρακτήρων” εκδηλώθηκε κατά την περίοδο 1982-1983, όταν ο Karajan προσέλαβε την κλαρινετίστα Sabine Meyer. Η απαρτιζόμενη αποκλειστικά από άντρες ορχήστρα, αντιτάχθηκε σθεναρά στην επιλογή με μια ψηφοφορία 73 προς 4. Το προβαλλόμενο επιχείρημα ήταν πως ο ήχος της σολίστ δεν ευθυγραμμιζόταν με εκείνον της ορχήστρας. Ο Karajan, από την πλευρά του, ήταν πεπεισμένος πως η αντίδραση των μουσικών υπαγορευόταν από σεξιστικά κίνητρα. Στο τέλος της περιόδου, η Meyer αποχώρησε οικειοθελώς. Όμως, ο άλλοτε πανίσχυρος μαέστρος είχε απωλέσει μια αποφασιστική μάχη, θεωρώντας, ως εκ τούτου, ότι το κύρος του έναντι των μελών της ορχήστρας είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η σχέση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα ο Karajan να υποβάλει παραίτηση τον Απρίλιο του 1989. Η Βιέννη και το Σάλτσμπουργκ λειτούργησαν ως καλλιτεχνικά καταφύγια κατά τους λίγους μήνες που του απέμεναν να ζήσει.

Όταν, το 1956, ο Karajan ανέλαβε καθήκοντα ισόβιου αρχιμουσικού, τα μέλη της Φιλαρμονικής του Βερολίνου θεώρησαν την αποκλειστικότητα ως δεδομένη. Η είδηση της σχεδόν ταυτόχρονης ανάληψης, από τον ίδιο, της διεύθυνσης του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ δεν εξέπληξε ιδιαίτερα τους μουσικούς, για διάφορους λόγους. Τα ίδια, ακριβώς, παράλληλα καθήκοντα ασκούσε και ο προκάτοχος του Karajan, ο Wilhelm Furtwängler, μέχρι τον θάνατό του, το 1954. Απλούστατα, ο νέος διευθυντής επισφράγιζε, με τον τρόπο αυτό, μια παράδοση. Θα ήταν αδόκιμο και εγωιστικό να εκφράσουν δυσαρέσκεια, πόσο μάλλον που ο τελευταίος είχε δει το φως της ημέρας το 1908 στη συγκεκριμένη πόλη, είχε ολοκληρώσει εκεί τον πρώτο κύκλο των σπουδών του και ήταν φυσιολογικό να συμβάλλει στην καλλιτεχνική της ανάδειξη. Τελικά, οι δυο θητείες στο Βερολίνο και στο Σάλτσμπουργκ εμφανίζουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους σε διάρκεια (1956-1989 σε αμφότερες τις περιπτώσεις) καθώς και σε έργα υποδομής. Το Σάλτσμπουργκ απέκτησε και εκείνο μια νέα αίθουσα, το Grosses Festspielhaus, η ανέγερση του οποίου διήρκεσε από το 1956 έως το 1960. Η αίθουσα προοριζόταν για συναυλίες συμφωνικής μουσικής, αλλά και για παραστάσεις όπερας (διαθέτει τη μεγαλύτερη σκηνή στον κόσμο, το άνοιγμα της οποίας είναι διπλάσιο από εκείνο της Κρατικής Όπερας της Βιέννης). Επί διευθύνσεως Karajan, η ιδιαίτερη πατρίδα του Mozart εξελίχθηκε σε πόλο έλξης στον τομέα της μουσικής δραστηριότητας, καθώς επί δυο μήνες κάθε καλοκαίρι, συνέρρεαν εκεί από όλο τον κόσμο τα καλύτερα ορχηστρικά σύνολα και οι μεγαλύτεροι σολίστ.

Σάλτσμπουργκ, Αύγουστος 1959. Τόπος συνάντησης τριών μεγάλων αρχιμουσικών (Herbert von Karajan, Δημήτρης Μητρόπουλος – στο κέντρο – και Leonard Bernstein).

Το 1967, ο Karajan ίδρυσε ένα δεύτερο Φεστιβάλ. Λάμβανε χώρα την περίοδο του Πάσχα, η διάρκειά του, ωστόσο, δεν ξεπερνούσε τη μια εβδομάδα. Η πρωτοβουλία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στο Βερολίνο, καθώς καθιστούσε ως επίσημη ορχήστρα του Πασχαλινού Φεστιβάλ τη Φιλαρμονική, μέσα στο φέουδο, μάλιστα, της μεγάλης αντιζήλου της, της Φιλαρμονικής της Βιέννης. Η πρακτική αυτή διατηρήθηκε και μετά από τον θάνατο του Karajan έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010, οπότε η Φιλαρμονική του Βερολίνου αποποιήθηκε την παραπάνω ιδιότητα, παραχωρώντας τη θέση της σε μια άλλη, μεγάλη, ομόλογή της, την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης.

Εσωτερική άποψη του Grosses Festspielhaus του Σάλτσμπουργκ.

Εάν η ανάληψη της διεύθυνσης του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ δεν προκάλεσε τριγμούς στους κόλπους της Φιλαρμονικής του Βερολίνου το 1956, δεν συνέβη το ίδιο ένα χρόνο αργότερα, το 1957, όταν έγινε γνωστή η τοποθέτηση του Karajan ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιέννης, ορχήστρα της οποίας ήταν ανέκαθεν η … ανταγωνίστρια Φιλαρμονική. Δεν επρόκειτο για μια απλή εποχιακή απασχόληση, όπως στην περίπτωση του Σάλτσμπουργκ, αλλά, αντίθετα, για χρονοβόρες υποχρεώσεις. Ο μαέστρος έδινε την εντύπωση (ίσως όχι εντελώς άδικα) πως χρησιμοποιούσε τις δυο μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου ως περιστασιακά εργαλεία για την προσωπική του προβολή. Η θητεία στη Βιέννη, η οποία διήρκησε έως το 1964, του επέτρεψε να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στο ρεπερτόριο της όπερας. Πολλές από τις παραστάσεις ανέβηκαν παράλληλα και στο Θερινό Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι αυτή η επταετής καθόλα εποικοδομητική συνεργασία, έχει αποθανατιστεί σε μια ολόκληρη σειρά ζωντανών ηχογραφήσεων και κινηματογραφικών λήψεων.

Richard Strauss: Der Rosenkavalier (πράξη Β΄ – Η Παρουσίαση του Ρόδου – Sena Jurinac, Anneliese Rothenberger), Σάλτσμπουργκ, 1960

Τελευταία αφήσαμε τη συνεργασία του Karajan με έναν άλλο μεγάλο οργανισμό και συγχρόνως ναό του Bel canto και του Verismo: τη Σκάλα του Μιλάνου. Η συνεργασία διήρκησε επί μια δεκαετία περίπου (μέσα των ετών ΄50 έως μέσα των ετών ΄60) και υπήρξε αμοιβαία επωφελής. Ο Karajan εντρύφησε στο κλασσικό και μετα-ρομαντικό ιταλικό λυρικό ρεπερτόριο μεταφέροντας, παράλληλα, στο Μιλάνο το λιγότερο γνωστό εκεί αντίστοιχο γερμανικό. Η συνάντησή του με την Μαρία Κάλλας, το έτερο “ιερό τέρας” της εποχής, παρήγαγε εξαιρετικά αποτελέσματα: Lucia di Lamermoor του Gaetano Donizetti το 1954, Madame Butterfly του Giacomo Puccini τo 1955 και Il Trovatore του Giuseppe Verdi το 1956. Οι παραστάσεις αυτές έχουν αποθανατιστεί ηχητικά σε δίσκους.

Carmen του Georges Bizet (1955).
Lucia di Lamermoor (1954).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεταξύ των ετών 1965 και 1968, προς το τέλος της συνεργασίας του με την πρώτη ιταλική σκηνή, ο Karajan ερμήνευσε, ηχογράφησε  σε δίσκο και κινηματογράφησε δυο παραστάσεις: α) το δίπτυχο Cav/Pag (Cavalleria Rusticana του Pietro Mascagni και I Pagliacci του Ruggero Leoncavallo) σε σκηνοθεσία του Giorgio Strehler και β) μια εκτέλεση του Requiem του Verdi, στην τετράδα των μονωδών του οποίου συγκαταλεγόταν ένας φέρελπις και αγνώριστος φυσιογνωμικά νεαρός τενόρος, ονόματι Luciano Pavarotti. H συναυλία ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μεγάλου Ιταλού μαέστρου Arturo Toscanini, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών, τότε, από τον θάνατό του.

Giuseppe Verdi, Messa da Requiem: Offertorio (Leontyne Price, Fiorenza Cossotto, Luciano Pavarotti, Nikolai Ghiaurov), Milano, Teatro alla Scala, 1967.

 

Γ. Ο Herbert von Karajan και η Ελλάδα

Εν αρχῄ οι καταβολές. Ο Γεώργιος Καραγιάννης (Κοζάνη 1743 – Βιέννη 1813) και η σύζυγός του Περιστερά, το γένος Οικονόμου, μετοίκισαν από την Κοζάνη στη Βιέννη το 1767. Από εκεί, μετέβησαν στην πόλη Chemnitz της Σαξωνίας, όπου, από κοινού με τον αδελφό του Γεωργίου, Θεόδωρο-Ιωάννη, ίδρυσαν σειρά εργοστασίων υφαντουργίας. Ο εκλέκτορας της Σαξωνίας, αναγνωρίζοντας τη συμβολή των αδελφών Καραγιάννη στον συγκεκριμένο κλάδο και γενικότερα στην ανάπτυξη του εμπορίου της ευρύτερης περιοχής, τους τίμησε, το 1792, με τίτλο ευγενείας. Ως Ιππότες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πλέον, οι αδελφοί Καραγιάννη μετονομάστηκαν σε “von Karajan”. Αργότερα, ο Georg von Karajan εμπιστεύτηκε στον αδελφό του τα εργοστάσια του Chemnitz και επέστρεψε στη Βιέννη, όπου πέθανε το 1813. Ο γιός του, Theodor Georg Ritter von Karajan (Βιέννη 1810 – Βιέννη 1873), προπάππος του αρχιμουσικού, εργάστηκε αρχικά στο Υπουργείο Οικονομικών με την ιδιότητα του αρχειονόμου, γρήγορα, όμως, κατέλαβε σημαίνουσα θέση στην Αυτοκρατορική Βιβλιοθήκη της Βιέννης. Το 1848 έγινε μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος από το 1866 έως τον θάνατό του. Παράλληλα, από το 1850, υπήρξε καθηγητής Κλασσικής Γερμανικής Φιλολογίας και Ιστορικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Το 1869, τιμήθηκε με τίτλο ευγενείας και αναγορεύθηκε στην κατηγορία του Τάγματος των Ιπποτών. Ο Ludwig Anton von Karajan (Βιέννη 1835 – Βιέννη 1906), παππούς του μαέστρου, ασχολήθηκε με την ιατρική. Υπήρξε το πρώτο μέλος της οικογενείας von Karajan, που έτρεφε βαθειά αγάπη για τη μουσική. Το διπλό ενδιαφέρον για την ιατρική και τη μουσική διαβιβάστηκε ακέραιο στον γιό του, Ernst Theodor Emanuel von Karajan  (Βιέννη 1862 – Βιέννη 1951), ο οποίος υπήρξε διαπρεπής χειρούργος. Το 1905, ο Ernst νυμφεύθηκε την Martha Kosmac. Μαζί απόκτησαν δυο γιούς: τον Wolfgang (1906 – 1987) και τον Herbert (1908 – 1989).    

 Ο Herbert von Karajan αναφέρεται στις ελληνικές του καταβολές.

 

Το οικόσημo της οικογενείας von Karajan.
Ernst Theodor Emanuel von Karajan, πατέρας του αρχιμουσικού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O Herbert von Karajan επισκέφτηκε τη χώρα μας τέσσερις φορές, τα έτη 1939, 1962, 1963 και 1965. Όλες οι συναυλίες πραγματοποιήθηκαν στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Την πρώτη φορά, στις 13 Ιουνίου 1939, διηύθυνε σε ηλικία 31 ετών την τότε Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών (μετέπειτα Κρατική Ορχήστρα Αθηνών), σε ένα πρόγραμμα, το οποίο περιλάμβανε τη Συμφωνία αρ. 103, από τον κύκλο των Συμφωνιών του Λονδίνου, του Joseph Haydn, το συμφωνικό ποίημα Ο Μολδάβας (Vltava) του Bedřich Smetana  και, στο δεύτερο μέρος, τη Συμφωνία αρ.4 του Johannes Brahms. Λόγω του ανεπαρκούς ηλεκτροφωτισμού του χώρου, η συναυλία (η πρώτη κατά σειρά της θερινής περιόδου της ορχήστρας) ξεκίνησε στις 18.30 μ.μ., υπό το φως της ημέρας.

Ο Herbert von Karajan διευθύνει την πρώτη του συναυλία στο Ηρώδειο, στις 13 Ιουνίου 1939 (πηγή: Bundesarchiv). Δεξιά, το φυλλάδιο της συναυλίας (πηγή: Αρχείο Ωδείου Αθηνών)

Οι υπόλοιπες οκτώ συναυλίες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και παρέμειναν διαχρονικά από τις κορυφαίες εκδηλώσεις στην ιστορία του θεσμού. Το 1962, ο Karajan επισκέφτηκε τη χώρα μας επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με μια σειρά συνεχόμενων συναυλιών στις 5, 6 και 7 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη από αυτές ήταν αφιερωμένη στον Ludwig van Beethoven (Εισαγωγή στον Κοριολανό, Συμφωνία αρ.6 Ποιμενική και, στο δεύτερο μέρος, Συμφωνία αρ.7). Την επόμενη μέρα, σειρά είχαν ο Wolfgang Amadeus Mozart (Συμφωνία αρ. 29), ο Richard Strauss (το συμφωνικό ποίημα Don Juan) και, στο δεύτερο μέρος, ο Brahms (Συμφωνία αρ.2). O Brahms είχε την τιμητική του και στην τρίτη και τελευταία συναυλία με το έργο Παραλλαγές σε ένα θέμα του Haydn. Πλαισιωνόταν από τους Robert Schumann (Συμφωνία αρ.4) και Richard Wagner (Εισαγωγή στον Tannhauser,  πρελούδιο Α΄ πράξης και θάνατος της Ιζόλδης από την όπερα Tristan und Isolde).

Το 1963, ο Karajan επέστρεψε συνοδευόμενος, τη φορά αυτή, από την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης για έναν κύκλο, εκ νέου, τριών συναυλιών. Η πρώτη, στις 6 Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε με τη Μικρή νυκτερινή μουσική του Mozart, συνεχίστηκε με το συμφωνικό ποίημα Θάνατος και Εξαΰλωση (Tod und Verklärung) του Richard Strauss και έκλεισε με τη Συμφωνία αρ.8 του Antonín Dvořák. Η δεύτερη, στις 7 Σεπτεμβρίου, ήταν αφιερωμένη στον Brahms (Διπλό κονσέρτο για βιολί, βιολοντσέλλο και ορχήστρα με δυο κορυφαίους Γάλλους σολίστ – Christian Ferras και Pierre Fournier – και Συμφωνία αρ.1). Η τρίτη συναυλία, στις 8 Σεπτεμβρίου, ήταν η πλέον αναμενόμενη. Είχε, όμως, απρόβλεπτη εξέλιξη. Στο πρώτο μέρος, το πρόγραμμα περιλάμβανε το κοντσέρτο αρ.1 για πιάνο και ορχήστρα του Pyotr Ilyich Tchaikovsky, με σολίστ τον Sviatoslav Richter. Την τελευταία στιγμή, ο ιδιοσυγκρασιακός διάσημος Ρώσος πιανίστας, ματαίωσε την έλευσή του στην Αθήνα. Λειτουργώντας με υψηλή επαγγελματική ευσυνειδησία, μαέστρος και ορχήστρα αντικατέστησαν το έργο με μια άψογη εκτέλεση της Συμφωνίας αρ.40 του Mozart. H βραδιά ολοκληρώθηκε με μια μεγαλειώδη απόδοση της Παθητικής (αρ.6) Συμφωνίας του  Tchaikovsky, η οποία ξεσήκωσε το αθηναϊκό κοινό.

Η γενική δοκιμή λίγη ώρα πριν από τη συναυλία.

Οι δυο τελευταίες συναυλίες του Karajan επί ελληνικού εδάφους έλαβαν χώρα στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1965. Ορχήστρα ήταν και πάλι η Φιλαρμονική του Βερολίνου, τρία χρόνια έπειτα από την πρώτη περιοδεία. Στην εναρκτήρια συναυλία ερμηνεύτηκαν έργα των Jean Sibelius (Συμφωνία αρ.5 και -εκτός προγράμματος- η θριαμβευτική Finlandia) και Claude Debussy (το συμφωνικό ποίημα Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου – Prélude à laprèsmidi dun faune και τα τρια συμφωνικά σκίτσα Η θάλασσαLa Mer). Η δεύτερη, ήταν αποκλειστικά μια συναυλία Beethoven (Συμφωνίες αρ.1 και 5, Εισαγωγή Λεονώρα 3). Στις οκτώ μεταπολεμικές εμφανίσεις, το κοινό της πρωτεύουσας (8.000 άτομα κάθε βράδυ) απόλαυσε μουσική υψηλού επιπέδου, ερμηνευμένη από τις δυο καλύτερες ορχήστρες του κόσμου και έναν από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς. Ευτυχείς όσοι μοιράστηκαν αυτό το βίωμα.                                       

Δ. Υπάρχει ζωή μετά από τον Karajan;

«Is there any life after Karajan?» Το ερώτημα τέθηκε επιτακτικά από το έγκριτο μουσικό περιοδικό The Grammophone, λίγες μέρες έπειτα από τον θάνατο του μαέστρου από καρδιακή προσβολή, στις 16 Ιουλίου 1989, στο σπίτι του στο Anif, λίγο έξω από το Σάλτσμπουργκ. Προκειμένου να μπορέσει κανείς να απαντήσει, πρέπει προηγουμένως να ικανοποιήσει ένα άλλο ερώτημα: τί ακριβώς ήταν ο Karajan; Ήταν ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης, ένας απαράμιλλος αισθητής, πλάστης του γοητευτικότερου ήχου που μπορεί να παράξει ένα ορχηστρικό σύνολο; Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα με βαθειά καλλιέργεια, διαρκείς ανησυχίες και σαφώς καθορισμένο όραμα, το οποίο επεκτεινόταν πέραν από τον κόσμο της μουσικής, στο χώρο της σκηνοθεσίας, της σκηνογραφίας και της τεχνολογίας του ήχου και της εικόνας; Ήταν ένας κυνηγός νέων ταλέντων, πολλά εκ των οποίων αναδείχτηκαν και κατάφεραν, χάρη στην υποστήριξή του, να ακολουθήσουν μια διεθνώς αναγνωρισμένη σταδιοδρομία (μεταξύ άλλων πολλών οι μαέστροι Seiji Ozawa και Mariss Jansons, η βιολονίστρια Anne-Sophie Mutter, o πιανίστας Evgeny Kissin, η Ελληνίδα μεσόφωνος Αγνή Μπάλτσα); Ήταν ο αδιαφιλονίκητος αυτοκράτορας του legato, όπως χαρακτηριστικά τον αποκάλεσε ο Sir Simon Rattle, μέχρι πρότινος διάδοχός του στο βήμα της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου;

Με την Αγνή Μπάλτσα και τον Δημήτρη Σγούρο.

Ή μήπως ήταν ένας αλαζονικός δικτάτορας, ένας αμετανόητος νάρκισσος, που δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί κάθε επικοινωνιακό μέσο (ακουστικό είτε οπτικό) για την προσωπική του προβολή; Ένας επιδειξιομανής κοσμικός, που κατανάλωνε τον ελεύθερο χρόνο στο πιλοτήριο του ιδιωτικού του αεροπλάνου, στο τιμόνι των ακριβών αυτοκινήτων του, στο πηδάλιο της ιδιωτικής του θαλαμηγού ή κάνοντας σκι στο Σέντ Μόριτζ της Ελβετίας σε περίοδο αιχμής και εν μέσω της αφρόκρεμας της διεθνούς υψηλής κοινωνίας;

Η απάντηση προκύπτει αβίαστα: ο Karajan ήταν όλα τα παραπάνω. Θετικά και αρνητικά στοιχεία συγκροτούν μια ενιαία εικόνα. Αποτελούν τις δυο όψεις του ιδίου νομίσματος. Αφαιρώντας κανείς οποιοδήποτε από τα γνωρίσματα αυτά, αποσταθεροποιεί το γενικό σύνολο. Είναι γεγονός πως υπάρχουν πτυχές, οι οποίες αν δεν ενοχλούν, τουλάχιστον προσφέρονται για άσκηση κριτικής. Τα διάφορα πικρόχολα σχόλια, τα οποία συνόδευσαν, το 1989, τη νεκρολογία του μαέστρου, δεν ήταν τυχαία. Ωστόσο, είτε επρόκειτο για συνειδητή επιλογή είτε όχι, ο Karajan εκπλήρωνε διαρκώς τον αντικειμενικό του στόχο: διατηρούσε στραμένους επάνω του τους προβολείς της δημοσιότητας. Συγκινούσε τους μυημένους λάτρεις της μουσικής με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο γοήτευε όλους εκείνους, που προσέτρεχαν στις συναυλίες του σαν να επρόκειτο για κάποιο κοσμικό γεγονός και έσπευδαν, κατόπιν, να αγοράσουν τους δικούς του δίσκους, έστω και αν υπήρχαν εξίσου καλές, αν όχι καλύτερες, ερμηνείες του ιδίου έργου από άλλους καλλιτέχνες.

Υπάρχει ζωή μετά από τον Karajan; Ασφαλώς ναι. Ο χρόνος δεν παγώνει, η δε Τέχνη είναι ένα συνεχώς εξελισσόμενο είδος. Τα τριάντα χρόνια, τα οποία μεσολάβησαν από το θάνατό του έως σήμερα, απέδειξαν πως το κενό που άφησε πίσω του φεύγοντας, μπόρεσε να καλυφθεί, έστω και με δυσκολία. Η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, το alter ego του, συνέχισε να διαπρέπει υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση δυο χαρισματικών αρχιμουσικών πρώτου μεγέθους: του Claudio Abbado (1989-2002) και του Sir Simon Rattle (2002-2018). Το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ (Θερινό και Πασχαλινό) συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των κορυφαίων του κόσμου. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ανδρώθηκε μια νέα, πολλά υποσχόμενη, γενιά μαέστρων. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Λατινοαμερικανού Gustavo Dudamel, του Γερμανού Christian Thielemann (του πλησιέστερου, ίσως, στη νοοτροπία και κοσμοαντίληψη του Karajan), του Λεττονού Andris Nelsons και του Ρώσου Kirill Petrenko, ο οποίος μόλις ανέλαβε τα ηνία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Όμως, το αύριο είναι αλληλένδετο με το χθες. Ο Karajan κληροδότησε ένα μήνυμα. Το μήνυμα αυτό διατηρείται ζωντανό μέσα από τα άφθονα ηχητικά και οπτικά τεκμήρια που διασώθηκαν, αλλά και μέσα από τα βιώματα και τις μαρτυρίες της γενιάς, που είχε την τύχη να συνεργαστεί μαζί του ή, απλούστατα, την ευτυχία να παρακολουθήσει και να απολαύσει τη δουλειά του. Ένα μήνυμα, που σφράγισε την εξέλιξη της μουσικής κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα δίνοντάς της πνοή και ώθηση έπειτα από τη συλλογική δοκιμασία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα μήνυμα δυναμικό και πρωτοπόρο, γεμάτο όραμα και αυτοπεποίθηση, που συνέβαλε αποφασιστικά στη μετάβαση του συγκεκριμένου κλάδου της Τέχνης από τον 20ό προς τον 21ο αιώνα. Θα ήταν δυνατή η εμφάνιση ενός νέου Karajan σήμερα; Βεβαίως, αρκεί να μην διαθέτει τα ίδια χαρακτηριστικά. Διαφορετικά θα επρόκειτο για απομίμηση. Έστω και άψογα δομημένη, δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κοινό αντίγραφο.

BBC Four HD Karajan’s Magic and Myth (2014)

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Kleinert, Annemarie: Music at its Best: The Berlin Philharmonic. From Karajan to Rattle, Norderstedt: BoD, 2009.

Osborne, Richard: Herbert von Karajan, London, Chatto & Windus, 1998.

Osborne, Richard: Herbert von Karajan: A Life in Music, Boston, Northeastern University Press, 2000

Zignani, Alessandro: Herbert von Karajan. Il Musico perpetuo, Varese, Zecchini Editore, 2008.

Δελαλής, Ν.: “Συμπληρωματικά περί της εκ Κοζάνης οικογενείας των εν Αυστρία διαμενόντων Καραγιάννη-von Karajan”, Μακεδονικά, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 1940, σελ. 525-526.

Σαββίδης, Αλέξιος Γ.Κ.: “Ο Herbert von Karajan στο Ηρώδειο”

http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=2316

Αncestry of Herbert von Karajan

https://gw.geneanet.org/rivallainf?lang=en&m=A&p=herbert&n=von+karajan&siblings=on&notes=on&t=T&v=6&image=on&marriage=on&full=on

Herbert von Karajan – Official Webpage Startseite

http://www.karajan.org/jart/prj3/karajan/main.jart

Salzburger Festspiele, Archiv

https://www.salzburgerfestspiele.at/archiv

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Η ιστορική εξέλιξη της Διπλωματίας. Από την αρχαιότητα στη «Νέα Διπλωματία»

Θεοδόσης Καρβουναράκης 

Η ιστορική εξέλιξη της Διπλωματίας.

