Skip to main content

Στράτος Ν. Δορδανάς: Ο εμπνευστής της ιδέας; Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός

Αφιέρωμα στον Εθνικό Διχασμό

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς

Ο εμπνευστής της ιδέας;

Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός[1]

 

 

Εισαγωγικά: Η πρώτη και τελευταία άδεια

 Η 13η Σεπτεμβρίου 1915 είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο για τον Ernst von Falkenhausen, τον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο στην πρεσβεία Αθηνών: Γύρω στις 09:30 έλαβε τα πρώτα ευχάριστα νέα ότι η αίτησή του για άδεια είχε εγκριθεί και έτσι μετά από ακριβώς δεκατέσσερις μήνες θα επέστρεφε στο αγαπημένο του Βερολίνο και στις αγκάλες της οικογένειάς του που τόσο είχε επιθυμήσει και στερηθεί εξαιτίας του πολέμου. Η ημέρα συνεχίστηκε εξίσου ευχάριστα και κατά το μεσημέρι έπαιρνε πρωινό με τη βασίλισσα στο Τατόι, συζητώντας για μία ώρα οι δύο τους, όπως συνήθιζαν άλλωστε να κάνουν όλο το προηγούμενο διάστημα, γύρω από τις τρέχουσες εξελίξεις. Όλα έβαιναν καλώς και ήσυχα μέχρι που έφτασε στα χέρια του η αναμενόμενη απάντηση από το υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με τις γερμανικές εγγυήσεις που εναγωνίως περίμενε ο βασιλιάς για να συγκατανεύσει στη βουλγαρική στρατιωτική εμπλοκή (και να παραμείνει αδρανής) ενόψει της δεύτερης επίθεσης στη Σερβία.

Από εκείνη τη στιγμή ο Falkenhausen έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του και εξεμάνη –για πολλοστή φορά εναντίον των διπλωματών– γιατί δεν ζητούνταν μόνο η επαναβεβαίωση της ουδετερότητας εκ μέρους του βασιλιά, αλλά και από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή από τον Βενιζέλο, τοποθετώντας στη σχετική ημερολογιακή σημείωσή του και δύο θαυμαστικά δίπλα στο όνομα του πρωθυπουργού. Για τον ίδιο, το γεγονός αυτό ήταν μία ακόμα ατράνταχτη απόδειξη ότι η Wilhelmstraße απείχε παρασάγγας από την κατανόηση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας: «[…] Εμείς με τον βασιλιά και ορισμένους εμπίστους κάνουμε πολιτική εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου· αυτό σημαίνει ότι όσο ο Βενιζέλος παραμένει στην εξουσία, δεν μπορούμε να έχουμε απτά αποτελέσματα της πολιτικής μας αυτής με τον βασιλιά Κωνσταντίνο». Η οργή του Falkenhausen δεν καταλάγιασε ούτε την επομένη, όταν ένας μαινόμενος βασιλιάς έστειλε τον Ιωάννη Μεταξά για να ζητήσει τον λόγο. Απέναντι στον καλό και πιστό φίλο του επανέλαβε όσα είχε πει πρώτα στον εαυτό του και μετά στον πρέσβη, ότι δηλαδή το υπουργείο Εξωτερικών έδειχνε να μην γνωρίζει ή να μην κατανοεί ότι στην Ελλάδα υφίστατο δυαρχία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά, με τον τελευταίο να έχει επανειλημμένως μέχρι τότε αποδείξει ότι κρατούσε τον λόγο του, κρατώντας την Ελλάδα ουδέτερη.

Στις 15 Σεπτεμβρίου άφησε προσωρινά τα προβλήματα πίσω του για να ξεκινήσει ως αδειούχος το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα. Μέσω Λάρισας-Αμυνταίου-Θεσσαλονίκης πέρασε στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (Δράμα-Αλεξανδρούπολη) και από εκεί συνέχισε για Σόφια-Βουκουρέστι-Βουδαπέστη για να αφιχθεί τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης στο Βερολίνο και να σφίξει τα παιδιά του στην αγκαλιά του. Όμως, οι προσωπικές-ανέμελες στιγμές δεν κράτησαν παρά λίγες ώρες γιατί μέσα στην ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον Έλληνα πρέσβη Νικόλαο Θεοτόκη για να συμφωνήσουν αμέσως ότι επέκειτο η νέα πτώση Βενιζέλου. Δεν υπήρξε ημέρα για τον ίδιο που να μην έχει «άρωμα» Ελλάδας, σε βαθμό που έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ από την Αθήνα. Αυτό δεν ήταν πρωτόγνωρο για τον εργασιομανή Falkenhausen, που πέρασε σχεδόν όλο το διάστημα της άδειάς του διαβουλευόμενος με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία γύρω από το ελληνικό ζήτημα.

Βερολίνο, Ιούνιος 1915. Η συμβολή της λεωφόρου Unter den Linden με την Friedrichstrasse.

Στα τέλη του μήνα συναντήθηκε με τον Erich von Falkenhayn, έγινε δεκτός από τον ίδιο τον Kaiser και στις 4 Οκτωβρίου βρέθηκε με τον Θεοτόκη στο Γενικό Επιτελείο για να διευθετήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της επανορθωτικής γερμανικής απάντησης που αυτή τη φορά θα άφηνε απόλυτα ικανοποιημένο τον Κωνσταντίνο. Τα νέα της αποβίβασης της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη οδήγησαν αργότερα τα βήματά του στο υπουργείο Εξωτερικών για ανταλλαγή απόψεων με τον υπεύθυνο επί των βαλκανικών θεμάτων Frederic Hans von Rosenberg. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους υποστήριξε αμέσως την άποψη ότι η σημαντική αυτή εξέλιξη συνιστούσε μία ακόμα «μπλόφα» του Βενιζέλου με σκοπό την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, αλλά και έδινε μία ακόμα αφορμή στον βασιλιά να εκδιώξει τον πρωθυπουργό. Ταυτόχρονα, άρχισε να επεξεργάζεται ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης, αναγνωρίζοντας ότι επί του παρόντος δεν ήταν ρεαλιστική η ενεργή (στρατιωτική) αντίσταση στα σχέδια Βενιζέλου-Αντάντ. Αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί υπό προϋποθέσεις και μόνο με τη γερμανική υποστήριξη, όταν και υπολογιζόταν ότι η επερχόμενη σερβική ήττα θα άνοιγε τον δρόμο για την άμεση (εδαφική) επικοινωνία με την Ελλάδα. Τότε θα άνοιγε επίσης ο δρόμος της στρατιωτικής αναμέτρησης του Κωνσταντίνου με την Αντάντ και στην περίπτωση αυτή χρειαζόταν: α) να αποτελέσουν οι Βουλγαρία-Ρουμανία τον ελληνικό σιτοβολώνα για να αντιμετωπίσει η χώρα τον συμμαχικό αποκλεισμό και να απαλλαγεί από τον εφιάλτη του λιμού, β) τα γερμανικά υποβρύχια στη νοτιοανατολική Μεσόγειο να τεθούν στη διάθεση του βασιλιά, γ) να προβλεφθούν αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα προκαλούνταν σε περίπτωση βομβαρδισμού παραθαλάσσιων πόλεων από την Αντάντ. Η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων θα άναβε αυτομάτως το «πράσινο φως» για τη σύγκρουση στον κατάλληλο χρόνο, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ελληνικές στρατιωτικές αποθήκες θα συνέχιζαν να τροφοδοτούνται με γερμανικό πολεμικό υλικό και κυρίως οβίδες πυροβολικού. Αφού το σχέδιό του έτυχε της επιδοκιμασίας τόσο του Rosenberg όσο και στη συνέχεια του γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών Gottlieb Jagow, ενημέρωσε το Γενικό Επιτελείο και προσωπικά τον Falkenhayn, από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι θα ασχολούνταν ο ίδιος με τις προοπτικές και τις παραμέτρους υλοποίησής του.

Gottlieb von Jagow.
Frederic Hans von Rosenberg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είχε πλήρη επίγνωση ο Falkenhausen ότι οι προτάσεις του ήταν ικανές να αλλάξουν τον ρου των ελληνικών εσωτερικών εξελίξεων και να επιλύσουν τον γόρδιο δεσμό του δυϊσμού, αποκόπτοντας μια δια παντός τη βενιζελική κεφαλή από το πολιτικοκοινωνικό σώμα της. Παίρνοντας πρωινό με τον Θεοτόκη πληροφορήθηκαν από γαλλικές πηγές για την πτώση του υπουργείου Βενιζέλου και αγαλλίασαν με τη διαπίστωση ότι «όσα είχαν ευχηθεί, γίνονταν τώρα πραγματικότητα». Και δεν θα ήταν το μόνο που θα εκπληρωνόταν από τον γερμανικό κατάλογο των ευχών, αλλά και των σχεδιασμών επί χάρτου: Την ίδια ακριβώς ημέρα που τα πρώτα συμμαχικά τμήματα πατούσαν στο έδαφος της Θεσσαλονίκης και εγκαινίαζαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ευρώπη, ετίθετο ο θεμέλιος λίθος όσων επρόκειτο να λάβουν χώρα κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών έναν και πλέον χρόνο αργότερα.

 

Προετοιμάζοντας τη σύγκρουση με όπλα τις λέξεις

Δύο μήνες μετά την έκρηξη του πολέμου ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα Arco von Quadt (Graf/v. Quadt zu Wykradt und Isny) ήταν έτοιμος να προβεί στην πρώτη δυναμική δημόσια παρέμβασή του για να ζητήσει την ισότιμη μεταχείριση των εμπολέμων από την πλευρά των ελληνικών εφημερίδων. Μέχρι τότε είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως στον Βενιζέλο αλλά και (τυπικά) στον Κωνσταντίνο για τη μεροληπτική κάλυψη των γεγονότων από τον Τύπο, που συνέβαλε αποφασιστικά στο να γέρνει η πλάστιγγα της κοινωνικής συμπάθειας και των φιλικών αισθημάτων καταφανώς υπέρ των Αγγλογάλλων.

Δεν έτρεφε αυταπάτες η γερμανική πλευρά ότι η Ελλάδα θα αγνοούσε τους παραδοσιακούς συμμαχικούς δεσμούς της με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και θα τηρούσε αυστηρή ουδετερότητα έναντι των εμπολέμων ή ότι η περιχαρακωμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα γερμανοφιλία ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τα εδραιωμένα πολιτικοοικονομικά ερείσματα των Εγγυητριών Δυνάμεων. Χρειαζόταν επομένως να μετατραπεί ο ελληνικός χώρος σε προπαγανδιστικό πεδίο μάχης και να καλυφθεί με κάθε πρόσφορο τρόπο το αγγλογγαλικό προβάδισμα στην ψυχή και το μυαλό των Ελλήνων. Επιπλέον, έναντι της «γριάς αλεπούς», του Βενιζέλου κατά τον Falkenhausen, έπρεπε να θωρακιστεί ο βασιλιάς και οι άνθρωποί του και να ενισχυθεί η ουδετερόφιλη πολιτική ως κόρη οφθαλμού, τις στιγμές κυρίως που ο αδύναμος εκ χαρακτήρα Κωνσταντίνος θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τον γητευτή της πολιτικής πρωθυπουργό του. Η διπλή αυτή αποστολή ανατέθηκε στον πρώην αντιπρόσωπο της Krupp στην Αθήνα Carl Freiherrn Schenck von Schweinsberg, γνωστότερο ως βαρόνο Schenck, που γρήγορα έχτισε τον δικό μου μύθο μέχρι την απομάκρυνσή του από τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 1916.

Την έφερε ομολογουμένως σε πέρας με μεγάλη επιτυχία ο επικεφαλής της γερμανικής προπαγάνδας στην Ελλάδα, ασχέτως αν άξιζε τελικά το Βερολίνο να δαπανήσει για τον σκοπό αυτόν συνολικά 6.000.000 μάρκα. Αν και έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με την αξιολόγηση της δράσης του βαρόνου, εκείνο που συνήθως δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η πραγματική συμβολή του στη διάνοιξη και στη συνεχή τροφοδότηση του χάσματος μεταξύ των βασιλικών θέσεων και των πρωθυπουργικών επιδιώξεων. Άλλωστε, η πρώτη παραίτηση Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1915 αποτέλεσε αποκλειστικό έργο των εντατικών προσπαθειών του δίπτυχου Schenck-Falkenhausen, που έδρασαν υπό την επίσημη κάλυψη του νέου πρέσβη Mirbach-Harff (Wilhelm Graf von), και χαιρετίστηκε (πανηγυρίστηκε για την ακρίβεια) ως μία μεγάλη γερμανική νίκη. Και παρά τις ισχυρές συγκρούσεις στο εσωτερικό της πρεσβείας, οι τρεις άνδρες ήταν πραγματικά άκρως αποτελεσματικοί: ο πρέσβης ως ο θεσμικός προασπιστής των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα και χρηματοδότης των μηχανισμών προπαγάνδας και κατασκοπείας, ο Schenck ως ο ανεπίσημος συνεργάτης της πρεσβείας και διαμορφωτής του προπαγανδιστικού και κατασκοπευτικού έργου, αλλά κυρίως ως ο ακλόνητος ενισχυτής της θέσης και στάσης του Κωνσταντίνου και μηχανικός της ψυχολογίας του, με τη σειρά του ο στρατιωτικός ακόλουθος επισήμως ως το αντίπαλο δέος των ομοτέχνων του στην Αθήνα και εξόχως παρασκηνιακά ως ο έμπιστος της Σοφίας και πρωταγωνιστής πίσω από τις μεγάλες μηχανορραφίες εναντίον του Βενιζέλου, με αποκορύφωμα το σχέδιο της δολοφονίας του.

Wilhelm Graf von  Mirbach-Harff.
Εφημερίδα Πατρίς, 11 Ιουλίου 1915.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συχνά υποστηρίζεται ότι η δυναμική της γερμανικής προπαγάνδας διογκώθηκε ανέλπιστα και τα όποια κέρδη της επί του πεδίου πολλαπλασιάστηκαν εξαιτίας της συμμαχικής αντίδρασης, που αργοπορημένα αντιλήφθηκε τους κινδύνους και στην προσπάθειά της να καλύψει το χαμένο έδαφος προέταξε περίσσια βιαιότητα, καταπατώντας το κύρος ενός ουδέτερου κράτους και προσβάλλοντας τις ελληνικές ευαισθησίες. Δεν απέχουν αυτές οι επισημάνσεις από την πραγματικότητα, κάτι άλλωστε που αναγνώριζαν με ικανοποίηση και οι Γερμανοί. Η παρατηρούμενη μεταστροφή του κλίματος, που παρακολούθησε τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων με την Αντάντ, δεν οφειλόταν ωστόσο αποκλειστικά στην πολιτική της κανονιοφόρου και στη συμπεριφορά έναντι της χώρας ως προτεκτοράτου· αποτελούσε σοβαρό απότοκο της γερμανικής εισχώρησης σε καίριους θεσμικούς οργανισμούς, όπως ήταν το Γενικό Επιτελείο και οι υπηρεσίες τήρησης της τάξης, όπως και στη προσβασιμότητα σε όλα τα τύποις στεγανά του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κατέστη «άντρο» των κάθε λογής πρακτόρων και κατασκόπων (εδώ ενδιαφέρει η γερμανική εμπλοκή) αφενός γιατί διατέθηκαν τα απαραίτητα ποσά για τη στρατολόγησή τους και αφετέρου γιατί υποστηρίχθηκαν σκανδαλωδώς από τον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και με τη βασιλική προσωπική παρέμβαση όταν χρειάστηκε. Αν απουσίαζε η κρατική υποστήριξη των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων, είναι αμφίβολο κατά πόσο θα ήταν σε θέση τα μίσθαρνα όργανα των Schenck-Falkenhausen να φέρουν σε πέρας στοιχειωδώς την αποστολή τους, ιδιαίτερα στην αφιλόξενη Μακεδονία λόγω της παρουσίας των στρατευμάτων της Αντάντ.

Ο Falkenhausen (πρώτη σειρά δεύτερος από δεξιά) με συναδέλφους του στη Δράμα τον Αύγουστο 1918 [Πηγή: BArch, N 2068/38].

Αντίστοιχα, δεν αρκούσε από μόνη της η εξαγορά εφημερίδων και μεμονωμένων δημοσιογράφων και η αλλαγή της πολιτικής πλεύσης τους, οι αργυρώνητοι κατά τον Βενιζέλο, αν δεν συνοδεύονταν από την ενίσχυση και τη διάσωση, όποτε κρίθηκε επιβεβλημένο, του σώματος των αντιβενιζελικών πολιτικών· από τη διάσωση κατά κύριο λόγο του ίδιου του Θρόνου που ήταν η ισχυρότερη συγκολλητική ουσία του μαχόμενου αντιβενιζελισμού και διέθετε τον αρτιότερο προπαγανδιστικό δημόσιο λόγο για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και τη μετατροπή του στρατού σε πολιτικό παρεμβατικό μηχανισμό. Σε μία διψασμένη για χρήματα αγορά και σε μία ούτως ή άλλως κατακερματισμένη κοινωνία, το Βερολίνο μέσω των οργάνων του χρησιμοποίησε αρχικά ως όπλα τις λέξεις και στη συνέχεια επίλεξε να καταφύγει στα όπλα εξοπλίζοντας τους Επιστράτους και παρακινώντας/πείθοντας τον Κωνσταντίνο να πολεμήσει για την μακροημέρευση της δυναστείας του. Κληρονομημένες από το παρελθόν πολιτικοκοινωνικές αντιπαραθέσεις και υφιστάμενα ακόμα δομημένα αδιέξοδα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής επρόκειτο να βρουν προσωρινή διέξοδο στις εμφύλιες συγκρούσεις υπό την σκέπη του παγκοσμίου πολέμου και με τις «ευλογίες» του Βερολίνου.

 

Από τον πόλεμο της προπαγάνδας στην αντίσταση διά των όπλων

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1916 και ενώ είχαν προηγηθεί τα δραματικά γεγονότα στην Ανατολική Μακεδονία, ο Falkenhausen εμφανίστηκε για πρώτη φορά απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων, κολλώντας λίγο από τον πεσιμισμό που κατέβαλε τις ημέρες εκείνες όλους τους σημαίνοντες αντιβενιζελικούς. Στρεφόμενος προς τον βασιλιά, φοβόταν για τα χειρότερα, ότι δηλαδή υπήρχε κίνδυνος να εγκαταλείψει και να παραδοθεί στα συμμαχικά τελεσίγραφα. Στην απευκταία αυτή περίπτωση δεν θα διέφερε, σημείωνε χαρακτηριστικά, σε τίποτε από τον πατέρα του που συνήθιζε να εγκαταλείπει εύκολα. Η απαισιοδοξία του στρατιωτικού ακόλουθου εξαιτίας των τελευταίων δυσμενών εξελίξεων εναλλασσόταν με τον φόβο ότι η «παράσταση» που εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια τους ανά πάσα στιγμή μπορούσε να μετατραπεί σε τραγωδία και να επιφέρει την τέλεια καταστροφή της γερμανικής παρουσίας.

Ξαφνικά όλες οι μαύρες σκέψεις διαλύθηκαν και οι ελπίδες του αναζωπυρώθηκαν, καθώς οι αμυδρώς διαφαινόμενες πιθανότητες για την αναστροφή του κλίματος έδιναν ξανά νόημα στη συνέχιση του αγώνα. Ο καταλυτικός παράγοντας για τη ραγδαία αυτή αλλαγή στα συναισθήματα και την ψυχολογία του ήταν η μακρά συνομιλία με τον καλύτερο φίλο του και τον πιο έμπιστο άνθρωπό του, τον Ιωάννη Μεταξά. Από τον ίδιο πληροφορήθηκε ότι νωρίτερα είχε συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο, από τον οποίο ζήτησε μετά επιτάσεως να επιλέξει την ένοπλη αντίσταση στην περίπτωση που οι απαιτήσεις της Αντάντ καθίσταντο υπερβολικές, σχεδόν ταπεινωτικές για να γίνουν αποδεκτές. Στην ερώτηση του Μεταξά αν στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα μπορούσε να υπολογίζει στη γερμανική βοήθεια, ο Falkenhausen απάντησε με έμφαση καταφατικά και όταν έμεινε μόνος σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Το παλιό μου σχέδιο!». Όσα είχε εμπνευστεί, οραματιστεί και προτείνει ενόσω ήταν αδειούχος στο Βερολίνο (σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα), έβλεπε τώρα να επανέρχονται στο τραπέζι των συζητήσεων και να τίθενται ως σοβαρό ενδεχόμενο και πιθανή επιλογή όχι από κανέναν ανάξιο λόγου αλλά από τον Μεταξά. Ο εμπνευστής του σχεδίου ενός πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Αντάντ εύρισκε τώρα σοβαρό συμπαραστάτη στο πρόσωπο του Μεταξά για να δικαιωθεί για μία ακόμα φορά σε παλαιότερη επισήμανσή του ότι οι δύο τους συνέπλεαν σε όλα και αλληλοσυμπληρώνονταν τέλεια.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) την εποχή των σπουδών του στη Στρατιωτική Ακαδημία του  Βερολίνου.
Ο Κωνσταντίνος ως σύγχρονος Ζίγκφρηντ αποκρούει  τον δράκο του συνασπισμού της Συνεννοήσεως.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήνοντας τον Μεταξά να αφοσιωθεί στην οργάνωση και τον εξοπλισμό των Επιστράτων, πύκνωσε έκτοτε τις επαφές του με τη Σοφία, που με τη σειρά της είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή της λήψης επώδυνων αποφάσεων, όταν το σώμα του βασιλιά υπέφερε και η ψυχολογία του είχε καταρρεύσει. Με την επικοινωνία μεταξύ ανακτόρων και Βερολίνου σταδιακά να αποκαθίσταται, η Σοφία ήταν εκείνη που στην πραγματικότητα ανέλαβε να συνομιλήσει με τον αδελφό της, χαράσσοντας τη βασιλική πολιτική, για να διασφαλίσει ότι τη στιγμή που τα ελληνικά χέρια θα σήκωναν τελικά τα όπλα, δεν θα αφήνονταν μόνα τους στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα Σοφία σε πρωτοσέλιδο γερμανικού  περιοδικού.
Ο Κωνσταντίνος και ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ σε στρατιωτικά γυμνάσια του 1913.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπαγορεύοντας ο Falkenhausen στη Σοφία το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος προς τον Κάιζερ, εγκαινιάστηκε από τις αρχές Οκτωβρίου μία περίοδος ανταλλαγής τηλεγραφημάτων που κατέληξε με την «παράδοση», την αποδοχή των όρων της Αντάντ και την απογοήτευση. Κι όμως από τις πρώτες επαφές είχαν τεθεί τα θεμέλια για τον συντονισμό των κινήσεων με σκοπό την εκδήλωση μίας κοινής επίθεσης που θα εξανάγκαζε τους Αγγλογάλλους σε διμέτωπο πόλεμο και τελικά θα τους οδηγούσε στην εξόντωση. Πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι η αυτοκρατορική κατάφαση για την ενίσχυση των γερμανικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο δεν ήταν στρατιωτικά υλοποιήσιμη και επομένως ο στρατηλάτης Κωνσταντίνος είχε αφεθεί στην πραγματικότητα στην τύχη του, αφού προηγουμένως είχε εξωθηθεί στη σύγκρουση των Νοεμβριανών.

Πεπεισμένος για την τελευταία αυτή εξέλιξη εγκατέλειψε ο Falkenhausen το ελληνικό έδαφος μετά την αναστολή λειτουργίας της γερμανικής πρεσβείας, αλλά λίγο αργότερα επέστρεψε στο Μακεδονικό Μέτωπο για να οργανώσει τη συνέχιση του ανένδοτου κατά της Αντάντ με άλλα μέσα. Μετά την αναγκαστική υποστολή της πολεμικής σημαίας από τον Κωνσταντίνο και τη Σοφία (τον Μεταξά και τους Επιστράτους του), όλες οι ελπίδες εναποτέθηκαν σε όσα ο πρώην στρατιωτικός ακόλουθος ήταν ικανός να αποδείξει ότι μπορούσε πλέον να πράξει στο πεδίο της μάχης.

Τα “Νοεμβριανά” στον βρετανικό Τύπο.

Ο πρόσκαιρος κλονισμός της εμπιστοσύνης των φιλοβασιλικών έναντι της Γερμανίας για τη στρατιωτική απουσία της κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών (εξαιρουμένης της οικονομικής βοήθειας) γρήγορα επουλώθηκε γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Αμέσως οι χίμαιρες των αντιβενιζελικών ελίτ ταυτίστηκαν με τις γερμανικές χίμαιρες πως ο στρατός των ατάκτων του Falkenhausen θα μπορούσε ίσως να διασώσει κάτι από την τιμή των όπλων και να προσφέρει έστω μία προσωρινή ανακούφιση στα βάσανα των πιστών Ελλήνων βασιλέων και πρωτίστως στο δράμα που βίωνε (μονίμως) η Σοφία. Η διαφορά εδώ έγκειτο στο γεγονός ότι οι Γερμανοί γρήγορα ανέκαμψαν και αναγνώρισαν την σκληρή πραγματικότητα, ενώ απεναντίας ο Κωνσταντίνος, η Σοφία και η στενή αυλή τους (με ελάχιστες εξαιρέσεις) θα συνέχιζαν μέχρι το τέλος του πολέμου να βυθίζονται ολοένα και βαθύτερα στον κόσμο με τις αυταπάτες.

 

Το απονενοημένο διάβημα: Με τους αντάρτες στα βουνά

Ο Κάιζερ είχε υποσχεθεί στην αδελφή του ότι δεν θα την άφηνε μόνη και αβοήθητη και ότι θα της έστελνε πίσω τον Falkenhausen, κρατώντας τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή την υπόσχεσή του. Επιστρέφοντας στα γνώριμα μέρη, φρόντισε από τη Λάρισα να επικοινωνήσει με το Παλάτι και προσωπικά να μιλήσει με τη Σοφία. Και παρότι δεν κατάφερε να μεταβεί στην Αθήνα για να συναντήσει τον Μεταξά, κυβέρνηση και βασιλείς κρέμονταν πλέον από την επιτυχία της αποστολής του. Με τον Γεώργιο Τσόντο (Βάρδα) ιθύνοντα νου της κίνησης άλλων σημαινόντων Μακεδονομάχων πέτυχε σε ένα πρώτο στάδιο να οργανώσει ομάδες ατάκτων και να τις κατανείμει σε πεδία δράσης εντός της ουδετέρας ζώνης. Το πρόβλημα εδώ δεν ήταν η στρατολόγηση, καθώς έφεδροι και σποραδικά μόνιμοι έσπευσαν να καταταγούν, αλλά ο εφοδιασμός των ομάδων αυτών με πυρομαχικά και τρόφιμα για να επιβιώσουν αρχικά μέσα στις αντίξοες συνθήκες του χειμώνα στις ορεινές περιοχές και ακολούθως       να είναι σε θέση να διεξάγουν πόλεμο φθοράς στους Αγγλογάλλους, αποτελώντας το τελευταίο ανάχωμα αντίστασης μεταξύ των δύο «κρατών» της διχοτομημένης Ελλάδας. Οι «φιλότιμες» προσπάθειες μέσω των κατά τόπους στρατιωτικών διοικητών και σχηματισμών να προωθηθούν πολεμοφόδια στους αντάρτες της «αντιβενιζελικής νομιμότητας» και η χρηματοδότηση που διασφαλίστηκε από γερμανικής πλευράς συμπλήρωναν εμπράκτως όσα παρασκηνιακά έπραττε το κράτος των Αθηνών για να μη σπάσει το ανάχωμα αυτό μπροστά στη βενιζελική πλημμυρίδα της Θεσσαλονίκης.

Ο Falkenhausen εγκατέλειψε πρώτος την εξαρχής διαφαινόμενη ως καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια στα τέλη Ιανουαρίου του 1917, για να ασχοληθεί στη συνέχεια με τους πολλά υποσχόμενους αλβανούς ατάκτους του, και σταδιακά ένας ένας από τους μάχιμους νέους Μακεδονομάχους αναγκάστηκαν να κηρύξουν αποστράτευση και να επιστρέψουν στην ατομική παρανομία τους. Με το τέλος της άνοιξης εξανεμίστηκαν και οι τελευταίες (φρούδες) ελπίδες ότι η συνάντηση των ατάκτων θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε αξιόμαχο στρατό που θα συμπαρέσυρε στο διάβα του και την κοινωνία για να απελευθερώσουν από κοινού για λογαριασμό του βασιλιά τη σκλαβωμένη στους ξένους (Αντάντ) Μακεδονία και να την προσφέρουν ξανά στη νόμιμη (βασιλική) εξουσία. Πριν και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος αποδεχθεί τις συμμαχικές αποφάσεις και πάρει τον δρόμο της εξορίας, για να συνεχίσει από την Ελβετία πλέον να ονειρεύεται/μηχανεύεται την επιστροφή του, πρόλαβε να ασκήσει πιέσεις για να μην λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι, παρουσιάζοντας την ανταρσία στα μακεδονικά βουνά ως αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση που δεν ετύγχανε της κυβερνητικής συγκατάθεσης και άρα υποστήριξης.

Ιούνιος 1917. Η εκθρόνιση του  Κωνσταντίνου και η εξορία της βασιλικής οικογένειας στην Ελβετία.

Αν μέχρι τον Ιούνιο του 1917 το Βερολίνο είχε μετέλθει κάθε μέσο (δια της επίσημης πολιτικής, της κρυφής διπλωματίας, του πειθαναγκασμού αλλά και των ωμών εκβιασμών, της εξαγοράς εντύπων και συνειδήσεων, της προπαγάνδας, της συγκρότησης και χρηματικής ενίσχυσης του αντιβενιζελικού μετώπου, της διπλής εκδίωξης του Βενιζέλου, μέχρι και της οργάνωσης της δολοφονίας του, της πρόκλησης εμφυλίου πολέμου και της σύγκρουσης με την Αντάντ κ.λπ.) για να αποσπάσει την Ελλάδα από τον συμμαχικό έλεγχο, μετά την έξωση του βασιλιά και των υποστηρικτών του αγωνίστηκε να τους τιθασεύσει στον βαθμό που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τους βαλκανικούς σχεδιασμούς και κατ’ επέκταση τη συμμαχία του με τη Βουλγαρία.

 

Αντί επιλόγου: «Άνω σχώμεν τας καρδίας»

Ο στενότερος συνεργάτης και σταθερός συνομιλητής των Schenck-Falkenhausen, η πιο αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για τη γερμανική πρεσβεία, ο συνδιαμορφωτής σε ορισμένες περιπτώσεις καίριων κατευθύνσεων της προπαγάνδας και ποδηγέτησης της κοινής γνώμης, έμεινε άφωνος στο άκουσμα της είδησης για τη λήξη του πολέμου και τη γερμανική ήττα. Πώς θα δικαιολογούσε στον εαυτό του τις βεβαιότητες που κόμιζε κάθε φορά που έβλεπε τους βασιλείς για να τους μεταφέρει τις ειδήσεις των γερμανικών νικών ή να φιλτράρει τις ήττες, ώστε να μην κλονιστεί το υψηλό ηθικό; Ο Ιωάννης Μεταξάς είδε τον κόσμο του να θρυμματίζεται μονομιάς μπροστά στα πόδια του και τον Βενιζέλο (δίπλα στους συμμάχους του) να εξέρχεται νικητής και λίαν συντόμως εδαφικός τροπαιούχος. Τουλάχιστον μπορούσε να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι η μεγάλη χώρα στην οποία είχε εναποθέσει τις ελπίδες του κατά τη διάρκεια του πολέμου για την επικράτηση στον πολιτικό στίβο μάχης έναντι του βενιζελισμού, κάποια στιγμή θα αναγεννιόταν ως άλλος Φοίνικας από τις στάχτες της. Εκείνο που τη δεδομένη στιγμή δεν μπορούσε ακόμα να δει, ήταν τον εαυτό του δύο και πλέον δεκαετίες αργότερα να δηλώνει με βεβαιότητα ενώπιον των ιδιοκτητών των αθηναϊκών εφημερίδων στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία (Γενικό Στρατηγείο) ότι ούτε «τη φορά αυτή η Γερμανία θα εξέλθει νικήτρια του παγκοσμίου πολέμου». Όσο για τον Falkenhausen, ο θάνατος τον βρήκε το 1944 και από αυτή την άποψη τον προφύλαξε από τη βιωμένη επόμενη μεγάλη ήττα…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1] Το παρόν κείμενο βασίζεται στην πρόσφατα εκδοθείσα μονογραφία του γράφοντος Οι αργυρώνητοι. Η γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020 (Οκτώβριος). Επιπλέον, αντλεί πολύτιμες πληροφορίες από το ανέκδοτο ημερολόγιο του στρατιωτικού ακόλουθου, που απόκειται στο Ομοσπονδιακό Στρατιωτικό Αρχείο του Φράιμπουργκ (Bundesarchiv-Militärarchiv Freiburg [BArch], N 2068, Nachlass Ernst von Falkenhausen), η μεταγραφή και ο κριτικός υπομνηματισμός του οποίου βρίσκονται σε εξέλιξη από τους Heinz Richter, Βάιο Καλογρηά, Wilma Gilbert-Winnes, Στράτο Δορδανά.

Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

4 Ιουλίου 1776: Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

 

Με αφορμή την διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (4η Ιουλίου 1776), το σημερινό αφιέρωμα της Clio Turbata  αναφέρεται στους πρώτους Προέδρους των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα πρόσωπα, τα οποία αναδείχθηκαν στο ύπατο αμερικανικό αξίωμα, ενέπνευσαν το ευρύ κοινό της εποχής τους και όχι μόνο, χάρη στην προσωπικότητά τους, την ιστορική τους συνεισφορά αλλά και τη δραματική, συχνά, δημόσια και ιδιωτική τους ζωή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως σήμερα καταγράφονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, 59 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες, ντοκυμαντέρ και μίνι-σειρές όπου, από το 1909 έως το 2015 γίνεται αναφορά, εκτενώς ή μερικώς, στον George Washington. O Thomas Jefferson διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε 24 αντίστοιχες, ο Abraham Lincoln σε 10  καθώς και σε πληθώρα ιστορικών ντοκυμαντέρ. Ανάλογης δημοτικότητας απολαμβάνουν στον 20ό αιώνα οι Franklin D. Roosevelt και John Fitzgerald Kennedy. Η παρουσίαση δεν είναι εξαντλητική. Κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, πρακτικά αδύνατο. Η επιλογή έγινε με κριτήρια την ποιότητα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, την αποδοχή του εκάστοτε έργου από το κοινό, την πειστική ερμηνεία αλλά και τη φυσιογνωμική ομοιότητα των πρωταγωνιστών με το πρόσωπο, το οποίο υποδύονται, τέλος, την οπτική ποιότητα των στιγμιοτύπων που παρατίθενται δειγματοληπτικά.

 

Α.  George Washington (1732-1799) [Προεδρική θητεία 1789-1797]

La Fayette (1961)

Πρόκειται για μια γαλλο-ιταλική παραγωγή του 1961 σε σκηνοθεσία του Jean Dréville, με θέμα την τρικυμιώδη βιογραφία του Gilbert du Motier, Μαρκησίου de La Fayette (1757-1834), ειδικότερα δε τη συνεισφορά του στον Αμερικανικό Αγώνα Ανεξαρτησίας. Μεταξύ άλλων παίζουν οι ηθοποιοί Michel Le Royet (La Fayette), Orson Welles (Benjamin Franklin), Pascale Audret (Adrienne de La Fayette) και Jack Hawkins (στρατηγός Cornwallis). Τον George Washington υποδύεται ο Howard St. John.

Howard St. John ως George Washington (αριστερά) και Michel Le Royet, ως Μαρκήσιος de La Fayette.

The Crossing (2000)

Καλογυρισμένη κινηματογραφική παραγωγή προορισμένη για την τηλεόραση, σε σκηνοθεσία του Robert Harmon. Πραγματεύεται ένα γνωστό επεισόδιο του Πολέμου Ανεξαρτησίας: τη διάβαση του ποταμού Delaware από τον ονομαζόμενο “Ηπειρωτικό Στρατό” (Continental Army) τον Δεκέμβριο 1776 και τη συνακόλουθη νικηφόρο μάχη του Trenton εις βάρος της φρουράς  από την Έσση, η οποία είχε διαβεί τον Ατλαντικό προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό των Βρετανών. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της όλης επιχείρησης οφείλονται εξ ολοκλήρου στον George Washington, ο οποίος εκτελούσε τότε καθήκοντα διοικητή του Ηπειρωτικού Στρατού σε μια οριακή καμπή για το μέλλον της εξέγερσης. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος αναλογεί στον πειστικότατο Jeff Daniels.

O Jeff Daniels στο ρόλο του George Washington.

Η εμφάνιση του George Washington είναι συχνή στην θεαματική τηλεοπτική σειρά του 2008 με τίτλο John Adams (βλ. παρακάτω). Τον πρώτο κατά σειρά Πρόεδρο των ΗΠΑ υποδύεται ο ηθοποιός David Morse. Ακολουθεί το στιγμιότυπο της ορκωμοσίας στις 30 Απριλίου 1789, στο Federal Hall της Νέας Υόρκης.

Ο David Morse ως George Washington στην τηλεοπτική σειρά John Adams.

 

B. John Adams (1735-1826) [Προεδρική θητεία 1797-1801]

John Adams (2008)

Τηλεοπτική σειρά επτά επεισοδίων, συνολικής διάρκειας 501 λεπτών. Πραγματεύεται το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ζωής του Αντιπροέδρου και, αργότερα, διαδόχου του George Washington στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ, John Adams. Ουσιαστικά πρόκειται για την εξιστόρηση των πενήντα πρώτων ετών ζωής της νεότευκτης δημοκρατίας. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του David McCullough και η σκηνοθεσία ανήκει στον Tom Hooper. Πρωταγωνιστούν οι: Paul Giamatti (John Adams), Laura Linney (Abigail Adams), Stephen Dillane (Thomas Jefferson), David Morse (George Washington) και Tom Wilkinson (Benjamin Franklin). Γυρίστηκε στο Williamsburg και στο Richmond της Πολιτείας Virginia καθώς και στην Ουγγαρία. Το στιγμιότυπο που ακολουθεί αναφέρεται στον ιστορικής σημασίας λόγο του Adams περί ανάγκης κήρυξης της ανεξαρτησίας και εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης στηριζόμενου σε νόμους.

Ο Paul Giamatti υποδύεται τον John Adams.

 

Γ. Thomas Jefferson (1743-1826) [Προεδρική θητεία 1801-1809]

Jefferson in Paris (1995)

Το κινηματογραφικό έργο Jefferson in Paris είναι μια γαλλο-αμερικανική παραγωγή του 1995 του γνωστού σκηνοθέτη James Ivory (A Room with a View, Howards End, The Remains of the Day κλπ.). Πρόκειται για μια αρκετά υποκειμενική εκδοχή της πενταετούς διαμονής του Thomas Jefferson στο Παρίσι (1784-1789) ως Πληρεξουσίου Υπουργού του Κογκρέσου της Συνομοσπονδίας. Πέραν από την αξιοσημείωτη διπλωματική δραστηριότητα, ο έχοντας μόλις απωλέσει τη σύζυγό του Jefferson, συνδέθηκε στο Παρίσι με δυο γυναίκες: την Αγγλίδα μουσικό Maria Cosway και την μιγάδα οικιακή βοηθό, μέλος της συνοδείας του, Sally Hemings. Στη διάρκεια της διαμονής του συναντήθηκε πολλάκις με τον Lafayette (λέγεται, μάλιστα, πως συνέβαλε ενεργά στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη) και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της κατάληψης της Βαστίλλης. Επέστρεψε στην πατρίδα του δυο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1789, καθώς ο George Washington τον αναβάθμισε σε υπουργό Εξωτερικών. Αν και απεχθανόμενος τις πρακτικές της τρομοκρατίας, ο Jefferson παρέμεινε μέχρι τέλους προσηλωμένος στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπό τον John Adams ανεβαίνοντας, κατόπιν, στο ανώτατο αξίωμα. Αν και όλα τα γεγονότα, τα οποία θίγονται στην ταινία είναι ιστορικά αποδεδειγμένα, η έμφαση δίνεται, προφανώς για εμπορικούς λόγους, στη συναισθηματική παράμετρο. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις Βερσαλλίες, ενώ η πλειονότητα των Γάλλων ηθοποιών προέρχεται από το δυναμικό της Comédie Française. Τον ρόλο του Jefferson επωμίζεται ο Nick Nolte. To επιλεγέν στιγμιότυπο αναφέρεται στην επίδοση των διαπιστευτηρίων στον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ (Michel Lonsdale).

Ο Nick Nolte ως Thomas Jefferson.

Όμως, εκτενής μνεία στο πρόσωπο και στην εν γένει δραστηριότητα του Thomas Jefferson γίνονται και στην προαναφερθείσα τηλεοπτική σειρά John Adams. Τον ρόλο υποδύεται ο ηθοποιός Stephen Dillaine.

Stephen Dillaine.

 

Δ. Andrew Jackson (1767-1845) [Προεδρική θητεία 1829-1837]

The President’s Lady (1953)

To 1788, ο μετέπειτα έβδομος κατά σειρά Πρόεδρος των ΗΠΑ Andrew Jackson ερωτεύτηκε τη νεαρής ηλικίας – πλην όμως ήδη παντρεμένη – Rachel Donelson Robards. Η τελευταία είχε εμπλακεί σε έναν ατυχή γάμο και, ως εκ τούτου, ανταποκρίθηκε στα αισθήματα, τα οποία εξέφρασε ο Jackson. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε από τον σύζυγό της και παντρεύτηκε τον Jackson. Ωστόσο, κατέστη δίγαμη, καθώς ο δεύτερος γάμος έλαβε χώρα προτού ολοκληρωθεί η  διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου. To 1794, αφότου το διαζύγιο επισημοποιήθηκε, το ζευγάρι ξαναπαντρεύτηκε. Σε αυτό το επεισόδιο της ιδιωτικής ζωής αλλά και γενικότερα στη σταδιοδρομία του Andrew Jackson αναφέρεται η ταινία  The President’s Lady. Στηρίζεται στη νουβέλα του Irving Stone. Σκηνοθέτης είναι ο Henry Levin και τους δυο πρωταγωνιστές υποδύονται ο Charlton Heston και η Susan Hayward.

              

 

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1953.

The Buccaneer (1958) 

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Charlton Heston υποδύθηκε εκ νέου τον Andrew Jackson, τη φορά αυτή, όμως, όχι σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία The Buccaneer αποτελεί το πρώτο και συνάμα τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του δημοφιλούς ηθοποιού Anthony Quinn. Αρχικά, η θέση του σκηνοθέτη προοριζόταν για τον Cecil B. DeMille, που φιλοδοξούσε να γυρίσει μια επανέκδοση του έργου, το οποίο ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει το 1938 με τον ίδιο τίτλο. Η κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να αναθέσει, είκοσι χρόνια αργότερα, τη σκηνοθεσία στον τότε γαμπρό του Anthony Quinn. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1812 και πραγματεύεται τη μάχη της Νέας Ορλεάνης, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι Αμερικανοί και Βρετανοί. Πρωταγωνιστής είναι ο πειρατής Jean Lafitte (Yul Brynner), ο οποίος επιχειρεί στον κόλπο του Μεξικού για δικό του όφελος, συντάσσεται, ωστόσο, την ύστατη στιγμή στο πλευρό του στρατηγού Jackson, κάνοντας τη διαφορά. Σήμερα, υπάρχει πόλη στη Λουιζιάνα, η οποία φέρει το όνομα του πειρατή, ως φόρο τιμής στη συνδρομή του τελευταίου στον αγώνα κατά των Βρετανών.

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1958. Δεξιά ο Yul Brynner στο ρόλο του πειρατή Jean Lafitte.

To 2015 ανακοινώθηκε πως στον προγραμματισμό του αμερικανικού τηλεοπτικό καναλιού HBO συμπεριλαμβανόταν η παραγωγή μιας σειράς, συνολικής διάρκειας 6 ωρών, με τίτλο American Lion. Πρόκειται για διασκευή της βιογραφίας του Andrew Jackson, από τον ιστορικό Jon Meacham, ειδικό στις βιογραφίες των Προέδρων των ΗΠΑ, όπως του Thomas Jefferson και του προσφάτως θανόντα George Herbert Walker Bush. Η γνωστότερη, ωστόσο, πραγματεία του Meacham, η οποία και βραβεύτηκε με το βραβείο Pulitzer, φέρει ως τίτλο: American Lion: Andrew Jackson in the White House (2008). Έχει διεκπεραιωθεί με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Αγέρωχος πολεμιστής, υπέρμαχος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, δημοφιλής στο ευρύ κοινό, ο Jackson άφησε πίσω του μια αντιφατική κληρονομιά, ειδικότερα σε κρίσιμα ζητήματα όπως ήταν η μεταχείριση των Ινδιάνων (πρόκειται για τον αρχιτέκτονα της εκδίωξης των τελευταίων από τις περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι) αλλά και εκείνη των σκλάβων, όπου επέδειξε υπέρμετρη αυστηρότητα. Η προσαρμογή της μελέτης του Meacham ανατέθηκε στους Doug Miro και Carlo Bernard και ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον ηθοποιό Sean Penn. Μέχρι στιγμής, η τύχη της σειράς αγνοείται…

 

Sean Penn και Andrew Jackson

 

Ε. Abraham Lincoln (1809-1865) [Προεδρική θητεία 1861-1865]

Abraham Lincoln (1930)

Κινηματογραφική ταινία του D.W. Griffith με τον ηθοποιό Walter Huston στον ομώνυμο ρόλο. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στα νεανικά χρόνια, το ενδιαφέρον εστιάζει στη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ με αποκορύφωμα τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, την παράδοση του στρατηγού των Νοτίων Robert E. Lee και τη δολοφονία της 14ης Απριλίου 1865 στο Ford’s Theatre της Ουάσιγκτον. Η φυσιογνωμική ομοιότητα του πρωταγωνιστή με το πρόσωπο που υποδύεται είναι εντυπωσιακή, πόσο μάλλον για την εποχή, κατά την οποία γυρίστηκε η ταινία, όταν οι δυνατότητες του μακιγιάζ ήταν συγκριτικά περιορισμένες. Σημειωτέον πως η ταινία κυκλοφορεί επίσης στο εμπόριο και στο Διαδίκτυο, έχοντας προηγουμένως υποστεί ψηφιακή επεξεργασία.

Walter Huston.

Young Mr. Lincoln (1939)

O σε νεανική ηλικία Abraham Lincoln μεταφέρεται στην οθόνη από τον εξίσου ευρισκόμενο σε νεανική ηλικία Henry Fonda, σε μια ταινία σκηνοθετημένη από τον John Ford. Σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη, ο πρωταγωνιστής περιγράφει το δέος, που αισθάνθηκε αρχικά έναντι του ρόλου αλλά και του διάσημου σκηνοθέτη, καθώς και την απομυθοποίηση, στην οποία προέβη χάρη στις παροτρύνσεις του ιδίου του Ford και που κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ολοκλήρωση του γυρίσματος.

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το σενάριο εστιάζει στα πρώτα βήματα του Lincoln στο χώρο της δικηγορίας, πολύ προτού αναδειχθεί στο προεδρικό αξίωμα. Το 2003, το Young Mr. Lincoln χαρακτηρίστηκε από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και από τον Εθνικό Φορέα Καταχώρισης Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) ως μείζονος σημασίας, εξαιτίας του ιστορικού περιεχομένου και της υψηλής αισθητικής που το διατρέχουν. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται ειδική κρατική μέριμνα για τη συντήρηση και περαιτέρω δημοσιοποίηση της ταινίας.

 

Ο Henry Fonda ως νεαρός Lincoln.

Lincoln (2012)

O Lincoln του Steven Spielberg (παραγωγή και σκηνοθεσία), αποτελεί, ίσως, ό,τι πιο πλήρες έχει, μέχρι στιγμής, να επιδείξει η Έβδομη Τέχνη σχετικά με τη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ. Εστιάζει στους τέσσερις μήνες, που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, ειδικότερα δε στο ζήτημα της 13ης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος (Thirteenth Amendment to the United States Constitution), που αφορούσε την κατάργηση της δουλείας. Η Τροπολογία ψηφίστηκε πανηγυρικά από τη Γερουσία στις 8 Απριλίου 1864 (38 ψήφοι έναντι 6), όχι όμως και από το Κογκρέσο, όπου στις 15 Ιουνίου δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα δυο τρίτα της ολομέλειας (93 θετικές ψήφοι έναντι 65 αρνητικών). Μάλιστα, απρόβλεπτοι συσχετισμοί έλαβαν χώρα, καθώς υπήρξαν άτομα, προερχόμενα από τους Δημοκρατικούς, τα οποία την καταψήφισαν, ενώ μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τοποθετήθηκαν υπέρ! Έχοντας αναγάγει το όλο θέμα ως υψίστης προτεραιότητας, ιδιαίτερα έπειτα από την επανεκλογή του στο προεδρικό αξίωμα το 1864, ο Lincoln επανεισήγαγε την Τροπολογία προς ψήφιση, στις αρχές του 1865. Έπειτα από έντονες παρασκηνιακές πιέσεις, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της 31ης Ιανουαρίου συγκέντρωσε οριακά την απαιτούμενη πλειοψηφία (119 έναντι 56). Το σενάριο του Tony Kushner στηρίζεται στη βιογραφία της Doris Kerns Goodwin: Team of Rivals: The Political Genius of Abraham Lincoln (2005). Το προσκήνιο καταλαμβάνει επάξια ο ηθοποιός Daniel Day-Lewis (βραβείο Όσκαρ  Α΄ ανδρικού ρόλου το 2013 για τη συγκεκριμένη ερμηνεία), έχοντας στο πλευρό του τη Sally Field στο ρόλο της Mary Ann Todd Lincoln.

