Skip to main content

Θεόδωρος K. Κορρές: «Ὑγρόν Πῦρ», Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής

Θεόδωρος K. Κορρές
 «Ὑγρόν Πῦρ»
Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής*
 

A. Ιστορικό Περίγραμμα της χρήσης του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς

«…τοὶ δ’ ἔμβαλον ἀκάματον πῦρ  νηῒ θοῇ· τῆς δ’ αἶψα κατ’ ἀσβέστη κέχυτο φλόξ. ὣς τὴν μὲν πρυμνὴν πῦρ ἄμφεπεν·»¹

Η παραπάνω αναφορά που διαβάζουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου μας θυμίζει πως η χρήση της φωτιάς για πολεμικούς σκοπούς είναι τόσο παλιά, όσο και η ίδια η τέχνη του πολέμου. Φθάνοντας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο συναντούμε αναφορές ιστορικών, όπως ο Ιωάννης Μαλάλας και ο Προκόπιος, για εμπρηστικά μίγματα ή ακόμη και εμπρηστικές χημικές συνθέσεις. Ο Ιωάννης Μαλάλας, εξιστορώντας τα γεγονότα της επανάστασης του Βιταλιανού κατά του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 515 μ.Χ. αναφέρεται στο «θείο ἄπυρο» και τις ιδιότητές του.2

Επομένως, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στο Βυζάντιο υπήρχε μία παράδοση στην κατασκευή και χρήση εμπρηστικών μιγμάτων. Ένα από τα προϊόντα αυτής της παράδοσης είναι αυτό που στις πηγές το συναντούμε με διάφορα ονόματα, όπως «υγρόν», «θαλάσσιον», «σκευαστόν» ή «ελληνικόν πῦρ». Το όπλο αυτό εμφανίζεται εκ νέου στις πηγές στα τέλη του 7ου αι. και η «εφεύρεσή» του αποδίδεται στον Έλληνα αρχιτέκτονα Καλλίνικο από την Ηλιούπολη (Baalbek) της Συρίας. Η χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα το διάστημα 674-678, δηλαδή κατά την πρώτη απόπειρα των Αράβων να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, ήταν καθοριστικής σημασίας για την αποτυχία του εγχειρήματος.

Το ίδιο όπλο χρησιμοποιείται και κατά τη δεύτερη πολιορκία της Βασιλεύουσας από τους Άραβες το 717-718. Ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ το αξιοποιεί σε δύο περιπτώσεις για να κάψει τα εχθρικά πλοία, επιτυγχάνοντας τη σωτηρία της Πόλεως, αλλά και της αυτοκρατορίας και αποκρούοντας τη σημαντικότερη απόπειρα των Αράβων να εισβάλουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Λίγα χρόνια αργότερα, ενώ την εξουσία είχε ακόμη ο Λέων Γ΄, το υγρό πυρ χρησιμοποιείται από το βασιλικόν πλώιμον, δηλαδή το στόλο που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, κατά των σκαφών των στασιαστών του γνωστού «Κινήματος των Ελλαδικών».3 Η κατοχή του υγρού πυρός ήταν αυτή που έκρινε την τύχη της ναυτικής σύγκρουσης ανάμεσα στα αυτοκρατορικά πλοία και εκείνα των κινηματιών, χαρίζοντας τη νίκη στα πρώτα.

Στις αρχές του 9ου αι. οι Βούλγαροι του Κρούμου κατέλαβαν την πόλη της Μεσημβρίας και ανάμεσα στα λάφυρα που αποκόμισαν βρισκόταν και αριθμός «χάλκινοι σίφωνες» και ποσότητα υγρού πυρός, χρήση των οποίων δεν έκαναν ποτέ. Υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε το 941 επί Ρωμανού Α΄ για την αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής, όπως και το 1043 επί Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, ξανά κατά των Ρώσων, αυτή τη φορά υπό τον Βλαδίμηρο, κατακαίγοντας και τις δύο φορές τα εχθρικά σκάφη. Δεν ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν όταν βρίσκονταν σε άμυνα. Τόσο ο Νικηφόρος Φωκάς το 960 κατά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς, όσο και ο Ιωάννης Τσιμισκής κατά των Ρώσων στη Βουλγαρία το 971, είχαν εφοδιάσει τις ναυτικές τους δυνάμεις με υγρό πυρ.

Το υγρό πυρ αναφέρεται και στο έργο του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου «Προς τον ίδιο υιόν Ρωμανόν», ενώ η χρήση του συνεχίζεται, σύμφωνα με τις πηγές, τόσο κατά τα χρόνια των Κομνηνών αυτοκρατόρων, όσο και κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, αν και οι περιγραφές, όπως αυτές της Άννας Κομνηνής, δεν είναι σαφείς ως προς το τι ακριβώς ήταν και πως χρησιμοποιείτο το υγρό πυρ, επιτρέποντας μόνο υποθέσεις.

B. Σύνθεση και τρόποι χρήσης του υγρού πυρός 4

α) Οι παλαιότερες θεωρίες

Οι διθυραμβικές αναφορές των βυζαντινών πηγών (Θεοφάνης) για τη σημασία της χρήσης του υγρού πυρός κατά των Αράβων στις δύο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 και 717-718) προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών, οι οποίοι προσπάθησαν να ανακαλύψουν σε τι ακριβώς συνίστατο αυτό το «μυστικό» όπλο, το οποίο χάθηκε μαζί με την αυτοκρατορία. Οι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν αρχικά στο ζήτημα της σύνθεση τους υγρού πυρός. Η πρώτη ομάδα ερευνητών υποστήριξε πως ο Καλλίνικος πρόσθεσε νίτρο, το οποίο ως τότε ήταν άγνωστο, στις ήδη υπάρχουσες εμπρηστικές ύλες για να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ενισχυμένο μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα αρνείται τη χρήση του νίτρου και αντιπροτείνει τον ασβέστη, βασιζόμενη στην ιδιότητα που από τις πηγές αποδίδεται στο υγρό πυρ να αυτοαναφλέγεται  στην επαφή του με το νερό.

Την πρώτη θεωρία υποστήριξε αρχικά ο Γάλλος χημικός Berthelot το 1891 σε άρθρο του και έπειτα σε εκτενή μελέτη του, το1893. Ο Berthelot θεώρησε πως οι αναφορές των πηγών σε βροντές, καπνούς και λάμψεις που συνόδευαν τη χρήση του υγρού πυρός, ήταν σαφής ένδειξη περί της γνώσης της ύπαρξης του νίτρου, ως υλικού, αλλά και της χρήσης του σε εμπρηστικό μίγμα από τους Βυζαντινούς. Με τις θέσεις του Berthelot συμφώνησαν τόσο ο Γερμανός ερευνητής H. Diels όσο και ο C. Zenghelis. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός, ο Berthelot υποστήριξε, δίχως να τεκμηριώνει όμως το πως, ότι «το υγρό πυρ ριχνόταν από μεταλλικούς σωλήνες που ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη του πλοίου», καθώς επίσης ότι «ένας μόνο άνδρας αρκούσε για να εκτελέσει το έργο αυτό…πράγμα που σημαίνει πως η διαδικασία εκτόξευσης δεν απαιτούσε ούτε καταπέλτη, ούτε μηχανή πολυσύνθετη». Και ενώ ο H.Diels δεν κάνει κάποια αναφορά στις τεχνικές χρήσης του υγρού πυρός, ο C. Zenghelis θεωρεί πως η χρήση του ήταν μάλλον αντίστοιχη αυτής της πυρίτιδας, δηλαδή αξιοποιείτο για την εξασφάλιση της απαραίτητης ωστικής δύναμης για την εκτόξευση άλλων εμπρηστικών υλών κατά των εχθρικών πλοίων.

Την ίδια εποχή, ο Γερμανός Ε.Ο. von Lippmann επιχείρησε να αντικρούσει τις απόψεις των M. Berthelot – N. Diels, θέλοντας να αποδείξει, σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1906, πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς και ασφαλώς όχι στους Βυζαντινούς, ενώ υποστήριξε πως το νίτρο, ως υλικό, δεν ήταν γνωστό πριν από τον 13ο αι., επικαλούμενος αναφορές του Μάρκου Γραικού, το έργο του οποίου επίσης τοποθετεί τον ίδιο αιώνα (13ο). Ο Μ. Berthelot απάντησε στον Ε.Ο. von Lippmann, θεωρώντας πως τα πορίσματα του τελευταίου στερούνταν αντικειμενικότητας για τους εξής λόγους: α) ο E.O. von Lippmann χρησιμοποίησε κατά τη μελέτη του μόνο τα χωρία των πηγών που πίστευε πως υποστήριζαν/τεκμηρίωναν τις θέσεις του και, β) χρονολόγησε το έργο «Liber ignium” του Μάρκου Γραικού τον 13ο αι., όταν αυτό θα μπορούσε να είναι έργο του 9ου αι., όπως δέχεται άλλωστε και ο C. Zenghelis, βασισμένος σε αντίστοιχο πόρισμα του K. Krumbacher. Ακόμη, ο C. Zenghelis υποστήριξε πως το νίτρο, σε μία τουλάχιστον από τις χημικές του ενώσεις, θα μπορούσε να είναι γνωστό στους Βυζαντινούς, επικαλούμενος αποτελέσματα εργαστηριακών πειραμάτων. Λίγο αργότερα ήταν η σειρά του M. Mercier να απαντήσει στους ισχυρισμούς του C. Zenghelis, επισημαίνοντας ότι και ο τελευταίος προσπαθεί να πιστώσει αποκλειστικά σ’ ένα Βυζαντινό την εφεύρεση της πυρίτιδας, ενώ προηγουμένως για τον ίδιο λόγο κατηγορούσε τον von Lippmann, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υποστήριξε πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς.Ακόμη ο M. Mercier απορρίπτει, ορθά κατά την άποψη του γράφοντος, την εκτίμηση του C. Zenghelis, πως η εκτόξευση του εμπρηστικού μίγματος/ υγρού πυρός γινόταν με τη χρήση του «στρεπτού», μηχανισμού αντίστοιχου σε λειτουργία με το ουραίο των πυροβόλων όπλων. Ο Mercier υποστήριξε ότι τα παλαιότερα σωζόμενα πυροβόλα δεν διέθεταν σκανδάλη για την πυροδότησή τους, αλλά απλώς ο χειριστής τους άναβε ένα φυτίλι, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα.

Η δεύτερη εκ των παλαιών θεωριών σχετικά με τη σύνθεση του υγρού πυρός ανήκει στον H.W.L. Hime. Ο συγκεκριμένος ερευνητής υποστήριξε πως ήταν η χρήση του ασβέστη που έδινε τις δυνατότητες αυτοανάφλεξης στο εμπρηστικό μίγμα, όταν αυτό ερχόταν σε επαφή με το νερό. Ο ασβέστης ήταν ένα υλικό γνωστό από παλιά άλλωστε και, σύμφωνα με τον Hime, δεν θα μπορούσαν οι ιδιότητές του να διαφύγουν της προσοχής του Καλλίνικου, ο οποίος ήταν αρχιτέκτοντας. Η θερμοκρασία του ανεβαίνει στους 150°C όταν ραντιστεί με νερό, ενώ μαζί με τη νάφθα δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εκρηκτικό μίγμα. Την άποψη αυτή του H.W.L. Hime δέχθηκε και ο E.O. von Lippmann. Όμως ο C. Zenghelis διατύπωσε επιφυλάξεις, κατά πόσο αυτό εκρηκτικό μίγμα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εκτός του ασφαλούς χώρου ενός εργαστηρίου, δηλαδή στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ανοικτή θάλασσα. Ο H.W.L. Hime λίγο αργότερα τροποποίησε τις απόψεις, δεχόμενος τις αντικειμενικές δυσκολίες, για να έλθει ο N.D. Cheronis να προσθέσει στον αντίλογο της χρήσης του μίγματος ασβέστη/νάφθας τα εξής επιχειρήματα: α) ότι η παραγωγή φωσφορικού ασβεστίου ήταν αδύνατη τον 7ο αι. και β) ακόμη κι αν αυτό συνέβαινε, η σύνθεση του μίγματος ήταν μια διαδικασία που απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια, καθώς η παραμικρή αστοχία στα υλικά (για παράδειγμα εάν υπήρχε έστω και μια σταγόνα ορυκτελαίου), τότε το μίγμα δεν αναφλεγόταν ακόμη και μετά την παρέλευση δεκαπέντε λεπτών

Ως προς τον τρόπο εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο H.W.L. Hime δέχθηκε πως η λέξη «σίφων» σημαίνει αντλία και μέσω αυτής εκτοξεύονταν μαζί το νερό και το εμπρηστικό μίγμα. Επιχειρεί έτσι να λύσει το ζήτημα της εκτόξευσης όσο και της πυροδότησης του μίγματος, που γινόταν με την επενέργεια του νερού με το φωσφορικό ασβέστιο.
Τέλος, ο E.O von Lippmann αναφέρει απλώς πως το υγρό πυρ ριχνόταν πάνω στα εχθρικά πλοία «δια μέσου μακρών μεταλλικών σωλήνων, ωθούμενο από την πίεση μιας καταθλιπτικής αντλίας».

Χρήση του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς, από το χειρόγραφο της Ιστορίας του Σκυλίτζη.

β) Νεότερες Θεωρίες 5

Με την πάροδο του ετών η συζήτηση σχετικά με το υγρό πυρ όχι μόνο δεν έπαψε, αλλά μάλλον αναθερμάνθηκε. Δύο νέες αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν. Η ομάδα που υποστήριζε την πρώτη αντίληψη δεχόταν την ύπαρξη νίτρου και ασβέστη στο εμπρηστικό μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα ισχυριζόταν πως το μυστικό δεν βρισκόταν στη σύνθεση του μίγματος, αλλά στον τρόπο εκτόξευσής του.

Εκφραστές των απόψεων της πρώτης ομάδας οι M. Mercier και R.J. Forbes. Αμφότεροι πιστεύουν πως το εμπρηστικό μίγμα περιλάμβανε νάφθα ως βασικό συστατικό. ενώ αποτελείτο επίσης και από στερεά συστατικά, όπως το νίτρο και ο ασβέστης. Οι δύο ερευνητές όμως πήγαν ένα βήμα παραπάνω το συλλογισμό τους καθώς υποστήριξαν πως δεν υπήρχε μόνο ένας τύπος υγρού πυρός, αλλά ούτε και μόνο μια μέθοδος εκτόξευσής του. Αντιθέτως, κατά την περίοδο από τα τέλη του 7ου αι. ως και το 1453 θεωρούν πως χρησιμοποιήθηκαν διάφορες παραλλαγές του βασικού εμπρηστικού μίγματος, ενώ και τα μέσα εκτόξευσης διέφεραν κατά περίπτωση. Μάλιστα ο ισχυρισμός τους για διάφορους τύπους υγρού πυρός εδράζεσαι στις πολλές διαφορετικές ονομασίες με τις οποίες απαντάται στις βυζαντινές πηγές το όπλο.

Ως προς τους τρόπους εκτόξευσης, ο M.Mercier εκτιμά πως δεν μπορεί με σαφήνεια να καθοριστεί η σημασία του όρου «σίφων», ενώ ο R.J. Forbes παρότι αρχικά απορρίπτει τη χρήση καταθλιπτικής αντλίας, τελικά δέχεται το συγκεκριμένο μέσο εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος.

Ανάμεσα στις δύο ομάδες θα πρέπει να τοποθετηθεί η άποψη του J.R. Partington, ο οποίος δεν δέχεται την ύπαρξη ασβέστη ή νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός, αλλά θεωρεί πως η βάση του υγρού πυρός, τουλάχιστον στην πρώιμη μορφή του ήταν το αποσταγμένο (καθαρό) πετρέλαιο, το οποίο «εκσφενδονιζόταν» αρχικά με βαλλίστρες και αργότερα, στα χρόνια του Λέοντα Γ΄ από κρουνούς, στους οποίους έφθανε μέσω εύκαμπτων δερμάτινων σωλήνων, με τη βοήθεια μιας καταθλιπτικής αντλίας.

Στη δεύτερη ομάδα ερευνητών ανήκει η E. Davidson, η οποία δέχθηκε τις απόψεις των M. Mercier και R. Forbes ως προς την σύνθεση του υγρού πυρός, δηλαδή ότι η βάση του ήταν κάποια χημική ένωση που περιείχε νάφθα σε μορφή αργού ή αποσταγμένου πετρελαίου. Περνώντας στο αμιγώς τεχνικό κομμάτι, αυτό της χρήσης του υγρού πυρός, η E. Davidson αποκλείει την εκδοχή της εκτόξευσης μέσω καταθλιπτικής αντλίας, υποστηρίζοντας πως ακόμη και εάν χρησιμοποιούνταν δύο άνδρες, η δύναμή τους δεν θα ήταν επαρκής για να παραχθεί η απαιτούμενη πίεση για την εκτόξευση ενός μίγματος βασισμένου στο πετρέλαιο. Ακόμη, απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης κάποιους μηχανισμού τύπου καταπέλτη ή τόξου, καθώς υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί «δεν γνώριζαν και δεν χρησιμοποιούσαν τέτοια όπλα».

Έτσι, η E. Davidson υποστήριξε πως η εκτόξευση του μίγματος θα ήταν εφικτή εφόσον αυτό θερμαινόταν μέχρι το σημείο του βρασμού. Επεξηγώντας την άποψή της αυτή, η E. Davidson μιλά για σωλήνες γεμάτους υγρό πυρ και σφραγισμένους στο στόμιό τους με ένα πώμα ή με στρώμα ρητίνης, που έλιωνε μόλις το μίγμα ζεσταινόταν. Η πυροδότηση γινόταν στο στόμιο του σωλήνα, όπου το υγρό έφτανε με τη βοήθεια ενός εσωτερικού σωλήνα και το φλεγόμενο υγρό ξεπετιόταν με βροντή εναντίον των εχθρών. Τέλος, η ίδια ερευνήτρια πρόσθεσε πως ίσως οι σωλήνες που περιείχαν το υγρό πυρ να θερμαίνονταν αρχικά πάνω σε άλλα βοηθητικά πλοία και αργότερα πάνω στα ίδια τα πολεμικά και για το λόγο αυτό η θάλασσα έπρεπε να είναι ήρεμη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το όπλο με επιτυχία.

Παρότι η υπόθεση της μεταφοράς των σωλήνων που είχαν θερμανθεί, από πλοίο σε πλοίο, και εν μέσω ναυμαχίας, παρουσιάζει σαφείς αδυναμίες, η θεωρία της E.Davidson έχει την αξία της, καθώς η ερευνήτρια χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τη σκανδιναβική πηγή με τίτλο “Yngvar’s Saga”. Η πηγή αυτή ανήκει σε μια ευρύτερη ομάδα πηγών, οι οποίες περιγράφουν ταξίδια από τη Σουηδία προς την ενδοχώρα της Ρωσίας. Ήρωας του συγκεκριμένου έργου είναι ο πρίγκηπας Yngvar, μέλος της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, ο οποίος ταξιδεύοντας δια μέσου των ρωσικών ποταμών έφτασε τελικά στο Βυζάντιο. Το εν λόγω έργο βρίθει από φανταστικά στοιχεία, για τα οποία η E. Davidson υποστήριξε πως βασίζονται σε «αυθεντικές αναμνήσεις». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πηγή, ο Yngvar και οι άνδρες του αντιμετώπισαν βυζαντινά πολεμικά πλοία οπλισμένα με υγρό πυρ, ενώ υπάρχει μια αρκετά γλαφυρή περιγραφή της σύγκρουσης, στο τέλος της οποίας ο  ήρωας χρησιμοποιεί φλεγόμενα βέλη για να προκαλέσει φωτιά και εν τέλει έκρηξη που κατέκαυσε τα εχθρικά σκάφη. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς. η πηγή αναφέρει πως προηγείτο το φύσημα μιας εστίας φωτιάς με τη χρήση ενός φυσερού (σιδερά), διαδικασία που παρήγαγε θόρυβο, ενώ το εύφλεκτο υλικό εκτοξευόταν μέσω ενός μπρούτζινου σωλήνα.

Το 1977, οι J. Haldon (ιστορικός) και Μ. Byrne (φυσικός) δημοσίευσαν μια μελέτη 4, η οποία εν πολλοίς στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα πηγή. Οι δύο ερευνητές μέσα από το έργο τους αυτό α) απέρριψαν την άποψη ότι το «μυστικό» του υγρού πυρός βρισκόταν στη σύνθεσή του και β) έστρεψαν την έρευνά τους στην προσπάθεια κατασκευής μιας συσκευής εκτόξευσης υγρού πυρός. Ως προς το βασικό συστατικό από το οποίο αποτελείτο το υγρό πυρ, οι J. Haldon και M. Byrne πρότειναν το αργό πετρέλαιο, ξεπερνώντας τα γνωστά προβλήματα σχετικά με τη χρήση του υποστηρίζοντας πως μέσω της προθέρμανσής του αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν.

Η συσκευή η οποία κατασκευάστηκε από τους J. Haldon και Μ. Byrne αποτελείτο από τρία μέρη, α) ένα ορειχάλκινο «σίφωνα, που ταυτίζουν με μια καταθλιπτική αντλία, β) έναν στρεφόμενο σωλήνα μέσα από τον οποίο το υγρό εκτοξευόταν στους εχθρούς και προς πάσα κατεύθυνση και γ) μια μικρή εστία που χρησιμοποιείτο για να θερμαίνει κατά τη διάρκεια της μάχης το υγρό πυρ. Το τελευταίο βρισκόταν μέσα σε αεροστεγώς σφραγισμένους λέβητες.

Ιστορική πιθανή ανακατασκευή του μηχανισμού του υγρού πυρός κατά J. H Haldon και M. Byrne.

Η μελέτη όμως αυτή των J. Haldon και M. Byrne παρουσιάζει συγκεκριμένες αδυναμίες. Πέρα από τις εύλογες απορίες σχετικά με το κατά πόσο ήταν εφικτή η κατασκευή ενός αεροστεγούς συστήματος, με τις δυνατότητες της εποχής, ικανού να αντέξει στις πιέσεις που απαιτούσε η εκτόξευση του αργού πετρελαίου, ακόμη και θερμού, η ίδια η χρήση της συσκευής και οι δυσκολίες αποτελεσματικής αξιοποίησής της εν μέσω μάχης και με δυσχερείς καιρικές συνθήκες, ήταν δυνατό να προκαλέσουν συχνά ατυχήματα τα οποία θα απέβαιναν μοιραία για τους χειριστές των συσκευών/μηχανισμών, με προφανή αποτελέσματα ως προς την ίδια την υπονόμευση της σημασίας του όπλου.

Ακόμη, η ερμηνεία που δίνουν οι J. Haldon και M. Byrne στον όρο «σίφων» είναι μάλλον αυθαίρετη, καθώς μέσα από τις πηγές, όπως για παράδειγμα από το «Βίο του Στεφάνου του Νέου» δεν αποδεικνύεται πως σήμαινε πάντοτε αντλία. Στο συγκεκριμένο χωρίο μάλιστα ο όρος «σίφων» αφορά πιθανότατα δοχεία γεμάτα νερό, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία του πλοίου  για την άμεση αντιμετώπιση πυρκαγιάς.

  Byzantine Superweapons: Naval Flamethrower with Greek Fire (ελληνικοί υπότιτλοι)

                 

Γ. Επανεκτιμήσεις και Συμπεράσματα 6

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήδη παρατέθηκαν, οι διάφοροι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη μελέτη του υγρού πυρός εστίασαν τις μελέτες τους σε δύο άξονες.

  1. Τη σύνθεση του υγρού πυρός
  2. Τον τρόπο χρήσης – εκτόξευσης του μείγματος

Ως προς το πρώτο σκέλος, διατυπώθηκαν αρκετές απόψεις, όπως για παράδειγμα πως το νίτρο ή ο ασβέστης ήταν εκείνα τα υλικά που έδιναν στο υγρό πυρ τις «μαγικές» για την εποχή ιδιότητες, δηλαδή της αυτοανάφλεξης/έκρηξης μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό. Βέβαια οι θέσεις αυτές αναθεωρήθηκαν από νεότερους ερευνητές στη συνέχεια, ή ακόμη και από τους ίδιους που τις διατύπωσαν αρχικά και έπειτα ανασκεύασαν με νέες διορθωτικές μελέτες.

Θα πρέπει να τονιστεί με τα δεδομένα του 7ου αι. οι Βυζαντινοί δε διέθεταν υλικά με υψηλό βαθμό χημικής καθαρότητας, τα οποία θα τους επέτρεπαν να σταθεροποιήσουν μια συγκεκριμένη χημική ένωση με αυστηρά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, επιτρέποντάς τους να την επαναλαμβάνουν με ακρίβεια. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για μια «συνταγή» του υγρού πυρός, αλλά για πολλές.

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, μια άλλη ομάδα ερευνητών προσπάθησε να αποσυνδέσει εν πολλοίς το πρόβλημα της εκτόξευσης του υγρού πυρός από την ίδια του τη σύνθεση. Και πάλι όμως, παρά τις προσπάθειες αυτές, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι κατασκευές που προτάθηκαν είναι αρκετά πιο σύνθετες απ’ αυτές που οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα τεχνικά μέσα του 7ου αι..

Ακόμη, σε στενή συνάφεια με το αμέσως παραπάνω είναι και ο τρόπος εκτόξευσης του υγρού πυρός:

α) ο M. Berthelot, και όσοι τον ακολούθησαν, πρότειναν την ύπαρξη του νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός και υποστήριξαν, δίχως όμως με μεγάλη σαφήνεια, την υπόθεση της εκτόξευσης ως αποτέλεσμα των εκρηκτικών ιδιοτήτων του νίτρου.

β) Μια δεύτερη ομάδα ερευνητών (H.W.L. Hime, N.D. Cheronis, Κ. Αλεξανδρής, R.J. Forbes) δέχεται ότι η εκτόξευση γινόταν με τη βοήθεια αντλίας.

γ) Μια τρίτη μέθοδος είναι αυτή που προτάθηκε από τους E. Davidson και J. Haldon – M. Byrne. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο η εκτόξευση γινόταν μέσω θερμαινόμενων σωλήνων ή από μία συσκευή στην οποία συνδυαζόταν η πίεση αντλίας και η θερμότητα.

Μετά την παράθεση των απόψεων που αφορούν τη σύνθεση και την εκτόξευση του υγρού πυρός κατέστη σαφές πως ότι καμιά απ’ αυτές δε δίνει μια απολύτως πειστική απάντηση ειδικά ως προς το ζήτημα της εκτόξευσης.Ο μόνος τρόπος σχετικά με την αναζήτηση απαντήσεων είναι η επιστροφή στις πηγές, στις οποίες οι υπάρχουσες περί του υγρού πυρός μνείες είναι λίγες και αρκετά ασαφείς, επιτρέποντας έτσι την ύπαρξη αντιφατικών ερμηνειών.

Η μελέτη των διαθέσιμων πηγών μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στις παρακάτω γενικές παρατηρήσεις:

α) Το υγρό πυρ ριχνόταν «μετά ή δια των σιφώνων» που ήταν τοποθετημένοι στα πολεμικά πλοία

β) Οι σίφωνες ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη και «ἔμπροσθεν χαλκῷ ἠμφιεσμένοι».

γ) Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από βροντή και καπνό.

δ) Το υγρό πυρ μπορούσε να εκτοξεύεται κατά των εχθρικών πλοίων και μέσα σε δοχεία που έσπαζαν.

ε) Μπορούσε να ριχθεί ακόμη και με το χέρι, δηλαδή με τους «χειροσίφωνες».

ζ) Οι Βυζαντινοί μπορούσαν τέλος να ελέγχουν το υγρό πυρ και να το εκτοξεύουν «κατά τε τό πρανές πολλάκις και ἐφ’ἑκάτερα».

Σχετικά με τον όρο «σίφων» έχουν δοθεί δύο διαφορετικές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία σίφων=αντλία, άποψη που υποστήριξαν πολλοί ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι N.D. Cheronis, J.R. Partington και J. Haldon – M. Byrne. Η άποψή τους αυτή στηρίχθηκε σε χωρίο του Βίου του Αγίου Στεφάνου του Νέου, που μιλά για σίφωνα.

Η δεύτερη ομάδα των ερευνητών που εκπροσωπούν οι M. Mercier, R.J. Forbes και E. Davidson, υποστηρίζει ότι σίφων = σωλήνας, δεχόμενοι στη σημασία που δίνουν στον όρο τα λεξικά. Την ίδια ερμηνεία δίνουν βέβαια στον όρο «σίφων» και όσοι δέχονται την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός.

Θεωρούμε όμως πως τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ερμηνεία του όρου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί και στις δύο περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο όρος «σίφων» και η σημασία του μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη εκείνη της καθημερινής λέξης σίφων.

Εξάλλου και οι δύο ομάδες ερευνητών αντιμετωπίζουν δυσκολία ερμηνείας του όρου «χειροσίφων», μια ερμηνεία που όμως είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της αληθινής σημασίας του τεχνικού όρου «σίφων».

Η προσεκτική μελέτη των πηγών οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκεκριμένα ερωτήματα:

α) Τη δυνατότητα ρίψης μιας εύφλεκτης ύλης από τους πυρφόρους δρόμωνες σε μια λογική απόσταση.

β) Τη δυνατότητα ρίψης αυτής της εύφλεκτης ύλης από τα βυζαντινά πλοία με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας.

γ) Τους τρόπους πυροδότησης και ανάφλεξης της εμπρηστικής ύλης.

Επανεξετάζοντας λοιπόν το πρόβλημα, θα πρέπει να γίνει σαφές, πως έχοντας ήδη αποδεχθεί την άποψη ότι κάτω από τη γενική ονομασία «υγρόν πυρ» κρύβονται πολλές «συνταγές» εμπρηστικών μιγμάτων, συμφωνώντας κατ’ αρχήν με την επικρατούσα άποψη, όπως αυτή εκφράστηκε από τους M. Mercier, R.J. Forbes, E. Davidson, J. Haldon – M. Byrne, οι οποίοι δέχονται ότι το υγρό πυρ ήταν κατά βάση αργό πετρέλαιο στο οποίο οι Βυζαντινοί πρόσθετα διάφορα εύφλεκτα υλικά.

Ως προς το πρόβλημα της εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι αυτό που αφορά στη δυνατότητα ρίψης, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τους πυρφόρους δρόμωνες σε λογική απόσταση. Το ερώτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η απάντηση που θα γίνει αποδεκτή, θα καθορίσει την πορεία της επιχειρηματολογίας που θα ακολουθήσει.

Σχετικά με το ζήτημα του βεληνεκούς και της απόστασης εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο Κ. Αλεξανδρής υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί θα άρχιζαν να το χρησιμοποιούν σε μια σύγκρουση, όταν απόσταση μεταξύ αυτών και των αντιπάλων τους έπεφτε στα 50-70 μέτρα.

Εάν δεχθούμε την άποψη του Κ. Αλεξανδρή, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί μια λύση διαφορετική από αυτήν της χειροκίνητης αντλίας που προτείνουν οι Haldon-Byrne και όσοι πιστεύουν πως το υγρό πυρ εκτοξευόταν μ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς είναι αδύνατο το προαναφερθέν βεληνεκές να επιτευχθεί μέσω μιας χειροκίνητης αντλίας. Έπειτα, όπως σωστά παρατηρεί ο J.R. Partington, «το πετρέλαιο μόνο του δεν προσφέρεται για χρήση σε φλογοβόλες μηχανές γιατί η εκτοξευόμενη δέσμη διασκορπίζεται γρήγορα και δεν εκτινάσσεται αρκετά μακριά. Πρέπει να γίνει πυκνότερο ή εντελώς πολτώδες, με την προσθήκη ρητινωδών υλών». Βέβαια, εάν όμως προστεθούν οι ρητινώδεις ύλες που προτείνει ο J.R. Partington, ή αν αντί καθαρού πετρελαίου χρησιμοποιηθεί αργό πετρέλαιο, όπως προτείνουν οι J. Haldon – M.Byrne, τότε αντιμετωπίζουμε οξύτερο το πρόβλημα της πίεσης, που εξετάστηκε προηγουμένως.

Βαλλίστρα με τις προτεινόμενες μετατροπές ώστε να είναι εφικτή η χρήση υγρού πυρός.

Την άποψη πως το υγρό πυρ έπρεπε να εκτοξευόταν σε κάποια απόσταση μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσαν να το προωθήσουν οι Βυζαντινοί με τη βοήθεια μιας χειροκίνητης καταθλιπτικής αντλίας, δέχονται άμεσα ή έμμεσα, στην πλειονότητά τους οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα. Μεταξύ αυτών ο Γάλλος χημικός M. Berthelot, που υποστήριξε την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του Καλλίνικου, όπως επίσης και όλοι όσοι δέχθηκαν την άποψή του (H.Diehls, C. Zenghelis κ.α.). Οι ερευνητές αυτοί πιστεύουν ότι η εκτόξευση γινόταν μέσα από μεταλλικούς σωλήνες ενώ την ωστική δύναμη έδινε μια έκρηξη που απέδιδαν στο νίτρο. Έτσι, κι αν ακόμη δεχθούμε, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές αυτοί, ότι η έκρηξη ήταν το προϊόν μιας έστω και πρωτόγονης μορφής πυρίτιδας, είναι και πάλι προφανές ότι η έκρηξη αυτή θα έπρεπε να εκτόξευε το μίγμα σε μια κάποια ικανή απόσταση.

Ως προς το ερώτημα, για το πως θα μπορούσαν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύσουν σε ικανή απόσταση τις εύφλεκτες και εμπρηστικές ύλες, που στις πηγές παραδίδονται με τη γενική ονομασία «υγρό πυρ», η απάντηση είναι, κατά την άποψή μας, απλή και την υπαινίσσεται ο C.W.C. Oman στο κλασικό έργο του The Art of War in the Middle Ages, όπου σημειώνει τα εξής: «Θα παρατηρηθεί ότι δεν αναφέρθηκα εκτενώς στο υγρό πυρ… Αυτή η παράλειψη προέρχεται από την πεποίθηση ότι, παρόλο που η σπουδαιότητά του… στις ναυμαχίες υπήρξε σημαντική, ήταν, όπως και να το κάνουμε, μία πολεμική μηχανή λιγότερο σημαντική και δεν μπορούσε να συγκριθεί ως παράγοντας της επιτυχίας των Βυζαντινών, με το περίφημο στρατηγικό και τακτικό τους σύστημα. Το ίδιο περίπου συμπέρασμα προκύπτει κι από τη μελέτη των άλλων καθαρά μηχανικών κατασκευασμάτων που βρίσκονταν στη διάθεση των στρατηγών του αυτοκράτορα. Η παλιά τέχνη των ρωμαίων μηχανικών είχε διατηρηθεί σχεδόν ακέραια και τα οπλοστάσια της Κωνσταντινούπολης ήταν γεμάτα με πολεμικές μηχανές των οποίων η θανάσιμη αποτελεσματικότητα ενέπνεε στους λιγότερο πολιτισμένους λαούς της Δύσης και της Ανατολής ένα μυστηριώδες αίσθημα τρόμου…Ο καταπέλτης, ο όναγρος και η βαλλίστρα ήταν πολύ γνωστά τόσο στον 10ο αι. όσο και στον 1ο . Σίγουρα χρησιμοποιούνταν και μάλιστα με αποτελεσματικότητα, σε κάθε πολιορκία.»7

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα του πως πετύχαιναν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύουν το εμπρηστικό υλικό τους, θα πρέπει να αναζητηθεί στη ρωμαϊκή στρατιωτική παράδοση, η οποία συνεχίστηκε ασφαλώς και στο Βυζάντιο.

Γίνεται έτσι φανερό ότι θα πρέπει να στραφούμε σε έναν πιο απλό και δοκιμασμένο τρόπο εκτόξευσης του πυρός. Οι Ρωμαίοι διέθεταν μια πλειάδα βλητικών μηχανών, βαλλίστρες, καταπέλτες κτλ. που μπορούσαν να ρίξουν εύκολα βλήματα και εμπρηστικές ύλες σε ικανές αποστάσεις και με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνταν βαλλίστρες. Η ακρίβεια στόχευσης είναι πολύ σημαντική, ειδικά όταν ο στόχος που πρόκειται να βληθεί δεν είναι πολύ μεγάλος και προπάντων σταθερός (τείχος ή πύργος), αλλά μικρός, κινούμενος και ευέλικτος (πλοίο).

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, πιστεύουμε πως αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ρωμαϊκής παράδοσης και πείρας στις πολεμικές μηχανές με την καινοτομία του Καλλίνικου σ’ ό,τι αφορά τη βελτίωση της σύνθεσης του εμπρηστικού υλικού, αποτελούν το «μυστικό» του υγρού πυρός των Βυζαντινών.

Πως λειτουργούσε όμως αυτή η μηχανή εκτόξευσης του υγρού πυρός; Κατά βάση ήταν μια από τις γνωστές ρωμαϊκές βαλλίστρες τοποθετημένη στην πλώρη των βυζαντινών πολεμικών πλοίων. Κατά μήκος του κύριου άξονα της βαλλίστρας κινείτο ένα έμβολο που στην μπροστινή του άκρη είχε προσαρμοσμένη μια υποδοχή μέσα στην οποία τοποθετούσαν το «ἐσκευασμένον» ή «σκευαστόν» πυρ. Το έμβολο αυτό κινείτο πάνω σε μια βάση που προεκτεινόταν και εξείχε από την πλώρη του πλοίου και καθόριζε το επίπεδο και το διάστημα της πορείας του εμβόλου. Το έμβολο, συρόταν προς τα πίσω μαζί με τη χορδή της βαλλίστρας και στη συνέχεια απελευθερωνόταν και εκτόξευε το εμπρηστικό υλικό πάνω στα εχθρικά πλοία, με τη συνηθισμένη για τις βαλλίστρες ακρίβεια. Το μέγεθος της βαλλίστρας μπορούσε να ποικίλει, ανάλογα με τον τύπου του πλοίου πάνω στο οποίο θα χρησιμοποιείτο, ενώ βρισκόταν πάνω σε μια βάση που επέτρεπε στο χειριστή να τη στρέφει προς διάφορες κατευθύνσεις και να ακοντίζει το πυρ «κατά τε το πρανές πολλάκις και ἐφ’ ἑκάτερα».

Η σπουδαιότητα του όπλου σαφώς και συνίστατο στη δυνατότητα ακριβούς σκόπευσης, παράγοντας κρίσιμος ως προς την αποτελεσματικότητά του. Η χρήση του όμως υπόκειτο σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα οι καιρικές συνθήκες, αφού η θαλασσοταραχή μπορούσε να επιδράσει αρνητικά.

Η χρήση της βαλλίστρας, σε κάθε περίπτωση, δίνει θετικές απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν νωρίτερα μέσα στα πλαίσια των όσων αναφέρθηκαν και εξετάστηκαν στη σύντομη αυτή μελέτη.

α) Μπορεί να ρίξει μια εύφλεκτη και εμπρηστική ύλη σε ικανή απόσταση και να τη ρίξει με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό σε ναυτικές συγκρούσεις.

β) Ταιριάζει και με τις περιγραφές των πηγών. Το υγρό πυρ εκτοξεύεται με τη μηχανή που προτείνεται, «διά ή μετά των σιφώνων», που στην προκειμένη περίπτωση σίφων = δοχείο. Οι σίφωνες ήταν οστράκινοι, φαίνεται όμως ότι χρησιμοποιήθηκαν και χάλκινοι, πιθανώς σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να είναι μεγαλύτεροι.

Στην άποψη ότι σίφων = δοχειο οδηγούμαστε αφ’ ενός γιατί οι μαρτυρίες των πηγών μιλούν, όπως είδαμε για υγρό πυρ που βρισκόταν μέσα σε δοχεία και αφ’ ετέρου γιατί παρόμοιες μεθόδους ρίψης εμπρηστικών υλών χρησιμοποιούσαν και οι Άραβες.

Εκείνο όμως που πείθει πράγματι ότι οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν σκεύη για την εκτόξευση του υγρού πυρός, είναι η πληροφορία που σώζεται στα «Ναυμαχικά» και αναφέρεται στη χρήση μικρών σιφώνων.

Χρήση χειροκίνητου σίφωνα σε χερσαίες επιχειρήσεις μεταξύ 9ου και 11ου αι.. Λεπτομέρεια από το μεσαιωνικό χειρόγραφο Codex Vaticanus Graecus, 1605.

Byzantine Superweapons: The Flamethrower (ελληνικοί υπότιτλοι)

Δ. Πόσο αποτελεσματικό ήταν το υγρό πυρ; 8

Ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο τόσο φοβερό και αποτελεσματικό, όσο υπαινίσσονται ορισμένες από τις πηγές; Μέχρι ποιου σημείου οι πηγές είναι αντικειμενικές και πότε ή γιατί υπερβάλλουν;

Ως προς τη δραστικότητα και την αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: οι πηγές που μιλούν με θαυμασμό και δέος για το υγρό πυρ ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Ή είναι περιγραφές ξένων που υπέστησαν καταστροφή λόγω του υγρού πυρός ή απηχούν την έπαρση των Βυζαντινών για τις νίκες που κατήγαγαν κατά των βαρβάρων.

Βέβαια ούτε η πρώτη, αλλά ούτε και η δεύτερη κατηγορία των πηγών αυτών μπορούν να είναι ιδιαίτερα πειστικές για ευνόητους λόγους. Οι μεν ηττημένοι έχουν κάθε λόγο να μεγαλοποιούν τα αίτια που αυτοί νομίζουν πως προκάλεσαν την καταστροφή τους, ενώ οι νικητές έχουν κάθε λόγο να επιχειρούν ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, θα πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη λυδία λίθο στην προκειμένη περίπτωση:

Γιατί οι Βυζαντινοί δεν το χρησιμοποιούσαν συχνότερα, αλλά κυρίως σε περιπτώσεις ανάγκης; Γιατί δεν το χρησιμοποιούσε και ο στρατός ξηράς και μάλιστα όταν πολιορκούνταν βυζαντινές πόλεις; Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μεσημβρίας, της οποίας οι Βυζαντινοί υπερασπιστές είχαν στην κατοχή τους 36 σίφωνες και τις αντίστοιχες ποσότητες υγρού πυρός, αλλά δεν τους χρησιμοποίησαν και τελικά η πόλη έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων του Κρούμου το Νοέμβριο του 812.

Εδώ βέβαια να προσθέσουμε πως ούτε ο Κρούμος χρησιμοποίησε αυτό το αναπάντεχο «δώρο» το οποίο η τύχη του πρόσφερε. Αυτό ασφαλώς δεν οφείλεται στο ότι ήταν ένα καλά φυλαγμένο αυτοκρατορικό μυστικό, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος «προς τον ἴδιον υἱόν Ρωμανόν», καθώς μέσα στους αιχμαλώτους Βυζαντινούς που συνέλαβε ο Κρούμος στη Μεσημβρία θα υπήρχαν σίγουρα και ορισμένοι που θα γνώριζαν τον τρόπο χρήσης του υγρού πυρός.

Τέλος, γιατί οι Βυζαντινοί δεν χρησιμοποίησαν το υγρό πυρ, όταν κινδύνευε η ίδια η Βασιλεύουσα τον έσχατο των κινδύνων από τους Σταυροφόρους το 1204;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί παρά να είναι μία: ότι το υγρό πυρ των Βυζαντινών δεν είχε ούτε τη δραστικότητα ούτε την αποτελεσματικότητα που του αποδίδουν οι σχετικά λίγες και πάντως ασαφείς πληροφορίες των πηγών.

Στη θάλασσα ασφαλώς και μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο, υπό συγκεκριμένες πάντοτε συνθήκες, όμως στην ξηρά η αποτελεσματικότητά του ήταν περιορισμένη και σίγουρα δεν μπορούσε να συναγωνιστεί εκείνη των άλλων πολεμικών μηχανών που η ρωμαϊκή παράδοση κληροδότησε στο Βυζάντιο. Η σκέψη αυτή θα μπορούσε ως ένα βαθμό να εξηγήσει την αλλιώς ανεξήγητη μη χρησιμοποίηση του υγρού πυρός σε χερσαίες επιχειρήσεις.

Ο Ed. Gibbon, όμως, στο έργο του History of the Decline and Fall of the Roman Empire θεωρεί το υγρό πυρ ως το θείο δώρο που επέτρεψε στην «ανίκανη» αυτοκρατορία να συνεχίσει να υπάρχει και το ονομάζει palladium του Βυζαντίου.

Στο σημείο αυτό, και ως κλείσιμο αυτής της σύντομης παρουσίασης*, ας μου επιτραπεί να διορθώσω τον Ed. Gibbon παρατηρώντας ότι palladium του Βυζαντίου δεν ήταν το υγρό πυρ, αλλά η άριστη διοικητική και στρατιωτική παράδοση, κληρονομιά ρωμαϊκή που διατήρησε ζωντανή η αυτοκρατορία, μια παράδοση που συνυφασμένη με την ελληνική ναυτική αρετή, της επέτρεπε να παρατάσσει στόλους και άνδρες ικανούς να δημιουργούν θαύματα και θρύλους.

Ο Θεόδωρος Κ. Κορρές είναι Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί εκτενή περίληψη του βιβλίου του γράφοντος, «Υγρόν Πυρ. Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής» Γ΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1995, όπου και παρατίθεται αναλυτική βιβλιογραφία.

Σημειώσεις

¹ Ιλιάδα, Ραψωδία Π 122-124.

² Ιωάννης Μαλάλας, 403.16-21.

³ Για το Κίνημα των Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το κίνημα των «Ελλαδικών», Βυζαντιακά τ.1 (1981), 37-50.

⁴ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ,43-46.

⁵ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 41-54.

⁶ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 109-133.

⁷ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 115. βλ. επίσης C.W.C. Oman, Art of War, 55.

⁸ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 121-129.

John Horne: H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αφιέρωμα στα  100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

John Horne

H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου¹

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πρώτη συλλογική δοκιμασία του 20ού αιώνα. Ο θάνατος άνω των 10 εκατομμυρίων μαχητών, ως επί το πλείστον Ευρωπαίων, βύθισε ολόκληρες κοινωνίες στο πένθος. Χιλιάδες άτομα, προερχόμενα από τις ανά τον κόσμο αποικίες, πολέμησαν ή εργάστηκαν στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο το αποικιακό στερέωμα. Οι Αμερικανοί αντέστρεψαν τη ροή του μεταναστευτικού ρεύματος, καταφθάνοντας συλλογικά, ως στρατιώτες, στην Ευρώπη. Δεν μετακινήθηκαν μόνο οι άνθρωποι. Μπορεί μεν ο πόλεμος να μην προκάλεσε τη γρίππη του 1918-1919, ωστόσο συνέβαλε στην εξάπλωση του ιού Η1Ν1, αναβαθμίζοντας, ως εκ τούτου, την πανδημία σε παγκόσμιο φαινόμενο. 

Από πολιτικής απόψεως, ο πόλεμος άλλαξε τη φυσιογνωμία της Ευρώπης. Η ήττα εμπόδισε την επιβολή της κυριαρχίας της Γερμανίας επί της Γηραιάς Ηπείρου δίχως, ωστόσο, να λύσει το πρόβλημα.

Οι μέχρι πρότινος πολυεθνικές αυτοκρατορίες (τσαρική Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) υποκαταστάθηκαν από νεοπαγή κράτη-έθνη. Πρόκειται για κράτη, που αγωνίστηκαν, εν συνεχεία, στους κόλπους του εθνικά ποικιλόμορφου ανατολικού τμήματος της Ευρώπης και του Καυκάσου, με σκοπό να συμφιλιώσουν τους λαούς και να αναπροσαρμόσουν τα σύνορα, ανάγοντας σε κυρίαρχο διακύβευμα την έννοια της εθνότητας και της εθνικής κυριαρχίας.

Η Ευρώπη την επομένη της λήξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Χάρη στον πόλεμο, οι ΗΠΑ,για πρώτη φορά στην ιστορία τους, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Η προοπτική αποστολής στα επιχειρησιακά θέατρα ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918 , σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας. Γεγονός, το οποίο, με τη σειρά του, επέτρεψε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Woodrow Wilson, να ηγηθεί της προσπάθειας ανοικοδόμησης της Ευρώπης από τους νικητές στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης του Παρισιού. Το νέο ξεκίνημα δεν σφραγίστηκε μόνο από το εγερτήριο σάλπισμα περί αυτοδιάθεσης αλλά, κυρίως, από την πρώτη απόπειρα συγκρότησης μιας μορφής υπερεθνικής διακυβέρνησης υπό τη σκέπη της Κοινωνίας των Εθνών. Παρόλο που η αμερικανική κοινή γνώμη (σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά το 1945) δεν συμμερίστηκε την ιδέα της ενεργού συμμετοχής της χώρας στην όλη ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής πραγματικότητας, οι ΗΠΑ ουδέποτε εγκατέλειψαν ολοσχερώς το διεθνές στερέωμα, παραμένοντας δραστήριες στους τομείς της οικονομίας και της διπλωματίας.

Ο πόλεμος ριζοσπαστικοποίησε πνευματικά και ιδεολογικά τα πολιτικά δεδομένα. Η τσαρική Ρωσία δεν κατέρρευσε απλά μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας. Η ανάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Νοέμβριο του 1917, η συνακόλουθη αντεπανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, αντανακλούν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ένα εγχείρημα επιβολής σε ευρεία κλίμακα, μιας σοσιαλιστικής εμπνεύσεως παραλλαγής στο χώρο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ένας άνεμος αντι-μπολσεβικικής υστερίας άρχισε να διαπερνά, ταυτόχρονα, τους συντηρητικούς κύκλους της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Στην πραγματικότητα, παρόλες τις διακηρύξεις περί διεθνούς επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση καλείτο, πρωτίστως, να διασφαλίσει τον σοσιαλισμό εντός των γεωγραφικών ορίων της ίδιας της χώρας. Η ταξική ιδεολογία, της επέτρεπε να διατηρήσει πολλές από τις παρακαταθήκες της τσαρικής αυτοκρατορίας, προσδίδοντάς τους, παρά ταύτα, νέα υπόσταση. Εξακολούθησε να παραμένει μια ισχυρή δύναμη. Ιδεολογικά, ωστόσο, δεν διέθετε τις απαραίτητες προδιαγραφές, που θα της επέτρεπαν να προβάλλει ως αξιόπιστος διπλωματικός εταίρος, με τον ίδιο τρόπο, που το έπραττε παλαιότερα η  τσαρική Ρωσία.

Διαδήλωση στους δρόμους της Πετρούπολης το 1917.

Ο αντι-μπολσεβικισμός συνέβαλε στην ενδυνάμωση μιας άλλης ιδεολογίας, επίσης προϊόντος της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια αυταρχική και διαπνεόμενη από άκρατο λαϊκισμό εκδοχή του εθνικισμού, που επαγγελόταν μια νέα κοσμοαντίληψη σε επίπεδο δομής του κράτους και άσκησης της εξουσίας, σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με τη φιλελεύθερη δημοκρατία όσο και με τον κομμουνισμό. Ενόσω η παλαιά τάξη πραγμάτων κατέρρεε, νέα πρόσωπα αναδείχθηκαν στην εξουσία, χάρη σε ένα συνδυασμό πολιτικού χαρίσματος, στρατιωτικής μυθολογίας και παρακρατικής βίας. Στην Ιταλία πέτυχαν τους στόχους τους το 1922, με την επιβολή του φασισμού. Στην Αυστρία και στη Γερμανία προσχώρησαν στις τάξεις των αντεπαναστατικών παραστρατιωτικών Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps) των αρχών του Μεσοπολέμου και σε εκείνες της άκρας Δεξιάς, που, μια δεκαετία αργότερα, θριάμβευσε με την άνοδο των Ναζί στα πράγματα.

Ένοπλο Ελεύθερο Σώμα στo Μόναχο, τον Μάϊο του 1919.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επαναπροσδιόρισε τον συσχετισμό των ισορροπιών ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη ανάδειξη των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης, ούτε στη διαρκώς διογκούμενη αυτοπροβολή της Ιαπωνίας στο σύμπλεγμα Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού Ωκεανού. Το φαινόμενο προέκυψε και δια μέσου επιμέρους μεταβολών, οι οποίες εκδηλώθηκαν στον τομέα της αποικιακής πολιτικής. Εκ πρώτης όψεως, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ενεπλάκησαν στη διαδικασία του επεκτατικού ανταγωνισμού, διαμοιραζόμενες τις μέχρι πρότινος γερμανικές αποικίες της Αφρικής και της Ασίας. Συμμετείχαν επίσης ενεργά στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Στο χώρο, που σήμερα ονομάζουμε Μέση Ανατολή, οι Βρετανοί προέβησαν στη γνωστή Διακήρυξη περί εγκαθίδρυσης μιας “εβραϊκής πατρίδας” στην Παλαιστίνη. Θεωρητικά, οι δυο μεγαλύτερες, σε παγκόσμια κλίμακα, αποικιακές αυτοκρατορίες, ουδέποτε άλλοτε υπήρξαν τόσο ισχυρές όσο μετά το πέρας του πολέμου. Ωστόσο, ο τελευταίος λειτούργησε ως έναυσμα για τα πρώτα σκιρτήματα προς την κατεύθυνση της αντιαποικιακής ανεξαρτησίας. Θα χρειαστεί άλλος ένας παγκόσμιος πόλεμος, έως ότου το φαινόμενο αυτό προσλάβει διαστάσεις αποαποικιοποίησης. Οι Μπολσεβίκοι, από τη δική τους πλευρά, φρόντισαν να εντάξουν τις διάφορες αντιαποικιακές εξεγέρσεις στο δικό τους πρόγραμμα περί παγκόσμιας επανάστασης.

Τέλος, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η ταφόπλακα του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα και μιας οικονομίας, η οποία στηριζόταν επάνω στην μετατρεψιμότητα του χρυσού και σε ένα ελεύθερο, λίγο έως πολύ, εμπόριο. Οι πληθωριστικές συνέπειες της εν γένει πολεμικής προσπάθειας, η οποία είχε στηριχθεί σε ευρείας κλίμακας δανεισμό, λειτούργησαν αποσταθεροποιητικά (όπως, άλλωστε, κάθε πληθωριστικό φαινόμενο) σε βάρος καθιερωμένων κοινωνικών ιεραρχιών. Συγκεκριμένες μορφές πλούτου (οικογενειακά αποθέματα, συντάξεις) παραχώρησαν σημαντικό χώρο σε άλλες (κέρδη και μισθοί στον κλάδο της βιομηχανίας). Τα υπέρογκα πολεμικά χρέη, ειδικότερα εκείνα της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας έναντι των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την πληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων στους νικητές του πολέμου, αποσυντόνισαν τη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομία, έστω και αν η Γερμανία κατάφερε, εν τέλει, να απεμπλακεί από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών της υποχρεώσεων. Ευρισκόμενη ανάμεσα σε μια προπολεμική πραγματικότητα (πριν από το 1914) βασισμένη στην αγγλική λίρα και σε μια μεταπολεμική (το 1945 πλέον), βασισμένη στο αμερικανικό δολάριο, η οικονομία του Μεσοπολέμου κλονίστηκε άσχημα από την κρίση του 1929, προκαλώντας περεταίρω αναστάτωση, κοινωνική αδικία και πολιτικές αναταράξεις, οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στα ήδη υφιστάμενα επακόλουθα του  πολέμου.

Το κραχ στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (γνωστό και ως “Μαύρη Πέμπτη”), στις 24 Οκτωβρίου 1929, οπότε η αγορά έχασε το 11% της αξίας της μέσα σε λίγες ώρες.

Επομένως, είναι εμφανές πως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διαβρωτικές επιπτώσεις σε βάρος της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Οι διάφορες απόψεις σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο αυτό συνέβη, χαρακτηρίζονται από σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι επιπτώσεις του πολέμου ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερα γεγονότα (Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ψυχρός Πόλεμος), τα οποία προκλήθηκαν, εν μέρει, από αυτόν. Μετά το 1939, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έπαψε να είναι “τρέχουσα ιστορία”. Το κομβικό σημείο, η απαρχή της “σύγχρονης ιστορίας”, ήταν πια το 1945. Μιάς “σύγχρονης ιστορίας”, που είχε αναδυθεί από τις νίκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και σχηματοποιηθεί μέσα στο καλούπι του Ψυχρού Πολέμου.

Κατά δεύτερο λόγο, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης και η πρόσληψη του γεγονότος από τους ιστορικούς δεν ακολουθούν ευθύγραμμη πορεία. Αμφότερες αντανακλούν τις συγκυρίες και τις έγνοιες που συνέβαλαν στη δημιουργία τους. Παρόλο που υπήρξε ένα γενικευμένο φαινόμενο, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος καταχωρίστηκε στη συλλογική μνήμη και μελετήθηκε ανέκαθεν μέσα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των εθνών-κρατών, στην τελική επικράτηση των οποίων, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκή κλίμακα, συνέβαλε αποφασιστικά. Στο αποικιακό στερέωμα όμως, η εμπειρία του πολέμου και η διατήρηση της μνήμης, εξέφραζαν την ψυχολογία του αποικιοκράτη, επισκιάζοντας την έννοια του έθνους. Χώρες όπως η Αλγερία και η Ινδία, εκδήλωσαν περιορισμένο ενδιαφέρον έναντι του πολέμου, αν και συμμετείχαν ενεργά και με βαρειές απώλειες σε αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα νεοπαγή κράτη της περιόδου του Μεσοπολέμου, όπως η Αυστρία και η Πολωνία, οι λαοί των οποίων συμμετείχαν στον πόλεμο στους κόλπους πολυεθνικών σχηματισμών. Ειδικότερα οι Πολωνοί, πολέμησαν στις τάξεις τριών αυτοκρατοριών: Ρωσικής, Γερμανικής και Αυστροουγγρικής. Παρά ταύτα, και εδώ το ενδιαφέρον υπήρξε περιορισμένο. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από το 1914, οι Αυστριακοί άρχισαν να ανακαλύπτουν το ύστερο Αψβουργικό τους παρελθόν και οι Πολωνοί να επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσοχή έναντι του πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί πως ο άγνωστος στρατιώτης, που αναπαύεται στο ομώνυμο μνημείο της Βαρσοβίας, δεν υπήρξε θύμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά της αντιπαράθεσης με την Ουκρανία, μέσω της οποίας ολοκληρώθηκε η διαδικασία της πολωνικής ανεξαρτησίας το 1919.

Αλλά και μεταξύ των κυρίων πρωταγωνιστών, η μνήμη των οποίων είναι αμιγώς εθνική, το ενδιαφέρον εκδηλώνεται εντονότερα στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας (συμπεριλαμβανομένων και των πρώην κτήσεων της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και του Καναδά) από ό,τι σε εκείνη της Γερμανίας. Συνέβαλε σε αυτό και το γεγονός πως οι επιχειρήσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα ευρωπαϊκά θέατρα, διεξήχθησαν πρωτίστως στο Ανατολικό μέτωπο. Ως εκ τούτου, οι γαλλικές και βρετανικές απώλειες υπήρξαν χαμηλότερες σε σύγκριση με εκείνες της τετραετίας 1914-1918, οπότε το Δυτικό μέτωπο υπήρξε από τα σημαντικότερα του πολέμου.  Η πρόσληψη του “Μεγάλου Πολέμου” παραμένει αναλογικά ισχυρή στις παραπάνω χώρες. Αντίθετα, το τραύμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι βαθύτερο για τη Γερμανία (στρατιωτική ήττα, διαχωρισμός σε δυο κράτη, μεγαλύτερες απώλειες, για να μην αναφέρει κανείς το στίγμα του Ολοκαυτώματος). Από το 1945 και κατόπιν, στη χώρα αυτή ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο ως προθάλαμος της επακολουθήσασας πραγματικής τραγωδίας. Χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ως “ιμπεριαλιστικό”, η Σοβιετική Ένωση τον απέρριψε ουσιαστικά. Τον αντιμετώπισε ως σημαδιακό γεγονός, στο ποσοστό που ο συγκεκριμένος πόλεμος δρομολόγησε τις διαδικασίες για την εκδήλωση και επιβολή της επανάστασης, έστω και αν στα μάτια των ιθυνόντων υστερούσε εμφανώς έναντι του κομβικής συμβολικής σημασίας “Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου” των ετών 1941-1945. Τέλος, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, η χαμηλών τόνων πρόσληψη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου χρήζει ερμηνείας. Αφενός, το μέγεθος των ανθρωπίνων απωλειών επισκιάστηκε από εκείνα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αφετέρου, η μνήμη του αμαυρώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από την πολιτική του απομονωτισμού της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Ένα μεγάλο μέρος από τις τελετές των τελευταίων ετών με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα, δύναται να κατανοηθεί με όρους εθνικής μνήμης και επίδειξης ενδιαφέροντος έναντι του ιδίου του πολέμου. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, από κοινού με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τίμησαν όσο καμιά άλλη χώρα τη μνήμη των πεσόντων, εκπέμποντας, ταυτόχρονα, ένα μήνυμα ειρήνης και πατριωτισμού, κάπως ανώδυνο εάν λάβει κανείς υπόψη τον στρόβιλο του πολέμου και την τελική του έκβαση. Ο δείκτης ενδιαφέροντος εντός της Γερμανίας πραγματικά εκπλήσσει. Οφείλεται, ωστόσο, στην ευρεία κυκλοφορία, το 2012, στη συγκεκριμένη χώρα, εν είδει εξόδου διαφυγής, της μελέτης του Christopher Clark The Sleepwalkers (Οι Υπνοβάτες). Μέσω μιας διεξοδικής ανάλυσης των αιτιών του πολέμου, ο συγγραφέας απαλλάσσει τη Γερμανία από κάθε είδους ευθύνες σχετικά με τη διολίσθηση προς τη σύρραξη.