Από την αρχαιότητα στη «Νέα Διπλωματία»[1]

 

Είναι λογικό οι απαρχές τις διπλωματικής δραστηριότητας, θεμελιώδους μορφής επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων κοινωνιών, να συμπίπτουν με τις απαρχές του ανθρωπίνου είδους. Ήταν ανάγκη κάποια στιγμή οι εχθροπραξίες ανάμεσα σε δυο ομάδες πρωτόγονων προγόνων μας να σταματήσουν για να περισυλλεγούν οι νεκροί και αυτό απαιτούσε κάποιας μορφής διάλογο και συνεννόηση των δυο πλευρών. Ήταν επίσης προφανές πως η συνεννόηση δε θα τελεσφορούσε αν δεν γινόταν σεβαστή η ζωή και η ασφάλεια των απεσταλμένων. Εκ των ων ουκ άνευ συστατικό λοιπόν της διπλωματικής δραστηριότητας αποτέλεσε εξ αρχής η ασυλία των διπλωματικών απεσταλμένων. Το πρώτο διπλωματικό σύστημα το οποίο περιγράφεται με επάρκεια και αξιοπιστία από τις ιστορικές πηγές είναι αυτό της αρχαίας Ελλάδας. Η διπλωματική δραστηριότητα είναι ήδη εμφανής στα προ του 700 π. Χ. χρόνια, ενώ με τη βοήθεια του Θουκυδίδη (c460-c395 π. Χ.) διαμορφώνουμε μια σαφή εικόνα της διπλωματικής πρακτικής στην εποχή της ακμής του αρχαίου Ελληνισμού. Οι Έλληνες πρέσβεις επιλέγονταν όχι κατ’ανάγκη για την διαπραγματευτική τους ικανότητα, αλλά κυρίως για τη ρητορική τους δεινότητα, καθ’ότι αποστολή τους ήταν να παρουσιάσουν τις θέσεις του εντολέα τους, Συνέλευσης των πολιτών ή ηγεμόνα, και όχι να διαπραγματευτούν. Η παράβαση των αυστηρών οδηγιών τους ή η αποτυχία της αποστολής μπορούσε να επισύρει την κατηγορία της «παραπρεσβείας», με πολύ δυσμενείς συνέπειες. Δεν υπήρχε μόνιμη αντιπροσώπευση των πόλεων. Υπήρχε, όμως, ο θεσμός του προξένου, επιφανούς πολίτη μιας ελληνικής πόλης, που εκπροσωπούσε στην πατρίδα του τα συμφέροντα μιας άλλης πόλης. Ο πρόξενος βοηθούσε τους πολίτες και τους διπλωματικούς απεσταλμένους της πόλης που εκπροσωπούσε, συνέβαλε στη σύσφιξη των σχέσεων, αλλά δεν αναμένονταν να προτάξει τα συμφέροντα της πόλης που εκπροσωπούσε εις βάρος των συμφερόντων της πατρίδας του. Το αξίωμα του προξένου ήταν τιμητικό και γνωστά ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Πίνδαρος, ο Δημοσθένης και ο Κίμων το είχαν ασκήσει.[2]

Ο θεσμός της προξενίας στην αρχαία Ελλάδα.

Η διπλωματία ανθεί και κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, προσλαμβάνει, ωστόσο, ιδιαίτερη μορφή. Στην εποχή της Δημοκρατίας την εξωτερική πολιτική ασκεί η Σύγκλητος, ενώ οι διπλωματικοί απεσταλμένοι επιλέγονται από τις τάξεις των Συγκλητικών. Οι Συγκλητικοί επίσης, είναι εκείνοι που δέχονταν τους πρέσβεις ξένων χωρών, οι οποίοι δικαιούνταν ασυλία, τιμητική μεταχείριση και φιλοξενία από το Ρωμαϊκό Δημόσιο. Με την κατάλυση της Δημοκρατίας στα τέλη του 1ου π. Χ. αιώνα, όλες οι κρατικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, που επικοινωνούσε μέσω επιστολών με ηγεμόνες άλλων κρατών και μερικές φορές δεχόταν ο ίδιος τις ξένες διπλωματικές αποστολές. Εξωτερική πολιτική και διπλωματία ασκούσαν και οι διοικητές των ρωμαϊκών επαρχιών, άνθρωποι ώριμοι και διοικητικά έμπειροι, που συχνά δέχονταν πρέσβεις ξένων χωρών και είτε διευθετούσαν οι ίδιοι τα επίμαχα ζητήματα, είτε παρέπεμπαν την υπόθεση και τους διπλωματικούς απεσταλμένους στον αυτοκράτορα.

Γενικά, η διπλωματία της αρχαίας Ρώμης, στα αρχικά στάδια εξέλιξης της πόλης, όταν αυτή παρέμενε ευάλωτη στις επιθέσεις των αντιπάλων της, δεν διέφερε από εκείνη των άλλων κρατών. Με την ανάδειξή της στη μόνη υπερδύναμη του αρχαίου κόσμου (με μοναδική πιθανή εξαίρεση την αυτοκρατορία των Πάρθων, ανατολικά του Ευφράτη και στο σημερινό Ιράν) η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πλέον σπάνια χρειαζόταν να υποχωρεί, να συμβιβάζεται, να επιδιώκει συμμαχίες και να περιορίζεται από συμμαχικές υποχρεώσεις, να συλλέγει συστηματικά πληροφορίες για τους αντιπάλους της ή να αναζητεί νέες διπλωματικές μεθόδους για την επίτευξη των στόχων της. Η διπλωματία της, στηριζόμενη στην τεράστια στρατιωτική ισχύ της, ήταν κυρίως το μέσο για την υποταγή του αντιπάλου, δίχως να είναι αναγκαία η ανώφελη καταστροφή του και η χρήση του πολυδάπανου ρωμαϊκού στρατού. Θετική συνεισφορά των Ρωμαίων στην εξέλιξη της διπλωματίας αποτελεί η εισαγωγή αρχών και εννοιών του προηγμένου ρωμαϊκού δικαιϊκού συστήματος, που συντέλεσαν στην ασφαλέστερη σύναψη και ερμηνεία των διεθνών συμφωνιών.[3]

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχε το πλεονέκτημα της απόλυτης στρατιωτικής ισχύος όπως η προκάτοχός της, Ρώμη. Πλήθος γειτονικών κρατών και φυλών επιβουλεύονταν την εδαφική της ακεραιότητα και προκειμένου να τους αντιμετωπίσει, το Βυζάντιο χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση και με μεγάλη αποτελεσματικότητα την τέχνη της διπλωματίας. Με διάφορους τρόπους καλλιεργήθηκαν φιλικές σχέσεις με τους γειτονικούς λαούς και επιδιώχθηκε η εξαγορά τους, ο προσηλυτισμός τους και η εκμετάλλευση των μεταξύ τους διαφορών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εκμετάλλευση του μεγαλείου και του πλούτου της αυτοκρατορίας για τον εντυπωσιασμό και προσεταιρισμό των ξένων πρέσβεων και ηγεμόνων. Μεγαλοπρεπείς τελετές, συστηματική επιτήρηση των ξένων επισκεπτών και κάθε είδους τεχνάσματα χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία εντυπώσεων οικονομικής, πολιτιστικής και στρατιωτικής ανωτερότητας, που βοηθούσαν στη διαμόρφωση θετικής στάσης απέναντι στην αυτοκρατορία. Ακόμη και οι γάμοι βυζαντινών πριγκιπισσών με ξένους ηγεμόνες χρησιμοποιούνταν για τον ίδιο σκοπό. Ιδιαίτερη σημασία δίνονταν, επίσης, στη συγκέντρωση πληροφοριών, κάτι που γινόταν με συστηματικό και κεντρικά συντονισμένο τρόπο. Οι διπλωματικές πρακτικές του Βυζαντίου επηρέασαν την εξέλιξη της ευρωπαϊκής διπλωματίας καθώς εισήχθησαν μέσω των Ενετών στο διπλωματικό σύστημα των Ιταλικών πόλεων και από εκεί, αργότερα, σε ολόκληρη την Ευρώπη.[4]

Αποστολή διπλωματικής αντιπροσωπείας από τον ηγεμόνα της Βουλγαρίας προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, χειρόγραφο της Ιστορίας του Σκυλίτζη, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα, δεν υπήρχε ο θεσμός της μόνιμης διπλωματικής εκπροσώπησης. Οι πρέσβεις επισκέπτονταν μια ξένη χώρα, παρέμεναν εκεί όσο χρειαζόταν για την εκπλήρωση της αποστολής τους και κατόπιν αποχωρούσαν. Η μόνιμη εγκατάσταση διπλωματικών εκπροσώπων στη χώρα διαπίστευσής τους αποτελεί καινοτομία των ιταλικών πόλεων-κρατών, που άκμασαν κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Με αρχική αιτία τη συστηματική συγκέντρωση πληροφοριών, που ήταν απαραίτητες για την επιβίωση κρατών και καθεστώτων στο εξαιρετικά ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον της ιταλικής χερσονήσου, καθιερώθηκε σταδιακά η αποστολή και η αποδοχή διπλωματικών απεσταλμένων. Οι άνθρωποι αυτοί, συχνά αμφιβόλου ποιόντος και χαμηλής κοινωνικής προέλευσης, ήταν πιθανό να παρέμβουν στα εσωτερικά της χώρας υποδοχής με την ανάμειξή τους σε συνομωσίες, δολοφονίες ή τον χρηματισμό αξιωματούχων, γι’αυτό και δεν είχαν κατ’ανάγκη την εύνοια των ηγεμόνων στην αυλή των οποίων γίνονταν δεκτοί. Η χρησιμότητα, όμως, των μονίμων διπλωματικών αποστολών οδήγησε στην καθιέρωσή τους ως εργαλείο της διπλωματικής πρακτικής σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ το 1536, η Γαλλία απέστειλε και τον πρώτο μόνιμο διπλωματικό εκπρόσωπο εκτός Ευρώπης, στην αυλή του Τούρκου Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά ο ρόλος των μονίμων πρέσβεων έγινε ακόμη σημαντικότερος, καθώς η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας έκανε αναγκαία την συνεχή επικοινωνία μεταξύ των κρατών. Σταδιακά, επίσης, οι μόνιμες διπλωματικές αποστολές υποκατέστησαν τις διπλωματικές αποστολές ειδικού σκοπού, που χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων. Οι τελευταίες, μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα είχαν σχεδόν εκλείψει και χρησιμοποιούνταν μόνο για τη σύναψη συνθηκών ειρήνης.

Jean-Baptiste van Mour, Réception de l’Ambassadeur de France, le vicomte d’Andrezel, par le Sultan Ahmed III, le 17 octobre 1724, à Constantinople:le dîner offert par le Grand Vizir Ibrahim Pacha, 1724, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η μόνιμη διπλωματική εκπροσώπηση είχε επίσης επιπτώσεις στο καθεστώς των διπλωματικών ασυλιών, την εγγύηση δηλαδή της προσωπικής ασφάλειας των πρέσβεων και προστασία από οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη δίωξη. Με την εγκατάσταση μονίμων αντιπροσωπειών δημιουργήθηκε το ζήτημα του ποια από τα μέλη του προσωπικού τους απολάμβαναν ασυλία, αλλά και της προστασίας του απαραβίαστου του χώρου της πρεσβείας. Μέχρι και κατά τον 17ο αιώνα, το θέμα δεν είχε ρυθμιστεί ομοιόμορφα από τις διάφορες χώρες υποδοχής. Ώθηση για την επίλυση  του όλου προβλήματος έδωσε η αποδοχή λειτουργίας παρεκκλησίων στους χώρους των πρεσβειών, δόγματος διαφορετικού από εκείνου της φιλοξενούσας χώρας, σημαντικό βήμα για τη φορτισμένη από θρησκευτικές έριδες Ευρώπη του 17ου αιώνα.

Η παρουσία διπλωματικών αντιπροσώπων διαφόρων χωρών σε μια πρωτεύουσα, δημιούργησε επίσης το πρόβλημα του προβαδίσματος, της προτεραιότητας, δηλαδή, σε κοινές επίσημες εκδηλώσεις και στις επαφές τους με τον ηγεμόνα της χώρας διαπίστευσης. Πραγματικές μάχες διεξήχθησαν ανάμεσα στο προσωπικό αντιπάλων διπλωματικών αποστολών, με στόχο την προάσπιση αυτού του δικαιώματος. Η προτεραιότητα, επίσης, η οποία θεωρούνταν ένδειξη υπεροχής σε θέματα εθιμοτυπίας στις διασκέψεις και κατά την υπογραφή των συνθηκών, μπορούσε να υπονομεύσει την ομαλή διεξαγωγή της διπλωματίας. Τεχνάσματα, όπως στρόγγυλα τραπέζια όπου όλοι οι συγκαθήμενοι έχουν ίσης αξίας θέση και πολλαπλά κείμενα συνθηκών, με πρώτο το όνομα του κάθε συμμετέχοντος, που υπέγραφαν όλοι, χρησιμοποιούνταν για να αποφευχθούν οι προστριβές.[5] Ριζικά αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814-1815, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, όπου συμφωνήθηκε πως η προτεραιότητα σε θέματα εθιμοτυπίας θα εξαρτάται από την αρχαιότητα, τα χρόνια παραμονής, δηλαδή, του κάθε διπλωματικού απεσταλμένου σε μια συγκεκριμένη πρωτεύουσα. Τρία χρόνια αργότερα, στο Συνέδριο της Aix-la-Chappelle, αποφασίστηκε ότι η υπογραφή των συνθηκών θα γινόταν με αλφαβητική σειρά και με γνώμονα το γαλλικό αλφάβητο.

Το Ευρωπαϊκό διπλωματικό σύστημα που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα και εξακολουθεί να διέπει τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των κρατών, εδραιώθηκε ως Γαλλικό Σύστημα. Η Γαλλία, που μετά το πέρας του Τριακονταετούς Πολέμου (1618-1648) εξελίχτηκε στην ισχυρότερη ευρωπαϊκή χώρα, είχε ηγεμονικές φιλοδοξίες και ανέπτυξε έντονη διπλωματική δραστηριότητα. Με στόχο τον κεντρικό συντονισμό και την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας, ο πρωθυπουργός της χώρας, Καρδινάλιος Richelieu, ίδρυσε το 1626 το πρώτο στον κόσμο υπουργείο Εξωτερικών. Στα επόμενα χρόνια, ο διπλωματικός μηχανισμός της Γαλλίας έγινε ο πλέον οργανωμένος και αποτελεσματικός της Ευρώπης. Οι Γάλλοι πρέσβεις ήταν καλά ενημερωμένοι και με λεπτομερείς οδηγίες για την αποστολή τους ενώ σταδιακά η Κεντρική Υπηρεσία απέκτησε οργανωτική και λειτουργική μορφή, που δεν θα ξένιζε ακόμα και τον σύγχρονο μελετητή. Δημιουργήθηκαν τμήματα με εξειδικευμένα αντικείμενα και προσλήφθηκαν ειδικοί, όπως νομικοί σύμβουλοι, για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Η γαλλική διπλωματική πρακτική αποτέλεσε πρότυπο για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε βαθμό που η Ρωσία το 1784 ζήτησε επίσημα πληροφορίες από τη Γαλλία για την οργάνωση του δικού της υπουργείου Eξωτερικών.

Μεγάλη ήταν επίσης η επιρροή του γαλλικού πολιτισμού στους αριστοκρατικούς κύκλους, την άρχουσα δηλαδή τάξη της Ευρώπης, από την οποία και κατά κανόνα προέρχονταν οι διπλωμάτες της εποχής. Η γαλλική γλώσσα, η γαλλική λογοτεχνία, τα ήθη, ο τρόπος διαβίωσης αποτελούσαν αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης από το σύνολο της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Αναπόφευκτα και για τη διεξαγωγή της διπλωματίας, η γαλλική πολιτιστική επιρροή υπήρξε καθοριστική. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, τα γαλλικά υποκατέστησαν τα λατινικά ως επίσημη γλώσσα της διπλωματίας και διατήρησαν αυτή την κυρίαρχη θέση τους μέχρι τη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, που αναγνώριζε ως αυθεντική και ισότιμη με τη γαλλική και την αντίστοιχη αγγλική. Η κυριαρχία των γαλλικών στην προφορική διπλωματική επικοινωνία συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια.

Το γαλλικό σύστημα διπλωματίας παρουσιάζεται και αναλύεται με υποδειγματικό τρόπο στο έργο του Γάλλου διπλωμάτη της εποχής του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄, François de Callières, De la manière de gocier avec les souverains (1716). Ο Callières προσδιορίζει τους στόχους και περιγράφει τις μεθόδους της επιτυχημένης διαπραγμάτευσης, θεωρεί την εντιμότητα και την αξιοπιστία ως θεμέλιο της διπλωματικής συναλλαγής, επισημαίνει τις αρετές του επιτυχημένου διπλωμάτη και τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης επαγγελματιών διπλωματών, σε αντιδιαστολή με την ευκαιριακή ανάθεση διπλωματικών καθηκόντων σε μη ειδικούς. Οι αναλύσεις και οι απόψεις του διατηρούν και στις μέρες μας την εγκυρότητα και αυθεντία τους, εφόσον ο πυρήνας της διπλωματικής δραστηριότητας εξακολουθεί να παραμένει, ουσιαστικά, ο ίδιος.[6]

François de Callières (1645 – 1717).

Κατά τον 19ο αιώνα, το διεθνές πολιτικό σύστημα, που παραμένει κατ’εξοχήν ευρωκεντρικό, αποκτά μεγαλύτερη συνοχή και συντονισμό δράσης, με αποτέλεσμα την ευρυθμότερη λειτουργία του και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των διεθνών ζητημάτων. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στο θεσμό της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας ή Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, που θεσπίζεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο Συνέδριο της Βιέννης. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής διπλωματίας, οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Γαλλία θα συμφωνήσουν να συναντώνται οι εκπρόσωποι τους σε τακτά χρονικά διαστήματα και όχι, όπως μέχρι τότε συνηθιζόταν, μόνο έπειτα από τον τερματισμό κάποιου πολέμου, με στόχο την από κοινού αντιμετώπιση καταστάσεων, ικανών να διαταράξουν την ισορροπία ισχύος και την ειρήνη στην Ευρώπη. Παρά το ότι ο θεσμός δεν εξελίχθηκε όπως είχε σχεδιαστεί – η προσωπική συμμετοχή ηγεμόνων και υπουργών Εξωτερικών σύντομα ατόνησε – αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν επανειλημμένα στα πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας και συνέπεσαν σε κοινά αποδεκτές λύσεις σε πλείστα όσα ζητήματα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, στις διεθνείς σχέσεις και στα εσωτερικά προβλήματα μικρότερων και ασθενέστερων κρατών, στον κίνδυνο για το ευρωπαϊκό status quo από τις εθνικιστικές επαναστάσεις και τη νομή των αποικιών. Η επιτυχία του θεσμού γίνεται εμφανής από το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας του από το 1815 έως το 1914, δεν υπήρξε γενικευμένος ευρωπαϊκός πόλεμος ενώ το εδαφικό καθεστώς που προέκυψε από το Συνέδριο της Βιέννης παρέμεινε αμετάβλητο στις θεμελιώδεις του συνιστώσες. Ενισχύθηκε, επίσης, και η πολυμερής διπλωματία, εξέλιξη βέβαια, που υπαγορεύτηκε και από την αυξανόμενη συνθετότητα των διεθνών ζητημάτων.

Κατά τον 19ο αιώνα διευρύνεται και η γεωγραφική εμβέλεια της διπλωματικής δραστηριότητας. Από το 1835, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκπροσωπείται συστηματικά στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το 1860, η Κίνα, η οποία απέφευγε τις επαφές με άλλους λαούς, αναγκάζεται να δεχτεί τις πρώτες ξένες μόνιμες αντιπροσωπείες και σε σύντομο, σχετικά, χρονικό διάστημα, να αποστείλει στο εξωτερικό και δικές της. Οι ξένες, όμως, αντιπροσωπείες επεμβαίνουν στα εσωτερικά της εξασθενημένης κινεζικής αυτοκρατορίας για να προασπίσουν τα οικονομικά συμφέροντα των χωρών αποστολής τους. Έως το γύρισμα του αιώνα, η Κίνα χάνει, στην ουσία, την ανεξαρτησία της.

Διαπιστευτήρια Κινέζου αυτοκρατορικού απεσταλμένου στη Βρετανική Αυλή.

Αντίθετα, η Ιαπωνία, που επίσης εξαναγκάζεται να δημιουργήσει σχέσεις με τη Δύση, υιοθετεί τους δυτικούς πολιτικούς θεσμούς, τη διοικητική οργάνωση και τεχνολογία, εκσυγχρονίζεται και διατηρεί την ανεξαρτησία της. Με την θεαματική επικράτησή της επί της Ρωσίας στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο το 1904-1905, αναγνωρίζεται και ως Μεγάλη Δύναμη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, παρ’όλη την αλματώδη οικονομική τους ανάπτυξη και το τεράστιο δυναμικό τους, παραμένουν επιφυλακτικές ως προς τη συμμετοχή τους στα διεθνή προβλήματα. Η γεωγραφική τους απομόνωση και η ασφάλεια, που η τελευταία τους παρέχει, καθώς και κάποια αντιπάθεια για τις ιδέες και τις πρακτικές του παλαιού κόσμου, διατηρούν τις Ηνωμένες Πολιτείες στο περιθώριο των διπλωματικών εξελίξεων έως το τέλος του  19ου αιώνα. Περιορισμένη σημασία δίνεται, επίσης, στη διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας. Πολλές φορές αυτή  ανατίθεται σε ακατάλληλους, μη επαγγελματίες διπλωμάτες, με τις κατάλληλες, όμως, πολιτικές διασυνδέσεις.

Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις του 19ου αιώνα επηρεάζουν και τη διεξαγωγή της διπλωματίας. Κομβική εξέλιξη αποτελεί η εφεύρεση και η διάδοση του τηλέγραφου. Ακόμη και στις αρχές του αιώνα, η επικοινωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών παρέμενε εξαιρετικά δυσχερής. Για παράδειγμα, το χειμώνα ένα ταξίδι από το Λονδίνο στην Αγία Πετρούπολη μπορούσε να διαρκέσει έναν μήνα. Πολύ πιο χρονοβόρα ήταν η επικοινωνία με τις απομακρυσμένες, εκτός Ευρώπης, περιοχές. Ο τηλέγραφος μεταλλάσσει ριζικά την κατάσταση. Από το 1853 υπήρχε τηλεγραφική σύνδεση μεταξύ Λονδίνου, Παρισιού και Βερολίνου, ενώ το 1866 επιτεύχθηκε η υπερπόντια σύνδεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο εξής, η Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών μπορούσε να λάβει πληροφορίες και να αποστείλει εντολές στις διπλωματικές της αποστολές με μεγάλη συχνότητα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ήταν εφικτό για οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Με αυτόν τον τρόπο αυξήθηκε η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού παραγωγής και διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής και αναβαθμίστηκε ο ρόλος της Κεντρικής Υπηρεσίας εις βάρος των κατά τόπους πρεσβειών, των οποίων η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών περιορίστηκε σημαντικά.

Ιαπωνική διπλωματική αποστολή στο Λονδίνο το 1872. Στο κέντρο διακρίνεται ο πρεσβευτής Iwakura Tomomi.

Η διπλωματία καλείται να ανταποκριθεί στα νέα πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά δεδομένα του 19ου αιώνα με νέους θεσμούς και πρακτικές. Η μεγάλη έκταση των ενόπλων συρράξεων, το αυξημένο μέγεθος των εθνικών στρατών, η μεταξύ τους συνεργασία και οι συνεχείς τεχνολογικές εξελίξεις δημιούργησαν αυξημένες ανάγκες ενημέρωσης για τις στρατιωτικές δυνατότητες της κάθε χώρας, αλλά και περισσότερο εξειδικευμένης επικοινωνίας μεταξύ τους. Από το 1851, με πρωτοπόρο τη Γαλλία, αρχίζει η συστηματική τοποθέτηση στρατιωτικών ακολούθων στις διάφορες πρεσβείες ανά τον κόσμο. Οι στρατιωτικοί ακόλουθοι της Ρωσίας και της Πρωσίας είχαν ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας τους και κινούνταν ανεξάρτητα από την υπόλοιπη διπλωματική αποστολή. Η αύξηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών οδήγησε στη δημιουργία ειδικών διευθύνσεων στο βρετανικό και το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών και το 1880, στην τοποθέτηση του πρώτου εμπορικού ακολούθου από τη Βρετανία στο Παρίσι, με αποστολή την προώθηση του βρετανικού εμπορίου σε ολόκληρη την Ευρώπη. Γενικά, όμως, τα εμπορικά θέματα θεωρούνταν ανιαρά και κατωτέρου επιπέδου από τους διπλωμάτες, ενώ περιορισμένο ήταν και το ενδιαφέρον των Κεντρικών Υπηρεσιών. Η προώθηση των εμπορικών συμφερόντων των διαφόρων κρατών ήταν κυρίως υπόθεση των προξένων, υπαλλήλων που ανήκαν σε ξεχωριστό, κατωτέρου επιπέδου, διπλωματικό κλάδο, και ήταν εγκατεστημένοι σε πόλεις με ιδιαίτερο εμπορικό ενδιαφέρον για τις χώρες που εκπροσωπούσαν.

Η μεγάλη διάδοση της υποχρεωτικής στοιχειώδους εκπαίδευσης στην Ευρώπη κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αλλά και η εξέλιξη της τεχνολογίας, που επέτρεψε τη μαζική παραγωγή φθηνών εικονογραφημένων εντύπων, προσέφερε τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να επηρεάζουν δια του τύπου την κοινή γνώμη σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Σταδιακά, οι Κεντρικές Υπηρεσίες των υπουργείων Εξωτερικών απέκτησαν γραφεία τύπου, τα οποία διοχέτευαν επιλεγμένες πληροφορίες σε εκπροσώπους του ξένου τύπου. Αξιωματούχοι του υπουργείου παραχωρούσαν  προσεκτικά προετοιμασμένες συνεντεύξεις σε ξένους ανταποκριτές, ενώ ορισμένες φορές καταβαλόταν και προσπάθεια εξαγοράς ξένων εφημερίδων, με στόχο την καλλιέργεια ευνοϊκού κλίματος στον τόπο έκδοσής τους. Οι απόψεις της κοινής γνώμης στο εξωτερικό, όπως αυτές φαινόταν να εκφράζονται ή να διαμορφώνονται δια του τύπου, παρακολουθούνταν από ειδικές υπηρεσίες των υπουργείων Εξωτερικών, οι οποίες μετέφραζαν και ανέλυαν άρθρα του ξένου τύπου. Την ίδια εποχή, κάνει την εμφάνισή της και μια πρώιμη μορφή πολιτιστικής διπλωματίας. Ταπεινωμένη από την ήττα, την οποία υπέστη στον Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο το 1870-1871, η Γαλλία προσπαθεί να ενισχύσει το διεθνές της κύρος προβάλλοντας τα πολιτιστικά της επιτεύγματα και συγκεκριμένα τη γλώσσα της, που θεωρούνταν το κατεξοχήν διακριτικό γνώρισμα ενός έθνους. Επιδιώκεται, με τον τρόπο αυτό, η διάδοση της γαλλικής γλώσσας και μέσω αυτής μια φιλογαλλική διεθνής στάση με την ίδρυση σχολείων, δίχως, όμως, την άμεση εμπλοκή του γαλλικού κράτους. Δημιουργείται η Alliance-Française και ενισχύεται το διεθνές εκπαιδευτικό έργο της γαλλικής Καθολικής Εκκλησίας, παρά την έντονη αντιπαράθεση κράτους και εκκλησίας στο εσωτερικό της χώρας. Το 1911, το υπουργείο Εξωτερικών αποκτά  ειδικό γραφείο για το συντονισμό αυτής της προσπάθειας, που αποτελεί, ωστόσο, δευτερεύουσα  προτεραιότητα για τους ιθύνοντες.