 

Daniel Day-Lewis.

Killing Lincoln (2013)

To 2011 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ μια πραγματεία των Bill O’ Reilly και Martin Dugard με τίτλο: Killing Lincoln: The Shocking Assassination That Changed America Forever.

Τον Ιανουάριο του επομένου έτους ανακοινώθηκε πως ο πρώτος εκ των συγγραφέων επρόκειτο να αναλάβει την παραγωγή ενός δίωρου ντοκυμαντέρ για λογαριασμό του National Geographic Channel. Γρήγορα το όλο σχέδιο προσέλαβε διαστάσεις δραματοποιημένου έργου με χρήση ηθοποιών και με την προσθήκη στην ομάδα των παραγωγών των, έμπειρων στο είδος, αδελφών Tony και Ridley Scott. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο στο Richmond, της Πολιτείας Virginia. Για το ρόλο του Abraham Lincoln επελέγη ο Bill Campbell, εκείνον του δολοφόνου John Wilkes Booth ο Jesse Johnson, ενώ την αφήγηση και τον ιστορικό σχολιασμό ανέλαβε ο Tom Hanks. Η τηλεοπτική αυτή ταινία, κάτι ανάμεσα σε ιστορικό ντοκυμαντέρ και κινηματογραφικό έργο (εύστοχα χρησιμοποιήθηκε για την περίσταση ο όρος political docudrama), αφηγείται το παρασκήνιο, το οποίο περιέβαλε τόσο την προεδρική θητεία του Lincoln όσο, κυρίως, τη δολοφονία του τελευταίου στις 14 Απριλίου 1865.

O Bill Campbell στο ρόλο του Abraham Lincoln.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Το επεισόδιο Baralong (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1915). Ένα άγνωστο έγκλημα πολέμου των Βρεταννών

 

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

 

Το επεισόδιο Baralong (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1915). 

Ένα άγνωστο έγκλημα πολέμου των Βρεταννών

 

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απεκλήθη «ο πόλεμος που θα τερμάτιζε όλους τους πολέμους». Στο πλαίσιο αυτό, κάθε μέσον για την επικράτηση εθεωρείτο θεμιτό. Ο άνθρωπος «εξαχρειώθηκε» στον ύψιστο βαθμό και αποτρόπαια εγκλήματα έλαβαν χώρα στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ένα εξ αυτών συνιστά η εν ψυχρώ δολοφονία των μελών του υποβρυχίου U-27, από άνδρες του βρεταννικού Ναυτικού, την 19η Αυγούστου 1915.

Το θέρος του 1914, ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μεταξύ αφ’ ενός μεν των δυνάμεων της Τριπλής Συνεννοήσεως (Triple Entente), στην οποία συμμετείχαν η Γαλλία, η Μεγ. Βρεταννία και η Ρωσσία, αφ’ ετέρου δε των Κεντρικών Αυτοκρατοριών (Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας). Αφορμή απετέλεσε η δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας από Σέρβους παρακρατικούς στο Σεράγεβο. Τον Απρίλιο του 1915, η Ιταλία (που ήταν μέλος της συμμαχίας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών αλλά είχε επιλέξει να μείνει ουδέτερη, μη τηρώντας τις συμβατικές υποχρεώσεις της) άλλαξε στρατόπεδο, συμπαρατασσόμενη με την Entente. Στο αντίπαλο στρατόπεδο είχε ήδη προσχωρήσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Τριπλή Συνεννόηση υπερτερούσε των αντιπάλων της τόσο σε αριθμό μεραρχιών (212 έναντι 146) όσο και σε αριθμό θωρηκτών (39 έναντι 20) αλλά η διαφορά αυτή ισοσκελιζόταν από το υψηλό επίπεδο ηγεσίας, εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας του γερμανικού στρατού. Επίσης, η γερμανική στρατηγική ήταν η μόνη που μπορούσε να επιφέρει την ολοκληρωτική συντριβή του εχθρού και την ταχεία λήξη του πολέμου στις πρώτες φάσεις του. Στην θάλασσα, όμως, η υπεροχή των κρατών της Συνεννοήσεως ήταν συντριπτική. Το βρεταννικό Πολεμικό Ναυτικό ήταν πολύ ισχυρό. Η συμπαράταξή του με τους Γάλλους του έδινε ένα σαφές πλεονέκτημα, αν και οι Γερμανοί είχαν κάνει άλματα προόδου, τις προηγούμενες δεκαετίες, κυρίως με τους δύο νόμους για τον στόλο, που εισηγήθηκε ο διορατικός Ναύαρχος Άλφρεντ φον Τίρπιτς (Alfred Peter Friedrich von Tirpitz).

 

Ο Αυτοκράτορας της Γερμανίας Γουλιέλμος Β΄ (αριστερά) και ο Ναύαρχος Άλφρεντ φον Τίρπιτς (στο μέσον).

Αν και ο «Στόλος Ανοικτής Θαλάσσης» (Hochseeflotte) ήταν αρκούντως ισχυρός, μειονεκτούσε έναντι του αντιστοίχου βρεταννικού σε δύναμη πυρός, ταχύτητα, βεληνεκές, ενώ οι Γερμανοί δεν διέθεταν και ναυτική παράδοση. Προς τούτο, το γερμανικό Ναυαρχείο αξιοποίησε κατά κόρον τα υποβρύχια με στόχο να πλήξει τον ανεφοδιασμό των Βρεταννών, οι οποίοι εξηρτώντο σε μεγάλο βαθμό από πρώτες ύλες, προερχόμενες από τις ανά τον κόσμο πολυπληθείς αποικίες τους.

Aρχικώς, οι κυβερνήτες των υποβρυχίων εσέβοντο απολύτως το Δίκαιο του Πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, μετά τον εντοπισμό του «στόχου», αναδύονταν και προειδοποιούσαν το πλοίο να σταματήσει. Κατόπιν, ένα άγημα ναυτών επιβιβαζόταν στο πλοίο και πραγματοποιούσε έλεγχο επί του φορτίου. Εάν διαπιστωνόταν ότι προορισμός του ήταν κάποιος βρεταννικός λιμένας, δινόταν χρόνος στο πλήρωμα να μεταβεί στις σωσίβιες λέμβους και μετά το πλοίο βυθιζόταν με πυρά πυροβόλου. Η δράση αυτή περιόριζε τις απώλειες σε αμάχους αλλά ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, εκθέτοντας το υποβρύχιο στον κίνδυνο εντοπισμού του.

Στα πρώτα στάδια του πολέμου, το βρεταννικό Ναυαρχείο υποτιμούσε τα υποβρύχια, δίνοντας έμφαση στις μονάδες επιφανείας και δη στα θωρηκτά. Μάλιστα, κάποιος ανώτατος διοικητής είχε δηλώσει: «Όλοι οι κυβερνήτες και τα πληρώματα υποβρυχίων που θα συλλαμβάνονται πρέπει να οδηγούνται στην κρεμάλα ως κοινοί πειρατές!». Αυτή η προσέγγιση οδήγησε στην μη παραχώρηση συνοδείας πολεμικών στα εμπορικά σκάφη, τα οποία διέσχιζαν τον Ατλαντικό. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της νυκτός, τα πλοία έπλεαν μερικώς φωτισμένα, αποτελώντας εύκολο στόχο.

Χαρακτηριστικότερο, όμως, παράδειγμα της έλλειψης προνοητικότητας των Βρεταννών ως προς την ισχύ των υποβρυχίων ήταν τα μέτρα που είχαν λάβει στο αγκυροβόλιο του Σκάπα Φλόου. Σύμφωνα με τις διαταγές, ομάδες ναυτών έπρεπε να περιπλέουν την βάση με μικρές κωπήλατες βάρκες. Το μόνο όπλο που θα έφεραν ήταν… ένα σφυρί! Εάν εντόπιζαν κάποιο περισκόπιο υποβρυχίου, έπρεπε να κωπηλατήσουν πάση δυνάμει και, αφού προσεγγίσουν το περισκόπιο, να το κτυπήσουν δυνατά με το σφυρί, αχρηστεύοντάς το! Σύντομα, έμελλαν να καταλάβουν (και μάλιστα με οδυνηρό τρόπο) το πόσο είχαν υποτιμήσει το νέο όπλο των αντιπάλων τους.

Η Royal Navy στη ναυτική βάση του Σκάπα Φλόου.

Ο αριθμός και το εκτόπισμα των πλοίων που βυθίζονταν άρχισε να αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο. Την 4η Φεβρουαρίου 1915, το Βερολίνο απεφάσισε να αντιδράσει στον αποκλεισμό, που του είχαν επιβάλλει οι Βρεταννοί στη Βόρεια Θάλασσα. Εξέδωσε μία διακήρυξη, βάσει της οποίας τα ύδατα γύρω από τις βρεταννικές νήσους χαρακτηρίζονταν «εμπόλεμη ζώνη», εντός της οποίας τα πλοία των κρατών της Συνεννοήσεως θα βάλλονταν άνευ προειδοποιήσεως. Μάλιστα, ο Γερμανός Αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ προειδοποίησε τα ουδέτερα κράτη πως ούτε τα πληρώματα ούτε οι επιβάτες τους θα ήταν ασφαλή εντός της ζώνης αυτής. Εάν το έπρατταν μετά την 18η Φεβρουαρίου του έτους εκείνου, τότε θα ανελάμβαναν και το σχετικό ρίσκο.

Οι Γερμανοί προέβησαν σε αυτή την κίνηση εξ αιτίας της πρακτικής των Βρεταννών να υψώνουν παραπλανητικά σημαίες ουδετέρων κρατών. Επίσης, ο ναυτικός αποκλεισμός είχε προκαλέσει την οργή της γερμανικής κοινής γνώμης και είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στον γερμανικό Τύπο. Σύμφωνα με το Βερολίνο, οι Βρεταννοί δεν έκαναν διάκριση μεταξύ φορτιών που προορίζονταν για ειρηνική ή μη χρήση με αποτέλεσμα ένας ολόκληρος λαός (ο γερμανικός) να κινδυνεύει με λιμό (όπερ και εγένετο ιδίως κατά τα έτη 1917-1921). Το Λονδίνο προχώρησε σε κλιμάκωση της πολιτικής του. Πιο συγκεκριμένα, η βρεταννική κυβέρνηση δήλωσε πως θα σταματούσε οιοδήποτε πλοίο πήγαινε προς ή έφευγε από την Γερμανία, το οποίο θα ελεγχόταν για να διαπιστωθεί κατά πόσον το φορτίο του θα κατέληγε σε Γερμανούς. Αυτό θα ίσχυε και για τα πλοία ουδετέρων κρατών. Επίσης, διεύρυνε τον κατάλογο όσων προϊόντων θα εθεωρούντο λαθραία. Τα μέτρα αυτά εξόργισαν τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ουόντροου Ουΐλσον (Thomas Woodrow Wilson) σε τέτοιο βαθμό ώστε να στείλει στους Βρεταννούς μία επίσημη διαμαρτυρία, χαρακτηρίζοντας τα νέα μέτρα πλήρη άρνηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των ουδετέρων κρατών. Σε κάθε περίπτωση, η νέα πολιτική του Λονδίνου είχε ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν τα αμερικανικά φορτία, που κατασχέθηκαν από τις βρεταννικές Αρχές.

Πάντως, οι γερμανικές ανακοινώσεις προκάλεσαν την αντίδραση του Προέδρου Ουΐλσον, ο οποίος τηλεγράφησε στο Βερολίνο πως θεωρούσε αδιανόητο ότι η Γερμανία σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει υποβρύχια εναντίον εμπορικών πλοίων. Το Βερολίνο θα ήταν υπόλογο για κάθε βύθιση εμπορικού πλοίου, καθώς και για τον τραυματισμό ή θάνατο οιουδήποτε Αμερικανού πολίτη. Τέλος, σημείωσε πως οι Η.Π.Α. θα έπαιρναν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουν την ζωή και την περιουσία των υπηκόων τους και για να εξασφαλίσουν ότι αυτοί θα απελάμβαναν όλων των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους στα διεθνή ύδατα.

Η αμερικανική αντίδραση (προερχόμενη από τον ίδιο τον Πρόεδρο Ουΐλσον) προκάλεσε αίσθηση στους Γερμανούς ιθύνοντες και βάθυνε το χάσμα που χώριζε τους υποστηρικτές από τους πολέμιους του υποβρυχιακού πολέμου. Τελικώς, οι πρώτοι υπερίσχυσαν και κατόρθωσαν να πάρουν με το μέρος τους τον Κάιζερ, ο οποίος ήταν ο ανώτατος ηγέτης των Ενόπλων Δυνάμεων. Ένα από τα βασικά τους επιχειρήματα ήταν πως επέκειτο η διεξαγωγή μίας αγγλογαλλικής αποβάσεως στην βόρεια Γερμανία, στην περιοχή του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν. Οι Βρεταννοί είχαν διοχετεύσει έντεχνα αυτή την «φήμη» σε όσους πράκτορες των Γερμανών γνώριζαν με σκοπό να ωθήσουν το Βερολίνο όπως αποσύρει δυνάμεις από το δυτικό μέτωπο. Επίσης, «διέρρευσαν» ότι περίπου 100 πλοία συγκεντρώνονταν προς εκτέλεση του προαναφερθέντος «σχεδίου» στις δυτικές ακτές της Μεγ. Βρεταννίας. Προς αποτροπή του ενδεχομένου αυτού αλλά και για να καμφθεί η βρεταννική οικονομική ισχύς, απεφασίσθη η εντατικοποίηση της δράσεως των υποβρυχίων. Ο κυβερνήτης τους θα είχε απόλυτη ελευθερία να αποφασίσει εάν θα επιτιθόταν σε ένα πλοίο ή όχι.

Έχει γραφεί πως «ένας μοναχικός κυβερνήτης υποβρυχίου, συνήθως κάποιος νεαρός στα 20 ή στα 30 του, φιλόδοξος, με την λαχτάρα να βυθίσει όσο μεγαλύτερο τονάζ μπορούσε, μακρυά από την βάση του και μη μπορώντας να επικοινωνήσει μέσω ασυρμάτου με τους ανωτέρους του, με το βλέμμα του περιορισμένο στο μικρό οπτικό πεδίο που του πρόσφερε το περισκόπιο, είχε τώρα την εξουσία να κάνει ένα λάθος, το οποίο θα μπορούσε να αλλάξει την έκβαση ολόκληρου του πολέμου».[1]

Βεβαίως, το γερμανικό Ναυαρχείο επέστησε την προσοχή των κυβερνητών διότι έπρεπε παντί τρόπω να αποφευχθούν τα λάθη. Από την άλλη πλευρά, το καθήκον προς την πατρίδα (Vaterland) ήταν υπεράνω όλων. Και η πατρίδα τους (σ.σ. η Γερμανική Αυτοκρατορία) κινδύνευε να δεχθεί εισβολή. Ως εκ τούτου, ουδείς κυβερνήτης ήθελε να είναι υπαίτιος, έστω και εμμέσως, για την πραγματοποίηση αυτού του φοβερού ενδεχομένου. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Γουλιέλμος ανέφερε σε μία από τις διαταγές του την φράση «εάν, παρά την μεγάλη προσοχή, γίνουν λάθη, ο κυβερνήτης δεν θα θεωρηθεί υπεύθυνος».

Μολαταύτα, την 7η Μαΐου, το γερμανικό υποβρύχιο U-20 με κυβερνήτη τον 30χρονο Υποπλοίαρχο Βάλτερ Σβίγκερ (Walther Schwieger) βύθισε με μία και μόνη τορπίλλη το βρεταννικό υπερωκεάνιο Lusitania, στο οποίο επέβαιναν 1.198 άτομα. Δυστυχώς, αν και υπήρχε νηνεμία σώθηκαν μόνον 764 επιβάτες, καθώς το βρεταννικό Ναυαρχείο απηγόρευσε στα πολεμικά πλοία να πλεύσουν για βοήθεια προκειμένου να μην τορπιλλιστούν και αυτά. Πάντως, πολλοί διερωτούντο για την παντελή έλλειψη πλοίων συνοδείας ή έστω κάποιου αντιτορπιλλικού για να ακολουθεί το «Λουζιτάνια» κατά τον πλου του στην εμπόλεμη θαλάσσια ζώνη. Αργότερα, οι ψίθυροι έγιναν φωνές, όταν μαθεύτηκε η ύπαρξη του «Δωματίου 40»[2] και η λήψη μέτρων για την προστασία των πολεμικών πλοίων.

Την 10η Μαΐου, ο Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου Ουΐνστον Τσώρτσιλ (Winston Leonard Spencer Churchill) δήλωσε κυνικά στην Βουλή των Κοινοτήτων πως το εμπορικό ναυτικό οφείλει να προσέχει τα του οίκου του. Ο Τσώρτσιλ επεδίωξε να επιρριφθούν όλες οι ευθύνες στον καπετάνιο του Lusitania Ουΐλλιαμ Τόμας Τέρνερ (William Thomas Turner). Μάλιστα, έγραψε «πρέπει να κυνηγήσουμε τον Turner άνευ ετέρου». Μεταπολεμικά, σε βιβλίο του, επέρριπτε όλες τις ευθύνες σε αυτόν.

Η είδηση του τορπιλισμού του RMS Lusitania στον αμερικανικό Τύπο.

Εντούτοις, έπρεπε να βρεθεί μία λύση. Αν και «έπεσε στο τραπέζι» η ιδέα των νηοπομπών, το Ναυαρχείο την απέρριψε λόγω έλλειψης επαρκών πόρων, ενώ και πολλοί κυβερνήτες εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Προς τούτο, το βρεταννικό Ναυαρχείο άρχισε να χρησιμοποιεί τα λεγόμενα Q-Ships, που ήταν επιβατηγά, εμπορικά ή αλιευτικά σκάφη εξοπλισμένα με καμουφλαρισμένα πυροβόλα ή  παραλλαγμένα πολεμικά. Φαινόταν εύκολος στόχος εξ αποστάσεως αλλά μόλις ένα υποβρύχιο έβγαινε στην επιφάνεια για να το συλλάβει προκειμένου να πραγματοποιήσει έλεγχο, το πλήρωμα έβαλλε με τα καμουφλαρισμένα πυροβόλα, βυθίζοντάς το.

Κρυμμένο πυροβόλο στο κατάστρωμα ενός Q-ship.

Ορισμένες φορές, κάποια μέλη του πληρώματος προσποιούντο ότι ήθελαν να παραδοθούν προκειμένου να πειστούν οι Γερμανοί και να αναδυθεί το υποβρύχιο στην επιφάνεια. Οι Γερμανοί τα ονόμασαν «παγίδες των υποβρυχίων», ενώ η δράση τους απετέλεσε ένα καλά κρυμμένο μυστικό για τους Βρεταννούς

Χαρακτηριστικότερο, ίσως, όλων, ήταν το περιστατικό που έλαβε χώρα, την 19η Αυγούστου 1915. Στις 15.00 μ.μ. της ημέρας εκείνης, το ατμόπλοιο Nikosian με κυβερνήτη τον Τ.Χ. Μάννινγκ (C.H.Manning) πλησίαζε στις ΝΔ ακτές της Ιρλανδίας. Αρκετά πλοία είχαν ήδη τορπιλλισθεί στην ίδια θαλάσσια περιοχή την ημέρα εκείνη. Σχεδόν ταυτόχρονα ένα άλλο πλοίο 4.200 τόννων δίχως χαρακτηριστικά έπλεε προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό δεν ήταν τόσο αθώο όσο φαινόταν. Ήταν το Q-Ship HMS Baralong, με κυβερνήτη τον Γκόντφρεϋ Χέρμπερτ (Godfrey Herbert), εξοπλισμένο με 3 πυροβόλα των 12 mm και βόμβες βυθού.

Ο Χέρμπερτ έφερε πλαστά έγγραφα και το όνομα Ουΐλλιαμ ΜακΜπράϊντ (William McBride). Eίχε  φοιτήσει σε αρκετά ναυτικά σχολεία και είχε υπηρετήσει σε υποβρύχια. Μάλιστα, ήταν κυβερνήτης διαδοχικά στα HMS C36, HMS C30 και HMS D5. Είχε μόλις διασωθεί από την βύθιση του τελευταίου εν ώρα υπηρεσίας και θεωρούσε την μετάθεσή του σε Q-ship δυσμενή, όπως και πιθανότατα ήταν, αν και η δικαιολογία που του ελέχθη ήταν πως δεν υπήρχε άλλο διαθέσιμο υποβρύχιο εκείνη την περίοδο.

Αρχικώς, τοποθετήθηκε στο ατμόπλοιο RMS Antwerp, ιδιοκτησίας της εταιρείας Great Eastern Railway, που έκανε δρομολόγια μεταξύ των βρεταννικών ακτών και της Ολλανδίας. Δυστυχώς για τον ίδιο, ουδεμία επιτυχία σημείωσε ως καπετάνιος του συγκεκριμένου πλοίου. Τον Απρίλιο του 1915, ανέλαβε κυβερνήτης στο HMS Baralong, το οποίο είχε μόλις υποστεί τις απαραίτητες μετατροπές. Τυπικά, η δράση των Q-Ships ξεκίνησε μετά την βύθιση του Lusitania αλλά πρακτικά είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα.

Σε απόσταση περίπου 80 μιλίων από τις νήσους Σίλλι (που βρίσκονται 25 μίλια δυτικά της χερσονήσου της Κορνουάλης), έλαβε ένα επείγον μήνυμα για βοήθεια από το υπερωκεάνιο Arabic της εταιρείας White Star Line, το οποίο είχε δεχθεί επίθεση από υποβρύχιο (το U-24). Το Baralong ύψωσε την αμερικανική σημαία (σ.σ. οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμη ουδέτερες) και έσπευσε στο σημείο του τορπιλλισμού. Δυστυχώς, όμως, το πλοίο βυθίστηκε πολύ γρήγορα.

Το Q-ship HMS Baralong.

Στην ιδία θαλάσσια περιοχή, περιπολούσε και το U-27, με κυβερνήτη τον Μπερντ Βάγκενερ (Bernd Wegener), ο οποίος είχε ήδη καταστεί πολύ γνωστός για την έως τότε δράση του. Είχε βυθίσει το υποβρύχιο Ε-3 και περισσότερα από 10 πλοία (συνολικού εκτοπίσματος 29.402 τόννων), τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν βρεταννικά. Ο Χέρμπερτ, πλησιάζοντας, δεν εντόπισε το Arabic, είδε όμως καπνό να βγαίνει από τα φουγάρα ενός άλλου πλοίου, του Nicosian. Ο Βάγκενερ είχε ήδη σταματήσει το προαναφερθέν πλοίο, που ταξίδευε για το Avonmouth, μεταφέροντας πυρομαχικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και 800 μουλάρια για πολεμική χρήση. Είχε στείλει 6 άνδρες του στο πλοίο, διατάσσοντας το πλήρωμα να επιβιβαστεί στις σωσίβιες λέμβους, που σύντομα απεμακρύνθησαν υπό τα όμματα των Γερμανών. Μόνον τότε, μπορούσε να ξεκινήσει την βύθιση του σκάφους, σύμφωνα με τους λεγόμενους «prize regulations», τους οποίους είχε τηρήσει απολύτως.

Έχει διατυπωθεί και η άποψη πως οι ναυτικοί του Nicosian εγκατέλειψαν αυτοβούλως το πλοίο, μετά τις πρώτες βολές του υποβρυχίου. Ο Βάγκενερ δεν ήθελε να ξοδέψει τορπίλες και ήταν αποφασισμένος να το βυθίσει, χρησιμοποιώντας άλλα μέσα. Το Baralong πλησίασε και από απόσταση μισού μιλίου έστειλε σήμα στους Γερμανούς, ζητώντας την άδειά τους να προσεγγίσει προκειμένου να παραλάβει μόνον τους επιζώντες, αίτημα το οποίο έγινε αμέσως αποδεκτόν. Ο Βάγκενερ είχε ξεγελαστεί, καθώς πίστεψε πως επρόκειτο για ένα αμερικανικό πλοίο, τόσο λόγω της σημαίας όσο και εξ αιτίας του εξωτερικού βαψίματός του.

Διάγραμμα του επεισοδίου.

Το Baralong έφθασε σχεδόν δίπλα στο γερμανικό υποβρύχιο. Τότε, άρχισε να βάλει με όσα όπλα διέθετε κατά του U-27, το οποίο βυθίστηκε σε 1 λεπτό! Συνολικά, τα 3 πυροβόλα έβαλαν 34 φορές, ενώ οι Γερμανοί μόλις μία. Λίγοι άνδρες από το πλήρωμα του υποβρυχίου πρόλαβαν να πέσουν στην θάλασσα και άρχισαν να κολυμπούν προς το Nicosian, καθώς υπήρχε ήδη μία σκάλα στα πλευρά του πλοίου. Οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν για τον ακριβή αριθμό των Γερμανών που γλίτωσαν τον θάνατο εκείνη την στιγμή. Αυτός κυμαίνεται από 6 έως 12 άνδρες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και ο κυβερνήτης Βάγκενερ. Τότε, οι Βρεταννοί έστρεψαν τα όπλα εναντίον τους και τους σκότωσαν όλους (εκτός από δύο) εν ψυχρώ. Δύο Γερμανοί πρόλαβαν να πιαστούν από την σκάλα του Nicosian αλλά δολοφονήθησαν πριν φτάσουν στο κατάστρωμα. Οι 6 Γερμανοί που είχαν επιβιβαστεί πρώτοι στο Nicosian κοιτούσαν αποσβολωμένοι, αδυνατώντας να πιστέψουν ότι άνδρες με στολή εκτελούσαν μία εν ψυχρώ δολοφονία. Έως τότε, ήταν οι μόνοι διασωθέντες από το πλήρωμα του υποβρυχίου.

Ο κυβερνήτης του U-27 Μπερντ Βάγκενερ (1884-1915).

Ακολούθως, ο Χέρμπερτ έφερε το Baralong στο πλάϊ του Nicosian. Η θάλασσα ήταν γαλήνια και οι άνδρες του πήδηξαν πάνω στο ατμόπλοιο. Ένας Γερμανός πυροβολήθηκε εξ επαφής, ενώ κάποιοι άλλοι τραυματίστηκαν προσπαθώντας να βρουν ένα μέρος όπως κρυφτούν (πίσω από βαρούλκα, βαρέλια κ.α.). Τελικώς, όλοι τους (τραυματισμένοι και μη) κατέφυγαν καταδιωκόμενοι στο μηχανοστάσιο. Τότε, ανέλαβαν δράση κάποια άλλα μέλη του πληρώματος, που δεν φορούσαν στολή. Αυτοί κατάγονταν από το Λίβερπουλ, που είχε υποφέρει αρκετά από την έως τότε δράση των γερμανικών υποβρυχίων και έδειξαν ιδιαίτερο μίσος, εξοντώνοντας έναν προς έναν όλους Γερμανούς. Φυσικά, αυτό ίσως να εξηγεί αλλά επ’ ουδενί λόγω δεν δικαιολογεί το αποτρόπαιο έγκλημα. Σε κάθε περίπτωση, είχαν εφαρμόσει κατά γράμμα τις εντολές του Χέρμπερτ, που τους είχε ζητήσει να μην δείξουν κανένα έλεος.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο,  βυθίστηκε το U-27 και εξοντώθηκε όλο το πλήρωμά του. Το Nicosian συνέχισε τον πλου του και έφθασε δίχως να αντιμετωπίσει άλλα προβλήματα στο Avonmouth. Βεβαίως, υπήρξε απόλυτη σιωπή εκ μέρους του βρεταννικού Ναυαρχείου και της βρεταννικής κυβερνήσεως. Μάλιστα, το Ναυαρχείο φαίνεται πως είχε διατάξει να μην συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι από εχθρικά υποβρύχια. Αλλά πολύ σύντομα το νέο διαδόθηκε στους λιμένες, όπου κατέπλευσαν το Baralong και το Nicosian. Οι μεν δράστες υπερηφανεύονταν για το «κατόρθωμά» τους, ορισμένοι εξ αυτών ισχυριζόμενοι ότι πήραν εκδίκηση για το α΄ ή β΄ τορπιλλισθέν πλοίο. Αλλά και το πλήρωμα του Nicosian δεν παρέμεινε σιωπηλό, καθώς είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυς μίας «μάχης». Πολλοί μίλησαν, όταν επέστρεψαν στην Αμερική και το θέμα έλαβε διαστάσεις. Ο καταγόμενος από το Μπέλφαστ Ουΐλλιαμ Κρεγκ (William Craig), που δούλευε στο πλοίο Torr Head, έμαθε για το συμβάν από έναν άλλον Ιρλανδό, μέλος του πληρώματος του Nicosian. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί σε ένα bar. Αρχικώς, ο αυτόπτης μάρτυς δεν ήθελε να του πει περισσότερα, επειδή είχαν δοθεί σχετικές εντολές αλλά όταν ξαναβρέθηκαν (στο ξενοδοχείο όπου διέμενε ο Κρεγκ) του περιέγραψε το  έγκλημα με κάθε λεπτομέρεια.

Πιθανότατα, έφερε βαρέως το ότι δεν αντέδρασε σε αυτή την εν ψυχρώ δολοφονία. Ο αρχιθαλαμηπόλος του Nicosian ούρλιαζε τα βράδια και ξυπνούσε ιδρωμένος, ξαναζώντας τον ίδιο «εφιάλτη», τον οποίο είχε διηγηθεί σε αρκετούς άλλους ναυτικούς, με τους οποίους συνταξίδευε ανά καιρούς. Εις εξ αυτών ήταν και ο Τζέρρυ Ο’Νηλ (Gerry O’Neill), ο οποίος έγραψε και σχετικό άρθρο. Επίσης, κάποιοι από το πλήρωμα επέλεξαν να αλλάξουν όνομα και επώνυμο, θέλοντας να αποφύγουν κάθε σχέση με την δολοφονία, ενώ λίγοι εξ αυτών παρέμειναν στην ίδια εταιρεία (Leyland  Line) έως την διάλυσή της, το 1934. Αντιθέτως, ο Χάρολντ Έντγκαρ Ουΐλκινσον (Harold  Edgar  Wilkinson), που υπηρετούσε στο Baralong ως βαθμοφόρος του σώματος των εθελοντών στο Βασιλικό Ναυτικό, δεν ένιωθε καμμία τύψη. Την δεκαετία του 1960, σε μία αδημοσίευτη συνέντευξη που απεκάλυψε ο εγγονός του μετά από δεκαετίες, δήλωσε κυνικά: «Η αίσθησή μου ήταν ότι όλα όσα συνέβησαν υπήρξαν φυσιολογικά. Δεν έγινε κάτι το τρομερό. Δεν μπορείς να αφήσεις στα χέρια του εχθρού ένα δικό σου πλοίο».

Αναμνηστικά μετάλλια του χαράκτη Karl Goetz με θέμα το επεισόδιο Baralong για λογαριασμό του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Οι Γερμανοί έμαθαν το συμβάν μέσω των πρακτόρων τους που δρούσαν στο βρεταννικό έδαφος και το προσέθεσαν στην λίστα των εν ψυχρώ δολοφονιών αξιωματικών και οπλιτών/ναυτών τους από τις δυνάμεις της Συνεννοήσεως. Το έγκλημα αυτό παρεβίαζε κατάφωρα τις Συμβάσεις της Χάγης του 1899 και του 1907. Μάλιστα, η μαρτυρία Αμερικανών αυτοπτών μαρτύρων υπήρξε καταλυτική και καθιστούσε το γεγονός αδιαμφισβήτητο. Η άρνηση του Λονδίνου να προσαγάγει ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας (και δη τον Χέρμπερτ) αλλά και να διεξαχθεί τουλάχιστον μία αμερόληπτη έρευνα από τρίτες χώρες εξόργισε το Βερολίνο τόσο πολύ ώστε να διατάξει την εντατικοποίηση του υποβρυχιακού πολέμου.

Χιουμοριστική απεικόνιση ενός τραγικού συμβάντος.

Το βρεταννικό Ναυαρχείο τίμησε τον Χέρμπερτ με μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων (DSO)! Πάντως, οι Βρεταννοί συνέχιζαν ακόμη να τον αποκαλούν «Ουΐλλιαμ ΜακΜπράϊντ». Η ταυτότητά του παρέμεινε μυστική για το ευρύ κοινό μέχρι τη δημοσίευση της βιογραφίας του E. Keble Chatterton (ο οποίος είχε υπηρετήσει στα Q-Ships), το 1935 Μεταπολεμικά, απεδύθησαν σε συντονισμένες προσπάθειες να συσκοτίσουν τα γεγονότα, φέροντας στο προσκήνιο διάφορα στοιχεία με σκοπό να ελαφρύνουν την θέση του πληρώματος και ιδίως του Χέρμπερτ. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν την ύπαρξη και ενός δεύτερου υποβρυχίου στην περιοχή αλλά αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί. Επίσης, κάποιοι άλλοι έγραψαν ότι ο Χέρμπερτ φοβόταν πως οι Γερμανοί μπορεί να χρησιμοποιούσαν τα όπλα που είχε Nicosian ή και να βύθιζαν το πλοίο. Ο πρώτος ισχυρισμός δεν ευσταθεί, καθώς όλος ο οπλισμός ευρίσκετο σε κιβώτια που ήταν σφραγισμένα στα αμπάρια του Nicosian. Οι Γερμανοί δεν εγνώριζαν που ήταν. Αλλά και αν ακόμη ήθελαν να σπάσουν τα κιβώτια (πρόθεση που δεν αποδεικνύεται από καμμία μαρτυρία), δεν ήξεραν που υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα προς τούτο. Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, είναι ανυπόστατος, καθώς μέλημα των Γερμανών (όπως και κάθε άλλου ανθρώπου που θα ευρίσκετο στην θέση τους) ήταν να σώσουν την ζωή τους. Άλλωστε, είχαν ήδη δει τους συναδέλφους τους να δολοφονούνται εν ψυχρώ.

Στο πλαίσιο της συγκάλυψης, το Nicosian μετομάστηκε σε Nevisian και στο βιβλίο του πλοίου ουδεμία αναφορά γινόταν στο συγκεκριμένο συμβάν. Το βρεταννικό Ναυαρχείο διέταξε την μετονομασία και του Baralong σε Whyalla, το οποίο ανέλαβε την μεταφορά όπλων και πυρομαχικών για το Πολεμικό Ναυτικό. Την 23η Σεπτεμβρίου 1915, κατόρθωσε να βυθίσει το υποβρύχιο U-41, το οποίο είχε στραφεί κατά του πλοίου Urbino. Αργότερα, άλλαξε και πάλι το όνομά του σε Manica σε μία προσπάθεια των Βρεταννών να εξαλείψουν παντελώς τα ίχνη του. Προς τούτο, το έστειλαν να δράσει στην ανατολική Μεσόγειο και τον δυτικό Ειρηνικό. Το 1922, το πλοίο πωλήθηκε σε Ιάπωνες και μετονομάστηκε σε Kyokuto  Maru, ενώ τρία χρόνια αργότερα άλλαξε και πάλι το όνομά του σε Shinsei  Maru. Το 1933, παροπλίστηκε και διαλύθηκε.

Ο Χέρμπερτ δεν τιμωρήθηκε αλλά ταύτισε το όνομα και την σταδιοδρομία του με το γεγονός. Πολλοί από τους συναδέλφους του τον αποκαλούσαν Ουΐλλιαμ Μπαραλόνγκ (William Baralong). Μεταπολεμικά, έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος της αυτοκινητοβιομηχανίας Daimler, φθάνοντας μέχρι τον βαθμό του διευθυντού, το 1931. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρέτησε και πάλι ως καπετάνιος στο οπλισμένο εμπορικό πλοίο Cilicia, το οποίο πραγματοποιούσε ταξίδια στις ακτές της δυτ. Αφρικής. Το 1943, αποστρατεύθηκε και ασχολήθηκε με ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Μεταπολεμικά, εγκαταστάθηκε στην Ροδεσία, όπου απεβίωσε ειρηνικά, την 8η Αυγούστου 1961.

Γενικότερα, οι άνθρωποι της θάλασσας διακρίνονται για την τήρηση των κανόνων συναδελφικότητας και του ιπποτισμού, ακόμη και σε περιόδους πολέμου. Το «επεισόδιο Baralong» (όπως έμεινε στην ιστορία) αποτελεί μία από τις πιο λίγες γνωστές εξαιρέσεις. Οι θύτες θέλησαν να συσκοτίσουν τα γεγονότα, αποκρύπτοντας τον ρόλο τους. Τα θύματα ήταν οι ηττημένοι του πολέμου. Ας το θυμόμαστε ως παράδειγμα προς αποφυγήν για να μαθαίνουν οι νεότεροι πόσο εξαχρειώνει ο πόλεμος τον άνθρωπο.

The Baralong Incidents: Lost in History – NHD Documentary 2019

 

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Νομικός-Διεθνολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σημειώσεις

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, στο τεύχος Αυγούστου, υπ. αριθμ.. 626

[1] Erik Larson, Το βουβό κύμα. Αθήνα: Ίκαρος, 2017, σελ. 55.

[2] Ήταν ένας απόρρητος χώρος, όπου οι Βρεταννοί είχαν καταφέρει να «σπάσουν» τους γερμανικούς ναυτικούς κώδικες.

                                                   

 Ενδεικτική βιβλιογραφία

  1. Beesley Pat., Room 40: British Naval Intelligence, 1914-18. London: Hamish Hamilton Ltd, 1982.
  2. Bridgland Tony, Sea Killers In Disguise: Q Ships And Decoy Raiders of WWI. Barnsley: Naval Institute Press, 1999.
  3. Churchill Winston S., The World Crisis, 1911-1918. London: Penguin classics, 2007.
  4. Coles Alan, Slaughter at Sea. The Truth Behind a Naval War Crime, London: R.Hale, 1986.
  5. Compton-Hall R., Submarine boats: the beginnings of underwater warfare. London: Conway maritime press, 1983.
  6. Gannon Paul, Inside Room 40: The Codebreakers of World War I. Surrey: Ian Allan Publishing, 2010.
  7. Gibson R.H. – Maurice Prendergast M., The German Submarine War 1914-1918. Penzance: Periscope Publishing Ltd., 2002.
  8. Greentree David, Q-Ship Vs U-Boat 1914-1918, Oxford, Osprey Publiching, 2014.
  9. Jannen William Jr., The Lions of July, Prelude to War, 1914. Novato: Presidio 1996.
  10. Keble Chatterton Edward., Q-Ships and their Story, Sydney, Wentworth Press,
  11. Larson Erik, Το βουβό κύμα. Αθήνα: Ίκαρος, 2017.
  12. Link Arthur S., Wilson: The Struggle for Neutrality, 1914-1915. Princeton: University Press, 1960.
  13. Messimer Dwight, Verschollen: World War I U-Boat Losses. Annapolis, Md.: Naval Institute Press, 2002.
  14. O’Neill Gerry, «Scandal of the Baralong Incident was Hidden in Veil of Secrecy» στο JOURNAL OF THE SEA – IRIS NA MARA, vol. 1, no. 4.
  15. Ramsay David, “Blinker” Hall Spymaster. Gloucestershire: The History Press, 2009.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Μελίνα Γραμματικοπούλου: Ο Οθωμανικός Σιδηρόδρομος Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως. Το διεθνές πλαίσιο και η ελληνική παρουσία

Μελίνα Γραμματικοπούλου

 Ο Οθωμανικός Σιδηρόδρομος Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως.

Το διεθνές πλαίσιο και η ελληνική παρουσία

 

Ίδρυση και λειτουργία 

Η λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856) με την ανέλπιστη νίκη της Αυτοκρατορίας έναντι της Ρωσίας, η διακήρυξη του αυτοκρατορικού διατάγματος του Χάττ-ι Χουμαγιούν το 1856 με την εξαγγελία μεταρρυθμιστικών μέτρων και η ανακήρυξη του πρώτου οθωμανικού συντάγματος από την οθωμανική κυβέρνηση συνετέλεσαν από κοινού στην εντατικοποίηση των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών του οθωμανικού κράτους και στην ενσωμάτωση της οικονομίας του στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό δίκτυο. Στο εκσυγχρονιστικό αυτό εγχείρημα η κατασκευή ενός συστήματος σιδηροδρομικών αρτηριών θα επέτρεπε αφενός τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων από τις εύφορες πεδιάδες του εσωτερικού προς το εξαγωγικό λιμάνι της Σμύρνης και αφετέρου την εξαγωγή των πρώτων υλών για την τροφοδότηση της αναπτυσσόμενης ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Το βασικότερο εμπόδιο, που δεν ήταν άλλο από την έλλειψη κεφαλαίων, το ξεπέρασε ο σουλτάνος με ένα τέχνασμα: τη μέθοδο της χιλιομετρικής εγγύησης. Εγγυάτο στον επενδυτή ένα ελάχιστο κέρδος ανά χιλιόμετρο γραμμής και παράλληλα δεσμευόταν να καλύψει το ίδιο το κράτος την τυχόν διαφορά ανάμεσα στο κέρδος που εγγυήθηκε και αυτό που τελικά πραγματοποίησε η εταιρεία.[1] Το σύστημα της χιλιομετρικής εγγύησης επιστρατεύτηκε για πρώτη φορά με επιτυχία το 1856, όταν εκχωρήθηκε σε βρετανική κοινοπραξία το δικαίωμα για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνέδεε τη Σμύρνη με το Αϊδίνι, και συνεχίστηκε με νέο φιρμάνι το 1863 για την κατασκευή άλλης γραμμής μήκους 93 χιλιομέτρων από τη Σμύρνη στον Κασαμπά της Μαγνησίας.[2] Ωστόσο, η ύφεση του 1866 και οι επιπτώσεις της εξανάγκασαν το δικαιούχο της γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά Βρετανό Edward Price να μεταβιβάσει τα δικαιώματα στην επίσης βρετανική εταιρεία «The Smyrna and Cassaba Railway Company».

Το επίμονο βρετανικό ενδιαφέρον για τους οθωμανικούς σιδηροδρόμους δεν ήταν τυχαίο. Η δυτική Μικρά Ασία, προικισμένη με εύφορες πεδιάδες των τεσσάρων ποταμών, του Κάικου, του Έρμου, του Κάυστρου και του Μαίανδρου, αποτελούσε πολύτιμο παραγωγό σταφίδας, σύκου, μεταλλευμάτων[3] και βάμβακος τροφοδοτώντας με πρώτη ύλη τη βρετανική βιομηχανία υφασμάτων.[4] Έτσι, μέσα σε τρία μόλις χρόνια η εταιρεία, με συνολικό μετοχικό κεφάλαιο που άγγιζε τα 20 εκατομμύρια φράγκα, είχε ολοκληρώσει το προβλεπόμενο τμήμα μέχρι τον Κασαμπά, καθώς και τη διασταύρωση της Σμύρνης με το προάστιο του Βουρνόβα.[5] Η επικερδής λειτουργία της αποτυπωνόταν στη σταδιακή αύξηση των εσόδων, αφού ήδη από το 1869 το κέρδος είχε καταφέρει να υπερβεί κατά 509 στερλίνες το όριο της εγγύησης που είχε θέσει η κυβέρνηση. Χαρακτηριστική υπήρξε και η αύξηση της κυκλοφορίας στους συρμούς της εταιρείας, που έφτασε το 14% μέσα στην τριετία 1867-1869.[6]

Το επόμενο βήμα, η προέκταση του δικτύου, επήλθε μετά το 1870 χάρη στην παρουσία του Γερμανού μηχανικού και αξιωματούχου Wilhelm von Pressel στην Κωνσταντινούπολη. Η συχνή του παρότρυνση προς το σουλτάνο να επενδύσει στην κατασκευή ενός ολοκληρωμένου σιδηροδρομικού δικτύου με απώτερο στόχο την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και την «Αναγέννηση» της Μικράς Ασίας[7] ενθάρρυνε την επέκταση της γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά βορειοανατολικά. Τα αυτοκρατορικά φιρμάνια του 1871 και του 1878 επιβεβαίωσαν την προέκταση μήκους 76 χιλιομέτρων προς το Alaşehir (αρχαία Φιλαδέλφεια), αρχικά, και τη διασταύρωση 92 χιλιομέτρων από τη Μαγνησία στους πρόποδες του Σιπύλου προς το Σόμα μέσω Ak Şehir, στη συνέχεια.[8] Η προέκταση στο Αλάσεχιρ άφηνε στην επιχείρηση το 50% των ακαθάριστων εσόδων ως αντάλλαγμα για την προκαταβολή των 500.000 στερλινών που είχε δώσει στην κυβέρνηση για την κατασκευή της. Η δεύτερη προέκταση Μαγνησίας-Σόμα προέβλεπε και αυτή τη διοχέτευση του 50% των εσόδων στην εταιρεία και το υπόλοιπο 50% στην απόσβεση των εξόδων κατασκευής.[9]

Wilhelm von Pressel.

Το 1893 υπήρξε κομβικό για τη λειτουργία του δικτύου. Η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε να εξαγοράσει τη γραμμή καταβάλλοντας το ανάλογο αντίτιμο στη βρετανική κοινοπραξία. Πρόκειται για σαφές δικαίωμα που αναγνώριζαν στο σουλτάνο οι τελευταίες συμβάσεις επέκτασης. Η αιτία για την κίνηση αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στην πίεση του von Pressel και στη συνεχή του ενθάρρυνση να αναλάβει η οθωμανική κυβέρνηση ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση των σιδηροδρόμων. Η αναδιάταξη της γραμμής οφείλεται μεταξύ άλλων και στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε η εταιρεία, αλλά και, κυρίως, στην εφαρμογή του δόγματος της «ισορροπίας δυνάμεων» που διακατείχε τον Αβδούλ Χαμίτ. Ανησυχούσε ο τελευταίος για ένα ενδεχόμενο οικονομικό μονοπώλιο των βρετανικών συμφερόντων στο δίκτυο και την οικονομία της χώρας, καθώς η εταιρεία που διαχειριζόταν εξαρχής το Σιδηρόδρομο Αϊδινίου ήταν επίσης βρετανικών κεφαλαίων. Αυτήν τη βρετανική κυριαρχία την εξελάμβανε ως οθωμανική αδυναμία και ήταν αποφασισμένος να την εξαλείψει καταφεύγοντας στην τακτική των «πολλαπλών εμπλεκόμενων».[10]

Το αποτέλεσμα ήταν να εκχωρηθεί το δικαίωμα διαχείρισης του δικτύου στη γαλλοβελγική κοινοπραξία του Georges Nagelmackers, προέδρου της «Διεθνούς Εταιρείας Κλιναμαξών» (Compagnie Internationale des Wagons-Lits). Αυτός με την σειρά του μεταβίβασε το 1894 την παραχώρηση στη νεοσύστατη “Société Ottomane du Chemin de Fer de Smyrne-Cassaba et Prolongement” (εφεξής: Σιδηρόδρομος Κασαμπά).[11] Η εταιρεία, που είχε ιδρυθεί στο Παρίσι με γαλλικά κυρίως κεφάλαια, απέσπασε και τα δικαιώματα για μια νέα προέκταση μήκους 251 χιλιομέτρων από το Αλάσεχιρ στο Afyonkarahisar μέσω Uşak, που ολοκληρώθηκε τελικά το 1897. Η χιλιομετρική εγγύηση που διευθετήθηκε μεταξύ της εταιρείας και της κυβέρνησης για το νέο αυτό τμήμα ανερχόταν στα 18.900 γαλλικά φράγκα.[12] Το ποσό της εγγύησης φάνταζε υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Ήταν, ωστόσο, δικαιολογημένο, αφού η εταιρεία είχε συναντήσει αρκετές τεχνικές δυσκολίες στην κατασκευή του έργου, υψώνοντας είκοσι τρεις συνολικά γέφυρες μετά το Killik, για να καλύψει τις απότομες κλίσεις του εδάφους.[13] Η προέκταση της διακλάδωσης Μαγνησίας-Σόμα βορειότερα, προς την Πάνορμο της Προποντίδας, το 1912 και η ακτοπλοϊκή σύνδεση της Πανόρμου με την Κωνσταντινούπολη εξασφάλισαν στο Σιδηρόδρομο Κασαμπά τη γρηγορότερη διαδρομή από τη Σμύρνη στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας.[14]

Με την ολοκλήρωση των προεκτάσεων η εταιρεία διαχειριζόταν στις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ένα δίκτυο μήκους 704 χιλιομέτρων, διασχίζοντας τα βιλαέτια Αϊδινίου και Προύσας και διανύοντας την απόσταση από τη Σμύρνη στο Αφιόν Καραχισάρ μέσα σε 20 ώρες. Οι σιδηροτροχιές της κάλυπταν το βόρειο τμήμα της ενδοχώρας της Σμύρνης συνδέοντας τις πεδιάδες του Έρμου και του Κάικου. Από κοινού με το Σιδηρόδρομο Αϊδινίου, μήκους 516 χιλιομέτρων, ο οποίος συνέδεε τις πεδιάδες του Κάυστρου και του Μαίανδρου στο νότιο τμήμα, εξασφάλιζαν την επικοινωνία του μείζονος εξαγωγικού κέντρου με την παραγωγική ενδοχώρα. Το οθωμανικό δίκτυο συμπλήρωνε ο Σιδηρόδρομος Ανατολής με 1.030 χιλιόμετρα γραμμής, ο οποίος ένωνε την ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, το Kadıköy (αρχαία Χαλκηδόνα) με το Ικόνιο και την Άγκυρα στο κεντρικό οροπέδιο.[15] Ήταν μάλιστα ο «γαλλικός σιδηρόδρομος», όπως αποκαλείτο από τους Έλληνες, ιδιαίτερα δημοφιλής, επειδή εξυπηρετούσε και διέτρεχε τα ελκυστικά προάστια του Χαλκαμπουνάρ, της Αγίας Τριάδας, του Κορδελιού και του Βουρνόβα.[16] Φρόντιζε μάλιστα η εταιρεία με απόλυτο επιχειρηματικό πνεύμα να αυξάνει περαιτέρω την κυκλοφορία στα προάστια εκδίδοντας μειωμένα εκδρομικά εισιτήρια, καθώς και συνδυαστικά σε συνεργασία με την εταιρεία των τραμ.[17]

Ο τερματικός σταθμός της γραμμής στη Σμύρνη βρισκόταν στην αρμενική συνοικία «Μπασμαχανέ» (Basmane), δύο χιλιόμετρα νοτίως του αντίστοιχου σταθμού της «Πούντας» της γραμμής Αϊδινίου, σε απόσταση τόσο από το τελωνείο όσο και από την προκυμαία. Η απόσταση αυτή επέβαλε τη δαπανηρή και χρονοβόρα μεταφορά των εμπορευμάτων προς το λιμάνι με κάρα και καμήλες. Γι’ αυτό και η διεύθυνση της εταιρείας είχε προεκτείνει τη γραμμή μέχρι το νέο λιμάνι της Πούντας κατασκευάζοντας ταυτόχρονα προκυμαία και αποθήκες για τη φύλαξη των δημητριακών.[18] Τέλος, η στάση «Γεφύρι» στην Πούντα, ο παραδοσιακός κόμβος της γέφυρας των καραβανιών όπου ο Σιδηρόδρομος Κασαμπά συναντούσε το Σιδηρόδρομο Αϊδινίου,[19] ήταν από τα γραφικότερα και δημοφιλέστερα μέρη για φωτογράφηση στις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς συνδύαζε την πολυκοσμία με τη φυσική αισθητική που πρόσφεραν οι όχθες του ποταμού Μέλητος.