1η Ιουλίου 2016: Η επέτειος της εκατονταετίας της μάχης του Somme, στο βρετανικό μνημείο του Thiepval, καταμεσίς του πεδίου των εχθροπραξιών.

Με την κίνηση αυτή, κατάφερε να περιορίσει το βάρος της ιστορικής ενοχής των Γερμανών, με χρήση και προβολή ηθικών κριτηρίων, οι καταβολές πολλών εκ των οποίων ανέρχονται στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς πως η Ρωσία του Vladimir Putin ανακάλυψε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως έκφραση ειλικρινούς πατριωτισμού.

The Long Shadow: Europe After World War One (WW1 Documentary) | Timeline

 

Tίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξενίζει. Οι επετειακές τελετές οργανώνονται τόσο για το παρόν όσο και για το παρελθόν. Η ίδια η συγγραφή της Ιστορίας εμπλέκεται με τους ρυθμούς και τα βιώματα της εποχής του ιστορικού μελετητή. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, η γνώση γύρω από τον πόλεμο υπέστη ένα είδος επανάστασης. Ως εκ τούτου, διανοίχθηκαν νέες προοπτικές τόσο για τον ίδιο τον πόλεμο όσο και για την εκτίμηση και αξιολόγηση της κληρονομιάς του. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις εκείνες, όπου οι νέες αυτές προοπτικές ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση με το εθνικό φρόνημα και μήνυμα των οργανωτών.

Παραδόξως, η επέτειος των εβδομηνταπέντε ετών πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η προσοχή του κόσμου ήταν εκ των πραγμάτων αποσπασμένη από τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Παρά ταύτα, το 1989 αποδείχθηκε κομβικό έτος. Πρόκειται για τη στιγμή, που το 1945 έπαψε πλέον να λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της σύγχρονης περιόδου της Ιστορίας. Μετεξελίχθηκε σε ένα είδος ενδιάμεσου σημείου του, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Eric Hobsbawm, “λειψού 20ού αιώνα”, ενός αιώνα έχοντος ως αφετηρία το έτος 1914. Δεν είναι μόνο ο κύκλος της βίας στα Βαλκάνια, που επανήλθε στην πρώην Γιουγκοσλαβία προσλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τη μορφή ενός κτηνώδους  βομβαρδισμού σε βάρος του Σεράγεβου (1992-1996) και επαναφέροντας τα πράγματα, κατά κάποιο τρόπο, στο αρχικό τους σημείο, εκείνο της δολοφονίας του Ιουνίου 1914 στην ίδια πόλη. Κοντά στο γύρισμα του αιώνα και της χιλιετίας, οι Ευρωπαίοι προχώρησαν σε μια ανασύσταση της ηπείρου τους. Έτσι, αναδύθηκε στην επιφάνεια μια χαμένη προ πολλού Κεντρική Ευρώπη (Mitteleuropa) και μαζί με αυτή, η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα. Από τη δική τους πλευρά, η Κίνα και η Ινδία, μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεωμένης παγκοσμιοποίησης, άρχισαν να φαντάζουν ως ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, στρέφοντας τους προβολείς μακριά από την Ευρώπη. Στην προκειμένη περίπτωση είμαστε επίσης  μάρτυρες μιας διαδικασίας, οι καταβολές της οποίας δύνανται να ανιχνευτούν στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πώς μπορούμε, επομένως, να αποτιμήσουμε τη μακροπρόθεσμη κληρονομιά του πολέμου, από τη στιγμή, που οι άμεσες συνέπειες του τελευταίου δείχνουν να έχουν διασκορπιστεί μέσα στον λαβύρινθο της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας; Η απάντηση, με τέσσερις, τουλάχιστον, διαφορετικούς τρόπους, είναι συνυφασμένη με τη βία και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου.

Κατά πρώτο λόγο, η μνήμη του πολέμου στις μέρες μας, κυριαρχείται από τα βιώματα του απλού στρατιώτη και από την κλίμακα του διατεταγμένου θανάτου. Όμως, σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες, οι τελευταίοι εναπομείναντες βετεράνοι έχουν φύγει από τη ζωή μέσα στην τελευταία δεκαετία. Ως εκ τούτου, έπαψε να υφίσταται ο ζωντανός σύνδεσμος με τα γεγονότα και άρχισε να τίθεται μετ επιτάσεως το ζήτημα του μηνύματος του πολέμου, καθώς ο τελευταίος μετεξελίχθηκε σε ένα αμιγώς ιστορικό φαινόμενο. Με τον τρόπο αυτό, μπόρεσε να σφυρηλατηθεί ένα πλαίσιο εθνικής μνήμης, επικεντρωμένο επάνω στην έννοια της θυσίας του πολεμιστή. Από τη στιγμή που η έκβαση και το νόημα του πολέμου ανήκουν, πλέον, στο παρελθόν, η περισσότερο χειροπιαστή κληρονομιά εξακολουθεί να παραμένει η αφήγηση του πολεμιστή και η διατήρηση της μνήμης της από εκατομμύρια οικογένειες. Η ύπαρξη και παρουσία τόσο πολλών μνημείων αντικατοπτρίζει εύλογα την παραπάνω διαπίστωση.

Υφίστανται, επομένως, πειστικοί ιστορικοί λόγοι, προκειμένου να μπορέσει εκ νέου να αναδειχθεί ο πόλεμος του απλού μαχητή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν υπήρξε η πρώτη, κατά σειρά εμφάνισης, αντιπαράθεση της βιομηχανικής εποχής. Το θλιβερό αυτό προνόμιο διεκδικεί επάξια ο Αμερικανικός Εμφύλιος. Όμως, κατά τα έτη 1914-1918 έλαβε χώρα μια πρώτη συλλογική εμπειρία ενός πολυδιάστατου πολέμου, ο οποίος μετέφερε στα πεδία των εχθροπραξιών ολόκληρη την τεχνολογία της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (χάλυβας, χημικά αέρια, ισχυρά εκρηκτικά, μηχανή εσωτερικής καύσης κ.ο.κ.). Αυτό συνέβη με όρους στατικού πολέμου, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του οποίου επιστρατεύτηκαν ολόκληρα έθνη που περικαρακώθηκαν πίσω από αμυντικές γραμμές προκειμένου να καταφέρουν να επικρατήσουν σε βάρος του αντιπάλου. Συνέβη επίσης με όρους ανανεωμένου επιθετικού πολέμου ή, ακόμα, με όρους σταδιακής φθοράς της βούλησης του εχθρού να πολεμήσει. Τα συστήματα των χαρακωμάτων καθώς και οι αποτυχημένες επιθετικές πρωτοβουλίες των Συμμάχων κατά τις τελευταίες εκατό ημέρες έχουν αποτυπώσει τα ίχνη τους μέχρι σήμερα στα αντίστοιχα επιχειρησιακά θέατρα. Αν και βιαιότερος, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν άφησε πίσω του συμβατικά πεδία εχθροπραξιών περισσότερο καταστροφικά από όσο εκείνα του Verdun ή του Somme.

Otto Dix, Shock Troops Advance under Gas, 1924, Museum of Modern Art (MoMA), Nέα Υόρκη.

Σήμερα εξακολουθούμε να παραμένουμε έκθαμβοι μπροστά στην έκταση της πρωτοφανούς αυτής ανθρωποσφαγής.  Χαρακτηριστική της αντίδρασης στον μαζικό διατεταγμένο θάνατο ήταν, παλαιότερα, η εμμονή αναφοράς στα ονόματα των θυμάτων (δίχως να ακολουθείται η οποιαδήποτε ιεραρχία), σε μια ολοένα και περισσότερο διευρυμένη, εξαιτίας της συνεχόμενης ανέγερσης μνημείων, γεωγραφία πένθους. Επινοήθηκαν νέοι τρόποι (κενοτάφια, μνημεία Αγνώστου Στρατιώτη) για όσους δεν διέθεταν επιβεβαιωμένους τόπους ανάπαυσης. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως η ανωνυμία της ομαδικής σφαγής απαιτούσε την συγκεκριμενοποίηση όσων είχαν σκοτωθεί, κάτι, το οποίο ίσχυε ήδη από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά που συναντάμε συχνότερα σε μικρότερες ή μεγαλύτερες συμφορές μετά το 1914, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της γενοκτονίας.

Παρά το γεγονός ότι οι τελετές και οι επέτειοι αποτελούν, πλέον, έκφανση της δικής μας συλλογικής εξοικείωσης και συμφιλίωσης με το φαινόμενο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η κλιμακα του θανάτου (όπως, άλλωστε και στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), σε αντιπαραβολή με μεταγενέστερες κρίσεις, εξακολουθεί να μας θορυβεί. Ο Ψυχρός Πόλεμος καλλιέργησε την ιδέα της εθνικής κινητοποίησης και την προοπτική μιας ολομέτωπης σύγκρουσης στην Ευρώπη (αλλού, βέβαια, επρόκειτο για θερμό πόλεμο). Η μακρόσυρτη αντιπαράθεση των ετών 1980-1988 μεταξύ Ιράν και Ιράκ, υπήρξε η τελευταία, που μας παραπέμπει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως προς τον τρόπο διεξαγωγής. Σήμερα, όμως, εποχή ασύμμετρων απειλών, κινούμενων μεταξύ τρομοκρατίας και ανορθόδοξου πολέμου από τη μια πλευρά, υψηλής πολεμικής τεχνολογίας από την άλλη, ευρισκομένης στα χέρια επαγγελματιών στρατιωτικών, η στρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα έχει ανατραπεί πλήρως. Ακόμα και η Γαλλία, υπέρμαχη, κάποτε, της έννοιας του “ενόπλου έθνους”, έχει εγκαταλείψει προ πολλού την πρακτική της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.  Κατά συνέπεια, οι απώλειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου καθίστανται ετεροχρονισμένες, η δε αυτοθυσία των τότε μαχητών δυσνόητη.

Το αντίθετο ακριβώς ισχύει για μια δεύτερη κληρονομιά του πολέμου. Εκείνη των δοκιμασιών, που υπέστησαν οι άμαχοι πληθυσμοί. Πουθενά αλλού, η απόσταση από τους επετειακούς εορτασμούς σε εθνική κλίμακα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην περίπτωση ιστορικών μελετών, οι οποίες εστιάζουν σε φαινόμενα όπως τα εγκλήματα πολέμου, οι προσφυγικές ροές, η στρατιωτική κατοχή και οι ομαδικές δολοφονίες. Εδώ, η οπτική είναι υπερεθνική. Προκύπτει από μιας διαφορετικής υφής “μνήμη”, όπου οι γενοκτονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας προσδίδουν μια αναδρομική διάσταση, η οποία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πληρέστερα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (του Ολοκαυτώματος συμπεριλαμβανομένου) καθώς και μια γεύση από το διεθνές δίκαιο. Έχοντας παραμείνει στο περιθώριο του Ψυχρού Πολέμου, η παραπάνω οπτική ενεργοποιήθηκε εκ νέου μετά το 1989. Τότε συνοδεύτηκε από ένα “δεύτερο κύμα” φεμινισμού, το οποίο προσέγγιζε τον πόλεμο υπό το πρίσμα του φύλου, αρχής γενομένης από τους βιασμούς, στους οποίους προέβησαν οι Σερβο-Βόσνιοι στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η αλήθεια είναι πως τα δεινά των αμάχων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν γνωστά προ πολλού. Το επιβεβαιώνουν οι καταγγελίες περί γερμανικών ακροτήτων και βιαιοπραγιών στο κατεχόμενο Βέλγιο και στις γερμανοκρατούμενες επαρχίες της βορείου και ανατολικής Γαλλίας το 1914.

Γερμανικές θηριωδίες στο Βέλγιο και στη Γαλλία, όπως αποτυπώνονται σε αφίσες και έντυπα προπαγανδιστικού περιεχομένου.

Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν οι κατηγορίες των Γερμανών για τον εμπορικό αποκλεισμό και τη συνακόλουθη λιμοκτονία των κατοίκων των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ή ακόμα και η καταδίκη, εκ μέρους των Συμμάχων, του μέχρις εσχάτων υποβρυχίου πολέμου, στον οποίο είχε επιδωθεί η Γερμανία σε βάρος “αθώων” αμάχων. Όλα αυτά συγκροτούν το ηθικό κατηγορητήριο του πολέμου και, όπως ήταν αναμενόμενο, τροφοδότησαν δεόντως τον τομέα της προπαγάνδας. Μεγάλο μέρος της εν λόγω βίας ασκήθηκε στο περιθώριο του πολέμου, συγκεκριμένα στα κατεχόμενα εδάφη, στις αποικίες, σε στρατωτικές φυλακές και στρατόπεδα αμάχων, τέλος, στις τάξεις των εθνικών μειονοτήτων. Δεν συγκροτεί κάποια εθνική μνήμη, στηριζόμενη στη θυσία του πολεμιστή.

Όπως συνέβη στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και των μετέπειτα συγκρούσεων, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπονόμευσε τη διάκριση μεταξύ μαχομένων και αμάχων. Από τη στιγμή, κατά την οποία ο κάθε συμμαχικός συνασπισμός επιστράτευσε το σύνολο του πληθυσμού που του αναλογεί, με σκοπό την αποδυνάμωση του αντιπάλου, επόμενο ήταν να προσφύγει στη βία σε βάρος των αμάχων. Η ίδια η λογική του πολέμου φθοράς στοχοποιούσε εκ των πραγμάτων τους τελευταίους. Ο ναυτικός αποκλεισμός, τον οποίο επέβαλλαν οι Σύμμαχοι, προσέβλεπε στη στέρηση σε τρόφιμα και πυρομαχικά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αντίστοιχα, ο υποβρύχιος πόλεμος μέχρις εσχάτων, που εξαπέλυσε η Γερμανία εναντίον των Συμμάχων, υπαγορευόταν από ανάλογες προθέσεις. Υπολογίζεται πως άνω των 500.000 Γερμανοί πολίτες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της πείνας, ειδικότερα κατά το δεύτερο ήμισυ του πολέμου. Περιορισμοί τεχνικής φύσεως ελαχιστοποίησαν τελικά τις περιπτώσεις αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των αμάχων. Η πρόθεση, ωστόσο, υπήρχε από τις απαρχές του πολέμου και συνοδεύτηκε από αισθητή πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα κατά το τελευταίο έτος. Εικόνες, όπως εκείνες του βομβαρδισμένου Κόβεντρυ (1941) ή της ισοπεδωμένης Δρέσδης (1945), κέντριζαν ήδη τις φαντασίες των εμπολέμων τριάντα χρόνια νωρίτερα. Το μόνο που απουσίαζε ακόμη για κάτι τέτοιο ήταν τα αναγκαία τεχνικά μέσα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Στοχοποίηση του αντιπάλου στο εσωτερικό μέτωπο σήμαινε επίσης διώξεις εντός των τειχών, συνήθως σε βάρος εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Μια έμφυτη τάση σε εποχές πολεμικής κινητοποίησης, που είναι ο βαθμός απελευθέρωσης φυσικής βίας, βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων κοινωνιών καθώς και από τη σχέση των τελευταίων με την πρόσφατη ιστορία τους. Όλα τα κράτη έθεσαν υπό περιορισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (ο όρος προσέλαβε αργότερα άλλου είδους διαστάσεις) μειονοτικούς πληθυσμούς, που διέφεραν από τη γενική εικόνα. Οι Βρετανοί συνήθιζαν να αποκαλούν τους πληθυσμούς αυτούς “αλλοδαπούς εχθρούς” (“ennemy aliens”). Συχνά ο εγκλεισμός μετατρεπόταν σε ωμή βία. Εκκενώνοντας την Γαλικία το 1915, ο ρωσικός στρατός χρησιμοποίησε εκτεταμένη βία εναντίον εθνικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων, τρία εκατομμύρια εκ των οποίων εκτοπίστηκαν στη ρωσική ενδοχώρα. Σε διαφορετική κλίμακα μέσα στο ίδιο πάντοτε έτος, το εθνικιστικό καθεστώς των Νεοτούρκων, όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με εχθρικές εισβολές στα μέτωπα του Καυκάσου και της Καλλίπολης, αφάνισε εσκεμμένα τα δυο τρίτα του αρμενικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνολικού ύψους 1,8 εκατομμυρίου ατόμων. Τα θύματα προέκυψαν από ομαδικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις και συνακόλουθους θανάτους στην έρημο της Συρίας, με μαρτυρίες για πάμπολλες περιπτώσεις βιασμού γυναικών και αναγκαστικούς προσηλυτισμούς στο Ισλάμ. Το φαινόμενο, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών αποδίδει τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας, προέκυψε εν μέσω της τουρκικής πολεμικής προσπάθειας. Η ευαισθησία μας έναντι των αθώων αμάχων θυμάτων, καθιστά αυτού του είδους τις πτυχές του πολέμου προσιτές σε εμάς, όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων.

Το τρίτο, κατά σειρά, διακύβευμα, σχετίζεται με τη διάχυση της βίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις μεταπολεμικές κοινωνίες. Ορισμένοι ιστορικοί κάνουν λόγο περί ενός νέου Τριακονταετούς Πολέμου ή περί ενός Ευρωπαϊκού Εμφυλίου Πολέμου, καλύπτοντος τη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 1914 και 1945. Πέραν του ευρωκεντρικού περιορισμού έναντι ενός γενικευμένου σε παγκόσμια κλίμακα πολέμου, προσεγγίσεις του είδους αυτού δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τον παράγοντα της ειρήνης μεταξύ των δυο πολέμων. Άλλη ομάδα ιστορικών υποστηρίζει πως η πολεμική αντιπαράθεση εκβαρβάρωσε τις μεταπολεμικές κοινωνίες. Κι όμως, η πολεμική αντιπαράθεση υπήρξε γενικευμένη. Αντίθετα, η μεταπολεμική βία εκδηλώθηκε σε τοπική κλίμακα και αφορούσε μεμονωμένες περιοχές και χώρες.

Μια περισσότερο καρποφόρα προσέγγιση παρουσιάζει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως επίκεντρο ενός ευρύτερου κύκλου βίας, ο οποίος καλύπτει ολόκληρη την περίοδο από το 1911 έως το 1923. Ο κύκλος αυτός εγκαινιάζεται με την ιταλική εισβολή στην υπό οθωμανική διοίκηση Λιβύη, γεγονός που σχεδόν αμέσως πυροδότησε τον πόλεμο ανάμεσα στο συνασπισμό των Βαλκανικών κρατών  και τα υπολείμματα της τουρκικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Πόλεμος, που με τη σειρά του ενδυνάμωσε το βασίλειο της Σερβίας, μεταλλάσσοντας το τελευταίο σε απειλή για την Αυστροουγγαρία, η οποία συμπεριλάμβανε κι άλλους νοτιοσλαβικούς πληθυσμούς μέσα στο πολυεθνικό της μίγμα. Η αναμέτρηση ανάμεσα σε αυτοκρατορίες και εθνικισμούς εξαπλώθηκε μέχρι την άλλη άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας είναι χαρακτηριστικό. Με γνώμονα την παραπάνω ανάγνωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος πυροδοτήθηκε από την αναπόφευκτη αλληλεπίδραση ανάμεσα στους τοπικούς εθνικισμούς και τον συσχετισμό των ισορροπιών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Αυστρία, υποστηριζόμενη από τη Γερμανία, αποφάσισε να συντρίψει τη Σερβία, διακινδυνεύοντας την έκρηξη ενός Ευρωπαϊκού πολέμου.

Ωστόσο, ο μέγας επιταχυντής των εξελίξεων υπήρξε ο ίδιος ο πόλεμος, τη φύση του οποίου ελάχιστοι είχαν καταφέρει να διαβλέψουν. Όλες οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις τον αντιμετώπισαν ως διακύβευμα επιβίωσης. Η κινητοποίηση ενός έθνους ή μιας αυτοκρατορίας ενάντια σε έναν δαιμονοποιημένο εχθρό, έθεσε σε πολλές περιπτώσεις σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή και την πολιτική νομιμοποίηση, ειδικότερα ενόσω ο στατικός πόλεμος εξαπλωνόταν και αύξανε ο δείκτης των απωλειών. Το 1918, η Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη είχαν πλέον αποσυντεθεί και αναλωθεί σε εθνικές συγκρούσεις και σε εμφύλιο πόλεμο. Ο τελευταίος υπερτροφοδοτήθηκε από τη βία των Μπολσεβίκων. Η ήττα στην περίπτωση της Γερμανίας και της Αυστρίας και αυτό που εκλήφθηκε ως ήττα σε εκείνη της Ιταλίας, ενεργοποίησε ολόκληρη σειρά συνοριακών αντιπαραθέσεων και εσωτερικών κοινωνικών συγκρούσεων, στις οποίες ήρθε να προστεθεί η παραστρατιωτική βία των εθνικοσοσιαλιστών. Οι νικήτριες δυνάμεις έπεισαν τον εαυτό τους πως ο πόλεμος είχε τερματιστεί τον Νοέμβριο του 1918. Στην πραγματικότητα, αυτός είχε μετεξελιχθεί σε εθνικιστική και ταξική βία δια μέσου της ήττας και της διάσπασης των κρατών, αργότερα δε, σε πόλεμο ανάμεσα στα διάδοχα κράτη. Η όλη κατάσταση διατηρήθηκε έως το 1923, προσθέτοντας στις ήδη βαρύτατες απώλειες του πολέμου πολλά εκατομμύρια επιπλέον θανάτων.

Ο “μέγιστος των πολέμων”, κληροδότησε μια δυσβάσταχτη κληρονομιά στη μεσοπολεμική Ευρώπη, σφυρηλατώντας μια ήπειρο εθνών-κρατών. Ειδικότερα στην Ανατολή, αλλά και στην Ιρλανδία, όπου εθνικές και θρησκευτικές οντότητες διαπλέκονταν μεταξύ τους, η κατάσταση αυτή άφησε πίσω της πικρές διαμάχες, που με τη σειρά τους έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αρχή της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας, φασισμού και κομμουνισμού πολλαπλασίασε τις εντάσεις, την ίδια στιγμή, κατά την οποία η αυξανόμενη γερμανική στρατιωτική ισχύς και η ιδεολογική απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης αποσταθεροποιούσαν τον συσχετισμό των ισορροπιών.

Επομένως, τα πάντα στρέφονταν γύρω από τον τρόπο, με τον οποίο όλες αυτές οι εκκρεμότητες και όλα αυτά τα άλυτα ζητήματα θα μεταφράζονταν με όρους πολιτικούς. Αυτά διαμόρφωσαν, τελικά, την ατζέντα των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών και της Κοινωνίας των Εθνών κατά τη δεκαετία του 1920. Αυτά ριζοσπαστικοποίησαν τα πολιτικά πράγματα της δεκαετίας του 1930, δρομολογώντας τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά ενέπνευσαν, ως ένα ποσοστό, το υπερεθνικό όραμα της Ευρώπης της δεκαετίας του 1950 και οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας, προκειμένου να διευθετηθούν οι εκκρεμότητες του “μεγίστου των πολέμων”, με τίμημα μεγαλύτερη, ακόμη, βία. Ωστόσο, από την οδυνηρή αυτή εμπειρία αναδείχθηκε μια ήπειρος, διασφαλισμένη, εκ πρώτης όψεως, από τον κίνδυνο επίλυσης των επιμέρους διαφορών με δυναμικό τρόπο.

Μετά το 1989, οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, επισήμαναν με έμφαση την ευρύτερη σημασία του ως πολέμου, ο οποίος σηματοδότησε το τέλος ενός ευρωκεντρικού πλανήτη. Στην περίπτωση, η ανατροπή της προοπτικής εκδηλώνεται σε κλίμακα χώρου και χρόνου. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός έως ότου οι περισσότεροι Ευρωπαίοι συνειδητοποιήσουν πως η ήπειρός τους είχε πάψει, πλέον, να είναι το κέντρο του κόσμου, παρά το γεγονός ότι το κύρος της Γηραιάς Ηπείρου, ως φορέα πολιτισμού, είχε υποστεί θανάσιμο πλήγμα. Αδυνατούσαν, επίσης, να εκλάβουν ως παγκοσμίου βεληνεκούς έναν πόλεμο, ο οποίος είχε ως επί το πλείστον διαδραματιστεί επί του Ευρωπαϊκού εδάφους. Η παρανόηση οφείλεται, εν μέρει, σε πρόβλημα παράλλαξης. Χώρες και περιοχές, οι οποίες, με γνώμονα μια ευρωκεντρική οπτική, είχαν παραμείνει στην περιφέρεια του πολέμου, δεν μπορούσαν παρά να έχουν περιφερειακή συμμετοχή σε αυτόν. Κι όμως, είτε η Οθωμανική Τουρκία διαδραμάτισε περιφερειακό ρόλο είτε όχι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επέδρασε καταλυτικά επάνω σε αυτήν. Χάρη στον πόλεμο κατάφερε να μεταλλαχθεί, με βίαιο τρόπο είναι αλήθεια, από πολυεθνική αυτοκρατορία σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει και για την Αφρική, οι εύθραυστες οικονομίες της οποίας καταστράφηκαν εξαιτίας της κινητοποίησης προς όφελος των αναγκών του Ευρωπαϊκού πολέμου, για να μην αναφερθεί κανείς στις πολύνεκρες εκστρατείες της Ανατολικής Αφρικής, που κόστισαν τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ιθαγενών,  ενσωματωμένων στις τάξεις Βρετανών και Γερμανών. Κι όμως, η συμβολή της Αφρικής στον πόλεμο εξακολουθεί να φαντάζει ως αποικιακή παράμετρος μιας Ευρωπαϊκής ιστορίας.

Το Μνημείο των Πεσόντων στο Ντακάρ της Σενεγάλης.

Διόρθωση της παράλλαξης συνεπάγεται ποικίλες προσεγγίσεις του πολέμου μέσω της προοπτικής των εν λόγω περιοχών. Σημαίνει, επίσης, εκτίμηση και αξιολόγηση των συνεπειών και της εν γένει κληρονομιάς του με δεδομένα, που αποκλίνουν ριζικά από την Ευρωπαϊκή πρόσληψη. Δυο παραδείγματα αρκούν για να το επιβεβαιώσουν. To πρώτο από αυτά αναφέρεται στην Ιαπωνία, το πρώτο σύγχρονο Ασιατικό έθνος. Ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904-1905, ήταν, εν πολλοίς για την Ιαπωνία, ο δικός της Παγκόσμιος Πόλεμος. Βέβαια, αυτό δεν την εμπόδισε να συμμετάσχει και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ιδιότητα του εμπολέμου κράτους, αν και αρνήθηκε κατηγορηματικά  να στείλει στρατεύματα στην Ευρώπη. Κι όμως, η Ιαπωνία μελέτησε από κοντά τον συγκεκριμένο πόλεμο και άντλησε από αυτόν διδάγματα (αν μη τι άλλο, την απώλεια του κύρους της Ευρώπης και την εξασθένιση της εν γένει επιρροής και παρουσίας της στον Ασιατικό χώρο), τα οποία συνέβαλαν στη ριζοσπαστικοποίηση του δικού της ιμπεριαλισμού. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έδρασε αποφασιστικά, από πολιτισμικής απόψεως, στην τροχιά προς το Περλ Χάρμπορ.

Tο δεύτερο παράδειγμα ανάγεται στις αποικίες, οι οποίες, με εξαίρεση τις Βρετανικές κτήσεις, δεν έχαιραν αντίστοιχης αυτονομίας κινήσεων και ελιγμών. Οι διανοούμενοι και οι ακτιβιστές, που βρίσκονταν μεταξύ των πολλών κατοίκων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μεταβούν για πρώτη φορά στη ζωή τους στην Ευρώπη, δανείστηκαν τον λόγο και τα επιχειρήματα του Ευρωπαϊκού εθνικισμού, προκειμένου να θέσουν ζήτημα αυτοδιάθεσης για την γενέτειρά τους. Συχνά το έπραξαν επικαλούμενοι λόγους ηθικής τάξεως και αμοιβαία δικαιώματα στο όνομα της δικής τους συνεισφοράς στη συλλογική  πολεμική προσπάθεια. Δεν εισακούστηκαν. Απουσίαζε η βούληση, προκειμένου το «Διάγγελμα των 14 σημείων» του προέδρου Woodrow Wilson να γνωρίσει εφαρμογή πέραν της Γηραιάς Ηπείρου.

O Mohandas Karamchand Gandhi και η κίνηση για την αποτίναξη του Βρετανικού ζυγού από την Ινδία

Tην φαινομενική αντίφαση, βάσει της οποίας η σύσσωμη κινητοποίηση της αυτοκρατορίας παράγει από μόνη της αιτήματα για αλλαγή, δεν κατάφεραν να χαλιναγωγήσουν ούτε οι ίδιοι οι αποικιοκράτες, οι οποίοι επέμεναν να διοικούν προσφεύγοντας σε ακόμη πιο αυθαίρετες μεθόδους από ό,τι στο παρελθόν. Όλες αυτές οι πρώϊμες εκφάνσεις του εθνικού αισθήματος αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κληρονομιάς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην ίδια κλίμακα με τη θεωρία περί Ευρωπαϊκού ή Αμερικανικού επικέντρου της τελευταίας. Όμως, χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας αιώνας, προκειμένου να εξιστορηθούν διεξοδικά.

 

¹ Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ειδική έκδοση του περιοδικού Current History με γενικό τίτλο The Global Legacies of World War 1 (τεύχος αρ. 113, Νέα Υόρκη, 2014, σσ. 291-303).

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

How the First World War was Fought: John Horne

Historians on Commemoration: John Horne

  

O John Horne είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας του Trinity College του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ιρλανδίας και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε διεθνή κλίμακα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti. (3 Νοεμβρίου 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti.

(3  Νοεμβρίου 1918)

Στις 3 Νοεμβρίου 1918, στις 18.40′, ο αυστριακός στρατηγός Victor Weber Edler von Webenau, διοικητής του VI Σώματος στρατού, και ο  Ιταλός στρατηγός Pietro Badoglio, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, υπέγραφαν στην Villa Giusti della Mandria, έξω από την Padova, «ανακωχή» μεταξύ Αυστρο-Ουγγαρίας και Ιταλίας, εξ ονόματος της Entente και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ουσιαστικά επρόκειτο περί της πλήρους  συνθηκολογήσεως της Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση του στρατού της Δυαδικής Μοναρχίας είχε φθάσει σε σημείο διαλύσεως, γεγονός που συνεπέφερε και την παταγώδη ήττα του στην μάχη του Vittorio Veneto,[1]  ακολουθώντας την κατιούσα μετά την νίκη στο Caporetto, ακριβώς ένα χρόνο ενωρίτερα. Παρά τα όσα ανεγράφησαν για την μάχη αυτή, πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη της Ιταλίας, μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Η τροπή των εχθροπραξιών, σε συνάρτηση με την γενικώτερη κακοδαιμονία της αυτοκρατορίας, είχε σαν συνέπεια η Βιέννη να ζητήση επίμονα ανακωχή ήδη από τις 28 Οκτωβρίου. Οι όροι που έθεσαν τα κράτη της Entente από το συμμαχικό στρατηγείο στις Βερσαλλίες ήσαν ιδιαιτέρως σκληροί, σε σημείο που τόσο ο αυστριακός αυτοκράτωρ Κάρολος όσο και ο επί κεφαλής των δυνάμεων στο Ιταλικό μέτωπο εδίσταζαν να τους δεχθούν[2]. Ουσιαστικά επρόκειτο περί τελεσιγράφου.

Πρέπει να τονισθή ότι η ιταλο-αυστριακή ανακωχή διέφερε από τις άλλες που τερμάτισαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εφ’ όσον αυτή είχε σαν πρόθεμα – προφανώς όμως και σαν βαθύτερη αιτία – την διάλυση μίας αυτοκρατορίας. Υπεγράφη δε από στρατηγούς που δεν εκπροσωπούσαν πλέον ένα κράτος. Αυτό είχε καταλυθή λίγο πριν. Όπως παρατηρούσε η Ελληνική πρεσβεία Λονδίνου, οι όροι κοινοποιήθηκαν στο Αυστριακό στρατηγείο «comme à un pouvoir de fait vu que gouvernement régulier cessa exister à Vienne et que empereur est considéré comme virtuellement abdiqué»[3]. Η Αυστρο-Ουγγαρία, «αυτό το μωσαϊκό  εθνοτήτων τόσων διαφορετικών παραδόσεων, θρησκευμάτων, γλωσσών και καταβολών»[4] είχε πρακτικά διαμελισθή[5]. Και ο στρατός είχε διαλυθή όχι μόνον λόγω των φυγοκέντρων τάσεων εξαιτίας των εθνικών καταβολών και της ψυχολογικής καταρρακώσεως του, αλλά και λόγω της απίστευτης καταστάσεως, στην οποία βρισκόταν από πλευράς διοικητικής μέριμνας[6]. Οι εξελίξεις στην αυτοκρατορία απλώς επισημοποίησαν τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθή de facto τους τελευταίους μήνες. Στην θέση της  δημιουργείτο πλειάδα εθνικών κρατών που σηματοδοτούσαν την ριζική αλλαγή του χάρτη της Ευρώπης.

Μετά την ανακωχή των δυτικών Δυνάμεων με την Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 και με την Οθωμανική αυτοκρατορία στις 30 Οκτωβρίου, που εσήμαναν την λήξη του πολέμου στα Βαλκάνια, η εξέλιξη στο ιταλικό μέτωπο οδήγησε σχεδόν αναπόδραστα στον τερματισμό του πολέμου. Ήταν ζήτημα χρόνου η κατάρρευση και της ίδιας της Γερμανίας. Η ανακωχή με αυτήν υπεγράφη λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου στην Rethondes, επί γαλλικού εδάφους.

Ας σημειωθή ότι ενώ η τύχη του αυστριακού στρατού στην βόρειο Ιταλία υπήρξε καταλυτική, εκείνη του σώματος στρατού στην Αλβανία, λίγο ενωρίτερα, είχε διαφορετική εξέλιξη. Μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, οι αυστριακές μονάδες που ήταν ανεπτυγμένες σε ολόκληρη την Αλβανία, υπό την διοίκηση του στρατηγού Karl von Pflanzer-Baltin, άρχισαν την  υποχώρησή τους  εν τάξει προς τα πατρώα εδάφη.

Δύο είναι οι πτυχές που πρέπει να τύχουν αναλύσεως ώστε να γίνει κατανοητή η πορεία που κατέληξε στην ήττα της Δυαδικής Μοναρχίας στο Vittorio Veneto και στην ανακωχή της Villa Giusti: η εσωτερική κατάσταση της αυτοκρατορίας και οι στρατιωτικές εξελίξεις, για τις οποίες η ιστοριογραφία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έχει επιδείξει  το ενδιαφέρον που θα ανέμενε κανείς.

Ας εγκύψουμε κατ’ αρχάς στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία. Την αποκαλώ έτσι για να υπογραμμίσω ότι το διφυές του πολιτεύματος και της διοικήσεως απετέλεσε ουσιώδη αιτία της κακοδαιμονίας της αυτοκρατορίας. Χρονικά  οι κεντρόφυγες εθνοκεντρικές τάσεις προτάσσονται, με αναμφισβήτητες διαλυτικές συνέπειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Ήδη προ του θανάτου του αγαπητού στον λαό και δυστυχισμένου ηγεμόνος της Αυστρο-Ουγγαρίας, Φραγκίσκου Ιωσήφ Α’, είχαν σημειωθή υφέρπουσες διεκδικήσεις των διαφόρων εθνικών οντοτήτων που απήρτιζαν την Μοναρχία. Ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει να αναστείλει τις διεργασίες  αυτές, οι οποίες πάντως ενδυναμώθηκαν με την διαδοχή του, τον Νοέμβριο του 1916, από τον  Κάρολο Α’.

Η στέψη του Αυτοκράτορα Καρόλου Α΄.

Η κατάσταση που κυριαρχούσε στην αυτοκρατορία όταν ανήλθε στον θρόνο των Αψβούργων ο Κάρολος ήταν  βεβαρυμμένη, ιδίως μετά από  2 ½ χρόνια πολέμου. Ο ίδιος, αναγνωρίζοντας την προβληματική της κατάσταση, αντιμετώπιζε την εκπόνηση προγράμματος για την ανόρθωση της χώρας, την βελτίωση της οικονομίας και ιδίως για την επίτευξη της ειρήνης, όπως εδήλωσε ήδη στο πρώτο του διάγγελμα. Και πράγματι, αμέσως μετά την ορκωμοσία του, επελήφθη της προσπάθειας να επιτύχει την ειρήνη –είτε με την σύμπραξη της Γερμανίας, είτε διμερή- στις οποίες η Entente απέφυγε να ανταποκριθή.

Εργατικός, συνειδητοποιώντας τις υποχρεώσεις του, επιθυμώντας επαφή με τον λαό, επεδίωξε να εισαγάγη ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ακόμη και στην δομή της Μοναρχίας.  Ιδιαίτερο γνώρισμά του ήταν ότι ήθελε να ασκεί ο ίδιος την  ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, όχι μόνον κατ’ όνομα, παρ’ όλο ότι δεν είχε ιδιαίτερη στρατιωτική παιδεία και πείρα.

Όμως, ο λαός δυσανασχετούσε. Από την άνοιξη του 1917 η έλλειψη τροφίμων γινόταν σοβαρά αισθητή. Άνθρωποι πέθαιναν πλέον από πείνα. Η έντονη επιθυμία του, πάλι, για δομικές αλλαγές προσέκοπταν στα κόμματα της γερμανικής Αυστρίας όπως και στην ουγγρική αριστοκρατία, η οποία  με εμπάθεια υπονόμευε κάθε προσπάθεια παρεμβάσεως στα εσωτερικά της χώρας της – της Ουγγαρίας – με άμεσο στόχο την εξουδετέρωση  κάθε τυχόν σκέψεως μεταβολής της ισορροπίας μεταξύ των δύο συστατικών τμημάτων της αυτοκρατορίας. Ο νέος αυτοκράτωρ είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που υπέβοσκαν. Ιδίως συναισθανόταν ότι τα χρονικά όρια στένευαν επικίνδυνα. Στα μέσα του 1917 η Μοναρχία εστερείτο όχι μόνον βασικών προϊόντων και τροφίμων, αλλά και πρώτων υλών, άνθρακα και πυρομαχικών. Συγχρόνως, μία νέα κρίσιμη παράμετρο αποτελούσε, μετά την Επανάσταση του Οκτωβρίου στην Ρωσσία, ο φόβος μεταγγίσεως του επαναστατικού πνεύματος από την  γείτονα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων το 1917 στη Βιέννη.

Δεν είχε άδικο. Αντί οι διάφορες εθνότητες της Μοναρχίας να αισθάνονται ικανοποιημένες από τις επιδιώξεις του αυτοκράτορος, οι υλικές κακουχίες επιδείνωναν την ένταση  και βάθαιναν την διάσταση μεταξύ τους. Η οικονομική κρίση συνέβαλλε στην γενικότερη δυσπραγία. Σ’ αυτές τις εξελίξεις ουσιαστικό ανατρεπτικό ρόλο διεδραμάτιζαν και οι εθνοτικές ομάδες που ήσαν εγκατεστημένες στο εξωτερικό. Από τις αρχές του 20ου αιώνος ο εθνικισμός, γενικότερα, με ρίζες στην Γαλλική Επανάσταση, κέρδιζε έδαφος. Πρώτο ρόλο έπαιζαν οι Τσεχοσλοβάκοι εμιγκρέδες, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Σε παράλληλη τροχιά τον Ιούλιο του 1917, στην Κέρκυρα, ο  Nicola Pasić, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Σέρβων, και ο  Ante Trumbić, εκ μέρους των Κροατών και των Σλοβένων, διεκήρυξαν την δημιουργία ενός ενιαίου κράτους των τριών αυτών εθνοτήτων, πόλο – έστω ασύμβατο – όλων των νοτίων σλάβων.  Αντίστοιχα κινήματα διοργάνωναν οι Πολωνοί. Οι χώρες της Entente και οι ΗΠΑ δεν θα αργούσαν να αναγνωρίσουν τις εθνικές οργανώσεις που δημιουργούσαν οι διάφορες εθνότητες, σαν μαγιά για την αναγνώριση, αργότερα, των εθνικών κρατών[1]. Έτσι, η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία θα παρέμενε  από τις 30 Οκτωβρίου, απομονωμένη, με την φυσική διαδηλωμένη διάθεση ενώσεως με την Δημοκρατία της Γερμανίας.

Με την παράταση του πολέμου, από τις αρχές του 1917, αναζωπυρώθηκαν τα παλαιότερα αιτήματα της Ουγγαρίας να αποσπασθούν οι ουγγρικές μονάδες από τις κοινές ένοπλες δυνάμεις και να ενταχθούν στον εθνικό στρατό, υπογραμμίζοντας, με τον τρόπο αυτόν τον δυαρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας. Ο Κάρολος αντέστη στις πιέσεις. Αλλά το χάσμα μεταξύ των δύο μερών διευρύνετο.

Κρίσιμη καμπή στον πόλεμο απετέλεσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου στην Ρωσσία. Μετά την νικηφόρα αντεπίθεση των ρωσσικών στρατευμάτων στο ανατολικό μέτωπο τον Ιούνιο του 1916, υπό την διοίκηση του στρατηγού Brusilov, η Επανάσταση άλλαξε τον ρου της ιστορίας.  Ιδίως με την επιθυμία της Ρωσσίας να τερματίσει τον πόλεμο. Η τελευταία, αποτυχημένη, επίθεση του ρωσσικού στρατού επέτεινε την επιθυμία αυτή. Έτσι, μετά από ταχείες διαπραγματεύσεις, υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου του 1917 η ανακωχή στο Brest-Litovsk μεταξύ της Ρωσσικής Σοβιετικής Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και των κρατών της Τετραμερούς Συμμαχίας[2]. Τόσο για την Ρωσσία όσο και για την Γερμανία αλλά και, κυρίως, για την Αυστρο-Ουγγαρία η ανάπαυλα της ανακωχής αυτής ήταν αναγκαία λόγω των σοβαρών οικονομικών και επισιτιστικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κάθε μια. Για την Μοναρχία, μια πρώτη ανακούφιση προήλθε από τον Ρουμανικό σιτοβολώνα (το Βουκουρέστι υπέγραψε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου 1917 και συνθήκη ειρήνης στις 7 Μαρτίου 1918). Παράλληλα, και η ανεξάρτητη πλέον Ουκρανία θα ανελάμβανε – αναποτελεσματικά όμως – μετά την υπογραφή εν τάχει, στις 9 Φεβρουαρίου 1918, της διμερούς συνθήκης ειρήνης με την Αυστρο-Ουγγαρία, (την Brotfrieden[3], την ειρήνη του άρτου,) την αποστολή μεγάλων ποσοτήτων σίτου στην Μοναρχία. Εν τω μεταξύ, οι διαδηλώσεις και η κοινωνική αναταραχή  ανάγκαζαν την Αυστριακή ηγεσία να μεταφέρει στο εσωτερικό επτά μεραρχίες για να επιβάλλει την τάξη.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας Richard von Kuhlmann (καθιστός) και της Αυστροουγγαρίας Ottokar von Czernin (όρθιος δεξιά με πολιτική περιβολή) υπογράφουν τη Συνθήκη Ειρήνης του Brest-Litovsk με τη Ρωσσική Σοβιετική Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Μάρτιος 1918).

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της ανακωχής με την Ρωσσία δεν θα ήταν εύκολες για τους Αυστριακούς  λόγω των διαφορών απόψεων που ανεφύοντο με την σύμμαχο Γερμανία, η οποία φαινόταν να επιδιώκει υπερβολικά κέρδη. Τουναντίον, ο υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας, κόμης Ottokar von Chudenitz Czernin, σε νευρική κρίση , αντιμετώπιζε ακόμη και την υπογραφή μονομερούς ειρήνης εάν δεν επετυγχάνετο ευθυγράμμιση των αιτημάτων των δύο συμμάχων. Τον ενδιέφερε κυρίως η επίτευξη ειρήνης, όχι τόσο οι όροι της[4]. Δεν απέβλεπε σε εδαφικές ανακατατάξεις ή πολεμικές αποζημιώσεις. Επεδίωκε τον αφοπλισμό, ώστε να καταστή αδύνατη η επανάληψη ενός πολέμου[5]. Όμως, η εμμονή της Μοναρχίας για την εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων της θα είχε σαν  επίπτωση την ηυξημένη πίεση του Βερολίνου να αποστείλει η  Βιέννη δυνάμεις στο Δυτικό μέτωπο, αποσύροντάς τες από το ανατολικό,  εν όψει της μεγάλης επιθέσεως που σχεδίαζε ο Hindenburg. Ο Κάρολος, ο οποίος πάντοτε ήθελε να αποφύγει κάθε ενέργεια η οποία θα οδηγούσε στην «δορυφοριοποίηση» της Μοναρχίας ή θα επέτεινε την εξάρτηση της  από την Γερμανία, αναγκάσθηκε να ενδώσει[6]. Αλλά και πέραν αυτού, η επίσκεψη  που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει αργότερα, στις 12 Μαΐου 1918,  στον Γερμανό ομόλογό του στην έδρα του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου, στο  Spa του Βελγίου και η αποδοχή της υπαγωγής του αυστριακού στρατού στην διοίκηση του γερμανικού, εξουδετέρωνε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό την αυτοτέλειά του.[7] Άλλη μια ατυχής ενέργεια της Αυστρο-Ουγγρικής πολιτικής ηγεσίας.

Η χειρότερη, εν τούτοις, επίπτωση της ειρήνης με την Ρωσσία ήταν η απελευθέρωση των αυστρο-ούγγρων αιχμαλώτων: άνω των 2 εκατ. ανδρών! Έστω και αν η επιστροφή τους στην πατρίδα γινόταν με αργούς ρυθμούς, αυτοί το μόνο που δεν επιθυμούσαν ήταν να επανενταχθούν στις αυτοκρατορικές ένοπλες δυνάμεις. Τουναντίον, εγίνοντο, όπως και οι ρώσσοι αιχμάλωτοι, φορείς της  «μεταδοτικής» κομμουνιστικής ιδεολογίας.  Έτσι, παραλλήλως προς τις εθνικιστικές διασπαστικές εκδηλώσεις, διαβρωνόταν και ο κοινωνικός ιστός της Μοναρχίας. Οι χειρισμοί για την κεντρική διοίκηση δεν ήσαν ευχερείς. Αποτέλεσμα ήταν η απειθαρχία να αυξάνεται, οι λιποταξίες να πολλαπλασιάζονται και  να σημειώνονται  κρούσματα στασιαστικά..

Από στρατιωτικής πλευράς οι εσωτερικές εθνοτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία, η ραγδαίως επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση και οι στερήσεις που υφίσταντο οι  άνδρες με αποτέλεσμα την μείωση του αξιομάχου τους, ήταν ευνόητο ότι δημιουργούσαν κρίσιμες παρενέργειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας, την μέχρι τότε θεσμική ραχοκοκαλιά της.

Είναι σκόπιμο να ανατρέξη κανείς στα στρατιωτικά προεόρτια της ήττας του Οκτωβρίου του 1918, η οποία και οδήγησε την Βιέννη στην συνθηκολόγηση της Villa Giusti.

Ο αυτοκράτωρ Κάρολος, είχε διαδηλώσει από τον Δεκέμβριο 1916, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, την απόφασή του να ασκεί ο ίδιος την πραγματική στρατιωτική εξουσία. Μια τέτοια δομική αλλαγή ήταν έκδηλο ότι θα συνεπέφερε πολλούς κλυδωνισμούς. Μια πρώτη πρωτοβουλία του, ερήμην των στρατιωτικών, ήταν η μεταφορά της έδρας του Γενικού Επιτελείου, στο  Baden, μια μικρή πόλη κοντά στην Βιέννη, από το κάπως μακρυνό  Teschen. Έμμεσος στόχος του η, κατά το δυνατόν, απεξάρτηση του Αυστρο-Ουγγρικού Γενικού Επιτελείου από την επιρροή του Γερμανικού, το οποίο είχε τότε ακόμη την έδρα του στο Pless, σε μικρή απόσταση από το αυστριακό. Επόμενη απόφαση του Καρόλου ήταν η απομάκρυνση, τον Φεβρουάριο 1917, του αυστριακού αρχιστρατήγου Conrad von Hötzendorff, του οποίου η χημεία δεν ήταν συμβατή με την δική του και ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε κατ’ αποκλειστικότητα την αρχηγία του στρατεύματος[8]. Τον αντικατατέστησε με τον στρατηγό Arz von Straussenburg, τότε διοικητή του σώματος στρατού στο Ρουμανικό μέτωπο, αξιωματικό με εξαιρετικές ομολογουμένως επιδόσεις. Οι αλλαγές αυτές είχαν σοβαρές συνέπειες στην διοίκηση του στρατού, εφ΄όσον πλέον ο αυτοκράτωρ ο ίδιος παρενέβαινε σε αποφάσεις στρατηγικής.

Στα μέσα του 1917 δεν  σημειούτο ιδιαίτερη  έξαρση στα μέτωπα αυστριακού ενδιαφέροντος. Από πλευράς της Μοναρχίας μόνον 780.000 άνδρες ευρίσκοντο τότε στα διάφορα μέτωπα, το ανατολικό, το ιταλικό, και το αλβανικό/μακεδονικό[9]. Στο δυτικό ο Κάρολος, με το προαναφερθέν σκεπτικό, πεισματικά ηρνείτο να αποστείλη μονάδες[10]. Από τις 78 μεραρχίες που διατηρούσε στα διάφορα μέτωπα, 52  απησχολούντο στο ανατολικό, 16 τότε ακόμη στο ιταλικό[11] και το ΧΙΧ Σώμα στρατού, με ηλαττωμένη σύνθεση, στο Βαλκανικό. Πολλές δυνάμεις είχαν διατεθή για την διατήρηση της εσωτερικής τάξεως της αυτοκρατορίας.

Το αυτοκρατορικό ζεύγος της Αυστροουγγαρίας σε υπαίθρια δοξολογία κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Λίγο αργότερα, τον Μάιο και τον Αύγουστο του 1917, σημειώθηκαν δύο ακόμη ιταλικές επιθέσεις στην περιοχή του Ισόντζο. Οι αυστριακοί αντεπεξήλθαν ικανοποιητικά, παρά τις αντίξοες γενικότερες συνθήκες.

Εν τω μεταξύ, μία απροσδόκητη εξέλιξη σημειώθηκε στο αυστρο-ρωσσικό μέτωπο. Δεν ήταν η στρατιωτική διάσταση που είχε σημασία για την Μοναρχία, αλλά κυρίως η εσωτερική, πολιτική. Και τούτο, διότι οι  300.000 Τσέχοι και Σλοβάκοι αιχμάλωτοι πολέμου, εντεταγμένοι στις ρωσσικές δυνάμεις, βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με τους  ομοεθνείς τους του Αυστριακού στρατού. Συνέπεια υπήρξε ότι οι τελευταίοι κατέθεσαν τα όπλα! Το φαινόμενο, επικίνδυνο, υπήρχαν φόβοι ότι θα εξαπλούτο, συγχρόνως με την ιδεολογική, κομμουνιστική, προπαγάνδα. Όντως, ο εθνικός συναισθηματισμός απέκτησε το προβάδισμα έναντι του δυναστικού ενοποιητικού πατριωτισμού.[12] Η ανακωχή του  Brest-Litovsk που επηκολούθησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στην στρατηγική του πολέμου.

Η κατάργηση του Ανατολικού μετώπου μετά την ανακωχή και την ειρήνη στο Brest-Litovsk, επέτρεψε στο στρατηγείο του Baden να αντιμετωπίσει τον σχεδιασμό μιας μεγάλης επιθέσεως στο μεγάλου μήκους ιταλικό μέτωπο με την ελπίδα ότι μία νίκη θα επέσπευδε  την ειρήνη, την οποία, άλλωστε, επεδίωκαν και στο Βερολίνο. Ο σχεδιασμός συμπεριελάμβανε την ενίσχυση του μετώπου με δυνάμεις τις οποίες η Γερμανία θα μπορούσε να διαθέσει αποσπώντας τες από το ρωσσικό. Στο αίτημα του Καρόλου, η απάντηση υπήρξε θετική, αλλά περιορισμένη: η Γερμανία θα συμμετείχε μόνον με 7 μεραρχίες. Με υστερόβουλο στόχο, όμως, αφ’ ενός μεν να εξαναγκάσει την σύμμαχο να αποστείλει εν συνεχεία δυνάμεις στο δυτικό μέτωπο και αφ΄ ετέρου να την υποτάξει πιο δεσμευτικά στην γερμανική εξουσία [13]. Συνολικά στο ιταλικό μέτωπο οι κεντρικές δυνάμεις θα παρέτασσαν 34 μεραρχίες έναντι 41 της Ιταλίας[14].

Η επίθεση σημειώθηκε την 24η Οκτωβρίου 1917 υπό γερμανική διοίκηση. Το σχέδιο του γερμανού στρατηγού von Below απεδείχθη απολύτως επιτυχές και οι Ιταλοί υπεχώρησαν κατά κράτος, με μεγάλες απώλειες και σε ψυχολογική κατάρρευση. Το μέτωπο περιορίσθηκε κατά 200 χιλ. και μετετέθη πολύ δυτικότερα, στον ποταμό Piave. Η νίκη ήταν σημαντική. Νέα, όμως, τοπική επίθεση, στα τέλη Νοεμβρίου, για να υπερβούν τον ποταμό,  δεν τελεσφόρησε. Εν πάση περιπτώσει, η  νίκη μεν των αυστρο-γερμανών, η αδυναμία τους, εν τούτοις, να υπερβούν τον  Piave, απετέλεσε το ορόσημο των δυνατοτήτων των δυνάμεων των δύο κεντρικών αυτοκρατοριών.[15]  Πολλοί την ονόμασαν Πύρρειο! Η διάσταση αυτή θα χαρακτηρίσει την επόμενη φάση των εχθροπραξιών στο ιταλικό μέτωπο.

Η μάχη του Caporetto.

Η νίκη στο  Caporetto (η πρώτη μάχη του Piave, 12η του Isonzo), παρά την συνεργασία αυστριακών και γερμανικών μονάδων, δεν συνετέλεσε στην άμβλυνση των τεταμένων πάντοτε σχέσεων των Γενικών Επιτελείων των δύο αυτοκρατοριών. Τόσο μάλλον που εν τάχει ο Ludendorff, για τον οποίο το ιταλικό μέτωπο ήταν δευτερευούσης σημασίας, απέσυρε, προώρως, τις δυνάμεις του για να τις μεταφέρει στο δυτικό θέατρο . Αντίστροφα, το αυστριακό Επιτελείο αναγκάσθηκε να αποστείλει μονάδες, 2 μεραρχίες, στην Γαλλία, πέραν της μεραρχίας βαρέως πυροβολικού που βρισκόταν ήδη εκεί από τις αρχές του 1918.[16] Λίγο αργότερα, στις αρχές του 1918, από τις 79 μεραρχίες που διέθετε η Μοναρχία  οι 43 πλέον είχαν μεταφερθή στο ιταλικό ενώ στο αλβανικό παρέμενε η ίδια κατάσταση.[17]

Ενώ από  πλευράς στρατηγικής η μάχη του Caporetto δεν είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις, μία άλλη παράπλευρη συνέπεια θα επηρέαζε αποφασιστικά την πορεία του πολέμου: η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να κηρύξουν τον πόλεμο και κατά της Αυστρο-Ουγγαρίας, στις 7 Δεκεμβρίου 1917.[18] Αντίστροφα, η ήττα των ρωσσικών δυνάμεων που συνεπέφερε την ειρήνη του Brest-Litovsk (3.3.1918) και την ειρήνη με την Ρουμανία (7.3.1918) ανεπτέρωσε τις  –  φρούδες αλλά επιτακτικές –  ελπίδες του καταβεβλημένου αυστριακού στρατού για λήξη του πολέμου.

Η νίκη αυτή δεν ανέστειλε τις εσωτερικές εξελίξεις στην Μοναρχία. Ενεφάνιζε πλέον όχι μόνον «μικρές σχισμές αλλά μεγάλες ρωγμές,  το κτήριο έπαιρνε νερά από όλες τις πλευρές…» κατά τον Jean- Paul Bled. «Οι εκδηλώσεις της διαδικασίας διαλύσεως είναι ποικίλες. Ακόμη χειρότερο, κάθε μία επιδρά αρνητικά στις άλλες…»[19]. Στο ψυχολογικό κεφάλαιο προσετίθετο πλέον η κρίσιμη επιδείνωση της κρίσεως στα τρόφιμα αλλά και στους εξοπλισμούς. Στον λαό και στον στρατό. Οι στρατιώτες είχαν απισχνανθή με συνέπεια την μείωση της μαχητικής ικανότητός τους. Η τάση λιποταξίας αυξάνετο ανησυχαστικά. Η εσωτερική ανησυχία μεγάλωνε. Οι σοβαρές ενδείξεις αποσαθρώσεως των ενόπλων δυνάμεων επλήθαιναν. Οι εθνοτικές διαφοροποιήσεις με τον χρόνο εγίνοντο εντονώτερες, ενώ η στρατιωτική ηγεσία ήταν αναγκασμένη να λαμβάνει υπ’ όψιν με ακόμη αυστηρότερα κριτήρια την σύσταση των μεγάλων μονάδων από πλευράς εθνικών ομάδων, προς αποφυγή φαινομένων ανυπακοής ή και στάσεων στις γραμμές της.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο 1918, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί του Γερμανικού Επιτελείου στο Δυτικό μέτωπο απαιτούσαν την εκδήλωση μιας νέας επιθέσεως στο Ιταλικό θέατρο. Στόχος θα ήταν η δέσμευση των γαλλο-βρεταννικών δυνάμεων στην Ιταλία καθ’ ην στιγμή θα σημειούτο η μεγάλη επίθεση των αντιστοίχων γερμανικών στο δυτικό μέτωπο. Το Αυστριακό Επιτελείο, υπό την πίεση των Γερμανών, ανταπεκρίθη[20]. Τον εξυπηρετούσε να επιφέρει το τελειωτικό κτύπημα στην Ιταλία.  Ο Κάρολος ονειρευόταν  ότι μια ακόμη νίκη θα προσέδιδε νέους τίτλους στην Μοναρχία κατά τις επερχόμενες ειρηνευτικές διαδικασίες που επιζητούσε πάντα. Και παρά την εισήγηση του Γερμανικού Επιτελείου  για την συμμετοχή γερμανικών μονάδων, στην φάση αυτή ο αυτοκράτωρ απέφυγε την προσφορά προσβλέποντας σε  μια νίκη αποκλειστικά αυστρο-ουγγρική!