Ανταποκρινόμενα στις ανάγκες της εποχής, τα διάφορα υπουργεία Εξωτερικών διευρύνουν τον κύκλο εργασιών τους, αυξάνουν το προσωπικό τους και αναδιοργανώνονται. Και μόνη η συνεχής ροή πλήθους τηλεγραφημάτων από τις κατά τόπους διπλωματικές αποστολές, που πρέπει να μελετηθούν και να ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αυξάνει εντυπωσιακά τον φόρτο εργασίας των υπαλλήλων του υπουργείου. Η Κεντρική Υπηρεσία αποκτά μορφή σύγχρονης διοικητικής μονάδας και ενισχύεται ο συντονιστικός και κατευθυντικός της ρόλος. Αργή όμως, είναι η προσαρμογή της διπλωματίας στα νέα κοινωνικά δεδομένα. Στη διπλωματική υπηρεσία κυριαρχούν οι ευγενείς και οι γόνοι των οικογενειών της ανώτερης αστικής τάξης, ενώ ο διορισμός τους εξακολουθεί να υπόκειται σε διαφόρων μορφών πολιτικές παρεμβάσεις.

Επίσημες στολές Γάλλων διπλωματών των αρχών του 20ού αιώνα.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι μεγάλες πολιτικο-κοινωνικές αλλαγές, τις οποίες επέφερε, επηρέασαν καθοριστικά τη διπλωματική δραστηριότητα. Η μυστικότητα των διπλωματικών συναλλαγών και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων θεωρήθηκε ως αιτία της επιδείνωσης των διεθνών σχέσεων, που οδήγησε στην ολέθρια σύρραξη. Ο ρόλος των διπλωματών απαξιώθηκε και περιορίστηκε τόσο από τους δημοκρατικούς ηγέτες των νικητριών δυνάμεων, που ανέλαβαν προσωπικά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας, όσο και από το επαναστατικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Νέα κράτη δημιουργήθηκαν, ενώ αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός εκείνων, που διεκδικούσαν ενεργή συμμετοχή στο διεθνές στερέωμα. Ταυτόχρονα, οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις είτε έπαψαν να υφίστανται, είτε απώλεσαν την παντοδυναμία τους. Η δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών και η διάδοση της πολυμερούς διπλωματίας, κατέστησε τη διεθνή κοινωνία περισσότερο ανοικτή, συνεκτική και «δημοκρατική». Προβλήθηκε με επιτακτικό τρόπο και σε μεγάλο βαθμό ικανοποιήθηκε το αίτημα για έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής από την κοινή γνώμη και τα κοινοβούλια στις δημοκρατικά κυβερνώμενες χώρες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι διπλωμάτες υποκαταστάθηκαν στο έργο τους από ειδικούς και υπαλλήλους άλλων κρατικών υπηρεσιών. Το σύνολο αυτών και πολλών άλλων αλλαγών, δημιούργησε τη λεγόμενη «νέα διπλωματία», μια καινοτόμο θεωρητική και πρακτική προσέγγιση, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και να εξελίσσεται προς την ίδια κατεύθυνση μέχρι τις μέρες μας.[7] Ο πυρήνας, όμως, της διπλωματικής δραστηριότητας, που είναι η συνεχής επικοινωνία και διαπραγμάτευση μεταξύ των μελών του διεθνούς συστήματος με βάση μια υπηρεσία εξειδικευμένων επαγγελματιών, παραμένει  στην ουσία του αναλλοίωτος.

 

The Art of Diplomacy

 

John Christen Johansen, Signing of the Treaty of Versailles, 1919, 1919, National Portrait Gallery, Smithsonian Institution.

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για μια πιο εκτεταμένη ανάλυση του θέματος βλ. Θ. Καρβουναράκης, Η Τέχνη της Διπλωματίας και οι Tεχνικοί της. Μια Iστορική Eπισκόπηση, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2013.Βλ. επίσης, Anderson, M. S. The Rise of Modern Diplomacy 1450-1919. Longman, London 1993, Hamilton, Keith; Langhorne, Richard, The Practice of Diplomacy. Routledge, London 2011, Nicolson Harold, The Evolution of Diplomacy, Collier Books, New York 1966.

[2] Για τη διπλωματία στην αρχαία Ελλάδα βλ. Adcock, Frank; Mosley D. J., Diplomacy in Ancient Greece. Thames and Hudson, London 1975.

[3]  Για τη διπλωματία στην αρχαία Ρώμη βλ. Campbell, Brian, “Diplomacy in the Roman World (c. 500 BC – AD 235).” Diplomacy and Statecraft, Vol. 12, No. 1 (March 2001), σς. 1-22.

[4]  Για τη Διπλωματία στο Βυζάντιο βλ. Toynbee, Arnold, Constantine Porphyrogenitus and his World, Oxford University Press, New York 1975 καθώς και Luttwak Edward, The Grand Strategy of the Byzantine Empire, Harvard University Press, Cambridge-Massachusetts  2009.

[5] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που είχε η κατάταξη των κρατών στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος της εποχής, αλλά και των συμβολισμών με τους οποίους θεωρούνταν ότι αυτή εκφράζονταν, μας δίνει ο Anderson, σελ. 62. Φθάνοντας στη Δανία το 1674 ο νέος Ρώσος πρέσβης, που τότε εκπροσωπούσε μια χώρα φτωχή και απόμακρη από τα ευρωπαϊκά πράγματα, ζήτησε να συναντήσει τον Βασιλιά της χώρας, που όμως ήταν στο κρεβάτι και πολύ άρρωστος για να τον δεχτεί. Ο Ρώσος πρέσβης απαίτησε να τοποθετηθεί ένα ακόμη κρεβάτι δίπλα σε αυτό του Βασιλιά από το οποίο και αυτός ξαπλωμένος, στο ίδιο επίπεδο δηλαδή και όχι όρθιος, θα συνομιλούσε με τον Δανό μονάρχη.

[6]  Για τον Callières και το γαλλικό σύστημα διπλωματίας βλ. Nicolson (ο.π. σημ. 1) σς.69-96. Βλ. επίσης: De Callières, François, On the Manner of Negotiating with Princes. Introduction by Charles Handy, Houghton Mifflin, New York 2000.

[7]  Οι συνθήκες γένεσης και τα χαρακτηριστικά της νέας διπλωματίας περιγράφονται από τους Ross, Graham, The Great Powers and the Decline of the European States System, 1914-1945, Longman, London 1983, σς. 14-18, και Craig, Gordon; George Alexander, Force and Statecraft, Oxford University Press, Oxford 1995, σς. 43-51.

Μιλτιάδης Χατζόπουλος: Η ανάρρηση του Αλεξάνδρου Γ΄. Γεγονότα και φήμες

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

Η ανάρρηση του Αλεξάνδρου Γ΄. Γεγονότα και φήμες

 

Η ανάρρηση του Αλεξάνδρου γιού του Φιλίππου στον μακεδονικό θρόνο γεφυρώνει δύο πλούσιες ιστοριογραφικές παραδόσεις: εκείνην της βασιλείας του Φιλίππου Β΄, ιδιαίτερα του Εφόρου από την Κύμη της Αιολίδος και του Θεοπόμπου του Χίου, και εκείνην του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που εκπροσωπείται τουλάχιστον από μία δωδεκάδα –περισσότερο η λιγότερο ικανοποιητικά σωζόμενων–  αρχαίων συγγραφέων. Κατά τα έτη που ακολούθησαν την βασιλεία του μεγάλου κατακτητή οι τραγικές και δυνητικά σκανδαλώδεις περιστάσεις του θανάτου του Φιλίππου έγιναν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από αντιμαχόμενες φατρίες για την διαδοχή του Αλεξάνδρου. Υπό τέτοιες συνθήκες ο σύγχρονος ερευνητής που αναζητεί την ιστορική αλήθεια οφείλει να αναδράμει στις απαρχές κάθε παραδόσεως για να ταυτοποιήσει τις πηγές κάθε μίας και να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους.

Η δολοφονία του Φιλίππου Β΄ βασιλέως των Μακεδόνων μία ημέρα του Οκτωβρίου του 336 π.Χ. αποτελεί αίνιγμα εξ ίσου ανεξιχνίαστο με την δολοφονία του J. F. Kennedy τον Νοέμβριο του 1963 και παραμένει σήμερα εξ ίσου άλυτη όσο αυτή του Αμερικανού προέδρου, παρ’ ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του φυσικού αυτουργού. Πράγματι όλες οι αρχαίες πηγές συμφωνούν και όλοι σύγχρονοι μελετητές αποδέχονται ότι το ξίφος του Παυσανία, του βασιλικού σωματοφύλακα από την Ορεστίδα της Άνω Μακεδονίας, έθεσε βίαιο τέλος στην μετεωρική σταδιοδρομία του Φιλίππου στην πάροδο του θεάτρου των Αιγεών.

Επρόκειτο άραγε για μία μεμονωμένη πράξη εκδικήσεως από έναν παράφρονα νεαρό που έφερε το τραύμα αποτρόπαιου βιασμού; Ή έπρεπε οι υποψίες να στραφούν στην περσική αυλή; Ή μήπως ο δολοφόνος συμμετείχε σε συνωμοσία που εξυφάνθηκε μέσα στην ίδια την Μακεδονία; Και εν τοιαύτη περιπτώσει είχε άραγε ο Παυσανίας συνενόχους επί τόπου; Και αν πράγματι είχε, ποιοί ήσαν αυτοί; Μέλη του βασιλικού οίκου των Λυγκηστών στην Άνω Μακεδονία; Ή μήπως ο Αμύντας, ο ανεψιός του Φιλίππου και γιός του πρεσβύτερου αδελφού του Περδίκκα, που θα μπορούσε να θεωρεί ότι ήταν ο νόμιμος κληρονόμος της βασιλείας; Ή μήπως ήταν η Ολυμπιάς, η ίδια η γυναίκα του Φιλίππου, και ο ίδιος ο γιός του Αλέξανδρος που εξύφαναν την συνωμοσία κατά του βασιλέως;

Πως είναι δυνατόν να απαντήσει κανείς σε τέτοια σωρεία ερωτημάτων όταν όλες οι σύγχρονες πηγές, τα έργα του Θεοπόμπου, του Μαρσύα, του Καλλισθένους, του Πτολεμαίου και άλλων πολλών έχουν χαθεί με μόνη εξαίρεση δύο στίχους από τα Πολιτικά του Αριστοτέλους: ἡ δέ Φιλίππου ὑπό Παυσανία διά τό ἐᾶσαι ὑβρισθῆναι αὐτόν ὑπό τῶν περί Ἄτταλον;

 

Φίλιππος Β΄.
Ολυμπιάς (Ρωμαϊκό μετάλλιο της εποχής του Καρακάλλα).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Α. Η δολοφονία του Φιλίππου

Υπάρχουν δύο σαφώς διακριτές ιστοριογραφικές παραδόσεις γύρω από την δολοφονία του Φιλίππου: α) μία αθηνοκεντρική που ανάγεται πιθανώς στο ιστορικό έργο του Αθηναίου Διύλλου (340;-275; π.Χ.), γιού του Φανοδήμου, το οποίο συνεγράφη δεκαετίες μετά τα γεγονότα και διασώζεται σε παράφραση στα πέντε τελευταία κεφάλαια του ΙΣτ΄ βιβλίου του Διοδώρου. Το αφήγημα αυτό χαρακτηρίζει φιλαθηναϊκή προκατάληψη και ακόμη περισσότερο έντονη αδιαφορία για την ιστορική ακρίβεια και αδυναμία για προφητείες, οιωνούς και συνταρακτικές, ακόμη και σκανδαλιστικές λεπτομέρειες. Η πηγή του Διοδώρου αγνοεί συνενόχους του Παυσανία, καθώς και κάθε ανάμιξη της Ολυμπιάδος ή του Αλεξάνδρου στον φόνο του Φιλίππου, αλλά εφευρίσκει μεταξύ άλλων «εναλλακτικές πραγματικότητες»: έναν ιλλυρικό πόλεμο του 337 π.Χ., έναν Ιλλύριο βασιλέα με το άλλοθεν αμάρτυρο όνομα Πλευρίας, ακόμη και ένα δεύτερο Παυσανία, ατυχή αντίζηλο του ομώνυμού του δολοφόνου για την εύνοια του Φιλίππου. Απηχήσεις αυτής της παραδόσεως εντοπίζονται στα έργα του Φλαβίου Ιωσήπου, του περιηγητού Παυσανία και του Στοβαίου. β) Μία άλλη παράδοση έχει ως πηγή τις Φιλιππικές Ιστορίες του Θεοπόμπου, ιστορικού οικείου της μακεδονικής αυλής. Η παράδοση αυτή υπέστη επεξεργασία και «εμπλουτίσθκε» από σειρά ιστορικών αρχίζοντας από τον Δούρι τον Σάμιο, του οποίου το έργο χρησιμοποιήθηκε κατόπιν από τον Σάτυρο στην βιογραφία του για τον Φίλιππο, η οποία εν συνεχεία υπήρξε η κυρία πηγή των πρώτων πέντε κεφαλαίων της βιογραφίας του Αλεξάνδρου από τον Πλούταρχο, του άρθρου «Κάρανος» της Σούδας, καθώς και από της λεγόμενης «ιστορικής πηγής» του Μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου. Η παράδοση αυτή στην πλησιέστερη προς το πρωτότυπο εκδοχή της διασώζεται στους «Προλόγους» των Φιλιππικών Ιστοριών του Τρώγου Πομπηίου και στην Επιτομή του ανωτέρω έργου από τον Ιουστίνο. Αυτή η παράδοση διαφέρει χαρακτηριστικά από την προηγούμενη καθότι μνημονεύει τρεις συνενόχους του Παυσανία και την θρυλούμενη εμπλοκή της Ολυμπιάδος και του Αλεξάνδρου στην δολοφονία του Φιλίππου.

Οι δύο αυτές παραδόσεις διαφέρουν τόσο θεμελιωδώς μεταξύ τους, ώστε να είναι ασύμβατες. Επομένως, ο συνδυασμός στοιχείων λαμβανομένων αυθαίρετα και από τις δύο δεν είναι θεμιτό να χρησιμοποιείται για την κατασκευή σεναρίων που να  ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις ή τις προκαταλήψεις του ενός ή του άλλου σύγχρονου ιστορικού.

Αν γίνει δεκτό το συμπέρασμα της Anne Pownel σχετικά με την αξιοπιστία του Θεοπόμπου, δηλαδή ότι ο συγγραφεύς των Φιλιππικών Ιστοριών, οικείος της μακεδονικής αυλής επί Φιλίππου, ήταν ασφαλώς καλά πληροφορημένος, αλλά έτεινε να χρησιμοποιεί ακραίους χαρακτηρισμούς και να υπερβάλλει τα συνταρακτικότερα στοιχεία, τα οποία καταδίκαζε, επί πλέον δε ότι απεχθανόταν τις παραδεδεγμένες εκδοχές των γεγονότων και επέλεγε τις αισχρότερες, έτσι ώστε να του δίδεται η ευκαιρία να ηθικολογεί, έστω εις βάρος της ιστορικής αλήθειας, τότε θα πρέπει ό,τι αναφέρει να γίνεται δεκτό με την δέουσα επιφύλαξη.¹ Επομένως είναι φρόνιμο να γίνονται δεκτά ως πραγματικά μόνον τα γεγονότα που μνημονεύονται ως βέβαια από τον Θεόπομπο (δηλαδή από τον Πομπήιο Τρώγο και τον Ιουστίνο) και επί πλέον επιβεβαιώνονται από τουλάχιστον μία ανεξάρτητη πηγή (δηλαδή εκτός από τους Σάτυρο, Πλούταρχο και το Μυθιστόρημα, που ανάγονται άμεσα η έμμεσα στον Θεόπομπο).

Αυτά τα γεγονότα είναι:

α) Ο γάμος του Φιλίππου με την Κλεοπάτρα.

β) Η επακόλουθη ρήξη του Αλεξάνδρου με τον πατέρα του.

γ) Ο γάμος του Αλεξάνδρου του Μολοσσού, αδελφού της Ολυμπιάδος, με την Κλεοπάτρα, θυγατέρα του Φιλίππου και της Ολυμπιάδος, κατά τους εορτασμούς των Αιγεών.

δ) Η δολοφονία του Φιλίππου από τον Παυσανία, ένα των σωματοφυλάκων του, στην πάροδο του θεάτρου των Αιγεών, καθώς και η προσβολή την οποία είχε υποστεί ο δολοφόνος και η οποία υπήρξε η αιτία της πράξεώς του.

Το αρχαίο θέατρο της Βεργίνας

Εκτός από αυτά τα γεγονότα, που παρουσιάζονται ως βέβαια, υπάρχουν και άλλα που εισάγονται με λεκτικούς τύπους όπως λέγεται η creditum est etiam και αναφέρονται ως απλές φήμες, αλλά μπορούν να επιβεβαιωθούν από άλλες ανεξάρτητες πηγές, όπως ότι πλείονα του ενός άλογα είχαν προβλεφθεί για την φυγή του δολοφόνου ή ότι ο Παυσανίας σταυρώθηκε.

Αντιθέτως, τα κάτωθι αναφερόμενα ως γεγονότα χωρίς να επιβεβαιώνονται από αλλού –αν και μερικά από αυτά μπορεί πράγματι να συνέβησαν—θα πρέπει εν αναμονή επιβεβαιώσεως να λογίζονται ως απλές φήμες: η ανταλλαγή ύβρεων και επιτραπέζιων σκευών κατά το γαμήλιο συμπόσιο, η φυγή του Αλεξάνδρου στην Ήπειρο και την Ιλλυρία, η συμφιλίωσή του με τον Φίλιππο χάρις στην μεσολάβηση συγγενών, η απόπειρα της Ολυμπιάδος να πείσει τον αδελφό της να εισβάλει στην Μακεδονία, η ενθάρρυνση του δολοφόνου από τον Αλέξανδρο ή μία σειρά εκδικητικών και απίθανων πράξεων που αποδίδονται στην Ολυμπιάδα, όπως η «στέψη» του σταυρωμένου δολοφόνου, η καύση της σορού του από την ίδια επάνω στον τάφο του Φιλίππου, η παρότρυνση της Κλεοπάτρας να αυτοκτονήσει, η ανάθεση του ξίφους του Παυσανία στον Απόλλωνα κλπ. Δεν αποκλείεται μερικές από αυτές τις φήμες να προήλθαν από παρεξηγημένες πράξεις του Αλεξάνδρου ή της Ολυμπιάδος.

 

Β. Η ανάρρηση του Αλεξάνδρου

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ημέρα του θανάτου του Φιλίππου χωρίζεται σε δύο μέρη. Συμβαίνει δε οι συγγραφείς των σωζομένων γενικών ιστοριών, όπως ο Διόδωρος (Α΄ αι. π.Χ.) και ο Ιουστίνος (Γ΄ αι. μ.Χ.;) που συνοψίζει το έργο του Πομπηίου Τρώγου (Α΄ αι. π.Χ.) να αλλάζουν και πηγή και βιβλίο μετά την δολοφονία του Φιλίππου στο θέατρο των Αιγεών. Ο Διόδωρος μεταβαίνοντας από το ΙΣτ΄στο ΙΖ΄ βιβλίο του εγκαταλείπει τον Αθηναίο ιστορικό Δίυλλο και ο Ιουστίνος μεταβαίνοντας από το Θ΄ στο ΙΑ΄ βιβλίο του (το Ι΄ αφορά την περσική ιστορία) δεν μπορεί να βασισθεί στον Θεόπομπο, του οποίου το έργο λήγει με την δολοφονία του βασιλέως. Για την βασιλεία του Αλεξάνδρου καταφεύγουν και οι δύο στο έργο του Κλειτάρχου, ιστορικού του Γ΄ αι. π.Χ. Αλλά και οι δύο επιλέγουν να το συνοψίζουν τόσο δραστικά, ώστε περιορίζουν την αφήγησή τους στην σύντομη αναφορά ότι ο Αλέξανδρος δημηγόρευσε στους Μακεδόνες, τιμώρησε τους δολοφόνους του Φιλίππου, δηλαδή τον Παυσανία και δύο από τους τρεις Λυγκηστές αδελφούς, και επιμελήθηκε της ταφής του πατέρα του. Η ατυχής αυτή επιλογή μας στερεί από πολύτιμες πληροφορίες, διότι και αν ακόμη το πλήρες κείμενο του Κλειτάρχου μας παρείχε πρόσβαση μόνον στις δημόσιες πράξεις των πρωταγωνιστών του δράματος και όχι στις σκέψεις και τις προθέσεις τους, ο τρόπος με τον οποίον καθένας εξ αυτών συμπεριφέρθηκε εκείνην την ημέρα θα μπορούσε να μας παράσχει κάποιαν ιδέα των συναισθημάτων τους. Δεδομένης όμως της σημερινής καταστάσεως των φιλολογικών πηγών, μόνον ο Αρριανός (Β΄ αι. μ.Χ.) διασώζει παρεμπιπτόντως, στην αναφορά του της συλλήψεως του Αλεξάνδρου του Λυγκυστού που συνέβη δύο χρόνια αργότερα, μία λεπτομέρεια από τα γεγονότα που επακολούθησαν αμέσως μετά τον φόνο εκείνην την μοιραία ημέρα: ἦν μέν δή ὁ Ἀλέξανδρος οὗτος ἀδελφός Ἡρομένους τε καί Ἀρραβαίου τῶν ξυνεπιλαβόντων τῆς σφαγῆς τοῦ Φιλίππου∙ καί τότε αἰτίαν σχόντα αὐτόν Ἀλέξανδρος  ἀφῆκεν∙ ὅτι ἐν πρώτοις τε ἀφίκετο τῶν φίλων παρ’ αὐτόν, ἐπειδή Φίλιππος ἐτελεύτησε, καί τόν θώρακα συνενδύς συνηκολούθησεν αυτώ εις τα βασίλεια.  Το επεισόδιο αυτό θυμίζει ένα χωρίο έργου μυθοπλασίας αναγόμενου στον Γ΄ αι. μ.Χ. γνωστού ως το Μυθιστόρημα του Αλέξάνδρου, που μεταφράσθηκε σε πολλές γλώσσες (λατινικά, αρμενικά, αιθιοπικά, συριακά, εβραϊκά, γεωργιανά, αραβικά και σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες), και σε μία από τις ελληνικές του εκδοχές αναφέρει τα εξής: Καί ἁπλῶς εἰπεῖν παραλαμβάνει Ἀλέξανδρος τήν βασιλείαν Φιλίππου τοῦ πατρός αὐτοῦ περί ὀκτωκαίδεκα γενόμενος ἐτῶν. τόν δέ θόρυβον τόν γενόμενον μετά τόν τοῦ Φιλίππου θάνατον Ἀντίπατρος κατέπαυσεν, συνετός ἀνήρ καί φρόνιμος καί στρατηγικός. προήγαγε γάρ τόν Ἀλέξανδρον ἐν θώρακι εἰς τό θέατρον καί πολλά διεξῆλθε τούς Μακεδόνας εἰς εὔνοιαν ἐπικαλούμενος.² Εφ’ όσον η ιστορική πηγή του Μυθιστορήματος είναι επίσης ο Κλείταρχος, δηλαδή ο ιστορικός το έργο του οποίου χρησιμοποιήθηκε και στο ΙΖ΄ βιβλίο του Διοδώρου και στο ΧΙ και ΧΙΙ βιβλίο του Ιουστίνου, είναι θεμιτό να συνδυασθούν οι δύο οικογένειες των κειμένων των σχετικών με τις πράξεις του Αλεξάνδρου μετά τον θάνατο του πατέρα του, ώστε να αναπαρασταθούν τα γεγονότα που ακολούθησαν την δολοφονία του βασιλέως: αμέσως μετά την απόπειρα κατά του Φιλίππου ο Αλέξανδρος φυγαδεύθηκε από το θέατρο στα ανάκτορα για προφανείς λόγους ασφαλείας. Ο Αντίπατρος, ο πιο έμπιστος από τους στρατηγούς του Φιλίππου και πεθερός του Αλεξάνδρου του Λυγκηστού, κατεύνασε τον πανικό, επανέφερε τον Αλέξανδρο στο θέατρο και τον παρουσίασε στους Μακεδόνες ως τον νόμιμο κληρονόμο, προτού του δώσει τον λόγο.

Μαρμάρινη κεφαλή που αποδίδεται στον Μ. Αλέξανδρο. Τέλος 4ου αι. π.Χ. (Νέο Μουσείο Πέλλας).