Το 1911 ο αριθμός των εργαζομένων φαίνεται ότι άγγιζε τα 1.983 άτομα, την περίοδο που ο Σιδηρόδρομος Αϊδινίου απασχολούσε 1.607 και ο Σιδηρόδρομος Ανατολής 2.850 υπαλλήλους.[20] Ο μέσος μισθός άγγιζε τα 500 γρόσια και ήταν σαφώς κατώτερος από τον αντίστοιχο στο βρετανικό σιδηρόδρομο, που κυμαινόταν μεταξύ 300-1.500 γροσίων.[21] Το 1901 στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υπηρετούσαν δώδεκα άτομα. Οι έξι διοικητές είχαν ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, οι τέσσερις το Παρίσι και οι τρεις το Λονδίνο. Στην Κωνσταντινούπολη έδρευαν οι G. Auboyneau, κόμης L. Berger, Hamdi Μπέη, Παντζίρης Μπέη και Dr. K. Zander, στο Παρίσι οι P. Naville, G. Nagelmackers, P. Bourlon de Sarty και H. Henrotte, ενώ στο Λονδίνο οι R. Allatini, W. Lander και H. Lawrence. Διοικητής στην έδρα της Κωνσταντινούπολης ήταν ο M.Ch. Cotard.[22] Στην κορυφή της πυραμίδας επομένως κυριαρχούσαν οι Ευρωπαίοι, αφού και στη διεύθυνση της Σμύρνης το υψηλόβαθμο προσωπικό αποτελείτο από Ευρωπαίους και Φραγκολεβαντίνους. Στη μεσαία κλίμακα, αυτήν των σταθμαρχών, σε σύνολο έξι υπαλλήλων διακρίνονταν δύο Έλληνες, ένας Αρμένης και τρεις Ευρωπαίοι ή Φραγκολεβαντίνοι.[23] Οι επίσημες γλώσσες της εταιρείας ήταν η γαλλική και η τουρκική.

Το τροχαίο υλικό αριθμούσε ενδεικτικά το 1907 33 κινητήριες μηχανές, 149 βαγόνια επιβατηγά και σκευαγωγά και 871 εμπορικά.[24] Η επιχείρηση παρουσίαζε σταθερή αύξηση κέρδους, ειδικά μετά την ολοκλήρωση της προέκτασης προς το Αφιόν Καραχισάρ.[25] Δεν έλλειπαν βέβαια οι εξαιρέσεις, καθώς η κυκλοφορία ήταν αστάθμητος παράγοντας, αφού δεν εξαρτάτο μόνο από τα φυσικά φαινόμενα και την πορεία της συγκομιδής, αλλά και από τις πολιτικές συγκυρίες και τις τυχόν επιδημίες.[26]

 

Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Μπασμαχανέ στη Σμύρνη.

 

Το διεθνές πλαίσιο

Η ενσωμάτωση της οθωμανικής οικονομίας στο διεθνές εμπόριο και βιομηχανία σε μια εποχή που ο νέος ιμπεριαλισμός βρισκόταν στο αποκορύφωμά του εύλογα μετέφερε τους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών κρατών στην οθωμανική επικράτεια. Οι επιχειρήσεις ευρωπαϊκών κεφαλαίων που δραστηριοποιούνταν στην Αυτοκρατορία δεν ήταν επομένως άμοιρες των πολιτικών συγκυριών και των διπλωματικών παρεμβάσεων. Πολλές φορές τα νήματα μιας μετοχικής εταιρείας τα κινούσε το αντίστοιχο κράτος, το οποίο ταύτιζε τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τα εθνικά. Στην πραγματικότητα, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα η οικονομία από κοινού με τη διπλωματία και την πολιτική σχημάτιζαν ένα δυναμικό σύνολο.

Τη διαπλοκή αυτή διασφάλιζε αρχικά η λειτουργία της «Υπηρεσίας Οθωμανικού Δημοσίου Χρέους», η οποία από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της είχε αναλάβει τη συλλογή του φόρου δεκάτης από τα δημητριακά του βιλαετίου Αϊδινίου ως εγγύηση ελάχιστου κέρδους για τα επενδυμένα κεφάλαια του Σιδηροδρόμου Κασαμπά.[27] Τη σύνδεση μεταξύ Υπηρεσίας και εταιρείας έκανε στενότερη και η συμμετοχή των Hamdi Μπέη και Salandrouze de Lamornaix, του Οθωμανού και του Γάλλου εκπροσώπου της πρώτης στο Δ.Σ. της τελευταίας. Οι G. Auboyneau και L. Berger, εξάλλου, υπηρετούσαν ταυτόχρονα ως μέλη των Δ.Σ. των Σιδηροδρόμων Κασαμπά και Ανατολής, ενώ το όνομα του Salandrouze de Lamornaix, φιγουράριζε και στο Δ.Σ. της Ρεζί του μονοπωλίου καπνού (Société de la Régie co-intéressée des Tabacs de l’ Empire Ottoman). Τέλος, οι Pyrame Naville, Paul Bourlon de Sarty, Αλέξανδρος Παντζίρης και W. Lander διατελούσαν εκτός από στελέχη του Σιδηροδρόμου Κασαμπά και μέλη της «Αυτοκρατορικής Οθωμανικής Τράπεζας» (Banque Impériale Ottomane).[28] Οι παραπάνω παράγοντες αναδείκνυαν τη δραστηριοποίηση μιας επιχειρηματικής ομάδας με πολλές διασυνδέσεις στους τομείς της οθωμανικής οικονομίας, η οποία μεταξύ άλλων διεθνοποιούσε και τη λειτουργία του Σιδηροδρόμου Κασαμπά. Η ισορροπία που ανέκυπτε από τα επιμέρους συμφέροντα, ωστόσο, ήταν εύθραυστη και επισφαλής.

Τις φιλοδοξίες εξάλλου του ίδιου του γαλλικού κράτους για την εμβέλεια και τον προσανατολισμό του Σιδηροδρόμου Κασαμπά αποδεικνύει η υπόθεση του σχολείου και της καθολικής ιεραποστολής στο Ουσάκ, σημαντικό σταθμό του σιδηροδρομικού δικτύου. Η πρωτοβουλία για την ίδρυσή του το 1898 ανήκε στην εταιρεία, η οποία θα χρηματοδοτούσε την ανέγερσή του με 100 τουρκικές λίρες κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας. Ο στόχος ήταν η παροχή βασικής εκπαίδευσης στο γηγενές και το ευρωπαϊκό προσωπικό του σιδηροδρόμου ανεξαρτήτως εθνικότητας, καθώς και η διάδοση της γαλλικής, αφού η τελευταία θα ήταν και η επίσημη γλώσσα του σχολείου. Για το σκοπό αυτό, η διεύθυνση του σιδηροδρόμου είχε αποταθεί στο γαλλικό προξενείο της Σμύρνης, το οποίο με τη σειρά του είχε αναθέσει στο Γάλλο πρόξενο Guillois την προσέγγιση του καθολικού αρχιεπισκόπου Σμύρνης André Polycarpe Timoni.[29]

Το ίδρυμα, που εγκαινιάστηκε στα τέλη του 1898 με εικοσιέναν μαθητές, αναγκάστηκε να περιορίσει το μαθητικό του δυναμικό στο καθολικό στοιχείο παρά την επιθυμία για φοίτηση αρκετών Οθωμανών ελληνικής και τουρκικής καταγωγής, αποφεύγοντας ταυτόχρονα κινήσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως εθνικές.[30] Ωστόσο, ο αιφνιδιαστικός έλεγχος των αστυνομικών αρχών στη σχολή τον Απρίλιο του 1899 και η ρηματική διακοίνωση της Υψηλής Πύλης προς τη γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης με θέμα την έλλειψη της επίσημης άδειας εκ μέρους του ιδρύματος και την «ασυμβίβαστη με τους οθωμανικούς νόμους» συμπεριφορά των στελεχών του διέκοψε τη βραχύβια λειτουργία του. Οι γαλλικές προξενικές αρχές αποφάσισαν να ενδώσουν στις οθωμανικές απαιτήσεις και να κλείσουν την υπόθεση με τη σκέψη ότι «τα συνολικά συμφέροντα του Ουσάκ δεν πρέπει να ζημιώσουν τα ανώτερα συμφέροντα μιας μεγάλης γαλλικής βιομηχανικής εταιρείας».[31] Η στάση αυτή καταδεικνύει με τρόπο σαφή τις νέες προτεραιότητες της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής για την αντικατάσταση της παραδοσιακής πολιτικής του πολιτιστικού προτεκτοράτου με τις ζώνες οικονομικής διείσδυσης και με όχημα τις εταιρείες γαλλικών κεφαλαίων.[32]

Το θέμα, βέβαια, που κυρίως απασχολούσε το μυαλό των στελεχών του Σιδηροδρόμου Κασαμπά και των Γάλλων αξιωματούχων ήταν το ζήτημα της ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα στις επιμέρους οθωμανικές σιδηροδρομικές εταιρείες και στα κρατικά συμφέροντα που αυτές εκπροσωπούσαν. Στο σημείο αυτό, οι ανησυχίες των Γάλλων ταυτίζονταν με τις αντίστοιχες των Βρετανών στο θέμα των γενναιόδωρων σουλτανικών παραχωρήσεων και της ταχείας επέκτασης του γερμανικού Σιδηροδρόμου Ανατολής στην οθωμανική επικράτεια. Τον προβληματισμό ενεργοποίησε αρχικά η παραχώρηση που απέσπασε ο τελευταίος το Φεβρουάριο του 1893 για την προέκταση από το Εσκί Σεχίρ προς το Ικόνιο, στο εκτενές και ιδιαίτερα γόνιμο σε φυσικό πλούτο οροπέδιο στα 400 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σμύρνης. Η παραχώρηση δυσαρέστησε τα υπόλοιπα δίκτυα, καθώς θεωρούσαν από την αρχή της λειτουργίας τους τη διαφιλονικούμενη περιοχή ως το «φυσικό στόχο» τους. Τη δυσαρέσκεια διόγκωνε ακόμη περισσότερο η σκέψη πως αυτά ακριβώς τα δίκτυα είχαν υπάρξει «οι πρωτοπόροι της σιδηροδρομικής ανάπτυξης στην ασιατική Τουρκία» και «οι φυσικοί υποδοχείς των προϊόντων του οροπεδίου» πριν την εξαγωγή προς την Ευρώπη. Θεωρούσαν τέλος πως το βιλαέτι Αϊδινίου όφειλε εν πολλοίς την ευημερία του σε αυτά, ενώ η αποτυχία τους στην απόσπαση της παραχώρησης οφειλόταν στην ανταγωνιστικότητα, στην αναβλητικότητα και στην αργοπορία των δικών τους κυβερνήσεων.[33]

Η ανησυχία Γάλλων και Βρετανών για τη σιδηροδρομική επέλαση των Γερμανών στη Μικρά Ασία έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τις διαπραγματεύσεις των τελευταίων με την Υψηλή Πύλη με θέμα την προέκταση προς τη Βαγδάτη. Επρόκειτο για ένα θέμα εθνικής ασφάλειας από πλευράς Οθωμανών, καθώς η επανάσταση στην Υεμένη το 1876 είχε καταδείξει την αναγκαιότητα της ταχείας μεταφοράς στρατευμάτων προς τις ανατολικές εσχατιές της επικράτειας. Η τελική παραχώρηση, που επικυρώθηκε τελικά το Μάρτιο του 1903 και κατέληξε στην ίδρυση του Σιδηροδρόμου Βαγδάτης (Société Impériale Ottomane du Chemin de fer de Bagdad), μιας εταιρείας συγγενικής με το Σιδηρόδρομο Ανατολής,[34] προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στους διπλωματικούς κύκλους της πρωτεύουσας και θεωρήθηκε από τους υπόλοιπους μνηστήρες ως το αποκορύφωμα της γερμανικής μυστικής διπλωματίας, στο όνομα της οποίας επιστρατεύτηκαν ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ και η πιεστική διπλωματία του βαρώνου Adolf Marschall von Bieberstein, Γερμανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο υπογραφής της.[35]

Ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης το 1917.

Στο παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων για την προέκταση στη Βαγδάτη είχε συζητηθεί και ένα διμερές ζήτημα που αφορούσε στους Σιδηροδρόμους Κασαμπά και Ανατολής. Η αφορμή ήταν η ύπαρξη σιδηροδρομικών σταθμών και από τις δύο εταιρείες στην πόλη του Αφιόν  Καραχισάρ, που δεν συνδέονταν, όμως, μεταξύ τους.[36] Από την έλλειψη αυτή ανέκυπταν αρκετά πρακτικά ζητήματα, με κυριότερο την δυσκολία των επιβατών και των εμπορευμάτων που αποβιβάζονταν από τη μία γραμμή να επιβιβαστούν στην άλλη, γεγονός που ενέτεινε τις πιέσεις των εμπόρων προς την κυβέρνηση για τη σύζευξη των δύο γραμμών.

Η συμφωνία που υπογράφηκε στο Βερολίνο το 1899 ανάμεσα στα στελέχη των δύο δικτύων προέβλεπε, εκτός από τη σύνδεση των δύο σταθμών, και τη συμμετοχή του γαλλικού κεφαλαίου στο γερμανικό σιδηρόδρομο καθώς και του γερμανικού στο γαλλικό.[37] Ωστόσο, και η παραπάνω συμφωνία δεν κατάφερε να διαλύσει τις γαλλοβρετανικές ανησυχίες. Τόσο η ίδια όσο και η παραχώρηση για το Σιδηρόδρομο Βαγδάτης συνέτειναν στο ίδιο αποτέλεσμα: τροφοδοτούσαν περαιτέρω τη φοβία μήπως ο γαλλικός και ο βρετανικός σιδηρόδρομος μετατρέπονταν αργά ή γρήγορα σε απλές διακλαδώσεις της κύριας αρτηρίας Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης.[38]

Η τελευταία διεθνής πτυχή του Σιδηροδρόμου Κασαμπά αφορά στον τομέα του πολιτισμού και, συγκεκριμένα, στις δραστηριότητες του Γάλλου διευθυντή του Paul Gaudin. Ο Gaudin υπήρξε, εκτός από μηχανικός, συλλέκτης αρχαιοτήτων και ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Η φύση της εργασίας του, η βαθιά γνώση προσώπων και καταστάσεων και κυρίως η στενή σχέση που καλλιεργούσε με τις οθωμανικές αρχές τον κατέστησαν έναν σημαντικό εξαγωγέα ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων της Μικράς Ασίας. Μεταξύ αυτών που εκπατρίστηκαν συγκαταλέγονταν τα πήλινα ειδώλια από τους πρόποδες του όρους Πάγου στη Σμύρνη, οι ανάγλυφες παραστάσεις με γιγαντομαχίες στη νεκρόπολη του Yortan, καθώς και πολύτιμες ζωφόροι από την Αφροδισιάδα της Καρίας.[39] Οι περισσότερες εκτίθενται σήμερα στο μουσείο του Λούβρου και ένα μέρος τους στο Βρετανικό Μουσείο και στο Αυτοκρατορικό Οθωμανικό Μουσείο στην Κωνσταντινούπολη.[40]

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στη νεκρόπολη του Yortan και οι εκθέσεις του Paul Gaudin (Πηγή: Gallica).

                                                 

Η ελληνική παρουσία

Παράλληλα με τη διεθνή διαπλοκή, αρκετές πτυχές της λειτουργίας του Σιδηροδρόμου Κασαμπά είχαν έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Η ίδια η επέκταση του δικτύου προς το εσωτερικό, κατά πρώτο λόγο, με την κατασκευή των νέων σταθμών συνδεόταν στενά με την ελληνική παρουσία. Αποτελούσε, συγκεκριμένα, το όχημα, το μέσο για την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, αφού το στρώσιμο των γραμμών ακολουθούσε τη μετανάστευση των Ελλήνων και των Ρωμιών των μικρασιατικών παραλίων, της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας και της Καππαδοκίας προς τους νέους σταθμούς.[41] Παραδοσιακές μικρασιατικές κωμοπόλεις που είχαν από καιρό απωλέσει τον ελληνικό πληθυσμό τους εξαιτίας των σελτζουκικών και οθωμανικών κατακτήσεων και των εκτενών εξισλαμισμών εύρισκαν με την εγκατάσταση των επήλυδων εκ νέου τον προαιώνιο χριστιανικό χαρακτήρα τους. Η πορεία αυτής της μετανάστευσης, η οποία είχε εγκαινιαστεί το 17ο αιώνα και διογκώθηκε στα τέλη του 19ου, εν τέλει τροποποίησε τη δημογραφία και την χωροταξική πραγματικότητα στη Μικρά Ασία.[42]

Την ισχυρή παρουσία του ελληνικού στοιχείου λόγω των σιδηροδρόμων επιβεβαίωναν ευρωπαϊκές, ελληνικές και τουρκικές πηγές της εποχής. Ο Deschamps εντόπιζε την ηχηρή παρουσία Ελλήνων σιδηροδρομικών και επαγγελματιών στους κατά τόπους σταθμούς,[43] ενώ ο Ramsay τόνιζε ότι «καθώς ο σιδηρόδρομος κατευθύνεται προς το εσωτερικό, το ελληνικό στοιχείο τον ακολουθεί ή προηγείται αυτού».[44] Ο Κοντογιάννης, από τη μεριά του, απέδιδε την πληθυσμιακή ενίσχυση, την πολιτιστική ακμή και την ευημερία των πόλεων της ενδοχώρας στην ίδρυση της σιδηροδρομικής γραμμής.[45] Άφθονες είναι και οι μαρτυρίες των προσφύγων από τις περιοχές απ΄ όπου περνούσε η γραμμή, αφού οι σταθμοί βρίσκονταν στο επίκεντρο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των Ελλήνων Μικρασιατών.[46]

 

Μετοχή της Εταιρείας του Οθωμανικού Σιδηροδρόμου Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως.

Ο Mahmut Celal Bayar, από την άλλη, ειδικός γραμματέας του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» και εντεταλμένος οργανωτής του μποϋκοτάζ εναντίον των Ελλήνων της περιοχής Σμύρνης, αποκάλυπτε το στόχο των τουρκικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια του προγράμματος εκτοπισμού του ελληνικού στοιχείου από τη Μικρά Ασία που εξαπολύθηκε στις παραμονές και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, στο στόχαστρο είχαν μπει οι πυκνοκατοικημένες από Έλληνες παράλιες περιοχές «…από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Μίλητο, καθώς επίσης και οι Έλληνες καταστηματάρχες κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, όπως και αυτοί που εργάζονται ως υπάλληλοι και εργάτες στους σιδηροδρόμους…». Εξάλλου, το υψηλόβαθμο στέλεχος των Νεότουρκων Eşref Sencer Kuşçubası θεωρούσε πως «…οι σιδηρόδρομοι στις περιοχές Σμύρνης, Κασαμπά και Αϊδινίου ήταν υπό τον πλήρη έλεγχο των Ελλήνων…».[47]

Σύμφυτη με την πληθωρική παρουσία στα μικρασιατικά εδάφη κατά μήκος του δικτύου ήταν και η απασχόληση Ελλήνων και Ρωμιών ως προσωπικού του Σιδηροδρόμου Κασαμπά. Η πεποίθηση του Ανδρεάδη ότι «όλοι οι υπάλληλοι είναι Έλληνες» στους σιδηροδρόμους που είχαν αφετηρία τη Σμύρνη είναι, παρά την υπερβολή της, ενδεικτική του μεγάλου ποσοστού απασχόλησης των Ελλήνων στον τομέα αυτό της οθωμανικής οικονομίας.[48] Στελέχωναν συγκεκριμένα οι Έλληνες τη μεσαία βαθμίδα της ιεραρχίας ως σταθμάρχες, εμπορικοί πράκτορες, ιατροί γραμμής, επόπτες σταθμών, ειδικευμένοι τεχνικοί και διοικητικοί υπάλληλοι β΄ και γ΄ τάξης. Ένα μεγάλο μέρος τους απασχολείτο και στις υπηρεσίες των συρμών ως μηχανοδηγοί και θερμαστές, στους σταθμούς και στα μηχανοστάσια.

Και η ενεργός αυτή ελληνική παρουσία δεν περιοριζόταν στον αριθμητικό τομέα, αλλά επεκτεινόταν και στον ιδεολογικό. Στην απεργία, συγκεκριμένα, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1908 ανάμεσα στους υπαλλήλους της εταιρείας ως τμήμα του γενικότερου απεργιακού πυρετού που ακολούθησε το κίνημα των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1908 η συμβολή των Ελλήνων υπήρξε καθοριστική. Από τους έντεκα υπαλλήλους που τελικά ανακρίθηκαν από τις οθωμανικές αρχές ως πρωτεργάτες μετά το πέρας των κινητοποιήσεων μόνο οι δύο έφεραν μουσουλμανικά ονόματα. Οι περισσότεροι είχαν ονόματα κυρίως ελληνικά, αλλά και ευρωπαϊκά και εβραϊκά.[49] Παρόμοια σύνθεση με ελληνικό χαρακτήρα είχε και η επιτροπή του συλλόγου του προσωπικού σιδηροδρόμων Σμύρνης «Εμπρός», που συγκροτήθηκε έναν μήνα αργότερα από τους υπαλλήλους των Σιδηροδρόμων Αϊδινίου και Κασαμπά.[50]

Ο δεσμός των Ελλήνων με το γαλλικό σιδηρόδρομο έγινε στενότερος κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας και της «Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης» (1919-1922). Αυτή τη φορά μεγάλο μέρος της γραμμής βρέθηκε στη δικαιοδοσία της ελληνικής ζώνης και χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες μεταφοράς των ελληνικών στρατευμάτων στο μέτωπο των επιχειρήσεων. Η γαλλική εταιρεία αποδέχτηκε την αυτεπάγγελτη μείωση των κομίστρων κατά τη χρήση του δικτύου από τις ελληνικές δυνάμεις. Οι τελευταίες, αφού επισκεύασαν με ίδια έξοδα τη γραμμή από τις φθορές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αναγνώρισαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας που απολάμβανε η εταιρεία και συμφώνησαν στην καταβολή μίας τουρκικής λίρας για κάθε ελληνικό βαγόνι ανεξαρτήτως φορτίου που θα έκανε χρήση της γραμμής. Η επιχείρηση διατηρούσε επίσης το δικαίωμα κυκλοφορίας των συρμών της μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ.[51]

Ατμομηχανή αρ. 68 τύπου Maffei 3204 του 1911. Χρησιμοποιήθηκε από την Εταιρεία του Οθωμανικού Σιδηροδρόμου Σμύρνης-Κασαμπά και Προεκτάσεως.

Η ελληνική διοίκηση προέβη και σε μία επιπρόσθετη παραχώρηση. Ανέβαλε το αρχικό της σχέδιο για την κατασκευή προέκτασης στη γραμμή Μουδανιών-Προύσας προς το Εσκί Σεχίρ με σκοπό την απρόσκοπτη μεταφορά πολεμικού υλικού από την Προποντίδα στα πεδία της μάχης. Με τον τρόπο αυτό, ευεργέτησε οικονομικά τη γαλλική εταιρεία, αφού η μεταφορά διεξαγόταν αποκλειστικά μέσω του δικτύου της. Τα αριθμητικά στοιχεία αποδεικνύουν το μέγεθος του κέρδους, αφού κατά το οικονομικό έτος 1920 από τις 600.000 λίρες στα έσοδα του Σιδηροδρόμου Κασαμπά οι 480.000 προέρχονταν από τη μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων.[52]

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, οι κατά τόπους σταθμοί του Σιδηροδρόμου Κασαμπά σηματοδότησαν και οριοθέτησαν χρονικά τις φάσεις διείσδυσης του ελληνικού στρατού στη μικρασιατική ενδοχώρα. Οι επιχειρήσεις σε Μαγνησία, Σόμα, Μπογάζ Καϊβέ, Ουσάκ, Σαλιχλί, Φιλαδέλφεια, Ουλουτζάκ, Μπαλ Μαχμούτ και Ντουμλού Μπουνάρ κατέδειξαν το στρατηγικό βάρος των σιδηροδρομικών υποδομών σε καιρό πολέμου και πέρασαν επίσημα στην ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας.[53]

Η περιοχή όπου εκτεινόταν ο γαλλικός σιδηρόδρομος βρισκόταν πράγματι στο επίκεντρο των πολεμικών εξελίξεων, αφού συνιστούσε το βορειοανατολικό άκρο της ελληνικής ζώνης, το οποίο προεκτεινόταν κατά τις προελάσεις του ελληνικού στρατού. Σύμφωνα με το άρθρο 66 της Συνθήκης των Σεβρών[54] (Αύγουστος 1920), η ελληνική ζώνη εκτεινόταν αρχικά μέχρι τους σταθμούς του Κιρκαγάτς και του Αξαρίου, ενώ μετά την προέλαση του θέρους του 1920 συμπεριέλαβε το σύνολο της προέκτασης Μαγνησίας-Πανόρμου και την κύρια αρτηρία μέχρι το Ουσάκ. Η κατάληψη των στρατηγικών σιδηροδρομικών κόμβων του Αφιόν Καραχισάρ, όπου ο Σιδηρόδρομος Κασαμπά διασταύρωνε το Σιδηρόδρομο Ανατολής με ανταπόκριση στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, την Άγκυρα και το Ικόνιο, καθώς και του Εσκί Σεχίρ του Σιδηροδρόμου Ανατολής αποτέλεσε το στόχο των επιθέσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1921. Κι αυτό, καθώς οι δύο αυτοί σταθμοί αποτελούσαν τις διόδους ανεφοδιασμού και επικοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη του κεμαλικού στρατού, ο οποίος έδρευε στην Άγκυρα. Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ τον Ιούλιο του 1921, τέλος, ενέταξε το σύνολο του γαλλικού σιδηροδρομικού δικτύου στην ελληνική ζώνη.[55]

Ωστόσο, η διακοπή της τηλεγραφικής επικοινωνίας ανάμεσα στο Αφιόν Καραχισάρ και το Ντουμλού Μπουνάρ που κατάφερε τουρκικό απόσπασμα στο σταθμό του Κιουτσούκιοϊ ενέτεινε την αποδιοργάνωση του Α΄ Σώματος Στρατού υπό το Στρατηγό Τρικούπη και επιτάχυνε την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου. Τα τραίνα, «καταφορτωμένα με τραυματίες στρατιώτες»,[56] προωθούνταν από το Αφιόν Καραχισάρ προς τη Σμύρνη, ενώ ο στρατός έβαζε φωτιά στις γραμμές που άφηνε πίσω του για να δυσχεράνει την προέλαση του τουρκικού στρατού προς τις παράλιες περιοχές.[57]

Κοντολογίς, η απορρύθμιση της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης-Κασαμπά τον Αύγουστο του 1922 ταυτίστηκε με την παρακμή και την Έξοδο του μικρασιατικού ελληνισμού, όπως ακριβώς μισό αιώνα νωρίτερα το στρώσιμο και η προσοδοφόρα λειτουργία του είχαν σηματοδοτήσει την ακμή του.

Η Μελίνα Γραμματικοπούλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Halil İnalcık και Donald Quataert (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ.2, 1600-1914 (μτφρ. Μ. Δημητριάδου, ελλ. επιμ. Μ. Σαρηγιάννη, τίτλος πρωτοτύπου: An Economic and Social History of the Ottoman Empire, τ.2, 1600-1914), Cambridge 2011. 440-441.

[2] Charles Issawi, The Economic History of Turkey, 1800-1914, Σικάγο και Λονδίνο 1980, σσ.185-186.

[3] Νικόλαος Λιάτσικας, Ο ορυκτός πλούτος της Δυτικής Μικράς Ασίας: τμήματος παραχωρηθέντος εις την Ελλάδα δια της Συνθήκης των Σεβρών, Αθήνα 1921, σσ. 9-31.

[4] Vital Cuinet, La Turquie d’ Asie. Géographie administrative, statistique, descriptive et raisonnée de chaque province de l’ Asie Mineure, τ. 4, Παρίσι 1894, σσ. 48-51, 53, 98-99 και 153.

[5] Firmin Rougon, Smyrne, Situation commerciale et économique des pays compris dans la circonscription du consulat général de France, Παρίσι 1892, σ. 149.

[6] Μέχρι το 1869 η οθωμανική κυβέρνηση είχε καταβάλει στην εταιρεία 8.382 στερλίνες ως εγγύηση. Βλέπε Ιστορικό Αρχείο της Crédit Agricole/Direction des Études Économiques et Financières (εφεξής: AHCA/DEEF) 36786, Πρακτικά Τακτικής Γενικής Συνέλευσης “The Smyrna and Cassaba Railway Company”, 29 Απρ. 1870, σ. 1.

[7] Wilhelm von Pressel, Les chemins de fer en Turquie d’ Asie, Projet d’ un réseau complet, Ζυρίχη 1902, σσ. 3-8.

[8] Cengiz Aslantepe και Nevhiz İçgören, Beginning of a New Millennium with Νostalgia for Ottoman Bonds and Shares, Κωνσταντινούπολη 1999, σ. 35.

[9] Issawi, The Economic History, σσ. 185-186.

[10] Jacques Thobie, Intérêts et impérialisme français dans l’Empire ottoman, 1895-1914, Παρίσι 1977, σσ. 193-194.

[11] Η νέα εταιρεία απέσπασε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του δικτύου, αφού πρώτα κατέβαλε 16 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα στην προκάτοχο κοινοπραξία. Aslantepe και İçgören, Beginning, σ. 37.

[12] Cuinet, La Turquie d’ Asie, σ. 84. “Les Chemins de fer de la Turquie en 1907”, στο Revue Générale des Chemins de fer et des tramways, Mémoires et documents concernant l’ établissement, la construction et l’ exploitation technique et commerciale des voies ferrées 32/2, Παρίσι 1909, σ. 459. [Πλήρες διαδικτυακό κείμενο: https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k64750064.r=Revue%20générale%20de s%20chemins%20de%20fer%20et%20des%20tramways%201909?rk=64378;, ημ. πρόσβ. 8 Σεπτ. 2015]

[13] Αριστείδης Μουράτογλους, «Οι Σιδηρόδρομοι της Μικράς Ασίας», Ξενοφάνης 5 (Αθήνα 1907), σσ. 154-176, 165.

[14] Archives Diplomatiques du Ministère des Affaires Etrangères/ Nouvelle Série (εφεξής: ΑD/NS) 326, Αναφορά Νο. 301, Boppe προς Pichon, Kωνσταντινούπολη, 10 Αυγ. 1910. Στους στόχους του Δ.Σ. του Σιδηροδρόμου Σμύρνης-Κασαμπά ήταν αρχικά και η διακλάδωση προς την Προύσα και την Μπάλια, όπου δραστηριοποιούνταν τα γαλλικά συμφέροντα, όπως στα εργαστήρια σηροτροφίας της πρώτης και στα μεταλλεία αργυρούχου μολύβδου της δεύτερης. Επίσης, Thobie, Intérêts, σ. 334.

[15] Historical Association of Deutsche Bank, A Century of Deutsche Bank in Turkey, Φρανκφούρτη 2009, σσ. 6-30.

[16] Βλέπε Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών/Αρχείο Προφορικών Μαρτυριών (εφεξής: ΚΜΣ/ΑΠΜ)/ Ι 7/Ι 9, πληροφορητές: Σοφία Φράγκου από Κορδελιό και Γιάννης Καβγαλάκης από Μπαϊρακλί, όπου οι πρόσφυγες ανακαλούν την εξυπηρέτηση των προαστίων από το Σιδηρόδρομο Κασαμπά.

[17] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 25 Ιουν. 1904, σσ. 6-7, όπου επισημαίνεται η αύξηση στην κυκλοφορία των προαστίων κατά 8.300 επιβάτες συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά.

[18] Μουράτογλους, Σιδηρόδρομοι, σ. 166.

[19] Παντελής Κοντογιάννης, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, Αθήνα 2000 (αναστατική έκδοση, α΄ έκδοση: Αθήνα 1921), σ. 298.

[20] Vedat Eldem, Osmanlı İmparatorluğu’nun İktisadi Şartları Hakkında Bir Tetkik [Μία έρευνα επί των οικονομικών συνθηκών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία], Άγκυρα 1994, σ. 141.

[21] Μελίνα Γραμματικοπούλου, Το ελληνικό εργατικό κίνημα στη δυτική Μικρά Ασία, 1876-1914: Η περίπτωση των εργαζομένων σε μεταλλεία και σιδηροδρόμους (διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2019), σσ. 142 και 168.

[22] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 15 Ιουν. 1901, σσ. 3-4.

[23] Jacob De Andria (εκδ.), Indicateur des Professions Commerciales et Industrielles de Smyrne, de l’ Anatolie, des Côtes, des Iles etc., Σμύρνη 1896, σ. 18. [Πλήρες διαδικτυακό κείμενο, http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/cb327905212/date, 12 Ιουλ. 2016]

[24] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 15 Ιουν. 1907, Πίνακες Νο. 2 και 3, σσ. 21-22.

[25] Το 1897 το καθαρό κέρδος ανήλθε στα 581.509 φράγκα, ενώ το 1906 στα 873.270, γαλλικά φράγκα. AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων SCP, 24 Μαΐου 1898, σ. 11 και 15 Ιουν. 1907, σ. 13.

[26] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων SCP, 7 Ιουν. 1902, σ. 7, 4 Ιουν. 1903, σ. 5 και 15 Μαΐου 1906, σ. 7.

[27] Vital Cuinet, Turquie d’ Asie, σ. 459. Ανάλογη υποχρέωση είχε αναλάβει και απέναντι στο Σιδηρόδρομο Ανατολής, Δαμασκού-Χάμα και Θεσσαλονίκης- Κωνσταντινούπολης.

[28] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων SCP (1899-1909), Κωνσταντινούπολη. Επίσης, Donald Blaisdell, European Financial Control in the Ottoman Empire: A Study of the Establishment, Activities, and Significance of the Administration of the Ottoman Public Debt, Νέα Υόρκη 1929, σ. 220.

[29] Centre des Archives Diplomatiques de Nantes (εφεξής: CADN) /Brousse 120 PO/1/19, Αναφορά Νο. 76, Guillois προς Cambon, Σμύρνη, 5 Οκτ. 1898 και Αναφορά Νο. 7077, Lambert προς Cambon, Σμύρνη, 4 Οκτ. 1898.

[30] Στο ίδιο, «Σχολείο στο Ουσάκ», Guillois προς Bapst, Σμύρνη, 13 Δεκ. 1898.

[31] Στο ίδιο, Αναφορά Νο. 25, Guillois προς Constans, Σμύρνη, 16 Φεβρ. 1899.

[32] Thobie, Intérêts, σσ. 77-123. Blaisdell, Financial Control, σ. 5.

[33] The Times, 26 Δεκ. 1892, σ. 3.

[34] 15η Ετήσια Έκθεση “Société des Chemins de Fer Ottomans d’ Anatolie”, 1903, σ. 7. Από νομική άποψη, ο Σιδηρόδρομος Βαγδάτης και ο Σιδηρόδρομος Ανατολής ήταν διακριτές εταιρείες, που ωστόσο ελέγχονταν αμφότερες από την Deutsche Bank. The Times, 27 Μαΐου 1899, σ. 7.

[35] Edward Mead Earle, Turkey, the Great Powers, and the Bagdad Railway: A Study in Imperialism, Νέα Υόρκη 1923, σσ. 40, 61 και σ. 161. Για την προώθηση του Σιδηροδρόμου Βαγδάτης ο Γουλιέλμος Β΄ είχε εξάλλου πραγματοποιήσει δύο ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη, το πρώτο το 1889 και το δεύτερο το 1898. Η παρουσία πολυάριθμων Γερμανών στρατιωτικών και διπλωματικών ακολούθων για την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής του δικτύου ενίσχυε τον επίσημο χαρακτήρα που προσέδιδε η Γερμανία στο όλο σχέδιο.

[36] Ο σταθμός της γαλλικής γραμμής βρισκόταν βορείως της πόλης, ενώ ο σταθμός της γερμανικής βορειοανατολικά, κοντά στον ευρωπαϊκό συνοικισμό. Βλέπε Κοντογιάννης, Γεωγραφία, σ. 284.

[37] AHCA/DEEF 36786, Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης SCP, 27 Ιουν. 1899, σ. 3. The Times, 10 Αυγ. 1899, σ. 3.

[38] The Times, 13 Μαΐου 1899, σ. 9.

[39] Μαίρη Γκιγκάκη, «Ένας Γάλλος και ένας Έλληνας στη Σμύρνη του 19ου αι.», Μικρασιατική Ηχώ 417 (Αθήνα, Μάιος-Ιούνιος 2012), σσ. 6-7 και Της Ιδίας, «Ελληνικές αρχαιότητες από τη Σμύρνη στο Λούβρο», Μικρασιατική Ηχώ 410 (Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 2011), σσ. 10-11.

[40] Guillaume Charloux, 2001, “Paul Gaudin et les premières campagnes de fouilles à Yortan et à Aphrodisias”, Orient Express 2001/1, σσ. 24-26, 14 Σεπτ. 2020. Isabelle Hasselin Rous/M. Ece Çaldiran Işik/Gülcan Kongaz, “Musées archéologiques d’ Istanbul catalogue des figurines en terre cuite grecques et romaines de Smyrne / İstanbul arkeoloji̇ müzeleri̇ Yunan-Roma dönemi̇ pi̇şmi̇ş toprak Smyrna fi̇güri̇nleri̇ kataloğu – Texte”, σε: Musées archéologiques d’ Istanbul catalogue des figurines en terre cuite grecques et romaines de Smyrne / İstanbul arkeoloji̇ müzeleri̇ yunan-roma dönemi̇ pi̇şmi̇ş toprak Smyrna fi̇güri̇nleri̇ kataloğu (Κωνσταντινούπολη 2015), σσ. 1-222 (Varia Anatolica, 29), https://www.persee.fr/doc/anatv_1013-9559_2015_cat_29_1_1303, 17 Σεπτ. 2020.

[41] Michael Llewellyn-Smith, Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919–1922, Λονδίνο, 1998 (μεταγενέστερη ελληνική έκδοση: Το Όραμα της Ιωνίας, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα 2009), σ. 25.

[42] Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919, Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 21998, σσ. 192-193 και 202-203, όπου διαπιστώνεται η κυρίαρχη παρουσία Ελλήνων εργατών και τεχνιτών στις εργασίες κατασκευής κατά μήκος της γραμμής Σμύρνης-Μαινεμένης-Μαγνησίας-Αξαρίου. Βλέπε επίσης τις μαρτυρίες για την καταγωγή των Ελλήνων μεταναστών και την ανάπτυξη των πόλεων παράλληλα με την επέλαση του σιδηροδρόμου σε: ΚΜΣ/ΑΠΜ/ΛΔ 23/Φ 1/Φ 3/Φ 7/Φ 12, πληροφορητές: Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Θεόφιλος Τσολάκογλου, Γιάννης Τσοπάνογλου, Βασιλική Μπονάνου και Χρήστος Χατζηχρήστου από Σαλιχλί, Αφιόν Καραχισάρ, Εσκί Σεχίρ και Ουσάκ αντίστοιχα.

[43] Gaston Deschamps, Sur les routes d’ Asie, Παρίσι 1894, σσ. 152 και 322.

[44] William Mitchell Ramsay, Impressions of Turkey during Twelve Years’ Wanderings, Λονδίνο 1897, σ. 131.

[45] Παντελής Κοντογιάννης, Η Ελληνικότης των νομών Προύσης και Σμύρνης, Αθήνα 1919, σσ. 59-69, όπου παρατίθενται και οι απόψεις ξένων περιηγητών και μελετητών. Επίσης, Ανδρέας Ανδρεάδης, Η Μικρά Ασία και ο Ελληνισμός, Εντυπώσεις Ταξειδιώτου, Αθήνα 1909, σσ. 10 και 67-68.

[46] Βλέπε ενδεικτικά τις μαρτυρίες των Βασίλη Σουβατζή, Γιάννη Καβγαλάκη και Δημήτρη Νικολίνταγα σε ΚΜΣ/ΑΠΜ/ΛΔ 14/Ι 9/Ι 2 από Κίρκαγατς, Μπαϊρακλί και Αγία Τριάδα Σμύρνης αντίστοιχα.

[47] Ο M. Celal Bayar παραθέτει την αναφορά του Eşref Kuşçubası, συντονιστή των ανθελληνικών διωγμών στην περιοχή της Σμύρνης την περίοδο 1913-1914. Βλέπε Bayar Celal, Ben de Yazdım, Milli Mücadeleye Giriş [Τα Προσωπικά μου Έγγραφα, Η Έναρξη του Εθνικού Αγώνα], τ. 5, Κωνσταντινούπολη 1997, σσ. 104-105. Η παραπομπή από Φουάτ Ντουντάρ, O Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας: Η Μηχανική των Εθνοτήτων της «Ένωσης και Προόδου» (1913-1918) (μτφρ. Ν. Ουζούνογλου και Λ. Μυστακίδου, τίτλος πρωτοτύπου: Fuat Dündar- Modern Türkiye’nin Şifresi. İttihat Ve Terakki’nin Etnisite Mühendisliği (1913-1918), Αθήνα και Νέα Υόρκη 2014, σ. 206.

[48] Ανδρεάδης, Μικρά Ασία, σ. 10.

[49] Οι Έλληνες που θεωρήθηκαν ως υποκινητές είναι οι εξής: Βανδώρος, Σταματόπουλος, Παπάζογλου, Τσιριγώτης, Πίκουλας, Δ. Σαράντης, Σ. Λυκάρης. Βλέπε Devlet Arşivleri Başkanlığı [Αρχείο Πρωθυπουργικού Γραφείου]/ Dahiliye Mektubi [Έγγραφα Εσωτερικής Αλληλογραφίας] 2637/23, 22 Οκτ. 1908. Η παραπομπή από Kadir Yıldırım, Osmanlı’da İşçiler, 1870-1922, Çalışma Hayatı, Örgütler, Grevler [Οι εργαζόμενοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, 1870-1922, Συνθήκες Εργασίας, Οργάνωση, Απεργίες], Κωνσταντινούπολη 2013, σ.253.

[50] Επίτιμος Πρόεδρος οριζόταν ο Μεχμέτ Μετζέτ, εκδότης της εφημερίδας Ο Εργάτης στη Σμύρνη, ενώ πρόεδρος ήταν ο Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου της εφημερίδας Ημερησία. Ως μέλη του συλλόγου αναφέρονταν οι: Δομένικους Τίους, Δ. Μπουφίδης, Π. Τζινόπουλος, Φορτ. Μιχαλέφ, Ν. Δεμαρτίνο, Π. Μιχαλέφ, Στ. Κοκίλιας, Ν. Χριστοδούλου, Ι. Αγκοπιάν, Β. Λάντζας, Α. Κρητικός, Α. Αυγουστής. Ο Εργάτης, Αρ. Φ. 13, 19 Οκτ. 1908, σ. 3.

[51] “L’exploitation de la ligne Smyme-Cassaba”, Le Journal des débats, 4 Νοεμβρ. 1921 σε: Société Anonyme Ottomane des Mines de Balia-Karaïdin [http://www.entreprises-coloniales.fr, 23 Απρ. 2017].

[52] Στο ίδιο.

[53] Βλέπε το χρονολόγιο των επιχειρήσεων σε: Αθανάσιος Καραθανάσης, Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, http://clioturbata.com/απόψεις/karathanasis_asia-minor/, 17 Σεπτ. 2020. Βλέπε επίσης την καταγραφή του πολεμικού ανταποκριτή Κώστα Μισαηλίδη σε: Του Ιδίου, Πολεμικά φύλλα από την Μικρασιατικήν Εκστρατεία, Σειρά Πρώτη, Αθήνα 1923. Επίσης, Λευτέρης Παρασκευαϊδης και Γιώργος Παρασκευαϊδης, Αδελφή στρατιώτου. Ημερολόγιο και αλληλογραφία ενός φαντάρου της μικρασιατικής εκστρατείας, Θεσσαλονίκη 2006.

[54] Βλέπε Υπουργείον επί των Εξωτερικών, Συνθήκη ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και συνησπισμένων Δυνάμεων και της Τουρκίας, Υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου 10 Αυγούστου 1920, Αθήνα 1920, όπου παρατίθενται τα άρθρα της συνθήκης.

[55] Για τις στρατιωτικές εξελίξεις βλέπε Llewellyn-Smith, Ionian Vision, σσ. 198-236 και 276-311.

[56] Βλέπε τη μαρτυρία της Ζωής Τικμόγλου από τη Μαγνησία σε: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, τ. 1 (επιμ. Φ. Αποστολόπουλου), Αθήνα 1980, σσ.105-106.

[57] Στο ίδιο, Μαρτυρία Ευρυπίδη Λαφαζάνη από Χορόσκιοϊ, σ. 132.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Μικρός Ήρως”. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από τα κόμικς

“Μικρός Ήρως”. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από τα κόμικς

 

Ο Μικρός Ήρως ήταν εβδομαδιαίο περιοδικό που συνέγραφε ο Στέλιος Ανεμοδουράς με το ψευδώνυμο «Θάνος Αστρίτης«¹ ² ³ και διάνθιζε με σχέδιά του κυρίως ο Βύρων Απτόσογλου⁴ ⁵. Πρόκειται για τις περιπέτειες τριών ηρωικών Ελληνόπουλων (του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του «Σπίθα») κατά τη διάρκεια της κατοχής και του αγώνα τους απέναντι σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες.⁶ Κυκλοφόρησε για μία ολόκληρη 15ετία, από τις 24 Φεβρουαρίου του 1953⁷ (με τίτλο 1ου τεύχους «Ελεύθερος Σκλάβος«) έως τις 18 Ιουνίου του 1968,⁸ όταν και διακόπηκε απότομα στο τεύχος 798⁹ (τίτλος: «Ένας Μικρός, Μικρός, Μικρός Ήρως«) για να συνεχισθεί αργότερα με πλήρη εικονογράφηση. Η αρχική έκδοση περιλαμβάνει συνολικά 25.536 σελίδες.¹º Στις 5 Μαΐου του 1995 κυκλοφόρησε το τεύχος 577 (Β΄περιόδου) του περιοδικού Αντί, το οποίο προσέφερε στους αναγνώστες του δυο ακόμη ανέκδοτα τεύχη του «Μικρού «Ηρωα», τα υπό αριθμούς 799 και 800,¹¹ που ολοκλήρωσαν τη σειρά. Επανεκδόθηκε αρκετές φορές και έχει διασκευασθεί και για το θέατρο.¹² ¹³ Σήμερα, κυκλοφορούν συλλεκτικοί τόμοι από τις ομώνυμες εκδόσεις (εκδόσεις «Μικρός Ήρως» – πρώην «Comics & Crosswords Puplications L.P.«) του εγγονού του Στέλιου Ανεμοδουρά,  Λεωκράτη Ανεμοδουρά.¹⁴ ¹⁵ Ο Μικρός Ήρως επανεκδόθηκε αρκετές φορές, είτε υπό μορφή κόμικς πλήρους εικονογράφησης (1968 – 1971), είτε υπό μορφή κειμένου με εικόνες, είτε υπό μορφή συλλεκτικών τόμων (1986) ή με μορφή μόνο κειμένου (2003 στην εφημερίδα Καθημερινή με τόμους των 8 τευχών) ή με τόμους της πρωτότυπης εικονογράφησης (2013 στο Πρώτο Θέμα με τόμους των 5). Τη δεκαετία του ’70, το ανάγνωσμα φιλοξενήθηκε στο περιοδικό Μπλεκ με τη μορφή κειμένου με λίγες, διάσπαρτες εικόνες.

