Skip to main content

Δάφνη Μουρέλου: Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

Με αφορμή την επέτειο Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Δάφνη Μουρέλου

Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αμερική αποτελεί άγονο πεδίο σε ό,τι αφορά τον χορό, καθώς η εξοικείωση του κοινού με την συγκεκριμένη τέχνη εξαντλείται σε θεάματα τύπου burlesque και music hall, αλλά και θεάματα τύπου εξτραβαγκάντζα όπου  κανείς μπορούσε να δει έναν συνδυασμό τραγουδιού, χορού και θεάτρου με φαντασμαγορική χρήση των τότε διαθέσιμων τεχνολογιών.[i]

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κυριαρχεί το κίνημα του μοντερνισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, το οποίο βέβαια δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον χορό. Σημαντικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα μέσα από τις προτάσεις πρωτοπόρων όπως ο θίασος των Ρωσικών Μπαλέτων και οι Γερμανοί Εξπρεσιονιστές. Το αιτούμενο των μοντερνιστών ήταν σε κάθε περίπτωση η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και η αναζήτηση νέας φόρμας, νέων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης.

Το κλίμα της αλλαγής δεν αργεί να φτάσει και στις ΗΠΑ, όπου βλέπουμε να αναπτύσσεται μια τάση προς αναζήτηση νέων μορφών κίνησης και φόρμας. Θα λέγαμε ότι επικρατεί μια λογική απόρριψης των κυρίαρχων μορφών στο χορό, δηλαδή της αισθητικής του μπαλέτου. Το μπαλέτο τείνει να θεωρηθεί ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, φορμαλιστικό, μια καθαρά σωματική πρακτική που δεν εμπλέκει το νου και την ψυχή.  Σε αυτό το πλαίσιο, καλλιτέχνες όπως η Isadora Duncan, η Loie Fuller και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Ruth st Denis και Ted Shawn μέσα από μια σειρά καινοτόμων προτάσεων σε ό,τι αφορά τον χορό, σηματοδοτούν τις απαρχές του χορευτικού μοντερνισμού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Θα λέγαμε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί αποτέλεσαν την «μαγιά» για την δημιουργία ενός μοντέρνου χορευτικού κινήματος. [ii]

Isadora Duncan (https://fundacionbbva.pe/opinion/isadora-duncan-el-movimiento-el-amor-y-la-perdida/).

 

Loie Fuller (https://www.metmuseum.org/art/collection/search/287806).

Οι καλλιτέχνες – συνεχιστές της γενιάς αυτής αυτοπροσδιορίζονται ως επί το πλείστον από ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα: τη δημιουργία ενός διακριτού χορευτικού ιδιώματος, το οποίο θα είχε ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα – θα ήταν, δηλαδή, αμερικανικός χορός. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κίνησης είναι η Martha Graham και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Doris Humphrey και Charles Weidman. Η αναζήτηση ενός αμερικανικού ιδιώματος ήταν ένα πολύ κοινό διακύβευμα στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, καθώς ανέκυπτε η ανάγκη να δημιουργηθεί μια εθνική τέχνη που θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και θα απολάμβανε ανάλογο κύρος με την Ευρωπαϊκή. Έτσι, παρατηρούμε μια γενικευμένη στροφή προς μια θεματολογία που εξερευνά και φωτίζει πτυχές της αμερικανικής ταυτότητας όπως ο εποικισμός, αλλά και έννοιες όπως η ατομικότητα, το ανεξάρτητο πνεύμα και η δημοκρατία.[iii]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα εξετάσουμε δύο έργα από το ρεπερτόριο της Martha Graham και τις ιδεολογικές τους προεκτάσεις.

Η Martha Graham είναι μια από τις διασημότερες εκπροσώπους του αμερικανικού μοντερνισμού με πλούσιο ρεπερτόριο, το οποίο αναπαράγεται μέχρι σήμερα. Η Graham είναι «παιδί» της πρώτης γενιάς, καθώς μαθήτευσε δίπλα στους Ruth st Denis και Ted Shawn. Ωστόσο, σύντομα ξεκίνησε την προσωπική της αναζήτηση επάνω στον χορό και τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Επινόησε μια ιδιαίτερη τεχνική, δίνοντας έμφαση στην περιοχή της λεκάνης, καθώς πίστευε ότι εκεί είναι το πιο ισχυρό σημείο έκφρασης του σώματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέπτυξε την δική της κινησιολογία, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι το contraction (σύσπαση στην περιοχή της λεκάνης) και το release (απελευθέρωση από την ένταση που προκάλεσε η σύσπαση).[iv]

Στόχος της Graham ήταν να δημιουργήσει αμερικανικό χορό, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί έτσι τόσο από τον ευρωπαϊσμό του κλασικού μπαλέτου, όσο και από τον οριενταλισμό των Ruth st Denis και Ted Shawn. Θεμελιώδεις πηγές έμπνευσης για το χορογραφικό της έργο ήταν η ελληνική μυθολογία, η αμερικανική κληρονομιά, καθώς επίσης και η τραγικότητα, η ένταση και η υποσυνείδητη φύση του ανθρώπινου συναισθήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και έπειτα, η Graham ασχολήθηκε επισταμένα με την αμερικανική κληρονομιά. Τα κυριότερα έργα αυτής της περιόδου είναι τα ακόλουθα: Frontier (1935), Panorama (1935), Horizons (1936), American Document (1938), El Penitente (1940), Letter to the world (1940), Salem Shore (1942), Appalachian Spring (1944).[v]

Εδώ θα επικεντρωθούμε στο πρώτο (Frontier) και στο τελευταίο έργο (Appalachian Spring) της αμερικανικής περιόδου της Graham και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα δύο έργα διατρέχονται από συγγενή θεματολογία και ένα κοινό κεντρικό μοτίβο.

Το Frontier είναι ένα σόλο το οποίο χορογράφησε η Graham το 1935 σε μουσική του Louis Horst. Αποτελεί μια από τις πρώτες προσπάθειες της χορογράφου να καταπιαστεί με αμερικανική θεματολογία. Πρόκειται για ένα έργο βγαλμένο μέσα από τα προσωπικά βιώματα της Graham και την μετακίνηση της ιδίας και της οικογένειάς της προς τον Βορρά. Παρατηρώντας τις γραμμές του τραίνου και το πώς αυτές αγκαλιάζουν την αχανή γη της χώρας, γεννήθηκε το Frontier.[vi] Η κεντρική αρχετυπική φιγούρα είναι μια έποικος του 19ου αιώνα που περιμένει τον άντρα της να επιστρέψει από το πεδίο της μάχης. Το μινιμαλιστικό, αλλά υπαινικτικό σκηνικό του γλύπτη Isamu Noguchi είναι ένας χαμηλός φράχτης – σύνορο και δύο σχοινιά σε σχήμα V τα οποία ενώνονται πίσω από τον φράχτη, δίνοντας την αίσθηση της  προοπτικής. Η αχανής έκταση, τα ατελείωτα στρέμματα γης προς κατάκτηση είναι μια ιδέα συνδεδεμένη στο αμερικανικό φαντασιακό, την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας αλλά και την ιδέα των απεριόριστων ευκαιριών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.[vii] Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο υπότιτλος του έργου είναι “American Perspective of the Plains”.[viii] Η κεντρική ιδέα που διατρέχει το έργο είναι, κατά τα λόγια της χορογράφου, “the appetite for space”, ως ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του αμερικανικού εποικισμού, αλλά και τμήμα συλλογικής ταυτότητας.[ix] Ο θριαμβευτικός τόνος της μουσικής του Horst αλλά και το εμβατήριο που παραπέμπει σε ώρες μάχης, ενισχύουν και εμπλουτίζουν περαιτέρω την ιδέα αυτή στο επίπεδο της αναπαράστασης, παραπέμποντας στις ένοπλες συρράξεις των εποίκων με στόχο την κατάκτηση της γης και την διεύρυνση του συνόρου. Το σύνορο, συνεπώς, διαθέτει την προοπτική συνεχούς επέκτασης προς το άπειρο. Ο σκοπός της Graham ήταν να δώσει ακριβώς αυτή την αίσθηση της ατελείωτης γης.[x]

Η Martha Graham στο Frontier το 1936 (https://www.loc.gov/collections/martha-graham/?fa=subject:frontier).

 

Martha Graham – FRONTIER  Danced by Janet Eilber

 

To Appalachian Spring πραγματεύεται έναν γάμο σε μια μικρή αμερικανική παραδοσιακή κοινότητα του 19ου αιώνα, περίπου 50 χρόνια μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.[xi] Οι τέσσερις κεντρικοί, επίσης αρχετυπικοί χαρακτήρες του έργου είναι η νύφη, ο γαμπρός, ο ιερέας και η έποικος. Όπως και στο Frontier, τo σκηνικό του Isamu Noguchi είναι μάλλον υπαινικτικό παρά ρεαλιστικό. Η έννοια του συνόρου μπορεί να πει κανείς ότι είναι ο κοινός παρονομαστής, που συνδέει μεταξύ τους σε επίπεδο ιδεολογίας τα δύο έργα της Graham.

Τα Απαλάχια όρη είναι ένα σύμπλεγμα βουνών στο βόρειο τμήμα των ΗΠΑ, που αποτέλεσε φυσικό σύνορο για τους εποίκους καθώς η περίπλοκη γεωγραφία τους στεκόταν ως εμπόδιο στην κατάκτηση περισσότερων εδαφών της ηπείρου. Κατά την διάρκεια της πορείας προς την κατάκτηση, γηγενείς πληθυσμοί εκδιώχθηκαν αναγκαζόμενοι να απεγκαταστήσουν τους καταυλισμούς τους.[xii] Αξιοσημείωτη είναι η έλλειψη αναφοράς στο ινδιάνικο στοιχείο. Στον αρχικό σχεδιασμό του έργου φαίνεται πως υπήρξε η ιδέα να δημιουργηθεί ρόλος για μια Ινδιάνα, σκέψη που όμως τελικά εγκαταλείφθηκε.[xiii]

 

Αριστερά: Aaron Copland. Δεξιά: Appalachian Spring (Ballet for Martha). H παρτιτούρα του έργου (https://www.nycmusicservices.com/engraving-a-new-edition-of-coplands-appalachian-spring/).

                                

Martha Graham’s Appalachian Spring

[Τhe Bride: Martha Graham The Husbandman: Stuart Hodes The Revivalist: Bertram Ross The Pioneer Woman: Matt Turney. Παράσταση του 1959].

Appalachian Spring – Martha Graham Dance Company 2012

 

Η έννοια του συνόρου αποτελεί κεντρικό διακύβευμα στο αμερικανικό φαντασιακό. Είναι συνδεδεμένη με τις ιδιότητες της ανεξαρτησίας, του δυναμισμού, της δημοκρατίας και της ισότητας, χαρακτηριστικά γύρω από τα οποία το αμερικανικό έθνος έχει χτίσει την ταυτότητά του. Για τις ΗΠΑ, η συνεχόμενη επέκταση προς τον Βορρά ήταν ένας αγώνας, ικανός να προσδώσει μια διακριτή ταυτότητα.[xiv] Μέσα από το έργο της Graham ζωντανεύει το αμερικανικό όνειρο, εκείνο της ευημερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και των πολλαπλών ευκαιριών, στις οποίες μπορεί κανείς να ελπίζει ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Το σκηνικό του Noguchi πέρα από τον χώρο, οριοθετεί και την έννοια της ιδιοκτησίας. Άλλωστε, η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης βρισκόταν στην καρδιά της δημιουργίας του έργου.[xv]  Ο τίτλος είναι βεβαίως συμβολικός, καθώς άνοιξη σημαίνει αναγέννηση. Μέσα από την χρήση του μοτίβου του γάμου, το έργο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της γέννησης και της σταθερής ανάπτυξης ενός έθνους σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Παρά τις δυσκολίες του εποικισμού, η μόνιμη εγκατάσταση αποτελεί, αναμφίβολα, μια πραγματικότητα. Το έργο χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, αντικατοπτρίζοντας την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς την εποχή που δημιουργήθηκε, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαινε προς το τέλος του.[xvi] Με ενδιαφέροντα τρόπο, η Graham επιλέγει να στραφεί στο ιστορικό παρελθόν, ώστε να αναπτερώσει την ελπίδα για το μέλλον. Η μουσική του Aaron Copland έρχεται να ζωντανέψει την εθνική ιδέα ενσωματώνοντας φολκλόρ μοτίβα από έναν από τους πιο γνωστούς ύμνους των Κουακέρων.[xvii] Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συνθέτης χρησιμοποιεί παραδοσιακά μοτίβα στο έργο του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι επίσης τα μπαλέτα Billy the Kid και Rodeo.[xviii] Η προσωπικότητα της εποίκου είναι μια μητρική φιγούρα, σημείο αναφοράς που συμβολίζει την προηγούμενη γενιά. Το ζευγάρι των νεονύμφων από τη δική του πλευρά, συμβολίζει τη νέα γενιά που φέρνει την υπόσχεση της εθνικής συνέχειας μέσα από τον γάμο και την δημιουργία απογόνων. Η αίσθηση της ατελείωτης γης μας δίνεται πολύ εύστοχα με το αγνάντεμα  πέρα από τον φράχτη, ο οποίος, σε αντίθεση με το Frontier, δεν υποδηλώνει το εθνικό σύνορο, αλλά την οριοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο χαρακτήρας του ιερέα συμβολίζει την έννοια του Πουριτανισμού, μια έννοια επίσης στενά συνδεδεμένη με την αμερικανική παράδοση. Η αναφορά αυτή προέρχεται από προσωπικά βιώματα της Graham και ανακύπτει συχνά στο έργο της με αμφίθυμο πρόσημο.[xix]

 

       Appalachian Spring by Aaron Copland performed by Perspectives Ensemble

[Εκδοχή για 13 όργανα, όπως γράφτηκε το 1944  για το μπαλέτο της Martha Graham]

 

Η έννοια του συνόρου είναι το κεντρικό θεματικό μοτίβο των δύο έργων. Και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί θεμελιώδες συστατικό του τίτλου – στο Frontier δίνεται ευθέως και σε ένα αρκετά γενικευμένο πλαίσιο, ενώ στο Appalachian Spring αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και γεωγραφική περιοχή που σηματοδότησαν την επέκταση του συνόρου. Και στα δύο έργα, το ιστορικό γεγονός του εποικισμού είναι επίσης κεντρικής σημασίας. Εδραιώνεται η ιδέα της επέκτασης και ανακύπτουν οι έννοιες της ατομικής ιδιοκτησίας και της μόνιμης εγκατάστασης που την συνοδεύουν στο αμερικανικό φαντασιακό.

Η Martha Graham και ο Louis Horst εν μέσω των μαθητών τους.

 

Το έργο της Graham αξιοποιήθηκε δεόντως σε επίπεδο πολιτιστικής διπλωματίας εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης αργότερα, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η αναγνώριση και κανονικοποίηση του νέου είδους ως «υψηλή τέχνη» ήταν πλέον δεδομένη.[xx] Την εποχή εκείνη, η πολιτιστική διπλωματία νοούνταν ως ένας τρόπος να δείξει η εκάστοτε χώρα την υπεροχή της σε διεθνές επίπεδο. Το έργο της Graham και η εθνική δυναμική του έκανε αίσθηση από νωρίς.  Έτσι, το 1937, η ίδια υπήρξε η πρώτη χορεύτρια που έδωσε παράσταση στον Λευκό Οίκο και μάλιστα το έργο που επιλέχθηκε ήταν το Frontier.[xxi] Επιπλέον, το Appalachian Spring ήταν σταθερό κομμάτι του ρεπερτορίου σε μια από τις πρώτες περιοδείες που οργάνωσε το State Department το 1955-56. Η πεποίθηση ήταν ότι πέρα από την εθνική προπαγάνδα, το έργο ήταν σε θέση να περάσει και ένα ισχυρό αντι-αποικιακό μήνυμα σε βάρος της Μεγ. Βρετανίας – ο παραλληλισμός με τις βρετανικές αποικίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν στη νέα ήπειρο ήταν αναπόφευκτος. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούσαν να σφυρηλατήσουν στο διεθνές στερέωμα της εποχής εκείνης την εικόνα ενός έθνους, φιλικά προσκείμενου προς νεοσύστατα, μετά-αποικιακά κράτη.[xxii] Οι περιοδείες του State Department, μια πρωτοβουλία του τότε Προέδρου Dwight Eisenhower, πραγματοποιήθηκαν στις Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική με το σκεπτικό να καλλιεργηθεί συγκεκριμένη επιρροή στις χώρες του επονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου. Μέσω αυτής της πολιτικής, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να επωμιστούν την εικόνα ενός πρωτοπόρου, επιτυχημένου και φιλικά προσκείμενου έθνους. Η ομάδα της Graham είχε ενεργό συμμετοχή στις περιοδείες παρουσιάζοντας έργα τόσο από την αμερικανική, όσο και από την ελληνική περίοδο της δημιουργού.[xxiii]

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο χορός, και μάλιστα ένα νεοσύστατο είδος, αξιοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, ήταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ που μάλιστα εδραίωσε το μπαλέτο ως νέα τέχνη, αλλά και ο εξπρεσιονιστικός χορός στη ναζιστική Γερμανία. Σαφέστατα οι περιπτώσεις και το πλαίσιο διαφέρουν, ωστόσο αυτό που καθίσταται ανάγλυφο είναι η δύναμη της χορευτικής αναπαράστασης και, σε τελική ανάλυση, εκείνη της ίδιας της κίνησης.

Επιστολή της Martha Graham προς τον Aaron Copland (22 Ιουλίου 1943) ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η σύνθεση του Appalachian Spring (https://blogs.loc.gov/loc/2014/10/documenting-dance-the-making-of-appalachian-spring/).

 

 

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

 

 

Σημειώσεις

 

[i] Nancy Reynolds & Malcolm Mc Cormick (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London, σ. 2.

[ii] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London, σσ. 87-94.

[iii] Helen Thomas (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada, σ. 118 – 119.

[iv]  Susan Au (2006), ό.π., σσ. 119-120.

[v] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 115.

[vi] Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

[vii] Helen Thomas (1995), ό.π., σσ. 117-118.

[viii] https://marthagraham.org/portfolio-items/frontier-1935/.

[ix] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[x] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[xi] Victoria Philips Gedud (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y., σ .159.

[xii] John Anthony Caruso (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A., σσ. 4-12.

[xiii] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 145.

[xiv] John Anthony Caruso (2003), ό.π., σσ. 4-12.

[xv] Lynn Garafola (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford, σσ. 137 – 138.

[xvi] https://marthagraham.org/portfolio-items/appalachian-spring-1944/.

[xvii] Lynn Garafola (2005), ό.π., σ. 138.

[xviii]  Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 135.

[xix] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 144.

[xx] Naima Prevots (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A., σ. 51.

[xxi]Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 157.

[xxii]  Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 159.

[xxiii] Dana Mills (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ., σ. 51.

 

 

                                                             ΒιβλιογραφίαΠηγές

 

  • Au, Susan (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London.
  • Caruso, John Anthony (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A.
  • Garafola, Lynn (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford
  • Mills, Dana (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ.
  • Philips Gedud, Victoria (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y.
  • Prevots, Naima (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A.
  • Reynolds, Nancy & Mc Cormick, Malcolm (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London.
  • Thomas, Helen (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada.
  • https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.
  • https://marthagraham.org/.
  • Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

 

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος

Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος ενός κόσμου ενιαίου και ότι οι κοινωνίες και τα έθνη δεν αποτελούν απομονωμένες ανθρώπινες κοινότητες ούτε οι πολιτισμοί στεγανές ενότητες αξιών που διατηρούν την αυτονομία τους στον χρόνο, αλλά ενότητες ιδεών και πρακτικών λύσεων που διαρκώς ανασυγκροτούνται υπό την πίεση των νέων συνθηκών και με τη δημιουργική παρέμβαση των ανθρωπίνων ομάδων· να κατανοήσουν τους ίδιους και τους «άλλους», διακρίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των, στο παρελθόν και το παρόν· να αμφισβητούν την αξία των στερεοτύπων για άλλους λαούς, αλλά και για τους ίδιους· να σέβονται την ιδιαιτερότητα και να μην φοβούνται τη μισαλλοδοξία· να διακρίνουν τα γεγονότα από τις εικασίες και την ιστορική πραγματικότητα από την πλασματική εικόνα· να κατανοούν την πολυπλοκότητα των αιτιών και να δυσπιστούν προς τις απλουστευτικές απαντήσεις και τις εύκολες εξηγήσεις· να αναγνωρίζουν την πλαστή αναλογία και την κατάχρηση των «διδαγμάτων» της ιστορίας, να εκτιμούν δε τις συνέπειες τέτοιας καταχρήσεως· να θεωρούν ότι η άγνοια του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τους καταστήσει θύματα εκείνων που γνωρίζουν αυτό το παρελθόν, χωρίς να λησμονούν ότι η ιστορία δεν παίζει το ρόλο του δικαστηρίου και ότι οι ιστοριογράφοι δεν είναι εισαγγελείς που αναζητούν ενόχους· να αναγνωρίζουν ότι ορισμένα προβλήματα δεν επιδέχονται λύσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν· να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν στη ζωή πράξεις και στάσεις παράλογες και ανέλπιστες· να μην παραιτούνται από την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας ούτε να επιτρέπουν να κλονίζεται η πεποίθησή τους ότι υπάρχει τέτοια αλήθεια.

Η αναζήτηση της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας ή όπως αλλιώς λέγεται, της ιστορικής πραγματικότητας υπήρξε εντολή προς τους διακόνους της Ιστορίας ενός από τους πρώτους μεγάλους θεράποντες της Κλειούς, του Λουκιανού, ο οποίος απεφάνθη ως ακολούθως για τους ιστορικούς:

«Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεύς, ἔστω ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καί ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησίν, τά σῦκα σῦκα, τήν σκάφην δέ σκάφην ὀνομάσων, οὐ μίσει οὐδέ φιλίᾳ νέμων οὐδέ φειδόμενος ἢ ἐλεῶν ἢ αἰσχυνόμενος ἢ δυσωπούμενος, ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μή θατέρῳ τι ἀπονεῖμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καί ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλά τί πέπρακται λέγων

«Άφοβος», λοιπόν, ο ιστορικός, «αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος», «ίσος δικαστής, άπολις, αυτόνομος, αβασίλευτος», κατά τον Λουκιανό· στον οποίο, καθώς και στον μεγάλο Θουκυδίδη, θεμελιώθηκε η ιστοριογραφία του Δυτικού Κόσμου και πολιτισμού. Έρεισμα αυτής της ιστοριογραφίας υπήρξε η βαθεία πεποίθηση ότι η πιστή αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μίας ευνομούμενης πολιτείας.

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς.

Την ιστορία, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, έχουμε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εντολή και καθήκον να διακονούμε στα πανεπιστήμια της χώρας μας, αυτήν την ιστορίας διδάσκουμε ή, πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές μας, νέους πολίτες της ευνομούμενης πολιτείας μας. Οι ιστορικοί, βέβαια δεν είμαστε «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι» όπως θα μας ήθελε ο Λουκιανός. Ούτε ο ίδιος άλλωστε, ούτε ο Θουκυδίδης, μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήσαν «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι». Με την επίκληση αυτού του ιδανικού, δηλ. της απόλυτα πιστής αναπαραστάσεως της ιστορικής πραγματικότητας, ήθελε να προστατεύσει ο Λουκιανός τον ιστοριογράφο από τη σαγήνη που ασκεί η εκάστοτε εξουσία επ’αυτού και να τον στηρίξει στην απέραντη μοναξιά του, όταν επιδιώκει να ανακαλύψει, στα τεκμήρια του ιστορικού παρελθόντος, την αντικειμενική αλήθεια και να τον πείσει να μην κλονισθεί ούτε στιγμή η πεποίθησή του ότι υπάρχει, πράγματι, αντικειμενική αλήθεια, όπως υπάρχει, το καλό και το δίκαιο, ως απόλυτη αξία.

Αυτή η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας ως απόλυτης αξίας είναι απαραίτητη στη διαμόρφωση των πολιτών μιας ευνομούμενης πολιτείας, ώστε να μην ολισθαίνουν οι πολίτες στον σχετικισμό των αξιών και των αρχών που καλλιεργούν όλοι οι δημεγέρτες, αλλά να εκτιμούν δια της μελέτης των πράξεων και των αποφάσεων των ανθρώπων στο παρελθόν την αξία και τη σημασία του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, αλλά και της δειλίας και της ιδιοτέλειας, της προσφοράς αλλά και της πλεονεξίας, του δικαίου αλλά και του αδίκου, της ανοχής και του σεβασμού προς την ετεροδοξία, αλλά και της μισαλλοδοξίας. Ο σχετικισμός, αυτή η μάστιγα της ευνομούμενης πολιτείας, που ορθώνει το ανάστημά της και σαγηνεύει τους θιασώτες της ήσσονος προσπάθειας, τους νωθρούς και τους δειλούς, τους απαίδευτους, καλλιεργεί τη θέση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ούτε ιστορική πραγματικότητα, και ότι η άποψη του απαίδευτου έχει την ίδια αξία με αυτήν του πεπαιδευμένου, ότι όλες οι απόψεις για το ιστορικό παρελθόν, όλες οι «προσεγγίσεις», είναι αποδεκτές και σεβαστές, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες.

Οι αρχές και οι αξίες που αντλούνται και καλλιεργούνται δια της μελέτης των ανθρωπίνων πράξεων είναι βέβαια, προϊόντα του Δυτικού κόσμου και πολιτισμού, αλλά έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν και άλλους πολιτισμούς και κόσμους, αναγνωρίζονται δε πλέον ως αρχές και αξίες με γενικότερη εφαρμογή, ωστόσο, προβάλλονται και καλλιεργούνται στο πλαίσιο της πολιτείας που αναπτύχθηκε από κοινού με το εθνικό κράτος των νεότερων χρόνων. Ελλείψει μίας παγκόσμιας πολιτείας, η πολιτεία που έχει στη διάθεσή του το εθνικό κράτος είναι η μόνη ενότητα που προβάλλει και καλλιεργεί τις αρχές και αξίες αυτές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και ώσπου να αντικατασταθεί το εθνικό κράτος από κάποιο άλλο πολιτικό μόρφωμα, δεν είναι δυνατό να υπονομευθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στέγη της πολιτείας που ευνόησε την καλλιέργεια και την παραγωγή των αρχών και των αξιών της ευνομούμενης πολιτείας, το εθνικό κράτος.

Ανδριάντας του Θουκυδίδη έξω από το αυστριακό Κοινοβούλιο (Βιέννη).

Προϊόν αλλά και συντελεστής της αναπτύξεως του εθνικού κράτους υπήρξε και η εθνική ιστορία, η οποία εσχάτως δέχεται πυρά από διάφορους διεθνιστικούς κύκλους. Η εθνική ιστορία, αναπτύχθηκε κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του εθνικισμού, διαφέρει δε από την ιστορία χωρίς άλλο επιθετικό προσδιορισμό, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στο εξής: αποσκοπεί στη διαμόρφωση της απαραίτητης σε μια εθνική πολιτεία εθνικής ταυτότητας. Η εθνική ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι συνήθως προϊόν συνθέσεως ποικίλων στοιχείων, επιλεγμένων με τρόπο ώστε να προβάλλονται οι αρετές ενός έθνους. Την εποχή του Ρομαντισμού, μάλιστα, όταν τέθηκαν οι προδιαγραφές της εθνικής ιστορίας των διαφόρων λαών, παρεισέφρυσαν πολλά στοιχεία, ξένα προς την ιστορική πραγματικότητα, αλλά που κρίθηκαν πως εξυπηρετούν την ανάπτυξη της εθνικής ταυτότητας. Προϊόντα επιλογής ιστορικών στοιχείων ήσαν και τα έργα ιστοριογράφων της εποχής πριν από τη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνος, αποσκοπούσαν δε στην ανάπτυξη της αρετής (virtu) σε εκείνους τους ολίγους που προορίζονταν να ασκήσουν ανώτερα δημόσια αξιώματα. Η διδασκαλία των βίων των μεγάλων ανδρών της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας για την προετοιμασία των αυριανών ηγετών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η διδασκαλία της κατάλληλα διασκευασμένης εθνικής ιστορίας ανάλογους στόχους εξυπηρετούσαν.

Η επιστήμη της ιστορίας, της εθνικής ιστορίας συμπεριλαμβανομένης, είχε από τους κλασσικούς ελληνικούς χρόνους, διδακτικό χαρακτήρα. Η αυτοτέλεια της ιστορικής έρευνας απέναντι στον εξωτερικό καταναγκασμό ή εις κάθε είδους πνευματικές δεσμεύσεις και επιδράσεις, οι εντολές του μεγάλου διακόνου της Κλειούς, του Λουκιανού, δεν καθόριζαν την έρευνα αυτήν και το προϊόν της ως αυτοσκοπό αποσπασμένο από κάθε ηθική ή παιδαγωγική σκέψη. Η αναζήτηση της αλήθειας ή της ιστορικής πραγματικότητας είχε πάντοτε για τους Έλληνες ένα βαθύτερο ηθικό σκοπό να υπηρετήσει, να βελτιώσει τον άνθρωπο, με την εμμονή στη μοναδική αλήθεια.

Αριστερά: Κλειώ, Μούσα της Ιστορίας, μαρμάρινο άγαλμα ρωμαϊκής εποχής, Ρώμη, Μουσείο Βατικανού. Δεξιά: Charles Meynier, Clio, Muse of History 1800, Cleveland Museum of Art.

Στις λογικές υποθέσεις που υπάρχουν συνυφασμένες με την ιστορική πραγματικότητα, στους «μύθους» που ανακαλύπτουν στην εθνική ιστορία με ιερή αγανάκτηση οι σημερινοί πολέμιοι του έθνους, διακρίνουν οι προσεχτικοί παρατηρητές τα στοιχεία εκείνα με τα οποία ήθελε να εφοδιάσει η πολιτεία του εθνικού κράτους των Ελλήνων τους πολίτες της. Αυτά τα στοιχεία κρίνονταν στο παρελθόν ότι εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο στόχο, τη βελτίωση του ανθρώπου. Αν τώρα κρίνονται ακατάλληλα, θα πρέπει οι πολέμιοί τους να προτείνουν άλλα στοιχεία που καλλιεργούν και προάγουν την αρετή, άλλους «μύθους», εξίσου παιδαγωγικούς με τους υπό διωγμόν. Οι αρχαίοι Έλληνες, ας μην λησμονούν οι πολέμιοι των μύθων της εθνικής ιστορίας, με μύθους είχαν επενδύσει ορισμένα από τα μεγαλύτερα διδάγματα που άφησαν ως κληρονομιά σε όλον τον κόσμο.

Δια του σχολικού βιβλίου, ιδίως δε του σχολικού βιβλίου της ιστορίας, οι αρμόδιες αρχές της πολιτείας προωθούν και καλλιεργούν την εθνική ταυτότητα των αυριανών πολιτών, την πεποίθηση των πολιτών ότι ανήκουν σε μια διακριτή κοινότητα ανθρώπων, σε μια διακριτή πολιτιστική κοινότητα, σε μια εθνική κοινότητα, το έθνος, και κατ’επέκταση σε μία εθνική πατρίδα. Δια του σχολικού βιβλίου ιστορίας προβάλλονται για να αποτυπωθούν στη συλλογική εθνική συνείδηση γεγονότα, όπως απελευθερωτικοί πόλεμοι, εθνικά έπη άλλα και τραγωδίες και δεινά του έθνους, που κρίνονται ότι στηρίζουν και προάγουν την ταύτιση με την εθνική κοινότητα και την αγάπη προς την πατρίδα. Αναπόφευκτα, η προαγωγή της ταυτίσεως με την οικεία εθνική κοινότητα, καλλιεργεί τη δυσπιστία απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους της εθνικής κοινότητας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τον φόβο ή και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδος.

Η δυσπιστία, ο φόβος και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας κρίνονται πλέον στοιχεία ανεπιθύμητα, από διεθνιστικούς κύκλους κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών, έχουν δε επιβάλει οι ίδιοι κύκλοι ορισμένες πολιτικές ορθότητες που επηρεάζουν ολοένα και ευρύτερους πολιτικούς κύκλους αρνητικά απέναντι στα σχολικά βιβλία ιστορίας που προάγουν την εθνική ιστορία και την εθνική ταυτότητα. Κρίνεται, λοιπόν ολοένα και από ευρύτερους πολιτικούς κύκλους, ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας δεν πρέπει να προάγουν τη δυσπιστία, τον φόβο και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας, αλλά να προβάλλουν τα γεγονότα εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που φανερώνουν τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ του οικείου έθνους και των κατά καιρούς αντιπάλων και εχθρών του.

Η ογκούμενη, καθώς φαίνεται, αντίδραση εναντίον του εθνικού σχολικού βιβλίου ιστορίας ως προξένου ξενοφοβίας και μίσους αποτελεί πλέον μια πολιτική ορθότητα, η οποία σπανίως αμφισβητείται. Έχει, ωστόσο η πολιτική αυτή ορθότητα, ορισμένες αδυναμίες, τις οποίες θα παρουσιάσω εν συντομία. Μία τέτοια αδυναμία είναι το εφήμερο πολλών πολιτικών ορθοτήτων. Ανάλογες αμφισβητήσεις του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας που καλλιεργείται στο πλαίσιό του, στο παρελθόν, από διεθνιστικούς ή άλλους υπερεθνικούς κύκλους, αχρηστεύθηκαν με την πάροδο των χρόνων και λησμονήθηκαν. Το εθνικό κράτος όχι μόνον άντεξε στις επιθέσεις από τους κατά καιρούς αμφισβητίες του αλλά υπερίσχυσε και εξήλθε από τις συγκρούσεις της ενισχυμένο. Άλλη συναφής αδυναμία της αμφισβητήσεως της χρησιμότητας της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους που τη στηρίζει έχει σχέση με την καθόλα καλοπροαίρετη αλλά αφελή πεποίθηση ότι όλοι οι λαοί ομοφώνως θα σπεύσουν να καταργήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά κράτη, πεποίθηση που εδράζεται στη διεθνιστική πίστη ότι οι λαοί και οι ηγέτες τους δεν είναι δυνατόν να στηρίζουν πολιτικά μορφώματα που αναπαράγουν τις προστριβές και τις συγκρούσεις. Ανάλογη διεθνιστική-ειρηνιστική κίνηση του Μεσοπολέμου είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα των Δυτικών Δημοκρατιών που ευνοούσαν τον πόλεμο ή τον εκβιασμό για να αναθεωρήσουν το εδαφικό καθεστώς, που είχε προκύψει από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σοβαρότερη όμως αδυναμία εκείνων που αμφισβητούν τη χρησιμότητα της εθνικής ταυτότητας στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών είναι η απουσία προτάσεως εναλλακτικής ταυτότητας που να είναι σε θέση να συνέχει την κοινωνία της ευνομούμενης πολιτείας όπως την συνέχει η εθνική ταυτότητα. Δεν διευκρινίζεται εν προκειμένω ποια ταυτότητα θα καλλιεργεί η ιστορία δια του διεθνιστικού σχολικού βιβλίου που φαίνεται να προωθούν διάφοροι ιστορικοί που ανήκουν στη συνομοταξία των λεγομένων «αποδομητών» της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Η αμφισβήτηση όμως της εθνικής ταυτότητας και η επιχείρηση να κατεδαφισθεί η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων συνιστούν σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Σε αντίθεση προς την ιστορία που καλλιεργείται και διδάσκεται στα πανεπιστήμια και που υπόκειται σε διορθωτικές αλλαγές με την ευθύνη των ιστορικών που διακονούν την Κλειώ στα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, η Εθνική Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία ανήκει στην ευθύνη της πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της. Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμένου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύονται από το Σύνταγμα της χώρας. Το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι’αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγωγή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο αποφασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βιβλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής περιεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαίνουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνική συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).Τείνει ωστόσο να επικρατήσει η άποψη ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων λαών και χωρών, ιδίως μεταξύ των γειτονικών, είναι απαραίτητο να προβληθεί δια των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας το παρελθόν των χωρών και των λαών απαλλαγμένο από διάφορα αρνητικά στερεότυπα και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για τους γείτονες, καθώς και από στοιχεία που θεωρούνται ότι αναπαράγουν την καχυποψία και το μίσος μεταξύ των διαφόρων λαών, όπως αίτια προστριβών και συγκρούσεων και διάφορα δεινά. Πληθαίνουν οι διακρατικές επιτροπές για τον έλεγχο των βιβλίων, πληθαίνουν και τα σχολικά βιβλία με στόχο την καλλιέργεια της αγάπης προς την ειρήνη και την αποστροφή προς τον πόλεμο.

Για να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή η σκοπιμότητα της χρήσεως της Ιστορίας για την προαγωγή φιλικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών λαών που μοιράσθηκαν στο παρελθόν τόπους και κοινές τύχες και εμπειρίες, χρειάζεται να υπομνησθεί ότι των φιλικών σχολικών βιβλίων Ιστορίας προς τους γείτονες συνήθως προηγούνται μακροχρόνιες και αδιατάρακτες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Τα φιλικά προς τους γείτονες σχολικά βιβλία Ιστορίας ασφαλώς ενισχύουν τις φιλικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν τις υποκαθιστούν, ούτε είναι δυνατόν να τις υποκαταστήσουν. Τέτοιες προσδοκίες θα ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των χωρών, αλλά και για την υπόθεση της ειρήνης σε μία περιοχή, όπου είναι ακόμη διακριτά κάποια βαθεία ρήγματα που σχηματίσθηκαν στο παρελθόν.

Εκτός όμως από τις επικίνδυνες αυτές προσδοκίες που μπορεί να εκθρέψει η άποψη που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον ρόλο των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας, είναι απαραίτητο να τεθεί το ζήτημα της χρήσεως της Ιστορίας γενικώς σε μια ευνομούμενη πολιτεία, προπαντός δε να διευκρινισθεί ότι η επιλογή θετικών στοιχείων από το ιστορικό παρελθόν προκειμένου να ικανοποιηθούν διάφορες πολιτικές ορθότητες δεν συνιστά Ιστορία, επειδή παρουσιάζει ορισμένες μόνο πλευρές της πολύπλευρης ιστορικής πραγματικότητας.

Πίσω από την τυραννία των πολιτικών ορθοτήτων ευρίσκονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι λεγόμενοι «μεταμοντερνιστές» ή «αποδομητές», οι οποίοι θεωρούν την Ιστορία, ιδίως δε την εθνική ιστορία, πρόξενο όλων των δεινών του κόσμου, αυτή δε η άποψη για την Ιστορία στηρίζεται στη καθόλα αφελή αλλά άρρητη άποψη ότι τους πολέμους προκαλούν και διεξάγουν ηγέτες και λαοί που δεν εκτιμούν την ειρήνη ούτε έχουν διαπαιδαγωγηθεί να εκτιμούν τα αγαθά της. Αυτοί λοιπόν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιδιώκουν να «αποδομήσουν» το ιστορικό παρελθόν και να το καταστήσουν εργαλείο υπεύθυνο για την προαγωγή της ειρήνης στον κόσμο. Εχθρούς τους θεωρούν οι «αποδομητές» κοινωνικοί επιστήμονες τους παραδοσιακούς επιστήμονες που διακονούν την Κλειώ και επιδιώκουν να παρουσιάσουν το πολύπλευρο ιστορικό παρελθόν όσο πιο πιστά δύναται, με την πεποίθηση ότι κατ’αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούν την αυτογνωσία και την ταυτότητα της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέλη.

Κατά βάθος, λοιπόν, η συζήτηση γίνεται, σε χώρες τουλάχιστον όπου οι πολιτικοί αφενός δεν ενδίδουν άκριτα και εύκολα σε εφήμερες πολιτικές ορθότητες, ούτε ανέχονται την τυραννία εκείνων που τις προωθούν, για την υπονόμευση ή όχι της Ιστορίας, ιδίως δε της εθνικής ιστορίας, ως οργάνου στη διάθεση της πολιτείας για τη διαμόρφωση πολιτών με την απαραίτητη αυτογνωσία και εθνική ταυτότητα, ώστε να αποτελούν διακριτή εθνική κοινότητα. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, είναι κατά πόσον οι Έλληνες επιθυμούν να καλλιεργούν τη διακριτή εθνική τους ταυτότητα, την οποία καλλιεργούν τουλάχιστον τα τελευταία διακόσια χρόνια, ή θα ενδώσουν στον πειρασμό να ενστερνισθούν το όραμα του μεταμοντερνισμού για μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς εθνικά κράτη και έθνη. Μπορεί εν τέλει οι Έλληνες να αποδεχτούν αυτές τις εισηγήσεις των «αποδομητών» του εθνικού κράτους των νεότερων χρόνων, αλλά αυτή η αποδοχή πρέπει να είναι προϊόν όχι λαθροχειρίας αλλά κατανοήσεως κατόπιν εις βάθος συζητήσεως όλων των δεδομένων, ιδίως δε των καλώς νοουμένων εθνικών συμφερόντων, της ειρήνης φυσικά, αλλά και της ασφάλειας της εθνικής επικράτειας, της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού της χώρας. Αν αυτά δεν θεωρούνται πλέον καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιθέτως προτιμηθεί η χωρίς εθνικά σύνορα Ελλάς, πολύγλωσση και πολύδοξη, ανοιχτή σε όλους τους γείτονες, πολυεθνική ή πολυπολιτισμική, όπως την οραματίζονται αρκετοί στη χώρα σήμερα, αυτή η μετάβαση θα πρέπει να συντελεσθεί εν γνώσει και με τη συναίνεση του λαού της, που εν τέλει θα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο και να αποφασίσει για το μέλλον του.

Τα προϊόντα της αποδομητικής δράσεως, αυτά τα «εκλαϊκευτικά» βιβλία Ιστορίας, δεν είναι Ιστορία, με την καθιερωμένη έννοια, δεν απεικονίζουν το ιστορικό παρελθόν, εθνικό ή άλλο. Το ιστορικό παρελθόν είναι κατάστικτο από πολέμους, βαρβαρότητες, εθνικές και κοινωνικές προστριβές και συγκρούσεις, καταπιέσεις εθνοτήτων από άλλες εθνότητες, καθώς και από περιόδους ειρήνης και συνεργασίας. Αυτές οι πλευρές του ιστορικού παρελθόντος, σκοτεινές και ζοφερές πολλές, προϊόντα όλες των ανθρωπίνων αποφάσεων, διαμόρφωσαν τους σημερινούς λαούς, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που μιλούν, από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα που πρεσβεύουν, από τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους, από την εθνική τους ιστορία· ιστορία η οποία είναι ακόμη χρήσιμη στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειών.

Θα σπεύσουν ίσως οι στρατευμένοι στον αποδομισμό, ως άλλοι «χάσκακες» του Έθνους -όπως χαρακτήριζε ο Μανουήλ Γεδεών τους αρνητές της καθ’ημάς Ανατολής την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αναστατώσεων (1789-1815)- να καταγγείλουν τις παρατηρήσεις αυτές ως άλλη μια απόπειρα του συντηρητικού «νεοαναθεωρητισμού» που επιχειρείται, υποτίθεται. Ας μην ανησυχούν· η ηγεμονία της διεθνιστικής «cabale» που ορίζει και νέμεται τις εθνικές ευαισθησίες των Ελλήνων, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και εξής, είναι μάλλον ασφαλής και αδιαφιλονίκητη, προς το παρόν τουλάχιστον. Στην Ελλάδα οι διάφορες πολιτικές ορθότητες φθίνουν και αποσύρονται με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.

Θα ξενίσουν ίσως αυτές οι παρατηρήσεις και εκείνους που πιστεύουν πως η λεγόμενη πολυπολιτισμική κοινωνία είναι αναπόδραστη, επειδή αντιπροσωπεύει την πρόοδο, υποτίθεται, που αντιπαρατίθεται στις συντηρητικές επιλογές. Το εθνικό κράτος, ωστόσο ούτε συντηρητική επιλογή αποτελεί ούτε φαίνεται τόσο ευάλωτο όσο πιστεύουν οι αντίπαλοί του. Ανέτρεψε εκ θεμελίων πολυπολιτισμικά πολιτικά μορφώματα στο παρελθόν και εξασφάλισε στους πολίτες του κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη προαγωγή του εθνικού πολιτισμού, της ευημερίας και της αξιοπρέπειάς των, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου μάλιστα.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία, την οποία στηρίζουν υποτίθεται οι τρέχουσες πολιτικές ορθότητες, δεν είναι ούτε «νέα» ούτε «προοδευτική». Υπήρξαν στο παρελθόν τέτοιες πολυπολιτισμικές κοινωνίες στο πλαίσιο πολυεθνικών αυτοκρατοριών, δεν τις ανακάλυψαν οι επίδοξοι αποδομητές της εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι εξάλλου βέβαιο ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία υπηρετεί πάντοτε την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών ενοτήτων αφού μπορεί να οδηγήσει στην περιχαράκωση διακριτών αλλά ανίσχυρων κοινοτήτων.

Johann Heinrich Tischbein, Die Muse Klio (Die neun Musen), 1780, Museumslandschaft Hessen Kassel.

Πριν να δώσει τη θέση της σε κάποιας μορφής πολυπολιτισμική κοινωνία, η κοινωνία που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού εθνικού κράτους με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση ετερόγλωσσων κοινοτήτων σε μια ομοιογενή γλωσσική εθνική κοινότητα, ανεκτική στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, θα πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω με την ενίσχυση και την κατοχύρωση του σεβασμού προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε γλωσσικές κοινότητες δεν υπηρετεί την κοινωνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ευημερίας όλων των μελών της κοινωνίας, αντιθέτως ευνοεί τον ανταγωνισμό, τις προστριβές και τις συγκρούσεις και εν τέλει, την υποταγή των ανίσχυρων γλωσσικών ή άλλων κοινοτήτων στην ισχυρότερη ή τις ισχυρότερες. Η κατακερματισμένη κοινωνία μπορεί να ευνοήσει και το φασισμό.

Στην ελληνική «πραγματικότητα», η πολυπολιτισμική κοινωνία που επαγγέλονται οι αποδομητές του ομοιογενούς εθνικού κράτους θα είχε ως πιθανές συνέπειες διάφορες αποσχιστικές κινήσεις. Οι καιροσκόποι δεν λείπουν, όπως επίσης δεν λείπουν και εκείνοι που έχουν συμφέρον να υποκινούν τους κατά καιρούς καιροσκόπους. Η ιστορία της Ελλάδος των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων βρίθει τέτοιων καιροσκοπικών επιχειρήσεων, οι οποίες μόνον προβλήματα δημιουργούσαν στο σύνολο των Ελλήνων. Εν όψει της εξάρσεως του εθνικισμού στις όμορες χώρες, θα ήταν τραγικό για την ασφάλεια της ελληνικής εθνικής επικρατείας να παραδοθεί το ελληνικό εθνικό κράτος στις αφελείς, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώξεις μιας “cabale” ανιστόρητων και ανελλήνιστων νομέων της εθνικής ευαισθησίας, η οποία τείνει να επιβάλει καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρατίας στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία.

Το παρόν ομοιογενές εθνικό κράτος των Ελλήνων υπήρξε προϊόν εθνικής πολιτικής δύο και πλέον αιώνων, από την εποχή του Ρήγα Βελεστινλή και του Αδαμάντιου Κοραή, με κορυφαίο «αρχιτέκτονα» του σύγχρονου Ελληνικού έθνους τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αν κριθεί από την πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας ότι η ομοιογενής πολιτιστική κοινότητα και ταυτότητα του σύγχρονου Ελληνικού έθνους πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση της να ανεγερθεί ένα νέο εθνικό οικοδόμημα, πολυπολιτισμικό και χωρίς κυρίαρχη εθνική κοινότητα, όπως την όρισαν αυτοί οι πατέρες του έθνους, είναι ανάγκη επιτακτική η έγερση της νέας εθνικής κοινότητας να μην αφεθεί αβασάνιστα σε αφελείς μάλλον αρχιτέκτονες που φιλοδοξούν να στήσουν στη θέση του ένα οικοδόμημα άδηλης ακόμη μορφής, δομής ή λειτουργικότητας.

 

Ο Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας των Νεωτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν έχει διατελέσει επίσης Επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Κολούμπια και της Οξφόρδης. Συμμετείχε σε επιστημονικές επιτροπές για θέματα ιστορικής έρευνας, όπως στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος), στο Κέντρο Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηριώσεως του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και στο Επιστημονικό Συμβούλιο και το εκδοτικό τμήμα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.

 

Wilhelm Deist: Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 Wilhelm Deist

Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κληθείς να αντιμετωπίσει, τον Ιούλιο του 1914, την προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη, ο Γερμανός καγκελάριος Theobald von Bethmann Hollweg ήταν πεπεισμένος πως η εθνική συνοχή και ενότητα αποτελούσαν τη θεμελιώδη προϋπόθεση για έναν νικηφόρο στρατιωτικό αγώνα. Ωστόσο, επρόκειτο για μια μάλλον τολμηρή εκτίμηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η γερμανική κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη από πολιτικής απόψεως. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το υπόλοιπο έθνος, είχε γνωρίσει ένα σημείο κορύφωσης το 1912, όταν το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα απόκτησε την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, κυρίως δε το συντηρητικό κατεστημένο, εξακολουθούσε να θεωρεί τα μέλη του κόμματος ως εσωτερικό εχθρό (Reichsfeinde). Οι βουλευτικές εκλογές του 1912 πυροδότησαν ένα κλίμα έντασης, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η θέση της χώρας στο διεθνές στερέωμα ήταν αβέβαιη.¹

Αλλά και η κατάσταση στους κόλπους του στρατεύματος, εγγυητή του ισχύοντος καθεστώτος, ήταν έκρυθμη, εξαιτίας της περίφημης υπόθεσης Zabern, όταν, το 1913, στην ομώνυμη κωμόπολη της ευρισκόμενης υπό γερμανική κατοχή Αλσατίας και Λωρραίνης, η φρουρά αντέδρασε σε διαμαρτυρίες της τοπικής κοινής γνώμης με προσφυγή σε χρήση πρωτοφανούς βίας σε βάρος της τελευταίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους υπάρχοντες θεσμούς, καθώς και τις αρμοδιότητες της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.²

Κι όμως, τον Ιούλιο του 1914, ο Bethmann Hollweg δικαιώθηκε. Χάρη στη γενική επιστράτευση, την οποία διέταξε ο τσάρος στις 30 Ιουλίου, η Ρωσία αντιμετωπίστηκε ως ο επιτιθέμενος εναντίον του οποίου η Γερμανία όφειλε να αμυνθεί.³ Αξιοποίησε, μάλιστα, την ευκαιρία, δίνοντας εντολή προς τον υπουργό Εσωτερικών, Clemens von Delbrück, και προς τον υπουργό Στρατιωτικών της Πρωσίας, Erich von Falkenhayn, να αποφύγουν να εφαρμόσουν τα ήδη επιμελώς σχεδιασμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης ενάντια στα μέλη του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος και των εργατικών συνδικάτων. Στις 25 Ιουλίου, ο Falkenhayn διέταξε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να μη στραφούν κατά της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων ούτε και κατά του Τύπου σε περίπτωση επιβολής καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.⁴ Με δεδομένες τις έκρυθμες σχέσεις, ήδη από το 1890, ανάμεσα στο στρατιωτικό κατεστημένο και το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, επρόκειτο για μια μάλλον αναπάντεχη εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, λειτουργούσε ως προπομπός για μια σειρά πετυχημένων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον καγκελάριο και τους εκπροσώπους του παραπάνω κόμματος. Μόνο έτσι φάνταζε εφικτή η υπερψήφιση στο Ράιχσταγκ των πολεμικών κονδυλίων, γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα δίχως προβλήματα και κραδασμούς στις 4 Αυγούστου.⁵

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄.
Theobald von Bethmann Hollweg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως ενίσχυση ακολούθησε και μια δημόσια τοποθέτηση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, που δήλωσε πως δεν υπήρχαν πολιτικά κόμματα παρά μόνο Γερμανοί. Κατόπιν τούτου, το όραμα του Bethman Hollweg περί εθνικής ενότητας υιοθετήθηκε ως άξονας του πολιτικού προγραμματισμού, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τα κόμματα. Από τη δική τους πλευρά, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Helmuth von Moltke καθώς και ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας, έσπευσαν να υιοθετήσουν δημόσια τις παραπάνω θέσεις, οι οποίες παρέμειναν γνωστές με την προσωνυμία “πολιτική εκεχειρία εν καιρώ πολέμου”. Ειδικότερα ο πρώτος, δήλωσε πως η εθνική ομοψυχία ήταν πρώτιστης σημασίας για την εν γένει διαχείριση του πολέμου, καθιστώντας σαφές ότι δεν θα ανεχόταν ούτε ένα περιστατικό απόκλισης από αυτήν.⁶

Με ποιό τρόπο εκλάμβανε, άραγε, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο την έννοια του όρου “πολιτική εκεχειρία”; Τόσο ο Bethmann Hollweg όσο και ο Moltke, ήταν πεπεισμένοι ήδη από τον Ιούλιο, πως ο συγκεκριμένος πόλεμος θα ήταν φορέας ριζικών πολιτικών ανακατατάξεων.⁷ Ως εκ τούτου, η αντίληψη περί “πολιτικής εκεχειρίας” δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει ως απάντηση σε μια αναμενόμενη πρόκληση του είδους αυτού. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την πολιτική εξίσωση ενός πολέμου σύντομης διάρκειας. Εάν αναζητεί κανείς κάποιο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων, που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του πολέμου, θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δήλωση του Bethmann Hollweg περί “πολιτικής νέου προσανατολισμού”, νεφελώδη και αόριστη ως προς το περιεχόμενό της, μια αβέβαιη και αμήχανη υπόσχεση για το μέλλον.⁸  Όσο δε για την “πολιτική εκεχειρία”, είναι σαφές πως δεν έγινε αποδεκτή από τους κύκλους της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς. Μάλιστα, μια από τις διαφορές ανάμεσα στους δυο παραπάνω χώρους οφείλει να επισημανθεί πάραυτα: Η ριζοσπαστική αριστερά υπήρξε αντικείμενο στενής παρακολούθησης από τις κατά τόπους στρατιωτικές αρχές, οι οποίες και κατέστειλαν κάθε προσπάθεια πολιτικής έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δράση, που ανέπτυξε μέσα στον χειμώνα του 1914 προς 1915 ο στρατιωτικός διοικητής του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης ενάντια στη ριζοσπαστική αριστερά και τις οργανώσεις νεολαίας της τελευταίας.⁹

Βερολίνο, 29 Ιουλίου 1914. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ απευθύνεται προς το πλήθος από τον εξώστη των ανακτόρων

Σε αντιδιαστολή με την άκρα αριστερά, ο χώρος της δεξιάς, ακόμη και αν διαφωνούσε με την “πολιτική εκεχειρία” του καγκελαρίου, διατηρούσε καλές σχέσεις με το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο. Θεωρούσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα ως αναξιόπιστο και ασκούσε πίεση για υπέρμετρες πολεμικές διεκδικήσεις.¹º Ο Bethmann Hollweg ήταν υποχρεωμένος να τον υπολογίζει, εξαιτίας των διασυνδέσεών του με υψηλά ιστάμενα στελέχη και οικονομικούς παράγοντες. Η άρνηση του καγκελαρίου να αντλήσει διδάγματα από την εύθραυστη στρατιωτική συγκυρία των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1914 οφειλόταν εν μέρει στην ανερχόμενη πολιτική επιροή της άκρας δεξιάς. Ο αγώνας του να εφαρμόσει περισσότερο στιβαρή λογοκρισία κατά των “ακραίων” δημοσιευμάτων περί τα τέλη του 1914, αποκαλύπτει τον βαθμό εξάρτησής του από τις κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις.¹¹ Ως συνέπεια της διάλυσης της ψευδαίσθησης περί πολέμου μικρής διαρκείας και των υπέρμετρων πολεμικών διεκδικήσεων που τη συνόδευαν, η “πολιτική εκεχειρία” μετεξελίχθηκε σε κούφιο σύνθημα ήδη από το τέλος του 1914.