Αλλά τι συνέβη κατόπιν; Η μοιραία ημέρα δε είχε τελειώσει και έπρεπε να ληφθούν επειγόντως μέτρα. Κανείς από τους αρχαίους ιστορικούς του οποίου το έργο διασώθηκε μέχρι τις ημέρες μας δεν παραθέτει την αφήγηση των όσων συνέβησαν και κανείς σύγχρονος ιστορικός δεν τα έχει αναπαραστήσει. Εν τούτοις δύο αποσπάσματα παπύρου που ανήκουν σε χαμένη ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που ανακαλύφθηκαν στην Οξύρυγχο της Αιγύπτου (XV 1798) και που δημοσιεύθηκαν το 1923, διασώζουν την άμεση συνέχεια των γεγονότων: [ο Αλέξανδρος, μετά το τέλος της δημηγορίας του—]τούς μέν [ἐν | τῶι θ]εάτ[ρ]ωι κα[θη|μέν]ους ἀπέ[λυσε, | τόν δ]έ περί ‘θρόν[ον | πρός κρίσ]ιν τοῖς Μ[ακε|δόσι παρ]έδωκε, ο[ὗ|τοι δέ] ἀπετυπάν[ισαν | αὐτό]ν. τό δέ σῶμ[α | Φιλ]ίππου θερά[πουσι | θάψ]αι παρέδωκ[ε. | τά δέ π]ερί τήν τα|[φήν παρ]εσκ[ε]ύαζε. [—-]νης δέ [—-|—-]ν ἐλατι[—-.

Είναι έτσι δυνατόν να παρακολουθήσομε τον Αλέξανδρο μετά την δημηγορία του, όταν απέλυσε το πλήθος που είχε συρρεύσει στο θέατρο και παρέδωσε την σορό  του Παυσανία στους Μακεδόνες για να τον δικάσουν. Εκείνοι τον κατεδίκασαν μεταθανατίως (όπως θα συμβεί μερικά χρόνια αργότερα και με τον Κλείτο) και τον εσταύρωσαν, πληροφορία που επιβεβαιώνεται από τον Ιουστίνο, δηλαδή από τον Θεόπομπο. Μετά την τιμωρία του δολοφόνου ο Αλέξανδρος επιμελήθηκε της ταφής του Φιλίππου με την βοήθεια του προσωπικού της βασιλικής αυλής. Η μνεία του ελάτινου ξύλου στο δεύτερο απόσπασμα του παπύρου παραπέμπει σε απαραίτητη φάση της ταφής, δηλαδή στην καύση της σορού, περιγραφή της οποίας υπάρχει σε δύο χωρία της Ιλιάδος σχετικά με την ταφή του Πατρόκλου και του Έκτορος αντίστοιχα.

 

Γ. Τα αρχαιολογικά δεδομένα

Οι φιλολογικές πηγές, τόσο οι ιστορικές όσο και οι ψευδο-ιστορικές, αναφέρουν λεπτομέρειες η ακρίβεια των οποίων μπορεί να επιβεβαιωθεί η να ακυρωθεί από αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων ετών στην Βεργίνα, αν βέβαια κανείς αποδέχεται ως προφανή τα εξής συμπεράσματα α) ότι η Βεργίνα ορθά ταυτίζεται με τις αρχαίες Αιγεές, β) ότι οι μεγαλοπρεπείς τάφοι της Μεγάλης Τούμπας είναι βασιλικοί, και γ) ότι ο νεκρός του θαλάμου του Τάφου ΙΙ είναι ο Φίλιππος Β΄.

Το Μυθιστόρημα χαρακτηρίζει τον τάφο που κατασκεύασε ο Αλέξανδρος για τον Φίλιππο ως πολυτελή³: Καί τοῦτον <τόν> θρῆνον ἀπειπών κοσμήσας αὐτῷ τάφον πολυτελῆ κατέθετο τό σκήνωμα αὐτοῦ, ἐνῷ μία ἄλλη ἑλληνική παραλλαγή προσδιορίζει ὅτι ἔτυχε βασιλικῆς ταφῆς (Θάπτεται βασιλικῶς). Είναι αξιοσημείωτο ότι η πολυτέλεια της κατασκευής, της διακοσμήσεως και των κτερισμάτων του Τάφου ΙΙ ήταν το κύριο επιχείρημα του ανασκαφέως για να τον χαρακτηρίσει ως βασιλικό.⁵

Η αρμενική εκδοχή του Μυθιστορήματος διασώζει την πληροφορία ότι ο Φίλιππος ετάφη με τον στέφανό του⁶ («Ο Φίλιππος παρέμεινε με τον στέφανο και η Ολυμπιάς τον επήρε να τον θάψει»). Πράγματι ο νεκρός του Τάφου ΙΙ απετέθη στην πυρά με ένα περίτεχνο χρυσό στεφάνι, «το πιο επιβλητικό και βαρύτιμο χρυσό στεφάνι που σώθηκε από την αρχαιότητα».⁷

Ο πάπυρος της Οξυρύγχου μνημονεύει ελάτινο ξύλο, προφανώς για την κατασκευή της πυράς, ενώ ο Ιουστίνος γράφει ότι ο δαυλός που ανάφθηκε για τον γάμο της θυγατέρας του Φιλίππου χρησιμοποιήθηκε για να ανάψει την επιτάφια πυρά του βασιλέως (11.1.4: nonnulli facem nuptiis filiae accensam rogo patris subditam dolebant). Πράγματι η σορός του νεκρού του Τάφου ΙΙ αποτεφρώθηκε μέσα σε μνημειώδη κατασκευή από ξύλα και τούβλα.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι όλες αυτές οι μαρτυρίες των φιλολογικών πηγών είναι απλώς κοινοτοπίες. Αλλά τι θα αντέτεινε σε μιάν άλλη μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να περιληφθεί στην κατηγορία των κοινοτοπιών και να απορριφθεί χωρίς περαιτέρω συζήτηση;

Ήδη από την πρώτη ανακοίνωση της ανακαλύψεως των βασιλικών τάφων ο Ανδρόνικος επέσυρε την προσοχή σε μία υπέργεια κατασκευή τα θεμέλια της οποίας είχε αποκαλύψει και την οποίαν ερμήνευσε ως «ηρώον, ιερό δηλαδή αφιερωμένο στη λατρεία νεκρού ή νεκρών».⁸ Αλλά και η εκδοχή α του Μυθιστορήματος γράφει ρητά, όπως επεσήμανε και ο ίδιος ο Ανδρόνικος, ότι ο Αλέξανδρος κατασκεύασε ναό επάνω στον τάφο: Καί τοῦτον <τόν> θρῆνον ἀπειπών κοσμήσας αὐτῷ τάφον πολυτελῆ κατέθετο τό σκήνωμα αὐτοῦ, ἐπ’ αὐτῷ τῷ τάφῳ καθιδρύσας ναόν.⁹ Πρόκειται για αναντίρρητα γνήσια μαρτυρία αναγόμενη στον Κλείταρχο που μας προδιαθέτει να εξετάσομε απροκατάληπτα μιάν άλλη πληροφορία που ανάγεται επίσης στον Κλείταρχο και η οποία έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία.

Ο Ιουστίνος (11.2.1) αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος κατά την κηδεία του πατέρα του διέταξε την θανάτωση των συνενόχων της δολοφονίας στον τύμβο του θύματός τους (Prima illi cura paternarum exequiarum fuit, in quibus ante omnia caedis conscios ad tumulum patris occidi iussit).

Η συνέχεια της αφηγήσεως δεν αφήνει αμφιβολία ότι αυτοί ήσαν ο Αρραβαίος και ο Ηρομένης, γιοί του Αερόπου και αδελφοί του Αλεξάνδρου του Λυγκηστού, ο οποίος όφειλε την σωτηρία του στην έγκαιρη προσχώρησή του στον Αλέξανδρο. Ο Nicholas Hammond ήταν ο πρώτος (μετά τον Ανδρόνικο) που παραλλήλισε συστηματικά τα ομηρικά ταφικά έθιμα που περιγράφονται κατά την κηδεία του Πατρόκλου, του Έκτορος και του Αχιλλέως με εκείνα των μακεδονικών κηδειών. Ήταν επίσης ο πρώτος που πρότεινε τον συσχετισμό των δύο διπλωμένων ξιφών που βρέθηκαν στα κατάλοιπα της πυράς του Τάφου ΙΙ με τους συνενόχους του Παυσανία, τον Αρραβαίο και τον Ηρομένη. Στην ανεπτυγμένη εκδοχή της θεωρίας του που δημοσιεύθηκε το 1994 γράφει: «Για την ταφή του Φιλίππου έχομε τώρα τις εξαιρετικές ανακαλύψεις του Ανδρόνικου του 1977. Σχετικά με τον Τάφο ΙΙ ανακοίνωσε τα εξής χαρακτηριστικά που δεν απαντούν σε κανέναν άλλον τάφο αυτού του είδους και που παραμένουν μοναδικά. Ο τάφος, όταν ολοκληρώθηκε, καλύφθηκε από χαμηλό τύμβο διαμέτρου περίπου είκοσι μέτρων. Στο ερυθρό χώμα του τύμβου βρέθηκαν δύο σκελετοί χωρίς κτερίσματα. Στην καμαρωτή στέγη του τάφου υπήρχαν αντικείμενα φερμένα από την πυρά της καύσεως της σορού. Αυτά περιελάμβαναν δύο ξίφη, αιχμή δόρατος στημένη κάθετα στο έδαφος και ιπποσκευές. Στο επίπεδο γείσο του τάφου ο Ανδρόνικος ηύρε κάτι σαν μικρή πυρά, σπασμένα αγγεία, μικρά όστρακα’ και οστά πτηνών και μικρών ζώων, που ήσαν ίχνη καθαρμού. Την εξήγηση αυτών των μοναδικών χαρακτηριστικών του τάφου προσφέρει η φιλολογική παράδοση. Οι δύο σκελετοί ήσαν, όπως εικάζω, τα λείψανα του Ηρομένους και του Αρραβαίου, που εκτελέσθηκαν και ενταφιάσθηκαν στον τύμβο.

Ο βασιλικός τάφος της Βεργίνας.

Τα ξίφη ήσαν προφανώς τα ξίφη τους, διότι οι υπόδικοι βαθμοφόροι είχαν το προνόμιο να φέρουν την στολή και τον οπλισμό τους… Τα άλογα ήσαν αυτά που περίμεναν στην πύλη ‘έτοιμα για την φυγή’ και τα οποία αναφέρουν ο Διόδωρος (16.94.3) και ο Ιουστίνος (9.7.9: fugienti equos praeparatos). Τα καμένα λείψανα και τα ίχνη του καθαρμού έκειντο στο σημείο όπου το πτώμα του δολοφόνου είχε αναρτηθεί στον σταυρό και εκτεθεί στην κοινή θέα ‘επάνω από τα λείψανα του Φιλίππου’. Όταν αποκαθηλώθηκε και κάηκε, το σημείο αυτό καθάρθηκε. Η ανταπόκριση των αρχαιολογικών δεδομένων στις φιλολογικές μαρτυρίες είναι πλήρης. Δεν αποδεικνύεται μόνον ότι ο Τάφος ΙΙ ήταν ο τάφος του Φιλίππου, αλλά και ότι τα γραφόμενα της φιλολογικής παραδόσεως ήσαν ως προς τα γεγονότα ακριβή. Η ερμηνεία τους από τους συγγραφείς είναι άλλο ζήτημα. Όσοι υποστηρίζουν ότι ο Τάφος ΙΙ ανήκει στον Φίλιππο-Αρριδαίο, τον διάδοχο του Αλεξάνδρου, δεν έχουν να προσφέρουν ανάλογη εξήγηση των ανωτέρω μοναδικών στοιχείων«.¹º

 

Συμπέρασμα

Τι συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί σχετικά με τα λεγόμενα «κύρια προβλήματα» της δολοφονίας του Φιλίππου; Αυτό που προκύπτει από την ανωτέρω αναπαράσταση των γεγονότων είναι ότι η δολοφονία του βασιλέως εν μέσω πολυπληθούς κοινού που συμμετείχε στους εορτασμούς προκάλεσε χάος. Ο βασιλεύς έκειτο θανάσιμα τραυματισμένος, οι σωματοφύλακες καταδίωκαν τον δολοφόνο, ένοπλοι είχαν ξιφουλκήσει και ουδείς εγνώριζε ποιο θα ήταν το επόμενο θύμα. Μήπως ο Ηρομένης και ο Αρραβαίος πλησίασαν τους δύο Αλεξάνδρους, τον γιό του Φιλίππου και τον Μολοσσό, με διαθέσεις απειλητικές ή που εξελήφθησαν ως απειλητικές; Οπωσδήποτε οι σωματοφύλακες τους συνέλαβαν, ενώ ο αδελφός τους Αλέξανδρος μαζί με άλλους περικύκλωσαν τον διάδοχο του θρόνου και τον συνόδευσαν στα ανάκτορα για να τον θέσουν εκτός κινδύνου. Είναι προφανές ότι ο Αλέξανδρος δέχθηκε αδιαμαρτύρητα να οδηγηθεί στα ανάκτορα από τον ομώνυμό του και αποδέχθηκε ευμενώς την προστασία και την στήριξη του Αντιπάτρου για να επιστρέψει στο θέατρο και να αποταθεί στους Μακεδόνες, επειδή αντιμετώπιζε κατάσταση την οποία δεν είχε προβλέψει και επειδή είχε κατά πάσαν πιθανότητα φοβηθεί για την ζωή του. Άραγε αυτό τον απαλλάσσει από κάθε ενοχή για τον φόνο του πατέρα του; Κατά την γνώμη μου ναί. Είναι όμως θεμιτό άλλοι να έχουν διαφορετική γνώμη.

 

Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος διετέλεσε Διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (1992-2010), Αντιπρόεδρος του ΕΙΕ (2006-2009) και Αντιπρόεδρος προεδρεύων του Ιδρύματος (2009-2010).Έχει διδάξει σε ξένα και ελληνικά πανεπιστήμια, είναι μέλος ελληνικών και ξένων επιστημονικών εταιρειών, ξένος εταίρος του Institut de France (Académie des Inscriptions et Belles Lettres) και αντεπιστελλων εταίρος της Βρετανικής Ἀκαδημίας. Με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας ασχολείται από το 1979 και τις έρευνες του έχει παρουσιάσει σε σειρά τόμων και σε πλήθος μελετών. Παράλληλα η ενασχόλησή του με τη Μακεδονία τον έχει στρέψει και προς τη μελέτη των ομόρων περιοχών, της Ηπείρου,της Θεσσαλίας και της Θράκης. Από το 2015 είναι τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Anne Pownel, Lessons from the Past: The Moral Use of History in Fourth-Century Prose (The University of Michigan Press 2010) 174-175.

² Leif Bergson, Der griechische Alexanderroman, Rezension β («Studia graeca Stockholmiensia» III; Stockholm 1965) 1.26.

³  W. Kroll, Historia Alexandri Magni (Berlin 19582) 1.24.

⁴ Leif Bergson, Der griechische Alexanderroman, Rezension β (“Studia graeca Stockholmiensia” III; Stockholm 1965) 1.24

⁵  Μ. Ἀνδρόνικος, “Oἱ βασιλικοί τάφοι τῆς Βεργίνας”, Ἀρχαιολογικά Ἀνάλεκτα ἐξ Ἀθηνῶν 10 (1977) 69-72.

⁶  A. M. Wolohojian, The Romance of Alexander the Great by Pseudo-Callisthenes Translated from the Armenian Version (New York-London (1969) 69.

⁷  Μ. Ἀνδρόνικος, Βεργίνα. Οἱ βασιλικοί τάφοι (Ἀθήνα 1984) 171˙ πρβλ. στήν ἴδια σελίδα: «τότε θά ἐκτιμήσουμε τήν ἀληθινά βασιλική του βαρύτητα».

⁸ Μ. Ἀνδρόνικος, “Oἱ βασιλικοί τάφοι τῆς Βεργίνας”, Ἀρχαιολογικά Ἀνάλεκτα ἐξ Ἀθηνῶν 10 (1977) 69; τοῦ ἰδίου, Βεργίνα. Οἱ βασιλικοί τάφοι (Ἀθήνα 1984) 65.

⁹  W. Kroll, Historia Alexandri Magni (Berlin 19582) 1.24.

¹º N. G. L. Hammond, Philip of Macedon (Λονδῖνο 1994) 178.

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών;

Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

 

Στη βρετανική Κυανή Βίβλο του Πολέμου, έχει καταχωριστεί το περιεχόμενο ενός διαλόγου, που ο Adolf Hitler είχε ανταλλάξει με τον πρέσβυ της Α.Μ. στο Βερολίνο, Nevile Henderson, τον Αύγουστο του 1939, λίγες μέρες προτού τα γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στην Πολωνία, σηματοδοτώντας την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αρχηγός του Γ’ Ράιχ φέρεται να εκφράστηκε ως εξής: “Δεν είμαι πολιτικός. Είμαι καλλιτέχνης. Μόλις επιλυθεί η εκκρεμότητα της Πολωνίας ευελπιστώ να ολοκληρώσω τη ζωή μου ως καλλιτέχνης”.

Όσο και αν ο ίδιος ήταν πεπεισμένος πως δεν υφίστατο κίνδυνος διολίσθησης προς έναν γενικευμένο πόλεμο εξαιτίας των πολωνικών περισπασμών, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι το καλοκαίρι του 1939 τα λόγια αυτά αντανακλούσαν τον εσωτερικό του κόσμο. Μάλλον επρόκειτο για τα κατάλοιπα μιας συμπλεγματικής νοοτροπίας, εξαιτίας ενός νεανικού τραύματος, που διένυε ήδη την τρίτη δεκαετία. Στο Mein Kampf (1925), o Hitler δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο, με τον οποίο σε δυο διαδοχικές περιπτώσεις, το 1907 και το 1908, η προσπάθειά του να γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης δεν καρποφόρησε. Ειδικότερα την πρώτη φορά, κατάφερε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του προκαταρκτικού γύρου, που συνίστατο στη σύνθεση ενός έργου με βιβλικό θέμα, σε δυο τρίωρης διάρκειας συνεδρίες. Στον επόμενο γύρο, σειρά είχε η αξιολόγηση των φακέλων των υποψηφίων. Θεωρήθηκε ότι τα έργα του Hitler έδιναν έμφαση στη λεπτομέρεια των κτηρίων. Η ανθρώπινη παρουσία σε αυτά ήταν σχεδόν μηδαμινή. Του υποδείχθηκε να στραφεί προς την αρχιτεκτονική. Κάτι τέτοιο, όμως, ισοδυναμούσε με επάνοδο στα μαθητικά έδρανα, που ο μετέπειτα δικτάτορας είχε εγκαταλείψει σε ηλικία 16 ετών, προκειμένου, ακριβώς, να εισαχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. To 1936, έχοντας προηγουμένως περιεργαστεί τον παραπάνω φάκελο υποψηφιότητας, ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος John Gunther, βρήκε ότι τα προς κρίση έργα ήταν στατικά και στερούνταν ρυθμού, χρώματος, συναισθήματος και πνευματικής ευρηματικότητας. Θύμιζαν περισσότερο, χάρη στην ακρίβειά, τους σχέδια αρχιτέκτονα και τίποτα παραπάνω. Διόλου περίεργο, επομένως, ότι η εξεταστική επιτροπή επιχείρησε να στρέψει τον Hitler προς την κατεύθυνση εκείνη.¹

Selbstporträt, 1910.

Πάντως, σε ολόκληρη τη ζωή του, ο Hitler θεωρούσε τον εαυτό του  ιδιοφυία, ενδεχομένως και καλλιτεχνική. Μέσα στον διαταραγμένο νου του, η πεποίθηση αυτή είχε ριζώσει χάρη στη διφορούμενη άποψη, που κυριαρχούσε περί τα τέλη του 19ου αιώνα και βάσει της οποίας μια ιδιοφυία – με άλλα λόγια μια ισχυρή προσωπικότητα – μπορούσε να πράξει τα πάντα, ειδικότερα δε όσα επιθυμούσε.² Από την άλλη πλευρά, πάντως, πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν πως από ένα σημείο και έπειτα, το ενδιαφέρον του για την τέχνη είχε ατονήσει, αντιστρόφως ανάλογα, μάλιστα, με εκείνο του υπαρχηγού του Hermann Göring, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να λεηλατεί μουσεία και συλλογές των κατεχομένων χωρών, προκειμένου να εμπλουτίσει την προσωπική του συλλογή.

Η καλλιτεχνική παραγωγή του Hitler κάθε άλλο παρά αμελητέα δύναται να χαρακτηριστεί, σε ποσοτικό επίπεδο τουλάχιστον. Το Mein Kampf μας πληροφορεί πως, σε ολόκληρο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στη Βιέννη, ζωγράφιζε δυο με τρια έργα σε καθημερινή κλίμακα και ότι κατά τα έξι αυτά χρόνια (1908-1914) είχε φιλοτεχνήσει πάνω από 1000 πίνακες. Μάλιστα, αναγκαζόταν να πουλήσει πολλούς από αυτούς για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ζωγράφιζε, όποτε ήταν αδειούχος, σε απλό χαρτί, ή ακόμα και σε καμβάδες, που μετέφερε ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα. Επρόκειτο για την τελευταία φάση της καλλιτεχνικής του παραγωγής, προτού ο ίδιος στραφεί προς ένα περισσότερο σκοτεινό πεπρωμένο.

Οι Hitler και Göring περιεργάζονται έναν ζωγραφικό πίνακα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα μέρος από τα ζωγραφικά έργα του Γερμανού δικτάτορα κατασχέθηκε από τις αμερικανικές αρχές κατοχής και φυλάσσεται ακόμα, υπό κυβερνητικό έλεγχο, στις ΗΠΑ, με ρητή εντολή να μη δει το φως της δημοσιότητας.³ Άλλα, πάλι, έργα, πουλήθηκαν κατά καιρούς μέσω δημοπρασιών σε αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού, σε τιμές, οι οποίες κυμαίνονταν μεταξύ 32.000 και 160.000 δολαρίων.⁴ Το ύφος του Hitler δεν έχει να επιδείξει κάτι το αξιόλογο. Στερούμενος θεμελιώδους παιδείας και ανήμπορος να τελειοποιήσει την καλλιτεχνική του έμπνευση και έκφραση, αρκείται στο να αναπαραγάγει τα προϋπάρχοντα ρεύματα. Στα έργα του αντανακλώνται κατάλοιπα του ελληνορωμαϊκού Κλασσικισμού, της ιταλικής Αναγέννησης, του Νεοκλασσικισμού καθώς και του κατανοητού, από τον ίδιο, τμήματος του Συμβολισμού. Αντίθετα, δεν κρύβει την απέχθειά του έναντι του Ιμπρεσιονισμού (αν και στα έργα του υπάρχουν σχετικά ψήγματα), κυρίως δε, έναντι του Εξπρεσιονισμού και της Avant-garde, που αργότερα, η ναζιστική προπαγάνδα θα καταδικάσει ως παρακμιακή τέχνη. Θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή του εξαίρετου Αυστριακού τοπιογράφου Rudolf Ritter von Alt (1812-1905), παρόλο που ο τελευταίος προσδίδει ασύγκριτα μεγαλύτερη προσοχή στη φύση, σε αντιδιαστολή με τον Hitler, ο οποίος επιμένει να επικεντρώνει αδέξια το ενδιαφέρον του στην αρχιτεκτονική διάσταση.

Άραγε, ποιά θα ήταν η ροή των πραγμάτων εάν ο Hitler γινόταν δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα είναι πως η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα τα “εάν”. Αντίθετα, η, έστω και πρόσκαιρη, ενασχόλησή του με την Τέχνη, αποτελεί μια πραγματικότητα και ως τέτοια, έχει ήδη υπάρξει αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης.⁵ Τα μέχρι στιγμής πορίσματα, μας διευκολύνουν να αποκρυπτογραφήσουμε περισσότερο τον πολύπλοκο ψυχισμό του ηγέτη του Γ΄Ράιχ. Η Τέχνη κατέλαβε μέρος της ζωής του έως το τέλος (στη διαθήκη, που υπαγόρευσε λίγο προτού αυτοκτονήσει, υπάρχει αναφορά στη συλλογή του). Δεν έκρυψε τον θαυμασμό του, όταν ένα πρωϊνό του Ιουνίου 1940 επισκέφτηκε για μια και μοναδική φορά το Παρίσι. Όταν, τέσσερα χρόνια αργότερα, ως νέος Νέρων, δεν δίστασε να διατάξει την ισοπέδωση της γαλλικής πρωτεύουσας, απαίτησε να προηγηθεί μέριμνα για την απομάκρυνση σημαντικών έργων τέχνης από εκεί και τη μεταφορά τους σε ασφαλές μέρος. Ως προς τις συνέπειες της απόρριψης από την Ακαδημία Καλών Τεχνών, οι απόψεις διίστανται. Έγκριτοι μελετητές του Ναζισμού (Ian Kershaw) επιμένουν στις ψυχολογικές επιπτώσεις σε βάρος της όλης μετέπειτα πορείας. Άλλοι πάλι, θεωρούν πως, παρά τη μεγάλη απογοήτευση, την οποία εισέπραξε, ο Hitler αποδέχτηκε την αποτυχία, με αποτέλεσμα το τραύμα να μπορέσει να επουλωθεί με την πάροδο του χρόνου. Άλλωστε, πίστευε πως μια ιδιοφυΐα ήταν δυνατό να συνεχίζει να λάμπει εν κρυπτώ, αναμένοντας την ευκαιρία εκείνη, η οποία να της επέτρεπε να επιχειρήσει, των συγκυριών επιτρεπουσών, μια θεαματική εισβολή στο προσκήνιο των εξελίξεων.

Schloss und Kirche Perchtoldsdorf, circa 1910-1912.

 

Wiener Opernhaus, 1912.

 

Der Alte Hof , München, 1914.

 

Standesamt München, circa 1900-1910.

 

Unterstand in Fournes, 1915.

 

Fromelles, 1915.

 

Ardoye in Flandern, 1917

 

Selbstporträt, 1926.

Psychoanalysing Hitler’s Rare, Controversial Paintings | Nazi Treasure Hunters

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  John Gunther, Inside Europe, New York, Harper & Brothers, 1940, σ. 1-2.

² “Hitler Considered Himself an Artistic Genius”, συνέντευξη της Birgit Schwartz στο περιοδικό Spiegel, 21 Αυγούστου 2009.

³  Marc Fisher, «The Art of Evil; Half a century later, the paintings of Adolf Hitler are still a federal case», The Washington Post, 2 Απριλίου 2002.

⁴  “Hitler paintings sold at British auction house”, Deutsche Welle, 24 Απριλίου 2009.