Παρά ταύτα, οι προτροπές του Γερμανικού Επιτελείου προκαλούσαν   δεύτερες σκέψεις. Κατά την Ελληνική πρεσβεία της Ρώμης οι Ιταλοί «έφθαναν στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί δεν επιδιώκουν η Ιταλία να υποστή καίρια ήττα από τους Αυστριακούς, διότι μια τέτοια εξέλιξη θα καθιστούσε την Αυστρο-Ουγγαρία λιγότερο χειραγωγήσιμη[21]

Όμως, οι συνθήκες  από το τέλος του 1917 είχαν ουσιαστικά μεταβληθή επί τα χείρω για τον αυστριακό στρατό. Θα πρέπει εδώ να γίνει μια γενικότερη αποτίμηση, για να γίνει κατανοητή η κατάσταση[22]. Η Μοναρχία  ήταν σε θέση να παρατάξη στην ιταλική γραμμή κατ όνομα μόνον 58 μεραρχίες,  μειωμένου δυναμικού : 5-8.000 άνδρες εκάστη αντί τουλάχιστον 12.000 ανδρών, ουσιαστικά, δηλ. σε  ισοτιμία περίπου 30- 37 πλήρεις μεραρχίες. Συγχρόνως οι άνδρες ήταν υποσιτισμένοι, με στολές κατεστραμμένες, με διοικητική μέριμνα  σχεδόν ανύπαρκτη, με εξοπλισμό και εφόδια περιορισμένα. Η ελονοσία, κοντά στον ποταμό, εθέριζε. Είναι αυτονόητο ότι η μαχητική ισχύς τους ήταν αισθητά μειωμένη. Ως εκ τούτου μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνον αμυντικούς σκοπούς. Αλλά από πλευράς της αυστριακής ηγεσίας έγιναν και σφάλματα στρατηγικής, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις να διασπασθούν και να δημιουργηθούν δευτερευούσης σημασίας μέτωπα[23].

Από της πλευράς, πάλι, των ιταλικών δυνάμεων η κατάσταση, έστω και αν αριθμητικά παρέμενε στα ίδια επίπεδα, είχε βελτιωθή από την προ  εξαμήνου ήττα τους[24]. Πέραν της αναδιοργανώσεως της δομής του ιταλικού στρατού από την νέα διοίκησή του, υπό τον στρατηγό Armando Diaz, είχε αναβαθμισθή και ψυχολογικά. Η  συμπαράταξη των γαλλικών και των αγγλικών μεραρχιών, 3 και 2 αντίστοιχα, συνέβαλε στον τομέα αυτόν. Η αεροπορία δε, φαίνεται να υπερείχε της αυστριακής. Και η αλήθεια είναι ότι η ανωτέρω εικόνα κατηύθυνε ορισμένους από την αυστριακή στρατιωτική ηγεσία να επιδιώκουν αναβολή της επιθέσεως. Μια μικρή αναβολή, όντως, παρεσχέθη, αλλά ένας άλλος παράγοντας παρενεβλήθη: η αποτυχία του αιφνιδιασμού! Λιποτάκτες γνωστοποίησαν την οριστική ημερομηνία αλλά και τα σχέδια επιθέσεως  στην ιταλική πλευρά. Οι συνέπειες ήσαν οι αναμενόμενες: οι Ιταλοί αναδιέταξαν τις δυνάμεις τους, έτσι ώστε οι βολές του πυροβολικού του εχθρού να πέφτουν στο κενό. Τουναντίον, οι Ιταλοί έβαλλαν εκ του ασφαλούς εναντίον των αυστριακών θέσεων, επιφέροντας καίρια πλήγματα.

O στρατηγός Armando Diaz, αρχιστράτηγος του ιταλικού στρατού.

Η επίθεση –η δεύτερη μάχη του Piave– άρχισε στις 15 Ιουνίου 1918. Η ιταλική στρατηγική απεδείχθη αποτελεσματική. Συγχρόνως, έναντι του επιτυχούς ιταλικού, το αυστριακό πυροβολικό δεν διέθετε καν τον αναγκαίο αριθμό πυρομαχικών ώστε να αντεπεξέλθη στην επίθεση των στρατευμάτων της Entente. Από τις πρώτες φάσεις των εχθροπραξιών, οι εντυπώσεις έκλιναν εις βάρος  της Μοναρχίας. Η γαλλο-βρεταννική  παρουσία  συνέδραμε αποφασιστικά τις ιταλικές δυνάμεις. Αλλά και οι καιρικές συνθήκες – εντονώτατες βροχοπτώσεις με υπερχείλιση του ποταμού Piave – παρεμπόδιζαν τις τακτικές κινήσεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων. Ακόμη και οι σιδηροδρομικές μεταφορές πολεμοφοδίων είχαν καταστή ιδιαιτέρως προβληματικές. Και ναι μεν αποσπάσματα είχαν κατορθώσει να διαπεραιωθούν εκείθεν του ποταμού, αλλά η επιτυχία αυτή δεν ήταν ικανή να δώση μιαν  αποφασιστική τροπή στην μάχη. Οι προοπτικές, για τους αυστριακούς, διεφαίνοντο εξόχως αρνητικές. Εν τέλει, συνυπολογίζοντας και τις καιρικές συνθήκες, το Επιτελείο αναγκάσθηκε να διατάξει την επιστροφή των δυνάμεων στις αρχικές τους θέσεις, στην ανατολική όχθη του Piave.

Το χειρότερο ήταν ότι, εν τω μεταξύ, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο, αντιμετωπίζοντας την πίεση στο Δυτικό μέτωπο, τροποποίησε την στρατηγική του στο Ιταλικό: διέταξε το Αυστριακό Επιτελείο, εν μέσω της συγκρούσεως, να αναστείλει τις εχθροπραξίες. Και όχι μόνον τούτο, αλλά επίεζε ώστε να μεταφερθούν ταχέως μονάδες στο γαλλικό μέτωπο![25]

Η αναστολή των εχθροπραξιών, κατά διαταγή του Καρόλου, βρήκε τον αυστριακό στρατό στο σημείο εκκινήσεώς του. Άρα, στην ουσία επρόκειτο περί αποτυχίας της επιθετικής τακτικής από την οποία η Βιέννη ανέμενε τόσα πολλά. Με υπερβολικές θυσίες, νεκρών, τραυματιών και αιχμαλώτων, η αυστρο-ουγγρική στρατηγική τερματίσθηκε άδοξα και ανεπανόρθωτα στις 23 Ιουνίου. Η ανεπιτυχής αυτή προσπάθεια σηματοδότησε στην πράξη την οριστική παράλυση των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας[26]. Ούτως ή άλλως, το Αυστριακό Επιτελείο, εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως, υπεδείκνυε ήδη από καιρό στους συμμάχους του ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθη στην πολεμική προσπάθεια πέραν του Δεκεμβρίου 1918[27]. Ακόμη και οι δύο μεραρχίες – από τις έξι που είχε υποσχεθή ο στρατηγός Arz – που απεσπάσθησαν, τελικώς, στο Δυτικό μέτωπο, ελλιπώς αξιόμαχες,  για τους απογοητευμένους Γερμανούς επιτελείς, απέδειξαν πλέον τα όρια αντοχής του συμμαχικού τους στρατού[28].

Τους μήνες μετά την μάχη αυτή του Piave, το ιταλικό μέτωπο παρουσίασε αρκετή δραστηριότητα. Το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε αισθητά[29].  Στην μαχητική βελτίωση συνέβαλε και ο εξοπλισμός του με πολυβόλα νέου τύπου. Τότε, ο στρατηγός Diaz, συντονιζόμενος και με τις γενικότερες προθέσεις του κεντρικού Συμμαχικού Στρατηγείου,  απεφάσισε την εκδήλωση νέας επιθέσεως : της τελευταίας μεγάλης επιθέσεως του μετώπου, στο Vittorio Veneto, γνωστής και ως 3η μάχης του Piave.

Η 3η μάχη του Piave (Vittorio Veneto).

Η πλευρά της Entente διέθετε συνολικά 51 ιταλικές μεραρχίες, 2 γαλλικές, 3 βρεταννικές, μία τσεχοσλοβακική και ένα σύνταγμα των ΗΠΑ. Η Αυστρο-Ουγγαρία παρέταξε 57 1/2  μεραρχίες, περί τους 400.000 άνδρες, εκ των οποίων, ως φαίνεται, μόνον το ένα τρίτο, 18 μεραρχίες, σε θέσεις των πρόσω[30]. Οι αυστριακές δυνάμεις, σε ψυχολογική αποσύνθεση, δεν είχαν ακόμη συνέλθη από την προ μηνών αλγεινή εμπειρία τους. Το ηθικό παρέμενε χαμηλό. Είναι αδιανόητη η υλική κατάπτωση και οι οριακές συνθήκες επιβιώσεως στις οποίες είχε περιπέσει ο αυτοκρατορικὀς στρατός.

Υπό το φως ότι από αυστριακής πλευράς οι αυτοκρατορικἐς δυνάμεις αποτελούσαν στρατό χωρίς πατρίδα, εφ’ όσον οι διαδικασίες ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνοτήτων είχαν καταστή ανεπίστροφες,[31] ο στρατός της Μοναρχίας δεν είχε πλέον κάποιο νομιμοποιητικό έρεισμα, κάποιο ψυχολογικό υπόβαθρο για να πολεμήσει! Ο αυτοκράτωρ, σε μια ενέργεια απελπισίας για να αναστείλη την ιταλική επίθεση και την επερχόμενη -και αναμενόμενη- γενική καταστροφή απευθύνθηκε στις 23 Οκτωβρίου στον Πάπα, δίδοντας συνέχεια σε παλαιότερη πρωτοβουλία του Βατικανού. Ο διατιθέμενος χρόνος, όμως, και οι σχέσεις της Αγίας Έδρας με την Βιέννη δεν επέτρεπαν καμμία τέτοια παρέμβαση.

Η επίθεση, προγραμματισμένη αρχικά για τις 18 Οκτωβρίου, λόγω πολύ κακών καιρικών συνθηκών ανεβλήθη κατά μία εβδομάδα, για τις 24 Οκτωβρίου,(δηλ. ένα έτος ακριβώς μετά την μάχη στο Caporetto). Στις 27 Οκτωβρίου, τρεις ημέρες μετά την έναρξη της επιθέσεως, οι ειδήσεις για την Βιέννη ήταν ακόμη ενθαρρυντικές, έως και συγκινητικές από τις προσπάθειες του στρατεύματος. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις αντεπιτίθεντο και εμάχοντο αποτελεσματικά σε διάφορα σημεία του μετώπου. Την ημέρα εκείνη, όμως, οι βρεταννικές μονάδες κατόρθωσαν να διαβούν τον ποταμό Piave, δημιουργώντας προγεφύρωμα στην περιοχή του Vittorio Veneto. Εκμεταλλεύτηκαν το κενό της αποσύρσεως ουγγρικών μονάδων την προηγουμένη![32] Αυτό το προγεφύρωμα σηματοδότησε την έναρξη της καταστροφής.

Η 28η Οκτωβρίου απετέλεσε την αποφασιστική ημέρα των εχθροπραξιών. Οι αυστριακές μονάδες, σταδιακά αποψιλούντο από τους άνδρες τους. Άλλες μεραρχίες εστασίαζαν. Ο στρατός, αποτελούμενος κυρίως από σλάβους,  είχε ουσιαστικά αποσυντεθή.[33] Ο στρατηγός Svetozar Boroevic von Bojna, την ημέρα αυτή από το θέατρο των επιχειρήσεων, επεσήμαινε στο Baden την κρισιμότητα της καταστάσεως και ότι απητείτο λήψη πολιτικής αποφάσεως «ώστε να αποφευχθή αναρχία και καταστροφή του στρατού και της Μοναρχίας».  Από δικής της πλευράς, η πολιτική ηγεσία, υπολογίζοντας τις ανατρεπτικές συνέπειες, επανήρχετο επιτακτικά στις προσπάθειες εξασφαλίσεως της ειρήνης απευθυνόμενη για μια ακόμη φορά[34] στον πρόεδρο Wilson, προβάλλοντας την ετοιμότητά της να αρχίσει ειρηνευτικές συνομιλίες «χωρίς να αναμείνει την πορεία άλλων διαπραγματεύσεων», δηλ. χωριστά από τη Γερμανία.

Ιταλοί στρατιώτες στη μάχη του Vittorio Veneto.

Πώς ακριβώς ο αυτοκρατορικός στρατός έφθασε στο σημείο να συρθή να υπογράψει την ανακωχή στην Villa Giusti και υπό ποίους όρους;

Οι δραματικές εξελίξεις στο μέτωπο, οδήγησαν, στις 29 Οκτωβρίου, το Γενικό Επιτελείο στο Baden να ζητήσει επειγόντως ανακωχή[35]. Σκέψεις προς την κατεύθυνση αυτή ήδη εγίνοντο, εφ’ όσον από τις 4 Οκτωβρίου είχε συσταθή  στο τοπικό στρατηγείο, στο Trento, μία διαπραγματευτική επιτροπή. Οι οδηγίες πάντως εδόθησαν υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στο μέτωπο:  θα εγίνετο αποδεκτός κάθε όρος που δεν θα έθιγε την τιμή της χώρας. Ο Κάρολος είχε, ως φαίνεται, κατά νουν ορισμένους όρους που δεν έθιγαν την αξιοπρέπεια της Μοναρχίας, όπως την σταδιακή εκκένωση των εδαφών που είχαν καταληφθή ή τον μη ακρωτηριασμό των εδαφών της αυτοκρατορίας. Ήταν και πάλι εκτός πραγματικότητος! Τουναντίον, οι όροι που θέλησαν να επιβάλουν  οι Ιταλοί και οι σύμμαχοί τους απέβλεπαν ουσιαστικά στην πλήρη συνθηκολόγηση της μεγάλης πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας.

Τι συνέβη τις επόμενες ημέρες:

Στην πρώτη κρούση για ανακωχή, οι Ιταλικές αρχές καθυστερούσαν να απαντήσουν. Προφανώς, διότι το Επιτελείο δεν επιθυμούσε να παρενοχλήσει τις επιχειρήσεις που ήσαν σε εξέλιξη. Το Αυστριακό Γενικό Επιτελείο ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Ιταλικό. Στις 30 Οκτωβρίου η στρατιωτική αντιπροσωπεία της Αυστρο-Ουγγαρίας  οδηγήθηκε στην Villa Giusti, έξω από την Padova, όπου, την επομένη αφίχθη ο στρατηγός Badoglio, χωρίς οδηγίες. Οι οδηγίες από τις Βερσαλλίες, όπου ήδρευε το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, θα έφθαναν στην Ιταλική αντιπροσωπεία  την  επομένη. Η ηθελημένη  αναβλητικότητα απεδίδετο στην υστεροβουλία των Ιταλών, ώστε να καθυστερήσει η υπογραφή της ανακωχής, με ό,τι αυτό θα συνεπείγετο στο μέτωπο. Εν τω μεταξύ, συνεχίζοντο οι μεταξύ των Συμμάχων διαβουλεύσεις  στις Βερσαλλίες, οι οποίες είχαν ξεκινήσει ήδη πριν από αρκετές ημέρες, προκαταλαμβάνοντας τα γεγονότα.[36]

Εν αναμονή του επισήμου κειμένου, ο στρατηγός Badoglio επέδωσε την 1η Νοεμβρίου το μεσημέρι, ένα ανεπίσημο κείμενο των όρων της ανακωχής, στα ιταλικά, λέγοντας στον στρατηγό Weber, μεταξύ άλλων: «Οι όροι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ή να απορριφθούν από τους αυστριακούς πληρεξουσίους. Δεν μπορεί να υπάρξη διαπραγμάτευση»[37]. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη.

Τους τελεσιγραφικούς όρους της «ανακωχής», ουσιαστικά της συνθηκολογήσεως, είχαν  συναποφασίσει μεταξύ τους οι Σύμμαχοι. Οι Ιταλοί, από δικής τους πλευράς, προσέθεσαν ορισμένους. Κυρίως την θέση εν ισχύ της ανακωχής 24 ώρες μετά την υπογραφή της, όπως συμπεριελήφθη στο πρόσθετο πρωτόκολλο. Αλλά οι συνεννοήσεις μεταξύ των Συμμάχων δεν θα απεδεικνύοντο εύκολες, παρά την γενική κοινή κατεύθυνση: ανεφύησαν  σοβαρές διαφοροποιήσεις. Οι Iταλοί, ο πρωθυπουργός Vittorio Orlando και ο υπουργός Εξωτερικών  Sidney Sonnino, διεμαρτύροντο για τα 14 σημεία του προέδρου Wilson. Ο Georges Clemençeau ήταν επικριτικός για την γενικότερη στάση της Ιταλίας. Ήδη η Ρώμη, σύμφωνα με τις προτάσεις της ζητούσε περισσότερα εδάφη από αυτά που της είχαν ορίσει οι Σύμμαχοι με την συμφωνία του Λονδίνου του 1915, προκαλώντας την οργή των Γιουγκοσλάβων[38]. Από δικής του σκοπιάς ο γάλλος πρωθυπουργός, επιφυλακτικός έναντι της Ρώμης, δεν ήθελε την Ιταλία νικήτρια διότι φοβόταν ότι θα προέβαλλε υπερβολικές αξιώσεις.[39] Έναντι των πολύ αυστηρών όρων που ήθελαν να επιβάλουν τα μέλη της Συμμαχικής Ναυτικής Επιτροπής, οι πρωθυπουργοί επεδίωκαν την άμβλυνσή τους, δηλ. την παράδοση μικρότερου αριθμού πλοίων. Ιδίως ο David Lloyd George, ο οποίος είχε εκδηλώσει την ανωτέρω θέση, εξέφραζε τον φόβο μήπως η Αυστρία, αρνούμενη τους πολύ αυστηρούς όρους, συνέχιζε τον πόλεμο. Τελικώς, υπερίσχυσε η μετριοπαθής άποψη. Μια άλλη πτυχή απασχολούσε τους Συμμάχους της Entente: εφ’ όσον η Μοναρχία εδέχετο τους όρους, θα ήταν σε θέση να τους εκτελέσει;[40] Οι προβληματισμοί αυτοί αφήνουν να διαφανή μιά έλλειψη επακριβούς πληροφορήσεως για την δραματική εσωτερική και στρατιωτική κατάσταση στην Αυστρο-Ουγγαρία.

H Villa Giusti στη σημερινή της μορφή.

Οι προκαταρκτικές οδηγίες του στρατηγού Arz προς τον Weber ήταν να γίνουν δεκτοί όλοι οι όροι για την ανακωχή, οι οποίοι δεν θα έθιγαν την τιμή της χώρας και των ενόπλων δυνάμεων. Όταν το πρώτο, ανεπίσημο, κείμενο των όρων της ανακωχής έφθασε στην Villa Giusti, ο στρατηγός Weber αντελήφθη ότι αυτοί υπερέβαιναν κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβη: αποτελούσαν τελεσίγραφο συνθηκολογήσεως. Τους απέστειλε μέσω Trento στο Baden και στην Βιέννη. Ο Κάρολος και αυτός ηρνείτο να τους αποδεχθή. Τον ενοχλούσε κυρίως ο όρος ότι οι δυνάμεις της Entente θα είχαν ελευθερία κινήσεων εντός του αυστριακού εδάφους, δηλ. θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων. Δεν είχε άδικo. Το συμμαχικό στρατηγείο, όντως σχεδίαζε ήδη την, μέσω αυστριακών εδαφών, επίθεση κατά της Βαυαρίας![41]

Εν τω μεταξύ, ο εκνευρισμός στο στρατηγείο στο Trento γινόταν όλο και πιο έκδηλος καθώς περνούσε η ώρα και η κατάσταση επί του εδάφους χειροτέρευε. Η ηγεσία του τοπικού στρατηγείου τηλεγραφούσε υπέρ της άνευ όρων αποδοχής της ανακωχής ως την μόνη λύση σωτηρίας!  Οι Ιταλοί, από πλευράς τους, απέρριπταν τα επίμονα επιχειρήματα των Αυστριακών να ανασταλούν οι εχθροπραξίες αμέσως για λόγους ανθρωπιστικούς. Οι Ιταλοί εκπρόσωποι έθεταν προθεσμίες και απειλούσαν με διακοπή των συνομιλιών, οι οποίες εγίνοντο όλο και πιο ζωηρές και νευρικές. Ο αυτοκράτωρ, στην Βιέννη, εν μέσω μεγάλης εντάσεως, εζήτησε την έγκριση του Συμβουλίου του Κράτους (Staatsrat) της γερμανικής Αυστρίας. Αυτό αρνήθηκε ως αναρμόδιο να συγκατατεθή στην απόφαση αποδοχής της ανακωχής. Κατόπιν άλλων αλυσιτελών μεθοδεύσεων, εν τέλει συνεκάλεσε το Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο, αυτό, volens nolens, απεδέχθη ομοφώνως το τελεσίγραφο. Οι στρατηγοί, από πλευράς τους, είχαν ταχθή υπέρ της άνευ όρων αποδοχής του τελεσιγράφου. Στην Βιέννη επίστευαν ότι κάθε διαμαρτυρία έναντι μεμονωμένων όρων θα έμενε άνευ αποτελέσματος, αντιμέτωπη με την απόλυτη άρνηση των Ιταλών . Ο στρατηγός Alexander von Krobatin υπό το φως των καθυστερήσεων, τηλεγραφούσε από το Trento «…μόνον με μία ανακωχή άνευ όρων θα μπορούσε να αποφευχθή, διατηρώντας την τιμή του στρατεύματος, μία καταστροφή…»[42] Και πάλι, όμως ο αυτοκράτωρ εδίσταζε. Προσεπάθησε να υπαναχωρήσει. Αλλά ήταν πλέον αδύνατον. Ας σημειωθή ότι η γερμανική πλευρά επεδίωξε, κατά διαταγή του στρατάρχου Hindenburg, να εκμεταλλευθή την διαδικασία και να υπεισέλθη στις διαπραγματεύσεις. Το ιταλικό Γενικό Επιτελείο άνευ περιστροφών απέρριψε την πρόταση με το επιχείρημα ότι η αυστριακή πλευρά δεν είχε ζητήσει την παρέμβαση της Γερμανίας[43].

Ο επικεφαλής της αυστροουγγρικής αντιπροσωπείας στρατηγός Viktor Weber von Webenau (δεύτερος από αριστερά) εξέρχεται από τη Villa Giusti.
Η υπογραφή της πράξης ανακωχής στις 3 Νοεμβρίου 1918.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι όροι της ανακωχής ήταν, χωρίς αμφιβολία, ιδιαιτέρως σκληροί. Εκδικητικοί, θα έλεγε κανείς. Επρόκειτο περί τελεσιγράφου. Δύο σημεία ενόχλησαν ιδιαιτέρως την αυστριακή πλευρά: το δικαίωμα των δυνάμεων της Entente να προωθηθούν μέσω Αυστρίας ώστε να επιτεθούν κατά της Γερμανίας, και η θέση εν ισχύ της παύσεως του πυρός από της 15.00 της 4ης Νοεμβρίου, παρά τον πρώτο όρο του κειμένου της ανακωχής που ανέφερε σαφώς ότι η  παύση πυρός ήταν άμεση. Ο Weber επανήλθε επανειλημμένως στα δύο αυτά σημεία, πλην εις μάτην. Τόσο μάλλον που, κινούμενος από ανθρωπιστικούς λόγους, ο ίδιος ο Arz είχε διατάξη τα αυστριακά στρατεύματα, πριν ακόμη την υπογραφή της ανακωχής, να αναστείλουν τις εχθροπραξίες, δηλ. 36 ώρες ενωρίτερα. Ο Badoglio ήταν αμετάπειστος σχετικά με το σημείο αυτό : έπρεπε να υπάρξη η αναγκαία διορία ώστε να ειδοποιηθούν οι μονάδες σε ένα   μέτωπο 300 χιλιομέτρων. Είτε από υστεροβουλία –ώστε να προωθηθούν τα στρατεύματα- είτε από πραγματική ανάγκη, το αποτέλεσμα ήταν ότι συνελήφθησαν 360.000 αιχμάλωτοι από τον Ιταλικό στρατό. Σημειωτέον ότι η παύση πυρός αφορούσε και στα Βαλκάνια![44]

Το οριστικό, επίσημο, γαλλικό, κείμενο της ανακωχής επεδόθη στην αυστριακή αντιπροσωπεία στις 02.00, μεταξύ της 2ας και της 3ης Νοεμβρίου. Μετεδόθη αμέσως στην Βιέννη, όπου, ήταν φυσικό, ο αρχηγός των Ενόπλων δυνάμεων von Arz και το επιτελείο του ευρίσκοντο σε κατάσταση νευρικού κλονισμού.

Εν τω μεταξύ, στην Βιέννη οι αποφάσεις έχουν ληφθή: να γίνουν δεκτοί οι όροι και να υπογραφή η πράξη ανακωχής, με παράλληλη επιφύλαξη στο ζήτημα 4, δηλ. της δυνατότητος διαπεραιώσεως στρατευμάτων μέσω του εδάφους της Αυστρο-Ουγγαρίας. Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, ο Κάρολος απέστειλε, αργά το βράδυ, στον Weber την έγκριση του να υπογράψει την πράξη της ανακωχής[45]. Οι οδηγίες όμως, όπως φαίνεται δεν κατέστη δυνατόν να αναδιαβιβασθούν κανονικά[46].  Με συνέπεια την καθυστέρηση. Τον αναβρασμό στην Villa Giusti επέτεινε τελεσίγραφο των Ιταλών που ώριζε ότι οι όροι έπρεπε να γίνουν δεκτοί μέχρι τα μεσάνυκτα της 3ης Νοεμβρίου, αλλιώς δεν θα υπήρχε ανακωχή![47]. Ο εκνευρισμός και στην Villa  ήταν έκδηλος.

Υπό τις έκτακτες αυτές συνθήκες, τα αντιφατικά μηνύματα που έφθαναν και λαμβάνοντας υπ όψιν ότι υπήρχε αδυναμία επικοινωνίας με την  κεντρική διοίκηση, ο Weber  ανέλαβε την ευθύνη να υπογράψει, χωρίς να έχει ανά χείρας ρητές οδηγίες[48]. Προσέθεσε ότι η αποδοχή της ανακωχής δεν προκαθόριζε τους όρους της ειρήνης και διεμαρτύρετο διότι οι Ιταλοί συνέχιζαν τις εχθροπραξίες.

Η αίθουσα υπογραφής της πράξης ανακωχής.

Η πράξη, εν τέλει, υπεγράφη επισήμως επί του γαλλικού κειμένου από τις δύο αντιπροσωπείες την Κυριακή, 3η Νοεμβρίου, στις 18.40. Παρά ταύτα, ο στρατηγός Badoglio απεδέχθη ως ώρα υπογραφής την 15.20, όταν ο Weber εδήλωσε ότι εδέχετο το κείμενο και ήταν έτοιμος να το υπογράψη, την δε αναστολή των εχθροπραξιών στις 15.00 της 4ης Νοεμβρίου[49].

  1918 – L’armistizio di Villa Giusti

 

Η απόφαση του Καρόλου να παραχωρήσει στις 30 Οκτωβρίου, δηλ. προ της υποβολής των όρων της ανακωχής, τον στόλο που ναυλοχούσε στον ναύσταθμο της Pola στους Νοτιο-σλάβους ώστε να μην περιέλθη στην Ιταλία, δημιούργησε άλλες περιπλοκές. Μετά την έντονη δυσφορία του Sonnino, έγιναν σκέψεις από πλευράς της Entente, ο στόλος να πλεύση προς την Κέρκυρα με λευκή σημαία, και να τεθή εις την διάθεση των Συμμάχων[50].  Η αντίδραση, εν τούτοις, των Νοτιο-σλάβων, ιδίως του Κροάτη Ante Trumpić, ότι μισούν περισσότερο τους Ιταλούς από ό,τι τους Αυστριακούς, και ότι θα βομβάρδιζαν τυχόν ιταλικό πλοίο που θα πλησίαζε τα ύδατα υπό Γιουγκοσλαβικό έλεγχο είχε σαν αποτέλεσμα να  αναστείλη κάθε σχετική απόφαση[51].

Ποιοι ήταν οι όροι της ανακωχής; Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου στις Βερσαλλίες (2.11.1918), οι όροι, που υπεβλήθησαν και εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συμπληρωμένοι και από ιταλικής πλευράς, λεπτομερέστατοι,   εκάλυπταν τόσο τον στρατό ξηράς, όσο και το ναυτικό και την αεροπορία. Ανεφέροντο δε και στις Γερμανικές δυνάμεις.

Σε γενικές γραμμές οι όροι ήσαν οι εξής:

-άμεση παύση των εχθροπραξιών,
-αφοπλισμός των Αυστρο-Ουγγρικών δυνάμεων πλην 20 μεραρχιών ειρηνικής συνθέσεως, παραχώρηση στην Entente του ½ της δυνάμεως του πυροβολικού,
-εκκένωση των κατεχομένων εδαφών σε μια γραμμή που περιεγράφετο λεπτομερώς, από το Bremmer, Pustertal, Treviso, Isonzo, Istria συμπεριλαμβανομένης της Τεργέστης, της Βορείας Δαλματίας και των νήσων. Η εκκένωση θα γινόταν σταδιακά, σύμφωνα με τις αποφάσεις των επί τόπου διοικητών,
-ελεύθερη μετακίνηση των συμμαχικών δυνάμεων μέσω των εδαφών της Αυστρο-Ουγγαρίας σύμφωνα με τις ανάγκες τους,
-κατοχή στρατηγικών σημείων της επικρατείας,
-απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων των δυνάμεων της Entente χωρίς αμοιβαιότητα,η ελεύθερη χρήση παντός αναγκαίου μεταφορικού μέσου,
-η αναδίπλωση πάσης γερμανικής μονάδος εντός 15 ημερών, όχι μόνον από τα Ιταλικά και τα Βαλκανικά εδάφη, αλλά από ολόκληρο το έδαφος της αυτοκρατορίας.

Η οριοθετική γραμμή όπως ορίστηκε από την πράξη ανακωχής.

Οι όροι για το ναυτικό προέβλεπαν την παράδοση 15 νεότευκτων υποβρυχίων, συμπεριλαμβανομένων και όσων γερμανικών ευρίσκοντο εντός των εθνικών υδάτων της Μοναρχίας, 34 άλλων μονάδων, ακόμη και ποταμοπλοίων, εθεσπίζετο η ελεύθερη ναυσιπλοΐα σε όλα τα εθνικά ύδατα, τους ποταμούς και τις λίμνες, η εγκατάλειψη των λιμένων και των ακτών που ευρίσκοντο εκτός των εθνικών ορίων της χώρας, η συγκέντρωση όλων των ναυτικών αεροπορικών μέσων σε σημεία που θα υπεδεικνύοντο από τους Συμμάχους, η επιστροφή όλων των κατασχεθέντων εμπορικών πλοίων υπό σημαία των χωρών της Entente[52].

 

  Cento anni dall’ armistizio 1918-2018

Εν τω μεταξύ, η Βουδαπέστη, έχοντας καταγγείλη από τις 30 Οκτωβρίου την ένωση (Realunion) μεταξύ των δύο χωρών και έχοντας κηρύξει την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, θεωρούσε ότι οι πράξεις της Βιέννης δεν την αφορούσαν. Κατόπιν τούτου ζήτησε και υπέγραψε με τους Συμμάχους της Entente ξεχωριστή ανακωχή στις 13 Νοεμβρίου, στο Βελιγράδι[53]. Οι όροι της ανακωχής με την Ουγγαρία ήσαν  ιδιαιτέρως αυστηροί, εφ’ όσον της αφαιρούσαν μεγάλα τμήματα επικρατείας προς όφελος των Νοτιο-Σλάβων.

Ενώ ο κύριος ενωτικός θεσμός, η ραχοκοκαλιά της Δυαδικής Μοναρχίας, οι ένοπλες δυνάμεις, είχαν καταστραφή, η Μοναρχία, διαμελισμένη σταδιακά ήδη, έπαψε να υπάρχη ως κράτος λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου. Ο αυτοκράτωρ  Κάρολος υπέγραψε το διάγγελμα με το οποίο έπαυε να ασκεί την εξουσία στο υπόλοιπο της πάλαι ποτέ Δυαδικής Μοναρχίας, δηλ. στην Γερμανική Αυστρία, η οποία και αυτή ήδη, από τις 30 Οκτωβρίου, είχε  μετωνομασθή σε «Αυστριακή Δημοκρατία»: «παραιτούμαι κάθε αναμίξεώς μου στις υποθέσεις του κράτους». Η λέξη «παραίτηση από τον θρόνο» δεν αναγράφεται πουθενά. Ωστόσο η ουσία ήταν αυτή[54].

Ο πόλεμος, που τόσο επιπόλαια η Δυαδική Μοναρχία εκήρυξε τον Ιούλιο του 1914, παρασυρθείσα από την «σύμμαχο» Γερμανία, επερατούτο με καταστροφή που κανείς δεν φανταζόταν κατά την έναρξή του. Τότε επίστευαν ότι ο πόλεμος θα ήταν βραχύς και τοπικά περιορισμένος. Τελικώς, η αυτοκρατορία μέσα σε τέσσερα χρόνια στρατολόγησε 8 εκατ. άνδρες, έχασε τουλάχιστον 1.600.000 και αριθμούσε 2.000.000 περίπου τραυματίες.[55] Κατέστρεψε σχεδόν πλήρως τις οικονομικές της υποδομές.  Ανέτρεψε δε την ιστορία της Ευρώπης.

Rudolf Konopa: “Die Ausrufung der Republik vor dem Parlament in Wien am 12. November 1918”, 1918, Wien Museum.

Αυτά συνέβαιναν στο εσωτερικό της Δυαδικής Μοναρχίας και στο Ιταλικό μέτωπο. Και  στα Βαλκάνια; Εκεί, σε όλη την έκταση της Αλβανίας και του Μαυροβουνίου,  ευρίσκοντο αυστριακές μονάδες σε αντιπαράθεση με ιταλικές, κατά μήκος του Αώου/Βογιούσα ποταμού, και ολίγες στην Μακεδονία. Στο μέτωπο αυτό η κατάσταση διαμορφώθηκε προ της ήττας στο Vittorio Veneto.

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου 1918, ο Βούλγαρος βασιλεύς Φερδινάνδος, υπό το φως των εσωτερικών εξελίξεων[56] και της δραματικής – από πλευράς  εξοπλισμών αλλά και  από ψυχολογικής απόψεως – καταστάσεως του στρατού του αλλά και υπό τον φόβο γενικής επιθέσεως της Entente, είχε ζητήσει την στρατιωτική βοήθεια των συμμάχων του, βάσει της συμφωνίας εμπλοκής του 1915. Όμως, υπό τις υπάρχουσες τότε συνθήκες στα άλλα μέτωπα, ήταν αδύνατη η άμεση ικανοποίηση του αιτήματος για την αποστολή σημαντικών δυνάμεων. Η Αυστρία είχε δεσμευθή για την αποστολή, εν τέλει, μόνον δύο μεραρχιών. Αλλά η κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου δεν θα επέτρεπε την προώθηση των μονάδων αυτών προ της παρελεύσεως μηνός. Η επιχείρηση εγκατελείφθη. Ο Βουλγαρικός στρατός κατέρρευσε.

Η αδυναμία της τετραπλής συμμαχίας να αντεπεξέλθη στην γενική επίθεση που εξαπέλυσε η Entente στο Μακεδονικό μέτωπο, στις 15 Σεπτεμβρίου 1918, είχε σαν συνέπεια η Σόφια στις 26 Σεπτεμβρίου να ζητήση ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 29, στην Θεσσαλονίκη. Η Τουρκία από πλευράς της, μη μπορώντας να αντιμετωπίση την νέα τροπή, ζήτησε με την σειρά της, ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου, στον Μούδρο. Η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο είχε ξεκαθαρίσει λίγο προ της αυστριακής καταρρεύσεως στο Vittorio Veneto.

Η διάλυση του Βουλγαρικού στρατού απετέλεσε βαρύ στρατιωτικό πλήγμα για την Αυστρο-Ουγγαρία, εφ΄όσον μονάδες του πρώτου είχαν καταλάβη, σε συνεργασία με την Αυστριακή στρατιωτική ηγεσία – παρά την έλλειψη κάθε εμπιστοσύνης μεταξύ Βουλγαρικού και Αυστριακού στρατού – το νοτιο-ανατολικό τμήμα της Αλβανίας και εφάπτοντο κοντά στο Πόγραδετς, προφυλάσσοντας το ανατολικό άκρο της Αυστριακής αναπτύξεως.

Οι επιχειρήσεις στο αλβανικό μέτωπο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 1918.

Οι Ιταλοί, ως γνωστόν, από την αρχή του πολέμου είχαν εγκατασταθή στον Αυλώνα και ανατολικά αυτού – το XVI Σώμα Στρατού[57]– έχοντας απέναντί τους τις Αυστριακές μονάδες, το μειωμένο σε δύναμη ΧΙΧ Σώμα Στρατού -40.000 άνδρες περίπου- πέραν του ποταμού Αώου/Βογιούσα. Οι Ιταλοί υπερείχαν σε δυνάμεις στην γραμμή του μετώπου. Ανατολικά από τους Ιταλούς η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κορυτσάς, εκαλύπτετο από γαλλικά στρατεύματα[58]. Παρά επανειλημμένες προσπάθειες, οι περιορισμένες και μειωμένης ικανότητος Αυστριακές δυνάμεις, αποδεκατισμένες και από την ελονοσία, δεν είχαν κατορθώσει να εκβάλουν τους Ιταλούς από την στρατηγική τοποθεσία του Αυλώνος. Τότε, στις 10 Ιουλίου, τοποθετήθηκε επικεφαλής του αυστριακού στρατού στην Αλβανία ο ικανός στρατηγός Karl von Pflanzer-Baltin. Ο νέος διοικητής κατόρθωσε να αναπτερώση το ηθικό των αυστριακών μονάδων κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους προβαίνοντας και σε αναδιάταξη των δυνάμεων.

Στις 28 Αυγούστου του 1918, μετά από μια εν μέρει επιτυχή επιχείρηση των Γαλλο-Ιταλών τον Ιούλιο, οι Αυστριακές δυνάμεις πέρασαν σε αντεπίθεση. Κατέλαβαν το Μπεράτι, το Φιέρι και την Ταμορίτσα, με την αεροπορία των δύο χωρών να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Ο αυστριακός στρατός απέδειξε την μαχητικότητά του.

Αισιόδοξος από τις επιτυχίες αυτές αλλά και με τις ελαφρές ενισχύσεις που εδέχθη[59], ο στρατηγόςPflanzer-Baltin, διοικητής του επιχειρησιακού θεάτρου, προγραμμάτιζε επίθεση κατά του Αυλώνος. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εν τω μεταξύ κατέρρευσε το Μακεδονικό μέτωπο[60]. Συγχρόνως, οι αλβανικές μονάδες, σύμμαχοι μέχρι τότε των Αυστριακών, αυτομόλησαν[61]. Τελικώς, την 24η Σεπτεμβρίου προεκρίθη η υποχώρηση μέσω της βορείου Αλβανίας και του Μαυροβουνίου, προς τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η κίνηση αναδιπλώσεως έγινε κατά απόλυτα συντεταγμένο τρόπο, προς τιμήν του Αυστριακού διοικητού. Ο Ιταλικός στρατός παρακολουθούσε  την υποχώρηση χωρίς να παρεμβαίνει. Εν τέλει, και αφού οι  δυνάμεις που είχαν φθάσει στην Bocche di Cattaro, κατετμήθηκαν κατά εθνικότητες, στις 22 Νοεμβρίου, μετεφέρθησαν από τους διαφόρους λιμένες του Μαυροβουνίου όπου είχαν καταλήξει, με  γαλλικά πλοία στην Β. Ιταλία[62].

Ο στρατηγός Karl Freiherr von Pflanzer-Baltin, διοικητής των αυστριακών δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο το 1918.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αυστριακές δυνάμεις στο Αλβανικό μέτωπο ενώ αρχικά ανέμεναν ενισχύσεις, σύμφωνα με το σχέδιο του Αυστριακού Αρχηγείου, τελικώς αυτές ποτέ δεν έφθασαν, πλην της τεθωρακισμένης μεραρχίας. Μεταξύ άλλων και διότι μονάδες –Πολωνών, Τσέχων, Σλοβάκων-  εστασίασαν, αρνούμενες πλέον να πολεμήσουν. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο στρατάρχης Hermann von Kövess, νέος γενικός διοικητής των δυνάμεων στα Βαλκάνια,  αναγκάσθηκε να διατάξει γενική υποχώρηση προς τον Δούναβη. Στην καταδίωξη των μονάδων των κεντρικών Δυνάμεων προς την ενδοχώρα από τις δυνάμεις της Entente, συνέβαλαν αποτελεσματικά και μονάδες του Ελληνικού στρατού.

Με την τροπή αυτή περατώθηκε η όλη στρατιωτική παρουσία της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Ιταλικό και το Βαλκανικό μέτωπο. Στην πράξη, τα μέτωπα αυτά συνέβαλαν αποφασιστικά όχι μόνον στην λήξη του πολέμου, αλλά και στην κατάλυση της Δυαδικής Μοναρχίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με συνέπεια την ριζοσπαστική αλλαγή του ευρωπαϊκού χάρτη και την εκκόλαψη νέων στρατηγικών ισορροπιών.

Österreich – Vom Reich zur Republik 1916 – 1918

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α) Για την κατάσταση προ της ανακωχής.

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 19, 21, 25.

Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 1921.

P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Paris, Editions Talandier, 2014,

Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant La Guerre Mondiale, Paris, 1922.

Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919.

Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, Paris, Seuil,1993

Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, Paris, SOTECA , 2011,

Max Schiavon, Le Front d’ Orient, Du désastre des Dardanelles à la Victoire Finale, 1915-1918, Paris, Tallandier, 2014.

Edmund Glaise von Hortenau, Ein General im Zwielicht, Wien, Böhlau, 1988

Manfried Frankensteiner, The first world war and the end of the Habsburg Monarchy,Wien, 2014.

The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge University Press, 2014.

Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, London, Bloomsbury Academic 2009.

β) για την υπογραφή της ανακωχής

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 25, Der Zusammenbruch.

Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, London, Oxford University Press,, 1943.

Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, Il Poligrafo 2008.

Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris,  Editions FranceEmpire, 1968.

Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, .

Gooch John, The Italian army and the A; World War, Cambridge University Press, 2014.

Wagner, Der Waffenstillstand von Villa Giusti, 3.11.1918, Wr. Diss, 1970

γ) για τα Βαλκάνια

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, Feldzug in Albanien.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Οι Τσέχοι εκήρυξαν την ανεξαρτησία τους στις 18 Οκτωβρίου 1918, οι Σέρβοι και οι Κροάτες-Σλοβένοι στις 29 Οκτωβρίου και οι Ούγγροι στις 30 Οκτωβρίου. Στις  30 Οκτωβρίου ανεκηρύχθη η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία. Η Πολωνία, που αντιμετώπιζε προβλήματα συντονισμού λόγω του τριπλού διαμελισμού της χώρας, κήρυξε την ανεξαρτησία της, στην Βαρσοβία, στις 3 Νοεμβρίου.

[2] Η ειρήνη στο Brest-Litovsk υπεγράφη πολύ αργότερα μετά κοπιώδεις διαπραγματεύσεις, στις 3 Μαρτίου 1918. Βλ. J. P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Editions Talandier, 2014, Κεφ. VII.

[3] Όπως χαρακτηριστικά την απεκάλεσε ο ίδιος ο Ottocar von Czernin, υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας.

[4]  Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant la Guerre Mondiale, Paris, 1922. 229, 235. Bled, 336.

[5]  Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919. 212.

[6] Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, 1992, 284. Bled,, 346

[7] Bled, 374

[8] Ο Conrad τοποθετήθηκε επί κεφαλής των δυνάμεων στο Νότιο Τυρόλο, στο Ιταλικό μέτωπο.

[9] Bled, 316.

[10] Cramon, 243-244. 276, Ως φαίνεται, στην στάση αυτή του Καρόλου τον επηρέαζε η σύζυγός του, Ζίτα, του οίκου των Βουρβώνων, η οποία δεν ήθελε αυστριακά στρατεύματα να μάχονται εναντίον γαλλικών.

[11] Bled, 317.

[12] Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, SOTECA , 2011, 210.

[13] Bled, 323, 346.

[14] Κατά την διάρκεια της μάχης δεν συμμετέσχον γαλλικά ή αγγλικά στρατεύματα. Γαλλία και Βρεταννία επέστειλαν αντίστοιχα 6 και 5 μεραρχίες λίγο αργότερα, υπό τον φόβο καταρρεύσεως του ιταλικού θεάτρου. Αυτές  ελαττώθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα.

[15] Bled, 328

[16] Schiavon, 218. Cramon, 244. Απετελείτο από 50 κανόνια βαρέως και μέσου διαμετρήματος.

[17] Schiavon, 215.

[18] Οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την ουδετερότητα την οποία τηρούσαν τον Απρίλιο 1917, όταν  ξέσπασε ο πόλεμος των υποβρυχίων και βυθίστηκε το ΛΟΥΖΙΤΑΝΙΑ,  κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Γερμανία. Στις 7 Δεκεμβρίου κήρυξαν τον πόλεμο και στις άλλες τρεις χώρες.  Τα πρώτα στρατεύματα έφθασαν στην Γαλλία τον Ιούνιο 1917.

[19] Bled,377

[20] Κατά τον Cramon η πρωτοβουλία ήταν του Arz με την σύμφωνη γνώμη του Hindenburg.

[21] ΑΥΕ, 1918, Α/4//ΙΙΙ,  Τηλ. πρεσβείας Ρώμης, Κορομηλάς, 1346, 7/20.4.1918.

[22] Στοιχεία από το έργο του Bled, σελ. 382-384, 398.

[23] Cramon, 272.

[24] Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/12/Ι, Ιταλικός τύπος, Επιστολή Κώστα Καιροφύλα προς Υπουργό Εξωτερικών, Ρώμη, 10/23.6.1918, περί «ανορθώσεως του ηθικού ιταλικού στρατού» από το Caporetto και ότι «μάχεται  μετ’ ενθουσιώδους τόλμης και αποφασιστικότητος».

[25] Bled ,386. Cramon, 275.

[26] Παράπλευρη συνέπεια ήταν η απόφαση αποστρατείας του στρατάρχου Conrad von Hötzendorff.

[27]  Hindenburg, 266.

[28] Hindenburg, 364, Cramon 276,293.

[29] Κατά τον Bled, 398, μερικούς μήνες μετά την μάχη του Piave, έναντι 500.000 αυστριακών, η Entente αντιπαραθέτει τριπλάσιο αριθμό ανδρών.

[30] Οι αριθμοί διαφέρουν. Bled, 411, Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, 1996, 421. Der Weltkampf, Τ. 5, κεφ. 25, 5. Ο αυστριακός στρατός διέθετε 250-350.000 ενόπλους.

[31] Cramon, 310.

[32] Cramon, 310-311,

[33] Herwig, 422. «melted away…». O Arz ενημέρωσε το Γερμανικό Επιτελείο ότι 30 μεραρχίες είχαν στασιάσει. Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/4/ΙΙΙ, Τηλ. Βέρνη, Μαρκέττης, 4303, 20.10/1.11.1918,Πληροφορίες από την Βιέννη. Περισσότερες από 23 μεραρχίες στασίασαν και εγκατέλειψαν το μέτωπο.  Ο δε Κορομηλάς από την Ρώμη ( 21.10/2.11.1918) τηλεγραφούσε «αιφνίδια μεταστροφή των δεδομένων, παρουσιάζουν νέες προοπτικές για την Ιταλία. Εμείς θα υποστούμε τις συνέπειες».

[34] Ο Κάρολος είχε απευθυνθή στον πρόεδρο Wilson ήδη στις 14 Σεπτεμβρίου και στις 7 Οκτωβρίου.  Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, Oxford Un. Press, 51.

[35] Σημειωτέον ότι ένα πρώτο αίτημα ανακωχής είχε υποβληθή ήδη ένα μήνα νωρύτερα, με το αίτημα για ειρήνη προς τον πρόεδρο Wilson. Lenci, 48.

[36] Lenci, 62. Ήδη οι σύμμαχοι συζητούσαν για τους όρους ανακωχής με την Γερμανία.

[37] Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris, 1968, 159. Lenci, 95.

[38] Ο Clémanceau διεβεβαίωνε τους Νοτιο-σλάβους που ζητούσαν με επιμονή,  ότι  η γραμμή της ανακωχής  δεν προεξοφλούσε  τους όρους  της μελλοντικής ειρήνης . Lenci, 91.

[39] Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, 103.

[40] Bultitt, 112.

[41] Bultitt, 113.

[42] Lenci, 62.

[43] Lenci, 91.

[44] Vilain, 165. Κατ’απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου. Βλ και κείμενο ανακωχής αναφορικά με αποχώρηση γερμανικών δυνάμεων.

[45] Ας σημειωθή ότι ο Κάρολος παρεχώρησε την αρχηγεία του στρατεύματος στον στρατηγό Kövess, τον αρχαιότερο εν υπηρεσία στρατηγό, την 2α  Νοεμβρίου, ώστε να μην κατηγορηθή ο αυτοκρατο-ρικός θεσμός για την αποδοχή της καταστρεπτικής ανακωχής.

[46] Vilain, 164, 166, 169. Lenci, 108,

[47] Vilain, 169

[48] Vilain, 170. Σε έκθεσή του ο στρατηγός Weber αναγνωρίζει ότι έλαβε την σχετική απόφαση ώρες προτού λάβη τις σχετικές οδηγίες. Βλ. Wikipedia.org/Viktor Weber von Webenau.

[49] Σε ορισμένες νομικές διαμαρτυρίες αξιωματικών της αυστριακής επιτροπής, ο Badoglio, ιδιαιτέρως εκνευρισμένος, απείλησε την ακύρωση της πράξεως ανακωχής.

[50] Bultitt, 111.

[51] Οι Ιταλοί αντέδρασαν έντονα. Την 1 Νοεμβρίου ιταλική τορπίλη εβύθισε στον λιμένα αυτόν την ναυαρχίδα του αυστριακού ναυτικού Viribus Unitis, με πολλά θύματα, και ένα άλλο, εμπορικό, πλοίο. Την δε 5 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Cagni κατέλαβε τον ναύσταθμο και το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου.

[52] Συγχρόνως υπεγράφη και το Protocole annexe contenant les détails et les clauses d’exécution de certains points de l’Armistice.

[53] Υπεγράφη από τον εκπρόσωπο της Ουγγρικής κυβερνήσεως, τον υπουργό πολέμου,  Bela Linder.

[54] Υπό την έννοια αυτή, παρέμενε βασιλεύς της Ουγγαρίας. Προσεπάθησε δύο φορές ανεπιτυχώς να  επανέλθη στον θρόνο, το 1921.

[55] The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge Un.Press, 291.

[56] Τον Ιούνιο 1918, ανετράπη ο γερμανόφιλος πρωθυπουργός  Vasil Radoslavov. Αντεκατεστάθη από τον Alexandar Malinov, μετριοπαθή και  προσκείμενο στην Entente.

[57] Για τις τελευταίες επιχειρήσεις στην Αλβανία, βλ. και Hindenburg,  364-366. Το ιταλικό ΧVI Σ.Σ. απετελείτο από τις 38, 13 και 36 Μεραρχίες πεζικού και την 9 ταξιαρχία ιππικού. Το αυστρο-ουγγρικό XIX Σ.Σ., μετωνομασθέν σε Armeegroup Albania, απετελείτο από την 47 και 81 μεραρχίες και μία Landsturm ταξιαρχία.

[58] Οι Ιταλοί διέθεταν στο Μακεδονικό Μέτωπο την 35η Μεραρχία ( δυνάμεως  36.500 ανδρών), λίγο ανατολικά του Μοναστηρίου. Παρέμεινε  εν δράσει  μέχρι την λήξη του πολέμου.

[59] Την 9η Τεθωρακισμένη μεραρχία, από την Ιταλία.

[60] Όπου η Μοναρχία διέθετε δύο τάγματα. Der Weltkampf, Τ. 25, κεφ. 2.

[61] Και οι δύο εμπόλεμοι χρησιμοποίησαν μονάδες αλβανών ατάκτων. Με τις μονάδες της Μοναρχίας συνεργάζοντο 9 τάγματα, περίπου 6000 ανδρών.

[62] Ο αυστριακός στρατηγός διεπραγματεύθη επιτυχώς την μεταφορά των στρατευμάτων με γαλλικά πλοία στο Fiume. Οι ουγγρικές δυνάμεις κατευθύνθηκαν οδικώς προς την πατρίδα τους.

[1] Τότε ακόμη εκαλείτο απλώς Vittorio. Το 1923 μετωνομάσθηκε σε Vittorio Veneto.

[2] Κύριο έργο της βιβλιογραφίας είναι το Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, 25.

[3] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ), 1918, Φακ.  Α/5/IV,2, Ειδικός φάκελος Αυστρο-Ουγγαρίας. Τηλ. ανοικτό, Λονδίνο, 4.10.1918.

[4] Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, 2008. 116.

[5] Ενδεικτικά ας αναφερθή ότι το φθινόπωρο του 1918 η σύνθεση των αυστρο-ουγγρικών ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξής: 60% σλάβοι, 16% Ούγγροι, 13% αυστρο-γερμανοί, 11% Ρουμάνοι. Schiavon, 227. Βλ. και 215-216. Ακόμη και στο ουγγρικό τμήμα της αυτοκρατορίας, το 47% δεν το αποτελούσαν Ούγγροι. Schiavon, 153.

[6] Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 378.

Σπυρίδων Σφέτας: Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο Brest-Litovsk

 Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

 Σπυρίδων Σφέτας    

Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο BrestLitovsk

Η ταπεινωτική για τους Μποσελβίκους συνθήκη του Brest-Litovsk, με τις τεράστιες εδαφικές παραχωρήσεις των τελευταίων προς τους Γερμανούς, ήταν ‘’η εξόφληση των λογαριασμών‘’ των Μπολσεβίκων προς τον Γερμανό Κάϊζερ για την βοήθειά του προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία. Μόνο αν γνωρίζουμε την εμπλοκή της Γερμανίας στην αξιοποίηση  Ρώσων επαναστατών φυγάδων, ιδιαίτερα της σκληροπυρηνικής ομάδας των Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν, για την αποχώρηση της Ρωσίας από την Αντάντ και την αύξηση των πιθανοτήτων για τη νίκη  της Γερμανίας, μπορούμε να κατανοήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση (ή Οκτωβριανό Πραξικόπημα;), όχι ως μια  δήθεν ιστορική νομοτέλεια, αλλά ως  μια προσχεδιασμένη  πράξη σε κατάλληλη ιστορική συγκυρία στις ειδικές για τη Ρωσία συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η επαναστατική ζύμωση στη Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αστικο-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, μια ρωσική ιδιαιτερότητα, που δεν συμβάδιζε με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη.

 Μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο

Το βασικά  προβλήματα  της Ρωσίας ήταν το αγροτικό ζήτημα και η απολυταρχία του τσάρου. Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ προέβη σε  ορισμένες μεταρρυθμίσεις, φοβούμενος εξεγέρσεις των χωρικών. Το 1861 κατήργησε  τη δουλοπαροικία. Ωστόσο, η χειραφέτηση των χωρικών είχε την έννοια  ότι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των πρώην αφεντικών τους και μπορούσαν να  μεταβούν  στις πόλεις,  όμως σε  καμιά περίπτωση   δεν ήταν ελεύθεροι χωρικοί, όπως στη Δύση. Οι μισές γαίες  είχαν παραμείνει στους γαιοκτήμονες, και η γη που  διανεμήθηκε στους πρώην δουλοπάροικους δεν ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά ανήκε  συλλογικά στην αγροτική κοινότητα (Μir). To  κοινοτικό συμβούλιο, ένα είδος  δημογεροντίας, ήταν  υπεύθυνο  για  τη διαχείριση των γαιών και  κυρίως  για  τη  συνολική καταβολή των  φόρων της κοινότητας   προς το κράτος (η εξασφάλιση  των φορολογικών  εσόδων του κράτους  ήταν  βασική γενεσιουργός αιτία της αγροτικής κοινότητας), και προχωρούσε σε αναδιανομές των γαιών, ανάλογα με τις  γεννήσεις και τους θανάτους.  Η γη που μοιράστηκε στους  πρώην δουλοπαροίκους δεν ήταν δωρεάν. Οι κοινότητες όφειλαν  να καταβάλλουν επί χρόνια  σε  δόσεις το αντίτιμο στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Από την άλλη  πλευρά οι υπερεξουσίες  του συμβουλίου της   κοινότητας δεν οδήγησαν σε αύξηση της αγροτικής παραγωγής , συνεχίζονταν  οι παραδοσιακές μέθοδοι καλλιέργειας. Εντός του Mir επήλθαν οικονομικές ανισότητες μεταξύ των χωρικών, προϊόντος του χρόνου  αναδύθηκε μια μεσαία τάξη χωρικών, οι κουλάκοι. Δεν ήταν επομένως μια εξισωτική κοινωνία.

Το 1864 ο τσάρος θέσπισε το σύστημα των αιρετών επαρχιακών  συνελεύσεων (Zemstvo)  που είχαν τοπικές εξουσίες σε τομείς, όπως η κατασκευή δρόμων, η υγεία και η παιδεία. Την ίδια χρονιά τα Πανεπιστήμια απέκτησαν αυτονομία.  Οι διανοούμενοι απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, η λογοκρισία περιορίστηκε και τα ταξίδια στην Ευρώπη έγιναν ευκολότερα. Τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση αποτέλεσε  η πρόοδος στο νομικό σύστημα. Τυπικά  τουλάχιστον, όλοι οι Ρώσοι ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο, οι δίκες διεξάγονταν δημόσια, άρχισε να λειτουργεί ένα σύστημα ορκωτών δικαστηρίων, οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται από επαγγελματία συνήγορο. Η πράξη ήταν πιο σύνθετη, αλλά η επαφή των Ρώσων υπηκόων  με το κράτος δικαίου είχε αναβαθμιστεί. Το 1874 εισήχθη η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και στις πόλεις επιτράπηκε η λειτουργία επαγγελματικών  σωματείων.

Ο τσάρος δεν προχώρησε στο γενναίο βήμα της ίδρυσης μιας αντιπροσωπευτικής συνέλευσης κατά το πρότυπο  των Κοινοβουλίων της Δύσης.  Οι μεταρρυθμίσεις του τσάρου δεν αποτελούσαν ρηξικέλευθη τομή στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, αλλά ευνόησαν την πολιτικοποίηση της διανόησης που επιδίωκε αλλαγή του πολιτικού  συστήματος.

Επαναστατικές ζυμώσεις στη Ρωσία και η ίδρυση παράνομων πολιτικών κομμάτων.

Αρχικός φορέας της μόνιμης  επαναστατικής ζύμωσης ήταν  οι ‘’ Οι Φίλοι του Λαού’,  οι Ναρόντικι.  Δεν ήταν μια συμπαγής ομάδα, είχαν συγκεχυμένες αναρχοσοσιαλιστικές  και ουτοπικές σοσιαλιστικές ιδέες  του Φουριέ και του Σαιν-Σιμόν.  Βασική γραμμή ήταν  άποψη του Αλεξάντερ Χέρτζεν ότι  η Ρωσία θα μπορούσε να αποφύγει  τις ωδίνες  του καπιταλισμού και να μεταβεί κατ’ευθείαν  στο σοσιαλισμό έχοντας ως μήτρα  της σοσιαλιστικής κοινωνίας την αγροτική  ‘’εξισωτική κοινότητα (Mir)’’, την οποία εξιδανίκευε. Την ίδια ουτοπική άποψη υποστήριζε και ο Μάο–Τσε-Τούγκ  κατά τη διάρκεια  της πολιτιστικής επανάστασης (1966-69) : Ο κομμουνισμός είναι περισσότερο ένας τρόπος ζωής, μπορεί  να δημιουργηθεί σύντομα , χωρίς την εκβιομηχάνιση. Το κινεζικό κοινόβιο (ομάδα ανθρώπων που είναι στρατιωτικά οργανωμένοι, εργάζονται  σε αγρούς  ή εργοστάσια, σιτίζονται σε ομαδικά συσσίτια)   είναι το βασικό   κύτταρο μιας εξισωτικής κοινωνίας.