 

Ιστορικό και προσανατολισμός

Το περιοδικό κυκλοφορούσε υπό μορφή τριπλής έκδοσης, με δύο δηλαδή ανατυπώσεις εντός της ίδιας εβδομάδας και αγαπήθηκε πολύ από τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές,¹⁶ σε μία προσπάθεια του δημιουργού του να αμβλύνει μέσω αυτού τις οδυνηρές συνέπειες του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου σπαραγμού, που είχαν μόλις προηγηθεί.¹⁷ Στόχος του Ανεμοδουρά, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις του, δεν ήταν τόσο η απόδοση υψηλών λογοτεχνικών εκφράσεων, όσο η χρήση λιτής και κατανοητής γλώσσας,¹⁸ αλλά και η αποφυγή διχαστικών αναφορών, προκειμένου να επιτύχει την ανάδειξη αισθήματος πατριωτικής υπερηφάνειας και ομόνοιας, κάτι που πίστευε ότι είχε τόσο ανάγκη η γενιά των νεαρών, κυρίως, αναγνωστών εκείνη τη δύσκολη εποχή.¹⁹

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς με την οικογένειά του.

 

Συντελεστές της έκδοσης

Πλην του Βύρωνα Απτόσογλου, σχέδια της έκδοσης επιμελήθηκαν οι Θέμος Ανδρεόπουλος (εξώφυλλα στα τεύχη 263-278 και εσωτερική εικονογράφηση στα τεύχη 253-272),²º ο Δημήτρης Αντωνόπουλος²¹ στην πλήρως εικονογραφημένη εκδοχή και οι Δημήτρης Χαντζόπουλος και Βαγγέλης Χερουβείμ (τεύχη 799-800). Επίσης, σχέδια της σειράς φιλοτέχνησε και ο Κώστας Φραγκιαδάκης²² στην ιστορία Η Κατερίνα Κινδυνεύει, της οποίας το σενάριο έγραψε ο Γιώργος Βλάχος. Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο επίτομο έργο «ΗΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Comics & Crosswords Publications» (2015). Οι Γ. Βλάχος και Φραγκιαδάκης δημιούργησαν πέντε ακόμη σπονδυλωτές ιστορίες του Μικρού Ήρωα, οι οποίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο με τίτλο Μικρός Ήρως – Η Ακρόπολη Κινδυνεύει που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως».²³ ²⁴ Ακόμη, στις 20 Οκτωβρίου του 2019, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» (μέσω εφημερίδας) μία νέα περιπέτεια με τίτλο Το Ταμπούρι της Λευτεριάς, των ίδιων συντελεστών, βασισμένη σε πραγματικό γεγονός.²⁵

 

Μεταφορά στο θέατρο, σχετικές εκδόσεις και εκδηλώσεις

Το 1976 το Ελεύθερο Θέατρο παρουσίασε στο Άλσος Παγκρατίου το σπονδυλωτό έργο «Το τραμ το τελευταίο»,²⁶ όπου τους ρόλους του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του Σπίθα ερμήνευσαν αντίστοιχα ο Ντίνος Λύρας, η Υβόννη Μαλτέζου και ο Γιώργος Σαμπάνης. Στην εκδήλωση εκείνη ακούσθηκε για πρώτη φορά η σύνθεση (σε στίχους και μουσική δική του) του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει, Μικρέ μου Ήρωα Γιώργο Θαλάσση». Από κει και έπειτα, το ανάγνωσμα του Μικρού Ήρωα έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στη θεατρική σκηνή²⁷ ²⁸ με αρχή ένα δρώμενο σε ποιητικό λόγο με τίτλο Ο Μικρός Ήρωας, το σκετσάκι που παρουσίασε ο Ηλίας Λάγιος σε φεστιβάλ του περιοδικού Αντί που δόθηκε στο Γκάζι παρουσία και του ίδιου του Στέλιου Ανεμοδουρά, το καλοκαίρι του 1995.²⁹ Ακολούθησε μια παράσταση η οποία δόθηκε το 2001 στη Θεσσαλονίκη, τιμής ένεκεν με το Δημήτρη Πιατά το ρόλο του Σπίθα, αλλά και στο Λυκαβηττό στις 17 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς.³º

Λουκιανός Κηλαηδόνης: «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει, Μικρέ μου Ήρωα Γιώργο Θαλάσση»

Σχετική παράσταση, εξάλλου, διοργανώθηκε και από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος³¹ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ρήγα.³² Ο Γιώργος Νινιός ερμήνευσε το χαρακτήρα του Γιώργου Θαλάσση σε ένα δραματοποιημένο σκετς που παρουσιάσθηκε από την τηλεοπτική εκπομπή Νυχτερινός Επισκέπτης³³ του δημοσιογράφου Άρη Σκιαδόπουλου.³⁴ Ένα βραχύβιο ραδιοσίριαλ από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9,84 ασχολήθηκε επίσης με τη σειρά, σε επιμέλεια του Δ. Πιατά. Σημαντικές εκδηλώσεις για το Μικρό Ήρωα έλαβαν χώρα σε Αγρίνιο, Ορεστιάδα και Πάτρα, αλλά και στο Χολαργό, με την τελευταία να έχει διοργανώσει ο Σύλλογος Φίλων του Μικρού Ήρωα ³⁵ (υπό την αιγίδα των εκδόσεων Περιοδικός Τύπος, των Γιώργου και Κατερίνας Ανεμοδουρά). Στις περισσότερες από αυτές, κεντρικός ομιλητής ήταν ο δημοσιογράφος Γιώργος Γ. Βλάχος, συγγραφέας του δίτομου έργου Μικρός Ήρως – Το λεξικό, που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Περιοδικό Τύπο. Το Λεξικό παρουσιάσθηκε δις, στο ίδρυμα Μπενάκη για δημοσιογράφους και σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας με παρουσία 1.000 ακροατών, την ίδια χρονιά της έκδοσής του. Βιβλίο για τον Μικρό Ήρωα έχει επιμεληθεί και ο Ηλίας Λάγιος. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κατάρτι τον Ιούνιο του 2001.³⁶  Έκθεση για τον Μικρό ΄Ηρωα είχε οργανωθεί το 1996 στο Ψυχικό, όπως και στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (2003), η οποία διήρκεσε 15 ημέρες.³⁷ Παλαιότερα είχε σχεδιασθεί μια προσαρμογή του έργου σε κινούμενα σχέδια, ενώ προτάθηκε και η παραγωγή κινηματογραφικής ταινίας,³⁸ χωρίς ωστόσο κάτι από τα δυο να έχει ακόμη υλοποιηθεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύνδεση με την πραγματικότητα και αντιδράσεις

Ο Ανεμοδουράς παρότι ο ίδιος υπήρξε, κατά δήλωσή του, μέλος της ΚΝΕ, απέφυγε να αναφέρει στο σενάριό του τις (υπαρκτές) αντιστασιακές ομάδες που έδρασαν στην κατοχική Ελλάδα, προκειμένου να μην αναφερθεί και στις μεταξύ τους συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε την αντίδραση της Αριστεράς,³⁹ που προσπάθησε με ανακοινώσεις να υποβαθμίσει το περιοδικό.⁴º Υπήρξε και μια περίπτωση που παραλίγο να προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Μεγ. Βρετανίας μετά από απαίτηση των Βρετανών το περιοδικό να μην κυκλοφορεί στην υπό βρετανική ακόμη Κύπρο.⁴¹

 

Χαρακτηριστικά και επιρροή

Ο Μικρός Ήρως ήταν το πρώτο, αμιγώς ελληνικό περιοδικό⁴² με pulp-fiction θεματολογία.⁴³ Για τη συγγραφή του, ο Ανεμοδουράς δανείσθηκε στοιχεία ηρώων της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μιας παράδοσης λαϊκής κουλτούρας,⁴⁴ από την οποία ήταν επηρεασμένος. Το ανάγνωσμα, γραμμένο σε επικό ύφος,⁴⁵ ⁴⁶ ήταν επικεντρωμένο σε μια τριάδα κύριων χαρακτήρων⁴⁷ που διέθεταν εκπληκτικές, σχεδόν υπερφυσικές, ικανότητες.⁴⁸ Ως περιοδικό επηρέασε τους ευαίσθητους νεαρούς αναγνώστες⁴⁹ των δεκαετιών του ’50 και του ’60,⁵º όταν ακόμη η Αθήνα ελάχιστα διέφερε από την εικόνα που είχε κατά τα χρόνια της κατοχής. Έτσι, οι περισσότεροι από τους αναγνώστες του εντύπου ταυτίστηκαν με τους πρωταγωνιστές του⁵¹ και αυτό αποδεικνύεται από τις «μάχες» που παίζονταν από παιδιά στους δρόμους και όπου οι συμμετέχοντες μιμούνταν τους ήρωες της ιστορίας.⁵² Έχει διατυπωθεί η άποψη, ωστόσο, πως ο Μικρός Ήρωας δεν επηρέασε ούτε στο ελάχιστο τη νέα γενιά της εποχής του, ούτε αναφερόταν στην Εθνική Αντίσταση, αλλά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της κυβέρνησης του μετεμφυλιακού, δυτικόφιλου ελληνικού κράτους.⁵³ Το ανάγνωσμα κατηγορήθηκε επίσης, για πουριτανισμό.⁵⁴ Μέσω του εντύπου πάντως, διαμορφώθηκε μια συγκεκριμένη κουλτούρα,⁵⁵ που διατηρεί έως και πρόσφατα τα χαρακτηριστικά που την ανέδειξαν. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις αρκετών Ελλήνων πολιτικών, όπως αποτυπώθηκαν κατά καιρούς.⁵⁶ Επίσημα δηλωμένοι φίλοι του Μικρού Ήρωα έχουν δηλώσει οι Νίκος Κωνσταντόπουλος, Γιάννης Δημαράς, Θόδωρος Κασσίμης, Σπύρος Ορνεράκης.⁵⁷ Για την έκδοση του περιοδικού, ο Μανώλης Γλέζος ευχήθηκε κάθε επιτυχία.⁵⁸ Στις 6 Νοεμβρίου 1997, το περιοδικό και ο δημιουργός του τιμήθηκαν από το Δήμο Αθηναίων.⁵⁹

 

 

Περίοδοι έκδοσης

Το περιοδικό από την πρώτη κυκλοφορία του έχει ανατυπωθεί και επανεκδοθεί πολλές φορές.

  • 1η έκδοση (1953 – 1968, συνολικά κυκλοφόρησαν 798 τεύχη μέχρι το 1968 όπου η κυκλοφορία του περιοδικού ανεστάλη επειδή η δύο εβδομάδων διακοπή της κυκλοφορίας όλων των εντύπων που επέβαλλε το δικτατορικό καθεστώς, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, κατέστρεψαν το περιοδικό όπως ανέφερε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του ο εκδότης και συγγραφέας του περιοδικού Στέλιος Ανεμοδουράς).

Από το 1961 το περιοδικό κυκλοφορούσε 2 φορές μέσα στην ίδια εβδομάδα (με την ένδειξη «Ανατύπωσις») και από το 1966 τρεις φορές, τις Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο.

Οπότε διαμορφώθηκαν οι εξής εκδόσεις:

  • 2η έκδοση (1961 – 1968)
  • 3η έκδοση (1966 – 1968)

Εν συνεχεία:

  • 4η έκδοση (1976): Εβδομαδιαίο περιοδικό (κείμενο με εικόνες) το οποίο περιείχε και άλλες εικονογραφημένες ιστορίες. Εκδόθηκαν 28 τεύχη (Γενικαί Εκδοτικαί Επιχειρήσεις Ο.Ε.). Εικονογράφηση εξώφυλλων από το Βύρωνα Απτόσογλου.
  • 5η έκδοση (1985-1987) Κυκλοφόρησαν 100 τόμοι των 8 τευχών εκτός του τελευταίου που περιείχε 6 υπό μορφή κειμένου μόνο χωρίς εικόνες (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).

Το 1995 το περιοδικό Αντί (τεύχος 577), έκανε αφιέρωμα στον Μικρό Ήρωα , δημοσιεύοντας δυο αδημοσίευτες ιστορίες και έτσι το περιοδικό έκλεισε τον κύκλο του στον αριθμό των 800 τευχών. Τις ιστορίες του τεύχους 799 συνέγραψαν οι Σωτήρης Δημητρίου, Ξενοφών Μπρουντζάκης, Αλέξης Πανσέληνος και Ηλίας Λάγιος και του τεύχους 800 ο Στέλιος Ανεμοδουράς.⁶º

  • 6η έκδοση (2000): Σε τεύχη η έκδοση έφτασε τον αριθμό 104 τεύχη και στη συνέχεια κυκλοφόρησαν μεμονωμένα μαζί με ένα τόμο του 1985 (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).
Εξώφυλλα 1ης έκδοσης.

Στη συνέχεια (28η Οκτωβρίου 2003) κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος (1985) από την εφημερίδα Η Καθημερινή και την επόμενη χρονιά (28η Οκτωβρίου 2004) κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος από την ίδια εφημερίδα.

  • 7η έκδοση (2013): Κυκλοφόρησαν 6 συλλεκτικοί τόμοι των 5 τευχών από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα. Η 7η έκδοση συνεχίζεται έως και σήμερα από την νέα εκδοτική εταιρία του Λεωκράτη Ανεμοδουρά Comics & Crosswords Publications Ε.Ε. / Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Από την προαναφερόμενη εταιρία κυκλοφόρησαν δύο τόμοι (7,8) και στη συνέχεια η έκδοση διακόπηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Την 8η και 15η Ιουνίου 2014 κυκλοφόρησαν 2 ακόμα τόμοι από την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής, ενώ η έκδοση συνεχίσθηκε από την εταιρία Comics & Crosswords Publications Ε.Ε. / Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Στην πορεία του εκδόθηκαν συνολικά 40 τόμοι (τεύχη 1-200), 6 Ειδικές Εκδόσεις και διάφορες ιστορίες που εκδόθηκαν σε άλλες εκδόσεις (πχ. Ήρωες του Στέλιου Ανεμοδουρά).

 

«Εικονογραφημένος Μικρός Ήρως»

  • 1η έκδοση (1η Ιουλίου 1968 – 1971, Γενικαί Εκδοτικαί Επιχειρήσεις Ο.Ε.) Εκδόθηκαν 64 15θήμερα τεύχη, με επεισόδια από την 1η έκδοση από το τεύχος 90 και μετά, σε πλήρη εικονογράφηση-μορφή κόμικς.
  • 2η έκδοση (2004 – 2005) Αναπαράχθηκαν 15 συλλεκτικοί τόμοι σε επιμέλεια Νίκου Ζώη (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).
  • 3η έκδοση (ένα τεύχος, 2007) σε επιμέλεια Νίκου Ζώη και εικονογράφηση Κώστα Φραγκιαδάκη (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).

 

Κεντρικοί χαρακτήρες


Γιώργος Θαλάσσης

Ο Γιώργος Θαλάσσης είναι ένα έφηβο παιδί, ορφανό από πατέρα και άριστο γνώστη πολεμικών τεχνών, το οποίο αποφασίζει να δώσει τον υπέρ-πάντων αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το ζυγό των κατακτητών, κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της Ελλάδας, από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος ο Στέλιος Ανεμοδουράς στο πρώτο τεύχος του αναγνώσματός του με τίτλο Ελεύθερος Σκλάβος (σελ. 18-20) ο Γιώργος Θαλάσσης φέρεται να έχει γεννηθεί το έτος 1930 στον Πειραιά και είναι το μοναδικό παιδί μιας αστικής, εύπορης οικογένειας. Οι δυο γονείς του, ωστόσο, σκοτώνονται κατά την ανατίναξη του σπιτιού τους σε βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά από τη γερμανική αεροπορία, ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στις 6 Απριλίου του 1941 και ο μικρός Γιώργος μένει ορφανός. Παρά το ότι η κατοικία του έχει καταστραφεί ολοσχερώς, ο ίδιος διασώθηκε καθώς τη στιγμή της καταστροφής έπαιζε έξω απ’ το σπίτι με άλλα παιδιά. Εν συνεχεία ο Γιώργος Θαλάσσης αγωνίζεται να επιβιώσει πουλώντας χαρούπια και εν-τέλει νοικιάζει ένα μικρό δωματιάκι, όπου καταφέρνει να στεγαστεί. Η δράση του εντοπίζεται από την άνοιξη του 1943 έως περίπου το καλοκαίρι του 1944.

Πιστοί σύντροφοι στις προσπάθειές του στέκονται η αγαπημένη του Κατερίνα, με την οποία τον συνδέει πλατωνική ερωτική σχέση και το «αιώνια πεινασμένο παιδί», ο ευτραφής, καλοκάγαθος Σπίθας.

Κατερίνα

Η Κατερίνα είναι μια έφηβη κοπέλα η οποία λαμβάνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση του ελληνικού λαού, απέναντι στους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές, στο πλευρό του Γιώργου Θαλάσση και του Σπίθα.

Σπίθας 

Ο Σπίθας είναι έφηβος με μικρή διανοητική καθυστέρηση και απόλυτα αφοσιωμένος φίλος του Γιώργου Θαλάσση στον αγώνα τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής εναντίον των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών. Μαζί με την Κατερίνα, συνιστούν μια ακαταμάχητη τριάδα ηρώων.

Πέτρος Αλατζάς (Γιώργος Θαλάσσης), Κατερίνα Παπουτσάκη (Κατερίνα), Δημήτρης Πιατάς (Σπίθας), τον Ιούνιο του 2001 στο Θέατρο Λυκαβηττού.

Δευτεραγωνιστές

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Γ. Βλάχος από τις σελίδες του περιοδικού πέρασαν κατά καιρούς αρκετοί υποστηρικτικοί χαρακτήρες, που καθέναν τους διέκρινε ένα ιδιαίτερο χάρισμα και που όλοι θυσιάστηκαν στον αγώνα για την ελευθερία. Κατά σειρά εμφάνισης, αυτοί ήσαν: «Κεραυνός», «Νίκος Γαλανός», «Διαβολάκος», «Αρτέμιος», «Ζουζούνι», «Τζιτζίκι», «Πιτσιρίκος», «Πειραχτήρι», «Γάτος», «Γαβριάς», «Σουσουράδα», «Μπόμπιρας», «Κύπρος», «Χαζούλης», «Σαΐτας», «Τζάγκουαρ», «Λίλιπουτ», «Μιμόζα».

Αντίπαλοι

Μεταξύ των περίπου 150 εχθρικών πρακτόρων, κατασκόπων και αντιπάλων που εμφανίσθηκαν στο ανάγνωσμα, ξεχωρίζουν οι “Σεϊτάν Αλαμάν”, «Φροϊλάιν Χ», «Κόρακας», «Τζαναβάρ», «Γολιάθ», «Τσιν-Τσιν», «Γιαχαμούτο Κοτούλα», «Μαριλένα», «Πράκτωρ Ντράκουλα», «Νάνος», «Ωραίος», «Γεράκι» κ.α.

Το εξώφυλλο του τεύχους Το μυστικό της Σφίγγας -Σεϊτάν Αλαμάν.
Φροϊλάιν Χ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν υπήρχαν ήρωες (Ανεμοδουράς) – Νυκτερινός Επισκέπτης, 1994

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

² «Ο Μικρός Ήρωας – Έτσι άρχισαν όλα»

³  Ηλίας Λάγιος, συνέντευξη από το Στ. Ανεμοδουρά στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁴  Lampiek(Comiclopedia):Byron Aptosoglou

⁵  «Ο Μικρός Ήρωας» επιστρέφει στο ΘΕΜΑ»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιουλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

⁶  «Ο «Μικρός Ήρωας», Γιώργος Θαλάσσης που πολεμούσε τον κατακτητή με τις υπερδυνάμεις του. Το κόμικ που έδινε κουράγιο στο λαό…»

⁷  Μανώλης Πιμπλής, ‘Ήρως ετών 50, τόμων εκατό», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο 21-2-2003

⁸  Γιώργος Γ. Βλάχος, «ΉΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά», έκδοση «Comics & Crosswords publications», Αθήνα 2015, σελ. 49

⁹  Μανώλης Μαρκαντωνάκης στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Χανιώτικα Νέα»: «Ηρωες των παιδικών μας χρόνων»

¹º Άρης Μαλανδράκης, «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», φύλλο της 27 Οκτωβρίου 2002, σελ.   18: «Τα χρωματιστά ΌΧΙ»

¹¹ «Μεγάλος Διαγωνισμός “ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ”»

¹² Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος:«O ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ» συνεχίζεται στο Θέατρο ΕΜΣ έως 26 Απριλίου

¹³ Ο «Μικρός Ηρως» σαλτάρει στον Λυκαβηττό

¹⁴ «Ο «Μικρός Ήρωας» και ο «Μπλεκ» ξαναζωντανεύουν»

¹⁵ «Μεγάλη επιστροφή του «Μικρού ήρωα»»

¹⁶ «Γ.Ανεμοδουράς: Ο Μικρός Ήρωας χάνεται στις “πράσινες” επενδύσεις«

¹⁷ Γιάννης Κουκουλάς: «Από τη ζούγκλα στο Διάστημα«

¹⁸ «Παναγιώτης Κακαβιάς (1994): «Συνομιλία με τον Στέλιο Ανεμοδουρά»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2017.

¹⁹ «Ο “Μικρός Ήρως και η εποχή του»

²º Άρης Μαλανδράκης, «Το Χρωματιστό ΟΧΙ», αφιέρωμα «Ε» (27-10-2002), σελ. 18-19

²¹ Μαλανδράκης, ο.π.

²² «‘ΗΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά’ – Αναβίωση παλαιών τίτλων με μεράκι»

²³ «Ο Μικρός Ήρως – Η Ακρόπολη Κινδυνεύει!»»

²⁴ «Ο Μάιος είναι Μήνας “Μικρός Ήρως” στη Λέσχη Φίλων Κόμικς!»

²⁵ «Ο Μικρός Ήρως – Το Ταμπούρι της Λευτεριάς» Ανακτήθηκε στις 20/10/2019

²⁶ ««Το τραμ το τελευταίο»»

²⁷ «»Πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης «Ο Μικρός Ήρως»»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Απριλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

²⁸ «Ο «Μικρός Ηρωας»… ζωντανεύει»

²⁹ «Ο Μικρός Ήρως – 50 χρόνια 2003» (επετειακή έκδοση)

³º «50 χρόνια Μικρός» (επετειακή έκδοση, 2003)

³¹ «Νεανική Σκηνή: Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ (19/11/2012)»

³² «»Το κλασικό ανάγνωσμα ανεβαίνει διασκευασμένο στο ΚΘΒΕ.»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Οκτωβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2017.

³³ «»ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ με τον Άρη Σκιαδόπουλο-ΟΤΑΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΗΡΩΕΣ (ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΑΣ)»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

³⁴ «»Στέλιος Ανεμοδουράς – 6 Μαΐου 2000″». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2017.

³⁵ «Σύλλογος Φίλων του Μικρού Ήρωα, Πρόγραμμα εκδηλώσεων,4/2003»

³⁶ «Ο μικρός ήρως»

³⁷ «Ο «Μικρός Ήρως» του Στέλιου Ανεμοδουρά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων»

³⁸ Γιώργος Βλάχος, «Η Ακρόπολη Κινδυνεύει» (εκδόσεις «ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ», Αθήνα, Μάϊος 2017), σελ. 168: «Μικροηρωική πορεία»

³⁹ Φίλιππος Φιλίππου, «Όταν η Αριστερά γύριζε την πλάτη στην αστυνομική λογοτεχνία», εφ. Η Αυγή, 2 Ιουνίου 2015.

⁴º Συνέντευξη του Στέλιου Ανεμοδουρά με τίτλο: «Αν συνέχιζα τον ‘Μικρό Ήρωα’ θα ήταν μελαγχολικός» στο περιοδικό «Αντί» της 5ης Μαΐου 1995, σελ. 15-24

⁴¹ Στέλιος Ανεμοδουράς, ο.π. σελ. 23

⁴² Απόστολος Μαγγανάρης, πρόλογος έκδοσης συλλεκτικών τόμων του περιοδικού (1985)

⁴³ Ηλίας Κανέλλης, «Ο χώρος αυτού του παρακάτω», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», τεύχος 577, σελ. 38

⁴⁴ Φίλιππος Φιλίππου, «Κρητική», αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 5 Αυγούστου 2001

⁴⁵ Ηλίας Λάγιος ως «Αλέξης Φωκάς» στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁴⁶ Γιώργος Κοροπούλης, «Για να γιορτάσουμε μια παιδική ηλικία», αφιέρωμα «Αντί», σελ. 53

⁴⁷ Γ. Κοροπούλης, ο. π., 52

⁴⁸ Πέτρος Μαρτινίδης, «Περί Μικρών και περί Μεικτών Ηρώων», περιοδικό «Αντί», τεύχος 577, σελ. 10

⁴⁹ Απόστολος Μαγγανάρης, συνέντευξη στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁵º Λεωνίδας Βαλασόπουλος, «Ο υπεράνθρωπος που έγινε… άνθρωπος και άλλες ιστορίες», «Αντί», τεύχος 577, σελ. 26

⁵¹ Κοροπούλης, ο.π., σελ. 55

⁵² Τάσος Καπερνάρος, «Ο Κλεομένης», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», σελ. 48

⁵³ Παναγιώτης Βενάρδος, «Ο Μικρός Ήρωας του Πειραιά», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», σελ. 46

⁵⁴ Γιώργος Μπράμος, αφιέρωμα «Αντί», σελ. 50: «Το Παιδί-Τέρας»

⁵⁵ Ηλίας Κανέλλης, ο.π.

⁵⁶ Οι Δημήτρης Αβραμόπουλος, Απόστολος Κράτσας και Μιχάλης Παπαγιαννάκης καταθέτουν τις απόψεις και τις αναμνήσεις τους από το «Μικρό Ήρωα» στις σελ. 56-57 του περιοδικού «Αντί» (τεύχος 577, 5-5-1995)

⁵⁷ Γιώργος Ανεμοδουράς, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο 21/2/2003

⁵⁸ Χειρόγραφο ευχητήριο με την υπογραφή του Μ. Γλέζου και ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 2003, στη σελ. 2 της επετειακής έκδοσης «Ο Μικρός Ήρως» (1953 – 2003)

⁵⁹ «50 χρόνια Μικρός Ήρως, οι σταθμοί», επετειακή έκδοση (2003)

⁶º Περιοδικό «Αντί», τεύχος 577, σελ. 3: «Αφιέρωμα-Ο Μικρός Ήρως»

 

 

Πηγές

 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

 

Πηγή κειμένου: Βικιπαίδεια

Αγγελική Δεληκάρη – Γιάννης Μουρέλος: Ο Boris Godunov και η “Εποχή των Αναστατώσεων” στη Ρωσία. Ιστορία και Τέχνη

Αγγελική Δεληκάρη – Γιάννης Μουρέλος

Ο Boris Godunov και η “Εποχή των Αναστατώσεων” στη Ρωσία.

Ιστορία και Τέχνη

 

Α. Boris Fyodorovich Godunov. Η άνοδος και η πτώση ενός πανίσχυρου μονάρχη

Ο Boris Godunov γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1552 στην περιοχή της Vjazma ως γιος του Θεόδωρου Ivanovič Godunov του επιλεγόμενου “Krivoy” (= Μονόφθαλμου) και της Stepanida Ivanovna. Η οικογένειά του ήταν ευγενούς ταταρικής καταγωγής. Ο πρόγονός του Čet-Murza εγκατέλειψε περί το 1330, επί βασιλείας δηλαδή του Ιβάν Α΄ του επιλεγόμενου Kalita (1325-1340), τη Χρυσή Ορδή και εγκαταστάθηκε σε γαίες που του δόθηκαν στην Κοστρομά (ανατολικά της Μόσχας).

Ο Boris Godunov μετά τον θάνατο του πατέρα του αναγκάστηκε να μετακομίσει κοντά στον θείο του Dmitrij Godunov (1569). Η έγγεια όμως περιουσία των Godunov στο Vjazma περιήλθε εκείνη την περίοδο στην κατοχή της Οπρίτσνινα, του τρομοκρατικού οργάνου του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού. Ο θείος του αποφάσισε τότε να ενταχθεί στο στρατιωτικό αυτό σώμα. Σύντομα μάλιστα έλαβε υψηλό βαθμό και κέρδισε την εύνοια του Ιβάν Δ΄. Η εξέλιξη αυτή ήταν πολύ σημαντική για τον νεαρό και οξυδερκή Boris. Ακολουθώντας τα βήματα του θείου του, προσχώρησε και εκείνος στην Οπρίτσνινα, έχοντας βλέψεις σε ακόμη σημαντικότερα αξιώματα. Το πρώτο βήμα έγινε με τον γάμο του με τη Μαρία Skuratova, κόρη του γνωστού οπρίτσνικου Maljuta Skuratov, το 1570/1571, ενώ δέκα χρόνια αργότερα έφθασε ακόμη πιο κοντά στα σχέδιά του, παντρεύοντας την αδελφή του Irina Godunova με τον γιο και διάδοχο του Ιβάν Δ΄, Θεόδωρο (1584-1598). Σχεδόν ταυτόχρονα του απονεμήθηκε ο τίτλος του βογιάρου.

Οι σχέσεις συγγένειας αλλά και η αφοσίωση του Boris Godunov στον ρωσικό θρόνο οδήγησαν τον Ιβάν Δ΄, λίγο πριν πεθάνει (Μάρτιος 1584), να συμπεριλάβει τον γαμπρό του γιου του στην πενταμελή αντιβασιλεία. Επρόκειτο για μία επιτροπή που ως στόχο της είχε να στηρίξει στη διακυβέρνηση τον πνευματικά καθυστερημένο διάδοχο. Η Ρωσία θα βίωνε για τα επόμενα χρόνια (1584-1613) μία βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική αλλά και δυναστική κρίση, γνωστή στην Ιστορία ως η «Εποχή των Αναστατώσεων» (smuta/smytnoe vremja). Το κλίμα αυτό ευνοούσε την πολιτική ανέλιξη του Godunov, ιδίως μετά τον θάνατο του θείου του τσάρου Θεόδωρου, Nikita Romanov, τον Αύγουστο του 1584.

Οι ταραχές προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα, με τη δυσαρέσκεια των βογιάρων προς το πρόσωπο του Godunov να αυξάνεται συνεχώς (επιχείρησαν, αν και ανεπιτυχώς, να θέσουν τέλος στον γάμο της Irina Godunova με τον Ρώσο ηγεμόνα), αλλά και τη συνεχή ανάμιξη της Πολωνίας και της Σουηδίας στις υποθέσεις της Μόσχας. Το κενό από την απουσία ενός κανονικού τσάρου ήταν πλέον αισθητό σε όλους τους τομείς. Ο Godunov βρήκε τότε την ευκαιρία να παραμερίσει σιγά-σιγά τα υπόλοιπα μέλη της αντιβασιλείας. Όταν μάλιστα μία ομάδα βογιάρων με επικεφαλής τον Vasilij Šujskij (μετέπειτα τσάρο) συνωμότησε εναντίον του, κατηγορώντας τον ως σφετεριστή της εξουσίας, ο Godunov τους εξουδετέρωσε, διαλύοντας το σώμα της αντιβασιλείας και παραμένοντας ο ίδιος ως μοναδικός αντιβασιλεύς.

Πορτραίτο του Boris Godunov, ρωσική σχολή ΙΖ΄ αιώνα

Τα σχέδια του για τον ρωσικό θρόνο διευκόλυνε ο θάνατος του δεύτερου επιζώντος γιου του Ιβάν Δ΄, του Δημητρίου (1582-1591). Φυσικά ο Δημήτριος ως τέκνο από τον έβδομο γάμο του Ρώσου ηγεμόνα δεν δικαιούνταν υπό κανονικές συνθήκες να έχει αξιώσεις στην εξουσία, αφού ως νόμιμοι διάδοχοι αναγνωρίζονταν μόνο τα τέκνα των τριών πρώτων γάμων των ηγεμόνων. Μάλιστα μετά τον θάνατο του Ιβάν Δ΄ είχε αποσυρθεί μαζί με τη μητέρα του, Marija Nagaja, στο Uglič (περί τα 200 χλμ. βόρεια της Μόσχας). Αν και υπήρχαν φήμες ότι επρόκειτο για δολοφονία κατόπιν εντολής του Boris Godunov, επιτροπή με επικεφαλής τον Vasilij Šujskij εξέτασε τη σωρό του δεκάχρονου αγοριού και αποφάνθηκε ότι ο θάνατος προήλθε κατά τη διάρκεια επιληπτικής κρίσης.

Η καχυποψία απέναντι στο πρόσωπο του Godunov δεν στάθηκε εμπόδιο στην πολιτική σταδιοδρομία του. Αντίθετα εκείνος συνέχιζε ακάθεκτος το έργο του, εστιάζοντας στην προβολή της εικόνας του ως ικανού ηγεμόνα μέσω της επίλυσης των ζωτικών θεμάτων του κράτους. Καταρχήν επιχείρησε τη σταθεροποίηση και στη συνέχεια τη βελτίωση της οικονομίας. Προκειμένου να περιορίσει τη μετακίνηση του αστικού φορολογούμενου πληθυσμού προς αγροτικές περιοχές που ήταν απαλλαγμένες από φόρους («λευκές περιοχές»), κατάργησε τη φορολογική ατέλεια της ακίνητης αστικής περιουσίας μονών, εκκλησιών αλλά και βογιάρων. Αυτό ωφέλησε ιδιαίτερα την κατώτερη αριστοκρατία, στην οποία είχαν χορηγηθεί από τον τσάρο μεγάλα γαιοκτήματα με αντάλλαγμα τη μόνιμη στρατιωτική θητεία των μελών της. Με το μέτρο αυτό οι καλλιεργητές θα σταματούσαν τη μετανάστευση στις πρώην φορολογικά ατελείς περιοχές και θα συνέχιζαν να παραμένουν και να εργάζονται στον τόπο διαμονής τους. Άλλωστε ο Godunov αποσκοπούσε ακριβώς στην ικανοποίηση αυτών των μικρών και μεσαίων γαιοκτημόνων, στους οποίους στηριζόταν πολιτικά.

Μία από τις πρωταρχικές ανάγκες του ρωσικού κράτους ήταν και η διασφάλιση των συνόρων του από φιννικές, ταταρικές επιδρομές αλλά και από τους Πολωνούς, οι οποίοι καραδοκούσαν. Μέλημά του επίσης ήταν η εδραίωση της ρωσικής παρουσίας στην πρόσφατα προσαρτημένη Σιβηρία. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να οχυρωθούν επαρκέστερα διάφορες πόλεις (π.χ. τείχος στο Smolensk, Μόσχα), ενώ παράλληλα να ιδρυθούν νέα φρούρια σε επίμαχα σημεία που εξελίχθηκαν σταδιακά σε σημαντικές πόλεις (Samara, Saratov, Voronež, Tsaritsyn, Tjumen, Tobolsk κ.ά.). Το 1587 παρατάθηκε η εκεχειρία με την Πολωνία για δεκαπέντε ακόμη έτη, ενώ το 1595 υπογράφηκε συνθήκη με τη Σουηδία, με αποτέλεσμα την επανάκτηση ορισμένων ρωσικών πόλεων και φρουρίων (Ivangorod, Jam, Koporje, Korela) που είχαν αποσπαστεί από τη Ρωσία μετά την αποτυχημένη εισβολή του Ιβάν Δ΄ στη Λιβονία.

Gerardus Mercator, χάρτης της Ρωσίας, 1595.

Ο Godunov μεσολάβησε και στη δημιουργία μίας ανεξάρτητης Ρωσικής Εκκλησίας. Το ζήτημα αυτό αποτελούσε διακαή πόθο των Ρώσων μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η θεωρία Μόσχα-Τρίτη Ρώμη που αναπτύχθηκε τον 16ο αι. καθιστούσε τη ρωσική έδρα υπεύθυνη για τη διαφύλαξη του Ορθόδοξου δόγματος αλλά και προστάτιδα των ορθόδοξων πληθυσμών των κατακτημένων από τους Οθωμανούς βαλκανικών περιοχών. Ο νέος αυτός ρόλος που καλούνταν να διαδραματίσει το μοσχοβίτικο κράτος απαιτούσε την ίδρυση Ρωσικού πατριαρχείου. Οι διεργασίες είχαν ξεκινήσει ήδη το 1586 και ολοκληρώθηκαν μετά την επίσκεψη του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β΄ στη Μόσχα το 1588. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της παραμονής του στη ρωσική πρωτεύουσα έγινε πρόταση να μετακινηθεί η έδρα του πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη στη Μόσχα. Ο προκαθήμενος της Κωνσταντινουπόλεως υπό την πίεση των συνθηκών αποφάσισε να συναινέσει στο ρωσικό αίτημα και να ανυψώσει τη Ρωσική Εκκλησία σε τιμή πατριαρχείου. Έτσι, στις 26 Ιανουαρίου του 1589 ο τότε μητροπολίτης Μόσχας και πάσης Ρωσίας Ιώβ και στενός φίλος του Godunov, ανακηρύχθηκε πατριάρχης Ρωσίας υπό τον όρο ότι θα αναγνωρίζει ως κεφαλή της Ορθοδοξίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αλλά και στον τομέα της παιδείας ο Godunov αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικός. Έκρινε απαραίτητο για τη Ρωσία να ακολουθήσει την πρόοδο της Δύσης και προχώρησε άμεσα σε εκπαιδευτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Προσκάλεσε στη Ρωσία διδασκάλους από το εξωτερικό, ενώ ταυτόχρονα έστειλε νέους να σπουδάσουν εκτός Ρωσίας. Επίσης κατέβαλε προσπάθειες να ενισχύσει το εξωτερικό εμπόριο. Στο πλαίσιο αυτό θεώρησε σκόπιμο να καλλιεργήσει σχέσεις με την παραδοσιακά αντίπαλο της Ρωσίας, τη Σουηδία, έχοντας ως στόχο την έξοδο προς τη Βαλτική. Ωστόσο οι Σουηδοί δεν ενέδωσαν στα σχέδιά του. Η προσέγγιση αυτή με τη Δύση αποτέλεσε αφορμή να επιτρέψει την ανοικοδόμηση προτεσταντικών ναών στη χώρα, ώστε να ικανοποιούνται οι λειτουργικές ανάγκες των ξένων αλλοδόξων που είτε έμεναν μόνιμα στη Ρωσία είτε την επισκέπτονταν για κάποιο χρονικό διάστημα.

Ο θρόνος και η πανοπλία του Boris Godunov, Μόσχα, Μουσείο του Κρεμλίνου.

Ο Godunov, κυβερνώντας ουσιαστικά ήδη δεκατέσσερα χρόνια, διέθετε πλέον γερά ερείσματα, ώστε να διεκδικήσει την πλήρη εξουσία. Το όνειρό του έγινε πραγματικότητα, όταν τον Ιανουάριο του 1598 ο τσάρος Θεόδωρος έφυγε άτεκνος από τη ζωή. Για πρώτη φορά το ρωσικό κράτος βρέθηκε σε αδιέξοδο. Ο πατριάρχης Ιώβ τον Φεβρουάριο του 1598 συγκάλεσε εθνοσυνέλευση (zemskij sobor), στην οποία συμμετείχαν πεντακόσια άτομα διαφόρων αξιωμάτων και ομάδων, με εξαίρεση τους αγρότες. Εκεί παρουσίασε τον Godunov ως μοναδικό και καταλληλότερο υποψήφιο για τη θέση του νέου τσάρου, παρά το γεγονός ότι δεν προερχόταν από τους κόλπους της ρωσικής δυναστικής οικογένειας. Η δράση που είχε αναπτύξει κατά το διάστημα της διακυβέρνησής του ήταν ο καλύτερος μάρτυρας για τα προσόντα του ως ανώτατου ηγεμόνα. Άλλωστε ο Godunov είχε φροντίσει από νωρίς να στελεχώσει όλες τις σημαντικές διοικητικές θέσεις με άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης του, έχοντας ταυτόχρονα την πλήρη υποστήριξη του πατριάρχη και της κατώτερης αριστοκρατίας.

Η εκλογή του σε τσάρο έγινε πανηγυρικά στις 21 Φεβρουαρίου 1598 και την 1η Σεπτεμβρίου του 1598 τελέστηκε με κάθε επισημότητα και η στέψη του. Η πράξη αυτή πυροδότησε αμέσως τόσο την αντίδραση της ανώτερης αριστοκρατίας της δυναστείας των Ριουρικιδών (π.χ. οικογένειες Šujskij, Mstislavskij κ.ά.) όσο και των απογόνων του λιθουανικού δυναστικού οίκου Gedimin. Είναι γεγονός ότι ο Godunov σε όλη τη διάρκεια του βίου του δεν έτυχε ποτέ πλήρους αποδοχής. Πάντα αντιμετωπιζόταν ως κοινός θνητός, που στερούνταν λόγω καταγωγής το «θείο χάρισμα» των νόμιμων διαδόχων. Αυτό αποτελούσε συχνά αφορμή για επικριτικά σχόλια, ενώ ταυτόχρονα μείωνε το κύρος του ως ηγέτη. Μάταια αγωνίστηκε να αναστρέψει την εικόνα αυτή, προσδοκώντας να δημιουργήσει τη δική του δυναστεία. Θέλησε να ενώσει την οικογένειά του με δεσμούς επιγαμίας με ξένους δυναστικούς οίκους. Δυστυχώς ο αρραβώνας της κόρης του Ξένιας με τον πρίγκηπα Gustav της Σουηδίας διαλύθηκε λόγω του έκλυτου βίου του γαμπρού, ενώ ο προγραμματισμένος γάμος της με τον πρίγκηπα Johann von Schleswig-Holstein, γιο του Φρειδερίκου Β΄ της Δανίας και της Νορβηγίας, είχε επίσης άδοξο τέλος. Ο νεαρός Johann μετέβη στη Μόσχα, αρρώστησε όμως λίγο πριν τον γάμο και πέθανε εκεί (1602).

Nikolai Nikolajevitch Gay, Ο τσάρος Boris Godunov και η τσαρίνα Μάρθα, 1874, Σαμάρα, Μουσείο Τέχνης

Ο Godunov εκτός από τα οικογενειακά προβλήματα εκείνη την εποχή κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις οδυνηρές συνέπειες από διάφορες επιδημίες αλλά κυρίως του μεγάλου λιμού των ετών 1601-1603. Το ψύχος και ο παγετός είχαν καταστρέψει τα χρόνια εκείνα το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς δημητριακών. Οι αγροτικοί πληθυσμοί εξασθενημένοι από τις κακουχίες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να εγκατασταθούν στη Μόσχα, όπου γινόταν τακτική διανομή τροφίμων. Την κατάσταση αυτή έσπευσαν να εκμεταλλευτούν διάφορες ληστρικές ομάδες, εξαφανίζοντας τα λιγοστά υπάρχοντα των αγροτών. Οι έμποροι σιτηρών από την άλλη κινούμενοι με γνώμονα την αισχροκέρδεια ανέβασαν στα ύψη την τιμή του ψωμιού, μετατρέποντάς το σε προϊόν πολυτελείας. Λέγεται ότι τότε πέθανε από την πείνα το 1/3 του πληθυσμού. Όλα αυτά είχαν προκαλέσει κοινωνικό αναβρασμό.

Ψευδο-Δημήτριος, χαρακτικό του 1606.

Οι αντίπαλοι του Godunov που δεν εφησύχαζαν ποτέ, διαπιστώνοντας τη δυσκολία ακύρωσης της εκλογής του ως τσάρου, επινόησαν να «αναστήσουν» τον γιο του Ιβάν Δ΄, Δημήτριο. Ισχυρίστηκαν ότι ο νεαρός Δημήτριος είχε διαφύγει από τους πληρωμένους δολοφόνους του Godunov το 1591 και θα επέστρεφε τώρα έτοιμος, για να διεκδικήσει την εξουσία. Ως καταλληλότερο πρόσωπο για τη μηχανορραφία αυτή κρίθηκε ένας μορφωμένος και ιδιαίτερα ικανός νέος, ο Grigorij (κοσμικό όνομα Jurij) Otrepev. Ο Otrepev ήταν αρχικά μοναχός στη Μονή Čudov στη Μόσχα και σύντομα κέρδισε τη συμπάθεια εκκλησιαστικών και πολιτικών ανδρών. Όταν ο Godunov πληροφορήθηκε τις σχετικές φήμες, διέταξε να συλλάβουν τον Ψευδο-Δημήτριο, προκειμένου να λογοδοτήσει. Αυτός φοβούμενος την επικείμενη σύλληψη αναζήτησε καταφύγιο στην Πολωνία (1603). Εκεί αποκάλυψε τη δήθεν υψηλή καταγωγή του, βρίσκοντας απόλυτη στήριξη στα σχέδια για την κατάληψη του θρόνου της Μόσχας. Στο πρόσωπο του Ψευδο-Δημητρίου θα εκπληρώνονταν οι φιλοδοξίες των Πολωνών αριστοκρατών για άμεση παρέμβαση στη Μόσχα καθώς και την ενσωμάτωση ρωσικών εδαφών.

Ο Ψευδο-Δημήτριος ανέπτυξε ακόμη πιο στενές σχέσεις με την Πολωνία, όταν ασπάστηκε τον Καθολικισμό με απώτερο σκοπό τον αρραβώνα με τη Marina Mniszech. Ο πεθερός του Jerzy Mniszech, Πολωνός αριστοκράτης, χρηματοδότησε με χαρά τον αγώνα του γαμπρού του προς τον ρωσικό θρόνο. Τα ανταλλάγματα που θα λάμβανε βέβαια ήταν πολλά και σημαντικά (χρήματα και γαίες). Στη κόρη του μάλιστα ως μέλλουσα τσαρίνα, είχε τάξει ο Ψευδο-Δημήτριος την κυριότητα του Pskov και του Novgorod. Μοιράζοντας συνεχώς υποσχέσεις ο υποτιθέμενος γιος του Ιβάν Δ΄, προσέγγισε τον πάπα (μέσω παπικού λεγάτου), επιβεβαιώνοντας ότι θα συμμετείχε ως τσάρος σε σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών. Συγχρόνως θα επέτρεπε στους καθολικούς να έχουν πλήρη πρόσβαση στη χώρα του.

Αν και όλα έδειχναν ότι η στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Boris Godunov και τον Ψευδο-Δημήτριο ήταν αναπόφευκτη, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ο Ψευδο-Δημήτριος τον Αύγουστο του 1604 κατευθύνθηκε προς τη Ρωσία με ιδιωτικό στρατό 2.000 περίπου Πολωνών. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε όμως, όταν έφτασε στην Ουκρανία, αφού προστέθηκαν 9.000-11.000 στρατιώτες, κυρίως Κοζάκοι του νότου. Ο Ψευδο-Δημήτριος κατηγορούσε διαρκώς τον Godunov ως σφετεριστή του ρωσικού θρόνου και δολοφόνο. Του επέρριπτε ευθύνες για τα δεινά του ρωσικού λαού (λιμός, ανέχεια, ξεριζωμός κτλ.). Εμφάνιζε τον εαυτό του ως τον Μεσσία που θα έσωζε τη Ρωσία, υποσχόμενος αόριστα μία χρηστή διαχείριση της εξουσίας. Ακολουθώντας αυτήν τη μέθοδο, κέρδισε τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη των νοτιοδυτικών περιοχών της χώρας, οι οποίες υποδέχονταν με ενθουσιασμό τον νέο τσάρο. Οι αγρότες και οι δουλοπάροικοι που είχαν ξεριζωθεί από τις εστίες τους πίστευαν επίσης τα μεγαλεπήβολα λόγια του. Πολλές πόλεις περιήλθαν οικειοθελώς στην κατοχή του, ενώ οι αξιωματούχοι του Godunov έπεσαν στα χέρια του Ψευδο-Δημητρίου.

Παρά τη δυναμική πολιτική που είχε επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια ο Godunov στη συγκεκριμένη φάση λύγισε. Καταπονημένος από τη συνεχή προσπάθεια να αποδείξει την αξία του ως τσάρος, παραδόθηκε στο τέλος στη μοίρα του. Μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο πέθανε στις 23 Απριλίου του 1605. Στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο δεκαεξάχρονος γιος του Θεόδωρος, ο οποίος όμως μετά τη θριαμβευτική είσοδο του Ψευδο-Δημητρίου στη Μόσχα (20 Ιουνίου 1605) βρήκε τραγικό θάνατο μαζί με τη μητέρα του. Η μοναχοκόρη του Boris Godunov, η Ξένια, έπεσε θύμα βιασμού από τον Ψευδο-Δημήτριο και αργότερα εξαναγκάστηκε να γίνει μοναχή. Ο Boris Godunov και η οικογένειά του αναπαύονται στο Μαυσωλείο Godunov στην Τριαδική Λαύρα του Αγίου Σεργίου (στο Sergiev Posad, 70 χλμ. βορειονατολικά της Μόσχας).

Boris Godunov. Chosen to rule

 

Β. Ο Modest Mussorgsky, ο Boris Godunov και το ρωσικό λυρικό δράμα του 19ου αιώνα.

Orest Kiprensky, Aleksandr Pushkin, 1827.  Ilya Repin, Modest Mussorgsky, 1881.
                 Μόσχα, The State Tretyakov Gallery.

Η τοποθέτηση του παρελθόντος εντός του παρόντος. Να ποια είναι η αποστολή μου”, έγραφε ο Ρώσος μουσικοσυνθέτης Modest Petrovich Mussorgsky (1839 – 1881) τον Ιούνιο του 1872 προς τον επιστήθιο φίλο και προστάτη του Vladimir Stasov. Ιδιαίτερα καλλιεργημένο άτομο, μέγας γνώστης της Μουσικής και της Ιστορίας, ο Stasov υπήρξε στην ουσία ο ιθύνων νους, ο πνευματικός πατέρας της επονομαζόμενης “Ομάδας των Πέντε”, η οποία απαρτιζόταν από τους συνθέτες Balakirev, Borodin, Rimsky-Korsakov, Cui και Mussorgsky. Φημολογείται μάλιστα, πως ο Stasov ήταν ο ανάδοχος της ομάδας, επινοώντας το όνομα με το οποίο η τελευταία παρέμεινε γνωστή.