⁵  Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι πραγματείες Billy F. Price, Hitler: The Unknown Artist, Houston, Texas, Billy F. Price Publishing Co., 1983. Tου ιδίου, Adolf Hitler als Maler und Zeichner. Ein Werkkatalog der Oelgemälde, Aquarelle, Zeichnungen und Architekturskizzen,Gallant, Zug/Schweiz, 1983,  Frederic Spotts,  Hitler and the Power of Aesthetics, New York,  Harry N. Abrams, 2004. Stephen R.Pastore, The Art of Adolf Hitler: A Study of His Paintings and Drawings, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2013. Του ιδίου, The Complete Paintings of Adolf Hitler, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2015. Sherree Owens Zalampas, Adolf Hitler: a psychological interpretation of his views on architecture, art, and music, Bowling Green, Ohio, Bowling Green University Popular Press, 1990. Stephanie Barron, Degenerate art: The Fate of the Avant-Garde in Nazi Germany, Los Angeles, Calif., Los Angeles County Museum of Art, 1991, Eric-Emmanuel Schmitt, La Part de l’ autre, Paris, Albin Michel, 2003.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής  αυτοκρατορικής ισχύος

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής 

αυτοκρατορικής ισχύος

 

Η μακροχρόνια αμφίπλευρη διεκδίκηση του συμπλέγματος των Νήσων Falklands (Islas Malvinas στα ισπανικά), οδήγησε το 1982 την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια σύντομης διάρκειας (74 ημερών) ένοπλη αντιπαράθεση στο Νότιο Ατλαντικό. Το διακύβευμα ήταν ισχυρό για αμφότερα τα μέρη. Ευρισκόμενο σε οικτρή οικονομική και πολιτική κατάσταση, το στρατιωτικό καθεστώς της Αργεντινής αναζητούσε απεγνωσμένα μια επιτυχία σε ένα εθνικό ζήτημα, ικανή να επιφέρει λαϊκό έρεισμα (ό,τι ακριβώς είχε συμβεί με την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα και την περίπτωση της Κύπρου, οκτώ χρόνια νωρίτερα). Αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, αναζητούσε εις μάτην την απωλεσθείσα αίγλη μέσα στα ερείπια της αποαποικιοποίησης (η τελευταία, πριν από τον πόλεμο των Falklands, εμπλοκή σε μια περιπέτεια αποικιακής φύσεως ήταν, το 1956, η επιχείρηση κατά της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία εξελίχθηκε σε φιάσκο). Επισήμως, η διαφορά εκδηλώθηκε σε επίπεδο διεκδίκησης της κυριαρχίας. Η Αργεντινή θεωρούσε πως τα νησιά της ανήκαν ιστορικά, η δε Βρετανία αρνείτο να διαπραγματευθεί την από το 1841 επιτόπου παρουσία της. Το γόητρο, επομένως, ήταν μια σημαίνουσα παράμετρος σε μια αναμέτρηση, όπου για πρώτη φορά από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενεπλάκησαν αεροναυτικές δυνάμεις τόσο εκτεταμένης κλίμακας. Σήμερα, 37 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες του πολέμου των Falklands έχουν, πλέον αξιολογηθεί. Για τους ηττημένους Αργεντινούς, τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα διαιωνίσθηκαν, παρά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και την επάνοδο των δημοκρατικών θεσμών. Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher, εισήγαγε τους Βρετανούς σε μια νέα περίοδο εσωστρέφειας, κυρίως, όμως, στην εποχή του λεγόμενου “νεοφιλελευθερισμού”, με ανάλογους κραδασμούς. Η πρόσφατη ψήφος υπέρ του Brexit, θα μπορούσε, ίσως, να ερμηνευθεί ως μια ύστατη ενστικτώδης κίνηση αυτοπροστασίας από τα παραπάνω. Στον επιχειρησιακό τομέα, καταμετρήθηκαν συνολικά 907 νεκροί (649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και 3 κάτοικοι του νησιού) και σημαντικός αριθμός τραυματιών εκατέρωθεν (775 και 1657 αντίστοιχα). Οι Αργεντινοί έχασαν 9 σκάφη (μεταξύ των οποίων ένα ελαφρύ καταδρομικό και ένα υποβρύχιο), 75 αεροσκάφη και 25 ελικόπτερα. Οι Βρετανοί απώλεσαν 7 σκάφη (μεταξύ των οποίων 2 φρεγάτες), 11 αεροσκάφη και 24 ελικόπτερα. Η επαγγελματική κατάρτιση των Βρετανών υπήρξε, αναμφίβολα, το αντιστάθμισμα της μεγάλης απόστασης από το Μητροπολιτικό έδαφος και τις βάσεις ανεφοδιασμού. Όταν, ωστόσο, οι άπειροι Αργεντινοί κληρωτοί στρατιώτες παραδίδονταν πανικόβλητοι κατά δεκάδες ή αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους κατά την τελευταία μάχη του Mount Longdon, δεν είχαν, προφανώς, αντιληφθεί πως απέναντί τους βρισκόταν ένας αντίπαλος δίχως υπεροπλία στους αιθέρες και στην ξηρά και ο οποίος είχε ξεπεράσει, και εκείνος, κάθε όριο φυσικής και ψυχικής αντοχής. Πρακτικά, ίσχυαν ακόμη όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου η σύγκρουση να προσλάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη έκβαση.

Ισπανικός χάρτης του 1769.

1.Επιχείρηση Rosario: Η κατάληψη των Νήσων από τους Αργεντινούς (2 Απριλίου 1982).

Η προέλαση του αποβατικού Σώματος προς το Port Stanley.

 

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.

 

Βρετανοί αιχμάλωτοι, την πρώτη μέρα της εισβολής.

 

Αμφίβιο όχημα μέσα στους δρόμους του Port Stanley.

 

Ο Βρετανός Κυβερνήτης Rex Hunt. Απελάθηκε από τους Αργεντινούς και αποκαταστάθηκε στο αξίωμά του έπειτα από το πέρας του πολέμου.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής των Falklands, Mario Menéndez (αριστερά) συνομιλεί με τον αντιναύαρχο Carlos Büsser, υπεύθυνο της επιχείρησης Rosario.

2.Η πορεία προς την ένοπλη αντιπαράθεση (3 – 24 Απριλίου 1982).

Ο απόπλους του αεροπλανοφόρου HMS Hermes, ναυαρχίδας της Βρετανικής δύναμης κρούσης, από το λιμάνι του Portsmouth στις 5 Απριλίου 1982.

 

Ο διάπλους του Ατλαντικού από τη Βρετανική αρμάδα.

 

Βρετανοί κομμάντος, φέροντες πλήρη εξάρτηση, ασκούνται στο κατάστρωμα του υπερωκεανίου Queen Elisabeth 2 κατά τη διάρκεια του διάπλου.

 

Η Βρετανή πρωθυπουργός Margaret Thatcher και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, σε μια από τις ύστατες προσπάθειες διασφάλισης της ειρήνης.

 

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής.

3.Οι πρώτες επιχειρήσεις στη στεριά και στη θάλασσα (25 Απριλίου – 20 Μαΐου 1982).

Επιχείρηση Paraquat: Η ανακατάληψη της Νήσου South Georgia (25 Απριλίου 1982).

 

Τορπιλισμός και βύθιση του ελαφρού καταδρομικού General Belgrano από το Βρετανικό υποβρύχιο Conqueror (2 Μαΐου 1982). Από το πλήρωμα, 323 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 772 περισυνελέγησαν από παρακείμενα Αργεντινά και Χιλιανά πλοία.

 

Η απάντηση των Αργεντινών: Βύθιση του αντιτορπιλικού HMS Sheffield από τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Exocet με 20 νεκρούς. Επλήγη στις 4 Μαΐου 1982 και βυθίστηκε έξι ημέρες αργότερα, έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες διάσωσης.

 

Το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής. Αποσύρθηκε από την εμπόλεμη ζώνη, για λόγους προληπτικούς, την επομένη της απώλειας του General Belgrano. Τα αεροσκάφη του συνέχισαν να επιχειρούν από τις αεροπορικές βάσεις των Falklands.

 

Dassault/Bréguet Super Étendard της αεροπορίας ναυτικού της Αργεντινής. Ο εφιάλτης των Βρετανών.

 

Απογείωση μαχητικού αεροσκάφους από το HMS Hermes.

4.Οι χερσαίες επιχειρήσεις (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Η ανάπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Η απόβαση των πεζοναυτών στο San Carlos (21 Μαΐου 1982).

 

Η βύθιση της φρεγάτας HMS Antelope στον κόλπο του San Carlos (24 Μαΐου 1982).

 

Το βοηθητικό σκάφος SS Atlantic Conveyor φλέγεται στον κόλπο του San Carlos (25 Μαΐου 1982). Βυθίστηκε τρεις μέρες αργότερα, παρασύροντας δέκα ελικόπτερα στον βυθό της θάλασσας. Η απώλεια των τελευταίων υπήρξε μοιραία για τα πεζοπόρα τμήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον οπλισμό στους ώμους κατά τη διάρκεια της διάβασης των κεντρικών Falklands.

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι έπειτα από τη μάχη του Goose Green (28 – 29 Μαΐου 1982).

 

Προέλαση μέσα από τα Kεντρικά Falklands.

 

Το μεταγωγικό σκάφος RFA Sir Galahad έχει πληγεί από την Αργεντινή αεροπορία στο Bluff Cove (8 Ιουνίου 1982). Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους 48 άτομα και πολλά άλλα υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα. Τα περισσότερα θύματα, μέλη των Welsh Guards, βρίσκονταν σε διαδικασία αποβίβασης στην στεριά.

 

Οι επιζώντες του Sir Galahad μεταφέρονται στη στεριά.

 

Η μάχη του Mount Longdon, στις παρυφές του Port Stanley (11 – 12 Ιουνίου 1982). Παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματία.

 

Η μάχη του Mount Longdon. Αργεντινός αιχμάλωτος οδηγείται για ανάκριση.

 

Η είσοδος των Βρετανικών ειδικών δυνάμεων στο Port Stanley έπειτα από την παράδοση των Αργεντινών (14 Ιουνίου 1982).

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι στιβάζονται στους δρόμους του Port Stanley.

 

Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher.

 The Falklands War Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blakeway, Denys: The Falklands War, London, Sidgwick & Jackson, 1992.

Brown, David: The Royal Navy and the Falklands War,  Leo Cooper, Barnsley, UK, 1987.

Freedman, Lawrence: The Official History of the Falklands Campaign. London, Whitehall Histories, Government Official History Series, 2005.

Fremont-Barnes, Gregory: The Falklands 1982: Ground operations in the South Atlantic, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

Gavshon, Arthur, Rice, Desmond: The sinking of the Belgrano, London, Secker & Warburg, 1984.

Hastings, Max, Jenkins, Simon: The battle for the Falklands, New York, Norton,1984.

Goebel, Julius: La pugna por las islas Malvinas – Un estudio de la historia legal y diplomática, Yale University Press, 1983.

Kirschbaum, Oscar, Van Der Kooy, Roger, Cardoso, Eduardo: Malvinas, La Trama Secreta, Buenos Aires, Sudamericana/Planeta, 1983.

Middlebrook, Martin: The fight for the «Malvinas»: The Argentine Forces in the Falklands War, New York, Viking, 1989.

Moro, Ruben: The History of the South Atlantic Conflict: The War for the Malvinas,  1st edition, Santa Barbara, California, Praeger, 1989.

Rodríguez Mottino, Horacio: La artillería argentina en Malvinas, Coyoacán, México D.F., Editorial Clio, 1984.

Thatcher, Margaret: Downing Street Years, London, Harper Collins, 1993.

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος: Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

Έφυγε από τη ζωή ο ιστορικός και ακαδημαϊκος Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

 

Απεβίωσε το μεσημέρι της Τρίτης 13 Αυγούστου, στην Αθήνα, ο ιστορικός, πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνος Σβολόπουλος. Ήταν 81 ετών.

Γεννημένος στην Aθήνα το 1938, ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πολιτικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Παρισίων.

Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Αθηνών και υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου και διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων (1981-1989). Διετέλεσε επί εννέα χρόνια διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, του οποίου παρέμεινε επίτιμος διευθυντής. Tο 1989 εξελέγη καθηγητής της Iστορίας του Nεωτέρου Eλληνισμού στο Πανεπιστήμιο Aθηνών.

Tο 1990 ανέλαβε τη Διεύθυνση του Iδρύματος «Kωνσταντίνος Γ. Kαραμανλής», του οποίου υπήρξε συνιδρυτής με τους K. Tσάτσο και K. Tρυπάνη. Εξέδωσε επίσης βιογραφία του έλληνα πολιτικού: «Καραμανλής 1907-1998» (Ίκαρος, 2012).

Διετέλεσε μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Iδρύματος Nτε Γκωλ και επίτιμος εταίρος της Eταιρείας NA Eυρώπης του Mονάχου.

Υπήρξε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 2003 και χρημάτισε πρόεδρός της το 2010.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Κατερίνα Χέλμη.

Η Clio Turbata αναδημοσιεύει, ως φόρο τιμής, τη σύντομη συνέντευξη, που ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος παραχώρησε στην εφημερίδα Καθημερινή και στην Άννα Γριμάνη στις 3 Μαΐου 2009.

 

H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Αναμφισβήτητα, επενεργεί ως αίσθημα, ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα, υπό την επήρεια είτε του περιβάλλοντος, γεωφυσικού ή ανθρώπινου, είτε της παράδοσης, ιστορικής ή πολιτιστικής. Θα ήταν εν τούτοις ευκταίον να αναχθεί το αίσθημα σε συνείδηση. Το συγκεκριμένο αυτό γεγονός δεν θα ήταν καταρχήν ασύμβατο με την αυτονόητη, κατά την εποχή μας, πύκνωση της επικοινωνίας με άλλους λαούς και με διαφορετικούς πολιτισμούς. Αποτελεί όμως ανάχωμα -ευτυχώς!- στην απρόσωπη εξομοίωση -πολιτική, κοινωνική ή πνευματική- που επιχειρείται στις μέρες μας στο όνομα της παγκοσμιοποίησης.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Τα χρώματα της θάλασσας, όπως «καθρεφτίζονται» στους πίνακες του Παναγιώτη Τέτση.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Οταν είναι δημιουργικός, όταν κάνει χρήση της ιδιότυπης ευφυΐας του, της τόλμης και της φαντασίας του.

Αυτό που με χαλάει.

Η αδιαφορία, η ραστώνη, η προσαρμογή σε όσες ευκολίες παρέχονται στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Παρά τις έκδηλα αρνητικές πλευρές που οφείλουμε να μην παραβλέπουμε, είναι δυνάμει ικανός να επιτελέσει γόνιμα έργα – στο κοινωνικό ή το πνευματικό πεδίο. Βασική όμως προς τούτο προϋπόθεση παραμένει η βούληση να αξιοποιήσει ιδιότητες που τείνουν να τον αναβιβάσουν στο επίπεδο μαχητή και όχι παθητικού αποδέκτη των συμπτωμάτων παρακμής που κατατρύχουν -ατυχώς- τη σύγχρονη ζωή σε παγκόσμια κλίμακα.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Αντλώντας έμπνευση και ιδέες απ’ τη δική του σπάνια πολιτιστική παρακαταθήκη, είναι εξ ορισμού σε θέση να δημιουργήσει νέα, πρότυπα και πρωτότυπα πολιτιστικά αγαθά. Αν στρέψει όμως την πλάτη στα διαχρονικά αυτά μηνύματα, αν -λόγω και άγνοιας- προκρίνει την οδό του «πιθηκισμού» έναντι σχημάτων και προτάσεων χωρίς παρελθόν και μέλλον, κινδυνεύει να εξουδετερώσει κάθε πλεονέκτημα. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται ένας κίνδυνος μείζων εκείνου που συνεπάγεται η προσκόλληση σε μια «ρητορική ελληνικότητα» – που, εξάλλου, δεν αποτελεί και κύριο γνώρισμα των ημερών μας.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Απαιτείται να ενισχυθεί η αυτοσυνείδηση ότι, ως αποτέλεσμα βιωμάτων και εμπειριών, προσφέρεται να εισφέρει στον σύγχρονο κόσμο ή -αν ο ισχυρισμός αυτός είναι μεγαλόστομος- στη σύγχρονη Ευρώπη την αίσθηση της ισορροπίας και της ελευθερίας. Δεν υπάρχει λόγος ούτε να διακατέχεται ή να επιδεικνύει αίσθημα μειονεξίας, ούτε και να ασπάζεται μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς ανοίκειας στον εκάστοτε περίγυρό του.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Το μείζον αρνητικό ερώτημα «γιατί», διαχρονικά παρόν και ουσιαστικά αναπάντητο επί αιώνες, εντοπίζεται στον πειρασμό για διαίρεση και μισαλλοδοξία, για τη «διχόνοια», κατά τη ρήση του Σολωμού, η οποία συχνά μαστίζει την ελληνική δημόσια ζωή – υπό συνθήκες είτε δυστυχίας είτε και ευημερίας. Αραγε, είναι όμως πραγματιστική η πρόταση ότι «πρέπει» να εξουδετερωθεί η αδυναμία αυτή;

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Διονύσιος Σολωμός, στο μέτρο που αγγίζει βαθύτερα βιώματα που διακατέχουν πάντοτε την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η καθαρότητα, το ελληνικό φως κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η αδιάκοπη προσπάθεια για την επιτέλεση έργου δημιουργικού.

 

Πηγή: Καθημερινή

 

Συνοπτική εργογραφία Κωνσταντίνου Σβολόπουλου

 

 

Βασίλης Βουγιούκας: Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Βασίλης Βουγιούκας

Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί η, εν συντομία, περιγραφή της περιόδου από την απελευθέρωση της Χίου από τους Γερμανούς έως και την ολιγοήμερη εμφύλια σύγκρουση το 1948, μέσω της ανασκόπησης των γεγονότων – σταθμών και της πορείας της τοπικής Αριστεράς με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που τη διαχωρίζουν από τα υπόλοιπα παραδείγματα του Ελλαδικού χώρου, λόγω της στάσης της ηγεσίας του τοπικού εαμικού κινήματος που επιμένει σε μια γραμμή συμφιλίωσης μέχρι και τις αρχές του 1948.

Η Χίος γεωγραφικά χωρίζεται σε τρείς ζώνες. Κεντρικά, με τοποθέτηση προς τα παράλια της Μικράς Ασίας, βρίσκεται η Χώρα, το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού. Κοντά στη Χώρα βρίσκεται ο Κάμπος όπου υπάρχει εντατική καλλιέργεια εσπεριδοειδών.

Η νότια Χίος χαρακτηρίζεται από ομαλό τοπίο με λόφους ή χαμηλά βουνά και μικρές πεδιάδες, όπου ευδοκιμεί ο ήμερος σκίνος από τον οποίο παράγεται η μαστίχα[1].

Στο βόρειο τμήμα του νησιού ξεκινούν οι μεγάλες οροσειρές με άγονο και τραχύ έδαφος. Τα Βορειόχωρα διαχρονικά παρουσιάζουν μικρές πληθυσμιακές συγκεντρώσεις, κυρίως ποιμένων, με εξαίρεση την κωμόπολη των Καρδαμύλων που αριθμούσε περί τους 7.500 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα, ναυτικούς ως επί το πλείστον, που δημιουργούσαν μία οικονομία βασισμένη στην εισροή συναλλάγματος[2].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ αναφορικά με τις πολιτικές επιρροές στον εκλογικό χάρτη της Χίου, από την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ελλάδας μέχρι και τη δικτατορία του Μεταξά. Σε αυτά τα στοιχεία, και στις περισσότερες εκ των αναμετρήσεων επικρατούσαν υποψήφιοι που προέρχονταν από τον πολιτικό χώρο των Φιλελευθέρων[3].

Ο χώρος της Νότιας Χίου εμφάνιζε διαχρονικά τις πλέον συντηρητικές επιλογές ψήφου. Στον ίδιο αυτό γεωγραφικό χώρο εμφανίστηκαν στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 και οι πρώτες ψήφοι προς υποψηφίους της Αριστεράς από τους μικροκαλλιεργητές και τους εργάτες γης που απασχολούνταν στην παραγωγή εσπεριδοειδών και μαστίχας. Τα Καρδάμυλα, επίσης, λόγω του ναυτεργατικού στοιχείου και το εκλογικό τμήμα της Χώρας, όπου βρίσκονταν προσφυγικοί συνοικισμοί, έδιναν ψήφους στον εκάστοτε Αριστερό υποψήφιο[4].

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η δημιουργία των αντιστασιακών οργανώσεων, η συνένωσή τους και η ένταξή τους στο ΕΑΜ δημιούργησαν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για να αποκτήσει η οργάνωση τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή σε ένα ευρύ φάσμα της Χιώτικης κοινωνίας.

Χίος,1943: Από αριστερά πάνω. Ξενοφών Περδίκης, Μάρω Κατσόγιαννου και ο φιλόλογος Μιχάλης Βατάκης που εκτελέσθηκε στις 20.8.1948 που με τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ εξέδιδαν τον παράνομο τύπο, αρχείο Βύρωνα Κατσόγιαννου

Οι δράσεις κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους διενεργούνταν εντός συγκεκριμένου πλαισίου με κατευθυντήριες γραμμές από το συμμαχικό στρατηγείο Μέσης Ανατολής, πολλές φορές σε συνεργασία με απεσταλμένους αξιωματικούς και κυρίως τον Ιάσωνα Καλαμπόκα και αφορούσαν σε οργανώσεις δολιοφθορών, φυγαδεύσεις σημαντικών προσώπων, αναγνωρίσεις θέσεων και δυνατοτήτων των γερμανικών στρατευμάτων, καθώς και μεμονωμένες εκτελέσεις συνεργατών[5]. Ευτύχημα για τη Χίο αποτέλεσε η μη ύπαρξη Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η ημέρα της απελευθέρωσης βρήκε τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ να έχουν ήδη αναπτύξει, διαρθρώσει και εδραιώσει τις δομές της οργάνωσης στη Χιώτικη κοινωνία ούτως ώστε η μετάβαση της εξουσίας να γίνει με απόλυτα ειρηνικό τρόπο και με πρωταρχικό στόχο την ταχύτερη δυνατή επιστροφή στην προπολεμική κανονικότητα[6]. Η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου είχε ήδη σχέδιο άσκησης εξουσίας. Κατέβαλε δε δια των οργανώσεων και των στελεχών, κάθε δυνατή προσπάθεια για την επανεκκίνηση της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας στην κατεύθυνση της αποκατάστασης των ρυθμών της ζωής στο νησί. Γίνονταν δε προσπάθειες να ενεργοποιηθούν, συλλογικά, όλες ανεξαιρέτως, κατά το μέτρο του δυνατού, οι πληθυσμιακές ομάδες χωρίς ταξικούς, πολιτικούς ή άλλου είδους αποκλεισμούς[7].

Ελευθέρα Χίος Σεπτέμβρης 1944 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε για λίγο καιρό από τους υπεύθυνους έκδοσης εντύπων που συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής, όμως σε αυτή τη φάση αποδίδει το κλίμα που επικρατεί κατά την απελευθέρωση και κατά την υποδοχή του Γενικού Διοικητή.

Η τάξη και η ηρεμία που επικράτησαν κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την αποτίναξη του γερμανικού ζυγού ήταν παροιμιώδεις, κάτι στο οποίο η Αριστερά είχε δώσει ιδιαίτερο βάρος, περιφρουρώντας τις εκδηλώσεις και προσπαθώντας να μην υπάρξουν φαινόμενα αντεκδίκησης και μίσους προς τα προδοτικά στοιχεία[8].

Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση έφτασε στο νησί ο απεσταλμένος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Γενικός Διοικητής Νήσων Αιγαίου Γεώργιος Μπουρδάρας, στον οποίο η τοπική Αριστερά παρέδωσε άμεσα την εξουσία, καθώς τα ηγετικά στελέχη της ήταν ταγμένα στην επίτευξη της συνεργασίας, μιας και θεωρούσαν τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης ως εκείνη την αρχή, που θα εργαζόταν στην κατεύθυνση της επαναφοράς της ζωής στους αρχικούς ρυθμούς, της τιμωρίας των συνεργατών των γερμανών, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισοπολιτείας, της επίλυσης των ζητημάτων της εκπαίδευσης, του επισιτισμού κ.λπ., με απώτερο σκοπό να φτάσει η χώρα στις εκλογές που προβλέπονταν και οι οποίες θα ανεδείκνυαν μια εξουσία που θα εκπορευόταν από το Λαό. Ο Γενικός Διοικητής, γνωρίζοντας και το προσωρινό της θέσεώς του, απέφευγε να λάβει δραστικά μέτρα, αρκούμενος στην αποποίηση των ευθυνών που ήταν συνεπακόλουθες της θέσεώς του, μεταθέτοντας τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην κυβέρνηση Καΐρου[9].

Χίος, γενική άποψη του λιμένα.

Στις 18 Νοεμβρίου έφτασε στο νησί ο Σ. Σταματιάδης για να αντικαταστήσει τον εαμίτη Νομάρχη Χίου, Νίκο Κουράση, που συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντά του με εντολή του Γενικού Διοικητή. Το ΕΑΜ δια των εντύπων του καλωσόριζε τον εκάστοτε απεσταλμένο, κάτι που αποτελούσε πάγια τακτική, μιας και επιζητούσε την καλύτερη δυνατή συνεργασία με τις αρχές. Ο Νομάρχης μάλιστα παραχώρησε συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, σε αρθρογράφο της εφημερίδας Εμπρός, επισήμου οργάνου του ΚΚΕ Χίου, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, δήλωνε αλληλέγγυος σε συνεργασία του τοπικού ΕΑΜ με τη νομαρχία και το ΕΑΜ Μυτιλήνης για την ανταλλαγή αγαθών και προϊόντων[10].

Το μήνα Δεκέμβριο του 1944 άρχισαν να φτάνουν στη Χίο οι πρώτες ειδήσεις από τα γεγονότα των Αθηνών, κάτι που προκάλεσε αίσθηση και ένταση στο νησί. Οι οργανώσεις της Αριστεράς διοργάνωναν καθημερινά απεργίες και συλλαλητήρια για να δηλώσουν την συμπαράστασή τους στον δοκιμαζόμενο λαό της Αθήνας, ενώ παράλληλα τηρούσαν στάση αναμονής, σε μια προσπάθεια να ανιχνεύσουν τα νέα περιβάλλοντα που δημιουργούνταν. Τα στελέχη των εαμικών οργανώσεων περιφρουρούσαν τις εκδηλώσεις, παρά τις προκλήσεις των σωμάτων ασφαλείας που επιχειρούσαν τη δημιουργία κλίματος έντασης[11].