Αλλά η προσφυγή στο λαό για τη διαφώτισή του και την κινητοποίησή του για την ανατροπή  του τσαρισμού ήταν μια απογοήτευση. Το καλοκαίρι του 1874 νεαροί ακτιβιστές, κυρίως φοιτητές, έσπευσαν στη ρωσική ύπαιθρο για να ζήσουν με τους χωρικούς. Δεν βρήκαν  όμως κοινή γλώσσα επικοινωνίας  και  αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία.  Όχι ο τσάρος, αλλά ο μεγαλοκτηματίας ήταν για  τους χωρικούς  ο εχθρός. Έτσι, τέθηκε το ερώτημα αν μια επαναστατική ελίτ θα μπορούσε να  κάνει αυτό που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακόμα οι  μάζες.  Εδώ αναδείχτηκαν δύο τάσεις. Οι αναρχικοί του Μπακούνιν (Νετσάγιεφ, Τκάτσεφ) και οι διαφωτιστές του Λαβρώφ. Οι πρώτοι εμφορούνταν από μια ανήλεη καταστροφομανία, από Μακιαβελλισμό και  Ιησουϊτισμό. «Ένας επαναστάτης έχει πάντοτε το δικαίωμα να καλεί το λαό σε εξέγερση.  Το άμεσο  και πιο σημαντικό καθήκον  είναι η κατάληψη  της εξουσίας, η ανατροπή της κυβέρνησης και η μετατροπή του συντηρητικού κράτους σε επαναστατικό κράτος. Αλλά η κατάληψη  της εξουσίας από μόνη της δεν αποτελεί επανάσταση. Η επανάσταση πραγματοποείται όταν η νέα κυβέρνηση εκκαθαρίσει όλα τα συντηρητικά στοιχεία και αντικαταστήσει τους θεσμούς»,  έγραφε ο Τκάτσεφ το 1875. Η επανάσταση επομένως ήταν υπόθεση όχι των μαζών, αλλά μιας επαναστατικής ελιτίστικης ομάδας. Είναι γνωστή η διαφωνία του αναρχικού Μπακούνιν  με τον Μάρξ, κάτι που  είχε καταστήσει αδρανή την Πρώτη Διεθνή (1869). Αντίθετα για τον Λαβρώφ  προείχε η  διαρκής διαφώτιση του λαού, μέχρι να αποκτήσει κάθε άτομο  συνείδηση  της αποστολής του. «Δεν θέλουμε καμία νέα κυριαρχία της βίας. Όποιος θέλει το καλό του λαού, δεν πρέπει να επιδιώκει να γίνει  ο ίδιος εξουσία, αλλά να καταστήσει το λαό ικανό να συνειδητοποιήσει τους στόχους  του, και να υλοποιήσει αυτούς τους κοινωνικούς στόχους, όταν έρθει η στιγμή της ανατροπής», έγραφε ο Λαβρώφ στο περιοδικό Εμπρός – Vperëd ( 1873-1876) που εκδιδόταν στη Ζυρίχη. Για τους αναρχικούς της ομάδας Μπακούνιν, Νετσάγιεφ και Τκάτσεφ   ο λαός  θα μιμούνταν την επαναστατική ελίτ, αν αυτή τον κινητοποιούσε και με τη μέθοδο της τρομοκρατίας. Η ομάδα κρούσης ‘’Λαϊκή Θέληση‘’ (Narodnaja Volja)” ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση  που κατάφερε να δολοφονήσει τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ το 1881. Ο νέος τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ ανακάλεσε ορισμένες μεταρρυθμίσεις του πατέρα του και  έλαβε κατασταλτικά μέτρα.  Το 1887  η ‘’Λαϊκή Θέληση’’ οργάνωσε (αποτυχημένη) δολοφονική απόπειρα κατά του  τσάρου Αλέξανδρου Γ΄, στην οποία συμμετείχε και ο  μεγαλύτερος αδελφός του Λένιν. Καταδικάστηκε σε θάνατο  δια απαγχονισμού. Ο Λένιν είχε μια εκδικητική μανία κατά του τσαρισμού και λόγω προσωπικών βιωμάτων. Από την οργάνωση αυτή και την αναβίωση των πρώην Ναρόντικι συγκροτήθηκε το 1901 το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Το κόμμα στηριζόταν στους αγρότες, είχε  ως πυρήνα του προγράμματός του την αγροτική μεταρρύθμιση, χωρίς να εγκαταλείψει πλήρως την τρομοκρατία.

Michail Aleksandrovich Bakunin.
Pyotr Lavrovich Lavrov.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά μετά το 1890 ήταν εμφανή στη Ρωσία τα σημάδια μιας κρατικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο υπουργός Οικονομικών Σεργκέϊ Βίτε- Sergej Witte (1892-1903) στα τελευταία χρόνια της θητείας του τσάρου Αλεξάνδρου Γ ΄ ( 1881-1894) και τα πρώτα χρόνια της θητείας του νέου τσάρου Νικολάου Β΄ (1894-1917) ευνόησε μια καπιταλιστική ανάπτυξη: εκτενές σιδηροδρομικό δίκτυο, τραπεζικό σύστημα, ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας και μεταλλουργίας, εισροή δυτικών επενδύσεων και εμπειρογνωμόνων, αύξηση της εξαγωγής σιτηρών για την εξοικονόμηση συναλλάγματος χάριν της εκβιομηχάνισης, μετάβαση χωρικών από την ύπαιθρο στις πόλεις ως εργατών σε εργοστάσια. Ωστόσο, ήταν οι απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η Ρωσία δεν ήταν ακόμα βιομηχανικό κράτος, αλλά αγροτικό, οι εργάτες βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις ( Μόσχα, Πετρούπολη) και ήταν ισχνή μειοψηφία ( 3.000.000 το 1917) σε σύγκριση με τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων χωρικών. Η ανάδυση εργατικής τάξης έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ίδρυσης και Εργατικού Κόμματος.

Ο Μαρξισμός ήταν από πολύ νωρίς γνωστός στη ρωσική διανόηση. Η πρώτη ξένη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε το Κεφάλαιο του Μάρξ το 1874 ήταν η ρωσική. Οι ρωσικές αρχές επέτρεψαν την κυκλοφορία του, διότι το βιβλίο αφορούσε τη Δυτική Ευρώπη και κρίθηκε ακίνδυνο για τη Ρωσία στην οποία δεν υπήρχε ακόμα προλεταριάτο. Την πρώτη ουσιαστική μαρξιστική ομάδα συγκρότησε στη Γενεύη το 1883 ο Γκεόργκυ Πλεχάνωφ (Georgi Plechanov), μεταφράζοντας και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στα ρωσικά με πρόλογο του ίδιου του Μάρξ . Ο Μάρξ, που έβλεπε ότι μετά το 1848 δεν ακολούθησε ένα νέο επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, δεν απέκλειε στον πρόλογό του το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στη Ρωσία χωρίς προλεταριάτο που θα αποτελούσε θρυαλλίδα για μια επανάσταση και στη Δυτική Ευρώπη. Ο Μάρξ πράγματι διαψεύστηκε στις προβλέψεις του για την επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, για παράδειγμα, εξελισσόταν σε μεταρρυθμιστικό κόμμα ( με επαναστατική αναμονή), αναγνωρίζοντας τη σημασία του κοινωνικού κράτους του Μπίσμαρκ. Αλλά τι θα γινόταν στη Ρωσία; Mετά το 1890 είχε αρχίσει μια καπιταλιστική ανάπτυξη. Θα έπρεπε να αναμένει κανείς την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού που ίσως διαρκούσε δεκαετίες; Μετά από βασανιστικές σκέψεις ο Πλεχάνωφ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: O επαναστάτης δεν μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας, μπορεί όμως να ενεργήσει λογικά, αν καταλάβει σωστά, σε ποιο σημείο της ιστορικής εξέλιξης βρίσκεται. Η Ρωσία εισήλθε στη φάση του καπιταλισμού, ο αγώνας του προλεταριάτου εναντίον της καπιταλιστικής αστικής τάξης είναι αναπόφευκτος, όμως η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είναι στην αρχή, ο εχθρός είναι ακόμα ανίσχυρος, όσο νωρίτερα δεχτεί επίθεση, τόσο ευκολότερα θα χτυπηθεί, μια συμμαχία με Φιλελεύθερους για την πτώση της απολυταρχίας πρέπει να απορριφθεί, διότι θα ενίσχυε τον εχθρό, την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, ανάγκη της παρούσας στιγμής είναι η ίδρυση ενός Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος από το βιομηχανικό προλεταριάτο.

Georgi Valentinovich Plekhanov.
To Κεφάλαιο του Karl Marx μεταφρασμένο στα ρωσικά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

To 1898 συνήλθε στο Μίνσκ  ένα συνέδριο αντιπροσώπων των διαφόρων μαρξιστικών ομάδων της Ρωσίας και ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας. Ο Λένιν ήταν εξόριστος στη Σιβηρία και δεν παρέστη στο ιδρυτικό συνέδριο, προσχώρησε  όμως στο κόμμα το 1899. Το 1903 συνήλθε το δεύτερο συνέδριο του κόμματος που άρχισε τις εργασίες στις Βρυξέλλες  και τις ολοκλήρωσε  στο Λονδίνο. Στο συνέδριο ξέσπασαν σοβαρές διαφωνίες για τον χαρακτήρα του κόμματος με αποτέλεσμα να σχηματισθούν δύο αντίθετες παρατάξεις, οι Μενσεβίκοι (μειοψηφία)  με επικεφαλής τον Μαρτώφ  και οι Μπολσεβίκοι (πλειοψηφία) με επικεφαλής τον Λένιν . Ο Λένιν ήθελε ένα μικρό,  ελιτίστικο κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με ιδιόμορφη στρατιωτικοπολιτική οργάνωση  και με συνωμοτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, ο Μαρτώφ ήθελε  ένα ευρύ κόμμα των εργαζομένων  μαζών  με δημοκρατική οργάνωση. Αρχικά ο Μαρτώφ πλειοψηφούσε.  Στη διάρκεια όμως του συνεδρίου αποχώρησαν επτά αντιπρόσωποι  και ο Λένιν απέσπασε 24 ψήφους  έναντι 20 του Μαρτώφ.  Ο Λένιν δέχτηκε ισχυρή κριτική όχι μονάχα από τον Μαρτώφ, αλλά κυρίως από τον νεαρό τότε Τρότσκυ που  χαρακτήρισε τον Λένιν τύραννο και προέβλεψε ότι με τον Λένιν η δικτατορία του προλεταριάτου καθίσταται προσωπική δικτατορία του  κομματικού  αρχηγού. Μετά το συνέδριο οι διαφωνίες συνεχίστηκαν,   ο αγώνας  για την επανάσταση εξελίχθηκε σε κομματικό  αγώνα εξουσίας  με τον Λένιν να υιοθετεί τον αμοραλισμό και  την επαναστατική τακτική των Ναρόντικι.

Οι φιλελεύθερες δυνάμεις (αριστοκρατικής καταγωγής) προέκυψαν από τις επαρχιακές συνελεύσεις (Zemstvo) και οργανώθηκαν το 1904 με τη φιλελεύθερη αστική διανόηση σε έναν παράνομο  “Σύνδεσμο  για την Απελευθέρωση’’, που απαιτούσε  μια εκπροσώπηση του λαού με ελεύθερες εκλογές. Από τέτοιους κύκλους ίδρυσε ο Μιλγιούκωφ (Paul Miljukov)  τον Οκτώβριο του 1905  το Φιλελεύθερο Κόμμα  των Συνταγματικών – Δημοκρατικών ( Καντέ). Οι Καντέ ήταν αντίθετοι στην εσωτερική πολιτική του τσαρισμού, αλλά εντός των νόμιμων ορίων μιας κοινοβουλευτική δράσης. Με την εξωτερική πολιτική του τσαρισμού ήταν βασικά σύμφωνοι.

Η επανάσταση του 1905, ο ψευδοκοινοβουλετισμός του τσαρισμού (1906-1917) και οι άξονες της εξωτερικής πολιτικής της τσαρικής Ρωσίας

Η Ρωσία, στοχεύοντας  να αποκτήσει  ερείσματα στην Άπω Ανατολή, ήρθε σε σύγκρουση  με την Ιαπωνία και οδηγήθηκε το 1904 σε Ρωσοϊαπωνικό  Πόλεμο, κατά τον οποίο η Ρωσία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα. Η ήττα προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Τον Ιανουάριο του 1905 το κύμα των απεργιών  που ξέσπασε  στην Αγία Πετρούπολη  κατέληξε σε μια έκκληση προς τον τσάρο  να προχωρήσει σε οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Στις 22 Ιανουαρίου 250.00  ειρηνικοί  διαδηλωτές κινήθηκαν προς τα χειμερινά ανάκτορα,  τραγουδώντας πατριωτικούς σκοπούς και κρατώντας την εικόνα του τσάρου. Ο ίδιος ο τσάρος δεν βρισκόταν στα ανάκτορα, αλλά οι δυνάμεις που τα φρουρούσαν  πανικοβλήθηκαν και άνοιξαν πυρ , σκοτώνοντας και τραυματίζοντας χιλιάδες διαδηλωτές. Τα νέα για τη Ματωμένη Κυριακή  διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Ο μύθος του τσάρου-πατερούλη που φρόντιζε  για το λαό του είχε υποστεί πλήγμα. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σάρωναν τη χώρα. Οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Σοσιαλεπαναστάτες και οι Φιλελεύθεροι  συναγωνίζονταν  για την ποδηγέτηση των οργισμένων. Στα μεγάλα αστικά κέντρα οργανώθηκαν από τους Σοσιαλεπαναστάτες  και τους Σοσιαλδημοκράτες επαναστατικά συμβούλια, γνωστά ως σοβιέτ. Τον Ιούνιο του 1905 στασίασε  το πλήρωμα του θωρηκτού Ποτέμκιν που υπαγόταν στο στόλο  της Μαύρης  Θάλασσας. Τον Οκτώβριο του 1905  μια γενική απεργία που κήρυξαν στην Αγία Πετρούπολη τα σοβιέτ της πόλης  έπεισε το τσάρο να κάνει παραχωρήσεις. Ο Νικόλαος Β΄ δημοσίευσε το Οκτωβριανό Μανιφέστο, υποσχόμενος  την παραχώρηση  πολιτικών ελευθεριών στο ρωσικό λαό, την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε όλους τους άρρενες υπηκόους  και  την ίδρυση εθνικού κοινοβουλίου, της Δούμας.  Οι παραχωρήσεις αυτές  άφησαν  ασυγκίνητους πολλούς επαναστάτες που δεν πίστευαν στην ειλικρίνεια του τσάρου. Ο τσάρος θέλησε να εκμεταλλευτεί τις διενέξεις Φιλελευθέρων  και Ριζοσπαστών.

Η Ματωμένη Κυριακή της 22ας Ιανουαρίου 1905.

Τον Δεκέμβριο του 1905 διέταξε τη σύλληψη των ηγετών των σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Ο Τρότσκυ  παραπέμφθηκε σε δίκη, η εβραϊκή  του καταγωγή δεν πέρασε απαρατήρητη, ο αντισημιτισμός  ήταν παθογένεια των ρωσικών φιλoτσαρικών πολιτικών οργανώσεων.  Το 1906 ο τσάρος νομιμοποίησε   με νομοθετικές πράξεις τα πολιτικά κόμματα, τα νομοθετικά όργανα θα αποτελούνταν από δύο σώματα, τη Γερουσία και τη Δούμα. Αλλά επρόκειτο για ημίμετρα.  Τα μισά μέλη της Γερουσίας  θα διορίζονταν από τον τσάρο, οι βουλευτές της Δούμα θα εκλέγονταν με έμμεσο τρόπο σε γενικές  εκλογές. Ο τσάρος είχε το δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της Δούμα, παρέμεινε αρχηγός του στρατού, καθόριζε την εξωτερική πολιτική, διόριζε την κυβέρνηση, συγκαλούσε και διέλυε τη Δούμα. Το ‘’σύνταγμα’’ της Ρωσίας θύμιζε το γερμανικό σύνταγμα του 1871. Στην πρώτη Δούμα  (Μάϊος 1906-Ιούλιος 1906) την πλειοψηφία είχαν οι Καντέ με 178 βουλευτές. Ωστόσο, είχε μικρά διάρκεια λόγω της δυσλειτουργικής σχέσης μεταξύ κυβέρνησης και βουλής κα της απειρίας των βουλευτών. Οι υπουργοί ήταν υπόλογοι στον τσάρο και όχι στη Βουλή.  Τον Ιούλιο του 1906 ο τσάρος  διέλυσε τη Δούμα και προκήρυξε  εκλογές.  Στη δεύτερη Δούμα (Φεβρουάριος 1907-Ιούνιος 1907) υπερίσχυαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Με ημιπραξικόπημα ο τσάρος διέλυσε τη δεύτερη Δούμα τον Ιούνιο του 1907  και προκήρυξε εκλογές με νέο αυθαίρετο εκλογικό  νόμο  που εξασφάλισε μια συντηρητική πλειοψηφία. Στην τρίτη και τέταρτη Δούμα  (Νοέμβριος 1907-Ιούνιος 1912, Νοέμβριος 1912-Φεβρουάριος 1917) η φιλελεύθερη και σοσιαλιστική αντιπολίτευση  μαζί  αποτελούσαν το ¼ των βουλευτών. Εντός της Δούμα Μπολσεβίκοι και Μενσεβίκοι εμφανίζονταν ως ενιαίο κόμμα. από το 1906 μέχρι το 1912.

Με τους όρους αυτούς το πείραμα το κοινοβουλευτισμού ήταν φυσικό να αποτύχει.  Και  οι φιλοδοξίες του  πρωθυπουργού Στολύπιν  (P. Stolypin)  να  συγκροτήσει μια  τάξη χειραφετημένων  αγροτών στη Ρωσία  σε υγιή βάση δεν καρποφόρησαν. Επί πρωθυπουργίας  του ψηφίστηκαν  πολλοί  νόμοι που έδιναν στους χωρικούς το δικαίωμα να αποδεσμευτούν από την αγροτική κοινότητα και να αποκτήσουν δική τους γη. Ο Στολύπιν υπολόγιζε ότι,  αν οι Ρώσοι χωρικοί αποκτούσαν δική τους γη,  θα  εξελίσσονταν σε συντηρητική δύναμη. Πολλοί χωρικοί εκμεταλλεύτηκαν το νόμο. Ο Στολύπιν  είχε μόνο τη χλιαρή υποστήριξη του τσάρου, ενώ έπρεπε  να αντιμετωπίσει την εχθρότητα τόσο των κουλάκων εντός της αγροτικής κοινότητας όσο και των αντιδραστικών μεγαλογαιοκτημόνων. Δολοφονήθηκε το 1911,  ενώ παρακολουθούσε μια  θεατρική παράσταση και δίπλα  του καθόταν ο τσάρος.

Στη εξωτερική πολιτική η Ρωσία,  μετά την ήττα της στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, άρχισε να στρέφεται πάλι στα Βαλκάνια με κύρια  μακροπρόθεσμη  επιδίωξη τα Στενά και την Κωνστανινούπολη. Η ανεξέλεγκτη γερμανική διείσδυση στη Οθωμανική Αυτοκρατορία (σε βάρος της Ρωσίας και της Αγγλίας) με στόχο την  κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης,   η ναυπήγηση γερμανικού στόλου στον Ατλαντικό  ( σε βάρος της  Αγγλίας) και οι γερμανικές  βλέψεις στο Μαρόκο (σε βάρος της Γαλλίας) οδήγησαν  στην ίδρυση της Αντάντ. Η αγγλορωσική συμφωνία του 1907 για την οριοθέτηση  των αγγλορωσικών σφαιρών επιρροής στην Περσία, στο Αφγανιστάν και στο Θιβέτ αποτελεί τομή στο Ανατολικό Ζήτημα. Η Αγγλία επί της αρχής δεν είχε πλέον ενστάσεις  στο ενδεχόμενο διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ικανοποίησης ρωσικών επιδιώξεων στην Κωνσταντινούπολη  και τα Στενά. Η αγγλορωσική συμφωνία της 12ης Μαρτίου 1915  ικανοποιούσε  την αιώνια επιδίωξη της Ρωσίας για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, λαμβάνοντας υπόψη και τα αγγλικά συμφέροντα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμο ήταν για τη Ρωσία ιερός πόλεμος.

Oι Ρώσοι επαναστάτες στο σχεδιασμό της γερμανικής αντιτσαρικής πολιτικής

Όταν την 1η Αυγούστου 1914 η Γερμανία κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία, ο Λένιν, ηλικίας 44 ετών,  με  τη σύζυγό του Κρούσπαγια ζούσε τη Γαλικία, κοντά στην Κρακοβία, επί εδάφους της Αυστροουγγαρίας. Συνελήφθη από την  αυστριακή αστυνομία και ανακρίθηκε  με την υποψία ότι είναι Ρώσος κατάσκοπος. Κατά τη ανάκριση η αστυνομία διαπίστωσε ότι είναι πολέμιος του τσαρισμού. Επενέβησαν και αυστριακοί Σοσιαλδημοκράτες που τον γνώριζαν  και επιβεβαίωσαν στην αστυνομία της Κρακοβίας, όπου κρατούνταν ο Λένιν,  την εχθρότητά του προς τον τσάρο,  με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος  και να αναχωρήσει για την ουδέτερη Ελβετία. Χωρίς ισχυρούς οικονομικούς πόρους, ζούσε λιτά  με τη γυναίκα  του  σε  ενοικιαζόμενο  διαμέρισμα στη Ζυρίχη.

Η κατοικία του Λένιν στην Spiegel gasse αρ. 14 της Ζυρίχης.
Η άδεια εισόδου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βέρνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα κρεβάτι, μια θερμάστρα με κάρβουνο, ένα τραπέζι με μια στοίβα βιβλίων ήταν η περιουσία του. Κάθε μέρα μελετούσε στις βιβλιοθήκες της Ζυρίχης και έκανε επαναστατικά κηρύγματα σε νεαρούς Σοσιαλιστές της Ελβετίας για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση που θα προέκυπτε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Εμείς οι παλιοί ίσως δεν θα βιώσουμε τους αποφασιστικούς αγώνες της επερχόμενης επανάστασης. Αλλά είμαι βέβαιος ότι οι νέοι θα έχουν την τύχη όχι μόνο να αγωνιστούν, αλλά και να νικήσουν στην επερχόμενη προλεταριακή επανάσταση», έλεγε σε διάλεξή του σε νέους Σοσιαλιστές της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1917. Η επαναστατική του διεθνιστική ρητορική δεν ήταν αρεστή στους Ευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες που είχαν ψηφίσει τους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους, κάτι που προκάλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της Β΄ Διεθνούς.

Ο Λένιν, εκτός των κύκλων της Σοσιαλδημοκρατίας και αστυνομίας της Πετρούπολης, δεν ήταν ευρύτερα γνωστός. Πληροφορίες για Ρώσους επαναστάτες, πολιτικούς φυγάδες, άρχιζε να συγκεντρώνει η γερμανική κυβέρνηση από τα τέλη του 1914. Μετά την αποτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το 1914, η Γερμανία σχεδίαζε την απεμπλοκή της από το ανατολικό μέτωπο. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ή με την υπογραφή χωριστής ειρήνης με την τσαρική Ρωσία και την έξοδο της Ρωσίας από την Αντάντ ή με την εσωτερική υπονόμευση της τσαρικής Ρωσίας, υποστηρίζοντας επαναστατικές δυνάμεις. Από τα τέλη του 1914 οι γερμανικές πρεσβείες στη Βέρνη, στην Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη άρχισαν να συγκεντρώνουν πληροφορίας για Ρώσους επαναστάτες. Βασικός πληροφοριοδότης ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Alexander Helphand, ένας μικροκαμωμένος, στρουμπουλός Λευκορώσος εβραϊκής καταγωγής, γνωστός με το ψευδώνυμο Parvus, που ως υπερχρεωμένος ‘’επιχειρηματίας’’ διείδε στην υπόθεση μια ευκαιρία πλουτισμού.

Αlexander Parvus.

Έζησε χρόνια στη Γερμανία την οποία λάτρευε και το διαμέρισμά του στο Μόναχο ήταν κέντρο διέλευσης Ρώσων επαναστατών. Τυχοδιωκτική φύση, χάθηκε για ένα διάστημα στα Βαλκάνια και έφθασε απένταρος στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1910. Τον Ιανουάριο του 1915 το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Γερμανό πρέσβη Hans von Wangenheim στην Κωνσταντινούπολη στο οποίο αναφερόταν ότι ένας επιχειρηματίας, ο Alexander Helphand, είχε ένα σχέδιο για την ανατροπή του τσαρισμού, τονίζοντας ότι τα συμφέροντα της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ταυτόσημα με αυτά των Ρώσων επαναστατών. Ο Helphand πίστευε ότι θα ενεργούσε γρήγορα, μολύνοντας με αντιτσαρική προπαγάνδα τα ρωσικά στρατεύματα πριν αυτά σταλούν στο μέτωπο και συγκαλώντας ένα συνέδριο των Ρώσων επαναστατών στο εξωτερικό για να ενεργούν ως ενιαίο σώμα. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα απαραίτητα πρώτα βήματα για το σκοπό αυτό, έγραφε ο Wangenheim στο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά θα χρειαζόταν σημαντικά ποσά. Η προσφορά του Parvus εκτιμήθηκε θετικά στο Βερολίνο. Τέλη Μαρτίου 1915 έλαβε 1.000.000 μάρκα και μετακόμισε στην Κοπεγχάγη, συνεργαζόμενος υπό την ασυλία του επιχειρηματία με την εκεί γερμανική πρεσβεία για τον κοινό σκοπό και έχοντας ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών.

Το όνομα του Λένιν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 25 Μαρτίου 1915 σε έκθεση πληροφοριοδότη προς την γερμανική πρεσβεία της Βέρνης. Αργότερα δόθηκαν και άλλα στοιχεία για το πρόγραμμα του Λένιν που προέβλεπε, πέρα από τις κοινωνικές αλλαγές στη Ρωσία, την υπογραφή χωριστής ειρήνης της Ρωσίας με τη Γερμανία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η Γαλλία. Στο Βερολίνο εκτιμούσαν ότι από όλους τους Ρώσους επαναστάτες οι Μπολσεβίκοι ήταν οι πλέον έμπιστοι για την υπόθεση της υπογραφής χωριστής ειρήνης. Το Βερολίνο έκρινε ότι έπρεπε να τηρήσει επί του παρόντος στάση αναμονής και να συγκεντρώνει πληροφορίες. Σημαντικός αποδείχτηκε εδώ ο ρόλος του Γερμανού πρέσβη στην Κοπεγχάγη Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau που γνώριζε καλά τη Ρωσία και είχε στενή συνεργασία με τον Parvus.

Hans von Wangenheim.
Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φεβρουριανή επανάσταση του 1917  και η δυαδική εξουσία Προσωρινής Κυβέρνησης και Σοβιέτ, η επιστροφή του Λένιν και το Οκτωβριανό Πραξικόπημα/Οκτωβριανή Επανάσταση.

Στο μέτωπο η Ρωσία υφίστατο ήττες . Η επίθεση του Brusilov  στη Γαλικία το καλοκαίρι του 1916,  παρά την αρχική της επιτυχία, τελικά απέτυχε. Η δυσαρέσκεια ήταν γενική  και ένας σπινθήρας αρκούσε να προκαλέσει  γενικευμένη  εξέγερση.

Η Επανάσταση ξέσπασε εντελώς αυθόρμητα στις 23 Φεβρουαρίου/8 Μαρτίου 1917, όταν κυκλοφόρησε στην Αγία Πετρούπολη η φήμη ότι αρχίζει η πείνα. Μεγάλες ουρές γυναικών σχηματίστηκαν μπροστά από τα καταστήματα και σε λίγο άρχισαν να κραυγάζουν, ζητώντας ψωμί. Χιλιάδες  εργάτες άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν να  συνενωθούν με τα πλήθη. Η αστυνομία  επέδειξε αυτοσυγκράτηση. Τις επόμενες ημέρες υπήρξαν νέες διαδηλώσεις και απεργίες  με 40 περίπου νεκρούς. Παρατηρήθηκαν και συμπτώματα διάλυσης στο στράτευμα και η φρουρά της Πετρούπολης προσχώρησε στην Επανάσταση. Τα συνθήματα ήταν Ψωμί, Γη,  Ειρήνη,  δεν είχαν καμία σχέση με τον Μαρξισμό.  Στις 2/15 Μαρτίου ο τσάρος παραιτήθηκε και η Ρωσία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανακηρύχθηκε σε Δημοκρατία.

Διαδήλωση στη λεωφόρο Nevski της Αγίας Πετρούπολης κατά τη διάρκεια της Φεβρουαριανής επανάστασης.

Σχηματίσθηκε Προσωρινή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από Φιλελεύθερους της Δούμας με αριστοκρατική και αστική καταγωγή. Για παράδειγμα  πρωθυπουργός ήταν ο πρίγκηπας Λβώφ και υπουργός Εξωτερικών ο Μιλγιούκωφ. Ο μόνος σοσιαλιστικής απόχρωσης υπουργός ήταν ο Κερένσκυ, υπουργός  Δικαιοσύνης, που ανήκε  στο  μικρό, ειρηνικό,  σοσιαλιστικό  κόμμα των Τρουντοβίκων.

Όπως και το 1905, έτσι και τώρα  συγκροτήθηκαν τα επαναστατικά συμβούλια  των  σοβιέτ  (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες), στα οποία συμμετείχαν κυρίως  οι Σοσιαλδημοκράτες ( Μενσεβίκοι και  Μπολσεβίκοι) και οι Σοσιαλεπαναστάτες. Οι Μπολσεβίκοι ήταν μειοψηφία στα σοβιέτ και  σε ιδεολογική σύγχυση.  Μετά τη πτώση  του τσαρισμού στη Ρωσία υπήρχαν  επί της ουσίας δύο πολιτικές  δυνάμεις , η φιλελεύθερη δημοκρατία και η σοσιαλδημοκρατία.   Τα σοβιέτ ασκούσαν πίεση στην Προσωρινή   Κυβέρνηση.  Στις 16 Μαρτίου 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση  ανήγγειλε την προσήλωσή της στη Δημοκρατία και την ελευθερία,  την πολιτική αμνηστία,  τη διεξαγωγή εκλογών για Συντακτική Συνέλευση η οποία θα έλυνε τα φλέγοντα ζητήματα: το πολιτειακό, τη συνέχιση του πολέμου ή την ειρήνη, το αγροτικό, τα εργατικό, το εθνικό  και άλλα. Τα σοβιέτ   κατά βάση συναινούσαν στη γενική θέση ότι η Συντακτική Συνέλευση  ήταν αρμόδια, χωρίς βία, να  αποφασίσει  για τα  βασικά ζητήματα. Η Προσωρινή Κυβέρνηση απελευθέρωσε  όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους,  μεταξύ αυτών και τους Μπολσεβίκους. Επίσης επέτρεψε  τον  επαναπατρισμό  των  φυγάδων από το  εξωτερικό και τη νόμιμη δράση των  πολιτικών κομμάτων, την ελευθερία λόγου, Τύπου και συγκεντρώσεων . Εκτόξευσε όμως την απειλή ότι όσοι επέστρεφαν με γερμανική βοήθεια θα θεωρούνταν εχθροί.

Βασικό θέμα ήταν ο πόλεμος. Μπορεί  την οριστική απόφαση να την έπαιρνε η Συντακτική Συνέλευση , αλλά η θέση των σοβιέτ ‘’ειρήνη ‘χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις’’ δεν ήταν η θέση του υπουργού  Εξωτερικών  Μιλγιούκωφ. Σε συνέντευξή του σε κυβερνητική εφημερίδα, στις 5 Απριλίου, μία ημέρα μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο (4.4.1917), τόνιζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ρωσίας στη Δυτική Ουκρανία (Γαλικία), για να ενωθεί με την Ανατολική Ουκρανία, στην Κωνσταντινούπολη όπου «το τουρκικό έθνος, παρά τους πέντε αιώνες κυριαρχίας, δεν έχει εξαπλώσει  βαθιά τις ρίζες του εκεί» . Η κατοχή των Στενών ήταν ένα μέτρο  «προστασίας των  πυλών  της ρωσικής πατρίδας». Με άλλα λόγια δεν παρουσίαζε τις εδαφικές  διεκδικήσεις της Ρωσίας ως προσάρτηση ξένων εδαφών, αλλά είτε ως ιστορικά δίκαια της Ρωσίας είτε ως ζωτικούς λόγους ασφάλειας. Είναι γνωστά τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην Ρωσία από το κλείσιμο  των Στενών το 1914.

Στο μέτωπο ωστόσο  υπήρχαν μονάδες  που  συνέχιζαν να μάχονται, αλλά και μονάδες στις οποίες σημειώνονταν λιποταξίες και φαινόμενα ανυπακοής, στρατιώτες διέταζαν τους αξιωματικούς,  και  στις πόλεις εργάτες είχαν καταλάβει τα εργοστάσια. Πολλοί στρατιώτες διερωτώντο, τι νόημα  είχε να λάβουν γη, αν είχαν σκοτωθεί  στον πόλεμο. Το ζήτημα του πολέμου εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Λένιν . Η επιστροφή του Λένιν μετέβαλε την κατάσταση και απέδειξε τη σημασία του ρόλου  της προσωπικότητας στην ιστορία.

O Λένιν πληροφορούνταν τα τεκταινόμενα στη Ρωσία από τις εφημερίδες.  Ήταν τόσο  έντονη η επιθυμία να επιστρέψει στη  Ρωσία ώστε τα  βράδια  ξυπνούσε με τους εφιάλτες του Κερένσκυ και του Μιλγιούκωφ! Ήρθε σε επαφή με τη γερμανική πρεσβεία της Βέρνης  και τελικά επήλθε συμφωνία ανάμεσα στον Λένιν και τους Γερμανούς στους οποίους δεν ήταν τώρα άγνωστος. Οι Γερμανοί αναλάμβαναν να επιτρέψουν στο Λένιν και στους  συνεργάτες του να περάσουν από γερμανικό έδαφος και έθεταν στη διάθεσή τους ειδικό  σιδηροδρομικό όχημα  για να φθάσουν στη Ρωσία.

Υπεύθυνη δήλωση των Ρώσων επαναστατών ότι γνωρίζουν 1) πως η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί όσους επιστρέφουν μέσω Γερμανίας ως εθνικούς προδότες, 2) ότι επωμίζονται την πολιτική ευθύνη του ταξιδιού, 3) ότι το ταξίδι από τη Ζυρίχη μέχρι τη Στοκχόλμη είναι εγγυημένο. Διακρίνεται πρώτη η χειρόγραφη υπογραφή του Λένιν, Ζυρίχη 9 Απριλίου 1917

Το ειδικά σφραγισμένο βαγόνι θα θεωρούνταν “ουδέτερο έδαφος” και δεν θα  ελέγχονταν. Υπολόγιζαν ότι ο Λένιν  και οι συνεργάτες του θα εξαπέλυαν μια  επανάσταση, κάτι που θα τους διευκόλυνε να θέσουν εκτός μάχης  τη Ρωσία. Για τη Γερμανία το ζήτημα αυτό ήταν επείγον μετά και την είσοδο της Αμερικής  στον πόλεμο. Η επαφή   του Λένιν με τη γερμανική κυβέρνηση έγινε μέσω Γερμανών  Σοσιαλιστών και  το Γενικό Επιτελείο έδωσε τη συγκατάθεσή του.

Η αναχώρηση του Λένιν και των 32 συνεργατών του από τη Ζυρίχη έγινε στις 9 Απριλίου 1917, Μεγάλη Δευτέρα των Ορθοδόξων, για να φθάσουν τις ημέρες του Πάσχα στη Ρωσία, όταν ίσως οι  συνοριακοί  έλεγχοι θα ήταν χαλαροί. Το τραίνο έφθασε στη Στοκχόλμη στις 13 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή.

Pyotr Vasiliev, Ο Λένιν καθ οδόν προς την Πετρούπολη, 1949
Η διαδρομή του σφραγισμένου συρμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες υποδέχτηκαν τον Λένιν και την ομάδα του, δίνοντας χρηματική βοήθεια και αγοράζοντάς τους καινούργια ρούχα. Το βασικότερο όμως ήταν ότι από την Κοπεγχάγη στη Στοκχόλμη αφίχθη και ο μυστηριώδης Parvus και συναντήθηκε με τον αυστριακό Karl Radek που ανήκε στην ομάδα του Λένιν. Ο Radek έμεινε στη Στοκχόλμη και δεν εισήλθε σε ρωσικό έδαφος. Πρόβλημα της ομάδας του Λένιν ίσως θα ήταν η διέλευση από τη Σουηδία στο Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας που ανήκε στη ρωσική επικράτεια. Ο συνοριακός σταθμός του Tornio ήταν ένα στρατιωτικό φυλάκιο της Αντάντ. Άγγλοι αξιωματικοί αναγνώρισαν τον Λένιν που ισχυρίστηκε ότι ήταν δημοσιογράφος. Απευθύνθηκαν στη ρωσική κυβέρνηση. Κατά μία εκδοχή ο Κερένσκυ, υπουργός Πολέμου, απάντησε ότι η Δημοκρατική Ρωσία επιτρέπει στους πολίτες της να επιστρέψουν στη Ρωσία. Έτσι, δεν ίσχυσε η ρητορική του αποκλεισμού όσων είχαν επιστρέψει με γερμανική βοήθεια! Κατά μία άλλη εκδοχή αναζητήθηκε ο Μιλγιούκωφ που όμως δεν βρέθηκε. Πλησίαζε το Πάσχα. Τελικά ο Λένιν και η ομάδα του εισήλθαν σε φιλανδικό/ ρωσικό έδαφος και στις 16 Απριλίου έφθασαν στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη ημέρα ο Λένιν κάλεσε τους Μπολσεβίκους και ανήγγειλε τις περιβόητες «θέσεις του Απρίλη» με τις οποίες υποστήριζε την άμεση παύση του πολέμου, τη μη στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης από τη μειοψηφία των Μπολσεβίκων, τη μετατροπή της δημοκρατικής επανάστασης σε κομμουνιστική και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ.

Ο μεθοριακός σταθμός Tornio.

Οι Μπολσεβίκοι ήταν μια μειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης  και της Μόσχας. Είχαν όμως μια σταδιακή άνοδο.  Αυτό οφειλόταν  στη ενισχυμένη προπαγάνδα  που ασκούσαν με  την εφημερίδα τους, την Πράβδα, χάρη στη γερμανική οικονομική βοήθεια, στην εκμετάλλευση  του πολέμου  και στη διορατικότητα και οξύνοια του Λένιν που ήξερε να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της Προσωρινής Κυβέρνησης  και να κρίνει πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για δράση.

H ατμομηχανή του συρμού που μετέφερε τον Λένιν εκτίθεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας, στην Αγία Πετρούπολη.

Μαύρο γερμανικό  χρήμα διακινούνταν  τους επόμενους μήνες από τον Parvus  και τον Radek στους Μπολσεβίκους. Δεν είναι γνωστό μέσω ποιών διαύλων, μάλλον σε εταιρείες-φαντάσματα  του  Parvus  στη Ρωσία. Πολλά έγγραφα έχουν καταστραφεί.  Η ρωσική κυβέρνηση  με τη βοήθεια  πρακτόρων  της Αντάντ είχε υποκλέψει τηλεγραφήματα  για  τη διακίνηση   μαύρου χρήματος  στη Ρωσία από το εξωτερικό, αλλά  πουθενά δεν υπήρχε το όνομα του Λένιν. Όλες οι υποψίες όμως φωτογράφιζαν  τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Τον Μάιο (1-3.05.1917) η Προσωρινή Κυβέρνηση διήλθε την πρώτη της κρίση. Ο υπουργός Εξωτερικών Μιλγιούκωφ επέδωσε  διπλωματική διακοίνωση  στη Αντάντ  στην οποία διαβεβαίωνε τους συμμάχους ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα συνέχιζε τον πόλεμο μέχρι  την τελική νίκη. Η διπλωματική διακοίνωση προκάλεσε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στις οποίες έλαβαν μέρος εκπρόσωποι όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι Καντέ  ανακοίνωσαν την πάταξη της αναρχίας και κάλεσαν τους πολίτες να στηρίξουν τον Μιλγιούκωφ  και την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν εργάτες και στρατιώτες  σε ξεχωριστή διαδήλωση  για την καταδίκη της διπλωματικής διακοίνωσης του Μιλγιούκωφ και της πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης.  Ένα μέρος των Μποσλεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε τους διαδηλωτές να καταλάβουν την εξουσία.  Εκδηλώθηκαν  και   ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών, καθώς άλλοι στήριζαν την κυβέρνηση και άλλοι ζητούσαν την ανατροπή της  με αποτέλεσμα να υπάρξουν  και τα πρώτα θύματα μετά τη Φεβρουριανή Επανάσταση. Η κρίση προκάλεσε την παραίτηση  του Μιλγιούκωφ και του υπουργού  των Στρατιωτικών  Γκουτσκώφ.  Το υπουργείο των Στρατιωτικών ανέλαβε ο Κερένσκυ. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνεχώς διευρυνόταν με Σοσιαλιστές υπουργούς, με αποτέλεσμα να απαρτίζεται από 6 Σοσιαλιστές και 10 Φιλελεύθερους. Υπουργός Γεωργίας, για παράδειγμα, έγινε ο Σοσιαλεπαναναστάτης Τσερνώφ, για να επεξεργαστεί το πρόγραμμα  του κόμματος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Οι Μπολσεβίκοι επιδόθηκαν σε ανηλεή πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης, των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστών (Εσαίρων). Τον Ιούνιο  διοργάνωσαν νέες αντικυβερνητικές  διαδηλώσεις  σε μια προσπάθεια  να εξασφαλίσουν   την πλειοψηφία  στην Πρώτη  Πανρωσική  Σύνοδο των σοβιέτ. Αλλά είχαν μόνο  35 μέλη, 250 μέλη ήταν  Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες. Η Πρώτη Πανρωσική Σύνοδος  εξέφρασε την στήριξη στην κυβέρνηση και τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Μόλις άρχισε την 1η Ιουλίου η  ρωσική επίθεση στο μέτωπο της Γαλικίας-αρχικά με επιτυχίες- αναρχικοί   συμμάχησαν με τους Μπολσεβίκους στην Πετρούπολη. Στο μέτωπο Μποσλεβίκοι προπαγανδιστές και Γερμανοί πράκτορες   καλλιεργούσαν ηττοπάθεια  στο ρωσικό  στρατό, καλώντας τους στρατιώτες να μην πολεμήσουν και να μην υπακούουν στις διαταγές των αξιωματικών στον ιμπεριαλιστικό αυτό πόλεμο, αλλά να τον μετατρέψουν  σε εμφύλιο.  Η  ρωσική επίθεση στη Γαλικία απέτυχε. Στις 15 Ιουλίου οι αναρχικοί  στην Αγία  Πετρούπολη  αποφάσισαν ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης,  διεισδύοντας  στη  φρουρά της πόλης και στους ναύτες της Κροστάνδης. Άρχισαν  ένοπλες συγκρούσεις. Οι Μπολσεβίκοι, μετά από μερικές αμφιταλαντεύσεις, στήριξαν τελικά τους αναρχικούς.  Κατά το Λένιν ήταν προτιμότερο   να κάνεις λάθος στο πλευρό των επαναστατημένων μαζών παρά να έχεις δίκαιο και να είσαι εναντίον τους. Τότε η  Προσωρινή Κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη των ηγετών  των Μπολσεβίκων,  αποκαλώντας τον Λένιν κατάσκοπο των Γερμανών. Εναντίον του Λένιν είχε διαταχθεί εισαγγελική παραγγελία για τη διερεύνηση των σχέσεών του με τους Γερμανούς.   Ο Λένιν,  μεταμφιεσμένος ως χωρικός,  διέφυγε στη Φιλανδία, ο Τρότσκυ, που μόλις  το καλοκαίρι του 1917 είχε προσχωρήσει στους  Μπολσεβίκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε, όπως και άλλοι ηγέτες  των Μπολσεβίκων.  Στη Φινλανδία ο χαλκέντερος   Λένιν συνέθεσε  τον Ιούλιο-Αύγουστο  του 1917 την πραγματεία Κράτος και Επανάσταση,  στην οποία εισήγαγε τον όρο του  Σοσιαλσωβινιστή για τους Μενσεβίκους  και τους Σοσιαλεπαναστάτες, όπως για τους Ευρωπαίους  Σοοσιαλδημοκράτες  που στήριζαν τον πόλεμο των κυβερνήσεών τους. Διευκρίνισε: «Το ρεύμα αυτό, σοσιαλισμός στα λόγια, σωβινισμός στην πράξη,  το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή «των αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής του» εθνικής αστικής τάξης , μα και του «δικού κράτους», γιατί  οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και  υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύναμες εθνότητες. Κι ο  ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από την επιρροή της αστικής γενικά τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης  ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών  προλήψεων για το κράτος… Οι παλιάνθρωποι  του σοσιαλσωβινισμού  το 1914-1917 σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων  της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «την υπεράσπιση της πατρίδας», για  «άμυνα  της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια». Δίνοντας μια ασαφή εικόνα για την Κομμούνα των Παρισίων, ο Λένιν υποστήριζε ότι «η αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα συνέτριβε  το αστικό κράτος.

Αleksantr Fyodorovich Κerenski.

Στις 27 Ιουλίου 1917 σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση Συνασπισμού με πρωθυπουργό τον ίδιο τον Κερένσκυ που διατήρησε και το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Ανώτατος διοικητής του ρωσικού στρατού διορίστηκε ο στρατηγός Λ. Κορνίλωφ. Στο μέτωπο εισήχθηκε η θανατική ποινή. Ο Κορνίλωφ ήταν υπέρ της λήψης σκληρών μέτρων , απαραίτητων για την πολιτική σταθερότητα και την αποτροπή της αποσύνθεσης της χώρας και του στρατού.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1917 ο Κορνίλωφ θέλησε να μετακινήσει το Τρίτο Σώμα Ιππικού στην Αγία Πετρούπολη για την επιβολή της τάξης. Αρχικά ο Κερένσκυ συμφωνούσε, αλλά κατόπιν άλλαξε γνώμη, φοβούμενος ότι ο Κορνίλωφ προετοίμαζε πραξικόπημα, ότι θα χάνονταν τα κεκτημένα της επανάστασης, ότι θα μετατρεπόταν σε Βοναπαρτιστή. Πανικοβλημένος ο Κερένσκυ, καθαίρεσε τον Κορνίλωφ και ζήτησε τη βοήθεια των ηγετών της επανάστασης, συμπεριλαμβανομένων και των Μπολσεβίκων που πρόσφατα είχε φυλακίσει . Τους απελευθέρωσε και τους επέτρεψε να εξοπλιστούν. Μη διαθέτοντας πολιτική πείρα και οξύνοια, και με κακό σύμβουλο τον πανικό, ο Κερένσκυ ‘’ πήγε στο στόμα του λύκου’’. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Κορνίλωφ συνελήφθη. Η απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος που ήγειρε η υπόθεση Κορνίλωφ έπαψε πολύ γρήγορα να υφίσταται. Οι σιδηροδρομικοί αρνήθηκαν να μεταφέρουν τα στρατεύματα του Κορνίλωφ στην πρωτεύουσα, ενώ και περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν έβλεπαν με ενθουσιασμό την προοπτική κατάλυσης των σοβιέτ που δεν εξισώνονταν με τους Μπολσεβίκους. Από τη ρήξη Κορνίλωφ-Κερένσκυ κερδισμένος βγήκε ο Λένιν. Στις αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε από την κρυψώνα του στη Ρωσία και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν την πλειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης,, επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης του τσαρισμού.

Στις 10/23 Οκτωβρίου 1917 η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων αποφάσισε την κατάληψη της εξουσίας, μετά από εισήγηση του Λένιν, που έκρινε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη λόγω της αποδυνάμωσης της θέσης του Κερένσκυ. Ο Ζηνόβιεφ και o Κάμενεφ αντέδρασαν, επικαλούμενοι ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν την πλειοψηφία του ρωσικού λαού στα σοβιέτ σε πανρωσικό πλαίσιο, και είχαν ήδη προκηρυχτεί εκλογές για Συντακτική Συνέλευση. Τελικά υπέκυψαν στην πίεση του Λένιν Για την προετοιμασία της κατάληψης της εξουσίας είχε συγκροτηθεί μια Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Κρίσιμη ίσως σημασία είχε το γεγονός ότι ο Κερένσκυ είχε αποξενώσει τους στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης, όταν θέλησε να τους στείλει στο μέτωπο. Η κατάληψη της εξουσίας είχε χρονικά προσδιοριστεί έτσι ώστε να συμπέσει με τη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ η οποία θα επικύρωνε την κατάληψη της εξουσίας. Τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1917 (6ης προς 7η Νοεμβρίου) οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν σιδηροδρομικούς σταθμούς, γέφυρες, το κεντρικό ταχυδρομείο, το τηλεγραφικό πρακτορείο, το τηλεφωνικό κέντρο και ορισμένα δημόσια κτήρια, εργοστάσια ηλεκτρικού ρεύματος αποθήκες τροφίμων , την Εθνική Τράπεζα . Κατέλαβαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και συνέλαβαν τους υπουργούς. Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή εξέδωσε την ακόλουθη προκήρυξη «Η Προσωρινή Κυβέρνηση καθαιρέθηκε. Η εξουσία πέρασε στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που βρίσκεται επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρουπόλεως. Όλα τα επίκαιρα σημεία της πόλης έχουν καταληφθεί. Ζήτω η Επανάσταση».

O Λένιν απευθύνεται στο πλήθος.

Και στη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι δεν διέθεταν την απόλυτη πλειοψηφία. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ήταν πρόθυμη να ψηφίσει υπέρ της μεταβίβασης της εξουσίας στα σοβιέτ, όχι όμως να εγκρίνει όλες τις πρωτοβουλίες των Μπολσεβίκων, όπως τη βίαιη ανατροπή του Κερένσκυ ή το ελεγχόμενο πλήρως από τους Μπολσεβίκους Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων που εκτελούσε τυπικά χρέη κυβέρνησης. Ορισμένοι Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκοι άσκησαν δριμύτατη κριτική στους Μπολσεβίκους και χαρακτήρισαν την ενέργειά τους πραξικόπημα. Τελικά όμως καμιά επαναστατική δύναμη δεν αμφισβήτησε το μονοπώλιο της εξουσίας των Μπολσεβίκων που υπό την κάλυψη των σοβιέτ θα επέβαλλαν ένα μονοκομματικό σύστημα.

H κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων και η καθαίρεση της κυβέρνησης Κερένσκυ χωρίς ουσιαστική αιματοχυσία έχει σαφή χαρακτηριστικά πραξικοπήματος. Ο χαρακτηρισμός Επανάσταση απηχεί την γενικότερη επαναστατική ζύμωση που υπήρχε στη Ρωσία. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι ζητούσε ο κόσμος όταν τον Φεβρουάριο του 1917 κατήλθε στο δρόμο και ανέτρεψε τον τσάρο; Ψωμί, Γη και Ειρήνη, συνθήματα που ελάχιστη σχέση είχαν με τον Μαρξισμό. Τι εξασφάλισαν οι Μπολσεβίκοι; Όχι μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, αλλά μια ταπεινωτική ειρήνη με εδαφικές παραχωρήσεις, όπως θα δούμε, οι χωρικοί δεν απέκτησαν γη ως ελεύθεροι ιδιοκτήτες καλλιεργητές, η γη περιήλθε στο κράτος και δεν διανεμήθηκε στους χωρικούς, παρά τα αρχικά διατάγματα, οι κουλάκοι που προϋπήρχαν, αργότερα εξοντώθηκαν, η πλήρης παράλυση του κράτους και της οικονομίας οδήγησε τον Λένιν στη Νέα Οικονομική Πολιτική ( 1920) που ήταν μια soft αναβίωση καπιταλισμού. Οι Μπολσεβίκοι δεν έλαβαν υπόψη τη λαϊκή ετυμηγορία, όπως αυτή εκφράστηκε στις πρώτες ελεύθερες πανρωσικές εκλογές της 25ης Νοεμβρίου/8ης Δεκεμβρίου 1917, που είχαν προκηρυχθεί ακόμα από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι έλαβαν το 25%, τα σοσιαλιστικά κόμματα το 62%, τα αστικά κόμματα το 13% των ψήφων. Στη Συντακτική Συνέλευση από τους 715 βουλευτές μόνο οι 183 ήταν Μπολσεβίκοι. Οι Ρώσοι ψήφισαν για μια φιλελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία. Αλλά η τόσο προ πολλού αναμενόμενη Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε γρήγορα από τους Μπολσεβίκους με τη βία. Ο Λένιν γνώριζε ότι η Ρωσία χωρίς ισχυρό προλεταριάτο δεν ήταν ώριμη για προλεταριακή επανάσταση, αλλά ανέμενε ότι η ρωσική επανάσταση θα αποτελούσε τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάσταση με πρώτη χώρα τη Γερμανία. Ο Λένιν διαψεύστηκε, όπως και ο Μάρξ.

Η εξόφληση των γερμανικών λογαριασμών: Από την ανακωχή της 15ης Δεκεμβρίου 1917 με τους Γερμανούς στην ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ της 3ης Μαρτίου 1918.

Ιδιαίτερους λόγους να επιχαίρουν για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία είχαν φυσικά οι Γερμανοί. Επειδή θεωρούσαν επισφαλή τη θέση των Μπολσεβίκων, βιάζονταν για την ανακωχή και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών Kühlmann έγραφε σε αξιωματικό-σύνδεσμο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 3 Δεκεμβρίου 1917: «Η διάσπαση της Αντάντ και στη συνέχεια η διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ μας συνθηκών είναι , από διπλωματικής απόψεως, ο σπουδαιότερος πολιτικός μας σκοπός. Ως ασθενέστερος κρίκος της εχθρικής αλυσίδας εμφανιζόταν η Ρωσία. Επομένως ενδεικνυόταν για μας η χαλάρωση και η απόσπασή του , αν αυτό ήταν δυνατόν. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούσε η αποσυνθετική εργασία που φροντίσαμε να αναληφθεί πίσω από το μέτωπο, στο εσωτερικό της Ρωσίας, η ενθάρρυνση των διασπαστικών τάσεων και η υποστήριξη των Μπολσεβίκων. Μόνο τα μέσα που στείλαμε στους Μπολσεβίκους δια διαφόρων οδών και με εναλλασσόμενη διαρκώς ετικέτα, τους επέτρεψαν να συγκροτήσουν και να εκδώσουν το κυριώτερο δημοσιογραφικό τους όργανο, την Πράβδα, να αναπτύξουν ενεργητική δράση και να διευρύνουν τη στενή αρχική βάση του κόμματός τους. Οι Μπολσεβίκοι βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε πόσο καιρό θα μπορέσουν να παραμείνουν στην εξουσία. Για την ενίσχυση των θέσεών τους τούς είναι απαραίτητη η ειρήνη. Είναι ευνόητο για την πλευρά μας ότι έχουμε κάθε συμφέρον να εκμεταλλευτούμε την βραχεία ίσως παραμονή τους στην εξουσία για να καταλήξουμε πρώτον σε μια ανακωχή και στη συνέχεια, αν είναι δυνατόν, στη συνομολόγηση της ειρήνης. Η σύναψη μιας χωριστής ειρήνης θα σήμαινε την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου πολεμικού μας σκοπού, τη ρήξη των σχέσεων της Ρωσίας με τους συμμάχους της….».. (Α. Β. Ζeman (ed), Germany and the Revolution in Russia, 1915- 1918. Documents from the Archives of the German Foreign Ministry, London 1958, p. 94. Επίσης βλ. Γ. Κ. Γεωργαλά, Ο Κομμουνισμός. Θεωρία , Πράξις, Ιστορία και Κριτική, Αθήναι 1968, σσ.226-227 ) .

H πρωτοβουλία για τη σύναψη ανακωχής προήλθε από τη ρωσική πλευρά. Οι Μπολσεβίκοι προσέγγισαν τους Γερμανούς στις 13/26 Νοεμβρίου 1917 κοντά στο Dvink και άρχισαν διαπραγματεύσεις στο Γενικό Επιτελείο των Κεντρικών Δυνάμεων του Ανατολικού Μετώπου στο Brest-Litovsk, όπου στις 2/15 Δεκεμβρίου συνήφθηκε η ανακωχή. Αρχικά είχε διάρκεια 10 ημερών, αλλά συνεχώς παρατεινόταν. Για τη ρωσική πλευρά ήταν απλά η νομιμοποίηση μιας προ πολλού υπάρχουσας κατάστασης.

Πολύ δύσκολη αποδείχτηκε η συνομολόγηση της ειρήνης, οι σχετικές διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 9/22 Δεκεμβρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που η νεαρή μπολσεβίκικη σοβιετική εξουσία ερχόταν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο για ένα σημαντικό θέμα. Οι Μπολσεβίκοι απαίτησαν δημόσιο διάλογο και από την πρώτη μέρα κατέστη σαφές ότι οι δύο αντιπροσωπείες εξέφραζαν δύο διαφορετικούς κόσμους και μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Ο Γερμανός υφυπουργός Εξωτερικών Kühlman, o Επιτελάρχης της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης στο Ανατολικό Μέτωπο Hoffman, ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας Czernin, όπως και οι επικεφαλής της τουρκικής και της βουλγαρικής αντιπροσωπείας επιδίωκαν ανταλλάγματα, κυρίως εδαφικά.

H ρωσική αντιπροσωπεία στο Brest-Litovsk. Διακρίνονται οι Trotsky (1), ναύαρχος Altfater (2) και Joffe (3). Η φωτογραφία τραβήχτηκε μεταξύ 3 και 15 Δεκεμβρίου 1917

Για τον Α. Joffe, που στις 27 Δεκεμβρίου 1917/9 Ιανουαρίου 1918 είχε αντικαταστήσει προσωρινά τον Τρότσκυ ως Λαϊκός Κομισάριος για εξωτερικά θέματα, η ειρήνη ήταν ένα βήμα για την παγκόσμια επανάσταση, ο ακρογωνιαίος λίθος για τη νέα σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Επίτηδες ασκούσε μια παρελκυστική τακτική με αόριστα κηρύγματα για την αυτοδιάθεση των λαών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας. Στα μέσα Ιανουαρίου 1918 ο Hoffman απαίτησε την εκχώρηση συγκεκριμένων εδαφών, ως conditio sine qua non, και προανήγγειλε χωριστές συνομιλίες με την εθνική Ουκρανική Εθνοσυνέλευση (Rada) που είχε την εξουσία στο Κίεβο και επιδίωκε μια Ανεξάρτητη Ουκρανία. Ως πρωτεύουσα της Ουκρανίας οι Μπολσεβίκοι είχαν ανακηρύξει το Χάρκοβο τον Δεκέμβριο του 1917. Στην Ουκρανία υπήρχε μια δυαδική εξουσία. Μετά την πτώση του τσαρισμού είχε τεθεί σε κίνηση η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης των μη ρωσικών εθνοτήτων, ιδιαίτερα στον Καύκασο (1918-1921). Ο Hoffman έθεσε τους Μπολσεβίκους ενώπιον του διλήμματος ή εξαγορά της ειρήνης με την εκχώρηση εδαφών ή επανάληψη των εχθροπραξιών. To θέμα αυτό προκάλεσε εντός των Μπολσεβίκων μια έντονη διένεξη . Ο Λένιν τάχθηκε αμέσως υπέρ την αποδοχής των όρων και θεώρησε ως ανεύθυνη τυχοδιωκτική πολιτική τη διακύβευση της σοβιετικής εξουσίας μπροστά στην αμυδρά ελπίδα της παγκόσμιας επανάστασης! (Θέσεις της 7ης / 20ής Ιανουαρίου 1918). Είχε όμως ελάχιστους οπαδούς και με κόπο, συνεπικουρούμενος και από τον Μπουχάριν, κατάφερε να αποτρέψει έναν επαναστατικό πόλεμο εναντίον των Ιμπεριαλιστών. Η πλειοψηφία ακολούθησε την έξυπνη, αλλά μη ρεαλιστική θέση του Τρότσκυ ‘’ ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη’’. «Ελπίζοντας σταθερά στην επικείμενη παγκόσμια επανάσταση, αποσύρουμε το στρατό μας και το λαό μας από τον πόλεμο…..είμαστε όμως εξαναγκασμένοι … να μην βάλουμε την υπογραφή μας», δήλωσε εμφατικά ο Τρότσκυ στις 10 Φεβρουαρίου 1918. Αναχώρησε από το Brest- Litovsk και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, γενόμενος δεκτός με επευφημίες. Η Παγκόσμια Επανάσταση όμως δεν ξέσπασε και οι Κεντρικές Δυνάμεις αντέδρασαν, αναγνωρίζοντας την 1η Φεβρουαρίου 1918 την εθνική Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας και συνάπτοντας την 9η Φεβρουαρίου τη λεγόμενη ‘’ Ειρήνη του Ψωμιού’’( Brotfrieden), δηλαδή αναγνώριση της Ουκρανίας με αντάλλαγμα τρόφιμα. «Η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία, η Βουλγαρία και η Τουρκία από μη μια πλευρά η Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία από την άλλη, δηλώνουν, ότι η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους έχει τερματιστεί. Τα συμβεβλημένα μέρη είναι αποφασισμένα, από τώρα και στο εξής, να ζουν σε αμοιβαία ειρήνη και φιλία», τονιζόταν στο κείμενο της χωριστής ειρήνης.