Η παραπάνω έκφραση του Mussorgsky (“το παρελθόν εντός του παρόντος”) αποκαλύπτει ανάγλυφα το θεμελιώδες αξίωμα της αισθητικής του. Επιβεβαιώνει μια ανεπανάληπτη ικανότητα πρόσληψης του παρελθόντος καθώς και της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στη Μουσική, τη Λογοτεχνία και την Ιστορία. Περίτρανη απόδειξη αποτελούν τα δυο λυρικά δράματα Boris Godunov (1868 – 1873) και Khovanshchina (1872 – 1880), η πλοκή των οποίων στηρίζεται σε αμιγώς ιστορικά γεγονότα. Το πρώτο υπήρξε και το μοναδικό της όλης παραγωγής του συνθέτη στο συγκεκριμένο είδος που είναι πλήρες. Το δεύτερο παρέμεινε ημιτελές μέχρι και τη στιγμή του θανάτου του. Το λιμπρέττο του Boris Godunov, γραμμένο επίσης από τον συνθέτη, χρησιμοποιεί στην αρχική του εκδοχή, όχι όμως σε μεταγενέστερη διασκευή από τον ίδιο, ως υπόβαθρο το ομότιτλο ιστορικό δράμα του  Aleksandr Pushkin (1799 – 1837).

Η ιδέα προήλθε το φθινόπωρο του 1868 από τον Vladimir Nikolsky, καθηγητή ρωσικής ιστορίας και γλώσσας, θεωρούμενο την εποχή του αυθεντία ως προς τη μελέτη του έργου του Pushkin. O Mussorgsky ξεκίνησε αμέσως με τη συγγραφή του λιμπρέττου. Η όλη επιχείρηση ενείχε δυσκολίες, καθώς το πρωτότυπο κείμενο του Pushkin, σεξπηρικής δομής, αποτελείται από 23 σκηνές γραμμένες σε ιαμβικό πεντάμετρο, εξαιρετικά δύσκολο να αποδοθεί μουσικά. Ο συνθέτης χρησιμοποίησε εκτενώς τις 7 από αυτές, ειδικότερα δε εκείνες, οι οποίες εστιάζουν στις συνειδησιακές ανησυχίες του πρωταγωνιστή. Οι παρεμβάσεις του συνίσταντο σε διασκευές θεαματικών σκηνών (π.χ. η στέψη στον πρόλογο του έργου) ή παρατεταμένων μονολόγων. Υπήρξαν σημεία όπου διατηρήθηκε το πρωτότυπο κείμενο του Pushkin. Παρά τις τεχνικές δυσκολίες, τον Ιούλιο του 1869 το λιμπρέττο ήταν έτοιμο. Πέντε, μόλις, μήνες αργότερα (τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους) ολοκληρώθηκε και η σύνθεση της μουσικής. Μαζί με τον σύγχρονό του Don Carlos του Giuseppe Verdi (1867), o Boris Godunov διαθέτει εξαιρετικά πολύπλοκη υπόθεση και μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων διασκευών. Το 1872, ο Mussorgsky αναγκάστηκε να τροποποιήσει την αρχική εκδοχή προκειμένου το έργο να μπορέσει να αποσπάσει την απαραίτητη έγκριση των αρμοδίων επιτροπών λογοτεχνίας και μουσικής των Αυτοκρατορικών Θεάτρων και να ανεβεί στη σκηνή του θεάτρου Mariinsky της Αγίας Πετρούπολης. Συγκριτικά με την αρχική μορφή, υπήρξαν μεταβολές (ειδικότερα ως προς την ενίσχυση των γυναικείων ρόλων – σχεδόν ανύπαρκτων νωρίτερα – με την προσθήκη της περίφημης “πολωνικής” τρίτης πράξης), ενώ παρατηρούνται, συνάμα, μεγαλύτερη δραματική ποικιλομορφία, περισσότερο μελωδικές γραμμές  και προσεκτικότερη επεξεργασία στον τομέα της ενορχήστρωσης. Πέραν του κειμένου του Pushkin, ο Mussorgsky ανέτρεξε, για τις αλλαγές στο λιμπρέττο, στη μνημειώδη για την εποχή εκείνη Ιστορία του Ρωσικού Κράτους (История государства Российского) του Nikolai Karamzin (ειδικότερα στους τόμους αρ. 10 και 11), στον οποίο, άλλωστε, είναι αφιερωμένο το δράμα του Pushkin. Υπό αυτή τη μορφή, ο Boris Godunov έκανε πρεμιέρα στις 27 Ιανουαρίου 1874. Ακολούθησαν άλλες 5 διασκευές (Rimsky-Korsakov το 1896 και 1908, Emilis Melngailis το 1924, Dmitri Shostakovitch το 1940 και Karol Rathaus το 1952). Υπαγορευόμενες από αισθητικούς συχνά δε και πολιτικούς λόγους (ειδικότερα επί κομμουνιστικού καθεστώτος), οι παραπάνω διασκευές συνίστανται σε περικοπές, μεταβολές στη ροή των πράξεων καθώς και σε δραστικές παρεμβάσεις στην ενορχήστρωση. Η δεύτερη διασκευή του Rimsky-Korsakov (1908) υπήρξε η περισσότερο διαδεδομένη μέσα στον 20ό αιώνα. Στις μέρες μας έχει σχεδόν παραγκωνιστεί από εκείνη του ιδίου του Mussorgsky (1872).

 

Boris Godunov: Ο στοιχειωμένος τσάρος «ζωντανεύει» στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου – musica

 

Η ιδιοφυής δραματουργία του Mussorgsky εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής είναι ο τσάρος. Τα πάντα στρέφονται γύρω από το πρόσωπό του, την αντίληψη που έχει για την εξουσία και τον τρόπο άσκησής της, τις προσδοκίες και τα οράματα που η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει σε καθημερινή κλίμακα, την υπέρμετρη καχυποψία που τρέφει για τους πάντες, τις εμμονές, τις τύψεις και τις ενοχές του, τη διαρκώς κλιμακούμενη ανασφάλεια, την οποία αισθάνεται. Οι (άσκοπες ως επί το πλείστον) προσθήκες του 1872 ελάχιστα μετριάζουν τον κομβικό ρόλο του πρωταγωνιστή. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να διασπάσουν τη συνοχή της πλοκής και να διαταράξουν τον φυσιολογικό ρυθμό του έργου. Αξίζει να σημειωθεί πως η “πολωνική” τρίτη πράξη δεν υφίσταται στο δράμα του Pushkin. Πρόκειται για εξολοκλήρου εφεύρημα του Mussorgsky προκειμένου να ικανοποιηθούν τα γούστα της εποχής και να εξασφαλιστεί η πολυπόθητη άδεια για το ανέβασμα του έργου. Προσθήκη του συνθέτη αποτελεί και η σκηνή των ταραχών στο δάσος Κρόμι, η τελευταία. κατά σειρά εμφάνισης, του έργου. Σε αντιδιαστολή με το προηγούμενο παράδειγμα, εδώ πρόκειται για επιτυχή πρωτοβουλία πρώτου μεγέθους. Οι ταραχές αποτελούν το καταληκτικό σημείο μιας μακράς περιόδου ανακατατάξεων, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού. Συνάμα, λειτουργούν ως επίμετρο, το οποίο σηματοδοτεί την περαιτέρω πορεία της λεγομένης “Εποχής των Αναστατώσεων” που μόλις έχει δρομολογηθεί επί βασιλείας του Boris Godunov. Ιδανική σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον, κάτι το οποίο, με τη σειρά του, προσδίδει διαχρονική και επίκαιρη προοπτική στο έργο. Ήδη από το 1876, δηλαδή δυο χρόνια έπειτα από την πρεμιέρα, η τελευταία σκηνή του έργου προκαλούσε τη δυσφορία του κοινού κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, λόγω ακριβώς του συμβολισμού και του πολιτικού μηνύματος που εξέπεμπε. Γι αυτό, άλλωστε, απουσιάζει από όλες τις μεταγενέστερες διασκευές. Τέλος, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι η μεταφορά της πλοκής πολλών σημερινών σκηνοθεσιών στην τρέχουσα πραγματικότητα, καθώς και η έντονα πολιτικοποιημένη φόρτιση (ορισμένες φορές μέχρι υπερβολής).

Κρατική Όπερα της Βαυαρίας 2013 – Σκηνοθεσία: Calixto Bieito

Μουσική διεύθυνση: Kent  Nagano

 

Ισοδύναμη με εκείνη του πρωταγωνιστή, αποφασιστική για την όλη τη δομή του έργου, είναι και η παρουσία του όχλου, ειδικότερα σε σκηνές όπως η στέψη (πρόλογος/σκηνή 2), το επεισόδιο έξω από τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βασιλείου στη Μόσχα (4η πράξη/σκηνή 1) και βέβαια οι ταραχές στο δάσος Κρόμι (5η πράξη, μόνο στην διασκευή του 1872). Εδώ, ο Mussorgsky ανοίγει νέους ορίζοντες προσδίδοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη χορωδία τόσο σε δραματικό, όσο και σε μουσικό επίπεδο. Η παρουσία του πλήθους δεν αποτελούσε καινοφανές στοιχείο στο ρωσικό λυρικό ρεπερτόριο του 19ου αιώνα. Ο Mikhail Glinka (1804–1857) π.χ. είναι αρκετά γενναιόδωρος ως προς αυτό το σημείο στις όπερες Ρουσλάνος και Λουντμίλα (1842) και κυρίως Μια ζωή για τον Τσάρο (1836). Μόνο που η διαχείριση της χορωδίας είναι μονοδιάστατη, σχεδόν μονότονη και κινείται πάντοτε σε παραδοσιακή και προβλέψιμη κλίμακα. Το πλήθος απλώς παρατηρεί, συνήθως

Boris Godunov, η σκηνή της στέψης σε παράσταση του θεάτρου Μπολσόϊ (2011).

δε αρέσκεται στο να επαναλαμβάνει δοξαστικά τα λόγια των πρωταγωνιστών. Στον Boris Godunov όμως, το ίδιο πλήθος επικροτεί, εκλιπαρεί, διαπληκτίζεται, αμφισβητεί, συμμετέχει ενεργά στην όλη πλοκή, ενίοτε δε αποδομεί απερίφραστα τους πρωταγωνιστές. Για το σκοπό αυτό, ο Mussorgsky επινόησε ολόκληρη ποικιλία από τεχνικές μουσικής γραφής για χορωδία. Από σόλο παρεμβάσεις με απλό συνοδευτικό υπόβαθρο μέχρι ομαδική κινητοποίηση σε ρόλο πρωταγωνιστή. Στις τεχνικές αυτές αντανακλώνται η συνοχή του πλήθους, η ιδεολογική του στράτευση και η ιστορική του υπευθυνότητα. Πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη συμβολή του συνθέτη στην εν γένει μουσική δραματουργία.

Η στέψη  (Πρόλογος, σκηνή 2η) – Θέατρο  Mariinsky 2013

Yevgeny Nikitin (Boris Godunov) – Μουσική διεύθυνση: Valery Gergiev

 

Με όποια συχνότητα και με όποιο πρόσχημα και αν οι ιθύνοντες της Ρωσίας (τσάροι και επίδοξοι σφετεριστές της εξουσίας, καιροσκόποι, συνωμότες και δολοπλόκοι κάθε λογής) διασχίζουν και ξαναδιασχίζουν τη σκηνή, ο λαός παραμένει διαρκώς παρών, βυθισμένος στη δυστυχία και στην απόγνωση που τον διακατέχουν, εγκλωβισμένος σε ένα αδιέξοδο δίχως ελπίδα και προοπτική. Έχοντας εισαγάγει μια πολιτική (και όχι μόνο) αντιπαράθεση ανάμεσα στην κορυφή και την βάση, με άλλα λόγια ανάμεσα στους λίγους που ασκούν την εξουσία και τους πολλούς, οι οποίοι την υφίστανται, ο Mussorgsky δεν πράττει απολύτως τίποτα, έστω και υπό την μορφή κάποιου οράματος, προκειμένου να καλύψει το αγεφύρωτο χάσμα. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Boris Godunov είναι ένα βαθιά απαισιόδοξο έργο.

Boris Godunov, το επεισόδιο έξω από τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βασιλείου σε παράσταση του θεάτρου Μπολσόϊ (1927).

Τελευταίο αξιομνημόνευτο στοιχείο είναι η πρόσληψη του χρόνου. Η εξουσία δεν αποτελεί παρά την απεικόνιση ενός διλήμματος συνυφασμένου με την έννοια του χρόνου, από το οποίο της είναι αδύνατο να απεξαρτηθεί. Το παρελθόν όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί ανεπιστρεπτί, αλλά καταφέρνει να εισβάλλει διαρκώς μέσα στο παρόν, στοιχειώνοντας τους πάντες και τα πάντα. Οι παραισθήσεις του πρωταγωνιστή (στα όρια της παραφροσύνης κατά καιρούς)  συμβολίζουν την αιώνια πάλη του ανθρώπου με το ιστορικό του παρελθόν. Μια δύσκολη και απαιτητική αναμέτρηση, το τίμημα της οποίας είναι βαρύ, συνάμα όμως λυτρωτικό εάν και εφόσον επικρατήσει η βούληση για αυτογνωσία και αυτοκριτική. Διαφορετικά, το προϊόν της παραπάνω πάλης οδηγεί σε επιπρόσθετο άγχος και υπαρξιακή αγωνία. Ο χρόνος του Boris Godunov δεν αποδέχεται ως τετελεσμένες, καταστάσεις του παρελθόντος. Αντίθετα, τις αναπαράγει έστω και με επίπλαστο τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μορφή του Ψευδο-Δημητρίου, ενός ακίνδυνου τυχοδιώκτη, δήθεν νομίμου διαδόχου και επίδοξου σφετεριστή του θρόνου στην αρχή του έργου, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου καταφέρνει να οδηγήσει σε ψυχική και φυσική κατάρρευση έναν πανίσχυρο και χαρισματικό τσάρο και να τον διαδεχθεί στο θρόνο, βυθίζοντας ταυτόχρονα τη χώρα στο χάος και στην αναρχία.

Ωστόσο, την έννοια του χρόνου ενσαρκώνει ένα άλλο πρόσωπο, κομβικής σημασίας ως προς την όλη δομή του έργου. Πρόκειται για τον μοναχό και χρονικογράφο Pimen. Άθελά του, είναι εκείνος, που με την αφήγησή του θέτει σε κίνηση τον χρόνο, αναβιώνοντας φαντάσματα του παρελθόντος. Του είναι αδύνατο να σταματήσει τη ροή του χρόνου, να παρεμποδίσει την βίαιη διείσδυση ενός αιματηρού παρελθόντος μέσα σε ένα ρευστό και νεφελώδες παρόν, να συμβιβάσει τον χρόνο με την ιστορική αλήθεια. Αντίθετα, ο χρόνος, του οποίου ο ίδιος είναι θεματοφύλακας, ξεφεύγει από τον έλεγχό του και υπόκειται σε παραποίηση και υποβουλιμιαία εκμετάλλευση από τρίτους, οδηγώντας τα πράγματα στην καταστροφή.

 

O μονόλογος του μοναχού Pimen (1η πράξη/σκηνή 2) – Εθνική Όπερα Παρισιού 2018 Ain Anger (Pimen) – Μουσική διεύθυνση: Vladimir Jurowski                  

 

Σήμερα μπορούμε να υποστηρίξουμε ανεπιφύλακτα πως ο Boris Godunov δεν είναι ένα κοινό λυρικό δράμα. Ούτε ένα αποκλειστικά μουσικό έργο. Πρόκειται για μια επικών διαστάσεων τοιχογραφία της λεγομένης “Εποχής των Αναστατώσεων” και γενικότερα του ταραχώδους ρωσικού 17ου αιώνα. Ταυτόχρονα συμβολίζει τη διαχείριση της σχέσης του ανθρώπου με το παρελθόν. Με άλλα λόγια, την αναμέτρηση του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό.

Τρεις μεγάλοι ερμηνευτές του ομώνυμου ρόλου: Fyodor Chaliapin, Boris Christoff και Nicolai Ghiaurov.

Συνομιλία με τον αρχιμουσικό Vladimir Jurowski

 

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Calvocoressi, M.D., Modest Mussorgsky: His Life and Works, London, Rockliff, 1956.

Emerson, C., Oldani, R. W., Modest Musorgsky and Boris Godunov: Myths, Realities, Reconsiderations, Cambridge, Cambridge University Press, 1994

Emerson, C., Mussorgsky’s Libretti on Historical Themes: From the Two Borises to Khovanshchina, Princeton, Princeton University Press, 1988.

Gray, I., Boris Godunov, the Tragic Tsar, New York, Charles Scribner’s Sons, 1973.

Maes, Francis, Arnold J. Pomerans, Erica Pomerans, A History of Russian Music: From Kamarinskaya to Babi Yar, Berkeley, Los Angeles and London, University of California Press, 2002.

Μαλιγκούδη, Γ., Ιστορία της Ρωσίας, τ. Β΄: Το κράτος της Μόσχας (1240-1613) [Βιβλιοθήκη Σλαβικών Μελετών 7], Θεσσαλονίκη, Φιλώτας, 1996.

Marnat, M., Moussorgsky, Paris, Seuil, 1962.

Oldani, R. W., John, N., Fay, L. E., de Jonge, A., Osborne, N., Opera Guide 11: Boris Godunov, London: John Calder, Ltd., 1982.

Pavlov, A.P., Gosudarev dvor i političeskaja bor’ba pri Borise Godunove (1584-1605 gg.), St. Peterburg, Nauka, 1992.

Φώτης Παπαθανασίου: Ο Hector Berlioz και ο Γαλλικός Φιλελληνισμός στη Μουσική

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Φώτης Παπαθανασίου

Ο Hector Berlioz και ο Γαλλικός Φιλελληνισμός στη Μουσική

 

Ο Φιλελληνισμός υπήρξε ένα μείζον πολιτικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο που διαδόθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βεβαίως, κατ’ ουσία, ο Φιλελληνισμός, υπό την έννοια του θαυμασμού και της αγάπης προς το ελληνικό πνεύμα, έχει αρχαιότατες ρίζες και εκκινεί οπωσδήποτε, τουλάχιστον από την αρχαία Ρώμη, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Κικέρωνα. Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός περιείχαν ισχυρά φιλελληνικά στοιχεία, όπως άλλωστε ανευρίσκουμε και στους ηγέτες, στρατιωτικούς και πνευματικούς, της Αμερικανικής Επανάστασης.

Στην Γαλλία ο Φιλελληνισμός αναπτύσσεται ραγδαία μετά το 1780, χάρις στα βιβλία που εκδίδουν σημαντικοί περιηγητές. Ιδιαίτερη επιρροή ασκεί το Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα του Chateaubriand (1768-1848)[i], διάσημου λογοτέχνη και πολιτικού θεμελιωτή του Γαλλικού Ρομαντισμού, καθώς και εκείνο του Αββά Barthélemy (1716-1795) με τίτλο Το ταξίδι του νεαρού Ανάχαρση στην Ελλάδα[ii].

Κατά τα πρώτα δύο χρόνια της Επανάστασης ο τύπος παρακολουθεί προσεκτικά τα γεγονότα. Βιβλία και μπροσούρες φιλελληνικού περιεχομένου πολλαπλασιάζονται και το Υπουργείο Εσωτερικών ανησυχεί και θέτει σε παρακολούθηση όσους διευκολύνουν την μετάβαση εθελοντών μέσω Μασσαλίας στην Ελλάδα. Στις 22 Νοεμβρίου καταγράφεται η επιβίβαση 132 εθελοντών στο πλοίο Σκιπίων με προορισμό την Ελλάδα. Λεπτομέρεια: οι 95 από αυτούς είναι Γερμανοί.

Η μοναδικότητα του φαινομένου, που ιστορικά ονομάζουμε «Φιλελληνικό Κίνημα», έγκειται στη μεγάλη εξάπλωσή του σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και στην παντοειδή καλλιτεχνική του έκφραση μέσα από τις εικαστικές παραστατικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία, αλλά και το χώρο του δημοφιλούς και χρηστικού αντικειμένου τέχνης. Πολλές φορές, ιδιαίτερα στη Γαλλία, η διάρκεια του φιλελληνικού έργου τέχνης επεκτάθηκε σε ολόκληρες δεκαετίες και συνδυάστηκε και με το κίνημα του οριενταλισμού, ιδιαίτερα στη ζωγραφική.

Βεντάλια με φιλελληνικό θέμα.

Έκτοτε, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είδαμε αρκετές φορές φαινόμενα «συγκίνησης» της κοινής γνώμης και εκφράσεις φιλίας και αλληλεγγύης προς δοκιμαζόμενους λαούς, κανένα, όμως, δεν έλαβε, ούτε κατά προσέγγιση, την έκταση και την ένταση του φιλελληνικού κινήματος. Η εξήγηση είναι ότι η έκφραση αυτή αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες είχε ως υπέρτατη αιτία την αίσθηση ενός πνευματικού χρέους, ή ακόμα καλύτερα την αίσθηση ότι η υπόθεση αυτή αφορά στην ίδια την υπόσταση κάθε ευρωπαϊκού λαού, κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας που μετέχει αυτού που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό.

Ο κατάλογος των Φιλελλήνων στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών αφθονεί με συμμετέχουσες τις ηγετικές φυσιογνωμίες του φιλελληνικού κινήματος, όπως ο Πρόεδρος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού, François-René de Chateaubriand, ο Λόρδος Byron στην Αγγλία και ο Goethe στη Γερμανία, μαζί με έναν λιγότερο γνωστό, αλλά ένθερμο φιλέλληνα, τον Wilhelm Müller. Στον εικαστικό χώρο κορυφαία μορφή υπήρξε ο Eugène Delacroix, που παρουσίασε στην έκθεση «Υπέρ των Ελλήνων», το 1826, στο Παρίσι, στην Galerie Lebrun, το περίφημο έργο του Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου.

Στον τομέα της Μουσικής πολλοί συνθέτες, διάσημοι και άσημοι στο διάβα της ιστορίας, είτε εμπνευσμένοι από φιλελληνικά ποιήματα, είτε προσαρμόζοντας άλλα, υπηρέτησαν με τη μούσα τους το φιλελληνικό κίνημα. Κοινός παρανομαστής των κειμένων που τέθηκαν σε μουσική ήταν η ακράτητη επιθυμία των λαών για την επικράτηση του πολιτισμού πάνω στη βαρβαρότητα και του Σταυρού πάνω στην Ημισέληνο. Η θεματολογία περιλαμβάνει συχνές αναφορές και συγκρίσεις με την αρχαία ελληνική δόξα, καθώς και την ηρωική αντίσταση των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ανδρών, γυναικών και παιδιών ενάντια στον βάρβαρο τύραννο.

Οι Φιλέλληνες συσπειρώνονταν σε διάφορες ομάδες, υπό μορφή εταιρίας (société) ή κομιτάτου (comité) και οργάνωναν εράνους, δημοπρασίες ή απλές συνδρομές. Μια μορφή συγκέντρωσης πόρων ήταν οι περίφημες μουσικές βραδιές, όπου εκτελούνταν τα φιλελληνικά τραγούδια και ακολουθούσε έρανος υπέρ του αγώνα των Ελλήνων. Σε αυτά πρωτοστατούσαν οι οικοδέσποινες, οι οποίες -κάτι που αγνοείται ευρέως- είναι αυτές που έραψαν την πλειοψηφία των μεταξωτών ελληνικών σημαιών του αγώνα.

Από τα 300 περίπου φιλελληνικά τραγούδια, που γράφτηκαν στην Ευρώπη και την Αμερική, πάνω από 200 γράφτηκαν στη Γαλλία. Από μεγάλους και διάσημους συνθέτες, όπως ο Hector Berlioz και ο Gioachino Rossini, ο Adolphe Adam και ο Charles Gounod, αλλά ακόμη και από ερασιτέχνες, αρκετοί εκ των οποίων ανήκαν στην τάξη των ευγενών, ακριβώς επειδή ο Φιλελληνισμός ήταν κοινωνικά και πολιτικά οριζόντιο φαινόμενο.

Μεγάλη έξαρση στην παραγωγή τραγουδιών παρατηρείται μετά την άλωση του Μεσολογγίου και μετά τη μάχη του Ναυαρίνου. Μετά το 1830, τα τραγούδια σπανίζουν, αφού ο σκοπός επετεύχθη.

Οι τίτλοι των τραγουδιών, τα οποία εκδίδονταν με εξώφυλλα διάσημων χαρακτών της εποχής, αποκαλύπτουν τις αιτίες της συγκίνησης και της δημιουργικής έμπνευσης των συνθετών: Το τραγούδι των Ελλήνων, Ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, Το όνειρο ενός Έλληνα ήρωα, Η Γαλλία προς τους Έλληνες (La France aux Grecs), Ο νέος όρκος των Ελλήνων στις Θερμοπύλες (Le nouveau serment de Grecs à Thermopyles), Η αφύπνιση των Ελλήνων (Le réveil des Grecs), Η χήρα του Μάρκου Μπότσαρη στο βωμό της Παναγιάς (La veuve de Marko Botzaris devant lautel de la Vierge), Ο Βύρων στο στρατόπεδο των Ελλήνων (Byron au camp des Grecs), Η τελευταία μέρα του Μεσολογγίου, Ο αποχαιρετισμός του κλέφτη, Le Giaour, Αναχώρηση για τον Μοριά, Ο Σπαρτιάτης και άλλα παρόμοια.[iii]

Ειδική αναφορά αξίζει για τα μεγαλύτερης διάρκειας έργα, όπως είναι η ηρωική σκηνή της Ελληνικής Επανάστασης La Révolution grecque (Scène héroïque) του Hector Berlioz (1825), το μελόδραμα Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου (Le dernier jour de Missolonghi) του Louis Ferdinand Hérold και το κορυφαίο, Η Πολιορκία της Κορίνθου (L‘assedio di Corinto) του Gioacchino Rossini, τρίπρακτη λυρική τραγωδία που παρουσιάστηκε στο θέατρο της Académie Royale de Musique στις 9 Οκτωβρίου του 1826, με μοναδικό σκοπό τη συλλογή χρημάτων για ενίσχυση των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Το εντυπωσιακό αυτό έργο, διασκευή –μετασκευή, μάλλον- παλαιότερου έργου του συνθέτη, κλείνει με την ηρωική απόφαση των ηγετών, λαϊκών και κληρικών της Κορίνθου να πεθάνουν παρά να παραδοθούν στον Μωάμεθ τον Πορθητή.

O  Louis Ferdinand Hérold και Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου.
O Gioachino Rossini και Η Πολιορκία της Κορίνθου.

Το έργο του Berlioz La Révolution Grecque, νεανικό έργο γεμάτο ρομαντική φλόγα, συνοψίζει μέσα στην μικρή χρονική του διάρκεια τα τρία θεμέλια του Φιλελληνισμού: το πνευματικό χρέος προς την Αρχαία Ελλάδα, το κοινό Χριστιανικό στοιχείο και τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο Héctor Berlioz, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1803, δέκα χρόνια πριν από τον Wagner και τον Verdi. Γονείς του ήταν ο τότε 27χρονος γιατρός Louis Berlioz από το La Côte Saint-André της επαρχίας Isère (κοντά στην Γκρενόμπλ), που πέθανε το 1848, χωρίς ποτέ να ακούσει τη μουσική του, και η Marie-Antoinette-Josephine, κόρη του Nicolas Marmion, δικηγόρου από το Meylan. Ο Έκτωρ ήταν το πρώτο από τα έξι τους παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος του δάσκαλος και το 1815, όταν ήταν 12 ετών του παρέδωσε μαθήματα μουσικής. Σπάνια περίπτωση για μεγάλο συνθέτη, ο Berlioz δεν διδάχτηκε πιάνο, αλλά φλάουτο και κιθάρα. Εξ’ αιτίας της επιμονής του πατέρα του γράφτηκε το 1821 στην ιατρική Σχολή στο Παρίσι. Μετά από δύο άγονα χρόνια, έπεισε τον πατέρα του να τον βοηθήσει να γραφτεί στο Conservatoire και να σπουδάσει σύνθεση και αντίστιξη.

Ήδη στα 1825 θα παρουσιάσει στην εκκλησία Saint-Roch στο Παρίσι το έργο του Μεγάλη Επίσημη Λειτουργία  (Grande Messe Solennelle), με 150 μουσικούς και χορωδούς, διευθύνοντας ο ίδιος. Για την συναυλία αυτή επιχείρησε να δανειστεί από τον Chateaubriand (1768-1848), τον οποίο θαύμαζε μαζί με τον στενό φίλο των νεανικών του χρόνων, Humbert Ferrand. Το γεγονός ότι αισθάνθηκε την οικειότητα να απευθύνει επιστολή στον μεγάλο φιλέλληνα συγγραφέα και πολιτικό, αποκαλύπτει πολλά για τον νεαρό συνθέτη και την ρομαντική του θεώρηση των πραγμάτων. Ο Chateaubriand μόλις είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση μετά από διετή θητεία ως Υπουργός Εξωτερικών και είχε αποκτήσει ηγετικό ρόλο στην φιλελεύθερη αντιπολίτευση.

Ο Berlioz είχε διαβάσει το Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι, κατά την μετάβαση μέσω Ελλάδος και κατά την επιστροφή μέσω Αιγύπτου, Μπαρμπαριάς και Ισπανίας[iv], έργο θεμελιώδους συμβολής στην ανάπτυξη του Φιλελληνισμού. Πιθανότατα θα είχε διαβάσει και το Υπόμνημα περί της Ελλάδος που μόλις είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι[v]. Αυτή η ταύτιση ιδεών και ιδεωδών δικαιολογεί, μαζί με το νεαρόν της ηλικίας, το θάρρος του να απευθύνει επιστολή στον διάσημο ευγενή ζητώντας του το σημαντικό ποσό των 1200 φράγκων. Δυστυχώς δεν σώθηκε η επιστολή αυτή, αλλά σώθηκε η απάντηση του Chateaubriand:

«Κύριε,

Μου ζητάτε 1200 φράγκα, δεν τα έχω. Θα σας τα έστελνα αν τα είχα. Δεν διαθέτω κανένα μέσο για να σας εξυπηρετήσω με τους υπουργούς. Συμμερίζομαι, κύριε, τις λύπες σας. Αγαπώ τις τέχνες και λατρεύω τους καλλιτέχνες. Αλλά οι δοκιμασίες κάνουν συχνά το ταλέντο να θριαμβεύει και η μέρα της επιτυχίας αποζημιώνει, για όσα κανείς υπόφερε. Δεχθείτε, κύριε, την λύπη μου, που είναι ειλικρινής.

Σατωβριάνδος

Hector Berlioz.
François-René de Chateaubriand.

 

Τελικά o Berlioz δανείστηκε από έναν φίλο και παρουσίασε το έργο στην εκκλησία Saint-Roch. Η αξία του έργου, τού κέρδισε κάποια αναγνώριση, αλλά και έναν εχθρό αντίστοιχο του Salieri: τον διευθυντή του Ωδείου του Παρισιού Luigi Cherubini (συνθέτη της  Μήδειας ).

Βαθύτατα φιλελεύθερος, αλλά και πνευματικά φιλέλληνας, γνώστης όπως κάθε μορφωμένος Γάλλος, τότε και τώρα, της Ελληνικής κλασικής Ιστορίας και Λογοτεχνίας, o Berlioz συντάσσεται από την αρχή με τον Ελληνικό αγώνα. Η λογοτεχνία γενικά παίζει μεγάλο ρόλο στην ζωή και την μουσική του δημιουργία. Λατρεύει δύο μεγάλους Βρετανούς: Τον Shakespeare και τον Byron, αλλά και έναν Γερμανό, τον Goethe. Θα παντρευτεί άλλωστε σε πρώτο γάμο μια διάσημη Σαιξπηρική ηθοποιό, την Harriet Smithson.

Το αγαπημένο του έργο από όλη την ποιητική παραγωγή του Byron, δεν ήταν άλλο από το Child Harolds Pilgrimage, ίσως το κρισιμότερο έργο για την ανάπτυξη του Φιλελληνικού κινήματος. Ο τραγικός θάνατος του ποιητή στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου του 1824 και η τρομερή επίδραση στον ψυχισμό του τού περίφημου πίνακα του Eugène Delacroix Η Σφαγή της Χίου που εκτέθηκε δημόσια στο Salon τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τον συγκλονίζουν. Ο Victor Hugo θα σαλπίσει αργότερα «En Grèce, en Grèce; Adieu vous tous; il faut partir!»[vi]

Ο στενός φίλος του μιας ζωής, δικηγόρος Humbert Ferrand (1805-1868), μοιράζεται τις ιδέες του και γράφει, το 1825, το ποίημα Η Ελληνική Επανάσταση (Scène Héroïque: La Révolution Grecque) που ο Berlioz μελοποιεί για δύο Βαθύφωνους, Χορωδία και Ορχήστρα. Η μουσική είναι στο ύφος του Spontini, του αυτοκρατορικού συνθέτη της Vestale, όπως ο ίδιος ο νεαρός Berlioz τόνισε με υπερηφάνεια. Η επίδραση του Spontini, αλλά και του δασκάλου του Berlioz, Jean-François Le Sueur είναι πολύ εμφανής, σε όλη την έκταση του έργου. Η ενορχήστρωση όμως αποτελεί περίτρανη απόδειξη της αξίας του νεαρού συνθέτη.

Το κείμενο του ποιήματος έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, κυρίως γιατί αναδεικνύει τον τρόπο που ένας φιλελεύθερος ποιητής βλέπει την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή υπό την Ελληνοχριστιανική ματιά που την έβλεπαν και οι ήρωες της.

Τα αυθεντικά και άμεσα τέκνα του διαφωτισμού που ήταν ο Ferrand και ο Berlioz, έρχονται έτσι σε αντίθεση με μεταγενέστερες επινοητικές ιδεοληψίες.

Humbert Ferrand.
Scène Héroïque για μεγάλη χορωδία και μεγάλη ορχήστρα (Πηγή: Gallica, Bibliothèque Nationale de France).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στην αρχή του έργου, ένας Έλληνας Ήρωας επικαλείται την αφύπνιση των τέκνων της Σπάρτης που ο Λεωνίδας καλεί από τον τάφο του να ξεσηκωθούν για την ελευθερία τους! Κατόπιν ένας ορθόδοξος παπάς επικαλείται τον Μέγα Κωνσταντίνο κι έπειτα και οι δύο μαζί, στο όνομα του τελευταίου καλούν τους Έλληνες (Hellènes στο κείμενο) σε ξεσηκωμό.[vii]

Ο Berlioz δυσκολεύτηκε πολύ να παρουσιάσει το έργο γιατί ο Rodolphe Kreutzer, ο γνωστός μεγάλος βιολιστής που ήταν τότε Διευθυντής της Όπερας των Παρισίων, ως γνήσιος εκφραστής του κατεστημένου ούτε που ήθελε να ακούσει για την παρουσίαση ενός άσημου, τότε, συνθέτη.  Όπως γράφει στα απομνημονεύματα του: «Το έργο αυτό, όπου ήταν φανερή σε κάθε σελίδα του η ενεργή επιρροή του Spontini, αποτέλεσε την ευκαιρία της πρώτης σύγκρουσής μου προς ένα σκληρό εγωϊσμό, του οποίου αγνοούσα την ύπαρξη, εκείνου των περισσότερων διάσημων συνθετών και μου έδωσε να καταλάβω πόσο οι νέοι συνθέτες, ακόμη και οι πιο άσημοι, δεν είναι καθόλου ευπρόσδεκτοι από αυτούς». Μάταια ο διάσημος συνθέτης Le Sueur, ακόμη και ο περίφημος Κόμης de La Rochefoucauld (μέλος του Ελληνικού Κομιτάτου) παρενέβησαν στον αμείλικτο Kreutzer.  Η συνομιλία μαζί του άφησε μια πολύ πικρή ανάμνηση στον Berlioz. Μετέφερε στον φίλο του Charbonnel την εξής φράση του συνομιλητή του: «Τι θα απογίνουμε εμείς οι παλιοί αν υποστηρίζουμε τόσο εύκολα τους νέους»![viii] Τελικά, ο Berlioz, επίμονος, το ανέβασε μόνος του στις 26 Μαΐου του 1828.

 

Scène héroïque (La Révolution grecque), H21A/Michel Plasson

Η ηχογράφηση του 2003 με την Ορχήστρα του Καπιτωλίου της Τουλούζης υπό τη διεύθυνση του Michel Plasson.

Ένας άλλος ομότεχνος, ο Niccolò Paganini, θα του παραγγείλει ένα κονσέρτο για βιόλα, έναντι 20.000 φράγκων. Ο Berlioz αντλεί και πάλι από τον Byron και γράφει το περίφημο Ο Χάρολντ στην Ιταλία (Harold en Italie), το οποίο όμως ο Paganini δεν θα εκτελέσει ποτέ, άγνωστο γιατί. Ο Berlioz δυσκολεύτηκε πολύ να αναγνωριστεί στην χώρα του, την Γαλλία. Παρά την επιτυχία του να αποσπάσει, στην τρίτη προσπάθειά του, το περίφημο Prix de Rome το 1830, την σημαντικότερη υποτροφία και αναγνώριση για έναν Γάλλο μουσικό, ο οποίος θα πήγαινε για ένα χρόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο στη Ρώμη, για να γνωρίσει από κοντά την κλασική τέχνη, αλλά και κάποια αναγνώριση που έφερε η Φανταστική Συμφωνία (Symphonie Fantastique) την ίδια χρονιά, η οποία του κέρδισε έναν πιστό φίλο, τον πλέον γενναιόδωρο συνθέτη προς τους ομοτέχνους του σε όλη την Ιστορία της Μουσικής, τον Franz Liszt, έπρεπε να γράφει μουσική κριτική για να ζήσει. Χάρις στο λογοτεχνικό του ταλέντο κατάφερε να πάρει την θέση του μουσικοκριτικού στην σημαντικότερη Παρισινή εφημερίδα Journal des Débâts. Η θέση αυτή του έδωσε και κάποια πολιτική επιρροή, αλλά η αντικειμενικότητά του δημιούργησε και εχθρούς. Το κύρος αυτό του έδωσε την δυνατότητα να βοηθήσει τον Richard Wagner να βρει μια κάποια δημοσιογραφική δουλειά, όταν εκείνος αναζήτησε την τύχη του στο Παρίσι φθάνοντας στα πρόθυρα της πείνας.

Τον Δεκέμβριο του 1837, παρουσίασε το δικό του Ρέκβιεμ, στο μνημόσυνο του Στρατηγού Νταμρεμόν που σκοτώθηκε στην Αλγερία, με 200 μουσικούς και 200 χορωδούς, στην εκκλησία Saint-Louis des Invalides.

Requiem. Grande Messe des Morts, Dies Irae (Απόσπασμα)/Gustavo Dudamel

Édouard Detaille,  Les obsèques du général Damremont, 1910, Château de Vincennes, Pavillon du Roi.

Από Απρίλιο σε Απρίλιο το 1856-58 θα γράψει το κορυφαίο έργο του Οι Τρώες  (Les Troyens), σε δικό του λιμπρέττο από την Αινειάδα του Βιργίλιου. Μια λογοτεχνική αγάπη που κράτησε μια ζωή, όπως κι εκείνες με τον Shakespeare και τον Goethe. Δίχως αμφιβολία,  κάποια επιρροή  ασκούσε στον Berlioz και το γεγονός ότι έφερε το όνομα του μεγαλύτερου ήρωα των Τρώων. Μετά τις επανειλημμένες αποτυχίες του Benvenuto Cellini, της δραματικής Συμφωνίας Ρωμαίος και Ιουλιέττα (Roméo et Juliette) και της αριστουργηματικής δραματικής καντάτας H Καταδίκη του Φάουστ (La damnation de Faust), σε μετάφραση του Goethe από τον Gérard de Nerval, θα αναγκαστεί να αναζητήσει αναγνώριση στην Γερμανία, καλεσμένος του Liszt στην Βαϊμάρη, ο οποίος μάλιστα οργάνωσε «εβδομάδες Berlioz » το 1852 και 1853. Διηύθυνε έργα του σε δέκα πόλεις της Γερμανίας, στις Πράγα, Βουδαπέστη, Μόσχα, Αγία Πετρούπολη, Ρίγα και 4 φορές στο Λονδίνο, με το οποίο ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση λόγω της αγάπης του για τον Shakespeare και τον Byron.

Πρόκειται για ένα έργο σε πέντε πράξεις διάρκειας πλέον των τεσσάρων ωρών. Η Όπερα του Παρισιού ενώ την δέχτηκε στην αρχή, απέφυγε τελικά να την ανεβάσει! Ο Μπερλιόζ θλιμμένος αναγκάστηκε να παρουσιάσει μόνο τις τρεις τελευταίες πράξεις στο μικρότερο Théâtre Lyrique με τίτλο Les Troyens à Carthage (Οι Τρώες στην Καρχηδόνα), τον Νοέμβριο του 1863. Το έργο ολόκληρο θα παιχτεί για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Berlioz στην Καρλσρούη, στα Γερμανικά, υπό την διεύθυνση του περίφημου Felix Mottl, το 1890!

Les Troyens, Πράξη Ι: Marche Troyenne (Τρωικό Εμβατήριο)/Paul Paray – 1959

Στο Παρίσι, θα παιχτεί ολόκληρο για πρώτη φορά μόλις το 2003, στο Théâtre du Châtelet υπό την διεύθυνση του John Eliot Gardiner.  Η μοίρα θέλησε ένας Έλληνας, ο Γιάννης Κόκκος, να αναλάβει την σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια! Ο ίδιος θα δηλώσει σε σχέση με την αυτοκτονία των Τρωάδων στην δεύτερη πράξη του έργου: «Σε αυτή την αυτοκτονία είδα την επιρροή από την ελληνική ιστορία του 1821, η οποία είχε πάρα πολύ επηρεάσει τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Στην ομαδική αυτοκτονία ο Berlioz δίνει έναν απόηχο από το Μεσολόγγι ή το Ζάλογγο».

Les Troyens, Πράξη IV: Introduction, Chasse Royale et Orage/John Eliot Gardiner – 2003

Με συγκίνηση θυμάμαι την πρώτη παράσταση στην νεότευκτη, τότε, Όπερα της Βαστίλλης, υπό τον Κορεάτη αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή της Όπερας, Myung-Whun Chung με κάποιες μικρές περικοπές, στα εγκαίνια του θεάτρου το 1990, με αφορμή την πρόσφατη, τότε, συμπλήρωση 200 ετών από τη Γαλλική Επανάσταση.

Οι Τρώες. Μέρος Α΄ (Πράξεις 1-3): Η Κατάληψη της Τροίας. Μέρος Β΄ (Πράξεις 4-5): Οι Τρώες στην Καρχηδόνα.

Μετά τους Τρώες θα γράψει το χορωδιακό έργο Le Temple Universel, όπου προφητεύει ότι «Η Ευρώπη μια μέρα θα έχει μια μόνο σημαία» (1861) και την Όπερα Βεατρίκη και Βενέδικτος (Béatrice et Bénédict), βασισμένη στο Σαιξπηρικό Πολύ κακό για το τίποτε (1862).

Θα ακολουθήσουν δύο μεγάλα χτυπήματα στην ζωή του, ο θάνατος της δεύτερης συζύγου του Marie Recio από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 48 ετών το 1862 και ο θάνατος του γιού του Louis, πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, από κίτρινο πυρετό στην Αβάνα, το 1867. Ο Berlioz άφησε την τελευταία του πνοή στις 8 Μαρτίου του 1869 στο σπίτι στο Παρίσι, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Το έργο του μεγάλου αυτού συνθέτη και Φιλέλληνα, θα βρει την αναγνώριση που του άξιζε 90 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του. Το Λονδίνο που τόσο αγάπησε, θα είναι η πόλη των μεγάλων παραστάσεων των έργων του. Αρχίζοντας με το ανέβασμα των Τρώων  στη Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν το 1957, υπό την διεύθυνση του Rafael Kubelik  και σκηνοθεσία του Sir John Gielgud. Λίγο αργότερα, ο μεγάλος υποστηρικτής του έργου του Berlioz Sir Colin Davis θα ανεβάσει και ηχογραφήσει σχεδόν τα άπαντα του μουσικοσυνθέτη, ακολουθούμενος από τους, επίσης Βρετανούς,  John Nelson και John Eliot Gardiner.

 

Ο Berlioz στην Ελλάδα

Ιδού πώς παρουσιάζει η Ίσμα Τουλάτου στο Βήμα την παράσταση της Καταδίκης του Φάουστ σε σκηνοθεσία – χορογραφία του Maurice Béjart, από την Ορχήστρα και Χορωδία της  Όπερας του Παρισιού στην Επίδαυρο στις 31 Ιουλίου και 1η Αυγούστου 1965, υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Pierre Dervaux:

«Οι παραστάσεις της «Καταδίκης του Φάουστ» του Μπερλιόζ που έδωσε η Όπερα του Παρισιού στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου 1965 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία-χορογραφία Μορίς Μπεζάρ υπερέβησαν το εγχώριο ενδιαφέρον. Λογικό: Επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση του διάσημου συγκροτήματος στο εξωτερικό στην πλήρη του σύνθεση αφού η προηγούμενη «εξόρμησή» του στην Ιαπωνία αφορούσε μόνο τους πρωταγωνιστές του. Αυτή τη φορά, όμως, θα ταξίδευε ολόκληρο το δυναμικό, από τους καλλιτέχνες ως τους τεχνικούς, πράγμα το οποίο δημιούργησε αίσθηση και προσμονή…

«Τέσσερα σιδηροδρομικά οχήματα με τα σκηνικά της όπερας του Μπερλιόζ «Η καταδίκη του Φάουστ» έφθασαν ήδη στην Αθήνα εν όψει της εμφάνισης της Όπερας των Παρισίων στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού» γράφει το Βήμα στις 21 Ιουλίου 1965 χαρακτηρίζοντας το επικείμενο ανέβασμα ως το «μεγαλύτερο θεατρικό εγχείρημα με τη συμμετοχή του διάσημου συγκροτήματος». Για την παρουσίαση του έργου, διαβάζουμε σε άλλο σημείο του ρεπορτάζ, «θα συνεργασθούν 314 τεχνικοί και καλλιτέχνες της Όπερας των Παρισίων και 164 κομπάρσοι και διοικητικοί υπάλληλοι. Για τη μεταφορά των Γάλλων τραγουδιστών, χορευτών και τεχνικών διετέθησαν 4 αεροσκάφη, θα δημιουργηθή δε αερογέφυρα την νύκτα της 25ης προς την 26ην Ιουλίου μεταξύ της γαλλικής πόλεως Οράνζ – όπου εμφανίζεται το κλιμάκιο – και του Ελληνικού».

Οι συντελεστές της παράστασης, Maurice Béjart (αριστερά) και Pierre Dervaux.

Ακολούθησαν αρκετές παρουσιάσεις της Φανταστικής Συμφωνίας από την ΚΟΑ (η πρώτη το 1968), την ΚΟΘ και την Ορχήστρα του Καπιτωλίου της Τουλούζης, στο Ηρώδειο, υπό την διεύθυνση του Γάλλου ειδικού στον Berlioz, Michel Plasson, όπως επίσης στον ίδιο χώρο, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης (ένα σύνολο με μεγάλη παράδοση στο γαλλικό ρεπερτόριο, ειδικότερα δε σε εκείνο του Berlioz), υπό τη διεύθυνση του διάσημου Ιάπωνα αρχιμουσικού Seiji Ozawa. Τέλος, το ίδιο έργο εκτελέστηκε σε δυο διαφορετικές περιστάσεις, από την κορυφαία γαλλική ορχήστρα, την Ορχήστρα του Παρισιού, μια πρώτη φορά στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 1979, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim και μια δεύτερη, πολύ αργότερα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τον τότε μόνιμο αρχιμουσικό της, τον Γερμανό Christoph Eschenbach.

Michel Plasson.
Seiji Ozawa.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Daniel Barenboim.
Christoph Eschenbach.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φανταστική Συμφωνία παρουσιάστηκε επίσης δυο φορές στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης από διεθνώς καταξιωμένους μαέστρους: τους Georges Prêtre και Myung-Whun Chung. Διηύθυναν αντίστοιχα την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης και την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας σε δυο υποδειγματικές, από κάθε άποψη, ερμηνείες. Πολλές φορές έχει παιχτεί επίσης ο κύκλος τραγουδιών Les Nuits d’été (Θερινές Νύχτες).

Georges Prêtre.
Myung-Whun Chung.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Ελληνική Επανάσταση παρουσιάστηκε στο Μέγαρο το 2011 από την Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων υπό τον Ελευθέριο Καλκάνη και το 2019 από τον Βύρωνα Φιδετζή, στο θέατρο Ολύμπια με την Φιλαρμόνια. Ο Λουκάς Καρυτινός με την Καμεράτα είχαν προγραμματίσει το έργο για το Μέγαρο Μουσικής εντός του 2020, αλλά η συναυλία ανεβλήθη λόγω πανδημίας.

Το έργο του Berlioz αποτελεί πλέον σταθερό μέρος του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά για μας τους Έλληνες, η παραγωγή του έχει επιπρόσθετη σημασία, αφού διαπνέεται ολόκληρη από την αγάπη για την ομορφιά και την ελευθερία, για τα υψηλά ανθρώπινα ιδανικά που αποτελούν την παρακαταθήκη του Ελληνισμού.