ΕΜΠΡΟΣ, Όργανο Περιφερειακής Επιτροπής Χίου (ΚΚΕ) αναδημοσιεύονται ειδήσεις από την Αθήνα του Δεκέμβρη του 1944 που αποτελούν προάγγελο των συγκρούσεων και δίνουν μια πρώτη γεύση της στάσης που θα ακολουθήσει η τοπική ηγεσία του ΕΑΜ.

Στην αντίπερα όχθη, κύκλοι αντιεαμικών παρατάξεων άδραξαν την ευκαιρία να εμφανιστούν ως εγγυητές της σταθερότητας, της ομαλότητας και της ειρήνης. Άρθρο της εφημερίδας Η Πρόοδος[12], εφημερίδας που κυκλοφορούσε αδιαλείπτως την περίοδο της Κατοχής εξυμνώντας συχνά σε δημοσιεύματά της τους Γερμανούς, έγραφε ότι η πλειονότητα του Χιακού λαού αποδοκιμάζει τον Εμφύλιο και την ανταρσία του ΕΛΑΣ και το μόνο που μένει είναι η επισημότερη και έμπρακτη επιβεβαίωση της αποδοκιμασίας αυτής. Οι προτροπές αυτού του είδους εγκυμονούσαν τον κίνδυνο επέκτασης των επεισοδίων και στη Χίο[13].

Στα τέλη Δεκεμβρίου έγινε γνωστό ότι στο νησί τελούσαν υπό κράτηση οι εαμίτες ηγέτες της Σάμου, Ζαΐμης και Σοφούλης. Η Αριστερά με πολυμελή αντιπροσωπεία αντέδρασε επιδίδοντας ψήφισμα διαμαρτυρίας στον βρετανό ταξίαρχο στη Χίο, στον Μητροπολίτη Ιωακείμ Στρουμπή και στο Νομάρχη. Οι αρχές, πλην του Μητροπολίτη που είχε εκφραστεί ανοικτά υπέρ του ΕΑΜ, κρατούσαν μάλλον επιφυλακτική στάση και απέφυγαν να πάρουν σαφή θέση[14].

Τον Ιανουάριο του 1945 δημιουργήθηκε στο νησί από τους Σπανούδη και Πυργάρη η Εθνική Οργάνωση Χίου. Ξεκίνησε περισσότερο σαν ένα κέντρο ιδεολογικής κατεύθυνσης και λιγότερο σαν ένας οργανωτικός μηχανισμός πρακτικής εφαρμογής. Το ΚΚΕ Χίου δια των εντύπων του προχώρησε σε δημοσίευση ανακοίνωσης όπου κατήγγελλε την ΕΟΧ για την δράση της και για τους σκοπούς της[15].

Στα μέσα Φεβρουαρίου, και ενώ στην Αθήνα γίνονταν συνομιλίες για την κατάρτιση της συμφωνίας της Βάρκιζας, ο Νομάρχης Χίου έπαψε την εκλεγμένη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Χίου και στη θέση της διόρισε συνδικαλιστές της προτίμησής του[16].

Προς το τέλος του ίδιου μήνα, ο Γενικός Διοικητής αντικαταστάθηκε από την Κυβέρνηση Πλαστήρα, που διόρισε στη θέση αυτή τον Παντελή Ροζάκη. Με την άφιξή του στο νησί δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι στα πλαίσια της συμφωνίας ΕΑΜ-Κυβέρνησης επρόκειτο να τεθεί τέρμα στις ανωμαλίες του παρελθόντος[17]. Παρά τις διαβεβαιώσεις Ροζάκη, ο Γραμματέας του ΕΑΜ Αιγαίου συνελήφθη και τα γραφεία του ΕΑΜ επιτάχθηκαν. Οι πράξεις αυτές δεν συνέβαλαν στην ομαλή μετακατοχική πορεία του νησιού, αντιθέτως δημιουργούσαν κλίμα πόλωσης[18].

Τις επόμενες μέρες, δημοσιεύματα του «εθνικόφρονα» Τύπου ανέφεραν την ανεύρεση κρυμμένων όπλων που δεν είχαν παραδοθεί όπως προέβλεπε η συμφωνία της Βάρκιζας. Με αυτό το πρόσχημα ξεκίνησε μια σειρά συλλήψεων. Συγκεκριμένα, στις 27 Μαρτίου ‘45 συνελήφθησαν ηγετικά Εαμικά στελέχη (Κουβελάς, Κατσόγιαννος, Ευαγγελινός και Ψωράκης) χωρίς κάποια κατηγορία, έχοντας ως προφανή σκοπό τον αποκεφαλισμό του κινήματος[19].

Ακολούθησαν συλλαλητήρια με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου που ζητούσε τη δίκαιη μεταχείριση των κρατουμένων την άμεση αποφυλάκισή τους. Το ΕΑΜ βλέποντας την ευρεία συμμετοχή του κόσμου, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και αρκετοί που δεν συμφωνούσαν ιδεολογικά με το ΕΑΜ, προέτασσε χείρα συμφιλίωσης απευθυνόμενο σε όλους τους πολιτικούς χώρους του νησιού[20].

Το μήνα Μάιο άρχισαν να φτάνουν στο νησί οι πρώτοι «μεσανατολίτες[21]» από τα στρατόπεδα κράτησης, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση και δυναμική στο κίνημα. Τάραξε επίσης όλους τους αντιεαμικούς κύκλους που έβλεπαν τις ισορροπίες να αλλάζουν εις βάρος τους[22].

Στις 8 Ιουνίου 1945, άγνωστοι εισέβαλλαν στα γραφεία του ΕΑΜ Χίου διαπράττοντας καταστροφές και βανδαλισμούς χωρίς οι αρχές να κάνουν το παραμικρό για την προστασία του χώρου. Ο στόχος δεν ήταν η καταστροφή των γραφείων αλλά η δημιουργία κλίματος έντασης ώστε να σχηματιστούν επιτροπές διαμαρτυρίας οι οποίες αργότερα θα κατηγορούνταν για στάση, όπερ και εγένετω, δίνοντας αφορμή για συλλήψεις στις τοπικές αρχές[23].

Μέσα Σεπτέμβρη και τα αποτελέσματα αρχαιρεσιών διάφορων εργατικών σωματείων φανέρωναν τη συντριπτική πλειοψηφία που είχαν οι εκπρόσωποι του ΕΡΓ.Α.Σ[24].

Τον ίδιο μήνα δημοσιεύτηκε η είδηση των καταθέσεων των αξιωματικών του στρατηγείου Μ. Ανατολής Τσιγάντε (30/8/1945) και Παλιατσάρα (18/3/1945) που στην ουσία απενοχοποιούσαν τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ για τις μεμονωμένες εκτελέσεις που έγιναν στο νησί με εντολή της κυβέρνησης Μέσης Ανατολής. Το ζήτημα αποτελούσε μόνιμο πεδίο τριβής και πολλά στελέχη της τοπικής Αριστεράς διώκονταν από τις αρχές με αυτό το πρόσχημα. Οι δύο αξιωματικοί κατέθεσαν ότι το στρατηγείο έκρινε απαραίτητη τη συνεργασία του Ιάσονα Καλαμπόκα με το ΕΑΜ Χίου για την ευόδωση της αποστολής του, ότι οι συνεργάτες των Γερμανών δυσχέραιναν το έργο της συμμαχικής αποστολής και γι’ αυτόν τον λόγο εκτελέστηκαν, πάλι με διαταγή του στρατηγείου.[25].

Ιάσων Καλαμπόκας, ο έφεδρος αξιωματικός από την Αρκαδία, ήρωας της αντίστασης, που εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1944, λίγες μόλις ημέρες πριν από την απελευθέρωση του νησιού. Δεξιά, ο αδριάντας του στην πόλη της Χίου.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η αριστερά δέχεται επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Βούλγαρη διακήρυττε, με αρωγό τις ξένες δυνάμεις, ότι η χώρα είναι έτοιμη για ελεύθερες εκλογές και ότι όλες οι προϋποθέσεις για την επιτυχία αυτών ήταν πια εκπληρωμένες[26].

Το Νοέμβριο, μήνα της κυβερνητικής αλλαγής, οι κατηγορούμενοι για στάση από την 10η/6/1945 έχουν αρχίσει ν’ αποφυλακίζονται. Στις 10 του ιδίου μήνα αποφυλακίζεται ο διατελέσας δήμαρχος Χίου κατά την απελευθέρωση, Απόστολος Αμύγδαλος[27].

Τον ίδιο μήνα φτάνει στο νησί ο Hector MacNeil, υφυπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας. Με άρθρα τους οι εφημερίδες του εαμικού συνασπισμού επισημαίνουν τις πολλές παραφωνίες και ανακολουθίες που παρουσιάζονται στην εκτέλεση του προγράμματος της κυβέρνησης Κανελλόπουλου.

Μια συμπλοκή λαμβάνει χώρα, σ’ ένα καφενείο, στο Κάστρο της Χίου, το βράδυ της Τρίτης 20 Νοεμβρίου, με αποτέλεσμα οι θαμώνες του καφενείου που αμύνθηκαν σε επίθεση «αγνώστων» να συλληφθούν. Ήταν η πρώτη σοβαρή εκδήλωση ενάντια στην ησυχία του νησιού με στόχο την κάμψη του φρονήματος των επαναπατρισθέντων «μεσανατολιτών»[28].

Το 1946 ξεκίνησε με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Το σοβαρότερο από τη σειρά τέτοιων γεγονότων ξεκίνησε στον προσφυγικό συνοικισμό του Βαρβασίου στις 13 Ιανουαρίου 1946. Οι χωροφύλακες Ζορμπάς, Παντελίδης και Πατσέλης, οι οποίοι εμπλέκονταν στα περισσότερα επεισόδια κατά της Αριστεράς, επιτέθηκαν σε ομάδα πολιτών που τραγουδούσε «δημοκρατικά αντιφασιστικά τραγούδια». Όταν οι συλληφθέντες ζήτησαν να μάθουν το λόγο της προσαγωγής τους οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα για εκφοβισμό. Κάτοικοι του συνοικισμού κινήθηκαν εναντίον τους με φωνές και γιουχαρίσματα[29].

Ο προσφυγικός αυτός συνοικισμός στην πρωτεύουσα του νησιού, ήταν εστία ζυμώσεων και έντασης, λόγω του μεγάλου αριθμού επαναπατρισθέντων μεσανατολιτών και της Αριστερής πλειοψηφίας των κατοίκων του.

Στις 17 Ιανουαρίου η βία της Χωροφυλακής, που όλες αυτές τις μέρες κλιμακωνόταν, κορυφώθηκε. Το πρώτο αίμα αθώων πολιτών χύθηκε στη Χίο με δράστη το χωροφύλακα Παντελίδη, ο οποίος πυροβόλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος και σκότωσε δύο νέους μόνο και μόνο γιατί τραγουδούσαν[30]. Η καταδίκη του γεγονότος υπήρξε ομόφωνη από όλες τις πλευρές και η προσέλευση του κόσμου στην κηδεία των θυμάτων αθρόα, όμως δεν έγινε κανένα ουσιαστικό βήμα προς την ομαλότητα στο νησί. Παρά την πληθώρα αυτοπτών μαρτύρων η διερεύνηση του συμβάντος καθυστερούσε με τις δικαστικές αρχές να κινούνται εξαιρετικά αργά και μάλλον αμήχανα.

Ο δράστης και οι λοιποί χωροφύλακες που ήταν μαζί του, αν και κρίθηκαν απολυτέοι, ποτέ δεν απολύθηκαν και συνέχισαν το τρομοκρατικό τους έργο. Η χωροφυλακή σε μία προσπάθεια να στρέψει αλλού την προσοχή έσπευδε να κατηγορήσει το ΕΑΜ ότι προετοιμάζει ταραχές[31].

Στις 25 Ιανουαρίου 1946 αντικαταστάθηκε ο Νομάρχης Σταματιάδης και τη θέση του πήρε ο Αλέξανδρος Κεντούρης. Το ΕΑΜ τον υποδέχθηκε με τα καθιερωμένα ευχολόγια. Σε δηλώσεις του, ο νέος Νομάρχης, υποστήριζε ότι θα σταθεί πάνω από κόμματα και πως φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει την ισοπολιτεία στο νησί[32].

Την ίδια περίοδο δημοσιεύτηκε η απόφαση για αποχή του συνασπισμού κομμάτων του ΕΑΜ από τις εκλογές. Ανταποκριτής του Εμπρός από την Αθήνα ενημέρωνε το χιακό κοινό ότι «Ο Συνασπισμός του ΕΑΜ σε διακοίνωσή του τονίζει ότι η Κυβερνητική διαβεβαίωση για επαλήθευση των εκλογικών καταλόγων ύστερα από την οποία το ΕΑΜ διέκοψε την αποχή, δεν εξεπληρώθη. Ο Νόμος για την επαλήθευση δεν εδημοσιεύθη γιατί ο Αντιβασιλεύς παρά τις τροποποιήσεις τις οποίες εκβιαστικά πέτυχε αρνείται να τον υπογράψει, δίνοντας έτσι μια ολοφάνερη πρόσθετη απόδειξη της συνεργασίας του με τα μοναρχοφασιστικά κόμματα. Ακόμα η αστυνομία, η χωροφυλακή, τα επισιτιστικά γραφεία, το υπουργείο Εσωτερικών παρεμποδίζουν συστηματικά την εγγραφή των πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους. Η τρομοκρατία δεν εμειώθη. Αντίθετα πήρε μεγαλύτερη έκταση και ένταση». Ο ανταποκριτής σημείωνε ότι η συμμετοχή θα κριθεί από το εάν θα πραγματοποιηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα συντελέσουν στη σύνταξη πραγματικά γνησίων καταλόγων και στη διεξαγωγή ελευθέρων, γνησίων και αδιάβλητων εκλογών[33]

Ακολούθησαν οι εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 που ήταν οι πρώτες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τη Γερμανική Κατοχή. Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα καθώς είχαν προηγηθεί τα «Δεκεμβριανά», η συμφωνία της Βάρκιζας και ήδη είχαν δημιουργηθεί ένοπλοι πυρήνες διωκόμενων Αριστερών.

Οι εκλογές της 31ης Μαρτίου χαρακτηρίστηκαν από ένταση και πόλωση. Η αποχή στο νησί ήταν πολύ μεγάλη, συνέπεια όχι μόνο της στάσεως του ΕΑΜ άλλα και της ελλιπούς συμπλήρωσης των εκλογικών καταλόγων. Από τους πέντε αντιπροσώπους που έστελνε η Χίος στην ελληνική Βουλή εξελέγησαν, τρεις από την «Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων», ένας από την «Εθνική Πολιτική Ένωση» και ένας από το «Κόμμα των Φιλελευθέρων».

Σε αυτές τις εκλογές, με καταγεγραμμένο πληθυσμό 83.202, ψήφισαν συνολικά στη Χίο 10.932. Η Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων έλαβε 6.847 ψήφους (Καρούσος 5.581, Πολεμίδης 3.561 και Ζολώτας 2.068) ο συνδυασμός της Πολιτικής Ενώσεως 2.064 ψήφους (Ασπιώτης 978, Χανιώτης 698, Μπουρνιάς 655) και ο συνδυασμός του κόμματος Φιλελευθέρων 1.610 ψήφους (Ροζάκης 1.610). Εξελέγησαν οι Πολεμίδης Ζολώτας και Καρούσος από την πρώτη κατανομή και από τη δεύτερη οι Ασπιώτης και Ροζάκης.

Λίγο καιρό μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου ο Νομάρχης αντικαταστάθηκε εκ νέου και τη θέση του πήρε ο Αντώνιος Σβώκος. Η άφιξή του σε συνδυασμό με την τοποθέτηση του, γνωστού για τα αντιεαμικά του φρονήματα, Παντελεήμονα Φωστείνη ως Μητροπολίτη Χίου υπήρξε καθοριστική στην πορεία της εξώθησης των εαμιτών στα άκρα καθώς οι πιέσεις προς τις οργανώσεις της Αριστεράς αύξαναν δραματικά.

Το Σεπτέμβριο του 1946 διεξήχθη το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, με το 55% των ψηφοφόρων στη Χίο να ζητά την επιστροφή του βασιλιά[34].

Παρά τα όσα ελάμβαναν χώρα εναντίον των Αριστερών οργανώσεων στη Χίο η Διακομματική του ΕΑΜ εξακολουθούσε να κάνει έκκληση για συμφιλίωση και επιζητούσε την ειρηνική συνύπαρξη με κάθε μέσο. Έτσι, μετά και από την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, ο Γραμματέας της οργάνωσης Ανδρέας Λοΐζος, μαζί με τον Σιδερή Κουβελά επισκέφθηκαν εκπροσώπους του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του Λαϊκού Κόμματος και του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τόσο από τις διπλωματικές απαντήσεις που έλαβαν κατά την πρώτη αυτή επίσημη συνάντηση, όσο και από τη συνέχεια που δόθηκε σ’ αυτές τις συναντήσεις, εύκολα διαπιστώνεται ευγενική απροθυμία για μια σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση των ανοικτών ζητημάτων που υπήρχαν στη Χίο[35].

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς ηθικής και οικονομικής εξάντλησης των Εαμιτών ήταν οι αλλεπάλληλες μηνύσεις και δίκες. Ο πλέον πρόσφορος νόμος ήταν ο 5060 περί Τύπου, με τις καταδικαστικές αποφάσεις και τις ποινές να αυστηροποιούνται ιδιαιτέρως μετά την υιοθέτηση του Γ’ ψηφίσματος. Συχνά οι δίκες αυτές αναβάλλονταν λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων κατηγορίας με συνεπακόλουθο την παρατεινόμενη κράτηση των κατηγορουμένων.

Στις 25 Αυγούστου ο Κώστας Παππάς, υπεύθυνος της εφημερίδας του ΕΑΜ Πρωτοπόρος συνελήφθη για πολλοστή φορά. Όμως η σύλληψή του ήταν ο προάγγελος μιας γενικότερης κινητοποίησης. Δύο μέρες μετά ο Πρωτοπόρος έγραφε «Χθες το βράδυ στην προκυμαία συνελήφθησαν από όργανα της ασφάλειας οι συν. Λοΐζος, Γιακουμής, Βατάκης. Κουβελάς, Μαύρος, Χαρτουλάρης και Μαγγανάς». Τα γεγονότα αυτά απετέλεσαν αφετηρία γενικευμένων εκκαθαριστικών διώξεων Εαμικών στελεχών[36].

Στα τέλη Αυγούστου συνήλθε η Διακομματική του ΕΑΜ όπου αποφασίστηκε η τήρηση των γραμμών συμφιλίωσης και εκτόνωσης της κρίσης στο νησί καλώντας όλα τα μέλη της καθώς και τον απλό λαό να συστρατευθούν προς αυτή την κατεύθυνση, παρά την εντεινόμενη τρομοκρατία και την καταστροφή γραφείων του κινήματος στις Οινούσσες.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1947 ανακοινώθηκε το σχέδιο «Λίμνες» στα πλαίσια της τρίτης ολομέλειας του ΚΚΕ. Το τοπικό όμως κίνημα παρέμενε πιστό στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου και συνέχιζε να προσπαθεί να επιτύχει συμφιλίωση στο νησί[37].

Όμως οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές και καθοριστικές για το ΕΑΜ Χίου. Στις 16 Οκτωβρίου, ο Πρωτοπόρος έγραφε: «Δικάζονται Στη Σύρα Οι Χιώτες Λαϊκοί Αγωνιστές.» Η παρατεταμένη φυλάκισή τους πυροδότησε ραγδαίες εξελίξεις οδηγώντας στη δημιουργία μιας νέας ηγετικής ομάδας, αποτελούμενης από τους, Βοριά, Ευαγγελινό και Μαυράκη που με την καθοδήγηση του Χαράλαμπου Κανόνη, Γραμματέα του ΚΚΕ Αιγαίου, ανέλαβαν την υλοποίηση των αποφάσεων της Γ’ Ολομέλειας στο νησί.

Και ενώ οι τρομοκρατικές ενέργειες συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, η εαμική πλευρά συνεχίζει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμφιλίωση σε τοπικό επίπεδο. Η νέα Διακομματική Επιτροπή του ΕΑΜ επισκέφθηκε στα τέλη Αυγούστου σημαίνοντα στελέχη των τριών κομμάτων που είχαν αξιόλογη λαϊκή στήριξη στη Χίο, από τους οποίους ζήτησε συνεργασία προκειμένου να μην εκτραχυνθεί η κατάσταση στο νησί[38].

Μνημείο αφιερωμένο στις οργανώσεις του ΕΑΜ στον εγκαταλειμμένο οικισμό της Κυδιάντας από όπου ξεκίνησαν οι πρώτες πράξεις του ολιγοήμερου Εμφυλίου της Χίου. Φώτο Μάρκος Λοΐζος, αρχείο Βασίλη Βουγιούκα

Την επομένη των συναντήσεων δημοσιοποιήθηκαν οι διαπιστώσεις της εν είδη πολιτικού διαγγέλματος που, πλέον, φανέρωναν την αλλαγή γραμμής την οποία η νέα ηγετική ομάδα του ΕΑΜ υιοθετούσε. Χαρακτηριστικά το άρθρο του Πρωτοπόρου γράφει:

Ο εμφύλιος πόλεμος που οι αντιλαϊκές δυνάμεις οργάνωσαν για την εξόντωση του λαού, μετά την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική χρεοκοπία του μοναρχοφασισμού και τη σύγχυση που έχει επικρατήσει μεταξύ τους, τείνει να μεταφερθεί και στο Νησί μας.

 Οι οργανώσεις μας αντιμετωπίζουν το νέο τρομοκρατικό όργιο με κατανόηση των επιδιωκομένων σκοπών και με την ψυχραιμία και αυτοθυσία που απαιτούν οι περιστάσεις.

Ολόκληρος ο Δημοκρατικός κόσμος του Νησιού μας αποδοκιμάζει τις ενέργειες αυτές (συλλήψεις-μπλόκα-τρομοκρατία), ξεχωρίζει με το ικανό πολιτικό του κριτήριο τους πραγματικά υπεύθυνους της δημιουργούμενης κατάστασης και είναι έτοιμος να θέσει φραγμό στα σχέδια αυτά που στρέφονται κατά της ησυχίας του τόπου.

[Η Διακομματική]:

Καλεί για μια ακόμη φορά τους πολιτικούς μας αντιπάλους να αντιληφθούν τις ευθύνες των απέναντι στο λαό και να κάνουν κάθε προσπάθεια για το σταμάτημα της σημερινής κατάστασης. Να ζητηθεί αμέσως η αποφυλάκιση των συλληφθέντων δημοκρατικών και να αποδοκιμαστούν οι σκηνοθετημένες εναντίων τους κατηγορίες. Να σταματήσει το όργιο της τρομοκρατίας κατά του δημοκρατικού λαού του Νησιού μας.

Καλεί ολόκληρο το δημοκρατικό λαό του Νησιού μας και τα δημοκρατικά του στελέχη […], να παρακολουθήσουν άγρυπνα την εξέλιξη της κατάστασης και να είναι έτοιμοι να την αντιμετωπίσουν ματαιώνοντας κάθε αντιλαϊκό μέτρο και υψώνοντας ακόμη πιο ψηλά τη σημαία της συμφιλίωσης και της ησυχίας του τόπου μας. [39]

Οι εκκλήσεις του ΕΑΜ πέφτουν στο κενό. Την επόμενη μέρα δημοσιεύονται δηλώσεις του νομάρχη Αντώνη Σβώκου, που καθιστούν σαφείς τους προσανατολισμούς και τις στοχεύσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα διοίκησης. Ο νομάρχης απειλεί ανοιχτά τους ήδη διωκόμενους Εαμίτες που εξωθούνται στην ένοπλη αντίσταση δηλώνοντάς τους ότι «αν συμβή […] να αποφασίσουν τον δρόμον προς τα όρη, να φροντίσουν προηγουμένως να προμηθευτούν μερικάς δωδεκάδας των γνωστού είδους εσωρούχων και να έχουν πάντοτε υπ’ όψιν ότι έχει πολλάς χαράδρας και περιβρέχεται από θάλασσα η Χίος, διότι δεν σκεπτόμεθα να μολύνωμεν τα νεκροταφεία όπου κοιμώνται ήσυχοι οι τεθνεώτες εις αυτά Χίοι δια να τους φιλοξενήσωμεν»[40].

Οι Αριστεροί του νησιού είχαν να διαλέξουν μεταξύ της αναμονής για τη σύλληψή τους, της ανοχής απέναντι στη βία από τα όργανα των αρχών εις βάρος τους ή της ένοπλης εξέγερσης.

Η κατάσταση στο νησί είναι οριακή, η Αριστερά έχει υπερβεί κάθε όριο αντοχής και πίεσης που μπορούσε να ανεχτεί και μετά τις καταλυτικές αλλαγές στις οποίες οι διώξεις την έχουν ωθήσει, πλέον η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ο αρθρογράφος της εθνικόφρονης εφημερίδας Πρόοδος, σχολιάζοντας την ανακοίνωση της διακομματικής του ΕΑΜ Χίου πιστεύει, ότι «το ΕΑΜ κάτι μαγειρεύει[41]» και εφιστά την προσοχή στις αρμόδιες αρχές.

Η οριστική και αμετάκλητη παύση της κυκλοφορίας των εαμικών εντύπων ήταν γεγονός. Μαζί μ’ αυτή και το τέλος κάθε νόμιμης λειτουργίας των τοπικών οργανώσεων στη Χίο.Ήταν επίσης και το τελικό έναυσμα για την έναρξη της εμφύλιας σύρραξης στη νήσο.

Τέλη του 1947 η εφημερίδα του ΕΑΜ Πρωτοπόρος θα τυπωθεί για ακόμη λίγο καιρό, σε πρόχειρο τυπογραφείο που είχε στηθεί σε υπόγεια δεξαμενή ύδρευσης στο Βροντάδο[42].