Με τη δικαιολογία ότι η συμπεριφορά της ρωσικής αντιπροσωπείας έθεσε τέρμα στην ανακωχή, άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1918 η γερμανική επίθεση σε όλο το μέτωπο χωρίς την παραμικρή αντίσταση, και ενώ ο Τρότσκυ είχε ήδη διατάξει την αποστράτευση. Ενώπιον του άμεσου κινδύνου συντριβής της επανάστασης από τους Γερμανούς, υπερίσχυσε η γνώμη του Λένιν, ο Τρότσκυ υπαναχώρησε και με την ψήφο του ο Λένιν το απόγευμα της 18ης Φεβρουαρίου 1918 εξασφάλισε την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή. Η σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε αμέσως τη συνομολόγηση ειρήνης. Οι Κεντρικές Δυνάμεις απάντησαν αργά, στις 23 Φεβρουαρίου, σε ένδειξη απαξίωσης. Η παρελκυστική τακτική των Μπολσεβίκων με την χιμαιρική προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης (με σπινθήρα το γερμανικό στρατό) απέβη μοιραία. Οι Γερμανοί συνέχισαν την προέλαση και έθεσαν σκληρότερους όρους, τους οποίους αποδέχτηκε και πάλι ο Λένιν. Στην Κεντρική Επιτροπή εξασφάλισε μια οριακή πλειοψηφία (7 Ναι, 4 Όχι, 4 Αποχές).

Μετά την υπογραφή της “Ειρήνης του Ψωμιού – Brotfrieden”, γερμανικά και αυστροουγγρικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση κατά των Μπολσεβίκων φθάνοντας, τον Μάρτιο του 1918, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, η οποία μετατράπηκε σε γερμανική λίμνη. Η γερμανική επίθεση εξανάγκασε τους Μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους σκληρούς γερμανικούς όρους στο Brest-Litovsk

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Λένιν χρηματίστηκε από τους Γερμανούς για την αποδοχή και επιβολή γενικά στην Κεντρική Επιτροπή των σκληρών γερμανικών όρων. Τα λεγόμενα Sisson Documents είναι πλαστά, όπως απέδειξε πειστικά και ο George E. Kennan, ο ιδεολογικός πατέρας του Ψυχρού Πολέμου. [Βλ. ‘’ The Sisson Documents’’, Journal of Modern History, 28: 2 (June 1956), pp.130-154 ]. Κέρδιζε όμως λεφτά από τη μαύρη αγορά μολυβιών και προφυλακτικών. «What is beyond doubt is that Lenin accepted 2, 000 rubles from Fürstenberg in April when he was planning his journey to Russia, and he took 800 more for Zinoviev. He did not balk at that variety of German gold. For those who still refuse to credit that the greatest socialist on earth could ever lie about a wad of German notes, the alternative is to concede that he subsidized himself with profits from the war’s black- market trade in lead pencils and condoms (with teat end)». (Catherine Merridale, Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017, p. 261).

Στις 3 Μαρτίου 1918 υπογράφτηκε η συνθήκη ειρήνης στο Brest-Litovsk και στις 15 Μαρτίου επικυρώθηκε από το Τέταρτο Πανρωσικό Συνέδριο των σοβιέτ. Σύμφωνα με τους όρους, η σοβιετική κυβέρνηση έπρεπε να εκχωρήσει τη Λιθουνία, τη Λεττονία, την Εσθονία και την Πολωνία , να αναγνωρίσει την Ουκρανία και τη Φιλανδία ως κυρίαρχα κράτη και να αποσύρει τα στρατεύματα και τις ερυθρές φρουρές και στο μέλλον να μη διεξάγει προπαγάνδα εναντίον των εθνικών κυβερνήσεων των χωρών αυτών. Η Τουρκία προσάρτησε το Καρς, το Αρδαχάν και το Μπατούμ. Η προσάρτηση της Βεσσαραβίας, που ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917 είχε καταληφθεί από το ρουμανικό στρατό, στη Ρουμανία αναγνωρίστηκε σε ειδική συνθήκη μεταξύ της Ρουμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων στις 9 Μαρτίου 1918. Η Ρωσία έχασε ένα μεγάλο μέρος της επικράτειά της με την ταπεινωτική ειρήνη του Brest- Litovsk. Λόγω της γερμανικής απειλής η σοβιετική κυβέρνηση μετέφερε την πρωτεύουσα από την Πετρούπολη στη Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1918.

Ο χάρτης του Brest-Litovsk (Μάρτιος 1918).

Εν τέλει, δεν ήταν η Παγκόσμια Προλεταριακή Επανάσταση που έσωσε τον Λένιν από τα δεσμά της ταπεινωτικής Συνθήκης του Brest- Litovsk, αλλά η συνθηκολόγηση της Γερμανίας το Νοέμβριο του 1918. Η Γερμανία έπρεπε να διατηρεί στρατεύματα στις νέες χώρες, κάτι που αποδυνάμωσε το δυτικό μέτωπο, όπου κυρίως κρίθηκε ο Μεγάλος Πόλεμος. Η είσοδος της Αμερικής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε κυρίως οικονομική και δευτερευόντως στρατιωτική σημασία για την Αντάντ. Η δημιουργία εθνικών κρατών στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη διάλυση των Αυτοκρατοριών, κρατών εχθρικών προς τη Σοβιετική Ένωση, κατέστησε την επαγγελία της Παγκόσμιας Επανάστασης της Τρίτης Διεθνούς (1919) θνησιγενή, ο Λένιν, βλέποντας τη διάψευση των προσδοκιών του και το χάος που προκάλεσε στη Ρωσία, υπέστη καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια μέχρι που πέθανε τον Ιανουάριο του 1924 σε ηλικία μόλις 54 ετών και ο Στάλιν, εξουδετερώνοντας πολιτικά τον Τρότσκυ, αποδέχτηκε την σταθεροποίηση του καπιταλισμού και περιορίστηκε στο σοσιαλιστικό πείραμα σε μια μόνο χώρα.

Мирные переговоры в Брест-Литовске / Peace talks In Brest-Litovsk: 1917-1918

             

 

Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hahlweg W. (Ed.), Der Friede von Brest-Litowsk – Ein unveröffentlichter Band aus dem Werk des Untersuchungsausschusses der Deutschen Verfassungsgebenden Nationalversammlung und des Deutschen Reichstages, Düsseldorf, 1971.

Merridale C., Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017.

Warth, R. D., The Allies and the Russian Revolution from the Fall of the Monarchy to the Peace of Brest-Litovsk. Durham, N. C., Duke University Press, 1954.
Wheeler-Bennett, J.WThe Treaty of Brest-Litovsk and Germany’s Eastern Policy (Oxford Pamphlets of World Affairs), Claredon Press, Oxford, 1939.

 

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης: Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης

Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, φέρνοντας καθημερινά νέα δεδομένα τα οποία δικαιολογούν απόλυτα ότι η συσκευή αυτή είναι τόσο σημαντική για την εξέλιξη της Τεχνολογίας, όσο και ο Παρθενώνας για την Αρχιτεκτονική. Ήταν μια μικρού μεγέθους, εκπληκτικής τεχνολογίας συσκευή που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη ξηρά ή στη θάλασσα. Ανήκει στην κατηγορία των αναλογικών υπολογιστών. Μετέφερε και προσομοίωνε τις θεωρητικές γνώσεις για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων των αρχαίων Ελλήνων, αναπαράγοντάς τις πιστά και με μεγάλη ακρίβεια. Χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό της θέσης του Ηλίου, της Σελήνης και, πιθανώς, των 5 γνωστών από την αρχαιότητα πλανητών, στον ουρανό. Ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί συρμοί γραναζιών για την κίνηση των 5 πλανητών, τα ονόματά τους, όμως, έχουν εντοπισθεί στις επιγραφές. Ο χειριστής ήταν σε θέση να υπολογίσει τις φάσεις της Σελήνης, να προβλέψει εκλείψεις (τόσο του Ηλίου όσο και της Σελήνης) και να προσδιορίσει την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Με την αποκωδικοποίηση των λειτουργιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναθεωρείται και ξαναγράφεται η ιστορία της Τεχνολογίας. Η μελέτη του μοναδικού αυτού ευρήματος, που χρονολογείται πριν από δύο χιλιετίες, επιβεβαίωσε, όχι μόνο τις λιγοστές μέχρι τώρα γραπτές μαρτυρίες για τις άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων στις αέναες αλλά δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές, που ακόμα και σήμερα θα δυσκολευόμασταν να κατασκευάσουμε. Η μελέτη των θραυσμάτων, που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας πριν από 100 περίπου χρόνια, έχει δώσει μια νέα διάσταση στο ζήτημα της εξέλιξης της Τεχνολογίας δια μέσου των αιώνων. Για την κατασκευή του πρέπει να συνεργάστηκαν δύο μεγαλοφυΐες: ένας άριστος γνώστης και ερευνητής της επιστήμης της Αστρονομίας και ένας ταλαντούχος τεχνίτης με πολύ καλές γνώσεις Μαθηματικών.

                           Η ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων

Ας δούμε, όμως, πως εξελίχθηκε η ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου και αργότερα ο εντοπισμός και η μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Τη Μεγάλη Τρίτη του έτους 1900, δηλαδή στις 4 Απριλίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 1923,  Συμιακοί σφουγγαράδες, πλέοντες με δύο καΐκια στις συχνά φουρτουνιασμένες θάλασσες ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, με κατεύθυνση προς τις ακτές της Β. Αφρικής, αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στον Ποταμό, το λιμανάκι των Αντικυθήρων (λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής). Εκεί, ορμώμενοι είτε από επαγγελματική περιέργεια είτε για να μαζέψουν νηστίσιμα θαλασσινά, βούτηξαν, και σε βάθος 40 – 50 μέτρων, ανακάλυψαν έναν από τους πιο διάσημους θησαυρούς της αρχαιότητας. Προς μεγάλη τους έκπληξη βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρχαίο ναυάγιο, διάσπαρτο στο βυθό της θάλασσας σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων (δηλαδή επρόκειτο για ένα τεράστιο καράβι), με πλούσιο περιεχόμενο. Τέτοια μεγάλα καράβια (ολκάδες) χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά σιταριού από την Αίγυπτο προς τα μεγάλα λιμάνια της βορείου Μεσογείου, αλλά και για γενικό εμπόριο και εξυπηρέτηση επιβατών. Ας σημειωθεί ότι ο έμπειρος αρχαιολόγος και δύτης σε ναυάγια της Μεσογείου, Brendan Foley, σε μία διάλεξή του, το σύγκρινε με τον Τιτανικό της εποχής μας!

Σχήμα 1. Η θέση Ποταμός στα Αντικύθηρα

Το Ναυάγιο πρώτος ανακάλυψε ο έμπειρος δύτης Ηλίας Λυκοπάντης (Σχήμα 2), επονομαζόμενος και Σταδιάτης (επειδή καταγόταν από τα Σταδιά της Μ. Ασίας), λίγο έξω από τον Ποταμό.  Για του λόγου το αληθές, απέσπασε και ανέσυρε τον βραχίονα ενός μπρούτζινου αγάλματος. Βούτηξε και ο καπετάνιος, Δημήτριος Κοντός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη πλήθους μαρμάρινων αγαλμάτων, τα οποία, αναδυόμενος, τα ανέφερε ως Νεράιδες. Η πληροφορία της ανακάλυψης διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση, στην Αθήνα. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά την ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

Σχήμα 2. Ο Ηλίας Λυκοπάντης ή Σταδιάτης, ο οποίος ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων .

Υπάρχει σχέση μεταξύ της Κρητικής εξέγερσης του 1897 και της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων;

Η Κρήτη ανακηρύχθηκε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1646. Έκτοτε υπήρξαν πολλές προσπάθειες από τους Κρήτες να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821. Τον Ιανουάριο του 1897 μετά από σκληρά διοικητικά μέτρα και εξοντωτικούς φόρους που επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές, ξέσπασε εξέγερση που σύντομα επεκτάθηκε σε όλες υπαίθριες περιοχές του νησιού. Η εξέγερση υποστηρίχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εγκατέστησε ένα οπτικό τηλέγραφο (Goode 1875) μεταξύ της Γραμβούσας στην ΒΔ Κρήτη, τα Αντικύθηρα και τα Κύθηρα. Η Τουρκία εισέβαλε στην Ελλάδα και τελικά ο πόλεμος τελείωσε καταστροφικά για την Ελλάδα, μετά την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά το τέλος του πολέμου, όλος ο στρατός αποσύρθηκε από τα Αντικύθηρα. Για κάποιο λόγο, όμως, παρέμεινε ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου, απολαμβάνοντας τη φτηνή και απλή ζωή του νησιού και το μηνιαίο μισθό του. Ο οπτικός τηλέγραφος ήταν ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η επικοινωνια επιτυγχάνονταν με τη μετάδοση οπτικών παλμών (συνήθως με κωδικοποίηση σημάτων Μορς), χρησιμοποιώντας το ανακλώμενο φως του ήλιου από καθρέφτες. Οι οπτικοί παλμοί παράγονταν είτε με στιγμιαία κλίση του καθρέφτη κατά λίγες μοίρες προς τα πάνω ή προς τα κάτω, είτε με τη χρήση ενός σκίαστρου.

Δέκα ημέρες μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου, την Παρασκευή 14 Απριλίου 1900, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, οι κάτοικοι του Καψαλίου (του λιμανιού των Κυθήρων) διαπίστωσαν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι ο τηλεγραφητής των Αντικυθήρων ζητούσε επείγουσα επικοινωνία. Μετά από λίγο η επικοινωνία αποκαταστάθηκε και διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία οι κάτοικοι και οι διοικητικές αρχές των Κυθήρων ενημερώθηκαν για την ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων με την επίμονη παράκληση να προωθήσουν το μήνυμα στην Αθήνα, πράγμα το οποίο έγινε. Για το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, βλέπε το Σχήμα 3. Στο Υπουργείο Παιδείας (αρμόδιο για πολιτιστικά θέματα) και στους αρχαιολογικούς κύκλους η ανακοίνωση της ανακάλυψης έφερε κάποια δικαιολογημένη δραστηριότητα, αλλά μετά από διερεύνηση του πρόσφατου βίου και της φήμης του τηλεγραφητή των Αντικυθήρων απορρίφθηκε ως «προϊόν κρασοκατάνυξης»!

Σχήμα 3. Περίληψη του τηλεγραφήματος, όπως δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση «Ήλιος» το 1950

Υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις στην παραπάνω ανακοίνωση¹. Ωστόσο, πρόκειται για μια ζωντανή περιγραφή της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων. Ο συντάκτης του άρθρου (Λυκούδης, 1950) το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 9ης Δεκεμβρίου 1950 στην Επιθεώρηση «Ήλιος»,  είναι ο Στυλιανός Λυκούδης (1878-1958), ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) παρακολουθούσε, ως νεαρός ναυτικός την ανέλκυση των ευρημάτων  του ναυαγίου των Αντικυθήρων, επί του οπλιταγωγού «Μυκάλη», το 1900 – 1901. Θεωρείται ως ένα συνεπές και αξιόπιστο πρόσωπο. Το 1939 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Σχήμα 4. Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στο οπλιταγωγό Μυκάλη έξω από τα Αντικύθηρα (Χειμώνας 1900-1901). Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Η οικονομική υποχρέωση να μαζέψουν σφουγγάρια και το καθήκον, επέβαλε τη συνέχιση της πορείας προς τις ακτές της Β. Αφρικής. Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιούς σφουγγαράδες και απογόνους αυτών, η αλιεία σφουγγαριών άρχιζε τον Απρίλιο (όταν ο καιρός βελτιωνόταν) και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο². Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψαν στο νησί τους, το οποίο, όπως είναι γνωστό, βρισκόταν τότε υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ως καλοί  Έλληνες, υπό την παρότρυνση του Συμιακού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου και τη συμβουλή της δημογεροντίας, αντιπροσωπία των δυτών υπό τον καπετάνιο Κοντό, επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στην Αθήνα, τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών (υπεύθυνο και για θέματα Πολιτισμού), Σπυρίδωνα Στάη, εξάδελφο του Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, Βαλερίου Στάη. Η επίδειξη του βραχίονα και οι αναφορές για τα διάσπαρτα αγάλματα, έπεισε τον Υπουργό ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό ναυάγιο.

Σχήμα 5. Ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων. Αριστερά: Αρχαιολογική Εφημερίς-Πρακτικά (1900). Δεξιά: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, (Κ. Ξενικάκης, 2017).

Μόλις δύο μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1900, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε γραφειοκρατία (κατόρθωμα ζηλευτό ακόμα και στις μέρες μας!), η Εφορεία Αρχαιοτήτων ξεκίνησε μια σειρά συστηματικών ενάλιων ανασκαφών, με τη βοήθεια του οπλιταγωγού Μυκάλη και άλλων βοηθητικών πλοίων, η οποία διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1901. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανασύρθηκαν σημαντικά ευρήματα πολλά από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων, ο περίφημος Φιλόσοφος των Αντικυθήρων (Σχήμα 5), κ.α. Ανασύρθηκαν και πολλά άλλα αγάλματα, ορειχάλκινα ή μαρμάρινα, σκεύη διατροφής και διασκέδασης (π.χ. μια μικρή λύρα), αμφορείς, ξύλινα και μολύβδινα τμήματα του πλοίου, κεραμίδες, τμήματα σωλήνων άντλησης υδάτων από το αμπάρι, υάλινα σκεύη, κοσμήματα, κ.α. Λίγο πριν το τέλος των ενάλιων ανασκαφών, ανάμεσα στα ευρήματα που ανασύρθηκαν ήταν και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων (Σχήμα 6), ο οποίος, διαβρωμένος, σπασμένος και απολιθωμένος πλέον, μετά από 2000 χρόνια στο βυθό της θάλασσας, έμελλε να αλλάξει τη γνώμη πού είχαμε μέχρι σήμερα για τις τεχνολογικές ικανότητες των προγόνων μας. Πιθανώς, όταν ανασύρθηκε έμοιαζε με ένα απολιθωμένο όγκο με πρασινίζοντα δείγματα μπρούτζου (κρατερώματος – κράμα χαλκού και κασσίτερου).

Σχήμα 6. Tα θραύσματα Α, Β και C του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο εντοπισμός του Μηχανισμού των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Μάϊο 1902, σχεδόν όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρονται σε μία σημαντική είδηση: στο ναυάγιο των Αντικυθήρων υπήρχε ένας «χάλκινος» μηχανισμός, με επιγραφές που ανάγονται στον 1ο π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον εντοπισμό των θραυσμάτων του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Παρακάτω αναπαράγεται το ακριβές κείμενο της εφημερίδας Εστία, 22.5.1902.

Η ΠΛΑΞ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ

Ὁ πρῴην ὑπουργός τῆς Παιδείας κ. Στάης μετά τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου ἐνῷ περιεργάζοντο το Σάββατον τεμάχια ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, διέκριναν χάλκινον μηχάνημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως ὀξειδωμένον.

Το μηχάνημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἀνάγεται εἰς τους Ῥωμαϊκούς χρόνους, δεν εἶνε δε ἐξηκριβωμένον ἐάν εἶνε ἐξάρτημα τοῦ πλοίου ἢ σκεῦος αὐτοῦ καλλιτεχνικόν.

Ἤδη προκεῖται δι’ ἀντιγραφῆς, διότι ἡ πλαξ φέρει ἀρνητικά ἀποτυπώματα δυσδιάκριτα, ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ἐρμηνευθοῦν εὐκρινέστερον τα ἐπ’ αὐτῆς γράμματα ὑπό τῶν διαφόρων ἐπιγραφικῶν και ἀρχαιολόγων μας.

Σήμερον ὁ διευθυντής τοῦ Αὐστριακοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου κ. Βίλελμ ἐξήτασεν ἀμφότερα τα τεμάχια, κατώρθωσε δε να διακρίνῃ ἐπί τοῦ μικροτέρου τεμαχίου την ἑξῆς ἐπιγραφήν׃

ἀκτῖνα ἡλίου.

Ἀλλά τοῦτο δεν δύναται νa θεωρηθῇ ὡς ὁριστικόν, θα ἐπακολουθήσουν δe καi ἄλλαι μελέται ἀμφοτέρων τῶν τεμαχίων προς πληρεστέραν ἀνάγνωσιν τῶν γραμμάτων τῶν δύο πλακῶν.

  ΑΛΛΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ

Κατά νεωτέρας πληροφορίας τa δύο μετάλλινα τεμάχια τα εὑρεθέντα ἐν τῷ Μουσείῳ εἶνε γνώμονες και αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφαι φαίνεται να εἶνε ὁδηγίαι προς χρῆσιν τοῦ ὀργάνου.

Τα γράμματα εἶνε τοῦ Ἀου προ Χριστοῦ αἰῶνος.

Συνεπῶς ἐξ ὅλων τούτων ἐξάγεται ὅτι και το ναυάγιον εἶνε τῆς ἰδίας ἐποχῆς.

Τι είχε συμβεί; Ο τέως (εδώ και λίγες εβδομάδες) Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών, Σπυρίδων Στάης, επισκέφθηκε οικογενειακώς τον εξάδελφό του Βαλέριο και το Μουσείο, για να παρακολουθήσει τις εργασίες αναστήλωσης του θαυμάσιου αγάλματος του Εφήβου των Αντικυθήρων από τον Γάλλο ειδικό André. Ο Γάλλος είχε ζητήσει από τους συντηρητές να προσκομίσουν γύρω από το άγαλμα όλα τα κιβώτια που περιείχαν μπρούτζινα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ακόμα ταυτοποιηθεί. Ο Στάης παρατηρώντας ένα από αυτά τα αντικείμενα εντόπισε γρανάζια και ίσως επιγραφές. Τη σημαντική αυτή παρατήρηση αναπαρήγαγαν οι εφημερίδες της εποχής, όπως φαίνεται παραπάνω.

              Η εξελικτική πορεία της μελέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρξε το αντικείμενο πλήθους δημοσιευμάτων σε αρχαιολογικά και άλλα περιοδικά αλλά και σε εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ελληνικό (κυρίως) και ξένο τύπο. Από σχετικά πρώιμες και ιδιαιτέρως πρόσφατες μελέτες πολλών ερευνητών, έχουμε σήμερα ασφαλή αντίληψη του τρόπου λειτουργίας και των ενδείξεων που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων.

Το 1903 ο υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο για το Μηχανισμό (Ρεδιάδης 1903). Στο δημοσίευμα αυτό, αλλά και σε άλλα της ίδιας εποχής, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων περιγράφεται ως αστρονομικό όργανο, ως αστρολάβος και ως όργανο ναυσιπλοΐας.

Λίγο μετά ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Albert Rehm μελετά εντατικά το Μηχανισμό. Το σημαντικό αδημοσίευτο έργο του έχει εντοπιστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας (Albert Rehm 1905)ς και έχει μελετηθεί (Almagest 2016).

Κατά τη δεκαετία του 1930 ο  ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης μελέτησε τα θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Theophanidis 1934) και επιχείρησε την κατασκευή του πρώτου αντιγράφου, το οποίο, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο εξερευνητής Jacques-Yves Cousteau συνέβαλε στην ανασκαφή με το βαθυσκάφος του Καλυψώ (Dumas 1976) και ομάδα εκπαιδευμένων δυτών, μεταξύ των οποίων και οι Τοπογράφοι Μηχανικοί (φοιτητές τότε) Λευτέρης Τσαβλίρης και Βασίλης Βιτάλης. Ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρονολόγηση του ναυαγίου ήταν η εύρεση νομισμάτων από την Πέργαμο, κοπής μεταξύ 86 – 67 π.Χ., μερικών αγαλματιδίων και η ανέλκυση ενός μεγάλου ξύλινου τμήματος του καραβιού. Από πρόσφατη μελέτη των επιγραφών και των νομισμάτων (Τσέλεκας 2012) το ναυάγιο χρονολογείται κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα. Πάντως, όχι αργότερα από το 60 π.Χ.

Σχήμα 7. Η πορεία του πλοίου και το σημείο του ναυαγίου. Κόκκινη γραμμή: πιθανή πορεία του πλοίου μέχρι το ναυάγιο, Μπλε γραμμή: Η αβέβαιη πορεία του πλοίου μέχρι τον τελικό προορισμό του. Με x σημειώνονται οι πόλεις με αθλητικούς αγώνες που αναφέρονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Στην σπείρα του Μέτωνος (βλέπε παρακάτω) ήταν χαραγμένο ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών. Η αριθμητική σύμπτωση του αριθμού των μηνών του ημερολογίου με τους μήνες διαφόρων αρχαίων ελληνικών πόλεων, είναι ανάλογη του μεγέθους των τετραγωνιδίων του σχήματος. Είναι προφανές ότι την μεγαλύτερη σύμπτωση παρουσιάζουν η Κέρκυρα, το Βουθρωτό, το Ταυρομένιον και η Δωδώνη (όλες Κορινθιακές αποικίες). Πρόσφατα απορρίφθηκε το ημερολόγιο του Ταυρομενίου (Iversen 2017). Οι υπόλοιπες βρίσκονται στη ΒΔ Ελλάδα. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: μήπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων χρησιμοποιείτο στη ΒΔ Ελλάδα; Τα χρώματα των τετραγωνιδίων αντιστοιχούν στη σύμπτωση ορισμένων σπανίων ονομασιών μηνών (βλέπε Freeth et al. 2008).

Τα δημοσιεύματα του τύπου κέντρισαν το ενδιαφέρον του Βρετανού Φυσικού και Φιλόσοφου των Επιστημών, Derek de Solla Price, που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Yale  των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Derek de Solla Price, με τη συνεργασία και βοήθεια του Χαράλαμπου Καράκαλου, από το Ερευνητικό Κέντρο «Δημοκριτος», (πλησίον των Αθηνών), μελέτησε διεξοδικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων, χρησιμοποιώντας ακτινογραφίες που είχε πάρει ο Καράκαλος με ένα μηχάνημα δικής του κατασκευής. Το 1959 δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο στο περιοδικό Scientific American (de Solla Price 1959) και το 1974 ένα εκτενέστερο (70 περίπου σελίδων) στο περιοδικό της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, με τίτλο «Γρανάζια από τους Έλληνες» (de Solla Price 1974). Στο άρθρο αυτό ισχυριζόταν  ότι ο Μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο αστρονομικό όργανο, το οποίο μάλιστα  περιείχε μια διάταξη γραναζιών, όπως αυτή που υπάρχει στα διαφορικά γρανάζια που χρησιμοποιούμε σήμερα στα αυτοκίνητα. Ο de Solla Price εργάστηκε πάνω από 30 χρόνια, μελετώντας το Μηχανισμό και στο άρθρο του αναφέρει επιγραμματικά ότι «είναι το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται μέχρι σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία«. Παρόλο που το άρθρο του de Solla Price περιέχει μερικά λάθη (για παράδειγμα στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων δεν υπάρχει διαφορικό γρανάζι), χωρίς αυτό, πιθανώς, δεν θα διαβάζατε αυτό το κείμενο.

Τη σκυτάλη από τον de Solla Price πήραν στις αρχές του 1980 οι Alan Bromley  και Michael Wright (Wright, Bromley & Magou 1995, Wright & Bromley 1997). Ο δεύτερος μάλιστα εξακολουθεί να μελετά εντατικά τo Μηχανισμό μέχρι σήμερα. Η ομάδα αυτή, μετά από πολυετή  μελέτη, απέρριψε την ύπαρξη του διαφορικού γραναζιού και εισήγαγε μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση του Μηχανισμού (Wright 2004, 2005, 2006, 2011, 2012, 2013). Για παράδειγμα, πρότεινε ότι οι κλίμακες στην πίσω πλευρά του Μηχανισμού, περιλαμβάνουν ελικοειδείς σπείρες και όχι ομόκεντρους κύκλους. Τη σημασία αυτής της διαφοράς θα την αναλύσουμε παρακάτω.

Σχήμα 8. Οι Derek de Solla Price και Michael Wright με ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στις αρχές του 2001 μια ομάδα Ελλήνων και ξένων ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιου του Cardiff της Μ. Βρετανίας (Mike Edmunds, Antony Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ξενοφών Μουσάς, Ιωάννης Μπιτσάκης) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Ιωάννης Σειραδάκης) δημιούργησαν την «Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων». Μετά από αλλεπάλληλες, άκαρπες αιτήσεις προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Μάρτιος 2001 – Αύγουστος 2004) η άδεια, τελικά, υπεγράφη από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη, τον Απρίλιο 2005. Το έργο ετέθη υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και, με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Leverhulme της Μ. Βρετανίας, πραγματοποιήθηκε μια νέα διερεύνηση του Μηχανισμού χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα τεχνολογίας (π.χ. τομογραφία ακτίνων Χ με διακριτική ικανότητα 0.04 mm, οπτική φωτογράφιση με περιφερειακό φωτισμό, κ.α). Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει εγκατασταθεί και χρησιμοποιείται εντατικά μία από τις 4 βάσεις των τομογραφικών δεδομένων που υπάρχουν στον κόσμο. Με την έναρξη των μετρήσεων, η ομάδα ενισχύεται με  την Ελένη Μάγκου και τη Μαρία Ζαφειροπούλου από το  Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και αργότερα με τον Αγαμέμνονα (Μέμο)  Τσελίκα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Στις 30 Νοεμβρίου 2006 (14 μήνες μετά την έναρξη της λήψης των μετρήσεων) η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης στο διεθνές περιοδικό “Nature” και συγχρόνως σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (Freeth et al. 2006) και συνεχίζει να δημοσιεύει (Allen et al. 2016, Seiradakis & Edmunds 2018).

Μετά το 2006, σημαντική αποδείχθηκε η συνεργασία με τον Καθηγητή Ιστορίας και Αρχαιοτήτων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Alexander Jones (Jones 2017), έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη των εγχάρακτων επιγραφών και συμβόλων που φέρει ο Μηχανισμός. Το 2016 δημοσιεύθηκε  ένας μνημειώδης τόμος 300 σελίδων με αναλυτική και λεπτομερή αποκωδικοποίηση όλων των μέχρι τότε αναγνωσμένων επιγραφών (Almagest 2016).

            Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων–Βασικά στοιχεία

Τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εκπληκτικά: βρέθηκαν άγνωστες επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και διαβάστηκαν κείμενα χαμένα για πάνω από 2000 χρόνια! Η υψηλή διακριτική ικανότητα των μετρήσεων και η προσεκτική μελέτη των επιγραφών και των γραναζιών επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να παρουσιάσει μια συνολική, κατά το δυνατόν, λύση στο μυστήριο της λειτουργίας του Μηχανισμού. Τα μέχρις στιγμής συμπεράσματα επιβεβαιώνουν ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα μικρών διαστάσεων (32cm×16cm×~10cm) φορητό αστρονομικό όργανο, τόσο περίπλοκο που δεν είναι περίεργο πως θεωρείται ως ο πρώτος σύνθετος (αναλογικός) υπολογιστής με γρανάζια που κατασκευάστηκε ποτέ. Έκανε πράξεις (π.χ. πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις)  με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών (γραναζιών). Ήταν δηλαδή ένα Laptop  της εποχής του!

Σχήμα 9. Αναπαράσταση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πως γίνονται πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με γρανάζια;

Αν συνδέσουμε ένα γρανάζι με 64 οδόντες με ένα μικρότερο με 32 οδόντες και περιστρέψουμε το μεγαλύτερο κατά μια πλήρη περιστροφή, τότε το μικρότερο θα έχει κάνει δύο περιστροφές. Ουσιαστικά έχουμε πολλαπλασιάσει  επί 2. Αντιστρέφοντας την κίνηση (από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο γρανάζι) θα διαιρούσαμε δια 2. Επιλέγοντας καταλλήλως τον αριθμό των οδόντων των γραναζιών και χρησιμοποιώντας συρμούς γραναζιών, μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε πράξεις!

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων πλαισιωνόταν πιθανώς από ένα ξύλινο κουτί (πυξίδα) διαστάσεων 35 εκ.×20 εκ.×10 εκ. (Σχήμα 9). Επί πλέον η εμπρόσθια και η πίσω πλευρά προστατευόταν με δύο μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες. Ο μπρούτζος ήταν αρκετά μαλακός (περιείχε 4 – 10 % κασσίτερο).

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανοί υπολογισμοί για την τροχιά των 5 γνωστών, κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα, πλανητών, η διάταξη  που χρησιμοποιήθηκε στις πρόσφατες ανακατασκευές (Freeth et al. 2008, Efstathiou et al., 2012) περιλαμβάνει: 39 γρανάζια (29 υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων 2 γραναζιών, των οποίων οι οδόντες προεξέχουν σε ορθή γωνία ως προς το επίπεδο του τροχού (κορώνες) και 10 γραναζιών η ύπαρξη και χρήση των οποίων έχει τεκμηριωθεί από τις κλίμακες τω δεικτών), 17 άξονες, ένα διπλό άξονα και 7 οξύληκτους δείκτες (Efstathiou et al. 2013). Στο Σχήμα 10 παρουσιάζεται μία λειτουργική διάταξη των γραναζιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Σχήμα 10. Λειτουργικό διάγραμμα των ημερολογιακών, ηλιακών και σεληνιακών συρμών γραναζιών. Οι 7 δείκτες καθώς και η σφαίρα των φάσεων Σελήνης απεικονίζονται σχηματικά (αναπαράγονται από την εργασία (Efstathiou M. 2013). Τα ζεύγη γραναζιών παρουσιάζονται με το γρανάζι κίνησης αριστερά και το κινούμενο γρανάζι, δεξιά (με ελάχιστες εξαιρέσεις: το a1 οδηγεί το b1 και το τριπλό σύμπλεγμα όπου το b2 οδηγεί συγχρόνως το c1 και το l1. Ο αριθμός των οδοντων κάθε γραναζιού δίνεται στην (παρένθεση). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικυκλικός σεληνιακός μηχανισμός με τον πείρο και τη σχισμή βρίσκεται στο ζεύγος e3 / e4 προκειμένου να αναπαραχθεί η σωστή, μεταβαλλόμενη (λόγω ελλειπτικής τροχιάς) κίνησης της Σελήνης.

                         Η εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην εμπρόσθια πλευρά υπήρχαν δύο ομόκεντρες κυκλικές κλίμακες (Σχήμα 11).

Η εξωτερική κλίμακα ήταν αποσπώμενη και είχε 365 υποδιαιρέσεις (όσες οι μέρες ενός έτους), ταξινομημένες σε 12 μήνες των 30 ημερών συν 5 επαγόμενες ημέρες, σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο της εποχής (12 × 30 + 5 = 365). Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ετήσια κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, σε μία από τις υποδιαιρέσεις υπήρχε μία μικρή οπή διαμέτρου περίπου 0.8 χιλιοστών μέσα από την οποία περνούσε ένα μικρός πείρος (σαν καρφιτσούλα). Οι μήνες που ήταν χαραγμένοι στην εξωτερική κλίμακα, έφεραν τα ονόματα των μηνών του αιγυπτιακού ημερολογίου (ΠΑΧΩΝ, ΠΑΥΝΙ, κτλ.), με ελληνικά γράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι επιγραφές που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν χαραγμένες με ελληνικά γράμματα.

Η εσωτερική κλίμακα είχε 360 υποδιαιρέσεις (όσες οι μοίρες ενός κύκλου). Ήταν ταξινομημένη σε 12 τμήματα των 30 μοιρών (12 × 30 = 360). Τα 12 τμήματα έφεραν τα ονόματα των 12 ζωδιακών αστερισμών, με τα ονόματα τους, όπως ονομάζονται σήμερα («ΠΑΡΘΕΝΟΝ», «ΧΗΛΑΙ», «ΣΚΟΡΠΙΟΝ», κτλ.). Εξαίρεση αποτελεί ο Ζυγός που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «ΧΗΛΑΙ» και θεωρείτο ότι απεικόνιζε τις δαγκάνες του Σκορπιού, του επόμενου δηλαδή ζωδιακού αστερισμού. Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ζωδιακή κλίμακα.

Σχήμα 11. Οι κλίμακες της εμπρόσθιας πλευράς. Φαίνονται η ετήσια (εξωτερική) και η ζωδιακή (εσωτερική) κλίμακα που αναφέρονται στο κείμενο

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή των αστρονομικών φαινομένων που προσομοίωνε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ας παραθέσουμε μερικές απλές γνώσεις αστρονομίας.

Λόγω της περιστροφής της Γης  γύρω από τον άξονά της, τα ουράνια σώματα (ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια) φαίνονται κινούνται στον ουρανό, ανατέλλοντας, μεσουρανώντας (προς το Νότο για το βόρειο ημισφαίριο) και δύοντας.

Πιο γρήγορα κινούνται τα αστέρια(μία πλήρη περιφορά (360°) την ημέρα).

Ο Ήλιος κινείται λίγο πιο αργά από τα αστέρια (κατά μία μοίρα την ημέρα) διότι, συγχρόνως με την περιστροφή της, η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 365.25 ημέρες, δηλαδή σε μία ημέρα ο Ήλιος καθυστερεί κατά 360/365.25 = 0.986 ≈ 1 μοίρα. Το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο ονομάζεται εκλειπτική. Εκ του ορισμού αυτού, είναι προφανές ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη βρίσκονται πάνω στην εκλειπτική. Στην προέκταση της ζώνης της εκλειπτικής βρίσκονται όλοι οι 12 γνωστοί ζωδιακοί αστερισμοί οι οποίοι αποτελούνται από σχετικά λαμπρά αστέρια.

Πάνω ή κοντά στην εκλειπτική κινείται  Σελήνη, ακόμα πιο αργά (καθυστερεί κατά περίπου 13 μοίρες την ημέρα), διότι  επί πλέον περιφέρεται και γύρω από τη Γη διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 27.32 ημέρες (η περίοδος αυτή ονομάζεται αστρικός μήνας). Η τροχιά της έχει μικρή κλίση (~5 μοίρες) ως προς την εκλειπτική.

Και οι πλανήτες κινούνται πάνω ή κοντά στην εκλειπτική, αλλά πολύ πιο αργά.

Κατά την περιφορά της γύρω από τη Γη, η Σελήνη άλλοτε βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από τον Ήλιο και άλλοτε ανάμεσα στον Ήλιο και την Γη. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε Πανσέληνο, καθώς ο Ήλιος φωτίζει ολόκληρο το ορατό (από τη Γη) ημισφαίριο της Σελήνης. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε Νέα Σελήνη. Η περίοδος των φάσεων τα Σελήνης, π.χ. από Πανσέληνο σε Πανσέληνο ή, γενικά, για να επανέλθει στη ίδια φάση) ονομάζεται συνοδικός μήνας και διαρκεί 29.53 ημέρες (την περίοδο αυτή οι γεωργοί την ονομάζουν φεγγάρι). Αν κατά την Πανσέληνο ή τη Νέα Σελήνη, αυτή τύχει να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην εκλειπτική, τότε είτε η Γη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει την επιφάνεια της Σελήνης και έχουμε έκλειψη Σελήνης είτε η Σελήνη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει τη Γη και έχουμε έκλειψη Ήλιου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εκλείψεις συμβαίνουν όταν τα τρία σώματα, ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη, ευθυγραμμίζονται. Επειδή αυτό συμβαίνει πάντα στο επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο, το επίπεδο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαίους προγονούς μας εκλειπτική: το επίπεδο στο οποίο ενίοτε εκλείπει ο Ήλιος ή η Σελήνη.

Οι παραπάνω γνώσεις για τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των αστεριών ήταν γνωστές στην αρχαιότητα και τα φαινόμενα που εξαρτώνται από τις κινήσεις τους περιγράφονται ή προβλέπονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων!

Στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρχαν επίσης δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους δείκτες (ένας για τον Ήλιο και ένας για τη Σελήνη). Ο δείκτης του Ήλιου έφερε πιθανώς ένα «χρυσούν σφαιρίον», το οποίο περιγράφεται στις επιγραφές που πλουσιοπάροχα έφερε ο Μηχανισμός. Χρησιμοποιώντας ένα στροφείο (χειριστήριο) και με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο χειριστής μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε η εξωτερική ετήσια κλίμακα της εμπρόσθιας πλευράς. Κάθε ημέρα, βέβαια, ο Ήλιος, καθώς κινείται προς τα πίσω (κατά μία μοίρα) ανάμεσα στα αστέρια, καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς (βλέπε Σχήμα 6). Τη θέση αυτή «διάβαζε» ο χειριστής του Μηχανισμού στη εσωτερική ζωδιακή κλίμακα και έτσι γνώριζε ακριβώς (με ακρίβεια μιας μοίρας) σε ποιο αστερισμό και σε ποιο τμήμα αυτού βρισκόταν ο Ήλιος. O δείκτης της Σελήνης, ο οποίος έδειχνε τη θέση της στη ζωδιακή κλίμακα (με την ίδια ακρίβεια), έφερε επίσης ένα μικρό (ελάσσον), πιθανώς αργυρούν, σφαιρίον. Στο άκρον του δείκτη υπήρχε μια ημισφαιρική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχε μία μικρή περιστρεφόμενη σφαίρα, μισή λευκή και μισή μαύρη, που έδειχνε τις φάσεις της Σελήνης. Η σφαίρα αυτή έκανε μια πλήρη περιστροφή σε 29.53 ημέρες. Όταν φαινόταν το λευκό ημισφαίριο, ο Μηχανισμός ενημέρωνε τον χειριστή ότι  ήταν Πανσέληνος. Το μαύρο ημισφαίριο σήμαινε Νέα Σελήνη. Το Πρώτο και Τρίτο Τέταρτο της Σελήνης αντιπροσωπευόταν από μισό μαύρο και μισό άσπρο.

Επειδή η διάρκεια του έτους είναι 365.25 ημέρες (και όχι 365), κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία ημέρα. Ο Φεβρουάριος έχει 29 (αντί 28) ημέρες και το έτος έχει 366 ημέρες (δίσεκτα έτη). Βεβαίως, δεν ήταν δυνατό ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος να έχει άλλοτε 365 και άλλοτε 366 υποδιαιρέσεις. Στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με ένα πολύ απλό και έξυπνο τρόπο: Κάθε τέσσερα χρόνια ο χειριστής αποσπούσε την εξωτερική ετήσια κλίμακα και με τη βοήθεια του πείρου τη μετατόπιζε προς τα πίσω κατά μια οπή (μία ημέρα). Ο επόμενος χρόνος θα είχε πλέον 366 ημέρες… Με ένα τόσο απλό τρόπο ο χειριστή του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, λάμβανε υπόψη τα  δίσεκτα έτη!

                              Η πίσω πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην πίσω πλευρά υπήρχαν δύο ελικοειδείς κλίμακες (σπείρες). Η πάνω, με 5 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 235 τμήματα και η κάτω, με 4 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 223 τμήματα). Εσωτερικά, της πάνω ελικοειδούς κλίμακας υπήρχαν δύο μικρότερες κλίμακες με 4 υποδιαιρέσεις, ενώ εσωτερικά της κάτω κλίμακας υπήρχε ακόμα μία μικρότερη κλίμακα με 3 υποδιαιρέσεις (Σχήμα 12).

Σχήμα 12. Λεπτομέρεια των κλιμάκων της πίσω πλευράς. Εμφανίζεται τμήμα της κλίμακας του Μέτωνος (άνω) και τμήμα της κλίμακας του Σάρου (κάτω). Απεικονίζονται και οι δευτερεύουσες κλίμακες που αναφέρονται στο κείμενο.

Από το κέντρο όλων των κλιμάκων (2 ομόκεντρες κυκλικές στην εμπρόσθια πλευρά και 5 στην πίσω πλευρά (2 σπειροειδείς και 3 κυκλικές), διερχόταν άξονες οι οποίοι καθώς περιστρέφονταν κινούσαν τους δείκτες. Και οι 7 δείκτες ήταν μεταλλικά ελάσματα, με οξύληκτα –μυτερά- άκρα). Θεωρώντας ότι η περιστρεφόμενη σφαίρα της εμπρόσθιας πλευρά είναι και αυτή ένας δείκτης (δείχνει τις φάσεις της Σελήνης), στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, συνολικά, 8 δείκτες.

Κατά την επιλογή της ημερομηνίας με τη βοήθεια του στροφείου και του δείκτη του Ήλιου που αναφέρθηκε παραπάνω, τουλάχιστον επτά άλλοι δείκτες κινούνταν και έδειχναν:

(α) Στη εμπρόσθια πλευρά, τη θέση της Σελήνης ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς με ακρίβεια μιας μοίρας.

(β) Στην ίδια πλευρά, τη φάση της Σελήνης με τη βοήθεια του ελάσσονος σφαιρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

(γ) Στην πάνω ελικοειδή κλίμακα (σπείρα) της πίσω πλευράς, τη μηνιαία θέση της Σελήνης στον επονομαζόμενο κύκλο του Μέτωνος. Οι 235 υποδιαιρέσεις της έλικας αντιστοιχούν στους 235 συνοδικούς μήνες (φεγγάρια) της Σελήνης, που με αρκετά καλή προσέγγιση διαρκούν 19 έτη μείον ένα τέταρτο της ημέρας (6 ώρες). Την αντιστοιχία αυτή, πρώτος εντόπισε ο Μέτων ο Αθηναίος (5ος π.Χ. αιώνας). Κάθε 235 φεγγάρια η Σελήνη επανέρχεται στον ίδιο αστερισμό, και έχει την ίδια φάση. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία για τους γεωργούς και τους ναυτικούς στην αρχαιότητα, οι οποίοι  μπορούσαν, όταν είχε Πανσέληνο, να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Σήμερα, που υπάρχει το ηλεκτρικό ρεύμα η πληροφορία αυτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς με τη χρήση ενός διακόπτη, μπορούμε να φωτίσουμε το χώρο της εργασίας μας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η κλίμακα αυτή ονομάζεται «Σπείρα του Μέτωνος».

(δ) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (αριστερά στη μικρή κυκλική κλίμακα), ο δείκτης έδειχνε τον 76-ετή κύκλο του Καλλίππου. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Κάλλιππος (από την Κύζικο της Μικράς Ασίας), έχοντας σπουδάσει υπό τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στη Σχολή του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλη διόρθωσε τον κύκλο του Μέτωνος, πολλαπλασιάζοντάς τον επί 4 και αφαιρώντας μία ημέρα (= 4×6 ώρες). Ο κύκλος του Καλλίππου διαρκεί 76 έτη και υπάρχει σαφής αναφορά για αυτόν στις επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αν και η κλίμακα και ο δείκτης του Καλλίππου δεν έχουν βρεθεί, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχε στο κατεστραμμένο τμήμα της σπείρας του Μέτωνος, (α) επειδή αναφέρεται στις επιγραφές και (β) η ύπαρξή του απαιτεί ένα πολύ απλό συρμό γραναζιών που να πολλαπλασιάζει τον κύκλο του Μέτωνος επί τέσσερα.

(ε) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (δεξιά στη μικρή κυκλική κλίμακα), τον 4-ετή κύκλο των Στεφανιτών Αγώνων. Ο δείκτης της κλίμακας αυτής έκανε μία περιστροφή κάθε τέσσερα έτη. Στις υποδιαιρέσεις υπήρχαν τα σύμβολα «5A», «5B», «5Γ», «5Δ». Το σύμβολο 5, σημαίνει έτος. Είναι προφανές ότι η κλίμακα αυτή αφορά ένα τετραετές ημερολόγιο. Σύντομα, περιμετρικά της κλίμακας διαβάστηκαν τα εγχάρακτα ονόματα των τεσσάρων σημαντικών στεφανιτώναθλητικών αγώνων της αρχαιότητας: ΟΛΥΜΠΙΑ, ΠΥΘΙΑ, ΝΕΜΕΑ, ΙΣΘΜΙΑ. Οι δύο πρώτοι είναι τετραετείς αγώνες. Οι άλλοι δύο είναι διετείς και το όνομά τους αναφέρεται δύο φορές (Σχήμα 12). Μεγάλη εντύπωση μας κάνει η αποκωδικοποίηση δύο ακόμα τετραετών αγώνων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν ιδιαιτέρως σημαντικοί: τα ΝΑΑ (στην δωρική τους γραφή) – ονομάζονται και ΝΑΪΑ – και τα ΑΛΙΕΙΑ. Τα ΝΑΑ τελούνταν στη Δωδώνη (οι αγώνες του Ναού) και τα ΑΛΙΕΙΑ τελούνταν στη Ρόδο προς τιμή του Απόλλωνα Ήλιου.

(στ) Στην κάτω ελικοειδή σπείρα της πίσω πλευράς, την περίοδο επανάληψης των εκλείψεων, η οποία ονομάζεται κύκλος ή περίοδος του Σάρου, και διαρκεί 223 συνοδικούς μήνες (18 έτη,  11 ημέρες και 8 ώρες).  Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να έχουμε έκλειψη (Ηλίου ή Σελήνης) πρέπει ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη να βρίσκονται περίπου σε ευθεία γραμμή. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο: όταν η Σελήνη βρίσκεται πάνω στην εκλειπτική και συγχρόνως απέναντι (σεληνιακή έκλειψη) ή σε σύνοδο (ηλιακή έκλειψη) με τον Ήλιο. Επειδή η διεύθυνση της παραπάνω ευθείας περιστρέφεται στον ουρανό και κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 223 μήνες (περίοδος του Σάρου), εξυπακούεται ότι η διαδοχή των εκλείψεων επαναλαμβάνεται κάθε 223 μήνες. Ο κατασκευαστής του Μηχανισμού, γνωρίζοντας εκλείψεις του παρελθόντος είχε βαθμονομήσει τη σπείρα του Σάρου και έτσι ο χειριστής ήταν σε θέση να προβλέψει μελλοντικές εκλείψεις. Πράγματι, σε μερικές από τις 223 υποδιαιρέσεις (που αντιστοιχούσαν σε μήνες που έγιναν ή θα γίνουν εκλείψεις) υπάρχουν συμβολικές επιγραφές, που αναφέρουν το είδος της έκλειψης ηλιακή (Η) ή σεληνιακή (Σ) και την ώρα της έκλειψης (π.χ. ΙΒ – δηλ. 12 η ώρα)! Η ημέρα της έκλειψης ήταν αυτή που έδειχνε ο δείκτης του Ήλιου στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού…

(ζ) Εσωτερικά της Σπείρας του Σάρου (στη μικρή κυκλική κλίμακα με τις 3 υποδιαιρέσεις), ο δείκτης έδειχνε τον 54-ετή κύκλο του Εξελιγμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κύκλος του Σάρου διαρκεί 18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες. Είναι προφανές ότι μετά από 18 έτη και 11 ημέρες αναμένεται να συμβεί η επόμενη έκλειψη, η οποία, όμως θα λάβει χώρα 8 ώρες, δηλαδή 1/3 της ημέρας αργότερα. Μετά από 8, όμως, ώρες, η Γη θα έχει περιστραφεί κατά 120° (1/3 μιας πλήρους περιστροφής) και επομένως η έκλειψη θα συμβεί 120° δυτικότερα από την προηγούμενη, όχι πάντως στον ίδιο τόπο. Στον ίδιο τόπο θα επανέλθει μετά από τρεις κύκλους του Σάρου και μία ημέρα. Η νέα αυτή περίοδος των εκλείψεων διαρκεί 54 έτη και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα με το όνομα κύκλος του Εξελιγμού. Στη 2η και στην 3η υποδιαίρεση της κλίμακας του Εξελιγμού ήταν χαραγμένα τα σύμβολα Η και Ι6, που αντιστοιχούν στους αριθμούς 8 και 16. Η ακριβής ώρα της έκλειψης υπολογιζόταν με τη συνεργασία των ενδείξεων του δείκτη της σπείρας του Σάρου και του δείκτη του κύκλου του Εξελιγμού. Ο χειριστής έπρεπε να προσθέσει στην ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση της σπείρας του Σάρου, 8 ώρες ή 16 ώρες, αν ο δείκτης του Εξελιγμού βρισκόταν στη 2η ή στην 3η υποδιαίρεση, αντίστοιχα. Αν βρισκόταν στην 1η υποδιαίρεση, η ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση του Σάρου δεν χρειαζόταν καμία διόρθωση.

                                Οι επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ακόμα και με σημερινά δεδομένα, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα εξαιρετικά περίπλοκο όργανο. Οι μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ήταν καλυμμένες με επιγραφές που περιέγραφαν αστρονομικά φαινόμενα, τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσεως (βλέπε Σχήμα 13). Οι οδηγίες αυτές ήταν αναλυτικές και εκτεταμένες και μάλλον αποτελούσαν  ένα εγχειρίδιο χρήσεως (user’s manual) για τον χρήστη του Μηχανισμού. Εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα υπάρχουν σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια του Μηχανισμού. Μέχρι σήμερα (Φθινόπωρο 2018) έχουν διαβαστεί περίπου 3500 γράμματα όλα, ανεξαιρέτως  της ελληνικής αλφαβήτου, τα οποία βεβαίως, σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, που αναφέρονται σε αστρονομικούς, γεωγραφικούς  και τεχνικούς όρους. Το ύψος των περισσοτέρων γραμμάτων είναι, κατά μέσο όρο, 2.17 χιλιοστά. Φαίνεται ότι ήταν σμιλευμένα με πολύ λεπτά εργαλεία.

Μία λεπτομερής μελέτη όλων των μέχρι σήμερα αποκωδικοποιημένων επιγραφών δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ένα πολυσέλιδο τόμο (Almagest, 2016). Στην πολύ προσεκτική αυτή μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι κανόνες της Σύμβασης του Leiden.

Σχήμα 13. Επιγραφές από την εμπρόσθια προστατευτική πλάκα. Αναφέρονται στην κίνηση των εσωτερικών πλανητών, ιδιαιτέρως στην αποχή αυτών από τον Ήλιο.

Η συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας την αξία και τη σπουδαιότητα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων για την ανάδειξη της επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς της χώρας μας, θέσπισε το 2008 μία υποτροφία για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Η Διδακτορική αυτή διατριβή εκπονήθηκε και περατώθηκε το 2016  στο Τμήμα Φυσικής της Σχολής θετικών Επιστημών, με έδρα στο Εργαστήριο Αστρονομίας του Τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής. Ήταν η πρώτη Διδακτορική Διατριβή, παγκοσμίως, για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μια δεύτερη Διατριβή, υποστηρίχθηκε επιτυχώς φέτος στον Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής (η δεύτερη παγκοσμίως).

Κατά την τελευταία δεκαετία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο δραστηριοποιείται μια ισχυρή ερευνητική ομάδα που μελετά συστηματικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων με πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Η ισχύς της ομάδας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διεπιστημονική και προσεγγίζει και μελετά το Μηχανισμό από πολλές πλευρές, αστρονομική, αρχαιολογική και μηχανολογική.

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κατασκευάζονται τα πλέον πιστά τριδιάστατα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Efstathiou 2018), τα οποία κοσμούν διάφορα Μουσεία στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τόσο την επιστημονική όσο και την τεχνολογική κατάρτιση των αρχαίων Ελλήνων.

Βεβαίως υπάρχει σημαντικός αριθμός μεμονωμένων ερευνητών σε άλλα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού, οι οποίοι μελετούν το Μηχανισμό ατομικά. Με τους ερευνητές αυτούς υπάρχει συνεχής συνεργασία, τόσο σε θεωρητικές γνώσεις όσο και σε τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων.

Ανταποκρινόμενη  η Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (που αναφέρθηκε παραπάνω) στην πιεστική αναζήτηση πληροφοριών σχετικών με την πρόοδο της μελέτης, έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα: Antikythera Mechanism Research Project για την ενημέρωση του κοινού και των ειδικών. Η ιστοσελίδα ανανεώνεται περιοδικά και περιλαμβάνει τελευταία νέα, απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, άρθρα, εικόνες, βίντεο και άλλες πληροφορίες.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί ένα σημαντικότατο τεκμήριο για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής, θα μπορούσε εύκολα να καταταχθεί ισοδύναμα μεταξύ των επτά θαυμάτων της αρχαιότητας, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η γνώση που απαιτείται είναι σαφώς υψηλότερου επιπέδου και η κατασκευή του σαφώς δυσκολότερη από τις αντίστοιχες  για το Φάρο της Αλεξάνδρειας ή το Ναό της Αρτέμιδος στη Έφεσο. Αποτελεί μοναδική μαρτυρία για τις εξαιρετικές μαθηματικές, γεωμετρικές, μηχανολογικές, τεχνικές και ιδιαιτέρως αστρονομικές δεξιότητες των αρχαίων Ελλήνων πριν 2000 χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε ένα κόσμο προηγμένης τεχνολογίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στις ευφυείς προσομοιώσεις που περιέχει  και τις εκπληκτικές θεωρητικές γνώσεις του πολιτισμού που τις επινόησε.

 

 Γιάννης Σειραδάκης – ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ

Ο Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής Αστροφυσικής
του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ και σημαίνον στέλεχος
της Ομάδας Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹    Μικρές διαφορές που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: (α) Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως κατά τον Απρίλιο τα σφουγγαράδικα πρέπει να όδευαν προς τις ακτές της Αφρικής και είναι απίθανο να «έκαναν αμέσως πανιά για τη Σύμη». (β) Ο δύτης που ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων και απέσπασε και έφερε στην επιφάνεια το χάλκινο βραχίονα ήταν ο Ηλίας Λυκοπάντης με το ψευδώνυμο Σταδιάτης (και όχι «Σταδιώτης»). Αυτό επιβεβαιώθηκε όταν το 2006 ο Ξενοφών Μούσας και ο συγγραφεύς συνάντησαν στη Ρόδο την ανιψιά του, η οποία μας είπε επίσης ότι, μετά την ανακάλυψη, ο θείος της δεν επέτρεπε σε κανένα να αγγίξει το χάλκινο βραχίονα και ότι κοιμόταν με αυτόν στην κουκέτα του, έως ότου επέστρεψαν στη Σύμη. (γ) Είναι εξαιρετικά απίθανο, ο δύτης να φορούσε στολή. Θα ήταν πολύ άβολο να ψαρεύει θαλασσινά με στολή δύτη. Είναι πιθανότερο να είχε βουτήξει για να δοκιμάσει μία καινούργια στολή ή για να δείξει τη χρήση της σε ένα αρχάριο και άπειρο νεαρό δύτη. Βεβαίως, είναι επίσης πιθανόν να βούτηξε για θαλασσινά, να ανακάλυψε το ναυάγιο και αμέσως μετά φόρεσε τη στολή για καλύτερη διερεύνηση του ναυαγίου. (δ) Ο Ηλίας Λυκοπάντης ήταν ο πιο έμπειρος δύτης, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ήταν ο καπετάνιος του δεύτερου σκάφους. (ε) Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα τα δύο πλοία δεν απέπλευσαν για τη Σύμη, αμέσως μετά την ανακάλυψη. Ταξίδεψαν πρώτα έως την ακτή της Αφρικής για να συλλέξουν σφουγγάρια. Αυτό έχει νόημα, αλλιώς θα υπήρξε πολλή σημαντική καθυστέρηση, επτά μηνών, μεταξύ της επανόδου (από την Αφρική) των σκαφών στη Σύμη (προς το τέλος του Απριλίου) και την ανακοίνωση της ανακάλυψης στον (Κυθήριο) Υπουργό Παιδείας, κ. Σπυρίδωνα Στάη, στις 6 Νοεμβρίου 1900, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου.