The German Home Front Part 1

 

Ο γερμανικός λαός (στρατιώτες και άμαχοι) εξήλθαν στον πόλεμο με ενθουσιασμό (αν και όχι παντού), πεπεισμένοι ότι θα διεξήγαγαν έναν αμυντικό, δίκαιο και σύντομο αγώνα, ο οποίος, επιπρόσθετα, θα ολοκληρωνόταν με την επικράτηση της Γερμανίας.¹² Υπό αυτή την οπτική, η εθνική ομοψυχία έδειχνε πως είχε επιτευχθεί. Οι πρώτοι κραδασμοί προέκυψαν από την ίδια την πραγματικότητα του πολέμου και τη στασιμότητα των επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1914. Στις 14 Νοεμβρίου, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ενημέρωσε τον αυτοκράτορα ότι τα αποθέματα πυρομαχικών του πυροβολικού επαρκούσαν για τέσσερις, μόνο, ημέρες. Λίγο αργότερα, πληροφόρησε και τον καγκελάριο πως ο στρατός είχε απωλέσει το επιθετικό του πνεύμα, ομολογώντας ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες, μια επικράτηση σε βάρος του αντιπάλου φάνταζε αδύνατη. Αιτήθηκε την ενεργοποίηση μιας διπλωματικής διαδικασίας με αντικειμενικό στόχο τη συνομολόγηση χωριστής ειρήνης με τη Ρωσία. Ειδάλλως, μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η διεξαγωγή ενός πολέμου φθοράς, ικανού να φέρει τα δυο αντιμαχόμενα συμμαχικά στρατόπεδα στα όρια της εξάντλησης, δίχως, ωστόσο, να εγγυάται την τελική στρατιωτική επικράτηση.¹³ Δυστυχώς, ούτε ο καγκελάριος ούτε το στρατιωτικό κατεστημένο πείστηκαν από τη ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης, στον οποία ο Falkenhayn είχε προβεί. Ωστόσο, η πρωτοβουλία του αρχηγού του επιτελείου γνώρισε μια αναπάντεχη αντανάκλαση στο δυτικό μέτωπο. Εκεί, η αλλαγή σε ό,τι αφορούσε την συναισθηματική πρόσληψη του πολέμου, εκδηλώθηκε μέσω μιας πρωτοφανούς και αυθόρμητης Χριστουγεννιάτικης εκεχειρίας κατά μήκος, πρωτίστως, του αγγλογερμανικού μετώπου.¹⁴ Η παραπάνω αλλαγή διάθεσης, ενεργοποίησε στο εσωτερικό της χώρας μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις επεκτατικές πολεμικές διεκδικήσεις, την οποία, ο καγκελάριος Bethmann Hollweg επιχείρησε δίχως ιδιαίτερη επιτυχία να αποτρέψει.        

Βερολίνο, Αύγουστος 1914. Η αναχώρηση για το μέτωπο.

Όμως, η εν γένει ψυχολογική κατάσταση στα μετόπισθεν, έτσι τουλάχιστον όπως άρχισε να διαμορφώνεται εντός του 1915, δεν ήταν απόρροια της πολιτικής προπαγάνδας, αλλά μιας άλλης πικρής συνέπειας του πολέμου: εκείνης του ολοένα και περισσότερο ασφυκτικού συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού. Καθώς, μάλιστα, η γερμανική οικονομία δεν ήταν αυτάρκης σε αγροτικά προϊόντα, τα αποτελέσματα του τελευταίου έγιναν ταχύτατα αισθητά με την έλλειψη βασικών ειδών και τη συνακόλουθη αύξηση των τιμών. Ως αντίμετρο, οι αρχές επέβαλαν ανώτατα όρια στις τιμές, με αποτέλεσμα είτε τη στροφή προς παραγωγή προϊόντων, τα οποία δεν ενέπιπταν για την ώρα στην παραπάνω κατηγορία, είτε, το απλούστερο όλων, τη στροφή προς τη μαύρη αγορά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και εξαιτίας της απουσίας κάποιου ισχυρού κρατικού φορέα, ικανού να περιορίσει τις ανισότητες και τις παρατυπίες του συστήματος διανομής τροφίμων. Το συνεχώς υποβαθμιζόμενο επίπεδο ζωής των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων μοιραία επηρέασε τη στάση των τελευταίων έναντι του πολέμου.¹⁵

Δελτίο διανομής άρτου στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1916.

Την ίδια ακριβώς εποχή, η κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων, γνώρισε έναν νέο γύρο  υπέρμετρης δημόσιας προβολής και πολλαπλασιασμού των σχετικών δηλώσεων και δημοσιευμάτων. Η πολιτική του καγκελαρίου ήταν εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες των ακροδεξιών οπαδών των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων αφενός και των απαιτήσεων του αριστερού και του κεντρώου χώρου αφετέρου, που απέρρεαν από τη χαοτική κατάσταση της τροφοδοσίας του πληθυσμού σε τρόφιμα. Η μέχρι τότε “πολιτική εκεχειρία”, η οποία είχε ως άξονα την άσκηση της εξουσίας δίχως πολλές αντικρουόμενες παρεμβάσεις εκ μέρους των κομμάτων, υποκαταστάθηκε από μια πολιτική διαμεσολάβησης ανάμεσα σε δυο πλήρως ανταγωνιστικές αντιλήψεις των κυρίων πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Το όραμα περί εθνικής ενότητας εν καιρώ πολέμου είχε εξαερωθεί.

Αν και η κακή κατάσταση στο δυτικό μέτωπο ήταν αναστρέψιμη διαρκούντος του 1915, το εν γένει κλίμα στα μετόπισθεν επιδεινώθηκε, εξαναγκάζοντας τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να υιοθετήσουν προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποσοβηθούν εξεγέρσεις στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα. Ο Τύπος εξαναγκάστηκε από τις υπηρεσίες λογοκρισίας να αποσιωπήσει γεγονότα του είδους αυτού, τα οποία εκδηλώθηκαν τον Νοέμβριο του 1915, στο Βερολίνο, στη Δρέσδη και στη Λειψία. Οι Σύμμαχοι, από τη δική τους πλευρά, χρησιμοποίησαν τις παραπάνω έκρυθμες καταστάσεις ως αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας τους στο δυτικό μέτωπο.¹⁶

Υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα και συνειδητοποιώντας την αδύναμη και αναποτελεσματική θέση του στην κρατική δομή εξουσίας, ο καγκελάριος εξακολουθούσε να πιστεύει ενδόμυχα στις δυνατότητες της “πολιτικής εκεχειρίας”. Αντλούσε αισιοδοξία από το γεγονός της αξιοθαύμαστης προσαρμογής των Σοσιαλδημοκρατών στην εθνική πολεμική προσπάθεια, παρόλη την εμμονή των οπαδών των πολεμικών διεκδικήσεων να εξασφαλίσουν ολοένα και μεγαλύτερη δημοσιότητα για τον εαυτό και τις θέσεις τους.¹⁷

The German Home Front Part 2

Με την είσοδο του 1916, οι στρατιωτικές αρχές παραδέχτηκαν πως κάτι έπρεπε να γίνει σχετικά με την διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σημαντικού τμήματος της κοινής γνώμης. Διαφορετικά εγκυμονούσε θανάσιμος κίνδυνος σε βάρος του ηθικού των μονάδων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.  Συγκεκριμένα, επιδόθηκαν σε αναζήτηση αντιμέτρων, ικανών να εκτονώσουν την όλη ένταση.  Για την επίτευξη του στόχου ήταν απαραίτητη η καλλιέργεια κάποιου είδους προπαγάνδας. Έτσι, όμως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, αποδείχτηκε πως μια τέτοια προπαγάνδα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του ανύπαρκτου προγράμματος πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας υπήρξε το πρώτο κατά σειρά, που επισήμανε ότι η γενική δυσφορία εξαιτίας των ελλείψεων σε επίπεδο επισιτισμού, η διογκούμενη αντιπαράθεση της υπαίθρου με τα αστικά κέντρα, τέλος, ορισμένα περιστατικά εξεγέρσεων, τα οποία είχαν εκδηλωθεί στη βόρειο Γερμανία, απειλούσαν πλέον απροκάλυπτα την πολεμική προσπάθεια της χώρας στο σύνολό της.¹⁸  Επικέντρωνε την εκτίμησή του στις αρνητικές συνέπειες της περιγραφής της κατάστασης, έτσι όπως αυτή διατυπωνόταν στις ιδιωτικές επιστολές συγγενών με αποδέκτες τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Εισηγήθηκε την καταπολέμηση με κάθε τρόπο (π.χ. μέσω συστηματικής προπαγάνδας για την καταπολέμηση της πείνας) της κόπωσης εξαιτίας της παράτασης του πολέμου και των αναδυομένων τάσεων υπέρ της ειρήνης. Ως έμμεσα εργαλεία της παραπάνω προπαγάνδας εισηγήθηκε να αξιοποιηθούν οι τοπικές αρχές, ο κλήρος, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και διάφοροι ιδιωτικοί φορείς. Ήταν προτιμότερο να αποφευχθεί, προς το παρόν, η εμπλοκή της κεντρικής εξουσίας.

Εν συνεχεία, τη σκυτάλη πήραν τα υπουργεία Στρατιωτικών της Πρωσίας και της Βυρτεμβέργης.¹⁹ Το αποτέλεσμα ήταν να οργανωθεί και να εξαπολυθεί σε ολόκληρη την επικράτεια μια προπαγάνδα με κεντρικό σύνθημα τη λέξη “Αντέχουμε”.²º Συντονιστής της όλης προσπάθειας ανέλαβε το νεοϊδρυθέν ακριβώς για τον σκοπό αυτό Γραφείο Τύπου Πολέμου (Kriegspresseamt), το οποίο και παρήγαγε έναν τεράστιο όγκο προπαγανδιστικού υλικού.²¹ Αν και ο φορέας είχε αναπτύξει δράση εντός περιοχών, που υπάγονταν στη στρατιωτική δικαιοδοσία, το υπουργείο Στρατιωτικών απέφυγε να εμπλακεί άμεσα, παρακολουθώντας την οργάνωση της εκστρατείας από απόσταση. Συνειδητοποιώντας την ανάγκη να προσεταιριστεί το εργατικό κίνημα, έστειλε οδηγίες προς τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να επιτρέψουν εκδηλώσεις του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος με αντικείμενο τον επισιτισμό της χώρας. Παρά την ανοχή, η εγρήγορση των αρχών βρισκόταν στο έπακρο. Στόχος ήταν να αποφευχθούν απεργίες, εξεγέρσεις και έκτροπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανοχή, την οποία επιδείκνυαν, λειτουργούσε ως βαλβίδα εκτόνωσης της έντασης. Ήταν, ωστόσο, αποφασισμένες να καταστείλουν με κάθε μέσο τις όποιες αντιδράσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.²²

Είναι γεγονός πως καταγράφηκαν επιτυχίες στο πλαίσιο της παραπάνω προπαγανδιστικής εκστρατείας. Σε γενικές γραμμές, όμως, η προσπάθεια απέτυχε, από τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του επισιτισμού και της συνακόλουθης αισχροκέρδειας. Οι μηνιαίες εκθέσεις των στρατιωτικών διοικήσεων το καλοκαίρι του 1916, επισήμαιναν πως η γενική ψυχολογία του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού ήταν ολοκληρωτικά συνυφασμένη με την επάρκεια και τη διάθεση των τροφίμων. Σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να προστεθεί και εκείνο της αδυναμίας των επιφορτισμένων με τη διανομή φορέων να εκπληρώσουν ισότιμα και δίκαια την αποστολή τους.  Σύμφωνα με τις εκθέσεις της στρατιωτικής διοίκησης της Ρηνανίας (περιοχής κατεξοχήν βιομηχανικής), οι εργάτες, ανάλογα με τον τόπο εργασίας τους, ήταν δυνατό να λάβουν διπλή μερίδα ή ακόμα και καθόλου τροφή.²³ Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία εξώθησε τον πληθυσμό, ειδικότερα τον γυναικείο, σε δημόσιες διαμαρτυρίες, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κακός οιωνός για το μέλλον. Η αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί διατηρήθηκε έως το πέρας του πολέμου. Οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο καθεστώς κατάστασης πολιορκίας και στην εν γένει συμπεριφορά των στρατιωτικών διοικήσεων.²⁴

Διανομή σούπας στο Βερολίνο του 1916.

Ενόσω μαίνονταν οι μάχες του Verdun και του Somme, ένας άλλος παράγων συνέβαλε στη δημιουργία έκρυθμου κλίματος στο εσωτερικό. Η δεξιά αντιπολίτευση στην πολιτική του καγκελαρίου, δηλαδή οι ακραίοι οπαδοί των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων, υπέσκαψαν συστηματικά τη θέση του Bethmann Hollweg, απευθυνόμενοι τόσο προς τα ανώτατα κλιμάκια όσο και προς την κοινή γνώμη. Τον Αύγουστο του 1916, το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας ενημέρωσε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές του κρατιδίου για την ύπαρξη μιας ευρέως διαδεδομένης και ισχυρής κίνησης σε βάρος του καγκελαρίου (Kanzlersturzbewegung).Το ίδιο το υπουργείο χαρακτήριζε την τελευταία ως ανεύθυνη, επιβλαβή και επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια.²⁵ O Bethmann Hollweg επέζησε της συνωμοσίας επειδή επέλεξε να συνταχθεί με το μέρος των δυο ηρώων του ανατολικού μετώπου: των στρατηγών Hindenburg και Ludendorff.

Η τοποθέτηση των δυο στρατηγών επικεφαλής της 3ης Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberste Heeresleitung η 1η ήταν υπό τη διοίκηση του Moltke μεταξύ των ετών 1906-1914, η 2η υπό τον Falkenhayn μεταξύ των ετών 1914-1916), αποτελούσε μια επιπλέον ένδειξη ότι ο πόλεμος είχε εισέλθει σε μια νέα φάση.²⁶ Από τον πρώτο κιόλας μήνα ήταν σαφές πως η 3η ΑΣΔ προσέβλεπε σε μια γενική κινητοποίηση του εναπομείναντος ανθρώπινου, υλικού και ηθικού δυναμικού σε μια μεγαλειώδη πολεμική προσπάθεια. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το επωνομαζόμενο “πρόγραμμα Hindenburg” από κοινού με τη νομική υπηρεσία της 3ης ΑΣΔ, σκόπευαν να άρουν τη λογοκρισία σε ότι σχετιζόταν με τις πολεμικές διεκδικήσεις.²⁷ Το όλο θέμα αποτελούσε αντικείμενο εκτενών συζητήσεων και προβληματισμών ήδη από την αρχή του πολέμου. Τότε, οι Bethmann Hollweg και Falkenhayn είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια άρση του είδους αυτού, όχι μόνο θα δίχαζε τον γερμανικό λαό, αλλά θα επέφερε αρνητικές συνέπειες και ως προς την εν γένει διαχείριση του πολέμου. Ως εκ τούτου, η απόφαση, αργότερα, του Ludendorff και των επιτελών του Walter Nicolai και Max Bauer²⁸ να προχωρήσουν στην άρση της λογοκρισίας για τις πολεμικές διεκδικήσεις σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική μεταστροφή. Οι συνέπειες ήταν εμφανείς ευθύς εξαρχής. Η 3η ΑΣΔ έπαιρνε θέση υπέρ των πολιτικών αντιπάλων του καγκελαρίου, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε υποστηρίξει με σθένος τον διορισμό του διοικητή της. Η νέα στρατιωτική ηγεσία είχε ουσιαστικά απεμπολήσει κάθε προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ενότητας, έτσι όπως την επαγγελόταν η “πολιτική εκεχειρία”, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η τραγική κατάσταση του επισιτισμού αδυνατούσε να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα προς όφελος των πολεμικών διεκδικήσεων. Ακόμα χειρότερα, η παραπάνω στοφή έλαβε χώρα υπό το πρίσμα των φθοροποιών αναμετρήσεων του Verdun και του Somme.

Paul von Hindenburg και Erich Ludendorff.

Τον Φεβρουάριο του 1916, ο υπουργός Στρατιωτικών της Βαυαρίας, ο οποίος δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να επιδίδεται στην οργάνωση της προπαγάνδας εντός του συγκεκριμένου κρατιδίου, σε μια αποκαλυπτική του επιστολή προς τους διοικητές των Βαυαρικών μονάδων στο μέτωπο, ενημέρωνε τους τελευταίους περί ύπαρξης επαρκών αποδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες το ηθικό χωριών ολόκληρων δηλητηριαζόταν από καταγγελίες στρατιωτών για καταχρηστική συμπεριφορά των αξιωματικών σε βάρος τους.²⁹ Ο Βαυαρός υπουργός εφιστούσε την προσοχή των υφισταμένων του, προτρέποντάς τους να καλλιεργήσουν τις πολύτιμες σχέσεις με τους στρατιώτες, εν ανάγκη δε, να πράξουν ό,τι δυνατό, προκειμένου να τις περιφρουρήσουν. Για πρώτη φορά αναγνωριζόταν επίσημα ένα φαινόμενο, που διαμόρφωνε σε μεγάλο ποσοστό το όλο κλίμα στα μετόπισθεν με σημαντικές συνέπειες εξαιτίας της αδυναμίας των αρχών να καταπολεμήσουν τις καταβολές και τα αίτιά του. Πόσο μάλλον, που επρόκειτο για ένα φαινόμενο, το οποίο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ήττα του 1918.³º Οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες πήγαζαν, αναμφίβολα, από τη στασιμότητα των επιχειρήσεων, που επιδείνωνε εκ των πραγμάτων την αντίθεση ως προς τον τρόπο ζωής μεταξύ πρώτης και δεύτερης γραμμής του μετώπου, με άλλα λόγια, μεταξύ των μαχητών των χαρακωμάτων και του συνόλου του επιτελικού μηχανισμού, λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω.³¹ Αντιστρόφως ανάλογα, ο απόηχος της κοινωνικής δυσφορίας, προσέλαβε καταλυτικές διαστάσεις στην πρώτη γραμμή κατά τα έτη 1917 και 1918. Αλάθητα σημάδια υπήρχαν, όμως, ήδη από το 1916. Τον Μάϊο του ιδίου έτους, το ποίμνιο της προτεσταντικής εκκλησίας του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης³² προβληματιζόταν ως προς τις προοπτικές μιας επιτυχούς εφαρμογής της προσχεδιασμένης προπαγάνδας ενόσω το κλίμα γενικής δυσφορίας δεν επιδείκνυε σημάδια εκτόνωσης. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες διαμαρτύρονταν για τους ψηλούς μισθούς των νεαρών αξιωματικών, για τις πολυτελείς συνθήκες διαβίωσης των στελεχών του επιτελείου και για την έλλειψη ηθικής ακεραιότητας μενονωμένων περιπτώσεων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε, τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Hindenburg αναγκάστηκε να παρέμβει αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα, εξέδωσε μια διαταγή περί μηδενικής ανοχής για περιστατικά του είδους αυτού στους κόλπους του σώματος των αξιωματικών.³³ Η ίδια η διαταγή αποδεικνύει πως η 3η ΑΣΔ είχε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης και των κινδύνων, τους οποίους η τελευταία εγκυμονούσε. Το πρόβλημα συνίσταται, όπως γνωρίζουμε, στο γεγονός ότι ήταν παντελώς ανεπαρκής προκειμένου να καταφέρει να την επιδιορθώσει.

Η απόπειρα της 3ης ΑΣΔ να επιστρατεύσει το εναπομείναν δυναμικό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, δεν πρέπει να εκληφθεί ως διενέργεια προπαγάνδας. Επρόκειτο για κανονικό πολιτικό πρόγραμμα, στηριζόμενο αποκλειστικά στην κοινωνική και οικονομική άρχουσα συντηρητική τάξη της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Οι Hindenburg και Ludendorff υποστήριξαν αμφότεροι την κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε μεταρρυθμιστικό σχέδιο, όπως λ.χ. εκείνο της αναθεώρησης του πρωσικού εκλογικού νόμου.³⁴ Ως εκ τούτου, η προσπάθεια του καγκελαρίου να περισώσει την “πολιτική εκεχειρία” του Αυγούστου 1914 μέσω της εισαγωγής μιας σειράς μεταρρυθμίσεων ναυάγησε οριστικά, ο δε Bethman Hollweg απομακρύνθηκε από το αξίωμα τον Ιούλιο του 1917.³⁵ Η προπαγανδιστική εκστρατεία της 3ης ΑΣΔ τελικά δεν καρποφόρησε. Στα μετόπισθεν, η άρση της λογοκρισίας σχετικά με τις πολεμικές επιδιώξεις συνέπεσε με πολλαπλασιασμό των ελλείψεων σε τρόφιμα, που με τη σειρά του οδήγησε μεταξύ των ετών 1916 και 1917 στον περίφημο “χειμώνα του γογγυλιού” (Steckrübenwinter), όταν η κατανάλωση πατάτας υποκαταστάθηκε από το σουηδικό γογγύλι rutabaga. Χαρακτηριστική είναι  η περίπτωση του Κιέλου, μιας υψίστης σημασίας ναυτικής βάσης με συνολικό πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Επί αρκετές εβδομάδες κατά τους αρχικούς μήνες του 1917, η πόλη υπέφερε από παντελή έλλειψη πατάτας.³⁶ Στο μέτωπο, ο Ludendorff άντλησε διδάγματα από τις επώδυνες εμπειρίες του Verdun και του Somme. Συγκεκριμένα, εγκατέλειψε κάθε μορφής επιθετική τακτική, εστιάζοντας σε έναν άκρως αποτελεσματικό αμυντικό στρατηγικό σχεδιασμό. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να σταθεροποιήσει το μέτωπο καθώς και την πολεμική ετοιμότητα και ισχύ του στρατού. Ωστόσο, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την επιδιωκόμενη μαζική συστράτευση. Στην πραγματικότητα, το χάσμα ανάμεσα στους στρατιώτες και την ηγεσία διευρυνόταν συνεχώς, επειδή η 3η ΑΣΔ αδυνατούσε και απέφευγε συστηματικά να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την διογκωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το πολιτικό πρόγραμμα της τελευταίας δεν ανταποκρινόταν στο ζωτικό πρόβλημα της πείνας και των εν γένει ελλείψεων. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν πως τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν, τα αποτελέσματα, τα οποία προέκυψαν, υπήρξαν αντίθετα από τα αναμενόμενα.³⁷

Αξίζει να σημειωθεί πως μέσα σε ολόκληρο αυτό το πλαίσιο υψώθηκαν φωνές, όπως εκείνη του Βαυαρικού υπουργείου Στρατιωτικών, οι οποίες τάχθηκαν απροκάλυπτα υπέρ της εισαγωγής μεταρρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1916, ο παραπάνω φορέας δήλωσε ότι η προσδοκώμενη συστράτευση, την οποία επαγγελόταν η 3η ΑΣΔ, ήταν εφικτή υπό την προϋπόθεση της, μερικής έστω, ικανοποίησης των αιτημάτων της κοινής γνώμης, όπως η ελευθερία έκφρασης και η δίκαιη και ισότιμη διανομή των τροφίμων.  Τον δε Απρίλιο του 1917, το ίδιο υπουργείο υποστήριξε απροκάλυπτα την αναθεώρηση του πρωσικού εκλογικού νόμου, χαρακτηρίζοντας την τελευταία ως επιτακτική πολεμική αναγκαιότητα.³⁸

Τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικού προγράμματος της 3ης ΑΣΔ περί συστράτευσης ενόψει ενός ολοκληρωτικού πολέμου δημιούργησαν εν μέρει τις προδιαγραφές για τη τελική ήττα της Γερμανίας. Κατά τρόπο παράδοξο, ο ίδιος ο εγγυητής του αυτοκρατορικού πολιτικού και κοινωνικού συστήματος συνέδραμε, με τις ίδιες του τις ενέργειες, στην κατάρρευση του καθεστώτος.

 

The German Home Front Part 3

 

Ο Wilhelm Deist (1931-2003) διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας του 19ου και 20ού αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Ειδικεύθηκε στο χώρο της Στρατιωτικής Ιστορίας και ειδικότερα σε εκείνη της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 156 ff. Σχετικά με τις εκλογές του 1912 βλ. του ιδίου, Imperial Germany, 1871-1914. Economy, Society, Culture and Politics, Providence and Oxford. 1994, σ. 336.

² H.-U. Wehler, “Der Fall Zabern. Rückblick auf eine Verfassungskrise des wilhlelminischen Kaiserreiches”, Welt und Geschichte, 23 Jg, 1963, p. 27 ff. D. Schoenbaum, Zabern 1913. Consensus Politics in Imperial Germany, London, 1982.

³  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 196 ff.

⁴  Το περιεχόμενο της διαταγής βρίσκεται στο (επιμ. Wilhelm Deist) Militär und Innenpolitik im Weltkrieg 1914-1918, Düsseldorf, 1970, αρ. 77, σ. 188.

⁵  Για μια πειστική ερμηνεία βλ. W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993.

⁶  Η δήλωση von Moltke της 13/8/1914 στο Militär und Innenpolitik, αρ. 79, σ. 193 f. Με επιστολή που απηύθυνε στις 31/8/1914 προς τον εκδότη της εφημερίδας Vorwaerts, ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας (Falkenhayn), επέτρεψε την κυκλοφορία εντός του στρατεύματος των εφημερίδων και εντύπων του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, Ibid., αρ. 81, σ. 196 f.

⁷  Βλ. Ημερολόγιο Rietzler, 7/7/1914. Ο Bethman Hollweg απευθυνόμενος προς τον φιλόσοφο και διπλωμάτη Kurt Rietzler, συντάκτη το 1914 του προγράμματος πολεμικών διεκδικήσεων της Γερμανίας, δήλωσε ότι ο πόλεμος θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Βλ. Kurt Rietzler. Tagebücher, Aufsätze, Dokumente (επιμ. K. D. Ermann), Göttingen, 1972, σ. 183. Ανάλογες απόψεις συμπεριλαμβάνονται σε επιστολή του Moltke προς τον Bethmann Hollweg, με ημερομηνία 28/7/1914 στο Generaloberst Helmuth von Moltke. Erinnerungen, Briefe, Dokumente, 1877-1916 (επιμ. E. von Moltke), Stuttgart, 1922, σ. 3-7.

⁸  Βλ. E. v. Vietsch, Bethmann Hollweg. Staatsmann zwischen Macht und Ethos (= Schriften des Bundesarchivs, 18), Boppard, 1969, σ. 214 ff. S. Miller, Burgfrieden und Klassenkampf. Die deutsche Szialdemokratie im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1974.

⁹  W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993. Για τα μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν από τον στρατιωτικό διοικητή της Βυρτεμβέργης βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 89 (11/11/1914), αρ. 91 (23/3/1915), σ. 209 ff.

¹º Βλ. την εκτίμηση του στρατηγού Wild von Hohenborn, διαδόχου του Falkenhayn στο αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών της Πρωσίας, σχετικά με το εργατικό κίνημα, όπως την εκφράζει σε επιστολή της 8/10/1914, Militär und Innenpolitik, αρ. 86 σ. 205. Για τις πολεμικές διεκδικήσεις της Γερμανίας βλ. F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 87-108, 132-154. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 15-54.

¹¹ Militär und Innenpolitik, αρ. 39 (19/10/1914), αρ. 40 (22/10/1914), αρ. 44 (30/11/1914), σ. 78 ff.

¹² Σχετικά με το “Πνεύμα του Αυγούστου 1914” βλ.: J. T. Ventley, TheSpirit of 1914”. The Myth of Enthusiasm and thr Rhetoric of Unity in World War I Germany, Berkeley, 1991. W. Kruse, “Die Kriegsbegeinsterung im Deutschen Reich zu Beginn des Ersten Weltkrieges. Entstehungszusammenhänge, Grenzen und ideologische Strukturen” στο (επιμ. Marcel van der Linden, Gottfried Mergner), Kriegsbegeinsterung und mentale Kriegsvorbereitung. Interdisziplinäre Studien, Berlin, 1991, σ. 73-87. Β. Ziemann, “Zum ländlichen Augusterlebnis 1914 in Deutschland” στο (επιμ. B. Löwenstein) Geschichte und Psychologie. Annäherungsversuche, Pfaffenweiler, 1992, σ. 193-203. M. Stöcker, “Augusterlebnis 1914” in Darmstadt. Legende und Wirklichkeit, Darmstadt, 1994.

¹³ Υπόμνημα του Bethmann Hollweg με τη συνομιλία με τον Falkenhayn στις 18 Νοεμβρίου 1914 στο (επιμ. A. Scherer και J. Grunewald), L’ Allemagne et les problèmes de la paix pendant la première guerre mondiale, Paris, 1962, αρ. 13, σ. 15 ff.

¹⁴ M. Brown – S. Seaton, Christmas Truce, London, New York, 1984. M. Eksteins, Tanz über Gräben. Die Geburt der Moderne und der Erste Weltkrieg, Hamburg, 1990, σ. 150 ff. W. Deist, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

¹⁵ A. Skalweit, Die deutsche Kriegsemährungswirtschaft, Stuttgart, Berlin, Leipzig, 1927. J. Rund, Emährungswirtschaft und Zwangsarbeit im Raum Hannover 1914 bis 1923, Hannover, 1992. A. Roerkhol, Hungerblockade und Heimatfront. Die kommunale Lebensmittelversorgung in Westfalen während des Ersten Weltkrieges, Stuttgart, 1991.

¹⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁷ F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 150 ff, σ. 208 ff. Σχετικά με την πολιτική του Bethmann Hollweg βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁸  Militär und Innenpolitik, αρ. 126, σ. 294 ff.

¹⁹ Militär und Innenpolitik, αρ. 128 και αρ. 129, σ. 302 ff.

²º Βλ. τις πηγές που παρατίθενται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 130 – 140, σ. 308 ff.

²¹ Το Γραφείο Τύπου Πολέμου ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1915. Βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 124, σ. 289 ff.

²² Η κατασταλτική δράση των στρατιωτικών αρχών σε βάρος της πολιτικής αναταραχής του Karl Liebknecht αναδεικνύεται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 100-103 (Απρίλιος-Ιούνιος 1915), σ. 232 ff., αρ. 120 (27/12/1915), σ. 277 ff., αρ. 147, σ. 367 ff., αρ. 149, σ. 369 ff.

²³ Αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο του 1915, οι κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις συνέτασσαν μηνιαίες εκθέσεις προς το υπουργείο Στρατιωτικών της Πρωσίας. Βλ. σχετικά, Militär und Innenpolitik, αρ. 154, σ. 378 ff., αρ. 164, σ. 402-406, ειδικότερα σ. 404.

²⁴ Σημειωτέον πως ο κάθε στρατιωτικός διοικητής λογοδοτούσε απευθείας στον αυτοκράτορα. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία διαιωνίστηκε έως τον Οκτώβριο του 1918. Βλ. σχετικά τα αποκαλυπτικά έγγραφα του πρώτου κεφαλαίου στο Militär und Innenpolitik, σ. 3-59.

²⁵ Militär und Innenpolitik, αρ. 165, σ. 406-414. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 216 ff.

²⁶ Ibid., σ. 237 ff. M. Kitchen, The Silent Dictatorship. The Politics of the German High Command under Hindenburg and Ludendorff, New York, 1976. G. D. Feldman, Army, Industry and Labor in Germany, 1914-1918, Princeton, 1966, σ. 135 ff. H. Afflerbach, Falkenhayn. Politisches Denken und Handeln im Kaiserreich, München, 1994, σ. 437-464.

²⁷ Militär und Innenpolitik, αρ. 175, σ. 431-440.

²⁸ Ο αντισυνταγματάρχης Nicolai ήταν υπεύθυνος της υπηρεσίας πληροφοριών και επικοινωνιών (λογοκρισία και προπαγανδα). Ο συνταγματάρχης Bauer, ειδήμων σε θέματα πυροβολικού, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά και με πολιτικούς της άκρας δεξιάς.

³º Das Werk des Unteruchungsausschusses des Verfanssunggebenden Deutschen Nationalversammlung und des Deutsches Reichstages, 4. Reie: Die Ursachen des deutschen Zusammenbruches im Jahre 1918, Bd. 1-12, Berlin, 1925-1930.

³¹ W. Deist, “The Military Collapse of the German Empire: The Reality Behind thw Stab-in-the-Back Myth”, στο War in History, Vol. 3 No. 2, 1996, σ. 186-207. Του ιδίου, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

³² Militär und Innenpolitik, αρ. 129, σ. 306 f., υποσ. 3.

³³ Ibid.

³⁴ R. Patemann, Der Kampf um die preußische Wahlreform im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1964. Militär und Innenpolitik, αρ. 276 (4/4/1917), αρ. 277 (5/4/1917), αρ. 81 (11/4/1917), σ. 702 ff.

³⁵ W. Mommsen, “Die deutsche öffentliche Meinung und der Zusammenbruch des Regierungssystems Bethmann Hollweg im Juli 1917” στο ( επιμ. W. Mommsen), Der autoritäre Nationalstaat. Verfassung, Gesellschaft und Kultur im deutschen Kaiserreich, Franfurt/M., 1990, σ. 422-440. Militär und Innenpolitik, αρ. 314 και 319, σ. 782 ff., 790 ff.

³⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 273, σ. 695 f. W. Deist, “Kiel und die Marine im Ersten Weltkrieg, στο (επιμ. J. Elvert, J. Jensen, M. Salewski, Kiel, die Deutschen und die See, Stuttgart, 1992, σ. 141-154.

³⁷ Τον Απρίλιο του 1917, η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρώτο κύμα σοβαρών ελλείψεων στον κλάδο της βιομηχανίας. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους, εκδηλώθηκαν περιστατικά κοινωνικής δυσαρέσκειας στις τάξεις του ναυτικού και του στρατού ξηράς.

³⁸ Militär und Innenpolitik, αρ. 190 (9/10/1916), σ. 492-497, αρ. 275 (2/4/1917), σ. 700-702.

 

Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή ανακοίνωσης στο πλαίσιο διεθνούς Συνεδρίου με γενικό τίτλο La bataille de la Somme dans la Grande Guerre, οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα από 1-4 Ιουλίου 1996 στην κωμόπολη Péronne (Somme), με αφορμή τη συμπλήρωση ογδόντα ετών από τη Μάχη του Somme. Οργανωτικός φορέας: Centre de Recherches de l’ Historial de la Grande Guerre(https://www.historial.fr/en/international-research-center/presentation-et-missions/).Ο ξενόγλωσσος τίτλος του άρθρου έχει ως εξής: Germany 1916: The “mood” at home.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.

 

Σοφία Λαΐου: Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 Σοφία  Λαΐου

Το ρεμπελιό της Σμύρνης (1797)

 

                                                                Στα καπελειά βάζουν φωτιές,  στα σπίτια ρίχνουν μπαλλοτιές

                                                                             και όσον ημπορούσι και δύνονται βαρούσι…

                                                                         Ώχου, ταλαίπωροι Γραικοί, όσοι βρεθήκατε εκεί,

                                                                          σ’ εκείνη την μεγάλην  κακήν ανεμοζάλην! 

 

Οι παραπάνω στίχοι ανώνυμου λαϊκού ποιητή διεκτραγωδούν το ρεμπελιό, ή αλλιώς εξέγερση, των γενιτσάρων στην Σμύρνη το 1797, ένα γεγονός που προστέθηκε σε μια σειρά βίαιων συγκρούσεων που μάστιζαν την πόλη ήδη από το 17ο αιώνα. Ωστόσο, η έκταση των επεισοδίων και ο αριθμός των θυμάτων των χριστιανών κατοίκων της πόλης ήταν τέτοιος, που το ρεμπελιό χαρακτηρίσθηκε ως η σημαντικότερη καταστροφή που υπέστη η Σμύρνη τον 18ο αιώνα, ενώ ο θρήνος και η οργή των απλών κατοίκων αποτυπώθηκαν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο σε λαϊκά στιχουργήματα της εποχής. Όπως θα φανεί παρακάτω, το ρεμπελιό συνέβη σε μια εποχή έντονων πολιτικών και οικονομικο-κοινωνικών διεργασιών στην οθωμανική αυτοκρατορία, που σημαδεύονταν από μια προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων κέντρου-περιφέρειας και επιβολής του κρατικού ελέγχου σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες κινούνταν εκτός της παραδοσιακής οθωμανικής «τάξης» (nizam). Τέλος, το θέατρο των συγκρούσεων ήταν μια πόλη με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα και κοινωνικές διαφοροποιήσεις που με τη σειρά τους γέννησαν οξείες διακοινοτικές συγκρούσεις.

Οι δυτικές και οθωμανικές πηγές σε γενικές γραμμές συγκλίνουν στην εξιστόρηση των γεγονότων, ρίχνοντας, ωστόσο, το κέντρο βάρους σε διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης. Το Μάρτιο του 1797 και κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα Ραμαζάν, κατέφθασε στην Σμύρνη ένας θίασος Αυστριακών ακροβατών για μια σειρά παραστάσεων. Η απαίτηση του βοεβόδα της πόλης Buldanlı Osman Efendi προς τον Αυστριακό πρόξενο να ακυρωθούν οι παραστάσεις, καθώς υπήρχε κατά τη γνώμη του η πιθανότητα να προκληθούν ζημίες και γενικευμένη αταξία, δεν λήφθηκε υπόψη. Άλλωστε το θέαμα αναμενόταν να προσελκύσει μεγάλο αριθμό – όπως και έγινε – από τους  Ευρωπαίους και άλλους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, ενώ φαίνεται ότι το ενδιαφέρον συμμερίστηκαν και μερικοί μουσουλμάνοι. Η παράσταση θα δινόταν σε υπαίθριο χώρο έξω από την πλουσιότερη συνοικία της πόλης και κέντρο του εμπορίου, τον Φραγκομαχαλά. Η είσοδος επιτρεπόταν μόνο μετά την πληρωμή του σχετικού αντιτίμου και για το σκοπό αυτό ο Βενετός πρόξενος εγκατέστησε έναν γενίτσαρο γιασακτσή (φρουρό) της ακολουθίας του. Ωστόσο, μια ομάδα ναυτών, Βενετών υπηκόων  από την Ζάκυνθο, μαζί με επίσης Βενετούς Κροάτες και Σκλαβούνους (κατοίκους των Δαλματικών ακτών) προσπάθησαν να εισέλθουν χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του γενιτσάρου που απέτρεψε την είσοδό τους. Οι συγκεκριμένοι ναύτες επέστρεψαν στον τόπο του θεάματος, αυτή τη φορά με όπλα, και κάποιος από αυτούς σκότωσε τον γενίτσαρο.

Η δολοφονία ξεσήκωσε το λόχο του συγκεκριμένου στρατιωτικού, του οποίου οι σύντροφοι, κατά μία μαρτυρία, περιέφεραν εξαγριωμένοι τα ματωμένα ρούχα του, απαιτώντας την παράδοση του δολοφόνου. Η  αντίδρασή τους ήταν νομικά η αναμενόμενη. Επρόκειτο για διένεξη μεταξύ ξένων και οθωμανών υπηκόων για αδίκημα κατά της ζωής, γεγονός που επέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης στο οθωμανικό ιεροδικείο και αφετέρου εξανάγκαζε- πάλι σύμφωνα με το οθωμανικό ποινικό δίκαιο- τους έχοντες νόμιμο συμφέρον και σχέση με το θύμα (δηλαδή τους συντρόφους του γενιτσάρου) να αναζητήσουν οι ίδιοι το θύτη, τυπικά-αλλά χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο στην προκειμένη περίπτωση- για να τον προσαγάγουν στο ιεροδικείο. Έτσι, απευθύνθηκαν, χωρίς αποτέλεσμα, στο Βενετικό και στη συνέχεια στο Ρωσικό Προξενείο, καθώς τους είχε δοθεί η πληροφορία ότι ο δολοφόνος είχε καταφύγει σε ένα από τα ρωσικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Σμύρνης.

Η πιθανότητα γενικευμένου ξεσηκωμού των γενιτσάρων στην πραγματικότητα αδρανοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Σε συμβούλιο των οθωμανών αξιωματούχων, που έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου, ο οθωμανός δικαστής (καδής) και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι, προφανώς μετά από σχετική προειδοποίηση των ίδιων των γενιτσάρων, έκαναν λόγο για επικείμενη εξέγερση των τελευταίων και ανέφεραν την απειλή για πυρπόληση της Φράγκικης συνοικίας σε περίπτωση που δεν παραδινόταν ο δολοφόνος. Ζήτησαν δε την άμεση ενημέρωση των προξένων και χαρακτηριστικά ανέφεραν ότι «σε κάθε περίπτωση εμείς νίπτουμε τας χείρας μας». Στη συνέχεια ο καδής παρέδωσε στους γενιτσάρους ιεροδικαστικό έγγραφο σχετικά με τη σύλληψη του ενόχου. Η φυγή, ωστόσο, του Βενετού προξένου Λουκά Χορτάτζη δεν βοήθησε στην εκτόνωση της κατάστασης, και όταν ζητήθηκε από τους Ευρωπαίους ομολόγούς του εκ μέρους των οθωμανικών αρχών να παραδώσουν τον ένοχο, ο μόνος υπεύθυνος γι’ αυτό απουσίαζε.

N. Knop, View of Smyrna. 1779, Amsterdam, Rijksmuseum.

Την  επόμενη μέρα κάποιοι από τους συντρόφους του δολοφονημένου γενίτσαρου κατέφυγαν στο «Χιώτικο Χάνι», όπου ήταν γνωστό ότι διέμεναν Βενετσιάνοι  Ζακυνθηνοί, Σκλαβούνοι και Κροάτες, προκειμένου να ζητήσουν την παράδοση του δράστη. Σε οθωμανικό έγγραφο αναφέρεται ότι ο αριθμός των Σκλαβούνων στο χάνι έφθανε τους 1.000, ενώ των γενιτσάρων σε 1.000-1.500. Η άρνηση παράδοσης του δολοφόνου και η ανταλλαγή πυροβολισμών με αποτέλεσμα τη δολοφονία γενιτσάρων έδωσε έναυσμα για μία από τις μεγαλύτερες σφαγές στην πόλη της Σμύρνης το 18ο αιώνα. Μαζί με τους εξεγερμένους γενίτσαρους ενώθηκαν ναύτες του οθωμανικού στόλου αλλά και οπλισμένοι μουσουλμάνοι της πόλης, συμπεριλαμβανομένων  ανέργων και άλλων φτωχών, οι οποίοι μετείχαν στην εξέγερση με το σύνθημα «οι Σκλαβούνοι επιτίθενται εναντίον των μουσουλμάνων». Η κατάσταση γρήγορα ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι γενίτσαροι σκότωναν όποιον Έλληνα έβρισκαν μπροστά τους και πυρπολούσαν κτήρια στον Φραγκομαχαλά. Η ισοπέδωση της συνοικίας ήταν σχεδόν ολοκληρωτική, καθώς οι γενίτσαροι εμπόδιζαν οποιαδήποτε επιχείρηση κατάσβεσης των πυρκαγιών, όπως αυτή που προσπάθησαν να οργανώσουν Γάλλοι υπήκοοι. Ο Φραγκομαχαλάς ήταν πλέον έρμαιο της εκδικητικής μανίας των εξεγερμένων καθώς και της φοράς του ανέμου. Η τελευταία ήταν που μετέφερε τη φωτιά στην Αρμενική συνοικία με αποτέλεσμα και αυτή να υποστεί ζημίες.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα των σφαγών και των εμπρησμών προστέθηκαν οι λεηλασίες των σπιτιών, καταστημάτων και των αποθηκών των πλούσιων Ευρωπαίων εμπόρων αλλά και των απλών μη μουσουλμάνων κατοίκων. Φαίνεται ότι, εκτός από τους μουσουλμάνους -στρατιωτικούς και μη,  σημαντικό μερίδιο στις λεηλασίες είχαν οι  Βενετοί ναύτες, ενώ σύμφωνα με έγγραφο της οθωμανικής διοίκησης οι τελευταίοι ευθύνονταν για το θάνατο 30-40 κατοίκων. Για το ίδιο θέμα ο Γάλλος πρόξενος σε αναφορά που έστειλε στον πρέσβη του στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας σώζεται η μετάφραση στα οθωμανικά, κατηγορεί μαζί με τους μουσουλμάνους κακοποιούς και τους «Κροάτες», ενώ σε αντίστοιχη αναφορά του Ρώσου προξένου γίνεται λόγος για «Σκλαβούνους και Ζακυνθηνούς»∙ ο τελευταίος προσθέτει: «Φταίνε οι Βενετσιάνοι. Αυτοί εξαγρίωσαν τους μουσουλμάνους. Εάν δεν εκδιωχθούν όλοι οι Βενετσιάνοι, οι Ευρωπαίοι έμποροι και οι κάτοικοι δεν θα μπορούν να είναι ασφαλείς». Ο Ρώσος πρόξενος βέβαια είχε σοβαρούς λόγους για να είναι οργισμένος με τον Βενετό ομόλογό του, καθώς η φήμη που κυκλοφόρησε εντέχνως από τον τελευταίο ότι ο δολοφόνος του γενίτσαρου ήταν Ρώσος υπήκοος οδήγησε τον όχλο να επιτεθεί στην οικία του, ενώ ο ίδιος την τελευταία στιγμή κατόρθωσε να διαφύγει σε ισπανικό πλοίο. Η διατύπωση, ωστόσο, της κατηγορίας εναντίον των Βενετσιάνων φαίνεται ότι δεν εδραζόταν μόνο στην προσωπική οργή του Ρώσου προξένου. Σύμφωνα με οθωμανική πηγή ο διερμηνέας του Βενετού προξένου «Zahriye» (Ζαχαρίας;) υποστήριξε στον μουμπασίρη (ειδικό απεσταλμένο της Υψηλής Πύλης) Derviş Abdullah Ağa ότι υπεύθυνοι για τις λεηλασίες ήταν οι Βενετοί ναύτες, οι οποίοι μετέφεραν τα κλοπιμαία στις γύρω ακτές και σε γειτονικά νησιά, και ότι οι ίδιοι είχαν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το «Γεγονός της Σμύρνης». Εντύπωση, πάντως, προκαλεί η απουσία οποιασδήποτε μνείας από τον διερμηνέα στο ρόλο των γενιτσάρων, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προσπάθεια της οθωμανικής κυβέρνησης να μοιραστεί η ευθύνη  για τη σφαγή και τις λεηλασίες.

Ενώ είναι γνωστό ότι οι γενίτσαροι εκτελούσαν όποιον Έλληνα συναντούσαν στον Φραγκομαχαλά, 0 προσδιορισμός του αριθμού των θυμάτων εξαρχής παρουσίαζε δυσκολίες. Σε αναφορά της οθωμανικής διοίκησης σημειώνεται ότι πολλοί εξ αυτών από φόβο δεν εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί, ενώ ο αριθμός τους ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί. Ωστόσο, ο Γάλλος Μ. Tricon, αυτόπτης μάρτυρας του μακελειού, μιλά για «μερικές εκατοντάδες» νεκρούς μεταξύ των «ραγιάδων». Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 60 μαθητές που κάηκαν όταν έπιασε φωτιά το σχολείο τους. Από την άλλη, ο Γάλλος πρόξενος στην Σμύρνη κάνει λόγο για πάνω από 1.000 νεκρούς, ενώ σε αναφορά ανωνύμου σχετικά με τα γεγονότα ο αριθμός ανέρχεται στους 1.265 νεκρούς. Βρετανικές πηγές κάνουν λόγο για 1.500 θύματα. Σε μία από τις ανταποκρίσεις που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των αδελφών Πουλίων στην Βιέννη τον Απρίλιο του 1797 γίνεται λόγος για 3.000 θύματα, αριθμός υπερβολικά μεγάλος που ούτως ή άλλως αναιρείται σε επόμενες ανταποκρίσεις της ίδιας εφημερίδας. Ας σημειωθεί ότι πέρα από τους νεκρούς, υπήρξαν πολλά γυναικόπαιδα που αιχμαλωτίσθηκαν και τα οποία οι συγγενείς εξαγόρασαν έναντι μεγάλων χρηματικών ποσών. Παρόλα αυτά ήταν αρκετοί οι χριστιανοί που σώθηκαν χάρις στις προσπάθειες μουσουλμάνων της πόλης, όπως ο ιμάμης «Nathir-Zabeth», ο οποίος σύμφωνα με τον αρθρογράφο της εφημερίδας Spectateur Oriental του Μαΐου του 1821, κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να συγκρατήσει την οργή των γενιτσάρων. Από την άλλη πλευρά, οι ανθρώπινες απώλειες μεταξύ των Ευρωπαίων υπηκόων, εάν υπήρξαν, ήταν ελάχιστες, καθώς η γειτνίαση των σπιτιών και των προξενείων με τη θάλασσα κατέστησε δυνατή τη διάσωσή τους από τα αγκυροβολημένα πλοία.

Hippolyte Berteaux, Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (1789-1807) έφιππος, Κωνσταντινούπολη, Μουσείο Τοπκαπί.

Η καταστροφή του εμπορικού και πλέον κοσμοπολίτικου – για τα δεδομένα της εποχής –κέντρου της Σμύρνης σήμαινε τεράστιες υλικές καταστροφές και σοβαρότατη ζημία για το εξωτερικό εμπόριο της πόλης. Πάνω από 1.500 σπίτια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν από τη φωτιά, ενώ τα αντίστοιχα καταστήματα ήταν περισσότερα από 3.500. Μεταξύ των κτηρίων που αποτεφρώθηκαν συμπεριλαμβάνονταν το νοσοκομείο των ορθοδόξων, τα προξενεία της Αγγλίας, Ολλανδίας και της Γαλλίας καθώς και η καθολική εκκλησία της Αγίας Μαρίας. Οι απώλειες μόνο των Βρετανών υπηκόων και εμπόρων έφθαναν τα 1.303.167 πιάστρα, ενώ η μεγαλύτερη ζημία που υπέστη Ευρωπαίος έμπορος ήταν αυτή του Βρετανού Joseph Franel που ανερχόταν σε 409.129 πιάστρα. Ήταν τέτοια η καταστροφή που, σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο «στην Σμύρνη δεν έμεινε ίχνος εμπόρου και εμπορικής δραστηριότητας».

Η επόμενη μέρα έφερε το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών, της αποζημίωσης των πληγέντων και της αποκατάστασης των καταστροφών. Οι πρόξενοι δικαιολογημένα επέρριψαν τις ευθύνες στις οθωμανικές αρχές, γιατί δεν απέτρεψαν την καταστροφή, ενώ γνώριζαν από πριν τι επρόκειτο να συμβεί. Μέσω των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη ζήτησαν την αποστολή στην Σμύρνη του τότε μουτεσελλίμη Αϊδινίου Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά, γόνο μιας από τις πλέον ισχυρές οικογένειες τοπικών αρχόντων (αγιάνηδων, ντερεμπέηδων) στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και κάτοχο εκτεταμένων τσιφλικιών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις οθωμανικές αρχές και η έκκληση για τον ερχομό του Καραοσμάνογλου ερμηνεύτηκε από την τουρκική βιβλιογραφία ως ξένη παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους που αγωνιζόταν την εποχή εκείνη να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τους τοπικούς άρχοντες, μερικοί εκ των οποίων κινούνταν πλέον εκτός της κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής. Ωστόσο, η αναζήτηση συνομιλητή στο πρόσωπο ενός Οθωμανού τοπικού άρχοντα και παράλληλα κρατικού αξιωματούχου, ο οποίος είχε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή και άρα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την διατήρηση μιας ομαλής οικονομικής δραστηριότητας, εν αντιθέσει με Οθωμανούς αξιωματούχους χωρίς ερείσματα στην περιοχή που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την φορολογική απομύζηση αγροτών και εμπόρων, αναδεικνύει τους πραγματικούς λόγους του αιτήματος των δυτικοευρωπαίων προξένων. Παρόλα αυτά στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πολιτικών ανταγωνισμών και της διελκυστίνδας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας η τοποθέτηση του Καραοσμάνογλου ως επικεφαλής των ερευνών εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης πρέπει να προκάλεσε αίσθηση. Ενδεχομένως σ’ αυτό το πλαίσιο των ανταγωνισμών να τοποθετείται η επισήμανση του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου (καπουδάν πασά) σε αναφορά του στην Υψηλή Πύλη τον Απρίλιο του 1797, ότι η τιμωρία των ενόχων «δεν είναι δουλειά μόνο των Καραοσμάνζαντε (Καραοσμάνογλου)».  Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι ο Καραοσμάνογλου Χουσεΐν Αγά συνοδευόταν από δύο ακόμα μουμπασίρηδες της Υψηλής Πύλης, ο ένας εκ των οποίων προερχόταν από το γενιτσαρικό σώμα.