Les Troyens  at the Royal Opera, Covent Garden – Trailer

Ο Φώτης Παπαθανασίου σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύθηκε στην Αθλητιατρική στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων. Κατόπιν σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις στο Παρίσι. Εκεί έλαβε και το Διδακτορικό του από την Ανωτάτη Σχολή Διεθνών Σπουδών, όπου και δίδαξε Πολιτιστική Διπλωματία και Διπλωματία των Πόλεων ως Επισκέπτης Καθηγητής επί δεκαετία. Υπήρξε Ειδικός Συνεργάτης του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού (1985-1989), Σύμβουλος του ΥΠΕΞ (1991-93), Αντιδήμαρχος Αθηναίων (1995-2002), Γενικός Γραμματέας (1990-1994) και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της ΕΛΣ (2006-2009), Εκτελεστικός Γραμματέας της Ένωσης των Δημάρχων των Πρωτευουσών της ΝΑ Ευρώπης (1995-2004). Είναι Γενικός Διευθυντής του ελληνικού τμήματος του Κέντρου Διπλωματικών και Στρατηγικών Μελετών των Παρισίων από το 1994. Ίδρυσε την Τεχνόπολη και το Μουσείο Μαρία Κάλλας. Από το 2009 είναι Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη. Είναι επίσης μέλος του Δ.Σ. του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων του Richard Wagner. Έχει τιμηθεί με τα παράσημα της Λεγεώνος της Τιμής και του Ταξιάρχη Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και εκείνο των Επιστημών και Τεχνών της Αυστρίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Itinéraire de Paris à Jérusalem et de Jérusalem à Paris, 1821.

[ii]Jean-Jacques Barthélemy, Le Voyage du jeune Anacharsis en Grèce, dans le milieu du quatrième siècle avant l’ère vulgaire, 1788.

[iii]βλ. Γ. Κωστάντζος, Μούσα Φιλελληνική, Academia.edu

[iv]βλ.παραπάνω. Μετάφραση του έργου από τον Εμμανουήλ Ροΐδη του 1860, επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αφοί Τολίδη» το 1979.

[v]Note sur la Grèce, Paris 1825, Υπόμνημα περί της Ελλάδος, Μετάφραση Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, Ελληνική Εθνολογική Εταιρεία, 2019

[vi]Victor Hugo, Les Orientales, Paris 1829.

[vii]Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο στα γαλλικά.

Scène héroïque (La révolution grecque)

I.Récit et Air

Héros Grec: Lève-toi, fils de Sparte! allons!… N’entends-tu pas

Du tombeau de Léonidas

Une voix accuser ta vengeance endormie?

Trop longtemps de tes fers tu bénis l’infamie,

Et sur l’autel impur d’un Moloch effronté

On te vit, le front ceint de mépris et de honte,

Préparer, souriant comme aux jours d’Amathonte,

L’holocauste sanglant de notre liberté.

 

Ô mère des héros, terre chérie,

Dont la splendeur s’éteint sous l’opprobre et le deuil!

Ce sang qui crie en vain, ce sang de la patrie,

Nourrit de vils tyrans l’indolence et l’orgueil!

Ô mère des héros, terre chérie.

 

II.Choeur

Prêtre Grec: Mais la voix du Dieu des armées

A répandu l’effroi dans leurs rangs odieux.

Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;

L’astre de Constantin a brillé dans les cieux:

A ses clartés victorieuses, marchez en foule à l’immortalité!

 

Prêtre Grec et Héros Grec: Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;

L’astre de Constantin a brillé dans les cieux.

 

Prêtre Grec: A ses clartés victorieuses,

Héros! marchez en foule à l’immortalité!

Et demain de nos monts les cimes glorieuses

Verront naître l’aurore avec la liberté.

 

Héros Grec et Choeur: A ses clartés victorieuses,

Héros / Guerriers, marchons en foule à l’immortalité, etc.

 

Prêtre Grec et Choeur: Oui, la voix du Dieu des armées, etc.

 

III. Prière

Femmes: Astre terrible et saint, guide les pas du brave!

Que les rayons vaincus du croissant qui te brave

S’éteignent devant toi!

Héros, Prêtre, Choeur: Astre terrible et saint, etc.

Femmes: Que les fils de Sion, riches de jours prospères,

De la liberté sainte et du Dieu de leurs pères

Sans crainte bénisse la loi!

Choeur: Que les fils de Sion, etc.

 

IV. Final

Héros, Prêtre, Choeur: Des sommets de l’Olympe aux rives de l’Alphée

Mille échos en grondant roulent le cri de mort:

Partons /Partez !… le monde entier prépare le trophée

Que nous promet un si beau sort.

Quel bruit sur ces bords expire?…

Tyrtée éveille sa lyre,

Et la Grèce, en ce jour, oppose à ses bourreaux

Tout ce que son beau ciel éclaire de héros.

Ils s’avancent… et la victoire

Rayonne sur leurs fronts poudreux;

La terre, belle encor de son antique gloire,

Retentit sous leurs pas nombreux.

Partons / Partez!… Des sommets, etc.

Aux armes!… le ciel résonne…

Harpes d’or, marquez nos pas!

Peuples!… guerriers!… l’airain tonne.

Nos fers ont soif de combats!

 

Aux armes!

 

[viii] Hector Berlioz, Mémoires, Paris, Flammarion, 2010.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Επτανησιακά για το 1821. Παραλειπόμενα και μη

 Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Επτανησιακά  για το 1821.

Παραλειπόμενα και μη

 

Η συμβολή των Επτανησίων ήταν γενναία στα συμβαίνοντα κατά την Επανάσταση του 1821 και τα μετά από αυτήν. Σε αυτούς αφιερώνεται η παρούσα μελέτη, μικρός έρανος στην μνήμη τους.

Από την αρχή του Αγώνος, με την Επανάσταση του Αλεξ. Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία, διακρίθηκαν οι Επτανήσιοι, όπως, για παράδειγμα, ο Κεφαλλονίτης Λουκάς Βαλσαμάκης και ο Ιθακήσιος Σπυρ. Δρακούλης, που επελέγησαν ως εκατόνταρχοι του στρατού του Υψηλάντη. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι από τα προεπαναστατικά χρόνια πολλοί Επτανήσιοι ήσαν εγκαταστημένοι στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ως γραμματικοί και λογιστές εμπορικών οίκων, αλλά και ναυτικοί που με τα καράβια τους κυριαρχούσαν στην ναυσιπλοΐα του Δουνάβεως.[1] Ο Κεφαλλονίτης Ανδρέας Σφαέλλος, στην αρχή της Επαναστάσεως στην Μολδοβλαχία, κατά διαταγή του Αλέξ. Υψηλάντη, βλέποντας να πλέουν στον ποταμό Προύθο, δέκα τουρκικά καράβια, τέθηκε επικεφαλής ναυτικών, όρμησε και τα κυρίευσε, απελευθέρωσε τους Έλληνες ναύτες και επιβάτες, τους δε Τούρκους κλείδωσε σε ένα αμπάρι πλοίου τους και το βύθισε αύτανδρο.[2]

Στην Ζάκυνθο υφίστατο Επιτροπή Φιλικών, αποτελούμενη από τους Διονύσιο Ρώμα και τους τέκτονες (μασόνους) Παν. Στεφάνου και Κ. Δραγώνα,[3] που ανέπτυξαν «υπερελληνική», κατά τον Γ. Κουντουριώτη δραστηριότητα. Γνωστό, εξάπαντος, είναι ότι ο Κολοκοτρώνης έμεινε στην Ζάκυνθο την περίοδο 1806 – 1821, αξιωματικός του αγγλικού στρατού της αρμοστείας των Ιονίων Νήσων. Οι υιοί του Γενναίος και Πάνος πέρασαν απέναντι από την Ζάκυνθο στο Πάπαρι, τις παραμονές της αλώσεως της Τριπολιτσάς.

Joseph Cartwright (χαρακτικό Robert Havell), Ζάκυνθος, η πλατεία του Αγίου Μάρκου. Δημοσιεύθηκε στις 31.5.1821 στο Λονδίνο.

Στην Κέρκυρα είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία ο Βιάρος Καποδίστριας, αδελφός του Κυβερνήτη και ο Κ. Γεροστάθης, που είχαν την ευθύνη, ιδίως ο Βιάρος, αποστολής χρημάτων, προϊόν εράνων, στον Γενικό Πρόξενο της Ρωσίας Γ. Βλασσόπουλο και στον Ι. Παπαδιαμαντόπουλο.[4]

Προτομή του Ι. Ζαμπέλιου.

Στην Λευκάδα ξεχώριζε ως Φιλικός ο Ι. Ζαμπέλιος (1787 – 1856), πατέρας του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου (1815 – 1881), που πριν τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, έγραψε για την διαχρονική ενότητα του Ελληνισμού στο σχήμα Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός.[5] Ο Ιωάννης είχε την ευθύνη της μεταφοράς όπλων και πολεμοφοδίων, καθώς και την φροντίδα περιθάλψεως των προσφύγων, που έφθαναν στην Λευκάδα από τα μέρη της Ηπείρου και της Ακαρνανίας. Για τον σκοπό  του ταξιδίου του Καποδίστρια στην Κέρκυρα έγινε πολύς λόγος. Ο αείμνηστος καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος θέτει το ερώτημα, αν συζήτησε με τον αδελφό του Βιάρο για τις ζυμώσεις περί Επαναστάσεως, οι οποίες, τελικά, τον οδήγησαν στην σύνταξη και κυκλοφορία, ανωνύμως βέβαια, εγκύκλιας επιστολής από 6 Απριλίου 1819, τιτλοφορούμενης Τέκνα της Αγίας Μητέρας Εκκλησίας, όπου ο λόγος για αλληλεγγύη, υπακοή στις αρχές του Ευαγγελίου, την ανάγκη να επιδοθούν οι Έλληνες στην ηθική και πνευματική μόρφωση, γιατί κάθε άλλο είναι μάταιο.[6] Στην φαντασία, πάντως, των Ελλήνων και ιδίως των Επτανησίων, η επίσκεψη αυτή του Καποδίστρια θεωρήθηκε προμήνυμα του Αγώνος και ότι πίσω του έβλεπαν την μορφή τουΤσάρου.[7]

Στις παραμονές της Επαναστάσεως (26 – 27 Φεβρουαρίου 1821), φαίνονταν, πλέον, καθαρά τα επερχόμενα και τότε πολλοί Επτανήσιοι, εγκαταστημένοι στην Πάτρα, έφυγαν με τις οικογένειές τους, από την παραλία του Αγίου Ανδρέα, για τα νησιά τους. Πράγματι, στις 7 Μαρτίου η Πάτρα είχε αναστατωθεί, οι Έλληνες  είχαν βγει στους δρόμους με πιστόλια και γιαταγάνια και την επομένη Επτανήσιοι της πόλεως ανέλαβαν την φρούρηση των προξενείων Ρωσίας, Πρωσίας, Σουηδίας, των οποίων οι πρόξενοι ήσαν Έλληνες και ενήμεροι γι’ αυτά που θα έρχονταν. Το ρωσικό προξενείο, με τον Πρόξενο Βλασσόπουλο, ήταν το κέντρο των Φιλικών και εδώ κατέφευγαν οι Έλληνες κάτοικοι της Πάτρας.[8] Εδώ είχε καταφύγει ο Μακρυγιάννης για να συντονίσει τους Φιλικούς της Άρτας και άλλων περιοχών με τους Πελοποννησίους. Οι Τούρκοι, που είχαν αντιληφθεί τις ελληνικές κινήσεις, τον αναζητούσαν, αλλά αυτός, με την βοήθεια του Κεφαλλονίτη Φιλικού Ν. Γερακάρη, κατόρθωσε να διαφύγει φθάνοντας, μες από τα πατρινά στενοσόκκακα, σε μια φελούκα, αραγμένη στο λιμάνι.[9]

Ο Απ. Ε. Βακαλόπουλος θεωρεί, στηριζόμενος στον Πρεβελάκη, ότι την Επανάσταση επέσπευσαν με την προκλητική τους στάση, οι εγκαταστημένοι στην Πάτρα Επτανήσιοι, οι πιο θερμοί υποστηρικτές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, όπως γράφει, μαζί τους και πολλοί οπαδοί της Φιλικής Εταιρείας.[10]

Όταν τα γεγονότα στην Πάτρα έλαβαν την δραματική τους μορφή και οι Τούρκοι προσπάθησαν να καύσουν, ανεπιτυχώς, το σπίτι του ταμία Ιω. Παπαδιαμαντόπουλου και το μητροπολιτικό οίκημα, τότε μερικοί Έλληνες, με αρχηγούς τον Παν. Καρατζά, σανδαλοποιό στο παζάρι της Πάτρας και τους Επτανησίους, τον έμπορο Βαγγέλη Λιβαδά και τον φαρμακοποιό Γερακάρη, ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν να κυνηγούν τους Τούρκους προς το κάστρο.[11] Από εκείνη την ημέρα Έλληνες οπλισμένοι από τα γύρω χωριά κατέφθασαν στην Πάτρα, για να πάρουν μέρος στον Αγώνα. Και ο Άγγλος πρόξενος Green, εμπρός στην κατάσταση αυτή, προσπαθούσε να αποτρέψει τους Επτανησίους (γύρω στους 400), ως Άγγλους υπηκόους, να μετάσχουν σε όλα τα δυσάρεστα, γι’ αυτόν, άλλωστε ανθέλληνας.[12] Ο Παν. Καρατζάς, που εκτιμούσαν και τον εμπιστεύονταν οι χωρικοί – πολεμιστές των γύρω από την Πάτρα χωριών, έχοντας μαζί του 150 περίπου Ζακυνθινούς, κρατούσε μία θέση έξω από την Πάτρα, την Ζωητάδα, εμποδίζοντας τους Τούρκους να βγαίνουν έξω από την πολιορκημένη πόλη και να προβαίνουν σε καταστροφές. Ο Καρατζάς γνώριζε την στρατιωτική τέχνη, καθώς είχε υπηρετήσει στον αγγλικό στρατό στην Ζάκυνθο. Τελικά, ο Γιουσούφ μπέης έλυσε την πολιορκία, έκαυσε τα σπίτια των προκρίτων, τα προξενεία Ρωσίας, Ολλανδίας, Σουηδίας, αποκεφάλισε Έλληνες, εσκλάβωσε γυναίκες και παιδιά.[13] Όσο για τον Παν. Καρατζά έπεσε θύμα της συνεχούς διαμάχης προκρίτων και στρατιωτικών, γιατί δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1821 από ανθρώπους των Πετμεζαίων που τον υποπτεύονταν ως άνθρωπο των προκρίτων, αλλά και από φθόνο εξαιτίας της φήμης που απέκτησε στα γεγονότα της Πάτρας.[14]

Παραπάνω κάναμε λόγο για το πέρασμα Επτανησίων στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές. Το 2011 δημοσίευσα στον τόμο προς τιμήν του Αρκάδος ιστορικού Τ. Αθ. Γριτσόπουλου (1911 – 2008) συναφές μελέτημα, που αφορούσε δύο Προκηρύξεις.[15]

Στην πρώτη Προκήρυξη, από 18 Ιουλίου 1821, υπογραφόμενη από τον Θωμά Λάνε, τον εξ απορρήτων του αρμοστού Φρειδερίκου Adam, γραμμένη στην (απλο)ελληνική και στην ιταλική μετάφρασή της, καταγγέλλεται η δράση «βαρκών» υπό βρετανική και ιονική σημαίες, που πέρασαν στα παραθαλάσσια της Πελοποννήσου για να πολεμήσουν κατά των Οθωμανών. Γι’ αυτό αυτοί, και άλλοι όμοιοί τους, έγραφε η Προκήρυξη, θα θεωρούνται «πειράται». Οι δύο «βάρκες», η μία με τον Κεφαλλονίτη Διονύσιο Φωκά και η άλλη με τον Ζακυνθινό Γιαννικέση, συνέχιζε η Προκήρυξη, θα συλληφθούν αυτοί και οι ναύτες και θα δικασθούν ως «πειράται». Και σε περίπτωση που οι ίδιοι και οι ναύτες τους βρίσκονται εντός του Κράτους (της Ιονικής Πολιτείας), διατάσσονται οι τοπικές αρχές να τους συλλάβουν και να τους οδηγήσουν στην Δικαιοσύνη.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865, Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα.

Η δεύτερη Προκήρυξη, με την ίδια ημερομηνία, την φορά αυτή εξ ονόματος του Προέδρου Β. Θεοτόκη και των βουλευτών του ενωμένου κράτους των Ιονικών Νήσων, προειδοποιεί τους αρχηγούς και τους άλλους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς που πέρασαν οπλισμένοι μαζί τους στην Πελοπόννησο για να λάβουν μέρος στον εκεί πόλεμο, ότι αν δεν παραιτηθούν από την «κακή» αυτή επιχείρηση και δεν επιστρέψουν στα νησιά τους, θα θεωρηθούν παντοτινά εξόριστοι και οι περιουσίες τους θα περιέλθουν στο κράτος. Όσο για εκείνους που πλανήθηκαν από τους αρχηγούς αυτούς, καλούνταν να επιστρέψουν, το συντομώτερο, στις οικογένειές τους. Αυτοί και οι αρχηγοί τους, συνέχιζε η Προκήρυξη, παραβιάζουν την αρχή της ουδετερότητος, τόσον του Ιονικού Κράτους, όσον και της Αγγλίας, που δεν έχουν πόλεμο με κανένα από τα δύο εμπόλεμα μέρη στην Πελοπόννησο. Επιπλέον, η ίδια  Προκήρυξη αναφέρει ότι εις χείρας της Διοικήσεως του κράτους βρίσκεται προκήρυξη από 1 Ιουνίου 1821, με την οποία ορίζονται ως αρχηγοί και οδηγοί των Κεφαλληνίτων (sic) και Ζακυνθίων οι: Κ. Μεταξάς, Ι. Φωκάς, Ανδρέας Μεταξάς, Βαγγέλης Πανάς, Διονύσιος Σεμπρικός, Παναγιώτης Στρούζας. Αυτοί, έγραφε η Προκήρυξη, είναι εκπληρωταί των προσταγών ενός ξένου χαρακτηριστικού Υποκειμένου.[16]

Όπως θα ιδούμε στην συνέχεια, όλοι οι αναφερόμενοι στις δύο παραπάνω Προκηρύξεις είχαν ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της Επαναστάσεως του 1821.

Ο Ανδρέας Μεταξάς είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία το 1819, και ευθύς με την έναρξη του Αγώνος, συνεκρότησε σώμα από 400 Κεφαλλονίτες και με το πλοίο του Πανά Τσιμπούκη κατέπλευσε στην Κυλλήνη στις 5 Μαΐου 1821. Μαζί του ήσαν ο Ζακυνθινός Σολωμόν (Σολωμός) Μερκάτης και οι Κεφαλλονίτες Βαγγέλης Πανάς, Δανιήλ και Γεράσιμος Φωκάς.[17] Αυτοί όλοι έλαβαν μέρος, μαζί με Πελοποννησίους οπλαρχηγούς, στην νικηφόρα μάχη του Λάλα (17 Ιουνίου 1821). Επρόκειτο για ένα οικισμό στην περιοχή της αρχαίας Φολόης με 800 σπίτια, όπου είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί επιδρομείς από την εποχή των Ορλωφικών (1770), που συχνά επέδραμαν στους κάμπους της Γαστούνης και της Ηλείας.[18] Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει λεπτομερώς για την μάχη του Λάλα και την συμμετοχή των Επτανησίων. Ανάμεσά τους, πλην των παραπάνω, και οι Διονύσιος Σεμπρικός, Αναστάσης Γιαννικέσης και Παν. Στούρτσας, που κατονομάζει η αναφερθείσα παραπάνω δεύτερη Προκήρυξη. Αρχηγοί της πολιορκίας του Λάλα ήσαν οι Κωνστ. και Ανδρέας Μεταξάς, Γεράσιμος Φωκάς κ.α. και ήσαν αυτοί που ζήτησαν από τους Λαλιώτες να παραδοθούν.

Ανδρέας Μεταξάς.

Η ελληνική επίθεση έγινε καθ’ υπόδειξιν του Π. Π. Γερμανού. Στις μάχες που ακολούθησαν, σε μία από τις οποίες τραυματίσθηκε ο Ανδρέας Μεταξάς στο δεξί του χέρι, οι Λαλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό τους, αφήνοντας τα πολυτελή αρχοντικά τους, προϊόν πλούτου από τις επιδρομές τους, οι δε Έλληνες πολιορκητές εισήλθαν στο έρημο χωριό και το λεηλάτησαν. Δεν φρόντισαν, όμως, να τους κυνηγήσουν ως την Πάτρα, όπου τελικά κατέφυγαν. Όσο για τους Έλληνες, αυτοί έφυγαν από την περιοχή και στρατοπέδευσαν στην Δίβρη. Το κακό, πάντως, είναι ότι σκόρπισε το επτανησιακό σώμα, που στην συνέχεια, όμως, μετείχε σε άλλες μάχες. Επανερχόμενοι στον Σπυρίδωνα Τρικούπη σημειώνουμε εδώ την εντύπωση που έκανε στους άλλους συμπολεμιστές τους η στρατιωτική πειθαρχία των Επτανησίων, που, ασφαλώς, ακολουθούσαν τους κανονισμούς του αγγλικού στρατού στα Επτάνησα. Ο Σπυρίδων Τρικούπης μας πληροφορεί, ωσαύτως, ότι στην Μεσσηνία αποβιβάσθηκαν Ζακυνθινοί υπό τον Μερκάτη, από τους οποίους, περί τους 150, υπό τους Δημήτρη Πεθαμένο και τον Κεφαλλονίτη Αντσετίρη (sic) μετέβησαν στον στρατόπεδο της Πάτρας, άλλοι 100 υπό τους Γεώργη Σολωμόν, Διονύσιο Σεμπρικό, Αναστάση Γιαννικέση και Παναγιώτη Στούρτσα παρέμειναν στην Γαστούνη. Στα τέλη Απριλίου 1821 αποβιβάσθηκε στην Γλαρέντσα ο Βαγγέλης Λιβαδάς με 100 εξοπλισμένους άνδρες και στις 9 Μαΐου οι Ανδρέας και Κωνσταντίνος Μεταξάς και Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς με το πλοίο, υπό τουρκική σημαία, του Αναστάση Φωκά, έμφορτο με πολεμοφόδια και 350 εξοπλισμένους άνδρες. Όταν ελλιμενίσθηκε οι άνδρες του ύψωσαν την επαναστατική σημαία, έρριψαν κανονιές και ύστερα παρετάχθησαν πάνω στο κατάστρωμα, εψάλη δοξολογία από δύο ιερείς, που ήταν μαζί με το στράτευμα και τέλος αποβιβάσθηκαν. Την επομένη οι αρχηγοί αφού διέταξαν το πλοίο τους να παραπλέει στις ακτές της Πάτρας με 70 οπλοφόρους για κάθε ενδεχόμενο, ανεχώρησαν με τους υπόλοιπους 280 άνδρες και έφθασαν το απόγευμα στην Μανολάδα, όπου βρήκαν τον τοπικό μεγαλοκοτζάμπαση Σισίνη και τον Βαγγέλη Λιβαδά. Η παρουσία των Επτανησίων στην επαναστατημένη Πελοπόννησο ενεθάρρυνε τους εντοπίους και για τον επιπλέον λόγο από φήμες που κυκλοφορούσαν, ότι είχαν έλθει οι επισημότεροι της Κεφαλληνίας κομίζοντας πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Την φήμη ενίσχυε και μία προκήρυξη, πομπώδης κατά τον Τρικούπη, την οποία είχαν υπογράψει οι αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επτανήσου. Πρόκειται για την προκήρυξη, από 1 Ιουνίου 1821, που κυκλοφορήθηκε στα Επτάνησα και για την οποία η δεύτερη Προκήρυξη της Βουλής της Ιονίου Πολιτείας λέγει ότι έφθασε εις χείρας της.

Αλβανοί του Λάλα.

Στον Τρικούπη έκαμνε εντύπωση, όπως ήδη ελέχθη, η στρατιωτική πειθαρχία των Επτανησίων στα στρατόπεδά τους, αλλά και οι επωμίδες και οι περικεφαλαίες που έφεραν, κατά το αγγλικό στρατιωτικό πρότυπο. Γι’ αυτό και ο Τρικούπης γράφει: Την γ΄ ώραν μετά την δύσιν του ηλίου εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε μία κανονία, και οι στρατιώται αποχώρουν εις τας θέσεις των. Το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ήχουν οι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία. Υπενθυμίζεται ότι το επτανησιακό σώμα συνόδευαν δύο ιερείς.[19]

Την ευθύνη της πολιορκίας του Λάλα είχαν οι Επτανήσιοι με επικεφαλής τον Ανδρέα Μεταξά. Ήταν αυτός που με γράμματά του, με κομιστή τους τον κυρ Παναγιώτη Μερκάτη, καλούσε τους Λαλιώτες να παραδοθούν σε αυτόν και τους λοιπούς καπεταναίους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς.[20]

Με την ευκαιρία, σημειώνουμε τον πατριωτικό ενθουσιασμό των Επτανησίων, που ήσαν εγκαταστημένοι στα παράλια, κυρίως, της Σμύρνης, που με την έναρξη του Αγώνος, έφθαναν στο λιμάνι της για να μπαρκάρουν στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, πιστεύοντας στις προφητείες των ιερέων της ότι ήλθε η ώρα της ελευθερίας.[21] Και ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός στην Ζάκυνθο, που οι κάτοικοί της αδιαφορώντας για την αυστηρότητα των αγγλικών αρχών, γιόρτασαν θορυβωδώς με δοξολογίες και πανηγυρισμούς μία είδηση, fake news των ημερών μας, ότι τάχα πάρθηκε η Πόλη.[22] Για μιαν ακόμη φορά οι Ζακυνθινοί ξέσπασαν σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, όταν είδαν τον ελληνικό στόλο, υπό τους Τομπάζη και Ανδρέα Μιαούλη με 60 περίπου καράβια, να φθάνει στο νησί τους καταδιώκοντας τον τουρκικό. Αυτός, ο τουρκικός, είχε διαλύσει την πολιορκία της Πάτρας, τροφοδοτήσει πολιορκημένα κάστρα, κατόπιν στράφηκε στο Γαλαξίδι, που ήταν ναυτική βάση των Ελλήνων και ύστερα κατευθύνθηκε στην Ζάκυνθο, όπου οι «ουδέτερες» αρχές του νησιού τον υπεδέχθησαν ευμενέστατα και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο μετά την αναχώρηση του τουρκικού στόλου από το νησί, έφθασε έξω από την Ζάκυνθο ο στόλος του Τομπάζη και Μιαούλη. Στάλθηκε, τότε, από τους αρχηγούς αξιωματικός με λέμβο στο υγειονομείο, για να μάθει τις κινήσεις του εχθρικού στόλου. Οι αρχές, όμως, τον απέπεμψαν και του εφέρθησαν εχθρικά, απαγορεύοντας κάθε επαφή του στην θάλασσα και στην ξηρά και, ακόμη, να μη προβεί σε αγορές. Στο μεταξύ, ο τουρκικός στόλος, που έπλεε προς την Κωνσταντινούπολη, αναγκάσθηκε να ποδίσει προς την Ζάκυνθο, αλλά εξαιτίας της τρικυμίας ένα αλγερινό δικάταρτο ξεκόπηκε, δέχθηκε την επίθεση των πλοίων των Σαχίνη και Ραφαλή και ρίφθηκε στα νότια της Ζακύνθου, στην θέση Υψόλιθρο, σχεδόν κατεστραμμένο. Επιστρέφουμε στο Υψόλιθρο, όπου είδαμε τον ενθουσιασμό των Ζακυνθινών, που προκάλεσε η εμφάνιση του ελληνικού στόλου, την στιγμή που ήταν εκεί και το μισοκαμμένο αλγερινό. Τα χωριά σχεδόν ερήμωσαν, γιατί οι κάτοικοί τους έφθασαν στο Υψόλιθρο, προκειμένου να προλάβουν τυχόν υπεράσπιση των Αλγερινών εκ μέρους των Άγγλων, που έσπευσαν, είκοσι τον αριθμό στρατιώτες, για διατήρηση, δήθεν, των υγειονομικών διατάξεων. Ο Άγγλος αξιωματικός τους ζητούσε επίμονα να επιστρέψουν στα χωριά τους, αλλά αυτοί δεν υπάκουσαν και ο αξιωματικός κτύπησε ένα από αυτούς, οπότε οι ευερέθιστοι χωρικοί άρχισαν να πυροβολούν τους στρατιώτες, και αυτοί, ολιγάριθμοι καθώς ήσαν, υπεχώρησαν και οχυρώθηκαν σε κοντινούς πύργους. Αλλά και εκεί οι χωρικοί τους επετέθησαν. Τα γεγονότα του Υψολίθρου ανάγκασαν τον ύπαρχο Ζακύνθου να επιβάλει στα χωριά και σε όλα τα Επτάνησα στρατιωτικό νόμο. Ο ίδιος ο ύπαρχος μετέβη στην Ζάκυνθο και πέντε χωρικοί κρεμάσθηκαν ως υπαίτιοι των γεγονότων του Υψολίθρου. Ήσαν οι Θεόδωρος Πέτας Γλάφος, Διον. Κοντονίνης, Παν. Ρουμελιώτης, Αντ. Ζούκας και Γιάννης Κλαδιάνης. Τα σώματά τους ετέθησαν σε κλουβιά που τα ανέβασαν σε υψώματα της Ζακύνθου. Διατάχθηκε γενικός αφοπλισμός και αρκετοί, μεταξύ των οποίων και ιερείς, οδηγήθηκαν στο φρούριο ως ένοχοι και απειθείς στις διαταγές του Ιονικού Κράτους.[23]

Τον Μάρτιο και Απρίλιο 1822 η ελληνική κυβέρνηση και ο αρμοστής της Ιονίου Πολιτείας βρίσκονταν σε συζητήσεις για την απαγόρευση του διάπλου των ελληνικών πλοίων μεταξύ των πελοποννησιακών ακτών και της Κέρκυρας.

Σε μιαν άλλη μάχη, αυτήν της Γράνας (10 Αυγούστου 1821), στην πολιορκία της Τριπολιτσάς διακρίθηκε σώμα Ζακυνθινών, που νίκησε τους Τούρκους, που πολιορκημένοι και με έλλειψη τροφών, επιχείρησαν να εξέλθουν από την Τριπολιτσά σε αναζήτησή τους. Η μάχη της Γράνας επιτάχυνε την πτώση της Τριπολιτσάς.[24]

Τα γεγονότα της εκρήξεως της Επαναστάσεως στην Αθήνα (25  Απριλίου 1821), όπου οι επαναστάτες, μολονότι δεν διέθεταν πυροβόλα, κυρίευσαν τον λόφο του Φιλοπάππου και τον Άρειο Πάγο, με την ταυτόχρονη εισβολή 3.000 αυτοσχέδιων στρατιωτών από τα χωριά πέριξ των Αθηνών. Οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί στην Ακρόπολη, αφού, πρώτα, λεηλάτησαν ελληνικά μαγαζιά και σπίτια. Πέραν των εντοπίων, στην πολιορκία της Ακροπόλεως προσήλθαν κάτοικοι της Κέας και στις 5 Μαΐου κατέφθασαν Κεφαλλονίτες με πυροβόλα που τα τοποθέτησαν προς τον Ιλισσό, κάτω από τον ναό του Ολυμπίου Διός.[25]

Γενική άποψη της Αθήνας το 1821.

Όταν έπεσε το Αγρίνιο, μετά ολιγοήμερη πολιορκία (28 Μαΐου – 10 Ιουνίου 1821) ήλθε η σειρά δύο παλαιών ανοχύρωτων καστρών, του Τεκέ και της Πλαγιάς, μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας, στα οποία επιτέθηκε ο Γ. Τσάγκας με Λευκαδίτες που πέρασαν οπλισμένοι απέναντι από τα χωριά τους Κρανιά και Σφακιά.[26]

Ο Τρικούπης γράφει για την εκστρατεία στον Πύργο, όπου πολέμησαν 500 Έλληνες με εντόπιους αρχηγούς. Μαζί τους ήσαν οι Ζακυνθινοί Παναγ. και Δημ. Καμπασαίοι και οι δύο υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, που είχαν περάσει από την Ζάκυνθο στο Πυργί την 25 Μαρτίου 1821, απερχόμενοι προς τον πατέρα τους.[27]

Στην άτυχη περιπέτεια της ήττας των Ελλήνων στην μάχη του Πέτα, λίγο έξω από την Άρτα, πολέμησαν ηρωικά και Επτανήσιοι υπό τον Σπ. Πανά. Ο Μαυροκορδάτος εζήλωσε δόξα αρχιστράτηγου και ετέθη επικεφαλής στρατού για να νικήσει τους Τούρκους στην Ήπειρο. Μαζί του ήσαν τακτικοί, φιλέλληνες, πρόσφυγες από όλη την Ελλάδα, τακτικό σώμα Επτανησίων, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γιατράκος, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, που ξεκίνησαν από την Κόρινθο, μέσω του στρατοπέδου της Πάτρας και μετά τέσσερις ημέρες έφθασαν στο Μεσολόγγι (12 Μαΐου). Και τούτο εν μέσω πλήθους δυσκολιών, οικονομικών, εμφυλίων διαμαχών. Από εκεί, στις 10 Ιουνίου έφθασαν στο Κομπότι και στρατοπέδευσαν στο Πέτα, όπου ακολούθησαν αψιμαχίες με τους Τούρκους. Αυτοί, στις 4 Ιουλίου, με τον ικανό στρατηγό Μεχμέτ Ρεσίτ και 9.000 άνδρες επιτέθηκαν στο στράτευμα του απειροπόλεμου Μαυροκορδάτου και, βρίσκοντας αφρούρητη θέση στην κορυφή του βουνού, που είχε ανατεθεί στον οπλαρχηγό Γώγο, άρχισαν δριμύτατη επίθεση κατά των τακτικών και των Επτανησίων του Πανά, που οι μισοί τους, τουλάχιστον, έπεσαν ηρωικά.[28] Την ευθύνη της ήττας, ξένοι και Έλληνες, επιρρίπτουν στον Γώγο, που τον θεωρούν ένοχο προδοσίας. Οι Κεφαλλονίτες Γεράσιμος Β. Φωκάς και Δανιήλ Πανάς, που πιθανόν έλαβαν μέρος στην μάχη τόνιζαν, λίγες ημέρες μετά την μάχη, την ανδρεία των τακτικών και λιγότερο των Γώγου, Ράγκου και Δημοτσέλιου. Ο Γώγος μάταια προσπάθησε να δικαιολογηθεί και μην αντέχοντας την χλεύη και την περιφρόνηση των συμπατριωτών του, πήγε με τους Τούρκους ως το τέλος της ζωής του.[29] Στην μάχη του Προφήτη Ηλία (9 Αυγούστου 1822), λίγες ημέρες μετά από αυτήν του Πέτα, ο αμφιλεγόμενος οπλαρχηγός Βαρνακιώτης, προκειμένου να ανακόψει τον Κιουταχή, αντιμετώπισε τον στρατό του, έχοντας 700 άνδρες, εξ ων οι 30 και πλέον ήσαν Κεφαλλονίτες με επικεφαλής τον Γεράσιμο Φωκά.[30]

Στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (12 Οκτωβρίου – 31 Δεκεμβρίου 1822) εμφανίσθηκαν στις 10 Νοεμβρίου υδραιοσπετσιώτικα καράβια που έλυσαν την από θαλάσσης πολιορκία. Στις 14 Νοεμβρίου πέρασαν στο Μεσολόγγι 700 Πελοποννήσιοι, μαζί με Κεφαλλονίτες, Ζακυνθινούς, Ιθακησίους. Είχαν προηγηθεί συζητήσεις του Μπότσαρη δήθεν για συμβιβασμό με τους Τούρκους και έγινε εκεχειρία οκτώ ημερών που έδωσε στους Έλληνες χρόνο, για να προετοιμασθούν.[31]

Τα επτανησιακά καράβια δεν έπαυαν να είναι παρόντα στις δύσκολες στιγμές της Επαναστάσεως. Έτσι, όταν κατά τα τέλη 1822 και αρχές του 1823 ο τουρκικός στόλος του Χοσρέφ πασά κινείται μεταξύ Μεσολογγίου και Πάτρας, Επτανήσιοι καραβοκύρηδες ξέφευγαν τον κλοιό του και εφοδίαζαν τα κάστρα της Δυτικής Στερεάς με τρόφιμα και άλλα γεννήματα.[32]

Από τους πολλούς Επτανησίους αγωνιστές σημειώνουμε εδώ τους κυριώτερους, αλλά πλην αυτών, άγνωστοι παραμένουν εκείνοι που τα ονόματά τους δεν διέσωσε η Ιστορία και που έπεσαν στα πεδία των μαχών, στην στεριά και την θάλασσα. Γι’ αυτούς ισχύει το Ανδρών γενναίων, πάσα γη τάφος.

Ο Ανδρέας Μεταξάς ήταν παρών στα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα της Επαναστάσεως, αλλά η δράση του εξακολούθησε να είναι αξιοπρόσεκτη και μετά από αυτήν. Τον Δεκέμβριο του 1822 ήταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο συνέδριο της Βερόνας, όπου η Ευρώπη της εποχής άφησε μόνη της την Ελλάδα στον άνισο αγώνα της. Η δράση του ήταν συνεχής στις Εθνοσυνελεύσεις, στα κυβερνητικά αξιώματα. Διετέλεσε πρεσβευτής στην Ισπανία και την Πορτογαλία το 1836, υπουργός Στρατιωτικών το 1841, πληρεξούσιος Αττικής, υπουργός Οικονομικών το 1844, αντιστράτηγος το 1850 και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1850 – 1854. Απεβίωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 1860 στην Αθήνα.[33] Με τον Μακρυγιάννη οι σχέσεις του ήσαν δύσκολες, γιατί άλλοτε τον ειρωνευόταν και τον χαρακτήριζε κόντε Λάλα, εκ της συμμετοχής του στην μάχη του Λάλα, όπου, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, μάτωσε το χέρι του (!) και άλλοτε ότι ήταν συμβουλάτορας του Κολοκοτρώνη, περιστασιακά φίλος του Μαυροκορδάτου, μέτοχος στο κίνημα της 3 Σεπτεμβρίου, όπου τώρα τον χαρακτηρίζει πατριώτη. Ο ίδιος γράφει πολλά για την πολιτική δραστηριότητα του Μεταξά.[34] Όποια γνώμη και αν έχει ο στρατηγός Μακρυγιάννης, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Ανδρέας Μεταξάς ήταν μία προσωπικότητα του Αγώνος και τούτο διότι: όταν εισέβαλε ο Δράμαλης στην Πελοπόννησο, η κυβέρνηση θορυβημένη πέρασε στα καράβια και έμειναν μόνοι στο Άργος ο σεβάσμιος Αθαν. Κανακάρης, ο Μεταξάς και δυο – τρεις άλλοι, που προσπάθησαν να περισώσουν τα αρχεία της Κυβερνήσεως, μέρος του δημοσίου θησαυρού, τα ασημένια σκεύη των εκκλησιών και μονών που προορίζονταν να γίνουν νόμισμα για τις ανάγκες του Αγώνος.[35] Τις ημέρες της εισβολής του Δράμαλη ο Μεταξάς είχε σταλεί από την Κυβέρνηση να συνδιαλλαγεί με τον Κολοκοτρώνη για τους τρόπους που θα αντιμετωπιζόταν ο Δράμαλης (Γερμανός, 134, Σπηλιάδης, 1, 401, Φωτάκος, 1, 329 – 333). Ο (κόμης) Μεταξάς είχε σταλεί από την κυβέρνηση στο συνέδριο της Βερόνας, μαζί του ήταν ο Γάλλος φιλέλληνας Jourdain, που είχε αντικαταστήσει τον ασθενούντα Πίκκολο.[36] Στην Βερόνα ο Metternich μαζί με τους συναδέλφους του της Ιεράς Συμμαχίας, πέτυχε να μη συζητηθεί τό ελληνικό ζήτημα και ούτε που παραδόθηκαν οι επιστολές της Κυβερνήσεως που κόμιζε ο Μεταξάς για τους Παπικούς. Κατόπιν τούτων, η Κυβέρνηση έστειλε στην Βερόνα τον Π. Π. Γερμανό και τον Γ. Μαυρομιχάλη, υιό του Πετρόμπεη, όπου ο πρώτος θα συζητούσε με τον παπικό απεσταλμένο Benvenuti για την ένωση των Εκκλησιών, ζήτημα που δεν είχε συνέχεια (Σπηλιάδης, 440). Ο Μεταξάς, που έκανε μεγάλες προσπάθειες να πείσει τους ηγεμόνες ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν έχει καμμία σχέση με τους Καρβονάρους, απογοητευμένος από το συνέδριο της Βερόνας, έγραψε στην Κυβέρνηση: Οι ηγεμόνες μας εγκαταλείπουν, μόνο στις δικές μας δυνάμεις πρέπει να στηριχθούμε.[37] Ο Μεταξάς μετείχε στις άγονες συζητήσεις, εκ μέρους της Κυβερνήσεως, με τους Ιππότες της Μάλτας για την σύναψη δανείου. Πίσω τους κρυβόταν η Αγγλία.[38]

Ο Ανδρέας Μεταξάς έφιππος στην μάχη του Λάλα. Έργο του Peter von Hess

Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1793, σπούδασε νομικά στην Ιταλία, όπου μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Ύστερα από συνεννόηση με τον Π. Π. Γερμανό, πέρασε στην Πελοπόννησο με το πλοίο των Γερασίμου και Αναστασίου Φωκά, όπου διακρίθηκε στην μάχη του Λάλα. Στις 2 Μαΐου διορίσθηκε από την προσωρινή Κυβέρνηση αρμοστής των Νησιών,[39] στα τέλη του 1823 ήταν έπαρχος Μεσολογγίου.[40] Όταν έφθασε στο Μεσολόγγι, ως έπαρχος Αιτωλίας – Ακαρνανίας, βρήκε μία κατάσταση απελπιστική και θέλησε να φύγει. Σκέφθηκε, όμως, το ενδεχόμενο εμφυλίου και την προέλαση του εχθρού γι’ αυτό και παρέμεινε. Ο διορισμός του Ν. Λουριώτη, ως γραμματέα του, η φιλική στάση του προς τον Μάρκο Μπότσαρη, η έκκλησή του προς τους δημογέροντες και τους προκρίτους για την πρέπουσα τροφοδοσία του στρατεύματος, ήσαν οι κύριοι λόγοι που ηρέμησαν τα πνεύματα στην ανήσυχη και ταραγμένη πόλη.[41] Στα μέσα Ιουλίου 1823 αντιμετώπισε με επιτυχία τουρκική επίθεση στο Κρυονέρι και στην θέση Τεκέ, έξω από το Μεσολόγι.[42] Ο Κ. Μεταξάς, ως έπαρχος Μεσολογγίου υποδέχθηκε το νεκρό του Μάρκου Μπότσαρη. Είχε εισέλθει στο κατάλυμά του ο γραμματικός του Μπότσαρη Βασίλης Γούδας αγγέλοντας την τραγική είδηση και ο Μεταξάς εξήλθε από την πόλη με όλους τους Μεσολογγίτες, για να προϋπαντήσουν τον μεγάλο νεκρό, που τον συνόδεψε ως το σπίτι του. Ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του περιγράφει αυθεντικά την μάχη όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης (σσ. 136 – 143).[43] Από την θέση του επάρχου παραιτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1824, απογοητευμένος από την δυστυχία που άφησε στην πόλη η δίμηνη πολιορκία της (Οκτώβριος -Νοέμβριος 1824).[44]

Κατά την Επαναστατική περίοδο διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης, συνδέθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Ι. Καποδίστρια. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, ανήλθε σε διάφορα αξιώματα, εγκαταστάθηκε για λίγο στο Αργοστόλι, επέστρεψε στην Αθήνα και πάλι στο Αργοστόλι, όπου απεβίωσε το 1870. Συνέθεσε τα Ιστορικά απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που εξέδωσε μετά τόν θάνατό του ο υιός του Επαμεινώνδας.[45]

Κωνσταντίνος Μεταξάς, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Φωκάς διακρίθηκε μαχόμενος στην Αθήνα, Εύβοια, Νεόκαστρο, Ανατολικόν, Θήβα και Ναύπακτο. Το 1825 προήχθη σε χιλίαρχο. Το 1827 αντικατέστησε τον πεσόντα Γεράσιμο Φωκά, με διαταγή του Δημ. Υψηλάντη. Συγγενής του, προφανώς, ο Γεράσιμος, που είχε διακριθεί, και αυτός, στην μάχη του Λάλα.[46]

Ο Βαγγέλης Πανάς ήταν συμπολεμιστής του Κωνστ. Μεταξά, ο οποίος τον Απρίλιο του 1822 στο Μεσολόγγι είχε συστήσει ιδιαίτερο σώμα, αποτελούμενο από Κεφαλλονίτες, την αρχηγία του οποίου ανέθεσε στον Πανά. Ήταν πλοίαρχος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, συμμετείχε με τους λοιπούς συμπολεμιστές του στην μάχη του Λάλα, και αλλαχού, και συνέχισε την συμμετοχή του στον Αγώνα ως τον θάνατό του στο Ναύπλιο το 1825.[47]

Ηλίας και Δανιήλ Πανάς, συγγενείς του παραπάνω, με τον οποίο ήσαν συναγωνιστές του στην μάχη του Λάλα. Ο Δανιήλ και ο Ηλίας ζούσαν και μετά τον θάνατο του Καποδίστρια και ήσαν με τον Μακρυγιάννη, που τους χαρακτήριζε τίμιους και αγαθούς πατριώτες αξιωματικούς.[48]

Διονύσιος Σεμπρικός, τον γνωρίζουμε μόνο από την συμμετοχή του στην μάχη του Λάλα.

Διονύσιος Βούρβαχης (Denis Bourbaki), συγγενής του Μεταξά, αξιωματικός των ναπολεοντείων πολέμων, ήλθε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη. Σκοτώθηκε στην μάχη του Καματερού (27 Ιανουαρίου 1826).[49]

Διονύσιος Βούρβαχης.

Ανεπιτυχής απόπειρα δανείου και ο πρωτοπαπάς Ζακύνθου Γαρτζώνης. Δύο αδέλφια ο Ανδρέας και Παναγιώτης Ζαριφόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα, που οι οικογένειές τους ήσαν εγκατεστημένες στην Ζάκυνθο, παρακινημένοι, προφανώς, από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, έφθασαν περί τα τέλη 1822 στο νησί και, μέσω του πρωτοπαπά του Γαρτζώνη, υπέβαλαν την πρόταση στους Άγγλους να τεθεί η Επανάσταση υπό την προστασία τους.[50] Ο Σπηλιάδης γράφει ότι ο αρμοστής των Ιονίων Νήσων Maitland θα δεχόταν την πρόταση, αν οι Έλληνες επέτρεπαν στους Άγγλους να καταλάβουν τα κάστρα της Πελοποννήσου, αλλά ο ίδιος αμφέβαλε αν θα το δεχόταν, αφού οι Έλληνες ήσαν βέβαιοι για τον εαυτό τους μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς και της Κορίνθου.[51] Η όλη υπόθεση ξεκίνησε από πρωτοβουλία του πρωτοπαπά Γαρτζώνη, που έγραψε στον «μακελάρη», τον Κολοκοτρώνη δηλαδή, με κομιστή της επιστολής ένα εκ των Ζαριφόπουλων, ο οποίος Κολοκοτρώνης θεώρησε την πρόταση «καλήν και σωστικήν», αλλά την δεδομένη στιγμή τον απασχολούσε η πολιορκία της Άργους. Η γερουσία, μάλιστα, φυλάκισε τον κομιστή, αλλά γρήγορα τον αποφυλάκισε και αυτός επέστρεψε πίσω στην Ζάκυνθο. Λίγο μετά η γερουσία έστειλε τον επίσκοπο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιο, ίσως, για άλλη μυστική υπόθεση. Εκεί οι δύο άνδρες πληροφορήθηκαν, μέσω του Γαρτζώνη, ότι ο Maitland πρότεινε να του υποβληθεί το αίτημα εγγράφως και αυτός, κατόπιν, θα το έστελνε στο Λονδίνο, το οποίο θα απαντούσε σχετικά. Η όλη συζήτηση έκλεισε λόγω της εισβολής του Δράμαλη. Ο Π. Π. Γερμανός γράφει, επ’ αυτού, ότι κατά την φυλάκιση του ενός των Ζαριφόπουλων και κομιστή της προτάσεως η γερουσία τον ανέκρινε και Τοιαύτην απόκρισιν ακούσαντες οι Πελοποννήσιοι και ιδόντες του πράγματος το σαθρόν αδιαφόρησαν.[52] Οι συζητήσεις αυτές, πάντως, είχαν και κάποιαν επίδραση στους στρατιώτες του Κολοκοτρώνη, που, από τον φόβο της εισβολής του Δράμαλη, του έλεγαν να δώσει η Πελοπόννησος στους Άγγλους το 1/10 των προσόδων. Λίγο μετά, ωστόσο, στην Ζάκυνθο στάλθηκε ο Ν. Πονηρόπουλος και μίλησε για το ίδιο ζήτημα με τον Κ. Δραγώνα και τον Γαρτζώνη.[53] Ο ιστορικός της Επτανήσου Παν. Χιώτης, που έχει τις πληροφορίες του για το εν λόγω ζήτημα, γράφει ότι ο Κ. Δραγώνας συμβουλεύει τον Πονηρόπουλο να πάψουν οι Έλληνες να ζητούν την αγγλική προστασία Αν δύνασθε ή δεν δύνασθε, συλλογισθήτε να νικήσετε τους Τούρκους και πράξατε κατά συνέπειαν. Και ένας απλός υγειονομοφύλακας, παρών στην συζήτηση, πρόσθεσε: Κυττάξτε εις ημάς τους νησιώτας τα καλά που μας έκαμαν οι Άγγλοι και οδηγηθήτε. Ο Θεός των Χριστιανών σώζει τους Ορθοδόξους Έλληνας και όχι προστασία ανθρώπινος.[54] Το πόσο δίκαιο είχε το έδειξαν οι χρόνοι που ακολούθησαν έως τις ημέρες μας.

Προσθέτουμε, με την ευκαιρία, ότι η πρώτη δόση δανείου από την Αγγλία είχε φθάσει στην Ζάκυνθο στις αρχές Απριλίου 1824 με το βρίκι Florida, που την συνόδευε ο Φιλέλληνας λοχαγός Blaquière, που έφερνε και την εντολή των Ελλήνων πληρεξουσίων και των δανειστών που διόριζαν τον Λόρδο Byron, μαζί με άλλους επιτρόπους, για την διαχείριση του ποσού που έστελναν. Ο Stanhope, ως μέλος της αγγλικής επιτροπής στην Ελλάδα, αρνούνταν να υπογράψει την παράδοσή του στην Κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, επικαλούμενη την ουδετερότητά της, κρατούσε το δάνειο, ώσπου τον Σεπτέμβριο 1824 ο ύπατος αρμοστής Frederick Adam διέταξε την απόδοσή του.[55]

Όσα εξετέθησαν παραπάνω, είναι, ούτως ειπείν, μία προσπάθεια αναδείξεως της προσφοράς των Επτανησίων στην Επανάσταση του 1821. Ο Σπ. Τρικούπης γράφει χαρακτηριστικά:[56]

Αναφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επτανησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των, ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός, ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρωνόμαζον Σουλτάνον – Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα, εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν. Οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγότερον, κατά τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν δια παντός τρόπου και δι’ αυτών των επ’ εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής.

Ο Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει για την μεγάλη αγωνία και τον άπειρο ενθουσιασμό των Επτανησίων, που κατά εκατοντάδες έτρεξαν να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους της Πελοποννήσου, παρά τα αυστηρά απαγορευτικά μέτρα που έπαιρναν οι Άγγλοι της αρμοστείας για αφοπλισμό των κατοίκων. Ο ίδιος θεωρεί υπερβολικό τον αριθμό των 3.000 Επτανησίων που έσπευσαν εθελοντές στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές. Η ψυχή τους, συνεχίζει ο Βακαλόπουλος, έπεφτε σε σκοτάδια απελπισίας και παραληρήματα χαράς, ανάλογα με τις αποτυχίες ή τις επιτυχίες των ομοεθνών τους. Εκεί είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία εξέχουσες προσωπικότητες, που φρόντιζαν για την αποστολή χρημάτων, τροφίμων, πολεμοφοδίων στους επαναστάτες. Και υπενθυμίζει ο αείμνηστος Δάσκαλος ότι εκεί, στην Ζάκυνθο, ακοίμητη είναι και η ψυχή του ποιητή, που συνταράζεται από τα μεγάλα γεγονότα που διαδραματίζονται στις απέναντι ακτές και που τα μετουσιώνει στις λαμπρότερες μελωδίες που ακούονται στην Ελλάδα μετά την Άλωση. Είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια παρατηρήθηκε συρροή Επτανησίων στο ελληνικό κράτος, τους οποίους ο Κυβερνήτης χρησιμοποίησε στον στρατό, την διοίκηση, την δικαιοσύνη, γεγονός που προκάλεσε την δυσαρέσκεια των εντοπίων, που πίστευαν ότι ήσαν σαν τους Φαναριώτες, και εννοούσαν ότι, όπως αυτοί, οι Φαναριώτες, που είχε διαφθείρει η τουρκική τυραννία, έτσι και οι Επτανήσιοι από την βενετική καταπίεση. Αυτά ο Απ. Βακαλόπουλος.[57]

Από τα Παραλειπόμενα και μη σημειώνουμε εκ νέου εδώ την δραστηριότητα του Ανδρέα Μεταξά, που ως Υπουργός Στρατιωτικών, διατάχθηκε, κατά την προέλαση του Ιμπραήμ στην Αργολίδα, να προχωρήσει προς το Ναύπλιο και να το οχυρώσει. Η διαταγή αφορούσε και τον Μακρυγιάννη, που με το σώμα του, θα συνέδραμε τον Μεταξά στην οχύρωση. Ήταν Ιούνιος του 1825, και ο Μεταξάς είχε αναλάβει την γενική στρατιωτική διοίκηση, με διαταγή του εκτελεστικού, του Ναυπλίου και των φρουρίων. Η αποστολή του ήταν δύσκολη, γιατί στο Ναύπλιο, από τον πανικό που διέσπειρε στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ, είχαν καταφύγει και πολλοί πρόσφυγες. Ο Μεταξάς είχε, άλλωστε, την εμπιστοσύνη του Κολοκοτρώνη, που αυτός τον επέβαλε ως Υπουργό Πολέμου, στην προσπάθειά του, μάλιστα, να συγκροτήσει, στην αντιμετώπιση του Ιμπραήμ, τακτικό στρατό.[58] Είναι συγκινητική η τελετή που έγινε στην πλατεία του Ναυπλίου, στις 22 Ιουνίου 1825, όπου ο Γάλλος συνταγματάρχης Fabrier (Φαβιέρος) ορίζεται διοικητής του τακτικού στρατού και ύστερα ο μητροπολίτης Διονύσιος και ο Μεταξάς μιλούν για την σημασία του στρατού αυτού.[59] Ο Μεταξάς, έχοντας την εμπιστοσύνη της κυβερνήσεως, είχε αναλάβει, μέσα Ιουνίου 1825, την καταδίωξη των Ψαριανών πειρατών – είναι η εποχή που ελληνικά πειρατικά ενεργούν κατά των ξένων εμπορικών πλοίων, αποκομίζοντας πλούσια λεία και εκθέτοντας στο εξωτερικό την Ελλάδα. Ο Μεταξάς περιπολούσε με στρατιωτική δύναμη μεταξύ Νάξου και Πάρου. Στην υπηρεσία αυτή έμεινε ως τα τέλη του 1826.[60]

Η Συνέλευση των πληρεξουσίων στην Τροιζήνα όρισε τον Καποδίστρια Κυβερνήτη, τον Church αρχιστράτηγο και τον Cochrane αρχηγό του στόλου και σχημάτισε Αντικυβερνητική Επιτροπή, δηλαδή επιτροπή ως την άφιξη του Καποδίστρια, στην οποία Υπουργός Πολέμου διορίσθηκε ο Μεταξάς.[61]

Τον Κωνσταντίνο Μεταξά βρίσκουμε επίσης απεσταλμένο της Κυβερνήσεως στην Ζάκυνθο, με την ιδιότητα του γενικού επιτρόπου, με 30.000 δολλάρια για την αγορά τροφίμων. Ήδη ο Ιμπραήμ είχε εισβάλει στην Πελοπόννησο.[62] Τα ίδια καθήκοντα (φροντιστής) ασκούσε και στην Γαστούνη (Μάρτιος – Απρίλιος 1825). Στα μέσα του 1826 τον απαντούμε πρόεδρο της Τριμελούς Διευθυντικής Επιτροπής, τα άλλα δύο μέλη ήσαν ο Υδραίος Μ. Τσαμαδός και ο Σίφνιος Χρυσόγελος, για την πάταξη της πειρατείας στο Αιγαίο.[63] Ο Μεταξάς απολάμβανε της εμπιστοσύνης της κυβερνήσεως, που μετά τα μέσα Ιουνίου 1825, τον είχε ορίσει, μαζί με τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη και τον Ι. Πάγκαλο, μέλος της Επιτροπής «προς κατάπαυσιν των καταχρήσεων και πειρατειών και δραστηρίαν ενέργειαν της ειπράξεως του θεσπισθέντος δανείου».[64]

Η Επιτροπή Ζακύνθου, η πολιορκία του Μεσολογγίου, ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός. Η Επιτροπή Ζακύνθου, με κύρια πρόσωπα τον Διονύσιο Ρώμα, τον Κ. Δραγώνα, τον Στεφάνου, αποτελούσε, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό ορισμένων, το άτυπο Υπουργείο Εξωτερικών του Αγώνος. Η προσφορά της ήταν ανεκτίμητη. Θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη γι’ αυτήν.[65]

Σε αυτήν στρέφονταν σημαίνουσες προσωπικότητες της Επαναστάσεως, που είχαν συνεχή επικοινωνία μαζί της, πότε ζητώντας βοήθεια, πότε τις συμβουλές της και άλλα αιτήματα συναφή με τον Αγώνα. Η Ζάκυνθος ήταν, πολλές φορές, το καταφύγιο προσφύγων, γέρων, γυναικοπαίδων, αδυνάτων στις δύσκολες περιόδους της Πελοποννήσου, όπως, για παράδειγμα, συνέβη με την εισβολή του Ιμπραήμ. Είδαμε, προηγουμένως, τον πατριωτικό ενθουσιασμό των Επτανησίων και, ιδιαιτέρως, των Ζακυνθινών, που έσπευσαν στην Πελοπόννησο προς βοήθεια των συμπατριωτών τους, μόλις, κιόλας, άρχισε ο Αγώνας. Σημειώσαμε, επίσης, τον ενθουσιασμό των Ζακυνθινών, μόλις εμφανιζόταν ο ελληνικός στόλος, όπως συνέβη στις 17 Ιουλίου 1825, προκαλώντας, οι Ζακυνθινοί, και επεισόδια σε βάρος συμπολιτών τους, που γνώριζαν ότι είχαν εμπορικές δοσοληψίες με Τούρκους και Αιγυπτίους στο Αιγαίο. Κατά μίμηση, μάλιστα, του Μακεδονο – Θετταλο – Θρακικού σώματος συγκροτήθηκε στις 23 Ιουλίου 1826 Η φάλαγξ των Επτανησίων ή Κεφαλληνο – Ζακύνθιον σώμα, στην ίδρυση του οποίου πρωτοστατεί ο ιατρός και αγωνιστής Πέτρος Στεφανίτσης (1792 – 1863), για το οποίο έχουμε την ωραία μελέτη του Τριαντ. Ε. Σκλαβενίτη, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Μνήμων 1 (1971) 53 – 73. Ξεχωρίζουν οι πάντα θερμοί πατριώτες Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινοί, 500 τον αριθμό, που οπλίζονταν και συντηρούνταν με ιδικά τους έξοδα ή με δανεικά, γιατί το εθνικό ταμείο ήταν άδειο. Δυστυχώς, μετά από λίγους μήνες το σώμα διαλύθηκε. Απορεί κανείς για την απουσία εδώ της Επιτροπής Ζακύνθου. Στο πολιορκημένο Νεόκαστρο (Πύλος) αγωνίσθηκε ηρωικά λόχος Κεφαλλονιτών (Αύγουστος 1825). Το ίδιο και στην πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή, όπου μαζί με τους πολιορκημένους αγωνίζονταν και Επτανήσιοι (13, 27 Σεπτεμβρίου 1826). Για την ευόδωση του Αγώνος εργάζονταν στην Κεφαλλονιά οι Γ. Τουρτούρης, Δρ. Καλύβας, Θεόδ. Λεονταρίτης και ο υιός του, Αναστ. Φλαμπουριάρης, Αντ. Μαρτινέγκος, κόμης Δελλαδέτσιμας.

Η Επιτροπή Ζακύνθου απευθύνεται στον Μαυροκορδάτο (16 Μαρτίου 1825) και του ζητεί «να ρίξει στην λήθη το φονικόν σπέρμα της διχονοίας» – είναι η εποχή που ο Ιμπραήμ απειλεί το Νεόκαστρο, το Παλαιόκαστρο, την Σφακτηρία. Από την Επιτροπή, που ονομάζεται στην αλληλογραφία συνθηματικά Τρισυπόστατον, καθώς την αποτελούσαν οι Διον. Ρώμας, Κ. Δραγώνας και Παν. Στεφάνου, ο Μαυροκορδάτος ζητεί την αποστολή πολεμοφοδίων και, ει δυνατόν, την στρατολόγηση ξένων στρατιωτών (Οκτώβριος 1825).

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή προς αυτήν των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, που, βλέποντας τους Τούρκους να πλησιάζουν τα χαρακώματα, την παρακαλούν για την αποστολή τριών πυροσβεστικών σωλήνων με εξακοντισμό νερού για να τους πνίξουν μέσα σε αυτά (Μάιος – Ιούνιος 1825). Ανήσυχη η Επιτροπή έγραφε στον Κολοκοτρώνη και τον Ζαΐμη για τις κακές εντυπώσεις που θα δημιουργήσουν στο εξωτερικό οι επιτυχίες του Ιμπραήμ, αλλά και για την υπόθεση του δανείου, που η διαδικασία του είχε ήδη αρχίσει (22 Σεπτεμβρίου 1825).

Στους πρώτους μήνες (Απρίλιος – Ιούλιος 1825) της πολιορκίας του Μεσολογγίου η λεγομένη Διευθυντική Επιτροπή της πολιορκημένης πόλεως γράφει στον Φιλικό Γεώργιο Λαδόπουλο στην Ζάκυνθο, του εκθέτει την απελπιστική κατάστασή της και ζητεί αλεύρι και χρήματα – προφθάσατέ μας με αλεύρι, ότι δεν έχομεν πλέον, και με χρήματα, ότι δεν ημπορούμεν, πλέον, να βαστάξωμεν το στρατιωτικόν. Και οι Φιλικοί του νησιού κάμνουν ό,τι μπορούν για την συντήρηση της φρουράς του Μεσολογγίου και την διατήρηση της Επαναστάσεως στην Δυτική Ελλάδα.[66] Είναι η εποχή που ο Διονύσιος Σολωμός γράφει, καθισμένος κάτω από ένα πεύκο, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και την Γυναίκα της Ζακύνθος, που το άρχισε το 1826, εποχή που είχαν φθάσει στην Ζάκυνθο οι πρόσφυγες Μεσολογγίτισσες, που ντόπια και κακότροπη γυναίκα τις βρίζει και τις ειρωνεύεται αυτές, που στην αρχή εντρεπόντανε να ’βγούνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές πεδιάδες και γίδια και πρόβατα και βόιδα πολλά… Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερίς. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ’ ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μεσολόγγι…

Διονύσιος Σολωμός.

Είναι συγκινητική η επιστολή που παιδιά, στην Σαλαμίνα, άλλα που οι πατεράδες τους πολεμούσαν, άλλα ορφανά, ζητούσαν από την Επιτροπή πλάκες, πετροκόνδυλα, χαρτιά, πένες. Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Αθήνα και το σχολείο τους με τον δάσκαλο Ν. Νικητόπουλο συνέχισε το έργο του στην Σαλαμίνα (Ιούλιος – Αύγουστος 1826).

Και ενώ, παρά τους κινδύνους από την εισβολή του Ιμπραήμ συνεχίζονταν οι έριδες των οπλαρχηγών, που αγανακτούν την Επιτροπή, το πλέον δραστήριο μέλος της, ο Διον. Ρώμας,[67] γράφει στον Γ. Κουντουριώτη Ημείς ομιλούμεν με πράξεις και όχι με φράσεις κενάς από ουσίαν. Το εθνικόν συμφέρον λογίζεται ως ιδικόν μας (19 Μαΐου 1825). Δύο ημέρες αργότερα, με το ίδιο πνεύμα, γράφει και προς τον μόλις αποφυλακισθέντα Κολοκοτρώνη – Μεταχειρισθήτε τώρα τον ενθουσιασμόν του λαού και οδηγήσατέ τον εις την αληθινήν δόξαν και μην τον αφήσετε να ψυχρανθή και να πέση εις στοχασμούς και φατρίας.

Η Β.Δ. Πελοπόννησος, στο μεταξύ, ενόψει της προελάσεως του Ιμπραήμ, οχυρώνεται στα σπήλαια, τα δυνατά μοναστήρια, τους απότομους βράχους, ενώ οι οπλαρχηγοί Χ. Άχολος και Λ. Βιλαέτης ζητούν από την Επιτροπή τροφές (29 Δεκεμβρίου 1825). Από τον Οκτώβριο 1825 ως την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) η στενή πολιορκία της ηρωικής πόλεως επιδεινώνει τον επισιτισμό, καθώς οι οικογένειες των αγωνιστών, που είχαν καταφύγει στον Κάλαμο, επέστρεψαν για να πεθάνουν μαζί τους. Η Διευθυντική Επιτροπή Μεσολογγίου γράφει στις 23 Οκτωβρίου 1825 στην Επιτροπή Ζακύνθου… καθ’ ημέραν δια τα εδώ και δια τα έξω θέλομεν, χωρίς άλλο, δέκα χιλιάδες οκάδες αλεύρι.

Ένας ριψοκίνδυνος Ζακυνθινός πατριώτης, ο Χρήστος η Χριστόφορος Ζαχαριάδης, που πουλούσε γλυκά στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ, σταλμένος από την Επιτροπή, συνάντησε τρεις φορές τον Ιταλό μηχανικό του στρατού του Αιγύπτιου επιδρομέα, Romei, με το ψευδώνυμο Αριστογείτων, από τον οποίο παίρνει πληροφορίες για τον σχεδιασμό των επιθέσεών του και τις μεταφέρει στους πολιορκημένους.[68] Χάρη σε αυτές οι πολιορκημένοι οργάνωσαν την άμυνά τους. Την δεινή θέση των πολιορκημένων γνώριζε πολύ καλά ο Ανδρέας Μιαούλης, που αδυνατούσε να τους βοηθήσει και γι’ αυτό πρότεινε την μεταφορά των γυναικόπαιδων στον Κάλαμο. Το μικρό νησί της Λευκάδος απέναντι από την δυτική ακτή της Αιτωλοακαρνανίας, όπου από τα Ορλωφικά κατέφευγαν πρόσφυγες. Και ο Ιμπραήμ λεηλατώντας, αιχμαλωτίζοντας, καταστρέφοντας το παν είχε ήδη στραφεί προς το Μεσολόγγι, αλλά ο Ζαΐμης, γράφοντας προς την Επιτροπή, την διαβεβαίωνε ότι και μία πέτρα αν μένη εις την Ελλάδα, ημείς θα αντιπαλαίωμεν (15 Αυγούστου 1825). Ο Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος (1766 – 1826), αυτή η γνήσια και ηρωική μορφή του 1821, που ήλθε και έμεινε στο Μεσολόγγι και θυσιάσθηκε μαζί με τους πολιορκημένους στην Έξοδο, έγραψε στους Φιλικούς της Ζακύνθου, στις 12 Δεκεμβρίου 1825, για το υψηλό φρόνημά τους και ότι μόνη η έλλειψις τροφών μπορεί να τους στενοχωρήση. Τροφάς, λοιπόν, τροφάς και πάλιν τροφάς.[69] Ο Ζαχαριάδης, εκπρόσωπος της Επιτροπής στην Ελλάδα, με την από 6 Μαρτίου επιστολή του προς αυτήν, εκφράζει την απογοήτευσή του για την αδράνεια του στόλου, που η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον στέλνει σε ανόητες εκστρατείες, στην Βηρυτό και την Κάρυστο, αντί να τον στείλει στο Μεσολόγγι, που τον έχει ανάγκη. Και λυπείται που τα καλλιώτερα πλοία και ναύται ευρίσκοντο εις το κούρσος (πειρατεία). Ο ίδιος δεν παραλείπει να ενεργεί για την τροφοδοσία των πολιορκημένων με καλαμπόκι, πολεμοφόδια, μπαρούτι, μολύβι. Ο Ελβετός, με γαλλική καταγωγή, Φιλέλληνας Jean Gabriel Eynard, εγκαταστημένος στην Γενεύη, όταν πληροφορήθηκε την έλλειψη τροφίμων στο Μεσολόγγι, έγραψε στους αρχηγούς των πολιορκημένων ότι έδωσε διαταγή στην Ζάκυνθο να τους στείλουν.[70]

Τα γεγονότα της Εξόδου είναι γνωστά. Η κατάσταση στην Πελοπόννησο ήταν τραγική, η Επανάσταση αιμορραγούσε και η διχόνοια δεν έπαυσε ούτε σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Στα Επτάνησα η Επιτροπή της Ζακύνθου και στην Κέρκυρα ο Βιάρος Καποδίστριας και ο Γεροστάθης συνέχιζαν να βοηθούν τον Αγώνα πριν και μετά την πτώση του Μεσολογγίου με εράνους και άλλες δραστηριότητες, όπως ήταν η περίθαλψη των προσφύγων, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων, η ενημέρωση των φιλελληνικών σωματείων. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Άνθιμος, που παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη του Αγώνος γράφει στις 29 Σεπτεμβρίου 1826, πέντε μήνες μετά την Έξοδο, προς την Επιτροπή Ζακύνθου, που προφανώς γνωρίζει την δράση της, γνωστή, εξάπαντος, σε όλο τον Ελληνισμό, και, επικαλούμενος την φιλογένειά της, παρακαλεί να μεριμνήσει για την απολύτρωση των Ελλήνων αιχμαλώτων, που τους περιφέρουν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου προς πώληση. Όλοι τους σε αξιοθρήνητη κατάσταση και το Πατριαρχείο δεν έχει χρήματα, ούτε και οι άλλοτε ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες, που εξήντλησαν τα οικονομικά τους στις ανάγκες της Επαναστάσεως.[71] Την τραγική κατάσταση του Μεσολογγίου περιγράφει, με επιστολή του προς την Επιτροπή, ο Κ. Ζωγράφος (16 Μαΐου 1826).

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853, Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Δυστυχώς, η διχόνοια συνεχιζόταν και μετά την Έξοδο, όπου υπάρχει τέτοια η σύγχυση ως προς τα αντιπαλαίοντα πρόσωπα (Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, Δεληγιάννης, Γεωργαντάς, Κολοκοτρώνης), ως προς ποιος δηλαδή και με ποιον είναι. Ο Μαυροκορδάτος στις 28 Ιουλίου 1826 ενημερώνει, με επιστολή του, την Επιτροπή Ζακύνθου, η οποία κατακλείεται με το: Όσοι χαίρονται εις τας διαιρέσεις σχετίζονται ή με το εν μέρος ή με το άλλο. Αλλοίμονον εις την αθλίαν Ελλάδα. Η Επιτροπή Ζακύνθου παρακολουθεί την διχόνοια, εν μέσω της αιμορραγούσης Επαναστάσεως, κατάσταση που δεν αντιλαμβάνονταν οι αρχηγοί της, πολιτικοί και στρατιωτικοί, γι’ αυτό και τους γράφει, με σκληρό τρόπο, επιτιμητικές επιτολές, μία προς τον Κολοκοτρώνη, από 2 Σεπτεμβρίου 1826 και την άλλη προς τον Ζαΐμη, από 3 Σεπτεμβρίου. Στον Κολοκοτρώνη γράφει στο τέλος της επιστολής: Άνοιξε τους οφθαλμούς σου και στον Ζαΐμη Ιδού και οι πατέρες του Έθνους, όπου γίνονται επίορκοι, καταντούντες εις προδοσίαν, επειδή προκρίνουν κάλλιον και ιδιαίτερον του κοινού το συμφέρον. Ο Ζαΐμης απήντησε παραπονούμενος για το ύφος της επιστολής, αλλά η Επιτροπή Ζακύνθου προτίμησε να του απαντήσει με σωφροσύνη μη παραλείποντας, όμως, να του θυμίσει τις πράξεις εκείνων (εν προκειμένω των Νοταράδων), που περιφρόνησαν τα δικαιώματα ενός λαού που πολεμά για την πίστη και την πατρίδα του.

Η ξένη προστασία προκάλεσε νέες έριδες και αναστατώσεις. Έτσι τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1825 οι Έλληνες, απογοητευμένοι από την επέλαση του Ιμπραήμ και τις ήττες τους, ζήτησαν την προστασία της Αγγλίας, τιθέμενοι υπό την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας. Επρόκειτο για ένα σχέδιο που είχε συντάξει η Επιτροπή Ζακύνθου, σε συνεργασία με τον μεγάλο αρμοστή των Ιονίων Fred. Adam, το οποίο είχε φέρει από την Ζάκυνθο ο δραστήριος Χρίστος Ζαχαριάδης και υπογεγραμμένο από τους Έλληνες, με πρώτο τον Κολοκοτρώνη, του το εγχειρίζουν και αυτός (ο Ζαχαριάδης) το μεταφέρει στην Ζάκυνθο. Ήταν ένα έγγραφο, θα έλεγε κανείς, προσεγγίσεως σε φιλικό ύφος, χωρίς, οπωσδήποτε, την έγκριση της επίσημης Αγγλίας.[72] Η αλήθεια, είναι, πάντως, ότι το έγγραφο, που κόμιζε στην Ζάκυνθο ο Ζαχαριάδης, το είχαν υπογράψει, πλην του Κολοκοτρώνη, Πελοποννήσιοι, Στερεοελλαδίτες και νησιώτες πρόκριτοι, καθώς και ο Μιαούλης, στον οποίο είχε σταλεί ένα αντίγραφο. Η προσπάθεια αυτή όλων των παραπάνω εμπλεκομένων δεν είχε συνέχεια, αφού η επίσημη Αγγλία το αποδοκίμασε και στην οποία έφθασε, ύστερα από ενέργειες του Hamilton, διοικητού της αγγλικής μοίρας του Αιγαίου, του Σπ. Τρικούπη, του Adam, του υιού του ναυάρχου Μιαούλη, Δημητρίου. Επιδόθηκε στον ίδιο τον Canning από τον Δημ. Μιαούλη, που είχε φθάσει στο Λονδίνο με το βρίκι Κίμων, στις 5 Οκτωβρίου. Στο μεταξύ, λίγες ημέρες πριν, η Βρετανία διακήρυττε σε αυστηρό τόνο την απαγόρευση στρατολογίας ανδρών για τον ελληνικό στρατό,  καθώς και τον εξοπλισμό πολεμικών σκαφών στα αγγλικά λιμάνια για λογαριασμό των Ελλήνων. Ωστόσο, την απόρριψη της αγγλικής προστασίας από την ίδια την Αγγλία, ισορροπούσε η άφιξη του δανείου στις 9 Ιουλίου 1826 εκ 40.000 λιρών. Ήταν η πρώτη δόση που την συνόδευαν εκπρόσωποι των δανειστών και διπλωμάτες.

Και όμως, στους Έλληνες, υπό τις δραματικές συνθήκες που ζούσαν, η ελπίδα της αγγλικής βοήθειας δεν είχε χαθεί. Δεν τελεσφόρησε για τον ίδιο σκοπό αποστολή του Σπ. Τρικούπη, απεσταλμένου της κυβερνήσεως Κουντουριώτη, στον αρμοστή Adam, την οποία η Επιτροπή Ζακύνθου, θεωρούσε, αγνοούμε γιατί, βλαπτική στην όλη υπόθεση. Εκτιμούσε, προφανώς, ότι η όποια θετική ανταπόκριση του Adam στα ελληνικά αιτήματα, ερχόταν σε αντίθεση με τις αγγλικές διακηρύξεις περί ουδετερότητος.[73]

Το αίτημα για αγγλική προστασία προκάλεσε την αντίδραση των γαλλόφιλων και ρωσόφιλων. Αίτηση προστασίας προς την Γαλλία υπέγραφαν ο Δημ. Υψηλάντης, ο Κωλέττης, ο Κ. Μαυρομιχάλης  κ.ά. και προς την Ρωσία ο Αναγνωσταράς και ο Νικηταράς. Την γαλλική προστασία επιθυμούσαν, φυσικό ήταν, οι Γάλλοι Φιλέλληνες στην Ελλάδα Jourdan, Roche κ.ά. Την αγγλική στήριζαν ο Μαυροκορδάτος, ο Σπ. Τρικούπης, ο Γ. Κανναβός, απεσταλμένος της φρουράς Μεσολογγίου. Ανήσυχα τα μέλη της Επιτροπής Ζακύνθου, σταθερά υπέρ των Άγγλων, γράφουν στον Κολοκοτρώνη και τον Ζαΐμη, διαμαρτυρόμενα για τις διαμάχες των Ελλήνων πολιτικών, που αντικείμενό τους ήταν η επιλογή του δείνα ή του τάδε προστάτη. Στην Ζάκυνθο, άλλωστε, οι φήμες οργίαζαν. Καθένας είχε την προτίμησή του προς πρόσωπο, πάντα ξένο: ο Κολοκοτρώνης πρότεινε στην Επιτροπή Πρόεδρον εις είδος Μονάρχου (21 Αυγούστου 1826), Έλληνες και Γάλλοι Φιλέλληνες και πράκτορες και το φιλελληνικό κομιτάτο του Παρισιού τον δούκα της Ορλεάνης, οι Βαυαροί κάποιον του κύκλου του βασιλέα Λουδοβίκου Α΄, η Επιτροπή Ζακύνθου, με διάκριση πάντως, προτιμούσε πρόσωπο της αγγλικής επιρροής. Δυστυχώς για την Πατρίδα, από τις έριδες, τις διχόνοιες και τα άλλα μειονεκτήματα του λαού μας, δεν αναδείχθηκε ο ηγέτης που θα ένωνε τις προσδοκίες του. Τα υπόλοιπα γνωστά ως τους καιρούς μας.

Και ενώ συνέβαιναν οι πολιτικές ανακαταράξεις, ο Κολοκοτρώνης συνέχιζε τον κλεφτοπόλεμο κατά του Ιμπραήμ, ο μόνος, άλλωστε, συντελεστικός τρόπος αντιμετωπίσεως, γι’ αυτό και παρακαλεί την Επιτροπή να του στείλει ζωοτροφίας προφθάσατέ μας, σας παρακαλούμεν, και σας υπόσχομαι να ακούσετε θαύματα από την προθυμίαν των Ελλήνων τον εφετεινόν χειμώνα. Ο Μιαούλης απευθύνεται στην Επιτροπή Ζακύνθου τον Ιούλιο 1826 και περιγράφει, με τα μελανώτερα χρώματα, ότι κανένας πόρος δεν φαίνεται από πουθενά, αφού μετά την πτώση του Μεσολογγίου εξοδεύθησαν όσα συνάχθησαν και δεν υπάρχει δυνατότητα δια την αγοράν και ετοιμασίαν πυρπολικών και εις μισθούς των ναυτών μας. Η Επιτροπή, πάντως, έστελνε τρόφιμα και χρήματα στο ελεύθερο Ναύπλιο, όπου όχι μόνον συνεχίζονταν η καχυποψία των Ρουμελιωτών έναντι των Πελοποννησίων, για δήθεν συμβιβασμό τους με τους Τούρκους, αλλά και οι καταχρήσεις ορισμένων. Δια τον Θεόν, να μη στείλετε γεννήματα εις Ναύπλιον, επειδή φθείρονται όλα, έγραφε ο Χρ. Ζαχαριάδης στις 25 Ιουνίου στην Επιτροπή.

Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος.

***

Τα Επτάνησα προσέφεραν γενναιόδωρα στον Αγώνα, παρά την αυστηρότητα και την «ουδετερότητα» της αγγλικής αρμοστείας. Θαρραλέοι άνδρες πέρασαν στην αρχή, κιόλας, της Επαναστάσεως στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές και πολέμησαν με θερμό πατριωτισμό. Και από τα νησιά τους εφοδίαζαν τους αγωνιζόμενους στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα με τρόφιμα και πυρομαχικά. Στους επιτρόπους των νησιών και τους Φιλικούς απευθύνονταν στρατιωτικοί και πολιτικοί, ζητώντας υλική βοήθεια και συμβουλές, περιθάλποντας, παράλληλα, τους πρόσφυγες, που εύρισκαν στα Επτάνησα καταφύγιο.

Ο Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σπ. Γ. Φωκάς, Οι Έλληνες εις την ναυσιπλοΐαν του Κ. Δουνάβεως, εκδ. Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1975.

[2] Σπ. Λουκάτος, «Κεφαλονίτες κ.λπ. κατά την Επανάσταση», Κεφαλληνιακά Χρονικά 1 (1976) 59 – 61.

[3] Για τον τεκτονισμό στην Ζάκυνθο και τα Ιόνια Νησιά βλ. Π. Κ. Κρητικός, «Συμβολή του Τεκτονισμού των Ιονίων Νήσων εις την απελευθέρωσιν του Έθνους», Πρακτικά Γ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 1 (1967) 181 σημ. 1, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ο Παπαδιαμαντόπουλος (1766 – 1826) από τις ευγενέστερες μορφές του 1821, πλούσιος έμπορος των Πατρών, εφοδίαζε τον Αγώνα με πολεμοφόδια από την Ιταλία και την Ζάκυνθο, φρούραρχος Πατρών (1822), ταμίας και διαχειριστής του στόλου, αγωνιστής με τους ελευθέρους πολιορκημένους του Μεσολογγίου, όπου κατά την Έξοδο, συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε.

[5] Αθ. Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού κ.λπ., εκδ. Κυριακίδη 1985, 1991, 62 – 73.

[6] Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού – Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821 – 1829), τ. Ε΄ , Θεσσαλονίκη 1980, 99 – 101.

[7] ό.π., 101.

[8] Για την δράση του Βλασσόπουλου εκείνες τις ημέρες βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 82, 116, 321, 330, 331.

[9] Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Εισαγωγή – Σχόλια Σπ. Ι Ασδραχά, εκδ. Α.  Καραβία, Αθήνα χ.χ., 116 – 119,  Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1851, τ. 1, 82.

[10] Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. Ε΄ 330.

[11] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., 116 – 119.

[12] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Αθήνα 1859, 19.

[13] Γερμανός Π. Π., Υπομνήματα περί Επαναστάσεως κ.λπ., Αθήνα 1837, 33 – 38, Φιλήμων, ό.π., 16 -17.

[14] Γερμανός, ό.π., 77, Σπηλιάδης, ό.π., 235. Ο Φιλήμων, ό.π., 241 αποθεώνει, δικαίως, τον έντιμο αυτόν αγωνιστή.

[15] Αθ. Ε. Καραθανάσης, «Δύο Προκηρύξεις της Αγγλικής Αρμοστείας και της Επτανήσου Πολιτείας κατά της Ελληνικής Επαναστάσεως (Ιούλιος 1821)», Στέφανος εις Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον, Πελοποννησιακά τ. Λ΄2 ,  2011, Αθήνα 139 – 152.

[16] Όπως θα ιδούμε παρακάτω, ο Παν. Μεσσάρης, που ήταν απεσταλμένος Κεφαλλονιτών και Ζακυνθίων, προς τους πολιορκημένους Αλβανούς του Λάλα, ενεχείριζε στους Λαλιώτες γράμμα, όπου σαφώς αναφέρεται ότι ο αρχηγός τους Αλέξ. Υψηλάντης – το ξένο χαρακτηριστικό Υποκείμενο, ήταν αυτός που διστάζει να ονοματίσει η αρμοστεία στην Προκήρυξή της.

[17] Όλοι αυτοί, παρά τις διαταγές των αγγλικών αρχών της Ιονίου Πολιτείας, αποβιβάσθηκαν ομάδες – ομάδες στις ακτές της Ηλείας και ενώθηκαν με 700 – 800 χωρικούς επαναστάτες, άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση Σισίνη και με 200 του οπλαρχηγού της Κυπαρισσίας Ι. Μέλιου. Βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 390 – 392 και με την σχετική βιβλιογραφία.

[18] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄- Β΄, εκδ. Χάρη Πάτση, Αθήνα 1959, 278 κεξ.

[19] Τρικούπης, ό.π., 278 – 288. Χαρακτηριστική είναι, πάντως, η ευγενής διατύπωση των γραμμάτων των δύο αντιπάλων. Πρβλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 390 – 392.

[20] Τρικούπης, ό.π., 278 – 288, Γερμανός, ό.π., 56 – 57.

[21] Richard Clogg, “Smyrnain in 1821 – Docaments from the Levant Company Archives in the Public Record Office”, Μικρασιατικά Χρονικά 15 (1972) 313 – 371. Για την συμμετοχή των Επτανησίων στον Αγώνα βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 391, 392, σημ. 252, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[22] Βακαλόπουλος, ό.π., 558.

[23] Τρικούπης, ό.π., 57 – 58.

[24] Βακαλόπουλος, ό.π., 652, Χρυσανθόπουλος Φώτιος ή Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, 221 – 227, Σπηλιάδης, ό.π., 1, 225 – 227.

[25] Βακαλόπουλος, ό.π., 430, Τρικούπης, ό.π., 209 – 211. Χαρακτηριστικά ο Τρικούπης γράφει για φραγκοφορεμένους Έλληνες πολιορκητές που οι Τούρκοι από την Ακρόπολη νόμισαν ότι οι Φράγκοι βασιλείς κήρυξαν πόλεμο κατά του Σουλτάνου. Παρά την αρνητική απάντηση των προξένων, που ρώτησαν, πολλοί φραγκοφορήθηκαν για να τους παραπλανήσουν. Οι φραγκοφορεμένοι μήπως ήσαν οι Κεφαλλονίτες;

[26] Βακαλόπουλος, ό.π., 447, Τρικούπης, 260, όπου διαβάζουμε ότι άλλους Τούρκους εσκότωσε και άλλους, ως αιχμαλώτους, απέστειλε στην Άρτα, επ’ ανταλλαγή.

[27] Τρικούπης, ό.π., 271.

[28] Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 144 – 163.

[29] Ο Τρικούπης, ό.π., 271, γράφει επαινετικά για τον Γώγο και ότι οι συμπολεμιστές τον έλεγαν όπου ο Γώγος, εκεί και η νίκη.

[30] Βακαλόπουλος, ό.π., 172.

[31] Βακαλόπουλος, ό.π., 313 – 314.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., τ. ΣΤ΄, 556.

[33] Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, Αθήνα 1904, 410 – 423.

[34] Μακρυγιάννης, ό.π., passim.

[35] Σπηλιάδης, ό.π., 1, 384.

[36] Βακαλόπουλος, ό.π., ΣΤ΄, 370.

[37] Βακαλόπουλος, ό.π., 375.

[38] Σπηλιάδης, ό.π., 507 – 509, Φωτάκος, ό.π., 1, 478.

[39] Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 95, 223.

[40] ό.π., 34, 340, 551.

[41] Βακαλόπουλος ΣΤ΄, ό.π.

[42] ό.π., 462.

[43] ό.π., 566 – 568.

[44] ό.π., 574.

[45] Τσιτσέλης, 429 – 435.

[46] ό.π., 789.

[47] Τσιτσέλης, ό.π., 506.

[48] Μακρυγιάννης, 315, 330.

[49] ό.π., 252 – 255 και Τσιτσέλης, ό.π., στην λέξη Μπούρμπαχης, Στέφ. Ι. Παπαδόπουλος, «Διονύσιος Βούρβαχης (Denys Bourbaki), ένας Γάλλος φιλέλληνας του 1821, ελληνικής καταγωγής», Παρνασσός, περ. Β΄, τ. 5, (1963) 340 – 356.

[50] Γερμανός, ό.π., 128.

[51] Σπηλιάδης, 1, 377 –  378.

[52] Στους Έλληνες εκπροσώπους ο Γαρτζώνης, όπως γράφει ο καλά πληροφορημένος Σπηλιάδης, ό.π., 378 – 379, 405, είπε: αλλά προσέξατε.

[53] Σπηλιάδης, 1, 416 – 417.

[54] Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονικού Κράτους από συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως (έτη 1815 – 1864), τ. 1, Ζάκυνθος 1874, 466 – 467.

[55] Για το ζήτημα αυτό βλ. λεπτομέρειες Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 209, 210, 211, 232. Ο Κ. Δραγώνας, τέκτων βέβαια, ήταν εκ των δραστηρίων Φιλικών στην Ζάκυνθο, ό.π., 446, 632 και σ. 844, όπου διαβάζουμε ότι η Ζάκυνθος ήταν το ενωτικό σημείο, μέσω του οποίου έρχονταν σε επαφή με τον αγγλικό παράγοντα.

[56] Τρικούπης, Β΄, 57.

[57] Βακαλόπουλος, ό.π., 981 – 983.

[58] Σπηλιάδης, ό.π., 2, 323 – 325, Φωτάκος, ό.π., 2, 98, Βακαλόπουλος, ό.π., Ζ΄, 122.

[59] Βακαλόπουλος, ό.π., 307.

[60] ό.π., 392.

[61] ό.π., 701, κεξ.

[62] Βακαλόπουλος, ό.π., 19.

[63] ό.π., 391.

[64] Πρόκειται για ένα «βίαιο» δάνειο, που υποχρεούνταν να πληρώσουν οι Έλληνες – βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Έρανοι, δάνεια, εισφοραί, δασμοί κατά το 1825 εις το Αιγαίον», περιοδ. Νέον Αθήναιον 3 (1958 – 1960) 61 – 72.

[65] Για την Επιτροπή Ζακύνθου βλ. σχετικό λήμμα στην Ιστορία, τ. Ζ΄, του Βακαλόπουλου. Άμεσοι συνεργάτες του ήσαν οι εγκαταστημένοι στο Λιβόρνο και στην Ancona έμποροι Π. Πάλλης και Σπ. Βάλβης, που φρόντιζαν, με τον Γ. Παπαμανόλη, συνεργάτη του Eynard, για την μεταφορά τροφών και πολεμοφοδίων στην αγωνιζόμενη Πατρίδα.

[66] Βλ. και τις ειδικές επ’ αυτού μελέτες των: Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966 και την πιο πρόσφατη του Κ. Α. Βακαλόπουλου, Η επαναστατημένη Ελλάδα μεταξύ 1826 – 1829 κ.λπ., όπου έκδοση των εγγράφων της Επιτροπής Ζακύνθου, σσ. 229 – 234.

[67] Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τ. 1 – 2, Αθήνα 1901, 1906 – ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει την περίοδο 1819 – 1825, ο δεύτερος το 1826, Ντίνος Κονόμος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα 1972.

[68] Έγραψε ο Ζαχαριάδης και ένα μικρό ημερολόγιο για τις ημέρες εκείνες που εξέδωσε ο Κ. Αθ. Διαμάντης, «Ημερολόγιον της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Χρίστου Ζαχαριάδου – Από 30 Δεκεμβρίου 1825 έως 30 Ιανουαρίου 1826», Στερεοελλαδική Εστία 1 (1960) 12 – 21.

[69] Ντίνος Κονόμος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο διοικητής των «Ελευθέρων Πολιορκημένων», Αθήνα 1972.

[70] Μνήμη Ιωάννη – Γαβριήλ Εϋνάρδου 1775 – 1863, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1977.

[71] Ο Άνθιμος βρισκόταν στο καράβι του πυρπολητού Μιαούλη, αγνοούμε σε ποια περίσταση και ο Γάλλος φιλέλληνας Max. Raybaud γράφει ότι η παρουσία αυτού του αγίου και θαρραλέου Ιεράρχου εμψύχωνε τους άξιους Έλληνες ναυτικούς, Max. Raybaud, Mémoires sur la Grèce, τ. 1 – 2, Παρίσι 1824 – 1825. Βλ. και Θεόδ. Δ. Μοσχονάς, «Πληροφορίαι περί των εν Αιγύπτω Ελλήνων δούλων της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκκλησιαστικός Φάρος, έτος Μ΄ (ΜΣΤ΄), τεύχος Γ΄, 228 – 253.

[72] Φωτάκος, ο.π., 2, 158 – 179, Σπηλιάδης, ό.π., 2, 35, όπου πολλά ενδιαφέροντα για τον Ζαχαριάδη. Το έγγραφο αυτό είχαν υπογράψει όλοι οι βουλευτές του εκτελεστικού, αρχιερείς, ιερείς, αλλά όχι οι στρατιωτικοί και πολιτικοί της Ανατολικής Στερεάς και ο Δημ. Υψηλάντης.

[73] Σπηλιάδης, ό.π., 2, 379.

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Γεώργιος Μουρέλος: Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821

 Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Γεώργιος Μουρέλος

Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821

Πανηγυρικός λόγος, ο οποίος εκφωνήθηκε στο Α.Π.Θ. στις 25 Μαρτίου του 1978

Η Clio Tubata συμμετέχει στον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας, αναρτώντας το κείμενο του Πανηγυρικού λόγου, ο οποίος εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 1978 στην Αίθουσα Τελετών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Καθηγητή της Α΄ Έδρας Συστηματικής Φιλοσοφίας, Γεώργιο Μουρέλο. To πρωτότυπο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Για τεχνικούς λόγους έχει μετατραπεί σε μονοτονικό, ενώ έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της εποχής.

Ο Τερτσέτης, στην περίφημη απολογία του της 24ης Σεπτεμβρίου 1834, στο Εφετείο Ναυπλίου, απολογία, που είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα υψηλής εθνικής συμπεριφοράς, όπου το αίσθημα της ελευθερίας δένεται με το αίσθημα της ευθύνης, αποτεινόμενος στο Κυβερνητικό Επίτροπο του Δικαστηρίου, ανάμεσα στα άλλα λέει και τα ακόλουθα: «Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων, φονευμένων εις τον Αγώνα».

Δεν ξέρω ως ποιο σημείο ο αριθμός είναι σωστός. Όπως και να είναι όμως, δεν θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη πραγματικότητα. Από το άλλο μέρος, στα στατιστικά δελτία, που έχουμε, αναφέρεται ότι στα 1828 η Ελλάδα είχε συνολικά 753.400 κατοίκους.¹ Αυτό τι άλλο σημαίνει, παρά το ότι για να αποκτήσει η Ελλάδα την ελευθερία της είχαν θυσιαστεί περισσότεροι από ένας στους δύο Έλληνες από τους κατοίκους του τότε μικρού κράτους. Δεν ξέρω να έχουν γίνει, από άλλο λαό, σε αναλογία, τόσες θυσίες με τελικό τίμημα την ελευθερία. Θα έλεγα μάλιστα ότι στα 150 χρόνια της ζωής μας σαν ελεύθερου έθνους, αν προσθέσουμε τις απώλειες στα πεδία των μαχών, χωρίς να παραλείψουμε τη Μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοιταλικό πόλεμο, δεν φτάνουμε σε αυτό το τρομακτικό αριθμό.

Η μεγάλη αυτή θυσία των αγωνιστών του ’21 δεν μπορεί να σημαίνει παρά δύο πράγματα: Πρώτο, ότι σαν λαός βάζουμε πάνω από όλα την ελευθερία μας, και, δεύτερο, ότι στους ώμους μας βαραίνει μια τεράστια ευθύνη: να τη διαφυλάξουμε με κάθε θυσία.

Για αυτό και πιστεύω ότι οι δύο έννοιες, ελευθερία και ευθύνη, είναι αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Γιατί ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να εδραιωθεί επάνω σε σταθερές βάσεις, αλλά ούτε και να υπάρξει αληθινή ευθύνη χωρίς ελευθερία.

Μια συνοπτική όμως ματιά στη Νεοελληνική Ιστορία στα τελευταία 150 χρόνια, μας οδηγεί εύκολα στην ακόλουθη διαπίστωση. Ότι σπάνια κρατήθηκε αυτός ο δεσμός, και, ότι όλες οι μεγάλες τραγωδίες του τόπου μας οφείλονται, τις περισσότερες φορές, σε αυτή τη διάσπαση. Γιατί, κάθε φορά που επιτύχαμε κάτι στην πλατειά αυτή περιοχή, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τις ελευθερίες, σχεδόν ποτέ δεν αναπτύξαμε και την ανάλογη ευθύνη.

Αλλά πριν αναφερθώ σε διαδοχικά παραδείγματα, παρμένα από τη Νεοελληνική Ιστορία, θα ξαναγυρίσω στο κείμενο του Τερτσέτη, όπου μέσα το θέμα της ευθύνης παίρνει συγκλονιστικές διαστάσεις. Όπως βέβαια όλοι ξέρετε, είναι δεμένο με τη δίκη του Κολοκοτρώνη, μια δίκη σκηνοθετημένη από τα πριν, χωρίς ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία, δίκη σαν αυτές που εμφανίζονται πολλές φορές στην Ιστορία των λαών, και τέτοιες δυστυχώς έχουμε να επιδείξουμε κι εμείς άφθονες, δίκες της λεγόμενης πολιτικής σκοπιμότητας. Με τη διαφορά του ότι στη περίπτωση του Κολοκοτρώνη, επρόκειτο εκ περισσού για τον μεγαλύτερο, γενναιότερο και σοφότερο αγωνιστή που γνώρισε η Νεοελληνική Ιστορία, για αυτόν, που έσωσε την Επανάσταση, και που η τότε ξενική κυβέρνηση ζητούσε τη καταδίκη του σε θάνατο. Και υπήρξαν τρεις Έλληνες δικαστές, που υπογράψανε αυτή τη καταδίκη. Και ο Γέρος του Μωρηά θα είχε εκτελεστεί, και το φοβερό αυτό έγκλημα θα βάραινε για πάντα πάνω στη συνείδηση του Έθνους, αν δύο ακέραιοι δικαστές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Πολυζωΐδης και ο Τερτσέτης, σαν ελεύθεροι και υπεύθυνοι δικαστές, δεν έκαναν το καθήκον τους, αρνούμενοι να υπογράψουν. Δεν λογάριασαν τις συνέπειες αυτής της άρνησης, για τον εαυτό τους, γιατί ήξεραν ότι σήκωναν στους ώμους τους την ευθύνη ολόκληρου του Έθνους. Και μια τέτοια ευθύνη μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι σε θέση να τη συλλάβει. Το ίδιο, άλλωστε, το κείμενο της απολογίας του Τερτσέτη, αφού τον ταλαιπώρησαν, τον κυνήγησαν, τον έπαυσαν από τη θέση του μαζί με τον Πολυζωΐδη και τους έσυραν και τους δύο στα δικαστήρια, το δείχνει φανερά: «αν ημείς, γράφει, εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμός, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς τη δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρομεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειάν μας, το όνομα του ανθρωπίνου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν».

Το κείμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό, γιατί δείχνει ότι το αίσθημα της ευθύνης είναι συνυφασμένο με το αίσθημα της δικαιοσύνης και ότι η δικαιοσύνη είναι ένα πανανθρώπινο αίτημα που κατοχυρώνει την ανάγκη για ελευθερία.

Αλλά πριν προχωρήσω σε μια θεωρητική αντιμετώπιση του θέματος, νομίζω ότι είναι σκόπιμο, για την επέτειο, που γιορτάζουμε σήμερα, να αντλήσω τα δεδομένα μου από τη Νεοελληνική Ιστορία και μάλιστα από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί νομίζω, ότι η Ιστορία είναι το μεγάλο σχολείο στο οποίο ένα Έθνος πρέπει πάντα να μαθητεύει. Από αυτή αντλεί και τα διδάγματά του, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Και δυστυχώς τα αρνητικά, που δείχνουν τα σφάλματα, που έχει κάνει το παρελθόν, είναι πιο χρήσιμα από τα θετικά, γιατί φανερώνουν τους κινδύνους, από τους οποίους περνά ένας λαός. Για αυτό, ας μου επιτραπεί για το θέμα, που έχω να σας αναπτύξω, να αναφερθώ κυρίως στα τελευταία.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ στα πεδία των μαχών λάμπει ο ηρωισμός των Ελλήνων, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής ενός ανύπαρκτου κράτους, φανερώνεται με τρόπο απελπιστικό μέσα από έντονες διαμάχες, η αδυναμία του Έλληνα να συλλάβει την τεράστια ευθύνη που φέρνει στους ώμους του από τις θυσίες που τόσο πρόθυμα ο ίδιος δέχεται να κάνει, για να αποκτήσει την ελευθερία του, που κινδυνεύει να χαθεί κάποια στιγμή, όχι από την ικανότητα και τη δύναμη του εχθρού, αλλά από δική του υπαιτιότητα.

Ακόμη δεν άρχισε καλά καλά η Επανάσταση και αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες με τις τάσεις ανταρσίας, που παρουσιάζονται στο ελληνικό ναυτικό και την πραξικοπηματική ανατροπή, στις 12 Μαΐου του 1821, του Αντώνη Οικονόμου στην Ύδρα, στον οποίο οφείλεται κατά μέγα μέρος η έξοδος του νησιού αυτού στον Αγώνα. Είναι χαρακτηριστική η φράση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 26ης Μαΐου που οι Υδραίοι στέλνουν στο Τομπάζη γνωρίζοντας τον διορισμό του σαν αντιναύαρχου του στόλου: «Η πατρίς παραγγέλει εσέ τον αρχηγό να διαφυλάξητε την ομόνοιαν και αγάπη μεταξύ των λοιπών αρχηγών και καπετανέων…». Και όμως, αμέσως μετά από τη πυρπόληση από τον Παπανικολή του Τουρκικού δίκροτου στο λιμάνι της Ερεσού στη Λέσβο, πυρπόληση που στέρησε τον τουρκικό στόλο από ένα από τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα εξοπλισμένα πλοία του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σημειώνονται αντιγνωμίες ανάμεσα στους αρχηγούς του στόλου και τάσεις ανταρσίας στα πληρώματα, έτσι που ο στόλος, αντί να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της Ερεσού και να παραμείνει κοντά στα Δαρδανέλλια, για να εμποδίσει την έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, επιστρέφει στην Ύδρα, αφήνοντας έκθετα τα Ψαριανά πλοία. Ανάλογη διαμάχη σημειώνεται λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1821, όταν ο τουρκικός στόλος προσπαθεί να καταλάβει τη Σάμο και αποτυγχάνει. Ο Ελληνικός στόλος δεν είχε ένα αρχηγό, αλλά βρισκόταν κάτω από τις διαταγές 11 ναυάρχων, τεσσάρων της Ύδρας, δύο των Σπετσών και πέντε των Ψαρών. Ήταν φυσικό, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες, η εξόρμηση του Ελληνικού στόλου λίγο έλειψε, στις 12 Ιουλίου 1821, να οδηγήσει σε καταστροφή.

Στις αρχές του 1822 έχουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός της διχογνωμίας των Ελλήνων, τη διάλυση της πολιορκίας της Καρύστου και την αναχώρηση του Οδυσσέα Ανδρούτσου από την Εύβοια στη Στερεά, κατά διαταγή του Άρειου Πάγου, που ήθελε να περιορίσει τη στρατιωτική φήμη του γενναίου οπλαρχηγού, που αν παρέμενε, θα μεγάλωνε με νέες επιτυχίες. Τον Αύγουστο του 1822, σκληρές διενέξεις για την αρχηγεία στην Εύβοια, καταλήγουν, τον επόμενο μήνα, σε σύγκρουση στα Καμάρια, ανάμεσα στο Διαμαντή, που διόρισε ο Άρειος Πάγος, και τους εντόπιους οπλαρχηγούς, οπαδούς του Ανδρούτσου. Το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να ενεργούν σχεδόν ανενόχλητοι.

Τον επόμενο χρόνο, στα 1823, οι αντιθέσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες. Στη σύνοδο της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως στο Άστρος, από τις 29 Μαρτίου ως τις 18 Απριλίου, όχι μόνο είναι πια καταφανής, μα οξύνεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων. Από το ένα μέρος, έχουμε το κόμμα των λεγόμενων «Αρχοντικών», που το αποτελούν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας, με κύριο εκπρόσωπο τον Μαυροκορδάτο, και από το άλλο μέρος το κόμμα των «Στρατιωτικών», που το αποτελούν οι καπεταναίοι του Αγώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Κολοκοτρώνη. Οι αντιθέσεις φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, που κινδυνεύει να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος, που αποσοβήθηκε μόνο χάρη στον πατριωτισμό του Κολοκοτρώνη. Είναι θλιβερά τα λόγια, που του αποτείνουν οι εκπρόσωποι του Βουλευτικού, όταν του προσφέρουν την αντιπροεδρία, με την υστερόβουλη σκέψη να τον φθείρουν πολιτικά: «Εάν δεν δεχθής αυτό το οποίον το Έθνος και η κυβέρνησίς του σε προσφέρει και αν δεν γράψης των συνωμοτών  σου να ησυχάσουν και να παύσουν παν κατά της Κυβερνήσεως κίνημα, είναι εις την δυσάρεστον θέσιν  και τα δύο σώματα να σας αποκηρύξουν αντάρτας και να σας καταδιώξουν ως αποστάτας και εχθρούς της πατρίδος… και να φροντίσωμεν όλοι οι Ετεροελλαδίται και οι νησιώται να κάμωμεν ένα έντιμο συμβιβασμόν με τους Τούρκους οίτινες τον επιθυμούν και μας τον επρότειναν κτλ. κτλ…». Ολόκληρο, άλλωστε, το δεύτερο εξάμηνο του 1823 καλύπτεται από εσωτερικές διαμάχες, που είχαν σαν αποτέλεσμα, να ματαιωθεί ο σχηματισμός στρατιωτικού σώματος 7.000 ανδρών υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη, που τόσο σωτήριο ρόλο θα μπορούσε να παίξει στην εξέλιξη του Αγώνα με τους Τούρκους. Αντί γι’ αυτό, έχουμε την ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή της Καρύταινας ανάμεσα στους Δεληγιανναίους και τον Πλαπούτα.

Τα ίδια και χειρότερα στα 1824, τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης. Εδώ οι εσωτερικές διαμάχες παίρνουν τέτοιες διαστάσεις, που οι ιστορικοί τις ονομάζουν Πρώτο και Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο. Ο Πρώτος που πιάνει το πρώτο εξάμηνο του 1824, έχει ως επίκεντρο τη Πελοπόννησο και παρουσιάζεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κυβερνητικό κόμμα, που εκπροσωπείται από το λεγόμενο «Νέο Εκτελεστικό»,  με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη, και από το «Παλιό Εκτελεστικό», με τους έκπτωτους βουλευτές. Αποτέλεσμα οι μάχες που έγιναν έξω από το Ναύπλιο στην προσπάθεια των κυβερνητικών να καταλάβουν την πόλη. Όσο για τον Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων μηνών του 1824, εδώ έχουμε τη διαμάχη ανάμεσα στους Πελοποννησίους από το ένα μέρος, και τους Υδραιοσπετσιώτες, που υποστηρίζονται από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Το κορύφωμά της είναι η εκστρατεία του Παπαφλέσσα, ο φόνος του γυιού του Κολοκοτρώνη και τα όσα επακολούθησαν τον επόμενο χρόνο, στα 1825, όπως οι βιαιοπραγίες των Κυβερνητικών στην Πελοπόννησο, η απεχθής συμπεριφορά του Γκούρα και του Κωλέττη, η σύλληψη και ο εξευτελισμός ένδοξων αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, και τελικά, η δολοφονία στο Γουλά της Ακροπόλεως του ήρωα της Γραβιάς Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μόνο ανατριχίλα μπορεί κανείς να νιώσει όταν αναλογίζεται τις πράξεις αυτές, που δείχνουν παντελή έλλειψη εθνικής ευθύνης όταν σκεφτούμε τί διακυβευόταν εκείνη τη στιγμή.

Στα 1826, με τις πρώτες εργασίες της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, βρισκόμαστε μπροστά στη διάσπαση των πληρεξουσίων σε αντίπαλα στρατόπεδα, που είχε τόσο καταστρεπτικές συνέπειες για τα επόμενα χρόνια. Στα 1827, μετά από τη σύγκλιση της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα, έχουμε τις συγκρούσεις του Ναυπλίου παρ όλη την εκλογή του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτου της Ελλάδος. Τέλος, τη δυσαρέσκεια της οικογένειας Μαυρομιχάλη και τις πρώτες αταξίες στη Μάνη.

Δεν πέρασε, λοιπόν, ούτε ένας χρόνος σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, που να μην βρεθούμε μπροστά σε προστριβές ανάμεσα στα διάφορα κόμματα και τους αρχηγούς τους, που κατέληγαν συνήθως σε ένοπλες συγκρούσεις, από τις οποίες κινδύνευε κάθε στιγμή η Επανάσταση. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την κατάσταση που επικρατούσε στην Πελοπόννησο όταν εμφανίστηκε ο Ιμπραήμ.

Τί έγινε, όμως, μετά από την επικράτηση της Επανάστασης και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους; Θα ήταν χρήσιμο, για το θέμα της ομιλίας μας, να τα θυμηθούμε κι αυτά.

Σε μια από τις πιο κρίσιμες για το Έθνος στιγμές, που ο Καποδίστριας, με μια πραγματικά μεγαλοφυή διπλωματική πολιτική, προσπαθούσε να καθοριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σύνορα της Ελλάδος, έχοντας να παλέψει με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, στη φτωχή και κατεστραμένη Ελλάδα, πάντα με το πρόσχημα της ελευθερίας, εκδηλώνονται στάσεις κινούμενες από προσωπικές φιλοδοξίες και προσωπικά συμφέροντα. Θα ήταν πολύ διδακτικό να αναφερθούμε, στο σημείο αυτό, στις προθέσεις του Καποδίστρια και τις αιτίες που προκάλεσαν τις εσωτερικές αυτές ανωμαλίες.

Η στάση που εκδηλώθηκε, λόγου χάρη, στον Λιμένα της Μάνης, με απώτερο σκοπό να κρατήσει η οικογένεια των Μαυρομιχαλέων όλα τα δημόσια έσοδα, έγινε με το πρόσχημα ότι θα πλήρωναν τους στρατιώτες.

Ποια ήταν όμως τα σχέδια του Καποδίστρια, επάνω στα οποία στήριζε την εσωτερική του πολιτική; Να καταργήσει τα διάφορα προνόμια που είχαν τόσο η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων στη Πελοπόννησο όσο και οι Υδραίοι πρόκριτοι, που εισέπρατταν τους φόρους όλων των νησιών του Αιγαίου, και να μοιράσει στους ακτήμονες την εθνική γη. Γιατί ο Καποδίστριας πίστευε και διακήρυττε ότι «Οι Έλληνες δεν θα ένιωθαν πραγματικά ανεξάρτητοι», όπως γράφει ο Σπηλιάδης, «παρά μόνο όταν θα είχαν τουλάχιστον άφθονα τα προς το ζειν». Αυτή την οικονομική ανεξαρτησία του λαού, στήριγμα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που επιθυμούσε ο Καποδίστριας για τους Έλληνες, αυτήν καταπολεμούσαν οι πρόκριτοι με το πρόσχημα, δήθεν, της ελευθερίας, αποκαλώντας τον Καποδίστρια τύραννο.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην Ύδρα. Στις παράλογες απαιτήσεις των Υδραίων πλοιοκτητών, που απαιτούσαν να καταβάλει σ’ αυτούς, κατά προτεραιότητα, το Κράτος όλα τα έξοδα, που έκαναν τον καιρό της Επανάστασης και να τους αποζημιώσει στο ακέραιο για όλες τις ζημιές, που έπαθαν τα πλοία τους, ο Καποδίστριας, ενώ άρχισε να τους καταβάλει σε δόσεις από τα άδεια τότε ταμεία του κράτους και με υποθήκευση των πιο εύφορων εθνικών κτημάτων, το μισό του συνολικού ποσού που είχε καθοριστεί για όλα τα νησιά του Αιγαίου, οι Υδραίοι δέχτηκαν μεν το ποσόν, δεν συμφώνησαν όμως με τον τρόπο της διανομής, που ο Καποδίστριας έχει ορίσει. Να δοθεί, δηλαδή, η πρώτη δόση στις οικογένειες των ναυτών, γιατί, όπως ο ίδιος έγραφε, θεωρούσε κοινωνικά άδικο «να λάβουν οι ευπορούντες μέρος των χρημάτων των προσδιορισμένων εις περίθαλψιν απόρων κατοίκων των ναυτικών νήσων». Στο σημείο αυτό οι πλοιοκτήτες της Ύδρας ήταν ανένδοτοι. Επέμειναν να μοιρασθούν τα χρήματα σ’ αυτούς, ανάλογα με τον αριθμό και τη χωρητικότητα των πλοίων, που είχαν προσφέρει στον Αγώνα. Οπότε το ποσό θα πήγαινε στους πλούσιους και ψίχουλα μόνο στους άνεργους ναυτικούς. Η επιμονή αυτή των πλοιοκτητών αποδείκνυε το ασύστατο των επιχειρημάτων του Κουντουριώτη, ότι απαιτούσε πιεστικά την καταβολή αποζημιώσεων, γιατί ενδιαφέρονταν για τον «δεινώς δυστυχούντα Υδραϊκόν λαόν».

H πιο συγκλονιστική, όμως, για το Έθνος συνέπεια της στάσης των Υδραίων προκρίτων, ήταν η μετέπειτα ανταρσία και κατάληψη του στόλου στο Ναύσταθμο του Πόρου, κατάληψη που είχε σαν αποτέλεσμα την τελική διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί στον αέρα όλος ο ελληνικός στόλος. Ευτυχώς η εγκληματική αυτή διαταγή δεν εκτελέστηκε στο ακέραιο. Ωστόσο, τα δύο λαμπρότερα πλοία του ελληνικού στόλου, η κορβέτα Ύδρα και η φρεγάτα Ελλάς ανατινάχτηκαν στον αέρα την 1η Αυγούστου 1831. Ήταν η μεγαλύτερη σε αναλογία καταστροφή, που έπαθε ποτέ ο ελληνικός στόλος. Και η διαταγή δόθηκε από ποιόν; Από τον Μιαούλη, τη μεγάλη αυτή μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που κινήθηκε από τις προσωπικές φιλοδοξίες των Μαυρομιχαλέων και από τα δικά του προσωπικά συμφέροντα. Και είναι εύλογη η κατακραυγή του Κανάρη, παρ’ όλους τους δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Μιαούλη: «Είθε να παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαρωτάτης εις αιώνιον ανάθεμα». Πού ήταν η ευθύνη του μεγάλου αυτού ναυτικού του ’21, που τόσα και τόσα προσέφερε στην Επανάσταση;

Ακριβώς ένα μήνα και 27 μέρες μετά, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο αδελφός και ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνος και Γεώργιος, δολοφονούσαν τον Καποδίστρια. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τη στιγμή, που, προσπαθώντας να διαφύγει από την οργή του πλήθους, ζητούσε άσυλο στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβυ: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον, εξέπνευσεν από τας ιδικάς μου χείρας και από τας χείρας του θείου μου». Είναι φανερό, ότι όταν εκτελούσε το έγκλημά του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης πίστευε πως θυσίαζε τη ζωή του για την ελευθερία, χωρίς ούτε στιγμή να αναλογιστεί, στο φανατισμό του επάνω, τις φοβερές για το Έθνος ευθύνες μιας τέτοιας πράξης.

Το πόσο λίγο η πράξη αυτή του Μαυρομιχάλη ανταποκρίνονταν στο αίσθημα της ελευθερίας του ελληνικού λαού, φαίνεται από τα λόγια αυτά του Κολοκοτρώνη: «Την αυγήν όπου το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους, και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί…». Φαίνεται ακόμη και από τις αναφορές του ανώνυμου λαού, όπως διατυπώνονται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: «Είθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831, ημέρα σκοτεινή… ημέρα του τάφου της τύχης των Ελλήνων να ήθελεν εκλείψει από τον χρόνον…». Ή ακόμα: «Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην, θρηνεί διότι έχασε το παν…». Ό «τύραννος» που δολοφονούσε ο Μαυρομιχάλης, εν ονόματι της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να μοιράσει τη γη στους ακτήμονες, να καταργήσει τα προνόμια ορισμένων επαρχιών, όπως της Μάνης και της Ύδρας, να επιβάλλει τους ίδιους φόρους παντού για το καλό και την προκοπή του Έθνους, να δώσει πρώτα τις πολεμικές αποζημιώσεις στους φτωχούς και άεργους ναύτες και κατόπι στους πλούσιους πλοιοκτήτες, ήταν όμως μαζί και ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός της εποχής εκείνης, ο θαυμάσιος διπλωμάτης και οργανωτής του ανύπαρκτου τότε κράτους. Το πόσο μεγάλη καταστροφή ήταν για τον τόπο η δολοφονία του Καποδίστρια φάνηκε αμέσως μετά, με την απολυταρχία που εδραίωσε η Αντιβασιλεία, που κατακλείδα της ήταν η δίκη, τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1834, και η καταδίκη σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Θα περιορίσω εδώ τις αναφορές μου στην Ιστορία, γιατί θέλησα να στηρίξω σε συγκεκριμένα γεγονότα όλα όσα έχω να σας πω για την ελευθερία και την ευθύνη. Διάλεξα επίτηδες τα παραδείγματά μου από την Ελληνική Επανάσταση, μια και γιορτάζουμε σήμερα τα 157 χρόνια της. Δεν θα επεκταθώ στην υπόλοιπη Ελληνική Ιστορία, που είναι κι’ αυτή γεμάτη με ανάλογες ενέργειες. Ποιες να πρωτοαναφέρει κανείς, που όλες οφείλονται σε ένα μειωμένο αν όχι ανύπαρκτο αίσθημα ευθύνης. Τις ενέργειες αυτών που κυβέρνησαν την Ελλάδα, την εποχή του Όθωνα, τις διαμάχες του Δεληγιάννη με τον Τρικούπη, που κατέληξαν σε απομάκρυνση του πιο υπεύθυνου πολιτικού που γνώρισε η Ελλάδα στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, απομάκρυνση που είχε σαν συνέπεια την καταστροφή του ’97; Την αντιδικία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, με τελικό αποτέλεσμα τη Μικρασιατική καταστροφή: Τον εμφύλιο σπαραγμό στα μετακατοχικά χρόνια, που είχε κι’ αυτός ολέθριες συνέπειες για τον τόπο μας; Τις απόπειρες εναντίον του Μακάριου και την τραγωδία της Κύπρο; Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας σε όλο το μάκρος της Ιστορίας μας είναι ένα μειωμένο αίσθημα ευθύνης απέναντι στο αιώνιο αίτημα της ελληνικής ψυχής, την ανάγκη για ελευθερία. Σκληρή διαπίστωση, που μας ήταν όμως χρήσιμη για να προχωρήσουμε τώρα στην ουσία του θέματός μας. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της άσκησης της ελευθερίας, ποιοι είναι οι περιορισμοί της, ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη;

Είναι φανερό ότι όταν θέτουμε ένα τέτοιο πρόβλημα, σκοπός μας δεν είναι να το θίξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Τόσο η έννοια της ελευθερίας, όσο και η έννοια της ευθύνης, ανταποκρίνονται σε μια σειρά ολόκληρη από θέματα: θεολογικά, μεταφυσικά, κοσμολογικά, βιολογικά, ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, νομικά κλπ. Είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να αποφασίζει και επομένως υπεύθυνος για τις πράξεις του, ή υπόκειται σε ένα οποιουδήποτε είδους ντετερμινισμό: θεολογικό, μεταφυσικό, φυσικό, βιολογικό, ψυχολογικό, κοινωνικό, οικονομικό ή άλλο; Ή, ακόμα, το αίσθημα της ευθύνης πηγάζει από την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, ή είναι η εσωτερίκευση μιας αντικειμενικής κοινωνικής συμπεριφοράς, που αρχικά λειτουργεί συλλογικά και που με την εξέλιξη των κοινωνικών δομών περιορίζεται στο άτομο, όπως μας λεν οι εκπρόσωποι της Γαλλικής Κοινωνιολογικής Σχολής του Durkheim; Απομεινάρι του είδους αυτού της ευθύνης είναι η βεντέτα και σε πολλές περιπτώσεις η σύλληψη και η εκτέλεση ομήρων.

Δεν θα θίξω τέτοιου είδους προβλήματα. Η ελευθερία για την οποία σας μιλώ είναι η ελευθερία του Ελληνικού Έθνους, και η ευθύνη, αυτή που σχετίζεται με την απόκτηση και τη διαφύλαξη αυτής της ελευθερίας. Επειδή, όμως η ελευθερία ενός έθνους έχει άμεσο σχέση με την δράση των πολιτών του σαν ατόμων ή σαν κοινωνικών ομάδων, νομίζω ότι για να θέσουμε το θέμα μας επάνω σε μια στέρεη βάση, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη σαν έκφραση μιας πανανθρώπινης συμπεριφοράς. Ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω προσωρινά μια στροφή στη Φιλοσοφία.

Δακτυλογραφημένο απόσπασμα του Πανηγυρικού λόγου (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Λίγο πολύ, όλοι οι φιλόσοφοι έθεσαν το πρόβλημα της ελευθερίας και της ευθύνης, από τους πιο αρχαίους, όπως ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος, ως τους πιο σύγχρονους, όπως ο Sartre. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογες οι απόψεις τόσο των σοφιστών όσο και των Σωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μα και του Επίκουρου και των Στωικών επάνω στο θέμα αυτό. Ο φιλόσοφος όμως που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε ως την ουσία του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Καντ. Γι αυτό θεωρείται άλλωστε ένας από τους κύριους θεμελιωτές του Διεθνούς Δικαίου. Γιατί έδειξε, με τον πιο καθαρό τρόπο, ποιοι είναι οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των ατόμων και των λαών μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλίζεται μαζί με την αρμονική τους συμβίωση, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου, το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό ελευθερίας. Και επειδή η φιλοσοφία του είναι μια φιλοσοφία ορθολογική, τόσο η αρμονική συμβίωση όσο και η εξασφάλιση της ελευθερίας, παρουσιάζονται σαν λογική συνέχεια της εφαρμογής ορισμένων ηθικών κανόνων, που, κι’ αυτοί με τη σειρά τους, είναι ορθολογικά εδραιωμένοι, γιατί δεν προκύπτουν από κανένα εξωτερικό παράγοντα, αλλά από την ίδια τη λογική φύση του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν να είναι και αυτός ο ίδιος η πηγή και ο θεμελιωτής της ελευθερίας του και, κατά συνέπεια, απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, όπως παρουσιάζονται στο έργο του «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Η βούληση του ανθρώπου, λέει ο Καντ, είναι η άμεση έκφραση του Λόγου, όχι όμως του Λόγου που διέπει τη θεωρητική γνώση, μα αυτού που προσδιορίζει την πράξη, δηλαδή την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι όμως μέσα στη φύση του Λόγου να επιβάλλει γενικούς κανόνες που ο ίδιος ελεύθερα νομοθετεί. Και όταν λέμε γενικούς κανόνες, εννοούμε κανόνες που γίνονται ελεύθερα αποδεκτοί από όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, γιατί πηγάζουν άμεσα από την ελεύθερη βούλησή τους. Ακόμα, πρέπει να είναι τέτοιοι, που να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση και να κατοχυρώνουν την ανθρώπινη ελευθερία, γιατί αποτελούν την άμεση έκφραση της.

Οι κανόνες αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή της «κατηγορηματικής προσταγής», δηλαδή του νόμου του χρέους, της ευθύνης να εφαρμόζει ο άνθρωπος τους κανόνες που ο ίδιος, σαν μέλος της πανανθρώπινης κοινωνίας έχει ελεύθερα νομοθετήσει. Γι’ αυτό, για τον Κάντ, ελευθερία και ευθύνη, είναι δύο έννοιες αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ή καλύτερα, οι δυο πλευρές ενός ίδιου νομίσματος. Είμαι ελεύθερος, γιατί εγώ ο ίδιος επιβάλλω στον εαυτό μου τα καθήκοντά μου σαν λογικό ον, εν ονόματι όλης της ανθρωπότητας, και είμαι υπεύθυνος, γιατί εγώ ο ίδιος, με την ελεύθερη βούλησή μου, τα έχω προσδιορίσει.

Ποιοι είναι τώρα οι κανόνες αυτοί, που συνοψίζουν σε γενικές γραμμές τις σχέσεις της ελευθερίας με την ευθύνη;

Ο πρώτος είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κανόνας της δράσης σου, να μπορεί να αποτελέσει ένα νόμο καθολικής συμπεριφοράς». Δηλαδή, τότε μόνο κατοχυρώνεται ηθικά μια πράξη, όταν μπορεί να γενικευθεί. Κι αυτό, γιατί κάθε πράξη που πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή μας και γίνεται υπεύθυνα και συνειδητά, εκφράζει τον ίδιο το λόγο, και η πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι ότι μπορεί και γενικεύει. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα από τα ιστορικά γεγονότα, που σας ανέφερα. Τη διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί όλος ο Ελληνικός στόλος. Αν ο κανόνας μιας τέτοιας πράξης, μπορούσε να γενικευθεί, τότε θα έπρεπε, ο κάθε αρχηγός του στόλου, κάθε φορά που θα ήταν δυσαρεστημένος, να δίνει διαταγή να βυθίζονται όλα τα πλοία που θα είχε κάτω από τη διοίκηση του. Καταλαβαίνετε πόσο μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν παράλογη.

Ο δεύτερος κανόνας είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρείς την ανθρωπότητα, τόσο μέσα από το άτομο σου όσο και μέσα από τους άλλους, σαν έναν σκοπό και ποτέ σαν ένα μέσο». Στον κανόνα αυτό στηρίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν έχουμε δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τους άλλους για τους δικούς μας σκοπούς. Και αυτό που είναι σωστό για το άτομο, είναι σωστό και για ένα λαό. Δεν έχει δικαίωμα ένα κράτος να χρησιμοποιεί ένα άλλο για τα δικά του συμφέροντα. Ένα τέτοιο νόημα έχει η Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η συμφωνία του Ελσίνκι δεν είναι παρά μια προσπάθεια εφαρμογής του κανόνα αυτού της Καντιανής φιλοσοφίας.

Άμεση συνέπεια των κανόνων αυτών είναι η Τρίτη Αρχή που διατυπώνει ο Καντ σαν έκφραση της ελευθερίας της βούλησης, αρχή που αποτελεί και θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικής πολιτείας: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο, ώστε η ελευθερία σου να μην περιορίζει την ελευθερία των άλλων σε μια κοινωνία ελεύθερων και ορθοφρονούντων ανθρώπων». Είναι φανερό, ότι έτσι που είναι διατυπωμένος ο κανόνας αυτός, όχι μόνο καθορίζει τα όρια της άσκησης της ελευθερίας σε μια ευνομούμενη πολιτεία, αλλά, ταυτόχρονα, δηλώνει ότι τα μέλη της αναλαμβάνουν την ευθύνη να σεβαστούν τους περιορισμούς που επιβάλλει, μια και οι νόμοι μιας δημοκρατικής πολιτείας πηγάζουν από την ελεύθερη βούλησή τους.

Από όλα αυτά προκύπτει καθαρά, ότι η ελευθερία αυτοπεριορίζεται αναγκαστικά για να υπάρξει σαν ελευθερία, γιατί αν η ίδια δεν καθορίζει τους κανόνες του αυτοπεριορισμού της, καταργεί τον εαυτό της. Έτσι, όμως, μεταμορφώνεται σε μια σειρά από υποχρεώσεις, από καθήκοντα, μεταβάλλεται δηλαδή σε ευθύνη. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η ελευθερία του συνόλου, γιατί μόνο μέσα από αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί η ελευθερία του ατόμου.

Έτσι βλέπουμε ότι η ελευθερία, αν δεν συνοδεύεται από την ευθύνη του περιορισμού της, που κάνει τη λειτουργία της αρμονική με την εξισορρόπηση που επιδιώκει των αντικρουόμενων τάσεων που πηγάζουν είτε από το άτομο είτε από μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, κλείνει μέσα της τους σπόρους της καταστροφής της. Γιατί από ελευθερία μεταβάλλεται σε ασυδοσία, που οδηγεί, τελικά, στην επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες. Τι είναι όμως η εξισορρόπηση των επί μέρους ελευθεριών με τους περιορισμούς που συνεπάγονται; Τι άλλο από την άσκηση της δικαιοσύνης.

Τους κινδύνους που περικλείνει η ανεύθυνη ελευθερία τους περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτων, δείχνοντας ότι η επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες, καταργώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, καταλήγει στη καταστροφή της πολιτείας. Αν, μας λέει στο 4ο Βιβλίο της «Πολιτείας», κάποιος που ανήκει στη τάξη των τεχνικών ή των εμπόρων, με τα χρήματα, τους οπαδούς ή την κάθε είδους ισχύ που θα αποκτούσε, βάλει στο νου του να εξουσιάσει την τάξη των πολεμιστών, ή αν ένας από την τάξη των πολεμιστών, που σκοπός της είναι να διαφυλάττει την ακεραιότητα της πολιτείας, θελήσει να εισχωρήσει και να κατευθύνει την τάξη των κυβερνώντων, ενώ δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα, ή, αν κάποιος επιχειρήσει να εξουσιάσει και τις τρεις αυτές τάξεις, το αποτέλεσμα θα είναι, καταλύοντας την αρμονία που είναι δικαιοσύνη, με την εγκληματική του αυτή πράξη, να οδηγήσει την πολιτεία στη καταστροφή.

Και νομίζω ότι είναι προτιμότερο να σας διαβάσω το ίδιο το πλατωνικό κείμενο:

Ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στο Σωκράτη και το Γλαύκωνα (“Πολιτεία”, Βιβλίο Δ. 434 α κα β): “Αλλ’ όταν γε, οίμαι, δημιουργός ων η τις άλλος χρηματιστής φύσει, έπειτα επαιρόμενος ή πλούτω ή πλήθει ή ισχυι ή άλλω τω τοιούτω εις το του πολεμικού είδος επιχειρή ιέναι, ή των πολεμικών τις εις το του βουλευτικού και φύλακος ανάξιος ων, και τα αλλήλων ούτοι όργανα μεταλαμβάνωσι και τας τιμάς, ή όταν ο αυτός πάντα ταύτα άμα επιχειρή πράττειν, τότε οίμαι και σοι δοκείν ταύτην την τούτων μεταβολήν και πολυπραγμοσύνην όλεθρον είναι τη πόλει. Παντάπασι μεν ούν. Η τριων ρα όντων γενών πολυπραγμοσύνη και μεταβολή εις άλληλα μεγίστη τε βλάβη τη πόλει και ορθότατ’ αν προσαγορεύοιτο μάλιστα κακουργία. Κομιδή μεν ούν. Κακουργίαν δε τη μεγίστην της εαυτού πόλεως ουκ αδικίαν φήσεις είναι; Πως δ’ ου;

Σας το μεταφράζω πρόχειρα:

«Αλλά, όταν όμως, νομίζω, κάποιος είναι τεχνίτης ή οτιδήποτε άλλο, προορισμένος από τη φύση του να κερδίζει χρήματα, και θριαμβολογώντας είτε για τα πλούτη του, είτε για το πλήθος των σπουδών του, είτε για τη δύναμή του, είτε για οτιδήποτε άλλο, βάζει στο νου του να εισχωρήσει στο σώμα των πολεμιστών, ή αν κάποιος από τους πολεμιστές στο βουλευτικό και το σώμα των φυλάκων, μη έχοντας τα προσόντα γι’ αυτό, παίρνοντας ο ένας του άλλου τα όργανα και τις τιμές, ή ακόμα αν ένας ίδιος άνθρωπος επιχειρήσει να τα αναλύσει όλα αυτά, νομίζω, και θα συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου, ότι αυτή η αλλαγή και η πολυπραγμοσύνη θα είναι ολέθριος για την πόλη.

-Συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη σου.

<-Ώστε η πολυπραγμοσύνη τούτη και η μεταβολή που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις τρεις αυτές τάξεις και τις συγχέει, όντας καταστρεπτική για την πόλη, σίγουρα θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς μέγιστο κακούργημα.

-Ασφαλώς, έτσι είναι.

-Δεν θα παραδεχτείς λοιπόν ότι το μεγάλο τούτο κακούργημα που διαπράττει κάποιος εναντίον της δικής του πόλης πρέπει να ονομαστεί αδικία;

Πώς να μην το παραδεχτώ;

Το θαυμάσιο αυτό πλατωνικό κείμενο μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να εισχωρήσουμε βαθύτερα στο θέμα μας και να καθορίσουμε τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στην ελευθερία του Έθνους. Εισάγοντας τη δικαιοσύνη σαν βασική προϋπόθεση της διατήρησης της ακεραιότητας και της ελευθερίας μιας πολιτείας και την αδικία σαν κύριο αίτιο της καταστροφής της, καθορίζει ταυτόχρονα την ευθύνη των μελών της. Για να μπορέσει μια πολιτεία να παραμείνει ελεύθερη, δεν πρέπει η ελευθερία του ενός, που ταυτίζεται με την άσκηση των καθηκόντων που του έχει αναθέσει η πολιτεία, να εισχωρήσει στην περιοχή της ελευθερίας και των καθηκόντων του άλλου. Και αυτό ακριβώς που διασφαλίζει την ελευθερία του καθενός, προσδιορίζοντας τα όρια της, και επιτρέπει την αρμονική συμβίωση, είναι η δικαιοσύνη. Και για τον Πλάτωνα και γενικότερα για τους Αρχαίους Έλληνες. δικαιοσύνη και αρμονία είναι δύο έννοιες ταυτόσημες.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα σε ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της Επανάστασης που σας ανέφερα. Στην ανατίναξη του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το είδος της αδικίας, που αναφέρει ο Πλάτων, που δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια καταστροφή. Την εισχώρηση ενός παράγοντα που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη, στη τάξη των κυβερνώντων. Είτε τοποθετήσουμε τον Μιαούλη στη τάξη των πλοιοκτητών, που όπως λέει ο Πλάτων, σκοπός της είναι η απόκτηση πλούτου, είτε στη τάξη των στρατιωτικών, κυβερνήτης εντολοδόχος του λαού ήταν ο Καποδίστριας. Δίνοντας διαταγή να ανατιναχθεί ο στόλος, ο Μιαούλης θέλησε να οικειοποιηθεί το ρόλο του Κυβερνήτη, που δεν του ανήκε. Το ίδιο έκανε και η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Ενώ ανήκε στη τάξη των προκρίτων του πλούτου, θέλησε να παίξει αρνητικά το ρόλο του Κυβερνήτη του Έθνους, καταλύοντας τον ίδιο τον Κυβερνήτη με μια δολοφονική πράξη. Αποτέλεσμα: κατάλυση της δικαιοσύνης, κατάλυση της αρμονίας, με όλα τα καταστρεπτικά επακόλουθα που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής ιστορίας.

Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Και για να τελειώσω με τις αναδρομές μου στη Φιλοσοφία, θα αναφερθώ και σε ένα άλλο φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, μια και το Πανεπιστήμιο μας γιορτάζει, όλες αυτές τις μέρες, τα δυο χιλιάδες τριακόσια περίπου χρόνια από τη γέννηση του. Γιατί, αν όπως φάνηκε, ελευθερία και ευθύνη έχουν έναν κοινό παρανομαστή, τη δικαιοσύνη, ο φιλόσοφος που μας έδωσε την πιο ολοκληρωμένη, μα και την πιο συγκεκριμένη εικόνα της δικαιοσύνης, είναι ο Αριστοτέλης. Όχι μόνο γιατί θεωρεί τη δικαιοσύνη σαν την υψηλότερη και τελειότερη αρετή, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι άλλες, και διακρίνει δύο είδη δικαιοσύνης, την διανεμητική και τη συναλλαγματική, χωρίς τις οποίες καμμιά κοινωνία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, μα γιατί με βάση τη δικαιοσύνη, μας δίνει μια γενική θεωρία της αρετής, που μπορεί να εφαρμοστεί στο εσωτερικό ενός κράτους για να διασφαλίσει την καλή λειτουργία του.

Έτσι, μας λέει, ότι η αρετή είναι μια συνήθεια προαιρετική, που δεν οδηγεί σε καμμίαν ακρότητα, αλλά βρίσκεται στο μέσο, γιατί στηρίζεται στη φρόνηση. «Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν». Τα κύρια χαρακτηριστικά της αρετής, επομένως και της δικαιοσύνης, είναι, λοιπόν, ότι πηγάζουν από την ελεύθερή μας βούληση, εφόσον είναι προαιρετικές, ότι δημιουργούνται χάρη στην συχνή επανάληψη, εφόσον είναι συνήθειες, ότι εκφράζουν τη μεσότητα, το σωστό δηλαδή μέτρο, και ότι πηγάζουν από τη φρόνηση και στηρίζονται στη λογική.

Μ’ αυτά που μας λέει ο Αριστοτέλης, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη, καθορίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης. Γιατί στηρίζοντας την ελευθερία στη φρόνηση, δείχνει ταυτόχρονα, ότι η ευθύνη βρίσκεται στο ποσοστό της σωστής εκτίμησης μιας πράξης, εκτίμησης που πηγάζει, από την ίδια τη λογική, έτσι ώστε κάθε απόφασή μας να μην ξεπερνά τα δίκαια μέτρα. Και ακόμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατοχυρώνεται η δικαιοσύνη, είναι η σωστή επανάληψη ελεύθερων και υπεύθυνων πράξεων.

Θα σταματήσω εδώ τις αναφορές μου στη Φιλοσοφία. Νομίζω όμως, ότι όσα σας είπα, είναι αρκετά για να καθορίσουμε το περιεχόμενο της ελευθερίας και της ευθύνης. Η σωστή άσκησή τους, προϋποθέτει τη φρόνηση. Και για να γυρίσω πάλι στα όσα σας είπα για την Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν η αγάπη για την ελευθερία, μα η φρόνηση, που έλειψε από ορισμένους αρχηγούς, γιατί ο καθένας θέλησε να εισχωρήσει στην περιοχή του άλλου, διαπράττοντας με κάποιο τρόπο το είδος της αδικίας, για το οποίο μας μίλησε ο Πλάτων.

Είναι γνωστός ο χαρακτηρισμός που δίνεται από μερικούς ξένους στους Έλληνες: «Δύο Έλληνες, πέντε καπεταναίοι».

>Πολύ φοβάμαι ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σωστός, γιατί βγαίνει από όλη την ιστορία μας.  Γι’ αυτό, αν στη διατύπωση του θέματος της ομιλίας μου, «Ελευθερία και Ευθύνη», προσέθεσα τη φράση «Διπλή παρακαταθήκη του ’21», είναι γιατί νομίζω ότι, αν οι ήρωες του ’21 έβγαιναν από τον τάφο και μιλούσαν στη θέση μου, δεν θα μας παρουσίαζαν μόνο τα ανδραγαθήματά τους, αλλά και θα μας έλεγαν τί πρέπει να αποφύγουμε, που να εξαρτάται από εμάς, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελευθερία, που με τόσες θυσίες μας παρέδωσαν. Τα λόγια, άλλωστε, του ίδιου του Κολοκοτρώνη από το Λόγο που εξεφώνησε στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838, είναι χαρακτηριστικά:

«Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια, και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εξύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν». Και συνεχίζοντας προσθέτει: «… ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό πλην καθένας κατά τη γνώμη του».

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω ότι έπειτα από 140 χρόνια θα μπορούσε να επαναλάβει κανείς λέξη προς λέξη τα σοφά αυτά λόγια του Κολοκοτρώνη. Και οφείλω να σας ομολογήσω, ότι βλέποντας τα όσα συμβαίνουν γύρω μου σε τούτο τον τόπο, με τα μάτια ενός αντικειμενικού παρατηρητή που δεν θέλει να κομματίζεται, ώστε να μην επηρεάζεται η κρίση του από συναισθηματικά ή ταξικά δεδομένα, όμως και με τα μάτια ενός ανθρώπου που αγαπά την πατρίδα του, αισθάνομαι δέος. Η άσκηση της ελευθερίας σπάνια συνοδεύεται από την ανάλογη ευθύνη, από την απαραίτητη φρόνηση, από τη συνείδηση των δυνατοτήτων μας σαν ελεύθερου μα και μικρού κράτους. Όλοι τα θέλουν όλα. Ο ένας τραβά από δω, ο άλλος από κει. Ίσως βέβαια ο καθένας από την πλευρά του να έχει δίκαιο, όλοι όμως έχουν άδικο σε σχέση με τα πεπρωμένα αυτού του τόπου.

Οι στιγμές που ζούμε σήμερα είναι από τις πιο κρίσιμες και τις πιο επικίνδυνες για το Έθνος μας για χίλιους δυο λόγους, από τους οποίους θα σας αναφέρω μόνο μερικούς:

Γιατί βρισκόμαστε σε μια από τις πιο εκρηκτικές περιοχές του κόσμου, όπου συγκρούονται μεγάλα στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα.

Γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή τεχνοκρατικού πολιτισμού, όπου ο ανθρώπινος ηρωισμός παίζει μικρό μόνο ρόλο και είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουμε μια τεχνολογία τέτοια, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να εξαρτάμε την άμυνα μας από άλλους.

Γιατί δεν αναπτύξαμε ακόμα τις βιομηχανίες που μας χρειάζονται για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε άνετα στις γρήγορα μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες της εποχής μας.

Γιατί περιστοιχιζόμαστε από ύπουλους εχθρούς, και περιμένουμε τη βοήθεια μας από άσπονδους φίλους.

Γιατί έχουμε αφεθεί αμέριμνα στις συνθήκες μιας εύκολης και άκαρπης ζωής, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, που αμβλύνει τις ικανότητές μας για αντίσταση και δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Γιατί επικρατεί σύγχυση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής και δεν είμαστε σε θέση να υπολογίζουμε τις απώτερες συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεων μας.

Όλα αυτά προδιαγράφουν, δυστυχώς, ένα αβέβαιο μέλλον, ένα μέλλον που προετοιμάζεται στο σκοτάδι και μπορεί να ορθωθεί μπροστά μας ξαφνικά. Η εισβολή στην Κύπρο είναι ένα τραγικό παράδειγμα που πρέπει να μας κρατά σε διαρκή εγρήγορση.

Αν το πρώτιστο αγαθό για ένα λαό είναι να έχει την ελευθερία του, δεν πρέπει όμως κοντά σ’ αυτό να ξεχνά, ότι όλες οι άλλες ελευθερίες, η πολιτική, η οικονομική, η ελευθερία της γνώμης κλπ που είναι απαραίτητο να υπάρχουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία για να διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός κάθε ανθρώπου, όλες αυτές οι ελευθερίες παύουν αυτόματα να υπάρχουν όταν καταλυθεί η ελευθερία του κράτους. Πολλές, όμως, φορές, οι επί μέρους αυτές ελευθερίες, όταν δεν καθοδηγούνται από τη φρόνηση και το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης, με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που δημιουργούν, αμβλύνουν την ενότητα ενός έθνους και προετοιμάζουν την καταστροφή του.

Νομίζω ότι ένα καλό μάθημα για μας τους Έλληνες, σε οποιαδήποτε παράταξη και αν ανήκουμε, θα ήταν να συμβουλευόμαστε από καιρό σε καιρό ένα ιστορικό χάρτη της Ευρώπης, για να βλέπουμε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στα 157 αυτά χρόνια που μας χωρίζουν από την Ελληνική Επανάσταση. Θα διαπιστώναμε τότε, ότι τόσες και τόσες φορές άλλαξαν τα σύνορα όλων των κρατών, ότι ολόκληρες αυτοκρατορίες όπως η Αυστροουγγρική ή η Οθωμανική έχουν καταλυθεί, ότι καινούργια κράτη, όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία έχουν εμφανιστεί και ότι άλλα έχουν εξαφανιστεί.

Οι πολιτισμοί, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Πωλ Βαλερύ, είναι θνητοί. Ακόμη περισσότερο τα διάφορα έθνη. Και η διατήρηση της ζωής τους εξαρτάται, νομίζω, σε μεγάλο βαθμό από τη θέλησή τους για ύπαρξη, και αυτή τους η θέληση από την ανάληψη των ευθυνών από όλους, τους Κυβερνώντες και τους Κυβερνόμενους, την κάθε κοινωνική ομάδα και το κάθε άτομο χωριστά. Και η φρόνηση λέει, ότι αυτό που πρέπει να πρυτανεύει, είναι η διαφύλαξη της ενότητάς μας με πράξεις δικαιοσύνης τέτοιες, που να εξασφαλίσουν την αρμονία στις σχέσεις μας, έτσι ώστε το συλλογικό συμφέρον να μην υποσκελίζεται και υποτάσσεται στο ατομικό. Και με ατομικό, δεν εννοώ μόνο τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και όλες τις προνομιούχες ομάδες, που θυσιάζουν με κερδοσκοπικές ή άλλες πράξεις τα συμφέροντα του Έθνους στα προσωπικά τους συμφέροντα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Λαός είναι από τους λαούς εκείνους που έδειξαν με τις πράξεις τους ότι επάνω απ’ όλα βάζουν την ελευθερία, γιατί τη θεωρούν σαν το υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό. Γι’ αυτό θα ήθελα να τελειώσω την ομιλία μου με την ακόλουθη διαπίστωση.

Έχουμε την τύχη, εμείς οι Έλληνες, να έχουμε τον ωραιότερο, ίσως, εθνικό ύμνο από όλους τους άλλους λαούς. Όχι μόνο γιατί γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο ποιητή, μα και γιατί είναι ένας ύμνος στην Ελευθερία. Δεν έχω, λοιπόν, παρά να επικαλεσθώ μερικούς από τους στίχους, για να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων του ’21, για να εκφράσω αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής, την αγάπη και την πίστη στην Ελευθερία:

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά

και σαν πρώτα αντριωμένη

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά.»

 

O Γεώργιος Μουρέλος (Κωνσταντινούπολη, 1912 – Αθήνα, 1994) υπήρξε Τακτικός Καθηγητής της Α΄ έδρας της Συστηματικής Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήταν ο πρώτος Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής έπειτα από την πτώση της χούντας, οπότε και αναγορεύτηκε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε επίτιμο διδάκτορα (γεγονός με ύψιστη συμβολική σημασία για την εποχή). Πέραν της ακαδημαϊκής ιδιότητας, ο Γεώργιος Μουρέλος διετέλεσε, μεταξύ άλλων, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, πρόεδρος του Συλλόγου “Οι Φίλοι του Μπουζιάνη”, μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Αισθητικής, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών της Τέχνης (AICA) και ιδρυτικό μέλος του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών. Το 1976 εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques) και το 1979 του απενεμήθη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το παράσημο του Τάγματος της Αξίας (Ordre du Mérite). Το ογκώδες αρχείο του (161 φάκελοι και σημαντικό οπτικοακουστικό υλικό), δωρήθηκε στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών από τον γιο του, Γιάννη Μουρέλο, και αποτελεί πολύτιμη συμβολή για τη μελέτη της ιστορίας του Α.Π.Θ., της Θεσσαλονίκης και των Γραμμάτων και των Τεχνών, γενικότερα, στη χώρα μας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

¹ Η απογραφή του 1828 έγινε με γνώμονα τη διοικητική διαίρεση του έτους εκείνου (Πελοπόννησος και ορισμένα νησιά). Συνεπώς, ο αριθμός των 753.400 κατοίκων δεν αφορά παρά τις παραπάνω μόνο περιοχές. Μέσω του αποτελέσματος της απογραφής του 1828 επιχειρήθηκε εκτίμηση του πληθυσμού κατά το έτος 1821 (ή όπως αναφερόταν: “εξακριβώθη αναδρομικώς ο πληθυσμός κατά το 1821”): 938.765 κάτοικοι.