² Ο Derek de Solla Price, στην εργασία που αναφέρεται παραπάνω, αναφέρει ότι οι σφουγγαράδες απέπλευσαν αμέσως μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου για τη Σύμη. Η πληροφορία αυτή αντιτίθεται στις πληροφορίες που μας έδωσαν παλαιοί Συμιακοί σφουγγαράδες ή οι απόγονοι αυτών, δηλαδή ότι η αλιευτική περίοδος των σφουγγαριών άρχιζε κατά τον Απρίλιο, όταν ο καιρός βελτιωνόταν και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο. Οι πληροφορίες αυτές μας δόθηκαν στις 31 Αυγούστου 2008, όταν η ερευνητική ομάδα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων μετέβη στη Σύμη για να αποτίνει φόρο τιμής στους Συμιακούς δύτες του 1900, ένας εκ των οποίων πέθανε και δύο έμειναν παράλυτοι κατά την ενάλια ανασκαφή από την (άγνωστη τότε) ασθένεια των δυτών.                                                              

                                                                ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λυκούδης, Στ. (1950), “Αρχαιολογικά Σημειώματα. Ο περίφημος θησαυρός της νήσου των Αντικυθήρων”. Επιθεώρηση Ήλιος, 345, 563.

Ρεδιάδης, Π. (1903). Άρθρο στον τόμο Σβορώνος. I.N. (1903), “Ὁ Θησαυρὸς τῶν Ἀντικυθήρων”, Beck & Barth, Athens, 44-52.

Allen, M., Ambrisco, W., Anastasiou, M., Bate, D., Bitsakis, Y., Crawley, A., Edmunds, M.G., Gelb, D., Hadland, R., Hockley, P., Jones, A., Malzbender, T., Mangou, H., Moussas, X., Ramsey, A., Seiradakis, J.H., Steele, J.M., Tselikas, A. & Zafeiropoulou M., (2016), “General Preface to the Inscriptions” in Almagest VII, 1.

Almagest (2016), “The Inscriptions of the Antikythera Mechanism”, VII,1.

Dumas, F. (1976) “30 Centuries Under the Sea: Exciting underwater explorations by Jacques Cousteau’s Associates”, Crown Publishers Inc, N.York

Efstathiou, K., Basiakoulis, A., Efstathiou, M., Anastasiou, M. & Seiradakis, J. H. (2012), “Determination of the gears geometrical parameters necessary for the construction of an operational model of the Antikythera Mechanism” Mech. Mach. Theory, 52, 219-231.

Efstathiou, K. & Efstathiou M. (2018), “Celestial gearbox”, ASME, 140, 31-33.

Efstathiou, M., Basiakoulis, A., Efstathiou, K., Anastasiou, M., Boutbaras P. & Seiradakis J.H. (2013), “The Reconstruction of the Antikythera Mechanism” International Journal of Heritage in the Digital Era, 2, 306–334.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, MM., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, M., Crawley, A., Hockley, P., Malzbender, T., Gelb, D., Ambrisco, W.  &  Edmunds, M.G. (2006), “Decoding the ancient Greek astronomical calculator known as the Antikythera Mechanism”, Nature, 444, 587–91.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, M., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, A., Crawley, A., Hockley, P., 34. Freeth, T., Jones, A., Steele, J. M. & Bitsakis, Y. (2008) “Calendars with Olympiad display and eclipse prediction on the Antikythera Mechanism” Nature, 454, 614-617.

Goode, Samuel (1875), “Mance’s Heliograph, or Sun-Telegraph”, The Journal of the Royal United Service Institution, 19, 533-548.

Iversen P. (2017) “The calendar of the Antikythera Mechanism and the Corinthian family of calendars” Hesperia, 86, 129-203.

Jones, A. (2017), A Portable Cosmos (Oxford Univ. Press, New York).

Rehm, A. (1905) “Meteorologische Instrumente der Alten” (unpublished manuscript), Bayerische Staatsbibliothek, Rehmiana III/7.

Seiradakis, J.H. & Edmunds, M.G. (2018), “Our current knowledge of the Antikythera Mechanism” Nature Astronomy, 2, 35–42.

De Solla Price, D. (1959), “An Ancient Greek Computer”, Scientific American, June 1959, 60-67.

de Solla Price, D. (1974), “Gears from the Greeks: The Antikythera Mechanism – A calendar computer from ca. 80 BC”. American Philosophical Society, Transactions, N.S., 64.7.

Theophanidis, I. (“Jean Théophanidis“) (1934), “Sur l‘instrument en cuivre dont les fragments

se trouvent au Musée Archéologique d‘Athènes et qui fut retiré du fond de la mer

d‘Anticythère en 1902“, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 9, 140-149.

Tselekas, P.  (2012), “The coins” in The Antikythera Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism — Exhibition Catalogue (eds Kaltsas, N., Vlachogianni, E. & Bouyia, P.) 216-226 (National Archaeological Museum, Athens).

Wright, M.T., Bromley, A.G., Mangou, H. (1995), “Simple X-Ray Tomography and the Antikythera Mechanism”, PACT, 45, 531-543.

Wright, M.T., Bromley, A.G. (1997), “Current Work on the Antikythera Mechanism”, Ancient Greek Technology. 1st Inernational Conference. Proceedings, Thessaloniki, 19-25.

Wright, M.T. (2004), “The Scholar, the Mechanic and the Antikythera Mechanism: Complementary Approaches to the Study of an Instrument”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 80, 4-11.

Wright, M.T. (2005), “Counting Months and Years: The Upper Back Dial of the Antikythera Mechanism”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 87, 8-13.

Wright, M. T. (2006), “The Antikythera Mechanism and the Early History of the Moon-Phase Display”, Antiquarian Horology, 29, 319-329.

Wright, M.T. (2011), “The Antikythera Mechanism: Reconstruction as a Medium for Research and Publication”, in Staubermann, K. (ed.), Reconstructions: Recreating Science and Technology of the Past, Edinburgh, 1-20.

Wright, M.T. (2012), “The Front Dial of The Antikythera Mechanism”, Springer Science + Business Media, Dordrecht.

Wright, M. T. (2013), “The Antikythera Mechanism: Compound Gear-Trains for Planetary Indications” in Almagest IV, 2.

Dušan T. Bataković: Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση Βαλκανικών προδιαγραφών

Dušan T. Bataković

  Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση      

  Βαλκανικών προδιαγραφών  

 

Η πρώτη, κατά σειρά, βαλκανική εξέγερση της εποχής των εθνικισμών έλαβε χώρα στη Σερβία. Σε κανένα άλλο σημείο των ευρωπαϊκων κτήσεων της οθωμανικής επικράτειας η κεντρική διοίκηση δεν υπήρξε τόσο αδύναμη και η ξένη επιρροή τόσο ισχυρή, όσο σε αυτή την όμορη με την αυτοκρατορία των Αψβούργων βόρεια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη συμβολή των ποταμών Δούναβη και  Σάβου. Συχνοί πόλεμοι, αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών και τιμωρητικές εκστρατείες κατά μήκος των ρευστών συνόρων ανάμεσα στις δυο αυτοκρατορίες, ενίσχυσαν, εν τέλει, τους δεσμούς μεταξύ των ορθοδόξων Σέρβων, παρά τις διαφορές (πολιτικές είτε κοινωνικές) των καθεστώτων, στα οποία υπάγονταν.¹

Σε ένα πρώϊμο στάδιο, η εξέγερση πραγματοποιήθηκε από χωρικούς εναντίον των τοπικών γενίτσαρων. Ωστόσο, ο εθνικός της χαρακτήρας άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται από το 1805 και κατόπιν, καθώς χρησιμοποίηθηκε, ως σύμβολο, ο θυρεός του μεσαιωνικού βασιλικού οίκου των Νεμάνια (Nemanjić) , ο οποίος μεταξύ των ετών  1166 και 1371 παρήγαγε έντεκα Σέρβους μονάρχες, ενώ οι συνεδριάσεις του πρώτου Κυβερνητικού Συμβουλίου (Praviteljtvujušči sovjet) του 1805, πραγματοποιήθηκαν κάτω από την εικόνα του αυτοκράτορα Στεφάνου Δουσάν (1331-1355) στο  Smederevo, “την πρωτεύουσα των δεσποτών και των αυτοκρατόρων μας”. Οι επίσημες επιστολές και πράξεις του ηγέτη της εξέγερσης, Karađorđe Petrović, ιδρυτή της δυναστείας των  Karađorđević, προς τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές, οι διακηρύξεις καθώς και η αλληλογραφία, την οποία αντάλλαξε με εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, κατέληγαν με τη φράσηστο όνομα σύσσωμου του Σερβικού έθνους”.²

Άποψη του Βελιγραδίου, γερμανικό έγχρωμο χαρακτικό του τέλους του 18ου αιώνα.

Μια αλληλουχία επιτυχιών σε βάρος του τακτικού οθωμανικού στρατού είχε ανυψώσει αισθητά το ηθικό των Σέρβων επαναστατών. Επρόκειτο για τις μάχες του  Ivankovac (1805), του Mišar και του  Deligrad (1806) καθώς και για την κατάληψη του ιδίου του Βελιγραδίου, της σημαντικότερης, δηλαδή, οχυρής θέσης της ευρύτερης περιοχής (Ιανουάριος 1807). Σε μια έκκληση προς τον τσάρο της Ρωσίας, αναφερόταν χαρακτηριστικά πως σε περίπτωση αποστολής ρωσικών ενισχύσεων στα Βαλκάνια, “όλοι οι Σέρβοι της Σερβίας, Βοσνίας, Ερζεγοβίνης, Μαυροβουνίου και Αλβανίας θα ένωναν με ενθουσιασμό τις δυνάμεις τους, συγκροτώντας έναν ισχυρό στρατό 200.000 ανδρών”.³

Ωστόσο, οι παραπάνω πολιτικές διεκδικήσεις στηρίζονταν σε μια αδιάκοπη επαφή και συνεργασία με αντίστοιχες εξεγέρσεις ενάντια στην οθωμανική διοίκηση, τις οποίες είχαν οργανώσει διάφορες Σερβικές φατρίες τόσο στην Ερζεγοβίνη όσο και στο Μαυροβούνιο. Ήδη από καιρό, υπήρχε στρατιωτικός συντονισμός με τον ηγέτη του Μαυροβουνίου, πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου  Petar I Petrović-Njegoš, ο οποίος θεωρούσε τους υπηκόους του ως “ανήκοντες στο έθνος των Σέρβων”.⁴ Την επομένη της ήττας των οθωμανικών στρατευμάτων από τους Μαυροβούνιους το 1796 (μάχες του  Krusi και Martinići), το ημι-αυτόνομο καθεστώς των τελευταίων ενισχύθηκε περαιτέρω, με προοπτικές ακόμη πιο δυναμικής και σημαίνουσας συμμετοχής σε μελλοντικά αντι-οθωμανικά κινήματα.

Petar I Petrović-Njegoš, πρίγκιπας-επίσκοπος του Μαυροβουνίου (1748-1830).

Κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης στη Σερβία, το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο, εν μέρει εξαιτίας της εμπλοκής Ρώσων απεσταλμένων, παρέμεινε, σε γενικές γραμμές, αδρανές. Παρά ταύτα, μια αλυσίδα από ξεσηκωμούς τοπικής εμβέλειας παρατηρήθηκαν στο σαντζάκι του Novi Pazar, μια στενή λωρίδα γης, η οποία χώριζε το πασαλίκι [πρόκειται για οθωμανική διοικητική διαίρεση, αντίστοιχη της σημερινής περιφέρειας] του Βελιγραδίου από τα βουνά του Μαυροβουνίου. Στα όπλα προσέφυγαν και φατρίες Σέρβων από τη γειτονική Ερζεγοβίνη (Drobnjaci, Nikšići, Bjelopavlići  και Moračani). Άλλες από το Μαυροβούνιο (Kuči και Piperi) και από την ορεινή Αλβανία (Klimenti ή Kelmendi) ξεσηκώθηκαν, με στόχο να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αυτονομία έναντι της κεντρικής εξουσίας. Στο διοικούμενο με σιδηρά πυγμή από τοπικούς Αλβανούς πασάδες Κοσσυφοπέδιο, παρατηρήθηκαν σημεία αναταραχής στις τάξεις του εκεί Σερβικού πληθυσμού, ένα μέρος του οποίου έσπευσε να επανδρώσει τις δυνάμεις του Karađorđe.

Ήδη από το 1804, είχαν ξεκινήσει στην Ερζεγοβίνη οι επιθέσεις εναντίον της υπό οθωμανικό έλεγχο πόλης Podgorica από την φατρία των Drobnjaci. Ένα χρόνο αργότερα, το 1805, η κατάσταση εξελίχθηκε σε εξέγερση διαρκείας, η οποία ανακόπηκε μόνο όταν οι οθωμανικές αρχές της περιοχής συνέλαβαν ως ομήρους, μέλη των οικογενειών της συγκεκριμένης φατρίας.⁶ Σε προκήρυξη, που απέστειλε το 1806 προς τους εξεγερθέντες της Ερζεγοβίνης, ο Karađorđe τους καλούσε να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δικές του “για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, για την απελευθέρωση της μητέρας πατρίδας”. Ταυτόχρονα, σε επιστολή του προς τον πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου, έκανε λόγο για συγκρότηση ενός κοινού κράτους, με διακριτικό γνώρισμα την ορθόδοξη πίστη και το Σερβικό αίμα. Τους παρότρυνε να γίνουν μαζί με τους Σέρβους “ένα σώμα, μια καρδιά και μια ψυχή”.⁷ Ανταποκρινόμενα στην έκκληση, τα στρατεύματα του Μαυροβουνίου προσέβαλαν μια σειρά από οθωμανικά οχυρά κατά μήκος της μεθορίου μεταξύ Σερβίας και Μαυροβουνίου. Η πολυπόθητη ένωση δεν κατόρθωσε τελικά να επιτευχθεί υπό ευνοϊκές συνθήκες, δηλαδή ενόσω διαρκούσε η προέλαση του Karađorđe στο γειτονικό σαντζάκι του Novi Bazar το 1809. Η αιφνιδιαστική, τότε, εκδήλωση επίθεσης από τους Οθωμανούς στο νότιο μέτωπο, ανάγκασε τους Σέρβους να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από εκεί.

Το όραμα των Σέρβων επαναστατών, μείγμα σύγχρονου ρεαλισμού και ρομαντικού παρορμητισμού με ιστορικές καταβολές, προσέβλεπε στην ανασύσταση του μεσαιωνικού Σερβικού κράτους, το οποίο είχε σταδιακά πάψει να υφίσταται έπειτα από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389). Ο Jovan Rajić, κύριος εκφραστής της ιστορικής μοναστικής παράδοσης, είχε επιλέξει ως πρότυπο την αυτοκρατορία του Στεφάνου Δουσάν, παρά το ότι το κέντρο της τελευταίας βρισκόταν νοτιότερα, μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων. Το τετράτομο έργο του Rajić “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”, που δημοσιεύθηκε μεταξύ των ετών 1794 και 1795 στη Βιέννη, εξελίχθηκε σε πραγματικό πυλώνα της Σερβικής εθνικής ιδεολογίας των αρχών του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1806, προερχόμενη από έναν Οθωμανό κρατούμενο σε Σερβική

Ο Jovan Rajić (1726-1801).
Η τετράτομη “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

φυλακή, το διακύβευμα για τους εξεγερθέντες είχε ως ακολούθως: «Όπως κάποτε ο βασιλέας [πρίγκιπας] Λάζαρος μετέβη στο Κοσσυφοπέδιο [το 1389, προκειμένου να αναμετρηθεί με τους Οθωμανούς], έτσι όλοι οι Σέρβοι θα επανέλθουν εκ νέου στην ίδια περιοχή. Κάνουν συνεχώς χρήση βιβλίων σχετικών με την ιστορία τους [πρόκειται για την Ιστορία του Jovan Rajić] και ειδικότερα εκείνη του προαναφερθέντα βασιλέα [πρίγκιπα Λαζάρου], που στο νου τους αποτελεί πηγή έμπνευσης και προτροπής για εξέγερση”.⁸

Οι επαναστάτες χωρικοί στερούνταν ισχυρής πνευματικής καθοδήγησης. Ο κυριότερος ιδεολόγος, στην περίπτωση, ήταν ο ιερέας  Matija Nenadović, άτομο, το οποίο διακατεχόταν από Σερβικές μεσαιωνικές παραδόσεις. Το παραπάνω κενό καλύφθηκε από πολιτική υποστήριξη, προερχόμενη από την πεφωτισμένη Σερβική διανόηση της γειτονικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ήδη από το 1790, οι Σέρβοι κάτοικοι των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (πρόκειται για τη σημερινή Vojvodina), θεωρούσαν υποχρέωση να παρέχουν πολιτική και ιδεολογική υποστήριξη σε ολόκληρο το Σερβικό εθνικό κίνημα, με σημαία τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν δε τόσο ενθουσιώδης η συστράτευσή τους, ώστε προκάλεσε εύλογο προβληματισμό στις Αυστριακές τοπικές αρχές. Οι μυστικοί δεσμοί παγιώθηκαν εκατέρωθεν των συνόρων μέχρι σημείου προμήθειας οπλισμού και πολεμοφοδίων, με σκοπό την ενίσχυση της επανάστασης. Υφιστάμενοι, με τη σειρά τους, τις καταπιεστικές πρακτικές της διοίκησης των Αψβούργων, οι Σέρβοι της νοτίου Ουγγαρίας όχι μόνο επικρότησαν την εξέγερση, αλλά άρχισαν να συνδέουν το δικό τους μέλλον με την προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου Σερβικού κράτους.⁹

Dositej Obradović (1739-1811).

Ο επονομαζόμενος “Σέρβος Βολταίρος” ποιητής Dositej Obradović, συνέθεσε μια ωδή, η οποία έμελλε να χρησιμεύσει ως ύμνος των επαναστατών: “Σήκω Σερβία/ αγαπημένη μητέρα όλων μας/ για να ξαναγίνεις αυτό που υπήρξες κάποτε/ τα τέκνα σου κλαίνε για σένα/ πολεμούν γενναία για σένα”.¹º Παρακάτω στο ίδιο ποίημα, ο Obradović επισημαίνει πως η εξέγερση των Σέρβων αναπτέρωσε τις ελπίδες για απελευθέρωση της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου “και άλλων γειτονικών περιοχών, θαλασσών και νήσων”. Την ίδια στιγμή που επικαλούνταν το μεσαιωνικό κράτος του Στεφάνου Ντουσάν, οι Σέρβοι διανοούμενοι σχεδίαζαν νέες εδαφικές διεκδικήσεις, με γνώμονα τη σύγχρονη, για την εποχή εκείνη, αντίληψη της εθνικής ταυτότητας, που συνεπαγόταν εννιαία γλώσσα καθώς και κοινές θρησκευτικές, πολιτισμικές και ιστορικές καταβολές και παραδόσεις. Όμως, πρώτος ο Obradović αναγνώρισε ως κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα εθνικής ταυτότητας τη γλώσσα, που, με τη σειρά της, ήταν σε θέση να σφυρηλατήσει θρησκευτικούς δεσμούς. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε, “η επικράτεια, όπου η Σερβική γλώσσα χρησιμοποιείται, δεν είναι μικρότερη  από εκείνη της Γαλλίας ή της Αγγλίας, στο ποσοστό που μπορεί κανείς να παραβλέψει ορισμένες ανεπαίσθητες διαφορές σε επίπεδο προφοράς. Ανάλογες διαφορές εντοπίζονται σε όλες τις υπόλοιπες γλώσσες […] Οσάκις αναφέρομαι σε πληθυσμούς, οι οποίοι κατοικούν στα συγκεκριμένα βασίλεια και στις συγκεκριμένες επαρχίες, εννοώ τα μέλη της Ελληνικής και της Λατινικής Εκκλησίας δίχως να εξαιρώ ακόμα και Τούρκους [Βόσνιους Μουσουλμάνους]  της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, στο ποσοστό που το θρήσκευμα και η πίστη μπορούν να αλλάξουν.Όμως η φυλή και η γλώσσα ουδέποτε μπορούν.¹¹

Στο ίδιο πάντοτε πνεύμα, ο κόμης  Sava Tekelija, ευκατάστατος Σέρβος προύχοντας από την Ουγγαρία, δημοσίευσε το 1805 στη Βιέννη, σε 2000 αντίτυπα, έναν “Γεωγραφικό χάρτη της Σερβίας, Βοσνίας, Ντουμπρόβνικ, Μαυροβουνίου και όμορων περιοχών”. Τα πρώτα 500 είχαν ως αποδέκτες τους ηγέτες της εξέγερσης μέσα στην ίδια τη Σερβία. Μάλιστα, ο Tekelija στράφηκε και προς τους Αυστριακούς και Γάλλους κυβερνώντες (παρά το γεγονός ότι ως φυσικός σύμμαχος των Σέρβων εθεωρείτο ανέκαθεν η τσαρική Ρωσία) και ζήτησε τη συνδρομή τους για μια ανασύσταση ενός Σερβικού κράτους, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυρήνας μιας ακόμη πιο διευρυμένης πολιτικής οντότητας. Σε υπόμνημα, που απέστειλε το 1804 προς τον μόλις ενθρονισθέντα αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄, πρότεινε την ίδρυση ενός αχανούς βασιλείου της Ιλλυρίας, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στο σύνολο σχεδόν των Σερβικών και γενικότερα Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής. Ανάλογη πρόταση απηύθυνε, ένα χρόνο αργότερα, προς τον αυτοκράτορα των Αψβούργων Φραγκίσκο Α΄.¹²

Η Σερβία του Karađorđe το 1809.

Πάντοτε σύμφωνα με τον Tekelija, το περίφημο αυτό βασίλειο της Ιλλυρίας, απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από Σέρβους, ως την κυρίαρχη σλαβική εθνότητα στα Βαλκάνια, θα ήταν σε θέση να συμβάλλει στη εν γένει σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Εκτεινόμενο από την Αδριατική έως τη Μαύρη Θάλασσα, θα λειτουργούσε ως ανάχωμα έναντι του Ρωσικού και του Αυστριακού επεκτατισμού. Συνεπώς η Ευρώπη όφειλε να εγγυηθεί “τη σημαίνουσα θέση και την επιτυχή συνέχειαενός έθνους, που διέθετε όλες τις προδιαγραφές προκειμένου να προσφέρει αυτή την σταθερότητα. “Σήμερα”, ανέφερε ο Tekelija στο υπόμνημά του προς τον Ναπολέοντα Α΄, “ένα τέτοιο έθνος έχει εξεγερθεί, αποτινάσσοντας τον ζυγό, τον οποίο ουδέποτε, πλέον, είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί εκ νέου για οποιοδήποτε λόγο. Πρόκειται για ένα Σερβικό έθνος, στο ποσοστό που περιοριστεί κάποιος μόνο σε όσους κατοικούν εντός της Σερβικής επικράτειας […] Όταν, όμως, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας, ενώσει σε ένα ευρύ βασίλειο της Ιλλυρίας τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, τη Δαλματία, την Κροατία, τη Σλοβενία, το Μαυροβούνιο, τη Μακεδονία, την Αλβανία, το Ντουμπρόβνικ και τις επαρχίες της Ουγγαρίας, όπου κατοικούν Σερβικοί πληθυσμοί, με τη Σερβία, τότε, το εν λόγω βασίλειο θα αποτελεί ισχυρό ανάχωμα ενάντια στις χώρες εκείνες, και συγκεκριμένα στην Αυστρία και στη Ρωσία, οι οποίες θα επιχειρούσαν να επιβάλλουν τη δική τους κυριαρχία στα Βαλκάνια”. Πάντως, στο αντίστοιχο υπόμνημα προς τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Α΄, ο κόμηςTekelija κάνει ονομαστική αναφορά μόνο στη Ρωσία, ως εν δυνάμει απειλή στη χερσόνησο των Βαλκανίων, για λόγους ευνόητους.¹³

Όσο και αν στερούνται ρεαλισμού, οι παραπάνω φιλοδοξίες δεν είναι απλά σχέδια με ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο. Πολύ γρήγορα η σημασία τους επαληθεύθηκε από την αναστάτωση, η οποία εκδηλώθηκε στις τάξεις των Σέρβων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και εκείνης των Αψβούργων. Σύμφωνα με Γαλλικές εκθέσεις, ήδη από το 1805 ακούγονταν στη Δαλματία τραγούδια για τον “ήρωα-ελευθερωτή” Karađorđe, ακριβώς εκεί όπου η ίδια η έννοια της ελευθερίας ταυτιζόταν με το πρόσωπό του. Η απήχηση της εξέγερσης των Σέρβων υπήρξε τεράστια, από άκρη σε άκρη των Βαλκανίων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια του πασαλικίου του Βελιγραδίου, όπου είχε εκδηλωθεί. Η συγκίνηση μεταφέρθηκε και μεταξύ των Σέρβων κατοίκων των νοτίων επαρχιών της Ουγγαρίας, όπως και μεταξύ των Σέρβων στρατιωτών των παραμεθορίων ευρωπαϊκών κτήσεων (Vojna Krajina, Vojna Granica)  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά μήκος του Σάβου ποταμού γύρω από τη Βοσνία και τη Δαλματία.

Το χωριό Orašac, όπου στις 14 Φεβρουαρίου 1804 εκδηλώθηκε η εξέγερση με την ανάθεση της ηγεσίας στον Karađorđe Petrović.

Οι Αυστριακές αρχές κατέγραψαν πολλές περιπτώσεις Σέρβων αγροτών, στρατιωτικών, ιερέων, δασκάλων και δικηγόρων, κατοίκων των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι οποίοι διέσχισαν τα σύνορα προκειμένου να ενταχθούν στις δυνάμεις των επαναστατών. Ορισμένοι, μάλιστα, από αυτούς στελέχωσαν τα ανώτατα κλιμάκια της εξέγερσης. Πρώτος, κατά σειρά, υπουργός Παιδείας ανέλαβε ο Dositej Obradović, εξέχουσα φυσιογνωμία του Σερβικού Διαφωτισμού. Από τη δική τους πλευρά, διαθέτοντας και την σιωπηρή ανοχή των τοπικών αρχών κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης, Σέρβοι έμποροι των όμορων επαρχιών της Αυστρίας (Srem, Banat, Bačka), δεν έχαναν ευκαιρία να εφοδιάζουν τους επαναστάτες με πολεμοφόδια και οπλισμό. Ιθύνων νους και συντονιστής της όλης προσπάθειας οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης των δυνάμεων του Karađorđe ήταν ο Stevan Stratimirović, πνευματικός ηγέτης των Σέρβων της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Στον απόηχο των αρχικών επιτυχιών στο πεδίο των εχθροπραξιών, ένας κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος αριθμός πεπειραμένων Σέρβων αξιωματικών και στρατιωτών, που υπηρετούσαν στις τάξεις του Αυστριακού στρατού άρχισε, με τη σειρά του, να καταφθάνει στην επαναστατημένη Σερβία. Μεγάλος προβληματισμός κατέλαβε τη διοίκηση των Αψβούργων. Τον Απρίλιο του 1807, ο στρατιωτικός διοικητής του Ζάγκρεμπ ανέφερε πως οι ειδήσεις, σχετικά με την εξέλιξη της εξέγερσης, που μετέφεραν Ορθόδοξοι Χριστιανοί (δηλ. Σέρβοι), είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρο τον πληθυσμό της περιφέρειάς του. Ο τελευταίος έδειχνε να δελεάζεται από την ελευθερία, της οποίας έχαιραν, πλέον, οι επαναστάτες.¹⁴ Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των προσχωρήσεων στις τάξεις των Σέρβων έφθανε τους 515 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων 188 με προέλευση μονάδες του Αυστριακού τακτικού στρατού. Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν όλοι όσοι είχαν διασχίσει τα σύνορα προερχόμενοι και από άλλες περιοχές, όπως λ.χ. η Δαλματία.¹⁵

Ο άμεσος αντίκτυπος στη σημερινή Βοϊβοντίνα, ήταν δυο μικρής διάρκειας εξεγέρσεις χωρικών  το 1807 και 1808. Αμφότερες προσέβλεπαν σε εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Λίγο νωρίτερα, οι επίδοξοι επαναστάτες είχαν ενημερώσει, στέλνοντας υπόμνημα, τον Ρώσο αυτοκράτορα για την πρόθεσή τους να ξεσηκωθούν “ενάντια στον Γερμανικό [Αυστριακό] ζυγό”. Το αρχηγείο τους κοσμούσε ένας από τους χάρτες του Sava Tekelija [βλ. παραπάνω], όπου διαφαίνονταν όλα τα εδάφη εκείνα, τα οποία έπρεπε να ελευθερωθούν και να ενωθούν με τη Σερβία.

Μεγάλος υπήρξε ο αντίκτυπος της επανάστασης και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου, σύμφωνα με στατιστικές, ο αριθμός των εξεγερθέντων Σέρβων Ορθοδόξων ξεπερνούσε ακόμη και αυτόν των ομολόγων τους μέσα στην ίδια τη Σερβία.¹⁶ Μυστικές επαφές είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1803 στο Σεράγεβο, με αντικείμενο την ανάληψη κοινής δράσης. Το καλοκαίρι του 1804, τραγούδια, που εξυμνούσαν τα ανδραγαθήματα του Karađorđe, ακούγονταν από άκρη σε άκρη μέσα σε ολόκληρη τη Βοσνία. Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός εθελοντών διέσχιζε ακατάπαυστα τα σύνορα με τη Σερβία. Η είδηση της επικράτησης 12.000 Σέρβων ενάντια σε 20.000 πάνοπλους Οθωμανούς στη μάχη του Mišar το 1806, δημιούργησε, μεταξύ των Σέρβων της Βοσνίας, βάσιμες ελπίδες πως το καθεστώς του Karađorđe επρόκειτο σύντομα να υποκαταστήσει την Οθωμανική διοίκηση της Βοσνίας. Ενδεικτικά είναι τα όσα έγραψε την ίδια χρονιά ένας ιερομόναχος από το Prijedor: “Υπέμενα καρτερικά τον Τουρκικό ζυγό, με την ελπίδα πως ο Karađorđe θα μας απελευθέρωνε και θα μας έθετε υπό την προστασία του”.¹⁷ Η εξέγερση των Σέρβων λειτουργούσε ως έναυσμα για την άμυνα των Σέρβων της Βοσνίας ενάντια στην Μουσουλμανική βία.¹⁸

Δυο, μικρού βεληνεκούς, εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν τελικά στη Βοσνία. Αμφότερες κατεστάλησαν από τις τοπικές αρχές, με τη χρήση μονάδων του τακτικού Οθωμανικού στρατού. Η πρώτη από αυτές ξέσπασε το 1807 ανατολικά, κατά μήκος του ποταμού Δρίνου, ο οποίος αποτελεί και το φυσικό σύνορο με τη Σερβία. Η δεύτερη, πιο αξιόλογη, έλαβε χώρα το 1809 στην Κράϊνα.¹⁹

Η μάχη του Mišar (12–15 Αυγούστου 1806), πίνακας του Afanasij Scheloumoff.

Οι Σέρβοι ηγέτες, στερούμενοι στρατιωτικής υποστήριξης έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης του Πρεσβούργου (Δεκέμβριος 1805), στράφηκαν προς άλλους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, προς αναζήτηση βοήθειας στον αγώνα τους κατά των Οθωμανών. Η παραπάνω μεταστροφή αποφασίστηκε από τη Συνέλευσή τους, που ως έδρα είχε το Smederevo. Κατόπιν τούτου, αναταράξεις παρατηρήθηκαν σε διάφορες περιοχές κατοικούμενες από Σλάβους της Μακεδονίας. Στη Βουλγαρία, ειδικότερα στις όμορες επαρχίες, κατά μήκος του Δούναβη με τη Σερβία (Βιδίνιο και  Belogradčik) ξέσπασαν προσωρινές εξεγέρσεις φιλειρηνικών, έως τότε, χωρικών. Το ίδιο έτος (1805), ο Έλληνας οπλαρχηγός Νικοτσάρας διέσχισε με το ένοπλο σώμα του ολόκληρη, σχεδόν, τη Βαλκανική, από τον Όλυμπο έως τον Δούναβη, προκειμένου να ενωθεί με τις δυνάμεις του Karađorđe. Σύμφωνα με εκθέσεις του προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, οι Οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε αθρόες συλλήψεις Ελλήνων και Σλάβων, με την υποψία και μόνο ότι παρείχαν υποστήριξη προς τους Σέρβους επαναστάτες.²º

Υπολογίζεται πως εντός του 1806, 5000 ένοπλοι Βούλγαροι είχαν την πρόθεση να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Από τους 4000, που διέσχισαν τελικά τα σύνορα την επόμενη χρονιά, οι 800 ενώθηκαν αμέσως με τον στρατό του Karađorđe. Πέρα από τους τελευταίους, στις τάξεις των Σέρβων επαναστατών καταγράφηκε παρουσία Ελλήνων και Βλάχων, οι οποίοι, νωρίτερα, είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Ρώσων εναντίον των Οθωμανών. Σε αρκετές περιπτώσεις, έφτασαν από τη Ρουμανία εκκλήσεις για αποστολή βοήθειας κατά των Οθωμανικών αρχών, ενώ το παράδειγμα των Σέρβων ενέπνευσε πολλαπλώς τον εκκολαπτόμενο αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Ο πρώτος ιστορικός της Σερβικής εξέγερσης ήταν ο ελληνικής καταγωγής Τριαντάφυλλος Δούκας, ο οποίος, το 1807, δημοσίευσε στη Βουδαπέστη ένα βιβλίο με τίτλο :“Ιστορία των Σερβο-Σλάβων”.

O Karađorđe, απογοητευμένος αφενός από τους δισταγμούς των Αυστριακών και αφετέρου από την προσπάθεια των Ρώσων να θέσουν την εξέγερση αποκλειστικά υπό τον δικό τους έλεγχο, έστρεψε τις ελπίδες του προς την κατεύθυνση μιας πιθανής συμμαχίας με τη Γαλλία. Είναι αλήθεια πως οι Γάλλοι θεωρούσαν τη Βοσνία ως κατεξοχήν κομβικό σημείο για τη διακίνηση των δικών τους αγαθών προς τη Μικρά Ασία, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο ηπειρωτικός αποκλεισμός. Αντίθετα, μια Σερβία υπό Ρωσικό έλεγχο συνιστούσε απειλή για τα συμφέροντά τους. Το 1809, αφότου οι Σέρβοι επαναστάτες εισέπραξαν βαριές απώλειες σε όλα τα μέτωπα, ο  Karađorđe κάλεσε τον Ναπολέοντα να εισέλθει στο Šabac (Σερβική κωμόπολη κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία) συνοδευόμενος από τα στρατεύματά του, ώστε να μπορέσουν να δρομολογηθούν διαπραγματεύσεις με την Υψηλή Πύλη.

 

Karađorđe Petrović (1762-1817).
Janko Popović (1779–1833) εκ των πρωτεργατών της εξέγερσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1810, ο Σέρβος ηγέτης εισηγήθηκε προς τον Ναπολέοντα μέσω του ειδικού απεσταλμένου του στο Παρίσι, λοχαγού Rade Vučinić, την ένωση της Σερβίας με τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, τις επαρχίες της Ιλλυρίας από τη Λιουμπλιάνα έως το Ντουμπρόβνικ (συμπεριλαμβανομένης της Δαλματίας μαζί με το Ντουμπρόβνικ καθώς και τμημάτων της Κροατίας και της Σλοβενίας). Θέση μεταξύ των διεκδικήσεών του είχαν και σερβοκατοικημένες επαρχίες της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (Banat, Srem, Σλαβονία). Τα πάντα υπό την προστασία της Γαλλίας. Ο Ναπολέων ήταν αδύνατο να συναινέσει σε μια παρόμοια προοπτική, που έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα της συμμάχου του Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να προτρέψει τον πρόξενο της Γαλλίας στο Βουκουρέστι να συνεργαστεί διακριτικά με τους Σέρβους. Η πρόταση του Karađorđe, παρά το ανέφικτο του περιεχομένου της, αποδεικνύει πως μια υποστήριξη από πλευράς Γαλλίας, αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο για απαλλαγή από την επιρροή της Ρωσίας και της Αυστρίας. Από τη δική του πλευρά, ωστόσο, ο Γάλλος αυτοκράτορας εκλάμβανε την εξέγερση των Σέρβων ως μοχλό για την διάδωση της Ρωσικής επιρροής στη Βαλκανική. Ίσως γι αυτό και αναδιοργάνωσε τις Γαλλικές κτήσεις στη Δαλματία, την Κράϊνα και τη Σλοβενία σε επαρχίες της Ιλλυρίας (1809-1814), με απώτερο σκοπό να αντικρούσει τη Σερβική επανάσταση.²¹

Απογοητευμένοι από τις εξελίξεις, οι Σέρβοι αναγκάστηκαν να στραφούν εκ νέου προς τη Ρωσία. Η εναλλακτική λύση μιας ενδεχόμενης συμμαχίας με την Αυστρία ήταν από μόνη της θνησιγενής, καθότι για πολλούς και ποικίλους λόγους, η Σερβία βρισκόταν στρατιωτικά  σε θέση εξάρτησης από τους Ρώσους. Εγκαταλειμμένοι ακόμα και από τους τελευταίους μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, οι Σέρβοι, αν και έτοιμοι να αποδεχθούν ένα ημι-αυτόνομο καθεστώς ανάλογο με εκείνο της Μολδαβίας και της Βλαχίας, απέρριψαν τελικά την πρόταση που τους υποβλήθηκε και η οποία έκανε λόγο για ακόμα πιο περιορισμένη αυτονομία: “Δεν αναγνωρίζουμε τις διατάξεις της [Οθωμανικής] Συνθήκης με τη Ρωσία [Συνθήκη του Βουκουρεστίου]. Διεκδικούμε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους και δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε οποιασδήποτε μορφής άλλη λύση”.²²

Το φθινόπωρο του 1813, στερούμενη όποιας ξένης υποστήριξης, η Σερβική εξέγερση καταπνίγηκε βάρβαρα από τον τακτικό Οθωμανικό στρατό. Συμπιεσμένη ανάμεσα στη γενική αδιαφορία των ευρωπαϊκών χωρών και την αίγλη των Ναπολεοντίων πολέμων, η ιστορική της σημασία είναι πολυδιάστατη. Για τα έθνη της Βαλκανικής, αρχής γενομένης από τους Έλληνες και τους Νοτιοσλάβους, επρόκειτο για μια Γαλλική επανάσταση, προσαρμοσμένη σε τοπικές προδιαγραφές. Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας ερχόταν σε αντιδιαστολή με εκείνη της νομιμοποίησης. Μια νέα μορφή κοινωνίας αναδείχθηκε παντού όπου, ελλείψει αριστοκρατίας και ανεπτυγμένης μεσαίας τάξης, η ισονομία μεταξύ ελεύθερων χωρικών συνέπιπτε με εκκολαπτόμενες διεκδικήσεις ενός σύγχρονου, για την εποχή, έθνους. Οι μακροχρόνιες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή, επέτρεψαν στον έγκριτο Γερμανό ιστορικό Leopold von Ranke, να κάνει χρήση του όρου “Σερβική Επανάσταση”, αντιπαραβάλλοντας την τελευταία με την ομώνυμη Γαλλική.²³

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957-Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβυς της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. G. Yakchitch, L’ Europe et la resurrection de la Serbie (1804-1834), Paris: Hachette 1917, σσ. 7-35; D. Djordjevic, Les revolutions nationals des peoples balkaniques 1804-1914, Belgrade, Institut d’histoire  1965, σσ. 23-38, W. S. Vucinich (ed.), The First Serbian Uprising 1804-1813, Boulder-New York: Columbia University Press 1982.

[2]  R. Perović, Prvi srpski ustanak; Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, (1804-1808), Beograd: Narodna knjiga 1978, σσ. 124, 125, 149.

[3]   M.  Djordjević, Oslobodilački rat srpskih ustanika 1804-1806, Beograd: Vojnoizdavački zavod 1967

[4]   J. M. Milović, “Titule vladike Petrovića’, Istorijski zapisi, vol. LX  (1), Titograd 1987, σ. 57.

[5]  D. T. Bataković, The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato 1992, σσ.42-45.

[6]  A. Aličić, « Ustanak u Drobnjacima 1805. godine »,  Godišnjak društva istoričara BiH,  vol. XIX, Sarajevo 1973, σσ. 51-54.

[7]  R. Perović, Prvi srpski ustanak. Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, 1804-1808, σσ. 175-177.

[8]  R. Tričković, «Pismo travničkog vezira iz 1806. godine», Politika, Beograd,  21. 02.  1965.

[9]  A. Ivić, Spisi bečkih arhiva o Prvom srpskom ustanku, vol. III, BeogradČ Srpska kraljevska akademija 1937, σ. 349.

[10]  J. Mitrović,  Istorija Srba, Beograd: Privatno izdanje 1993

[11]  D. Obradovic, “Letter to Haralampije.” The Life and Adventures of Dimitrije Obradovic. Ed. and transl. G. R. Noyes. Berkeley, Los Angeles: University of California Press, 1953, σ. 135.

[12]  S. Tekelija, Opisanije života, Beograd: Prosveta 1966, σσ. 171-187, 379-396.

[13]  S. Gavrilović, Vojvodina i Srbija u vreme prvog srpskog ustanka,  Novi Sad: Institut za istoriju 1974 σσ.20-24.

[14] F. Šišić, «Karadjordje, Južni Sloveni i Napoleonova Ilirija», in: Karadjordje, Beograd: Geca Kon 1923, σσ. 55-56.

[15] Ibid.

[16]  Ο M. Ekmečić επικαλείται στατιστικές, οι οποίες εκτιμούν τον συνολικό πληθυσμό της Βοσνίας σε 1,3 εκατομ. κατοίκους (M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, Beograd: Prosveta 1989,  σ. 77. )

[17] J. Tošković, Odnosi izmedju Bosne i Srbije 1804-1806 i boj na Mišaru, Subotica 1927, σ. 72.

[18] M. Šamić, Francuski putnici o Bosni na pragu XIX stoljeća i njihovi utisci o njoj, Sarajevo: Svjetlost 1966,  σ. 206.

[19]  V. Čubrilović, Prvi srpski ustanak i bosanski Srbi, Beograd: Geca Kon 1939, σσ. 115-125. 

[20]  C. A. Vacalopoulos, La Macédoine vue  en début du XIX siècle par les consuls Européens de Thessalonique, Thessalonique: Institut des eétudes balkaniques 1980, σ. 65.

[21]  Cf. D. Roksandić, Vojna Hrvatska La Croatie militaire. Krajiško društvo u Francuskom carstvu (1809-1813), vol. I, Zagreb : Školska knjiga 1988, σσ. 151-153.

[22]  S. Hadžihuseinović-Muvvekit, Tarih-i Bosna, quoted in : M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, σ. 157.

[23] Leopold von Ranke, A history of Servia and the Servian Revolution. Translated by Mrs. Alexander Kerr.New York, Da Capo Press, 1973.

                            

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

  • Savremenici o Kosovu i Metohiji 1850-1912 (Contemporaries on Kosovo and Metohija 1850-1912), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989.
  • Kolubarska bitka (The Battle of Kolubara 1914), Belgrade: Litera 1989 (with N. B. Popović). 210 p.
  • Kosovo i Metohija u srpskoj istoriji (Kosovo and Metohia in Serbian History), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989, (co-author); German translation: Kosovo und Metochien in der serbischen Geschichte, Lausanne: L’Age d’Homme 1989 (co-author; four chapters); French translation: Le Kosovo-Metohija dans l’histoire serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 1990 (co-author, four chapters).
  • Kosovo i Metohija u srpsko-arbanaškim odnosima (Kosovo and Metohija in Serb-Albanian Relations), Priština: Jedinstvo 1991. (2nd updated edition: Čigoja štampa, Belgrade 2006.) 391 р.
  • The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato Books 1992.
  • La spirale de la haine, Lausanne: L’Age d’Homme 1993 (2nd Edition 1998), 106 p. [3];
  • La Yougoslavie : nations, religions, idéologies, Lausanne: L’Age d’Homme 1994.
  • Bataković, Dušan T. (1996). The Serbs of Bosnia & Herzegovina: History and Politics. Paris: Dialogue.
  • The Serbs and Their National Interest, N. Von Ragenfeld-Feldman & D. T. Batakovic (eds.), San Francisco & Belgrade 1997, 140 p.
  • Cronica de la Kosovo, prefaţă de academician Dan Berindei; Buçuresti: Editura biblioteca bucurestilor 1999, 207 p.
  • Kosovo i Metohija. Istorija i ideologija, (Kosovo and Metohija: History and Ideology), Belgrade: Hrišćanska misao 1998. (2nd updated edition: Belgrade: Čigoja štampa 2006). 469 p.
  • Нова историја српског народа (A New History of the Serbian People), Belgrade: Naš Dom 2000 (co-authors: A. Fotić, M. St. Protić, N. Samardžić); Second updated edition: Belgrade 2002, ; Korean translation: Seoul 2001, ;
  • Histoire du peuple serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 2005. 395 p.
  • Kosovo and Metohija. Living in the Enclave, D. T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, SASA, Belgrade 2007, 314 p.
  • Un conflit sans fin? Lausanne: L’Age d’Homme 2008. 322 p.
  • Kosovo And Metohija. Living in the Enclave (with added multimedia content and original documents) T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, Belgrade 2008. (cd-rom)
  • Istorija za sedmi razred osnovne škole Belgrade, Zavod za udžbenike, 2009, 175 p.
  • La Serbie et la France : une alliance atypique. Les relations politiques, économiques et culturelles,1870-1940 T. Bataković (dir.), Institut des Études Balkaniques, Académie serbe des Sciences et des Arts, Belgrade 2010. 613.p.
  • Косово и Метохия : история и идеология, перевод с сербского Д. Кокотович, Екатеринбург : Издательство Уральского университета, 2014, 399 p.
  • Minorities in the Balkans. State Policy and Inter-Ethnic Relations (1804-2004) T. Bataković (ed.), Belgrade, Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011, 364 p.
  • Serbia’s Kosovo Drama. A Historical Perspective, Belgrade, Čigoja Štampa, 2012, 369 p.
  • Qeveria serbe dhe Esat Pashe Toptani, e perktheu nga anglishtja Maklen Misha, Tirane, Botimet IDK, [2012], 70 p.
  • Les sources françaises de la democratie serbe (1804-1914), Paris, CNRS Editions, 2013, 570 p.
  • A Turbulent Decade.The Serbs in Post-1999 Kosovo, Paris, Dialogue, 2014, 324 p.
  • The Foreign Policy of Serbia (1844-1867). Ilija Garašanin’s Načertanije, Institute for Balkan Studies SASA, Belgrade 2014, 308 p.
  • Christian Heritage of Kosovo and Metohija. Historical and Spiritual Heartland of Serbian People, Chief contributing editor Dušan T. Bataković, Los Angeles: Sebastian Press & Belgrade: Institute for Balkan Studies, 2015, 1007 p.
  • Serbia in the Great War. Anglo-Saxon Testimonies and Historical Analysis. Edited by Dušan T. Bataković, Belgrade: National Library of Serbia 2015, 374 p.
  • Srbija i Balkan. Albanija, Bugarska, Grčka 1914-1918 (Serbia and the Balkans: Albania, Bulgaria, Greece 1914-1918), Prometej-RTS, Novi Sad-Belgrade 2016, 572 р.
  • Dešifrovanje prošlosti. Pisci, svedoci, pojave (Deciphering the Past. Witnesses, Writers, Phenomenons), Čigoja štampa, Belgrade 2016, 436 р.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: http://www.batakovic.com/en/full-story/21/2012/02/22/the-1804-serbian-revolution_-a-balkan-size-french-revolution.html

                           Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Γιάννης Μουρέλος: Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Γιάννης Μουρέλος

Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και πατέρας του κλάδου της Στρατιωτικής Ιστορίας Sir Michael Howard, θεωρεί πως η επιχείρηση “Κιμάς” (Operation Mincemeat) υπήρξε η επιτυχέστερη ενέργεια παραπληροφόρησης εκ μέρους των Συμμάχων, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού του αντιπάλου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, φαντασία, αληθοφάνεια, διορατικότητα, διαίσθηση και άριστη προετοιμασία. Πράγματι, ο εκβρασμός, στις ακτές ενός ουδετέρου κράτους, μιας σορού με ψεύτικη ταυτότητα, φέρουσας, ωστόσο, γνήσια διαβαθμισμένα έγγραφα με παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι μια ιδέα, η οποία δεν στερείται πρωτοτυπίας. Αν και υλοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί η επικείμενη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943, η ιδέα αυτή διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί εν προκειμένῳ.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ ο πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τον πρώτο του μήνα, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Βρετανικού Ναυτικού συνέταξε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα με τον τίτλο Trout (“Πέστροφα”), το οποίο περιέγραφε διάφορες  μεθόδους παραπληροφόρησης των Γερμανών.  Η υπ αριθμόν 28 εισήγηση (“όχι πολύ κομψή”, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν) προέβλεπε την τοποθέτηση παραπλανητικών εγγράφων σε ένα πτώμα, με απώτερο στόχο τα έγγραφα αυτά να περιέλθουν εν γνώσει του αντιπάλου. Αν και ως συντάκτης του υπομνήματος φερόταν ο τότε διευθυντής της υπηρεσίας, υποναύαρχος John Godfrey, πιστεύεται πως αυτό γράφτηκε από έναν υφιστάμενο του τελευταίου, ονόματι Ian Fleming, τον μετέπειτα εμπνευστή και δημιουργό του προσώπου του James Bond. Ως προς την πρόταση αρ. 28, ο πλωτάρχης Ian Fleming δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε εκτεταμένης κλίμακας έρευνες. Ξεσήκωσε την ιδέα από το βιβλίο ενός ειδήμονα στο χώρο των Μυστικών Υπηρεσιών, του Sir Basil Thomson: ένα πτώμα, με περιβολή αεροπόρου, φέροντας έγγραφα στις τσέπες του, θα εκβραζόταν στην ακτή, δήθεν ως απώλεια αλεξιπτώτου, το οποίο δεν είχε ανοίξει. “Γνωρίζω πως δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες, προκειμένου να προμηθευθεί κανείς ένα πτώμα από το ναυτικό Νοσοκομείο, αρκεί, φυσικά, να είναι πρόσφατο”, κατέληγε ο Thomson. Με ελάχιστες παραλλαγές, πρόκειται για τη μέθοδο, η οποία επιλέχθηκε το 1943 για την επιχείρηση “Κιμάς¨.

Πλωτάρχης Ian Fleming.
Sir Basil Thomson.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά και ο ίδιος ο Basil Thomson είχε εμπνευστεί από ενέργειες του παρελθόντος, καθώς η “διαρροή” εγγράφων, με απώτερο αποδέκτη τον εχθρό, υπήρξε μια πρακτική, η οποία γνώρισε ευρεία εφαρμογή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετούς, δε, μήνες πριν από τη δρομολόγηση της επιχείρησης “Κιμάς”, κάτι αντίστοιχο δοκιμάστηκε με αξιομνημόνευτη επιτυχία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, στη μάχη της Alam Halfa, ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα όχημα, το οποίο εγκαταλείφθηκε μπροστά από τις γερμανικές γραμμές. Έφερε έναν χάρτη, στον οποίον επάνω ήταν σημειωμένα, υποτίθεται, όλα τα βρετανικά ναρκοπέδια της περιοχής. Ο χάρτης εκλήφθηκε ως γνήσιος από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να οδηγήσουν τα τεθωρακισμένα κατευθείαν επάνω στην παγίδα, που είχε επιμελώς στηθεί σε βάρος τους. Ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα άλλο επεισόδιο μπορεί να εκληφθεί ως προπομπός της επιχείρησης “Κιμάς”. Ένα αεροσκάφος καθ οδόν προς το Γιβραλτάρ, κατέπεσε στη θάλασσα στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, με αποτέλεσμα  να βρουν τον θάνατο όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ένας  Βρετανός  αξιωματικός και ένας πράκτορας των Ελευθέρων Γάλλων. Ο πρώτος έφερε αυθεντικά έγγραφα προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ και ο δεύτερος ένα σημειωματάριο. Οι δυο σοροί εκβράστηκαν σε μια ακτή κοντά στην πόλη Tarifa και, όπως ήταν επόμενο, της υπόθεσης επιλήφθηκαν οι ισπανικές αρχές. Όταν οι σοροί επαναπατρίστηκαν, έφεραν επάνω τους τα έγγραφα. Έπειτα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο, αποδείχθηκε πως οι επιστολές του Βρετανού είχαν παραμείνει άθικτες. Από άλλες, ωστόσο, πηγές, προέκυψε πως το σημειωματάριο του Γάλλου είχε φωτογραφηθεί από τους Γερμανούς. Η όλη υπόθεση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον σχεδιασμό της επιχείρησης “Κιμάς”, καθώς είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενός δικτύου συνεργασίας ανάμεσα στις ισπανικές αρχές και τις γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες.

                            Α. Σχεδιασμός και προετοιμασία της επιχείρησης “Κιμάς”

Στη Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943), με δεδομένη την τελική υπέρ αυτών έκβαση των επιχειρήσεων στο θέατρο της Βορείου Αφρικής, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ιταλία, αρχής γενομένης από τη νήσο Σικελία. Σε αντιδιαστολή με ό,τι έμελλε να ακολουθήσει, αργότερα, στη Νορμανδία, όπου η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη παράτολμα με γνώμονα τα στοιχεία της ανακολουθίας και του αιφνιδιασμού, η επιλογή της Σικελίας (επιχείρηση Husky) ανταποκρινόταν σε όλους τους κανόνες της λογικής: μικρή απόσταση από τις ακτές της Βορείου Αφρικής, ανεπαρκής άμυνα της νήσου από ιταλικές (κυρίως) μονάδες, σχηματισμός ενός  προγεφυρώματος στο μαλακό υπογάστριο των δυνάμεων του Άξονα με προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης, δημιουργία προϋποθέσεων για ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος και συνακόλουθη αποδέσμευση της Ιταλίας από τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Γερμανίας. Η ρήση του Winston Churchill, έπειτα από το πέρας της Συνδιάσκεψης, είναι χαρακτηριστική ως προς το προβλέψιμο της σχεδιαζόμενης επιχείρησης: «Everyone but a bloody fool would know that it’s Sicily».

Επιχείρηση Husky. Τελική εκδοχή.

Έχοντας αυτή την προοπτική κατά νου, οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων, ικανών να οδηγήσουν σε έναν αποπροσανατολισμό των Γερμανών. Σκοπός ήταν να στραφεί η προσοχή των τελευταίων προς τις δυο εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προσφέρονταν την ίδια στιγμή στους Συμμάχους για τη διάνοιξη ενός επιχειρησιακού θεάτρου στη νότιο Ευρώπη: τη νήσο Σαρδηνία και τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Ήδη από τον Οκτώβριο 1942, ο Charles Cholmondeley, αξιωματικός της RAF, αποσπασμένος στην Υπηρεσία Πληροφοριών, με νωπό ακόμα το επεισόδιο της πτώσης του αεροσκάφους στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, άρχισε να επεξεργάζεται μια παραλλαγή του Trout Memo του Ian Fleming, στην οποία έδωσε το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα Trojan Horse (“Δούρειος Ίππος”). Σύμφωνα με την παραλλαγή αυτή, ένα πτώμα, με τους πνεύμονες γεμάτους νερό και με επίσημα έγγραφα στις τσέπες του, θα ριχνόταν από αέρος στη θάλασσα, με αντικειμενικό στόχο τα έγγραφα να περιέλθουν σε γνώση των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Ο Cholmondeley, έμπειρο στέλεχος της περιβόητης ΜΙ5 (Military Intelligence 5), ανήκε σε μια ενδο-υπηρεσιακή μονάδα, την “Επιτροπή των Είκοσι”, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των διπλών κατασκόπων (πρακτόρων των Γερμανών, που είχαν στο μεταξύ αυτομολήσει και τεθεί στη διάθεση των Βρετανών). Τον μήνα Νοέμβριο, η Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο, ως ανεπαρκές. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι περιείχε αξιοποιήσιμα στοιχεία, και επειδή διέθετε μια σημαντική ναυτική διάσταση, όρισε τον πλωτάρχη Ewen Montagu, ως συνεργάτη του  Cholmondeley, με αποστολή να το επεξεργαστούν από κοινού και να το τελειοποιήσουν. Σε ένα αρχικό στάδιο, η επιχείρηση “Κιμάς” (η επιλογή του συνθηματικού ονόματος οφείλεται στον Montagu), επανήλθε στην   ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των Συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους στα ανοικτά των ακτών ενός ουδετέρου κράτους. Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό, όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Από το σημείο αυτό και πέρα, η όλη προετοιμασία αποτελεί υπόδειγμα σχολαστικής δουλειάς.

Ο Montagu ήρθε σε επικοινωνία με τον διακεκριμένο παθολόγο Sir Bernard Spilsbury, προκειμένου να πληροφορηθεί το είδος του πτώματος, που χρειαζόταν, ούτως ώστε να παραπλανηθούν οι Ισπανοί ιατροδικαστές σχετικά με την αιτία του θανάτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση άκουσε πως για κάποιον ιατροδικαστή, γαλουχημένο με την ιδέα πως ο θάνατος επήλθε από πνιγμό, η αυτοψία σε ένα άψυχο σώμα, ευρισκόμενο σε διαδικασία αποσύνθεσης, δύσκολα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία τον χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς πολλαπλασίαζε, θεωρητικά, τον αριθμό των προσφερόμενων προς επιλογή σορών. Η ευεξία δεν άργησε να μετατραπεί σε απογοήτευση, όταν πληροφορήθηκε από τα χείλη του ιατροδικαστή Bentley Purchase πως η επιχείρηση θα προσέκρουε σε νομικό κώλυμα, καθώς για κάθε υποψήφιο πτώμα, θα έπρεπε, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των συγγενών. Δεν ήταν μόνο αδύνατο να εξηγηθούν οι πραγματικοί λόγοι. Κινδύνευε το ίδιο το απόρρητο της επιχείρησης, καθώς η τελευταία θα εξαρτάτο, πλέον, από την εχεμύθεια των, έστω και μερικώς, ενημερωθέντων συγγενών. Πάντως, ο Purchase δεσμεύτηκε να ξεκινήσει μια έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού, τεχνικά κατάλληλης, και δίχως την ύπαρξη συγγενών, ικανών να τη διεκδικήσουν. Είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, καθώς η επιχείρηση “Κιμάς” βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτικό επίπεδο, δίχως ουδείς να γνωρίζει εάν και πότε επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Οι πάντες, ωστόσο, όφειλαν να τελούν υπό συνεχή ετοιμότητα.

Charles Cholmondeley (αριστερά) και Ewen Montagu.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, οι  Cholmondeley και  Montagu ανέπτυξαν την ολοκληρωμένη μορφή του σχεδίου τους ενώπιον της Επιτροπής των Είκοσι και τη φορά αυτή έτυχαν της έγκρισης της τελευταίας. Το σχέδιο προέβλεπε την τοποθέτηση αυθεντικών εγγράφων σε μια σορό, η οποία θα μεταφερόταν με υποβρύχιο έως τα ανοικτά της πόλης Huelva, λιμένα της νοτιοδυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής οφειλόταν σε πολλαπλούς λόγους. Πρώτος ήταν το είδος των θαλασσίων ρευμάτων, ικανών να μεταφέρουν τη σορό από το υποβρύχιο στην ακτή. Δεύτερος λόγος ήταν η επιβεβαιωμένη, επιτόπου, παρουσία του Adolf Clauss, ενός δραστήριου πράκτορα, στελέχους της Abwehr, της γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Τέλος, στην Huelva υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας ο Francis Haselden, ένας έμπιστος και ικανός διπλωμάτης, στη συνδρομή του οποίου ο Montagu θεωρούσε πως μπορούσε να υπολογίζει. Δίχως χρονοτριβή, η Επιτροπή των Είκοσι διαβίβασε με θετική εισήγηση το σχέδιο στα ανώτερα κλιμάκια της Υπηρεσίας και ο Montagu διατάχθηκε να ξεκινήσει την έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού. Η τελευταία είχε εντοπιστεί ήδη από τις 28 Ιανουαρίου, χάρη στις προσπάθειες του Bentley Purchase. Επρόκειτο για την περίπτωση ενός άστεγου, ονόματι Glyndwr Michael, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει πίνοντας ποντικοφάρμακο, δίχως να έχει αφήσει πίσω του κανένα συγγενή. O Purchase διαβεβαίωσε πως το δηλητήριο δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπιστεί σε ένα σώμα, το οποίο υποτίθεται πως θα έπλεε στη θάλασσα επί πολλές ημέρες. Για τους διενεργούντες την νεκροψία, ο πνιγμός θα ήταν η κυρίαρχη εκδοχή. Δέχθηκε να διατηρήσει τη σορό στο ψυγείο του νεκροθαλάμου, επισημαίνοντας πως έπειτα από την παρέλευση τριών μηνών, η αποσύνθεση θα είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας και το σώμα θα ήταν, πλέον, άχρηστο. Η συγκυρία ήταν, πράγματι, ευτυχής. Δεν απέμενε παρά η σορός του Michael να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα και να σφυρηλατηθεί ένας πειστικός μύθος γύρω από αυτή.