Η ένοπλη σύγκρουση άρχισε το Γενάρη του 1948 και διήρκησε περίπου τρεις μήνες. Η έλλειψη γνώσεων στρατηγικής των περισσοτέρων στελεχών που βγήκαν στο «βουνό» όσο και των ανύπαρκτων δομών υποστήριξης των ανταρτών στο χώρο της κεντρικής και βόρειας Χίου όπου έγιναν οι συγκρούσεις, υπήρξαν καταλυτικές για τις όποιες πιθανότητες είχε το όλο εγχείρημα. Όσοι εκ των ανταρτών δεν εκτελέστηκαν επί τόπου, μαζί με όσους βοήθησαν αλλήλους, 63 εν συνόλω, δικάστηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο στην Αθηνά στις 29 Ιουλίου του 1948. Το αποτέλεσμα για τους περισσότερους ήταν καταδικαστικό και 15 εκ των κατηγορουμένων εκτελέστηκαν[43].

Πρακτικό εκτέλεσης Χίων ΕΑΜιτών για τη συμμετοχή τους στις Εμφύλιες συγκρούσεις του νησιού, 20/8/1948, αρχείο Αρτέμιδος Βενέτου, αναδημοσίευση Βύρων Κατσόγιαννος.

 

Ο Βασίλης Βουγιούκας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
του Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο βασίζεται στη Διδακτορική Διατριβή «Από Τον Στόχο Της «Συμφιλίωσης» Στην Ένοπλη Αναμέτρηση ΕΑΜ Χίου (1943 – 1948) Οργανώσεις, έντυπα και δικαστικές υποθέσεις», Αθήνα, Μάιος 2011, Πάντειο Πανεπιστήμιο. https://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/34900

[2] Ζολώτας Γ., Ιστορία της Χίου, Σακελλαρίου, Αθήνα 1921, Τόμος Α, σελ. 545-547.

[3] Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[4] Παντελής Κοκκάλης, «Εκλογικά Χίου», Χιακή Επιθεώρησις, τχ. 37, Αθήνα 1975, σελ. 33 – 41.

[5] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 65-87.

[6] Πρωτοπόρος, 16 Σεπτεμβρίου 1944, «Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ».

[7] Ό.π., 23 Σεπτεμβρίου 1944, «Η Νομαρχιακή Επιτροπή Επισιτισμού & Κοινωνικής Πρόνοιας».

[8] Ελευθέρα Χίος, Χιακή Εφημερίς Λαϊκών Δημοκρατικών Αρχών, «Η Διαδήλωσις» 16 Σεπτεμβρίου 1944

[9] Ό.π., 18 Οκτωβρίου 1944, «Ανακοίνωσις».

[10] Εμπρός, 30 Νοεμβρίου 1944, «ο νομάρχης Χίου μιλάει στο «Εμπρός»».

[11] Πρωτοπόρος, 5 Δεκεμβρίου 1944, Εμπρός, 8 Δεκεμβρίου 1944, «Οι εργαζόμενοι της Χίου κατέβηκαν σε 24ωρη απεργία».

[12] Ημερήσια Χιακή Εφημερίς

[13] Εμπρός, 13 Δεκεμβρίου 1944, «Μερικοί Χιώτες πατριδοκάπηλοι και ο χιακός λαός».

[14] Ό.π., 22 Δεκεμβρίου 1944 «Οι ενέργειες του εργαζομένου κόσμου για την απελευθέρωση των συναγωνιστών Ζαΐμη και Σοφούλη».

[15] Πρωτοπόρος, 10 Ιανουαρίου 1945, «Μαυραγορίτικη ένωση Χίου».

[16] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1945, «Το κράτος του νομού και της τάξης […]».

[17] Ό.π., 6 Μαρτίου 1945, «Η νομαρχιακή επιτροπή ΕΑΜ στον Γενικό Διοικητή»

[18] Πρωτοπόρος, 7 Μαρτίου 1945, «Το «συμφιλιωτικό πρόγραμμα» του κ. Γενικού Διοικητού κατάντησε μια θλιβερή κωμωδία […]»

[19] Ό.π., 28 Μαρτίου 1945, «Μια νέα παρανομία […]».

[20] Εμπρός, 3 Απριλίου 1945, «Οι κρατούμενοι συνεχίζουν ηρωικά την απεργία πείνας ολόκληρο το νησί πάλλεται από συγκίνηση και αγανάχτηση […]»

[21] Στρατιώτες που εντάχθηκαν στα κινήματα της Αριστεράς κατά τη συμμετοχή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και φυλακίστηκαν από τους Βρετανούς λόγω της συμμετοχής τους σε στασιαστικά κινήματα.

[22] Πρωτοπόρος, 9 Μαΐου 1945, «Το ΕΑΜ Χίου χαιρετίζει τους αντιφασιστές αγωνιστές Μ. Ανατολής».

[23] Ό.π., 10 Ιουνίου 1945, «Αντί να συλληφθούν οι δράστες ξαπολύθηκε τρομοκρατία και άρχισε το ανθρωπομάζεμα».

[24] Ό.π., 18 Σεπτεμβρίου 1945, «Νίκες του ΕΡΓ.Α.Σ.»

[25] Εμπρός, 26 Σεπτεμβρίου 1945, «Το φως της αληθείας […]».

[26] Ό.π., 10 Οκτωβρίου 1945, «Τρομοκρατική επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ».

[27] Πρωτοπόρος, 18 Δεκεμβρίου 1945 «Μισό χρόνο προφυλακισμένοι από πολιτικό και αντεθνικό πάθος».

[28] Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, 4 Μαΐου 1946, Αριθ. 82 και 83. Αρχείο Εφετείου Αιγαίου.

[29] Πρωτοπόρος, 15 Ιανουαρίου 1946, «Ένα δείγμα λαϊκής αυτοάμυνας».

[30] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι».

[31] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι», «Να συλληφθούν οι δολοφόνοι», «Δικαιοσύνη! Ισοπολιτεία!».

[32] Πρωτοπόρος, 29 Ιανουαρίου 1946, «Έφτασε ο νέος Νομάρχης».

[33] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1946, «Το ΕΑΜ θα απόσχει από νόθες εκλογές».

[34]  Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[35] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 285.

[36] Ό.π., σελ. 292 – 294.

[37] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της Διακομματικής Επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[38] Πρωτοπόρος, 2 Σεπτεμβρίου 1947 «Τι έκαμε η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου για τη συμφιλίωση»,

[39] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της διακομματικής επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[40] Πρόοδος, 1 Σεπτεμβρίου 1947 «Ανακοίνωσις».

[41]Ο.π, 7 Νοεμβρίου 1947, «Προσοχή»

[42] Πριόβολος Γ., Στοιχεία από το περιθώριο της ιστορίας, Αιγαίας, Χίος 2009 σελ. 159-160.

[43] Η Πρόοδος, 17 Αυγούστου 1948, «Οι αναρχοκομμουνισταί Χίου εις το εδώλιον […]».

Γιάννης Μουρέλος: 20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

Πενήντα χρόνια από τότε

 Γιάννης Μουρέλος

20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

 

Πριν από πενήντα χρόνια, στις 20:18:04 UTC (Coordinated Universal Time – Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα) της 20ής Ιουλίου 1969 (πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 21ης Ιουλίου στη χώρα μας), ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη. Με την ανάσα κομμένη και πλημυρισμένη από συγκίνηση και δέος, η υφήλιος σύσσωμη παρακολούθησε σε απευθείας μετάδοση την προσελήνωση και, λίγες ώρες αργότερα, τα πρώτα βήματα επάνω στον δορυφόρο της Γης. Επρόκειτο για μια από τις λίγες εκείνες στιγμές, που τα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας φάνταζαν τόσο “γήινα”, σχεδόν ασήμαντα, συγκρινόμενα με το μέγεθος του άθλου, ο οποίος μόλις είχε συντελεστεί. Μια συναρπαστική ιστορική συγκυρία, που ξεπερνούσε και την πιο δημιουργική φαντασία.

Κι όμως, δίχως τη συνδρομή της φαντασίας, θα ήταν αδύνατη η πραγμάτωσή της. “By believing in his dreams, man turns them into reality” (“Με το να πιστεύει στα όνειρά του, ο άνθρωπος τα μετατρέπει σε πραγματικότητα”). Με αυτή τη φράση, ο Georges Remi (Hergé), ο Βέλγος εμπνευστής της δημοφιλούς σειράς των κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, αφιέρωσε ένα ειδικό σκίτσο, το οποίο προσέφερε στον αστροναύτη Neil Armstrong, μετά την επιστροφή του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στη Γη. Έχοντας στείλει τους δικούς του ήρωες στη Σελήνη από το 1950 ήδη, ο Hergé τους εμφανίζει να καλωσορίζουν έναν εμβρόντητο Αμερικανό αστροναύτη, μόλις εκείνος πάτησε το πόδι του, 19 χρόνια αργότερα, στην επιφάνεια της τελευταίας.

Ο μύθος της κατάκτησης της Σελήνης διαθέτει καταβολές στο μακρινό παρελθόν. Από τον 17ο αιώνα κυκλοφορούσαν δημοσιεύματα, αποκυήματα της πλέον δημιουργικής φαντασίας, τα οποία περιέγραφαν τις πιο εξωπραγματικές εποποιΐες στο δρόμο προς τη Σελήνη. Χρειάστηκε, ωστόσο, να φτάσουμε στο έτος 1865, οπότε, με την κυκλοφορία του περίφημου έργου του Jules Verne Από τη Γη στη Σελήνη (De la Terre à la Lune), όνειρα και προσδοκίες απόκτησαν μια επιστημονική βαρύτητα.

O Jules Verne (1828-1905) και το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του διηγήματός του.

Στην τροχιά του Jules Verne κινήθηκε ολόκληρη σειρά από μυθιστορήματα με παρεμφερές περιεχόμενο, με γνωστότερο εκείνο του H. G. Wells The First Men in the Moon (1901). Η ανακάλυψη του κινηματογράφου, λίγο αργότερα, προσέδωσε νέα ώθηση, καθώς επέτρεψε στην ανθρώπινη φαντασία να εκφραστεί μέσω της κινούμενης εικόνας, εντυπωσιάζοντας το ούτως ή άλλως συνεπαρμένο από τη γνωριμία με την έβδομη τέχνη, κοινό της εποχής. Η πρωτοπόρος ταινία του Georges Méliès Le voyage dans la Lune (Το ταξίδι στη Σελήνη) το 1902 και εκείνη του Fritz Lang Frau im Mond (Γυναίκα στη Σελήνη) το 1928, αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.

Georges Méliès, Le Voyage dans la Lune [1902] – Διάρκεια 13΄56

 

Σκίτσο του Georges Méliès, σήμα κατατεθέν της ταινίας του (αριστερά) και η αφίσα του έργου του Fritz Lang (δεξιά).

Έκτοτε, η κατάσταση έργων (κινηματογραφικών και μη), σχετικών με την κατάκτηση του Διαστήματος, είναι μακροσκελής. Θα επικεντρώσουμε σε μία, μόνο, περίπτωση. Τον Ιούνιο του 1968, δεκατρείς, μόλις, μήνες πριν από την αποστολή του διαστημοπλοίου Απολλων 11 στη Σελήνη, προβλήθηκε στις αίθουσες μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία του κινηματογράφου. Ο λόγος για το περίφημο 2001: A Space Odyssey, του σκηνοθέτη Stanley Kubrick, με σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Arthur C. Clarke με τίτλο The Sentinel. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικών, σχεδόν, διαστάσεων στοχασμό επάνω στην ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους μέσα στο χρόνο, επάνω στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που αυτή επιφέρει, στη ζωή και στον θάνατο, τέλος, επάνω στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωγήϊνης ζωής. Η ανθρώπινη άβυσσος, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, φαντάζει εξίσου πολύπλοκη και αινιγματική με την αντίστοιχη συμπαντική. Οι διάφοροι πολιτισμοί υπάγονται στο τρίπτυχο-τετράπτυχο του βιολογικού κύκλου (γέννηση, εξέλιξη-άνθιση, παρακμή-θάνατος και εκ νέου γέννηση). Η δε ανθρώπινη νοημοσύνη υποσκελίζεται από τη δική της επινόηση, την τεχνητή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος πληρώνει, με τον τρόπο αυτό, το τίμημα της υπέρμετρης αλαζονείας του: η αρχαία ελληνική ύβρις σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας. Για πολλούς, η χρονική γειτνίαση της προβολής της συγκεκριμένης κινηματογραφικής ταινίας με την κατάκτηση της Σελήνης, ερμηνεύτηκε ως ψυχολογική προπαρασκευή του ευρέως κοινού, ενόψει του κοσμογονικού γεγονότος, που το τελευταίο έμελλε σύντομα να βιώσει.

 

2001: A Space Odyssey – Trailer [1968] HD

Οι καταβολές της αποστολής  Απόλλων 11

Οι καταβολές της αποστολής Απόλλων 11 ανέρχονται στη δημόσια δήλωση του προέδρου John F. Kennedy στις 25 Μαΐου 1961, σύμφωνα με την οποία, οι ΗΠΑ θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν, έως το τέλος της ίδιας δεκαετίας, μια επανδρωμένη πτήση στη Σελήνη, με ασφαλή επάνοδο του πληρώματος στη Γη. Ωστόσο, τίποτα δεν προεξοφλούσε πως η δημόσια αυτή δέσμευση πληρούσε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορέσει να μετουσιωθεί σε πράξη. Η δήλωση είχε γίνει εν είδει ενίσχυσης του κύρους και τόνωσης του ηθικού, στο πλαίσιο ενός ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού εντυπώσεων, όπου οι ΗΠΑ βρίσκονταν συνεχώς σε ελάσσονα μοίρα. Οι Σοβιετικοί είχαν πιστωθεί έως τότε τις πιο σημαντικές επιτυχίες: αποστολή του πρώτου τεχνητού δορυφόρου Sputnik 1 τον Οκτώβριο του 1957 και την πρώτη περιστροφή της Γης από τον κοσμοναύτη Yuri Gagarin στις 12 Απριλίου 1961, έναν, μόλις, μήνα πριν από τη δημόσια δέσμευση του Kennedy. Βέβαια, η σχεδίαση από τον Γερμανό αστροφυσικό Werner von Braun  του πυραύλου Saturn V (Κρόνος 5), επιφορτισμένου με την εκτόξευση του διαστημοπλοίου, είχε ξεκινήσει από το 1959, προτού καν ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαγγείλει το φιλόδοξο πρόγραμμά του για την κατάκτηση της Σελήνης. Όμως, ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς και το μέλλον αβέβαιο.

Ο J.F.Kennedy και ο Γερμανός αστροφυσικός Werner von Braun (“πατέρας” του πυραύλου Κρόνος – Saturn) δίπλα σε ένα ομοίωμα του πυραύλου στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Τον Μάϊο του 1961, οι Αμερικανοί έστειλαν τον πρώτο δικό τους αστροναύτη στο Διάστημα (Alan Shepard) με μια πτήση διάρκειας 15, μόλις, λεπτών της ώρας. Οι Σοβιετικοί απάντησαν τον Ιούνιο του 1963 με την πρώτη γυναίκα κοσμοναύτη (Valentina Tereshkova). Στις 18 Μαρτίου του 1965, η ΕΣΣΔ απέκτησε ένα επιπρόσθετο σημαντικό προβάδισμα. Εκείνο του πρώτου περιπάτου στο Διάστημα, έξω από το διαστημόπλοιο (Alexeï Leonov). Ανάμεσα στα έτη 1961 και 1966, οι ΗΠΑ είχαν ενεργοποιήσει το πρόγραμμα Gemini (Δίδυμοι), με πλήρωμα δυο ατόμων σε κάθε αποστολή. Επρόκειτο για μια σειρά πτήσεων εντός της περιγήινης τροχιάς (low Earth orbit – LEO) με ανώτατο ύψος τα 2.000 χιλιόμετρα. Η επιτάχυνση σε αυτό το ύψος είναι μεγαλύτερη εξαιτίας της μειωμένης έλξης. Παράλληλα, το πρόγραμμα Gemini προσέφερε πολύτιμη τεχνογνωσία σε θέματα μακροχρόνιας παραμονής στο Διάστημα κάτω από συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Μόνο μέσα στη διετία 1965-1966, οι Αμερικανοί εκτόξευσαν δέκα Geminis, αποδεικνύοντας πως είχαν επιδοθεί σε μια συστηματική προσπάθεια υποδομής στην όλη πορεία προς την κατάκτηση της Σελήνης.

Το πρόγραμμα Απόλλων ήταν το τρίτο επανδρωμένο διαστημικό πρόγραμμα της NΑSA (National Aeronautics and Space AdministrationΕθνική Υπηρεσία Αεροναυπηγικής και Διαστήματος) έπειτα από τα προγράμματα Mercury και Gemini. Σκοπός του ήταν η επανδρωμένη εξερεύνηση της Σελήνης. Πρόκειται για το πρώτο (και μοναδικό μέχρι στιγμής) πρόγραμμα, το οποίο  έστειλε αστροναύτες πέρα από την περιγήινη τροχιά. Γενικότερα, το πρόγραμμα πέτυχε σημαντικές πρωτιές στην εξερεύνηση του Διαστήματος.  Η πρόοδος που επιτελέσθηκε σε διάστημα μικρότερο μιας δεκαετίας (έως την τελευταία αποστολή του Απόλλων 17 τον Δεκέμβριο του 1972), είναι ενδεικτική της ιλιγγιώδους εξέλιξης της αστροναυτικής κατά τη συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο. Χάρη στο πρόγραμμα Απόλλων επήλθε πραγματική επανάσταση στην υλικοτεχνική υποδομή για την εξερεύνηση του Διαστήματος καθώς και σε πληθώρα τεχνολογικών και επιστημονικών επιμέρους κλάδων, όπως η πυραυλική, οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική και τα ηλεκτρονικά συστήματα. Συνολικά 12 αστροναύτες περπάτησαν στην επιφάνεια της Σελήνης. Στο πρόγραμμα υπήρχε πρόβλεψη και υλικό για αποστολές επιπρόσθετων επανδρωμένων διαστημοπλοίων, οι οποίες, όμως, ακυρώθηκαν λόγω περικοπών. Το επιπλέον υλικό αξιοποιήθηκε στα πλαίσια του Apollo Applications Program για την δημιουργία και υποστήριξη του πρώτου αμερικανικού διαστημικού σταθμού Skylab.

Όλα ξεκίνησαν, ωστόσο, με μια τραγωδία, που λίγο έλλειψε να στοιχειώσει το πρόγραμμα ολάκερο. Στις 27 Ιανουαρίου 1967, το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1 κάηκε ζωντανό μέσα στον θάλαμο του πιλοτηρίου, από ανεξέλεγκτη πυρκαγιά, που ξέσπασε στο πλαίσιο δοκιμών ενόψει της προγραμματισμένης για τις 21 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους εκτόξευσης. Μια δεύτερη τραγωδία αποφεύχθηκε in extremis τον Απρίλιο του 1970, όταν, ύστερα από μηχανική βλάβη, το πλήρωμα του Απόλλων 13 επανήλθε με δυσκολία στη Γη, δίχως να έχει καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο της αποστολής, που ήταν η προσελήνωση. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ είχε θρηνήσει δυο δικά της θύματα, στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος. Στις 24 Απριλίου 1967, το διαστημόπλοιο Soyuz 1 συνετρίβη κατά την επιστροφή του στη Γη. Αιτία του δυστυχήματος ήταν τα επιβραδυντικά αλεξίπτωτα, τα οποία δεν λειτούργησαν. Ο κοσμοναύτης Vladimir Komarov βρήκε ακαριαίο θάνατο. Στις 27 Μαρτίου 1968, ο Yuri Gagarin, ο πρώτος κοσμοναύτης που είχε σταλεί στο διάστημα, έχασε τη ζωή του σε κοινό αεροπορικό ατύχημα. Πραγματική ειρωνία της τύχης…

Η πρώτη επανδρωμένη πτήση του προγράμματος Απόλλων, η οποία εισήλθε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη ήταν η υπ αριθμόν 8, τον Δεκέμβριο του 1968. Πέντε μήνες αργότερα, η πτήση υπ αριθμόν 10 συνιστούσε γενική δοκιμή. Εφαρμόστηκε ολόκληρη η διαδικασία της αποστολής, πλην εκείνης της τελικής προσελήνωσης. Το διαστημόπλοιο μπήκε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη, η σεληνάκατος αποχωρίστηκε από τον κυρίως θάλαμο και έφτασε σε απόσταση 15 χλμ. από την σεληνιακή επιφάνεια. Όλα ήταν πλέον έτοιμα για το τολμηρό εγχείρημα.

Η κατάκτηση της Σελήνης

Η επιλογή του πληρώματος για το πρώτο ταξίδι του ανθρώπου στη Σελήνη υπήρξε, ουσιαστικά, τυχαία. Το πλήρωμα του κάθε Απόλλων είχε καθοριστεί από το 1967 και το ποια αποστολή θα ήταν η πρώτη που θα πραγματοποιούσε προσελήνωση εξηρτάτο απόλυτα από την πορεία των δοκιμών. Σχεδόν μέχρι τέλους δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα για το εάν το εγχείρημα θα αναλάμβανε το Απόλλων 11 ή το αμέσως επόμενο στη σειρά. Τελικά, αποφασίστηκε ότι με τις εννέα πτήσεις επανδρωμένων και μη διαστημοπλοίων, που ακολούθησαν την καταστροφή του Απόλλων 1, δεν απέμενε πλέον τίποτα πέραν από την ίδια την προσελήνωση. Ο κλήρος είχε πέσει στο Απόλλων 11 και το τριμελές πλήρωμά του.

Το λογότυπο της αποστολής Απόλλων 11. Συμβολική είναι η κεντρική παρουσία του αετού, εμβλήματος της ισχύος των ΗΠΑ, καθώς Αετός (Eagle) ονομάστηκε σκοπίμως και η άκατος που μετέφερε τους δυο αστροναύτες από το διαστημόπλοιο στην επιφάνεια της Σελήνης.

Το σύμπλεγμα, το οποίο εκτοξεύτηκε στις 16 Ιουλίου 1969 από το ακρωτήριο Kennedy (σήμερα Canaveral) της Φλόριντα, απάρτιζαν δυο μέρη: 1) Ο πύραυλος Κρόνος 5, ύψους 111 μέτρων (όσο ένας ουρανοξύστης τριάντα και πλέον ορόφων), βάρους οκτώ χιλιάδων τόννων και μεγίστης ισχύος 32 χιλιάδων τόννων. Ο συγκεκριμένος πύραυλος αποδείχθηκε όχι μόνο αποτελεσματικός, αλλά και απόλυτα αξιόπιστος, πραγματοποιώντας το σύνολο των αποστολών του χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα. 2) Το διαστημικό σκάφος Απόλλων με τρία μέρη: α) ένα όχημα διακυβέρνησης (Command Module – CM) με θάλαμο για τους τρεις αστροναύτες, το μόνο μέρος που επέστρεψε στη Γη, β) ένα σκάφος υποστήριξης (Service Module – SM), το οποίο εφοδίαζε το όχημα διακυβέρνησης με πρόωση, ηλεκτρική ενέργεια, οξυγόνο και νερό, και γ) τη σεληνάκατο (Lunar Module – LM), που είχε δύο επίπεδα -ένα χαμηλότερο για την προσελήνωση και ένα υπερκείμενο, προορισμένο να θέσει τους αστροναύτες πίσω σε σεληνιακή τροχιά. Για το όχημα διακυβέρνησης επιλέχθηκε το όνομα Columbia, το οποίο παρέπεμπε ευθέως στο Columbiad, το γιγάντιο πυροβόλο, μέσω του οποίου εκτοξεύτηκε το 1865, με βάση το μυθιστόρημα του Jules Verne επίσης από την Φλόριντα, το διαστημόπλοιο με προορισμό τη Σελήνη. Το κωνικό όχημα διακυβέρνησης αποτελούσε την κορωνίδα μίας σύντομης αλλά δραματικής εξελικτικής διαδικασίας, καθώς έπειτα από το δυστύχημα του Απόλλων 1, η NASA πραγματοποίησε 1.800 και πλέον τροποποιήσεις στον αρχικό σχεδιασμό, με αποκλειστικό σκοπό να αυξήσει την ασφάλειά του. Πίσω από το όχημα διακυβέρνησης βρισκόταν το κυλινδρικό όχημα που περιείχε τον κύριο κινητήρα, τους σταυροειδείς κινητήρες ελιγμών και τα καύσιμά τους.

Το όχημα διακυβέρνησης Columbia του Απόλλων 11 μεταφέρεται στον χώρο της εκτόξευσης.

Όσο για τη σεληνάκατο, το όχημα με το οποίο θα γινόταν η προσελήνωση, επρόκειτο για ένα πραγματικό τεχνολογικό επίτευγμα.  Το κυρίως διαστημόπλοιο θα έμπαινε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, από όπου θα απελευθερωνόταν το όχημα προσελήνωσης, μια «λάντζα» του Διαστήματος που θα έφτανε στην επιφάνεια με το πλήρωμα, θα επέστρεφε στο διαστημόπλοιο και στη συνέχεια θα παρέμενε στο Διάστημα. Πέραν πάσης αμφιβολίας επρόκειτο για την οικονομικότερη λύση, καθώς μείωνε δραστικά τον συνολικό όγκο του διαστημοπλοίου, άρα και τις ανάγκες του σε καύσιμα.Το όχημα προσελήνωσης Eagle (Αετός) θα ήταν έτσι και το πρώτο γνήσιο διαστημόπλοιο, ένα όχημα ολοσχερώς απαλλαγμένο από τους αεροδυναμικούς περιορισμούς της διέλευσης από την ατμόσφαιρα της Γης. Η σεληνάκατος δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ιπτάμενο όχημα. Για την ακρίβεια θύμιζε έντονα έντομο. Μοναδικός περιορισμός ήταν το βάρος, καθώς, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της NASA, κάθε τόννος βάρους απαιτούσε για την εκτόξευσή του τρεις τόννους καυσίμων. Έτσι το περίβλημά του λειάνθηκε με ειδικά οξέα για να φθάσει τελικά να έχει το πάχος πιστωτικής κάρτας. Στην επιφάνειά του συνδέθηκε με ειδικούς γυάλινους συνδετήρες ένα δεύτερο ειδικό στρώμα συνθετικού μονωτικού και εξωτερικά το τελικό αλουμινένιο κέλυφος, που προστάτευε όχημα και πλήρωμα από τους μικρομετεωρίτες. Τα δύο αυτά εξωτερικά στρώματα είχαν συνολικό πάχος μερικών χιλιοστών του εκατοστομέτρου. Η σεληνάκατος περιλάμβανε, στην ουσία, δύο τμήματα. Το κύριο σκάφος, το οποίο αποτελούσε τον θαλαμίσκο του πληρώματος και έφερε τον κινητήρα ανόδου, και τη βάση, που έφερε τον κινητήρα καθόδου και τα τέσσερα πόδια της. Με την ολοκλήρωση της αποστολής επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης, η βάση μετατρεπόταν ουσιαστικά σε εξέδρα εκτόξευσης του θαλαμίσκου για το σύντομο ταξίδι του μέχρι το όχημα διακυβέρνησης, που θα μετέφερε το πλήρωμα πίσω στη Γη, κατά την τελευταία φάση της αποστολής.

Διάγραμμα όπου απεικονίζεται το σύμπλεγμα CSM-LM.

Τον Νοέμβριο του 1967, η NASA ανακοίνωσε τη σύνθεση του πληρώματος. Αρχηγός της αποστολής θα αναλάμβανε ο Neil Armstrong. O Jim Lovell θα ήταν ο κυβερνήτης του οχήματος διακυβέρνησης και ο Buzz Aldrin ο κυβερνήτης της σεληνακάτου. Οι δυο τελευταίοι είχαν επανδρώσει στο παρελθόν το διαστημόπλοιο Gemini 12 και γνωρίζονταν καλά. Οι Armstrong, Lovell και Aldrin είχαν οριστεί ως αναπληρωματικό πλήρωμα του Απόλλων 8. Με αυτή την ιδιότητα, ο Lovell αντικατέστησε τότε το τακτικό μέλος, Michael Collins, εξαιτίας ενός αναπάντεχου προβλήματος υγείας. Κατόπιν τούτου και σύμφωνα με το σύστημα κυκλικής εναλλαγής, το οποίο είχε υιοθετήσει η NASA, ο Collins αναγορεύτηκε σε τακτικό μέλος του πληρώματος της αποστολής Απόλλων 11, έχοντας ως αντικαταστάτη πλέον τον Lovell. Η ατυχία του Jim Lovell συνεχίστηκε. Έχοντας οριστεί αρχηγός της αποστολής  Απόλλων 13, επέστρεψε στη Γη δίχως να έχει εκπληρώσει τον αντικειμενικό του στόχο, έπειτα από μια δραματική πτήση, που λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε τραγωδία. Έτσι, υπήρξε ο μοναδικός αστροναύτης, ο οποίος εισήλθε δυο φορές σε σεληνιακή τροχιά (Απόλλων 8 και Απόλλων 13), αλλά που δεν κατάφερε, τελικά, να πατήσει επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης.

Η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε στις 9:32 π.μ. (τοπική ώρα) της 16ης Ιουλίου 1969. Μέσα στο όχημα διακυβέρνησης Columbia η αίσθηση της κίνησης ήταν αρχικά ανεπαίσθητη, ενώ η θέα από τις θυρίδες του μηδαμινή λόγω του ικριώματος του πυραύλου διάσωσης που, σε περίπτωση βλάβης του πυραύλου-φορέα, θα αποσπούσε το θαλαμίσκο σώζοντας τη ζωή του πληρώματος. Σε ύψος 100 χιλιομέτρων, όταν ήταν πλέον άχρηστος, ο πύραυλος διάσωσης αποσπάστηκε.Οι δύο επόμενες ώρες κύλησαν με το πλήρωμα να ελέγχει προσεκτικά όλα τα συστήματα του διαστημοπλοίου. Στη συνέχεια, ο τρίτος όροφος του Saturn V πυροδοτήθηκε για τελευταία φορά για να σπρώξει το Απόλλων 11 προς τον στόχο του, το δυτικό άκρο της Θάλασσας της Ηρεμίας, που μόλις διακρινόταν, λίγο πιο δεξιά από το κέντρο της Σελήνης. Λίγο αργότερα, το πλήρωμα απέσπασε το όχημα διακυβέρνησης από τον πύραυλο, το περιέστρεψε και το συνέδεσε με τη σεληνάκατο. Στη συνέχεια το συγκρότημα άρχισε τον διάπλου του σκοτεινού κενού που χωρίζει τη Γη από τον δορυφόρο της, περιστρεφόμενο αργά γύρω από τον άξονά του ώστε να μοιράζεται ισομερώς η ηλιακή θερμότητα στην επιφάνειά του.

Το πλήρωμα του Απόλλων 11 κατά την συνέντευξη Τύπου, η οποία προηγήθηκε της εκτόξευσης: Buzz Aldrin (αριστερά), Neil Armstrong (στο μέσο) και Michael Collins (δεξιά).

Στις 17:21:50 UTC της 19ης Ιουλίου, το διαστημόπλοιο πέρασε στην αθέατη πλευρά της Σελήνης με αποτέλεσμα να διακοπούν οι επικοινωνίες με το κέντρο ελέγχου της NASA στο Χιούστον του Τέξας. Ήταν η στιγμή που ενεργοποιήθηκε το σύστημα πρόωσης, προκειμένου να εισέλθει σε σεληνιακή τροχιά. Στη διάρκεια των επομένων περιστροφών γύρω από τον δορυφόρο της Γης, οι αστροναύτες είχαν κατ επανάληψη οπτική επαφή με το σημείο της επικείμενης προσελήνωσης. Η Θάλασσα της Ηρεμίας (Mare Tranquilitatis), 19 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του κρατήρα Sabine D, είχε συγκεντρώσει την προτίμηση της NASA, ως σημείο για την προσελήνωση, εξαιτίας του επίπεδου εδάφους και της λείας επιφάνειας. Χάρη στα δυο παραπάνω χαρακτηριστικά, εθεωρείτο ασφαλής περιοχή, τόσο για μια ομαλή προσελήνωση, όσο και για μια απρόσκοπτη δραστηριότητα των δυο αστροναυτών έξω από τη σεληνάκατο, κυρίως σε επίπεδο συλλογής δειγμάτων. Κατά τη διάρκεια της δέκατης περιστροφής τους στην τροχιά της Σελήνης, οι Armstrong και Aldrin εγκατέλειψαν το Columbia και επιβιβάστηκαν στο Eagle. Δύο ακόμα περιστροφές πέρασαν πρoτού οι αστροναύτες αποσυνδέσουν τα δύο οχήματα και πυροδοτήσουν τους κινητήρες του Eagle για την κάθοδο στα 16.000 μέτρα. Στο ύψος αυτό ο κινητήρας πυροδοτήθηκε εκ νέου και, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα παρέμενε σε λειτουργία μέχρι την προσελήνωση. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια προειδοποιητική λυχνία άρχισε να αναβοσβήνει στον πίνακα ελέγχου της σεληνακάτου: «Επικείμενη υπερφόρτιση του υπολογιστή». Το κέντρο ελέγχου αποφάσισε τη συνέχιση της καθόδου. Τα προβλήματα, ωστόσο, δεν σταμάτησαν. Ενώ το Eagle πετούσε μόλις 60 μέτρα από την επιφάνεια της Σελήνης, ο Armstrong αντιλήφθηκε ότι ο υπολογιστής το οδηγούσε προς ένα σημείο γεμάτο βράχους. Πέραν της πιθανότητας σοβαρής βλάβης του οχήματος από πρόσκρουση σε αυτούς, θα προέκυπτε και δεύτερο πρόβλημα: εάν δεν εφάπτετο με την επιφάνεια της Σελήνης σχεδόν απόλυτα κάθετα, η αποκόλληση θα ήταν αδύνατη και οι δύο αστροναύτες θα παρέμεναν για πάντα εκεί. Ο Armstrong ανέλαβε ο ίδιος τη διοίκηση, για να οδηγήσει το σκάφος σε ομαλό έδαφος. Τα καύσιμα, όμως, ήταν λιγοστά και δεν είχε παρά δύο μόνο λεπτά στη διάθεσή του. Τελικά, η άκατος προσεληνώθηκε ομαλά, αν και τα καύσιμα που απέμεναν δεν αρκούσαν παρά για λιγότερα από 30 δευτερόλεπτα επιπλέον πτήσης. Στο Χιούστον ακούστηκε καθαρά η φωνή του Armstrong: «Χιούστον, εδώ Βάση Ηρεμίας, το Eagle έχει προσεδαφιστεί» («Houston, Tranquility Base here. The Eagle has landed«). Στη Φλόριντα, η ώρα ήταν 16:18 (20:18:04 UTC) της 20ής Ιουλίου του 1969 όταν ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη.

Στις 02:51 UTC της Δευτέρας 21 Ιουλίου, ο Neil Armstrong άρχισε να κατεβαίνει με αργές κινήσεις τα εννέα σκαλιά, που χώριζαν την καταπακτή της σεληνακάτου από το έδαφος. Στις 2:56:15 UTC, πάτησε το πόδι του στη Σελήνη, λέγοντας: «Είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα» («That’s one small step for [a] man, one giant leap for mankind«). Τα λόγια αυτά σημάδεψαν για πάντα ένα κορυφαίο γεγονός στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Η πρώτη πράξη του Armstrong ήταν να συλλέξει δείγματα σεληνιακού βράχου και να τα αποθηκεύσει στη σεληνάκατο, για την περίπτωση που κάποια απροσδόκητη επιπλοκή επέβαλλε την ταχύτατη εγκατάλειψη της Σελήνης. Περί τα είκοσι λεπτά αργότερα, στην επιφάνεια πάτησε και ο Aldrin. Oι δύο αστροναύτες, αφού πειραματίστηκαν για λίγο με τη σεληνιακή βαρύτητα (ο Armstrong δήλωσε αργότερα πως η πραγματικότητα του φάνηκε ευκολότερη από την εκπαίδευση σε συνθήκες προσομοίωσης),  εγκατέστησαν την τηλεοπτική κάμερα που θα αναμετέδιδε κάθε κίνησή τους και που ήταν προορισμένη να παραμείνει για πάντα επιτόπου μετά την αναχώρησή τους, έχοντας προηγουμένως καταγράψει και μεταδώσει στη Γη την αποκόλληση της σεληνακάτου. Λίγο αργότερα, ακολούθησε τηλεφωνική σύνδεση με το οβάλ γραφείο, από όπου ο πρόεδρος Richard Nixon είχε σύντομη συνομιλία με τους δυο αστρονναύτες, χαρακτηρίζοντας την κλήση ως το κορυφαίο ιστορικό τηλεφώνημα με προέλευση τον Λευκό Οίκο.

 

 Apollo 11 Astronauts Talk With Richard Nixon From the Surface of the Moon – AT&T Archives

Στην επιφάνεια της Σελήνης τοποθετήθηκαν μια σημαία των ΗΠΑ, ένας δίσκος από σιλικόνη με καταγεγραμμένα μηνύματα από 72 αρχηγούς κρατών και τον Πάπα, καθώς και τα παράσημα των  απωλειών στην έως τότε πορεία προς την κατάκτηση του Διαστήματος: Virgil Grissom, Edward White, Roger Chaffee (επρόκειτο για το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1, που κάηκε μέσα στο διαστημόπλοιο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης) και των Σοβιετικών Vladimir Komarov και  Yuri Gagarin. Από εκεί και πέρα, οι Armstrong και Aldrin επιδόθηκαν στο αμιγώς επιστημονικό μέρος του προγράμματος. Μεταξύ άλλων, συνέλλεξαν δείγματα εδάφους 21,55 κιλών και εγκατέστησαν συσκευές, που παρέμειναν επί τόπου ες αεί. Στα άγνωστα πετρώματα, τα οποία μετέφεραν στη Γη, δώθηκαν, αργότερα, ονομασίες όπως αρμαλκόλιθος (armalcolite) – από τα αρχικά των ονομάτων Arm-strong, Al-drin και Col-lins, πυροξφεροΐτης (pyroxferroite), τρανκουιλιτίτης  (tranquillityite) – από τη Θάλασσα της Ηρεμίας. Τα δυο πρώτα εντοπίστηκαν αργότερα και στη Γη, όχι όμως το τρίτο.

Στιγμιότυπα από την δραστηριότητα των αστροναυτών στην επιφάνεια της Σελήνης, όπως κυκλοφόρησαν από τη NASA.

Στις 17:54 UTC, έπειτα από άνω των είκοσι ωρών συνολική παραμονή στην επιφάνεια της Σελήνης, η σεληνάκατος απογειώθηκε με επιτυχία, εγκαινιάζοντας τη διαδικασία επανόδου στη Γη. Η όλη επιχείρηση αποκόλλησης ενείχε κινδύνους. Γι αυτό το λόγο, υπήρχε έτοιμο σενάριο καταστροφής. Συγκεκριμένα είχε συνταχθεί λόγος, τον οποίο θα εκφωνούσε από το εθνικό δίκτυο ο Richard Nixon, προβλεπόταν τέλεση ειδικής λειτουργίας υπέρ της ανάπαυσης των ψυχών των δυο αστροναυτών, τέλος, συλλυπητήριο τηλεφώνημα του προέδρου προς τις συζύγους των τελευταίων. Ευτυχώς, τα πάντα εξελίχθηκαν ομαλά και λίγο αργότερα, το Eagle επανασυνδέθηκε με το διαστημόπλοιο. Μόλις οι τρεις αστροναύτες έσμιξαν εκ νέου, η σεληνάκατος αποσυνδέθηκε, παρέμεινε σε σεληνιακή τροχιά και πολύ αργότερα, παρασυρόμενη από την βαρυτική έλξη της Σελήνης, συνετρίβη στην επιφάνεια της τελευταίας.

Κάτοικοι της Νέας Υόρκης, συγκεντρωμένοι στο Central Park, παρακολουθούν από γιγαντοοθόνες σε απευθείας μετάδοση από τη Σελήνη τα πρώτα βήματα του ανθρώπου επάνω στην επιφάνεια του δορυφόρου της Γης. Την ίδια στιγμή, ανάλογες σκηνές διαδραματίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη σημαιοστολισμένη με ελληνικές και αμερικανικές σημαίες Αθήνα, πλήθος κόσμου παρακολούθησε στιγμιότυπα από την προσελήνωση, αποσελήνωση και προσθαλάσσωση του Απόλλων 11 από την πλατεία Συντάγματος αλλά και μέσα από κάθε οικία εφοδιασμένη με δέκτη τηλεόρασης.

Την Πέμπτη 24 Ιουλίου 1969, στις 16:44 UTC, το Columbia προσθαλασσώθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό, σε μικρή απόσταση από το πλοίο περισυλλογής, το αεροπλανοφόρο USS Hornet, επί του οποίου επέβαινε ο πρόεδρος Nixon. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί και στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Διήρκεσε 8 ημέρες, 3 ώρες, 18 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα. Οι 30 περιφορές του διαστημοπλοίου γύρω από τη Σελήνη κάλυψαν 59 ώρες, 33 λεπτά και 52 δευτερόλεπτα. Η παραμονή των δυο αστροναυτών 21 ώρες και 36 λεπτά, μεταξύ των οποίων 2 ώρες, 31 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα περιπάτου επάνω στην επιφάνεια.

Apollo 11: Neil Armstrong and Buzz Aldrin remembers. July 16-24, 1969

Σύμφωνα με τη νομοθεσία “περί έκθεσης στον εξωγήινο χώρο” (Extra-Terrestrial Exposure Law), έπρεπε να ακολουθηθεί ένα συστηματικό πρωτόκολλο απολύμανσης, εξαιτίας του φόβου μεταφοράς στη Γη αγνώστων μικροβίων. Η διαδικασία ξεκίνησε εντός του θαλάμου του διαστημοπλοίου, με προσεκτικό καθαρισμό των στολών. Ακολούθησε ψεκασμός της εξωτερικής επιφάνειας της κάψουλας του διαστημοπλοίου με ειδικό μικροβιοκτόνο υγρό από τους δύτες-διασώστες, αμέσως έπειτα από την προθαλάσσωση και προτού εξέλθουν οι τρεις αστροναύτες από αυτό. Εν συνεχεία, το πλήρωμα μεταφέρθηκε με σωστική λέμβο και ελικόπτερο (απολυμάνθηκαν αμφότερα) στο αεροπλανοφόρο, όπου κλείστηκαν σε ειδικό θάλαμο απομόνωσης. Μόλις το USS Hornet έφτασε στον τελικό του προορισμό, τη Χονολουλού, ο θάλαμος τοποθετήθηκε σε ειδικό αεροσκάφος και μεταφέρθηκε στο Κέντρο Ελέγχου της NASA, στο Χιούστον του Τέξας. Οι τρεις αστροναύτες και δυο γιατροί παρέμειναν σε έναν κάπως πιο ευρύχωρο θάλαμο καραντίνας επί τρεις εβδομάδες. Μόλις διαπιστώθηκε πως εξέλειπε κάθε κίνδυνος μικροβιακής μόλυνσης, εξήλθαν από τον θάλαμο στις 10 Αυγούστου.

Ο πρόεδρος Nixon συνομιλεί μέσω μικροφώνου με τους εγκλείστους στον θάλαμο απομόνωσης αστροναύτες, επί του αεροπλανοφόρου USS Hornet.

Ο αντίκτυπος του γεγονότος υπήρξε πολυποίκιλος. Στις ΗΠΑ καταγράφηκαν 16.700 αιτήσεις ατόμων, που εκδήλωσαν την επιθυμία να επισκεφθούν το Διάστημα. Στην Ιταλία, έξι βαρυποινίτες απέδρασαν από τη φυλακή εκμεταλλευόμενοι την καθήλωση των δεσμοφυλάκων μπροστά από τους δέκτες της τηλεόρασης. Στην Κίνα, την πολυπληθέστερη χώρα του πλανήτη, η κατάκτηση της Σελήνης δεν ανακοινώθηκε καν! Για πρώτη φορά, οι Αμερικανοί υποσκέλισαν τους Σοβιετικούς στην κούρσα του Διαστήματος. Το πρόγραμμα Απόλλων ολοκληρώθηκε με άλλες πέντε επανδρωμένες αποστολές στη Σελήνη (δεν συμπεριλαμβάνεται η ατυχής περίπτωση του Απόλλων 13). Η τελευταία από αυτές, πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1972.

The Journeys of Apollo 11, » The Conquest of the Moon «, NASA documentary (2009) HD

Θεωρίες συνωμοσίας 

Η αποστολή του Απόλλων 11 λειτούργησε ως έναυσμα για την ύφανση θεωριών συνωμοσίας. Κοινό τόπο των θεωριών αυτών αποτελεί το επιχείρημα πως η αποστολή στη Σελήνη ουδέποτε πραγματοποιήθηκε και ότι τα πάντα κινηματογραφήθηκαν μέσα σε στούντιο για λόγους γοήτρου και μόνο. Οι οπαδοί της παραπάνω άποψης στηρίζονται σε μια ολόκληρη σειρά στοιχείων, όπως η παντελής απουσία από τα πλάνα έναστρου ουρανού, η μη ύπαρξη κρατήρα ακριβώς κάτω από τη βάση της σεληνακάτου, ο κυματισμός της σημαίας (προφανώς εξαιτίας του συστήματος εξαερισμού του στούντιο), ο βηματισμός των αστροναυτών (προβολή σε αργή κίνηση, ενώ σε γρήγορη ο ίδιος πάντοτε βηματισμός δείχνει φυσιολογικός), πλάνα, που αποδεικνύουν την ύπαρξη επιπρόσθετου φωτισμού πέραν του μοναδικού υπάρχοντος στην επιφάνεια της Σελήνης (εκείνου του Ηλίου), αλλά και επιχειρήματα περισσότερο πειστικά, όπως η έκθεση σε ισχυρή ακτινοβολία εκτός της περιγήινης τροχιάς (η περίφημη ζώνη Van Allen), για την προστασία από την οποία δεν υφίστατο κατάλληλος εξοπλισμός. Υποστηρίχθηκε ότι σκηνοθέτης των υποτιθέμενων λήψεων από την επιφάνεια της Σελήνης υπήρξε ο Stanley Kubrick, με πρόσφατη την εμπειρία του γυρίσματος, λίγo νωρίτερα, της υπερπαραγωγής 2001: A Space Odyssey.  Είναι γεγονός ότι ο Kubrick συνεργάστηκε με τη NASA με αφορμή την παραπάνω ταινία, όπως επίσης και πως πολλές από τις κινήσεις και εν γένει χειρισμούς εκ μέρους του πληρώματος του Απόλλων 11 παραπέμπουν ευθέως σε αυτή.

Το 1977 προβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία Capricorn One. Πραγματεύεται μια διαστημική αποστολή στον Άρη, η οποία ματαιώνεται λίγα λεπτά πριν από την εκτόξευση. Οι μη μυημένοι, έως τότε, στην απάτη τρεις αστροναύτες, μεταφέρονται κρυφά και δια της βίας από τις Μυστικές Υπηρεσίες σε κινηματογραφικό στούντιο κάπου στην έρημο της Νεβάδας, από όπου υποκρίνονται πως συνεχίζουν κανονικά την αποστολή τους, εφαρμόζοντας όλα όσα είχαν αφομοιώσει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Η θεματολογία, η οπτική απόδοση και ορισμένες σκηνές όπως η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Λευκό Οίκο από την επιφάνεια του Άρη, ασφαλώς και ενέχουν συγκεκριμένους συμβολισμούς και υπονοούμενα.

Capricorn One – Trailer

Τον Φεβρουάριο του 2000 ξεκίνησε ένα νέος γύρος συζητήσεων, αμφισβητήσεων και αντιπαραθέσεων, έπειτα από την προβολή ενός ωριαίου ντοκιμαντέρ από το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Fox TV με τίτλο: «Θεωρίες συνομωσίας: Προσεδαφιστήκαμε στο φεγγάρι;» Από το ίδιο δίκτυο είχε προβληθεί παλαιότερα η δημοφιλής σειρά The X-Files.

Σε όλα τα παραπάνω επιχειρήματα η NASA έχει απαντήσει, άλλοτε πειστικά και άλλοτε λιγότερο. Συγκεκριμένα:

  • Η σημαία συγκρατείται ανοικτή από μια οριζόντια ράβδο και απλούστατα κινείται, όταν οι αστροναύτες την ξετυλίγουν και καθώς το κάθετο κοντάρι της στερεώνεται στο έδαφος. Το κοντάρι είναι πολύ ελαφρύ, από εύκαμπτο αλουμίνιο, και έτσι συνεχίζει να δονείται ακόμα και μετά την απομάκρυνση των αστροναυτών, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι κυματίζει στον (ανύπαρκτο) αέρα.
  • Σχετικά με την απουσία κρατήρα, το έδαφος της Σελήνης είναι πολύ πιο σκληρό και η επιφάνεια στην οποία πραγματοποιήθηκε η κάθοδος ήταν βραχώδης με αποτέλεσμα να μην μείνουν εμφανή σημάδια της επιχείρησης στο σημείο αυτό.
  • Στη Σελήνη δεν είναι ο Ήλιος η μόνη πηγή φωτός αλλά και η ίδια η Σελήνη, που αντανακλά το φως του Ηλίου. Αυτός είναι ο λόγος που οι σκιές δεν είναι εντελώς σκοτεινές.
  • Η NASA ισχυρίζεται ότι ο σύντομος χρόνος που χρειάστηκε για να διασχίσει το Απόλλων 11 τη ζώνη Van Allen, σε συνδυασμό με την προστασία που προσέφερε το περίβλημα του διαστημοπλοίου, σημαίνει ότι η έκθεση των αστροναυτών στην ακτινοβολία ήταν πολύ μικρή.
  • Σχετικά με την απουσία έναστρου ουρανού, η προσελήνωση έλαβε χώρα κατά το σεληνιακό πρωινό, με τον Ήλιο να λάμπει έντονα. Απλώς οι τεχνικοί της NASA ρύθμισαν έτσι τον χρόνο έκθεσης στις κάμερες, ώστε ο χρόνος έκθεσης του φιλμ να είναι πολύ σύντομος προκειμένου να μην εισέλθει πολύ φως και θολώσει τις λεπτομέρειες της λήψης. Τα άστρα, αν και ήταν ορατά στα μάτια των αστροναυτών, δεν ήταν αρκετά λαμπερά για να αποτυπωθούν στις φωτογραφίες.
  • Τέλος, για τον βηματισμό των αστροναυτών, η NASA διαψεύδει τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας πως το βίντεο δεν υπέστη επεξεργασία slow motion αλλά ήταν έτσι εξ αρχής.

Εν κατακλείδι, ας καταγραφεί ακόμα μια διαπίστωση, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει έναυσμα για αμφισβήτηση: και οι έξι προσεληνώσεις συνέβησαν κατά την διάρκεια της προεδρίας Νixon, σε μια έκρυθμη χρονική περίοδο, εξαιτίας της παράτασης του πολέμου του Βιετνάμ. Κανείς άλλος ηγέτης των ΗΠΑ ή κάποιας άλλης χώρας δεν κατάφερε να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη, μέσα στα 50 χρόνια, τα οποία παρήλθαν έκτοτε.

Is The Moon Landing Footage Real?

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Brooks, Courtney G., Grimwood, James M.; Swenson, Loyd S., Jr. (1979). Chariots for Apollo: The NASA History of Manned Lunar Spacecraft to 1969. NASA History Series. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Carmichael, Scott W. (2010). Moon Men Return: USS Hornet and the Recovery of the Apollo 11 Astronauts. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press.

Chaikin, Andrew (1994). A Man on the Moon: The Triumphant Story Of The Apollo Space Program. New York: Penguin Group.

Collins, Michael (2001) [1974]. Carrying the Fire: An Astronaut’s Journeys. New York: Cooper Square Press.

Cortright Edgar M.(ed.) (1975). Apollo Expeditions to the Moon. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Hansen James R. (2005), First Man: The Life of  Neil A. Armstrong. New York: Simon & Schuster, Inc

Logsdon, John M. (1976). The Decision to Go to the Moon: Project Apollo and the National Interest. Chicago: University of Chicago Press.

Mindell, David A. (2008). Digital Apollo: Human and Machine in Spaceflight. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.