Όπως θα φανεί παρακάτω, η οθωμανική κυβέρνηση επέρριψε το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης στους ναύτες Βενετούς υπηκόους. Ωστόσο, ο Καραοσμάνογλου φρόντισε να συλληφθεί και να φυλακισθεί ο βοεβόδας του γειτονικού προαστίου του Μπουρνόβα, Balıkçıbaşı Mehmed Ağa, ως υπεύθυνος για τα εδώ και καιρό συχνά φαινόμενα βιαιοπραγιών στην πόλη, καθώς και για το γεγονός ότι δεν φρόντισε να μην μετατραπεί σε εξέγερση η οργή των γενιτσάρων. Κατά τον Γάλλο Tricon, ο συγκεκριμένος βοεβόδας ήταν ένας από τους σημαντικότερους υπεύθυνους για τη σφαγή, κάτι που και ο Άγγλος πρέσβης αναφέρει σε επιστολή του τον Απρίλιο του 1797. Ο Tricon κατονομάζει επίσης και τον μουτεσελλίμη (βοεβόδα) της Σμύρνης, Buldanlı Osman Efendi, ο οποίος είχε ζητήσει τη ματαίωση της εκδήλωσης, γενικά ως «εχθρό των ευρωπαίων λόγω φανατισμού». Τελικά, τον Ιούνιο του 1797 ο βοεβόδας της Σμύρνης αντικαταστάθηκε λόγω της απροσεξίας και της αδράνειάς του να καταστείλει την εξέγερση και να συλλάβει τους κλέφτες. Επιπλέον, συνελήφθησαν ορισμένοι γενίτσαροι, ναύτες και άλλοι που θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στις επιθέσεις, ορισμένοι εκ των οποίων φυλακίσθηκαν και άλλοι αφέθησαν ελεύθεροι με την εγγύηση τρίτου προσώπου λόγω αμφιβολιών. Σώζεται πάντως κατάλογος των εικοσιένα μουσουλμάνων που κατηγορήθηκαν ως οι αρχηγοί του εξεγερμένου όχλου και ο οποίος εστάλη στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Άγγλου Francis Werry, τον Μάιο του 1797 εκτελέστηκαν 18 μουσουλμάνοι και 3 Βενετοί. Παράλληλα, υπήρξαν εκτοπισμοί μουσουλμάνων που ενεπλάκησαν στα γεγονότα, αρκετοί εκ των οποίων κατάγονταν από την Κρήτη. Στο εξής στόχος της κυβέρνησης ήταν ο απόλυτος έλεγχος των γενιτσαρικών στρατευμάτων που έδρευαν στην πόλη.

Τα επόμενα βήματα των απεσταλμένων της Πύλης μαζί με τους τοπικούς αξιωματούχους αφορούσαν στην επιστροφή των κλοπιμαίων στους δυτικοευρωπαίους και μη κατόχους τους, πολλά εκ των οποίων ήταν κρυμμένα στα βενετικά πλοία στο λιμάνι της Σμύρνης. Γι’ αυτό το σκοπό άλλωστε έγινε πολύ πιο αυστηρή η διαδικασία κατάπλου και αναχώρησης των πλοίων από το λιμάνι της πόλης. Παράλληλα, όσοι μουσουλμάνοι κάτοικοι συμμετείχαν στις λεηλασίες και δεν μπόρεσαν να διαφύγουν αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα κλοπιμαία, ενώ οι ίδιοι φυλακίσθηκαν. Ωστόσο, η επιχείρηση επιστροφής των κλεμμένων αντικειμένων ή χρηματικής αποζημίωσης των θυμάτων δεν είχε πάντοτε αίσια έκβαση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1798, σχεδόν ένα χρόνο μετά το γεγονός, οι Βρετανοί έμποροι δεν είχαν ακόμα αποζημιωθεί.

Από την άλλη πλευρά η προσπάθεια αποκατάστασης των ζημιών στον Φραγκομαχαλά και η επανακατασκευή των προξενείων και των οικιών φαίνεται ότι είχε τη συνδρομή της οθωμανικής κυβέρνησης, η οποία απέστειλε στην πόλη ειδικό αξιωματούχο∙ δεν γνωρίζουμε ωστόσο λεπτομέρειες. Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είναι ότι η στρατηγική θέση της πόλης όσον αφορά το δίκτυο του εξωτερικού εμπορίου της αυτοκρατορίας σταδιακά επανέφερε την οικονομική δραστηριότητα στα επίπεδα πριν την καταστροφή του 1797.

Χαρακτηριστικοί τύποι γενιτσάρων.

Τέλος, η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει τη δημόσια τάξη, ελέγχοντας τη μετακίνηση των ξένων υπηκόων, ειδικά των Βενετών, στην Σμύρνη και την περιοχή γύρω από αυτήν, διαχωρίζοντάς τους σε ταξιδιώτες και κατοίκους με ξένη προστασία. Επίσης διάταγμα του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου Γαζή Χουσεΐν Πασά που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1797 απαγόρευσε την εγκατάσταση στα νησιά του Αιγαίου των «Βενετσιάνων σούδιτων» που δραπέτευσαν από την Σμύρνη, καθώς εκδόθηκε διαταγή εκτέλεσής τους συμπεριλαμβανομένων και όσων από τους ντόπιους κατοίκους τούς προσέφεραν προστασία. Παράλληλα στο ίδιο διάταγμα αναφέρεται ότι τα έγγραφα προστασίας που εξέδιδαν τα Βενετικά προξενεία για τους Ζακυνθηνούς, Κεφαλλονίτες, Κερκυραίους και άλλους θεωρούνταν άκυρα. Η Πύλη επανήλθε λίγους μήνες αργότερα και επέβαλε στους Βενετούς οι οποίοι εργάζονταν στην οθωμανική επικράτεια και ήταν παντρεμένοι με χριστιανές υπηκόους του σουλτάνου να επιλέξουν στην πραγματικότητα μεταξύ του «ραγιαδιλικιού», της οθωμανικής δηλαδή υπηκοότητας και επομένως και της αντίστοιχης φορολογικής επιβάρυνσης, και της εγκατάλειψης της χώρας. Επιπρόσθετα απαγορεύτηκε να κυκλοφορούν οι ναύτες Βενετικών πλοίων στις πόλεις οπλισμένοι ή να βγαίνουν από τα πλοία χωρίς λόγο και να διανυκτερεύουν εκτός. Στις περιπτώσεις αυτές θα συλλαμβάνονταν  χωρίς «να είναι καμμία υπόληψις εις το ότι είναι Βενετσιάνοι». Όσον αφορά δε τους «Σκλαβούνους, Ζακύνθιους, Κεφαλλωνίτας, Χιρβάταις» οι οποίοι ευθύνονταν, κατά την κυβέρνηση, για τα γεγονότα της Σμύρνης και οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Ρωσία αποκτώντας τη ρωσική προστασία και επέστρεφαν ως «Ρώσοι» στην οθωμανική επικράτεια, ορίστηκε να λογαριάζονται ως ξένοι υπήκοοι μόνον εφόσον ήταν καταγεγραμμένοι ως τέτοιοι στα ρωσικά προξενεία. Αντίστοιχα, οι βενετσιάνοι προστατευόμενοι οι οποίοι εργάζονταν ως ναύτες σε πλοία με ρωσική σημαία θα θεωρούνταν πλέον ως απλοί μισθωτοί, και θα έχαναν την ξένη προστασία.

 

Τα κοινωνικά συμφραζόμενα

Η κατανόηση των αιτιών που γέννησαν το ρεμπελιό της Σμύρνης προϋποθέτει τη διερεύνηση αφενός των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων που ανέδειξαν την πόλη αυτή ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του εξωτερικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο και αφετέρου των πολιτικών εξελίξεων των τελών του 18ου αιώνα και των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ (1789-1807).

Οι διεργασίες που ανέδειξαν μια μικρή κωμόπολη στα τέλη του 16ου αιώνα σε σημαντικό κέντρο διεθνούς εμπορίου καταρχήν σχετίζονται με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις που έθεσαν σε νέα βάση τις σχέσεις κέντρου και περιφέρειας. Οι τελευταίες δύο δεκαετίες του 16ου αιώνα είναι η εποχή των στρατιωτικών και επώδυνων δημοσιονομικών αλλαγών που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων και των απωλειών στο δυτικό μέτωπο με τους Αψβούργους. Οι αλλαγές αυτές επανακαθόρισαν τη σχέση της Κωνσταντινούπολης με τις επαρχίες και έθεσαν τις βάσεις για την ανάδειξη των τοπικών παραγόντων, εξέλιξη που στη δυτική Μικρά Ασία και αλλού σταδιακά αποδυνάμωσε τον κεντρικό οικονομικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή των εμπορικών δρόμων μέσω των οποίων προωθούνταν τα μπαχαρικά και το μετάξι από την Ανατολική Ασία στην Ευρώπη και οι οποίοι παλαιότερα είχαν αναδείξει πόλεις όπως η Προύσα, το Χαλέπι και η Αλεξάνδρεια, συνέβαλε στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Μία από αυτές ήταν η εκμετάλλευση των πλούσιων πεδιάδων των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Η στροφή του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος στην περιοχή αυτή έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της Σμύρνης, η οποία από τους περίπου 2.000 κατοίκους στα τέλη του 16ου αι., στην πλειονότητά τους μουσουλμάνους, που ασχολούνταν με το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και ενίοτε έκαναν λαθρεμπόριο σιτηρών, έφθασε στα μέσα του 17ου αιώνα  τις 60-70.000 κατοίκους, και πάλι στην πλειονότητά τους μουσουλμάνοι. Ωστόσο, στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ήδη διαμορφωθεί μια ευδιάκριτη κοινότητα ξένων εμπόρων, Ολλανδών, Άγγλων, Γάλλων και Βενετών, οι οποίοι διείδαν τις δυνατότητες της οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτούς προστέθηκε ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός μη μουσουλμάνων οθωμανών υπηκόων, οι οποίοι διείσδυσαν στα εμπορικά δίκτυα είτε αυτόνομα είτε ως μεσάζοντες των ξένων εμπόρων.

Πορτραίτο του Άγγλου εμπόρου Francis Levett, με τουρκική ενδυμασία. Χαρακτικό εμπνευσμένο από τον πίνακα του Jean Etienne Liotard M. Levett, Negociant Anglais, που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου στην οθωμανική αυτοκρατορία σχετίζεται άμεσα με το θεσμό των διομολογήσεων, των εμπορικών προνομίων συνοδευόμενων με το δικαίωμα της ετεροδικίας, που –αρχικά μονομερώς- παραχωρούσε το οθωμανικό κράτος σε ευρωπαϊκές χώρες με αντάλλαγμα οφέλη σε οικονομικό (πληθώρα προϊόντων, αύξηση τελωνειακών δασμών ως αποτέλεσμα του όγκου των εμπορικών συναλλαγών) και διπλωματικό επίπεδο. Ουσιώδες χαρακτηριστικό των διομολογήσεων αποτέλεσε η δυνατότητα της παραχώρησης της προστασίας του συμβαλλόμενου ξένου κράτους σε μη μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι μέσω των σημαντικών προνομίων που αποκτούσαν ως δραγουμάνοι (μεταφραστές) έθεταν τους εαυτούς τους εκτός των πολιτικο-κοινωνικών ορίων που ενείχε η θέση τους ως ραγιάδων στην οθωμανική κοινωνία. Σταδιακά ο αριθμός των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους αυξήθηκε, εν πολλοίς ως αποτέλεσμα της «πώλησης» της προστασίας από τους ξένους πρέσβεις. Η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε με την ενασχόληση με ξένες προς τα καθήκοντά των «προστατευομένων» υποθέσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνική δραστηριότητα καθώς και η προσοδοφόρα φοροενοικίαση, εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές διατάξεις των εμπορικών συμφωνιών. Η Υψηλή Πύλη προσπάθησε καθ΄όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα να περιορίσει το φαινόμενο αυτό, η πλέον όμως επιτυχημένη προσπάθεια έγινε μόλις το 1806. Ήταν περισσότερο η παράνομη ενασχόληση των «προστατευομένων» και των υπαλλήλων τους με το εμπόριο που ενοχλούσε την κεντρική εξουσία, παρά η -όχι τόσο μεγάλη όσο παλαιότερα νομιζόταν- αύξηση του αριθμού τους.

Η ανάδειξη, επομένως, του λιμανιού της Σμύρνης ως εισαγωγικού και εξαγωγικού κέντρου με τη δραστηριοποίηση των ευρωπαίων προξένων συνδυάστηκε με την παραχώρηση της ξένης προστασίας κυρίως σε ορθόδοξους και αρμένιους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι αναλάμβαναν το ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ του εμπόρου και των ντόπιων παραγωγών, γνωρίζοντας παράλληλα τη γλώσσα και τις συνήθειες των Οθωμανών αξιωματούχων. Ωστόσο, ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα τμήμα της ορθόδοξης κοινότητας της Σμύρνης, εκμεταλλευόμενο τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, κατόρθωσε να ελέγξει σημαντικό κομμάτι του διεθνούς εμπορίου, αναλαμβάνοντας εν πολλοίς αυτόνομη δράση. Σε αυτό το ανταγωνιστικό πλαίσιο οι μουσουλμάνοι τοπάρχες της περιοχής έδειξαν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εξαγωγικού εμπορίου, προωθώντας στην αγορά προϊόντα, όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, που προέρχονταν από τα τσιφλίκια τους ή τις γαίες στις οποίες είχαν επενδύσει ως φοροενοικιαστές. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα στην Σμύρνη και τα περίχωρά της είχε σχηματιστεί ένα τρίγωνο μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που οριζόταν από τους πλέον επιτυχημένους Ευρωπαίους εμπόρους και τους μεσάζοντές τους, τους οθωμανικής υπηκοότητας χριστιανούς μεγαλεμπόρους και τους μουσουλμάνους τοπάρχες. Εκτός του τριγώνου βρίσκονταν οι υπόλοιποι μικροέμποροι, βιοτέχνες και παραγωγοί, μουσουλμάνοι και μη, οι οποίοι επιδίωκαν να προσπορισθούν κέρδη από την ανάπτυξη του εμπορίου, ενώ παράλληλα υφίσταντο τις οικονομικές πιέσεις της κυβέρνησης και των τοπαρχών-τσιφλικάδων.

Σε αυτό το διεθνοποιημένο περιβάλλον οι κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις γίνονταν ολοένα και πιο έκδηλες, ιδιαίτερα μέσα σ’ ένα πλαίσιο θρησκευτικών και πολιτισμικών διαφορών εντεινόμενων όσο η διεθνής θέση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα οικονομικά της προβλήματα επιδεινώνονταν. Ήδη από το 17ο αιώνα ήταν συχνές οι διενέξεις Οθωμανών αξιωματούχων και ευρωπαίων προξένων ή εμπόρων για θέματα φορολογίας ή δικαιοδοσίας ως προς την εκδίκαση διαφορών. Στις διενέξεις αυτές πρέπει να προστεθούν οι ταραχές που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά των ξένων ναυτών ή των μουσουλμάνων πειρατών της Βόρειας Αφρικής, οι οποίοι περιφέρονταν στην πόλη οπλισμένοι τρομοκρατώντας τους κατοίκους της Σμύρνης. Ιδιαίτερα παραβατική συμπεριφορά φαίνεται όμως ότι είχαν οι υπήκοοι ή προστατευόμενοι της Βενετίας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτών που απασχολούνταν σε βενετσιάνικα πλοία. Ειδικότερα, στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα μια ομάδα Ζακυνθηνών ναυτών, βενετών υπηκόων, αποτέλεσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη στην Σμύρνη, με αποτέλεσμα να πιεσθεί ο πρέσβης της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη από τους ομολόγους του να απομακρύνει τους ταραξίες από την πόλη. Το γεγονός ότι η παρουσία των συγκεκριμένων υπηκόων ή προστατευομένων συχνά συνδεόταν με ταραχές σχετίζεται και με τη λήψη μέτρων εκ μέρους της οθωμανικής κυβέρνησης λίγα χρόνια πριν το ρεμπελιό, προκειμένου να ελεγχθεί η οικονομική τους δραστηριότητα και ο τρόπος με τον οποίο αποδιδόταν η ξένη προστασία. Η επιδεινούμενη πάντως θέση της ίδιας της Βενετίας, η οποία λίγους μήνες μετά το ρεμπελιό έπαψε και επισήμως να υφίσταται ως κράτος με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, συνέτεινε στην ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των υπηκόων και προστατευομένων καθώς και στην αδυναμία ελέγχου τους εκ μέρους των κατά τόπους προξένων.

Άποψη της Σμύρνης, χαρακτικό του 1733.

Οι ταραχές που προκαλούσαν στην πόλη οι «ξένοι» δεν ήταν, ωστόσο, οι μοναδικές. Σε δύο περιπτώσεις, το 1738 και το 1772-1775, η Σμύρνη και τα περίχωρά της έγιναν το θέατρο συγκρούσεων μουσουλμάνων τοπαρχών που έριζαν για τη διεκδίκηση της τοπικής εξουσίας, δρώντας ανεξάρτητα ή σε συνεννόηση με την Υψηλή Πύλη, η οποία πάντοτε επεδίωκε την πλήρη υποταγή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις δύο περιπτώσεις νικητές αναδείχθηκαν μέλη της ισχυρής οικογένειας των Καραοσμάνογλου, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει οικονομική δύναμη αλλά κυρίως είχαν ευρύ πελατειακό δίκτυο στον ντόπιο πληθυσμό και καλή σχετικά συνεργασία με τους ευρωπαίους εμπόρους. Παρά το γεγονός ότι η Υψηλή Πύλη προσπάθησε επανειλημμένως να μειώσει την εξουσία των Καραοσμάνογλου με διαφόρους τρόπους, η απουσία ισχυρού κεντρικού ελέγχου στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ήταν κάτι παραπάνω από προφανής δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας, που τελικά καλυπτόταν από τους ισχυρότερους τοπάρχες. Η προσφυγή επομένως των ευρωπαίων προξένων στον Χουσεΐν Καραοσμάνογλου την επαύριο του ρεμπελιού ήταν απολύτως αναμενόμενη.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι στην Σμύρνη του 1797 η έντονη οικονομική ανάπτυξη της οποίας τα κέρδη προσπορίζονταν μικρό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνδυασμό με τα διογκούμενα δημοσιονομικά  προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στους απλούς Οθωμανούς υπηκόους δημιούργησαν μία επισφαλή ισορροπία. Σε αυτό το πλαίσιο των ποικίλων ανισοτήτων και των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων η αντίδραση απέναντι στην οικονομική υπεροχή του ευρωπαίου υπηκόου, εκφραζόμενη συχνά με αλαζονεία, διατυπωνόταν από τους μουσουλμάνους με θρησκευτικούς και πολιτισμικούς όρους. Ενίοτε όμως και με εξέγερση.

Εάν οι ναύτες βενετσιάνικης υπηκοότητας αποτελούν τη μία πτυχή του δράματος, οι γενίτσαροι αποτελούν την άλλη. Η περιγραφή της δράσης των γενιτσάρων στο ρεμπελιό του 1797 ταιριάζει με ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που με τον καιρό απέκτησε το σώμα: απειθαρχία και παραβατική συμπεριφορά που συχνά κατέληγε σε εξέγερση. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η έλλειψη επαρκούς στρατιωτικής εκπαίδευσης, η ενασχόληση με οικονομικές δραστηριότητες και η μεγάλη αύξηση του αριθμού των γενιτσάρων, που περιλάμβαναν πλέον «στρατιώτες» που δεν είχαν σχέση με στρατιωτικά καθήκοντα αλλά και απλούς κατοίκους πόλεων-μικροεπαγγελματίες που μέσω της ονομαστικής και μόνο ένταξής τους στο σώμα επιζητούσαν την εξασφάλιση μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ίδιων των γενιτσάρων («ψευδογενίτσαροι»). Εν ολίγοις, το γενιτσαρικό σώμα του 1797 πόρρω απείχε από το αντίστοιχο του 15ου και 16ου αιώνα, που αποτέλεσε την αιχμή των οθωμανικών κατακτήσεων. Είναι γεγονός ότι η προσπάθεια του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ να ιδρύσει ένα εντελώς καινούργιο τύπο στρατού στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού προγράμματος (nizam-i cedid), το οποίο θα αποτελείτο από Τούρκους και θα είχε μοντέρνα για την εποχή στρατιωτική εκπαίδευση ως απάντηση στην ανικανότητα του παρωχημένου γενιτσαρικού σώματος, προκάλεσε την ανησυχία και στη συνέχεια οργή των γενιτσάρων και την καθαίρεση του σουλτάνου. Το γεγονός επίσης ότι η προσπάθεια αυτή άρχισε να υλοποιείται μόλις τρία χρόνια πριν το ρεμπελιό, επέτεινε την ανασφάλεια και την εχθρότητά τους προς την κεντρική εξουσία.

Ωστόσο, το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1797 δεν μπορεί να  εξηγηθεί μόνο στο πλαίσιο της αντίδρασης των γενιτσάρων στη μεταρρυθμιστική αυτή προσπάθεια. Θεωρώ πολύ πιθανό το γεγονός ότι οι γενίτσαροι εξέφρασαν τη δεδομένη στιγμή μαζί με τη δική τους οργή για τη δολοφονία ενός μουσουλμάνου στρατιώτη από χριστιανούς «απίστους» και την οργή του μουσουλμανικού και φτωχότερου τμήματος της Σμύρνης, αυτών που αδυνατούσαν να καρπωθούν τα οφέλη της ανάπτυξης του εμπορίου και βίωναν έντονα τις αντιθέσεις «χριστιανός/πλούσιος-μουσουλμάνος/φτωχός». Αυτές οι αντιθέσεις ανέτρεπαν την παραδοσιακή θεώρηση της μουσουλμανικής κοινωνίας στην οποία η υπεροχή του μουσουλμάνου θεωρείται δεδομένη έναντι όλων των μη μουσουλμάνων και πολύ περισσότερο αυτής των «δούλων της Πύλης» όπως θεωρούνταν οι γενίτσαροι. Έτσι, η υποστήριξη που σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές προσέφεραν τμήματα του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης στους εξεγερμένους γενιτσάρους εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Άλλωστε είναι πολύ πιθανόν οι ίδιοι γενίτσαροι της Σμύρνης να είχαν αναπτύξει οικονομική δραστηριότητα ή να είχαν δοσοληψίες και κοινά συμφέροντα με μικροεπαγγελματίες, όπως γινόταν την ίδια εποχή σε άλλες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την περίπτωση οι γενίτσαροι έπαιζαν τον ρόλο των αυτόκλητων προστατών/εκφραστών των μουσουλμάνων βιοτεχνών και εμπόρων της Σμύρνης που πλήττονταν από την οικονομική πολιτική του οθωμανικού κράτους εξαιτίας των συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού που δημιουργούσαν οι διομολογήσεις.

Jacob Philipp Hackert, The Battle of Chesma on the 5th July 1770, St Petersburg, Central Naval Museum.

Πέρα όμως από τις παραμέτρους αυτές, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η υποβόσκουσα οργή των μουσουλμάνων για τις στρατιωτικές ήττες και εδαφικές απώλειες που υφίστατο η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία από τα χριστιανικά κράτη, και η οποία λειτούργησε συμπληρωματικά στο ήδη εκρηκτικό κλίμα που δημιουργήθηκε με τη δολοφονία των γενιτσάρων. Η οργή αυτή για πρώτη φορά εκδηλώθηκε στην Σμύρνη το 1770 με τις σφαγές χιλιάδων – κατά μία εκτίμηση – ορθοδόξων μετά την καταστροφή του οθωμανικού στόλου από τους Ρώσους στη ναυμαχία του Τσεσμέ. Ενώ οι γενίτσαροι ήταν αυτοί που το 1770 επέβαλαν την τάξη στην πόλη, είκοσι επτά χρόνια αργότερα ένας συνδυασμός παραγόντων όπως η άσχημη για την αυτοκρατορία διεθνής συγκυρία (απώλεια Κριμαίας και του ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας, απώλειες στα Βαλκάνια), οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του Σελίμ Γ΄ που τους έθιγαν άμεσα και οι ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές σε ένα κράτος που κατά τ’ άλλα ευαγγελιζόταν την ύπαρξη αυστηρών πολιτικο-θρησκευτικών διαχωρισμών μεταξύ μουσουλμάνων και μη, τους κατέστησαν πρωταγωνιστές της εξέγερσης. Επρόκειτο επομένως για έναν συνδυασμό πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων που συνέτειναν στο ξέσπασμα του ρεμπελιού, ένα ξέσπασμα που σε τελευταία ανάλυση στρεφόταν εναντίον της διασάλευσης της παραδοσιακής τάξης, στην οποία οι γενίτσαροι κατείχαν σημαντική θέση. Για τους τελευταίους τη θέση αυτή απειλούσε πλέον το ίδιο το οθωμανικό κράτος, επιδιώκοντας τον παραμερισμό τους, αλλά και ο συσχετισμός των δυνάμεων που διαμορφώνονταν στην οθωμανική κοινωνία με την ανοχή της Υψηλής Πύλης και ο οποίος αναδείκνυε το ρόλο των μη μουσουλμάνων. Το γεγονός ότι τρεις μήνες μετά το ρεμπελιό στην Σμύρνη οι συγκρούσεις επαναλήφθηκαν αυτή την φορά στην Αλεξάνδρεια, όπου και εκεί ο στόχος ήταν οι μη μουσουλμάνοι και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, καταδεικνύει το μέγεθος των κοινωνικών εντάσεων.

Αντιμέτωπη με αυτή την κατάσταση, στις αρχές του 19ου αιώνα η οθωμανική κυβέρνηση θα λάβει μέτρα, προκειμένου κυρίως να επιβάλει ξανά τον έλεγχο σε κοινωνικές ομάδες που είχαν- τυπικά ή όχι -ξεφύγει από το «ραγιαδιλίκι». Τα μέτρα αυτά εκτείνονταν από την ενίσχυση της οθωμανικής ναυτιλίας σε συνδυασμό με τον περιορισμό της ξένης προστασίας έως την  επαναφορά των περιοριστικών κανόνων ενδυμασίας για τους μη μουσουλμάνους. Τα μέτρα όμως ελήφθησαν πολύ αργά και ήταν αποσπασματικά. Σε τελευταία ανάλυση, δεν μπόρεσαν να αντιστρέψουν μια πορεία που είχε αρχίσει να διαγράφεται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 

Η Σοφία Λαΐου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Ν. Κ.Χ. Κωστής, Σμυρναϊκά Ανάλεκτα. Το εν Σμύρνη ρεμπέλλιον του έτους 1797, εν Αθήναις 1904.

– I. Παπαγιαννόπουλος, «Νέο φως στο ρεμπελιό της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά Α΄(1938), 261-267.

-Ν. Βέης, «Το «μεγάλο ρεμπελλιό» της Σμύρνης κατά νεωτάτας έρευνας», Μικρασιατικά Χρονικά Δ΄ (1948), 411-422.

-Χ. Σολομωνίδης, Το θέατρο στην Σμύρνη, Αθήνα 1954.

– R. Clogg, «The Smyrna Rebellion of 1797: Some Documents from the British Archives», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 3 (1982), 71-125

– N. Ülker, «1797 Olayı ve İzmir΄in Yakılması», Tarih İncelemeleri Dergisi II (1984), 117-161.

– E. Frangakis-Syrett, The Commerce of Smyrna in the Eighteenth Century, Athens 1992.

-Λ. Χρηστάκης, Ο Νικήτας Νηφάκης και η «Ιστορία του Φραγκομαχαλά της Σμύρνης» (Το ρεμπελιό της Σμύρνης), Θεσσαλονίκη 1993.

-D. Goffman, «Izmir: from Village to Colonial Port City», στο E. Eldem-D. Goffman-B. Masters, The Ottoman City between East and West, Καίμπριτζ 1999, σ. 79-134.

-Ch. Philliou, «Mischief in the Old Regime: Provincial Dragomans and Social Change at the Turn of the Nineteenth Century», New Perspectives on Turkey 25 (2001), 104-121.

– C. Kafadar, “Janissaries and Other ‘Riffraff’ of Ottoman Istanbul: Rebels Without a Cause?”, B. Tezcan-K. Barbir (εκδ.), Identity and Identity Formation in the Ottoman World, Madison, Wisconsin 2007, σ. 113-134.

Ανδρέας Δεβετζής: Μεγάλη Εβδομάδα. Μια εμπειρία μέσα από τα ακούσματα της Βυζαντινής Μουσικής

 Ανδρέας  Δεβετζής

Μεγάλη Εβδομάδα. Μια εμπειρία μέσα από τα ακούσματα της Βυζαντινής Μουσικής

 

Μέσα στη μακραίωνη πορεία του ο Ελληνισμός, ως εθνική οντότητα, διαμορφωμένη μέσα σε ποικίλες ιστορικές συγκυρίες, άφησε πάνω στο χάρτη του παγκόσμιου πολιτισμού λαμπρά έργα τέχνης και σκέψης.

Ακόμη και σε περιόδους που η Ιστορία επεφύλαξε στους Έλληνες σκληρή δοκιμασία, η συνολική αυτή εθνική συνείδηση κατάφερε να διατηρήσει, αν όχι να εξελίξει, λαμπρές μορφές της Τέχνης.

Μια μορφή πολιτισμού πολύ ιδιαίτερη, είναι αυτό που ονομάζουμε βυζαντινή  μουσική. Είναι η μουσική που διαμορφώθηκε μέσα στην περίοδο της βυζαντινής ιστορίας και είχε ως στόχο να επενδύσει ηχητικά τους ύμνους της Ανατολικής Εκκλησίας. Είναι η «λόγια» ελληνική μουσική· ό,τι δηλαδή ονομάζουμε σοβαρή μουσική για τον δυτικό κόσμο. Συγκροτήθηκε, οργανώθηκε και αναλύθηκε, και ως πρακτική, και ως μουσική επιστήμη. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο διατηρήθηκε ως παράδοση σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς αλλά άνθισε περισσότερο και εξελίχθηκε κυρίως στο εθνικό τότε κέντρο που ήταν η Κωνσταντινούπολη με το ορθόδοξο Πατριαρχείο, φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας και υπηρετώντας με αρτιότητα τον αρχικό σκοπό που ήταν η μελοποίηση των εκκλησιαστικών ύμνων.

Η βυζαντινή μουσική διαμορφώθηκε στα χρόνια του βυζαντινού Μεσαίωνα, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Ο μέγας φιλόσοφος Πυθαγόρας εφηύρε και ανέπτυξε το οκτάχορδο σύστημα, την πρώτη μουσική κλίμακα, μετά από εντατικούς μαθηματικούς υπολογισμούς. Αλλά, και άλλα σπουδαία ελληνικά ονόματα της αρχαιότητας αναφέρονται σε σχέση πάντα με τη Μουσική, όπως του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Πλούταρχου, του Ξενοφώντα, του Ευκλείδη, του Πτολεμαίου, του Αριστόξενου κλπ.

Κλίμακα του Πυθαγόρα

Υπάρχει κάτι κοινό που συνδέει την μουσική της αρχαίας Ελλάδας με τη βυζαντινή μουσική. Έχουν το ίδιο πνεύμα, τον ίδιο στόχο. Ο στόχος είναι να υπηρετήσει η μουσική τον μεγάλο ποιητικό λόγο.

Σκοπός του βυζαντινού μέλους (μελωδίας) δεν είναι αυτό που λέμε πολλές φορές «τέχνη για την τέχνη», αλλά κυρίως να συμβάλλει εις τον λατρευτικό σκοπό.

Έχουμε δηλαδή μία θαυμαστή συνεργασία και ισορροπία μεταξύ του ύμνου και του λόγου από τη μία πλευρά και των μουσικών χαρακτήρων από την άλλη. Οι ύμνοι προσφέρουν το υλικό και το μέλος προσφέρει το κατάλληλο μουσικό ένδυμα. Μέσα από την Οκτώηχο του Ιωάννου Δαμασκηνού επίσημα καθιερώνεται στην εκκλησιαστική μουσική η χρήση των τριών μουσικών γενών, δηλαδή του διατονικού, του εναρμονίου και του χρωματικού της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Η χρήση των ιδιαίτερων συστημάτων της βυζαντινής μουσικής. Η χρήση των οκτώ ήχων με τα ιδιώματά τους. Οι διαφορετικές κλίμακες και οι λεγόμενες φθορές που επιτρέπουν την εναλλαγή των ήχων μέσα σε ένα μέλος, είναι ένα μέρος του πλούσιου εξοπλισμού και οργανωμένου συστήματος που διαθέτει η βυζαντινή μουσική.

Το  μέλος ουδέποτε κινείται άσχετα με το περιεχόμενο των ύμνων, αλλά πάντοτε εμπνέεται από αυτό για να επιτευχθεί ο στόχος της υμνωδίας. Γι’  αυτό και ο τονισμός είναι βασικό στοιχείο του βυζαντινού μέλους, ώστε με τον σωστό τονισμό να αποδίδεται όσο γίνεται καλύτερα ο τονισμός του κειμένου και άρα να γίνεται αντιληπτό στους πιστούς της λατρευτικής ακολουθίας το νόημα των ύμνων. Το βυζαντινό μέλος διαθέτει μεγάλη εκφραστικότητα, δημιουργεί κατάνυξη, αναδύει σεμνότητα και ιεροπρέπεια περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσικό είδος.

Για την Ορθόδοξη Χριστιανική λατρεία, η περίοδος της Μεγάλης Εβδομάδος και η Ανάσταση, είναι κορυφαία στιγμή της τόνωσης του θρησκευτικού συναισθήματος. Η έννοια του πάθους και της λυτρωτικής Ανάστασης, μέσα από την ελληνική παράδοση παραλληλίζεται με την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, συμβολικά συσχετίζεται με την επανάσταση απελευθέρωσης από τον Οθωμανικό ζυγό και τέλος, συνδέεται με πλήθος εθίμων και συνηθειών του λαού.

Είναι επόμενο η περίοδος αυτή να είναι μια κορύφωση της μουσικής απόδοσης. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλύπτεται όλος ο πλούτος της βυζαντινής μουσικής με σημαντικό όγκο έργων, καταπληκτική εναλλαγή των οκτών ήχων, συσσώρευση ιδιαίτερα αριστοτεχνικών και δύσκολων κομματιών-μαθημάτων, με μεγάλη καλλιτεχνική πυκνότητα. Η περίοδος που προηγείται, δηλαδή η περίοδος του Τριωδίου και των Νηστειών είναι για την ορθόδοξη λατρεία περίοδος προετοιμασίας και περισυλλογής για τους πιστούς.

Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της μουσικής. Μέσα στην περίοδο αυτή κάτι αλλάζει. Νέοι ύμνοι εισέρχονται μέσα στο Τυπικό των ακολουθιών, και ορισμένα μουσικά κομμάτια γίνονται ιδιαίτερα απαιτητικά για τους ψάλτες, όπως στους κατανυκτικούς εσπερινούς των Κυριακών της περιόδου, (προκείμενα, ιδιόμελα των αποστίχων). Στις λειτουργίες των Προηγιασμένων («νῦν αἱ δυνάμεις…) αντί του χερουβικού. («Γεύσασθε καί ἴδετε…») ως κοινωνικόν. Τα ιδιόμελα των αίνων και τα περίτεχνα Δοξαστικά του όρθρου των Κυριακών και άλλα.

Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, όπου και αρχίζει το Τριώδιο, το «τῆς μετανοίας ἄνοιξον…» σε ήχο πλάγιο Δ΄ που ακούγεται στον όρθρο, σαλπίζει το ξεκίνημα αυτής της περιόδου που μας προετοιμάζει και μας οδηγεί σιγά-σιγά στην Μεγάλη Εβδομάδα.

Μετά την περίοδο των Νηστειών φθάνουμε στην Κυριακή των Βαΐων. Συνήθως στην Ελλάδα έχουμε προχωρημένη Άνοιξη, σε όλο της το μεγαλείο. Το απόγευμα οι καμπάνες κτυπάνε όχι για τον συνήθη εσπερινό, αλλά για τον όρθρο της επόμενης μέρας, δηλαδή της Μεγάλης Δευτέρας. Κατά τη Μ. Εβδομάδα οι όρθροι των ημερών αποδίδονται κατά το βράδυ της προηγουμένης. Οι ναοί στολίζονται με το πένθιμο μωβ βαθύ χρώμα. Ο ιερέας κρατώντας ένα μικρό λιβανιστήρι με χειρολαβή και μικρά κουδουνάκια – όχι το σύνηθες θορυβώδες λιβανιστήρι – για να είναι ο ήχος του χαμηλός και σεμνός, λιβανίζει διατρέχοντας όλο το μήκος και το πλάτος του ναού. Από τη δυτική πύλη του ναού μπαίνει το τελευταίο φως της ημέρας. Μέσα του διαγράφονται οι σιλουέτες των πιστών που συρρέουν με ύφος σοβαρό και με κατάνυξη και σιγά-σιγά γεμίζουν το χώρο της εκκλησίας.

Τα πάντα είναι έτοιμα για την αρχή αυτής της ιδιαίτερης περιόδου που λέγεται Μ. Εβδομάδα. Το άρωμα του λιβανιού, χαμηλός φωτισμός, χρώματα και χαμηλόφωνη και σεμνή ψαλμωδία. «Ἐκ νυκτός ὀρθίζει τό πνεῦμα μου…» και, τα τρία στη σειρά αλληλούια με ψάλσιμο ιδιαίτερα σοβαρό. Ακολουθεί το «Ἰδοῦ ὁ Νυμφίος ἔρχεται …» σε αργό ειρμολογικό μέλος ακολουθούμενο από δύο σε σύντομο μέλος.

Από το βιβλίο του Χρύσανθου Θεοδοσόουλου, Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς. Θεσσαλονίκη 1996

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στο σημαντικό μουσικό έργο που μας έχει προσφέρει ο αείμνηστος μουσικός και Πρωτοψάλτης Κων. Πρίγγος. Με το σπουδαίο βιβλίο του Πατριαρχική Φόρμιγξ, Τόμος Α΄, Μουσική Κυψέλη η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς μας κληροδότησε ότι εκλεκτό έχει διασωθεί μέσα στους αιώνες από τους πολυάριθμους δασκάλους και πρωτοψάλτες που διαμόρφωσαν αυτό το ιδιαίτερο και άρτιο μουσικά Πατριαρχικό λεγόμενο ύφος. Ο Πρίγγος και ο Θρασύβουλος Στανίτσας, Κωνσταντινουπολίτες και οι δύο, είναι οι σπουδαιότεροι στυλοβάτες μαζί με τον Ναυπλιώτη που προηγήθηκε χρονικά, αυτού που λέμε βυζαντινό μέλος όπως αυτό διαμορφώθηκε και μας παραδόθηκε από τους μεγάλους μουσουργούς του απώτερου παρελθόντος. Από τον Ι. Δαμασκηνό, Ι. Κουκουζέλη, Πέτρο Μπερεκέτη, Δανιήλ, Πέτρο Λαμπαδάριο, Ιάκωβο Πρωτοψάλτη μέχρι τους Θ. Φωκαέα, Ιωάννη Πρωτοψάλτη, Π. Βυζάντιο, Βιολάκη και πλειάδα άλλων. Το προαναφερθέν βιβλίο του Κων. Πρίγγου είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τους ψάλτες κατά τη Μ. Εβδομάδα. Ένα άλλο αγαπητό βοήθημα είναι το Αγία και Μεγάλη Εβδομάς του Χρύσ. Θεοδοσόπουλου, πολύ κατατοπιστικό και πρακτικό βιβλίο για τον ψάλτη.

Ας ξαναβρεθούμε όμως πάλι μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της εκκλησίας και ας απολαύσουμε την αριστοτεχνική εναλλαγή των ήχων και των μουσικών συστημάτων της βυζαντινής μουσικής.

Από τα καθίσματα σε αργό ειρμολογικό και σύντομο σύστημα, τον κανόνα και το γνωστό εξαποστηλάριο «Τόν νυμφώνα σου βλέπω…», τους αίνους και το Δοξαστικό μέχρι τα ιδιόμελα των αποστίχων, πλούτος ηχοχρωμάτων, εκφραστικότητα, αστείρευτη έμπνευση. Το συναξάριο αναφέρει πως εκείνη την ημέρα «μνείαν ποιούμεθα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ παγκάλου καί τῆς ὑπό τοῦ Κυρίου καταραθείσης καί ξηρανθείσης συκῆς».

Την επόμενη μέρα, Μ.Δευτέρα απόγευμα, στον όρθρο της Μ.Τρίτης, «μνείαν ποιούμεθα τῶν δέκα παρθένων». Την Μ.Τρίτη το βράδυ ο όρθρος της Τετάρτης είναι αφιερωμένος στην πόρνη που άλειψε με μύρο τον Ιησού.

Το βράδυ της Μ.Τρίτης έχουμε την προσθήκη ενός εξαιρετικού και σπάνιας ομορφιάς και εκφραστικότητας τροπαρίου του Πέτρου του Λαμπαδαρίου σε ποίηση Κασσιανής. Είναι γραμμένο σε ήχο πλάγιο του Δ΄ σε ρυθμό αργό και ύφος μεγαλοπρέπειας και κατάνυξης, στοιχεία που προσφέρει ο ήχος αυτός στα αργά μέλη. Εναλλαγή στα μουσικά γένη και στους ήχους βοηθά στο να εκφραστούν καλύτερα οι διαφορετικές έννοιες και ψυχικές καταστάσεις που πηγάζουν από το ποιητικό κείμενο. Ακούγεται ο δεύτερος Β΄ ήχος και ο πλάγιος Β΄ εισάγοντάς μας στο χρωματικό γένος, καθώς και ο Γ΄ ήχος με τα διαστήματα του εναρμόνιου γένους. Ακούγεται επίσης και ο πλάγιος του Α΄ γυρίζοντάς μας στο διατονικό γένος.

Η ποικιλία, η πλοκή των μουσικών γραμμών, η ιδιαίτερη εκφραστικότητα, η ισορροπία σε αναβάσεις και καταβάσεις, η εναλλαγή των ήχων, καθιστούν αυτό το τροπάριο ένα από τα σπουδαιότερα και πιο αγαπητά έργα της βυζαντινής μουσικής.

Η αρχή του τροπαρίου της Κασσιανής από το βιβλίο του Κων. Πρίγγου Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς., Α’ τόμος της Μουσικής Κυψέλης, Αθήνα 1969

Το Τροπάριο της Κασσιανής (Κ.Πρίγγου)-Γρ.Παπαεμμανουήλ, ΕΒΧ Οι Δομέστικοι

 

Το επόμενο βράδυ της Μ.Τετάρτης, στην απόδοση του όρθρου της Μ.Πέμπτης, εορτάζουμε τη μνήμη του Μυστικού Δείπνου κατά το συναξάριο. Εις τους αίνους αναφέρεται το συνέδριο των Ιουδαίων και η προδοσία του Ιούδα. Το ίδιο θέμα αναφέρεται και στα απόστιχα, μαζί και ο απόηχος του Μυστικού Δείπνου.

Και φθάνουμε στην Μ.Πέμπτη, όπου το απόγευμα και μετά έχουμε την ακολουθία των αγίων και αχράντων παθών του Ιησού Χριστού. Είναι η ημέρα όπου κορυφώνεται αυτό που αποκαλούμε πλούτο και ποικιλία στη βυζαντινή μουσική. Ακούγονται όλοι οι ήχοι. Είναι μια πραγματική πανδαισία. Επικρατεί εναλλαγή ηχοχρωμάτων, όπως εκπληκτική και εμπνευσμένη είναι και η εναλλαγή και η σειρά των στίχων. Κατά τη Μ.Πέμπτη το βράδυ ξετυλίγεται όλο το μεγαλείο της βυζαντινής μουσικής, παράλληλα με τον όγκο και το εκφραστικό βάθος του ποιητικού λόγου που κι αυτό με τη σειρά του εναλλάσσεται με τον λιτό αφηγηματικό και περιεκτικό λόγο των δώδεκα Ευαγγελίων. Μέσα στα χρόνια της ενασχόλησής μου με τη βυζαντινή μουσική έχει εντυπωθεί ιδιαίτερα η εμπειρία αυτής της εξαιρετικής και μυσταγωγικής βραδιάς. Είναι μια πραγματική δοκιμασία για τους ψάλτες και μια αληθινή τέρψη στα αυτιά των πιστών.

Μέχρι το έκτο Ευαγγέλιο, έχουμε μια αριστοτεχνική παράθεση όλων σχεδόν των ήχων σε μια ανεξάντλητη ροή τους από τα αντίφωνα και τα καθίσματα, διακοπτόμενη από τα Ευαγγέλια. Μετά την έξοδο του Εσταυρωμένου, ακούγονται οι μακαρισμοί σε ήχο Δ΄ λέγετον. Μετά το όγδοο Ευαγγέλιο, μεσολαβεί ο κανόνας, το εξαποστηλάριο και ερχόμαστε στους αίνους σε ήχο Γ΄.

Αίνοι και Δοξαστικό Όρθρου Μεγάλης Πέμπτης

 

Οι αίνοι το βράδυ της Μ.Πέμπτης. Χειρόγραφο από το βιβλίο του Άρχοντος Πρωτοψάλτου Τ. Γεωργιάδου. Αθήνα 1973

Σε αυτό το χρονικό σημείο της ακολουθίας, το άκουσμα του τρίτου ήχου είναι μια πνοή λυτρωτική και ανακουφιστική, βοηθώντας μας να στοχαστούμε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, πόσα φοβερά και οδυνηρά γεγονότα έχουν συμβεί στην πορεία προς το μαρτύριο, πόση εναλλαγή συναισθημάτων! Πυκνότητα γεγονότων εικόνων και σκέψεων. Μετά το ζωογόνο άκουσμα του Γ΄ ήχου, ακολουθεί το θρηνώδες δοξαστικό σε ήχο πλάγιο Β΄, όπου εμφανίζει τον ίδιο τον Ιησού να απαριθμεί με λύπη τα μέχρι εκείνη τη στιγμή παθήματα που τόσο απάνθρωπα υπέστη. Ένας μεγάλος λυγμός. Μετά το ενδέκατο Ευαγγέλιο, ακολουθούν τα απόστιχα σε ήχο Α΄ και Β΄ και η πλουσιώτατη και κατανυκτικότατη ακολουθία των Παθών, ολοκληρώνεται με το «ἀναβαίνοντός Σου…» και το «Ἤδη βάπτεται κάλαμος…» Ιακώβου του πρωτοψάλτου σε ήχο πλάγιο του τετάρτου με όλες τις δυνατότητες που παρέχει αυτός ο ιδιαίτερα μεγαλοπρεπής ήχος. Μια αριστουργηματική σύνθεση. Η μουσική πληρότητα αυτής της μοναδικής ακολουθίας έχει ολοκληρωθεί.

Αριστερά: Έξοχη διακόσμηση μουσικού χειρόγραφου κειμένου. Δεξιά: «Ἤδη βάπτεται κάλαμος…» χειρόγραφη παρτιτούρα υπό Π.Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως.

Την επόμενη Μ.Παρασκευή το πρωί, μετά την ακολουθία των Ωρών τελείται ο Εσπερινός και η Αποκαθήλωση. Μετά το Ευαγγέλιο, στα απόστιχα, το ιδιαίτερα θρηνώδες προσόμοιο «ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου Σέ νεκρόν…» και άλλα τρία παρόμοια και μπροστά στον επιτάφιο το Δοξαστικό «Σέ τόν ἀναβαλλόμενον…» σε ήχο πλάγιο Α΄, σπαρακτικότατο.Με την Αποκαθήλωση η λύπη κορυφώνεται. Τα πάντα χάνονται. Απέραντος ανθρώπινος πόνος. Οι καμπάνες ηχούν πένθιμα καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας μέχρι το απόγευμα της Μ.Παρασκευής όπου τελείται ο όρθρος του Μ.Σαββάτου. Οι πιστοί έρχονται για την ακολουθία και στη συνέχεια την περιφορά του Επιταφίου. Μετά τα καθίσματα ψάλλεται ο κανόνας «κύματι θαλάσσης…» στον πένθιμο πλάγιο Β΄ ήχο. Μετά την Θ΄ ωδή και αφού οι ιερείς σταθούν μπροστά στον επιτάφιο ψέλνουμε τα εγκώμια σε πλάγιο του Α΄, α΄ και β΄ στάση και, στον Γ΄ ήχο γ΄ στάση. Και αμέσως μετά τα ευλογητάρια, όχι τα συνήθως ψαλλόμενα σύντομα, αλλά τα αργά στιχηραρικά του Θ. Φωκαέως σε ήχο πλάγιο του Α΄, που είναι ιδιαίτερα αγαπητά. Έχουν την υπέροχη γλυκύτητα και μαζί πανηγυρική διάθεση του σημαντικού αυτού ήχου. Ο πλάγιος του Α΄ δημιουργεί συναισθήματα συμπάθειας, μεταμέλειας, οικτιρμού. Μέσα σε στιγμές λύπης και μελαγχολίας, ανοίγει δίοδο πνευματικής γαλήνης και παράγει φως ελπίδας. Είναι ο ήχος του συναισθήματος της χαρμολύπης. Ένα αίσθημα κυρίαρχο το βράδυ της Μ.Παρασκευής.

Μετά το εξαποστειλάριο και τους αίνους, το δοξαστικό «Τήν σήμερον μυστικῶς…» σε πλάγιο Β΄. Δοξολογία στον ίδιο παθητικό ήχο και η έξοδος και περιφορά του επιταφίου. Ανάλογα με τις συνήθειες και τις παραδόσεις του κάθε τόπου, η περιφορά αυτή γίνεται ιδιαίτερα γραφική και ελκυστική.

Για την περιφορά του επιταφίου είναι γραμμένο ένα σημαντικό τροπάριο «τόν ἥλιον κρύψαντα…» από τον Γεώργιο Ακροπολίτη σε ήχο πλάγιο Α΄. Ένα μουσικό έργο εκτενές και απαιτητικό. Απευθύνεται σε έμπειρους και δεξιοτέχνες ψάλτες.

«Τόν ἥλιον κρύψαντα» από το χειρόγραφο βιβλίο του Π.Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως.

Τόν ἥλιον κρύψαντα Ιδιόμελον επιταφίου ήχος πλ.ά, εκτελεσμένο από τον Γ. Κωνσταντίνου.

 

Την επομένη Μ.Σάββατο πρωί, μετά τον εσπερινό, η λειτουργία του Μ.Βασιλείου. Αντί του χερουβικού ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του πρώτου το «Σιγησάτω πάσα σάρξ…» του Ιακώβου πρωτοψάλτου. Στο τέλος ακούγεται το κοινωνικό «ἐξηγέρθη…» του Πέτρου Λαμπαδαρίου σε Α΄ ήχο. Είναι η ακολουθία όπου πολλοί πιστοί επιλέγουν για να κοινωνήσουν μη μπορώντας να παραμείνουν και να παρακολουθήσουν την αναστάσιμη μεταμεσονύκτια λειτουργία.

Και να, φθάνει η νύχτα του Μ.Σαββάτου που όλοι συρρέουν στους ναούς για την ακολουθία της Αναστάσεως. Στην αρχή ψάλλεται ο κανόνας της Μ.Παρασκευής «Κύματι θαλάσσης…» το απολυτίκιο «ὅτε κατῆλθες…». Τα φώτα σβύνουν και οι ψάλτες μέσα στο ιερό, μέσα σε κατάνυξη ψάλλουν το επιβλητικό έβδομο εωθινό σε ήχο βαρύ εναρμόνιο «Ἰδοῦ σκοτία…». Κατόπιν, από την λαμπάδα του ιερέα μπροστά στην ωραία πύλη, όλοι ανάβουν τις λαμπάδες τους με το άγιο φως, ακούγοντας το «Δεῦτε λάβετε φῶς…» και ετοιμάζονται να ψάλλουν όλοι μαζί το «Χριστός ἀνέστη…» σε ήχο πλάγιο Α΄ πανηγυρικά.

Τρεις μουσικές εκδοχές του «Χριστός ἀνέστη…» υπό του Π. Παπαευθυμίου, Πρωτοψάλτου της Αγίας Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως. Χειρόγραφο.

Χριστός Ανέστη

 

Εδώ κλείνει μια μακρά περίοδος προετοιμασίας, προσμονής, πόνου, λύπης, μια κοπιαστική περίοδος ιδίως για τους ψάλτες που αυτές τις σημαντικές επτά ημέρες έχουν δώσει όλη τους την ψυχή, τηρώντας ευλαβικά και στηρίζοντας με ηρωισμό αυτό το μοναδικό καλλιτεχνικό σύστημα που ονομάζεται βυζαντινή μουσική, μέσα σε μια απίστευτα μοναδική, πυκνή, ανεπανάληπτη ηχητική έκσταση.

Ο Ανδρέας Δεβετζής είναι ζωγράφος και Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής

 

BIBΛIOΓΡAΦIA

 

Θ. Φωκαέως, Κρηπίς του θεωρητικού και πρακτικού της Εκκλησιαστικής Μουσικής, Θεσσαλονίκη, 1912.

Κ. Παπαγιάννη (επιμ.), Ανθολόγιον των Ιερών Ακολουθιών του Όλου Ενιαυτού, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, 1992.

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκοπαίδεια.

Δ.Γ. Παναγιωτόπουλου, Μέθοδος Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, Αθήνα, 1997.

Δ.Π. Ηλιοπούλου, Θεωρία και πράξις της Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα, 1995.

Χαράλαμπος Μηνάογλου: Αναστάσιος Μιχαὴλ ο Μακεδὼν. Ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκὸς

Χαράλαμπος Μηνάογλου

Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών.

Ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκός

Παρότι ο Έλληνας με τον βαρύτερο ακαδημαικό τίτλο στην εποχή του, αυτόν του μέλους της Ακαδημίας του Βραδεμβούργου, ο Αναστάσιος Μιχαήλ είναι λόγιος που δεν έχει ακόμη βρεί την θέση που του αξίζει στα γράμματα και την ιστορία μας. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν διαθέτουμε ιδιαίτερες πληροφορίες. Γνωρίζουμε βεβαίως πως καταγόταν από την Νάουσα. Από τον Λόγο περί Ελληνισμού, το γνωστό μέχρι σήμερα στην βιβλιογραφία έργο του με τον τίτλο Περιηγηματικόν Πυκτάτιον[1], προκύπτει πως σπούδασε στα Γιάννενα, στην σχολή Γκιούμα, με δάσκαλο τον Γεώργιο Σουγδουρή (c. 1645-1725)[2], τον οποίο βοηθούσε και ως αντιγραφέας. Είχε συμμαθητές τον Αλέξιο Σπανό[3] και τον γνωστό μόνο από την εγγραφή του στην Πάδοβα Μαργαρίτη Μάνθου[4]. Φαίνεται όμως πως παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα και στην σχολή του Επιφανίου, την λεγομένη Μικρή Σχολή των Ιωαννίνων, καθώς δηλώνει πως παρακολουθούσε μαθήματα του Παρθένιου Κατσούλη, ο οποίος υπήρξε σχολάρχης της εν λόγω Σχολής[5]. Εκεί μάλιστα ο Μιχαήλ αναφέρει πως είχε και την πρώτη επαφή με Ευρωπαίους, καθώς πέρασαν από την Σχολή κάποιοι Άγγλοι ακόλουθοι της βρετανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη.

Αναστάσιος Μιχαήλ, Περιηγηματικόν Πυκτάτιον ἤτοι Περιήγησις τῆς Εὐρώπης (Ἐν Ἀμστελοδάμῳ 1706).

Πολλοί Έλληνες ιεράρχες τον ενίσχυσαν πνευματικά και οικονομικά. Περισσότερα όμως οφείλει στον οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄, τον πατριάρχη Αλεξανδρείας άγιο Γεράσιμο τον Παλλαδά, τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας Ζωσιμά, ενώ από τα γραφόμενά του φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό να γνωριζόταν και με τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθο. Από τις αρχοντικές οικογένειες της Πόλης και των Ηγεμονιών γνώριζε τους Καντακουζηνούς, τους Μαυροκορδάτους και τους Καντεμίρ.

Μετά τα Γιάννενα, ο ίδιος μας πληροφορεί πως μετέβη στα 1702 στην Κέρκυρα και, ενώ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει για την Βενετία, μεταπείστηκε να αναβάλει το ταξίδι του στην Ευρώπη. Οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα των Ελληνικών Γραμμάτων. Από εκεί τον οδήγησε στην Χάλλη ο Adhard Adelung[6], παρότι σύμφωνα με τα γραφόμενα του φίλου του Αλεξάνδρου Ελλαδίου, ο Μιχαήλ επιθυμούσε πρωτίστως να ταξιδέψει στην Βενετία. Οπωσδήποτε τον Αύγουστο του 1703 βρισκόταν στην Γερμανία, καθώς τον βρίσκουμε γραμμένο στο Πανεπιστήμιο της Χάλλης για θεολογικές σπουδές[7], ενώ μέχρι τουλάχιστον τα 1710 διέμενε άλλοτε στην Γερμανία και άλλοτε στην Ολλανδία. Αυτήν την περίοδο ταξίδεψε για πρώτη φορά και στην Ρωσία. Σε αυτά τα χρόνια συνδέθηκε με φιλία με τους τρεις προαναφερθέντες Γερμανούς λογίους και επίσης τον ελληνιστή Johann Michael Langius (1664-1731)[8], ο οποίος σημειώνει ότι ο Μιχαήλ του έκανε διορθώσεις στα έργα του[9]. Ο κύκλος του εκτάθηκε και πέρα από τους ελληνιστές, καθώς υπήρξε φίλος και του αρμενολόγου Johann Joachim Schröder (1680-1756)[10]. Στην Χάλλη βρήκε την ευκαιρία να σπουδάσει και την εβραϊκή φιλολογία κοντά στον J. H. Michaelis[11].

Πέρα όμως από την φιλική του σχέση με τους Γερμανούς συνεργάστηκε και με τον Αλέξανδρο Ελλάδιο, στον οποίο αφιέρωσε και το εξής επίγραμμα:

«Οὖλε τ’ Ἀλέξανδρος, καί χαίροις αἴεν ἄμεινον,

Ἑλλάδος ἐσσί κλέος χ’ ᾅδε Θεσσαλίης.

Καί σε φέρον γέ Μοῦσ’ ἐπ’ ἀπείρονα γαῖαν ὁρᾶσθαι,

Κάλλος ὀλυμπιάδων, ἱζόμενον σοφίῃ.

Γερμανίης ὀμφήν σῆς ἄφθονον Ἑλλάδος ἦγες,

Καί φίλαν ἑλλαδίοις πάτραν ἑών τελέεις.

Ξυγχαίρω τοι, καί πάλιν αὖτ’ ἐρέω τεῦ χαίρειν

Πάτρῃ καλλίστῃ, τέμπε’, ὢ οἶα φέρει.

Θρέψε πάλαι πηλείδην, καί θάψ’ Ἱπποκράτην,

Τώ διόδεν γεγάατ’ Ἄλκιμοι Ἰατέρων.

Τοί τέ καί αὐτέῳ ἰατρίης ὄχα φρεσσί μέμηλε;

Καί γνῶσιν βοτανῶν ἔξοχα φρεσσί φέρεις.

Ἱπποκράτης ἄρ’ ἔοις, καί Ἀλέξανδρος θεοειδής.

Τοῦ δ’ ἐπειή τε δέμας τιτθός ἐών φερέεις.

Ὣς γ’ ἕλλην τέ σοφός πολλῶν ῥ’ ἀντάξιος ἄλλων,

Ὦ καί Ἀλεξάνδρου, κᾄξιε Θεσσαλίης»[12].

«Ανταποδίδοντας» ο Ελλάδιος τον αναφέρει αρκετές φορές στο έργο του[13]. Επίσης, γνωρίζουμε πως είχε επαφές και με τον Σεραφείμ τον Μυτιληναίο, άλλον Έλληνα λόγιο με τον οποίο η δράση του Μιχαήλ διασταυρώθηκε τόσο στην Γερμανία, όσο και στην Ρωσία[14].

Το Δημαρχείο και το παλαιό Πανεπιστήμιο της Χάλλης σε γκραβούρα των αρχών του 18ου αι.

Στην Ρωσία πρέπει να βρέθηκε για σύντομο διάστημα το 1709, ενώ εμφανίζεται εγκατεστημένος εκεί από το 1715, όταν και ανέπτυξε σπουδαία δράση κυρίως στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Υπήρξε ένας από τους Έλληνες που υπηρέτησαν τον Μεγάλο Πέτρο (1672-1725), στον οποίο αφιέρωσε και ένα έργο του[15]. Διετέλεσε μέλος της ειδικής επιτροπής, την οποία είχε συγκροτήσει ο Πέτρος για την νέα σλαβονική μετάφραση της Βίβλου[16]. Το 1722 ο τσάρος τον διόρισε πάρεδρο της Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας. Στην καριέρα του στην Ρωσία θα πρέπει να θεωρήσουμε πως διαδραμάτισε ρόλο και η γνωριμία του με τον Andrey Artamonovich Matveev (1666-1728), γιό του σπουδαίου Ρώσου λογίου Artamon Sergeyevich Matveev (1625-1682), ο οποίος υπήρξε ευνοούμενος του τσάρου και πρεσβευτής του στο Λονδίνο, την Βιέννη και την Χάγη, όπου γνωρίστηκε και με τον Μιχαήλ[17]. Στην Ρωσία του Πέτρου έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1725.

Σχέδιο της Αγίας Πετρούπολης την εποχή του Μεγάλου Πέτρου.

 

Μεγάλος Πέτρος (1672-1725).

Ο Μιχαήλ υπήρξε σπουδαίος φιλόλογος και ο πρώτος Έλληνας Ακαδημαϊκός, καθώς κατέστη μέλος μίας από τις τρεις αρχαιότερες ακαδημίες παγκοσμίως, αυτής του Βραδεμβούργου (Βερολίνου) στα 1707. Η Ακαδημία είχε ιδρυθεί το 1700 με πρώτο πρόεδρο τον Gottfried Wilhelm Leibniz (1646-1716)[18].  Στην Πρωσική Ακαδημία αφιέρωσε και το έργο του με το οποίο θα ασχοληθούμε στην συνέχεια. Πρόκειται για το γνωστό στην βιβλιογραφία ως Περιηγηματικόν Πυκτάτιον, το οποίο έχει σωθεί σε ένα μόνο αντίτυπο και αυτό χωρίς σελίδα τίτλου και κολοβό, καθώς λείπουν οι σελίδες μετά την 216. Το κείμενο αυτό είναι πιθανόν να απετέλεσε και ομιλία του στην Ακαδημία.

Το τμήμα του έργου που είναι γνωστό δεν αποτελεί περιηγητικό κείμενο, όπως υπαινίσσεται ο μέχρι σήμερα τίτλος που ακολουθεί το έργο, αλλά μία πραγματεία, έναν Λόγο περί Ελληνισμού και έχει ως περιεχόμενο την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης[19], παιδείας και γλώσσας μετά την Άλωση, ώστε να αποδειχθεί αβάσιμη η ανθελληνική θέση διαφόρων Ευρωπαίων ελληνιστών της εποχής, ότι οι Έλληνες πλέον είχαν πάψει να υπάρχουν.

Ο Μιχαήλ διέπρεψε ως ελληνιστής[20], αν και δεν είναι γνωστό να δημοσίευσε αυτούσια σχετικά έργα, καθώς και αυτός, όπως οι περισσότεροι Έλληνες δάσκαλοι στην Ευρώπη κατά την πρώιμη νεότερη εποχή[21], αναγκάστηκε να εργαστεί για λογαριασμό Ευρωπαίων ελληνιστών, ώστε να εξοικονομήσει τα προς το ζην[22]. Οι τρεις τουλάχιστον γνωστές συμβολές του σε σπουδαία έργα Ευρωπαίων ελληνιστών, μαρτυρούν την επιστημοσύνη του. Ο Μιχαήλ δεν υπήρξε από αυτούς που μετέβη στην Ευρώπη, για να μάθει, αλλά για να διδάξει ελληνικά. Αυτό φαίνεται τόσο από την εκλογή του ως εξωτερικού μέλους στην Ακαδημία του Βραδεμβούργου (Königliche Akademie der Wissenschaften), όσο και από την εκτίμηση που έτρεφαν για το πρόσωπό του καταξιωμένοι Γερμανοί ελληνιστές, όπως ο ακαδημαϊκός August Hermann Francke (1663-1727), ανατολιστής και ελληνιστής, ο ακαδημαϊκός Friedrich Hoffmann (1660-1742) και ο ελληνιστής Johann Tribbechovius (1677-1712)[23].

Ο στόχος που θέλησε να επιτύχει ο Μιχαήλ με την προσφώνησή του προς την ακαδημία του Βραδεμβούργου ήταν αναμφισβήτητα η προβολή του Ελληνισμού και η αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με αυτόν στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο λειτούργησε και ως ένα σημαντικό επιστημονικό πόνημα ανάμεσα στους Ευρωπαίους Ελληνιστές, οι οποίοι πλέον είχαν και μία αυθεντική μαρτυρία περί ελληνικής γλώσσας και περί του Ελληνισμού της εποχής τους, εφόσον αυτή κατατέθηκε από κάποιον που ήταν το γένος Έλλην και είχε την ελληνική ως μητρική του γλώσσα.

Η Ακαδημία του Βραδεμβούργου σε γκραβούρα του 1748.

Ο κεντρικός σκοπός, η προβολή του Ελληνισμού τόσο προς τα μέσα, την ελληνική κοινωνία, όσο και προς τα έξω, την Ευρώπη, υπηρετείται κατάλληλα, από την επίτευξη τριών επιμέρους στόχων που έχει θέσει ο Μιχαήλ: την καταπολέμηση της ανθελληνικής άποψης που εκφραζόταν τότε από μερίδα των Ευρωπαίων Ελληνιστών πως τα μετακλασικά ελληνικά, δεν ήταν ελληνικά και κατά συνέπεια και οι Έλληνες των αρχών του 18ου αιώνα δεν ήταν Έλληνες, την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης και της παιδευτικής δραστηριότητας κατά την Τουρκοκρατία και την προβολή της επίδρασης του Ελληνισμού τόσο στους Ορθοδόξους λαούς, όσο και στους Δυτικούς.

Για αυτό και κατατροπώνει με αναντίρρητα επιχειρήματα τις γλωσσολογικές παραναγνώσεις των ανθελλήνων Ελληνιστών, με χωρία από ολόκληρη την ελληνική γραμματεία. Και όχι μόνο, καθώς συμπληρώνει παραπομπές και με χωρία λατινικά αλλά και εβραϊκά,  δείχνοντας πως αλλαγές στο φωνολογικό, τονικό, λεξιλογικό και συντακτικό μέρος τους έχουν υποστεί και άλλες γλώσσες χωρίς να αμφισβητείται η συνέχειά τους. Τονίζει έτσι ότι τα ελληνικά του καιρού του, είναι ελληνικά ακριβώς όσο ήταν και τα κλασικά ελληνικά του αθηναϊκού 5ου αιώνα. Επισημαίνει επίσης πως οι ανθέλληνες «σοφοί» δεν γράφουν όσα γράφουν από αφέλεια, αλλά έχουν προκατάληψη κατά του Ελληνισμού και πλημμελή γνώση της ελληνικής. Αυτή η αναίρεση συμπλέκεται με την παρουσίαση της ελληνικής λογιοσύνης της Τουρκοκρατίας, η οποία αποδεικνύει και ιστορικά την συνέχεια του Ελληνισμού, καθώς οι Έλληνες δάσκαλοι της Τουρκοκρατίας μεταβαίνουν στην Δύση τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Μιχαήλ κυρίως ως δάσκαλοι των Ελληνικών. Πως γίνεται λοιπόν η Ευρώπη να δέχεται ως δασκάλους της στα ελληνικά, αυτούς που δεν τα γνωρίζουν; Η ελληνική παιδεία συνεχίζει να καλλιεργείται. Άρα οι Έλληνες υπάρχουν μέχρι τουλάχιστον τα χρόνια του. Ο τρίτος επιμέρους στόχος, συμπλέκεται και αυτός μέσα στον Λόγο με τους δύο προηγούμενους και η επίτευξή του συνίσταται στην οριοθέτηση της επίδρασης της ελληνικής παιδείας, όπου στους μεν ορθοδόξους λαούς παρουσιάζεται ως απόλυτα κυρίαρχη και ανώτατη μορφή παιδείας με αυτήν την συνείδηση να είναι κοινή σε όλους τους Βλάχους, Βούλγαρους, Αρβανίτες και Σλάβους λογίους, οι οποίοι έχουν γίνει Έλληνες και θέλουν να παρουσιάζονται ως Έλληνες, ενώ στους δυτικούς προβάλλεται ως το κυρίαρχο υπόστρωμα της δικής τους παιδείας και απαραίτητο προσόν λογιοσύνης. Άρα, το συμπέρασμα που προκαλείται, και ας μην το διατυπώνει ρητά ο Μιχαήλ, είναι ότι είναι αδύνατο να αναγνωρίζονται οι Έλληνες ως Έλληνες σε Ανατολή και Δύση και να μην είναι τέτοιοι. Πως όλοι τους δέχονται ως δασκάλους τους, αν αυτοί δεν είναι πράγματι Έλληνες;

Έτσι, στον Λόγο αυτόν του Μιχαήλ θα πρέπει να δούμε την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια από ελληνικής πλευράς να δοθεί μία -αποστομωτική είναι αλήθεια- απάντηση στον νεώτερο ανθελληνισμό. Με τον όρο θέλουμε να δηλώσουμε το σύνολο των κειμένων, των ομιλιών και των ενεργειών, τα οποία κατά την πρώιμη νεότερη εποχή καταφέρονταν κατά του υπόδουλου Ελληνισμού. Πρόκειται πραγματικά για ένα φαινόμενο νέο, σίγουρα νεωτερικότερο, από τον Νέο Ελληνισμό, καθώς έπρεπε να προηγηθεί η έννοια του Νέου Ελληνισμού, ώστε να αναπτυχθεί ο κατ’ αυτού νεώτερος ανθελληνισμός.  Και δεν παραδοξολογούμε επόμενοι τον Μιχαήλ και το ύφος του. Είναι μία πρωτοφανής προσπάθεια να προπαγανδιστεί, όχι πως ο Ελληνισμός είναι κάτι το κακό, πως σφάλλει, πως βλάπτει, αλλά πως απλώς δεν υπάρχει. Είναι ουσιαστικά η απαρχή της σημερινής θεώρησης ορισμένων περί κατασκευής του ελληνικού έθνους από τον Παπαρρηγόπουλο.

Μετά από την Άλωση, όταν έχει εξαλειφθεί πλέον η όντως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μαζί της και η πολιτική ισχύς των Ελλήνων, αρχίζει αυτή η νεώτερη ανθελληνική προσπάθεια, την οποία καταπολεμά πρώτος σε τέτοια έκταση ο Μιχαήλ. Σε αυτήν την νέα ανθελληνική φιλολογία, οι Έλληνες δεν χαρακτηρίζονται αιρετικοί, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, όπως συνέβαινε στα Contra Graecos μεσαιωνικά κείμενα, αλλά χαρακτηρίζονται ως μη Έλληνες. Εφόσον δηλαδή ο δυτικός ανθελληνισμός επέτυχε με την μεσαιωνική φάση του να στερήσει τους Έλληνες από την κρατική τους ύπαρξη, έρχεται τώρα να τους στερήσει και την πνευματική. Κάτι τέτοιο όμως, όπως επισημαίνει και ο Μιχαήλ, απλώς είναι ανέφικτο. Μόνο μία συνθήκη υπάρχει που μπορεί να πραγματοποιηθεί: να θελήσουν οι ίδιοι οι Έλληνες να αποδεχθούν πως δεν είναι Έλληνες, να αρνηθούν δηλαδή τον Ελληνισμό[24]!

Απόσπασμα από τον Λόγο περί Ἑλληνισμοῦ. Στο κάτω μέρος της αριστερής σελίδας, ο Μιχαήλ αναφέρεται στο όνομα των Σκοπίων.

Τα επιχειρήματα του νέου ανθελληνισμού είναι πρωτίστως γλωσσικά και στηρίζονται σε λανθασμένες σύμφωνα με την σύγχρονη γλωσσολογία παραδοχές, αλλά και σε πλημμελή γνώση της ελληνικής. Από την εποχή του Μιχαήλ και μετά θα αρχίσουν να γίνονται και «ιστορικά», καθώς οι ίδιοι κύκλοι λογίων, που μέχρι τότε διέδιδαν ότι οι Έλληνες δεν μιλούσαν ελληνικά, τότε άρχισαν να υποστηρίζουν, κυρίως μέσα από περιηγητικά και πρώιμα οριενταλιστικά κείμενα ότι οι Έλληνες της εποχής τους ήταν ένας βάρβαρος λαός, ο οποίος καμία σχέση δεν είχε με τον πολιτισμό και σε καμία περίπτωση λοιπόν δεν μπορούσαν να είναι απόγονοι των Ελλήνων.

Η παραπάνω κεντρική θέση του νεωτέρου ανθελληνισμού έλαβε συχνά και δύο επιμέρους εκδοχές, σαφώς ηπιότερες, αλλά με αισθητή διάκριση ως προς τον βαθμό ανθελληνικότητας μεταξύ τους. Πρόκειται για την άποψη πως οι Μακεδόνες δεν είναι Έλληνες και την άποψη πως οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και οι Βούλγαροι δεν είναι Έλληνες. Στην πρώτη, που έλαβε μεγάλη αύξηση, όταν την υιοθέτησε, έναν αιώνα αργότερα, ο Αδαμάντιος Κοραής, για τους δικούς του πολιτικούς και τελείως εξω-ιστορικούς λόγους, δίνει μία ικανοποιητική απάντηση ο Μιχαήλ. Η Μακεδονία είναι περισσότερο Ελλάδα από ό,τι είναι η Αττική, επειδή οι Έλληνες πρωτοεμφανίστηκαν στην Θεσσαλία, που γειτνιάζει με την Μακεδονία. Οι Μακεδόνες μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνισμό κυρίευσαν ολόκληρη την οικουμένη και διέδωσαν στα πέρατα του κόσμου την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλά και πριν από αυτό η δική τους διάλεκτος ήταν στην ουσία η πρώτη ελληνική κοινή, από την οποία ξεπήδησαν όλες οι υπόλοιπες ελληνικές διάλεκτοι[25].

Με τον ίδιο σαφή και μη αποδεχόμενο άλλες ερμηνείες τρόπο αποδεικνύει την δολιότητα των ισχυρισμών των ανθελλήνων ως προς τους Αρβανίτες, τους Βλάχους και τους Βούλγαρους. Εξηγεί πραγματικά με τρόπο μοναδικό, από όσο γνωρίζω, σε κείμενο της Τουρκοκρατίας, την σχέση των υπολοίπων ορθοδόξων γλωσσικών κοινοτήτων με τους Έλληνες. Την στιγμή που οι ανθέλληνες ισχυρίζονται πως οι Βούλγαροι, οι Βλάχοι και οι Αρβανίτες παρότι είναι ορθόδοξοι δεν είναι Έλληνες και προσπαθούν με κάθε τρόπο να τους απομακρύνουν από τον Ελληνισμό, ο Μιχαήλ έρχεται να εξηγήσει την πραγματικότητα. Και την εξηγεί με τόση ενάργεια, λόγω της φύσεως του κειμένου του, λόγω δηλαδή του γεγονότος πως πρόκειται για έναν Λόγο περί Ελληνισμού, ο οποίος απευθύνεται πρωτίστως στους Ευρωπαίους. Έτσι, αισθάνεται πως πρέπει να τα εξηγήσει όλα από την αρχή, σε αντίθεση με τα περισσότερα κείμενα της Τουρκοκρατίας, στα οποία δεν επισημαίνουν οι συγγραφείς τους την εθνική τους καταγωγή, καθώς απευθυνόμενοι σε συνέλληνες δεν χρειάζεται να τους πούν αυτά που και οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.  Προχωρεί λοιπόν ο Μιχαήλ και εξηγεί πως αυτές οι τρεις διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες έχουν εξελληνιστεί σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι μόνο η κοινή πίστη, η οποία προσφέρει την πρώτη αρχή της συστράτευσης με τους Έλληνες, καθώς πολλές από τις ακολουθίες τους τελούνται στα ελληνικά, αλλά είναι και η ίδια η γλώσσα και ο τρόπος των Ελλήνων, ο πολιτισμός τους δηλαδή, που κάνει τους υπόλοιπους ορθοδόξους να θέλουν να γίνουν Έλληνες. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, οι μη Έλληνες «τη φύσει» ορθόδοξοι των Βαλκανίων, δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται με το δικό τους εθνικό όνομα, αλλά προτιμούν το όνομα των Ελλήνων. Αισθάνονται Έλληνες και δηλώνουν Έλληνες[26].

Ο Μιχαήλ φαίνεται πως τα χρόνια γύρω από την αναγόρευσή του σε εξωτερικό μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου ασχολήθηκε επισταμένως με το ζήτημα του ανθελληνισμού. Από την περίπτωση του Μιχαήλ καθίσταται σαφές ότι οι Έλληνες σπουδαστές στην Χάλλη κατανοούσαν πλήρως τα σχέδια των ευσεβιστών να τους χρησιμοποιήσουν ποικιλοτρόπως στο προσηλυτιστικό έργο τους στην Ανατολή, αλλά μη έχοντας άλλη επιλογή παρέμεναν και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες που τους παρείχε η Χάλλη για τους δικούς τους σκοπούς, την προβολή δηλαδή του Ελληνισμού[27].  Ήδη από το 1705 ο Μιχαήλ είχε δημοσιεύσει μία επιστολή-βιβλιοκρισία για το έργο του φίλου του J. Tribbechovii, Brevia Linguae Ῥωμαϊκῆς sive Graecae Vulgaris Elementa, μαζί με το ίδιο το έργο, στην οποία αναφερόταν σε μία παλαιότερη γραμματική των ελληνικών[28] και την οποία θεωρούσε –με ηπιότερους βέβαια χαρακτηρισμούς- πως δεν απέδιδε ορθά τα ελληνικά, όπως αυτή του φίλου του[29]. Μετά την αναγόρευσή του εξέδωσε τον Λόγο περί Ελληνισμού, όπου διαλαμβάνει τα σχετικά με τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΟΡΘΩΙΔΟ[30]. Μαζί του, άξιος συμπαραστάτης εκείνα τα χρόνια στον αγώνα για τον Ελληνισμό στάθηκε ο Αλέξανδρος Ελλάδιος[31], ο οποίος είχε και εκείνος γνωριμία με τον κύκλο των ελληνιστών και ταυτόχρονα ευσεβιστών της Χάλλης, όπως προκύπτει από τα έργα του και κυρίως από την αλληλογραφία του με τον Francke[32].  Ο Θεσσαλός λόγιος ανέλαβε να απαντήσει στους ανθέλληνες, όχι θεωρητικά όπως ο Μιχαήλ, αλλά πρακτικά. Στα 1712 εξέδωσε μία γραμματική της σύγχρονής του ελληνικής, όπου εφαρμόζονταν όλα τα αξιώματα που διατύπωσε ο Μιχαήλ στον Λόγο περί Ελληνισμού. Της Γραμματικής προτάσσεται φανταστικός διάλογος σχετικά με την προφορά της νέας ελληνικής, στον οποίο διακωμωδούνται οι απόψεις των Ηenninii και Vossii[33]. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμάνθηκαν οι σχετικές αναφορές του και στο επόμενο έργο του, το Status Praesens (1714)[34], από το οποίο θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα μεταφρασμένο στα ελληνικά, το οποίο καταδεικνύει με τον πλέον εναργή τρόπο την συνείδηση της ελληνικότητας των Ελλήνων λογίων της Τουρκοκρατίας:

Αλέξανδρος Ελλάδιος, Status Praesens Ecclesiae Graecae

Γράφει συγκεκριμένα ο Ελλάδιος[35]: «Γνωρίζω, ἐπίσης, μέ ποιές κούφιες ὑποσχέσεις ἔφραξε ὁ Adelung τόν δρόμο τοῦ Ἀναστασίου Μιχαήλ […] Ξέρω ἐπίσης καί τά πιό ἀπόρρητα σχέδια μερικῶν, ἀπαίσιες ἀπάτες, καί αἰσχρές προσπάθειες νά χρησιμοποιηθοῦν οἱ Ἕλληνες ὥστε νά ἐξυπηρετηθοῦν ἄλλα συμφέροντα. Γνωρίζω […] ἐπίσης καί τί ἔπαθε ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ στό Ἄμστερνταμ. […] Ὅπως καί νά ἔχουν τά πράγματα, ἂς ξέρουν οἱ πάντες: ἐγώ γεννήθηκα καί εἶμαι Ἕλληνας, καί δέν διστάζω νά ἐπιτεθῶ σέ κανέναν, […] προκειμένου νά ὑποστηρίξω τήν πατρίδα μου καί τούς συμπατριῶτες μου, καί μάλιστα ἐφόσον τούς βλέπω νά παθαίνουν ἀπό ἀδικία τέτοιες συμφορές. Ὁ χρόνος ἄλλαξε πολλά, ἀλλά οἱ Ἕλληνες δέν ἔπαψαν νά εἶναι Ἕλληνες».

Αυτή η τελευταία φράση αποτελεί το απαύγασμα της συνείδησης και της διδασκαλίας του Ελλάδιου, αλλά και του ομόψυχού του Αναστασίου Μιχαήλ. Κατά μίαν έννοια σε αυτήν καταλήγει το σύνολο της ελληνικής λογιοσύνης μετά το 1453. Για αυτό και ο Αναστάσιος Μιχαήλ πέρα από πρώτος Έλληνας ακαδημαικός είναι και ο πρώτος που τόσο εύστοχα και τόσο εύγλωττα υποστήριξε απέναντι στον νεωτερικό ανθελληνισμό την συνέχεια των Ελλήνων.

 

Ο Χαράλαμπος Μηνάογλου είναι Διδάκτωρ Νεώτερης Ιστορίας του Ε.Κ.Π.Α. Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία και δεκάδες επιστημονικά άρθρα. Διδάσκει στο Ζάννειο Πειραματικό Λύκειο. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται κυρίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και ειδικότερα στον πνευματικό βίο των Ελλήνων, τους Έλληνες περιηγητές, την ελληνική ιστοριογραφία, τους Φαναριώτες και την εκκλησιαστική ιστορία.

 

 

 Σημειώσεις

[1] Για τον Αναστάσιο Μιχαήλ και το συγκεκριμένο έργο του βλ. Χ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών και ο Λόγος περί Ελληνισμού, Αθήνα 2014.

[2] Βλ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 13.

[3] Υπήρξε δάσκαλος και συγγραφέας ανέκδοτης ακόμη γραμματικής, που σώζεται σε πολλά χειρόγραφα. Βλ. Λ. Βρανούσης, Ἐφημερίς, τ. 5, Ἀθήνα 1995, 781

[4] Ο Μαργαρίτης Μάνθου ενεγράφη στην Πάδοβα το 1703. Βλ. Γ. Πλουμίδης, «Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης (μέρος Β΄. Legisti 1591-1809)», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 38 (1971), 123.

[5] Ο ιερομόναχος Παρθένιος Κατσούλης διαδέχθηκε τον Μελέτιο Μήτρου στην διεύθυνση της Μικράς Σχολής η Σχολής του Επιφανίου στα Ιωάννινα. Ο Κατσούλης σχολάρχησε από το 1692 ως το 1696 και υπήρξε πρωτοπόρος σε έρευνες λαογραφικού περιεχομένου.

[6]  U. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis του Johann Heinrich Callenberg, Αθήνα 1999, 81.

[7] Βλ. U. Moennig, «Die griechischen Studenten am Hallenser Collegium orientale theologicum», στο:  J. Wallmann – U. Sträter (επιμ.), Halle und Osteuropa. Zur europäischen Ausstrahlung des hallischen Pietismus, Tübingen 1998, 314-316. Β. Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 160.

[8] Πρόκειται για τον κύκλο των Πιετιστών της Χάλλης, με τον οποίο συνεργάστηκε ο Μιχαήλ, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάστηκε στα ζητήματα της πίστεως. Για τους πιετιστές της Χάλλης βλ. H. Eideneier, «Martinus Crusius und die Folgen», στο: H. Eideneier (επιμ.), Graeca recentiora in Germania. Deutsch-griechische Kulturbeziehungen vom 15. bis 19. Jahrhundert, Wiesbaden 1994, 123-136. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis.

[9] Βλ. J. Langius, Philologiae Barbaro-Graecae, τ. 1, Noribegae et Altdorfi 1708, πρώτο μέρος με τον τίτλο Meletema, παράγραφος XVI. Το πρώτο μέρος του βιβλίου του Langii, το Meletema, περιέχει αποσπάσματα από τον Λόγο περί Ελληνισμού του Μιχαήλ, σε λατινική μετάφραση. Η μετάφραση, ασχέτως από το ποιο από τα δύο κείμενα είναι το πρωτότυπο, δεν είναι ακριβής, αλλά μάλλον μοιάζει με ελεύθερη απόδοση. Σαν να τα έχει γράψει το ίδιο πρόσωπο, προφανώς ο Μιχαήλ, θέλοντας να διαφοροποιήσει το κείμενό του.

[10] Βλ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 15.

[11] Βλ. Β. Μακρίδης: «Στοιχεῖα γιά τίς σχέσεις τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἑλλαδίου μέ τήν Ρωσία», Μνήμων 19 (1997), 18.

[12]Αλέξανδρος Ελλάδιος, Status praesens Ecclesiae graecae, Altdorf 1714,  μετά τον Πρόλογο, χωρίς σελιδαρίθμηση. Εκεί ο Μιχαήλ αναφέρεται ως «Anastasius Macedo, Nausensis, inclytae Regiae Societatis Borussiacae Membrum» (=Αναστάσιος ο Μακεδών από την Νάουσα, μέλος της Ακαδημίας του Βραδεμβούργου).

[13]  Βλ. Ελλάδιος, Status praesens, 62-63, 321, 328, 342-343.

[14] Βλ. Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», 162. Μακρίδης: «Στοιχεία για τις σχέσεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου με την Ρωσία», 32-33.

[15] Αναστάσιος Μιχαήλ, Βασιλικόν Θέατρον, Άμστερνταμ 1710. Βλ. και Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ, 195-207.

[16] Βλ. Μακρίδης, «Στοιχεία για τις σχέσεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου με την Ρωσία», 18.

[17]  Βλ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ, 16.

[18] Η Ακαδημία του Βραδεμβούργου (Βερολίνου) είναι μία από τις παλαιότερες επιστημονικές Ακαδημίες στον κόσμο. Μαζί με την Παρισινή και την Λονδρέζικη Ακαδημία αποτελούσαν την κορωνίδα της ευρωπαικής επιστημοσύνης στις αρχές του 18ου αιώνα. Για την ιστορία της κατά τον 18ο αιώνα βλ. A. Harnack,  Geschichte der Königlichen Preussischen Akademie der Wissenschaften zu Berlin, τ. 1, Berlin 1900.

[19] Βλ. Αλ. Αγγέλου, «Δοκιμές για απογραφή και αποτίμηση της νεοελληνικής γραμματείας στην ευρυχωρία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ο Ερανιστής 11 (1974), 4.

[20]  Από τα κείμενά του προκύπτει ότι γνώριζε επίσης λατινικά, εβραικά, ρωσικά, αρβανίτικα, βλάχικα και στοιχεία τουλάχιστον της αρμενικής.

[21] Βλ. για παράδειγμα την περίπτωση του Μητροφάνη Κριτόπουλου (1589-1639), που παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με τον Μιχαήλ. U. Moennig, «Matthias Berneggers Handexemplar des Glossarium graecobarbarum des Ioannes Meursius mit Korrekturen des Metrophanes Kritopoulos», στο: H. Eideneier (επιμ.), Graeca recentiora in Germania. Deutsch-griechische Kulturbeziehungen vom 15. bis 19. Jahrhundert, Wiesbaden 1994, 161-198.

[22] Είναι χαρακτηριστικές οι πολλές συμβολές του στα θεολογικά έργα των πιετιστών της Χάλλης, οι οποίες όμως έγιναν χωρίς την θέλησή του. Χρησιμοποιήθηκαν κυρίως αποσπάσματα από την μετάφρασή του της Καινής Διαθήκης σε εκδόσεις που είχαν στόχο τον προσηλυτισμό ορθοδόξων Ελλήνων μετά όμως από τον θάνατό του. Βλ.Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis, 71, 76-78, 81 και 103.

[23] Για τις απόψεις των δύο πρώτων βλ. Χ. Μηνάογλου, «Από τον Αναστάσιο Μιχαήλ στον Γεώργιο Ζαβίρα», στο: Ιω. Κολιόπουλος-Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά (17ος, 18ος και 19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2011, 422-424. Για τον τρίτο βλ. την επιστολή-βιβλιοκρισία του Μιχαήλ, την οποία δημοσιεύει στο έργο του J. Tribbechovii, Brevia Linguae Ρωμαικής sive Graecae Vulgaris Elementa, Jena 1705, χωρίς σελιδαρίθμηση (η επιστολή εκδίδεται σε αντικρυστές σελίδες λατινικά-ελληνικά).

[24] Εδώ τα λόγια του Αναστάσιου Μιχαήλ διατυπωμένα πριν από τρεις αιώνες μοιάζουν προφητικά.

[25] «Ἡ γάρ Μακεδονία, ἡ μή μόνον μετά τό τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς, καί πάσης, μικροῦ δεῖν, τῆς τηνικαῦτα φερωνυμουμένης οἰκουμένης κρατῆσαι, τόν Ἑλληνισμόν, κατά τόν ἐν ἱεροφαντικοῖς τοῖς περί ταύτης τῷ Δανιήλ προαναπεφωνημένοις χρησμηγορήμασι πολυηχῆ χαλκόν, πανταχοῦ τῆς γῆς ἀκουστόν ποιήσασα, λαούς τε, φυλάς, καί γλώσσας, καί σχεδόν ἅπαν γένος ἀνθρώπων εἰς ὑποδοχήν τοῦ ὅσον οὔπω τηνικαῦτα μέλλοντος εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης ἐξελθεῖν φθόγγου παρασκευάσασα (ὡς ἐξ ἐκείνου μάλιστα, τοῦθ’ ὅπερ καλῶς παρατηρεῖ, μᾶλλον δέ βλέπει, ὁ μόνους τούς Ἕλληνας τῶν Ἑλληνικῶν ἁπάντων κατά τό δοκοῦν ἀποκηρύττων, μηδέν εἶναι κλίμα, οὐ θρησκείαν, οὐκ ἔθνος Ἀσίας καί Εὐρώπης , ὅπερ μή καί τι Ἑλληνικόν ἐν φωνῇ , ἐν ἤθεσιν, ἐν πολιτικαῖς διοικήσεσιν, ἐν τελεταῖς καί πᾶσι, ξυλλήβδην φάναι, τοῖς δι’ ὧν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος κοσμεῖται, διοικεῖται καί διεξάγεται μέχρι καί τῆς ἐνεστώσης, ἀποσῶζον ζώπυρον) ἀλλ’ ἔτι καί πολλῷ πρό τούτου κοινή καί πρωτίστη μήτηρ Ἑλληνισμοῦ παντός χρηματίσασα, καί τάς τῶν ἑκασταχοῦ τῆς Ἑλλάδος διαλέκτων παραφυάδας, ἐκ μιᾶς, τῆς πᾶσι τό πρῶτον τοῖς Ἕλλησι κοινῆς, (ὡς Κόρινθος ἐν τῷ περί διαλέκτων διευκρινεῖ) γλώσσης πηγάσασα, αὕτη, φημί, μετά ταῦτα καί αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς προσωνυμίας ἀπηλλωτρίωτο». Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 187.

[26] «Εἰ δέ τινες τήν τοῦ ἔθνους τούτου πλησιεστέραν τῇ Ἑλλάδι τήν οἴκησιν ἔλαχον, ἀλλά καί οἱ φιλόκαλοι οὗτοι, πλήν τῶν σφῶν ἐθνικῆς (ἣν οὐδέ πάνυ τι νῦν ἡδέως ἀκούουσι) προσηγορίας, τ’ ἄλλα παρά μικρόν εἰς τῶν Ἑλλήνων μεταβέβληνται τρόπον. Οἷς καί ὑπό τοῦ Χριστοῦ συστρατεύονται σημείῳ. Ὡσαύτως καί τῶν περιοίκων Ἀλβανῶν ὅσοι εὐσεβόφρονες, καί Βουλγάρων τό εὐσεβές καί στεῤῥόπιστον ἔθνος. Δι’ Ἑλληνικῆς γάρ καί τούτοις γλώσσης τά πλεῖστα τῶν ἱερῶν ὑπανοίγεται τεμένη. Διά ταύτης  τάς ἀπύρους καί ἀκάπνους θυσίας τῷ θεῷ ἀναπέμπουσιν. Ὑφ’ Ἑλλήνων, ἢ  γοῦν ὁπωσοῦν Ἑλληνίζειν εἰδότων τά κατ’ αὐτούς ἱερά διευθετεῖται. Ὑπό τοιούτων ἡ τούτων νεολαία παιδεύεται. Οὐδέ γάρ οὐδέ τούτων τῶν ἐθνῶν, τά γε Χριστιανίζοντα, οἰητέον ἀκμήν ἀφύσικα πρός παιδείαν ὑπάρχειν. Ὡς οὐδ’ ὅσ’ ἄλλα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐγέννησέ τε καί ὕψωσε, κᾂν βορειότερα ὦσι, κᾂν ὑπερβόρεια». Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαήλ, 133.

[27] Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει και ο Μακρίδης, «Ανέκδοτη επιστολή Ματθαίου Λέφα του Παρίου προς Αλέξανδρον Ελλάδιον», 168.

[28] Πρόκειται για το έργο S. Portius, Γραμματική της Ρωμαικής γλώσσας. Grammatica Linguae Graecae Vulgaris, Paris 1638.

[29] Βλ. J. Tribbechovius, Brevia Linguae Ρωμαικής sive Graecae Vulgaris Elementa, Jena 1705, χωρίς σελιδαρίθμηση (η επιστολή εκδίδεται σε αντικρυστές σελίδες λατινικά-ελληνικά).

[30] Βλ. Henricus Christianus Henninius, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΟΡΘΩΙΔΟΣ, seu Graecam Linguam non esse pronunciandam secundum accentus; Dissertatio Paradoxa qua legitima et antiqua Linguae Graecae pronunciatio et modulatio demonstrator: atque obiter de Linguis carumque fatis disputatur. Ad virum amplissimum Salomonem Dierquens, addita est Isaaci Vossii, De accentibus Graecanicis sententia, Trajecti ad Rhenum 1684.

[31]  Βλ. Ν. Ψημμένος, «Η μαρτυρία του Αλεξάνδρου Ελλαδίου για την παιδεία του Γένους στην αυγή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», στο: Ν. Ψημμένος, Μελετήματα Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, τ. Α΄, Ιωάννινα 2004, 23-52.

[32] Βλ. U. Moennig, «Τρεις αυτόγραφες επιστολές του Ελλαδίου προς τον August Hermann Francke», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 125-149.

[33] Ο διάλογος τιτλοφορείται Διάλογος περί της εν Ευρώπη ελληνικής προφοράς και τα πρόσωπα που διαλέγονται είναι ο Μέλισσος και ο Αγάπιος. Προτάσσεται στις 58 πρώτες σελίδες του τόμου  χωρίς σελιδαρίθμηση (29 σελίδες ελληνικό κείμενο και αντικρυστά άλλες τόσες λατινική μετάφραση).  Πριν από την σελίδα τίτλου στο πρώτο κενό φύλλο γράφονται τα εξής: “Conf. Io. Albertus Fabricius in Bibl. Grac. Lib. V, cap. 7. p. 41. Vol. VII”. Αλέξανδρος Ελλάδιος, Σταχυολογία τεχνολογική της ελλάδος φωνής ήτοι Γραμματική ελληνική κατ’ ερωταπόκρισιν, hoc est Spicilegium Technologicum Graecismi, sive Grammatica Graeca, per quaestiones et responsiones, Noribergae 1712.

[34] Οι σχετικές απόψεις του παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με όσα γράφει ο Μιχαήλ στον Λόγο περί Ελληνισμού, για την ελληνική γλώσσα και την ορθή προφορά της. Για τις απόψεις του Ελλάδιου περί γλώσσας και προφοράς βλ. Γ. Καραμανώλης, «Οι απόψεις του Αλεξάνδρου Ελλαδίου για την προφορά της αρχαίας ελληνικής και οι θεωρίες των συγχρόνων του για την ελληνική γλώσσα», στο: Β. Μακρίδης (επιμ.), Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003, 333-413.

[35] «Neque ignoro, quibus promissionibus D. Adelungius Anastasii Macedonis et Nicolai Sacerdotis iter, quod versus Venetias susceperant, impediverit, eosque alio deduxerit. […] Non ignoro nonnullorum arcaniora de Graecis consilia, fraudes detestandas, ac turpissima eorum nomine conata lucra. Non sum praeterea nescius, quid Anastasio, dum versus Berolinum iter suum dirigebat, accidit, ac quibus precibus victus suppressit librum, de statu Juvenum Graecorum, qui in hisce Europae regionibus studiis operam dederunt. Minime denique ignoro, […] quid Anastasio Amstelodami contigit. [ …] Illud omnibus, et singulis notum facio: me Graecum esse natum de parentibus non multum gloriabor est pro Patria genteque mea praesentim vero, cum injusta ratione tantas injurias illam pati videam, neque propriis Parentibus quidem, nedum illis, quibus calumniae in Graeciam et Graecorum diffamatio maxime conducit, ad propriumque interesse vergit, ullo modo parcam; Ita tempora non ingenia Graecorum mutata sunt».  Ἑλλάδιος, Status praesens, 327-329.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

– V. Benesevic, «Anastasius Nausios», Byzantinisch Neugriechische Jahrbiicher 10 (1933), 351-368.

– Β. Μακρίδης (επιμ.): Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος, Πρακτικά Διεθνούς Διημερίδας (Λάρισα 4-5 Σεπτεμβρίου 1999), Λάρισα 2003.

– Χ. Μηνάογλου, «Από τον Ἀναστάσιο Μιχαήλ στον Γεώργιο Ζαβίρα», στο: Ιω. Κολιόπουλος-Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά (17ος, 18ος και 19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 2011, 419-435.

–  Χ. Μηνάογλου, Ο Αναστάσιος Μιχαήλ ο Μακεδών και ο Λόγος περί Ελληνισμού, Ἀθήνα 2014.

– U. Moennig, Οι νεοελληνικές εκδόσεις της Typographia Orientalis του Johann Heinrich Callenberg, Αθήνα 1999.

 

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας» Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

«Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»[1]

Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

 

Στο φύλλο της 12ης Νοεμβρίου 1901 της εφημερίδας Σκρίπ σατιρίζεται σκωπτικά η επικαιρότητα με την ακόλουθη στιχομυθία: «Τί διαβάζεις κυρ Μελέτη; -Τό Εὐαγγέλιο Κατά Ματθαῖον. – Κάτι στά πολιτικά τό’ριξες».

Τα  γεγονότα

Το ευφυολόγημα είναι ενδεικτικό. Ο συντάκτης γνωρίζει, ότι οι βίαιες ταραχές των προηγούμενων ημερών που η εφημερίδα του κάλυψε -συμβάλλοντας, όπως και το σύνολο σχεδόν του Τύπου, στην περαιτέρω όξυνση των παθών – είχαν εκτός από το θρησκευτικό έντονο και το πολιτικό πρόσημο.[2] Η φοιτητική εξέγερση, η οποία ξέσπασε την 5η Νοεμβρίου 1901 πυροδοτήθηκε από τη σφοδρή αντιπαράθεση που προκάλεσε η δημοσίευση στην εφημερίδα Ἀκρόπολις από την 9η Σεπτεμβρίου έως την 20η Οκτωβρίου μετάφρασης στη δημοτική του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου. Τη μετάφραση είχε εκπονήσει ο Αλέξανδρος Πάλλης, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης της δημοτικής γλώσσας.[3] Η εξέγερση απέκτησε ταχύτατα μέγεθος και διαστάσεις οι οποίες προφανώς αιφνιδίασαν την πολιτική ηγεσία, καθώς στις διαμαρτυρίες συμμετείχαν, εκτός από τους φοιτητές, Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, απλοί πολίτες και οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς. Αδέξιοι χειρισμοί στην προσπάθεια ελέγχου των γεγονότων σε συνδυασμό, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες συνθήκες, με το «απρόβλεπτο» οδήγησαν στη «Ματωμένη Πέμπτη» της 8ης Νοεμβρίου με τους οκτώ νεκρούς και περί τους εβδομήντα τραυματίες και στην συνακόλουθη παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη (ο οποίος μάλιστα κινδύνευσε και ο ίδιος από την οργή των διαδηλωτών) και του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Παύθηκαν επίσης από τα καθήκοντά τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας Δ. Βούλτσος και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής Δ. Στάϊκος.[4]

Το συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου 1901 στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Η άμεση πολιτική εκμετάλλευση των Νοεμβριανῶν ή Εὐαγγελι(α)κῶν, όπως αργότερα η ιστοριογραφία αποκάλεσε τα βίαια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1901, η κυβερνητική μεταβολή δηλαδή που προκάλεσαν αποτελούν, βέβαια, πραγματικά δεδομένα που μπορεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν, δεν είναι όμως οι μείζονες πολιτικές παράμετροι που επιχειρεί να κωδικοποιήσει το παρόν άρθρο. Κι αυτό, επειδή δεν ήταν η πρώτη, ούτε βεβαίως επρόκειτο να είναι και η τελευταία φορά που η αντιπολίτευση και ο προσκείμενος σ’ αυτήν Τύπος θα εκμεταλλεύονταν μια εστία δυσφορίας, προκειμένου να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς κατά πόσον η εμπλοκή της αντιπολίτευσης στην επέκταση των ταραχών ήταν αποφασιστική, άμεση ή έμμεση· χωρίς αμφιβολία όμως εμπλοκή υπήρξε. Αρκεί να αναφερθεί, ότι οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς, οι οποίες συμμετείχαν στο μεγάλο συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου ελέγχονταν από αντικυβερνητικούς κύκλους.[5] Η σχετική έρευνα στις αναφορές των ξένων πρεσβευτών προς τις κυβερνήσεις τους αποκαλύπτει τη γενική παραδοχή των διπλωματών, ότι παράγοντες της αντιπολίτευσης εκμεταλλεύτηκαν και υπέθαλψαν τα γεγονότα.[6]

Τα ερωτήματα

Οπωσδήποτε σημαντικώτερο είναι να εξεταστούν οι βαθύτεροι ιστορικοί και ιδεολογικοί λόγοι που συνετέλεσαν, ώστε α) αυτή καθεαυτή η ενδογλωσσική μετάφραση του Ευαγγελίου να είναι δυνατόν να καταστεί αντικείμενο σύγκρουσης στον δημόσιο βίο, β) αυτό να συμβεί τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προκαλώντας την έκλυση μιας τόσο εμπαθούς αντίδρασης με μαζικό χαρακτήρα και αιματηρές συνέπειες.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση της Βίβλου

Ήδη από τον 11ο αι. έως και το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν απόπειρες να αποδοθεί κυρίως το κείμενο των Ευαγγελίων, ενίοτε και τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, σε απλούστερη μορφή της Ελληνικής, προκειμένου ο Λόγος του Θεού να γίνει προσιτός και κατανοητός σε ευρύτερα στρώματα του λαού. Οι απόπειρες αυτές έχουν μακρά ιστορία, ποικίλλουν ως προς την προέλευση, αντιμετωπίσθηκαν κατά περίπτωση θετικά ή αρνητικά από την επίσημη Εκκλησία, ποτέ όμως δεν κατέστησαν βέβαια πρόξενοι ανάλογων ακραίων αντιδράσεων. Το ζήτημα είχε αντιμετωπισθεί ενδοεκκλησιαστικά και φυσικά είχε οδηγήσει στις ανάλογες αποφάσεις και οδηγίες προς τους πιστούς. Άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν κατ’ αρχήν και εκ διδασκαλίας αντίθετη προς τη μετάφραση των Ιερών Κειμένων, ούτε υιοθέτησε το δόγμα των «ιερών γλωσσών». Απόδειξη αποτελούν οι μεταφράσεις που είχαν ήδη εκπονηθεί, υπό την πλήρη έγκρισή της, τμημάτων και ολοκλήρου της Βίβλου όπως και λειτουργικών κειμένων στις γλώσσες των Ορθοδόξων της Βαλκανικής αλλά και των Τουρκόφωνων και Αραβόφωνων Ορθοδόξων. Στην περίπτωση βέβαια της ενδογλωσσικής μετάφρασης υπήρχαν εξ αρχής ενστάσεις που βασίζονταν μεταξύ άλλων στον φόβο αλλοίωσης των πνευματικών εννοιών και των δογμάτων της πίστης (εφόσον, όπως επισημαίνεται «προϋπόθεση τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία»)[7], στην πεποίθηση ότι η απόδοση του σημαινομένου σε άλλο γλωσσικό ιδίωμα είναι εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτεί φιλολογική και θεολογική σκευή σπάνια, καθώς και στην παραδοχή ότι το ζητούμενο δεν είναι τελικά η κατά λέξη μετάφραση του κειμένου, αλλά η ανάλυση και ο σχολιασμός των εννοιών.[8] Χωρίς μια θεολογικά έγκυρη ερμηνεία η απλή κατά λέξη μετάφραση δεν θεωρούνταν ότι εξυπηρετεί την ουσιαστική κατανόηση του Θείου Λόγου. Σπανιότερα προβαλλόταν το επιχείρημα ότι τα Ιερά Κείμενα έχουν τη δυνατότητα να επιδρούν αγιαστικά στους πιστούς, ακόμη και όταν δεν γίνονται κατανοητά.[9] Έντονη αντίθεση στην ενδογλωσσική μετάφραση της Βίβλου εκδηλώθηκε, όταν αυτή προερχόταν από δράσεις ετεροδόξων, κυρίως Προτεσταντών, και υπό τον πραγματικό ή φανταστικό φόβο προσηλυτισμού. Αυτοί οι τελευταίοι παράγοντες είχαν οδηγήσει στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των Ιερών Κειμένων μέσω των Συνοδικών Πατριαρχικών εγκυκλίων του 1836 και του 1839. Αιτία: η δημοσίευση της μετάφρασης από τον Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Βάμβα, αρχικά τμημάτων και τελικά ολόκληρης της Αγίας Γραφής υπό την αιγίδα της Βρεταννικής Βιβλικής Εταιρείας (1831-1850/1).[10]

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση  του Α. Πάλλη

Η ίδια ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ήταν η πρώτη που επίσημα αποδοκίμασε και την απόδοση του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Εν όσω ακόμη η Ἀκρόπολις δημοσίευε το επίμαχο κείμενο, στις 8 Οκτωβρίου, εξεδόθη σχετική πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος του Ιωακείμ Γ΄ προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία στηλιτευόταν η «μετάφρασις τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων εἰς τό…καινοφανές χυδαϊκόν γλωσσικόν σύστημα, ὅπερ οὐ μόνον ἀπρόσφορον ἐστίν εἰς ἑρμηνείαν τῶν θείων εὐαγγελικῶν ρημάτων καί νοημάτων, ἀλλά καί τοιοῦτον, ὥστε ψυχικῆς βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενον γίγνεσθαι». Παράλληλα εκφραζόταν η βεβαιότητα, ότι και η Ιερά Σύνοδος θα προέβαινε σε ανάλογη επίσημη αποδοκιμασία.[11]

Αλέξανδρος Πάλλης.

Πράγματι σε συνεδρία της 17ης Οκτωβρίου η Ιερά Σύνοδος δήλωνε, ότι «ἀποκρούει καί ἀποδοκιμάζει καί κατακρίνει ὡς βέβηλον πᾶσαν διά μεταφράσεως εἰς ἁπλουστέραν ἑλληνικήν γλῶσσαν ἀλλοίωσιν ἢ μεταβολήν τοῦ πρωτοτύπου κειμένου τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, οὐ μόνον ὡς περιττήν, ἀλλά καί ὡς ἔκθεσμον καί συντελοῦσαν εἰς σκανδαλισμόν μέν τῶν συνειδήσεων, στρέβλωσιν δέ τῶν θείων αὐτοῦ ἐννοιῶν καί διδαγμάτων». Βεβαίως η Συνοδική εγκύκλιος δημοσιοποιήθηκε μόλις στις 7 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια δηλ. των επεισοδίων. Πρόκειται για καθυστέρηση, η οποία επισημάνθηκε και συζητήθηκε από την έρευνα.[12] Ανεξάρτητα πάντως από το ποια ερμηνεία αποδίδει ακριβέστερα τα αίτια της μη άμεσης γνωστοποίησης της Συνοδικής απόφασης, η καθυστέρηση αυτή μάλλον επιβάρυνε το κλίμα οξύτητος και έντονων αρνητικών αντιδράσεων που όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούσε και συντηρούσε, μεταξύ άλλων, και η αρθρογραφία των εχθρικών προς τη μετάφραση εφημερίδων.[13] Όπως είναι γνωστό, όλες αυτές οι έντονες αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους εκκλησιαστικών παραγόντων, θεολόγων, ακαδημαϊκών αλλά και πολιτικών προσώπων οδήγησαν τελικά τη διεύθυνση της εφημερίδος Ἀκρόπολις να διακόψει στις 20 Οκτωβρίου τη δημοσίευση της μετάφρασης του Α. Πάλλη, όμως ο διάλογος – ή, κατά περίπτωση, η πολεμική – από τις στήλες των εφημερίδων συνέχισε.[14] Και βεβαίως δεν συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης η, ομολογουμένως, άκρως ειρωνική (στα όρια της απρέπειας) «απάντηση» του Πάλλη προς τον Πατριάρχη, η οποία είχε συνταχθεί στο αρχαΐζον ιδίωμα της πατριαρχικής εγκυκλίου και δημοσιεύθηκε στις 24 Οκτωβρίου στο Ἄστυ.[15]

Η τρίτη επίσημη «καταδίκη» της μετάφρασης προήλθε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνεδρία της 29ης Οκτωβρίου συστάθηκε επιτροπή από τους Εμμανουήλ Ζολώτα (Κοσμήτορα), Ζήκο Ρώση και Ιωάννη Μεσολωρά, προκειμένου να συντάξει υπόμνημα των θέσεων της Σχολής σχετικά με το «ζήτημα τῆς μεταφράσεως ἢ παραφράσεως τοῦ Ἱεροῦ ἀρχετύπου κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς τήν σήμερον εὐχρηστοῦσαν ἑλληνικήν γλῶσσαν». Απών από τη συνεδρία ήταν ο καθηγητής Α. Διομήδης Κυριακός. Στο υπόμνημα το οποίο αναγνώσθηκε σε συνεδρία της 3ης Νοεμβρίου και υπεγράφη στη συνεδρία της 5ης Νοεμβρίου από τους καθηγητές Ε. Ι. Ζολώτα, Ζ. Ρώση, Γ. Ι. Δέρβο, Ι. Μεσολωρά και Ιγνάτιο Μοσχάκη παρατίθενται 15 λόγοι, για τους οποίους δεν γίνεται αποδεκτή η μετάφραση των Ιερών Κειμένων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλονται αξίζει να υπογραμμιστούν τα εξής: το αδύνατον της ακριβούς και ορθής κατανοήσεως των Γραφών «ἄνευ τῆς χειραγωγίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως», ο κίνδυνος σύγχυσης ως προς την πρόσληψη του κειμένου, καθώς η ανοχή στην εκπόνηση μίας θα οδηγήσει στη συνεχή παραγωγή και άλλων μεταφράσεων, η βέβαιη διαστρέβλωση των σημαντικών δογμάτων της πίστης (: «καί ἡ μετάφρασις πλείστων δογματικῶν χωρίων τῆς Γραφῆς, τῶν λεγομένων ἐκφαντορικῶν, δι’ ἄλλων λέξεων καί φράσεων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μετά τῆς ἀποφυγῆς παρεκδοχῶν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀδύνατος»).[16] Δεν παρέστη και πάλι και, βεβαίως, δεν υπέγραψε ο καθηγητής Α. Δ. Κυριακός, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ἄστυ της 30ης Οκτωβρίου είχε εκθέσει τους λόγους της απουσίας του από την αρχική συνεδρίαση, όπως και τους λόγους της διαφωνίας του με την αρνητική στάση των συναδέλφων του έναντι του ζητήματος των μεταφράσεων. [17]

Η σύνταξη του υπομνήματος ήταν γνωστή στον Τύπο την 4η Νοεμβρίου. Εκείνη την ημέρα η Ἀκρόπολις έδωσε τη σχετική πληροφορία με την παρατήρηση, ότι «τό ὑπόμνημα διαπνέεται ὑπό τοῦ πνεύματος ὄχι τῆς κατηγορηματικῆς ἀπαγορεύσεως, ὡς ἐάν ἐπρόκειτο διά κανέν ἔγκλημα, τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά τῆς ὑποδείξεως τῶν κακῶν, τά ὁποῖα ἠδύνατο νά ἐπιφέρῃ ἡ ἀνεκτικότης μιᾶς τοιαύτης μεταφράσεως». Πράγματι εκεί κυρίως επικεντρώνονταν τα 15 σημεία του υπομνήματος. Την επομένη, 5 Νοεμβρίου, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο «Ἐπιδημία Ὑπομνηματομανίας» σύντομο σημείωμα, το οποίο περιείχε εξαιρετικά καυστικά σχόλια για τη στάση των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής.[18] Το ίδιο απόγευμα οι φοιτητές της Θεολογικής, της Ιατρικής, της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής εξεγέρθηκαν.[19] Το σχετικό δημοσίευμα λειτούργησε ως σπινθήρας που πυροδότησε την έναρξη των ταραχών, των οποίων όμως τα βαθύτερα αίτια πρέπει να διερευνηθούν.     

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ακρόπολις.

           

Η «Μετάφραση της Σλαύας»

Οι οργισμένες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου 1901 με την πάνδημη συμμετοχή, οι πορείες προς τα Ανάκτορα και τη Μητρόπολη, ο βανδαλισμός των γραφείων των εφημερίδων Ἀκρόπολις και Ἄστυ, οι οποίες υποστήριξαν το μεταφραστικό εγχείρημα, ήταν οπωσδήποτε εκδηλώσεις καινοφανείς. Ένα δε πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ταραχών, αφορμή του τίτλου της παρούσας εισήγησης, ήταν τα έντονα αντισλαβικά συνθήματα που κυριάρχησαν πριν και κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, η απόδοση της μεταφραστικής πρωτοβουλίας σε ρωσσικό δάκτυλο και στα σκοτεινά σχέδια των Πανσλαβιστών. Οι δρόμοι της Αθήνας αντηχούσαν από συνθήματα, όπως: «Κάτω τα ρούβλια!», «Κάτω οι Σλαύοι!», «Κάτω οι Ρωσόφρονες!», «Έξω οι Σλαύοι και οι Βούλγαροι!», «Έξω τα ρούβλια!». Τα φύλλα των εφημερίδων που στήριζαν τις διαδηλώσεις φιλοξενούσαν αναλύσεις για τον από βορρά κίνδυνο που απειλεί τον απανταχού Ελληνισμό.[20] Στις 7 Νοεμβρίου ο Ρώσος πρέσβης επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Γ. Θεοτόκη και προέβη σε διαμαρτυρία,[21] ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στην Αγία Πετρούπολη Α. Τομπάζης πληροφορούσε ανήσυχος στις αναφορές του για τη δυσφορία που επικρατούσε στους Ρωσικούς πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους αναφορικά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν για Ρωσική ανάμιξη στο θέμα της μετάφρασης. [22]

Βεβαίως η Σλάβα, της οποίας τη μετάφραση, προτρέπει μετά πάθους ο εμπνευστής του συνθήματος να ριφθεί στην πυρά, είναι η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα, της οποίας η πρόσφατη πρωτοβουλία να μεταφραστεί η Καινή Διαθήκη σε ομαλή δημοτική γλώσσα και να εκδοθεί τελικά μαζί με το αρχαίο κείμενο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, απετέλεσε την αφορμή και την πρώτη πράξη στην έντονη αντιπαράθεση αναφορικά με τη μετάφραση του Ευαγγελίου, η οποία εκδηλώθηκε στα τέλη του 19ου αι. και κορυφώθηκε με τα Εὐαγγελικά. Είναι γνωστό ότι η έκδοση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της βασίλισσας, δεν έλαβε την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε ύστερα από προφορική συγκατάθεση του Μητροπολίτη Προκοπίου, έφερε δε στο εξώφυλλο τη χαρακτηριστική επεξήγηση: «πρός ἀποκλειστικήν οἰκογενειακήν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ χρῆσιν».[23]

Μητροπολίτης Προκόπιος

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τελικά η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια μορφή της καθομιλουμένης Δημοτικής (δεν θα σχολιασθεί εδώ αν ήταν η πλέον δόκιμη ή όχι) κατέστη δυνατόν να αναχθεί σε κίνδυνο υπονόμευσης όχι απλώς της ορθής πίστης, μέσω της επαπειλούμενης αλλοίωσης των εννοιών και του μηνύματος του κειμένου, της επαπειλούμενης αυθαίρετης και υποκειμενικής ερμηνείας, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, αλλά και σε μείζον εθνικό θέμα.

 

Γλώσσα και Εθνική Ταυτότητα

Το πρώτο που θα πρέπει σύντομα να εξεταστεί είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους απέκτησε η ελληνική γλώσσα και ιδίως η γλώσσα του Ευαγγελίου και των λειτουργικών κειμένων στην αυτοσυνειδησία και ταυτότητα του νεώτερου ελληνικού έθνους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ελληνική γλώσσα των Γραφών και της Ορθόδοξης Λειτουργίας λειτούργησε ως ένας ισχυρός συνδετικός ιστός μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ανατολής, κυριότατα των Ελληνόφωνων, αλλά και ως ισχυρός παράγων γλωσσικού εξελληνισμού των συνοίκων Ορθοδόξων λαών της Νότιας Βαλκανικής.[24] Εξάλλου ήταν η γλώσσα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του αναγνωρισμένου από την εξουσία εκπροσώπου των Ορθοδόξων Χριστιανών της αυτοκρατορίας. Ιδίως δε μετά το 1766, όταν καταργήθηκαν οι ανεξάρτητες σλαβικές εκκλησίες, το Πατριαρχείο Ιπεκίου και η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, ο Έλληνας Πατριάρχης ανεδείχθη στον μοναδικό πνευματικό ηγέτη των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνόφωνων και μη λαών. [25] Κατά τον ύστερο 18ο αιώνα, την περίοδο δηλαδή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η ίδια ελληνική γλώσσα, είτε στην αρχαιοπρεπή μορφή της, είτε, κατά περίπτωση, στην καθομιλουμένη αναδείχθηκε στον χώρο του Οθωμανικού πολυεθνικού κράτους, σε γλώσσα της εκπαίδευσης και μετάδοσης νέων επιστημονικών πορισμάτων από τη Δυτική Ευρώπη, συγχρόνως δε σε γλώσσα του εμπορίου αλλά και μέσον κοινωνικής ανέλιξης για τους μη ελληνόφωνους Ορθοδόξους.[26]

Συγχρόνως η ίδια γλώσσα, ιδίως στη μορφή της γλώσσας του Ευαγγελίου, αναγνωριζόταν από τους ελληνόφωνους «Ρωμιούς», λογίους και μη, ως φυσικός σύνδεσμος με το προ-Χριστιανικό ελληνικό παρελθόν. Αυτό το παρελθόν της Κλασσικής Αρχαιότητας -αντικείμενο θαυμασμού και ήδη ιστορικής και επιστημονικής έρευνας στη Δύση- αναδύθηκε σε συστατικό στοιχείο της νεωτερικής ταυτότητας, η οποία υπό το εθνικό πλέον όνομα Ἕλλην άρχισε την ίδια περίοδο να διαμορφώνεται, κορυφούμενη στα χρόνια του πολέμου της Ανεξαρτησίας, και διαχωρίζοντας τελικά το Νεοελληνικό έθνος από το Rum Millet, το σύνολο των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων του Σουλτάνου.[27] Συνακόλουθα συστατικό στοιχείο της νέας αυτής ταυτότητος απετέλεσε επίσης η γλώσσα-γέφυρα με την Αρχαιότητα, την οποία η Εκκλησία μέσω της χρήσης των Ιερών Κειμένων και της Ορθόδοξης λειτουργίας είχε διαφυλάξει καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όταν δε κατά τη δεκαετία του 1850-1875 η επίσημη ιστοριογραφία προέβαλε και επέβαλε το Χριστιανικό Βυζάντιο ως το ενδιάμεσο τμήμα μιας γραμμής που χωρίς ενοχλητικές διακοπές συνέδεε το νέο Ελληνικό κράτος με την Αρχαία Ελλάδα, η σημασία της γλωσσικής συνέχειας ενισχύθηκε.[28] Όπως είναι γνωστό, η επίσημη γραπτή γλώσσα που τελικά επικράτησε στο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και καλλιεργήθηκε στη δημόσια διοίκηση, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο και στον Τύπο, ήταν η καθαρεύουσα, αρχαΐζουσα ή απλούστερη. Βέβαια, όπως είναι γνωστό, παράλληλα με την επίσημη γλώσσα, κινείται ισχυρό, κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά όχι μόνον, το ρεύμα του δημοτικισμού. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή πνευματική ανάπτυξη και παιδεία παρά με φορέα τη ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα. [29]

Ως κιβωτός και διαχρονικός προστάτης αυτού του πολύτιμου συστατικού της ελληνικής ταυτότητας, της γλώσσας, η Εκκλησία αναλαμβάνει και στο σύγχρονο κράτος την ίδια αποστολή. Επιπλέον, έχοντας ηυξημένο κύρος ύστερα από τη συμβολή της στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, λαμβάνει από την εξουσία αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση της πολιτείας και στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Καθίσταται έτσι η Ορθόδοξη πίστη κυρίαρχο συστατικό της ιδιότητος του Έλληνα πολίτη. Το άλλο κυρίαρχο στοιχείο, η γλώσσα, αποδεικνύει αφενός τη συνέχεια του Ελληνισμού, αφετέρου, ειδικά ως γλώσσα του Ευαγγελίου, επιβεβαιώνει την ανάδειξη του ελληνικού έθνους ως «περιούσιου λαοῦ», «ἱεροῦ ἔθνους», εφόσον ο Θεός μίλησε στη γλώσσα του. [30]

Συνεπώς, η μετάφραση του Ευαγγελίου για πολλούς εκ των αντιτιθεμένων σε αυτήν αποτελούσε έμμεση ομολογία, ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τη μορφή της Ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των Ιερών Κειμένων – συνεπώς, αποτελούσε έμμεσο πλήγμα τόσο στην ιδέα της εθνικής συνέχειας όσο και στην ιδέα του ἱεροῦ ἔθνους, το οποίο δεν εκτιμά εκείνον ακριβώς τον θησαυρό που το καθιστά ἱερόν και συνιστά κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς του.[31]

Αυτή η θέση προβάλλεται χαρακτηριστικά και στην εισαγωγή των «Φοιτητικῶν Σελίδων». Το κείμενο, η σημασία του οποίου ως σύγχρονης ιστορικής πηγής έχει ήδη επισημανθεί[32], συνέταξε το επόμενο έτος ομάδα φοιτητών, προκειμένου να εκθέσουν τόσο το ιστορικό των ημερών της διαμαρτυρίας και των ταραχών του Νοεμβρίου 1901, όσο και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τις προκάλεσε: «Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν μεταφράσεων τούτων νά διασπάσωμεν τήν περίζηλον ταύτην ἑνότητα τοῦ τε ἀρχαίου καί νεωτέρου Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅταν ἡμεῖς λακτίζωμεν τόν θησαυρόν τοῦτον καί ἀποδεικνύωμεν ἡμᾶς αὐτούς ἀναξίους νά διατηρήσωμεν τό τιμαλφέστατον τοῦτον κειμήλιον, δέν διαπράττομεν τήν μεγίστην ἐθνικήν ἀφροσύνην;».[33] Η ίδια άποψη υποστηρίχθηκε και κατά τη Συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1901 από τους συμμετέχοντες καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών: «Ἀπό ἐθνικῆς δέ ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος ἡ μετάφρασις εἶναι ἐπιβλαβής. Διότι τό πρωτότυπον τοῦ Εὐαγγελίου δέν εἶναι μόνον θρησκευτικόν βιβλίον ἀλλά καί σύμβολον ἑνότητος γλωσσικῆς τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τόν πρό Χριστοῦ Ἑλληνισμόν. Πρός τούτοις ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐν ταῖς διαφόροις φάσεσιν ἃς ἔλαβεν ἡ γλῶσσα τοῦ μετά Χριστόν Ἑλληνισμοῦ ἀπό Χριστοῦ μέχρι σήμερον».[34]

Η Κεντρική Επιτροπή Φοιτητών του Πανεπιστημίου και λαού Αθηνών- Πειραιώς, που πρωτοστάτησε στα «Ευαγγελιακά».

Η Γλώσσα: Σύνδεσμος με την πέραν Ελλάδα

H γλώσσα του Ευαγγελίου ήταν όμως και κάτι άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον φλογερό του λόγο ο ἐκ Μαινεμένης τῆς Μ. Ἀσίας φοιτητής της Ιατρικής Ηλίας Πυλαρινός λίγο πριν εκραγεί η φοιτητική εξέγερση, η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική αποτελεί «βεβήλωσιν καί ἐξευτέλισιν τοῦ Συνδέσμου ἐκείνου, τοῦ ἑνοῦντος, αὐτοῦ ἴσως καί μόνου, τά ἑκατομμύρια τῶν τόσων δούλων ἀδελφῶν μας». Καταλήγει δε αναφερόμενος και προσωπικά στον Αλέξανδρο Πάλλη: «Ἐν τῷ κραταιῷ ἀγῶνι, τῷ διεξαγομένῳ πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἷς ποταπός καί ἐξουθενημένος ἀρνησίπατρις προσπαθεῖ νά ἐγείρει μεσότοιχον, προσπαθεῖ νά ἐπαυξήσῃ τήν κατακερμάτισιν τοῦ Ἔθνους μας διά τῆς ἐκφαυλίσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Καί ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς εἰς τούς ὁποίους ὁ Ἑλληνισμός, ὡς εἰς μόνην ἄγκυραν σωτηρίας ἀποβλέπει εἰς τήν ἐκ βορρᾶ ἐπερχομένην καταιγίδα, σιγῶμεν….Ἐγερθῶμεν, ἀδέλφια, καιρός!».[35]

Παρά τον προφανή συναισθηματικό χαρακτήρα του λόγου, έννοιες, όπως «σύνδεσμος τῶν ἑκατομμυρίων δούλων ἀδελφῶν», «κατακερμάτισις τοῦ Ἔθνους», «κραταιός ἀγών διεξαγόμενος πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ», «ἐκ βορρᾶ ἐπερχόμενη καταιγίς» αποτελούν κλειδιά για την κατανόηση των ιστορικοπολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων που συνέβαλαν στην έκρηξη των Εὐαγγελικῶν.

Δεδομένου ότι η δημιουργία του νεοελληνικού εθνικού κράτους άφησε εκτός αρχικών ορίων το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνισμού, η ιερή γλώσσα των Ευαγγελίων και των λειτουργικών κειμένων είχε αποκτήσει επιπλέον και την ιδιαίτερη συμβολική και ουσιαστική σημασία ζωτικού συνδέσμου με την «πέραν Ἑλλάδα». Η σημασία ήταν ουσιαστική, καθώς πολύ σύντομα η εξωτερική πολιτική του νεογέννητου κράτους δομήθηκε με άξονα τη Μεγάλη Ιδέα και το αλυτρωτικό όραμα μιας ιδεατής συνένωσης των απανταχού Ελλήνων.[36] Η κατάσταση περιπλεκόταν εξαιτίας της ύπαρξης στην «πέραν Ἑλλάδα» αλλοφώνων συνοίκων λαών. Αυτοί ανήκαν στο Ορθόδοξο ποίμνιο και, παρά τις μεταφράσεις των Γραφών και λειτουργικών κειμένων στη γλώσσα τους, βρίσκονταν σαφώς ως τα μέσα του 19ου αιώνα υπό την πολιτιστική και θρησκευτική επιρροή της ελληνικής Εκκλησίας και της γλώσσας της. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες μέσα σε ένα κλίμα εθνικής αφύπνισης και διαφοροποίησης των συνοίκων αυτών λαών από την πνευματική «κηδεμονία» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γεγονότα όπως κυρίως η αυτονόμηση του Βουλγαρικού κλήρου, η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και οι πολιτικές της επιπτώσεις, η δημιουργία αυτόνομης Βουλγαρικής ηγεμονίας, είχαν αλλάξει τα δεδομένα στον χώρο αυτό της «πέραν Ελλάδος» καθιστώντας τον αλυτρωτικό αγώνα δυσχερέστερο, την επιβεβαίωση δε και προβολή των δεσμών μεταξύ του εντός και εκτός Ελληνισμού επιτακτική.[37]

Από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως τις παραμονές των Εὐαγγελικών είχε εκδηλωθεί ένας σημαντικός αριθμός πολεμικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο αυτού «τοῦ κραταιοῦ ἀγῶνος τοῦ διεξαγομένου πρός ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» με κοινό παρονομαστή την απουσία οικονομικών προϋποθέσεων και στρατιωτικής προπαρασκευής ικανών να στηρίξουν τα εγχειρήματα, την υποτίμηση της εκάστοτε πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος και την αποτυχία ή μερική επιτυχία. Το τελευταίο εγχείρημα με αφορμή αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος ήταν ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Την κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη είχαν εξωθήσει ουσιαστικά σ’ αυτή την εμπλοκή, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την κήρυξη πτώχευσης του Ελληνικού κράτους από τον Χ. Τρικούπη, η πατριωτική ορμή της κοινής γνώμης και εξωθεσμικοί παράγοντες, η πίεση δηλαδή της Εθνικής Εταιρείας. Ο πόλεμος κατέληξε σε δραματική ήττα, η οποία λίγο έλειψε να ακυρώσει προηγούμενες επιτυχίες (να οδηγήσει δηλαδή σε απώλεια της Θεσσαλίας), στην οικονομική κατάρρευση και στην υπαγωγή της χώρας σε ΔΟΕ (Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο).[38] Έτσι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν αυτή της γενικευμένης απογοήτευσης, αγανάκτησης και δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική ηγεσία, εν μέρει και στη δυναστεία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της έντονης δυσφορίας για τη ματαίωση των εθνικών στόχων η μετάφραση του Ευαγγελίου εκλαμβάνεται από μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας και γενικώτερα της κοινωνίας ως ένα ακόμη πλήγμα στον δεσμό που αποτελεί η γλώσσα του Ευαγγελίου με τον αλύτρωτο Ελληνισμό. «Ἐν συγκινήσει προδήλῳ» ο φοιτητής Θεολογίας Πολυχρονίδης κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων δηλώνει μιλώντας στο συγκεντρωμένο πλήθος στα Προπύλαια: «ἡ μετάφρασις θά βλάψῃ ἐθνικῶς διασπῶσα τόν ἔσω καί ἔξω Ἑλληνισμόν, μετά τοῦ ὁποίου ἀρρήκτοις καί ἀδαμαντίνοις δεσμοῖς συνεδέθημεν διά τῆς ἀθανάτου τῶν προγόνων γλώσσης καί δή τῆς γλώσσης τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου».[39]

Τα «Ευαγγελικά» όπως αποτυπώθηκαν από τον λαϊκό ζωγράφο Σωτ. Χρηστίδη

 “Σλαύοι – Οι χείριστοι των εχθρών μας”

Αυτή η διάσπαση, σχολιάζουν οι συντάκτες των «Φοιτητικῶν Σελίδων», απηχώντας συγχρόνως απόψεις που επικρατούσαν στην κοινή γνώμη, αποβαίνει τελικά υπέρ του θεωρούμενου ως μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, των Σλάβων.

«Kαί τί δέ ἄλλο θά ηὔχοντο οἱ ἐποφθαλμιῶντες τήν πατρικήν ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κληρονομίαν, οἱ ἀπαίσιοι καί χείριστοι τῶν ἐχθρῶν μας Σλαῦοι; Δέν θά ἐθεώρουν τοῦτο ὡς τό μεγαλύτερο κατόρθωμα τῆς Πανσλαυιστικῆς των Ἑταιρείας ὡς τό μεγαλύτερον πλῆγμα ὅπερ ἠδύναντο νά ἐπιφέρωσι ἐπί τοῦ δύσμοιρου Ἑλληνισμοῦ[40]

Στη γνωστή επιστολή του της 28ης Οκτωβρίου προς την εφημερίδα Ἀκρόπολις ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και παράγων της πολιτικής ζωής Παύλος Καρολίδης (ο οποίος μάλιστα κατά τη διάρκεια των Ευαγγελικών ηγήθηκε πορείας των φοιτητών προς τη Μητρόπολη) διατύπωνε τον φόβο, ότι η παραδοχή της αδυναμίας των Ελλήνων να κατανοούν τη γλώσσα του Ευαγγελίου θα ενεθάρρυνε τη διάδοση αντίστοιχων μεταφράσεων μεταξύ των ετερόγλωσσων και ετεροεθνοτικών Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ευνοούσε αποσχιστικές τάσεις από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και τελικά θα ευνοούσε τους εχθρούς του έθνους. Κυρίως εννοείται η Βουλγαρική δράση στη Μακεδονία, η οποία μέσω της ένταξης όσο το δυνατόν περισσότερων κοινοτήτων στη Βουλγαρική Εξαρχία επεδίωκε να δημιουργεί τετελεσμένα απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις.[41]

Σατιρικός χάρτης της Ευρώπης του 1900 και το σύνδρομο του Πανσλαβισμού.

Πίσω από αυτή τη δράση η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει τον μείζονα εχθρό, όπως τον προσλαμβάνει, τον Πανσλαβισμό και την Δύναμη που κυρίως τον εκφράζει, τη Ρωσία. Πράγματι, η στροφή της Ρωσικής πολιτικής μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856) προς την ενίσχυση κινημάτων αφύπνισης και ανεξαρτησίας των σλαβόφωνων πληθυσμών, μεταξύ αυτών στην ανάδυση του Βουλγαρικού εθνικισμού και στην απόσχιση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο (1870), οι διπλωματικές ενέργειες για τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας κατά τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), η επέκταση της Ρωσικής επιρροής στα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής με την υποστήριξη αραβικής καταγωγής επισκόπου στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, όλες αυτές οι κινήσεις είχαν οδηγήσει στη δημιουργία έντονου αντιρωσικού κλίματος. Το «ὁμόδοξον ἔθνος», η «μαθήτρια τοῦ Βυζαντίου» είχε αναδειχθεί στον κατ’εξοχήν εχθρό.[42]

Έτσι τα Εὐαγγελικά μπορούν να εξεταστούν και ως έξαρση – παροξυσμός του αντισλαβικού συνδρόμου που κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό (αν και όχι απόλυτα) την επίσημη πολιτική συμπεριφορά του Ελληνικού κράτους και διαμόρφωνε τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης.[43]

 

Η παράδοξη «Σύζευξη» δυο ανεξάρτητων μεταφράσεων

Αναμφίβολα, η πρωτοβουλία της βασίλισσας ήταν τελείως ανεξάρτητη από αυτήν του Α. Πάλλη, όπως διαφορετικές ήταν και οι ιδεολογικές και πνευματικές αφετηρίες των δύο εγχειρημάτων. Το αν συνδέθηκε με το δικό του πόνημα, αυτό οφείλεται εν μέρει σε ενέργειες, οι οποίες μπορεί να μην είχαν αυτόν τον σκοπό, όμως τον εξυπηρέτησαν. Έτσι ο Β. Γαβριηλίδης, εκδότης της Ἀκροπόλεως, αναγγέλλοντας στις 9.9.1901 τη δημοσίευση της μετάφρασης δήλωνε στο κύριο άρθρο του, ότι «Ἡ Ἀκρόπολις συνεχίζει τό ἔργον τῆς βασιλίσσης». Επίσης ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Γ. Πωπ, προκειμένου να αντιμετωπίσει στις 5 Νοεμβρίου την ορμητική εισβολή των φοιτητών στα γραφεία της εφημερίδας «παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε ἡ διαδήλωσις νά ἀρχίσῃ ἀπό τῶν Ἀνακτόρων, ἀφοῦ τῇ πρωτοβουλίᾳ καί τῇ προστασίᾳ τῆς φιλολάου καί σεπτῆς Ἀνάσσης μας μετεφράσθη τό Εὐαγγέλιον. Ἔπειτα ἔπρεπε νά ἀπευθυνθοῦν πρός τόν καθηγητήν τῆς Θεολογίας κ. Διομήδην Κυριακόν ὅστις κηρύσσεται ὑπέρ τῆς μεταφράσεως ἐπίσης καί ἔπειτα νά στραφῆτε πρός τάς ἐφημερίδας αἵτινες μεταφράζουν ἢ συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου»[44].

Σοβαρότερο λόγο γι’ αυτή τη σύγχυση αποτελεί βεβαίως η σύζευξη της μετάφρασης με τον εθνικό κίνδυνο που σύμφωνα με πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και εκκλησιαστικούς κύκλους συνιστούσε η σλαβική απειλή. Η σύζευξη αυτή απαντά στην αρθογραφία εφημερίδων, ήδη όταν έγινε γνωστή η επιθυμία της βασίλισσας να δρομολογήσει τη μεταφραστική προσπάθεια και καθώς εκτυλισσόταν ο αγώνας της να επιτύχει την έγκριση της Ιεράς Συνόδου.[45] Κατά τη διάρκεια των Εὐαγγελικών και στο πλαίσιο των ιστορικών παραμέτρων που επιχειρήθηκε να αναδειχθούν, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει ο παράγων «Πανσλαβισμός», η πρόσφατη μεταφραστική δράση της βασίλισσας και βεβαίως η καταγωγή της, ήταν αρκετά, ώστε αφ’ ενός να ταυτιστούν ουσιαστικά σε μερίδα του Τύπου οι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες, αφ’ ετέρου δε να συνδεθεί στα συνθήματα που «πέρασαν» στο ανώνυμο πλήθος η ρωσίδα Όλγα με την κρινόμενη ως εχθρική προς τα εθνικά συμφέροντα πολιτική της γενέτειράς της και τα ρωσικά ρούβλια που κρύβονταν πίσω από τη μετάφραση.[46]

Στο ερώτημα, αν πίσω από τη μεταφραστική πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας υποκρύπτονταν τα σκοτεινά σχέδια του Πανσλαβισμού η απάντηση της έρευνας είναι αρνητική.[47] Αρνητική είναι επίσης αν τεθεί το ίδιο ερώτημα στην περίπτωση της μετάφρασης του Α. Πάλλη.

Η βασίλισσα Όλγα και η μετάφραση του Ιερού Ευαγγελίου “Προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν”.

Ένα «Ανοιχτό» Ζήτημα

Σε μερίδα της ιστοριογραφίας θεωρείται πιθανή η μέσω της γερμανίδας πριγκήπισσας διαδόχου Σοφίας ανάμιξη του γερμανικού παράγοντα στα επεισόδια. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι εκδότες των εφημερίδων που πρωταγωνίστησαν στην πολεμική εναντίον της μετάφρασης του Πάλλη προβάλλοντας με ιδιαίτερα εμπαθή αρθρογραφία το φάσμα του Πανσλαβισμού ως την δύναμη την κυρίως επωφελούμενη από τις επαπειλούμενες βλαπτικές συνέπειες μιας παράφρασης του Ιερού Κειμένου, οι εκδότες οι οποίοι συνέδεσαν αυθαίρετα και κακόβουλα το πόνημα του Πάλλη με το προηγούμενο εγχείρημα της βασίλισσας, υποκινούμενο και αυτό από τις ίδιες σκοτεινές δυνάμεις, χρηματίστηκαν αδρά από τη Γερμανική πρεσβεία. Στόχος ήταν η στοχοποίηση της Όλγας ως εκπροσώπου ουσιαστικά των ρωσικών συμφερόντων στη Βαλκανική και η αποδυνάμωση του Γεωργίου, ώστε να επισπευσθεί η άνοδος στον θρόνο του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εκείνος (σύμφωνα με το συγκεκριμένο αφήγημα) επρόκειτο να εξυπηρετήσει αποτελεσματικώτερα τα αντίστοιχα συμφέροντα της Γερμανίας, η οποία την ίδια εποχή επιζητούσε ενίσχυση της επιρροής της στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσοι προβάλλουν έστω ως πιθανή αυτή την εκδοχή αποδέχονται ουσιαστικά την θέση του Γ. Κορδάτου, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται σε απόσπασμα ανέκδοτων απομνημονευμάτων του Κ. Τοπάλη (1868-1915), πολιτευτή της επαρχίας Βόλου (1895-1910) και υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία διαδέχθηκε μετά τα Εὐαγγελικά την παραιτηθείσα κυβέρνηση Θεοτόκη.[48] Ο Τοπάλης, οπαδός του Δημοτικισμού (γράφει βέβαια σε απλή καθαρεύουσα) σχολιάζει με θλίψη τα γεγονότα: «Ὅσοι εἶχον συμφέρον παρεπλάνησαν τόν λαόν καί τόν ὤθησαν εἰς πράξεις μεσαιωνικάς … Τόν ρόλον τῆς Α.Υ. εἰς τά εὐαγγελικά κανείς δέν πρέπει νά τόν μάθει. Διότι αὔριον θά γίνῃ ἡ σεπτή βασίλισσα … Τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτεῖ νά λησμονήσωμεν τούς ὑπαιτίους τῶν Εὐαγγελικῶν. Ἐάν οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐφημεριδογράφων ὑπῆρξαν ἐλεεινοί πατριδοκάπηλοι, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα ξένη Πρεσβεία συνδεομένη μέ τήν μέλλουσαν Βασίλισσαν ἐπιδαψίλευεν εἰς αὐτούς ὑλικάς καί ἠθικάς παροχάς, τό συμφέρον τοῦ τόπου καί ἰδιαιτέρως τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτοῦν τήν λήθην ἐπ’ αὐτῶν».

Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο κανείς άλλος έκτοτε δεν έχει δει και το οποίο ουσιαστικά δεν συνεισφέρει αποχρώντα στοιχεία[49]. Το ζήτημα συνεπώς παραμένει ανοικτό.

Σύνοψη και Συμπεράσματα

Υπενθυμίζεται το πρώτο ερώτημα που τέθηκε, ποιοι δηλαδή λόγοι συνετέλεσαν, ώστε η μετάφραση του Ευαγγελίου, είτε στην εκδοχή του Α. Πάλλη είτε στον συμφυρμό που επιχειρήθηκε με αυτήν της βασίλισσας, να αναχθεί σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η γλώσσα του Ευαγγελίου λειτούργησε στην εθνική συνείδηση ως αναπόσπαστος κρίκος στη γλωσσική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού και ως καθοριστικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας. Προστατευμένη στους κόλπους της εκκλησίας καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συνετέλεσε, μαζί με τα λειτουργικά κείμενα, στη διατήρηση της συνείδησης του «συνανήκειν» μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων και παρέμεινε μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ζωντανός σύνδεσμος με τον πέραν των συνόρων Ελληνισμό. Συνεπώς η παραδοχή της ανάγκης το πολύτιμο αυτό κτήμα να αλλοιωθεί μέσω των παραφράσεων, προκειμένου να γίνει κατανοητό, συνιστά για τους αντιτιθέμενους στη μετάφραση του Ευαγγελίου παραδοχή ότι η γλωσσική συνέχεια έχει τρωθεί, συνιστά πλήγμα στην ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα, απειλεί δε την ενότητα με τους υπόδουλους αδελφούς καθιστώντας τους συγχρόνως ευάλωτους σε ενδεχόμενη εχθρική προπαγάνδα στις διαφιλονικούμενες πλέον περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι γραμμένα στην ελληνική», παρατηρεί η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου[50]. «Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά … Το εν πολλοίς ακατάληπτο κείμενο αυτονομείται από το περιεχόμενό του και μέσω της γλώσσας γίνεται σύμβολο της ελληνικής μοναδικότητας και υπεροχής».

Η γλώσσα του Ευαγγελίου, ως γλώσσα του πρωτοτύπου των ιερών κειμένων, εκλαμβάνεται επίσης ότι θεμελιώνει το πνευματικό πρωτείο της ελληνικής Εκκλησίας έναντι των υπολοίπων ορθοδόξων εκκλησιών. Δεδομένου ότι έχει αρχίσει η αμφισβήτηση αυτού του πρωτείου τόσο στη Μακεδονία με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, όσο και στη Μέση Ανατολή με την ανάρρηση αραβικής καταγωγής προσώπου στον Πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας, η ενθάρρυνση των μεταφράσεων θεωρήθηκε ότι θα ενισχύσει περαιτέρω αποσχιστικές τάσεις μεταξύ των αλλοφώνων Ορθοδόξων. Αυτές οι τάσεις, σύμφωνα με τις προβαλλόμενες αναλύσεις, συνιστούν κίνδυνο ιδίως στη Μακεδονία, όπου ήδη εκτυλίσσεται από ελληνικής πλευράς, αν και σοβούσα, προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η βουλγαρική θρησκευτική και πολιτική διείσδυση μέσω προσεταιρισμού κοινοτήτων στην Εξαρχία. Η περιρρέουσα άποψη ότι πίσω από αυτή την υπονόμευση των ελληνικών δικαίων τόσο στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και στα διεκδικούμενα εδάφη της «πέραν Ελλάδος» ενεργούσε η Ρωσική πολιτική, απετέλεσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στο να αποδοθούν οι επικίνδυνες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα μεταφράσεις επίσης στον Ρωσικό δάκτυλο.

Στο ερώτημα, «γιατί αυτές οι βίαιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή» απαντούν εν μέρει όσα μόλις αναφέρθηκαν σχετικά με τους εξωτερικούς κινδύνους του Ελληνισμού, αλλά βεβαίως και το κλίμα απογοήτευσης, οργής και πληγωμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την ήττα του 1897.

Ο πρωθυπουργός των Ευαγγελικών Γεώργιος Θεοτόκης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ως επιπλέον στοιχεία, τα οποία υποβοήθησαν αυτή την πάνδημη έκρηξη αγανάκτησης, σε αντίθεση, όπως προαναφέρθηκε, με παλαιότερες μεταφραστικές απόπειρες, μπορούν να επισημανθούν τα εξής: η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια εκδοχή της δημοτικής που θεωρήθηκε ακραία, η δημοσίευση του Ιερού Κειμένου σε καθημερινό φύλλο εφημερίδας και η πρωτοφανής έκθεσή του στον αναγνώστη παράλληλα και σε οπτική γειτνίαση με θέματα της επικαιρότητας, τέλος, η καθημερινή αρθρογραφία και ανταλλαγή απόψεων στον Τύπο, η οποία κατέστησε το ζήτημα δημόσιο κτήμα και αντικείμενο συζητήσεων, ανεξάρτητα από κατανόηση, παραπληροφόρηση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εμπλεκομένων.[51]

Και βεβαίως μετά το πέρας των επεισοδίων η προσοχή του κοινού είχε στραφεί πλέον στην κυβερνητική μεταβολή: «Τό ζήτημα ἔχει λάβει ὄχι χροιάν, ἀλλά καραμπογιάν πλέον πολιτικήν. Πᾶνε πλέον αἱ γνῶμαι περί τῶν θείων νοημάτων τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ διά τοῦ ὑπάρχοντος κειμένου. Αἱ γνῶμαι περιεστρέφοντο χθές εἰς τό ἂν οἱ 109 εἶναι ἢ ὄχι ἀριθμός στηρίζων μίαν Κυβέρνησιν, εἰς τό ἂν ὁ Βασιλεύς εἰς τό ἂν ὁ Ζαΐμης …. Καί εἰς τό ἂν ἡ νέα κυβέρνησις διορίσῃ τόν συζητοῦντα» (!) Έτσι σχολιάζεται η επικαιρότητα στις στήλες της εφημερίδας Σκρίπ (φύλ. 12ης Νοεμ).[52]

Συνέπειες

Στις 25 Νοεμβρίου διαβάστηκε σε όλους τους ναούς της Ελλάδας απόφαση της Ιεράς Συνόδου, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν, υπό την απειλή αφορισμού, η πώληση ή και απλή ανάγνωση οιασδήποτε μετάφρασης των Ευαγγελίων.[53] Στις 18 Δεκεμβρίου 1901 με νέα πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδοκίμασε «πᾶσαν εἰς νεώτερον κοινολεκτούμενον γλωσσικόν ἰδίωμα κατά λέξιν μετάφρασιν» γενικά της Αγίας Γραφής, ιδίως δε του Ευαγγελίου. Στην εγκύκλιο, μετά την παράθεση των σταθερών αντι-μεταφραστικών επιχειρημάτων, υπογραμμιζόταν και πάλι, ότι το αναγκαίο δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση αλλά η προσεκτική ανάγνωση του πρωτοτύπου και η ερμηνεία του «ὑπό ἁρμοδίων καί εἰδικῶν διδασκάλων καί τῶν πνευματικῶν Ποιμένων». Αυτό εξάλλου παρέδωσαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, «οἵτινες ἐχρησιμοποίουν πάντοτε ἑρμηνείας καί διασαφήσεις πρός μετάδοσιν εἰς τούς ἁπλουστέρους τοῦ ἐνυπάρχοντος ἐν ταῖς Γραφαῖς θείου ὕφους καί βάθους». Συνεπώς, κατέληγε το κείμενο «πᾶσα κατά λέξιν μετάφρασις εἶναι ἀποδοκιμαστέα καί καταδικαστέα».[54]

Ως θεσμική κατάληξη όλης αυτής της αντιπαράθεσης που πυροδοτήθηκε κυρίως από τα Εὐαγγελικά μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη στο άρθρο 2 του Συντάγματος που ψήφισε η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων την 1η Ιουνίου 1911 παραγράφου, η οποία προέβλεπε, ότι «τό κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον – ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικόν τύπον ἀπόδοσις τούτου, ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως».

Στο Σύνταγμα του 1952 προσετέθη ως αναγκαία προϋπόθεση, η ενδεχόμενη μετάφραση να έχει και την έγκριση της «Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Είναι γνωστό, ότι με την προσθήκη της διευκρίνησης «ἐπίσημος μετάφρασις» το Σύνταγμα της 9ης Ιουνίου 1975 άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα αναφορικά με τη μετάφραση της Βίβλου[55].

Επίλογος

Οι ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα την 5η Νοεμβρίου 1901 δεν τερματίστηκαν αυτόματα με την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Πανεπιστήμιο παρέμεινε υπό τον έλεγχο των φοιτητών ως τις 13 Νοεμβρίου. Και σε έναν από τους αρκετούς «μετασεισμούς» του επομένου μήνα, στις 12 Δεκεμβρίου, 4000 διαδηλωτές που θεώρησαν ότι το ζήτημα δεν είχε λήξει συγκεντρώθηκαν και πάλι στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Όταν ο επικεφαλής ζήτησε σπίρτα για να κάψει ένα αντίτυπο της μετάφρασης του Ευαγγελίου, που είχε επιμεληθεί η βασίλισσα Όλγα, πολλοί γεμάτοι ζήλο προθυμοποιήθηκαν να του προμηθεύσουν.

Ελεύθερος από το βάρος των ιστορικών παραμέτρων και των ιδεολογικών δεδομένων που ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει, προκειμένου να ερμηνεύσει μια συγκεκριμένη εξέλιξη ή ένα φαινόμενο, με την αμεσότητα όμως και ακρίβεια της ποιητικής ματιάς ο Ληξουριώτης Μικέλης Άβλιχος (1844-1917) σχολίασε το γεγονός:

Αν είχε στόμα τ’ Αγαθό βιβλίο, / ήθε μιλήσει μέσ’ αφ’ την πυρά. Κι ήθελ’ ο κόσμος έκθαμβος και πάλι ξανακούσει εκείνη τη φωνή την ιερά «Συγχώρεσ’ τους πατέρα μου, δεν ξέρουν τι ποιούσι.»[56]

Τα Ευαγγελικά – Hellenic Parliament TV

 

Η Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το κείμενο του παρόντος άρθρου τελεί υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου που διοργάνωσε η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία με θέμα «Βίβλος και Πολιτική», (Αθήνα, 14-15 Δεκεμβρίου 2018).

 

[1] Ο πλήρης τίτλος του άρθρου που δημοσιεύθηκε από τον Δημήτριο Αναστασόπουλο (τον Αθηναίο) στην εφημερίδα Καιροί, φύλ. της 7.11.1901 έχει ως εξής: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας! Ἕλληνες τό σύνθημά σας: κάτω ὁ Σλαυϊσμός».

[2] Άλλωστε στη διπλανή στήλη του ίδιου φύλλου διαβάζουμε τα εξής: «ἐνῶ εἰς τό Πανεπιστήμιον ὑποστηρίζεται θρησκευτική ὑπόθεσις, εἰς τούς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός βυσσοδομοῦνται πολιτικαί κρίσεις».

[3] Ο τίτλος: «Ἡ Νέα Διαθήκη κατά τόν ἀρχαιότατο κώδικα, μεταφρασμένη ἀπό τόν Ἀλέξ. Πάλλη. Μέρος πρῶτο. Τά ἅγια Εὐαγγέλια. Κατά τόν Ματθαῖον». Είναι γνωστές οι απόψεις του εκδότη της εφημερίδας Βλάση Γαβριηλίδη για την επιτακτική ανάγκη να βελτιωθούν το μορφωτικό επίπεδο και η γενικώτερη παιδεία του λαού μέσω και της καλλιέργειας και χρήσης ενός γλωσσικού ιδιώματος, κατανοητού στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Από την αρθρογραφία της Ἀκροπόλεως, στην οποία επεχειρείτο να καταδειχθεί η αναγκαιότητα της μετάφρασης αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής: φύλ. 9ης Σεπτ.: «Τόσοι σοφοί καί τόσοι μεγάλοι… δέν ἐννόησαν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶνε κλεισμένη εἰς τό Εὐαγγέλιον καί διά νά εἶνέ τις χριστιανός πρέπει νά ξεύρῃ τό Εὐαγγέλιόν του. Ἀλλά διά νά τό ξεύρῃ πρέπει νά τό ἐννοῇ. Τίς ὅμως ἀπό τούς χωρικούς ἢ ἀπό τούς ἐργατικούς … καί ἀπό ὅλους ὅσοι δέν ἐτελείωσαν τό λιγώτερον τό Γυμνάσιον δύναται νά ἐννοήσῃ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου; … Ἡ Ἀκρόπολις νομίζει ὅτι ἐπιτελεῖ μέγιστον ἀναμορφωτικόν ἔργον διαδίδουσα εἰς τάς μυριάδας τῶν ἀναγνωστῶν της τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον μέχρι σήμερον ἦτο μέ πολλαπλάς σφραγισμένον σφραγίδας». Και το άρθρο κατέληγε: «Ἀπό τῆς σήμερον δυνάμεθα νά ἐπιφωνήσωμεν Οὕτω λαμψάτω τό φῶς». Φύλ. 2ας Νοεμ.: «Καί ἡ καινή αὕτη κτίσις, ἡ μεταβολή ἐπί τό βέλτιον τῶν αἰσθημάτων καί τῆς καρδίας, ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννησις, τότε μόνον εἶναι δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατανοήσῃ τό Εὐαγγέλιον». Φύλ. 3ης Νοεμ.: «Ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἐλευθερία….Ἀλλά τό Εὐαγγέλιον διά νά δράσῃ ἐπωφελῶς πρέπει νά καταννοῆται ὑπό τοῦ λαοῦ, νά εἶναι κτῆμα τοῦ λαοῦ, νά εἶναι προσφιλέστατον ἀνάγνωσμα καί τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ, νά κοσμῇ τά μέγαρα τῶν ἰσχυρῶν καί τάς καλύβας τῶν πενήτων…… νά κυβερνᾶ ὅλας τάς τάξεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας». Η δημοσίευση διακόπηκε στις 20.10 ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε. Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935), σημαντικός εκπρόσωπος των Ελλήνων της Διασποράς, εργαζόταν στο Λονδίνο στις επιχειρήσεις των αδελφών Ράλλη («θρασύς ἔμπορος τοῦ λουλακίου» κατά την εχθρική προς τη μετάφραση εφημερίδα Σκρίπ). Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τις ιδέες του Γ. Ψυχάρη (όπως κυρίως εκτίθενται στο «προγραμματικό» του σύγγραμμα «Το Ταξίδι μου» του 1888) και υιοθέτησε την άποψη ότι η επικράτηση της δημοτικής γλώσσας ήταν απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξει αληθινή παιδεία στον λαό και άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου. Το 1892 μετέφρασε την Ιλιάδα και στη συνέχεια επιδόθηκε στη μετάφραση του Ευαγγελίου. Ήταν πεπεισμένος, ότι το μήνυμά του μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά κυρίως τον Έλληνα που δεν είχε την απαραίτητη κατάρτιση, ώστε να κατανοήσει το πρωτότυπο, παρά μόνον αν εκφραζόταν στο οικείο και καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα. Στην Ἀκρόπολις δημοσιεύθηκε μόνον το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Το 1902 εκδόθηκαν στην Αγγλία και τα τέσσερα Ευαγγέλια. Βλ. μεταξύ άλλων Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 19878, 366. Μ. Τριανταφυλλίδης, «Α. Πάλλης», Άπαντα τ. 5, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2002, 381-439. Για τον Βλάση Γαβριηλίδη βλ. μεταξύ άλλων Κ. Σαρδελής, Βλάσης Γαβριηλίδης 1848-1920. Ο μεγάλος αναμορφωτής της ελληνικής δημοσιογραφίας και πνευματικός ηγέτης, Αθήνα 20112.

[4] Τα γεγονότα έχουν μελετηθεί και σχολιασθεί σε μελέτες και άρθρα ως πρόβλημα θεολογικό, ιστορικό και βεβαίως ως μέρος της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος. Ενδεικτικά αναφέρω: Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ἱστορία τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, 1828-1964, τ. 2: Ἡ συνταγματική βασιλεία 1863-1964, Ἀθῆναι 1966, 371-376, Ε. Κωνσταντινίδης, Τά Εὐαγγελικά. Τό πρόβλημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν νεοελληνικήν καί τά αἱματηρά γεγονότα τοῦ 1901, Ἀθήνα 1976. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του Κωνσταντινίδη αποτελεί οπωσδήποτε σημείο αναφοράς για την προσέγγιση των γεγονότων. Σχετικές εισηγήσεις με ειδικά θέματα και εκτενή βιβλιογραφία στα Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου με τίτλο: Ευαγγελικά (1901) – Ορεστειακά (1903). Νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις» (31 Οκτωβρίου -1 Νοεμβρίου 2003), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2005 (στο εξής: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005). Βλ. επίσης Ph. Carabott, «Politics, Orthodoxy and the Language Question in Greece – The Gospel Riots of November 1901», Journal of Mediterranean Studies 3 (1993) σ. 117-138. Για λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερές χρονικό των γεγονότων βλ. Κωνσταντινίδης, ό.π. καί Ά. Βερέβη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά. Το χρονικό των γεγονότων», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 27-42. Το ιδεολογικό υπόβαθρο της στάσης των φοιτητών του Αθήνησιν Πανεπιστημίου, ιδίως σε συνάρτηση με το γλωσσικό ζήτημα, επιχειρεί να διερευνήσει το άρθρο των Γ. Μπέτσα, Δ. Χαραλάμπους, «Εἵμεθα οἱ μόνοι θεματοφύλακες καί κλειδοκράτορες τῶν προγονικῶν κειμηλίων – Οι φοιτητές στην υπηρεσία της γλωσσικής καθαρότητας (1901)», Πρακτικά του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας Εκπαίδευσης με διεθνή συμμετοχή «Ελληνική Γλώσσα κι Εκπαίδευση». Αφιέρωμα στη μνήμη του Σπύρου Ράση. Πανεπιστήμιο Πατρών, 30 Σεπτεμβρίου & 1-2 Οκτωβρίου 2011, σ. 60-70. Βασισμένη σε πρωτογενή έρευνα στον Τύπο της εποχής είναι η εμπεριστατωμένη μελέτη της Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά», στο: Γ. Μπαμπινιώτης (επιμ.), Το γλωσσικό ζήτημα – Σύγχρονες προσεγγίσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011, 253-281. Εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον ως σύγχρονη καταγραφή των γεγονότων παρουσιάζει το πόνημα τριών εκ των πρωτεργατών φοιτητών στην οργάνωση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, δηλαδή των Γ. Σωτηρίου, Λ. Μάτλη, Δ. Λεονταρίτη, Φοιτητικαὶ Σελίδες του 1901, ἤτοι πλήρης περιγραφή τῆς κατά τῶν μεταφράσεων τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου ἐξεγέρσεως τῶν φοιτητῶν καί τοῦ λαοῦ μετά τῶν προκαλεσάντων αὐτήν αἰτίων, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Ἀδελφῶν Κτενᾶ, Ἐν Ἀθήναις 1902.

[5] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ. 130 και σημ. 16. Το πρακτικό της Συνεδρίασης της 7.11. του Συνδέσμου των Συντεχνιών Αθηνών-Πειραιώς, στην οποία αποφασίσθηκε «πάνδημον λαϊκόν συλλαλητήριον» για την επομένη μέρα, παρατίθεται στο κείμενο των Σωτηρίου-Μάτλη-Λεονταρίτη (σημ. 4) σ. 66-68. Είναι χαρακτηριστικό ότι επίτιμος πρόεδρος των Συντεχνιών Αθηνών – Πειραιώς ήταν ο Α. Σκουζές, βουλευτής και βασικός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη, κύριου πολιτικού αντιπάλου της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη. Οι Θ. Δηλιγιάννης, Α. Σκουζές, Σ. Δραγούμης και βεβαίως οι βουλευτές που επηρέαζαν ήταν κορυφαία στελέχη της αντιπολιτευόμενης μερίδας του Κοινοβουλίου μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γ. Θεοτόκη (1899). Στην μερίδα αυτή ανήκε και ο βουλευτής Αττικής Ν. Λεβίδης, ο οποίος κατά το επίμαχο διάστημα της δημόσιας αντιπαράθεσης δημοσίευσε στην εφημερίδα Καιροί σειρά άρθρων επιχειρηματολογώντας εναντίον της μετάφρασης του Ευαγγελίου. Ο ίδιος εκφώνησε επικήδειο στην κηδεία τριών από τα θύματα των επεισοδίων με περιεχόμενο και φρασεολογία χαρακτηριστικά της έντασης των συναισθημάτων που επικρατούσαν· βλ. σχετικά Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 112-113.

[6] Βλ. Κ. Αρώνη-Τσίχλη, «Τα Ευαγγελικά κατά την άποψη της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 189-205. Χαρακτηριστική η μαρτυρία του Άγγλου πρέσβη σχετικά με όσα σχολίασε σε συζήτησή τους ο Βασιλεύς Γεώργιος: «το γεγονός της μετάφρασης του Ευαγγελίου είχε οδηγήσει τους πρώην άσπονδους εχθρούς, όπως ήταν ο Δηλιγιάννης και ο Δραγούμης, να προχωρήσουν δημοσίως χέρι με χέρι» (σ. 200).

[7] Βλ. σχετικά Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, «Δεδομένα καί προβληματισμοί ἀπό τήν Ἱστορία τῆς «Χριστιανικῆς» Μετάφρασης», στο: ΙΓ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως, Τῆνος, 19-21 Σεπτεμβρίου, 2011, ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΕΠΙΣΗΜΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, έτος ΠΘ’, τεύχος 5, 2012, σ. 278, όπου παρατίθενται βασικοί λόγοι, για τους οποίους η εκάστοτε μετάφραση μπορεί βάσιμα να κριθεί ανεπαρκής: «Ἡ ἑρμηνεία δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς προϋπόθεση μίας μετάφρασης, ἀλλά ἐπηρεάζει καί τίς ἴδιες τίς μεταφραστικές ἀρχές, τίς ὁποῖες θά ἐφαρμόσει ἐν τέλει ὁ μεταφραστής… προκειμένου νά μεταφράσουμε ἕνα ἔργο, πρέπει ὣς ἕνα βαθμό νά τό ἔχουμε ἑρμηνεύσει μέσα μας, προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἂν αὐτό ἰσχύει γιά τή θύραθεν γραμματεία, τό ἴδιο ἀσφαλῶς ἰσχύει καί γιά τή χριστιανική γραμματεία: στά κείμενά της ἰσχύουν γιά τή μετάφραση οἱ ἴδιες θεολογικές προϋποθέσεις πού ἰσχύουν καί γιά τήν ἑρμηνεία».

[8] Προς αυτή τη γραμμή συμμορφωμένη ήταν η έκδοση το 1900 του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου από τον Θρησκευτικό Σύλλογο της Ἀναπλάσεως: περιείχε το πρωτότυπο κείμενο, ερμηνευτική «παράφραση» και προσευχές ανάλογες με το πνεύμα του κάθε κεφαλαίου. Η πρωτοβουλία είχε αφετηρία τον διευθυντή του περιοδικού Ἀγάπη Κωνσταντίνο Διαλησμά, ο οποίος είχε εξασφαλίσει για το σχεδιαζόμενο εγχείρημα ήδη από το 1896 την επίσημη έγκριση του Πατριάρχου Ανθίμου Ζ΄, την οποία και αξιοποίησε ως αντιπρόεδρος του Συλλόγου. Το 1892 ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Ιγνάτιος Μοσχάκης είχε επίσης δημοσιεύσει μετάφραση των Ευαγγελικών περικοπών που διαβάζονταν στη λειτουργία της Κυριακής: «μετά πιστῆς αὐτῶν μεταφράσεως καί συντόμων ἑρμηνευτικῶν καί ἠθικῶν παρατηρήσεων». Η έκδοση είχε εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος προοριζόμενη για σχολική χρήση. Ο ίδιος ο Μοσχάκης μιλώντας στους φοιτητές κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων ανέλυε τη συγκεκριμένη θέση περί της ανάγκης ερμηνείας και όχι κατά λέξιν μετάφρασης των Ιερών Κειμένων: «Ἡ τοῦ Εὐαγγελίου δύναμις δέν ἔγκειται ἐν ταῖς λέξεσιν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὑψηλοῖς καὶ μυστικιστικοῖς αὐτοῦ νοήμασιν, ἡ δέ διά τῆς μετατροπῆς τῶν λέξεων γινομένη μετάφρασις ἐξηγεῖ οὐχί τό νόημα ἀλλά τάς λέξεις αὐτάς. Αἱ ἐν τοῖς ρήμασι τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου δυσερμήνευτοι ἔννοιαι βεβαίως καί μετά τήν τοιαύτην μετάφρασιν δυσκατάληπτοι θὰ παραμείνωσι. Ποῖον λοιπόν τό ἐκ τῆς μεταφράσεως ὄφελος; Οὐδέν βεβαίως». Τόνιζε επίσης ιδιαίτερα τα σχίσματα και τις αιρέσεις που προέκυψαν στους λαούς που βεβαίως μελετούν την Αγία Γραφή μεταφρασμένη στη γλώσσα τους: «Αἱ αἱρέσεις δέ αὗται καί τά σχίσματα προῆλθον ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μεταφράσεως, καθ’ ὅσον οἱ ποικίλοι μεταφρασταί εἴτε ἐξ ἀτελοῦς εἴτε ἐκ πλημμελοῦς ἀντιλήψεως ἀπέδιδον διαφόρως τάς ἐννοίας»· βλ. Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 50-51· πρβ. και την παρατήρηση του καθηγητή Παύλου Καρολίδη στην επιστολή του προς την εφημερίδα Ἀκρόπολιν την 28η Οκτωβρίου (βλ. κατωτ. σ. ***): «Τό Εὐαγγέλιον δεῖται ἑρμηνείας κατ’ ἔννοιαν, οὐχί μεταφράσεως κατ’ ἰδίωμα. Ἡ δέ ἑρμηνεία γίνεται διά μακρᾶς προφορικῆς ἢ ἐγγράφου διδασκαλίας».

[9] Βλ. π.χ. τα λεγόμενα στην εισαγωγή της δίγλωσσης έκδοσης του Ιερού Ευαγγελίου (ελληνικό κείμενο και βλαχική μετάφραση) που τυπώθηκε το 1693 στο Βουκουρέστι με πρωτοβουλία του Βλάχου ηγεμόνα Μπασαράμπα. Προλογίζοντας ο «λογοθέτης» του ηγεμόνα Σερβάνος Γκρετσεάνου σημειώνει απευθυνόμενος στους πιστούς αναγνώστες: «Εἰ καί δέν δύνασθε νά καταλάβητε τά ἐγκείμενα, ἀπό μόνην τήν ἀνάγνωσιν πολύς γίνεται ὁ ἁγιασμός». Παραθέτει μάλιστα και σχετικό χωρίο του Ωριγένη. Βλ. σχετικά Δ. Λυβάνιος, «Χαμένοι στη Μετάφραση; Ορθοδοξία, Αγία Γραφή και ελληνική γλώσσα (16ος-19ος αι.)» στο: Β. Κ. Γούναρης (επιμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική. Μελέτες Νεοελληνικής Ιστορίας αφιερωμένες στον Γιάννη Σ. Κολιόπουλο, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 173-190 (ιδιαίτερα σ. 180).

[10] Δημοσιεύθηκαν: το 1831 οι Ψαλμοί, το 1833 η Πεντάτευχος και ο Ιησούς του Ναυή, το 1834 ο Ησαΐας, το 1836 ο Ιώβ, οι Παροιμίες, ο Εκκλησιαστής, όπως και οι τέσσερις μεγάλοι προφήτες: Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, το 1838 τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων, το 1840 ολόκληρη η Καινή Διαθήκη. Ολόκληρη η Αγία Γραφή εκδόθηκε στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1850-1851. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 9-88 για μία λεπτομερή έκθεση της προϊστορίας των μεταφράσεων όπως και της προβληματικής που διατυπώθηκε εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφορικά με τις μεταφραστικές απόπειρες. Από την εκτεταμένη βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά, Γ. Μεταλληνός, Τό ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν Νεοελληνικήν κατά τόν ΙΘ΄ αἰῶνα, Ἀθήνα 1977, N. M. Vaporis, Translating the Scriptures into Modern Greek, Brookline Mass. 1994 και πρόσφατα, P.D.Vasileiadis, «An overview of the New Testament translations in vernacular Greek during the printing era», στο: Fränz Biver- Pettinger & Eran Shuali (eds.), Translating the Bible: Past and Present (υπό έκδοση), διαθέσιμο στην ηλεκτρονική  διεύθυνση: https://www.academia.edu/38648487. Κυρίως ιστορική η προοπτική στο χρήσιμο άρθρο του Λυβάνιου (βλ. σημ. 9). Γενικά για τα προβλήματα και τη συζήτηση που προκαλεί η μετάφραση των Ιερών Κειμένων με τή σχετική προηγούμενη βιβλιογραφία βλ. Ά. Κόλτσιου-Νικήτα (σημ. 7), της ιδίας, «Η Ταυτότητα της Χριστιανικής Μετάφρασης», στο: Άννα Κόλτσιου-Νικήτα (επιμ.), Αφιέρωμα: Προβλήματα μετάφρασης των Ιερών Κειμένων, Δελτίο Βιβλικών Μελετών 28 (2010) [2012] σ. 9-23, Αικ. Τσαλαμπούνη, «Σύγχρονες Ερμηνευτικές Μέθοδοι και Μετάφραση της Βίβλου», στο: Β. Η. Σπαθοκώστα (επιμ.), Εισηγήσεις Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας με θέμα: Η Μετάφραση της Βίβλου στην Εκκλησία και στην Εκπαίδευση –Αφιέρωμα στα 25 χρόνια από την έκδοση της Νέας Μετάφρασης της Καινής Διαθήκης στη Νεοελληνική Γλώσσα (Αθήνα, 12-13 Δεκεμβρίου 2014), Αθήνα 2015, σ. 70-80.

[11] Το κείμενο της εγκυκλίου στην Ἐκκλησιαστικήν Ἀλήθειαν –δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου- έτος ΚΑ (1901) αρ. 45, σ. 444-445. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 164 κε.

[12] Ως λόγοι της καθυστέρησης προβλήθηκαν: η θετική έναντι των μεταφράσεων στάση του Μητροπολίτη Αθηνών και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου Προκοπίου, ο οποίος, (βλ. και κατωτέρω σ. *** και σημ. 23), η αναμονή εκ μέρους της Συνόδου της έκδοσης Υπομνήματος της Θεολογικής Σχολής, η ασθένεια της μητέρας του Μητροπολίτη, η οποία τον υποχρέωσε να απουσιάσει από τα καθήκοντά του, ώστε να μην επικυρωθούν εγκαίρως τα πρακτικά· βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 206-207. Ο Carabott (σημ. 4), σ. 126-127, θεωρεί πιθανότερη την πρώτη εκδοχή και πιθανολογεί ότι ο Μητροπολίτης Αθηνών διαφωνούσε με την απόφαση της Συνόδου, η οποία συλλήβδην καταδίκαζε κάθε παράφραση των Ιερών Κειμένων, του καταλογίζει δε έλλειψη πυγμής.

[13] Έντονη αντίθεση στη μετάφραση του Ευαγγελίου εκφράστηκε κυρίως από τις εφημερίδες Καιροί (εκδ. Πέτρος Κανελλίδης), Ἐμπρός (εκδ. Δημήτριος Καλαποθάκης), Πρωΐα» και «Σκριπ» (εκδ. Ευάγγελος Κουσουλάκος).

[14] Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις 29 Οκτωβρίου η Ἀκρόπολις εγκαινίασε στήλη, στην οποία δημοσιεύθηκαν ποικίλες απόψεις ανθρώπων του πνεύματος σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης: «σκοπός τῶν συνεντεύξεων τούτων εἶνε νά γίνῃ ὅσον τό δυνατόν εὐρυτέρα συζήτησις καί ἐξευρεθῇ ὁ καλλίτερος τρόπος, διά τοῦ ὁποίου εἶνε δυνατόν νά διαδοθῇ τό Εὐαγγέλιον καί συγχρόνως νά ἀναπτυχθῶσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου καί ἡ διάδοσις του εἰς τάς λαϊκάς τάξεις».

[15] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 175-176, όπου ολόκληρο το κείμενο της επιστολής.

[16] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 170 κε., 211-217, όπου παρατίθενται οι 15 λόγοι, για τους οποίους, σύμφωνα με τους υπογράφοντες καθηγητές, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκιμάζει τις μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και του Ιερού Ευαγγελίου.

[17] «Δέν παρέστην κατά τήν συνεδρίασιν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, διότι διαφωνῶ πρός τούς συναδέλφους μου. Περί μεταφράσεως τῆς Γραφῆς ἀνέκαθεν ὑπῆρχαν δύο γνῶμαι», δήλωσε ο Κυριακός. Υπογράμμισε δε χρησιμοποιώντας στοιχεία από το ιστορικό των ενδογλωσσικών μεταφράσεων, ότι «… Ὁ Κύριλλος ΣΤ΄ καί ὁ Γρηγόριος Ε΄ ἦσαν ὑπέρ τῶν μεταφράσεων καθώς καί ὁ Φαρμακίδης καί ὁ Βάμβας. Ὁ Γρηγόριος Στ΄ μετά τοῦ Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων ἦσαν κατά τῶν μεταφράσεων, οὗτοι δέ ἔπεισαν καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος νὰ κατακρίνῃ αὐτάς». Αναφερόμενος στην προσωπική του θέση σχολίασε : «…ἐγώ δέν καταλέγομαι μετά τῶν φρονούντων, ὅτι αἱ μεταφράσεις τῆς Γραφῆς εἶνε πρᾶξις ἐγκληματική. Ὅσον ἀφορᾷ τήν μετάφρασιν τοῦ Πάλλη, τήν θεωρῶ γελοίαν καί εἶμαι σφόδρα κατ’ αὐτῆς ὡς ἐκχυδαϊζούσης τήν ὡραίαν ἡμῶν γλῶσσαν. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νά ἀποδοκιμάζηται αὕτη ὡς καταγέλαστος, οὐχί ὅμως νά καταδικάζηται ὡς ἐγκληματική».

[18] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 176-178, όπου παρατίθεται ολόκληρο το κείμενο.

[19] Tην αρχή των επεισοδίων περιγράφει ο τότε φοιτητής Μανόλης Τρανταφυλλίδης, Άπαντα, τ.5: Γλωσσικό ζήτημα και γλωσσοεκπαιδευτικά Β΄, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1963, σ. 381-382 ως εξής: «Πρωτοετής φοιτητής της φιλολογίας και οπαδός ακόμη της καθαρεύουσας, δεν είχα διαβάσει τίποτε του Πάλλη και δεν είχα προσέξει ίσως ακόμη ούτε τ’ όνομά του. Η πρώτη ωστόσο γνωριμία δεν άργησε. Ένα φθινοπωριάτικο πρωινό του 1901, το πανεπιστημιακό μάθημα της Γενικής γλωσσικής του Χατζιδάκι κόβονταν απότομα, καθώς φαίνεται ακόμη από τις φοιτητικές μου σημειώσεις. Σπούσαν τα παράθυρα μέσα σε φωνές και ουρλιάσματα, η κλειστή πόρτα άνοιγε με τη βία και μια διαδήλωση φοιτητική, ξεκινημένη από τη Νομική σχολή, συνέχιζε τη θριαμβευτική πορεία της προς τα γραφεία μιας εφημερίδας. Η εξαγριωμένη φοιτητική νεολαία αξίωνε να διακόψη η Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων του Πάλλη που δημοσίευε και ν’ αφοριστή κάθε μετάφραση και κάθε ακόμη αναγνώστης της».

[20] Χαρακτηριστική η εμπαθής αρθρογραφία στην εφημερίδα Καιροί του δημοσιογράφου Δημητρίου Αναστασόπουλου (του Αθηναίου). Από την 1.11 έως την 5.11 είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων υπό τον τίτλο «Ἡ βεβήλωσις τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Οἱ Σλαῦοι καί ἡ Ἑλληνική Ὀρθοδοξία. Κάτω ὁ Σλαυισμός». Στις 6.11 το άρθρο του επιγραφόταν: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν! Κάτω ὁ Σλαυϊσμός!», ενώ στις 7.11 ο στόχος γινόταν συγκεκριμένος (βλ. σημ. 1).

[21] Βλ. κατωτέρω σημ. 41, για την εξήγηση που έδωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός.

[22] Βλ. σχετικά Α. Διάλλα, «Ευαγγελικά και Πανσλαβισμός: Ο παράδοξος συσχετισμός», στο Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 43-44: η Ρωσική πλευρά θεωρούσε ανυπόστατες τις κατηγορίες, ο δε Τομπάζης ανησυχούσε για τις δυσμενείς επιπτώσεις αυτών των εκδηλώσεων στα εθνικά συμφέροντα, καθώς η δυσφορία που διαπίστωνε στους κύκλους της Αγίας Πετρούπολης μπορούσε σαφώς να αποβεί «πρός ζημίαν τῶν μᾶλλον τιμαλφῶν ἡμῶν συμφερόντων».

[23] Η μεταφραστική προσπάθεια άρχισε το δεύτερο ήμισυ του 1898 από την γραμματέα και έμπιστη συνεργάτιδα της βασιλίσσης Ιουλία Σωμάκη (μετέπειτα Καρόλου). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Σωμάκη, αφορμή υπήρξε η διαπίστωση που έκανε η βασίλισσα επισκεπτόμενη τραυματίες στρατιώτες του πολέμου του 1897, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου ήταν ακατανόητος σε όσους δεν είχαν ανώτερη μόρφωση. Το κείμενο ελέγχθηκε αρχικά από επιτροπή αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωάννη Πανταζίδη και τον καθηγητή Θεολογίας Φίλιππο Παπαδόπουλο και εν συνεχεία εστάλη σε καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, μεταξύ των οποίων ο Ζήκος Ρώσης, ο Εμμανούλ Ζολώτας, ο Διομήδης Κυριακός. Οι δύο πρώτοι, όπως και οι Γ. Ι. Δέρβος, Ιω. Μεσολωράς και Ιγν. Μοσχάκης υπέγραψαν στις 3.11.1901 το γνωστό υπόμνημα που καταδίκαζε τη μετάφραση του Α. Πάλλη . Εξαίρεση, όπως ήδη αναφέρθηκε, απετέλεσε ο Διομήδης Κυριακός (βλ. ανωτ. σελ.*** και σημ. 17), ο οποίος και στην περίπτωση της πρωτοβουλίας της βασιλίσσης Όλγας, διατύπωσε σε επιστολή τη θετική του άποψη σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης («Ἡ ἰδέα νά μεταφραστεῖ τό Εὐαγγέλιο σέ γλῶσσα κατανοητή στόν ἑλληνικό λαό καί νά διαδοθεῖ σ’ αυτόν εἶναι ὀρθή καί πολύ ὠφέλιμη…. Θά συντελέσει σημαντικά στή θρησκευτική καί ἠθική ἀνάπτυξή του, τήν ὁποία ἔχει πάρα πολύ ἀνάγκη… Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι ἐναντίον τῶν μεταφράσεων βάσει ἀρχῶν..»). Ύστερα από το αίτημα του εκδότη Α. Κωνσταντινίδη να του δοθεί συστατική εγκύκλιος από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης, προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση, το θέμα παραπέμφθηκε στον τότε Υπουργό Αντ. Μομφεράτο και εκείνος αρνήθηκε να παραχωρήσει συστατική εγκύκλιο χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Η βασίλισσα εξέφρασε το αίτημα να της δοθεί η σχετική έγκριση με επιστολή της προς την Ιερά Σύνοδο στις 2.12.1898. Ύστερα από αρνητική απάντηση που έλαβε στις 31.3.1899, επανήλθε με το ίδιο αίτημα στις 2.5.1899. Υπογράμμιζε, ότι κατανοεί τους λόγους που στο παρελθόν είχαν οδηγήσει στις απαγορευτικές αποφάσεις, όταν οι μεταφράσεις «ἀπέκρυπτον ἴσως προσηλυτιστικούς σκοπούς», οι οποίοι όμως στη δική της περίπτωση δεν υφίσταντο. Κατέληγε: «.. ὁ λαός μας στερεῖται τήν ἐπαρκῆ καί ὑγιῆ παρηγοριά πού προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τοῦτο γνωρίζω θετικά ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καί πείρας καί εἶμαι βεβαία ὅτι ἡ μετάφραση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου θά συντελέσει τά μέγιστα στή ριζική ἀναμόρφωση». Η απάντηση της Συνόδου ήταν και πάλι αρνητική με κύριο επιχείρημα την ανάγκη ανάλυσης και ερμηνείας των Γραφών και όχι κατά λέξιν μετάφρασης του κειμένου. Η βασίλισσα προχώρησε τότε, ύστερα από προφορική άδεια του Μητροπολίτη και με δικά της έξοδα, στην έκδοση κατ’ αρχήν 1000 αντιτύπων, τα οποία θα πωλούνταν έναντι μικρού τιμήματος. Τα αντίτυπα σφραγίστηκαν με τον λογότυπο «Πλανᾶσθε μή εἰδότες τάς Γραφάς». Η διάθεσή τους είχε μεγάλη απήχηση και η βασίλισσα ετοιμαζόταν για δεύτερη έκδοση, η οποία όμως ματαιώθηκε λόγω των Εὐαγγελικῶν. Βλ. την αφήγηση της Ιουλίας (Σωμάκη) Καρόλου, Όλγα – Η Βασίλισσα των Ελλήνων, Αθήνα 1934 (ανατ. 2017), σ. 89-123.

[24] Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρονται σε άρθρο της εφημερίδας Ἐμπρός τις παραμονές των Εὐαγγελικῶν (φύλ. 2ας Νοεμ. 1901): «Ὅ,τι διετήρησε τήν γλωσσικήν καί θρησκευτικήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς σκοτεινούς χρόνους τῆς δουλείας δέν ἦτο οὔτε ὁ Ὅμηρος, οὔτε ὁ Πλάτων. Ἦτο τό Εὐαγγέλιον. Αὐτό ἀπετέλεσε τήν πυξίδα, πρός τήν ὁποίαν ἦσαν ἐπί αἰῶνες προσηλωμένα τά βλέμματα τῶν ὑποδούλων. Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἢ τῆς Πελοποννήσου, Θεσσαλοί ἢ Θρᾷκες, πρίν ἢ αἰσθανθῶσι τήν κοινότητα τῆς καταγωγῆς των, ἠσθάνοντο τήν κοινότητα τῆς θρησκείας καί τῆς γλώσσης διά τῶν ἱερῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελίου».

[25] Για την «κληρονομιά» του Οθωμανικού παρελθόντος, τη σημασία της γλώσσας και τον ρόλο του Πατριαρχείου, βλ. Ιω. Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Το Έθνος, η Πολιτεία και η Κοινωνία των Ελλήνων, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 29-31, 35-36, 107. Πρβλ. Θ. Βερέμης – Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια (από το 1821 μέχρι σήμερα), Αθήνα 2006, σ. 30 κε. Ενδεικτικές είναι οι παρατηρήσεις του Αντώνη Λιάκου: «Τα Ελληνικά δεν ήταν μόνον αυτά που ακούγονταν στην καθημερινή ομιλία. Υπήρχε μια ελληνική γλώσσα γραπτή και επίσημη, η οποία απλωνόταν σαν ένα δίχτυ πάνω από ετερόγλωσσους πληθυσμούς. Ήταν η γλώσσα της Εκκλησίας, ενός θεσμού και με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και με το μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος. Οι ελληνόγλωσσες επισκοπές εκτείνονταν από την Αίγυπτο έως τη Μολδοβλαχία. Τα Ελληνικά ήταν επίσης η γλώσσα των εγγραμμάτων, του έντυπου λόγου και των βιβλίων, του εμπορίου». Βλ. Γλώσσα και Έθνος στη Νεότερη Ελλάδα: Θέματα Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας, Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, 2007), διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: <http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_18/index.html. (7.3.2019).>

[26] Για τη σχέση γλώσσας-εθνικής ταυτότητας βλ. ενδεικτικά P. Mackridge, Language and National identity in Greece 1766-1976, Οξφόρδη 2010. Βέβαια ήδη από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είχαν διαμορφωθεί οι διάφορες τάσεις ως προς το γλωσσικό όργανο, με το οποίο θα έπρεπε να μεταδοθεί η γνώση και η παιδεία, ώστε να έρθει ο «φωτισμός του γένους»: καθομιλουμένη [σημαντικοί εκπρόσωποι: Ρήγας Φεραίος (1757-1798), Δημ. Καταρτζής (1730-1807), Γρηγ. Κωνσταντάς (1758-1844), Αθαν. Χριστόπουλος (1772-1847), Ιω. Βηλαράς (1771-1823)], μια μορφή που κατά το δυνατόν θα προσομοίαζε στην αρχαία Ελληνική [σημαντικοί εκπρόσωποι: Νεόφυτος Δούκας (1760-1845) Παναγ. Κοδρικάς (1762-1827)], ή ένας συγκερασμός των δύο, η «κεκαθαρμένη» ομιλουμένη, εμπλουτισμένη με έννοιες και στοιχεία της Αρχαίας και προσαρμοσμένη στους γραμματικούς κανόνες, στο φωνολογικό και μορφολογικό της πλαίσιο. Η τελευταία γλωσσική εκδοχή που συνδέεται κυρίως με τον Αδαμάντιο Κοραή ονομάσθηκε αργότερα καθαρεύουσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στους υποστηρικτές όλων των τάσεων ήταν κοινή η υπογράμμιση της σύνδεσης με την Κλασσική Αρχαιότητα και η επιβεβαίωση της συνέχειας του Ελληνισμού. Όπως παρατηρεί ο Vincenzo Rotolo, A. Korais e la questione della lingua in Grecia, Παλέρμο 1965, σ. 56-57, για μεν τους οπαδούς της αρχαΐζουσας η χρήση της ήταν η καλύτερη απόδειξη -τόσο απέναντι στους ίδιους όσο και απέναντι στους ξένους-ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι νόμιμοι απόγονοι των Αρχαίων, για δε τους δημοτικιστές η χρήση της δημοτικής κατεδείκνυε, ότι η ελληνική γλώσσα παρέμενε ουσιαστικά η ίδια για πάνω από 25 αιώνες, αν εξαιρέσει κανείς ασήμαντες λεξιλογικές και φωνητικές αλλαγές. Πρβ. Mackridge, ό.π. σ. 66 κε.

[27] Βλ. V. N. Roudometof, «From Rum Millet to Greek Nation: Enlightenment, Secularization and National Identity in Ottoman Balkan Society, 1453-1821», Journal of Modern Greek Studies 16.1 (1998) 11-48. Το ίδιο έτος των επεισοδίων (1901) εκδίδεται στην Αθήνα, τύποις Π. Δ. Σακελλαρόπουλου, το άρθρο του Ν. Γ. Πολίτου, «Ἕλληνες ἢ Ρωμιοί». Σ’ αυτό ο Πολίτης αντικρούει την άποψη του Κ. Παλαμά ότι ο όνομα Ἕλλην άρχισε να χρησιμοποιείται κατά την επανάσταση του 1821 υπό την επίδραση λογίων με κλασσική παιδεία, καθώς είχε αντικατασταθεί στη συλλογική συνείδηση ήδη από το τέλος της αρχαιότητος με το Ρωμαῖος. Ο Πολίτης βασιζόμενος σε συγκεκριμένα χωρία υποστηρίζει ότι η χρήση του εθνικού Ἕλλην είναι παρούσα ήδη στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, αλλά το Πατριαρχείο, ως πνευματικός ηγέτης και των άλλων μη ελληνικών Ορθοδόξων κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέφυγε τη χρήση. Αυτή, κατά τον Πολίτη, ήταν κυρίως η αιτία που επεκράτησε ο όρος Ρωμαῖος/Ρωμηός. Επίσης πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο ρόλος που έπαιξε στην Χριστιανική Ανατολή η ταύτιση του ονόματος Ἕλλην με τον ειδωλολάτρη/εθνικό. Ο Mackridge (βλ. σημ. 26) ανήκει στους μελετητές που διστάζουν να αποδεχθούν τόσο πρώϊμη συνειδητή χρήση του ονόματος Ἕλλην και την θεωρεί «… a rhetorical conceit confined to a small intellectual elite,…. hardly ever intended to imply that the authors felt that they and their compatriots were to be identified with the ancient Hellenes» (σ. 49). Δέχεται βέβαια ότι η εικόνα αλλάζει σαφώς από τον 17ο αιώνα και εξής [«..there was an increasingly expressed assumption that the modern speakers of the Greek language were the descendants of the ancient Hellenes…they inhabited the same region (called Hellas) and spoke a version of the same language»] και σχολιάζει εύστοχα τη σημασία που απέκτησε η κληρονομιά της Κλασσικής Αρχαιότητος, γνωστή ήδη στη Δυτική Ευρώπη, για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας σε συνδυασμό με το κύρος της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής: «The ancient component of their ‘national history’ was already written…In addition, the cultural prestige of Greek language and culture in the modern Balkans (what is sometimes called,… the Orthodox Commonwealth) was also ready-made…» (σελ. 63). Ωστόσο, η ενδελεχής και συνεχώς εμπλουτιζόμενη έρευνα των πηγών, τόσο της ύστερης Βυζαντινής περιόδου, όσο και αυτής της Τουρκοκρατίας, στηρίζει και επιβεβαιώνει τις παλαιές θέσεις του Ν. Πολίτη. Βλ. πρόσφατα τις ακόλουθες συμβολές στον συλλογικό έργο Ό. Κατσιαρδή-Hering, Αν. Παπαδία-Λάλα, Κ. Νικολάου, Β. Καραμανωλάκης (επιμ.), Έλλην, Ρωμηός, Γραικός. Συλλογικοί προσδιορισμοί & ταυτότητες, Ιστορήματα 7, Αθήνα 2018: Ό. Κατσιαρδή-Hering, «Έλλην, Γραικός, Ρωμηός: από το πολυεθνικό στο εθνικό», σ. 19-36· Σ. Μεργιαλή-Σάχα, «Συλλογικές και εξατομικευμένες ταυτότητες βυζαντινών διανοουμένων στον απόηχο της δύσκολης επικαιρότητας του 14ου αιώνα», σ. 119-134· Τ. Κιουσοπούλου, «Ρωμαίοι και Έλληνες στο δεσποτάτο του Μορέως», σ. 137-144· Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀφοῦ ἐχάσαμε τό βασίλειο, ἐχάσαμεν ὅλα. Πώς αυτοπροσδιορίζονταν οι υπό ξένη κυριαρχία Έλληνες: η μαρτυρία των κειμένων», σ. 247-265· Ιω. Κ. Χασιώτης, «Αναζητώντας εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες για τον εθνικό προσδιορισμό των Ελλήνων κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία», σ. 299-316. Οι μαρτυρίες που παρατίθενται στο τελευταίο άρθρο αντικρούουν τη θέση ότι η χρήση του όρου Ἕλλην περιοριζόταν σε μια ελίτ λογίων. Για μια συνολική εικόνα βλ. ενδεικτικά Κατσιαρδή-Hering, ό.π.: «..Οι αυτοκράτορες και λόγιοι της Νίκαιας ελλήνιζαν πλέον … η ελληνίζουσα εναπομείνασα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι επανελθόντες στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης Παλαιολόγοι, αλλά και η παλαιολόγεια αναγέννηση, … οδήγησαν και στη σταδιακή επανασημασιοδότηση του όρου Έλλην. Ο «Έλλην», ήδη σε πρωϊμότερο χρόνο και σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, τον Ιωάννη Δούκα Βατάτση, τον Νικηφόρο Βλεμμύδη, τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρη [αποκαλούσε Ἑλληνικόν, Ἑλλάδα την Αυτοκρατορία της Νίκαιας], τον Γεμιστό Πλήθωνα, τον Βησσαρίωνα και άλλους, αποκτά και πρώιμο εθνοτικό περιεχόμενο, χωρίς όμως η ρωμαϊκή ταυτότητα να απεμπολείται. Οι όροι Έλλην/Ελλάς απαντούν και σε πολλές από τις εκκλήσεις ελλήνων λογίων προς ηγεμόνες και εκκλησιαστικούς εκπροσώπους της Δύσης κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, με τις οποίες επεδίωκαν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον τους για τους υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ομογενείς τους». Ιδιαίτερα για τη χρήση του όρου Ρωμαίος/Ρωμηός … «Τον όρο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας κράτησαν και οι ανατολικές εκκλησιαστικές αρχές για λογαριασμό του Πατριαρχείου..ιδίως μετά την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη και την ανάρρηση του Γενναδίου στον πατριαρχικό θρόνο…. Ο πατριάρχης των Ρωμαίων κατά την αυτοαπόκλησή του, θα αποτελέσει την ανώτερη αναγνωρίσιμη εκκλησιαστική αρχή της Ανaτολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας…Χάνει ο όρος <Ρωμηός> την ένδοξη αυτοκρατορική του απόχρωση, αποκτά όμως λαϊκή αποδοχή του υποτελούς μεν στον Σουλτάνο, πλην όμως και διαφορετικού από τους λοιπούς μουσουλμάνους υποτελείς. Μέσω της αυτοαπόκλησής τους ως Ρωμηοί ενδύονται, υπόδηλα, οι υποτελείς το παρελθόν της χαμένης αυτοκρατορικής αίγλης. Θρήνοι για την απώλεια της Ρωμανίας… συγκρατούν το αυτοκρατορικό παρελθόν και συμβάλλουν στη λαϊκή πλέον ένδυση του όρου Ρωμηός με θρησκευτικό μεν περιεχόμενο για τις οθωμανικές και εκκλησιαστικές αρχές, αλλά βαθμιαία και με εθνικό…Συχνά πλέον ο όρος Ρωμαίος απαντά σε ελληνικές και οθωμανικές πηγές και ως εθνικό όνομα, χωρίς απαραίτητα να χάνει και την οικουμενικότητά του. Ο όρος Ρωμαίος/Ρωμηός περιβλήθηκε με οικουμενικότητα, εν είδει αυτοκρατορικότητας, δεδομένης και της ανάδειξης του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου ως κυριαρχούσας εκκλησιαστικής αρχής για τους υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ρωμηός ήταν για το Πατριαρχείο ο ορθόδοξος πιστός». Και σχετικά με την επικράτηση του όρου Έλλην στην προεπαναστατική και μετέπειτα περίοδο (σ. 27-29) … «Στα κείμενα Ρωσοαγγλογάλλος και Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας (1805, 1806), ο όρος Έλλην επικρατεί … Ο όρος Έλλην επιβάλλεται στις προκηρύξεις και τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821. Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης αυτοαποκαλούνταν στη Διακήρυξη της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου… Η συμβολή… των ελλήνων διαφωτιστών, ο κλασικισμός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός, παράλληλα με την εμφάνιση της ιδεολογίας του εθνικισμού, συνιστούσαν το πλαίσιο για την επικράτηση του όρου Έλλην. Ο όρος Έλλην επιβλήθηκε στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας και της κρατικής υπόστασης για τον υπήκοο του νέου εθνικού κράτους» (σ. 34-35).

[28] Με την ολοκλήρωση το 1875 του έργου του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, το οποίο είχε αρχίσει να εκδίδεται το 1860. Πριν απ’ αυτόν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Λευκαδίτης λόγιος, στην εισαγωγή υπό τον τίτλο «Περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού» του βιβλίου του Ἅσματα δημοτικά τῆς Ελλάδος είχε διατυπώσει πρώτος παρόμοιες θέσεις με αυτές του Παπαρρηγόπουλου. Αντιμετώπισε τον Χριστιανισμό ως «στοιχεῖον Ἑλληνισμοῦ» και χρησιμοποίησε τον όρο «Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός». Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η Εποχή του -Η Ζωή του – Το Έργο του, Αθήνα 1986, σ. 287.

[29] Η μακρά και έντονη αντιπαράθεση των δύο τάσεων, καθαρεύουσα ή δημοτική, η εξέλιξη δηλαδή του λεγομένου «γλωσσικού ζητήματος» είχε εισέλθει σε νέα φάση μετά το 1888. Τότε ο Γ. Ψυχάρης εξέδωσε το «Ταξίδι μου», έργο που θεωρήθηκε προγραμματικό για την υπόθεση του δημοτικισμού. Βεβαίως η μετάφραση του Ευαγγελίου από τον Α. Πάλλη μπορεί να μελετηθεί ως μέρος του γλωσσικού ζητήματος, αυτό όμως βρίσκεται έξω από τις προθέσεις της παρούσας εισήγησης. Για το θέμα αυτό εκτεταμένη βιβλιογραφία παραθέτει ο Peter Mackridge στη μελέτη που έχει ήδη αναφερθεί  (βλ. σημ. 26).

[30] Ιω. Σ. Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 178-182. Πρβλ. Μιλτ. Κωνσταντίνου, «Der Streit um eine Bibelübersetzung in Griechenland im 19. und 20. Jahrhundert», εισήγηση που παρουσιάσθηκε κατά τις εργασίες Συνεδρίου του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας (Fachgruppe Kirchengeschichte) της Επιστημονικής Θεολογικής Εταιρείας (Wissenschaftliche Gesellschaft für Theologie), 23-25 Μαρτίου 2018, Haus Hainstein, Eisenach (υπό δημοσίευση).

[31] Χαρακτηριστική η αποστροφή του πρώην Υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Α. Ευταξία σε ομιλία του στη Βουλή μετά το πέρας των επεισοδίων, η οποία δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 13.11. Αναφέρεται μάλιστα σε εκείνους, οι οποίοι «ὡς ὁ περιβόητος Φαλμεράϋερ ἠθέλησαν νά μᾶς παραστήσωσι ὡς οὐδέν κοινόν ἔχοντας πρός τούς πάλαι Ἕλληνας». Και συνεχίζει: «Αὐτοί ἐφρόντισαν ν’ ἀποδείξωσι ταῦτα καί δ’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καί διά τῆς διαφορᾶς τῆς καθομιλουμένης ἡμῶν γλώσσης πρός τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν καὶ πρός αὐτήν τοῦ Εὐαγγελίου περί ἧς ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι πάντῃ ἀκατάληπτος εἰς ἡμᾶς τούς νεωτέρους Ἕλληνας. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν ἔργων ἡμῶν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι δέν ἐννοοῦμεν τό Εὐαγγέλιον ἐν τῇ ἀρχετύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ καί ἔχομεν ἀνάγκη μεταφράσεως αὐτοῦ διά τόν λαόν, τί πράττομεν οὕτως; Δέν παρέχομεν τρανήν ἀπόδειξιν εἰς τούς ξένους, ὅτι εἵμεθα ἀνάξιοι ἡμεῖς νά διατηρήσωμεν τήν ἱεράν παρακαταθήκην τῶν πατέρων μας, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νά φέρωμεν τό Ἑλληνικόν ὄνομα, ὅτι οὐδέν κοινόν ἔχομεν πρός τούς πάλαι Ἕλληνας;»· βλ. εφημ. Ἀκρόπολις (φύλ. 13.11).

[32] Βλ. ανωτέρω σημ. 4, όπου και ο πλήρης τίτλος.

[33] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 11. Βεβαίως η ομοιότητα των κειμένων παραπέμπει πιθανότατα σε επίδραση στους φοιτητές-συντάκτες των λόγων του Α. Ευταξία, δηλώνει όμως παράλληλα, εάν συνεκτιμηθεί το σύνολο της αφήγησης των φοιτητών, ότι επρόκειτο για θέσεις με γενικώτερη απήχηση.

[34] Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, Συνεδρίαση 29ης Οκτωβρίου 1901, διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο: https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/49843#contents (7.3.2019). Στη συνέχεια γίνεται ένας ενδιαφέρων παραλληλισμός με τα Ομηρικά έπη, τα οποία, κατά τους γράφοντες, αποτελούσαν το σύμβολο της γλωσσικής ενότητας του Ελληνισμού ως την εποχή του Χριστού και δεν μεταφράσθηκαν ποτέ στις επιμέρους διαλέκτους (Αιολική, Δωρική, Αττική κλπ). Κατ’ αναλογία δεν πρέπει να γίνεται κατά λέξη μετάφραση του Ευαγγελίου στην καθομιλουμένη Ελληνική, αλλά μάλλον ερμηνεία, δεδομένου, ότι αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερη συγγένεια προς τη γλώσσα του Ευαγγελίου απ’ ό,τι οι Αρχαίες διάλεκτοι με τη γλώσσα των Ομηρικών επών.

[35] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 29-30.

[36] Η αναγνώριση δε του Βυζαντίου ως αναπόσπαστου τμήματος της ελληνικής ιστορίας και επιβεβαίωσης της συνέχειας του Ελληνισμού προσέφερε ιστορικά επιχειρήματα στον αλυτρωτισμό, εφόσον το νεοελληνικό κράτος αναδεικνυόταν ως ο νόμιμος κληρονόμος του Βυζαντίου, ο αδιαφιλονίκητος διεκδικητής των συνόρων (και της πρωτεύουσας) του. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρομαντισμός, Αθήνα 1994, σ. 461. Αναφορικά με τη Μεγάλη Ιδέα βλ. ενδεικτικά: Έ. Σκοπετέα, Τό «Πρότυπο Βασίλειο» καί ἡ Μεγάλη Ἰδέα – Ὄψεις τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος στήν Ἑλλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988 και πρόσφατα Σπ. Γ. Πλουμίδης, «Τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας: Οι αφετηρίες της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας» στο: Κατσιαρδή κ.ά., Έλλην, Ρωμηός, Γραικός (σημ. 27), σ. 555-569.

[37] Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα έχει διαμορφωθεί και απαντά ευρύτατα η θέση ότι καθοριστικός παράγων για τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας ήταν η συνείδηση. Το στοιχείο της γλώσσας θεωρείται δευτερεύον, συνεπώς θεμελιώνεται η ιδέα της ένωσης των λαών που συναποτελούσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το αίτημα η ιδεατή επικράτεια του ελληνικού έθνους να περιλάβει και τους αλλοφώνους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

[38] Βλ. σχετικά Ιω. Σ. Κολιόπουλου, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Η Διαμόρφωση και η Άσκηση της Εθνικής Πολιτικής, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 61-196, ιδίως σ. 178-196 για τη δράση της «Εθνικής Εταιρείας» και τον πόλεμο του 1897. Πρβλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 105-106, ιδιαίτ. σημ. 167, όπου εκτενής αναφορά στη σύνθεση και τους στόχους της «Εθνικής Εταιρείας».

[39] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 39,40.

[40] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 10.

[41] «Τέλος ἐξ ἐθνικῆς ἀπόψεως κρίνων τό πρᾶγμα θεωρῶ τήν εἰς τήν ἁπλῆν δῆθεν γλῶσσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου ὀλεθριωτάτην εἰς τά ἐθνικά συμφέροντα. Ἂν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες κηρύξωμεν εἰς τόν κόσμον, ὅτι ὁ λαός ὁ Ἑλληνικός δέν ἐννοεῖ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔχει ἀνάγκην μεταφράσεως πῶς θά διαμαρτυρηθῶμεν κατά τῆς ἐν Βλαχικῇ, Βουλγαρικῇ καί Ἀλβανικῇ μεταφράσει διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου μεταξύ τῶν Βλαχοφώνων και Βουλγαροφώνων και Αλβανοφώνων Ὀρθοδόξων, πῶς θά κωλύσωμεν τήν ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης μετάφρασιν πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καί τήν εἰσαγωγήν τοιαύτης γλώσσης εἰς τήν Ἐκκλησίαν αὐτῶν; Δέν θά ἐξυπηρετοῦμεν οὕτω τά σχέδια τῶν ἀσπόνδων ἐχθρῶν τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ;». Να σημειωθεί, ότι στη διαμαρτυρία του Ρώσου πρέσβη για τα αντισλαβικά συνθήματα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ο πρωθυπουργός Θεοτόκης απάντησε με τη διευκρίνιση ότι στόχος δεν ήταν η Ρωσία, αλλά η Βουλγαρία, βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 262 και σημ. 289. Για τον Παύλο Καρολίδη (1849-1930), σημαντικό εκπρόσωπο των Ελληνορθοδόξων της Μ. Ασίας (συγεκριμένα του «Καππαδοκικού κύκλου»), καθηγητή Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1908 βουλευτή στην Οθωμανική Βουλή των Νεοτούρκων, βλ. Σ. Β. Κουγέας, «Παύλος Καρολίδης», Νέα Εστία 8 (1930) σ. 935-937, Ε. Π. Φωτιάδης, «Παύλος Καρολίδης», Ελληνικά 4 (1931) σ. 291-300, Α. Σαββίδης, «Ὁ ιστορικός Παύλος Καρολίδης (1849-1930)», Νέα Εστία 135 (1994) σ. 39-42, Ι. Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος (19ος αι.)», Μνήμων 21 (2001) σ. 269-295, Κ. Γεωργιάδου, Προσέγγιση στη ζωή και το έργο του Παύλου Καρολίδη, (αδημ. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη). Για μια έγκυρη και συνοπτική παρουσίαση βλ. Π. Τουλουμάκος, «Καρολίδης Παύλος», 2005, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ.Ασία, URL: http://www.ehw.gr/l/aspx?id=4762. (7.3.2019).

[42] Βλ. ειδικά το άρθρο της Ά. Διάλλα (σημ. 22) σ. 43-61. Επίσης της ιδίας: Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια-Ιδεολογία και πολιτική στο δεύτερο μισό του 19ου αι., Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφία. Για τον Πανσλαβισμό με παλαιότερη βιβλιογραφία βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 268 κ.ε., ιδιαίτερα σημ. 297. Πρβλ. επίσης Κολιόπουλος (σημ. 38) σ. 131 κε. Ειδικά για το ζήτημα του Πατριαρχείου Αντιοχείας βλ. Π. Τζουμέρκας, «Η Εκκλησία Αντιοχείας- Συνοπτική ιστορική παρουσίαση», στο: Τιμητικός Τόμος Νικολάου Μποχλόγυρου, Ίδρυμα Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών, Αθήνα 2014, σ. 371-421.

[43] Φυσικά δεν έλειπαν και οι αντίθετες εκτιμήσεις, οι περισσότερο νηφάλιες και μετριοπαθείς. Να αναφερθούν ενδεικτικά οι δηλώσεις του καθηγητή της Θεολογικής Α. Διομήδη Κυριακού στη γνωστή συνέντευξή του της 29.10, για την οποία έγινε ήδη λόγος ανωτέρω (βλ. σημ. 17). Αναφερόμενος εκτός των άλλων και στον υποτιθέμενο σλαβικό δάκτυλο όπως και στους εθνικούς κινδύνους, οι οποίοι ελλοχεύουν πίσω από τη μετάφραση ο καθηγητής σχολίασε: «Νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί καί ἀβάσιμοι οἱ φόβοι περί μηχανορραφιῶν καί ἐπιβουλῶν πανσλαυϊστικῶν. Ἐπίσης θεωρῶ ἀβασίμους τούς φόβους περί κινδύνων ἐθνικῶν. Οἱ βουλγαρόφωνοι καί τουρκόφωνοι ὀρθόδοξοι ἔχουν ἤδη μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς βουλγαρικήν καί τουρκικήν γλῶσσαν, οὐδέν δ’ ἐκ τούτων κακόν προῆλθεν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καί δι’ αὐτό δέν ἔλαβον μέρος εἰς τήν συνεδρίαν τῆς Σχολῆς». Πρόκειται ουσιαστικά για έναν αντίλογο στις ανησυχίες που τις ίδιες μέρες εξέφραζε ο Παύλος Καρολίδης στην επιστολή του προς την ἐφημ. Ἀκρόπολις (βλ. σημ. 41). Πρβλ. και τις θέσεις του Επισκόπου Κεφαλληνίας Γερασίμου, τις οποίες παραθέτει η Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 116-120.

[44] ’Ακρόπολις, φύλ. 6 Νοεμ. Πρβλ. ανωτ. σημ. 17 και 43.

[45] Σε άρθρο του με τίτλο «Οdi profanum vulgus et arceo», εφημ. Καιροί (φύλ. 9.10.1899), ο Αύγουστος Ζωγράφος υποστήριζε ότι εκείνοι που επιθυμούν να παραφράσουν το κείμενο της Βίβλου «σκάβουν τόν τάφο τοῦ Ἑλληνισμοῦ» καταλήγοντας ότι σύσσωμο του έθνος πρέπει να κραυγάσει στους «συμμορίτας»: «Κάτω οἱ βλάσφημοι πού διαπράττουν ἔγκλημα ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἱεροσυλίαν ἐναντίον τῆς γλώσσας πού χρησιμοποιήθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ἑλληνικό Πνεῦμα». Στην εφημ. Ἐμπρός της 4.10.1899 διαβάζουμε: «ὅταν στήν πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ἀρχέτυπη Ἑλληνική γλῶσσα, στήν ὁποία καταγράφηκαν τά Εὐαγγέλια κρίνεται ἀκατανόητη, πῶς δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ τό ἴδιο ἀπό τούς Βουλγαρόφωνους Ἕλληνες;». Και στην Πρωΐα της 14.10.1899: «Ἂν ἡ Ἑλλάς ἐγκαταλείψῃ τήν ἱεράν κληρονομίαν, οἱ Βούλγαροι δικαιοῦνται νά εἴπουν εἰς τούς Ἕλληνας: «Ἀχρεῖοι, ἔχομεν καί ἡμεῖς βουλγαρικήν μετάφρασιν». Ὅλη ἡ βάσις τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας, ὅλη ἡ παράδοσις, ὅλον τό ἐθνικόν γόητρον καταπίπτει. Καί ὁ Πανσλαυισμός θριαμβεύει καί αἱ γλῶσσαι ἐξομοιοῦνται καί ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία καταδεικνύεται μία ἁπλῆ ὁμάς χριστιανική ἄνευ κύρους, ἄνευ δικαιωμάτων ἱστορικῶν, ἄνευ ἡγεμονίας, ἕνας ἁπλοῦς τροχός εἰς τό τέθριππον ἅρμα τοῦ Πανσλαυισμοῦ».

[46] Βλ. κυρίως τα άρθρα του Δημητρίου Αναστασόπουλου στην εφημερίδα Καιροί (πρβλ. σημ. 1 και σημ. 20). Ήδη από την 1.11. σχολίαζε ως εξής: «Ποῦ νά τολμήσεις νά εἴπῃς, ὅτι ἡ μετάφρασις, οὐχί ἡ τοῦ Πάλλη … ἀλλ’ ἡ ἄλλη ἐκείνη ἡ κρύφα διαδεδομένη, εἶναι ἔργον καθαρῶς Σλαυικόν, καθαρῶς Ρωσικόν, καθαρῶς ἀνθελληνικόν». Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αρχίζει το άρθρο του της 7.11 με τον τίτλο: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»: «Ἐξακολουθῶ ἐρρωμένως τόν ἀγῶνα κατά τῆς μεταφράσεως τῆς Σλαύας. Ὅλη ἡ νεολαία, ὅλος ὁ λαός τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πρέπει νά πεισθῇ, ὅτι τό ἔργον της εἶναι ἔργον Σλαυικόν. Ὅτι ἔχει ὕποπτον τήν προέλευσίν της ἀφ’ ἑνός. Ὅτι ἔχει ἀπ’ αὐτήν τήν μισαράν συναίνεσίν της ἡ πρωταγωνιστοῦσα τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀρχή».

[47] Τόσο στις πρωτογενείς πηγές, σύγχρονες των γεγονότων, όσο και στην ιστορική έρευνα και βιβλιογραφία που αφορά τα Εὐαγγελικά δεν τίθεται εν αμφιβόλω η ειλικρίνεια και αγαθότητα των προθέσεων της βασιλίσσης όπως και η βαθύτατη, ουσιαστική της ευσέβεια και Χριστιανική πίστη. Όπως αναφέρει στο βιβλίο της η Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 120-122, ανάμεσα στα έγγραφα της βασιλίσσης βρέθηκε ιδιόχειρο προσχέδιο επιστολής -γραμμένο με μολύβι- απευθυνόμενης προς τον Πατριάρχη. Δεν αναγράφεται ημερομηνία, ούτε είναι γνωστό αν εστάλη ποτέ η επιστολή. Στο εξαιρετικά διαφωτιστικό κείμενο η βασίλισσα αναφέρεται με ιδιαίτερη θλίψη και απογοήτευση στα γεγονότα του Νοεμβρίου 1901 εκθέτοντας και πάλι τις σταθερές της θέσεις σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης (η έκδοση του 2017 της βιογραφίας αποδίδει το αρχικό κείμενο της α΄ έκδοσης του 1934 στη δημοτική γλώσσα και στο μονοτονικό): «Ήδη εδώ και χρόνια έχω πειστεί από προσωπική αντίληψη ότι ο λαός δεν κατανοεί την Αγία Γραφή και εξαιτίας αυτού δεν μπορεί να επωφεληθεί από τη διδασκαλία και την παρηγοριά των ιερών Ευαγγελίων… Ο κλήρος μας δυστυχώς δεν είναι μορφωμένος και δεν μπορεί να εξηγεί παντού όπως έπρεπε τις Άγιες Γραφές… Είναι θλιβερό να βλέπει κανείς τη θρησκευτική δίψα του λαού και την έλλειψη μέσων για την ανακούφισή της…. Γνωρίζοντας ότι η Εκκλησία πολλάκις κατέκρινε … τις μεταφράσεις … που εκπονήθηκαν από ετεροδόξους, νόμισα απαραίτητο να γίνει μετάφραση από ορθοδόξους… Η Ιερά Σύνοδος το 1898 αρνήθηκε εγγράφως να μου δώσει ⟨την έγκριση⟩, προφορικώς, όμως, μου μήνυσε με τον Μητροπολίτη Προκόπιο ότι μπορώ να προβώ στη μετάφραση, διότι στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία Τύπου και λόγου… Δεν μου είναι δυνατόν να παραδεχθώ ότι σε ολόκληρη την οικουμένη μόνο η νεοελληνική γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει τις υψηλές έννοιες του Ιερού Ευαγγελίου… Βεβαίως, δεν θα δοθεί λόγος μια φορά σχετικά με το σε ποια γλώσσα διδάχτηκε ο λαός, αλλά αν διδάχτηκε καθόλου τὰ ῥήματα ζωῆς αἰωνίου.

 

[48] Γ. Κορδάτος, Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός. Κοινωνιολογική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Αθήνα 19742, σ. 104-107.

[49] Εκτενής παρουσίαση από τον Κωνσταντινίδη (σημ. 4) σ. 258 κε., ο οποίος αποδέχεται την ανάμιξη της πριγκηπίσης Σοφίας και της Γερμανικής πρεσβείας σημειώνοντας ότι πρόκειται για άποψη που πρώτος διατύπωσε ο Γ. Κορδάτος. Παραδέχεται ωστόσο ότι ο ίδιος ούτε είδε, ούτε βέβαια μελέτησε τα χειρόγραφα του Κ. Τοπάλη, των οποίων η τύχη αγνοείται (σ. 266 σημ. 295). Εμπλοκή του Γερμανικού παράγοντα βλέπει και ο Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας (Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα στο Γουδί), Αθήνα 1998, σ. 569.

[50] Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, «Παλαιές ιδέες και νέοι φόβοι», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 20.

[51] Είναι γνωστή η παραπληροφόρηση και τελικά η μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από τη μετάφραση του Α. Πάλλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η γνωστή φράση «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν βασιλείαν σου» υποτίθεται αποδόθηκε ως «Θυμήσου με Αφέντη, όταν έλθης στα πράγματα». Στην πραγματικότητα ο Πάλλης έγραψε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν πας στη βασιλεία σου». Ο «Μυστικός Δείπνος» έγινε «Κρυφό Τσιμπούσι». Πουθενά στα Ευαγγέλια δεν απαντά η φράση «Μυστικός Δείπνος», ώστε να χρήζει μετάφρασης! Εκτενή αναφορά σ’ αυτή τη «γλωσσική μυθολογία» με παράθεση πλείστων παραδειγμάτων κάνει ο Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 99-103. Η συμμετοχή στα επεισόδια ατόμων που ποτέ δεν είχαν ουσιαστικά ενδιαφερθεί για το περιεχόμενο του Ευαγγελίου σχολιάζεται χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Ἐμπρός (φύλ. της 8.11): «Ἄνθρωποι πᾶν ἄλλο ἢ θρῆσκοι, νέοι τῶν σαλονίων καί τῶν Λεσχῶν, οἵτινες βλέπουν τήν ὁδόν τῆς Ἐκκλησίας ἅπαξ τοῦ ἔτους, κατέχονται τάς ἡμέρας ταύτας ὑπό πυρετοῦ … ἀπειλοῦν τούς ἀποπειραθέντας τό βλάσφημον καί ἀνίερον ἐγχείρημα. «Μά ἐσύ χθές μοῦ ἔλεγες ἀκόμη, ὅτι πιστεύεις εἰς μίαν Θεότητα παγκοσμίαν ἢ μᾶλλον εἰς τήν Φύσιν», ἔλεγον χθές βράδυ πρός ἕνα τῶν πλέον κομψευομένων μυροβόλων νεανιῶν μας καί αὐτός μοῦ ἀπήντα: «Ναί, αἱ θεωρίαι μου εἶνε θεωρίαι. Ἀλλ’ ὁ Χριστός εἶνε Χριστός μου. Τό Εὐαγγέλιον, κύριε, εἶνε ἑλληνική φιλολογία. Ἐγράφη Ἑλληνιστί … Χριστός καί Ἑλληνισμός εἶνε ἕνα πρᾶγμα..».

[52] Ο Γ. Θεοτόκης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του την 10η Νοεμβρίου 1901, παρ’ όλο που αυτή και μετά τα αιματηρά γεγονότα της 8ης Νοεμβρίου (όταν μάλιστα και ο ίδιος κινδύνευσε από την οργή των διαδηλωτών) είχε λάβει στη Βουλή ψήφο εμπιστοσύνης. Επί 297 παρόντων ψήφισαν 197 και η κυβέρνηση έλαβε 109 ψήφους υπέρ. Ο Γεώργιος Α΄ ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος ηγείτο 14 βουλευτών μόνον, σε αντίθεση με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο οποίος διέθετε 49. Ήταν όμως εκπεφρασμένη η θέση του Γεωργίου Θεοτόκη ότι θα στήριζε με την κοινοβουλευτική δύναμη που διέθετε τον Α. Ζαΐμη. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 244 κε. και ιδιαίτερα Μαρκεζίνης (σημ. 4).

[53] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ.132.

[54] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 249-252.

[55] Η ίδια διατύπωση στο Σύνταγμα του 2008: Μέρος Α΄, άρθρο 3, παρ. 3. Βλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 252-258.

[56] Α. Ρουχωτάς, Τα Άπαντα του Μικέλη Άβλιχου, Αθήνα 1976, σ.80 και σημ.4

 

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Β΄: Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Β΄:  Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

 

Στην «αιχμαλωσία» της γης, της οικογένειας…

Πάνω από ένα μήνα θα διαρκέσει το ταξίδι του Λευκάδιου Χερν με προορισμό τη Χώρα του «Ανατέλλοντος Ηλίου». Στις 12 Απριλίου του 1890 η συγκίνηση τον πνίγει καθώς αγναντεύει, πλησιάζοντας στη Yokohama, τις ανάερες γραμμές του ιαπωνικού ορίζοντα και τις χιονοσκεπείς κορυφές του μυθικού Φούτζι. τα γαλάζια, διάφανα περιγράμματα, που χάνονται αργοσβήνοντας με μιαν απροσδιόριστη πνευματικότητα, αφήνοντας μόνο τη λεπτή αίσθηση του λυρισμού τους. Aυτή είναι, θα γράψει, και η γοητεία της Ιαπωνίας στο πρώτο της αντίκρισμα, ακαθόριστη και ρευστή, όπως το άρωμα. Πληθωρική ομορφιά που πολιορκεί με τα χρώματα της ανθισμένης κερασιάς και την ακόρεστη ανθοφορία των λωτών το βλέμμα και την ψυχή του. Μέσα του έχει αρχίσει η διεργασία της ψυχικής του αιχμαλωσίας, πολύτιμη πρώτη ύλη, που θα εναποτεθεί  στις σελίδες των βιβλίων του- ξενάγηση στον μαγικό κόσμο της Άπω Ανατολής, διυλισμένη από το λυρικό βίωμα της ενσυναισθητικής επικοινωνίας μαζί της. «Μην παραμελήσεις να καταγράψεις τις πρώτες σου εντυπώσεις  όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Eίναι, ξέρεις, φευγαλέες, ποτέ δεν θα ξανάρθουν, έτσι και ξεθωριάσουν…» τον είχε συμβουλέψει ο μέντοράς του τώρα στην Ιαπωνία, ο Ιαπωνολόγος καθηγητής στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο, Basil Hall Chamberlain1.

Παραδίνεται από την αρχή στην απίστευτη γοητεία και την πράυνση  που ασκεί στον εύθραυστο ψυχισμό του το λεπτό άρωμα της φύσης και των ανθρώπων, που μετουσιώνονται μέσα του σε ποιητικό στοχασμό.

«Αισθάνομαι αδέξιος να περιγράψω την Ιαπωνία», θα εξομολογηθεί στην αγαπημένη φίλη και βιογράφο του Elizabeth Bisland, από τις πρώτες κιόλας επιστολές του, το 1890. «H φύση εδώ δεν είναι βέβαια όπως στους τροπικούς, που είναι τόσο υπέροχη και άγρια και παντοδύναμα όμορφη, ώστε νιώθω, αυτήν ακριβώς τη στιγμή που γράφω, τον ίδιο πόνο στην καρδιά μου με κείνον που ένιωσα φεύγοντας από τη Μαρτινίκα. Πρόκειται για μιαν εξημερωμένη φύση, που αγαπάει τον άνθρωπο και γίνεται όμορφη γι’αυτόν μ’έναν ήσυχο, γκριζογάλαζο τρόπο, σαν τις Γιαπωνέζες, και τα δέντρα μοιάζουν να γνωρίζουν τι λένε οι άνθρωποι γι’αυτά-μοιάζουν να έχουν μικρές ανθρώπινες ψυχές. Ό,τι αγαπώ στην Ιαπωνία είναι οι Ιάπωνες-η φτωχή, απλή ανθρωπιά της χώρας. Είναι θεϊκό. Δεν υπάρχει τίποτα σ’αυτό τον κόσμο που να προσεγγίζει την αφελή, φυσική γοητεία τους. Κανένα βιβλίο απ’όσα έχουν γραφεί μέχρι σήμερα δεν το αντικατοπτρίζει.  Αγαπώ τους θεούς τους, τα έθιμά τους, την ενδυμασία τους, τα τραγούδια τους που μοιάζουν με των πουλιών τα τρεμάμενα τραγούδια, τα σπίτια τους, τις δεισιδαιμονίες τους, τα σφάλματα τους. Και πιστεύω ότι η τέχνη τους είναι τόσο πιο προχωρημένη από τη δική μας, όσο υπερείχε η αρχαία ελληνική τέχνη από τις πρώιμες ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές αναζητήσεις… Είμαστε οι βάρβαροι! Δεν είναι που απλώς κάνω αυτές τις σκέψεις. Είμαι τόσο σίγουρος γι’αυτά όσο και για τον θάνατο. Απλώς θα ήθελα να επανενσαρκωθώ σε κάποιο μικρό ιαπωνικό μωρό, έτσι ώστε να μπορώ να δω και να αισθανθώ τον κόσμο τόσο όμορφα όσο το κάνει ένα ιαπωνικό μυαλό»2.

To όρος Φούτζι, σε φωτογραφία του 1880.

Γι’αυτό προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να «ενδυθεί» ο,τιδήποτε από τον πολιτισμό της χώρας: τη γλώσσα της, που τη βρίσκει εξαιρετικά δύσκολη, ευελπιστεί όμως σε μιαν ακουστική εξοικείωση μαζί της. Τη θρησκεία -μελετά τον Βουδισμό και προχωρεί σε θρησκειολογικές συγκρίσεις, όχι μόνον ανάμεσα στον Βουδισμό και τον Σιντοϊσμό αλλά και στη σύγκρισή τους με τον Χριστιανισμό. Την ιαπωνική τέχνη, την ιδιαίτερη υφή της αισθητικής ως τρόπο ζωής, τον χαρακτήρα των ανθρώπων- βρίσκει ότι είναι οι πιο αξιαγάπητοι στον κόσμο. Όμως η συνεχής φτώχεια δεν του επιτρέπει την απρόσκοπτη βίωση αυτής της ομορφιάς. Το κόστος ζωής στην Ιαπωνία είναι υψηλότερο από της Νέας Υόρκης. Αναζητά μεσολάβηση για κάποια νέα δημοσιογραφική δουλειά στην Αμερική, καθώς έχει διαλύσει τη σχέση του με τους Harper’s: «Με εξουθένωσαν. Τα εισοδήματά μου τα τρία τελευταία χρόνια μόλις και έφταναν τα πεντακόσια δολάρια το χρόνο κατά μέσον όρο…», γράφει στην Elizabeth Bisland. Και της αποκαλύπτει την ψυχική και ηθική προπάντων εξουθένωση που η κατάσταση αυτή του δημιουργεί. « Είμαι τόσο κουρασμένος από τη σκληρή πίεση στην οποία υποβάλλομαι, από την αδιαφορία και την πείνα. Και από το να δέχομαι ηθική ταπείνωση, κατάσταση πολύ χειρότερη από το κρύο και την πείνα…»3

Με τη μεσολάβηση του Basil Hall Chamberlain ο Λευκάδιος Χερν θα μετακινηθεί μαζί με τον διερμηνέα του Akira Manabe (τον είχε γνωρίσει σε επίσκεψή του σε βουδιστικό μοναστήρι), στην πόλη Ματσούε. Εκεί θα συναντηθεί με το πνεύμα της φεουδαρχικής ιαπωνικής κοινωνίας και τις παραδοσιακές αξίες των Σαμουράι. Έχουν παρέλθει 22 χρόνια αφότου η Ιαπωνία έχει περάσει στην εποχή του Μεϊτζί (1868)4 και παρά το άνοιγμα προς τη Δύση και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού –βιομηχανικού, κοινωνικού, πολιτισμικού- εντούτοις οι αξίες και οι παραδόσεις του ιαπωνικού λαού εξακολουθούν να προσδιορίζουν τα ήθη των ανθρώπων και να διαχέονται στην καθημερινή τους ζωή μ’ένα μοναδικά λεπταίσθητο τρόπο-αυτόν που έκαμε τον Λευκάδιο Χερν να αισθανθεί βαθιά μέσα του και, ως φορέας του δυτικού πολιτισμού, να αναφωνήσει: «Είμαστε οι βάρβαροι!»

Σ’αυτή τη φάση ωστόσο της ιαπωνικής μετάβασης, υπάρχει μεγάλη ανάγκη επικοινωνίας με την αγγλική γλώσσα, γεγονός που θα του εξασφαλίσει δουλειά ως δασκάλου της αγγλικής γλώσσας σε δευτεροβάθμια σχολεία- αργότερα και στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Oι έφηβοι μαθητές του θα τον αντιμετωπίσουν με ευγένεια, που θα μετατραπεί σε αγάπη καθώς –σε αντίθεση με προηγούμενους δασκάλους τους ιεραποστόλους-ο Λευκάδιος θα περιβάλει με ιδιαίτερη συγκίνηση και σεβασμό τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους, τα ήθη και έθιμα, τους μύθους και τις καθημερινές τους συνήθειες. Ατέλειωτες διαδρομές στην πόλη μετά το μάθημα, εξερευνώντας ανθρώπους και πράγματα, ο,τιδήποτε πρόσφερε ως ζητούμενο η περιέργεια και η εθνογραφική του ευαισθησία, η ανθρωπιστική του φύση, τον έκαναν ενσυναισθητικό αποδέκτη ενός κόσμου εύοσμου, που χωρίς προσπάθεια γινόταν ο δικός του ποιητικός κόσμος.

Είναι ωστόσο τόσο διαφορετική η φύση όλων των πραγμάτων εκεί ώστε ο ευρωπαίος άνθρωπος φαντάζει ως κάτι το ανοίκειο και περίεργο. Χαρακτηριστική η σκηνή που αφηγείται σε επιστολή του προς τον Basil Chamberlain, τον Σεπτέμβρη του 1890 από το Ματσούε: «Στο δρόμο εδώ σταμάτησα σε ένα πολύ πρωτόγονο χωριό όπου υπάρχουν ηφαιστειακές πηγές και σχεδόν κάθε σπίτι έχει μια «φυσική μπανιέρα» πάντα ζεστή και φρέσκια. Και ο καλός γέρος στο σπίτι του οποίου σταμάτησα είπε ότι μόνο μια φορά σε όλη του τη ζωή είδε Ευρωπαίο – αλλά δεν ήξερε αν ο Ευρωπαίος ήταν άντρας ή γυναίκα. Ο Ευρωπαίος είχε πολύ μακριά μαλλιά, με περίεργο χρώμα, φορούσε ένα μακρύ φόρεμα, που έφτανε μέχρι κάτω στα πόδια του και οι τρόποι του ήταν ήσυχοι και ευγενικοί. Ανακάλυψα αργότερα ότι ήταν νορβηγίδα ιεραπόστολος, που είχε το θάρρος να ταξιδεύει μόνη». Και σε λίγο μεταγενέστερη επιστολή του (Ιανουάριος 1892) προς τον Ellwood Hendrick, αναφέρει ότι όταν έδειξε φωτογραφίες διακεκριμένων ξένων στη γυναίκα του και στα κορίτσια του σπιτιού, είπαν πως θα πέθαιναν από τον φόβο τους αν συναντούσαν τέτοιους ανθρώπους στον δρόμο. «Τα αμερικανικά και τα αγγλικά πρόσωπα – τα βαθιά τους μάτια – τρομοκρατούν τους απλούς, ανεπιτήδευτους Ιάπωνες. Τα παιδιά κλαίνε από φόβο στη θέα ενός ξένου» 5.

Αυτή η διαφορετικότητα του Ιάπωνα ανθρώπου και της ιαπωνικής φύσης, η ενσωματωμένη ποίηση σε κάθε κίνηση, σε κάθε χειρονομία, όλα τα φανερά και τα κεκρυμμένα που ερευνά ανήσυχα και αυθεντικά ο Λευκάδιος Χερν, είναι η ουσία της φυσικής και ανθρώπινης οντολογίας που τον αιχμαλωτίζουν και τον κάνουν να θεωρεί τον εαυτό του «προδότη»: της ευρωπαϊκής πολιτισμικής μήτρας από την οποία κατάγεται.

Τίποτα όμως στη ζωή του Λευκάδιου δεν είναι εύκολο. Ο χειμώνας στο Ματσούε είναι βαρύς, το χιόνι πυκνό, οι άνεμοι πνέουν δυνατοί και ο ίδιος φοβάται πως αν έρθουν κι άλλοι τέτοιοι χειμώνες «θα τον βάλουν κάτω από τη γη». Και τότε, ο συνάδελφός του στο σχολείο, Sentaro Nishida, δάσκαλος της Αγγλικής επίσης, του κάνει πρόταση να παντρευτεί. Και του προτείνει την Setsu (Setsuko) Koizumi (1868-1932),  μια νέα γυναίκα, από παλιά- εκπεσμένη οικονομικά- οικογένεια σαμουράι. Σχεδόν είκοσι χρόνια τους χωρίζουν, εκείνη 22, ο Λευκάδιος 40. Προκειμένου ωστόσο να τελεστεί ο γάμος, και σύμφωνα με τις ιαπωνικές παραδόσεις, ο Λευκάδιος θα πρέπει να υιοθετηθεί από την οικογένεια και να γίνει ένας πολίτης της Ιαπωνίας. Τον Γενάρη του 1891, ο Λευκάδιος και η Setsu,  θα τελέσουν τη γαμήλια τελετή ενώπιον των μελών της οικογένειας και φίλων του Λευκάδιου στο Ματσούε. Με τον γάμο του θα γνωρίσει επιτέλους τη θαλπωρή μιας οικογένειας, αν και η σχέση του με τη Setsu δεν θα του εμπνεύσει τον δυνατό έρωτα, αλλά την ομορφιά της συντροφικότητας και την πληρότητα της οικογενειακής ζωής, που τόσο ήθελε και τόσο δραματικά είχε στερηθεί. Κι ακόμα την πολύτιμη συνοδοιπορία στις επίμονες αναζητήσεις του της ψυχής του ιαπωνικού λαού μέσα από τις αφηγήσεις της των λαϊκών μύθων και των παραδόσεων της ‘Απω Ανατολής, των ηθών και της φυσιογνωμίας του πολιτισμού της.

Πέντε χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1896, κι ενώ πλέον η καθημερινότητα της ιαπωνικής οικογενειακής και δημόσιας ζωής είναι βίωμά του, που ευχάριστα και φιλοσοφημένα το εγκαθιστά στην ψυχή του, θα γίνει και επίσημα ένας πολίτης της Ιαπωνίας, αλλάζοντας και το -ευρωπαϊκό-όνομά του, σε Υakumo, (Οκτώ σύννεφα), δανεισμένο από την πρώτη λέξη του πιο αρχαίου σωζόμενου ποιήματος της ιαπωνικής γλώσσας. Και Koizumi (Το μέρος που γεννιούνται τα σύννεφα), από το επώνυμο της γυναίκας του. Είναι πια αποφασισμένος να ζήσει στη χώρα αυτή για πάντα, γιατί, καθώς γράφει στον Chamberlain: «Oι Ιάπωνες είναι ακόμα οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο για να ζήσεις ανάμεσά τους-επομένως γιατί να επιθυμώ να ζήσω οπουδήποτε αλλού; Κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να με αγαπήσει περισσότερο απ’αυτούς που τώρα με αγαπούν. κι αυτό είναι η πιο πολύτιμη σκέψη στη ζωή, δίπλα από την απλή δυνατότητα να υπάρχεις» 6.

Ο Λευκάδιος Χερν, η σύζυγός του Σέτσου και ο πρωτότοκος γιός τους Καζούο.

Στιγμές ευτυχίας και μέθης: η οικογενειακή ζωή-και κυρίως η γέννηση του πρώτου αγοριού, του Καζούο (1893-1965). H γέννηση του πρώτου του παιδιού τον γεμίζει ευτυχία και περηφάνια αλλά και αγωνία και φόβους για το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνει απέναντί του. Θα εξομολογηθεί στον παλιό του φίλο Henry Watkin σε επιστολή του από το Ματσούε: « Έχω ένα γιο. Είναι το βασανιστήριο και η περηφάνια μου. Δεν μοιάζει σε μένα, ούτε στη μάνα του.  Έχει καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια και είναι υπερβολικά δυνατός-το παλιό γοτθικό αίμα υπερίσχυσε. Είμαι βέβαια πολύ ανήσυχος γι’αυτόν.  Δεν μπορεί να γίνει ένας Γιαπωνέζος-η ψυχή του είναι ολόκληρη αγγλική. Και τα μάτια του. Πρέπει να τον σπουδάσω στο εξωτερικό. Το κεφάλι του όλο πάνω από τ’αυτιά του-υπόσχεται ότι θα είναι έξυπνος. Δεν πρόκειται ποτέ να κάμω άλλο παιδί. Αισθάνομαι πολύ τρομαχτική την ευθύνη…»7

Lafcadio Hearn’s Old Residence in Matsue

Με τη σκευή του εθνογράφου-λαογράφου…

Η ενασχόληση του Λευκάδιου με τη συγγραφή, έπειτα από πολυσχιδή έρευνα της πραγματικότητας με όλους τους τρόπους και τις μεθόδους που η σύγχρονη εθνογραφική έρευνα αξιοποιεί, από την παρατήρηση μέχρι την επιτόπια έρευνα και την προφορική μαρτυρία, θα είναι η δεύτερη πηγή ευτυχισμένων ημερών στην ιαπωνική φάση της ζωής του. Η φύση του, βαθιά στοχαστική, τον εξαναγκάζει σε σκέψεις βασανιστικές, τόσο για το μέλλον της οικογένειάς του-ένα μοναδικό ιδανικό βίωμα-, όσο και για το μέλλον του κόσμου, που τον βλέπει να οδεύει προς μιαν απάνθρωπη, στερούμενη ηθικής,  εξέλιξη. Ακόμα και οι επιστολές του είναι δοκίμια ηθικής φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, λαογραφίας, λογοτεχνικής κριτικής και κοινωνιολογικών αναλύσεων, που θεωρούν συγκριτικά με το παρελθόν την επερχόμενη πραγματικότητα. Ενώ κατάλοιπα αυτής της αυθεντικότητας αναγνωρίζει μόνο στις αγροτικές κοινωνίες. Σε επιστολή του προς τον Ellwood Hendrick, τον Αύγουστο του 1893, θα επισημάνει την έννοια του νόθου, του κίβδηλου, όπως εκπηγάζει από τις εμπειρίες της σύγχρονής του βιομηχανίας και του εμπορίου σε σχέση με την έννοια της γνησιότητας, όπως τη ζούσαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι. Και περνώντας από το εμπόριο και τη βιομηχανία, θα μιλήσει για το ψεύτικο, το κίβδηλο στο πεδίο της ηθικής. «Αντικαθιστούμε το πραγματικό με τo πλαστό.  Είναι πολύ λυπηρό… Aλλά παρ’όλα αυτά το ψεύτικο φαίνεται καλά να προχωρεί. …Για παράδειγμα η απόλυτη αλήθεια παρεμποδίστηκε από τις επιχειρήσεις, η απόλυτη αγάπη έγινε ενοχλητική, καταλάμβανε υπερβολικό χώρο… Ακριβώς όπως είμαστε πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα του αμιγούς χρώματος έτσι έχουμε γίνει πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα της γνήσιας αγάπης… Έτσι, επίσης, αρχίζουμε να θεωρούμε χυδαίους τους ανθρώπους που έχουν την τάση να ζουν με απλά συναισθήματα… Η υπάρχουσα ζωή είναι πολύ περίπλοκη για καθαρά συναισθήματα. Θέλουμε μικτούς τόνους, με ιδιαίτερη γεύση και χρώμα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι πρωταρχικές πηγές της ζωής ξεχνιούνται. Η αγάπη, η τιμή, ο ιδεαλισμός, κλπ., Αυτά δεν μπορούν πλέον να είναι υπέρτατα ή ενδιαφέροντα κίνητρα. Παρεμβαίνουν με πιο σοβαρές ανάγκες και με την απόλαυση. Έχουμε πρώτα να μάθουμε πώς να ζούμε μέσα στο ρολόι των οχτώ ημερών της σύγχρονης ζωής χωρίς να παγιδευτούμε στα γρανάζια του…» Κι αφού καταλήξει στην ανήσυχη σκέψη ότι ο σύγχρονός του άνθρωπος δεν θεωρεί ως τη σοβαρότερη αναγκαιότητα την ηθική πλευρά της ζωής του, αλλά πρέπει να παίξει μ’αυτήν όπως με μια εταίρα, αναρωτιέται με αγωνία: «Και είναι αυτό πρόοδος με μια σταθερή έννοια ή νοσηρότητα στην εξέλιξη;»8

Η έντονη διανοητική του δραστηριότητα θα δώσει το πρώτο σημαντικό του βιβλίο κατά την παραμονή του στο Ματσούε, το οποίο θα εκδοθεί στην Αμερική το 1894, με τίτλο: Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία (Glimpses of unfamiliar Japan). Ήδη ο Χερν έχει μετακινηθεί, εξαιτίας της ευάλωτης υγείας του, από τον βορά προς τον ιαπωνικό νότο, στην πόλη Κουμαμότο, όπου και πάλι ως δάσκαλος της αγγλικής θα παραμείνει για τρία χρόνια. Εκεί θα συνθέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο Από την Ανατολή (Οut of the East), το οποίο πάλι θα εκδοθεί και θα κυκλοφορήσει στην Αμερική, ενώ ο ίδιος μετακομίζει ξανά, για λόγους υγείας, στο νότιο τμήμα του νησιού Χόνσου, στην πόλη Κόμπε. Εκεί θ’αρχίσει πάλι τη δημοσιογραφική του συνεργασία με την αγγλόφωνη έκδοση της τοπικής ιαπωνικής εφημερίδας  Japan Chronicle, με μηνιαίο μισθό 100 γιεν. Τα θέματα των άρθρων του είναι επιθέσεις εναντίον των ιεραποστολών, αλλά και ποικίλα ζητήματα σύγχρονου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού: Το πρόβλημα της εργασίας στην Αμερική, Η μετανάστευση των Ιαπώνων στις Δυτικές Ινδίες, Είναι οι Άγγλοι άγγελοι; Πατριωτισμός και εκπαίδευση και θέματα σχετικά με την οικονομική πραγματικότητα στο Κόμπε και τις νέες αστικές κατηγορίες που αναδύονται. Ταυτόχρονα θα εκδώσει το τρίτο βιβλίο του για την Ιαπωνία, που φέρει τον ιαπωνικό τίτλο: ΚοκορόΥπαινιγμοί και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής (Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life), 1896. Στα κείμενα αυτής της συλλογής ανατέμνει την εσώτερη πνευματική ζωή των Ιαπώνων, την «καρδιά», σύμφωνα με τον τίτλο, το πνεύμα του λαού με τον τόσο ιδιαίτερο πολιτισμό.                              

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διδάσκοντας και γράφοντας…

Τον Δεκέμβρη του 1895 ο Λευκάδιος μαζί με την οικογένειά του θα εγκατασταθούν στο Τόκυο, όπου με τις συστάσεις καλών φίλων θα του προσφερθεί μια θέση καθηγητή της Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Όμως τα συναισθήματά του είναι αρνητικά απέναντι στο «πιο φριχτό μέρος της Ιαπωνίας», όπου ο εκσυγχρονισμός δεν έχει αφήσει τίποτε από την πνευματική ευγένεια και τον λυρισμό του τόπου. Δρόμοι άσχημοι, λάσπη, κακός καιρός-οι εξωτερικές συνθήκες. Εσωτερική μοναξιά. Η βίωση του στίγματος της διαφορετικότητας. Είναι πολύ έντονες οι αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η διαφορετικότητα προκαλεί την εξώφθαλμη αποδοκιμασία αλλά και τη νοσηρή καχυποψία απέναντι στον ξένο: «Ορισμένοι κύριοι φτύνουν στο έδαφος όταν περνάω… Πριν πάω στο Τόκυο ένιωθα ενστικτωδώς ότι πήγαινα σε έναν κόσμο ίντριγκας, αλλά δεν ήξερα ακριβώς. Το ξένο στοιχείο φαίνεται να ζει σε μια κατάσταση διαρκούς πανικού. Όλοι φοβούνται συνεχώς όλους τους άλλους, φοβούνται να εκφράσουν όχι μόνο τη σκέψη τους, αλλά να μιλάνε για ο,τιδήποτε εκτός από άσχετα θέματα και μάλιστα μόνο σε ένα συγκεκριμένο τυπικό τόνο, που επιβάλλεται από το έθιμο. Συγκεντρώνονται μερικές φορές σε πάρτι και μιλάνε όλοι μαζί δυνατά για τίποτα, όπως οι άνθρωποι με την προσδοκία μιας πιθανής καταστροφής ή σαν τους ανθρώπους που κάνουν θόρυβο για να απομακρύνουν τα φαντάσματα ή τον φόβο των φαντασμάτων… Και εγώ είμαι σαν ψύλλος σε ένα πλυντήριο…»9

Μοναδική του καταφυγή ένα βουδιστικό μοναστήρι, ειδυλλιακό σημείο, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, τα ψηλά δέντρα και τα βουδιστικά αγάλματα. Το μόνο που επιθυμεί, εξομολογείται στη Σέτσου, είναι η επιθυμία του να βρισκόταν ως μοναχός σ’αυτό το μοναστήρι, αφιερωμένος στην απόλυτη πνευματικότητα: της μελέτης του βουδισμού (αναδύεται μέσα του ως υψηλή ανθρωπιστική φιλοσοφία) και της συγγραφής. H Σέτσου, δεν συμμερίζεται την πληγωμένη εσωστρέφεια του Λευκάδιου, αλλά ζει τη χαρά της νέας εμπειρίας, «σαν πουλί που χτίζει τη φωλιά του», θα γράψει ο Λευκάδιος στον Sentaro Nishida, τον Μάιο του 1897.

Η ζωή του στο Πανεπιστήμιο εξισορροπεί κάπως τα πράγματα. Οι συνάδελφοί του συγκρατημένοι αλλά  ευγενικοί. σε κάποιους αναγνωρίζει την εγγύτητα της διανοητικής και ψυχικής συγγένειας. Διδάσκει δώδεκα ώρες-οι φοιτητές του επιλέγουν διαφορετικούς συγγραφείς και έργα ανά τμήμα: Tο έργο του Tennyson Princess και του Μilton τo Paradise Lost. Σε άλλες τάξεις οι φοιτητές παρακολουθούν απλώς διαλέξεις πάνω σε διάφορα θέματα της αγγλικής λογοτεχνίας, όπως η λογοτεχνική μπαλάντα-αρχαία και σύγχρονη, η βικτωριανή λογοτεχνία, Ποιήματα για τα έντομα, Ποιήματα για τη νύχτα, κ.λ.π. Από το ετήσιο πρόγραμμα παρελαύνουν οι δημιουργοί του αγγλικού ρομαντισμού William Blake και Samuel Taylor Coleridge, ο Byron, ο William  Wordsworth, ο William Wilkie Collins, η Charlotte Bronte, ο Sir Thomas Browne…

Οι φοιτητές, μετά τις πρώτες αντιδράσεις στην περίεργη ξένη παρουσία του νέου καθηγητή τους, όχι απλώς  τον αποδέχονται, αλλά αισθάνονται ότι τους εμπνέει. Κρατούν σημειώσεις στις παραδόσεις του από τις οποίες αποκτούμε σαφή εικόνα της ευρύτητας των αντικειμένων που δίδασκε και των μεθόδων με τις οποίες προσέγγιζε το διδακτικό του αντικείμενο. Στόχος του ήταν, εκτός από την πραγματολογία των γνωστικών στοιχείων, να μεταγγίσει στους φοιτητές του-με τον τόσο διαφορετικό από του δυτικού ανθρώπου ψυχισμό-, το είδος της συγκίνησης -διανοητικής και συναισθηματικής- που διατρέχει τα μεγάλα έργα της αγγλικής ποίησης και πεζογραφίας. H επήρειά του είναι καταλυτική. Συνάδελφός του διηγείται ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο: «Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στην τάξη. Οι πρώτες δύο ή τρεις σειρές των φοιτητών του ήταν όλοι δακρυσμένοι. Δεν ξέρω γιατί συνέβαινε όλο αυτό. Είναι σπάνιο γεγονός για έναν Ιάπωνα να δακρύσει. Aκόμα κι ένας εργάτης αισθάνεται ντροπή γι’αυτό. Και με τους ανθρώπους της ανώτερης τάξης, είναι πολύ περισσότερο χτυπητό απ’ό,τι θα μπορούσε να είναι στην Αγγλία. Ο Χερν είχε διαβάσει κάποιο πολύ απλό αγγλικό ποίημα. Και να το αποτέλεσμα»9.

Η οικογένεια του αναστατώνει ευχάριστα την ψυχή, αν και μια διαρκής ανασφάλεια και φόβοι -ως ένας επικείμενος θάνατος- δεν του αφήνουν τελικά δρόμο προς την απλή ανθρώπινη ευτυχία. Στο μεταξύ έχει αποχτήσει τρία ακόμα παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι:  τον Ιγουάο (1897-1937), τον Κιγιόσι (1900-1962), που θα κληρονομήσει το καλλιτεχνικό ταλέντο του πατέρα του και θ’αναδειχτεί σε καλό ζωγράφο, και τη Σουτζούκο (1903-1944), που θα πεθάνει νέα. Η έντονη πνευματικότητα και η αδιάκοπη διανοητικότητα προσθέτουν στη μελαγχολική του φύση, όμως η αφοσίωση στο έργο του θα παραμένει πάντα το σταθερό κρηπίδωμα της υπαρξιακής του αγωνίας και ταυτόχρονα της εξόδου του απ’αυτή. Μια συγγραφική υπερδραστηριότητα θα διαμορφώσει τη λογοτεχνική του φυσιογνωμία και θα τον καθιερώσει ως τον εθνικό συγγραφέα των Ιαπώνων. Ανασκάπτει κάθε πτυχή της ιαπωνικής ζωής, της ιαπωνικής ψυχής και μένει αιχμάλωτος στη γοητεία του λαϊκού της πολιτισμού, της σκέψης και των ηθών των απλών, λαϊκών ανθρώπων, της ιαπωνικής θρησκείας Σίντο στη συνάντησή της με τον Βουδισμό, στην ιαπωνική τέχνη, το ιαπωνικό χαμόγελο, στις αριστοκρατικές αξίες των σαμουράι10

Κεντρική αρτηρία του Τόκυο στις αρχές του 20ού αι.

To Tόκυο αρχίζει να βαραίνει πια στη ζωή του. Δυσανεκτικός απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης-η δημοσιογραφία και το Πανεπιστήμιο ανήκουν σ’αυτές. Ζωντανεύει ξανά το σύνδρομο του φυγάδα. Προς τα πού; Οι παλιές πατρίδες-Ευρώπη, Αμερική-, άξενες στις φαντασιώσεις της σκέψης του, οικοδομούν ωστόσο το μέλλον του νέου πολιτισμού που έρχεται. Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι για τον Καζούο σκέφτεται το «εξωτερικό» και την προχωρημένη γνώση που μπορεί να του προσφέρει η Αμερική κυρίως.  Αλλά για τον ίδιο πάντα υπάρχουν τα μαγικά, απομακρυσμένα νησιά με τους αθώους παράξενους ανθρώπους, που ζουν ανέμελα και έξω από τον πόλεμο, τον κάθε είδους πόλεμο των «πολιτισμένων». Οι εκθέσεις του Stevenson για τη ζωή του στα νησιά Σαμόα, τα «Νησιά της ευτυχίας», στον Νότιο Ειρηνικό, ξεσηκώνουν ξανά τον ενθουσιασμό του για τον εξωτισμό των «απολίτιστων». Τον καθηλώνει μόνον η βασανιστική υπεύθυνη προσήλωσή του στην οικογένεια, τα ιδεώδη της οποίας είναι μέρος της προσωπικής του ισορροπίας. Η Ιαπωνία -όπως τη ζει στο Τόκυο- έχει αρχίσει να «ενηλικιώνεται» και να χάνει όλη εκείνη την ανόθευτη, παραδοσιακή ποιητική της γοητεία. “Ανήκω στην αρχέγονη δυτική ακτή, όπου ο λόγος είναι πιο τραχύς και οι τρόποι πιο απλοί, που τίποτε μπορεί να μην έχεις να φας, -αλλ’όπου οι αρχαίοι θεοί ζουν ακόμα στις καρδιές…Τι μένει μετά απ’όλα αυτά, ν’αγαπήσεις στην Ιαπωνία, εκτός απ’όσα έχουν χαθεί;11

Γι’αυτή την Ιαπωνία θα μιλήσει και στα υπόλοιπα έργα του, που θα συνθέσει μετά την εγκατάστασή του στο Τόκυο:

Βουδιστικά Σταχυολογήματα: Σπουδές του χεριού και της ψυχής στην Άπω Ανατολή (Gleanings in BuddhaFields: Studies of Hand and Soul in the Far East), 1897.

Εξωτικά και Αναδρομικά (Exotics and Retrospectives), 1898.

Στην Ιαπωνία των Φαντασμάτων (In Ghostly Japan), 1899.

Σκιές (Shadowings), 1900.

Ιαπωνικά Ανάλεκτα (Japanese Miscellany), 1901.

Κοττό: Παράξενα και πολύτιμα της Ιαπωνίας σκεπασμένα με ιστούς αράχνης (Kottó: Being Japanese Curios, with Sundry Cobwebs), 1902.

Καϊντάν: Ιστορίες και σπουδές παράξενων πραγμάτων (Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things), 1904.

Ιαπωνία: Μια Απόπειρα Ερμηνείας (Japan: An Attempt at Interpretation), 1904.

«To μονοπάτι του (προς τη ζωή) ήταν η δουλειά του, η δουλειά του ήταν ο δρόμος της ύπαρξής του στον κόσμο, και το γράψιμό του ήταν μια πράξη αυτοκριτικής καθώς επίσης και ένα όργανο για να παρακολουθεί την εξαφάνιση των πραγμάτων», θα σημειώσει ο βιογράφος του Jonathan Cott12.Και ο ίδιος θα εξομολογηθεί στον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβρη του 1898: « Όταν περάσει μια μέρα χωρίς να γράψω, είναι το μαρτύριό μου. Η ψυχαγωγία δεν υπάρχει για μένα, παρά μονάχα μετά το πέρας της δουλειάς μου…»13

Πιστεύω πως η συγγραφή ήταν για τον Λευκάδιο Χερν κάτι περισσότερο, μια πράξη αυθεντικής ζωής, που τον συνέδεε με τις ρίζες της ψυχής του, με τις πηγές ενός ευτοπικού οράματος για τον άνθρωπο, για τον κόσμο. Και χωρίς να βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα, ανέτεμνε τις ουσιαστικές πλευρές της, τις καλές και τις αντίθετες, με το λεκτικό και συναισθηματικό ύφος του δημιουργού που πραΰνει το άσχημο και καθοδηγεί στο καλό. Γι’αυτό οι μέθοδοι που αξιοποιούσε προκειμένου να οδηγηθεί στην αλήθεια του κόσμου που προσέγγιζε, ήταν, εκτός από τις επιστημονικές του έρευνες σε αναγνωστικές και ακαδημαϊκές εμπειρίες, η έντιμη και συναισθηματική επικοινωνία του με λαϊκούς, ανόθευτους ανθρώπους. Τους αναζητούσε και τους εύρισκε παντού, σε κάθε σταθμό της ζωής του. Στη μαρτυρία τους ανίχνευε την ουσία της ανθρωποσύνης, την υπέρτατη μορφή ποίησης. Κι όταν άρχισε να αισθάνεται βαριά πάνω του την κόπωση και την πίεση, ψυχική προπάντων, από τις συνθήκες στο Πανεπιστήμιο και στο εκσυγχρονισμένο Τόκυο, αποθάρρυνε κάθε τυπική επικοινωνία με συναδέλφους, με άλλους συγγραφείς ή αναγνώστες των άρθρων του, και αποδεχόταν μόνο τους «δικούς του» ανθρώπους: πλανόδιους μικροπωλητές, λαϊκούς τραγουδιστές του δρόμου, ταξιδευτές και τεχνίτες-καθέναν που απροσποίητα μπορούσε να εκτυλίξει το περιεχόμενο της ψυχής και της ζωής του γνήσιου ανθρώπου.

Η Σέτσου υπήρξε μία απ’αυτές τις αυθεντικές πηγές της γνωριμίας του με την παράδοση της Ιαπωνίας, με τους μύθους, τις θεότητες, τη θρησκεία, τη ζωή και το θάνατο, όπως τα έπλασαν οι άνθρωποι στη μακρά πορεία ωρίμανσης από τον μύθο στον Λόγο. Aρεσκόταν να την ακούει τα βράδια με χαμηλωμένο το φως της λάμπας να του αφηγείται ιστορίες από τα ακούσματα των παιδικών της χρόνων. Χρόνια μετά, η Σέτσου θυμάται: «Ο Χερν έκανε ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα και άκουγε τις ιστορίες μου με τρόμο. Εγώ φυσικά έδινα έμφαση στα πιο συναρπαστικά μέρη των διηγήσεων, όταν τον έβλεπα τόσο συγκινημένο. Εκείνες τις στιγμές το σπίτι μας έμοιαζε σαν στοιχειωμένο. Συχνά έβλεπα φριχτά όνειρα και εφιάλτες. Ο Χερν έλεγε τότε: «Θα σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε για τέτοια πράγματα… Κι έτσι κάναμε. Ήταν όμως ευχαριστημένος όταν του έλεγα μια ιστορία που του άρεσε»14.

H ιστορία του Mimi-Nashi-Hoichi. Συμπεριλαμβάνεται στο έργο In Ghostly Japan.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός της εμπειρικής χρήσης από τον Χερν των μεθόδων της λαογραφικής και ανθρωπολογικής έρευνας και η διαισθητική προσαρμογή του σ’αυτές. Καθώς συνεχίζει η Σέτσου, όταν αντί να του αφηγείται μια ιστορία, τη διάβαζε από ένα βιβλίο, ο Χερν τη διέκοπτε και της ζητούσε να την αφηγηθεί με τα δικά της λόγια, με τον δικό της τρόπο-όλα περασμένα μέσα από τη δική της σκέψη. Κι όταν έφτανε σε ένα ενδιαφέρον σημείο, η έκφραση του προσώπου του άλλαζε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Και κάποτε, παρασυρμένοι σαν τα παιδιά, από την ένταση της ιστορίας, θεατροποιούσαν το δρώμενο: «Ενώ δουλεύαμε πάνω στην ιστορία του MimiNashiHoichi, έπεσε η νύχτα, αλλά δεν ανάψαμε λάμπα. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο και τον κάλεσα με μια σιγανή φωνή: –Yoshiichi! Yoshiichi! -Ναι, απάντησε ο Χερν, παίζοντας τον ρόλο του. Είμαι τυφλός. Ποιος είσαι; Και έμεινε σιωπηλός. Μ’αυτό τον τρόπο δούλευε και απορροφιόταν απ’αυτό που έκανε»15.

Τα θέματα των λογοτεχνικών του μεταπλασμένων ιστοριών, είναι παρμένα από τα πλούσια «ορυχεία» της ιαπωνικής μυθολογίας και των παράξενων παραδόσεών της. Η αγάπη και το φιλολογικό ενδιαφέρον του Λευκάδιου Χερν για το μυθικό, το φανταστικό, το τρομαχτικό, το αλλόκοτο και η σπουδή του σ’αυτό, φαίνεται αφενός από τις μεταφραστικές του επιλογές  και τις αναγνωστικές του προτιμήσεις (Θεόφιλος Γκωτιέ, Πιερ Λοτι, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.λ.π.), αφετέρου από τα φιλολογικά του κείμενα και τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις-σημαντικό είναι το κείμενό του με τίτλο: Η αξία του υπερφυσικού στο μυθιστόρημα (Τhe Value of the Supernatural in Fiction). Αναζητούσε πρωτογενείς λαϊκές πηγές για τις ιστορίες που θα αφηγούνταν-η Σέτσου, που αισθανόταν μειονεκτικά απέναντί του επειδή στερούνταν μόρφωσης, υπήρξε μία απ’αυτές- και προσπαθούσε να τις «ζήσει», περνώντας ο ίδιος μέσα στην ατμόσφαιρα του υπερφυσικού φόβου που προκαλούσαν.  Συχνά τα παιδιά του τον άκουγαν να περπατάει μπρος-πίσω στη βεράντα, να βογκάει, να κλαίει, να είναι χλωμός και το μάτι του να λάμπει καθώς ολόκληρος ήταν συνεπαρμένος από την ιστορία που ετοίμαζε να αποτυπώσει στο χαρτί. Η λογοτεχνική του γραφή ήταν το ισχυρότερο συγκινησιακό βίωμα, κατά πολύ ισχυρότερο από το έπος της πραγματικής του ζωής, καθώς μέσα στις αφηγήσεις του συνδυαζόταν το πιο αρχέγονο ψυχικό και συναισθηματικό βίωμα της ανθρωπότητας με τα δικά του βιωμένα ψυχικά γεγονότα. Ενδεχομένως στα τελευταία ανήκουν και οι προσωπικές του περιπέτειες στο αυστηρό, καθολικό οικογενειακό περιβάλλον της Ιρλανδίας, και στο κολέγιο των Ιησουιτών όπου φοίτησε. (Έγραφε, χρόνια αργότερα, στον Basil Chamberlain: «…Για τα πρότυπα των Ιησουιτών ήμουν η ενσάρκωση του κακού, και μου φέρονταν ανάλογα. Πόσο τους μισούσα! Το αδύναμο μίσος μου, συνήθιζε να καταλαγιάζει με το να φαντάζομαι σφαγές και φοβερά βασανιστήρια. Τους μισώ και βλέπω εφιάλτες ακόμα μ’αυτούς…»16

Θαύμαζε απεριόριστα τον Άντερσεν και την παραμυθιακή του αφήγηση, τον ήσυχα διεισδυτικό τρόπο του να αφηγείται παραμύθια, σαν απροσποίητος λαϊκός αφηγητής, με μια γλώσσα το ίδιο φυσική και απροσποίητη και με κρυμμένη λαϊκή σοφία. «Πόσο μεγάλη η τέχνη του ανθρώπου!-ο απέραντος όγκος της φαντασίας, η μαγική απλότητα, η καταπληκτική δύναμη της πύκνωσης! Δεν πρόκειται απλώς για την τέχνη να γράφεις λογοτεχνία. Είναι μια ψυχή φωτογραφημένη και φωνογραφημένη, και αποθηκευμένη σαν τον ηλεκτρισμό. Για να γράψει κάποιος σαν τον Άντερσεν, πρέπει να είναι ο Άντερσεν. Αλλά η πηγή της έμπνευσής του είναι ανεξάντλητη και ελπίζω να κερδίσω πίνοντας απ’αυτή…»17

Ο Χερν πήρε, βαδίζοντας στα ίχνη του Άντερσεν, την αρχέγονη φαντασία της Ανατολής και τη «διασκεύασε» χωρίς να αφαιρέσει τη σοφία των μύθων της και την αλληγορική της έκφραση, την προσάρμοσε στην υφολογική του ιδιόλεκτο και την παρέδωσε, ως ποιητική απομνημείωση της έμπειρης σοφίας της ανθρωπότητας, σε ευαίσθητους αναγνώστες του σε Ανατολή και Δύση. Επιδίωξή του ήταν στον λογοτεχνικό χώρο, από τότε που ήταν ακόμα στην Αμερική, να υλοποιήσει και να διαδώσει στη λογοτεχνική κοινότητα την ιδιαίτερη έκφραση-την υφολογική ιδιόλεκτο- μιας «ποιητικής πρόζας», όπως ο ίδιος είχε πει. Το ίδιο βασανιστικά τον απασχολούσε και η ανεπιτήδευτη απλότητα ως αφηγηματική αυθεντικότητα18. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πέτυχε το συνδυασμό και των δύο, στις εκ νέου αφηγημένες ιστορίες του-ένα νέο είδος αφήγησης, στα όρια της προφορικής και της έντεχνης λογοτεχνίας, μεταποιώντας δηλαδή τον λαϊκό μύθο της προφορικής αφήγησης σε έντεχνη λογοτεχνική έκφραση. Επιπλέον, απευθυνόμενος και στον ευρωπαίο αναγνώστη, ενσωματώνει σε υβριδική μορφή, τον κοινωνιολογικό δοκιμιακό λόγο, και καθιστά οικειότερο το πολιτισμικό κεφάλαιο της εξωτικής χώρας και τη δομή της σκέψης των ανθρώπων της, υλοποιώντας με τη γλώσσα της ύψιστης ευγένειας, την ουσία μιας ολιστικής ανθρωπιστικής φιλοσοφίας-φιλοσοφικό ιδεώδες του 21ου αιώνα.

                                                               

Οδεύοντας προς τη «δύση»…

Το αιφνίδιο τέλος θα έρθει στις 26 Σεπτέμβρη του 1904, ενώ μια έδρα διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας θα τον περιμένει στο Πανεπιστήμιο της Wasenda. Λίγες μέρες πριν, στις 19 Σεπτέμβρη,  αισθάνθηκε έναν δυνατό πόνο στην καρδιά. Αν πεθάνω, θα πει στην ανήσυχη Σέτσου, μην κλάψεις. Αγόρασε μια μικρή τεφροδόχο…Τοποθέτησε εκεί τα οστά μου και ενταφίασέ τα κοντά σε έναν ήσυχο ναό στην εξοχή. Δεν θα νιώθω καλά αν κλάψεις. Διασκέδασε τα παιδιά και παίξε κάρτες μαζί τους-πόσο περισσότερο θα μου δίνει χαρά αυτό! Λίγα λεπτά αργότερα, ο πόνος υποχώρησε. Ζήτησε ένα ποτήρι ουίσκι, το έφερε αργά στα χείλη του και αναφώνησε: Δεν θα πεθάνω.

Tη νεκρική πομπή προς το ναό της Kobudera στο νεκροταφείο Ζοσιγκάγια στο Τόκυο, θ’ακολουθήσουν, εκτός από τη Σέτσου και τα παιδιά τους, σαράντα καθηγητές, εκατό φοιτητές του, που αντιπροσωπεία τους θα καταθέσει στον τάφο του στεφάνι δάφνης, πολλοί ξένοι θαυμαστές του έργου του και οχτώ βουδιστές ιερείς. Της νεκρικής πομπής προηγούνταν τα βουδιστικά λάβαρα, ακολουθούσαν δυο μικρά παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μέσα σε μικρά κλουβιά ζωντανά πουλιά, που θα τα απελευθέρωναν -σύμβολα της ψυχής που απελευθερώνεται από την αιχμαλωσία του σώματος. το φέρετρο με τον νεκρό και οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για τον νεκρό. Πάνω στον τάφο του, οι φοιτητές του θα σκιαγραφήσουν με λέξεις το υπέροχο πορτρέτο του δασκάλου τους: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο. Και οι φτωχοί ψαράδες της Γιαΐζου-το γραφικό ψαροχώρι κοντά στο Τόκυο-, όπου τον λαϊκό τους παλμό ένιωθε στην ψυχή του, ανήγειραν λιτό μνημείο προς τιμήν του δασκάλου στο σχολείο τους19

Ο τάφος του Λευκάδιου Χερν στο Κοιμητήριο Zōshigaya του Τόκυο.

Επιλογικά θα πρέπει ίσως ν’ακουστούν τα λόγια του νεαρού σαμουράι (από τον συντηρητικό του Χερν), ο οποίος αφού γύρισε όλο τον Δυτικό κόσμο, και είδε την αγριότητα και τη βία του, την πελώρια δύναμή του στην υπηρεσία του κακού, διαπιστώνει ότι η δυτική επιστήμη… τον διαβεβαίωνε  για την ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση  της δύναμης αυτού του πολιτισμού, όπως και για έναν ακατανίκητο, αναπόφευκτο, αμέτρητο κατακλυσμό από πόνο σ’ολόκληρο τον κόσμο. Και μπροστά στο ενδεχόμενο να εμβολιαστεί η Ιαπωνία μ’αυτόν τον πολιτισμό, θέτει το οριακό ερώτημα: Είναι το σύμπαν ηθικό; Κι αδυνατώντας να απαντήσει έτσι απλά στο ερώτημα, θα διατυπώσει τη μόνη ακλόνητη βεβαιότητά του: ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να επιδιώκει το μεγαλύτερο ηθικό ιδανικό με όλες τις δυνάμεις του μέχρι το άγνωστο τέλος, ακόμα και αν οι ήλιοι στην τροχιά τους μάχονται εναντίον του.

Δεν είναι αυτό ένα μέγιστο φιλοσοφικό ζητούμενο για τον ανερμάτιστο και αλαζονικό σύγχρονο πολιτισμό μας;20  

 

Λευκάδιος Χερν: Ο γητευτής των φαντασμάτων που κατέκτησε την Ιαπωνία

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Λευκάδιος Χερν, Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μετάφραση, Γ.Ε. Καλαμαντής, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1998, σ.2 Ο Basil Hall Chamberlain (1850-1935), o πιο σημαντικός ιαπωνολόγος, που κατέστησε με το ακαδημαϊκό του έργο οικεία την Ιαπωνία στη Δύση, υπήρξε μέντορας του Χερν από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ιαπωνία το 1890. Ο Chamberlain είναι ο πρώτος που δημοσίευσε στην αγγλική γλώσσα το KojikiA Record of Ancient Matters), το παλαιότερο ιαπωνικό βιβλίο (ολοκληρώθηκε το 712 μ. Χ. ), που περιλαμβάνει τη μυθολογία, τη συμπεριφορά και τους τρόπους, τη γλώσσα και την παραδοσιακή ιστορία της Αρχαίας Ιαπωνίας. Το βιβλίο του Things Japanese, από το 1890 που κυκλοφόρησε, έμεινε για πολλές δεκατίες ο καλύτερος οδηγός ξενάγησης της Ιαπωνίας για δυτικά ακροατήρια. Βλ.σχετικά, Yuzo Ota, Basil Hall Chamberlain-Portrait of a Japonologist, Routledge, London and New York 2011.
  2. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.108. Και Paul Murray, A Fantastic Journey-The Life and Literature of Lafcadio Hearn, Routledge Curzon, London and New York 1993.
  3. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 109.
  4. Η περίοδος Μεϊτζί καλύπτει τα χρόνια του αυτοκράτορα Μεϊτζίο οποίος βασίλευσε στην Ιαπωνία από το 1867 μέχρι το 1912. Ο Μεϊτζί (3 Νοεμβρίου 1852-30 Ιουλίου 1912) ήταν ο 122ος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Το όνομά του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας, τη μετατροπή της δηλαδή από ένα παραδοσιακό, φεουδαρχικό κράτος σε μια εκβιομηχανισμένη, δυτικού τύπου, υπερδύναμη. Η αποκατάσταση της κυριαρχικής θέσης του αυτοκράτορα, οδήγησε σε μια σειρά πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών  μεταρρυθμίσεων. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πολεμική βιομηχανία και στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, με θαυμαστά αποτελέσματα. Την περίοδο αυτή συντελέστηκε το πρώτο ιαπωνικό θαύμα, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Για την περίοδο Μεϊτζί, βλ. ενδεικτικά: Andrew Gordon, A Modern History of Japan: from Tokugawa Times to the Present, Oxford University Press, 2003. Donald Keene, Emperor of Japan: Meiji and His World, 1852–1912, Columbia University Press, 2002.  Marius B. Jansen, The Making of Modern Japan, Harvard University Press, 2000. Ben-Ami Shillony, The Emperors of Modern Japan, Brill, 2008. Fujitani Takashi, Splendid Monarchy: Power and Pageantry in Modern Japan, University of California Press, 1998.
  5. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 142. Σε επιστολή του προς τον Basil Hall Chamberlain, τον Μάρτη του 1894, από το Κumamoto, περιγράφει με λεπτομέρειες τη διαφορετικότητα των ματιών των Ιαπώνων και την ομορφιά που έχουν, τέτοια που, κατά τη γνώμη του, δεν έχουν τα μάτια των Δυτικών. Βλ. και Jonathan Cott, ό.π., σ. 380-381.
  6. Jonathan Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, σ. 318.
  7. Jonathan Cott, ό.π., σ.327. Ο Henry Watkin (1824-1910), προς τον οποίο ο Λευκάδιος Χερν απευθύνει την επιστολή, ήταν Άγγλος τυπογράφος, εκπατρισθείς στο Cincinnati του Ohio, φίλος και μέντορας του Χερν. Σε νεαρή ηλικία είχε έρθει σε επαφή με τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon. Υπήρξε ενεργό μέλος της κοινότητας προοδευτικών και ριζοσπαστών στο Cincinnati. Αλλά και σε πολλές άλλες επιστολές ο Χερν εξομολογείται την αγωνία και το ενδιαφέρον του για τη ζωή και την εκπαίδευση του Καζούο: στην Elizabeth Bisland (επιστολή, Ιανουάριος 1900), στον Sentaro Nishida (επιστολή, Αύγουστος 1894), στον Ellwood Hendrick (επιστολή, Σεπτέμβριος 1895) κ.α.
  8. Βλ. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 322-323. Ο Ellwood Hendrick (1861-1930), σπουδαίος Αμερικανός χημικός και συγγραφέας, φίλος του Χερν, έγραψε και μια βιογραφία του Χερν. Βλ. Ellwood Hendrick, Lafcadio Hearn, New York Public Library, New York 1929.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 344-34
  10. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Με προορισμό τη Χώρα των Χρυσανθέμων-Λευκάδιος Χερν, ο λυρισμός μιας διαπολιτισμικής λαιγραφίας”, περ. Ίαμβος, τ. 17-18, σ. 47-54.
  11. Jonathan Cott, ό.π., σ. 330. Aπό το περιεχόμενο επιστολής προς τον Ellwood Hendrick.
  12. Επιστολή προς τον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβριο του 1898, από το Τόκυο. Βλ. Jonathan Cott, ό.π., σ. 387.
  13. Στο ίδιο.
  14. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918, p. 36.
  15. Ό.π., σ. 38-39. Βλ. και Lafcadio Hearn, The writings of Lafcadio Hearn: Life and Letters III, ed. E. Bisland, Houghton Mifflin Company, Boston and New York, 1922, p. 384. Και, Satoshi Kida, The Making of Kwaidan: Lafcadio Hearn as a Reluctant Imperialist, Mie University, Mie Japan, 2010, p.
  16. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, το 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Βλ. Και Louis Allen and Jean Wilson (ed.), Lafcadio Hearn Japan’s Great Interpreter-A new anthology of his writings (1894-1904), Japan Library LTD., 1992, p. 3.
  17. Από το περιεχόμενο επιστολής προς τον Basil Chamberlain, που εστάλη το 1895, από το Kobe. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.182.
  18. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Επίσης, Lafcadio Hearn, Interpretations of Litterature, vol. II, Dodd, Mead and Company, New York 1922, p. 90-103.
  19. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918,p. 80-83. Kazuo Koizumi, Father and I, Memories of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, Boston and New York 1935, p. 204-208. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Λευκάδιος Χερν, Lacrimosa Dies”, gr, τ. 46.
  20. Βλ. Λευκάδιος Χερν, “Ο συντηρητικός”, στο: Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μτφρ. Γιώργος Καλαμαντής, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 278-279. Και, Σπύρος Βρεττός, Λευκάδιος Χερν: “Η καρδιά του χτυπά και μέσα στην καρδιά του σύγχρονού μας κόσμου” (Αντί προλόγου, στο: Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν, Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, εκδ. Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.7-10).

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».

 

 

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Α΄: Με την ταυτότητα του «πολιτισμένου άγριου»

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Α΄: Με την ταυτότητα του «πολιτισμένου άγριου»

 

H σπουδή της περίπτωσης του Λευκάδιου Χερν συνιστά στις μέρες μας την πλέον ενδιαφέρουσα και πολυφωνική διεργασία ερευνητικής ενασχόλησης πολλών και διαφορετικών επιστημών: της φιλολογίας, της κοινωνιολογίας, της λαογραφίας, της ανθρωπολογίας και ψυχολογίας, της ιστορίας. Έχουν περάσει 117 χρόνια από τον θάνατό του και σε όλη αυτή τη μακρά σχετικά διαδρομή το όνομά του ήταν κάτι ωσάν του αινιγματικού «Βασιλιά της Ασίνης», που περίμενε καρτερικά την ώρα της αφύπνισης: του ενδιαφέροντος της ιστορίας γι’αυτόν, καθώς οι αέναες επιστροφές του χρόνου διαμορφώνουν νέες οικειότητες και νέες συγκλίσεις του παρελθόντος με το παρόν. Έτσι, ο Λευκάδιος Χερν είναι αυτή τη στιγμή –τουλάχιστον στον τόπο μας, αλλά και γενικότερα- το αδιαφιλονίκητο «εύρημα» της μετανεωτερικής θεώρησης, κάτω από το πρίσμα των σύγχρονων αναζητήσεων τόσο της λογοτεχνίας όσο και της φιλολογίας και των Σπουδών του Πολιτισμού. Με έναν θαυμαστό τρόπο εμπλέκει, τόσο με τη ζωή όσο και με το έργο του, σε θεωρητικές και εμπειρικές διαδικασίες επανανάγνωσής του, στο πλαίσιο του γνωσιοθεωρητικού αναπροσανατολισμού των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Και κάτι περισσότερο θαυμαστό, που μπορεί να κινητοποιήσει πολλαπλώς το ενδιαφέρον της παγκόσμιας φιλολογικής και επιστημονικής κοινότητας: πρόκειται για την ακάματη -στη διάρκεια της ζωής του- γεωγραφική του κινητικότητα, καθώς, τόσο οι περιπλοκές του επώδυνου βίου του, όσο και μια ασυμβίβαστη με τον δυτικοκεντρισμό φιλοσοφία, την επιβάλλουν με το άφευκτο μιας ατομικής μοίρας.

Περισσότερο από εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Χερν, θα κυκλοφορήσει (1978) το βιβλίο Orientalism (Οριενταλισμός)1 του Παλαιστινιοαμερικανού κριτικού της λογοτεχνίας Έντουαρντ Σαΐντ, μια κριτική μελέτη για την αντίληψη των Δυτικών απέναντι στην εξωτική Ανατολή: έργο ανατρεπτικό που θα αποδομήσει την παράδοση της δυτικής σκέψης για το εξωτικό και θα συσχετίσει την αναπαράσταση άλλων πολιτισμών με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική εμπειρία. Ο Σαΐντ αναφέρεται στην έννοια του οριενταλισμού με τρεις σημασίες: α. Ως ακαδημαϊκό κλάδο που εμφανίζεται κατά τον 19ο αιώνα, συνδέεται με ένα σύνολο επιστημών (φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία κ.ά.), που στόχο έχουν την ανακάλυψη και μελέτη κειμένων των ανατολικών γλωσσών, αλλά και την έρευνα της ζωής, της σκέψης, των ηθών και εθίμων, των τελετουργιών, της κουλτούρας γενικότερα αυτών των πολιτισμών. β.  Ως τρόπο σκέψης που βασίζεται σε μια οντολογική και επιστημολογική διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης και γ. ως  θεσμό και μηχανισμό που κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας είχε τη δύναμη «να κυριαρχεί, να αναδιοργανώνει και να ασκεί εξουσία στην Ανατολή»2.

Εγείρονται έκτοτε ζητήματα γύρω από το πλαίσιο διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής γνώσης για τον Άλλο, για τους μηχανισμούς ανάδυσης αυτής της γνώσης, για τους «δισσούς», αντιθετικούς λόγους Εμείς-οι Άλλοι: καταλήγοντας βέβαια στο συμπέρασμα ότι οι αναπαραστάσεις αυτές δεν στηρίζονται σε φυσικές κατηγορίες αλλά σε κατασκευές, που εκπηγάζουν από έναν ισχυρότερο πολιτισμό με στόχο την αιτιολόγηση ενός imperium, που επιζητεί την ιστορική του δικαίωση.

Αντίθετα από τον κυρίαρχο ευρωπαϊκό λόγο για το εξωτικό και την πολιτισμική διαφορετικότητα, ο Λευκάδιος Χερν θα γίνει ο «Δυτικός Άγγελος» (και με τη θρησκευτική του σημασία) της διχοτομίας Δυτικός-Ανατολικός πολιτισμός, με την πίστη στην αγαθότητα εξωευρωπαϊκών, εξωτικών πολιτισμών και την ανάδειξη μιας άλλης ανθρωποσύνης, που συνιστά και υπαγορεύει το πνεύμα μιας πρώιμης διαπολιτισμικής ανθρωπιάς.

Παρακολουθώντας το επικό χρονικό της διασποράς του σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη και την εναγώνια αναζήτηση φιλόξενης φιλοσοφικής στέγης για τη σκέψη και την ψυχή του, θα μπορούσαμε, σε μια προσπάθεια ενσυναισθητικής προσέγγισής του, να δούμε τις αντίστοιχες διαδρομές της κοσμοθεωρησιακής του αγωνίας:  να σφυρηλατήσει, για τον ανέστιο άνθρωπο κάθε πολιτισμικού περιθωρίου, αυτή την διαπολιτισμική πατρίδα ανθρωπιάς, την οποία παραπάνω αναφέραμε. Γι’αυτό το λόγο, ο Λευκάδιος Χερν, διαμεσολαβητής της γνώσης και της κατανόησης του εξωτικού στη δυτική ανθρωπολογική σκέψη, προβάλλει σήμερα ως ο λυρικός πρεσβευτής της πολιτισμικής ανωτερότητας της Ανατολής, σε αντίθεση με τον «πολιτισμένο άγριο» της Δύσης: ανατρέποντας τη ρητορική των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών αφηγήσεων, που ανέγνωσε ο Έντουαρντ Σαΐντ .

Από τη Λευκάδα…

Ο Λευκάδιος Χερν θ’αρχίσει το ταξίδι της ζωής του ως καρπός μιας συναρπαστικής ιστορικής «μυθιστορίας», με φόντο τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα (1810-1864). Ο πατέρας του, Charles Bush Hearn (1818-1866), Iρλανδός, χειρούργος γιατρός, υπηρετούσε στη Λευκάδα, στο 76ο Σύνταγμα Πεζικού του στρατού κατοχής των Επτανήσων. Σε μιαν αποστολή του στα Κύθηρα, θα γνωρίσει την πανέμορφη Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη (1823-1882), από ευγενική οικογένεια, της οποίας οι ρίζες ανάγονται στην Κρήτη. Η μητέρα της Ρόζας, από την οικογένεια Δαρμάρου, μέλη της οποίας, είναι εγγεγραμμένα στην «Κοινότητα των Ευγενών» των Κυθήρων3. Δυνατός έρωτας του Καρόλου προς την κατά πέντε χρόνια μικρότερή του Ρόζα (αυτός ήταν τότε 30 χρόνων και η Ρόζα 25), θα οδηγήσει σε γάμο τους στη Λευκάδα, στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Στα ΓΑΚ  Λευκάδας σώζεται η υπ’αριθμ. 154/1849 ληξιαρχική πράξη γάμου. Ταυτόχρονα αναγνωρίζεται και η γέννηση αρσενικού παιδιού, με το όνομα Γεώργιος- Ρομπέρτο, που γεννιέται στη Λευκάδα (24 Ιουλίου 1848), πεθαίνει δυο χρόνια μετά (20 Αυγούστου 1850) και ενταφιάζεται στον προαύλιο χώρο του ναού της Αγίας Παρασκευής  μέσα στην πόλη της Λευκάδας. Στον ίδιο ναό θα τελεστεί και η βάπτιση του δεύτερου παιδιού, το οποίο θα πάρει το όνομα Πατρίκιος-Λευκάδιος (ληξιαρχική πράξη βάπτισης 334, αριθμ. Πρωτοκόλλου 53). (Αξίζει να αναφερθεί ότι το ιρλανδικό του όνομα Πατρίκιος θα το αρνηθεί κατά την ενηλικίωσή του, εξαιτίας των σκοτεινών παιδικών του χρόνων στην Ιρλανδία). Λίγο μετά τη γέννηση του Λευκάδιου ο πατέρας μετατίθεται στις Δυτικές Ινδίες.

W.L.Leitch, New Canal and Town of Santa Maura, One of the Ionian Islands – Από το περιοδικό Έσπερος, 1859

Η Ρόζα και ο µικρός Λευκάδιος παραµένουν στη Λευκάδα, προσµένοντας την επιστροφή του Καρόλου. Ο Κάρολος αποκρύπτει ωστόσο την οικογενειακή του κατάσταση – επειδή φοβάται το σκάνδαλο µεταξύ των στρατιωτικών ανωτέρων του – και µόνο σε µια επιστολή του µε ηµεροµηνία 30 Ιουλίου 1852, σταλµένη από τη Γρενάδα, όπου υπηρετούσε, ο Κάρολος κάνει λόγο για το γάµο του και τη γέννηση των παιδιών του, στο Υπουργείο Στρατιωτικών του Λονδίνου. Τότε περίπου, καλεί τη Ρόζα µε τα παιδιά να ταξιδέψουν στο Δουβλίνο, για να ζήσουν εκεί µε τη µητέρα του.

Charles Bush Hearn

 …στο παγερό Δουβλίνο

Όταν η Ρόζα φτάνει στο Δουβλίνο, την 1η Αυγούστου του 1852, ο Λευκάδιος είναι περίπου δύο χρόνων. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και καταθλιπτική, και το περιβάλλον  τόσο διαφορετικό από το λυρικό και  ανάλαφρο λυτρωτικό φως των ελληνικών νησιών της πατρίδας της. και προπάντων το θρησκευτικό καθολικό περιβάλλον της μητέρας του Καρόλου, η έκδηλη δυσανεξία της απέναντι στη νεαρή Ελληνίδα, ακόμα και η περιφρόνησή της για τη γλωσσική μειονεξία της Ρόζας στην επικοινωνία τους. Η μακρόχρονη απουσία του Καρόλου και η αφόρητη καταπίεση που δέχεται η Ρόζα θα συντελέσουν στην οριστική ρήξη της σχέσης τους. Με ένα τυπικό γραφειοκρατικό πρόσχημα-ότι η ληξιαρχική πράξη του γάμου τους ήταν ανυπόγραφη από τη Ρόζα, το δικαστήριο θα προχωρήσει εύκολα σε ακύρωσή του (ως μηδέποτε τελεσθέντος). Οι δύο σύζυγοι χωρίζουν οριστικά το 1857, έχοντας συμπληρώσει οκτώ περίπου χρόνια προβληματικής συζυγίας.

Η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει το 1854, ένα πρώτο νοσταλγικό ταξίδι στην Ελλάδα, στα Κύθηρα για να ξαναδεί τους δικούς της, έχοντας αφήσει τον τετράχρονο Λευκάδιο στα χέρια της πλούσιας θείας (αδελφής του Καρόλου) Sarah Holmes Brenan. Στη διάρκεια του ταξιδιού, ίσως μπαίνοντας στο λιμάνι της Κεφαλονιάς, θα γεννήσει το τρίτο της παιδί από τον Κάρολο, τον Daniel  James. Δυο χρόνια αργότερα, όντας ακόμα στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ο Κάρολος θα της διαμηνύσει την έκδοση του διαζυγίου τους.

Έκτοτε αρχίζει η δραματικότερη περιπλοκή της προσωπικής της ζωής και η οδυνηρή, τραυματική βίωση της παιδικής ηλικίας του Λευκάδιου. Ο ίδιος δεν επέπρωτο να ξαναδεί τη μητέρα του. Οργισμένη, απελπισμένη θα προχωρήσει σε δεύτερο γάμο, το 1857, εκεί στην πατρίδα της, με τον Ιωάννη Καβαλλίνη (Giovanni Cavallini), Έλληνα υπήκοο, ιταλικής καταγωγής από την οικογένεια Στάη, πράκτορα της ακτοπλοϊκής Εταιρείας Lloyd και υποπρόξενο της Αυστρίας. Με τον Ιωάννη Καβαλλίνη θ’ αποκτήσει τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια.  Η περισσότερο δραματική σελίδα της ζωής της θα γραφεί όταν ο νέος της σύζυγος θα απαιτήσει να αποποιηθεί τα δύο παιδιά της από τον προηγούμενο γάμο. Και τότε η Ρόζα, βαριά πληγωμένη αλλά αδύναμη για οποιαδήποτε αντίδραση, θα στείλει στην Ιρλανδία τον Daniel James, να μεγαλώσει μαζί με τον Λευκάδιο.

Δυο μέτωπα τραγικότητας σ’αυτή την ανεπανάληπτα περίπλοκη, στις δραματικές της περιελίξεις, ιστορία. Η Ρόζα, ο Λευκάδιος. Οι εσωτερικές συγκρούσεις των πρωταγωνιστών θα έχουν τη γεύση αρχαίας τραγωδίας. Η Ρόζα δεν θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί από το φάσμα στέρησης των παιδιών της και μια απόπειρά της να μεταβεί κρυφά στην Ιρλανδία για να τα συναντήσει, ξεπερνώντας τρομαχτικές δυσχέρειες, θα αντιμετωπίσει την άκαμπτη στάση της οικογένειας Χερν, που δεν θ’ανοίξουν την πόρτα τους στη μητρική στοργή. Αλλά και τα αδέρφια θα μεγαλώσουν χωριστά. Τον Λευκάδιο αναλαμβάνει η εύπορη θεία Σάρα Μπρενάν, που έχει υποσχεθεί να τον καταστήσει έναν από τους κληρονόμους της μεγάλης περιουσίας της. Όπως έγραψε πολύ αργότερα σε επιστολή του, μόνο μια φορά θα συναντηθεί με τον αδερφό του όταν ήταν μικρό παιδί.

Ο Λευκάδιος θα μεγαλώνει απομονωμένος στο αυταρχικό περιβάλλον της θείας Μπρενάν, σε συνθήκες αυστηρής πειθαρχίας και θρησκευτικότητας, μέσα σε σκοτεινά δωμάτια, γοτθική ατμόσφαιρα φαντασμάτων και σκιερών μυθικών δαιμόνων της ιρλανδικής μυθολογίας. Ο Λευκάδιος όμως αναζητεί παντού το φως. Στις συγκεχυμένες, ατακτοποίητες αναμνήσεις του βυθίζεται σε εικόνες φωτεινές με ήλιους και θάλασσες εξωτικών νησιών: της αληθινής πατρίδας του, της ψυχής του. Αυτό το ίδιο φως θ’ανακαλύψει και στην τυχαία πρώτη επαφή του με την ελληνική μυθολογία. «…Όταν έµαθα να γνωρίζω και ν’ αγαπώ τους αρχαίους θεούς ο κόσµος ξανάγινε φωτεινός, τα φαντάσµατα που τον τριγυρνούσαν άρχισαν να σβήνουν σιγά-σιγά»5.

Πόση η αντίθεση ανάμεσα στο φως και στην ομορφιά που αυθόρμητα ζούσε μέσα του-βίωμα της σκέψης του- και στη βαριά σκοτεινιά που οι πραγματικές συνθήκες επισώρευαν στην ψυχή του. Γι’αυτό ο Λευκάδιος θα διαρρηγνύει πάντοτε τη σχέση του με το παρόν, ανατρέχοντας σε πρωταρχές συναισθηματικής βίωσης της ζωής, όχι μόνον της δικής του αλλά και της ανθρωπότητας. Και θα συνδέει την πρωτογενή αθωότητα του κόσμου με την αιθεριωμένη μορφή της δικής του μητέρας: Θα γράψει κάποτε στον αδερφό του: «Ο,τιδήποτε καλό υπάρχει σε μένα, προέρχεται από κείνη τη μελαχρινή ψυχή, για την οποία τόσο λίγα γνωρίζουμε. Η αγάπη μου για το σωστό , το μίσος μου για το άδικο , ο θαυμασμός μου για κάθε τι το ωραίο ή αληθινό , η πίστη μου στον άντρα ή στη γυναίκα, η ευαισθησία μου απέναντι στην τέχνη, που μου δίνει την οποιαδήποτε μικρή επιτυχία, η δύναμη της γλώσσας ακόμα … όλα προέρχονται απ’ αυτήν ! …Eίναι η μάνα που μας πλάθει- της χρωστάμε τουλάχιστον  όλα εκείνα που κάνουν τον άνθρωπο ευγενή. Όχι τη δύναμη ή τις δυνατότητες υπολογισμού, αλλά την καρδιά του  και τη δύναμη της αγάπης. Κι εγώ θα προτιμούσα να έχω το πορτρέτο της παρά μια ολόκληρη περιουσία»6

Σε ηλικία δεκατριών χρόνων, η θεία Μπρενάν θα τον γράψει εσώκλειστο στο καθολικό κολέγιο του Ούχσαβ (Uchaw), μάλλον προς σωφρονισμό. Εκεί θα έχει μια ακόμα οδυνηρή εμπειρία που θα τον βασανίζει σε όλη του τη ζωή. Στη διάρκεια αστεϊσμών με συμμαθητή του, θα χάσει το αριστερό του μάτι. Η όρασή του θα είναι στο εξής προβληματική αλλά και η αισθητική κακοποίηση του προσώπου του θα δεινώνει την κοινωνικότητά του. Στο μεταξύ ο πατέρας του έχει παντρευτεί, στις 18 Ιουλίου 1857, την Alicia Goslin Crawford- παλιό του έρωτα- στο Δουβλίνο, και τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς φεύγει ξανά για τις Ινδίες µε την Alicia και τα παιδιά της από προηγούμενο γάμο. Θα γράψει για τον πατέρα του ο Λευκάδιος πολύ αργότερα στον αδερφό του: «Όταν κοιτάζω τη φωτογραφία του…μ’αυτό το αυστηρό, δυσάρεστο πρόσωπο και τα ψυχρά σαν ατσάλι μάτια, δεν μπορώ να νιώσω πως έχω τίποτα κοινό μαζί του. Υποψιάζομαι πως δεν τον αγαπώ». Η οικογένεια ωστόσο του Καρόλου διαλύεται σύντομα. Η Αlicia πεθαίνει το 1861 και την ακολουθεί πέντε χρόνια αργότερα (21 Νοεμβρίου 1866) ο Κάρολος.

Ο Λευκάδιος σε ηλικία οκτώ χρόνων με τη Σάρα Μπρενάν

Η καταχνιά στη ζωή του Λευκάδιου συνεχίζεται. Η θεία Μπρενάν, θα τον στείλει για λόγους παιδαγωγικούς και εκπαιδευτικούς στη Γαλλία, στο αυστηρό καθολικό Institution Ecclésiastique, στο Yvetot, κοντά στη Ρουέν, όπου θα συναντηθεί με τον Γκυ ντε Μωπασσάν- συμμαθητή του για ένα χρόνο στο ίδιο κολέγιο.

Λονδίνο: ο επόμενος σταθμός του δεκαοχτάχρονου πια Λευκάδιου, όπου δεν έχει πλέον και καμιά οικονομική υποστήριξη, καθώς η θεία Μπρενάν, χρεωκοπημένη και αδύναμη λόγω ηλικίας, υποτάσσεται στις επιλογές του Henry Molyneux, μακρινού συγγενή από τον άντρα της, ο οποίος και ευθυνόταν για την οικονομική της καταστροφή. Περιφέρεται στους υγρούς δρόμους, άστεγος, έφηβος «αλήτης» και κάπου-κάπου προσφέρει τις υπηρεσίες του σε σπίτια για να εξασφαλίζει προσωρινά μια στέγη. Η μόνη φωτεινή ανάμνηση εκείνων των ημερών που γνώρισε το άγριο πρόσωπο της ζωής, ήταν μια συλλογή ποιημάτων του Swinburn, που βρήκε σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Στη διάρκεια λυτρωτικών, μοναχικών περιπάτων διαβάζει φωναχτά τα ποιήματα, έτσι ώστε να παίρνει θάρρος και να ανασαίνει στη γνησιότητα της εύθραυστης πνευματικής του φύσης. Ενώ τα απογεύματα επισκέπτεται το Βρετανικό Μουσείο, όπου συνομιλεί με τα αγάλματα των Ανατολικών θεών στην αίθουσα της Ιαπωνικής και Αιγυπτιακής τέχνης7.

Η τελευταία πράξη της άστοργης κηδεμονίας του Λευκάδιου από τον Henry Molyneux, που πλέον αυτενεργεί, έχοντας παρακάμψει την φτωχή πια θεία Μπρενάν, θα είναι η απόφασή του να τον εξαποστείλει στην Αμερική, στη χώρα των μεγάλων ευκαιριών. Με την υπόσχεση της υποδοχής του από την οικογένεια μιας ξενιτεμένης αδερφής του, της Frances Anne, που ζούσε στο Cincinnati, και με ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή στο χέρι, θα δρομολογήσει ο Χερν τη ζωή του προς μιαν άγνωστη περιπέτεια στον χαώδη κόσμο της άφιλης ξενιτιάς: όπου ωστόσο θα αναδυθεί και θα καρποφορήσει-όχι χωρίς επώδυνες παλινδρομήσεις- η δημιουργική του φύση και η συγγραφική επιτέλεση μιας θεωρίας της οικουμενικής του ανθρωπιάς.

 

Αμερική: H εμπειρία της αστεγίας και…

Κατάλυμα ο δρόμος, πάνω σε κιβώτια ή χαρτοκούτια το βιος του και οι νύχτες, που δεν του προσφέρουν παρά μονάχα το άπειρο-την ποίηση του ουρανού. Κάποιοι αμαξάδες θα τον λυπηθούν και θα του προσφέρουν θέση σ’έναν αχυρώνα για λίγες βδομάδες- συγκάτοικος των αλόγων, των μόνων πλασμάτων που ζέσταιναν την εγκατάλειψή του. «Η ζέστη από τα μεγάλα τους σώματα γεμίζει τον χώρo…ζωηρεύει στις φλέβες το αίμα μου-η ζωή τους είναι η ζωή μου… Θα ‘θελα να μπορούσα να τους πω πόσο ευγνώμων τους είμαι, πόσο αισθάνομαι να τα αγαπώ, πόση ευχαρίστηση νιώθω από τη δύναμή τους, από την αίσθηση της δύναμης και της ζωής που απλώνουν μέσα στη σιωπή, σαν μια μεγάλη, ζεστή Ψυχή», θα γράψει στις συγκλονιστικές αυτοβιογραφικές του σημειώσεις. Κι αφού θα συγκρίνει τη ζωή τους με τη δική του, θα θέσει τα δικά του βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα, μιλώντας για λογαριασμό –και για πάντα-όλων των μεταναστών της γης: «Αυτά (τα άλογα) κερδίζουν το καλό τους φαγητό και τη στέγη τους, κερδίζουν τη φροντίδα που τα κρατά λαμπερά και όμορφα-είναι χρήσιμα στον κόσμο. Σε τι είμαι χρήσιμος στον κόσμο εγώ;»8

Η πρώτη σημαντική στροφή στη ζωή του, θα είναι η γνωριμία του με τον Άγγλο εκδότη, μετανάστη στο Cincinnati, Henry Watkin (1824-1910). Οπαδός του ουτοπικού σοσιαλισμού, ήδη από την Αγγλία, επηρεασμένος βαθύτατα από τις ιδέες των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon, θα γίνει στο εξής ο μέντορας του Λευκάδιου, υποκατάστατο του χαμένου πατέρα του. Γι’αυτό θα τον αποκαλεί Dad ή Old Man, κι εκείνος τον Λευκάδιο Raven (Κοράκι), από το ομώνυμο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που και οι δύο αγαπούσαν. Η συμβατότητα της σκέψης τους φαίνεται ότι είναι μια διαρκής πηγή ενδυνάμωσης της μεταξύ τους αγάπης και αφοσίωσης. Κλεισμένοι για ώρες στο μικρό γραφείο του Watkin, συζητούν πάνω σε ανατρεπτικά ουτοπικά μοντέλα πολιτικής θεωρίας και πράξης, αναλύουν θέματα θρησκευτικά και ζητήματα αθεΐας, μιλούν για ποίηση. Τότε ο Λευκάδιος, όντας σε μια συνεχή διανοητική «αυτοκαταδίωξη» από ό,τι του πρόσφερε η κατεστημένη πολιτική, κοινωνική και ηθική πραγματικότητα, θα ταξιδέψει στις ιδέες του Tom Paine, του Voltaire, του Saint-Simon, του Emerson, του Oliver Wendell Holmes, του James Russell Lowell, του John Humphrey Noyes –προπάντων-, σε ετερόδοξες απόψεις και σχέδια για την υλοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το πνευματικό περιβάλλον της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Cincinnati, που αριθμούσε τότε πενήντα χιλιάδες τόμους βιβλίων, ήταν ο παράδεισος της ανήσυχης ψυχής του στην αναζήτηση υποδοχής ευαίσθητης στην έξαρση των πνευματικών του αναζητήσεων και της ψυχικής του ευαλωσίας. Εκεί γνώρισε και διάβασε με πάθος συγγραφείς και ποιητές των οποίων η αντισυμβατική σκέψη ήταν σύστοιχη με τη δική του και τους οποίους αργότερα θα μεταφράσει μεταγράφοντας τη δική τους ευαίσθητη πρόσληψη του κόσμου στο λογοτεχνικό και ψυχικό του σύμπαν: Gautier, Flaubert, Baudelaire, Loti, Gerard de Nerval9.

Η αλληλογραφία του Λευκάδιου Χερν με τον Henry Watkin, New York, Brentano’s, 1907

Η εγγενής ωστόσο πνευματικότητά του δεν τον ήθελε απλώς «ερευνητή του εργαστηρίου». Το ενδιαφέρον του για την πραγματική ζωή, όπως τη ζουν οι άνθρωποι στο παρόν, σε σκοτεινές φτωχές γειτονιές, σε απόμερους γκρίζους δρόμους, σε στέκια που συχνάζει το περιθώριο των εγκληματιών και παραβατών κάθε κατηγορίας, οι περιθωριοποιημένοι μαύροι, οι έγχρωμοι μετανάστες, οι εκπορνευμένες γυναίκες-ιδιαίτερα επίμονος ο περισκοπικός φακός του απέναντι στην κοινωνική μειονεξία-θα προσδώσει στην ευαισθησία του το βάθος και τη γνησιότητα αυτής της διαπολιτισμικής ανθρωπιάς, που πάνω της θα ακουμπήσει η λογοτεχνική και κοινωνιολογική του γραφίδα. Η παρατηρητικότητά του και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να οικειωθεί με την αλήθεια του περιβάλλοντος ανθρώπων και πραγμάτων, ακούγοντας ακόμα και τους μικροήχους που εκπέμπουν, είναι πολύ πιο πέρα από τη ρηχή δημοσιογραφική προσέγγιση: τον οδηγεί διαισθητικά κοντά στη σύγχρονη εθνογραφική-λαογραφική και γενικότερα την κοινωνική έρευνα in situ, με την εμπειρική χρήση σύγχρονων μεθόδων προσέγγισης του ερευνώμενου κάθε φορά θέματος. Αλλά και σκοτεινοί κόσμοι της φαντασίας του, συμπίλημα εικόνων συνειδητών και υποσυνείδητων της πραγματικής ζωής του, της ανυπόταχτης φαντασίας του σμιλεμένης με το σκοτάδι των ιρλανδικών παιδικών του εμπειριών και του ρομαντισμού των γοτθικών έργων αγαπημένων του ποιητών-των Gautier, Loti, Longfellow, και Poe κυρίως- μορφοποιούν την ενδοψυχική του κατάσταση, η οποία με τη σειρά της θα εκφραστεί στο σύνολο των δημοσιογραφικών και λογοτεχνικών του κειμένων. Όπως και στη διαχείριση της ιδιάζουσας κοινωνικότητάς του.

 

Αμερική: Mια φιλόξενη στέγη για το πνεύμα του…

H πρώτη του δημοσιογραφική συνεργασία θα είναι με την εφημερίδα Enquirer. Αφοσιωμένος απόλυτα στην έρευνα και τη συγγραφή των δημοσιογραφικών κειμένων, θα εργάζεται σκληρά πάνω από δεκατέσσερις ώρες τη μέρα, εφτά μέρες τη βδομάδα, για ένα μισθό δέκα δολαρίων. Τα κείμενά του ενθουσιάζουν το ανδρικό κυρίως κοινό των αναγνωστών, με την υποδόρια ποιητική ατμόσφαιρα του πιο σκληρού νατουραλισμού των ανθρώπων του περιθωρίου και της κρυμμένης παραβατικότητας στο Σινσιννάτι. Ο λόγος του πραΰνει τη σκληρότητα και τη δραματικότητα των περιγραφόμενων. Για τρία ολόκληρα χρόνια εργάζεται με εξοντωτικούς ρυθμούς στην εφημερίδα, προκαλώντας τον αυξανόμενο φθόνο συναδέλφων για τις δημοσιογραφικές του επιτυχίες. Μοιραία όμως θα σταθεί η γνωριμία του με την «ταπεινή και καταφρονεμένη» μιγάδα μαγείρισσα Alethea Foley, την οποία θα γνωρίσει σε οικοτροφείο που διαμένει για κάποιο διάστημα και ο ίδιος. Κι εκεί στην κουζίνα που η Alethea μαγειρεύει θα την επισκέπτεται τακτικά ο Λευκάδιος, για να αποσπά από τις συναρπαστικές αφηγήσεις της το υλικό της δραματικής της αυτοβιογραφίας, στην οποία θα αναγνωρίζει μια παράλληλη, με τη δική του, ιστορία. Μετά από τετραετή σχεδόν συστέγαση, ο Λευκάδιος θα παντρευτεί την Alethea, πραγματοποιώντας έναν βραχύβιο, οδυνηρό, για τη μετέπειτα εξέλιξη της ζωής του, γάμο. Η βίαιη απομάκρυνσή του από την εφημερίδα Εnquirer,  θα είναι ξανά ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα, που θα τον οδηγήσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Μαζί και οι τύψεις του για την κατάληξη της σχέσης του με την αδύναμη Alethea: «Υπάρχει σ’αυτήν τόση αθώα παιδική καλοσύνη, και μετά απ’όλα αυτά», θα γράψει στον Watkin.

Σε σύντομο όμως διάστημα  θα προσληφθεί στην εφημερίδα Commercial, ανταγωνίστρια της Εnquirer, όπου θα συνεχίσει την ενδιαφέρουσα διερεύνηση και περιγραφή εξωτικών θεμάτων της καθημερινής ειδησεογραφίας μαζί με την ανασκαφή των ριζών και της λαϊκής κουλτούρας.  Το 1877 στρέφεται στη μετάφραση αγαπημένων του -Γάλλων κυρίως- συγγραφέων. Kαι επεξεργάζεται το σχέδιο μιας εκ νέου απόδρασης προς φιλικότερα κλίματα και γαλάζιους αισιόδοξους ουρανούς.

Βίωμα εξωτισμού…

Με προορισμό πια την εξωτική Νέα Ορλεάνη, τη χώρα  διασταύρωσης της λατινικής και κρεολικής κουλτούρας, με τα χαρούμενα χρώματα και το υποτροπικό κλίμα, προς την οποία όμως ο ενδιάμεσος σταθμός στην Memphis, θα είναι για λίγο μια παλινδρόμηση σε παλιούς εφιάλτες. «O παράδεισος είναι εδώ», αναφωνεί ενθουσιαστικά στον Watkin όταν το πλοίο πιάνει το δυνατό φράγμα της Νέας Ορλεάνης. «…Ο παράδεισος του Νότου είναι εδώ, έρημος και μισοερειπωμένος. Ποτέ δεν είδα τίποτα τόσο όμορφο και τόσο λυπημένο»10.

Δέκα χρόνια θα διαρκέσει η παραμονή του Λευκάδιου εκεί. Είναι τα χρόνια που η ψυχή του θ’ανακαλύπτει την ομορφιά του τόπου και τη θαλπωρή των εξωτικών σύμμεικτων πληθυσμών και ταυτόχρονα τη λαογραφία των μεγάλων αντιθέσεων ανάμεσα στην κανονική ζωή και τις γκρίζες ζώνες της κρυμμένης μέσα στη νύχτα αμαρτίας. Τόσα θέματα για τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα, στην Item αρχικά, στην Times Democrat, το πιο πετυχημένο έντυπο του Νότου, από το 1881 και μετά. Εργάζεται σε ένα καθεστώς ελεύθερης λογοτεχνικής δημοσιογραφίας, χάρη στον Page Baker, διευθυντή της εφημερίδας, άνθρωπο ευφυή και με βαθιά προσήλωση στη λογοτεχνία, ο οποίος έχει εκτιμήσει τόσο την προσωπικότητα όσο και τη γραφή του Λευκάδιου Χερν.

Αναπαράσταση της Νέας Ορλεάνης το 1880

Στη Νέα Ορλεάνη θα ασκήσει την έμφυτη ροπή του προς την κοινωνική παρατήρηση και την εγγενή ευαισθησία του, ζυμωμένη και με τον πλούτο των προσωπικών του εμπειριών,  προς τους παρίες και τους δραπέτες της ζωής, τους ανέστιους του πολιτισμού και της μοίρας τους. Είναι συναρπαστική υπόθεση σχολαστικής έρευνας στα γραπτά του η διεισδυτική ματιά του στον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζει την ουσία των ιδιαίτερων πραγμάτων και συμπεριφορών, της νοοτροπίας και του ψυχισμού των ανθρώπων-κυρίως στα editorials του τύπου κι ακόμα στις αυτοβιογραφικές του αναφορές και στην ποικίλη αλληλογραφία του με ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί του.  και που σε μια αμοιβαιότητα ερευνητικής έντασης, αξιοποίησαν την απέραντη, φανατική του συσσώρευση γνώσης γύρω από θέματα της τοπικότητας-αλλά και την ευαίσθητη πρόσληψη της σύστασης της διαφορετικότητας στα τοπικά πολιτισμικά συστήματα, οριοθετώντας με θαυμαστή τεκμηρίωση και αναλυτική λογική τον χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων. Αναφέρω όλως ενδεικτικά το κείμενό του για την ιδιόρρυθμη «μανία» των κατοίκων της Νέας Ορλεάνης να μιλούν στον εαυτό τους, περπατώντας μόνοι στο δρόμο και τη σχολαστική του εσωτερική διαλεκτική για την ερμηνεία του φαινομένου. Φόνοι μακάβριοι, τυμβωρυχίες με κλοπές σωμάτων των νεκρών που πουλιόνταν στις ιατρικές σχολές για το μάθημα ανατομίας, και εξεζητημένα θέματα πολυπολιτισμικών αναφορών, όπως οι πολύπλοκες τελετουργίες ταφής της Ιουδαϊκής θρησκείας, η φιλοσοφία του Γερμανού νομικού και φιλόσοφου, Ferdinand Lassalle (1825-1864), πατέρα του γερμανικού σοσιαλισμού, οι φυλές των Tuareg της Βόρειας Σαχάρας, η ομορφιά της σανσκριτικής ποίησης, τα δόγματα και οι τελετουργίες του βουδισμού, το βουντού, η μαγεία, το εγκώμιο του Pepe Llulla  (στο κείμενο: «Ο τελευταίος των Ξιφομάχων της Νέας Ορλεάνης»), το ελεγείο για τον θάνατο του Jean Montanet («Ο Τελευταίος των Βουντού») και τον θάνατο της  «βασίλισσας των βουντού» Marie Laveau11.

Παράλληλα με τη βαθυστόχαστη ερευνητική του δραστηριότητα και την εύκαρπη λογοτεχνική του παραγωγή αυτή τη δεκαετία, ο Χερν έρχεται αντιμέτωπος και με τη συγκριτική μελέτη θρησκευτικών δογμάτων, προσπαθώντας να ανασύρει, σε μια υπαρξιακή του μεταφυσική, το ανώτερο ανθρωπιστικό κήρυγμα για τον εσαεί δεσμώτη άνθρωπο. Επιστήμη, λογοτεχνία και τέχνη-είναι αξιοπρόσεχτες οι ξυλογραφίες του, που υπομνηματίζουν εικαστικά τα κείμενά του-συναιρούνται στη χαρισματική, δημιουργική του φύση και συναντώνται όλες μαζί ποιητικά εναρμονισμένες σε κάθε έργο του. Εξέχουσες προσωπικότητες της περιοχής (ενδεικτικά αναφέρουμε: Dr. Rudolph Matas, Père Adrien Emmanuel Rouquette, George Washington Cable, Henry Edward Krehbiel, Elizabeth Bisland, η μετέπειτα βιογράφος του Χερν, κ.ά.), παράξενοι «αναχωρητές» και ερευνητές κι αυτοί σε διάφορα πεδία, από τις τοπικές μουσικές μέχρι τη θρησκειολογία, θα μοιραστούν, σε συναρπαστική συνοδοιπορία μαζί του, τον πλούτο των εμπειριών τους.

Οι μεταφράσεις στις οποίες επιδίδεται με δημιουργικό πάθος τώρα, αγαπημένων του Γάλλων συγγραφέων-Théophile Gautier, Émile Zola, Guy de Maupassant, Gérard de Nerval, Anatole France, Pierre Loti- και λογοτεχνικών άρθρων από γαλλικά έντυπα12, τον βοηθούν να ανασκάψει τη δική του ψυχή και να αισθανθεί τη μελαγχολική χαρά της οικείωσης με όμοιες, ταλαίπωρες ψυχές που έχει τις «αμαρτίες» τους καθαγιάσει ο ανθρώπινος πόνος ή τα ανθρώπινα πάθη. Και πάντα οι λαϊκοί πολιτισμοί. Αγοράζει συνεχώς βιβλία: «Ποτέ δεν διάβασα κανένα βιβλίο που να μην εξάπτει  δυνατά  τη φαντασία μου. Συνεχώς διαβάζω, δεν έχει σημασία τι…» Σκύβει με απίστευτη επιμονή και μεθοδικότητα σε μια χωρίς όρια ερευνητική κατάδυση στη λαϊκή σοφία και τέχνη, στις θρησκείες: των Ιαπώνων, των Αράβων, των Εβραίων, των Περσών, των Κρεολών της σύγχρονής του πραγματικότητας. Τότε θα γράψει την Κρεολική Κουζίνα: Μια Συλλογή Συνταγών Μαγειρικής (La Cuisine Créole: A Collection of Culinary Recipes), 1885, το Gombo Zhèbes”: Μικρό λεξικό κρεολικών παροιμιών, διαλεγμένων από έξι κρεολικές διαλέκτους (“Gombo Zhèbes”: Little Dictionary of Creole Proverbs, Selected from Six Creole Dialects), 1885.  Και τις ανθολογίες κειμένων του, που θα εκδοθούν στην Αμερική μετά τον θάνατό του: Φύλλα από το Ημερολόγιο ενός Ιμπρεσιονιστή: Πρώιμα γραπτά του Λευκάδιου Χερν (Leaves from the Diary of an Impressionist: Εarly Writings by Lafcadio Hearn), 1911, Φανταστικά και Άλλα Φανταχτερά (Fantastics and Other Fancies), 1914, Κρεολικά Σκίτσα (Creole Sketches), 1924.

 

Σφυρηλατώντας το όραμα της «Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου»

Ήδη μέσα του χτυπά η καρδιά του ξένου προς την εποχή και τις μεγάλες αστικές μητροπόλεις. Η απόδραση είναι συνεχές και επίμονο βίωμα, που ενισχύεται ή βρίσκει λυτρωτική διέξοδο στις αναγνώσεις, τις ονειροπολήσεις και στις έρευνές του για την κουλτούρα παράξενων πολιτισμών και τη ζωή απείραχτων, στον όποιο βαθμό, από τον σύγχρονό του πολιτισμό, λαών και μεμονωμένων ανθρώπων.

Paul Gauguin: Au bord de la rivière, 1887, Van Gogh Museum, Amsterdam

Και τότε, μια σειρά ανταποκρίσεων από την «Παγκόσμια Έκθεση» της Νέας Ορλεάνης, θα εξάψουν τη φαντασία του για τον ιαπωνικό πολιτισμό και θα γεννήσουν στην ψυχή του το πρώτο σκίρτημα γι’αυτό το εξωτικό άγνωστο, που θα λειτουργήσει ως πεπρωμένο και καταληκτικός σταθμός της ζωής του. Αγοράζει δύο τόμους γιαπωνέζικων μύθων και ασταμάτητα βυθίζεται στη μαγεία τους. Η δημοσιογραφική αποστολή του το 1887 από το Harpers Weekly και η παραμονή του για δύο χρόνια στην εξωτική Μαρτινίκα, κοντά στην πόλη που ο Πωλ Γκωγκέν είχε μετακινήσει τις πηγές της έμπνευσής του, θα προσδιορίσουν τελικά τα όρια της προσδοκίας του Λευκάδιου Χερν. Εκεί θα γράψει το οδοιπορικό του: Δυο χρόνια στις Γαλλικές Ινδίες και το μυθιστόρημα Γιούμα, η ιστορία μιας σκλάβας των Δυτικών Ινδιών, που θα δημοσιευτούν το 1890. Με τη λήξη της δημοσιογραφικής αποστολής επιστρέφει για λίγο στη Νέα Υόρκη. Η ιδέα της Ιαπωνίας τον έχει κυριεύσει. Πριν πάρει την οριστική του απόφαση να εγκαταλείψει γι’άλλη μια φορά ό,τι έχει κερδίσει ως βεβαιότητες στη ζωή του, θα προετοιμάζει ολοένα τον ψυχισμό του για τη νέα εμπειρία. Θα συναντηθεί με τον Αμερικανό συγγραφέα και αστρονόμο Percival Lowell (1855-1916), που πριν από τον ίδιο, μαγεύτηκε από την Ιαπωνία και εκδίπλωσε στα μάτια του τη μαγική επήρεια του πολιτισμού της. Στα βιβλία του Percival Lowell μεταφέρονται θαυμάσιες περιγραφές της ιαπωνικής ζωής, πληροφορίες για τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα, την ψυχολογία και τις συμπεριφορές του ιαπωνικού λαού, την οικονομία. Στο πιο γνωστό του έργο, με τίτλο: Η ψυχή της Άπω Ανατολής (1888), αναφαίνονται, σε μια πρώιμη σύνθεση, κάποιες από τις μετέπειτα ιδέες του, ότι η ανθρώπινη πρόοδος είναι συνάρτηση των χαρακτηριστικών της ατομικότητας και της φαντασίας. Ασκεί ωστόσο την κριτική του σ’αυτό, επισημαίνοντας ότι ο Lowell δεν είδε την πιο ουσιαστική και εκπληκτική ποιότητα της φυλής: την ιδιοφυΐα του εκλεκτικισμού. Και τότε προχωρεί σε διορατικές εκτιμήσεις για τον πολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ Δύσης και Ανατολής, που θα μπορούσε να έχουν διατυπωθεί μόλις στο δικό μας ιστορικό παρόν. Ή που μάλλον σήμερα φαίνεται ότι αποκτούν την ευκρίνεια της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας.  «Το μέλλον έχει πολλά προβλήματα αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις για το μέλλον των φυλών. Και δεν επιθυμούμε να υποστηρίξουμε την πεποίθηση ότι η Ανατολή μπορεί να κυριαρχήσει στη Δύση και να την απορροφήσει εντελώς. Η Κίνα φαίνεται να αποτελεί ένα πολύ μεγαλύτερο ερωτηματικό από τη Ρωσία…»13

O Percival Lowell και η πρόσληψη της Ιαπωνίας

Ερευνώντας συνεχώς και αναζητώντας αυθεντικές αναγνωστικές εμπειρίες της Άπω Ανατολής, ανακάλυψε και γοητεύτηκε επίσης από την επαφή του με το Κο-Ji-Ki, μια αγγλική απόδοση του αρχαιότερου χρονικού της Ιαπωνίας, χρονολογημένου από τον 8ο αιώνα. Η Ιαπωνία ήταν -όπως όλα έδειχναν– ο προορισμός του: με την έννοια της ανατολικής φιλοσοφικής σκέψης.

Η πρόταση του William Patten, εκδότη του Harper’s Magazine να γράψει μια σειρά άρθρων για την Ιαπωνία, ήταν η ευκαιρία που περίμενε. Στις 28 Νοεμβρίου του 1889, ο Λευκάδιος Χερν –και προκειμένου να προετοιμαστεί οικονομικά-θα στείλει στον εκδότη μια πρόταση για τη συγγραφή ενός νέου ταξιδιωτικού βιβλίου με θέμα την Ιαπωνία: «…Ο σκοπός μου είναι να δημιουργήσω στη σκέψη των αναγνωστών, μια ζωηρή εντύπωση της ζωής στην Ιαπωνία-όχι απλώς σαν παρατηρητής αλλά όπως κάποιος που συμμετέχει στην καθημερινή ύπαρξη των συνηθισμένων ανθρώπων, και που σκέφτεται με τη δική τους σκέψη…»14

8 Μαρτίου του 1890 –και πάλι φτωχός- εγκαταλείπει οριστικά τη φριχτή για κείνον Νέα Υόρκη, όπως γράφει στην Elizabeth Bisland, σε μια τρυφερή, διστακτικά ερωτική, επιστολή που της αφήνει15. Με το τρένο διασχίζει τον παγωμένο Καναδά, επιβιβάζεται στο ατμόπλοιο Αβησσυνία, που παίρνει από το Βανκούβερ στις 17 Μαρτίου, με προορισμό τη Xώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου…

                                    

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. 1.Έντουαρντ Σαΐντ, Οριενταλισμός, Νεφέλη, Αθήνα 1996.
  2. Βλ. Έντουαρντ Σαΐντ, ό.π. και Σ. Σούρλαγκας, “Έντουαρντ Σαΐντ”, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008.
  3. Γ.Ν. Λεοντσίνης, “Η Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη στα Κύθηρα του 19ου αιώνα (1823-1883)”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ. 27-43.
  4. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν: Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.34. επίσης, Μ.Κ. Πετροχείλου, Η μητέρα του Χερν, Φωνή των Κυθήρων, Μάρτιος 1987.
  5. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν: Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας, Λευκάδα 2004, σ.36.
  6. E.C. Beck and Lafcadio Hearn, “Letters of Lafcadio Hearn to his brother”, The English Journal, vol.20, No 4 (Apr. 1931), p. 287-292. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2017, σ. 62.
  7. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 33-34.
  8. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης, ό.π., σ. 26-30. Επίσης, Elizabeth Bisland, Lafcadio Hearn, Octagon Books, New York 1979, p. 114-116. και Jonathan  Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, p. 37.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 114.
  10. Η Marie Catherine Laveau (10 Σεπτεμβρίου 1801-1 Ιουνίου 1881), υπήρξε η μαύρη ιέρεια-«Βασίλισσα του βουντού» στη Νέα Ορλεάνη. Κόρη της Μarguerite Henry, απελεύθερης σκλάβας αφρικανικής και γαλλικής καταγωγής και του πλούσιου επιχειρηματία Charles Laveau Trudeau. Η Marie πραγματοποίησε έναν ολιγόχρονο γάμο με τον Γάλλο μετανάστη Jacques Paris, που είχε καταφύγει ως λευκός πρόσφυγας από τη μαύρη επανάσταση της Αϊτής στην πρώην γαλλική επικράτεια του Saint-Dominique. Για 30 χρόνια συζούσε με έναν λευκό άντρα, ευγενικής καταγωγής από τη Γαλλία, τον Cristophe Glapion. Η Marie ξεκίνησε την καριέρα της ως κομμώτρια των ευπορότερων οικογενειών της Νέας Ορλεάνης. Η εξέλιξή της ως «Βασίλισσας του βουντού», χάνεται μέσα σε μαγικές ιστορίες που στηρίζουν τον μύθο της. Φαίνεται ότι μετά τον θάνατό της την διαδέχτηκε μία από τις κόρες της, που έφερε επίσης το ίδιο όνομα. Τα κείμενα του Χερν με τίτλο: “The Death of Marie Laveau” και “The Last of the Voodoos” για τον Jean Montanet, περιλαμβάνονται στο: S. Frederick Starr (ed.), Inventing New Orleans-Writings of Lafcadio Hearn, University Press of Mississippi-Jackson,2001,p. 77-81 και 70-71 αντίστοιχα.
  11. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, ό.π., σ. 40-41. Καλλιόπη Πλουμιστάκη, “Διαπολιτισμικές ζυμώσεις στο έργο του Λευκάδιου Χερν”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ. 125-134. Eπίσης, Πιερ Λοτί, Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας, μτφρ. Φοίβος Πιομπίνος, εκδ. Θίνες, Αθήνα 2916, σ.9-24.
  12. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, IΙ, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906. Η επιστολή απευθύνεται στον ιαπωνολόγο και μέντορα του Χερν στην Ιαπωνία, Basil Hall Chamberlain, τον Μάιο του 1891.
  13. Επιστολή προς τον Harper, με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1889. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906. Επίσης, J. Cott, ό.π., σ. 236. και Γιώργος Φρέρης, “Ο Κοϊζούμι Γιακούμο (Πατρίκ-Λευκάδιος Χερν), ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας στην Ιαπωνία”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ.107-123.
  14. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.274-275.

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».

 

Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί      

 

[Συνεχίζεται]