Η σορός του William Martin, κατά κόσμον Glyndwr Michael.

                          Β. Ο “ταγματάρχης William Martin” αναχωρεί για τον πόλεμο

Τόσο το όνομα όσο και ο βαθμός, που επιλέχθηκαν τελικά, είχαν ως σκοπό να καταστήσουν δυσχερή μια αναμενόμενη γερμανική έρευνα ως προς το γνήσιο της (νέας) ταυτότητας της σορού και την αυθεντικότητα των εγγράφων, τα οποία η τελευταία θα έφερε πάνω της. Το όνομα William Martin, ήταν αρκετά κοινό, όχι, όμως, σε σημείο, που να κινεί υποψίες. Ο δε βαθμός του ταγματάρχη, επέτρεπε σε όποιον τον έφερε, να είναι κομιστής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η όλη πλεκτάνη στήθηκε με άξονα δυο καθ όλα πρωτότυπες επιστολές με παραπλανητικό, ωστόσο, περιεχόμενο. Η πρώτη, έφερε την υπογραφή του υποστράτηγου  Archibald Nye, υπαρχηγού του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου. Αποδέκτης ήταν ο στρατηγός  Harold Alexander, ανώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Αφού έθιγε διάφορες (αληθείς) εκκρεμότητες, η επιστολή κατέληγε ως εξής: “Πρόσθετες πληροφορίες θέλουν τους Γερμανούς να ενισχύουν την άμυνά τους στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Το Αυτοκρατορικό Επιτελείο θεωρεί ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαθέσιμες δυνάμεις μας για την απόβαση είναι ανεπαρκείς. Οι Αρχηγοί του Επιτελείου συμφώνησαν πως η 5η Μεραρχία πρέπει να ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία για την απόβαση στις ακτές νοτίως του Ακρωτηρίου Αράξου και πως ανάλογης ενίσχυσης πρέπει να χαίρει η 56η Μεραρχία για την Καλαμάτα”. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου σημείου του εγγράφου άφηνε να εννοηθεί πως οι προετοιμασίες ενόψει μιας Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και ήταν πέρα ως πέρα αναληθές. Επρόκειτο για το δόλωμα της επιχείρησης “Κιμάς”.

Η επιστολή Mountbatten προς Cunningham

Προκειμένου δε να πειστούν οι Γερμανοί ως προς την ταυτότητα του κομιστή του εγγράφου, μέσα στον χαρτοφύλακα (δεμένου με χειροπέδες στο χέρι της σορού), τοποθετήθηκε μια δεύτερη, εξίσου γνήσια με την προηγούμενη, επιστολή του λόρδου Louis Mountbatten, διευθυντή του κλάδου των Ειδικών Επιχειρήσεων, προς το ναύαρχο Andrew Cunningham, διοικητή του Στόλου της Μεσογείου. Ο συντάκτης της επιστολής σύστηνε τον ταγματάρχη Martin ως ειδικό για αμφίβιες επιχειρήσεις και τον έθετε στη διάθεση του ναυάρχου έως ότου η “απόβαση στην Ελλάδα” ολοκληρωθεί. Ήταν, αναμφίβολα, μια προληπτική κίνηση, προκειμένου να μην εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της σορού. Στο τέλος, μάλιστα, της δεύτερης επιστολής, υπήρχε μια χαριτολογία περί σαρδελλών (sardines), που κάλλιστα μπορούσε να εκληφθεί ως καλυμμένη αναφορά στον έτερο υποψήφιο στόχο των Συμμάχων, τη νήσο Σαρδηνία. Με τον τρόπο αυτό, η σύγχυση στις τάξεις των Γερμανών θα ήταν πλήρης. Τέλος, το γνήσιο της υπογραφής και τα δακτυλικά αποτυπώματα των συντακτών πάνω στις δυο επιστολές, καθιστούσαν τις τελευταίες ακόμα πιο αληθοφανείς. Ο Montagu δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις προληπτικές   ενέργειες.  Προχώρησε μέχρι σημείου να κατασκευάσει μια ολόκληρη ιδιωτική ζωή γύρω από τον ταγματάρχη Martin.  Μέσα  στο πορτοφόλι της σορού, τοποθέτησε δυο ερωτικές επιστολές της υποτιθέμενης μνηστής του ταγματάρχη, ονόματι Pam, καθώς και μια φωτογραφία της τελευταίας, η οποία, στην πραγματικότητα, ανήκε σε μια υπάλληλο της ΜΙ5. Πρόσθεσε την απόδειξη αγοράς από ένα κοσμηματοπωλείο της Bond street, ενός δακτυλιδιού αρραβώνων, αξίας 53,10 λιρών. Μέσα στον χαρτοφύλακα, πέραν από τις επίσημες επιστολές υπήρχε και μια τρίτη, γραμμένη από έναν φανταστικό πατέρα, όπου είχε επισυναφθεί μια ειδοποίηση από τον δικηγόρο της οικογένειας για την εξόφληση ενός χρέους ύψους 79,19 λιρών. Ως προς το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, ο Montagu επέλεξε, κατόπιν συμβουλής των ειδικών της ΜΙ5, το είδος εκείνο που ήταν περισσότερο ανθεκτικό στο θαλασσινό νερό. Μέσα στις τσέπες της στολής τοποθετήθηκαν κλειδιά, ένας ασημένιος σταυρός, τσιγάρα, σπίρτα, μια απόδειξη αγοράς πουκαμίσων και ένα εισιτήριο θεατρικής παράστασης με ημερομηνία κοντινή με εκείνη της μεταφοράς της σορού στα ανοικτά των ισπανικών ακτών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ταγματάρχης Martin, έφερε πάνω του και έγγραφα, τα οποία πιστοποιούσαν την ιδιότητά του, συγκεκριμένα μια στρατιωτική ταυτότητα. Την αποστολή επισήμανσης ενός προσώπου, για τη φωτογραφία της ταυτότητας, το οποίο να μοιάζει με εκείνο της σορού, έφερε σε πέρας με επιτυχία ο Cholmondeley. Στις 17 Απριλίου 1943, οι Cholmondeley και Montagu ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, φορώντας τη στολή και το σωσίβιο στη σορό. Κατόπιν τούτου, ο ταγματάρχης William Martin ήταν πανέτοιμος να αναχωρήσει για τον πόλεμο.

Το πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα αεροστεγές μεταλλικό δοχείο, γεμάτο με ξηρό πάγο (στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα σε θερμοκρασία -78,5 βαθμών Κελσίου), προκειμένου να μπορέσει να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς τη Huelva. Το δοχείο έφερε την ένδειξη:“Προσοχή, ευαίσθητο οπτικό υλικό”. Η αρχική σκέψη χρήσης αεροπλάνου εγκαταλείφθηκε νωρίς, εξαιτίας του κινδύνου κατάρριψης, τον οποίον ενείχε. Προκρίθηκε η περισσότερο χρονοβόρα μεταφορά με υποβρύχιο. Το υποβρύχιο Seraph, το οποίο ανέλαβε την αποστολή, κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε δυο φορές επίθεση με βόμβες βυθού. Τα χαράματα της 30ής Απριλίου 1943 αναδύθηκε έξω από τα ανοικτά της Huelva. Ο κυβερνήτης Bill Jewell, αφού διέταξε την εκκένωση του καταστρώματος από το πλήρωμα, με τη βοήθεια των αξιωματικών άνοιξε το δοχείο, ανέγνωσε τον προσήκοντα Ψαλμό και έριξε τη σορό στη θάλασσα. Ο παφλασμός από τον έλικα, έσπρωξε την τελευταία προς την ακτή. Τη συνέχεια ανέλαβαν τα ρεύματα της περιοχής. Η επιχείρηση “Κιμάς”είχε εισέλθει στο αποφασιστικότερο στάδιο, εκείνο της εκτέλεσης, όπου η ανθρώπινη οξυδέρκεια παραμέριζε τη θέση της στον παράγοντα τύχη.

HMS Seraph.
Bill Jewell.


 

 

 

 

 

 

                                           

                                         Γ.  “Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”

Η σορός εντοπίστηκε στις 9.30 π.μ. από έναν ψαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο κτήριο του Ναυτοδικείου. Ταυτόχρονα, ειδοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές ο υποπρόξενος, Francis Haselden. Δίχως χρονοτριβή, ξεκίνησε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων ανάμεσα στο Foreign Office και το υποπροξενείο της Huelva. Υποψιαζόμενο τον κίνδυνο υποκλοπής, το Λονδίνο ύψωσε επίτηδες τους τόνους, διατάσσοντας τον Haselden να αποσπάσει πάση θυσία από τους Ισπανούς τον χαρτοφύλακα, επειδή περιείχε σημαντικά έγγραφα. Η νεκροψία διενεργήθηκε, παρουσία του Haselden, το μεσημέρι της 1ης Μαΐου και η τελική διάγνωση έκανε λόγο για θάνατο από πνιγμό. Η σορός παραδόθηκε στον Βρετανό υποπρόξενο και την επομένη, ο ταγματάρχης William Martin κηδεύτηκε με απόδοση στρατιωτικών τιμών στο κοιμητήριο της Huelva. Ο χαρτοφύλακας ακολούθησε μια περισσότερο δαιδαλώδη πορεία έως ότου επιστραφεί και αυτός, εννέα μέρες αργότερα, στον Haselden. Τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα σε αυτές τις εννέα μέρες στοιχειοθετούν την πλήρη επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”. Στην ίδια τη Huelva, παρά τις έντονες παραστάσεις του πράκτορα της Abwehr, Adolf Clauss, τίποτα απολύτως από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα δεν περιήλθε στη διάθεσή του. Ο χαρτοφύλακας στάλθηκε στη Μαδρίτη για περαιτέρω εξέταση. Εκεί, κινητοποιήθηκε η Γερμανική πρεσβεία, καθώς ένας από τους κορυφαίους πράκτορες της Abwehr στην ισπανική πρωτεύουσα, ο Karl-Erich Kühlenthal, ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενό του στο Βερολίνο, τον ναύαρχο Wilhelm Canaris, προτρέποντάς τον να μεσολαβήσει, ώστε να ασκηθεί πίεση προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει τα έγγραφα. Οι Ισπανοί τα είχαν, στο μεταξύ, στεγνώσει και φωτογραφίσει. Εν συνεχεία, τα βούτηξαν επί 24 ώρες μέσα σε θαλασσινό νερό, για να προσλάβουν εκ νέου την αρχική τους μορφή. Στις 8 Μαΐου, το περιεχόμενο αποκαλύφθηκε στον Kühlenthal. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και των υπολοίπων χειριστών της υπόθεσης σε ανώτερο επίπεδο, αποδείχτηκε αποφασιστική για την τελική έκβαση της επιχείρησης “Κιμάς”. Κατά το ήμισυ Εβραίος, ο Kühlenthal είχε κάθε λόγο να παραμένει εκτός γερμανικών συνόρων αλλά και να βομβαρδίζει το Βερολίνο με ευχάριστες ειδήσεις, δίχως να αξιολογεί σε βάθος την κάθε υπόθεση που συναντούσε μπροστά του. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, μετέφερε αυτοπροσώπως το περιεχόμενο των εγγράφων στη γερμανική πρωτεύουσα με τη γνωμοδότηση πως ήταν γνήσιο.

Ακολούθως, του όλου θέματος επελήφθη βαρόνος  Alexis von Roenne. O von Roenne προΐστατο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου, Fremde Heer West (FHW). Εθεωρείτο ειδήμων στον τομέα της αποκρυπτογράφησης των προθέσεων των Συμμάχων. Ο ίδιος ο Hitler, προσωπικά, πίστευε πως ο von Roenne διέθετε ένα αλάθητο αισθητήριο και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήσαν αμοιβαία. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας και ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Roenne αντιπαθούσε σφόδρα τον Γερμανό δικτάτορα. Ευκαιρίας δοθείσης, υπονόμευε συστηματικά την πολεμική προσπάθεια των Ναζί. Άλλωστε, ήταν σε θέση να το πράξει, χάρη στο αξίωμα που κατείχε. Αν και έτρεφε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων, διαβεβαίωσε τον Hitler πως αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας αληθινά. Εν κατακλείδι, δυο κομβικά πρόσωπα, υπερεκτίμησαν, για να μην πει κανείς πως διαστρέβλωσαν, την σημασία των εγγράφων. Το πρώτο, μεριμνώντας για την δική του ασφάλεια, τo δεύτερο για ιδεολογικούς λόγους.

Adolf Clauss, o πράκτορας της Abwehr στην Huelva.

 

Karl-Erich Kühlenthal.
Alexis von Roenne.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μόλις ο χαρτοφύλακας επιστράφηκε στο Λονδίνο, τα έγγραφα υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν περιέλθει εν γνώσει των αντιπάλων. Από τον έλεγχο προέκυψε πως οι φάκελοι, οι οποίοι περιείχαν τα δυο κύρια έγγραφα, είχαν παραβιαστεί και πως τα έγγραφα αυτά είχαν φωτογραφηθεί. Τίποτα, ωστόσο, δεν μαρτυρούσε πως οι Γερμανοί ήταν ενήμεροι για το περιεχόμενο των τελευταίων. Ένα νέο τηλεγράφημα στάλθηκε προς τον Haselden, με την προοπτική, πάντοτε, να υποκλαπεί από τον εχθρό. Περιείχε την αναφορά ότι οι φάκελοι είχαν υποστεί έλεγχο, δεν είχαν, ωστόσο, ανοιχτεί. Ο Haselden φρόντισε, επιπρόσθετα, να διαρρεύσει την ίδια πληροφορία σε ισπανικούς κύκλους, που γνώριζε πως ήταν προσκείμενοι στους Γερμανούς. Τη φορά αυτή, η αδημονία στο Λονδίνο ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου, ακριβώς, ελλόχευε ο μέγας κίνδυνος να αποκαλυφθούν τα πάντα.

Η λύτρωση από την αγωνία ήρθε τελικά στις 14 Μαΐου από το Bletchley Park, όπου έδρευε η υπηρεσία αποκρυπτογράφησης των γερμανικών ραδιοσημάτων. Το υποκλαπέν τηλεγράφημα, το οποίο είχε αποσταλεί δυο μέρες νωρίτερα, έκανε λόγο περί επικείμενης Συμμαχικής απόβασης στα Βαλκάνια, με μια επιχείρηση αντιπερισπασμού στα Δωδεκάνησα. Στις 21 του ίδιου μήνα, υποκλάπηκε η διαταγή του Hitler περί μετακίνησης από τη Γαλλία στη Θεσσαλονίκη της έμπειρης 1ης Μεραρχίας Panzer. Σε αντιδιαστολή με τον Mussolini, ο οποίος επέμενε ως προς την επιλογή της Σικελίας, ο Γερμανός καγκελάριος ήταν πεπεισμένος πως το επόμενο Συμμαχικό πλήγμα θα καταφερόταν στην Ελλάδα, στη Σαρδηνία ή στην Κορσική. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και ο ναύαρχος Dönitz, ο οποίος, στις 14 Μαΐου, είχε συζήτηση με τον Hitler σχετικά με τα έγγραφα της επιχείρησης “Κιμάς”. Μόλις όλες οι παραπάνω πληροφορίες συγκεντρώθηκαν από την υπηρεσία του Bletchley Park, ενημερώθηκαν αμέσως οι αρχηγοί των επιτελείων. Το συνθηματικό τηλεγράφημα, που στάλθηκε στον Churchill, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν στις ΗΠΑ, έγραφε: «Mincemeat swallowed rod”(“Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”).

Με κανένα τρόπο, ωστόσο, οι υπηρεσίες των Συμμάχων δεν έπρεπε να χαλαρώσουν, καθώς ο κίνδυνος αποκάλυψης της πλεκτάνης παράμενε, ακόμη, ισχυρός. Ο Montagu συνέχισε την εκστρατεία παραπληροφόρησης φροντίζοντας να προστεθεί το όνομα του ταγματάρχη Martin στην κατάσταση των απωλειών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 4 Ιουνίου από τους Times. Επρόκειτο για την πρώτη πηγή, που θα έλεγχαν οι Γερμανοί, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο. Κατά καλή του τύχη, την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε και η (αληθινή τη φορά αυτή) είδηση της πτώσης ενός βρετανικού αεροσκάφους στον Βισκαϊκό κόλπο και της συνακόλουθης απώλειας του πληρώματος. Επρόκειτο για ένα συγκυριακό γεγονός, που καθιστούσε περισσότερο πειστική την ύπαρξη του ταγματάρχη Martin. Έως σήμερα, δεν έχει αποτιμηθεί επακριβώς η συνεισφορά της επιχείρησης “Κιμάς” στη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι γεγονός, πως η άμυνα των Βαλκανίων και της Σαρδηνίας ενισχύθηκε από επίλεκτες μονάδες, οι οποίες μεταφέρθηκαν εκεί από αλλού. Ενδεικτικό της εμμονής του Hitler για επικείμενο Συμμαχικό πλήγμα στα Βαλκάνια, είναι το γεγονός της αποστολής εικοσιενός αεροσκαφών από τη Σικελία στην Ελλάδα στις 9 Ιουλίου, τέσσερις ώρες έπειτα από την έναρξη της Συμμαχικής απόβασης. Ακόμα και τότε, η επιχείρηση Husky, λειτουργούσε στα μάτια των Γερμανών ως αντιπερισπασμός. Περί τα τέλη δε του μήνα, ο στρατάρχης Erwin Rommel στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να διερευνήσει τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στα Βαλκάνια. Όταν το Γερμανικό επιτελείο αντιλήφθηκε το λάθος, ήταν πλέον πολύ αργά.

Κατά πόσο όλα τα παραπάνω οφείλονται στην επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”, ή είναι προϊόν της εμμονής του Hitler περί επικείμενης Συμμαχικής επέμβασης στα Βαλκάνια, δεν θα το πληροφορηθούμε ποτέ. Το πιθανότερο είναι πως αποτελούν συνδυασμό αυτών των δυο, όπως και άλλων πολλών παραμέτρων. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία ουδόλως υποβαθμίζει την αξία μιας υποδειγματικά σχεδιασμένης επιχείρησης παραπληροφόρησης. Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει ειδική μνεία στην περίπτωση του  Glyndwr Michael, ενός άστεγου ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους, ο οποίος, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στη ζωή του, μετουσιώθηκε, δίχως να το έχει υποψιαστεί ούτε κατά διάνοια, στον άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ και που με αυτή την ιδιότητα προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία τον αγώνα των Συμμάχων.

9 Ιουλίου 1943: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία

 

                                                        Δ. Η μεταφορά στην οθόνη

                                        The man who never was (1956), trailer

                                

Το κινηματογραφικό έργο The man who never was, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες το 1956. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ewen Montagu, το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αρκετά σημεία, ωστόσο, το σενάριο παίρνει αποστάσεις από την πραγματικότητα, πιθανόν για εμπορικούς λόγους. Οι Montagu, Jewell, Nye, Mountbatten και Haselden εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον  Cholmondeley, τον οποίο υποκαθιστά ένας αξιωματικός του Ναυτικού ονόματι George Acres, η δε φανταστική Pam, μνηστή του ταγματάρχη Martin, εμφανίζεται με το ίδιο όνομα ως υπάλληλος της ΜΙ5. Τη σύνταξη της ερωτικής επιστολής έχει αναλάβει εδώ η ανυποψίαστη φίλη της, Lucy Sherwood, εφεύρημα εξ ολοκλήρου του σεναριογράφου. Κυρίως, όμως, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του έργου κινείται στο χώρο του φαντασιακού. Περιγράφει την άφιξη στο Λονδίνο  του Patrick O’ Reilly, ενός ιρλανδικής καταγωγής πράκτορα των Γερμανών, ο οποίος έχει αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσει την ταυτότητα του ταγματάρχη Martin. Όταν ο Montagu διάβασε το σενάριο, δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση γι αυτή την ηθελημένη εκτροπή από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως οι βρετανικές υπηρεσίες θεωρούσαν μια εξέλιξη του είδους ως απόλυτα εφικτή και βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, προκειμένου να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Η έκπληξη της ταινίας είναι η φευγαλέα εμφάνιση του ιδίου του Montagu, ο οποίος υποδύεται έναν υποπτέραρχο, κατά την καλύτερη παράδοση του Alfred Hitchcock να σημαδεύει τα έργα του με μια δική του στιγμιαία παρουσία. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον από άκρη σε άκρη, καθώς το σενάριο διατηρεί συνεχή την ένταση και οι ερμηνείες όλων των συντελεστών είναι υποδειγματικές.

 

                The man who never was (1956), ο εκβρασμός της σορού στην ακτή

 

Η ταφή του ταγματάρχη William Martin στο Κοιμητήριο της Huelva.

 

Ο εργαστηριακός έλεγχος των εγγράφων έπειτα από τον επαναπατρισμό τους.

 

                    Operation Mincemeat. WWII deception prior to invading Italy

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Howard, Michael, British Intelligence in the Second World War, London, 1990

Howard, Michael, Strategic Deception in the Second World War, New York, 1995

Latimer, Jon, Deception in War, London, 2001

Macintyre, Ben, Operation Mincemeat, London, 2010

Montagu, Ewen, The Man Who Never Was, Philadelphia, 1953

Smyth, Denis, Deathly Deception: The Real Story of Operation Mincemeat, London, 2010

 

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

Μαρία Δημητρίου: Βαρθολομαίος Μίτρε. Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

Μαρία Δημητρίου

Βαρθολομαίος Μίτρε.

Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

 

Ο στρατηγός Βαρθολομαίος Μίτρε (1821-1906), απόγονος Έλληνα μετανάστη, ήταν ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος (1862-1868) της ενοποιημένης Αργεντινής.  Θεωρείται  ο ιδρυτής της σύγχρονης Αργεντινής, καθώς πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του εθνικού κράτους, εγκαινιάζοντας μια εποχή θεσμικής οργάνωσης, οικονομικής ανάπτυξης, πολιτικού και κοινωνικού  εκσυγχρονισμού της χώρας.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε πολιτικός, στρατιωτικός, διπλωμάτης, ιστορικός, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και μεταφραστής. Έχει χαρακτηριστεί ως ο “Αργεντινός Ηρόδοτος”, λόγω της πολύτιμης συνεισφοράς του στην εθνική ιστοριογραφία.  Οι σύγχρονοί του αναφέρονταν σε αυτόν με σεβασμό και τον περιέγραψαν ως ένα “άντρα ψηλό, λεπτό, πολύ κομψό, με φαρδύ μέτωπο, όψη στοχαστική και εμφάνιση ιπποτική, υπερβολικά εκλεπτυσμένη”.  Σε αναφορά του προς το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών ο τότε πρέσβης στο Μπουένος Άιρες έγραφε: “Είναι ένας άνδρας πολύ δραστήριος  και λέγεται ότι τον χαρακτηρίζει κάτι ιδιαίτερα σπάνιο: είναι έντιμος.  Από τότε που πήρε την εξουσία ο στρατηγός Μίτρε η χώρα γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση. Η διακυβέρνηση αυτού του φωτισμένου άνδρα είναι ισχυρή, καλή και ευεργετική”

                                          Οι ελληνικές ρίζες και ο πολυτάραχος βίος

Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 26 Ιουνίου 1821 και ήταν το πρωτότοκο από τα τέσσερα παιδιά του Abrosio Estanislao de la Concepción Mitre y Campos και της Josefa Martínez Whetherton, ισπανο-ιρλανδικής καταγωγής.  Από την πλευρά του πατέρα του είχε ελληνική καταγωγή. Ως προς το όνομα του Έλληνα μετανάστη προγόνου του, ο οποίος από τη Βενετία ήρθε στο Μπουένος Άιρες στα τέλη του 17ου αιώνα, κάποιοι γενεαλόγοι υποστηρίζουν ότι ονομαζόταν Βεντούρα Δημήτριος Μητρόπουλος και το όνομα Μίτρε προήλθε από την ισπανοποίηση του επιθέτου Μητρόπουλος.  Άλλοι δεν αναφέρουν το επίθετο Μητρόπουλος, επειδή δεν αναγράφεται στις ληξιαρχικές πράξεις των δύο γάμων του, που τελέστηκαν στον καθεδρικό ναό του Μπουένος Άιρες, όπου αναφέρεται ως Βεντούρα Δημήτριος. Ο πρώτος έγινε στις 7-11-1693 με την Isabel González.  Μετά το θάνατο της Isabel, νυμφεύτηκε την Catalina Ruiz de Ocaña την 1-4-1698.  Επιπλέον, στο πιστοποιητικό μιας βάπτισης με ημερομηνία 14-10-1722, όπου παρέστη ως μάρτυρας, σημειώνεται: “Το επίθετο Mitre είναι κάποιου Ventura Demetrio, που τον προηγούμενο αιώνα ήταν Έλληνας”.  Επίσης, ο αργεντινός γενεαλόγος Hernán Carlos Lux Wurm, μελετώντας τα πρακτικά μιας δίκης, ανακάλυψε την κατάθεση του Demetre Ventura, με ημερομηνία 19-10-1712.  Σε αυτήν αναγράφεται ότι ο μάρτυρας “έχει ελληνική καταγωγή, είναι 50 ετών περίπου και δεν υπέγραψε επειδή δεν γνωρίζει”.  Τα έγγραφα αυτά τεκμηριώνουν την ελληνική καταγωγή του Βεντούρα Δημητρίου, αλλά ακόμη δεν είναι γνωστό αν γεννήθηκε στη Βενετία ή στις βενετοκρατούμενες περιοχές της Ηπείρου και των Επτανήσων.

Άποψη του Μπουένος Άιρες το 1820.

Και τα οκτώ παιδιά του  Βεντούρα Δημητρίου έφεραν το επίθετο Mitre, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις: de Metrio, de Mitrio, de Mitre.  Ένα από αυτά, ο José Francisco Xavier Mitre y Ruiz συμμετείχε στην  πρώτη αποίκηση του Μοντεβιδέο το 1727.  Από το γάμο του με την Josefa María Martínez de los Santos απέκτησε επτά παιδιά, μεταξύ αυτών και τον Bartolomé Mitre (1740-1828), που υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της πόλης Santa Lucia (σε απόσταση 50 χιλ. από το Μοντεβιδέο) και ήταν ο παππούς του προέδρου Μίτρε.  Ένα από τα οκτώ παιδιά του Bartolomé και της Catalina María Campos ήταν ο Abrosio Estanislao (1774-1845), που διακρίθηκε στον αγώνα της ανεξαρτησίας της Αργεντινής.

Ο Μίτρε σε νεανική και σε ώριμη ηλικία.

To 1829 ο Abrosio Estanislao έστειλε τον οκτάχρονο γιο του Βαρθολομαίο στο αγρόκτημα του φίλου της οικογένειας Gervasio Rosas, αδελφού του αργεντινού δικτάτορα Juan Manuel de Rosas, προκειμένου να εκπαιδευτεί στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, για τις οποίες τον προόριζε.  Ωστόσο, πολύ σύντομα, ο Rosas τον έστειλε πίσω στο Μπουένος Άιρες με τα εξής σχόλια: “Πείτε στον Ντον Αμβρόσιο ότι αυτός ο νεαρός δε χρησιμεύει ούτε πρόκειται να χρησιμεύσει σε τίποτε, καθώς όταν βλέπει μια σκιά, ξεκαβαλικεύει και στρώνεται στο διάβασμα”.

Η κλίση του για τα γράμματα  εκδηλώθηκε σε νεαρή ηλικία, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε μία εφημερίδα του Μοντεβιδέο, όπου μετακόμισε η οικογένειά του το 1831.  Εκεί, το 1836 φοίτησε στη στρατιωτική ακαδημία, το 1839 έγινε ανθυπολοχαγός του πυροβολικού και παράλληλα ενεπλάκη με την πολιτική,  ως μέλος του Έγχρωμου κόμματος.  Το 1841 νυμφεύτηκε την Delfina María Luisa de Vedia y Pérez, με την οποία απέκτησε  δύο κόρες και τέσσερις γιους.  Το 1842, ήδη λοχαγός, πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Αργεντινής, όταν ο Ουρουγουανός Πρόεδρος José Rivera, ιδρυτής του Εγχρώμου κόμματος, ένωσε τις δυνάμεις του με τους αργεντινούς αντικαθεστωτικούς που επαναστάτησαν κατά του δικτάτορα της Αργεντινής Rosas, αλλά ηττήθηκαν.  Το 1846 ήρθε σε σύγκρουση με τον Rivera και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μοντεβιδέο για να πάει στη Βολιβία, όπου προσελήφθη ως εκπαιδευτής στο πυροβολικό, εντάχθηκε στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του προέδρου José Ballivián και ανέπτυξε δράση κατά της αντιπολίτευσης.  Όταν ο Ballivián ανατράπηκε, στον Μίτρε δόθηκε προθεσμία δύο ωρών για να εγκαταλείψει τη χώρα.  Επέστρεψε στα τέλη του 1847, όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση, αλλά και πάλι απελάθηκε, αυτή τη φορά στο Περού, όπου κρίθηκε ανεπιθύμητος και τελικά κατέφυγε στη Χιλή.  To 1851 πήρε μέρος στην εξέγερση των φιλελεύθερων κατά του εκλεγμένου προέδρου Manuel Montt, με συνέπεια την απέλασή του από τη Χιλή.  Κατά τη διάρκεια της εξορίας του σε Ουρουγουάη, Βολιβία, Περού και Χιλή, μελέτησε τις γλώσσες των ιθαγενών και άσκησε τη δημοσιογραφία.  Το 1852, ως επικεφαλής μιας μεραρχίας πυροβολικού αργεντικών αντικαθεστωτικών, συμμετείχε στη μάχη της Caseros, η οποία έθεσε τέλος στην πολυετή εξουσία του Rosas στην Αργεντινή.  Επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της αντιπολίτευσης, που είχε αναπτυχθεί στην πόλη κατά του νικητή της μάχης στην Caseros, Justo José de Urquiza.  Μετά τη νίκη του ο  Urquiza ίδρυσε τη Συνομοσπονδία του Έθνους της Αργεντινής και εξελέγη πρόεδρός της.  Σε αυτήν προσχώρησαν όλες οι επαρχίες (13) εκτός της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, διατηρώντας την αποκλειστική εκμετάλλευση του μεγαλύτερου λιμανιού εξωτερικού εμπορίου της χώρας.  Οικονομικοί παράγοντες των porteños (κάτοικοι του λιμανιού), όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνται από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα οι πολίτες του Μπουένος Άιρες,  δεν επιθυμούσαν την εθνικοποίηση του τελωνείου του λιμανιού, καθώς αυτή θα επέφερε το μοίρασμα των υπέρογκων  εσόδων του με την υπόλοιπη χώρα, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένη.  Όταν τα στρατεύματα των Ομοσπονδιακών πολιόρκησαν το Μπουένος Άιρες, προκειμένου να το εξαναγκάσουν να ενσωματωθεί στη Συνομοσπονδία, ο Μίτρε συμμετείχε στην υπεράσπιση της πόλης και πληγώθηκε στη μάχη.

11 Σεπτεμβρίου 1852. Η ανακήρυξη του Κράτους του Μπουένος Άιρες (Estado de Buenos Aires).

Το Μπουένος Άιρες κατάφερε να παραμείνει ανεξάρτητο κράτος και ο Μίτρε ως υπουργός Στρατιωτικών ηγήθηκε δύο ανεπιτυχών εκστρατειών.  Η πρώτη κατά των Ινδιάνων στο νότο της επαρχίας τον Μάιο του 1855, που κατέληξε σε ήττα, όπως και η δεύτερη, κατά του στρατού της Συνομοσπονδίας στις 23 Οκτωβρίου 1859 στη Cepeda. Ο νικητής στρατηγός Urquiza δεν προχώρησε σε κατάληψη του Μπουένος Άιρες, αλλά διαπραγματεύτηκε την προσχώρησή του στη Συνομοσπονδία.  Το 1860 ο Μίτρε εξελέγη κυβερνήτης του κράτους του Μπουένος Άιρες, υποσχόμενος την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενοποίησης, εφόσον πραγματοποιηθεί αναθεώρηση του συντάγματος που είχε θεσπίσει η Συνομοσπονδία το 1853.  Ως πρόεδρος της εισηγητικής επιτροπής, συνέβαλε καθοριστικά στη σύνταξη των τροποποιητικών προτάσεων, που διαμορφώθηκαν με πρότυπο το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

1860: Το κράτος του Μπουένος Άιρες και οι 13 επαρχίες της  Συνομοσπονδίας. Στο Νότο ζούσαν φυλές ινδιάνων.

Το 1860 το σύνταγμα αναθεωρήθηκε, οι προτάσεις της επιτροπής υιοθετήθηκαν, αλλά το Μπουένος Άιρες συνέχισε να αντιστέκεται στην ενοποίηση, διεκδικώντας τον πλήρη έλεγχο των εσόδων του λιμανιού.  Η μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έδωσε τη λύση στο πολιτικό αδιέξοδο.  Ο Μίτρε νίκησε αυτή τη φορά τον  Urquiza, η κυβέρνηση της Συνομοσπονδίας παραιτήθηκε και ο ίδιος επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες θριαμβευτής.  Για πρώτη φορά, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια διχασμού, το όραμα της ένωσης δεν φάνταζε πια ουτοπικό.  Το 1862 προκηρύχθηκαν εκλογές στις 14 επαρχίες όλης της χώρας και ο Μίτρε εξελέγη πρώτος πρόεδρος της ενοποιημένης Αργεντινής. Με την ανάληψη των προεδρικών του καθηκόντων στις 12 Οκτωβρίου 1862 ξεκίνησε η πιο σημαντική περίοδος της ιστορίας της χώρας, η οργάνωση και σταθεροποίηση του νεοσύστατου εθνικού κράτους.  Μολονότι οι εξεγέρσεις δεν σταμάτησαν, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και επιτεύχθηκε η οριστική υποταγή των επαρχιών στην κεντρική εξουσία. Μετά το τέλος της θητείας του το 1868, το έργο της εθνικής ολοκλήρωσης συνέχισαν με ζήλο και συνέπεια οι δύο επόμενοι πρόεδροι Domingo Faustino Sarmiento (1868-1874) και Nicolás Avellaneda (1874-1880). Με κοινό σύνθημα το τρίπτυχο “Έθνος, Σύνταγμα, Ελευθερία” οι τρεις πρόεδροι έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης Αργεντινής. Τα 18 συνολικά χρόνια της διακυβέρνησής τους αποκαλούνται Ιστορικές ή Ιδρυτικές Προεδρίες.

Η μεταβαλλόμενη έκταση της Αργεντινής από το 1816 έως το 2000.

                    Από την ανεξαρτησία στο σχηματισμό του αργεντινού κράτους

Για να γίνουν αντιληπτές οι συνθήκες που επέτρεψαν την άνοδο του Μίτρε στην εξουσία και την ίδρυση του εθνικού κράτους το 1862, θα πρέπει να εξεταστούν οι αιτίες της αποτυχίας των μέχρι τότε προσπαθειών για εθνική συγκρότηση.

Ως αποικία της Ισπανικής Αυτοκρατορίας η Αργεντινή αποτελούσε μέρος της Αντιβασιλείας του Rio de la Plata.  Με την επανάσταση του Μαΐου του 1810 ξεκίνησε ο αγώνας της ανεξαρτησίας, αλλά η ρήξη με την αυτοκρατορική μητρόπολη δεν προήλθε από την εθνική ωρίμανση και έτσι δε δημιουργήθηκε άμεσα η ανάγκη σύστασης εθνικού κράτους.  Η Αντιβασιλεία του Rio de la Plata απαρτιζόταν από ένα σύνολο περιφερειών και επαρχιών που μεταξύ τους εμφάνιζαν πολύ έντονες γεωγραφικές, πολιτικο-οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, συνθήκες αντίξοες για τη διαμόρφωση συλλογικής συνείδησης.

Τον Ιούλιο του 1816 οι επαναστάτες συνήλθαν για να ανακηρύξουν την πλήρη ανεξαρτησία από την ισπανική κυριαρχία και την ίδρυση των Ηνωμένων Επαρχιών της Νότιας Αμερικής.   Η κυβερνητική συνέλευση απέτυχε να επιβάλει την εξουσία της στα υπόλοιπα μέρη της πρώην Αντιβασιλείας ‒Άνω Περού(Βολιβία), Παραγουάη, Banda Oriental (Ουρουγουάη)‒ αλλά και στις επαρχίες της Αργεντινής, καθώς ήρθε αντιμέτωπη με συμφέροντα οικονομικά και πολιτικά, που δεν συνέπιπταν με αυτά της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που βάσιζε την οικονομία της στο λιμάνι και στα έσοδα του τελωνείου από το εξωτερικό εμπόριο.  Η σύνδεσή του διά θαλάσσης με την Ευρώπη, έφερνε τους porteños σε επαφή με τις σύγχρονες ιδέες και προσέφερε οικονομικές ευκαιρίες ενώ η ενδοχώρα παρέμενε πιο συντηρητική και υπανάπτυκτη, κλίνοντας προς τη διατήρηση του παλαιού φεουδαρχικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Η αντιπαλότητα μεταξύ porteños και caudillos (επαρχιακών αρχηγών) εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο κομμάτων, των Ενωτικών και των Ομοσπονδιακών, τα οποία διαφωνούσαν ως προς την πολιτική οργάνωση του κράτους.  Ως προς τη διαχείριση της οικονομίας η διαμάχη ήταν μεταξύ των Φιλελεύθερων (Ενωτικών), οπαδών της ελεύθερης αγοράς, και των οπαδών του Προστατευτισμού (Ομοσπονδιακών), οι οποίοι υπεραμύνονταν της προστασίας της εγχώριας παραγωγής έναντι του ξένου ανταγωνισμού.  Πίσω από αυτόν τον ανταγωνισμό κρύβονταν τα οικονομικά συμφέροντα των ηγετικών ομάδων κάθε επαρχίας, προς υπεράσπιση των οποίων διεξάγονταν ένοπλες συγκρούσεις.

Μέχρι το 1829 οι προσπάθειες τερματισμού του εμφυλίου δεν ευδοκίμησαν. Το οικονομικο-πολιτικό μοντέλο που θέλησαν να επιβάλουν οι porteños δεν έγινε αποδεκτό από τους caudillos, επειδή βασιζόταν στα ευρωπαϊκά πρότυπα του Φιλελευθερισμού και αγνοούσε τα συμφέροντα των επαρχιών.  Όλα τα σχέδια εθνικού συντάγματος και εθνικής συγκρότησης που προτάθηκαν απορρίφθηκαν, επειδή δεν προσέφεραν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των επαρχιών σε μία ενιαία εθνική οικονομία, αλλά και δεν υπήρχαν υλικοί και πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να μιλούν για ενιαία πατρίδα.  Η Αργεντινή δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη στη συλλογική συνείδηση ως πατρίδα ούτε ως έθνος.  Κάθε επαρχία έγινε πατρίδα και έθνος που κυβερνιόταν από τοπικούς αρχηγούς, είχε το δικό της στρατό, το δικό της νόμισμα, τη δική της οικονομική διαχείριση.  Οι Φιλελεύθεροι porteños θεωρούσαν ότι ήταν οι φορείς της προόδου και του πολιτισμού, ενώ κατηγορούσαν τους ομοσπονδιακούς caudillos ότι αποτελούσαν κατάλοιπα της αποικιοκρατικής περιόδου και ήταν εκφραστές της βαρβαρότητας.

Η περίοδος από το 1829 μέχρι το 1850 (με ένα διάλειμμα τριών ετών μεταξύ 1832 έως 1835) χαρακτηρίζεται ως δικτατορία, λόγω της αυταρχικής εξουσίας του Juan Manuel de Rosas στην επαρχία του Μπουένος Άιρες και της μη θεσμοθετημένης επιβολής της εξουσίας του στις υπόλοιπες επαρχίες, βασισμένη σε de facto συμφωνίες που ο Rosas είχε συνάψει με τους caudillos.  Το 1852 οι επαρχίες, αντιδρώντας στο συγκεντρωτικό καθεστώς του Rosas, ένωσαν τις δυνάμεις τους και υπό την ηγεσία του Urquiza νίκησαν το Rosas στη μάχη της Caseros.  Αλλά ούτε η πτώση του Rosas, ούτε η συνένωση των 13 επαρχιών που συγκρότησαν την Αργεντινή Συνομοσπονδία  με πρόεδρο τον Urquiza, οδήγησαν στη δημιουργία εθνικού κράτους, επειδή η επαρχία του Μπουένος Άιρες συνέχισε να λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος.  Το σύνταγμα, που θέσπισε η Συνομοσπονδία το 1853, όριζε ως πολιτικό σύστημα την αντιπροσωπευτική, ομοσπονδιακή δημοκρατία, εξασφάλιζε τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών και εγγυόταν την αυτονομία των επαρχιών, αποτελώντας την πρώτη σοβαρή απόπειρα ειρήνευσης μεταξύ των αντιμαχόμενων ισχυρών κέντρων εξουσίας της χώρας, με στόχο την ενοποίηση και τη δημιουργία κράτους.  Οι προσπάθειες του Urquiza για εθνική συγκρότηση συνεχίστηκαν μέχρι τη λήξη της θητείας του το 1860 χωρίς όμως τη στήριξη της 14ης επαρχίας, που συνέχισε να διαχειρίζεται τα έσοδα του πιο προσοδοφόρου τελωνείου της χώρας, παραμένοντας εκτός της Συνομοσπονδίας.  Έτσι συνεχίστηκε η αστάθεια και η χώρα παρέμενε χωρισμένη σε δύο κέντρα εξουσίας που το ένα προσπαθούσε να επιβληθεί στο άλλο, άλλοτε στο στίβο της πολιτικής και άλλοτε στο πεδίο της μάχης.

Από το 1859 μέχρι το 1862 οι Φιλελεύθεροι με αρχηγό τον Μίτρε απέκτησαν σταδιακά μεγάλη επιρροή στα οικονομικά εύρωστα κέντρα εξουσίας του Μπουένος Άιρες και μερικών επαρχιών. Άρχισε να ωριμάζει η αντίληψη ότι έπρεπε να τεθεί τέρμα στις συγκρούσεις με τη Συνομοσπονδία, και ως μόνη διέξοδος πρόβαλε η δημιουργία μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, υπεράνω όλων των τοπικών εξουσιών, το εθνικό κράτος.  Για να μην παραμείνει η ενοποίηση όνειρο ανεκπλήρωτο, θα έπρεπε να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις και οι porteños να δώσουν πρώτοι το παράδειγμα, αποδεχόμενοι την εθνικοποίηση του λιμανιού και τη δίκαιη κατανομή των εσόδων του σε όλη την επικράτεια.   Η αριστοκρατία του Μπουένος Άιρες συνειδητοποίησε ότι ο ηγετικός ρόλος που φιλοδοξούσε να έχει στην συγκρότηση του κράτους, απαιτούσε τη συναίνεση των επαρχιακών ολιγαρχιών.

Πορτραίτο του Μίτρε φιλοτεχνημένο από τον Ignacio Manzoni το 1861 κατά τη διάρκεια της μάχης της Pavón.

                  1861-1868: Η οργάνωση της δημοκρατίας και η εθνική ολοκλήρωση

Η νίκη των porteños στη μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έθεσε τέλος στο διαχωρισμό της εξουσίας μεταξύ Ομοσπονδιακών και Μπουένος Άιρες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία εθνικού κράτους.  Ωστόσο δεν ήταν ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα, λόγω της απροθυμίας των Ομοσπονδιακών να αναγνωρίσουν την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης και να αποδεχθούν τη συγκεντρωτική πολιτική της.  Η επίτευξη της εθνικής ενότητας και η καθιέρωση της κυριαρχίας της κυβέρνησης Μίτρε σε εθνικό επίπεδο ήταν δύο στόχοι που προϋπόθεταν την ειρήνευση στο εσωτερικό της χώρας.  Οι μακροχρόνιοι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν καταστήσει εμφανές ότι η κεντρική εξουσία δεν μπορούσε να επιβληθεί μόνο με τη δύναμη των όπλων.  Αλλά και η διακυβέρνηση του Rosas έδειξε ότι ούτε οι καιροσκοπικές συμμαχίες με τους caudillos μπορούσαν να αποτελέσουν μία σταθερή βάση για την εθνική ολοκλήρωση.

Ως πρώτη κίνηση εθνικής συμφιλίωσης, ο Μίτρε συγκάλεσε τους εκλεγμένους εκπροσώπους όλων των επαρχιών σε συνέλευση, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού για την εθνική διακυβέρνηση της χώρας. Στις 5 Οκτωβρίου 1862 η συνέλευση, αποτελούμενη από  133 εκλέκτορες από όλη την επικράτεια, εξέλεξε ομόφωνα ως Πρόεδρο του Έθνους τον Μίτρε. Στην ορκωμοσία του στις  12 Οκτωβρίου, κατέστησε σαφές ότι άξονας του κυβερνητικού του έργου θα ήταν η συνταγματική οργάνωση του κράτους.  Δίνοντας προτεραιότητα στην επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης, ο Μίτρε επιστράτευσε μηχανισμούς υλικού και πολιτικο-ιδεολογικού χαρακτήρα:

α) Κατασταλτικούς: την κατάπνιξη κάθε προσπάθειας διατάραξης της επιβληθείσας τάξης από το εθνικό κράτος.

β) Έμμεσα παρεμβατικούς: η αύξηση στην επαρχία του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού, διορισμένου από την εθνική κυβέρνηση, της επέτρεψε να ασκήσει έλεγχο στην εξέλιξη των εσωτερικών ζητημάτων των επαρχιών.   Επιπλέον, η ελεγχόμενη διάθεση πόρων στόχευε στον προσεταιρισμό των ντόπιων ηγετικών ομάδων και των επαρχιακών κυβερνήσεων.

γ) Υλικούς: η κατασκευή δημοσίων έργων, υποδομών και υπηρεσιών απαραίτητων για την οικονομική πρόοδο των επαρχιών, που παράλληλα συνέβαλαν στην ευημερία της εθνικής οικονομίας.

δ) Ιδεολογικούς: η δημιουργία και διάδοση γνώσεων, αξιών και συμβόλων που απέβλεπαν στην καλλιέργεια εθνικής συνείδησης και κατά συνέπεια, τη νομιμοποίηση του εθνικού συστήματος διακυβέρνησης.  Όχημα αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού ήταν η κρατική εκπαίδευση, που αποτέλεσε το βασικό εργαλείο στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης, καθώς και στην “αργεντινοποίηση ” των παιδιών των μεταναστών, που συνέρρεαν μαζικά στη χώρα.

Ο Μίτρε (στο μέσο), επισκέπτεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο το έτος 1901.

Η σταθεροποίηση της εθνικής εξουσίας

Όταν ο Μίτρε εξελέγη Πρόεδρος, το κράτος δεν ήταν παρά μόνο μία επέκταση της ισχύος της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, ως αποτέλεσμα της νίκης της στη μάχη της Pavón.  Για την εδραίωση της κεντρικής εξουσίας και την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ο Μίτρε εφάρμοσε την τακτική “όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος”: επιβράβευε όσους επιδείκνυαν προθυμία υπακοής στην κεντρική εξουσία, ενώ όσοι αντιστέκονταν, αντιμετώπιζαν ανελέητη τιμωρία και συχνά φυσική εξόντωση από τον εθνικό στρατό.  Η ίδρυση εθνικού στρατού το 1864 και η μόνιμη εγκατάσταση στρατιωτικών σωμάτων σε καίρια σημεία  σε όλη την επικράτεια, ήταν το μέτρο που λειτούργησε αποτελεσματικά στην καταστολή των εξεγέρσεων στις επαρχίες.  Οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις εξελίχθηκαν σε ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους του νέου καθεστώτος, καθώς ο ρόλος που διαδραμάτισαν όχι μόνο στην εσωτερική ασφάλεια και ειρήνευση, αλλά και στον πόλεμο κατά της Παραγουάης, είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωσή τους ως θεσμού με σημαντική πολιτική βαρύτητα στην εδραίωση της ισχύος του εθνικού κράτους.

Η πρώτη μεγάλης έκτασης εξέγερση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Μίτρε ήταν αυτή του caudillo Ángel Vicente Peñaloza, που ασκούσε σημαντική επιρροή στις βόρειες επαρχίες και είχε στο πλευρό του μεγάλο αριθμό εμπειροπόλεμων ομοσπονδιακών. Η εξέγερση έληξε με νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων το Νοέμβριο του 1863.

Όταν στην αντίσταση των επαρχιών στο συγκεντρωτισμό του Μπουένος Άιρες προστέθηκε και  η πλήρης αντίθεσή τους στον πόλεμο κατά της Παραγουάης (οι επιστρατευμένοι στον εθνικό στρατό λιποτακτούσαν μαζικά), ξέσπασε ένοπλη εξέγερση  των βορείων επαρχιών το 1866. Ο νεοσύστατος εθνικός στρατός αντιμετώπισε αποτελεσματικά τους εξεγερμένους και τον Απρίλιο του 1867 ο βορράς επανήλθε στον πλήρη έλεγχο της εθνικής κυβέρνησης.

Εκτός από τους caudillos με τους οποίους η κυβέρνηση Μίτρε ήρθε αντιμέτωπη, καθώς δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να στερηθούν την αυτονομία και τα προνόμια που απολάμβαναν χάρη σε αυτήν, αντιμετώπισε προβλήματα και από τους porteños, όταν προτάθηκε το Μπουένος Άιρες ως πρωτεύουσα του κράτους. Ο Μίτρε δεν κατάφερε να πείσει την εσωκομματική αντιπολίτευση ότι το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει το Μπουένος Άιρες για την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ήταν η ομοσπονδιοποίηση της πόλης, ο ορισμός της ως πρωτεύουσα του κράτους και η εθνικοποίηση των εσόδων του τελωνείου.  Η αντίδραση των μελών επέφερε τη διάσπαση του Φιλελεύθερου κόμματος σε δύο νέα σχήματα: το Αυτονομιστικό, με επικεφαλής τον Adolfo Alsina, που επιζητούσε τον περιορισμό της κεντρικής εξουσίας και τη διατήρηση της αυτονομίας των επαρχιών, και το Εθνικιστικό, με επικεφαλής τον Μίτρε, που υπεραμυνόταν της κυριαρχίας της εθνικής κυβέρνησης επί των επαρχιών.  Εκείνη την εποχή ο όρος εθνικισμός είχε καθιερωθεί ως τάση δημιουργίας εθνικού κράτους.

Η θεσμική οργάνωση

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, δεν απομάκρυναν τον Μίτρε από το κύριο στόχο του που ήταν η θεσμική αναδιοργάνωση του κράτους και της κοινωνίας.  Θεωρούσε ότι δύο ήταν οι σταθεροί πυλώνες στήριξης μιας ευνομούμενης κοινωνίας: αφενός η ανεξαρτησία των εξουσιών της κυβέρνησης, αφετέρου η ελευθερία του Τύπου, η οποία θα λειτουργούσε ως η εξουσία-ελεγκτής των ορίων εντός των οποίων θα πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία, προκειμένου να αποφύγει τον αυταρχισμό και να μην εκφυλιστεί σε δικτατορία. Ως φιλελεύθερος διανοούμενος, επηρεασμένος από το Διαφωτισμό, έθεσε ως προτεραιότητα την προάσπιση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, το κράτος Δικαίου και το Συνταγματισμό.  Ανέθεσε σε καταξιωμένους νομικούς τη σύνταξη αστικού και ποινικού κώδικα και την προσαρμογή του ισχύοντος εμπορικού κώδικα του Μπουένος Άιρες στις ιδιαιτερότητες της εθνικής επικράτειας.  Στις 16 Οκτωβρίου 1862, τέσσερις μόνο μέρες μετά την ορκωμοσία του, ψηφίστηκε ο Νόμος 27 που αφορούσε στην οργάνωση της Δικαστικής Εξουσίας του Έθνους.  Με αυτόν τον νόμο, ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και τα κατώτερα δικαστικά όργανα.  Με τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής, ο Μίτρε διόρισε ως μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου άτομα που όχι μόνο δεν ανήκαν στο πολιτικό του περιβάλλον, αλλά είχαν συνεργαστεί με τους κομματικούς του αντιπάλους ή υπήρξαν δραστήρια μέλη των Ομοσπονδιακών, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποδειγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης.  Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε ποιά ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν στη λήψη αυτής της απόφασης, απάντησε: “Ως Πρόεδρος του Έθνους αναζήτησα τους άνδρες που θα εξασφάλιζαν ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα ασκούσε αμερόληπτο έλεγχο  στις αυθαιρεσίες των άλλων εξουσιών του Κράτους, και επιπλέον, προερχόμενοι από την αντιπολίτευση, θα παρείχαν στους συμπολίτες τους τη μέγιστη βεβαιότητα για την ευρεία προστασία των δικαιωμάτων τους και την εγγύηση της συνολικής και απόλυτης ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας”.²

Η διαλλακτική πολιτική του Μίτρε προκάλεσε την αντίδραση των Porteños, κυρίως των θερμοκέφαλων Ενωτικών, που απαιτούσαν την κατάργηση του συντάγματος του 1853 και την αντικατάστασή του από άλλο, που θα καταργούσε την ομοσπονδία και θα επέβαλε την ένωση και την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία του Μπουένος Άιρες επί των επαρχιών.  Ωστόσο, ο συνετός Μίτρε δεν θέλησε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.  Άλλωστε, θεωρούσε ότι μετά την αναθεώρηση του 1860, το σύνταγμα του 1853 έθετε τα θεμέλια της εθνικής συγκρότησης, γι αυτό το διατήρησε σε πλήρη ισχύ μέχρι το 1866.

Η ανάπτυξη της Οικονομίας

Ο Μίτρε έθεσε ως προτεραιότητα τον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας και ως υπέρμαχος του κλασικού Φιλελευθερισμού προώθησε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό έλεγχο.  Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών εξόδων, η κυβέρνηση διατήρησε την κεντρική διαχείριση των κυριοτέρων πλουτοπαραγωγικών πηγών του κράτους.  Εθνικοποίησε τα τελωνεία όλης της χώρας και παραχώρησε προνόμια στο εμπόριο με την Ευρώπη, μέτρο που διπλασίασε τα δημόσια έσοδα από 7 σε 14 εκατομμύρια χρυσά πέσος. Η εθνικοποίηση της δασμολογίας των ποτάμιων συγκοινωνιών και η ανάπτυξη των επίγειων συγκοινωνιών, μέσω της επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου, και την κατασκευή μεγάλων έργων, όπως δρόμων και γεφυρών, επέφεραν την οικονομική ανάπτυξη των επαρχιών, που αύξησαν την παραγωγή τους, επωφελούμενες από την απρόσκοπτη εμπορική διακίνηση των προϊόντων τους. Προς διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών, αναπτύχθηκαν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες σε όλη τη χώρα και το τηλεγραφικό δίκτυο επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε.  Επίσης εκδόθηκε ενιαίο εθνικό νόμισμα, μέτρο που δεν έγινε άμεσα αποδεκτό από τις επαρχίες που εξακολούθησαν να τυπώνουν τα τοπικά νομίσματα για λίγα χρόνια ακόμη.  Επιπλέον, τα αποικιακά μέτρα και σταθμά αντικαταστάθηκαν από το δεκαδικό μετρικό σύστημα.

Το Μουσείο Μίτρε στο Μπουένος Άιρες.

Για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τη λειτουργία των ταχυδρομείων και των σιδηροδρόμων διορίστηκαν δημόσιοι υπάλληλοι. Έτσι προέκυψε μία νέα τάξη, φίλα προσκείμενη στην εθνική κυβέρνηση, η οποία μαζί με το στρατό αποτέλεσε το κύριο μέσο ελέγχου και διείσδυσης της κυβέρνησης σε όλη την επικράτεια.

Για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και της οικονομίας διευκολύνθηκε η εισαγωγή ξένων κεφαλαίων (κυρίως βρετανικών) σε μορφή δανείων και επενδύσεων.  Η ευφορία της ταχείας ανάπτυξης εμπόδισε τους νεόκοπους φιλελεύθερους της κυβέρνησης να προβλέψουν τις αρνητικές συνέπειες του υπερδανεισμού, που έγιναν οδυνηρά αισθητές την επόμενη δεκαετία, όταν ξέσπασε η πρώτη οικονομική κρίση.  Στην άνθηση της οικονομίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων ευρωπαίων μεταναστών, για την προσέλκυση των οποίων είχαν αρχίσει να προσφέρονται κίνητρα  ήδη από το 1853, προκειμένου να καλλιεργηθούν οι τεράστιες εκτάσεις γης, που έμεναν ανεκμετάλλευτες είτε επειδή ανήκαν σε φυλές ινδιάνων, είτε λόγω της έλλειψης πληθυσμού. Ο εποικισμός αποτέλεσε προτεραιότητα  τόσο της κυβέρνησης Μίτρε όσο και των επομένων κυβερνήσεων, που υιοθέτησαν το σύνθημα “κυβερνώ σημαίνει εποικίζω”.  Οι επόμενες κυβερνήσεις προέβησαν σε ανελέητες εκστρατείες αφανισμού των ινδιάνων και ενσωμάτωσης των εδαφών τους στο εθνικό κράτος, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες σε καλλιεργήσιμη γη.

Η εκπαίδευση ως φορέας εκσυγχρονισμού

Στον τομέα της εκπαίδευσης ο Μίτρε έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τη θεωρούσε όχημα προόδου.  Ενισχύθηκε η πρωτοβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στη δευτεροβάθμια με την ίδρυση το 1863 του  Εθνικού Κολλεγίου του Μπουένος Άιρες και στη συνέχεια την ίδρυση παρόμοιων ιδρυμάτων στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις. Ωστόσο, ο Μίτρε δεν θεωρούσε ότι η εκπαίδευση θα έπρεπε να απευθύνεται σε όλους, αλλά στις ηγετικές τάξεις, ώστε να έχουν επαρκή κατάρτιση τα στελέχη των υπηρεσιών του αναπτυσσόμενου κράτους, που θα προέρχονταν από αυτές.  Επιπλέον ήταν πεπεισμένος ότι η δημιουργία μιας πνευματικής πρωτοπορίας θα μπορούσε να εμπνεύσει τις μάζες και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους, με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και τάξης.  Η “αριστοκρατική” αντίληψή του σχετικά με τη λειτουργία και το σκοπό που όφειλαν να εκπληρώσουν τα εθνικά κολέγια καταγράφηκε στο λόγο που εκφώνησε στη Γερουσία στις 16 Ιουλίου 1870:

Είναι ζήτημα επείγουσας και ζωτικής σημασίας να δράσουμε κατά της αμάθειας πριν η άξεστη μάζα κυριαρχήσει ασύδοτη και μας στερήσει το κουράγιο να την κατευθύνουμε προς την οδό της σωτηρίας.  Αυτός είναι ο λόγος που εκτός από τα δημοτικά σχολεία, έχουμε και τα εθνικά κολέγια για να προσφέρουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση που καθιστά ικανό το άτομο να διάγει κοινωνικό βίο, αναπτύσσοντας τις ικανότητές του σε ύψιστο βαθμό, ανυψώνοντας το διανοητικό του επίπεδο με τρόπο ώστε η συσσωρευμένη γνώση ορισμένου αριθμού ατόμων δράσει επί της αμόρφωτης μάζας, προκειμένου να διαδώσει σε αυτήν το φώς της γνώσης και να υποστηρίξει με πιο ήπια όπλα τις θέσεις με τις οποίες κυβερνώνται οι λαοί ”.³

Διεθνείς Σχέσεις

Στην εξωτερική πολιτική ο Μίτρε επέλεξε την τακτική της μη ανάμειξης στα ζητήματα των άλλων νεοσύστατων κρατών με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσει την ένταξη τη χώρας του στη διεθνή πολιτική σκηνή.  Έτσι δεν συμμετείχε στο Παναμερικανικό Συνέδριο που συνήλθε στη Λίμα το 1862, με θέματα την γαλλική επέμβαση στο Μεξικό και την επανενσωμάτωση της Δομινικανής Δημοκρατίας στην Ισπανική Αυτοκρατορία. Επίσης δεν πήρε θέση στην άρνηση της Ισπανίας να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Περού. Η στάση αυτή αποδοκιμάστηκε έντονα στο εσωτερικό της χώρας, αλλά εκτιμήθηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, με πρώτη την Ισπανία, που το 1863 αποδέχθηκε το δικαίωμα της Αργεντινής στην αυτοδιάθεση και υπέγραψε σύμφωνο αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της.

Το 1865 ο Μίτρε εγκατέλειψε την αρχή της μη ανάμειξης και ενέπλεξε τη χώρα του στη σύρραξη δύο γειτονικών χωρών της Παραγουάης και της Βραζιλίας που εξελίχθηκε στο πιο αιματηρό πόλεμο στη Λατινική Αμερική.

Ο καταστροφικός πόλεμος της Παραγουάης (1865-1870)

Όταν η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα κατέρρευσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1810, σχηματίστηκαν σταδιακά τα κράτη της Αργεντινής, της Παραγουάης, της Βολιβίας και της Ουρουγουάης με συνεχείς εδαφικές διαμάχες μεταξύ τους.  H Παραγουάη, παρόλο το μικρό μέγεθός της, είχε εξελιχθεί στην πιο ανεπτυγμένη χώρα της Νότιας Αμερικής και κατάφερε να είναι αυτάρκης σε βασικά και βιομηχανικά προϊόντα, η μοναδική χωρίς εξωτερικό δανεισμό.  Η οικονομία της εκσυγχρονίστηκε και έγινε ιδιαίτερα ανταγωνιστική όχι μόνο ως προς τις οικονομίες των γειτόνων της, αλλά και των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Ο πόλεμος της Παραγουάης. Διακρίνονται τα εδαφικά κέρδη της Αργεντινής και της Βραζιλίας.

Ο πόλεμος ξέσπασε με αφορμή την εισβολή της Βραζιλίας στην  Ουρουγουάη.  Η Παραγουάη έσπευσε προς βοήθεια της συμμάχου Ουρουγουάης, αλλά τα στρατεύματά της πέρασαν μέσα από το έδαφος της Αργεντινής, αψηφώντας την αρνητική απάντηση του Μίτρε στο αίτημα διέλευσης που είχαν υποβάλει.  Αυτή η αυθαιρεσία αποτέλεσε την αφορμή για τη συσπείρωση των δύο γιγάντων της περιοχής, Αργεντινής και Βραζιλίας οι οποίες μαζί με την υποτελή πλέον Ουρουγουάη συνυπέγραψαν το 1865 το Σύμφωνο Τριπλής Συμμαχίας και επιτέθηκαν στην Παραγουάη.  Ο Μίτρε παρέδωσε προσωρινά τη διακυβέρνηση της χώρας στον αντιπρόεδρο Marcos Paz, προκειμένου ο ίδιος να διευθύνει προσωπικά τις πολεμικές επιχειρήσεις, ως επικεφαλής των στρατευμάτων της Συμμαχίας, δηλώνοντας ότι σε τρεις μήνες θα έχει επιστρέψει θριαμβευτής.  Ωστόσο, επέστρεψε σχεδόν τρία χρόνια μετά, μεσούντος του πολέμου, επειδή τον Ιανουάριο του 1868 απεβίωσε ο Paz.

Η Παραγουάη αντιστάθηκε ηρωικά επί 5 χρόνια, αλλά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει όταν σκοτώθηκε στη μάχη ο Πρόεδρός της Francisco Solano  López.  Οι συνέπειες του πολέμου ήταν καταστροφικές.  Ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ, η γεωργία και η κτηνοτροφία εγκαταλείφθηκαν, η ακμάζουσα βιομηχανία της κατέρρευσε και υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις.  Επιπλέον, έχασε σημαντικό μέρος των εδαφών της, τα οποία προσάρτησαν η Βραζιλία και η Αργεντινή.

Αλλά και για την Αργεντινή οι συνέπειες του πολέμου δεν ήταν αμελητέες.   Στις ανθρώπινες απώλειες προστέθηκαν και αυτές του εμφυλίου, που προκλήθηκε από την άρνηση των Αργεντινών να πολεμήσουν κατά της Παραγουάης.  Η οικονομία της δοκιμάστηκε, η παραγωγή μειώθηκε και το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξήθηκε, καθώς ο πόλεμος χρηματοδοτήθηκε με δάνεια βρετανικών τραπεζών.   Αλλά και ο Μίτρε δεν βγήκε αλώβητος από αυτήν την περιπέτεια.  Η ολοκληρωτική καταστροφή της μικρής αλλά ηρωικής Παραγουάης και η σφαγή του πληθυσμού της προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης.  Επιπλέον, η απομάκρυνσή του από την πολιτική δράση τον αποδυνάμωσε, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να επιβάλλει τον ευνοούμενό του στις προεδρικές εκλογές του 1868,  που διεξήχθησαν λίγους μήνες μετά την επιστροφή του.  Νικητής αναδείχθηκε ο Domingo Faustino Sarmiento με την υποστήριξη του Alsina, πολιτικού αντιπάλου του Μίτρε.

      1862-1868 Presidentes Argentinos – Bartolomé Mitre

            Πολιτικά ενεργός μετά την Προεδρία – Δημοσιογράφος και συγγραφέας

Ο Μίτρε, μετά τη λήξη της Προεδρίας του, εξελέγη γερουσιαστής στις εκλογές του 1868.  Αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό, καθώς ήταν αποφασισμένος να μην παραχωρήσει το μερίδιό του στην εξουσία.  Είχε ασκήσει τη δημοσιογραφία σε όλες τις χώρες που είχε ζήσει, οπότε γνώριζε πολύ καλά τη σπουδαιότητα που είχε ο τύπος τον 19ο αιώνα σε όλη την αμερικανική ήπειρο, καθώς αποτελούσε το βασικό όργανο έκφρασης και παράλληλα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.  Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας για όποιον ήθελε να πολιτευτεί ήταν να έχει δική του εφημερίδα.  Την πολιτική εκστρατεία του Μίτρε το 1862 στήριξε η εφημερίδα La Nación Argentina που εκδόθηκε την ίδια χρονιά.  Το 1869 αγοράστηκε από το Μίτρε και στις 4 Ιανουαρίου 1870 κυκλοφόρησε ανανεωμένο το πρώτο φύλλο με το όνομα La Nación.  “Τέκνο της εργασίας, κρεμώ προς το παρόν το σπαθί, που πλέον δεν το χρειάζεται η πατρίδα μου, και κραδαίνω το τυπογραφικό συνθετήριο Franklin”, έγραψε σε μία επιστολή του στα τέλη του 1869, αναγγέλλοντας την επιστροφή του στον Τύπο.  Δε δίστασε να  πουλήσει μεγάλο μέρος των επίπλων και των βιβλίων του, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την δημοσιογραφική του επιχείρηση.  Σε επιστολή προς το φίλο του  Wenceslao Paunero, έγραφε σχετικά με την απόφασή του: “Είμαι αποφασισμένος να γίνω εκδότης.  Θα ξεπουλήσω τα πολυτελή έπιπλά μου, μέρος των βιβλίων μου, μερικούς πίνακες και διάφορα αντικείμενα αξίας που βαραίνουν τις αποσκευές ενός εργατικού ατόμου, για να πληρώσω τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες και να παραμείνω μάχιμος.”⁴

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας La Nación στις 4 Ιανουαρίου 1870

Το 1871 αρρώστησε βαριά από μια επιδημία κίτρινου πυρετού.  Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του, ο πρόεδρος Sarmiento του ανέθεσε μία διπλωματική αποστολή στη Βραζιλία για να διαπραγματευτεί τον καθορισμό των συνόρων, καθώς μετά τη λήξη του πολέμου οι δύο χώρες διαφώνησαν στο διαμερισμό των κατακτημένων εδαφών της Παραγουάης.

Στις εκλογές του 1874 έθεσε υποψηφιότητα για την Προεδρία, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.  Κατήγγειλε τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Nicolás Avellaneda για νοθεία, οργάνωσε πραξικόπημα και ηγήθηκε στρατιωτικής δύναμης που κινήθηκε κατά της κυβέρνησης.  Αλλά την ήττα του στις κάλπες διαδέχτηκε η ήττα στο πεδίο της μάχης.  Η εφημερίδα του έκλεισε, ο ίδιος φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.  Ωστόσο, χάρη στην πολιτική συμφιλίωσης του προέδρου Avellaneda, σύντομα αμνηστεύτηκε, αφέθηκε ελεύθερος, επανακυκλοφόρησε την εφημερίδα του και συνέχισε να αρθρογραφεί καθημερινά, ασκώντας επιρροή στα πολιτικά πράγματα.

Στα επόμενα 15 χρόνια αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία και την ιστορική έρευνα για τη συγγραφή των βιβλίων του.  Αλλά ως άνθρωπος της δράσης, επανήλθε στην ενεργό πολιτική το 1890, όταν συσπείρωσε την αντιπολίτευση σε ενιαίο μέτωπο κατά του προέδρου Miguel Juárez Celman.  Ο Μίτρε από κοινού με τον Leonardo Alem ηγήθηκαν ενός μεγάλου συνασπισμού, που ονομάστηκε Ένωση Πολιτών.  Στις 26 Ιουλίου 1890 ξέσπασε η αποκαλούμενη Επανάσταση του Πάρκου υποκινούμενη και καθοδηγούμενη από την Ένωση Πολιτών.  Ο Μίτρε, έχοντας τη πικρή εμπειρία του παρελθόντος, προτίμησε να απουσιάζει από τη χώρα, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας.  Παρόλη τη συμμετοχή μερίδας του στρατού, η επανάσταση κατεστάλη από τις αρχές.  Αυτή η στάση του Μίτρε, καθώς και οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις του με άλλα μέλη της αντιπολίτευσης, που κατέληξαν στην παραίτηση του Celman και την εκλογή στην προεδρία του Carlos Pellegrini, θεωρήθηκαν προδοσία από τον Alem και οδήγησαν στη διάσπαση της Ένωσης Πολιτών.  Οι δύο νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που προέκυψαν ήταν η Εθνική Ένωση Πολιτών, με επικεφαλής τον Μίτρε και η Ριζοσπαστική Ένωση Πολιτών με επικεφαλής τον Alem.

Η Επανάσταση του Πάρκου (Revolución del Parque).

Το 1894 επανεξελέγη γερουσιαστής, χωρίς να εγκαταλείψει την άλλη του μεγάλη αγάπη, τη συγγραφή.  Δημοσίευσε μια αναλυτική μελέτη των γηγενών γλωσσών όλης της αμερικανικής ηπείρου, από τη Γη του Πυρός ως την Αλάσκα.  Έγραψε πεζά, ποιητικά και θεατρικά έργα και έκανε σημαντικές μεταφράσεις έργων, όπως τη Θείας Κωμωδίας του Δάντη.  Παράλληλα συνέλεξε 4.000 περίπου νομίσματα και το 1893 ίδρυσε τη Νομισματική Ένωση, που μετά το θάνατό του μετονομάστηκε σε Εθνική Ακαδημία Ιστορίας.

Από το 1890 και μέχρι τον θάνατό του ο Μίτρε επηρέασε αποφασιστικά την πολιτική ζωή του τόπου δια μέσου των κυβερνήσεων της περιόδου αυτής, οι οποίες ανήκαν στο συντηρητικό στρατόπεδο και είχαν την ένθερμη στήριξη της εφημερίδας La Nación.  Τίποτα δεν συνέβαινε στις γραμμές των συντηρητικών χωρίς πρώτα να συμβουλευτούν τον “Don Bartolo”, όπως τον αποκαλούσαν όλοι με σεβασμό και συγκρατημένη οικειότητα.

Το κύρος του αυξήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και έφτασε στο απόγειό του το 1901, όταν με αφορμή τα 80κοστά γενέθλιά του, η κυβέρνηση ανακήρυξε αργία την ημέρα γέννησής του, η πρωτεύουσα σημαιοστολίστηκε και το πλήθος παρήλαυνε επί 16 ώρες μπροστά από το σπίτι του. Ο στρατηγός, όπως προτιμούσε να τον αποκαλούν, εκφώνησε ένα συγκινητικό απόσπασμα κλασικής ρητορικής τέχνης.

Απεβίωσε στις 19 Ιανουαρίου 1906 στο σπίτι του, στην οδό San Martín 336.  Τεράστιο πλήθος συνόδευσε τη σορό του μέχρι το κοιμητήριο Recoleta, όπου βρίσκεται ακόμη ο τάφος του.

Ο τάφος του Mitre στο Cementerio de la Recoleta του Μπουένος Άιρες.

                                                                 Ο Μίτρε ως ιστορικός

Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Μίτρε ποτέ δεν εγκατέλειψε τη δράση του ως διανοούμενος.  Μελετούσε ακατάπαυστα, όπως μαρτυρά η τεράστια βιβλιοθήκη του με τα ταξινομημένα βιβλία γεμάτα σημειώσεις.  Η συστηματική ιστορική του έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση πολυάριθμων ιστορικών μελετών, με κορυφαία έργα την Historia de Belgrano y de la independencia argentina (1858-1859)  και Historia de San Martín y de la emancipación sudamericana (1887).  Μέσα από τις βιογραφίες των δύο κορυφαίων ηρώων του αγώνα της ανεξαρτησίας, του José de San Martín και του Manuel  Belgrano, επιχείρησε να αναλύσει την πορεία του αγώνα από την επανάσταση του Μαΐου 1810 έως τις ιστορικές μάχες της Caseros και Pavón σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης της διχασμένης Αργεντινής.  Θεωρούσε ότι η γνώση του κοινού εξιδανικευμένου παρελθόντος και οι άθλοι των αγωνιστών της ανεξαρτησίας θα δημιουργούσαν μια συνείδηση εθνικού “συνανήκειν” και  θα ενίσχυαν την εθνική υπερηφάνεια.  Η σύμπτωση έθνους και κράτους θα επέφερε τη εθνική ομογενοποίηση της χώρας και τη νομιμοποίηση της κεντρικής εξουσίας.

Το έργο του έτυχε ευρείας αποδοχής από τους συμπατριώτες του:

Το 1876, όταν κυκλοφόρησε η τρίτη (πρώτη ολοκληρωμένη) έκδοση της Ιστορίας του Μπελγράνο, έγινε δεκτή με την ίδια ιερή ευλάβεια που προκαλεί η βροχή μετά την ξηρασία. Υπήρχαν προγενέστερα έργα, αλλά όχι μια ιστορία της γέννησης της Δημοκρατίας αποδεκτή από τους περισσότερους ως κληρονομιά |…| έσπειρε στη συλλογική ψυχή μία άνθηση κατευθυντήριων ιδεών |…| που αφύπνισαν και ενίσχυσαν την συνείδηση όλου του λαού”.⁵

Τα Άπαντα του Βαρθολομαίου Μίτρε.

Τα βιβλία του διδάχτηκαν ως επίσημη ιστορία από τα σχολικά εγχειρίδια και αποτέλεσαν τη βάση της αργεντινής εθνικής ταυτότητας. Οι σύγχρονοι ερευνητές, που επιχειρούν μία αναθεωρητική προσέγγιση της ιστορίας, κρίνουν ότι το ιστορικό του έργο είναι ποιοτικής λογοτεχνίας, αλλά στερείται αντικειμενικότητας,  επειδή έθεσε ως προτεραιότητα τις ανάγκες του έθνους, στήριξε την εθνική ιδεολογία και αποσκοπούσε στη δικαίωση της πολιτικής και στρατιωτικής του δράσης.  Ωστόσο, ο Μίτρε δεν κατέγραψε απλά τα γεγονότα, αλλά με επιστημονικό ζήλο αναζήτησε σε όλη τη χώρα ντοκουμέντα για να αντλήσει τεκμηριωμένη πληροφόρηση. Μολονότι αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στην ιστορική έρευνα, κατηγορήθηκε ότι οικειοποιήθηκε πλήρη αρχεία, αλλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η πολιτική ούτε η συνείδηση διατήρησής τους ως ιστορικές πηγές και είναι πολύ πιθανό να είχαν καταστραφεί. Χάρη στο Μίτρε διασώθηκαν και εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στην ιστορική έρευνα. Μετά το θάνατό του, το αρχείο του χαρακτηρίστηκε ιστορική κληρονομιά, δωρίστηκε στο κράτος μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του και ιδρύθηκε το μουσείο Μίτρε, που στεγάστηκε στο σπίτι του.

Το ιστορικό του έργο σφράγισε τις συνειδήσεις πολλών γενεών και κατάφερε να επισκιάσει την τεράστια συνεισφορά του στο πολιτικό γίγνεσθαι της νεώτερης Αργεντινής, όπως επισημαίνει ο αργεντινός ιστορικός Tulio Halperín Donghi:

Έχει ίσως τους περισσότερους τίτλους από οποιονδήποτε άλλο για να του αναγνωρισθεί δικαίως ο τίτλος του πατέρα της σύγχρονης Αργεντινής, μολονότι πιο συχνά αναφέρεται ως ο ιδρυτής της νεώτερης αργεντινής ιστοριογραφίας, καθώς το ιστορικό έργο του χαρακτηρίζεται από ευρυμάθεια, αξιοπιστία και επιστημονική αντικειμενικότητα, ιδιότητες που έλειπαν μέχρι τότε”.⁶

Η πολιτική του δράση εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα θαυμαστές αλλά και επικριτές, ωστόσο σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν τη συνεισφορά του στη δημιουργία του κράτους της Αργεντινής και στη διαμόρφωσή της ως έθνος.  Προς τιμήν του έχουν ανεγερθεί αγάλματα σε πολλές πόλεις, το όνομά του έχει δοθεί σε εκατοντάδες δρόμους και πλατείες σε όλη την Αργεντινή, ακόμη και στην Ισπανία, όπου το 1929 μια κεντρική λεωφόρος της Βαρκελώνης ονομάστηκε Ronda del General Mitre.  Στη Γη του Πυρός υπάρχει η χερσόνησος Mitre και στις νήσους Μαλβίνας (Φώκλαντ) το λιμάνι Mitre. Η μορφή του είναι τυπωμένη στο χαρτονόμισμα των 2 πέσος.  Οι απόγονοί του εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική ζωή της Αργεντινής μέσα από την εφημερίδα La Nación και το ραδιοφωνικό σταθμό Mitre που ιδρύθηκε το 1925 από την οικογένεια Μίτρε, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της αργεντινής ραδιοφωνίας.

 Visita del presidente Bartolome Mitre al Museo de Historia (1901)

Ο στρατηγός Μίτρε έφιππος στην ομώνυμη πλατεία του Μπουένος Άιρες.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

¹ David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires, Prometeo Libros, 2006, σ.33.

²  http://www.lanacion.com.ar/2037252-la-leccion-de-mitre

³  Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999, σ. 554

⁴  http://www.museomitre.gob.ar/biografia.htm

⁵ Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007, σσ. 98-121

⁶ Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS, No 11, Tandil, 1996, σσ. 57-69

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999

Fernando Devoto & Nora Pagano, Historia de la Historiografía Argentina, Buenos Aires: Sudamericana, 2009

Haydée Gorostegui de Torres, La organización nacional, vol.4, Buenos Aires: Paidós, 1972

Tulio Halperin Donghi, Una nación para el desierto argentino, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2010

Adriana Puiggrós, Qué pasó en la educación argentina, Buenos Aires: Galerna, 2003

David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2006

Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά

Alejandro Eujanian, La Nación, la Historia y sus usos en el Estado de Buenos Aires, 1852-1861, anuario IEHS No 27, Tandil, 2012

Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS No 11, Tandil, 1996

Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007

 

Η Μαρία Δημητρίου διδάσκει Ισπανική Γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Ανήκει στο Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΕΕΠ) του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

 

Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, Ιωάννης Κωστίκας, Στράτος Θεοδοσίου, Βασίλειος Μανιμάνης, Ευαγγελία Πάνου, Silvio Rotolo, Kωνσταντίνος Κυριακόπουλος: Η Ορφική εκδοχή για το ταξίδι των Αργοναυτών

Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, Ιωάννης Κωστίκας, Στράτος Θεοδοσίου, Βασίλειος Μανιμάνης, Ευαγγελία Πάνου, Silvio Rotolo, Kωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Η Ορφική εκδοχή για το ταξίδι των Αργοναυτών

Tο παρόν άρθρο αποτελεί περιληπτική απόδοση του επιστημονικού άρθρου “The Argonautica Orphica version for the voyage of the Argonauts: A Geo-analysis” το οποίο δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό “Mediterranean Archaeology and Archaeometry” Vol. 17, No. 2 και είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο:http://www.maajournal.com/Issues2017b.php

Επίσης το παρόν άρθρο έχει εγκριθεί προς δημοσίευση στον τόμο Πρακτικών του 6ου Διεπιστημονικού Συνεδρίου ‘Φιλοσοφία και Κοσμολογία’.

Περίληψη

Η Αργοναυτική Εκστρατεία περιγράφεται σε δύο μακροσκελή ποιήματα της αρχαιότητας. Το πρώτο από αυτά αποδίδεται στον Ορφέα, ο οποίος μετέχει της εκστρατείας και καταγράφηκε τον 6ο αιώνα π.Χ., από ομάδα λογίων της εποχής, επί Πεισιστρατιδών, στην Αθήνα. Το δεύτερο ποίημα ανήκει στον Απολλώνιο τον Ρόδιο και γράφτηκε τον 3o αιώνα π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ταξίδι της επιστροφής της Αργούς περιγράφεται τελείως διαφορετικά, στα δυο αυτά έργα. Στην εργασία μας υπό τον τίτλο ‘The Argonautica Orphica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’ (MAA, Vol. 17, Νo. 2, p. 77-95, 2017) αναλύσαμε την διαδρομή των Αργοναυτών με βάση την Ορφική εκδοχή.

 

Εικόνα 1: Jean-François Detroy, The Capture of the Golden Fleece, 1742-1743, The National Portrait Gallery, Washington D.C.

Εισαγωγή

Η Αργώ, καράβι με 50 κουπιά όπως γράφει το κείμενο, αποπλέει από τον Παγασητικό κόλπο και μέσω  Σκιάθου, Άθω, Σαμοθράκης και Λήμνου, εισέρχεται στον Ελλήσποντο. Οι Αργοναύτες διαπλέουν τα Στενά και στην έξοδο του Βοσπόρου προς τον Εύξεινο Πόντο συναντούν ένα δύσκολο πέρασμα, τις γνωστές Κυανές ή Συμπληγάδες Πέτρες. Στην συνέχεια, όπως περιγράφει το αρχαίο κείμενο, η Αργώ πλέει στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου (Εικόνα 2), φτάνει τελικά στον ποταμό Φάσι (σημερινός ποταμός Rioni στην Γεωργία) και εισέρχεται από το στόμιο του ποταμού προς την ενδοχώρα, την Αία. Μετά τη συνάντηση με τον Αιήτη, οι Αργοναύτες με τη βοήθεια της Μήδειας, κόρης του Αιήτη, κλέβουν το «χρυσόμαλλο δέρας» και σκοτώνουν τον Άψυρτο, τον γιο του Αιήτη.

Ύστερα από αυτό, οι Αργοναύτες μέσα στη νύχτα και από τη βιασύνη τους, κινήθηκαν «ανοήτως», όπως λέει το κείμενο, όχι προς τις εκβολές του ποταμού Φάσι στον Εύξεινο Πόντο, αλλά προς την ενδοχώρα, προς τις πηγές του ποταμού που βρίσκονται στον Καύκασο. Και στην συνέχεια, όπως λέει το κείμενο, μέσω άλλου ποταμού βρέθηκαν στην Μαιώτιδα λίμνη (σημερινή Αζοφική θάλασσα). Υπάρχει πράγματι αυτό το ποτάμι και είναι ο Kuban (870 km), ο οποίος πηγάζει επίσης από τον Καύκασο και χύνεται στην Αζοφική θάλασσα. Ωστόσο αυτά τα δύο ποτάμια δεν συναντώνται. Φαίνεται όμως ότι αν μετά τον Rioni ακολουθήσουν τον πλου μέσα από τους σημερινούς πέντε  ποταμούς του Καυκάσου: Tskhenistskali, Kheledula, Kasleti, Nenskra και Dalari, θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τον ποταμό Kuban. Αυτή η πλωτή διαδρομή κόβεται σε δύο σημεία διαδρομής συνολικού μήκους 6 km  όπου πρέπει να μεταφέρουν οι ίδιοι το πλοίο για να διαπεράσουν την ορεινή περιοχή. Το εγχείρημα μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο. Μια σημαντική πληροφορία για αυτή την διάβαση του Καυκάσου δίνει στο βιβλίο του με τίτλο, «Ορφέας και Αργοναυτική Εκστρατεία», Εκδόσεις Νοών, ο κ. Σωτήρης Σοφιάς (2009), ο οποίος κάνοντας προσωπική έρευνα καταλήγει στην ύπαρξη αρχαίας δίολκου (πέρασμα Κλουχόρι) επί του Καυκάσου και συνεπώς ερμηνεύει τον τρόπο αυτής της διάβασης.

 

Εικόνα 2: Ο χάρτης του Φλαμανδού χαρτογράφου Ορτέλιους (1624). Φαίνονται οι λαοί που υπήρχαν γύρω από τον Εύξεινο Πόντο, κατά την αρχαιότητα. Ανάμεσα τους διακρίνονται οι περιοχές από τις οποίες πέρασαν οι Αργοναύτες, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά.

Οι Αργοναύτες από την Μαιώτιδα λίμνη, εξέρχονται στον Εύξεινο Πόντο, καθόσον σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, φτάνουν στους Ταύρους, στην Ταυρίδα που είναι η σημερινή χερσόνησος της Κριμαίας. Δηλαδή κατευθύνονται από τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου προς τα δυτικά. Από δω και πέρα αρχίζει το πολυσυζητημένο ταξίδι της επιστροφής. Στην συγκεκριμένη εργασία παρουσιάζουμε αυτή την διαδρομή βασιζόμενοι αποκλειστικά στους στίχους των Ορφικών Αργοναυτικών.

Πορεία προς τον Ατλαντικό Ωκεανό

Οι Αργοναύτες έφτασαν στις χαράδρες των Ριπαίων ορέων και μέσα από ένα στενό ποτάμιο ρεύμα «πέφτουν»- σύμφωνα με το κείμενο- στον Ωκεανό, τον οποίο οι Υπερβόρειοι ονομάζουν Κρόνιο Πόντο και Νεκρά Θάλασσα. Τα Ριπαία Όρη βρίσκονται κοντά στη οροσειρά των Άλπεων και ταυτίζονται με τον Μέλανα Δρυμό (σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας), από όπου πηγάζει ο πλωτός ποταμός Δούναβης (κατά την αρχαιότητα Ίστρος) που εκβάλει στον Εύξεινο Πόντο, όπως αναφέρεται σε αρχαίες πηγές, όπως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος (Fragmenta, 18b), («τὸν δὲ Ἴστρον καταφέρεσθαι ἐκ

Εικόνα 3: Η ναυπήγηση της Αργούς. Διακρίνονται η Αθηνά (αριστερά), ο Τίφυς (στο μέσο) και ο Άργος (δεξιά). Ρωμαϊκό ανάγλυφο από τερακότα του 1ου αιώνα μ.Χ., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

τῶν Ῥιπαίων ὀρῶν, ἅ ἐστι τῆς Κελτικῆς»), αλλά και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά (IV, στ. 284-286).  Άλλωστε το ίδιο το ορφικό κείμενο, θα τοποθετήσει τα Ριπαία Όρη κοντά στις Άλπεις (στ. 1123-1131), όταν μιλήσει για την χώρα των Κιμμερίων που ζουν μέσα στο σκοτάδι. Αυτή η «σκοτεινότητα» αποδίδεται από το ίδιο το αρχαίο κείμενο σε μια περιοχή που βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα ψηλά βουνά, οπότε οι ακτίνες του Ηλίου δεν βρίσκουν δίοδο για να φτάσουν επί του εδάφους.

Αυτό σημαίνει ότι οι Αργοναύτες εισήλθαν στον ποταμό Δούναβη, έφτασαν στην Κεντρική Ευρώπη, πέρασαν στον επίσης πλωτό ποταμό Ρήνο και οδηγήθηκαν στο σημερινό Ρότερνταμ, στην Ολλανδία, όπου εκβάλλει ο Ρήνος, οπότε βρέθηκαν (‘ἒμπεσε δ’ Ὠκεανῷ’) στον Κρόνιο Πόντο (Εικόνα 4). Σύμφωνα με πολλά αρχαία κείμενα ο ‘Κρόνιος Πόντος’ τοποθετείται στον Β. Ατλαντικό Ωκεανό  (π.χ. Anonymous: Hypotyposis Geographias, 45, 8). Επίσης καλείται Υπερβόρειος Ωκεανός (John the Lydian, De mensibus, III, 1, 11; Plutarch, De facie in orbelunae, 941 Α, 10). Η σύνδεση μεταξύ των δυο ποταμών είναι δυνατή από πολλά σημεία όπως η πορεία μέσω ποταμών που οδηγούν στην μεγαλύτερη κοιλάδα, την κοιλάδα Dreisam.

Εκεί, στο Ρότερνταμ, σύμφωνα με το κείμενο, ο καπετάνιος κατηύθυνε την Αργώ προς το δεξιό μέρος του αιγιαλού, δηλαδή προς τα βόρεια. Στη συνέχεια εξ’ αιτίας της άπνοιας που επικρατούσε στην περιοχή, οι Αργοναύτες αναγκάστηκαν να πηδήξουν έξω από το πλοίο και να σύρουν την Αργώ πάνω στα βότσαλα της παραλίας, κινούμενοι «ταχέως» κατά μήκος του αιγιαλού, για έξι μέρες. Προφανώς κινούνται βόρεια. Η ταχύτητα βαδίσματος του μέσου ανθρώπου είναι 4-5 km/h (Browning et al. 2006). Αν υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κινείται άνευ διακοπής όλο το 24ωρο, θα έχει διανύσει περίπου 600 km, σε 6 ημέρες. Η απόσταση αυτή αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στην απόσταση Ρότερνταμ-Esbjerg στην σημερινή χερσόνησο της Γιουτλάνδης (Δανία).

Εικόνα 4: Η πορεία μέσω του Δούναβη και του Ρήνου προς τον Κρόνιο Πόντο.

Η περιγραφή της περιοχής που έφτασαν, όπως της χώρας των Μακροβίων που ζουν σε τόπους χλοερούς, δηλαδή σε λιβάδια, της χαμηλής Ερμιόνειας (προφανώς πεδινή) με τα πολλά βοσκοτόπια, της ακτής, στην οποία είχε τις εκβολές του ο Αχέροντας ποταμός που χαρακτηρίζεται «ψυχρή» περιοχή, ταιριάζουν στις περιοχές της Ολλανδίας, τις βόρειες ακτές της Γερμανίας και την χερσόνησο της Γιουτλάνδης (Δανία). Επίσης τα νερά του ποταμού έχουν χρώμα αργυρό αλλά και χρυσό. Ο υδροβιότοπος Ho Bugt που βρίσκεται σε αυτή την περιοχή, με τους πολλούς αμμόλοφους, που σχηματίζει μία εκτεταμένη λιμνοθάλασσα, ταιριάζει με αυτή την περιγραφή, καθώς το κίτρινο («χρυσό») χρώμα των υδάτων θα μπορούσε να προέλθει από τη διάβρωση των αμμόλοφων από το νερό. Άλλωστε και στο αρχαίο κείμενο διαβάζουμε ότι «το απέραντο ύδωρ του Ωκεανού βουίζει πάνω στην άμμο» και όλη η δυτική ακτή της Δανίας είναι αμμώδης.

Ταξιδεύοντας στον Ατλαντικό Ωκεανό

Σε αυτή την περιοχή, ο κυβερνήτης αντιλαμβάνεται ότι αρχίζει να πνέει  ισχυρός δυτικός άνεμος (στ. 1150) και δίνει εντολή να επιβιβαστούν, να ανοίξουν τα πανιά και να ετοιμαστούν για τον απόπλου προς το ‘Ατλαντικό πέλαγος’, όπως λέει το ίδιο το κείμενο (στ. 1169). Αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος να αποπλεύσει από Ευρωπαϊκή ακτή προς τον Ατλαντικό Ωκεανό με ούριο δυτικό άνεμο; Ο δυτικός άνεμος έχει ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση. Όμως, στη συγκεκριμένη περιοχή φτάνει ένας κλάδος των θαλασσίων ρευμάτων του Βορείου Ατλαντικού Ωκεανού που είναι το Norwegian Current και το οποίο ερχόμενο δυτικά από τον Ατλαντικό Ωκεανό, σε εκείνη την περιοχή στρέφεται βόρεια, κατευθυνόμενο προς τη Σκανδιναβία (Εικόνα 5). Ο κυβερνήτης εκμεταλλεύτηκε αυτό το θαλάσσιο ρεύμα και κατηύθυνε το πλοίο βορειοδυτικά, οπότε παραπλέουν τις Ιερνίδες νήσους (Μεγάλη Βρετανία) από τη βόρεια πλευρά (Σκωτία), ενώ τους ‘σπρώχνει από πίσω μαύρη θύελλα με βροντές που φούσκωνε τα πανιά και το πλοίο έτρεχε γρήγορα’ (1180-1184).

Εικόνα 5: Η διαδρομή των Αργοναυτών στον Κρόνιο Πόντο (μπλε γραμμή). Ο χάρτης δείχνει: α) Τμήμα των ωκεάνιων ρευμάτων του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού (σκούρο χρώμα) β) Την διαδρομή από τις εκβολές του Ρήνου (Ρότερνταμ) μέχρι την παράκαμψη των Ιερνίδων νήσων (Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία) και γ) Την έξι ημερών πορεία, περίπου 600 km, προς τους Μακρόβιους.

Όταν τελικά έφτασαν και απομακρύνθηκαν από το νοτιότερο άκρο αυτών των νησιών (νότιο άκρο Ιρλανδίας) και σε απόσταση περίπου 200 km, βρέθηκαν πλέον σε ανοικτό πέλαγος και δεν διέκριναν καμία στεριά. Αυτό το ταξίδι σύμφωνα με το κείμενο, διαρκεί 12 ημέρες και οι Αργοναύτες αισθάνονται σαν χαμένοι (στ. 1185-1192).

Παρακολουθήσαμε την πορεία της Αργούς μεσοπέλαγα, με ταχύτητα 6-7 km/h [τιμή που δίνει η βιβλιογραφία για τέτοια καράβια (Casson, 1951)] και κατεύθυνση από την Ιρλανδία προς το Γιβραλτάρ. Σύμφωνα με το κείμενο, μετά τη δωδέκατη ημέρα ο Λυγκεύς εντόπισε «από πολύ μακριά» μια νήσο, από τα ορογραφικά νέφη που σχηματίζονται γύρω από το ψηλό βουνό της. Πράγματι, το νοτιότερο άκρο αυτής της διαδρομής απέχει περίπου 100 km από τη νήσο Μαδέρα με υψόμετρο 1862 m ‒η μεγαλύτερη κορυφή Ruivo‒ (Εικόνα 6).

Η θέαση αυτού του νησιού ήταν σημάδι ότι είχαν ήδη προσπεράσει το Γιβραλτάρ γι’ αυτό η Αργώ στρέφεται αμέσως προς τα ανατολικά, με άμεση εντολή του καπετάνιου, σε μια προσπάθεια να εισέλθει στο Γιβραλτάρ. Όμως οι Αργοναύτες βρίσκονται ήδη μέσα στο θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων νήσων που έχει κατεύθυνση προς νότο. Συνεπώς, κινούνται τελικά νοτιοανατολικά και φτάνουν στις ακτές του Μαρόκου, λίγο πιο κάτω από το Γιβραλτάρ, στη χερσόνησο της Essaouira.

Εικόνα 6: Η πορεία στον Ατλαντικό Ωκεανό (μπλε γραμμή), διάρκειας 12 ημερών, όπου με βέλη σημειώνονται τα θαλάσσια ρεύματα. Επίσης σημειώνεται η τοποθεσία της νήσου Μαδέρας που αντιστοιχεί στην ‘νήσο της Δήμητρας’. Φαίνεται ότι 200 km νότια των Ιερνίδων νήσων δεν διακρίνεται καμία στεριά, ενώ η ίδια η νήσος Μαδέρα γίνεται αντιληπτή από τα ψηλά βουνά της από μία απόσταση περίπου 100 km. Η χώρα της Κίρκης (Αιαία) εντοπίζεται στην χερσόνησο Essaouira του Μαρόκου.

Στην χώρα της Κίρκης

Σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, κατά την τρίτη ημέρα έφτασαν στα δώματα της Κίρκης. Η απόσταση των περίπου 700 km, από την στροφή έξω από την Μαδέρα έως τις ακτές του Μαρόκου (χερσόνησος της Essaouira), διανύεται μέσα σε αυτό το διάστημα με ταχύτητα 9-10 km/h, δηλαδή με την ταχύτητα της Αργούς γύρω στα 6-7 km/h ενισχυμένη από το θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων κατά 1-2 km/h. Η περιοχή αυτή, είναι στους πρόποδες του ‘Ηλίου όρος’, κατά τον Πτολεμαίο [Geography (IV, 1, 3, 1)], ενώ η Κίρκη ήταν η κόρη του Ηλίου και η αδελφή του Αιήτη. Η νήσος Mogador βρίσκεται πολύ κοντά στην χερσόνησο της Essaouira, απέχοντας μόλις 1,5 km, πράγμα που σημαίνει ότι πριν από τόσες χιλιάδες χρόνια, το νησί θα ήταν συνέχεια της σημερινής χερσονήσου και η χερσόνησος θα έμοιαζε με μια εκτενή μακρόστενη νήσο (Εικόνα 7).

Επειδή στο κείμενο των Ορφικών Αργοναυτικών δεν υπάρχει καμία περιγραφή της χώρας της Κίρκης, καθώς εκείνη, σύμφωνα με το ορφικό κείμενο, ουσιαστικά τους έδιωξε, γιατί είχαν διαπράξει φόνο, ανατρέχουμε στη ραψωδία κ΄ της Οδύσσειας, όπου υπάρχει λεπτομερής περιγραφή της περιοχής (Εικόνα 7):

  • H περιοχή είναι δασώδης. Η Essaouira βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Άτλας και πολύ κοντά στην υψηλότερη κορυφή του.
  • Το πλοίο του Οδυσσέα προσέγγισε σε βαθύ λιμένα και πράγματι η περιοχή είναι ένα ασφαλές αγκυροβόλιο.
  • Το καράβι του Οδυσσέα είχε αράξει κοντά σε κάποιο ποτάμι. Πράγματι στην περιοχή υπάρχει το ποτάμι Qued Ksob που απέχει μόλις 2 km από την πόλη της Essaouira.
  • Σε αυτό το ποτάμι πήγε να πιει νερό ένα μεγαλόσωμο ελάφι ψηλοκέρατο, το οποίο ο Οδυσσέας σκότωσε και το πήγε στο καράβι για να φάνε οι σύντροφοί του. Σήμερα γνωρίζουμε ότι στην περιοχή ζει ένα είδος ελαφιού που έχει τα χαρακτηριστικά του μεγαλόσωμου και του ψηλοκέρατου, γνωστό ως Barbary stag (Cervus elaphus barbarus or Atlas deer ), το οποίο είναι υποκατηγορία του κόκκινου ελαφιού.
  • Στο σπίτι της Κίρκης ζουν λύκοι και λιοντάρια. Πράγματι στην περιοχή του Άτλαντα ζει το είδος λύκου African golden wolf (Canis anthus) και το λιοντάρι Barbary lion (Panthera leo – Atlas lion).
Εικόνα 7: Η χερσόνησος της Essaouira στο Μαρόκο, όπου διακρίνεται η νήσος Mogador και το ποτάμι Qued Ksob. Στην περιοχή ακόμη ζουν τα εξής ζώα: το ελάφι Barbary stag (αριστερά), ο αφρικανικός χρυσός λύκος (Canis anthus, στο μέσον), και το Barbary lion (Panthera leo – Atlas lion, δεξιά).

Οι Αργοναύτες στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το ‘στόμιο’ του ποταμού της Ταρτησσού (‘ἀνὰ στόμα Ταρτησσοῖο  ἱκόμεθα’). Σύμφωνα με το Λεξικό Lidell-Scott, η σύνταξη της πρόθεσης ‘ανά + αιτιατική’ δηλώνει κίνηση ‘από κάτω προς τα πάνω’. Επομένως, οι Αργοναύτες κινήθηκαν από το Μαρόκο προς την ‘είσοδο’ του ποταμού της Ταρτησσού (Γουαδαλκιβίρ), στην Ισπανία. Όμως πως είναι δυνατόν να κωπηλάτησαν αντίθετα στο ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων νήσων που υπάρχει στην περιοχή και οδηγεί νότια;

Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτά τα νησιά, υπάρχει μια ευέλικτη διαδρομή που εκμεταλλεύεται την αλλαγή της φοράς των αληγών και ανταληγών ανέμων στην περιοχή και με χρήση των ιστίων και κατάλληλης κωπηλασίας οδηγεί το καράβι να κοντράρει το θαλάσσιο ρεύμα και να κάνει ‘στροφή μέσα στην θάλασσα’ ώστε να κατευθυνθεί προς την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η τεχνική αυτή (volta do mar) έγινε γνωστή από τους Πορτογάλους θαλασσοπόρους (Εικόνα 8). Φαίνεται ότι με αυτό τον τρόπο, οι Αργοναύτες έφτασαν στην Ταρτησσό και από εκεί κατευθύνθηκαν προς τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) και εισήλθαν στην Μεσόγειο Θάλασσα, όπως ακριβώς περιγράφεται στο αρχαίο κείμενο.

 

Εικόνα 8: Η πορεία των θαλασσοπόρων volta do mar, με το κόκκινο βέλος. Με πράσινα βέλη σημειώνεται η κατεύθυνση των ανέμων, ενώ με μπλε βέλη η κατεύθυνση των θαλασσίων ρευμάτων. (https://en.wikipedia.org/wiki/Volta_do_mar#/media/File:Henrican_navigation_routes.gif).

Το ταξίδι μέσα στην Μεσόγειο Θάλασσα

Σύμφωνα πάντα με το αρχαίο κείμενο, περνώντας την Σαρδηνία, τις Αυσόνιες νήσους και τις Τυρρηνικές ακτές (Ιταλία), έφτασαν στον Λιλύβαιο Πορθμό (το πέρασμα ανάμεσα στην Σικελία και την Αφρική). Εκεί, στα νότια της Σικελίας, μετά τον Λιλύβαιο Πορθμό (στ. 1250-1258) υπάρχουν πολλά ενεργά υποθαλάσσια ηφαίστεια και ηφαιστειογενείς νήσοι (Campi Flegrei del Mar Sicilia), που είναι ενεργά προ χιλιάδων ετών μέχρι και σήμερα. Ο μεγαλύτερος υποθαλάσσιος ηφαιστειακός κρατήρας ονομάζεται Εμπεδοκλής, βρίσκεται στην Graham Bank και απέχει 30 km από την ακτή της Σικελίας (Εικόνα 9). Το ηφαίστειο αυτό έχει αναδυθεί και καταδυθεί αρκετές φορές στο παρελθόν, με τελευταία φορά, το 1831. Σήμερα βρίσκεται μόλις έξι μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σε αυτή την περιοχή, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, οι Αργοναύτες συνάντησαν πρώτα τη ‘Χάρυβδη’ (μόνη χωρίς την Σκύλα) και μετά τις ‘Σειρήνες’. Δηλαδή αντίθετα από την περιγραφή της Οδύσσειας.

Η περιγραφή για την Χάρυβδη έχει ως ακολούθως (στ.1254-1264): Σηκώθηκε κυματισμός με ζεματιστό νερό από τον πυθμένα της θάλασσας που περιέρρεε την πλώρη, ενώ τα νερά τραβήχτηκαν από τον βυθό και ως κοχλάζον κύμα έπεσαν στην άκρη του ιστίου. Το καράβι ακινητοποιήθηκε και άρχισε να κάνει περιστροφικές κινήσεις (περιδίνηση) επάνω σε ένα ‘κοίλωμα’ της θάλασσας, ενώ κινδύνευσε να καταβυθιστεί στη λάσπη του πυθμένα. Αυτή η περιγραφή ταιριάζει απόλυτα σε θαλάσσια δίνη προερχόμενη από έκρηξη ενός υποθαλάσσιου ηφαιστείου.

Εικόνα 9: Η περιοχή Campi Flegrei del Mar Sicilia στα νότια της Σικελίας, η οποία περιλαμβάνει πολλά υποθαλάσσια ενεργά ηφαίστεια. Είναι ένας σχηματικός χάρτης του καναλιού της Σικελίας με τέσσερις τοποθεσίες βυθοκόρησης: Graham Bank, Nameless Bank, Pantelleria East και Pantelleria Southeast seamounts (Rotolo et al. 2006).

Στη συνέχεια, πάντα σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, αφού ξέφυγε από αυτή την θαλάσσια δίνη, η Αργώ φτάνει σε έναν προεξέχοντα ‘σκόπελο’, που ήταν πολύ κοντά στην Χάρυβδη (στ. 1265). Η λέξη «σκόπελος» σημαίνει, σύμφωνα με το Λεξικό Liddell –Scott, «ψηλός βράχος ή κορυφή», «απόκρημνο μέρος προς την θάλασσα ή ακρωτήρι». Εκεί κοντά υπάρχει κάποιος άλλος απόκρημνος βράχος (‘πέτρη ἀπορρώξ’) ο οποίος αναδύεται προς τα επάνω πιέζοντας την θάλασσα, διαμέσου χασμάτων, ενώ βουίζει ο κυματισμός, ανάμεσα στα χάσματα (στ. 1265-1275). Πάνω σε αυτόν τον βράχο κάθονται οι Σειρήνες που εκπέμπουν ‘λιγυρήν’ φωνή (και όχι σε χλοερό λιβάδι, όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια). Σύμφωνα με το Λεξικό Liddell –Scott, η λέξη ‘λιγυρήν’ σημαίνει καθαρός, ευκρινής, συρίζων, οξύς ισχυρός ήχος. Οι Αργοναύτες αφήνουν τα κουπιά και η Αργώ κατευθύνεται προς τις Σειρήνες, οι οποίες τώρα αναφέρεται ότι κάθονται σε ‘προβλήτα κολωνόν’, δηλαδή προεξέχοντα ‘λόφο’ (στ. 1273) και όχι σε απόκρημνο βράχο (‘πέτρη ἀπορρώξ’), που αναφέρει λίγους στίχους παραπάνω. Η περιγραφή συνάδει με την ανάδυση μίας ηφαιστειογενούς νησίδας ως επακόλουθο έκρηξης υποθαλάσσιου ηφαιστείου.

Ο οξύς ισχυρός ήχος που συνοδεύει την ηφαιστειακή έκρηξη ως αποτέλεσμα αναταράξεων και τριβής που δημιουργείται από τα θερμά αέρια καθώς επιταχύνονται προς τα πάνω και διαφεύγουν από τον κρατήρα, περιέχοντας θραύσματα μάγματος, τέφρας και άλλα σωματίδια, (Medici et al. 2013, http://volcano.oregonstate.edu/volcano-soundsduring-eruptions) παρομοιάζεται με την ‘λιγυρή φωνή των Σειρήνων’. Πιθανώς λόγω του διαπεραστικού ήχου, οι Αργοναύτες αφήνουν τα κουπιά, για να κλείσουν τα αφτιά τους και ο Ορφέας καλύπτει τον ήχο παίζοντας φόρμιγγα. Το πλοίο ακυβέρνητο κατευθύνεται προς τον «λόφο των Σειρήνων».

Τότε από έναν άλλο ‘σκόπελο’ που χαρακτηρίζεται χιονοσκεπής (‘νιφόεντα’), οι Σειρήνες εξέπεμψαν φοβερό στεναγμό και αυτοκτόνησαν πέφτοντας στην θάλασσα από το άκρον του γκρεμού, οπότε μεταμορφώθηκαν σε μικρούς βράχους (στ. 1284-1289). Ο «φοβερός στεναγμός» εκφράζει ποιητικά τον πολύ ισχυρό ήχο της εκτίναξης του θόλου του υποθαλάσσιου ηφαιστείου. Παρατηρούμε επίσης ότι οι ‘Σειρήνες’ πέφτουν στην θάλασσα, όπως λέει το κείμενο, ως δίσκοι (‘δίσκευσαν’), (στ. 1289) δηλαδή εκτελώντας περιστροφική κίνηση στον αέρα, όπως κάνει ο δίσκος που πετά ο δισκοβόλος. Περιγραφή που αποδίδει πολύ παραστατικά την κίνηση τεμαχίων λάβας που εκτοξεύονται από τον ηφαιστειακό κρατήρα κατά την έκρηξη. Αν επρόκειτο για ανθρώπινα σώματα, η περιγραφή θα μιλούσε για κατακόρυφη πτώση, λόγω του βάρους. Φαίνεται ότι αυτή η πτώση της λάβας συνδέεται με την εμφάνιση μικρών ηφαιστειογενών βράχων που αναδύθηκαν μέσα από την θάλασσα.

Εικόνα 10: Η πορεία των Αργοναυτών μέσα στην Μεσόγειο θάλασσα.

Ο χαρακτηρισμός «χιονοσκεπής» πιθανώς δηλώνει την λευκή απόχρωση των συστατικών της λάβας (π.χ. περλίτης, κίσσηρη, σκωρία) με την οποία είναι καλυμμένος ο συγκεκριμένος ‘σκόπελος’. Αλλά επίσης, κοντά σε αυτή την περιοχή, στα νότια της Σικελίας που απέχει μόνο 5 km από το Porto Empedocles, βρίσκεται ένας κόλπος ( η τουριστική περιοχή Scala dei Turchi) στον οποίο δεσπόζουν πολλοί λευκοί βράχοι. Πρόκειται για ιζηματογενή πετρώματα ηλικίας χιλιάδων ετών.

Οι Αργοναύτες τελικά φεύγουν από την Σικελία και διασχίζουν την ‘κυματώδη θάλασσα και τον κόλπο’ (προφανώς) του Τάραντα με τα πανιά καθώς πνέει ισχυρός άνεμος. Έφτασαν στην Κέρκυρα και στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν νότια προς τον Αμβρακικό κόλπο (Εικόνα 10). Από εκεί ο ισχυρός άνεμος τους έσπρωξε προς τον κόλπο της Σύρτης (Β. Αφρική). Διασωθέντες (το αρχαίο κείμενο των Ορφικών Αργοναυτικών δεν αναφέρει τι έγινε τη Β. Αφρική) κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη. Όμως ο χάλκινος γίγαντας, δηλαδή ο Τάλως, όπως αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά (IV, 1638) δεν τους επέτρεπε να βγουν σε κάποιο λιμάνι. Πάλευαν με τα μεγάλα κύματα (του Κρητικού Πελάγους) κάτω από μαύρα σύννεφα που ‘έτρεχαν’ στον ουρανό, με σκοπό να φτάσουν στους Μελάντιους Βράχους. Πρόκειται για τις δυο βραχονησίδες (Παχιά και Μακρά) που βρίσκονται λίγο νοτιότερα της Ανάφης. Ο εντοπισμός τους αναφέρεται επίσης στην εργασία του κ. Σ. Σοφιά (2009).

Οπότε ο Παιάν (Απόλλων), εξαπέλυσε ένα βέλος και με αυτό τους υπέδειξε ένα νησί, προς το οποίο και κατευθύνθηκαν. Επειδή το νησί αυτό ‘ανεφάνη’ μέσα στο σκότος και την τρικυμία, ονομάστηκε Ανάφη. Όμως o Ιάσων, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, δεν μπορούσε να βγει στην στεριά καθώς ήταν μιαρός και δεν του το επέτρεπε η θεότητα (στ. 1360 ). Έτσι τελικά οι Αργοναύτες κωπηλατώντας έφτασαν στο ακρωτήριο του Μαλέα (Πελοπόννησος). Εκεί ο Ορφέας σύμφωνα με την εντολή της Κίρκης κατέβηκε για να πάει στην είσοδο του Άδη που βρίσκεται στο όρος Ταίναρο και να κάνει καθαρμό (στ. 1370 ). Οι Αργοναύτες συνέχισαν το ταξίδι τους προς την Ιωλκό, ενώ ο Ορφέας όταν τελείωσε το έργο του, επέστρεψε σύμφωνα με το κείμενο στους πρόποδες του Ολύμπου, στα Λείβυθρα της Πιερίας (σημερινό Σκότινα, κοντά στην Κατερίνη).

Εικόνα 11: Κωνσταντίνος Βολανάκης, Η επιστροφή των Αργοναυτών, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Συμπέρασμα

Παρακολουθήσαμε την πορεία της Αργούς, σύμφωνα με τα λεγόμενα Ορφικά Αργοναυτικά. Διαπιστώσαμε ότι όντως η διαδρομή είναι πραγματοποιήσιμη με πλεύση εντός των μεγάλων ποταμών της Ευρώπης που κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέουν τον Εύξεινο Πόντο με τον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Η περιγραφή του ταξιδιού μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο οποίος αναφέρεται με αυτό ακριβώς το όνομα μέσα στο αρχαίο κείμενο, δείχνει υψηλή γνώση ναυσιπλοΐας με χρήση των θαλασσίων ρευμάτων. Επίσης η γνώση των Ηράκλειων Στηλών και της Ταρτησσού, δηλώνει ότι δεν ήταν οι πρώτοι που έκαναν αυτό το ταξίδι, στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Εντοπίσαμε την νήσο Μαδέρα, ως την αναφερόμενη από το κείμενο νήσο της Δήμητρας και την χερσόνησο της Essaouira με την νήσο Mogador, στο Μαρόκο, ως την χώρα της Κίρκης, κόρης του Ηλίου. Η περιοχή αναφέρεται ως ‘Ηλίου όρος’ από τον Πτολεμαίο. Σύμφωνα με την Οδύσσεια, εκεί κοντά βρισκόταν και το παλάτι της Ηούς, αδελφής του Ηλίου (Od.12.1-5). Από το αρχαίο κείμενο είναι σαφές ότι η χώρα της Κίρκης βρίσκεται εκτός των Ηράκλειων Στηλών (Γιβραλτάρ), δηλαδή στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Επισημαίνουμε την διαφορετική περιγραφή της Χάρυβδης και των Σειρήνων όπως αυτή αναφέρεται στην Ομηρική Οδύσσεια και στα Ορφικά Αργοναυτικά. Οι Αργοναύτες διέσχισαν τον Λιλύβαιο Πορθμό στα νότια της Σικελίας με τα πολλά υποθαλάσσια ηφαίστεια. Η περιγραφή υποδεικνύει ότι η πλεύση τους συνέπεσε με μια ηφαιστειακή έκρηξη. Η Χάρυβδη αντιστοιχεί σε περιγραφή θαλάσσιας δίνης ως επακόλουθο αυτής της υποθαλάσσιας ηφαιστειακής έκρηξης και οι βράχοι των Σειρήνων αντιστοιχούν σε ανάδυση ηφαιστειογενών νησίδων λόγω αυτής της έκρηξης. Οι τρομεροί ήχοι των εκτινάξεων λάβας αντιστοιχούν στον οξύ και διαπεραστικό ήχο των Σειρήνων οι οποίες τελικά στροβιλίζονται στον αέρα ως δίσκοι που πετούν οι δισκοβόλοι (εκτόξευση και πτώση της λάβας) και πέφτουν στην θάλασσα όπου μεταμορφώνονται σε μικρά ηφαιστειογενή βραχάκια.

Στην Οδύσσεια, οι Σειρήνες βρίσκονται σε χλοερό λιβάδι κοντά στην χώρα της Κίρκης, ενώ στα Ορφικά Αργοναυτικά βρίσκονται πολύ μακριά από την χώρα της Κίρκης και με άλλη περιγραφή. Το ίδιο ισχύει και για την Χάρυβδη που στην Οδύσσεια βρίσκεται μαζί με την Σκύλα μετά τις Σειρήνες, κοντά στην χώρα της Κίρκης. Στην Οδύσσεια η Χάρυβδη περιγράφεται ως φαινόμενο πλημμυρίδας- άμπωτις που συμβαίνει τρεις φορές την ημέρα και όχι ως θαλάσσια δίνη που περιγράφεται στα Ορφικά Αργοναυτικά.

                                                                       

 

Ο Κωνσταντίνος Καλαχάνης είναι  Δρ.Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ.
Η Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Ιωάννης Κωστίκας είναι τελειόφοιτος του  Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.
Ο Στράτος Θεοδοσίου είναι Αστροφυσικός, μέλος του Σώματος Ομοτίμων Καθηγητών του ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βασίλειος Ν. Μανιμάνης είναι συγγραφέας.
Η Ευαγγελία Πάνου είναι στέλεχος Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ στον Tομέα Παιδείας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος είναι Καθηγητής του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ
Ο Silvio Rotolo είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Παλέρμο (Dipartimento di Scienze della Terra e del Mare -DISTEM)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Browning, R. C., Baker, E. A., Herron, J. A. and Kram, R. (2006). ‘Effects of obesity and sex on the energetic cost and preferred speed of walking’. Journal of Applied Physiology 100 (2): 390–398.

Casson, L. (1951). ‘Speed under sail of ancient ships’, Transactions of the American Philological Association  Vol. 82 (1951), pp.136-148.

Orphica, Procli Hymni, Musaei Carmen de Hero et Leandro, Callimachi Hymni et Epigrammata, Editio Stereotypa, Lipsiae, 1829

Ορφικά, Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου του Ι. Πασσά (1950)

Kalachanis, Κ., Preka-Papadema, P., Kostikas, I., Theodossiou, E., Manimanis,V.N., Panou, E., Rotolo, S.G., Kyriakopoulos, K. (2017). ‘The Argonautica Orhica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’, MAA, Vol. 17, no. 2, p.77-95.

Kalachanis, Κ., Preka-Papadema, P., Kostikas, I., Theodossiou, E., Manimanis,V.N., Panou, E., Rotolo, S.G., Kyriakopoulos, K. (2018). ‘Supplementary notes on the article The Argonautica Orhica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’ , MAA, in press.

Passas, I. (1950). The Orphics, Encyclopedia of Helios Publications, Athens (in Greek).

Rotolo, S. G. Castorina, F. Cellura, D. and Pompilio, M. (2006). ‘Petrology and Geochemistry of Submarine Volcanism in the Sicily Channel Rift’ The Journal of  Geology, volume 114, p. 355–365.

Sofias, S. (2009). ‘Orpheus and Argonauts’, Noon Publ., Athens (in Greek).

“Το τραμ το τελευταίο». Τα μέσα μαζικής μεταφοράς του παρελθόντος.

 

“Το τραμ το τελευταίο”. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς
του παρελθόντος

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…
[Σπύρος Μελάς]

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…
[Γιώργος Ιωάννου]

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.
[Τίμος Μωραϊτίνης ]

 

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου Καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

Πηγή:
“Το τραμ στη λογοτεχνία”
—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδικό αφιέρωμα για το τραμ

Αθήνα (πλατεία Συντάγματος), 1911.
Θεσσαλονίκη – Χορτιάτης, αρχές του Μεσοπολέμου.
Θεσσαλονίκη (διασταύρωση Μεγ. Αλεξάνδρου και Εγνατίας), Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1945.
Αθήνα, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Πειραιάς, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Αθήνα, 1952.
Ομόνοια-Πετράλωνα, Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας.
Καλύβια Αγρινίου.
Βαθύ-Καρλόβασι, Σάμος.
Καβάλα
Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στο σταθμό του Νέου Φαλήρου.
Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Πειραιά-Κηφισιάς, εσωτερικό οχήματος.
Ο τερματικός σταθμός του Πειραιά το 1981.
Τα πράσινα λεωφορεία του Πειραιά, δεκαετία του ’60.
Το τρόλλεϋ της Αθήνας….
…και του Πειραιά.
Ανθρωποκυνηγητό μέσα στους δρόμους της Αθήνας με τον Jean-Paul Belmondo (Le casse, 1971).
Εισπράκτορας λεωφορείου, δεκαετία του ΄70.
Πειραιάς, δεκαετία του ΄70.
ΚΤΕΛ Καρδίτσας κάτω από την Ακρόπολη, δεκαετία του ΄70.
Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο), δεκαετία του ΄80.
Αθήνα, διώροφα λεωφορεία, 1982.
Το τραμ του Περάματος.
Το τραμ το τελευταίο. Το κλείσιμο της γραμμής το 1977.

Αθάνατα στιγμιότυπα από ελληνικές κωμωδίες

Ο ζηλιαρόγατος, 1956

Η θεία από το Σικάγο, 1957.

Η διεθνής διάσταση

Le casse, 1971.

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου