Skip to main content

“L’ Agonie de Byzance”: Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Με αφορμή την επέτειο της Άλωσης

 LAgonie de Byzance

Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

 

Η Αγωνία του Βυζαντίου (L’ Agonie de Byzance) είναι μια βωβή κινηματογραφική ταινία του 1913, διάρκειας 29 λεπτών της ώρας. Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade, γνωστότερος τότε στο ευρύ κοινό από τις δύο σειρές Fantômas (1913) και Les vampires (1915), έχει επιλέξει ένα μεγίστης σημασίας ιστορικό γεγονός, την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να το αποδώσει με τα (πενιχρά) τεχνικά μέσα της εποχής. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο εγχείρημα, καθώς χρησιμοποιούνται εκατοντάδες κομπάρσοι, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια όχι μόνο αποδίδουν πιστά την εποχή, αλλά είναι ιδιαίτερα μελετημένα και φροντισμένα. Ο Feuillade αντεπεξέρχεται με επιτυχία στο γύρισμα σκηνών με μεγάλη τεχνική δυσκολία όπως είναι εκείνες των μαχών. Φυσικά, όλες οι λήψεις έχουν πραγματοποιηθεί με γνώμονα το ανθρώπινο ύψος του εικονολήπτη. Προκειμένου, ωστόσο, να υπάρχει κάποια σχετική ποικιλία, επινοήθηκε ολόκληρη σειρά από τεχνάσματα. Επιπρόσθετα, ένα συμφωνικό έργο γράφηκε ειδικά για τις ανάγκες της ταινίας από τους συνθέτες Henri Février και Léon Moreau ως μουσικό συμπλήρωμα. Η εκτέλεση είχε ανατεθεί σε μια ορχήστρα εκατό, περίπου, ατόμων με συνοδεία εκκλησιαστικού οργάνου ταυτόχρονα με την προβολή.  Η Αγωνία του Βυζαντίου είναι ένα κορυφαίο κινηματογραφικό έργο εποχής εμπνευσμένο από ένα σημαίνον ιστορικό γεγονός. Ξεκινά με την έναρξη της πολιορκίας και την τοποθέτηση, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, των στρατευμάτων του στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ακολουθούν οι κατά κύματα επιθέσεις των Οθωμανών, με χρήση του γιγαντιαίων διαστάσεων πυροβόλου, του οποίου δεν διακρίνεται στην ταινία παρά μόνο η άκρη. Στην τρίτη σκηνή, ο Μωάμεθ ο Πορθητής έχει συγκαλέσει πολεμικό συμβούλιο, όπου σχεδιάζεται η τελική επίθεση. Γύρω από την τελική αυτή επίθεση στρέφεται το δεύτερο ήμισυ του έργου με το επεισόδιο της Κερκόπορτας, τον θάνατο του αυτοκράτορα, τις λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονται οι κατακτητές, την είσοδο του Πορθητή στην Πόλη, την ανακάλυψη της σορού του αυτοκράτορα και τον αποκεφαλισμό της τελευταίας, τέλος, την θριαμβευτική επίσκεψη του Πορθητή στη βασιλική της Αγίας Σοφίας. Παίζουν οι ηθοποιοί Luitz Morat (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος), Albert Reusy (Μωάμεθ ο Πορθητής), Georges Melchior (Ιωάννης Ιουστινιάνης), καθώς και οι Edmond Bréon, Jeanne Briey, Fabienne Fabrèges και Émilien Richard. Το σενάριο είναι του ίδιου του σκηνοθέτη, τα σκηνικά του Robert Jules-Garnier. Το έργο προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αίθουσα Gaumont Palace του Παρισιού στις 24 Οκτωβρίου του 1913.

H αίθουσα Gaumont Palace το 1912.

 

Από αριστερά προς δεξιά: o σκηνοθέτης Louis Feuillade (1873-1925) και οι μουσικοσυνθέτες Henri Février (1875–1957) και Léon Moreau (1870-1946).

 

Το πρόγραμμα του έργου.

 

Ο ηθοποιός Luitz Morat στο ρόλο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

 

Το στρατόπεδο του Πορθητή.

 

Το γιγάντιο πυροβόλο (η περίφημη “Βασιλική”) του Ούγγρου οπλουργού Ουρβανού κάτω από τα Θεοδοσιανά τείχη.

 

Η τελευταία δοξολογία εντός του ναού της Αγίας Σοφίας.

 

Στις επάλξεις των τειχών της Κωνσταντινούπολης.

 

Η θριαμβευτική είσοδος του Πορθητή στην Αγία Σοφία. Του παραδίδουν την κεφαλή του Αυτοκράτορα.

 

L’ Agonie de Byzance

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Η γέννηση του τουρκικού εθνικισμού

Φωκίων Κοτζαγεώργης

Η γέννηση του τουρκικού εθνικισμού

 

Η γέννηση της τουρκικής εθνικής ιδεολογίας αποτέλεσε προϊόν συγκερασμού πολλών παραμέτρων. Οι ετερο- και αυτοπροσδιορισμοί των εμπλεκόμενων πληθυσμιακών ομάδων, προς τις οποίες απευθυνόταν μια τέτοια εθνική ιδεολογία, έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη χρονική υστέρηση της γέννησής της.

Ο όρος «Τούρκος» χρησιμοποιούνταν κατά την οθωμανική περίοδο με ένα και αποκλειστικό σημαινόμενο: τον άξεστο και αγράμματο τουρκόφωνο μουσουλμάνο αγρότη της Ανατολίας (Μ. Ασίας). Κάποιες φορές, μάλιστα, στις γραπτές πηγές των Οθωμανών η χρήση του όρου γινόταν με τρόπο υποτιμητικό, όταν αποδιδόταν σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή πληθυσμιακή ομάδα (π.χ. η φράση etrak bi-edrak, «οι απαίδευτοι Τούρκοι»). Αυτή η πραγματικότητα συνυφαίνεται με μιαν άλλη και παράγει ένα εκρηκτικά αντιφατικό εννοιολογικό μείγμα. Η οθωμανική ελίτ, νοούμενη όχι μόνο ως άρχουσα πολιτική αλλά και ως διανοητική, είχε σαφή επίγνωση της καταγωγής του γλωσσικού οργάνου που χρησιμοποιούσε. Ο γνωστός περιηγητής του 17ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπί (Evliya Çelebi) αναγνώριζε ότι η γλώσσα που μιλούσε ήταν τα τουρκικά. Ωστόσο, την πολιτική ταυτότητά του αυτός και οι όμοιοί του την απέδιδαν ως οθωμανική, λαμβάνοντάς την από την ονομασία του κράτους, του οποίου ήταν υπήκοοι. Αυτή η, τελικά, φαινομενική αντίφαση είχε ως παράγωγο την αδυναμία πρόσληψης του όρου «Τούρκος» με πολιτική σημασία από όλους τους Οθωμανούς μουσουλμάνους (και τουρκόφωνους) υπηκόους. Μόλις πρόσφατα η έρευνα επισήμανε ότι πρώτη φορά ο όρος «Τουρκία» (Türkistan) χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον σουλτάνο κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Παρισιού του 1856, για να περιγράψει την επικράτειά του, παρ’ όλα αυτά ο όρος δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε συνάφεια με οτιδήποτε σχετίζεται με τη λειτουργία του κράτους (στρατός, διοίκηση, υπηρεσίες, δίκαιο κτλ.) Συνεπώς, η εννοιολόγηση του «Τούρκος» κατά την οθωμανική περίοδο αποτέλεσε έναν πρώτο ανασχετικό παράγοντα εκδήλωσης μιας τουρκικής εθνικής ιδεολογίας.

Ο σουλτάνος Αμπτουλ Μετζιτ Α΄, επί των ημερών του οποίου έλαβαν χώρα οι εργασίες του Συνεδρίου του Παρισιού (1856).

Η επίσημη οθωμανική στάση έναντι της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 συνιστά έναν ακόμη ανασχετικό παράγοντα. Η όλη πολιτική του σουλτάνου ενώπιον του ελληνικού ζητήματος αποδεικνύει ότι μια νεωτερικών αρχών επανάσταση ήταν εκτός του ιδεολογικού σύμπαντος της οθωμανικής κρατικής ελίτ. Παρόλο που έχει προταθεί μια αιτιολογική σχέση μεταξύ ελληνικού και τουρκικού εθνικισμού, την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης η οθωμανική εξουσία υποβάθμισε τη νεωτερική εθνική ιδεολογία που βρισκόταν πίσω από τις πράξεις των Ελλήνων επαναστατών και, αφού αρχικά της προσέδωσε τον χαρακτήρα της προδοσίας έναντι του προνεωτερικού συμβολαίου προστασίας μεταξύ του μουσουλμάνου ηγεμόνα και των μη μουσουλμάνων υπηκόων του (ζίμα, dhimma), τελικά την αντιμετώπισε ως ωμή παρέμβαση των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της αυτοκρατορίας. Ο εκνευρισμός της οθωμανικής ηγεσίας, που ακολούθησε την αρχική αμηχανία μετά την εκδήλωση της επανάστασης, την εξέλιξή της και τελικά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, δεν επέτρεψε να γονιμοποιηθούν τα νεωτερικά σπέρματα της ελληνικής επανάστασης εντός της οθωμανικής πολιτικής και να προκαλέσουν ανάλογες ιδεολογικές ζυμώσεις.

Είναι την περίοδο του Τανζιμάτ (Τanzimat), μιας δυτικής έμπνευσης και οιονεί επιβολής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, που εκκολάφθηκαν ζυμώσεις και στοχασμοί και δημιουργήθηκε εύφορο έδαφος για την ανάδειξη κάποιας εθνικής ιδεολογίας. Κάθε ιστορική αφήγηση που προσπαθεί να αναλύσει και να εξηγήσει τη γέννηση του τουρκικού εθνικού φαινομένου ξεκινά από την ομάδα των Νέων Οθωμανών (Yeni Osmanlılar), η δράση της οποίας τοποθετείται κυρίως στα μέσα της δεκαετίας του 1860. Η ομάδα αυτή διαμορφώθηκε σε μια περίοδο ωρίμανσης του Τανζιμάτ, τόσο με τη δημοσίευση του περισσότερο μεταρρυθμιστικού διατάγματος του Χάτι Χουμαγιούν (hatt-ı hümâyûn) του 1856 όσο και με την εμφάνιση της πρώτης γενιάς Οθωμανών διανοούμενων, οι οποίοι είχαν μορφωθεί αποκλειστικά μέσα στην περίοδο του Τανζιμάτ. Η διάδοση των ιδεών αυτής της κίνησης βοηθήθηκε ιδιαίτερα από το νέο μέσο επικοινωνίας στην οθωμανική κοινωνία, τον Τύπο.

Οι Νέοι Οθωμανοί ως ομάδα διανοουμένων προέκυψε από τη μυστική οργάνωση Πατριωτική Συμμαχία (İttifak-i Hamiyet), που ιδρύθηκε το 1865, και αντιτίθετο στην πολιτική του Τανζιμάτ. Οι Νέοι Οθωμανοί δεν ήταν πολιτική οργάνωση ούτε όσοι εντάσσονταν σε αυτήν την κίνηση είχαν τις ίδιες απόψεις. Ωστόσο, η σημασία της έγκειται στο ότι επρόκειτο για την πρώτη ιδεολογική κίνηση μουσουλμάνων διανοουμένων με νεωτερικές αποχρώσεις, που εκδηλώθηκε στην οθωμανική ιστορία και αποτέλεσε την απαρχή μιας μακράς περιόδου ιδεολογικών ζυμώσεων, οι οποίες έμελλε να οδηγήσουν τελικά στην ίδρυση του τουρκικού κράτους και στην ολοκλήρωση μιας μορφής τουρκικής εθνικής ιδεολογίας.

Οι Νέοι Οθωμανοί ήταν νέοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι ήταν εξοικειωμένοι με τους δυτικούς θεσμούς και ιδέες. Ωστόσο, αντιτάχθηκαν σφοδρά στην πολιτική του Τανζιμάτ, όπως αυτή εφαρμοζόταν από τους μεγάλους βεζίρηδες Αλί πασά (Ali Paşa) και Φουάτ πασά (Fuad Paşa), θεωρώντας την μια επιφανειακή απομίμηση του ευρωπαϊκού μοντέλου και έναν μονόπλευρο γραφειοκρατικό δεσποτισμό, ο οποίος δεν λάμβανε υπόψη τις παραδοσιακές οθωμανικές και ισλαμικές αξίες. Οι Νέοι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν το νεωτερικό πολιτικό λεξιλόγιο μεταφράζοντάς το σε μια ισλαμική, παραδοσιακών καταβολών, κοινωνία, προσπαθώντας να συνταιριάξουν τις παραδοσιακές αξίες της δεύτερης με τα ιδεολογικά και πολιτικά προτάγματα της πρώτης. Το αίτημά τους για την παροχή Συντάγματος με τη λειτουργία Κοινοβουλίου ενστάλαζε εντός του όχι μόνο τη νεωτερική αρχή της πολιτικής αντιπροσώπευσης και του ελέγχου της εξουσίας αλλά και την ισλαμική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της εκλογής ηγέτη από ένα σώμα που αποτελούσε τη μουσουλμανική ούμα (umma, κοινότητα πιστών). Οι Νέοι Οθωμανοί προχώρησαν περισσότερο και ιστορικοποίησαν τα συνταγματικά αιτήματα με την πραγματικότητα της οθωμανικής κοινωνίας. Μέσα από το Σύνταγμα, κατ’ αυτούς, αφενός θα υπήρχε ένα όργανο ελέγχου των κυβερνητικών αυθαιρεσιών και της κατίσχυσης της γραφειοκρατίας πάνω στην κοινωνία, αφετέρου, με τη συμμετοχή στο Κοινοβούλιο των νομικά ίσων πια μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων υπηκόων, θα διαμορφωνόταν μια ενιαία πολιτική πατρίδα (vatan), που θα αποτελούσε πρόσκομμα στην ανάπτυξη του τοπικιστικού φατριασμού, ενός ιδιαιτέρως επικίνδυνου φαινομένου για εκδήλωση αποσχιστικών τάσεων.

Μέλη της Πατριωτικής Συμμαχίας.

Οι απόψεις των Νέων Οθωμανών μόνο έμμεσα επηρέασαν τις εξελίξεις που οδήγησαν στην έκδοση του πρώτου οθωμανικού Συντάγματος το 1876. Επιπλέον, ως απόψεις μιας ελίτ διανοουμένων, δεν είχαν απήχηση σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, ειδικά εκτός της πρωτεύουσας. Από την άλλη, όμως, η προσπάθεια σύνδεσης των δυτικών ιδεών με τις αρχές του Ισλάμ επηρέασε βαθιά τους εκσυγχρονιστές ισλαμιστές Οθωμανούς διανοούμενους, ενώ άλλες δύο έννοιες, αυτές της ενιαίας οθωμανικής πολιτικής ταυτότητας και της ενιαίας πατρίδας, θα γίνει προσπάθεια να αξιοποιηθούν τα επόμενα χρόνια προς όφελος της σωτηρίας του κράτους. Ο επιφανέστερος εκπρόσωπος των Νέων Οθωμανών, ο συγγραφέας Ναμίκ Κεμάλ (Namik Kemal, 1840-1888), φαίνεται ότι επηρέασε ακόμη και τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (Mustafa Kemal Atatürk).

O Ναμίκ Κεμάλ σε φωτογραφία του 1878.

Ασχέτως αν αναγνωρίζεται ή όχι η επίδραση των Νέων Οθωμανών στη μεταγενέστερη οθωμανική πολιτική σκέψη, το βέβαιο είναι ότι οι κατοπινές ιδεολογικές ζυμώσεις στηρίχθηκαν πάνω σε διακυβεύματα που αυτοί έθεσαν. Το Σύνταγμα, η σχέση νεωτερικότητας και Ισλάμ και η έννοια της ενιαίας πολιτικής ταυτότητας ή και πατρίδας αποτέλεσαν αντικείμενα διανοητικών προβληματισμών και πολιτικών προγραμμάτων και πρωτοβουλιών κατά την επόμενη πεντηκονταετία, μέχρι τη διάλυση της αυτοκρατορίας. Οι εξωτερικές εξελίξεις έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην επιτάχυνση εσωτερικών ιδεολογικοπολιτικών ζυμώσεων.

Η ισότητα μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων ήταν η νέα πραγματικότητα της εποχής των Νέων Οθωμανών, που τους οδήγησε να εισαγάγουν την έννοια της ενιαίας πολιτικής ταυτότητας και να γίνουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εισηγητές της ιδεολογίας του Οθωμανισμού (Osmanlılık). Παρόλο το ενδιαφέρον τους για το Ισλάμ, οι Νέοι Οθωμανοί υποστήριξαν ότι έπρεπε να σμιλευτεί η νέα πολιτική οθωμανική ταυτότητα. Η ιδεολογία του Οθωμανισμού είναι νεωτερικών καταβολών και ουσιαστικά μια προσπάθεια μετάφρασης της προνεωτερικής αρχής της υποταγής στον Οθωμανό ηγεμόνα στο ιδίωμα του Διαφωτισμού. Οι όροι με τους οποίους οι διανοούμενοι προσπάθησαν να συνταιριάξουν τον επιθετικό προσδιορισμό «οθωμανικός» ήταν το «μιλέτι» (millet) και η «βατάν» (vatan). Αμφότεροι διακρίνονταν από εννοιολογική ασάφεια και αοριστία. Αδυνατούσαν οι διανοούμενοι να προσδιορίσουν το οθωμανικό μιλέτι σε σχέση με το ισλαμικό, αλλά και υπό το φως των αναδυόμενων εθνικών ιδεολογιών, από τις οποίες εμφορούνταν οι χριστιανοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας. Ούτε, όμως, η «πατρίδα-βατάν» λάμβανε συγκεκριμένο γεωγραφικό και πολιτικό σημαινόμενο στον εισηγητή του όρου, Ναμίκ Κεμάλ, πέραν μιας ασαφούς γενέτειρας μαζί με τις μνήμες και τις αξίες που αυτή ανέσυρε και προϋπέθετε. Ωστόσο, ο οθωμανισμός θα παραμείνει στην πολιτική σκέψη της αυτοκρατορίας ως εναλλακτική πολιτική πρόταση και θα ανασυρθεί λίγες δεκαετίες αργότερα από τους Νεότουρκους, αμέσως μετά το κίνημά τους το 1908, ως βασική ιδεολογία τους.

Εν τη γενέσει του, όμως, ο Οθωμανισμός είχε τα σπέρματα του απραγματοποίητου. Η εγκατάλειψη από την «οθωμανική οικογένεια» της πλειονότητας των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας, ως αποτέλεσμα της βαλκανικής κρίσης του 1875-78, ανάγκασε τον σουλτάνο Αμπντουλχαμίτ Β΄ (Abdülhamid II) να αναστοχαστεί πάνω στην ταυτότητα που θα έπρεπε να εμφυσήσει στους υπηκόους του και να αναπροσαρμόσει την πολιτική του. Κατά τρόπο ανάλογο με τους προηγούμενους, ο σουλτάνος ανέσυρε από το οθωμανικό ιδεολογικό οπλοστάσιο την έννοια της προσήλωσης στο Ισλάμ, επενδύοντάς την, όμως, τώρα με νεωτερικό περίβλημα. Η ιδεολογία του πανισλαμισμού (Pan-islamism) αποτέλεσε κυρίαρχη πολιτική του Αμπντουλχαμίτ Β΄ στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες εξελίξεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό του κράτους του. Ακολουθώντας τη γραμμή των «παν-» ιδεολογιών (για παράδειγμα: παγγερμανισμός, πανσλαβισμός), ο σουλτάνος προώθησε την ιδέα της ενότητας και της αδελφοσύνης όλων των μουσουλμάνων του κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό ενισχύθηκε η θρησκευτική εκπαίδευση εντός του κράτους, αναπτύχθηκαν σχέσεις με τους μουσουλμάνους εκτός του κράτους, ιδιαίτερα με αυτούς της Ρωσίας, διαμορφώθηκε και εντάθηκε μια θρησκευτική προπαγάνδα και προβλήθηκε η ιδιότητα του σουλτάνου ως χαλίφη. Το χαλιφάτο, από την εποχή της κατάκτησης των ιερών πόλεων επί Σελίμ Α΄ (Selim I), χρησιμοποιήθηκε από τους Οθωμανούς σουλτάνους ως πολιτικό εργαλείο κυρίως στις διακρατικές σχέσεις τους και ως όργανο πολιτικής ρητορείας στο εσωτερικό, αλλά ποτέ με συστηματικό ούτε με πολιτικά κυρίαρχο τρόπο. Ο Αμπντουλχαμίτ οδηγήθηκε στην υιοθέτηση αυτής της πολιτικής, για να αντιμετωπίσει τις απρόκλητες επεμβάσεις των δυτικών χριστιανικών δυνάμεων στα εσωτερικά του κράτους και την ολοένα αυξανόμενη απομάκρυνση –πολιτική, ιδεολογική, ψυχολογική– των χριστιανών υπηκόων του από το κράτος. Αυτή η ιδεολογία θα προσπαθήσει αφενός να κινητοποιήσει όλους τους μουσουλμάνους του κόσμου, μηδέ των μουσουλμανικών πληθυσμών των αποικιοκρατούμενων χωρών εξαιρουμένων (π.χ. Ινδών), προς όφελος του οθωμανικού κράτους ως μοναδικού υπερασπιστή του Ισλάμ έναντι της Δύσης· αφετέρου, θα προσπαθήσει να ενισχύσει την ισλαμική ταυτότητα της μουσουλμανικής πλειονότητας του κράτους του, ιδιαίτερα των Τούρκων και των Αράβων υπηκόων του. Η ιδεολογία τελικά προσπάθησε να μετατρέψει την προνεωτερική θρησκευτική ταυτότητα σε νεωτερικά πολιτική, προοιωνίζοντας τη ρήξη μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών Οθωμανών υπηκόων. Η απήχηση της πολιτικής εκτός συνόρων ήταν πενιχρή, ενώ εντός εντοπίζεται σε εκσυγχρονιστές ισλαμιστές διανοούμενους, οι οποίοι, όμως, χρησιμοποιούσαν βοηθητικά το Ισλάμ, για να συγκροτήσουν μια δική τους πολιτική πρόταση και ιδεολογία. Η επίκληση στη θρησκευτική ταυτότητα δεν συγκινούσε πια τους μη τουρκόφωνους μουσουλμάνους της αυτοκρατορίας, πρωτίστως τους Αλβανούς και δευτερευόντως τους Άραβες. Η απομάκρυνση του Αμπντουλχαμίτ Β΄ από τον θρόνο σήμανε την εγκατάλειψη αυτής της ιδεολογίας, αν και οι Νεότουρκοι προσπάθησαν κατά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου να την χρησιμοποιήσουν πάλι καλώντας όλους τους μουσουλμάνους σε ένα «ιερό πόλεμο» (τζιχάντ-djihad) εναντίον των χριστιανών εχθρών.

Δεν ήταν τόσο η πανισλαμική πολιτική του Αμπντουλχαμίτ Β΄ που θεωρήθηκε ξεπερασμένη –ή και ανεφάρμοστη– για την εποχή του όσο οι μέθοδοι που αυτός μετήλθε και το ύφος της εξουσίας του που προκάλεσαν αντιδράσεις και ιδεολογικοπολιτικές ζυμώσεις στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Έτσι, οι πρώτες πολιτικές οργανώσεις, εντός των οποίων κυοφορήθηκε κρίσιμης σημασίας ιδεολογική ζύμωση, δημιουργήθηκαν ως αντιπολίτευση στην αυταρχική πολιτική του σουλτάνου. Αρχικά το 1889 φοιτητές της στρατιωτικής ιατρικής σχολής ίδρυσαν μια μυστική οργάνωση με στόχο την αποκατάσταση του Συντάγματος και του Κοινοβουλίου και, όταν αυτή εξαρθρώθηκε, όσοι διασώθηκαν από τις διώξεις του καθεστώτος ίδρυσαν το 1894 στο Παρίσι μια νέα, υπό την επωνυμία Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο (ΕΕΠ, İttihad ve Terakki Cemiyeti). Τα μέλη της έμειναν γνωστά ως Νεότουρκοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι επρόκειτο για πολιτική οργάνωση με αποκλειστικό, αρχικά, στόχο την επαναφορά του Συντάγματος του 1876, που αντιμετώπιζε την προοπτική ακόμη και της καθαίρεσης του σουλτάνου ως επιθυμητή λύση, προκειμένου να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος. Οι όποιες ιδεολογικές ζυμώσεις έπονταν αυτού του στόχου και προέκυψαν εκ των πραγμάτων στην πορεία. Η οργάνωση είχε παραρτήματα τόσο στην αυτοκρατορία όσο και στην Ευρώπη και συμμετείχαν σε αυτήν πολιτικά πρόσωπα από ποικίλα θρησκευτικά και εθνικά περιβάλλοντα της αυτοκρατορίας (Αρμένιοι, Αλβανοί, Τούρκοι, Τάταροι κτλ.)

Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄ λίγο πριν από την καθαίρεσή του το 1909.

Η αρχικά επιτυχημένη προσπάθεια του Αμπντουλχαμίτ να εξαρθρώσει την οργάνωση οδήγησε τους αντιφρονούντες στο εξωτερικό. Ύστερα από το πρώτο συνέδριο της ΕΕΠ στο Παρίσι το 1902 διαφάνηκαν δύο παρατάξεις μέσα στους κόλπους της: η πρώτη, η πολυπληθέστερη, υπό τον πρίγκιπα Σαμπαχεντίν (Sabaheddin), ανιψιό του σουλτάνου, υποστήριζε την ξενική επέμβαση για να καταρρεύσει το αυταρχικό καθεστώς του σουλτάνου, ενώ η δεύτερη, υπό τον Αχμέτ Ριζά (Ahmed Rıza), αντιτίθετο σε μια ξενική επέμβαση. Γρήγορα η αντιπαράθεση έλαβε αποχρώσεις εθνικής ιδεολογίας, καθώς η πρώτη τάση συγκέντρωνε αρμενικές και αλβανικές επαναστατικές ομάδες, ενώ η δεύτερη πρότασσε τον όρο «Τούρκος» έναντι του «Οθωμανός» για τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό της και λάμβανε εθνικιστικές αποχρώσεις. Σημαντικό γεγονός όσον αφορά την ανάληψη πολιτικής δράσης αποτέλεσε η πρόσκληση που ένα μέλος της οργάνωσης απηύθυνε, τον Ιανουάριο του 1906, προς τον στρατό να συμμετάσχει στο κίνημα. Το ίδιο έτος ήταν σημαντικό γιατί, αν και η ΕΕΠ δεν συμμετείχε στις ευρείας κλίμακας μουσουλμανικές εξεγέρσεις στην Ανατολία των ετών 1905-1907, ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η μυστική οργάνωση Επιτροπή για την Οθωμανική Ελευθερία (ΕΟΕ, Osmanlı Hürriyet Cemiyeti), στην οποία εντάχθηκαν πολλοί στρατιωτικοί και συνδέθηκαν με την ΕΕΠ. Επιπλέον, η ρήξη μεταξύ της παράταξης Σαμπαχεντίν και της παράταξης Ριζά στο συνέδριο του Παρισιού το 1907 διευκόλυνε την υιοθέτηση από την ΕΕΠ της τουρκικής τάσης και της στροφής της στον πολιτικό ακτιβισμό.

Τα παραπάνω γεγονότα σε συνδυασμό με την προϋπάρχουσα δράση μυστικών οργανώσεων στη Μακεδονία εξηγούν γιατί, πού και πότε εκδηλώθηκε τελικά το κίνημα αντίδρασης στο καθεστώς του Αμπντουλχαμίτ. Στρατιωτικές δυνάμεις στο Μοναστήρι και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, εμπνεόμενες από το επαναστατικό πρόγραμμα της ΕΕΠ και μιμούμενες τις μεθόδους των χριστιανικών ανταρτικών ομάδων που δρούσαν μέχρι τότε στη Μακεδονία, εξεγέρθηκαν με βασικό αίτημα την επαναφορά του Συντάγματος του 1876. Η επίκληση στην ιδεολογία του οθωμανισμού ήταν μονόδρομος για τους Νεότουρκους, προκειμένου να μην αποκλειστεί ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο, τμήμα του οθωμανικού πληθυσμού της Μακεδονίας και να επιτύχει έτσι το κίνημα τον στόχο του. Τα γεγονότα μετά τον Ιούλιο του 1908, όταν εκδηλώθηκε το κίνημα, είναι γνωστά. Η δεύτερη συνταγματική περίοδος της οθωμανικής ιστορίας άρχιζε.

Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο οι ιδεολογικές ζυμώσεις συναρμόζονται και συνδιαμορφώνονται με την πολιτική δράση κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Η επίκληση του Αμπντουλχαμίτ στους απανταχού μουσουλμάνους, η ανάπτυξη εκτός των οθωμανικών συνόρων της νεοτουρκικής ΕΕΠ και οι ζυμώσεις στο εσωτερικό της οργάνωσης έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στον μετασχηματισμό των θεωρητικών προβληματισμών, που προέρχονταν από τους εκτός οθωμανικής επικράτειας μουσουλμάνους, σε ενεργή δράση εντός της αυτοκρατορίας. Ένα από τα διακυβεύματα που προέκυψαν μέσα από αυτές τις εξελίξεις ήταν ο ορισμός μιας νέας πολιτικής ταυτότητας για τα υποκείμενα της αντικαθεστωτικής δράσης. Η διαμόρφωση μιας τουρκικής εθνικής ιδεολογίας μπορεί να εντοπιστεί ακριβώς στα χρόνια αυτά.

The Revolt to End the Ottoman Sultanate – The 1908 Young Turk Revolution

 

Άλλη μια «παν-» ιδεολογία, ο Παντουρκισμός (Pan-Turkism), βρήκε πρόσφορο έδαφος στα πολιτικά συμφραζόμενα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Ως όρος διατυπώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1860 και έλαβε ιδεολογικό περιεχόμενο από τους υπό ρωσική κυριαρχία διαβιούντες μουσουλμάνους διανοούμενους, κυρίως Τάταρους και Αζέρους. Ως ιδεολογία ο παντουρκισμός υποστήριζε τον υποσκελισμό του Ισλάμ ως κοινού υποστρώματος όλων αυτών των πληθυσμών από την έννοια της «τουρκικότητας», νοούμενης ως κοινής γλώσσας και –κυρίως– κοινής καταγωγής. Χωρίς να αποκηρύσσουν το Ισλάμ, οι παντουρκιστές διανοούμενοι προσπάθησαν να εμπεδώσουν μια νέα ταυτότητα, η οποία θα ερείδεται στο τρίπτυχο ενότητα γλώσσας – ενότητα σκέψης – ενότητα πράξης, κατά τον Τάταρο Ισμαήλ Γκασπρίνσκι (ή Γκασπίραλι, Ismail Gasprinskiy/Gaspirali). Όπως και οι άλλες «παν-» ιδεολογίες, ο παντουρκισμός προχώρησε σε ένα δεύτερο στάδιο στην εμπέδωση μιας καθαρά πολιτικής ταυτότητας. Εξέχον μέλος αυτής της τάσης ήταν ο ταταρικής καταγωγής μετανάστης στην Κωνσταντινούπολη Γιουσούφ Ακτσουρά (Yusuf Akçura). Ο Ακτσουρά στο κείμενό του για τα Τρία Είδη Πολιτικής (Üç Tarzı Siyaseti), γραμμένο το 1904, συζήτησε τις τρεις κυρίαρχες την εποχή του ιδέες του οθωμανισμού, του πανισλαμισμού και του παντουρκισμού. Αποδεικνύοντας ότι οι δύο πρώτες ήταν ανεφάρμοστες, κατέληξε στη λειτουργικότητα της τελευταίας. Επικέντρωσε τη σκέψη του στην κοινή καταγωγή των Τούρκων και στα πολιτικά τους επιτεύγματα στο παρελθόν, και υποστήριξε την ανάγκη συνένωσής τους σε ένα εθνικό κράτος. Η μετάβαση σε μια τουρκική εθνική ταυτότητα είχε συντελεστεί, αν και οι διαπρύσιοι κήρυκές της βρίσκονταν εκτός των οθωμανικών συνόρων. Ωστόσο, με τα πολιτικά δεδομένα της εποχής, αυτοί οι διανοούμενοι δεν θα μπορούσαν να αναζητήσουν πουθενά αλλού κρατική στέγη για αυτό το ιδεατό εθνικό κράτος παρά μόνο στον χώρο της (εναπομείνασας) οθωμανικής αυτοκρατορίας.

O Γιουσούφ Ακτσουρά και οι ιδεολογικές του παρακαταθήκες.

Η ΕΕΠ, η οποία τελικά κυριάρχησε στον πολιτικό στίβο της αυτοκρατορίας μετά το αποτυχημένο αντιπραξικόπημα του 1909 και τη δίωξη των αντιπάλων της στο εσωτερικό, δεν ήταν ομόθυμη αναφορικά με την υιοθέτηση της παντουρκικής ιδεολογίας. Ωστόσο, από το 1912 και εξής και μέσα στο πλαίσιο των εδαφικών απωλειών και των διεθνών εξελίξεων η παντουρκική ιδεολογία υιοθετήθηκε από μεγάλο τμήμα της κυβερνώσας ΕΕΠ. Ο ισχυρός ηγέτης των Νεοτούρκων Εμβέρ πασάς (Enver Paşa) προσπάθησε, εν μέσω Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στέλνοντας δυνάμεις στη Νότια Ρωσία, να χαράξει την προοπτική μιας παντουρκικής αυτοκρατορίας στη θέση της καταρρέουσας οθωμανικής. Την ίδια περίοδο η προσπάθεια πολιτικού και οικονομικού εκτουρκισμού της αυτοκρατορίας από τους ιθύνοντες εντάθηκε και ο παντουρκισμός χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό εργαλείο, αν και όχι ως κυρίαρχη πολιτική.

Η πολιτική δράση συνήθως αποτελεί αποτέλεσμα διεργασιών σε ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, οι έννοιες της κοινής τουρκικής γλώσσας και της κοινής καταγωγής αναδύονταν ως βασικές για τους νέους προσανατολισμούς της οθωμανικής διανόησης. Η χρήση του όρου «Τούρκος» άρχισε να αποκτά ευρεία διάδοση και να υιοθετείται από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της Ανατολίας. Η ίδρυση πολιτιστικών ενώσεων, όπως η Τουρκική Ένωση (Türk Derneği), η Τουρκική Εστία (Türk Ocağı) και η Τουρκική Πατρίδα (Türk Yurdu), όλες ιδρυμένες στο γύρισμα από την πρώτη στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, έθεσαν ως στόχους αφενός την έρευνα, τη μελέτη και την ανάδειξη του κοινού ιστορικού παρελθόντος των Τούρκων, της γλώσσας συμπεριλαμβανομένης, αφετέρου τη διάδοσή τους κυρίως στις αγροτικές μάζες της Ανατολίας. Η αυτοκρατορία είχε αρχίσει να χάνει τον πολυεθνοτικό χαρακτήρα της, ενώ τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε συρρικνωθεί στα εδάφη της στην Ανατολία και στις αραβικές επαρχίες. Επιπλέον, με την εξαίρεση των πάντα καχύποπτων για την οθωμανική ηγεσία Ρωμιών και Αρμενίων, οι υπόλοιποι πληθυσμοί διακρίνονταν από την κοινή μουσουλμανική και, με εξαίρεση τους Άραβες, τουρκική ταυτότητα, η οποία λειτουργούσε ως ομπρέλα και ως φαντασιακή εθνική κοινότητα. Έτσι, τα θεωρητικά διδάγματα του παντουρκισμού έβρισκαν πρακτικό αντίκτυπο στην πραγματικότητα της αυτοκρατορίας της εποχής, αν και δεν απαντούσαν πλήρως στο ερώτημα περί της σωτηρίας του κράτους.

Η ιστορική συνέχεια σύμφωνα με τις αντιλήψεις της  Τουρκικής Ένωσης.

Οι ταχύτατες εξωτερικές αλλαγές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα οδήγησαν σε αναπροσαρμογή του θεωρητικού μοντέλου του παντουρκισμού σε έναν ρεαλιστικότερο τουρκισμό (Türkçülük). Ο μάλλον κουρδικής καταγωγής κοινωνιολόγος και πολιτικός στοχαστής Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp) διατύπωσε με πληρέστερο τρόπο αυτήν τη νέα ιδεολογική αρχή και κατέστη ο θεωρητικός της ΕΕΠ. Ο Γκιοκάλπ αρχικά συζήτησε την ιδέα ύπαρξης ενός γνήσιου Ισλάμ, αποκαθαρμένου από τις αραβικές παραδόσεις, το οποίο θα λειτουργούσε ως πολιτισμικό υπόστρωμα, αλλά θα διαχωριζόταν από τη λειτουργία του κράτους. Η χρησιμότητα του Ισλάμ, κατά τον Γκιοκάλπ, οφειλόταν στην υιοθέτηση ενός ηθικού αξιακού κώδικα, ο οποίος ήταν ζυμωμένος επωφελώς με την τουρκική εθνική κουλτούρα. Ως εθνικιστής στοχαστής, ο Γκιοκάλπ πρότασσε σαφώς την τουρκική εθνική κουλτούρα από το Ισλάμ. Γι’ αυτόν η τουρκικότητα, νοούμενη ως λαϊκή κουλτούρα, αποτελούσε τον συνεκτικό δεσμό του έθνους. Ως γνήσιος οπαδός του Γάλλου κοινωνιολόγου Εμίλ Ντιρκέμ (Emile Durkheim) πρότασσε την κοινωνία πάνω στο άτομο. Ο Γκιοκάλπ, πέραν των παραπάνω, θεώρησε ότι ο δυτικός τρόπος ζωής μπορούσε να καταστεί λυσιτελής για το τουρκικό έθνος. Ήταν οι υλικές και τεχνολογικές επιτεύξεις του που έπρεπε να αποτελέσουν βασικό στοιχείο της τουρκικής εθνικής κουλτούρας. Έτσι, κατέληξε στα τρία συστατικά στοιχεία που με τεχνητό τρόπο συνέθεταν τον σύγχρονό του τουρκικό πολιτισμό: την τουρκικότητα, το Ισλάμ και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

O Ζιγιά Γκιοκάλπ και ο τάφος του στην Κωνσταντινούπολη.

Όμως οι πολιτικοί ηγέτες δεν ήταν θεωρητικοί, ενώ και στις ιδεολογικές επιλογές τους ήταν μάλλον εκλεκτικιστές, και οι διανοούμενοι διατηρούσαν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους στις θεωρητικές αναζητήσεις τους. Κατά συνέπεια, τα γεγονότα του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και η απώλεια των αραβικών επαρχιών και πληθυσμών για την αυτοκρατορία, μαζί με την καθολική στρατιωτική ήττα, οδήγησαν, με τρόπο πιεστικό, αμφότερους, πολιτικούς και διανοουμένους, να απορρίψουν τις ιδεολογίες του οθωμανισμού, του πανισλαμισμού, αλλά και του παντουρκισμού, καθώς η ταπεινωμένη και ανίσχυρη Οθωμανική αυτοκρατορία δεν είχε ούτε τις προϋποθέσεις ούτε τη βούληση να πραγματώσει το παντουρκιστικό πρόγραμμα.

Η εμφάνιση του Μουσταφά Κεμάλ στο μεταπολεμικό πολιτικό προσκήνιο της αυτοκρατορίας μετουσίωσε τις υπάρχουσες ιδέες σε μια ρεαλιστικά εφαρμόσιμη πολιτική. Ο ίδιος διέθετε το 1919 δύο πολύ βοηθητικά στοιχεία, τα οποία θα τον οδηγούσαν στην κορυφή: ήταν εξέχον μέλος του οθωμανικού στρατού με ανδραγαθίες στα μέτωπα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και –αν και εξαρχής συμμετείχε στην ΕΕΠ– είχε μείνει μακριά από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις από το 1908 μέχρι τη λήξη του πολέμου. Ως στρατιωτικός και άνθρωπος της πράξης δεν είχε δείξει κάποια ιδεολογική προτίμηση. Κρίνοντας εκ των υστέρων θα υποστηρίζαμε ότι η όποια ιδεολογία μπορεί να ανιχνευτεί στον ίδιο αποτελούσε ένα –όχι συνεκτικό– σύνολο πολιτικών πρακτικών και οικειώσεων θεωρητικών κεκτημένων, διαμορφωμένο μέσα από τις πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις.

Το Συνέδριο της Σεβάστειας (Σεπτέμβριος 1919) και η διαμόρφωση του εθνικού προγράμματος του Κεμάλ (τρίτος από αριστερά στην πρώτη σειρά).

Η Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού περιόριζε τα εδάφη της αυτοκρατορίας μόνο στην Ανατολία. Υπήρχε, δηλαδή, ένα εδαφικό μίνιμουμ, το οποίο το κράτος έπρεπε να υπερασπιστεί πάση θυσία. Αυτό το στοιχείο, που προέκυψε από τις διπλωματικές εξελίξεις, αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση του εθνικού προγράμματος του Κεμάλ. Η εδαφικότητα, στοιχείο αναπόσπαστο της νεωτερικής αντίληψης περί του έθνους-κράτους, αποτέλεσε έκτοτε βασικό στοιχείο του προγράμματός του. Η Ανατολία έγινε η μητέρα πατρίδα τού υπό διαμόρφωση τουρκικού έθνους. Ο Κεμάλ έπρεπε να σφυρηλατήσει τους δεσμούς των κατοίκων με τη γη και να της προσδώσει μια τουρκική ιστορική συνέχεια. Η Ανατολία ήταν η μήτρα (Anadolu ως παρετυμολογημένη λέξη σημαίνει «γεμάτη/εγγυμονούσα μητέρα»), η γεωγραφική αναφορά των κατοίκων του νέου έθνους. Τελικά, η Ανατολία θα συγκροτούσε το νέο έθνος-κράτος με σαφή και συνεκτικά γεωγραφικά σύνορα, όπως συνέβαινε στα ευρωπαϊκά και τα άλλα νεωτερικά κράτη.

Το νέο κράτος ονομάστηκε με μια νεοδιατυπωμένη λέξη «Τουρκία», παράγωγο του εθνωνύμιου «Τούρκος». Η Τουρκία συνιστά ευθεία ρήξη με το αυτοκρατορικό και προνεωτερικό πολιτικό ιδεώδες και αντ’ αυτού θα είναι η πραγμάτωση της πανταχού επικρατούσας νεωτερικής πολιτικής αντίληψης. Η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Άγκυρα συνιστούσε πράξη πολιτικού συμβολισμού προς την ίδια κατεύθυνση.

Η κοσμικότητα, στοιχείο και αυτό της εθνικής ιδεολογίας, είχε αρχίσει να υιοθετείται από αρκετούς διανοουμένους, καθώς το Ισλάμ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρήθηκε πολιτικά ήκιστα επωφελές εργαλείο και ιδεολογικά αλυσιτελές στοιχείο στην εμπέδωση μιας νέας εθνικής κοινότητας για τους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, ο υποσκελισμός της θρησκείας από την εθνική ταυτότητα δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί χωρίς δυναμικές και εκ των άνω λύσεις στο συγκεκριμένο πληθυσμιακό σώμα των τουρκόφωνων αγροτών της Ανατολίας.

Ο εκδυτικισμός της μεσοπολεμικής Τουρκίας.

Ο εξευρωπαϊσμός και η υιοθέτηση δυτικών τρόπων ζωής επίσης είχε τύχει ιδεολογικής επεξεργασίας από τους διανοουμένους, αν και πάντα ως σύνθεση μαζί με ισλαμικές πρακτικές. Και εδώ, όμως, παρόλο που οι δυναμικές εκ των άνω παρεμβάσεις κρίθηκαν απαραίτητες, ως έννοια ο εκδυτικισμός (batılılaşma) δεν ήταν ξένη με τις κυκλοφορούσες αντιλήψεις στον χώρο της διανόησης.

Πιο σύνθετο ήταν το εγχείρημα να προσδιοριστεί το νέο έθνος. Προφανώς η Τουρκία αποτελούνταν από Τούρκους. Η διαμόρφωση μιας τουρκικής εθνικής ταυτότητας δεν ήταν εύκολη, παρόλο που υπήρχε αρκετή προεργασία επ’ αυτού τουλάχιστον από την προηγούμενη εικοσαετία. Η λαϊκή γλώσσα της Ανατολίας και ο τουρκόφωνος αγρότης είχαν ελκύσει το ενδιαφέρον συγγραφέων και διανοουμένων. Έτσι, μπορούσαν να αποτελέσουν βασικά στοιχεία μιας νέας εθνικής ταυτότητας για τους πολίτες αυτού του κράτους.

Ωστόσο, παρέμενε το πρόβλημα του καθορισμού αυτού του τουρκικού έθνους. Κατά την ορολογία του Μπένεντικτ Άντερσον (Benedict Anderson), θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το τουρκικό έθνος του Κεμάλ ήταν μια φαντασιακή κοινότητα, η οποία έπρεπε να αποκτήσει σαφή και αδιαπραγμάτευτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Παρ’ όλες τις αλλαγές που επέφεραν ο Α΄ Παγκόσμιος και ο Μικρασιατικός πόλεμος, η πληθυσμιακή σύνθεση της Ανατολίας είχε πληθυντικά χαρακτηριστικά. Αν και Ρωμιοί και Αρμένιοι αποτελούσαν διακριτές μειονότητες και λόγω της θρησκείας, οι υπόλοιποι πληθυσμοί έπρεπε να ενταχθούν στη νέα τουρκική εθνότητα που χτιζόταν. Λόγω θρησκευτικής ταυτότητας, Κούρδοι, Κιρκάσιοι και Λαζοί εντάσσονταν στην τουρκική εθνότητα, καθόσον δεν υπήρχε χώρος για διαφορετικές φυλετικές ταυτότητες ή για επιμέρους θρησκευτικές αποχρώσεις. Εφόσον, κατά τα λόγια του Κεμάλ, τα άρθρα της Συνθήκης της Λοζάνης αφορούσαν μόνο τις μη μουσουλμανικές μειονότητες, οι υπόλοιποι πληθυσμοί έπρεπε, εκόντες άκοντες, να ενταχθούν στη νέα τουρκική εθνική οικογένεια. Παρ’ όλες τις αναφορές του ίδιου του Κεμάλ σε Τούρκους και Κούρδους κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, είναι οι κουρδικές εξεγέρσεις των πρώτων χρόνων της Τουρκικής Δημοκρατίας που οδήγησαν στη λήψη κατασταλτικών μέτρων και στη νομική απαγόρευση της επίκλησης κάποιας κουρδικής ταυτότητας. Άρα η ομογενοποίηση όλων των μουσουλμάνων σε Τούρκους εντός της Τουρκικής Δημοκρατίας αποτέλεσε εξαρχής βασικό στοιχείο της εθνικής πολιτικής του Κεμάλ.

Philosophy of Kemalism

 

Η μετάβαση από μια θεωρητικά διατυπωμένη τουρκική εθνική ιδεολογία στην εφαρμοσμένη κεμαλική πολιτική έγινε μέσα από έναν πόλεμο (1921-1922) και επιταχύνθηκε από τις ανακύπτουσες ανάγκες της ίδρυσης ενός νέου εθνικού κράτους. Το δόγμα του νέου κράτους αποτυπώθηκε στις έξι βασικές αρχές του κεμαλισμού (Kemalism), οι οποίες συνέθεσαν το επιστέγασμα της τουρκικής εθνικής ιδεολογίας στο τουρκικό πια κράτος: ρεπουμπλικανισμός (cumhuriyetçilik), λαϊκισμός (halkçılık), κοσμική ιδεολογία (laiklik), κρατισμός (devletçilik), επαναστατικότητα (inkılâpçılık) και εθνικισμός (milliyetçilik). Η κοσμική ιδεολογία και ο εθνικισμός προέρχονταν από τη νεοτουρκική ιδεολογία. Ωστόσο ο Κεμάλ έκανε τις απαραίτητες για το κρατικό όραμά του προσαρμογές: πρώτον, εξοβέλισε τη θρησκεία προχωρώντας ένα βήμα πέρα από τον χωρισμό θρησκείας και κράτους που υποστήριζαν οι Νεότουρκοι εθνικιστές· δεύτερον, διαμόρφωσε μια ακραία μορφή εθνικής ταυτότητας, για την οποία η ενσωμάτωση διαφορετικών εθνικών ομάδων θεωρήθηκε αναγκαία και αδιαπραγμάτευτη και η οικοδόμησή της πάνω σε μια σειρά ιστορικών μύθων απαραίτητη για την πραγμάτωσή της.

Ανδριάντας του Ατατούρκ στη Σαμψούντα.

Ο λαϊκισμός στηριζόταν, περισσότερο ασαφώς, στην έννοια της κοινής δράσης και αλληλεγγύης, η οποία πρωτοεμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως λαϊκισμός νοούνταν η διαμόρφωση ενιαίων συμφερόντων ενός ενιαίου λαού, στον οποίο η ύπαρξη τάξεων με διαφορετικά για την καθεμιά συμφέροντα δεν ήταν επιτρεπτή. Ο ρεπουμπλικανισμός ήταν το νέο πολιτικό μοντέλο διακυβέρνησης ύστερα από τον εξοβελισμό της μοναρχίας ως έστω και δυνητικής μελλοντικά πολιτειακής μορφής. Η επαναστατικότητα έγινε αντιληπτή ως μια συνεχής μεταρρυθμιστική προσπάθεια, ενώ, τέλος, ο κρατισμός εμφανίστηκε ως μια τελείως νέα αρχή σημαίνοντας την πρωτοκαθεδρία του κράτους στον τομέα της οικονομικής ζωής.

Αναπόφευκτα, επειδή δεν είχε συνεκτικά στοιχεία ιδεολογίας και ούτε υπήρχε μια ιδεολογική πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα μπορούσαν να συζητηθούν τα διάφορα θέματα που κάθε φορά ανέκυπταν, ο κεμαλισμός αξιοποίησε ως βασικό συνεκτικό στοιχείο του το πρόσωπο του ίδιου του Κεμάλ. Έτσι, αντί να αναφερόμαστε στο τελευταίο στάδιο διαμόρφωσης και κατάληξης της τουρκικής εθνικής ιδεολογίας, ίσως να είναι ορθότερο να μιλάμε για ένα προσωπικό εγχείρημα και επίτευγμα, την οικοδόμηση ενός προσωπικού-πατερναλιστικού κράτους, στο οποίο το πρόσωπο του ηγέτη αποτελούσε εχέγγυο για τη διαφύλαξη, διατήρηση και συνέχιση της ύπαρξης του κράτους μέσα σε νεωτερικό πλαίσιο αρχών.

Χάρτης της Τουρκίας. Δημοσιεύθηκε το 1927 προτού υιοθετηθεί το νέο αλφάβητο.

Συνοψίζοντας, η ιστορία της τουρκικής εθνικής ιδεολογίας διαθέτει τα στοιχεία που συγκροτούν ένα νεωτερικό εθνικό εγχείρημα. Ωστόσο, εμφανίζει και αρκετές ιδιαιτερότητες. Γενικά ιδωμένο, πρόκειται για ένα κίνημα, το οποίο, καταρχήν και κυρίως, δεν αναπτύχθηκε αντιθετικά με κάποια απολυταρχική πολιτική εξουσία από την οποία ήθελε να αποσχιστεί. Γι’ αυτό έπρεπε να διατυπώσει έναν εθνικό λόγο, ο οποίος θα συνταίριαζε την πολιτική και πολιτισμική παράδοση του κράτους με τα νεωτερικά προτάγματα. Η ίδρυση ενός εθνικού κράτους δεν ήταν εύκολη και αυτονόητη προοπτική, όπως για τους άλλους εθνικισμούς που αναπτύχθηκαν εντός της οθωμανικής επικράτειας. Πέραν της διατήρησης της πολιτικής μορφής του κράτους, οι Τούρκοι εθνικιστές έπρεπε να διαχειριστούν ιδεολογικά α) το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του Ισλάμ στην οθωμανική κοινωνία, β) την απενοχοποίηση του όρου «Τούρκος» και τη μετάλλαξή του σε εθνωνύμιο, γ) το πρόβλημα της συνύπαρξης διαφόρων εθνοθρησκευτικών ή και εθνοπολιτισμικών ομάδων στην αυτοκρατορία, και δ) τους όρους προσαρμογής της όποιας τουρκικής εθνικής ιδεολογίας με το ευρωπαϊκό μοντέλο, με το οποίο αυτή θα αναμετριόταν.

Οι διανοούμενοι έπαιξαν και εδώ, όπως και σε άλλα εθνικά κινήματα, καίριο ρόλο ως προαγωγοί ιδεολογικών ζυμώσεων διαδίδοντας τις ιδέες τους μέσω του Τύπου. Ωστόσο, παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη ομάδα, χωρίς ιδιαίτερη απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η πεντηκονταετία που μεσολάβησε από τα πρώτα κείμενα των Νέων Οθωμανών μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε ουσιαστική όσον αφορά τον πολιτικό, ιδεολογικό και εθνικό στοχασμό. Η είσοδος, όμως, των στρατιωτικών στις διεργασίες μετέτρεψε σε πράξεις τις όποιες ιδεολογικές-θεωρητικές επιτεύξεις. Παρόλο που η άμεση ιδεολογική και πολιτική συγγένεια της κεμαλικής ιδεολογίας με τους Νεότουρκους δεν υποστηρίζεται σήμερα από πολλούς, το κίνημα του 1908 αποτέλεσε την απαρχή πολιτικών εξελίξεων και επέφερε την επιτάχυνση των ιδεολογικών ζυμώσεων. Ο πολιτικός ακτιβισμός των στρατιωτικών συμπαρέσυρε και τους διανοουμένους στη διατύπωση ριζοσπαστικών σκέψεων. Τα στρατιωτικά γεγονότα της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα υποσκέλισαν σε σημασία τα παραπάνω και υποχρέωσαν τους Τούρκους εθνικιστές άμεσα να διατυπώσουν ένα εθνικά προσδιορισμένο μοντέλο διακυβέρνησης.

Ο Μουσταφά Κεμάλ υπήρξε ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή. Κινούμενος από πολιτικό πραγματισμό και έχοντας χαλαρές ιδεολογικές συγγένειες με τον Ναμίκ Κεμάλ (την έννοια της «πατρίδας») και τους Νεότουρκους, δημιούργησε το δικό του εθνικό αφήγημα για ένα κράτος που ο ίδιος δημιούργησε. Έτσι, η ωρίμανση του τουρκικού εθνικού κινήματος βρήκε την έκφρασή της σε μια προσωποπαγή εκδοχή του τουρκικού εθνικισμού, καθιστώντας το νέο μοντέλο, στο οποίο στηρίχτηκε η Τουρκική Δημοκρατία, διαφορετικό από τα άλλα που εφαρμόστηκαν στα διάδοχα της οθωμανικής αυτοκρατορίας χριστιανικά κράτη, αποτελώντας έτσι μια ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στη μεγάλη ομάδα των δυτικών εθνικών κρατών και στην ιστορία του εθνικού κινήματος.

Η σημερινή συνέχεια.

 

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Τουρκολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας,  Α.Π.Θ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ahmad F., The Young Turks. The Committee of Union and Progress in Turkish Politics, 1908-1914, Οξφόρδη: Clarendon Press, 1969.

Deringil S., Η καλά προστατευόμενη επικράτεια: ιδεολογία και νομιμοποίηση της εξουσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1876-1909), μτφρ. Στ. Παπαγεωργίου, Αθήνα: Παπαζήσης, 2003.

Finkel C., Οθωμανική αυτοκρατορία, 1300-1923, μτφρ. Μ. Δελέγκος, Αθήνα: Διόπτρα, 2007.

Hanioğlu M.Ş., The Young Turks in Opposition, Νέα Υόρκη και Οξφόρδη: Oxford University Press, 1995.

Kushner D., The Rise of Turkish Nationalism, 1876-1908, Λονδίνο: Frank Cass, 1977.

Landau J.Μ., Παντουρκισμός. Το δόγμα του τουρκικού επεκτατισμού, μτφρ. Ε. Νάντσου, Αθήνα: Θετίλη, 1985.

Lewis B., Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, τ. Ι, μτφρ. Π. Κωνσταντέας, Αθήνα: Παπαζήσης, 2001, τ. ΙΙ, μτφρ. Στ. Παπαγεωργίου, Αθήνα: Παπαζήσης, 2002.

Mardin Ş., The Genesis of Young Ottoman Thought. A Study in the Modernization of Turkish Political Ideas, Πρίνστον Ν.Τζ.: Princeton University Press, 1962.

Poulton H., Ημίψηλο, Γκρίζος Λύκος και Ημισέληνος. Ο τουρκικός εθνικισμός και η δημοκρατία της Τουρκίας, μτφρ. Ε. Πέππα, Αθήνα: Οδυσσέας, 2000.

Turfan M.N., Rise of the Young Turks. Politics, the Military and Ottoman Collapse, Λονδίνο: I.B. Tauris, 2000.

Zürcher E.J., Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004.

Λυκούργος Κουρκουβέλας: Πολεμώντας τον κομμουνισμό. Ο Raymond Aron και ο Ψυχρός Πόλεμος

Λυκούργος Κουρκουβέλας

Πολεμώντας τον κομμουνισμό. Ο Raymond Aron και ο Ψυχρός Πόλεμος

 

Ο Raymond Aron (1905-1983) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δημόσιους διανοούμενους κατά την ψυχροπολεμική περίοδο. Επρόκειτο για μια εποχή, ιδίως οι πρώτες δύο δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που η διανοητική ζωή της Γαλλίας βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς ζωής εξαιτίας δύο συναφών εξελίξεων: α) της διάχυσης των ιδεών του λεγόμενου Υπαρξισμού ως διακριτού διανοητικού και καλλιτεχνικού ρεύματος και β) της ιδεολογικής διαμάχης πάνω στα κύρια διακυβεύματα του Ψυχρού Πολέμου. Ο διανοούμενος που βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων αυτών και, σε μεγάλο βαθμό, καθόρισε το δημόσιο διάλογο ήταν ο Jean-Paul Sartre, ο οποίος, αποτέλεσε το κύριο αντίπαλο δέος για τον Raymond Aron. H φιλία τους από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, η ευρύτερη κοινή πνευματική τους πορεία μέχρι περίπου το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και η μετέπειτα ρήξη τους έθεσαν το πλαίσιο της μεταξύ τους διανοητικής διαμάχης.[i] Πρέπει εξ αρχής να τονιστεί ότι ο ρόλος του Sartre ως προς το έργο του Aron αφορά κυρίως την ιδεολογική σύγκρουση με αφορμή τον κομμουνισμό και την ΕΣΣΔ και όχι την ευρύτερη πνευματική παραγωγή του, η οποία υπήρξε πολυσχιδής και κινήθηκε σε ποικίλα πεδία: κοινωνιολογία, πολιτική φιλοσοφία, θεωρία των διεθνών σχέσεων, σχολιασμός των «συγκυριακών» εξελίξεων της εγχώριας γαλλικής και διεθνούς πολιτικής μέσα από τις στήλες των εφημερίδων Le Figaro και L’ Express.

Οι Jean-Paul Sartre και Raymond Aron σε κοινή εκδήλωση.

Όπως έχουν καταδείξει σύγχρονες μελέτες η δημόσια πνευματική παρουσία του Aron στους τομείς αυτούς είχε ως αποτέλεσμα την προσωπική σχέση ή/και διανοητική συνομιλία του με πλειάδα διανοούμενων της μεταπολεμικής εποχής, όπως ήταν ο Carl Schmitt, η Hannah Arendt, ο Maurice Merleau-Ponty, o Friedrich Hayek, o Arthur Koestler, o Herbert Marcuse αλλά και πολιτικών όπως ο Henry Kissinger, o Walter Rostow, o Robert McNamara, o Charles De Gaulle και ο Valéry Giscard d’ Estaing.[ii] Στόχος του κειμένου είναι να αναλύσει και αναδείξει τις κύριες πτυχές της σκέψης του Aron στην προοπτική της ψυχροπολεμικής διαμάχης, προτείνοντας ταυτόχρονα μία ερμηνεία ως προς τη φύση του φιλελευθερισμού του Aron στο πλαίσιο των συζητήσεων για τη φιλελεύθερη κοσμοθεωρία στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, καθώς και να συζητήσει τις συναφείς αντιλήψεις του ως προς τη διεθνή πολιτική της ψυχροπολεμικής περιόδου.

 

Α. Η Πολιτική σκέψη του Aron στον Ψυχρό Πόλεμο

1) Η ανθρωπολογία του Aron: Ιστορία και Τραγωδία

Ευρύτερο πλαίσιο της ανάλυσής μας για την πληρέστερη κατανόηση της σκέψης και του ρόλου του Aron στον Ψυχρό Πόλεμο θα αποτελέσει η ευρύτερη κοσμοθεώρησή του και η συγκρότηση του αξιακού του συστήματος. Πάνω από όλα, το έργο του Aron είναι εξόχως πολιτικό και είχε ως εφαλτήριό του την άνοδο του Ναζισμού, της οποίας ο Aron είχε προσωπική εμπειρία, καθώς έζησε στη Γερμανία την περίοδο 1930-1933, πρώτα στην Κολωνία και έπειτα στο Βερολίνο. Η εμπειρία αυτή υπήρξε καθοριστική για τη συγκρότηση της πολιτικής του συνείδησης, που έλαβε έναν πεσιμιστικό, ενίοτε τραγικό χαρακτήρα, ο οποίος διαμορφώθηκε και από τη μεγάλη επίδραση που του άσκησε, ήδη από τη δεκαετία του 1930, το έργο του Max Weber. Κατά τον Aron ο άνθρωπος είναι οντολογικά ατελής, χωρίς τη δυνατότητα κάποιας μελλοντικής «τελείωσης», και χαρακτηρίζεται, ψυχολογικά και κοινωνικά, από τη συνύπαρξη αντιφάσεων, αντινομιών και, πάνω από όλα, παθών που συχνά τον οδηγούν στην καταστροφή. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη ιστορία και πολιτική είναι, κυρίως, ένα πεδίο συγκρούσεων, στο οποίο πάθη όπως η ισχύς, η φιλαυτία, η απληστία και η κυριαρχία καθορίζουν το κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι. Πέρα από τον Max Weber, από τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ο Μακιαβέλλι και ο Θουκυδίδης θα αποτελέσουν καίριο «συμπλήρωμα» των κοσμοθεωρητικών τοποθετήσεων του Aron. Ο Μακιαβέλλι αποτέλεσε τον κύριο συνομιλητή του για τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης φιλελεύθερης πολιτικής θεώρησης κατά τη μεταπολεμική εποχή, ενώ ο Θουκυδίδης ήταν το πρότυπο για να γράψει μια πολιτική ιστορία του 20ού αιώνα, την οποία όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Αυτή η πεσιμιστική θέαση της ανθρώπινης φύσης και ιστορίας αποτέλεσε το υπόβαθρο της πολιτικής σκέψης του Aron, του φιλελευθερισμού του «φόβου», όπως τον έχει χαρακτηρίσει η Judith Shklar.[iii]

Το κύριο πολιτικό διακύβευμα στην οπτική αυτή ήταν η κοινωνική και πολιτική ασφάλεια και οι σταδιακές μεταρρυθμίσεις αντί για τις μεγαλόπνοες και ριζοσπαστικές ή/και επαναστατικές ρήξεις. Αντιθέτως, όπως θα δούμε στην περίπτωση του κομμουνισμού, ο ριζοσπαστισμός και η ακραία του μορφή, η επανάσταση, ενείχε το σπέρμα της τραγικής καταστροφής. Η έννοια του τραγικού σχετίζεται με την απόσταση μεταξύ των κινήτρων και της «καλής θέλησης» από τη μια πλευρά και του καταστροφικού αποτελέσματος από την άλλη. Αυτό το πλαίσιο του οντολογικού πεσιμισμού του Aron συμπληρωνόταν από αντίστοιχη γνωσιοθεωρητική προοπτική: αβεβαιότητα περί της αλήθειας και της πολιτικής γνώσης, αδυνατότητα πρόβλεψης της ανθρώπινης πράξης και αδυναμία ορθολογικής θεμελίωσης της πολιτικής.[iv] Η επίδραση του Weber ήταν εμφανής: η κοινωνικοπολιτική κατάσταση του ανθρώπου εδράζεται στις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες, που είναι ιστορικά προσδιορισμένες, και όχι στον αφηρημένο και οικουμενικό Λόγο. Από τη στιγμή που η πολιτική γνώση είναι μερική και αποσπασματική, είναι αδύνατο να υπάρξει μια «επιστημονική» θεώρηση της Ιστορίας, άρα και η δυνατότητα πρόβλεψης των ανθρώπινων πραγμάτων. Στην ίδια προοπτική, είναι λανθασμένη η επιστημολογική προσέγγιση κατανόησης της ανθρώπινης κοινωνίας με αναγωγή, όπως έκαναν οι μαρξιστές στην οικονομία, σε έναν μόνο παράγοντα της ανθρώπινης ζωής. Κάθε τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας (οικονομία, πολιτική, κουλτούρα κτλ.) ανταποκρίνεται σε ποικίλα κανονιστικά πλαίσια, ενέχει διαφορετικούς ρυθμούς αλλαγής και ρυθμίζεται από διακριτές, ακόμα και αντιφατικές, αξιακές αρχές. Γι’ αυτό, η προσέγγιση της κοινωνίας ως μιας ενοποιημένης και αδιαφοροποίητης ολότητας, που χαρακτηρίζεται από μία μόνο οπτική (π.χ. παραγωγικές σχέσεις, οικονομία της αγοράς, επιστήμη, τεχνολογία) αποτυγχάνει να λάβει υπόψη της τον πλουραλισμό, που βρίσκεται στον πυρήνα των κοινωνιών στην εποχή της νεοτερικότητας. Η γνωσιοθεωρητική προτεραιότητα που δίνει ο Aron στις αξίες έναντι του Λόγου μεταφέρεται και στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής: οι κοινωνίες δεν οργανώνονται βάσει του ορθολογισμού αλλά μέσω του ανταγωνισμού και ενίοτε της σύγκρουσης των αξιών.

Max Weber (1864 – 1920).

Επειδή οι αξίες λαμβάνουν οντολογικό χαρακτήρα στη σκέψη του Aron, ο πλουραλισμός των αξιών αποτελεί συστατικό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων κοινωνιών. Συνεπώς, το θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι η αποδοχή του αξιακού πλουραλισμού, με άλλα λόγια, η ανεκτικότητα στις ποικίλες αξίες που συνυπάρχουν μέσα σε μια κοινωνία και στον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Επιπροσθέτως, ο Aron αποδέχεται πλήρως τη διάκριση που είχε προτείνει ο Max Weber περί ηθικής της ευθύνης και ηθικής της πεποίθησης.[v] Ο ίδιος, τουλάχιστον ως προς την πολιτική, τασσόταν αναφανδόν υπέρ της ηθικής της ευθύνης, καθώς θεωρούσε ότι μια ηθική που έδινε σημασία μόνο στις αξίες, χωρίς την προσπάθεια αναστοχασμού πάνω στις συνέπειες και τα αποτελέσματα του πολιτικού πράττειν, κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγούσε σε τραγικά και καταστροφικά αποτελέσματα. Λόγω, όμως, του ότι ο πολιτικός είναι, γνωσιολογικά, αδύνατο να προβλέψει με ακρίβεια όχι μόνο τις συνέπειες των πράξεών του αλλά και να κατανοήσει με πληρότητα το νόημά τους, το πολιτικό πράττειν είναι ατελές και αποσπασματικό.[vi]

Ο πεσιμισμός και ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης κατάστασης, και της πολιτικής ιδιαίτερα, δεν οδήγησε τον Aron στον μηδενισμό, με την έννοια της αδυνατότητας έλλογης οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών μέσα σε πιθανώς ανεκτά και ειρηνικά πλαίσια. Αυτό που είναι καίριο ήταν ότι υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο οι ανθρώπινες κοινωνίες να οδηγηθούν στην καταστροφή εξαιτίας ενδογενών αλλά και εξωγενών παραγόντων. Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος δεν χαρακτηρίζεται μόνο από πάθη αλλά και από τη δυνατότητα, έστω και μερικής, τιθάσευσής τους μέσω του Λόγου. Στη σκέψη του Aron υπάρχει και μία καντιανή πλευρά, παρακαταθήκη της εντατική ενασχόλησής του με τον Γερμανό φιλόσοφο κατά τη δεκαετία του 1930. Όμως, η επίδραση του Καντ δεν πρέπει να υπερτιμηθεί: το άλογο στοιχείο στον άνθρωπο είναι αυτό που υπογραμμίζει την πολιτική προοπτική του Aron, που συνοδεύεται από την ελπίδα, την πίστη περισσότερο (ως αξιακού προτάγματος), στον έλλογο χαρακτήρα του ανθρώπου. Με απλά λόγια, ο Aron διατρανώνει την πίστη του στον Λόγο και στην ανθρωπιά, χωρίς όμως αυτή η πίστη του να θεμελιώνεται στον ορθολογισμό: απλά στοιχηματίζει στην ανθρωπότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πράγματα θα έχουν αίσια κατάληξη. Πρόκειται για «μάθημα» που έλαβε από την άνοδο του Χίτλερ κατά τον γερμανικό Μεσοπόλεμο.[vii] Η θεμελιώδης, ιδιοσυγκρασιακή στάση του Aron είναι η εξής: ανάδειξη και υπογράμμιση των αντινομιών της ανθρώπινης κατάστασης, κυρίως της πολιτικής, και προσπάθεια για μετριοπαθείς προτάσεις και συμβιβασμούς. Πρόκειται για συνειδητή στάση του Aron ως δημόσιου διανοούμενου, η οποία υπογραμμίζει την αντίθεσή του με την αριστερή γαλλική διανόηση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Από την άλλη μεριά, επικρίθηκε πολλές φορές, ιδίως όσον αφορά τις δημόσιες τοποθετήσεις του για το Αλγερινό, ως άνθρωπος χωρίς συναίσθημα ή ως διανοούμενος που με τη σειρά του, είχε «ιδεολογικοποιήσει» τη μετριοπάθεια.[viii]

 

Apostrophes : Raymond Aron «Le mouvement de l’histoire»| Archive INA

2) Οι πυλώνες του φιλελευθερισμού του Aron: ελευθερία και δικαιοσύνη

Για τον Aron η ατομική ελευθερία αποτελεί πυρήνα της ανθρωπολογίας του, γι’ αυτό και θεμελιώδης στόχος της δημόσιας παρουσίας του υπήρξε η υπεράσπισή της σε μια εποχή επικράτησης ριζοσπαστικών ιδεολογιών και γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Οι τρόποι με τους οποίους ο Aron έδινε νόημα στην ελευθερία, τον αποστασιοποιούσε από τον κλασικό φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα και τον «νεο-φιλελευθερισμό» του Friedrich Hayek. Σύμφωνα με τον Aron, η ελευθερία δεν μπορεί να είναι αφηρημένη, εκτός συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών συμφραζομένων. Δύο είναι τα κύρια κριτήρια προκειμένου να αποτιμήσουμε την ελευθερία: α) η ύπαρξη συνταγματικών περιορισμών ως προς την ισχύ/εξουσία στο πλαίσιο της εκάστοτε πολιτείας, β) η δυνατότητα να επιλέξουμε ελεύθερα, ώστε να ζούμε σύμφωνα με τα δικά μας «πιστεύω» και επιθυμίες, χωρίς να επιλέγουν άλλοι για εμάς. Ως προς τους θεσμούς, ο Aron προτάσσει τον συνταγματισμό, τη διάκριση των εξουσιών, την ανεκτικότητα, την καθολική ψηφοφορία και τα δικαιώματα (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά). Θεωρούσε ότι εντός των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών δεν υπάρχουν συγκεκριμένα και διακριτά κέντρα ισχύος (όπως διατεινόταν παραδείγματος χάριν o διάσημος Αριστερός κοινωνιολόγος C. Wright Mills[ix]): η εξουσία είναι διασπασμένη σε ποικίλα κέντρα ισχύος, το καθένα με τα δικά του συμφέροντα και στοχεύσεις, που πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, οι δυτικές φιλελεύθερες, πλουραλιστικές δημοκρατίες της Δύσης χαρακτηρίζονται από ρευστότητα ισχύος και εξουσίας.[x]

Επιπλέον, ο Aron εγείρει το ζήτημα περί θετικής ελευθερίας και τυπικών ελευθεριών, που είχε αναδείξει ο Isaiah Berlin το 1958.[xi] Ο Γάλλος στοχαστής εκφράζει μια σκεπτικιστική στάση απέναντι σε κάθε προσπάθεια ορισμού της θετικής ελευθερίας με όρους «λαϊκής βούλησης» ή της πλειοψηφίας. Αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει, με σχεδόν εμμονικό τρόπο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, είναι να αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια υπονόμευσης ή απαξίωσης των τυπικών ελευθεριών στο όνομα ενός φαντασιακού ιδεώδους μιας τέλειας κοινωνίας, η οποία υπόσχεται «πραγματικές» ελευθερίες και τον τερματισμό της εκμετάλλευσης: «οι ονομαζόμενες, τυπικές, προσωπικές ή πολιτικές ελευθερίες, όχι μόνο δεν είναι απατηλές, αλλά αποτελούν αναγκαίες εγγυήσεις κατά της Προμηθεϊκής αδημονίας ή των ολοκληρωτικών φιλοδοξιών».[xii] Οι δυτικές, φιλελεύθερες, κοινοβουλευτικές δημοκρατίες απέχουν πολύ από τα να είναι τέλειες, όμως, διατείνεται ο Aron, έχουν αποδειχτεί οι καλύτερες στην προστασία θεμελιωδών ελευθεριών σε σχέση με άλλα καθεστώτα. Επιπροσθέτως, και σε αντίθεση με την κοινή νεοφιλελεύθερη αντίληψη, οι ελευθερίες δημιουργούνται και αναδύονται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων ιστορικών διαδικασιών. Για παράδειγμα οι θεσμοί, που ο Aron (αλλά και η Δύση) θεωρεί καίριους ως προς την προστασία της ελευθερίας (ελεύθερη εκλογική διαδικασία, ελεύθερος ανταγωνισμός για την κατάκτηση της εξουσίας, δημόσιος διάλογος και συμμετοχή των πολιτών μέσω της εκλογικής διαδικασίας και της διαχείρισης των δημόσιων ζητημάτων) είναι αποτέλεσμα πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών εξελίξεων που ανάγονται στις απαρχές της νεοτερικότητας. Και ακριβώς επειδή υπήρξαν ιστορικά προσδιορισμένοι είναι ατελείς, όπως είναι τα πάντα μέσα στην Ιστορία.[xiii]

Η σύλληψη του Aron ως προς την έννοια της ελευθερίας σχετίζεται, όπως είναι φυσικό, με τις οντολογικές και γνωσιοθεωρητικές του θέσεις. Ασκώντας κριτική σε ακραίες νοηματοδοτήσεις της ελευθερίας, δημοκρατικές και φιλελεύθερες, ο Aron ισχυρίζεται ότι στις ανθρώπινες κοινωνίες κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως ελεύθερος ή ανελεύθερος. Λόγω των διακριτών χαρακτηριστικών αλλά και των αντιφάσεων, που παρατηρούνται σε ποικίλες παραμέτρους του σύγχρονου δημόσιου βίου, είναι αδύνατο να υπάρξει ένας μονόπλευρος ορισμός της ελευθερίας. Υπάρχουν βαθμοί ελευθερίας, οι οποίοι μπορούν να αποτιμηθούν λαμβάνοντας υπόψη δύο κριτήρια: α) τον βαθμό συνταγματικών περιορισμών στην εκάστοτε πολιτική εξουσία, β) τον βαθμό της ελευθερίας μας ως προς τη δυνατότητά μας να αποφασίζουμε για τις επιλογές μας, χωρίς να το πραγματοποιούν άλλοι για εμάς. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, η ελευθερία αποτελεί ένα συνεχές διακύβευμα και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά μια οριστική κατάκτηση του δυτικού κόσμου. Γι’ αυτό ακριβώς ο Aron δίνει μεγάλη σημασία στις έννοιες του πολίτη, της πολιτικής εκπαίδευσης και της πολιτικής κουλτούρας. Ιδιαίτερα, η πολιτική διαπαιδαγώγηση αποτελεί τη μέγιστη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, διατείνεται ο στοχαστής, οι πολίτες που υπακούν στους νόμους, τους οποίους έχουν ψηφίσει οι αντιπρόσωποι που οι ίδιοι έχουν επιλέξει, είναι ελεύθεροι πολιτικά αλλά και φιλοσοφικά-ηθικά: ως νομοταγείς πολίτες που υπακούν στους νόμους και προτάσσουν, όσο είναι δυνατό, τον ορθολογισμό πάνω από τα πάθη, κατανοούν τους εαυτούς τους ως ελεύθερους πολίτες και ανθρώπους.[xiv] Πρέπει να τονιστεί, ότι οι ιδέες του Aron περί της δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης βρίσκονται κοντά στα ιδεώδη της αριστοτελικής προοπτικής της δημοκρατίας, γι’ αυτό ίσως και αρκετοί μελετητές προσέγγισαν το έργο του μέσα από μια αριστοτελική προοπτική.[xv] Κατά την άποψή μας, η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση στο έργο του παραβλέπει το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε έθεσε ως ιδεώδες, ούτε καν ως ενδεχόμενο, την αρχαιοελληνική σύλληψη και εμπειρία της δημοκρατίας, σε μια εποχή, μάλιστα, που η συζήτηση γύρω από την αρχαιοελληνική δημοκρατία βρισκόταν στον πυρήνα της μεταπολεμικής πολιτικής φιλοσοφίας από διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις.[xvi] Πρέπει να τονίσουμε ότι προς το τέλος της ζωής του, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Aron θεωρούσε ότι η σημασία της πολιτικής διαπαιδαγώγησης έχει υποβιβαστεί στον δυτικό κόσμο εξαιτίας της επικράτησης ριζοσπαστικών θεωρήσεων της αυτονομίας και του ατομικισμού.[xvii]

Πέρα από την ελευθερία, το άλλο μείζον ζήτημα που απασχολεί τον Aron μεταπολεμικά είναι το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Aron γνωρίζει πολύ καλά ότι η ελεύθερη οικονομία, χωρίς προσπάθειες ρύθμισής της, μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτα και πάθη του ανθρώπου με τη μορφή της απληστίας, της κοινωνικής καταπίεσης και αδικίας. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν σχετίζεται μόνο με τις πολιτικές εμπειρίες του Aron, αλλά και με ένα άλλο χαρακτηριστικό της διανοητικής του συγκρότησης, μοναδικό ίσως μεταξύ των φιλελεύθερων-συντηρητικών στοχαστών. Ο Γάλλος διανοούμενος θαύμαζε το έργο του Μαρξ, με το οποίο ασχολήθηκε με σχεδόν εμμονικό τρόπο σε όλη τη διάρκεια της πνευματικής του πορείας. Για τον Aron το μαρξικό έργο αποτελεί συνεχή πηγή έμπνευσης και ταυτόχρονης πολεμικής. Μιλώντας σχηματικά και γενικά (η πραγμάτευση της πρόσληψης του Μαρξ από τον Aron εκφεύγει των στόχων του κειμένου αυτού, ενώ προϋποθέτει και διαφορετικά νοητικά εργαλεία)[xviii], ο Aron απορρίπτει τον «επιστημονικό», νομοτελειακό χαρακτήρα στο έργο του Μαρξ, καθώς και το ουτοπικό και άκρως επικίνδυνο, κατά την άποψή του, ιδεώδες της εγκαθίδρυσης ενός «επίγειου παραδείσου», της αταξικής κοινωνίας και της απόλυτης ελευθερίας. Τα δύο κύρια ζητήματα που τον ενδιαφέρουν στο έργο του Μαρξ είναι το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και η αντίληψη περί της «κίνησης» της ιστορίας προς τον στόχο αυτό. Αυτήν την κίνηση της Ιστορίας προς την κοινωνική δικαιοσύνη ο Aron την αντιλαμβάνεται ως ισχυρή πιθανότητα λόγω των τεράστιων τεχνολογικών επιτευγμάτων της ανθρωπότητας. Αλλά και ενός επιπρόσθετου στοιχείου: ο ίδιος ήταν ταυτόχρονα θιασώτης αλλά και «παιδί» της μεταπολεμικής συναίνεσης φιλελευθερισμού-σοσιαλδημοκρατίας που παρατηρήθηκε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στις προηγμένες βιομηχανικά και οικονομικά δυτικές χώρες, και που τερματίστηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά.[xix] Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούσε ότι η περιστολή των κοινωνικών ανισοτήτων (στόχος που είχε τεθεί με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο από τον Μαρξ ως κύρια κριτική της αστικής νεοτερικότητας) όφειλε να αποτελεί προγραμματικό στόχο των δυτικών κοινωνιών. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι η ισχυρή παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Και αυτό είναι το δεύτερο κύριο στοιχείο (μαζί με την απόρριψη της απολυτοποίησης της αισιοδοξίας που ενυπήρχε στον κλασικό φιλελευθερισμό), που τον διαχωρίζει, και μάλιστα τον φέρνει αντιμέτωπο, με τους νεοφιλελεύθερους του Hayek και της Mont Pelerin Society. Μάλιστα ο Aron συνυπήρξε αρκετές φορές με την τάση αυτή του μεταπολεμικού, λεγόμενου, νεοφιλελευθερισμού στο Congress for Cultural Freedom, αλλά και στη Mont Pelerin Society. Ο Aron άσκησε έντονη κριτική στον Hayek με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του τελευταίου Constitution of Liberty αλλά και σε σειρά διαλέξεών του στο Πανεπιστήμιο του Berkeley το 1963 (Jefferson Lectures). Απηχώντας την κριτική του στον μαρξισμό, ο Aron διατεινόταν ότι ο Hayek και οι ακόλουθοί του απομόνωναν έναν τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, την οικονομία (όσο σημαντική και να είναι αυτή), την οποία απολυτοποιούσαν και ανήγαν τα πάντα σε αυτήν. Όπως και στον μαρξισμό, επρόκειτο για επιφανειακή προσέγγιση, αφού παρέβλεπε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης, και αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως αφηρημένη οικονομική μονάδα, χωρίς πάθη και ψυχολογικές ταυτίσεις. Πάνω από όλα, στο ψυχροπολεμικό πλαίσιο που μας ενδιαφέρει εδώ, ο Aron κατανοούσε την τεράστια σημασία της πολιτικής ηθικής της κοινωνικής δικαιοσύνης, που πρόβαλε ο κομμουνιστικός κόσμος και την ανυπαρξία ηθικών παραμέτρων στο νεοφιλελεύθερο πρόταγμα, το οποίο διατεινόταν ότι η ελεύθερη οικονομία θα έλυνε ως «δια μαγείας» τα περίπλοκα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Καθώς, σύμφωνα με τον Γάλλο στοχαστή, ο κόσμος κινούνταν προς μια σύγκλιση των οικονομικών, βιομηχανικών συστημάτων των δύο κόσμων, ο Ψυχρός Πόλεμος μπορούσε να κερδηθεί ή τουλάχιστον να μη χαθεί, μόνο με την προϋπόθεση υποστήριξης της κοινωνικής δικαιοσύνηςˑ το πρόταγμα της κοινωνικής δικαιοσύνης εγειρόταν επιτακτικά λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων αλλά, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, και λόγω της ανάδυσης των νέων ανεξάρτητων κρατών των πρώην ευρωπαϊκών αποικιών, στις κοινωνίες των οποίων ο κομμουνισμός είχε τεράστια ιδεολογική απήχηση. Ταυτόχρονα, ένα από τα κύρια θεωρητικά μελήματα του Aron μεταπολεμικά ήταν η ανάδειξη της αυτονομίας του Πολιτικού σε σχέση με τις άλλες σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας, ιδιαίτερα την οικονομική, γι’ αυτό και η κριτική και αποστασιοποίησή του από τον νεοφιλελευθερισμό ήταν ολοκληρωτική από τη δεκαετία του 1960 και μετά.[xx]

Ο Aron εξέφρασε τις πολιτικές του πεποιθήσεις με σειρά πολεμικών, κατά του κομμουνισμού, κειμένων, που κινούνταν από τη «συγκυριακή» αρθρογραφία στον Τύπο μέχρι την έκδοση βιβλίων, τα οποία προκάλεσαν πλήθος συζητήσεων. Ανάμεσά τους πρέπει να ξεχωρίσουμε το L’ Opium des Intellectuels, 1955 (Το όπιο των διανοουμένων), το mocratie et Totalitarisme, 1965 (Δημοκρατία και Ολοκληρωτισμός) και το D’ Une Sainte Famille à l’Autre. Essai sur les Marxismes Imaginaires, 1969 (Από τη μία Αγία Οικογένεια στην Άλλη. Δοκίμιο για τους φαντασιακούς μαρξισμούς). Ιδιαίτερα το πρώτο στράφηκε με σφοδρότητα έναντι της αριστερής γαλλικής διανόησης, που σύμφωνα με τον Aron «έκανε τα στραβά μάτια» στα σταλινικά εγκλήματα και στον ολοκληρωτισμό του διεθνούς κομμουνισμού με πρόσχημα τη μελλοντική απελευθέρωση του ανθρώπου, η οποία θα επιτυγχανόταν μέσα από αυτά τα καθεστώτα.[xxi]

Η κριτική του στρεφόταν κυρίως ενάντια στους πρώην φίλους του Jean Paul Sartre, Simone de Beauvoir και Maurice Merleau-Ponty. Συνήθως παραβλέπουμε ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ουσιαστικότερη και πιο συστηματική κριτική έναντι στη γαλλική αριστερή διανόηση αλλά και στο κομμουνιστικό καθεστώς (ο Aron θεωρούσε ότι ο ολοκληρωτισμός και η ανελευθερία του κομμουνισμού δεν πρέπει να διαχωρίζεται μεταξύ λενινισμού και σταλινισμού, όπως έκαναν πολλοί κομμουνιστές μετά το 1956) σε σχέση με αυτήν του Albert Camus τέσσερα χρόνια νωρίτερα με την έκδοση του L’ Homme volté (Ο επαναστατημένος άνθρωπος) το 1951, το οποίο είχε δεχθεί σκληρή κριτική από τον Sartre και τους συνοδοιπόρους του για τη φιλοσοφική του «ανεπάρκεια» και είχε οδηγήσει για κάποια χρόνια στην αποστασιοποίηση του Camus από τις δημόσιες παρεμβάσεις. Ανάλογες φιλοσοφικές «ανεπάρκειες» δεν καταδείχθηκαν στην περίπτωση του Aron, του οποίου η φιλοσοφική παιδεία ήταν σαφώς πιο συστηματική από αυτήν του Camus.[xxii] Αντίστοιχα, το D’ Une Sainte Famille à l’Autre. Essai sur les Marxismes Imaginaires στρεφόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου κατά του Sartre και της θεωρητικά ανεπαρκούς και αμφίσημης, κατά τον συγγραφέα, προσπάθειάς του να συνδυάσει τον Υπαρξισμό με τον Μαρξισμό. Είναι σημαντικό να τονίσουμε, πάντως, ότι ο Aron, παρά τις αδιαμφισβήτητες διανοητικές του ικανότητες, δεν δημιούργησε κάποιο ευρύτερο, συνεκτικό και συστηματικό θεωρητικό έργο πάνω στα ζητήματα της πολιτικής, που τόσο τον απασχολούσαν. Αυτό δεν διέφυγε της προσοχής του Sartre, ο οποίος σχολίασε βιτριολικά ότι το σύνολο του έργου του Aron βασίστηκε οντολογικά και επιστημολογικά σε ένα έργο, το διδακτορικό του, το οποίο είχε συγγράψει ο Aron κατά τη δεκαετία του 1930.[xxiii]

 

Β. Ψυχρος Πόλεμος και Διεθνής Πολιτική 

Όπως το αμιγώς πολιτικό έργο του Aron έτσι και το διεθνοπολιτικό επηρεάστηκε καίρια από την ψυχροπολεμική κουλτούρα της εποχής. Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε αντίθεση με την πολιτική του σκέψη, το ενδιαφέρον για την οποία έχει πρόσφατα αναβιωθεί, η διεθνοπολιτική σκέψη του Aron αποτελεί μέρος του ευρύτερου κανόνα της «ρεαλιστικής» σχολής των διεθνών σχέσεων. Παρά τις ισχυρές του διαφωνίες με τους «ρεαλιστές» σε σημαντικά ζητήματα των διεθνών σχέσεων, ο Aron κατατάσσεται μαζί με τους E.H. Carr, Hans Morgenthau και Reinhold Niebuhr, στους «κλασικούς» του ρεαλισμού της θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Μάλιστα, θεωρείται ο πρώτος διανοούμενος που εισήγαγε τη θεωρία των διεθνών σχέσεων στη Γαλλία, σε μια περίοδο που ο επιστημονικός αυτός κλάδος δεν αποτελούσε διακριτό πεδίο.

 

1) Οι επιστημολογικές παράμετροι της διεθνοπολιτικής σκέψης του Aron

Η διεθνής πολιτική κατά τον Ψυχρό Πόλεμο αποτέλεσε το κύριο αντικείμενο της αρθρογραφίας του Aron στον Τύπο, η οποία προσέγγιζε όλα τα μείζονα διεθνή ζητήματα της περιόδου, από τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πριν προχωρήσουμε σε κάποιες, αναγκαστικά, επιμέρους θέσεις του ως προς τον Ψυχρό Πόλεμο, θα σταχυολογήσουμε τις κύριες επιστημολογικές παραμέτρους του διεθνοπολιτικού στοχασμού του Aron, ώστε να καταστεί σαφέστερη η στάση του στον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της διανοητικής πορείας του ήταν ο συνεχής διάλογος με τους «κλασικούς» πολιτικούς στοχαστές: Θουκυδίδης, Niccolo Machiavelli, Montesquieu, Jean-Jacques Rousseau, Alexis de Tocqueville, Karl Marx, Marx Weber, Carl von Clausewitz αποτέλεσαν συνεχείς εμπνεύσεις και μόνιμους συνομιλητές του. Στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής οι Θουκυδίδης, Weber και πάνω από όλους ο Πρώσος στρατηγός και θεωρητικός του πολέμου Clausewitz αποτέλεσαν τους κύριους εμπνευστές του. Σε αντίθεση με το αμιγώς πολιτικό πεδίο, στον τομέα της διεθνούς πολιτικής ο Aron προχώρησε σε μεγάλες συνθέσεις, με δύο κυρίως έργα: Paix et Guerre entre les Nations, 1962 (Πόλεμος και ειρήνη μεταξύ των εθνών) και Penser la Guerre, Clausewitz, 1976 (Αναλογιζόμενοι τον πόλεμο: Clausewitz). Το δεύτερο υπήρξε το magnum opus του Aron, το οποίο ήταν και το αγαπημένο του. Όπως φανερώνει και ο τίτλος του, το έργο για τον Clausewitz συνιστούσε μια φιλοσοφική πραγματεία για τη διαλεκτική σχέση της ειρήνης και του πολέμου ως θεμελιωδών χαρακτηριστικών της διεθνούς κοινωνίας στη διαχρονία της. Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο για τις ανάγκες της μελέτης αυτής, είναι το Paix et Guerre entre les Nations, το οποίο έθετε τις θεμελιώδεις γνωσιοθεωρητικές και εννοιολογικές προϋποθέσεις του διεθνοπολιτικού στοχασμού του Aron, ενώ την ίδια στιγμή ήγειρε και συγκεκριμένα ζητήματα αναφορικά με τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Aron εκκινούσε από βασικές παραδοχές του «παραδοσιακού» ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις: η ισχύς αποτελεί τον θεμελιώδη παράγοντα των διεθνών σχέσεων και συνακόλουθα αντίστοιχα καίριος είναι και ο ρόλος των ισχυρότερων κρατών, τα οποία καθορίζουν τους τρόπους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Η φύση των διεθνών σχέσεων είναι θεμελιωδώς άναρχη. Με βάση τις παραδοχές αυτές υπάρχουν τριών ειδών διεθνή συστήματα: μονοπολικά (σπάνια), διπολικά και πολυπολικά. Τα μέσα και ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι αυτά που επίσης παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εκάστοτε δομή των διακρατικών σχέσεων. Ο Aron δίνει έμφαση στη γεωγραφία, τη δημογραφία, την οικονομία και την τεχνολογία ως αποφασιστικούς παράγοντες για τη διάχυση της ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Από την άλλη μεριά, υπογραμμίζει δύο στοιχεία ως καθοριστικά που εκφεύγουν από τον κλασικό ρεαλισμό: την ιδεολογία, με τη μορφή των αξιών που συνέχουν τις κοινωνίες εντός των κρατών και τους εσωτερικούς θεσμούς της εκάστοτε πολιτείας. Ο Aron ασκεί δριμεία κριτική στον Morgenthau αναφορικά με την έννοια του εθνικού συμφέροντος και της ασφάλειας που αποτελούν τον πυρήνα της σκέψης του δεύτερου. Το εθνικό συμφέρον, ως αφηρημένη και σταθερή κατηγορία των διεθνών σχέσεων είναι, για τον Aron, μια έννοια κενή περιεχομένου, καθώς αυτό εξαρτάται από τις αντιλήψεις, προσλήψεις και προκαταλήψεις των κύριων διεθνών δρώντων που, σύμφωνα πάντα με τον φιλόσοφο, είναι ο στρατιωτικός και ο διπλωμάτης. Με απλά λόγια, δίνει τεράστια σημασία όχι σε δομικούς παράγοντες των διεθνών σχέσεων αλλά στις ιδέες και τα πάθη των εκάστοτε διπλωματικών δρώντων. Οι προσλήψεις τους παίζουν αποφασιστικό ρόλο στους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί το διεθνές σύστημα και όχι κάποιες αφηρημένες κατηγορίες της ισχύος και του εθνικού συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, δανειζόμενος, κατά παραδοχή του, τις κατηγορίες από το έργο του Παναγή Παπαληγούρα, Théorie de la SociéInternationale (1941), ο Aron διαχωρίζει τα διεθνή συστήματα σε ομογενή και ετερογενή. Ομογενή είναι τα συστήματα, στα οποία οι μεγάλες δυνάμεις μοιράζονται κοινές αξίες για την οργάνωση του διεθνούς συστήματος, την πολιτική, τη δικαιοσύνη, τη νομιμότητα. Ετερογενή, όταν οι αξίες αυτές είναι διαφορετικές, αντιθετικές και συγκρουσιακές. Η κύρια διαφωνία του Aron με τον δομικό νεορεαλισμό του Kenneth Waltz αφορά την έμφαση που δίνει στην ιδεολογία και στους εσωτερικούς θεσμούς μιας πολιτείας. Για τον συγγραφέα, πολλές φορές τα εσωτερικά καθεστώτα, καθώς και τα άτομα, μπορούν να αποδειχτούν πιο αποφασιστικά από τη δομή του διεθνούς συστήματος. Για παράδειγμα, και εδώ ο Aron μάλλον έχει στη σκέψη του τον Χίτλερ, η αλλαγή στο εσωτερικό ενός καθεστώτος μίας μεγάλης δύναμης είναι αρκετή ώστε να μεταβληθεί ο χαρακτήρας των διεθνών σχέσεων. Τέλος, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό ως προς τον Ψυχρό Πόλεμο, ο Aron εκφράζει μια ριζοσπαστική αντίληψη, στο πλαίσιο του κλασικού ρεαλισμού: οι μεγάλες δυνάμεις, δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για το εθνικό συμφέρον και την ασφάλεια, αλλά για μια Ιδέα, με την οποία ο ίδιος εννοεί την προβολή συγκεκριμένων αξιών και τρόπου ζωής στο διεθνές γίγνεσθαι. Όμως, η ιδεολογική στόχευση μιας μεγάλης δύναμης δεν είναι άσχετη με την ισχύ· αντιθέτως, αποτελεί το κύριο μέσο για τη νομιμοποίηση της διπλωματίας της.[xxiv]

 

2) Λαμβάνοντας θέση στην ψυχροπολεμική διαμάχη: ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Αποαποικιοποίηση

Η έμφαση στο άναρχο διεθνές σύστημα και στη διαλεκτική σχέση ισχύος-αξιών αποτελούν το υπόβαθρο των ψυχροπολεμικών αναλύσεων του Aron. Η δική μας προσέγγιση θα κινηθεί γύρω από τις γενικές θέσεις και αρχές που προβάλλει, καθώς μια διεξοδική ερμηνεία των παρεμβάσεων του Aron στον Ψυχρό Πόλεμο είναι αδύνατη στο πλαίσιο ενός άρθρου. Αρκεί να έχουμε υπόψη μας ότι ο συγγραφέας, λόγω της δημοσιογραφικής θέσης που κατείχε στον καθημερινό Τύπο, παρεμβαίνει σε όλες, χωρίς υπερβολή, τις σημαντικές εξελίξεις του Ψυχρού Πολέμου.

Όπως έχουμε υπογραμμίσει, οι αξίες αποτελούν κοινή συνισταμένη των αναλύσεων αλλά και των προταγμάτων του Aron: ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν πάνω από όλα μια ιδεολογική διαμάχη, ένας ανταγωνισμός αξιών και τρόπων ζωής. Όπως χαρακτηριστικά τόνιζε σε συνέντευξή του, το κύριο διακύβευμα του Ψυχρού Πολέμου ήταν η στάση της καθεμίας και του καθενός απέναντι στην ΕΣΣΔ, απέναντι στο σοβιετικό κομμουνιστικό «πείραμα»,[xxv] δηλαδή. Κύριος στόχος της Δύσης έπρεπε, συνεπώς, να είναι η διαφύλαξη των αξιών της και του τρόπου ζωής της. Σε αντίθεση με πολλούς διεθνολόγους, πολιτικούς στοχαστές και δημοσιολόγους, ο Aron τόνιζε περισσότερο τη συνέχεια, παρά τον καινοφανή χαρακτήρα της διεθνούς ζωής κατά τη μεταπολεμική εποχή. Η φύση των διεθνών σχέσεων δεν είχε μεταβληθεί, είχαν όμως αναδυθεί δύο νέα στοιχεία: τα πυρηνικά όπλα και ο παγκόσμιος χαρακτήρας της διπλωματίας. Ο Aron δεν αντιμετώπισε την ύπαρξη των πυρηνικών όπλων ως ένα ηθικό ζήτημα (όπως π.χ. έκανε ο Bertrand Rusell, με τον οποίο υπήρξε συνοδοιπόρος σε ποικίλες στιγμές του πολιτισμικού Ψυχρού Πολέμου), αλλά ως μια δεδομένη πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, έλαβε ενεργό ρόλο στις σφοδρές συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στον δυτικό κόσμο κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Μάλιστα, ο Robert McNamara, υπουργός Άμυνας της αμερικανικής κυβέρνησης Kennedy, δήλωσε δημόσια ότι το καλύτερο βιβλίο για την πυρηνική στρατηγική που είχε διαβάσει ήταν το Le Grand bat: Initiation à la Stratégie Atomique, 1963 (Η μεγάλη διαμάχη: Εισαγωγή στην Πυρηνική Στρατηγική), στο οποίο ο Aron προχωρούσε σε ενδελεχή ανάλυση και κριτική της διεθνούς συζήτησης γύρω από την πυρηνική στρατηγική και τον συμβατικό πόλεμο. Η ύπαρξη των πυρηνικών όπλων δεν ριζοσπαστικοποιούσε τον χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος αλλά και του πολέμου. Τα πυρηνικά όπλα δεν καταργούσαν τη θεμελιώδη θέση του Clausewitz περί του πολέμου ως συνέχειας «της πολιτικής με άλλα μέσα».[xxvi] Γι’ αυτό άλλωστε ο Aron πίστευε ότι η χρήση των τακτικών πυρηνικών όπλων στο πεδίο της μάχης ήταν ένα ενδεχόμενο που έπρεπε να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη αν η Δύση επιθυμούσε να έχει νόημα η στρατηγική της αποτροπής έναντι του κομμουνιστικού κόσμου. Πάντως, το καινοφανές στοιχείο που έφερναν στη διεθνή πολιτική τα πυρηνικά (πέρα από την τεράστια καταστροφή που μπορούσαν να επιφέρουν) ήταν το απομακρυσμένο, πλέον, ενδεχόμενο ενός πολέμου μεταξύ των Υπερδυνάμεων. Αυτή η αντίφαση που βρισκόταν στον πυρήνα του ανταγωνισμού των πυρηνικών οπλοστασίων των δύο Υπερδυνάμεων καθιστούσε τη διεθνή ζωή πιο περίπλοκη, καθώς η ελάχιστα πιθανή σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ σηματοδοτούσε τη συγκρότηση περιφερειακών συστημάτων εντός του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, στα οποία η στρατιωτική σύγκρουση ήταν πιθανότερη.[xxvii]

Από τη στιγμή που τα πυρηνικά όπλα καθιστούσαν έναν πυρηνικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ ελάχιστα πιθανό, ο δυτικός κόσμος έπρεπε να πείσει τους Σοβιετικούς ότι τα δύο διαφορετικά συστήματα μπορούν να επιτύχουν την κοινή συνύπαρξή τους, με απώτερο στόχο να εγκαταλειφθεί η ιδεολογική στόχευση της επικράτησης του μαρξισμού-λενινισμού σε όλο τον πλανήτη. Ο Aron πίστευε ότι το καλύτερο που μπορούσε να επιτευχθεί στον Ψυχρό Πόλεμο ήταν η αποδοχή της αρχής της κοινής συνύπαρξης και όχι της συνεργασίας: η συνεργασία ήταν αδύνατη λόγω της ετερογένειας του ψυχροπολεμικού διπολισμού. Πάντως, ο συνδυασμός της αδύνατης συνεργασίας και της ελάχιστης πιθανότητας πολέμου είχε ως συνέπεια τη (σχετική) σταθερότητα του διεθνούς συστήματος, θέση που είχε εκφράσει ο Aron από τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.[xxviii] Σε αυτό το πλαίσιο, στήριξε την όλο και ευρύτερη ενσωμάτωση του δυτικού κόσμου σε πολυμερείς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Όμως, δεν υπήρξε ούτε άκριτος θιασώτης του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος, ούτε υποστήριξε τις προσπάθειες του De Gaulle περί ανεξαρτητοποίησης της Γαλλίας αλλά και της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Για τον Aron, τέτοιες αντιλήψεις ήταν μη ρεαλιστικές: η ελευθερία του δυτικού κόσμου εξαρτιόταν πλήρως από τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα και η διασπορά των πυρηνικών όπλων το μόνο που κατάφερνε ήταν να αποδυναμώσει την αλληλεγγύη των κρατών της Δύσης. Γι’ αυτό και δεν πίστεψε ποτέ ουσιαστικά στη χρησιμότητα της συγκρότησης της γαλλικής force de frappe (δημιουργία ανεξάρτητης, γαλλικής πυρηνικής δύναμης).[xxix]

Τα άρθρα στην εφημερίδα Le Figaro.

Πέρα από τη «σκληρή» πολιτική, της διπλωματίας και του πολέμου, όπως έχουμε ήδη δείξει, ο Aron έδινε τεράστια σημασία στις ιδεολογικές/αξιακές πτυχές του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος. Ήδη από τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου συμμετείχε ενεργά στον ιδεολογικό/πολιτισμικό Ψυχρό Πόλεμο, κυρίως μέσω της παρουσίας του στο Congress for Cultural Freedom, μέσω του οποίου στόχευσε σε μια «θεσμοθετημένη» αντίδραση και κριτική στα ιδεολογικά όπλα του διεθνούς κομμουνισμού. [xxx] Σταδιακά, από τη δεκαετία του 1960 και μετά τον απασχόλησαν δύο ζητήματα, που άπτονταν των γενικότερων διεθνών εξελίξεων. Το πρώτο αφορούσε την ραγδαία αποαποικιοποίηση κατά τη δεκαετία του 1960. Καθώς, κατανοούσε ότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναδύονταν οι νέες ανεξάρτητες κοινωνίες στην Αφρική και την Ασία ήταν ευεπίφορες στην κομμουνιστική προπαγάνδα, ο Aron έδωσε έμφαση στη σημασία που είχε η οικονομική βοήθεια στα νέα κράτη από τη Δύση ώστε να σταθεροποιηθούν αλλά και ως ένδειξη των αξιών της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που έπρεπε διαρκώς να προβάλλει διεθνώς ο δυτικός κόσμος. Ήταν αντίθετος, όμως, σε οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή της Δύσης στα κράτη αυτά, καθώς θεωρούσε ότι δεν αποτελούσαν τον πυρήνα της ψυχροπολεμικής διαμάχης και επειδή πίστευε ότι στρατιωτικά, ψυχολογικά αλλά και πολιτισμικά η Δύση ήταν ανέτοιμη να ανταπεξέλθει στο αντάρτικο που εξαπολυόταν από τα κράτη των υπό ανάπτυξη κρατών.[xxxi] Κατά τη δεκαετία του 1970, καθώς οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες έδειχναν όλο και πιο ευάλωτες, φαινόμενο που εκφραζόταν συμβολικά με την άνοδο της τρομοκρατίας σε ΗΠΑ, Βρετανία, Ιταλία και Δυτική Γερμανία, αλλά και στη σκέψη του Aron με τις ακραίες θέσεις που αναδύθηκαν κατά τον Μάη του 1968, ο Aron ανέλαβε το έργο του προασπιστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού με στόχο την ανάκτηση της εμπιστοσύνης στον πολιτισμό αυτό.[xxxii] Το έργο αυτό αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα του ως προς τον Ψυχρό Πόλεμο. Ο Aron απεβίωσε στις 17 Οκτωβρίου του 1983 από καρδιακή προσβολή, καθώς αποχωρούσε από δικαστήριο, στο οποίο είχε παρευρεθεί για να υπερασπιστεί τον Bertrand de Jouvenel, που είχε κατηγορηθεί από τον Πολωνοεβραίο ιστορικό Zeev Sternhell[xxxiii] ότι ήταν φασίστας κατά τη δεκαετία του 1930.

 

Συμπεράσματα

Ο Raymond Aron υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δημόσιους διανοούμενους του ιδεολογικού Ψυχρού Πολέμου, το έργο του οποίου για τον ιστορικό των ιδεών αλλά και της μεταπολεμικής εποχής είναι ανεκτίμητο. Για τους υποστηρικτές του αποτέλεσε το «αρχέτυπο» της μετριοπάθειας, της νηφάλιας και έλλογης ανάλυσης και ερμηνείας κομβικών εξελίξεων της μεταπολεμικής διεθνούς ζωής. Μετριοπάθειας και νηφαλιότητας που συνοδεύονταν από την προσήλωση σε μια ευρύτερη φιλελεύθερη κοσμοθεώρηση και στην πρόταξη συγκεκριμένων φιλελεύθερων αξιών. Για αυτούς που του άσκησαν κριτική, και δεν ήταν λίγοι (σχεδόν το σύνολο της γαλλικής Αριστεράς, για την οποία ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος) ιδίως μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Aron δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας ψυχρός, χωρίς συναίσθημα, διανοούμενος, που προσπαθούσε να θεμελιώσει θεωρητικά το κοινωνικοπολιτικό, καπιταλιστικό status quo. Για τον ιστορικό, πάντως, αποτελεί καίρια πηγή για την κίνηση των ιδεών και για την εξέταση των τρόπων και των δαιδαλωδών διαδρομών, στους οποίους κινήθηκε ο πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος. Ο Aron αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα της μορφής και του περιεχομένου που έλαβε ο ψυχροπολεμικός φιλελευθερισμός, καθώς και των τρόπων και στρατηγικών που ακολούθησε για τον ιδεολογικό πόλεμο έναντι του κομμουνισμούˑ ενός πολέμου, που έλαβε πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και, πάνω από όλα, υπαρξιακές διαστάσεις. Στην εναντίωσή του απέναντι στην κομμουνιστική κοσμοθεωρία ο Aron πρόβαλλε ως κύριες αξίες την ελευθερία, ως ιστορικά προσδιορισμένη, και την κοινωνική δικαιοσύνη, ως αναγκαία συνθήκη της νεοτερικότητας και της ανόδου της μαζικής κοινωνίας, αλλά και ως όπλου απέναντι στην ηθική ανωτερότητα που, κατά κοινή ομολογία, πρόβαλλε η κομμουνιστική ιδεολογία στον τομέα αυτό. Όμως, η προσήλωση στις αξίες αυτές δεν ακολουθούσε τις συνήθεις διαδρομές που είχε λάβει η φιλελεύθερη ιδεολογία ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου. Στον μεταπολεμικό κόσμο, ο Aron πρότεινε έναν συγκρατημένο φιλελευθερισμό, που βασιζόταν στην ευρύτερη, τραγική κοσμοθεώρησή του. Με απλά λόγια, εκείνο που τον διαχωρίζει από τον κλασικό φιλελευθερισμό, έτσι όπως αυτός αναδύθηκε από τον Διαφωτισμό και μετά, είναι ο έντονος σκεπτικισμός του απέναντι στην απολυτοποίηση της αισιοδοξίας και της προόδου του ανθρώπου ως ιστορικής αναγκαιότητας. Η άνοδος του Χίτλερ, αλλά και ο Θουκυδίδης και ο Max Weber, τον είχαν «διδάξει» ότι η ανθρώπινη φύση είναι ευάλωτη σε επιλογές που μπορούν να την οδηγήσουν στην αυτοκαταστροφή της. Είναι προφανές ότι η κοσμοθεώρηση αυτή απομάκρυνε τον Aron απόλυτα από την κομμουνιστική Ουτοπία αλλά και σε σημαντικό βαθμό από τον νεοφιλελευθερισμό του Hayek και των συνοδοιπόρων του, που πρότειναν ως μόνη και απόλυτη λύση την ελεύθερη οικονομία, που θα εξάλειφε, αν όχι όλα, τα μείζονα προβλήματα της ανθρωπότητας. Κατά τον Aron, η κύρια προοπτική για την οργάνωση των ανθρώπινων κοινωνιών είναι η προσεκτική, όσο το δυνατόν έλλογη και νηφάλια πρόταξη καίριων ανθρωπιστικών ιδεωδών, με την ελπίδα ότι οι κοινωνίες θα συγκροτήσουν θεσμούς, που θα χαλιναγωγήσουν τα εγγενή πάθη που φωλιάζουν στην ανθρώπινη ψυχή και θα ενθαρρύνουν την αποδοχή των αξιακών ανταγωνισμών, χωρίς την προσφυγή στον πόλεμο και τη σύγκρουση. Όμως, το μείζον πρόβλημα είναι ότι ο Aron δεν εξήγησε ποτέ πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα σε κοινωνίες, που δεν είχαν την αντίστοιχη πολιτική κουλτούρα και παρακαταθήκη μιας εδραιωμένης φιλελεύθερης, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η μεγάλη αυτή έλλειψη στο έργο του δεν είναι άσχετη με την προσήλωσή του στην ψυχροπολεμική διαμάχη και τις συγκυριακές αναγκαιότητες που πρόβαλλε η αντιμετώπιση του κομμουνισμού μέχρι το τέλος της ζωής του.

Raymond Aron – Interview. L’ home en question.

“Η δογματική ισότητα επιχειρεί μάταια να αντικρούσει την φύση, βιολογική και κοινωνική. Δεν καταλήγει στην ισότητα αλλά στην τυραννία”.

 

Ο Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διαχείρισης Λιμένων και Ναυτιλίας του ΕΚΠΑ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΡΓΑ ΤΟΥ RAYMOND ARON

Raymond Aron, «Social Structure and the Ruling Class», μέρη Ι και ΙΙ, The British Journal of Sociology, 1: 1 και 2 (March και June 1950), σ. 1-16 και 126-143.

Raymond Aron, Le Grand Schisme (Paris: Gallimard, 1948).

Raymond Aron, The Opium of the Intellectuals, μτφρ. Terence Kilmartin (New York: W.W. Norton & Company, 1962).

Raymond Aron, «The Anarchical Order of Power», Daedalus, 95:2 (Spring 1966), σ. 479-502.

Raymond Aron, Peace and War: A Theory of International Relations (London: Routledge, 2003).

Raymond Aron, «The Liberal Definition of Liberty: Concerning Hayek’s The Constitution of Liberty, στο Daniel J. Mahoney (επιμ.), In Defense of Political Reason (Oxford: Rowman & Littlefield, 1994), σ. 73-91.

Raymond Aron, Democracy and Totalitarianism: The Nature of Human Society, μτφρ. Weidenfeld και Nicolson (London and Southampton: The Camelot Press Ltd., 1968).

Raymond Aron, «The Evolution of Modern Strategic Thought», The Adelphi Papers, 9:54 (1969), σ. 1-17.

Raymond Aron, An Essay on Freedom, μτφρ. Helen Weaver (New York: World Publishing Company & New American Library).

Raymond Aron, Memoirs: Fifty Years of Political Reflection (New York and London: Holmes & Meir, 1990).

Raymond Aron, Plaidoyer pour l’ Europe Décadente (Paris: Laffont, 1977) [Συνηγορία για την Ευρώπη που παρακμάζει, 2 τόμ. Σιδέρης, 1980].

Raymond Aron, Thinking Politically: A Liberal in the Age of Ideology (New Brunswick and London: Transaction Publishers, 1997.

Raymond Aron, Liberté et égalité (Paris: EHESS, 2013).

 

ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ RAYMOND ARON

Ronald Aronson, Camus and Sartre: The Story of a Friendship and the Quarrel that Ended it (Chicago: University of Chicago Press, 2004).

Reed M. Davis, A Politics of Understanding: The International Thought of Raymond Aron (Louisiana State University Press 2009).

Bryan-Paul Frost, «Realism Meets Historical Sociology: Raymond Aron’s Peace and War», στο Henrik Bliddal, Casper Sylvest και Peter Wilson (επιμ.), Classics of International Relations: Essays in Criticism and Appreciation (New York: Routledge, 2013), σ. 99-108.

Nicholas Gane, «In and Out of Neoliberalism: Reconsidering the Sociology of Raymond Aron», Journal of Classical Sociology, 16:3 (2016), σ. 261-279.

Tony Just, Postwar: A History of Europe since 1945 (New York: Penguin Press, 2005).

Daniel J. Mahoney, «Aron, Marx, and Marxism: An Interpretation», European Journal of Political Theory, 2:4 (2003), σ. 415-427.

Jan-Werner Muller, «Fear and Freedom: On ‘Cold War Liberalism’», European Journal of Political Theory, 7:1 (2008), σ. 45-64.

Scott B. Nelson, Tragedy and History: The German Influence on Raymond Aron’s Political Thought (Berlina: Peter Lang, 2019).

Giles Scott-Smith, «The Congress for Cultural Freedom, the End of Ideology and the 1955 Milan Conference: ‘Defining the Parameters of Discourse’», Journal of Contemporary History, 37:3 (Jul. 2002), σ. 437-455.

Judith Shklar, «The Liberalism of Fear», Nancy L. Rosenblum (επιμ.), Liberalism and the Moral Life (Harvard University Press, 1989), σ. 21-38.

Iain Stewart, Raymond Aron and Liberal Thought in the Twentieth Century (Cambridge: Cambridge University Press, 2020).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Raymond Aron, Memoirs: Fifty Years of Political Reflection (New York and London: Holmes & Meir, 1990), 313-332.

[ii] Iain Stewart, Raymond Aron and Liberal Thought in the Twentieth Century (Cambridge: Cambridge University Press, 2020)· Scott B. Nelson, Tragedy and History: The German Influence on Raymond Aron’s Political Thought (Berlina: Peter Lang, 2019).

[iii] Judith Shklar, «The Liberalism of Fear», Nancy L. Rosenblum (επιμ.), Liberalism and the Moral Life (Harvard University Press, 1989), σ. 21-38.

[iv] Jan-Werner Muller, «Fear and Freedom: On ‘Cold War Liberalism’», European Journal of Political Theory, 7:1 (2008), σ. 45-64.

[v] Max Weber, Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης (Αθήνα: Δώμα, 2019).

[vi] Scott Nelson και Jose Colen, «Statesmanship and Ethics: Aron, Max Weber, and Politics as a Vocation», στο Jose Colen και Elisabeth Dutartre-Michaut (επιμ.), The Companion to Raymond Aron (New York: Palgrave Macmillan, 2015), σ. 205-216· Peter Breiner, «Raymond Aron’s Engagement with Weber: Recovery or Retreat?», Journal of Classical Sociology, 11:2 (2011), σ. 99-122· Reed Davis, «The Phenomenology of Raymond Aron», European Journal of Political Theory, 2:4 (2003), σ. 401-413.

[vii] Pierre Hassner, «Raymond Aron and Immanuel Kant: Politics Between Morality and History», στο The Companion to Raymond Aron, σ. 197-204.

[viii] Aurelian Craiutu, «Raymond Aron and the Tradition of Political Moderation in France», Raf Geenens και Helena Rosenblatt (επιμ.), French Liberalism from Montesquieu to the Present Day (Cambridge: Cambridge Press, 2012), σ. 271-291.

[ix] C. Wright Mills, The Power Elite (Oxford: Oxford University Press, 1956).

[x]Raymond Aron, «Social Structure and the Ruling Class», μέρη Ι και ΙΙ, The British Journal of Sociology, 1: 1 και 2 (March και June 1950), σ. 1-16 και 126-143.

[xi]Isaiah Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας (Αθήνα: Scripta, 2001). To κλασικό, πλέον, κείμενο του Berlin «Two Concepts of Liberty», αποτελούσε την εναρκτήρια διάλεξη του Berlin στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στις 31 Οκτωβρίου 1958.

[xii] Raymond Aron, An Essay on Freedom, μτφρ. Helen Weaver (New York: World Publishing Company & New American Library), σ. 159.

[xiii] Raymond Aron, Democracy and Totalitarianism: The Nature of Human Society, μτφρ. Weidenfeld και Nicolson (London and Southampton: The Camelot Press Ltd., 1968), σ. 67-80.

[xiv] Aron, An Essay on Freedom, σ. 55, 82 και 157-159.

[xv] Daniel J. Mahoney, «A Liberal and a Classic: Pierre Manent’s Neo-Aristotelian Reading of Raymond Aron», Perspectives on Political Science, 45:4 (Sep. 2016), σ. 230-236.

[xvi] Τα έργα των Leo Strauss, Eric Voegelin, Hannah Arendt και Κορνήλιου Καστοριάδη είναι ενδεικτικά των προσεγγίσεων αυτών.

[xvii] Raymond Aron, Liberté et égalité (Paris: EHESS, 2013).

[xviii] Η πρόσληψη του Μαρξ από τον Aron δεν έχει μέχρι στιγμής αναλυθεί και ερμηνευτεί συστηματικά, παρά μόνο με τη μορφή μικρών άρθρων-μελετών. Ένα τέτοιο έργο θα αναδείκνυε όχι μόνο την εμβρίθεια της ενασχόλησης του Aron με τον Μαρξ, αλλά κατά την άποψή μας, θα συνεισέφερε ουσιαστικά στις ευρύτερες μαρξικές σπουδές κατά τον 20ο αιώνα. Πρβλ. Daniel J. Mahoney, «Aron, Marx, and Marxism: An Interpretation», European Journal of Political Theory, 2:4 (2003), σ. 415-427· Max Likin, «’Nothing Fails Like Success’: The Marxism of Raymond Aron», French Politics, Culture & Society, 26:3 (Winter 2008), σ. 43-60.

[xix] Tony Just, Postwar: A History of Europe since 1945 (New York: Penguin Press, 2005), σ. 360-389.

[xx] Raymond Aron, «The Liberal Definition of Liberty: Concerning Hayek’s The Constitution of Liberty, στο Daniel J. Mahoney (επιμ.), In Defense of Political Reason (Oxford: Rowman & Littlefield, 1994), σ. 73-91· Nicholas Gane, «In and Out of Neoliberalism: Reconsidering the Sociology of Raymond Aron», Journal of Classical Sociology, 16:3 (2016), σ. 261-279.

[xxi] Raymond Aron, The Opium of the Intellectuals, μτφρ. Terence Kilmartin (New York: W.W. Norton & Company, 1962), σ. 266-267.

[xxii] Για μια εξιστόρηση της σχέσης του Camus με τον Sartre, και τον ρόλο του Ψυχρού Πολέμου στην τελική τους ρήξη πρβλ. τη διεξοδική ανάλυση στο Ronald Aronson, Camus and Sartre: The Story of a Friendship and the Quarrel that Ended it (Chicago: University of Chicago Press, 2004).

[xxiii] Aron, Memoirs, 327. Πρόκειται για το Introduction à la Philosophie de l’ Historie: Essai sur les Limites de l’ Objectivité Historique (Paris: Gallimard, ‘Bibliothèque des Idées’, 1938), το οποίο συζητούσε τις μεθοδολογικές και επιστημολογικές προϋποθέσεις της κατανόησης του παρελθόντος από τις κοινωνικές επιστήμες, ιδίως τις επιστήμες της ιστορίας και της κοινωνιολογίας.

[xxiv] Όλες αυτές οι θέσεις αναλύονται διεξοδικά στο ογκώδες Paix et Guerre Entre les Nations. Πρβλ. επίσης: Reed M. Davis, A Politics of Understanding: The International Thought of Raymond Aron (Louisiana State University Press 2009· και την εξαιρετική ανάλυση στο Bryan-Paul Frost, «Realism Meets Historical Sociology: Raymond Aron’s Peace and War», στο Henrik Bliddal, Casper Sylvest και Peter Wilson (επιμ.), Classics of International Relations: Essays in Criticism and Appreciation (New Yprk: Routledge, 2013), σ. 99-108.

[xxv] Raymond Aron, Thinking Politically: A Liberal in the Age of Ideology (New Brunswick and London: Transaction Publishers, 1997, σ. 140-141.

[xxvi] Raymond Aron, «Clausewitz’s Conceptual System», Armed Forces and Society, 1:1 (November 1974), σ. 49-59.

[xxvii] Raymond Aron, «The Evolution of Modern Strategic Thought», The Adelphi Papers, 9:54 (1969), σ. 1-17· Barry Cooper, «Raymond Aron and Nuclear War», Journal Of Classical Sociology, 11:2 (2011), σ. 203-224.

[xxviii] Raymond Aron, Le Grand Schisme (Paris: Gallimard, 1948)

[xxix] Joel Mouric, «Raymond Aron and the Idea of Europe», στο Olivier Schmitt (επιμ.), Raymond Aron and International Relations (New York: Routledge, 2018), σ. 112-125.

[xxx] Giles Scott-Smith, «The Congress for Cultural Freedom, the End of Ideology and the 1955 Milan Conference: ‘Defining the Parameters of Discourse’», Journal of Contemporary History, 37:3 (Jul. 2002), σ. 437-455.

[xxxi] Για μια εμβριθή ανάλυση των τριών ειδών πολέμου που χαρακτήριζαν τον μεταπολεμικό κόσμο και τις προκλήσεις που εγείρονταν για τη Δύση πρβλ. Raymond Aron, «The Anarchical Order of Power», Daedalus, 95:2 (Spring 1966), σ. 479-502. Τα τρία είδη πολέμου, κατά τον Aron, ήταν: α) συμβατικός πόλεμος (σύγκρουση Ισραήλ-Αράβων), 2) το αντάρτικο (Αλγερία και Βιετνάμ), 3) ο «μη πόλεμος» (πυρηνικός).

[xxxii] Raymond Aron, Plaidoyer pour l’ Europe cadente (Paris: Laffont, 1977) [Συνηγορία για την Ευρώπη που παρακμάζει, 2 τόμ. Σιδέρης, 1980].

[xxxiii] Στο βιβλίο του Ni Droite, Ni Gauche. L’ Idéologie Fasciste en France (Paris: Editions du Seuill, 1983).

 

 

 

 

Γεράσιμος Αλεξάτος: Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916 – 1919

Γεράσιμος Αλεξάτος

Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916 – 1919

 

Το καλοκαίρι του 1916 ‒μεσούντος του Μεγάλου Πολέμου‒ 7.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί του Δ΄ Σώματος Στρατού –με έδρα την Καβάλα- μεταφέρθηκαν με δέκα αμαξοστοιχίες στη μικρή αλλά ιστορική πόλη της πάλαι ποτέ πρωσικής επαρχίας της Σιλεσίας το Γκαίρλιτς (Γκέρλιτς, Görlitz). Φθάνοντας εκεί ύστερα από ένα εξουθενωτικό ταξίδι δώδεκα ημερών, οι ταλαιπωρημένοι και ανίδεοι στρατιώτες έγιναν αντικείμενο μιας εντυπωσιακά οργανωμένης παλλαϊκής υποδοχής, που δεν επρόκειτο να ξεχάσουν σε όλη τους τη ζωή: στον σιδηροδρομικό σταθμό τους ανέμεναν σύσσωμες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της πόλης με επικεφαλής τον υπασπιστή του Κάιζερ, στρατιωτικά αγήματα και μπάντες που παιάνιζαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο και χιλιάδες λαού, ενώ στην πύλη του ανακαινισμένου στρατοπέδου είχε αναρτηθεί στα ελληνικά μια μεγάλη, πλαισιωμένη από γιρλάντες επιγραφή: «ΧΑΙΡΕΤΕ».

Όμως, κατά μια παράδοξη ιστορική σύμπτωση, οι σχέσεις του Γκαίρλιτς με την Ελλάδα και τη νεότερη ιστορία της δεν σταματούν εκεί. Το 1949, μετά το τέλος του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα, 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες μαζί με τα παιδιά τους, κατέφυγαν στην ίδια ακριβώς πόλη. Το Γκαίρλιτς εν τω μεταξύ μετά το 1945 είχε διχοτομηθεί και οι ανατολικές συνοικίες του –εκεί όπου 30 χρόνια νωρίτερα βρισκόταν το ελληνικό στρατόπεδο‒ είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία με το όνομα Ζγκοζέλετς (Zgorzelec). Έτσι στη χωρισμένη στα δύο πόλη βρέθηκαν στις απέναντι όχθες του συνοριακού πλέον ποταμού Νάισε, Έλληνες δύο διαφορετικών γενεών –θύματα των μεγάλων συγκρούσεων του πρώτου μισού του 20ού αιώνα‒ που για πολλά χρόνια ούτε καν υποψιάζονταν την ύπαρξη συμπατριωτών τους στην αντίπερα όχθη.

Η είσοδος του στρατοπέδου του Γκαίρλιτς

Τα γεγονότα της Μακεδονίας

Τι είχε συμβεί το μοιραίο εκείνο καλοκαίρι στην Ανατολική Μακεδονία τρία μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωσή της, πριν από τη σχεδόν αμαχητί εγκατάλειψή της στους συμμάχους των Γερμανών Βουλγάρους; Όλα ξεκίνησαν στις 18 Αυγούστου 1916, όταν βουλγαρικός στρατός, έχοντας εξασφαλίσει το πράσινο φως των Γερμανών συμμάχων του, εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην Ανατολική Μακεδονία, με στόχο να περιορίσει–όπως διατεινόταν- τις κινήσεις των εχθρικών δυνάμεων του αντίπαλου στρατοπέδου, της  Αντάντ, που από έτους ήδη είχαν εγκατασταθεί στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα εκείνη την εποχή ο εκλεγμένος πρωθυπουργός  Ελευθέριος Βενιζέλος, από παλιά προσανατολισμένος προς τις «προστάτιδες δυνάμεις» της χώρας, είχε αποπεμφθεί από τα Ανάκτορα, επειδή είχε ταχθεί υπέρ της συμμετοχής της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των δυτικών συμμάχων της Αντάντ. Στην εξουσία ήταν η φιλοβασιλική παράταξη, η οποία αντιθέτως προέκρινε την πολιτική της ευνοϊκής προς τη Γερμανία και του συμμάχους της ουδετερότητας. Επικεφαλής της ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, απόφοιτος της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου και γυναικαδελφός του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου (είχε παντρευτεί την αδελφή του Σοφία). Ηταν η απαρχή του Εθνικού Διχασμού.  Μόλις, λοιπόν, αμέσως μετά την εισβολή των Βουλγάρων, το Βερολίνο έδωσε επίσημες διαβεβαιώσεις[1] περί σεβασμού της ελληνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας, υποσχόμενο ότι θα έφηνε άθικτες τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις (Σέρρες, Δράμα, Καβάλα), το γερμανόφιλο κωνσταντινικό περιβάλλον καθησύχασε. Έτσι, το εκεί εγκατεστημένο και αποκομμένο από την υπόλοιπη Ελλάδα Δ΄ Σώμα Στρατού, αποδυναμωμένο μετά την επιβληθείσα από την Αντάντ αποστράτευση των  εφεδρειών του και με απούσα όλη την ανώτατη ηγεσία του (!), διατάχθηκε από το εθνικό κέντρο να μην προβάλει αντίσταση και  εγκαταλείποντας αμαχητί τα συνοριακά οχυρά, να αποσυρθεί στις έδρες των μεραρχιών του. Όταν οι ραγδαίες αυτές και απρόσμενες εξελίξεις έγιναν γνωστές στην Ελλάδα προκάλεσαν θύελλα αγανάκτησης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί εσπευσμένα το φιλοβενιζελικό κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και να αποκτήσει ο Εθνικός Διχασμός και γεωγραφική διάσταση.

Βούλγαροι στρατιώτες στο κάστρο της Καβάλας το 1917 (Πηγή: Imperial War Museum – Q 86239).

Τα γεγονότα όμως δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις βασιλικές προσδοκίες. Από την πρώτη στιγμή έγινε με οδυνηρό τρόπο αντιληπτό από τους κατοίκους και τους υπερασπιστές της περιοχής, ότι ο πραγματικός στόχος των εισβολέων δεν ήταν άλλος από την αιχμαλωσία του στρατού, την εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών και τη μόνιμη εγκατάσταση τους σε μακεδονικά εδάφη[2]. Ο ασκών χρέη διοικητού του Σώματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος, με καθημερινές εκκλήσεις προς το κέντρο, αναζητούσε απεγνωσμένα τρόπους για να οργανώσει εκ των ενόντων την άμυνα και να εξασφαλίσει τρόφιμα στους στρατιώτες και τους κατοίκους, που πανικόβλητοι συνέρρεαν στην Καβάλα εγκαταλείποντας τις εστίες τους. Η Αθήνα όμως κώφευε προκλητικά. Η κατάσταση εν τω μεταξύ διαρκώς χειροτέρευε και ο κλοιός γύρω από την Καβάλα ήταν ασφυκτικός.

Η αιφνιδιαστική αυτή σκλήρυνση της βουλγαρικής στάσης δεν ήταν τυχαία. Οφειλόταν στην αλλαγή της στρατιωτικής ηγεσίας στο Βερολίνο και στην ανάληψη καθηκόντων από τους Χίντενμπουργκ και Λούντεντορφ. Το νέο πανίσχυρο επιτελείο θεωρούσε πλέον την Ελλάδα «χαμένη υπόθεση», δίνοντας το πράσινο φως για την κατάληψη της Καβάλας, αδιαφορώντας για τις προ τριών μόλις εβδομάδων παρασχεθείσες εγγυήσεις.[3] Πίεζαν τώρα αφόρητα τον Χατζόπουλο να εγκαταλείψει πάραυτα την πόλη, χωρίς καν να του επιτραπεί να συνεννοηθεί με τους προϊσταμένους του στην Αθήνα, απειλώντας ότι «σε περίπτωση άρνησης» θα ανοίγετο «αμέσως πυρ εναντίον της Καβάλας[4]».΄Οταν και από το άλλο στρατόπεδο οι εγκατεστημένοι στην απέναντι Θάσο Σύμμαχοι, απέκλεισαν το λιμάνι της Καβάλας και κατάσχεσαν την πιο κρίσιμη στιγμή -«για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού»- τον μοναδικό ασύρματο της ελληνικής διοίκησης, η  θέση του πλήρως αποκομμένου Έλληνα διοικητή γινόταν τραγική. Τότε, για να αποφευχθεί πάση θυσία η επώδυνη και ατιμωτική  βουλγαρική αιχμαλωσία, απευθύνθηκε αυτοβούλως στον Γερμανό αρχιστράτηγο, ζητώντας τη μεταφορά του στρατού μαζί με τον οπλισμό του στη Γερμανία, όπου και θα παρέμενε ως ουδέτερο μέχρι το τέλος του πολέμου. Ταυτόχρονα, ύστερα από ομόφωνη απόφαση του πολεμικού συμβουλίου του Σώματος, επικοινώνησε και με τον στόλο των Αγγλογάλλων, ζητώντας την παράδοση στους Συμμάχους, θέτοντας όμως ως  προϋπόθεση –καθότι φιλομοναρχικός ο ίδιος- να μεταφερθούν οι μονάδες του σε λιμάνι της υπό κωνσταντινικό έλεγχο Παλαιάς Ελλάδας.[5]  Και ενώ οι μονάδες ήταν παραταγμένες στο λιμάνι της Καβάλας έχοντας εντολή επιβίβασης στα βρετανικά πλοία, την τελευταία στιγμή η επιχείρηση ματαιώθηκε εξ αιτίας της επιμονής των  Βρετανών πλοιάρχων να επιτρέπουν την αναχώρηση μόνο σε φιλοβενιζελικούς εθελοντές, απαγορεύοντας την επιβίβαση ακόμα και στον ίδιο τον σωματάρχη.[6] Ο φιλοβασιλικός Χατζόπουλος, ευρισκόμενος μπροστά στο δίλημμα να προσχωρήσει παρά τη θέλησή του στο κίνημα της Θεσσαλονίκης ή να παραδοθεί στους Γερμανούς, με ευνοικούς έστω όρους, προτίμησε το δεύτερο.Μετά τη θετική απάντηση του Γερμανού στρατάρχη, ξεκινούσε υπό αφόρητη χρονική πίεση – «για να μην υπάρξει περιθώριο επικοινωνίας»[7] η πορεία των μονάδων προς τη Δράμα, τον πρώτο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού. Τη ίδια στιγμή η Αθήνα –ειδοποιημένη από τους Άγγλους- ξυπνούσε από τον λήθαργο και φοβούμενη εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις διέτασσε, μέσω των Βρετανών, τη μεταγωγή των δυνάμεων στον Βόλο. Ήταν όμως, σύμφωνα με τον Χατζόπουλο, πολύ αργά. Η πορεία επρόκειτο άμεσα να ξεκινήσει.[8]

Οι στρατηγοί Χίντενμπουργκ και Λούντεντορφ.

Και ενώ οι 7000 στρατιωτικοί μεταφέρονταν εκόντες άκοντες ως «αιχμάλωτοι-φιλοξενούμενοι» στο στρατόπεδο του Γκαίρλιτς στη Γερμανία, στο εσωτερικό της χώρας ο διχασμός περνούσε σε παροξυντική φάση: Η Ελλάδα με την προσωρινή κυβέρνηση των Αμυνιτών της Θεσσαλονίκης κοβόταν στα δύο, τη στιγμή που οι κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας –όσοι δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν με δικά τους μέσα στη Θάσο- εγκαταλείπονταν ανυπεράσπιστοι στο έλεος του εισβολέα. Για τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι τα μεγάλα τραγικά θύματα της σωρείας των θλιβερών αποφάσεων των τότε κυβερνώντων.[9]

 

Ελληνογερμανική συνάντηση με συνέπειες

Η μεταφορά σε γερμανικό έδαφος ενός σημαντικού τμήματος του στρατού μιας ουδέτερης χώρας προκάλεσε τον αποτροπιασμό της Αντάντ και του ουδέτερου κόσμου, ενώ έγινε φυσικά αποδεκτή με διθυραμβικά σχόλια από το σύνολο του γερμανικού Τύπου. Η πρόταση του Χατζόπουλου τούς παρείχε ένα πολύτιμο πλεονέκτημα στον αμείλικτο πόλεμο της προπαγάνδας: μπορούσαν τώρα, τελείως ανέλπιστα, να εμφανίσουν τον εξαναγκασμό σε παράδοση ενός ουδέτερου στρατεύματος –και μάλιστα με φιλικώς προς τη Γερμανία προσκείμενη ηγεσία- ως γενναιόδωρη παραχώρηση «προστασίας» και «φιλοξενίας». Ο Λούντεντορφ- παρά την εκφρασμένη αντίθετη επιθυμία του Χατζόπουλου- έδωσε διαταγή για επίσημη παλλαϊκή υποδοχή. «Οι Έλληνες δεν θα πρέπει να έχουν την αίσθηση ότι είναι αιχμάλωτοι», έγραφε σε αναφορά του, «προκειμένου να διαδοθεί στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για τη γερμανική υπόθεση».[10] Εντούτοις, στην πραγματικότητα, η εκεί παραμονή των Ελλήνων δεν έπαυσε να αποτελεί ένα είδος ιδιότυπης αιχμαλωσίας, καθώς σε κανέναν και για οποιονδήποτε λόγο δεν επετράπη να εγκαταλείψει το γερμανικό έδαφος καθ΄όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Η τύχη το έφερε η ακούσια άφιξη χιλιάδων στρατευμένων να είναι η πρώτη στην ιστορία μαζική συνάντηση Ελλήνων και Γερμανών επί γερμανικού εδάφους. Με γνήσιο ενθουσιασμό υποδέχτηκαν τη χαρμόσυνη είδηση οι ισχυροί τότε κύκλοι των φιλελλήνων. «Ο πόλεμος έφερε την Ελλάδα αιφνίδια και ορμητικά στο επίκεντρο του γερμανικού ενδιαφέροντος»,[11] διαπίστωνε ο γνωστός τότε καθηγητής Άουγκουστ Χάιζενμπεργκ, πυροδοτώντας την αναβίωση ενός -βραχύβιου έστω- κλίματος φιλελληνισμού, έναν πραγματικό «μήνα του μέλιτος» στις ελληνογερμανικές σχέσεις.

H άφιξη του Δ΄ Σώματος Στρατού στον σιδηροδρομικό σταθμό του Γκαίρλιτς (αρχείο Γερ. Αλεξάτου).

Μεταξύ άλλων έκανε την εμφάνισή της και η πρώτη ημιεπίσημη οδηγία  – με τον ενδεικτικό τίτλο «Εμπρός για τη Ελλάδα»- υπέρ του ανύπαρκτου τότε ελληνικού τουρισμού![12] Κατακλύστηκε τότε η μικρή πόλη της Σιλεσίας από κορυφαίους καθηγητές, ελληνομαθείς διπλωμάτες και εμπόρους, που κατέφθαναν από όλα τα μήκη και πλάτη της Γερμανίας με ποικίλα κίνητρα και αποστολές.[13] Μοναδική ήταν η ευκαιρία για τη διενέργεια ερευνών σε ελληνικού ενδιαφέροντος αντικείμενα, καθώς για πρώτη φορά υπήρχε άφθονο έμψυχο υλικό, προερχόμενο από όλα τα κοινωνικά στρώματα και από όλον τον τότε ελληνικό κόσμο, συγκεντρωμένο και πρόθυμο στην υπηρεσία των αναπτυσσόμενων την εποχή εκείνη νεοελληνικών σπουδών. Έτσι –εν μέσω του φονικότερου έως τότε πολέμου- στο ελληνικό στρατόπεδο πραγματοποιήθηκαν μελέτες, διατριβές και μοναδικές ηχογραφήσεις μουσικής και διαλέκτων, που μόλις σήμερα βγαίνουν σταδιακά στο φως προκαλώντας επιστημονικό και ευρύτερο ενδιαφέρον. Μεταξύ αυτών και η πρώτη εγγραφή ρεμπέτικου με συνοδεία μπουζουκιού παγκοσμίως.[14]

Αξιόλογη και μακροχρόνια επίδραση είχαν τα μαθήματα γερμανικών για άξιωματικούς και για 700 εγγράμματους στρατιώτες, συγκροτημένα συστηματικά και με υψηλότατο επίπεδο διδασκαλίας, όπου συμμετείχε η αφρόκρεμα των νεοελληνιστών καθηγητών.[15] ΄Ενας από αυτούς, ο αρχαιολόγος Γιάκομπσταλ, σε περιοδεία του ανά την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 20, έψαχνε παντού για «Γκορλιτσιώτες», όπως ονομάζονταν τότε οι επανακάμψαντες, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τους «πλούσιους καρπούς», που είχε αποδώσει η μακρόχρονη παραμονή του Σώματος και κυρίως το σχολείο γερμανικών στις αμοιβαίες σχέσεις. Βεβαίως, η επίσημα προβαλλόμενη εικόνα της Ελλάδας ήταν πάντα εξαιρετικά μονόπλευρη και επιλεκτική: Οι «φίλοι» μας κωνσταντινικοί από τη μια, και οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι «ραδιούργοι βενιζελικοί» από την άλλη. Εικόνα που επρόκειτο να διατηρηθεί αμετάβλητη επί πολλές δεκαετίες, μέχρι τη γερμανική κατοχή.[16] Το ξεχασμένο μέχρι πρόσφατα επεισόδιο του Γκαίρλιτς επηρέασε και διαμόρφωσε την εικόνα πολλών Ελλήνων για τη γερμανική κοινωνία της εποχής. Σ’ αυτό συνέβαλαν και οι λιγοστοί μεν αλλά εξαιρετικά φιλόδοξοι νεαροί Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι, που βρέθηκαν τυχαία –ως απλοί στρατιώτες ή αξιωματικοί- στο απομονωμένο στρατόπεδο. Διάσημοι πολλοί από αυτούς αργότερα – όπως ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου Βασίλης Ρώτας- έδωσαν εκεί τα πρώτα δείγματα γραφής της τέχνης τους, δεχόμενοι ταυτόχρονα πολλαπλές επιρροές και επιδράσεις στη μετέπειτα πορεία τους.[17] Σημείο αναφοράς και χώρος συνάντησης: η μικρή ελληνική καθημερινή εφημερίδα («Τα Νέα του Görlitz» αρχικά, τα «Ελληνικά Φύλλα» στη συνέχεια).[18] Κυρίως το πρώτο διάστημα, προτού η εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα και το βάθεμα του διχασμού βάλει φρένο στη δημιουργική προσπάθεια.

Αριστερά: το σημειωματάριο-ημερολόγιο του Γ. Πεδιαδιτάκη. Δεξιά: ο λυράρης Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μια από τις παλαιότερες ηχογραφήσεις παγκοσμίως κρητικής μουσικής (αρχείο Γερ. Αλεξάτου).

Αμέτρητα ήταν τα νήματα που συνέδεσαν τότε τους δύο λαούς. Δύσκολη και αντιφατική ωστόσο η σχέση με τους απλούς ανθρώπους του Γκαίρλιτς, καθώς δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους και τόσο διαφορετικοί, προσέγγιζαν για πρώτη φορά ο ένας τον άλλο υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Η παρουσία χιλιάδων νέων ανθρώπων σε μια πόλη των 90 χιλιάδων κατοίκων γινόταν ιδιαιτέρως αισθητή και της έδινε ασυνήθιστη ζωντάνια. Ωστόσο τα πράγματα πίσω από τη βιτρίνα δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακά. Ο χειμώνας του 1916-1917 ήταν ο δριμύτερος των τελευταίων δεκαετιών, ενώ το φάσμα των στερήσεων και της πείνας θα κατατρέχει τους Έλληνες στρατιώτες καθ´ όλη τη διάρκεια της παραμονής τους. Το πολικό ψύχος (έως -22°) σε συνδυασμό με την ελλιπέστατη, μονόπλευρη και ασυμβίβαστη με ελληνικές γεύσεις διατροφή, προκάλεσε ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία τους. Έτσι, παρά το ειρηνικό περιβάλλον, η μηνιγγίτιδα, η ισπανική γρίπη και κυρίως η φυματίωση, θέρισαν κυριολεκτικά τους εξασθενημένους άνδρες. 400 περίπου άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή, ενώ μετά το τέλος του πολέμου 150 βαρέως ασθενούντες, με ειδικά εξοπλισμένο ατμόπλοιο, επέστρεψαν στην πατρίδα ετοιμοθάνατοι. Μεγάλη ήταν εξάλλου η δυσαρέσκεια του τοπικού πληθυσμού, που έβλεπε με ανησυχία τους αξιωματικούς με τους μισθούς που εξακολουθούσαν να εισπράττουν να αδειάζουν τα καταστήματα από το λιγοστό εμπόρευμα, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη. Αλλά και το βραδινό «σουλατσάρισμα» στους δρόμους, πριν από τις αθρόες αποστολές εργασίας, δεν δημιουργούσε πάντα φιλικά συναισθήματα. Το γεγονός όμως που δημιούργησε τις μεγαλύτερες συγκρούσεις και αντιζηλίες ήταν η εντυπωσιακή επιτυχία των Ελλήνων στον γυναικείο πληθυσμό. Σε καιρούς λειψανδρίας το αυξημένο ενδιαφέρον των γυναικών προς τους «εξωτικούς» τότε και ηλιοκαμένους νέους του νότου, εκδηλωνόταν ποικιλοτρόπως. Το ζήτημα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Γινόταν λόγος ακόμα και για αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών στο μέτωπο. Τίποτε δεν μπόρεσε ωστόσο να ανακόψει τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των αρραβώνων και γάμων και εκατοντάδες οι γυναίκες του Γκαίρλιτς, που όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ήταν έτοιμες και αποφασισμένες να ζήσουν τον ελληνικό τους «μύθο». Οι δυσκολίες όμως που συνάντησαν στη γεμάτη μίσος εποχή στην πάμφτωχη τότε και αλληλοσπαρασσόμενη Ελλάδα ήταν ανυπέρβλητες. Οι περισσότερες γύρισαν πίσω αποκαρδιωμένες.[19]

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαιρλιτς (αρχείο Μαρίας Κατσαρού-Νασιάκου).

Ο Εθνικός Διχασμός στη Γερμανία

Με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την εγκατάστασή του στην Ελβετία (Ιούνιος του 1917) και την ταυτόχρονη επανάκαμψη του Βενιζέλου στην Αθήνα, η εποχή του σύντομου ελληνο-γερμανικού «μήνα του μέλιτος» παρήλθε οριστικά. Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά και η ύπαρξη ισχυρής μερίδας βενιζελικών στο Γκαίρλιτς, που άρχισαν πλέον να εκδηλώνονται, άλλαξαν άρδην τα δεδομένα και μετέτρεψαν την υπόθεση του «εχθρικού» πλέον στρατοπέδου σε διαρκή πονοκέφαλο για τους Γερμανούς ιθύνοντες. Οι διαμάχες και συγκρούσεις βενιζελικών-κωνσταντινικών αξιωματικών στο ελληνικό στρατόπεδο κορυφώθηκαν, ενώ οι έως τότε επαρχιακοί στρατώνες μεταβλήθηκαν σε πανευρωπαϊκής εμβέλειας κέντρο συνωμοσιών του εξόριστου βασιλικού περιβάλλοντος, που αδημονούσε για δράση. Μετά όμως την παταγώδη –και εν μέρει αιματηρή[20]– αποτυχία των βασιλικών σχεδίων, οι Γερμανοί ιθύνοντες απαίτησαν πλέον, προκειμένου να μην προβούν σε «κανονική» αιχμαλώτιση του Σώματος, την προσφορά παραγωγικής εργασίας, αλλά και εγγυήσεις για την πάταξη κάθε εχθρικής φιλοβενιζελικής δράσης.[21] Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: 36  Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν με την κατηγορία του «βενιζελικού προπαγανδιστή» σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Βερλ της Βεστφαλίας (Ιανουάριος 1918), ενώ 5.000 στρατιώτες, ενταγμένοι σε πολυάριθμες εργατικές αποστολές, διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προσφέροντας έναντι αμοιβής την εργατική τους δύναμη στην πολεμική κυρίως βιομηχανία μέχρι το τέλος του πολέμου. Ήταν, μπορούμε να πούμε, οι πρώτοι «Γκάσταρμπαιτερ» («φιλοξενούμενοι εργάτες»), που έγιναν δεκτοί με ασύγκριτα φιλικότερη διάθεση από ό,τι πενήντα χρόνια αργότερα οι συμπατριώτες τους στη δεκαετία του 60 και του 70.

Η κηδεία του Σωματάρχη Ι. Χατζόπουλου στο Γκαίρλιτς (Απρίλιος 1918).

Στα παράδοξα του Γκαίρλιτς ανήκει και η αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στη γερμανική επανάσταση των σπαρτακιστών μετά τη γερμανική ήττα (Νοέμβριος του 1918), υπό την ηγεσία της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπκνεχτ. Η έντονη δυσαρέσκεια με φόντο τις στερήσεις, η πολλές φορές ωμή συμπεριφορά των βαθμοφόρων, αλλά κυρίως ο διακαής πόθος των στρατιωτών –πολλοί από αυτούς υπηρετούσαν ήδη θητεία τεσσάρων ή πέντε ετών – για άμεση επιστροφή στην πατρίδα, τους οδήγησε σε ρήξη με τους βασιλόφρονες κυρίως αξιωματικούς, που επεδίωκαν την αναβολή της επιστροφής μέχρι τη χορήγηση γενικής αμνηστίας. Μέσα στο διάχυτα ανατρεπτικό κλίμα, καθαίρεσαν τον διοικητή τους και, σύμφωνα με τα επαναστατικά πρότυπα της εποχής, εξέλεξαν στρατιωτικά συμβούλια («ελληνικά σοβιέτ του Γκαίρλιτς»[22] θα ονομαστούν αργότερα στην Ελλάδα), με κορυφαίο αίτημα την άμεση παλιννόστηση. Γεγονότα πρωτοφανή στα ελληνικά στρατιωτικά χρονικά, «φωτεινό παράδειγμα για τους φαντάρους, τους ναύτες και τους εργαζόμενους όλης της χώρας», θα γράψει ο Ριζοσπάστης 14 χρόνια αργότερα. Αλλά και γεγονότα, που μετά τη ρήξη με τις γερμανικές αρχές θα έχουν θλιβερή κατάληξη–υπήρξαν πέντε τουλάχιστον νεκροί από γερμανικές σφαίρες- οδηγώντας τον κύριο όγκο των ανδρών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή. Χιλιάδες άνδρες θα εγκαταλείψουν τους στρατώνες και τους τόπους εργασίας, πασχίζοντας να διαφύγουν με κάθε μέσο, ακόμη και με τα πόδια, ατομικά πια ο καθένας ή σε μικρές ομάδες, προς τα πλησιέστερα σύνορα και από εκεί με οποιονδήποτε τρόπο προς την Ελλάδα.[23]

 

Μετά την παλιννόστηση

Αλλά η «Οδύσσεια» των ανδρών του Σώματος δεν σταμάτησε εκεί. Μετά την πολυπόθητη παλιννόστηση, την εποχή εκείνη του μίσους και των πολιτικών παθών, βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς των διώξεων επί δικαίων και αδίκων, οξύνοντας στο έπακρο τα πάθη κατά τη διάρκεια μάλιστα της Μικρασιατικής Εκστρατείας.[24] Ενώ στην αρχή εκδηλώθηκε έμπρακτα  κυβερνητικό ενδιαφέρον και φροντίδα για τον ομαλό επαναπατρισμό, δεν έλειψε ακόμα και κάποια προσπάθεια διαφοροποίησης στον καταμερισμό των ευθυνών, σύντομα η εμπάθεια  θα κυριαρχήσει και πάλι και η «υπόθεση Γκαίρλιτς» θα αποκτήσει -με τη συνδρομή και των ίδιων των παλιννοστούντων- μυθολογικές διαστάσεις, αποτυπώνοντας όσο λίγες άλλες τις εντάσεις του Εθνικού Διχασμού. Αθρόες αποστρατείες άμα τη αφίξει, εκ νέου εγκλεισμός όλων των ανδρών σε ειδικό στρατόπεδο στην Κρήτη, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, εξορίες και αποτάξεις για τον κύριο όγκο των αξωματικών, ακόμα και οκτώ θανατικές καταδίκες, καθώς πολλοί κατηγορήθηκαν ως ριψάσπιδες.[25]

Τάφοι Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς.

Παρά τις κατά καιρούς δικαιώσεις, αποκαταστάσεις και επανακαταδίκες –αναλόγως των πολιτικών εξελίξεων- ο μύθος του Γκαίρλιτς ως συνώνυμο προδοσίας, απεδείχθη μακροβιότατος, μειώνοντας ηθικά χιλιάδες ανθρώπους. «Στους άνδρες του Γκαίρλιτς και ακόμα και στους απογόνους τους», αναφέρει ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ, «ήταν πάντα έκδηλος ο καημός της ηθικής αποκατάστασης σχετικά με την άδικη κατηγορία της προδοσίας».[26] Στις πραγματικές του διαστάσεις θα θέσει το θέμα, δέκα χρόνια μετά τα συμβάντα, ένας από τους φυλακισμένους στο Βερλ βενιζελικούς αξιωματικούς και κατοπινός στρατηγός και βουλευτής των Φιλελευθέρων ο Δημοσθένης Φλωριάς. Απαντώντας σε ανώνυμη επιστολή, που τον κατηγορούσε ότι προτίμησε τότε (το 1916) την αιχμαλωσία στη Γερμανία παρά τη διαφυγή στη Θεσσαλονίκη, σημείωνε: «Ευχαριστώ [τον ανώνυμο επιστολογράφο] για το όψιμο ενδιαφέρον του υπέρ του κινήματος της Θεσσαλονίκης…Οφείλει όμως να γνωρίζη ότι το Σώμα παρεδόθη και έπειτα εις το Βελιγράδι [καθ‘ οδόν προς το Γκαίρλιτς], εκεί δια πρώτην φοράν, εμάθαμεν ότι εξερράγη το Κίνημα…Δυνάμεθα αβιάστως να είπομεν ότι το εν Καβάλα Δ΄ΣΣ, άξιον πολύ καλυτέρας τύχης, υπήρξε και τούτο θύμα της ατασθαλίας των τότε κυβερνόντων την χώραν, όπως έπεσαν θύματα και οι κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας απάσης».[27]

Οι Έλληνες στο Γκαίρλιτς

 

Ο Γεράσιμος Αλεξάτος είναι Διπλωματούχος Μηχανικός και συγγραφέας. Το σύντομο ιστορικό βασίζεται στο βιβλίο του Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919, Β΄ εμπλουτισμένη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2015, Εκδόσεις Κυριακίδη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Politisches Archiv Auswärtiges Amt (PAAA), φάκελος R22197, 14.8.1916.

[2] PAAA, φάκελος R22201, Aναφορά περί της αναχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων από την Καβάλα…(αναφορά Χατζόπουλου), σ. 1. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, σσ. 323-325.

[3] PAAA, φάκελος R22201, 7.9.1916, 8.9.1916

[4] Ό.π., 8.9.1916.

[5] ΓΕΣ/ΔΙΣ, φάκελος 380/Δ/3, Πρωτόκολλον συνταχθέν εν Καβάλα 28.8/10.9.1916.

[6] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Υπόμνημα υπολ. πυροβολικού Βακά Δημητρίου επί των γεγονότων παραδόσεως της Καβάλας και λοιπής Ανατολικής Μακεδονίας εις Γερμανοβουλγάρους, σ. 33. PAAA, R22201, Αναφορά Χατζόπουλου, σσ. 10-11. Κυρομάνος, Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού, σσ. 306-311. Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα 1931, σσ. 191-195. Στρατηγού Παγκάλου, Απομνημονεύματα, τ. Β´, 1959, σσ. 114-115.

[7] PAAA, R22201, 8.9.1916.

[8] Leon George, Greece and the Great Powers, σ. 400. Chr. Theodoulou, Greece and the Entente, σ. 300.

[9] Όπως αναγράφεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ, τ. ΙΕ΄, σ. 82), ο ελληνικός πληθυσμός της Αν. Μακεδονίας διώχθηκε συστηματικά, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκβουλγαρισμός της περιοχής. Ας αναφερθεί ότι από τους 36.000 άνδρες κάθε ηλικίας που εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία, μόνο 17.000 κατάφεραν να επιζήσουν. Τέλη του 1918, όταν ο πόλεμος τελείωσε, επανήλθαν, πραγματικά ράκη, στις εστίες τους.

[10] PAAA, R22201, 22.9.1916.

[11] August Heisenberg, Neugriechenland, Leipzig 1919, σ. 3.

[12]  Άρθρο με τίτλο „Nach Griechenland“ στην παγγερμανικής εμβέλειας εφημερίδα Vossische Zeitung, 22.9.1916.

[13] Εκτός από τους καθηγητές Χάιζενμπεργκ και Γιάκομπσταλ στο Γκαίρλιτς εγκαταστάθηκαν τότε ο αρχαιολόγος Κοχ, ο βυζαντινολόγος Ζόυτερ, ο Θεολόγος Βάινελ, ο ζωγράφος Σναϊντερφράνκεν και πολλοί άλλοι.

[14] Daniela Kratz, Griechen in Görlitz 1916-1919. Studien zu akustischen Aufnahmen des Lautarchivs der Humboldt-Universität Berlin, διπλωματική εργασία, 8.3.2005. Bayerische Akademie der Wissenschaften (BΑdW), VII 466, φύλλο 4, συμφωνία μεταξύ Ακαδημιών Επιστημών Μονάχου και Βερολίνου.

[15] PAAA, φάκελος 72678, φύλλο 5, Kommandatur Görlitz, Griechen-Unterkunft, 30 Ιουνίου 1917.

[16] Hagen Fleischer, „Post Bellum, Das deutsche Venizelos-Bild nach dem 1. Weltkrieg“ στο Gunnar Hering (εκδ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte, Φρανκφούρτη 2003, σσ. 210-211.

[17] Εκτός από τον Ρώτα μεταξύ των «αιχμαλώτων-φιλοξενουμένων» βρέθηκαν ο επίσης ποιητής και άνθρωπος του Θεάτρου Λέων Κουκούλας, ο αργότερα δημοφιλής ηθοποιός Βασίλης Αργυρόπουλος, ο διάσημος στην Ιταλία ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης και άλλοι. Κατάλογος: Münchener Kunstausstellung, 1918, Kgl. Glaspalast, σ. 55.

[18] Στην έκδοση των εφημερίδων, αλλά και των φιλολογικού περιεχομένου Ημερολογίων και του δεκαπενθήμερου περιοδικού Εικονογραφημένη, καθοριστική ήταν η συμβολή του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος διεύρυνε εκεί σημαντικά τους μεταφραστικούς του ορίζοντες, εκδίδοντας και το πρώτο του δοκίμιο (Γράμματα από τη Γερμανία). Αλέξης Ζήρας (εισαγ.-επιμ.), Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί Περίπατοι, Αθήνα 1999, σσ. 114-121.

[19] Beck Chr. (εκδ.), „Die schönen Griechen von Görlitz“, στο Die Frau und die Kriegsgefangenen, Νυρεμβέργη 1919, τ. Β΄, σσ. 67-75.

[20] Τον Φεβρουάριο του 1918 απεστάλησαν μυστικά στην Ελλάδα δύο ζεύγη έμπιστων και προσεκτικά επιλεγμένων -από απεσταλμένο της Ελβετίας- αξιωματικών του Γκαίρλιτς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο. Αποστολή τους ήταν η μεταφορά οδηγιών του εξόριστου Κωνσταντίνου σε ανθρώπους του στο εσωτερικό και η συλλογή πληροφοριών. Η επιχείρηση όμως έληξε σύντομα και άδοξα. Το πρώτο ζεύγος συνελήφθη γρήγορα, καταδικάστηκε σε θάνατο επί κατασκοπία και εκτελέστηκε, ενώ οι άλλοι δύο κρύβονταν διαρκώς μέχρι τον Νοέμβριο του 1920. PΑΑΑ, R22198, 10.9.1917. Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Η δόξα και ο διχασμός, 31992, σ. 706-724.

[21] Bundesarchiv Berlin Berlin-Zehlendorf (BArch), R901/86713, Αναφορά Γκρότε προς τους προϊσταμένους του, 2.7.1917.

[22] Έθνος, 17/30.12.1918.

[23] Ratsarchiv Görlitz (RatArch), Akten des Arbeiter- und Soldatenrates der Stadt Görlitz betr. 4. griechisches Armeekorps, nach Wenzel: S. 74 (Nr. 334), Rep. III, S. 219, Nr. 14, από αρ. φύλλου 1 (12.11.1918) έως αρ. 226 (10.12.1918). A. Stinas, Mémoires. Un révolutionaire dans la Grèce du XX. Siècle, Montreuil 1990, σ. 37. Εφημερίδα Ελληνικά Φύλλα, αρ. 241, 13.11.1918. Εφημερίδα Vorwärts, 20.11.1918.

[24] Όπως αναφέρει ο τότε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και διοικητής της μεραρχίας Σμύρνης στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα Απομνημονεύματά του (Αθήνα 1948, σσ. 267-268), μόλις πληροφορήθηκε ότι οι επανελθόντες αξιωματικοί του Γκαίρλιτς «εκρατούντο εις ένα ξερόνησον (στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας) υποφέροντες παντοειδείς στερήσεις», ζήτησε αμέσως να τους εντάξει στη μεραρχία του.΄Ομως δεν εισακούστηκε. Δέχθηκε μάλιστα παρατηρήσεις, επειδή είχε προβιβάσει «μερικούς οπλίτας, έχοντας τα νενομισμένα προσόντα, και οι οποίοι ανήκον εις το σώμα του Γκαίρλιτς. Ως εκεί έφθανε η εμπάθεια».

[25] Η δίκη των αξιωματικών του Γκαίρλιτς διήρκεσε οχτώ εβδομάδες (9/22.5 έως 30.6/13.7.1920) και έληξε με οχτώ θανατικές καταδίκες, οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν εν όψει των επερχόμενων εκλογών του 1920. Βλ. καθημερινά δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής.

[26] Χάγκεν Φλάισερ, αδημοσίευτη εισήγηση στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθήνας, 2/10/2006.

[27] Εφημερίδα Μακεδονία, 28 Νοεμβρίου 1927.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Θεοδόσης Πυλαρινός: Το ιστορικό συμβάν ως υπόβαθρο του λογοτεχνικού κειμένου και η Λογοτεχνία ως “κριτής” της Ιστορίας

Θεοδόσης Πυλαρινός 

Το ιστορικό συμβάν ως υπόβαθρο του λογοτεχνικού κειμένου

και η Λογοτεχνία ως “κριτής” της Ιστορίας

 

Eίναι εμφανές, καταρχάς, στον τίτλο της εργασίας μου ότι θα επιχειρήσω να δείξω, σύμφωνα με το πρώτο σκέλος του, πως η Ιστορία αποτελεί πολλές φορές ερέθισμα για τη σύνθεση ενός λογοτεχνικού κειμένου, ενώ, σύμφωνα με το δεύτερο, ότι η Λογοτεχνία καταλήγει να κρίνει και να προεκτείνει την ιστορική αφορμή. Έπειτα, οφείλω να διευκρινίσω ότι στόχος μου είναι η αξιοποίηση του λογοτεχνικού κειμένου ως εποικοδομητικού μέσου για τη διαμόρφωση αντικειμενικής εικόνας της πραγματικότητας και σύναψης της παράδοσης με το παραγωγικό παρόν, καθώς και ότι η προσέγγιση οποιουδήποτε επιστημονικού πεδίου προϋποθέτει γνώσεις και ορθή αξιοποίηση των υπαρχουσών τεχνικών και εργαλείων, που θα οδηγήσουν σταδιακά στο ξεκλείδωμα, στην ουσιαστική ανάγνωση και ακολούθως στην αισθητική συγκίνηση, η οποία και αποζημιώνει τον αναγνώστη∙ επίσης, ότι η εστίαση και οι εφαρμογές μου γίνονται στον ποιητικό λόγο, και επειδή η συντομία των ποιημάτων ενδείκνυται σε τέτοιου είδους εργασίες, αλλά και διότι παρέχει περισσότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις η ποίηση λόγω της εγγενούς δυσκολίας της, όντας συνήθως πυκνή, κρυπτική ή υπαινικτική.

 

Η ιστορία είτε η γεγονοτολογική, πολιτική και κοινωνική, είτε η μικροϊστορία αποτελεί υπόστρωμα του ποιητικού κειμένου, άλλοτε εμφανώς, άλλοτε δυσδιάκριτα, άλλοτε υπογειωμένα. Μεγάλα ιστορικά γεγονότα που χάραξαν εγκαυστικά την πορεία της ανθρωπότητας, ηρωικές πράξεις, προσωπικές περιπτώσεις με εμβληματικό περιεχόμενο πυροδότησαν και πυροδοτούν την έμπνευση των ποιητών. Γεγονότα του καθημερινού βίου, επικαιρικά ή διαχρονικής σημασίας, με πρωταρχικά τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, την ανθρωπιά, κατέστησαν συμβολικά και εποικοδομητικά παραδείγματα, με διδακτικό χαρακτήρα, τον οποίο ενισχύει ο αισθητικός τρόπος απόδοσης, που υπερβαίνει την απλή περιγραφή και, χάρη στον ποιητικό τρόπο εκφοράς, τις απεριόριστες δυνατότητες της γλώσσας και τον σχηματικό τρόπο αποτύπωσης, δίνουν την αίσθηση της πραγματικότητας, ώστε ο αναγνώστης να συμμετέχει συμπάσχοντας, αφού η λογοτεχνία φλογίζει τα ανθρώπινα πάθη και οδηγεί στην κάθαρση.

Αριστερά: Charles Meynier, Καλιόπη, η Μούσα της Επικής Ποίησης και της Ρητορικής (1798), Cleveland Museum of Art. Δεξιά: Charles Meynier, Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας (1800), Cleveland Museum of Art.

Θα επικαλεστώ όσον αφορά στη σύμπραξη καρδιάς και νου στο λογοτεχνικό έργο τη σολωμική θέση, «πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε», η οποία και αναφέρεται στον δημιουργό ποιητή. Θα την αντιστρέψω, λέγοντας ότι όσα έγιναν αιτία στιγμιαίας συγκίνησης, για να θησαυριστούν από τον άνθρωπο, πρέπει να διερευνηθούν στην πηγή τους, να αναζητηθούν οι πρώτες αρχές τους, ο πυρήνας και οι επιμέρους πτυχές τους, ο τρόπος διατύπωσής τους, η ουσία και ευελιξία της γλώσσας, με την οποία αποδόθηκαν.

Στο σημείο αυτό θα αναφερθώ εν τάχει στα βοηθητικά στοιχεία, τα οποία έρχονται αρωγά στην εξιχνίαση και την ανακάλυψη τόσο του αρχικού ερεθίσματος, όσο και των πτυχών του, και εννοώ αυτό που όλοι επιχειρούμε και σ’ αυτό πρέπει να μυούμε τους μαθητές μας: την αξιοποίηση του συγκείμενου, του διακείμενου και του περικειμενικού υλικού. Πρόκειται για ένα είδος έρευνας, τα πορίσματα της οποίας, προστιθέμενα και συνδεόμενα μεταξύ τους, οδηγούν σταδιακά στην εμβάθυνση και κατανόηση του κειμένου. Είναι αντικλείδια, για να το πω πιο παραστατικά, τα οποία μπορεί να συντελέσουν στην αποκάλυψη όσων λανθάνουν. Το ποιητικό σώμα καθαυτό αποκαλύπτει, λιγότερο ή περισσότερο, την ιστορική βάση του, την περίοδο εκτύλιξης της δράσης, τα κοινωνικά δεδομένα και άλλα βοηθητικά στοιχεία για τη συναρμολόγηση του εκάστοτε πλαισίου. Το διακειμενικό υλικό, τα δεδομένα δηλαδή που παραπέμπουν σε πρότερα ποιητικά ή άλλα πρότυπα, που εντάσσουν το νέο δημιούργημα στο γραμματολογικό σώμα χάρη στην εγκυρότητα της παράδοσης, αλλά και το περικείμενο, όσα στοιχεία δηλαδή μπορεί να αντληθούν από μαρτυρίες εκτός βασικού κειμένου (όπως ο τίτλος, ο υπότιτλος, τα μότο, οι αφιερώσεις, οι τοποχρονολογίες), συντελούν στην εξιχνίαση του χώρου και του χρόνου, και από κοινού με το βασικό περιεχόμενο οδηγούν στην κατανόηση του κειμένου.

Επανέρχομαι στην ιστορική βάση των ποιημάτων, καταγράφοντας ενδεικτικά ορισμένες από τις βασικότερες κατηγορίες. Ξεκινώ από τα επικαιρικού ερεθίσματος ποιήματα, η προσπέλαση των οποίων δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες στην επισήμανση του ιστορικού γεγονότος-ερεθίσματος. Εύκολα στην περίπτωση αυτή μπορεί να ανατρέξει κανείς στην αφετηρία της έμπνευσης. Ως παράδειγμα θα αναφέρω στροφές από το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Ηχήστε οι σάλπιγγες». Το απήγγειλε ο ποιητής, το βροντοφώναξε ορθότερα, μπροστά από το φέρετρο του Κωστή Παλαμἀ, που πέθανε στις 27.2.1943, στην  καρδιά της γερμανικής κατοχής. Η κηδεία αποτέλεσε ευκαιρία να εκδηλώσει ο λαός των Αθηνών τα πατριωτικά και αντιφασιστικά αισθήματά του. Το ιστορικό πλαίσιο είναι σαφές, η μνεία του ονόματος του νεκρού ποιητή αποκαλυπτική του συμβάντος, οι δε διακειμενικές νύξεις οδηγούν στη σύνδεση με την αρχαιότητα και τη μακρά ποιητική μας παράδοση, με πρόσφατο σταθμό προ του Παλαμά τον Σολωμό:

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

 

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!

Ένα βουνό με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς!»,
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη!

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
[…]

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

 

Ο Άγγελος Σικελιανός σηκώνει στους ώμους το φέρετρο του μεγάλου ποιητή.

Η αποθέωση του Παλαμά είναι συγκινησιακά φορτισμένη. Ο θάνατος ενός ποιητή-ψάλτη του προορισμού της ελληνικής φυλής εξάπτει την σφοδρή αντίθεση μεταξύ ελευθερίας και μαύρης σκλαβιάς, μεταξύ καταδυναστευόμενου λαού και Γερμανών κατακτητών. Το ιστορικό αυτό πλαίσιο εμπλουτίζεται με διακειμενικές αναφορές, με σημαντικούς σταθμούς του ελληνικού πνεύματος από την αρχαιότητα και την κορυφαία μορφή του νεότερου ελληνισμού, τον Σολωμό, διαμορφώνοντας στην ψυχή του αναγνώστη την αίσθηση ότι το ελεύθερο πνεύμα συγκρούεται τη στιγμή της κηδείας με το φασιστικό σκοτάδι, υπερβαίνοντας δηλαδή την επικαιρική αρχική αφόρμηση, με τη μετάγγιση του μηνύματος στον χώρο της πνευματικότητας, στην αξιοποίηση του συμβάντος ανθρωπιστικά και υπαρξιακά, πατριωτικά και απελευθερωτικά.

Η κηδεία του Κωστή Παλαμά, Αθήνα, 28/2/1943

 

Θα φέρω ως δεύτερο παράδειγμα ένα δίστιχο επίγραμμα του προσολωμικού Αντωνίου Μαρτελάου, δύσβατης εκ πρώτης όψεως στην ανεύρεση της ιστορικής του βάσης. Στην περίπτωση αυτή το περικείμενο, ο τίτλος συγκεκριμένα «Επίγραμμα εις τον Φώσκολον», και ως επιβεβαίωση η «παραλλαγμένη» (για χάρη του μέτρου) αναφορά της λέξης «Μνήματα», διακειμενική μαρτυρία αυτή, οδηγούν στην αποκρυπτογράφηση και την ιστορική τοποθέτησή του:

Του κάκου Φράγκο θέλουν να σε κάμουνε∙

που είσ’ Έλληνας τα «Μνήματα» φωνάζουνε.

Προτομή του Αντωνίου Μαρτελάου εμπρός από την εκκλησία της Αναλήψεως στην πόλη της Ζακύνθου.

Ο Μαρτελάος, δάσκαλος του Ζακύνθιου την καταγωγή Φώσκολου, αρνείται στο επίγραμμά του την προσγραφή του ποιητή μαθητή του στον ιταλικό Παρνασσό (είναι έντονη η αντίστιξη ανάμεσα στις λέξεις «Φράγκος» και «Έλληνας»), τονίζοντας την ελληνικότητά του, την οποία διακρίνει στο ήθος και το ύφος του έργου του Οι Τάφοι (ως «Μνήματα» τους αποδίδει), καίτοι συντεθειμένου στην ιταλική γλώσσα. Ο προσεκτικός αναγνώστης, αν θελήσουμε να ερμηνεύσουμε εποχές, θα διακρίνει εν προκειμένω το μεταίχμιο προς την παγίωση μιας ποίησης εθνικής, όπως την διαμόρφωσε ο Σολωμός με το ελληνόγλωσσο έργο του.

Θα συνεχίσω με μία άλλη εκδοχή, στην οποία τιμάται συγκεκριμένο πρόσωπο, εξάγεται όμως μέσω αυτού διαρκές ιστορικό δίδαγμα. Τίτλος «Σταλμένο του ποιητή Λ. Μαβίλη» (περικείμενο εύγλωττο και βοηθητικό για την ανίχνευση του γεγονότος). Είναι ποίημα του Κωστή Παλαμά, γραμμένο το 1896, πολύ πριν από τον ηρωικό θάνατο στον Δρίσκο του εν λόγω Επτανήσιου ποιητή. Σημειώνουμε ότι το 1896 ο Μαβίλης πολέμησε στα κρητικά βουνά στο πλευρό των επαναστατημένων ανδρών του νησιού:

 

Στη σιγαλιά η ψυχή σου είναι φευγάτη,

μόνη∙ μισείς το στόμα που γαυγίζει,

αλλ’ ω του αρχοντικού σονέττου εργάτη,

της πατρίδας η αγάπη σε φλογίζει.

 

Σ’ αλαβαστρένια γάστρα ολογιομάτη

απ’ αγνή ντόπια γη μοσκομυρίζει

και τρέμει ένα λουλούδι ονείρου, κάτι

που δύσκολα ο καθείς το ξεχωρίζει.

 

Γάστρα είν’ ο στίχος, και λουλούδι ο νους σου.

Μα τη γάστρα τη σύντριψ’ ένα χέρι,

κ’ η γαλανή ομορφιά του λουλουδιού σου

 

τον καπνό της μπαρούτης ηύρε ταίρι

στην Κρήτη, στην κορώνα του πελάγου,

μάννα της ρίμας και του τουρκοφάγου.

 

Λορέντζος Μαβίλης.
Κωστής Παλαμάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα από τον χαρακτήρα του μοναχικού ποιητή στην αρχή του ποιήματος, μέσα από την επίδοσή του στο είδος του σονέτου, μέσα από τη μοναξιά του οραματιστή Μαβίλη και την ταύτιση στο πρόσωπό του θεωρίας και πράξης (στην αναφερόμενη Κρήτη πολέμησε για την ελευθερία της), προβάλλει ο γνήσιος πατριωτισμός του ποιητή, η άδολη φιλοπατρία. Πολυσήμαντο το ποίημα του Παλαμά, αποτελεί εκτός των άλλων καθρέπτη μακράς εποχής αλυτρωτικών αγώνων και ιστορικό αποτύπωμα με γραμματολογικό ενδιαφέρον (ο Μαβίλης είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του σονέτου, είδους, το οποίο συνειδητά πρόκρινε να χρησιμοποιήσει ο Παλαμάς και στο δικό του αφιερωματικό ποίημα, τιμώντας και με αυτόν τον τρόπο τον ομότεχνό του). Μάλιστα, το ποίημα αυτό συνομιλεί με το σονέτο «Κρήτη» του Μαβίλη (είναι ενδεικτικός και ο σονετογραφικός αυτός διάλογος των δύο ποιητών), το οποίο διδακτικά είναι αξιοποιήσιμο για τις πληροφορίες του:

 

Σειρήνα πρασινόχρυση, με μάτι

σαν της αγάπης, με λαχτάρας χείλια,

αχτιδομάλλα, ορθοβύζα, με χίλια

μύρια καμάρια και λέπια γεμάτη,

 

τραγούδι τραγουδάς μες στη ροδάτη

κατάχνια του πελάου, και στην προσήλια

του αγέρος πλατωσιά και στα βασίλεια

της γης πνοή το σέρνει μυρωδάτη:

 

«Σαν το γάλα της αίγας Αμαλθείας

θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.

Ελάτε να χαρείτε μες στης θείας

 

αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,

πρόσφυγες της Ζωής, δώρα άγια τρία:

θάνατο, αθανασία κι ελευθερία».

 

Το τραγούδι της Κρήτης, μήνυμα ελευθερίας ανά τον κόσμο, αποτελεί την κορύφωση του παραπάνω σονέτου, αφού πρώτα δόθηκαν τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της Κρήτης, ως γοργόνας στη μέση του πελάγους (γεωγραφική τοποθέτηση αλλά και υπαινιγμός στην κατεξοχήν γοργόνα της ελληνικής μυθολογίας) γεμάτης υγεία, ομορφιά και ερωτισμό, καθώς και η μυθιστορική της προέλευση, ο μύθος της ως τροφού του Δία στο Ιδαίο άντρο, τη σπηλιά του Ψηλορείτη.

Κρήτες εξεγερθέντες του 1897, με τη σημαία της Ένωσης.

Σε πολλές όμως περιπτώσεις, για να μεταβώ σε μια άλλη εκδοχή, το ιστορικό πλαίσιο ή η ιστορική αφόρμηση είναι πολύ δυσδιάκριτα ή και αφανή με πρώτη ματιά. Το περικειμενικό και διακειμενικό υλικό αποτελεί την πρώτη καταφυγή μας, πολύ περισσότερο τώρα∙ έπειτα, οι πολιτικές, οι κοινωνικές, οι βιογραφικές ή οι αυτοβιογραφικές ενδείξεις του κειμένου. Και ακόμη, η προσφυγή σε ειδολογική βοήθεια (τα υπερρεαλιστικά έργα, λ.χ., κρύβουν τα ερμηνευτικά κλειδιά τους στις ιδιομορφίες και τα χαρακτηριστικά του είδους τους, η γνώση των οποίων οδηγεί σε ξέφωτα). Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ποίηση ναι μεν αξιοποιεί την ιστορία, αλλά δεν είναι ιστορία∙ προεκτείνει ή συμπυκνώνει το ιστορικό γεγονός, αφορμάται, αλλά δεν εξαρτάται από αυτό, θηρεύοντας το γενικό και όχι τα επί μέρους.

Το «Ποιμενικό», ποίημα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη αυτό, θα ήταν δυσεξήγητο, αν δεν υπήρχε –γι’ αυτό άλλωστε και υπάρχει– η περικειμενική ένδειξη «μνήμη για πέντε αγνοούμενους περιπλανώμενους», η αόριστη περιπλάνηση των οποίων ιστορικά είναι άνευ ιδιαίτερης ιστορικής σήμανσης, ώστε να αξιολογηθεί βάσιμα. Όμως, παραπέμπει σαφώς σε αγνοούμενους μετά την τουρκική εισβολή (η καταγωγή του ποιητή έχει τη σημασία της). Το επιμύθιο, το πείσμα του ελληνισμού να υπάρξει, εκφεύγει πολύ από την ασήμαντη αφόρμηση, μεταβολίζοντας στοιχεία μύθου σ’ αυτήν και με τον τρόπο αυτόν αναβαθμίζοντάς την. Είναι η μικροϊστορία, εν προκειμένω, που προσλαμβάνει μείζονες ή μέγιστες διαστάσεις:

 

Πέντε ρακένδυτοι σε κείνα τα βουνά

με φαγωμένα του ήλιου τα φτερά

τη λίγη τυραγνούν που τους απόμεινεν ελπίδα.

 

Και κάποιοι εκεί βοσκοί που τη σκιά

θωρούν να τρεμοσβήνει ροβολάν.

 

Τους ομιλούν σε γλώσσα κουρδική,

τους είπαν οι άλλοι «γεια σας» σε γλώσσα ελληνική,

για ν’ αληθέψει ο λόγος του Καβάφη:

 

«Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά

ως μέσα στην Βακτριανήν την πήγαμεν»

ξανά.

Πολυστρωματικό το εν λόγω ποίημα, διακρίνεται για τα εναλλασσόμενα επίπεδά του, τις αλληλοδιάδοχες διαστρωματώσεις του. Η πρώτη, το αναγκαίο ιστορικό της υπόθεσης, διαπερνάται σκόπιμα από αοριστία (σε κείνα τα βουνά, κάποιοι βοσκοί). Το δεύτερο προσεγγίζει το ζητούμενο (η ελληνική γλώσσα και η διαχρονική διαπολιτισμική σημασία της αλλά και η κουρδική, σαφής τοπικός προσδιορισμός αυτή). Η διακειμενική ανάκληση των καβαφικών στίχων από το ποίημα «Στα 200 π.Χ.» έρχεται ως επιβεβαίωση της προσδοκίας, στηριγμένη στην πίστη για την αντοχή του ελληνικού πνεύματος, με την ευλογία του Αλεξανδρινού ποιητή. Το ότι το ποίημα αυτό περιέχεται στη συλλογή του Χαραλαμπίδη Μεθιστορία προσεπιβεβαιώνει τη μετάβαση από το ιστορικό συμβάν στην υπεριστορική αξιοποίησή του. Θα σημειώσουμε, με αφορμή τα ποιήματα της κατηγορίας αυτής, ότι ο Χαραλαμπίδης συστηματικά, αλλά και πολλοί σύγχρονοι ποιητές που ακολουθούν τη νεωτερική γραφή, έχουν καθιερώσει την παράθεση σημειώσεων, πολύ βοηθητικών ερμηνευτικά στα ποιήματά τους. Και θα προσθέσουμε ότι η ποίηση με τον πλουραλισμό του ανοιχτού της ορίζοντα δίνει ποικίλες όψεις και θεωρήσεις του ιστορικού γεγονότος, υπονομεύοντας το μονοδιάστατο, το υποκειμενικό και το ψυχρό της ιστορικής αφήγησης, και αναδεικνύοντας σημαντικότερη την αξία της ζωής ενός μόνου ανθρώπου σε αντίθεση με το παγερό πέρασμα των χιλιάδων νεκρών ενός πολέμου σε μια απλή ιστορική καταγραφή.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Μία ακόμη εκδοχή: H επιστράτευση ενός ιστορικού συμβάντος και η εν συνεχεία αποστασιοποίηση από αυτό με την αξιοποίηση των επιπτώσεων κατατείνει στη δημιουργία μιας κατηγορίας μετά την ιστορία. Οι μύθοι, για παράδειγμα, στους οποίους προφανώς υπάρχει ιστορικό έρμα, χάνουν την επαφή με την πρώτη αρχή τους, αποκτούν αυτόνομη οντότητα, προσλαμβάνουν νέο ιστορικό χαρακτήρα. Έτσι, το νέο κατασκεύασμα ακυρώνει την όποια ιστορική αξία του σπέρματος από το οποίο προήλθε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα άλλο ποίημα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, «Η Αγία Ελένη στην Κύπρο». Ιστορικές μαρτυρίες για την έλευση της αγίας στην Κύπρο δεν υπάρχουν, αντιθέτως ελέγχεται επιστημονικά αυτή. Όμως, από φήμη ή παρανόηση ο απλός λαός, συγχέοντας τον τάφο μιας μοναχής, Ελένης το όνομα, με την αγία, τρέφει βαθιά την πίστη ότι πρόκειται πράγματι για την Αγία Ελένη. Πρόκειται δηλαδή για την κατασκευή μιας ιστορίας, οι επιπτώσεις της οποίας κυρώνονται ως αληθινές, για τον λόγο ακριβώς ότι ως δοξασία, ως ζώσα παράδοση, συνιστά πλέον ιστορική πραγματικότητα, κινητήρια δύναμη όσων πιστεύουν σ’ αυτή:

 

Όσο η ψυχή μου γέμει με σταυρούς

αδυνατώ να το πιστέψω: Αγία Ελένη,

λένε, το πόδι της δεν πάτησε την Κύπρο –

«ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία»,

θα έλεγε κι η ωραία λοιπόν Ελένη,

«αλλ’ είναι ψέματα όλα, πίστεψέ με».

 

Προς τι ο Βασιλοπόταμος, αγαπητοί,

προς τι το Σταυροβούνι μα κι οι μύθοι

που θρέφουν χίλια εξακόσια χρόνια

ένα λαό; Εξόν κι αν δεν υπάρχει

αυτός ο λαός. Τότε να τον πετάξεις

με δάχτυλα μπαρόκ, νύχια από βράχο.

Ποιο παραθύρι θα δεχτεί το θάμα

να πέσει από ψηλά; κι αν έβγει πάλι φως;

ένα δεμάτι χόρτο που γίνεται πυρσός;

 

Καλύτερ’ ανιστόρητα να το δεχτούμε

σαν προσταγή της μοίρας – πέρασε από δω,

να και τον τάφο της: «Ελένη μοναχή

ετών ογδόντα πέντε» στον περίβολο

τ’ αρχαίου μοναστηριού. Της αρεσκιάς της

θα βρήκε την αυλή, κι όντας φιλόδωρη,

τ’ αφήνει ζωντανό σταυρό για να σκεπάζει

την Κύπρον όλη∙ παντιμίως μια λάμψη.

Ιερά Μονή Σταυροβουνίου Κύπρου, ένας από τους τόπους, στους οποίους υπάρχει τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού. Κτίτωρ της Ιεράς Μονής είναι η Αγία Ελένη η Ισαπόστολος.

Ο ποιητής ποικίλλει τεχνηέντως με διακειμενικά στοιχεία το ποίημα, με ισχυρές έξωθεν μαρτυρίες  για το δυνατόν της «ανιστόρητης αυτής ιστορικότητας», η πιθανή ανασκευή ή η αναίρεση της οποίας θα αφανίσει την ιστορική ύπαρξη ολόκληρου λαού. Εξόν κι αν δεν υπάρχει αυτός ο λαός, αυτό το δίλημμα θέτει, επικυρώνοντας την ανατροπή και την ιστορική καθιέρωση του μύθου ο ποιητής. Ως προς το διακείμενο, αναφέρεται, προς ενίσχυση, σε ένα γνωστό παράλληλο, στην περίπτωση της ωραίας Ελένης, που ο μύθος, σύμφωνα με το Ελένης εγκώμιον του Γοργία και την Ελένη του Ισοκράτη, θέλει να μην πήγε ποτέ στην Τροία η ίδια∙ το είδωλό της ήταν αυτό που ακολούθησε τον Πάρη. Είναι μια παραβολική διακειμενική αναφορά. Θα αξιοποιήσω ένα στίχο του ποιητή Σωτήρη Σαράκη, από το ποίημα «Το θαύμα», ο οποίος συμποσώνει επιγραμματικά ό,τι ανάφερα για το ποίημα του Χαραλαμπίδη, σημειώνοντας ότι Θαύμα που όλοι το πιστεύουν είναι θαύμα.

Θα κλείσω με τα βιωματικά ποιήματα, τα οποία και αποτελούν άτυπες αυτοβιογραφικές στιγμές. Και αυτά εμπεριέχουν ιστορικής φύσεως υλικό, το οποίο σχετίζεται με εποχές, τόπους και πράξεις, ασχέτως αν το  προσωπικό στοιχείο αποτελεί απλή πυροδότηση της έμπνευσης. Είναι στιγμιότυπα συγκινησιακά φορτισμένα, τα οποία αποδίδονται κρυπτικά, χωρίς να φαίνεται ανάγλυφα η ταυτοτική  σχέση του ομιλούντος υποκειμένου με τον ποιητή. Και στην περίπτωση αυτή, ενδιαφέρει η αναγωγή από το μερικό και προσωπικό στο οικουμενικό και πανανθρώπινο. Ένα πεντάστιχο ποίημα του Αντώνη Φωστιέρη, με τίτλο «Εκεί που είσαι», γραμμένο για τον θάνατο προσφιλούς προσώπου, μάλλον του πατέρα του, δείχνει το κράτος του θανάτου (κάνει λόγο μετωνυμικά για χώμα)∙ παράλληλα, τονίζει την τραγική μοναξιά ως μοίρα του ανθρώπου. Η τρυφερότητα συμβαδίζει και εναλλάσσεται με τη σκληρότητα, σε μια προβολή των μεγάλων αντιθέσεων που μας ταλανίζουν, οι οποίες εν τέλει λειτουργούν ως φαύλος κύκλος ή ως σύνθεση των αντιφάσεων της ζωής:

Μαθαίνω κάνει πάντα παγωνιά.

Κι εσύ δεν πήρες φεύγοντας

Ούτε κουβέρτα.

 

Να σκεπάζεσαι καλά

Με το χώμα σου.

Μετά την εξέταση του ιστορικού πυρήνα που υπάρχει στα λογοτεχνήματα, έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος της παρουσίασής μου, στην κριτική και φιλόσοφη ματιά, με την οποία η Λογοτεχνία αναγομώνει την Ιστορία.  Όπως φάνηκε, ο ρόλος της ιστορίας περιορίζεται στην τοποθέτηση του ποιητικού λόγου στον τόπο και τον χρόνο, στα μεγέθη εκείνα, τα οποία δίνουν την αίσθηση της απτής πραγματικότητας. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι το ιστορικό γεγονός προσλαμβάνεται διαφορότροπα ανάλογα με τον αποδέκτη και η υποκειμενική θεώρηση το διαπερνά. Θα υπενθυμίσω επ’ αυτού την αριστοτελική ρήση, Φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν. Ἡ μὲν γὰρ ποίησις μᾶλλον τὰ καθόλου, ἡ δὲ ἱστορία τὰ καθ’ ἕκαστον λέγει. (Αριστοτέλους, Περί ποιητικής, 9, 1451a 36-1451b 7). Η ποίηση, με απλά λόγια, δεν θεωρεί μονόχνωτα το ιστορικό συμβάν, δεν το εξετάζει μόνο πραγματιστικά και αποκομμένα, καθ’ έκαστον. Αντίθετα, εισχωρεί στα ενδότερα, στον πυρήνα του, μελετά τις επιδράσεις και τις επιπτώσεις του στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, διανοίγεται υπαρξιακά, κινείται οραματικά, αναλύεται στην προσπάθεια ερμηνείας του ανερμήνευτου, της αρχής του φωτός που λέγεται ζωή, και του σκότους του τέλους, που ακούει στο όνομα θάνατος, σε μια απόπειρα γεφυρώματος αυτού του πλασματικού δίπολου, αυτής της φυσικής νομοτέλειας, την οποία ο ανθρώπινος νους, μη μπορώντας να την εξηγήσει, την αρνείται – είναι αυτά που αποδίδει ως τα καθόλου ο Αριστοτέλης.

Αντώνης Φωστιέρης.

Θα κλείσω με ένα ποίημα επίσης του Αντώνη Φωστιέρη, την «Ανταπόδοση». Το ιστορικό βάθρο του φαίνεται ασαφές, παρότι απεικονίζει την πιο πικρή ιστορική αλήθεια, τον ορισμό της ανθρώπινης ζωής, η οποία αποτελεί το κεντρικό νόημα αλλά και το μεγάλο και αναπάντητο ερώτημα για κάθε λογικό ον. Η ιστορία εν προκειμένω είναι αχρείαστη, περιττεύει, αφού η ιστορικότητα είναι δημιούργημα του κόσμου τούτου. Παρά ταύτα,  η πιο τραγική ιστορία καταγράφεται στο ποίημα αυτό, που δεν έχει ανάγκη τοποχρονολογήσεων ή γεγονοτολογικών υποδείξεων:

 

Δες πόσο μίζερη καμιά φορά η γλώσσα

Πόσο αχάριστη.

 

Το πιο μεγάλο δώρο

Το ανταπέδωσε

Με το μικρότερο

Μικρό της ρήμα:

«Ζω».

 

Επανέρχομαι εκεί από όπου ξεκίνησα: η πρόσβαση στο λογοτεχνικό έργο προϋποθέτει γνώσεις και μύηση σε συγκεκριμένο τρόπο σκέψης. Δεν υπάρχει γνωστικό αντικείμενο που να προσεγγίζεται μαγικά. Η διάδοση της πληροφορίας, όπως έχει εξελιχθεί στις μέρες μας, αποτελεί γρήγορη και εύκολη πρόσβαση στη γνώση, αρκεί να μη γίνεται μηχανιστικά, αλλά με συνείδηση ότι η πρόσκτηση δεν γίνεται εφάπαξ, αλλά σταδιακά, δηλαδή προσθετικά. Όμως, η ιστορική τοποθέτηση μπορεί να βοηθάει στην κατανόηση, αλλά δεν αποτελεί με κανένα τρόπο αξιολογικό κριτήριο. Μάλιστα, θα έλεγα το αντίθετο, ότι η Λογοτεχνία συμβάλλει συχνά στην κατανόηση και τον εμπλουτισμό της Ιστορίας, ακόμη και με ιστορικές πληροφορίες του απώτερου και απώτατου παρελθόντος που σώζονται μέσω των ποιημάτων (π.χ. ας φέρουμε στη σκέψη πόσα ιστορικά στοιχεία μάς διέσωσε ο Όμηρος, τα οποία αλλιώς δεν θα τα μαθαίναμε ποτέ).

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός εργάστηκε στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Τμήματα Ιστορίας και Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, από το οποίο αφυπηρέτησε στη βαθμίδα του Καθηγητή.Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασία Παπαδία-Λάλα: Τα μετά το 1204. Ιστορικές πραγματικότητες και ιδεολογικές κατευθύνσεις στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.)

Αναστασία Παπαδία-Λάλα

Τα μετά το 1204. Ιστορικές πραγματικότητες και ιδεολογικές κατευθύνσεις στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.)

 

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους Σταυροφόρους και τους Βενετούς, τον Απρίλιο του 1204, σηματοδότησε την πλήρη ανακατάταξη του πολιτικού χάρτη στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Με την Partitio Terrarum Imperii Romaniae, τη συνθήκη διανομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των νικητών, στον παραδοσιακό ελληνικό χώρο εγκαινιάζεται η μακρά περίοδος της λατινοκρατίας και εγκαθιδρύονται πολυάριθμες, βραχύβιες και εναλλασσόμενες δυτικές κυριαρχίες. Στη νέα ιστορική πραγματικότητα, η Βενετία απέκτησε δεσπόζουσα θέση. Σύμφωνα με την Partitio, απέσπασε, μεταξύ άλλων θέσεων, μεγάλο τμήμα της σημερινής παράκτιας και νησιωτικής Ελλάδας, ενώ τον Αύγουστο του 1204, μετά από συμφωνία με τον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, στην επικράτειά της ενσωματώθηκε και η Κρήτη.

Η Βενετία από τον Μπολονίνο Ζαλτιέρι, 1565.

Με τον τρόπο αυτό, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου, πόλη-κράτος, που κατά τη μεσαιωνική περίοδο τυπικά ήταν υποτελής στον βυζαντινό αυτοκράτορα και από αιώνες διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή, εγκατέστησε σε άλλοτε βυζαντινά εδάφη την πολιτική εξουσία της. Κατά τη μακρά χρονική περίοδο της βενετικής επιβολής, η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου διατέλεσε συγχρόνως ή διαδοχικώς κάτω και από άλλες αρχές: τη βυζαντινή –από το 1261, όταν ανασυστάθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία, κατά ένα τμήμα της, έως το 1453–, διάφορες δυτικές και την οθωμανική. Στον ταραγμένο αυτό ιστορικό περίγυρο, το βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» (Stato da Mar) αποδείχθηκε το μακροβιότερο από τα δυτικά κράτη της Ανατολής και διατηρήθηκε έως το 1797, όταν η ίδια η Βενετία και, ακολούθως, οι ολιγάριθμες πλέον κτήσεις της στον ελληνικό χώρο παραδόθηκαν στα γαλλικά στρατεύματα του Ναπολέοντα. Ωστόσο, τα γεωγραφικά όριά του δεν υπήρξαν σταθερά και μεταβλήθηκαν επανειλημμένα ως απόρροια του περίπλοκου ιστορικού περιγύρου αλλά και των μεταβαλλόμενων ιδεολογικών θέσεων των εγχώριων, ελληνορθόδοξων πληθυσμών.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα, μέσα σε έντονα αντιβενετικό και γενικότερα αντιδυτικό κλίμα, η Βενετία είχε περιορισθεί στην Κρήτη και στις πελοποννησιακές εμπορικές βάσεις της Μεθώνης και της Κορώνης.

Αγνώστου, Το Ρέθυμνο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, 17ος αιώνας, Δημαρχείο Ρεθύμνου.

Η θέση της, ακόμη και στην εδαφικά συρρικνωμένη αυτή επικράτεια, εμφανιζόταν επισφαλής. Η Κρήτη, επί μακρό χρόνο (13ος αιώνας – μέσα 14ου αιώνα), συνταράχθηκε από επαναστατικές κινήσεις, υπό την αρχηγία παλαιών αρχοντικών οικογενειών του νησιού, με βυζαντινές ρίζες (Αγιοστεφανίτες, Σκορδίληδες, Μελισσηνοί, Βαρούχες, Χορτάτσηδες, Καλλέργηδες κ.ά.), ενώ στο επαναστατικό αυτό κλίμα ιδιαίτερη είναι η σημασία της γνωστής, αποτυχημένης «αποστασίας του Αγίου Τίτου» (1363-1364/6), με πρωτεργάτες βενετικής και ελληνικής καταγωγής, εγχώριους φεουδάρχες. Παράλληλα, τόσο η ανασυγκροτημένη από το 1261 βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και άλλες δυτικές δυνάμεις πρόβαλλαν ισχυρές διεκδικήσεις επί των βενετικών εδαφών.

Νέοι όροι εμπέδωσης αλλά και επέκτασης της βενετικής κυριαρχίας άρχισαν να διαμορφώνονται κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, λόγω της τουρκικής προέλασης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Στην Κρήτη, οι τοπικοί άρχοντες, σχεδόν στο σύνολό τους, είχαν συνθηκολογήσει με τις βενετικές αρχές, έλαβαν γαίες και τίτλους ευγενείας και μετατράπηκαν σε σταθερά φιλοβενετικά στοιχεία. Την ίδια εποχή, ενώ είχε προηγηθεί η προσάρτηση του θεσσαλικού κάστρου του Πτελεού (1322) και των Κυθήρων (1363), εγκαινιάζεται νέα περίοδος της βενετοκρατίας στην Ανατολή. Προ του τουρκικού κινδύνου, με την ανοχή ή και την πρόσκληση των κατοίκων τους, στο βενετικό κράτος ενσωματώθηκαν πολλές περιοχές, είτε βυζαντινές είτε φραγκοκρατούμενες: η Κέρκυρα και το ηπειρωτικό της εξάρτημα, ο Βουθρωτός (1386), το Ναύπλιο και το Άργος (1389 και 1394, αντίστοιχα), η Εύβοια, η Τήνος και η Μύκονος (1390), η Πάργα (1401), η Ναύπακτος (1407), το Ναβαρίνο (1423). Επιπλέον, στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα βραχύχρονη βενετική κυριαρχία γνώρισαν η Πάτρα (1408-1413, 1417-1419) και η Θεσσαλονίκη (1423-1430), ενώ από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα σποραδικά και για περιορισμένα χρονικά διαστήματα σημειώνεται άμεση υπαγωγή στη βενετική πολιτεία νησιών του Αιγαίου, που εξουσιάζονταν από δυτικής καταγωγής ηγεμόνες (Αμοργός, Άνδρος, Νάξος, Πάρος).

Το ενετικό κάστρο της Μεθώνης (13ος-15ος αιώνας).

Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, το 1453, οι Βενετοί στάθηκαν στο πλευρό των Βυζαντινών, όμως, το 1454, ένα σχεδόν χρόνο μετά την Άλωση, έσπευσαν να συνάψουν νέα εμπορική συνθήκη με τους Οθωμανούς. Την ίδια περίοδο, περί τα μέσα του 15ου αιώνα, στην επικράτειά τους εντάχθηκαν ειρηνικά η Αίγινα (1451), η Σκύρος, η Σκιάθος και η Σκόπελος (1454), η Μονεμβασία (1463).

Τέλος, το βενετικό κράτος στην Ανατολή γνώρισε ποικίλες αυξομειώσεις ως συνέχεια των επτά βενετοτουρκικών πολέμων (δεύτερο μισό 15ου αιώνα – αρχές 18ου αιώνα.). Ο πρώτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479), παρά τις περιστασιακές βενετικές επιτυχίες, όπως η προσωρινή κατάληψη ορισμένων πελοποννησιακών θέσεων, της Λήμνου και άλλων νησιών του βόρειου Αιγαίου, είχε ως κατάληξη την απώλεια για τους Βενετούς του Άργους (1463), της βίαια κατακτημένης το 1470 από τα τουρκικά στρατεύματα Χαλκίδας –του βενετικού Negroponte– και, συνακολούθως, ολόκληρης της Εύβοιας, καθώς και του Πτελεού. Την ίδια εποχή, το βενετικό κράτος επεκτάθηκε με την προσάρτηση της Ζακύνθου, υπό τον όρο της καταβολής στους Οθωμανούς φόρου υποτελείας (1484), και με την παραχώρηση της Κύπρου στη Βενετία από την τελευταία βασίλισσά της, τη Βενετή Αικατερίνη Cornaro (1489). Σημαντικές υπήρξαν οι εδαφικές απώλειες των Βενετών κατά τον δεύτερο βενετοτουρκικό πόλεμο (1499-1503). Με τη συνθήκη του 1503 αποδόθηκαν στους Οθωμανούς οι ήδη κατειλημμένες βενετικές βάσεις της Ναυπάκτου στη Στερεά Ελλάδα, καθώς και της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναβαρίνου στην Πελοπόννησο. Σε αντιστάθμισμα, οι Βενετοί επισημοποίησαν την κατοχή τους στη Ζάκυνθο και απέσπασαν την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Με τον τρόπο αυτό, όλα τα νησιά του Ιονίου, εκτός από τη Λευκάδα, πέρασαν στη βενετική κυριαρχία και ο χώρος απέκτησε ιδεατή ενότητα. Κατά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο (1537-1540), στο πλαίσιο της «Ιεράς Συμμαχίας» (Santa Lega), οι Βενετοί υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν και επίσημα στους Οθωμανούς τα τελευταία εδάφη τους στην Πελοπόννησο –το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία–, την Αίγινα, τη Σκύρο, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο, ενώ στις Κυκλάδες μοναδική βενετική κτήση παρέμεινε η Τήνος. Τρεις δεκαετίες αργότερα κηρύχθηκε ο τέταρτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1570-1573), κατά τη διάρκεια του οποίου οι οθωμανικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κύπρο (1570-1571). Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Βενετών, στο πλαίσιο του νέου «Ιερού Συνασπισμού» (Sacra Liga), καθυστέρησαν να τους προσφέρουν τη βοήθειά τους, λόγω των εσωτερικών αντιθέσεών τους, και δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευθούν τη μεγάλη κοινή νίκη τους επί των Οθωμανών κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), στην οποία έλαβαν μέρος στο πλευρό των χριστιανικών στρατευμάτων πολλοί Έλληνες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.

Η μακρά περίοδος ειρήνης που ακολούθησε στον μεσογειακό χώρο διακόπηκε με την έκρηξη του πολυετούς Κρητικού Πολέμου (1645-1669). Η λήξη του, με τη συνθήκη παράδοσης του Χάνδακα (1669), σήμανε για τη Βενετία την οριστική απώλεια ολόκληρης της Κρήτης, εκτός από τις στρατιωτικές βάσεις της Σούδας, της Σπιναλόγκας και της Γραμβούσας. Είχαν προηγηθεί οι διαδοχικές καταλήψεις από τους Οθωμανούς των Χανιών (1645), του Ρεθύμνου (1646), της Σητείας (1651) και η υπερεικοσαετής πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669).

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα, 1669.

Λίγα χρόνια αργότερα, η Βενετία, με τη συμμετοχή της στον «Ιερό Συνασπισμό του Linz» (1684), έλαβε μέρος στον νέο πόλεμο των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά των Οθωμανών (1684-1699), πέτυχε σημαντικές στρατιωτικές νίκες και, με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), εξασφάλισε και επίσημα την κυριαρχία της στις ήδη κατακτημένες περιοχές της Πελοποννήσου, της Λευκάδας και της Αίγινας, υποχρεώθηκε, ωστόσο, να παραχωρήσει τη Γραμβούσα. Οι νικηφόρες εκστρατείες των Βενετών αμαυρώθηκαν από την καταστροφή που επέφεραν στα μνημεία της Ακρόπολης οι σφοδροί βομβαρδισμοί των βενετικών στρατευμάτων υπό τον Francesco Morosini (1687). Η δεύτερη βενετοκρατία στην Πελοπόννησο έληξε κατά τη διάρκεια του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου (1714-1718) και η προσάρτηση της περιοχής, όπως και της Τήνου, της Αίγινας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας στην οθωμανική αυτοκρατορία, επικυρώθηκε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718). Από την άλλη πλευρά, οι Βενετοί, έως και τα τέλη του 18ου αι., παρέμειναν κύριοι των Ιόνιων Νησιών και των ηπειρωτικών εξαρτημάτων τους (Βουθρωτός, Πάργα, Πρέβεζα, Βόνιτσα). Κατά την τελευταία περίοδο της βενετοκρατίας, κυρίαρχο ρόλο στον αντιτουρκικό αγώνα και στα εθνικοαπελευθερωτικά, πλέον, σχέδια ολόκληρου του ελληνικού κόσμου διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Ρωσία. Ειδικά στα Ιόνια Νησιά, παρά τις μάταιες προσπάθειες των Βενετών να τηρήσουν στάση ουδετερότητας, αναπτύχθηκε ισχυρό ρωσοφιλικό ρεύμα, ενώ πολλοί από τους κατοίκους τους μετείχαν στους ρωσοτουρκικούς πολέμους και εκμεταλλεύθηκαν τις οικονομικές ευκαιρίες που προσέφερε η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Η περιορισμένη αυτή βενετική επικράτεια στον ελληνικό χώρο διατηρήθηκε έως την κατάλυση της βενετικής πολιτείας από τις γαλλικές δυνάμεις, το 1797. Το ίδιο έτος, γαλλικά στρατεύματα αποβιβάσθηκαν στα Ιόνια Νησιά, με την ενθουσιώδη αποδοχή του μεγαλύτερου τμήματος των κατοίκων τους, θέτοντας, έτσι, τέλος στη μακραίωνη περίοδο της βενετοκρατίας στον ελληνικό χώρο.

Η βενετική κυριαρχία στις ελληνικές περιοχές συνεπέφερε ριζικές αλλαγές σε όλο το φάσμα της εσωτερικής τους ζωής και συνέβαλε στην ανάδυση νέων ιστορικών πραγματικοτήτων, που είτε επιβλήθηκαν από τους Βενετούς είτε διαμορφώθηκαν σταδιακά, με τη συναίρεση παραδοσιακών, βυζαντινών – τοπικών στοιχείων και δυτικοευρωπαϊκών θεσμών: επιβολή της λατινικής Εκκλησίας, παράλληλα με την κεντρική θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας, υιοθέτηση του βενετικού διοικητικού συστήματος, της μεσαιωνικής κοινωνικής οργάνωσης και των φεουδαρχικών θεσμών, ανάπτυξη, περιορισμένων έστω, σε σχέση με την κυρίαρχη αγροτική οικονομία, αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, εκδήλωση σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων στη λογοτεχνία, την τέχνη και τη μουσική, με κορυφαίες εκφάνσεις την κρητική λογοτεχνία και την κρητική ζωγραφική.

Θεμελιακές υπήρξαν οι ανατροπές στην προηγούμενη εκκλησιαστική τάξη. Ο ευρύτερα πολιτικός ρόλος που διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Εκκλησία για τους ελληνορθόδοξους υπηκόους της και η καχυποψία με την οποία η Βενετία αντιμετώπιζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, πριν και μετά το 1453, επέδρασαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της βενετικής πολιτικής στο εκκλησιαστικό πεδίο. Στο πλαίσιο αυτό, παρά τη γνωστή –ανεξάρτητη έναντι του πάπα– πολιτική της, η Γαληνοτάτη στις νέες κτήσεις της απέδωσε στη λατινική Εκκλησία περίοπτη θέση. Στον χώρο ιδρύθηκαν λατινικές αρχές, αρχιεπισκοπή και επισκοπές, λειτούργησαν λατινικά μοναστήρια και έδρασαν μοναχικά τάγματα (Φραγκισκανοί, Βενεδικτίνοι, Ιησουίτες). Η απήχησή της, πάντως, υπήρξε περιορισμένη και στην όψιμη βενετοκρατία η λατινική Εκκλησία παρουσίαζε εικόνα παρακμής, με ποιμενάρχες που δεν ανταποκρίνονταν πάντοτε στον πνευματικό ρόλο τους, ολιγάριθμο ποίμνιο, πλημμελή διαχείριση της περιουσίας της. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική των Βενετών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τη στάση των κατοίκων κάθε κτήσης.

Χαρακτηριστικά στην Κρήτη, που από τα πρώτα χρόνια της βενετικής εγκατάστασης δοκιμάσθηκε από αντιβενετικές κινήσεις, οι ανώτερες ορθόδοξες αρχές εκδιώχθηκαν, η αρχιεπισκοπή και οι επισκοπές καταργήθηκαν, η περιουσία της ορθόδοξης Εκκλησίας αφαιρέθηκε. Η χειροτονία των ορθόδοξων ιερέων γινόταν έξω από το νησί, σε βενετικές και μη βενετικές περιοχές, όπου έδρευαν ορθόδοξοι επίσκοποι, με χρονοβόρες και περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προϊστάμενοι του ορθόδοξου κλήρου ορίσθηκαν οι λεγόμενοι πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, φιλενωτικών τάσεων, που διορίζονταν και μισθοδοτούνταν από την πολιτεία. Αντίστοιχα στην Κέρκυρα, επικεφαλής του ορθόδοξου κλήρου ήταν ο μέγας πρωτοπαπάς, που εκλεγόταν από σώμα 32 κληρικών και λαϊκών από την τάξη των τοπικών ευγενών.

Οι ορθόδοξες επισκοπές εξακολούθησαν να λειτουργούν σε περιοχές, όπου η βενετική επιβολή συνέβη ομαλά (Μεθώνη – Κορώνη, Σκύρος, Σκιάθος, Μονεμβασία, Κύπρος, Ζάκυνθος – Κεφαλονιά, Λευκάδα, Πελοπόννησος κατά τη δεύτερη βενετοκρατία).

Η ορθόδοξη Μονή Αρκαδίου σήμερα.

Κατά τους τελευταίους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής προσέγγισης, οι Βενετοί αντιμετώπισαν τους ορθόδοξους υπηκόους τους με ηπιότητα· τους προστάτευσαν από τις ποικίλες πιέσεις της λατινικής Εκκλησίας σε ζητήματα όπως οι μικτοί γάμοι μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων ή στην τελικά αποτυχημένη προσπάθεια των Καθολικών να επιβάλουν και στην Ανατολή το γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ οι κάτοικοι των κτήσεων, ιδιαίτερα της Κρήτης, συνέβαλαν στρατιωτικά και οικονομικά στον αγώνα της βενετικής πολιτείας κατά της Αγίας Έδρας (αρχές 17ου αιώνα). Εξάλλου, ενδιαφέρον επέδειξε η Βενετία για την εξύψωση του ηθικού και μορφωτικού επιπέδου του ορθόδοξου όπως και του καθολικού κλήρου, καθώς και για τη διευθέτηση κρίσεων στο εσωτερικό της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο κλίμα αυτό, στην Κρήτη μετά τον 15ο αι. σημειώνεται άνθηση των ορθόδοξων μοναστηριών, συνολικά στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές παρατηρείται άμβλυνση των αντιθέσεων Ορθοδόξων Καθολικών, που, μεταξύ άλλων, εκδηλώθηκε με συλλειτουργίες, συμμετοχή σε κοινές γιορτές και λιτανείες, συστέγαση των δυο δογμάτων σε κοινούς χώρους, αποδοχή αγίων του άλλου δόγματος, με χαρακτηριστική περίπτωση τη λατρεία του αγίου Φραγκίσκου από τους ορθόδοξους Κρητικούς.

Στο διοικητικό πεδίο, οι Βενετοί εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο στοιχεία του βενετικού διοικητικού συστήματος. Πρόκειται για σύστημα, που, σε αντίθεση με το παράδειγμα του βυζαντινού αλλά και του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου της ίδιας εποχής, δεν γνώριζε την κληρονομική διαδοχή. Οι Βενετοί αξιωματούχοι εκλέγονταν στο σύνολό τους σε αξιώματα μη μεταβιβάσιμα, με θητεία είτε βραχύχρονη είτε, στην περίπτωση του δόγη, ισόβια. Παράλληλα, το δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της βενετικής διοίκησης περιοριζόταν στις ευάριθμες ευγενείς οικογένειες, που απάρτιζαν το βενετικό Μείζον Συμβούλιο (Maggior Consiglio), με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζει αριστοκρατικό χαρακτήρα. Το διοικητικό αυτό σχήμα, με διάφορες τοπικές παραλλαγές, μεταφυτεύθηκε και στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή.

Η διοίκηση χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα, στη βενετική και την εγχώρια. Τα ανώτερα αξιώματα καταλάμβαναν βενετοί ευγενείς, που αποστέλλονταν από τη Μητρόπολη, με ολιγόχρονη θητεία, μεταξύ των δύο και τεσσάρων ετών. Οι αρμοδιότητές τους ήταν προσδιορισμένες σε γενικά κείμενα, τα λεγόμενα καπιτουλάρια, και εξειδικεύονταν με τις εντολές (commisiones), που λάμβαναν κατά την αναχώρησή τους, ενώ μετά το πέρας της θητείας τους υπέβαλλαν στη βενετική Σύγκλητο γραπτές εκθέσεις (relazioni). Στις μεγάλες περιφέρειες τη διοίκηση ασκούσαν τριμελή όργανα (Reggimenti), με εξουσίες πολιτικές, στρατιωτικές και δικαστικές. Οι επικεφαλής των τοπικών Διοικήσεων περιβάλλονταν από δύο συμβούλους και εμφανίζουν διάφορη κατά περιοχές τιτλοφορία: δούκας στον Χάνδακα και ρέκτορας στο Ρέθυμνο και στα Χανιά, βάιλος στην Κέρκυρα και στην Εύβοια, τοποτηρητής (locotenente) στην Κύπρο, προνοητής (provveditore) στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά. Τον τίτλο του προνοητή έφεραν οι επικεφαλής των τεσσάρων διαμερισμάτων (provincie) της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη βενετοκρατία, υπό τον ανώτερο διοικητή της περιοχής, τον γενικό προνοητή (Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea), και τη Λευκάδα διοικούσαν ο έκτακτος και ο τακτικός προνοητής (provveditor estraordinario και provveditor ordinario). Στις μικρότερες κτήσεις (Μεθώνη, Κορώνη, Κύθηρα Άργος, Ναύπλιο, Τήνος – Μύκονος, Ναύπακτος, Αίγινα, Σκύρος, Σκιάθος, Σκόπελος, Μονεμβασία) τη διοίκηση ασκούσαν –άλλοτε μόνοι και άλλοτε με τη συνεργασία συμβούλων– αξιωματούχοι με τις διάφορες και, κάποτε εναλλασσόμενες, επωνυμίες τoυ φρουράρχου (castellan), του προνοητή, του ποτεστάτου, του ρέκτορα. Ιδιαίτερη θέση στη διοικητική ιεραρχία είχαν οι επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών (camere), οι λεγόμενοι camerarii-camerlenghi και οι επικεφαλής των τοπικών γραμματειών (cancellieri).

Στην Κρήτη, από τα μέσα του 16ου αιώνα, μετά τον περιορισμό της εξουσίας του δούκα στο ανατολικό τμήμα της, ανώτερος διοικητής του νησιού αναδείχθηκε ο γενικός προνοητής (provveditor general), έκτακτο αξίωμα, που από το 1569 και στο εξής μετατράπηκε σε τακτικό, λόγω των εξωτερικών κινδύνων. Την ίδια περίοδο στα Ιόνια Νησιά αυξημένες αρμοδιότητες απέκτησε ο γενικός προνοητής της Θάλασσας και, αργότερα, της Ανατολής (provveditor general da Mar / del Levante).

Τέλος, εποπτικές λειτουργίες ασκούσαν ανώτεροι Βενετοί αξιωματούχοι, που κατά διαστήματα περιόδευαν στις κτήσεις, όπως οι σύνδικοι ανακριτές της Ανατολής (sindici inquisitori in Levante).

Από την άλλη πλευρά, συμμετοχή στην κατώτερη διοίκηση ως δικαστές, αγορανόμοι, υγειονόμοι, διευθυντές ευαγών ιδρυμάτων, αλλά και διοικητές μικρών περιφερειών, είχαν οι εγχώριοι, μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και των κατά περιοχές αστικών συμβουλίων. Από τα τοπικά αξιώματα άλλα ήταν έμμισθα και άλλα άμισθα και τιμητικά. Επιπλέον, μια δεύτερη κατηγορία αξιωμάτων, ιεραρχικά υποδεέστερων, αλλά και υπαλληλικές θέσεις καταλαμβάνονταν από τα αποκλεισμένα από τα τοπικά συμβούλια αστικά στρώματα.

Το διοικητικό αυτό σχήμα σχετιζόταν άμεσα με το δυτικοευρωπαϊκό σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που επέβαλαν οι Βενετοί, μεταφέροντας στον ελληνικό χώρο θεσμικές πραγματικότητες, άγνωστες και κατά την προγενέστερη βυζαντινή εποχή αλλά και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, που σταδιακά ταυτίσθηκε με τα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων, ανήκαν στη μεν Κρήτη οι ευγενείς, Βενετοί και Κρητικοί, στις δε υπόλοιπες περιοχές οι πολίτες (cittadini). Στην περίπτωση της Κρήτης προϋπόθεση της συμμετοχής στα κοινοτικά συμβούλια αποτελούσε η κατοχή της ιδιότητας της ευγένειας. Σε άλλες περιοχές οι τοπικές κοινότητες απαρτίσθηκαν κατά την πρώιμη ιστορία τους από το σύνολο του αστικού πληθυσμού, αρχικά του λατινικού, ακολούθως δε και του ελληνικού. Από τον 15ο αιώνα και στο εξής, με πρότυπο τo «κλείσιμο του Μείζονος Συμβουλίου» (serrata del Maggior Consiglio) της Μητρόπολης (1297), σε όλες τις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή σημειώθηκαν ανάλογες κινήσεις προς αποκλεισμό  από τις κοινοτικές διαδικασίες των κατώτερων αστικών στρωμάτων. Οι διεργασίες αυτές εκδηλώθηκαν σε ολοκληρωμένη μορφή στα Ιόνια Νησιά, και μάλιστα στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, όπου από το δεύτερο μισό του 16ου αι. παρατηρείται το σταδιακό «κλείσιμο» των τοπικών συμβουλίων, με βάση  σωρευτικά κριτήρια αστικότητας, που όφειλε να πληροί κάθε μέλος τους (σχέση με την πόλη, εντοπιότητα, τρεις βαθμοί της αστικότητας, δηλαδή μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης επί τρεις γενεές, γέννηση από νόμιμο γάμο, ευυπόληπτος τρόπος ζωής). Oι κάτοχοι των αστικών κριτηρίων, με την επωνυμία των πολιτών (και αργότερα των ευγενών στην περίπτωση της Κέρκυρας και της Ζακύνθου), καταγράφονταν σε ειδικά μητρώα, τις τοπικές Χρυσές Βίβλους (Libri d’Oro), και αποτελούσαν, ισόβια και κληρονομικά, μέλη των συμβουλίων.

Ιωάννου Κοράη, Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη, Μουσείο Ζακύνθου.

Στο γενικό αυτό σχήμα ιδιόμορφη υπήρξε η περίπτωση της κοινοτικής οργάνωσης στην Κεφαλονιά, ενώ, κατά την ύστερη βενετοκρατία, στη Λευκάδα, την Πελοπόννησο, την Πρέβεζα, τη Βόνιτσα επιχειρήθηκε η επιβολή κλειστών, αστικών κοινοτήτων, με μικρό, εξαρχής προσδιορισμένο αριθμό μελών και αυστηρά προσόντα εισαγωγής. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα μέλη των κοινοτήτων, ως απόρροια του προνομιακού κοινωνικού καθεστώτος που απολάμβαναν, είχαν το δικαίωμα να αποστέλλουν ως σώμα πρεσβείες στη Μητρόπολη και να μετέχουν στην τοπική διοίκηση.

Το δεύτερο κοινωνικό στρώμα αντιστοιχούσε σε μια ρευστή κοινωνική κατηγορία, με ελληνική κυρίως καταγωγή, τους πολίτες / αστούς (cittadini) στην Κρήτη ή αστικούς (civili) στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, που διακρίνονταν μεταξύ των υπόλοιπων κατοίκων των πόλεων για την εξέχουσα κοινωνικοοικονομική θέση τους και καταλάμβαναν ορισμένα αξιώματα στην τοπική υπαλληλία, ωστόσο ήταν αποκλεισμένοι από τα κοινοτικά συμβούλια. Στην τρίτη βαθμίδα, του λαού ή όχλου (popolo – plebe), ανήκαν τα κατώτερα, επίσης σχεδόν συνολικά ελληνικής καταγωγής, στρώματα των κατοίκων των πόλεων, όπως τεχνίτες και μικρέμποροι, συχνά οργανωμένοι σε συντεχνιακές ενώσεις. Τέλος, το πιο πολυάριθμο τμήμα των εγχώριων πληθυσμών απαρτιζόταν από τους ελληνορθόδοξους αγρότες, τους προσαρτημένους στα φέουδα βιλλάνους και τους ελεύθερους, κατόχους γης και, κυρίως, ακτήμονες. Η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση γέννησε κοινωνικές αντιθέσεις, που κάποτε εκδηλώνονταν με τη μορφή της ένοπλης σύρραξης και καταπνίγονταν βιαίως από τους Βενετούς. Αγροτικό χαρακτήρα είχαν οι ταραχές στη δυτική Κρήτη, οι γνωστές ως «επανάσταση» του Γεωργίου Γαδανολέου – Λυσσογιώργη (1508-1528), στην Κύπρο τη δεκαετία του 1560, στην Κέρκυρα περί τα μέσα του 17ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, έντονες κοινωνικές συγκρούσεις προκάλεσαν οι αποκλεισμοί από τις αστικές κοινότητες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το λεγόμενο Ρεμπελιό των Ποπολάρων στη Ζάκυνθο (1628).

Το σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε μεγάλο βαθμό απέρρεε από τη γαιοκτησία. Οι Βενετοί, καίτοι οι ίδιοι δεν γνώριζαν τους φεουδαρχικούς θεσμούς, επέβαλαν στις κτήσεις τους τη φεουδαρχία, με στόχο την αποτελεσματική οργάνωση της άμυνας και της οικονομίας. Η ισχυρή συγκεντρωτικότητα της βενετικής διοίκησης αφαίρεσε από το σύστημα τα αμιγώς φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, αλλά διατήρησε στοιχεία που αντιστοιχούσαν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πραγματικότητες. Αρχικά το φεουδαρχικό σύστημα εφαρμόσθηκε στην Κρήτη. Οι πρώτοι φεουδάρχες ήταν Βενετοί άποικοι, που εγκαταστάθηκαν στο νησί με τους διαδοχικούς αποικισμούς των ετών 1211, 1222, 1233, 1252. Αργότερα, τόσο στην Κρήτη όσο και στις υπόλοιπες κτήσεις, στο σύστημα εντάχθηκαν και εγχώριοι. Ανάλογα με τον κάτοχο, τα φέουδα διακρίθηκαν σε δημόσια, εκκλησιαστικά και ιδιωτικά. Αντίστοιχα, οι καλλιεργητές, παράλληλα με τη βυζαντινή επωνυμία των παροίκων, παρουσιάζονται ως βιλλάνοι (του Δημοσίου, της Εκκλησίας και των ιδιωτών). Σε πολλές περιοχές το φεουδαρχικό σύστημα λειτουργούσε με βάση τον φεουδαρχικό κώδικα των Ασσιζών της Ρωμανίας και, ειδικά στην Κύπρο, των Ασσιζών των Ιεροσολύμων. Στο πλαίσιο της φεουδαρχικής κοινωνίας καθιερώθηκαν τίτλοι ευγενείας (κόμητες ή βαρώνοι) και οι θεσμοί περιβλήθηκαν με τελετουργικά στοιχεία, όπως η περιβολή (investitura), η τελετή κατάληψης του φεούδου από τον νέο φεουδάρχη. Μέρος του συστήματος αποτέλεσαν η ετήσια γενική επίδειξη των τοπικών φεουδαρχών, η mostra generale, αλλά και οι ιπποτικές κονταρομαχίες, οι γραφικές γκιόστρες. Το φεουδαρχικό σύστημα στην όψιμη βενετοκρατία παρουσίασε έκδηλα δείγματα αποσύνθεσης. Στην Κρήτη τα φέουδα έχασαν τον αρχικό στρατιωτικό τους χαρακτήρα και κατανεμήθηκαν σε πολλούς κατόχους, ενώ στα Ιόνια Νησιά ο αριθμός τους παρουσίασε σταδιακή μείωση.

Η Βενετία άσκησε ισχυρές παρεμβάσεις στην τοπική οικονομία, με τη χάραξη μιας συγκεντρωτικής οικονομικής πολιτικής, που αποφασιζόταν από το μητροπολιτικό κέντρο. Αρχικά οι βενετικές κτήσεις είχαν ως αποστολή την εξυπηρέτηση του βενετικού εμπορίου, λειτουργώντας ως εμπορικοί σταθμοί και βάσεις ανεφοδιασμού για τα βενετικά πλοία. Από τον 14ο αιώνα, μετά την ειρήνευση της Κρήτης και τις νέες εδαφικές προσαρτήσεις, οι Βενετοί επιδόθηκαν στην οικονομική αξιοποίηση της επικράτειάς τους στην Ανατολή.

Κυρίαρχη μορφή της οικονομίας υπήρξε η αγροτική. H γεωργική παραγωγή στηριζόταν στα μεσογειακά προϊόντα (δημητριακά, λάδι, κρασί, οπωροκηπευτικά), και λιγότερο στη ζάχαρη και στο βαμβάκι της Κύπρου. Ανάπτυξη γνώρισαν και η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υλοτομία, η εκμετάλλευση των αλυκών. Στον 16ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την απώλεια και της Κύπρου, πάγιο πρόβλημα αποτέλεσε η σιτάρκεια, καθώς η σιτοκαλλιέργεια υποχώρησε υπέρ αποδοτικότερων καλλιεργειών, που εξελίχθηκαν σχεδόν σε μονοκαλλιέργειες: των αμπελιών στην Κρήτη, της ελιάς στην Κέρκυρα, της σταφίδας στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά.

Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, καθώς και η σύνδεση της υπαίθρου με τις αναπτυσσόμενες πόλεις, συνέβαλαν στην άνθηση των εμπορικών δραστηριοτήτων. Οι εξαγωγές περιλάμβαναν κυρίως αγροτικά προϊόντα. Το κρασί της Κρήτης έφθανε μέχρι τις αγορές της Αγγλίας και της Φλάνδρας, η σταφίδα της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν περιζήτητη από την αγγλική αγορά και το λάδι της Κέρκυρας εξαγόταν στην ίδια τη Βενετία. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές κάλυπταν τις ανάγκες των τοπικών αγορών σε μεταποιημένα και πολυτελή είδη, ενισχύοντας, έτσι, την εικόνα μιας περιφερειακής οικονομίας. Το εξαγωγικό – εισαγωγικό εμπόριο ελεγχόταν από τους Βενετούς, σταδιακά, όμως, σημειώνεται η διείσδυση και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Στον 16ο αιώνα στην Κρήτη έδρευε Άγγλος πρόξενος, ενώ από το 1583 η Ζάκυνθος αποτέλεσε την έδρα της αγγλικής Εταιρείας της Ανατολής (Levant Company). Επιπλέον, από την πρώιμη ήδη βενετοκρατία μαρτυρείται η ενεργός συμμετοχή στο εμπόριο και στη ναυτιλία εγχωρίων, από τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Εύβοια. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για τη δραστηριότητα των Κρητικών ως εμπόρων, πλοιοκτητών, κυβερνητών πλοίων, ναυπηγών, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται στον 18ο αιώνα στα Ιόνια Νησιά. Οι πειρατικές επιδρομές καθώς και το λαθρεμπόριο της σταφίδας και του λαδιού συνέβαλαν στη συσσώρευση κεφαλαίων, που, μεταξύ άλλων, επενδύθηκαν στην αναπτυσσόμενη ναυτιλία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία για τον ακμαίο εμπορικό στόλο της Κεφαλονιάς, που στα τέλη του 18ου αιώνα ανερχόταν σε 200 περίπου πλοία και πολυάριθμα πλοιάρια.

Κεντημένος επιτάφιος του 13ου αιώνα στο Αιτωλικό.

Περιορισμένες υπήρξαν οι βιοτεχνικές δραστηριότητες, κυρίως στο πλαίσιο της συντεχνιακής οργάνωσης, με κύριο στόχο την εξυπηρέτηση των τοπικών αγορών. Μεταξύ των λιγοστών αναπτυγμένων κλάδων μαρτυρούνται η βυρσοδεψία, η βαρελοποιία, η κατασκευή φορητών εικόνων και ξυλογλύπτων στην Κρήτη αλλά και χρυσοΰφαντων μεταξωτών και καμηλωτών στην Κύπρο.

Οι βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές υπήρξαν χώροι ανάδυσης σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων, που χαρακτηρίσθηκαν από τη σύνθεση βυζαντινών και δυτικών στοιχείων. Αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά μεταφυτεύθηκε ο δυτικός θεσμός των Ακαδημιών, με πρότυπο την Πλατωνική Ακαδημία. Οι Ακαδημίες, φιλολογικοί σύλλογοι, με μέλη Βενετούς και Έλληνες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων, συνέβαλαν στην προαγωγή της εγχώριας πνευματικής ζωής. Η πρώτη γνωστή Ακαδημία, με την επωνυμία των «Ζωντανών» (Vivi), ιδρύθηκε στο Ρέθυμνο το 1562 από τον βενετοκρητικό λόγιο Φραγκίσκο Barozzi, ενώ σημαντική δραστηριότητα ανέπτυξε σε δύο χρονικές φάσεις (τέλη 16ου αιώνα και περί τα μέσα του 17ου αιώνα) η Ακαδημία των «Αλλοκότων» (Stravaganti) στον Χάνδακα, με ιδρυτή τον ισχυρό βενετό ευγενή και λόγιο Ανδρέα Κορνάρο. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της «Αγροτικής Ακαδημίας» της Κεφαλονιάς, που ιδρύθηκε το 1791, με στόχο την επιστημονική ανάπτυξη της γεωργίας.

Παρότι στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο δεν λειτούργησε τυπογραφείο, είναι γνωστή η διάδοση του έντυπου βιβλίου και η ύπαρξη βιβλιοθηκών, μοναστηριακών και ιδιωτικών. Τα βιβλία, ελληνικά και δυτικά, θρησκευτικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά, προέρχονταν από τη Δύση, και, σε μεγάλο μέρος, από τα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας. Παράλληλα, στις πιο αναπτυγμένες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές σημειώνεται έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Οι νέοι των αστικών, κατά βάση, κέντρων είχαν τη δυνατότητα να διδαχθούν την ελληνική, λατινική ή ιταλική γλώσσα, αλλά και ποικίλους τομείς των τεχνών και της επιστήμης. Η διδασκαλία γινόταν κυρίως μέσω ιδιωτικών διδασκάλων, όπως μαρτυρούν πολυάριθμες συμβάσεις μαθητείας, καθώς και στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, που λειτούργησαν κατά καιρούς. Ενδεικτικά, μνημονεύονται η ελληνική σχολή του Ιακώβου Διασσωρινού στην Κύπρο, στη δεκαετία του 1560, που συνδέθηκε με την αντιβενετική δράση του ιδρυτή της, το διδακτήριο του Βικεντίου Δαμοδού στην Κεφαλονιά (πρώτο μισό 17ου αιώνα) και το βραχύβιο «Κοινό Φροντιστήριο» του Νικηφόρου Θεοτόκη στην Κέρκυρα (μέσα 18ου αιώνα), όπου έμφαση δόθηκε στη διδασκαλία τόσο των κλασικών γραμμάτων όσο και των φυσικών επιστημών. Επιπλέον, πολλοί Έλληνες, από τα ανώτερα ιδιαίτερα στρώματα, συνέχιζαν τις σπουδές στη Δύση, και μάλιστα στο Πανεπιστήμιο της βενετικής επικράτειας, στην Πάδοβα, στους κλάδους της ιατρικής, της φιλοσοφίας και της νομικής.

Στο γόνιμο πνευματικό κλίμα των αναπτυσσόμενων αστικών κέντρων, εκδηλώθηκε το φαινόμενο της «Κρητικής Λογοτεχνίας». Στην πρώιμη φάση (14ος αιώνας – μέσα 16ου αιώνα) εγγράφονται τα ηθικοδιδακτικά, σατιρικά, θρησκευτικά ποιητικά έργα των Στέφανου Σαχλίκη, Λεονάρδου Ντελλαπόρτα, Μαρίνου Φαλιέρου, Ιωάννη Πικατόρου, Μπεργαδή και άλλων επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών. Η ώριμη φάση της Κρητικής Λογοτεχνίας (μέσα 16ου – μέσα 17ου αιώνα) κυριαρχείται από την πλούσια, ποιοτική θεατρική παραγωγή, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Γεώργιο Χορτάτση, ο οποίος καλλιέργησε εξίσου την τραγωδία (Ερωφίλη), την κωμωδία (Κατσούρμπος) και το ποιμενικό δράμα (Πανώρια ή Γύπαρης). Κορυφαίο έργο της Κρητικής Λογοτεχνίας είναι το έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, στον οποίο παλαιότερα αποδιδόταν και το θρησκευτικό δράμα Η Θυσία του Αβραάμ. Στην πλούσια λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου ανήκουν, μεταξύ άλλων, η Βοσκοπούλα, ανωνύμου, και το ιστορικό έργο Ο Κρητικός Πόλεμος του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Τα έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας έχουν χαρακτήρα έντεχνο και πρότυπα δυτικά, τα οποία, όμως, προσαρμόζουν στην τοπική παράδοση και αναπλάθουν με γόνιμο τρόπο, ξεπερνώντας τα συχνά σε δημιουργική έμπνευση. Οι συγγραφείς τους, ορθόδοξοι και καθολικοί, ελληνικής και βενετικής καταγωγής, προέρχονταν από τα ανώτερα και λόγια κοινωνικά στρώματα, αλλά η διάδοσή τους στο κοινωνικό σύνολο υπήρξε ευρύτατη.

Μετά την παράδοση του Χάνδακα (1669), πολλοί Κρητικοί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στα Ιόνια Νησιά και μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους το πνευματικό κλίμα της Κρήτης. Στον 18ο αιώνα ο χώρος του Ιονίου σηματοδοτήθηκε από την καλλιέργεια των επιστημών, την υποδοχή των δυτικών διαφωτιστικών ιδεών και την αφομοίωση των αξιών του δυτικού πολιτισμού.

Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε στην Κρήτη η τέχνη, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και της μικροτεχνίας. Ωστόσο, η καλλιτεχνική δημιουργία στην κορυφαία της έκφανση, προϊόν σύνθεσης της βυζαντινής παράδοσης με δυτικά στοιχεία, εμφανίζεται στο πεδίο της ζωγραφικής, θρησκευτικής και κοσμικής, και μάλιστα της φορητής εικόνας. Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές έρευνες, οι Κρητικοί ζωγράφοι, που ανέρχονταν σε εκατοντάδες, ήταν οργανωμένοι στη συντεχνία του Αγίου Λουκά και ζωγράφιζαν τις θρησκευτικές εικόνες τους εξίσου alla greca και alla latina, ανάλογα με τις απαιτήσεις του αγοραστικού κοινού. Στην Κρήτη εργάζονταν και Δυτικοί καλλιτέχνες. Μεταξύ των σημαντικών Κρητικών ζωγράφων του 16ου αιώνα συγκαταλέγονταν οι Θεοφάνης Στρελίτζας, λεγόμενος Μπαθάς, Γεώργιος Κλόντζας, Μιχαήλ Δαμασκηνός. Στο κλίμα αυτό ανδρώθηκε καλλιτεχνικά ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, αναγνωρισμένος ήδη ζωγράφος στην Κρήτη, πριν από τη μετάβασή του στην Ιταλία και εν συνεχεία στην Ισπανία, όπου και δημιούργησε το έργο που τον ανέδειξε σε έναν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους ζωγράφους.

Μετά το 1669 η κρητική τέχνη μεταφέρθηκε στα Ιόνια Νησιά από Κρητικούς πρόσφυγες και άσκησε ισχυρή επίδραση στην τοπική καλλιτεχνική δημιουργία, που σταδιακά απέκτησε αυτοτέλεια, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσει να υπερβεί την Κρητική Σχολή στην ακτινοβολία της.

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Η Προσκύνηση των Μάγων, 1565-1567, Συλλογή Μουσείου Μπενάκη.

Αξιόλογη δραστηριότητα, αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά, εμφανίζεται και στον τομέα της μουσικής, βυζαντινής, παραδοσιακής και δυτικής, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Από τους πολυάριθμους μουσικούς που μνημονεύονται στις πηγές, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Κρητικός μουσικοσυνθέτης Φραγκίσκος Λεονταρίτης (πρώτο μισό του 16ου αιώνα), ο οποίος έδρασε στην Κρήτη αλλά και στη δυτική Ευρώπη και συνέθεσε έργα που εντάσσονται στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική παράδοση.

Κατά τη μακραίωνη κυριαρχία της Βενετίας στον ελληνικό χώρο, μέσα από περίπλοκες ιστορικές διαδρομές αναδεικνύεται ένα νέο, σύνθετο ιδεολογικό τοπίο, που διαμορφώθηκε αφενός από τη διεκδικητική παρουσία στον ίδιο χώρο Βυζαντινών, άλλων Δυτικών και Οθωμανών, και αφετέρου από τις ιδεολογικές θέσεις των εγχώριων πληθυσμών απέναντι στη «Δύση». Πρόκειται για σχήμα με κυρίαρχα εθνοτικοθρησκευτικά γνωρίσματα, που, παράλληλα, καθορίσθηκε από το αυστηρά διαστρωματωμένο κοινωνικό σύστημα των βενετικών κτήσεων.

Σε πρώτο επίπεδο, το ιδεολογικό κλίμα προσδιοριζόταν από μια υποβόσκουσα εσωτερική σύγκρουση με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι κάτοικοι των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών, με κριτήριο την ιστορική παράδοση, τη γεωγραφική θέση, το πολιτικό καθεστώς των τόπων τους, εντάσσονταν οργανικά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή, και μάλιστα δυτικοευρωπαϊκή, κοινότητα, παράλληλα, όμως, διαχωρίζονταν από αυτήν λόγω της μακροχρόνιας αντιπαράθεσης του καθολικού δυτικού κόσμου με τον ορθόδοξο ανατολικό. Στο πλαίσιο αυτό, η δυτικοευρωπαϊκή Βενετία, εκπροσωπώντας κατά την πρώτη περίοδο της λατινοκρατίας στην Ανατολή τις πολιτικές – εκκλησιαστικές δυνάμεις που είχαν καταλύσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία, συγκέντρωνε την αντίδρασή τους. Η τουρκική προέλαση από τα μέσα του 14ου αιώνα άλλαξε τα δεδομένα. Το δογματικό ζήτημα παρέμενε το καίριο σημείο διαχωρισμών Ελλήνων – Λατίνων και η ανεκτική στάση των Οθωμανών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία επέτεινε την ιδεολογική σύγχυση. Ωστόσο, η σταδιακή στροφή προς τις δυτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Βενετία μέχρι το 18ο αιώνα είχε κεντρική θέση, αποτέλεσε μια νέα, ισχυρή πραγματικότητα, που εμπεδώθηκε όχι μόνο στον βενετοκρατούμενο αλλά και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο και συνδέθηκε με τις πολυάριθμες αντιτουρκικές κινήσεις των Ελλήνων στη δύσβατη διαδρομή προς την εθνική αυτοσυνειδησία.

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό των βενετικών κτήσεων σε όλη την περίοδο της βενετοκρατίας η στάση των υποτελών ελληνορθόδοξων πληθυσμών απέναντι στη βενετική κυριαρχία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τις οξείες κοινωνικοοικονομικές διαφορές τους. Γενικευτικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ανώτερα και αστικά κοινωνικά στρώματα στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή είχαν ταυτισθεί με τη βενετική πολιτική και τήρησαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σταθερή φιλοβενετική στάση, ενισχύοντας παντοιοτρόπως τους βενετικούς αγώνες. Αντίθετα, οι ελληνορθόδοξοι αγροτικοί πληθυσμοί, βιώνοντας ένα πιεστικό κοινωνικοοικονομικό καθεστώς, σε κρίσιμες για τη Βενετία συγκυρίες αντιμετώπισαν παθητικά μια ενδεχόμενη οθωμανική κυριαρχία, παράλληλα, όμως, σε αρκετές περιπτώσεις κατά τις βενετοτουρκικές συγκρούσεις αγωνίσθηκαν στο πλευρό των ομόθρησκων Βενετών, με σημαία τη χριστιανική πίστη.

Κατά τους έξι αιώνες της βενετοκρατίας οι ελληνικές περιοχές σταδιακά λειτούργησαν ως γέφυρα μεταξύ της δυτικής, καθολικής και της ανατολικής, ορθόδοξης Ευρώπης. Ανήκαν στην «Ανατολή», αλλά επί αιώνες διετέλεσαν τμήμα μιας δυτικής δύναμης, αναδέχθηκαν θεσμούς και πολιτισμικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης, που, σε πολλές περιπτώσεις, σε σύζευξη με τα στοιχεία της τοπικής παράδοσης, μεταπλάσθηκαν δημιουργικά σε κοινά σχήματα.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) και η Φλαγγίνειος Σχολή, σημερινή έδρα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

Από την άλλη πλευρά, η Δύση ήρθε σε άμεση επαφή με την Ανατολή όχι μόνο μέσα από την αρχαία κληρονομιά της αλλά και από τη σύγχρονη ιστορία της. Η αναγκαστική συμβίωση των δύο κοινοτήτων συνετέλεσε, παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, στη γνωριμία, στην κατανόηση και, τελικά, στη δυνατότητα έκφρασης ενός κοινού λόγου σε διάφορα πεδία, ενώ η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου σταδιακά εξελισσόταν για τους Έλληνες σε χώρο φιλικό, που έδιδε ευκαιρίες πνευματικού και υλικού πλουτισμού και ταυτιζόταν μαζί τους σε ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις. Το σύνθετο αυτό περιβάλλον ο αναπαραστατικός συμβολικός λόγος αποκτούσε τη δική του δυναμική, μετατρέποντας στην ελληνική συνείδηση την εχθρική, κατακτητική δύναμη του 1204 στη «φουμιστή» Βενετία των τρυφερών νανουρισμάτων, των οραμάτων και των προσδοκιών.

 


Η Αναστασία Παπαδία-Λάλα είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρώτη δημοσίευση του παρόντος άρθρου στον συλλογικό τόμο: H Τέταρτη Σταυροφορία και ο ελληνικός κόσμος, Ν. Γ. Μοσχονάς (επιστημονική επιμέλεια), Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2008, σ. 365-381. Το κυρίως κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο. Αλλαγές, που συμπεριλαμβάνουν και πρόσφατες εκδόσεις, έχουν επέλθει στη βιβλιογραφία.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αρβανιτάκης Δ. Δ., Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου. Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων (1628), Αθήνα 2001.

Arbel Β., «Venice’s Maritime Empire in the Early Modern Period», A Companion to Venetian History, 1400-1797, επιμ. E. R. Dursteler, Λέιντεν – Βοστώνη 2013, σ. 125-253.

Γάσπαρης Χ., Η γη και οι αγρότες στη Μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997.

Georgopoulou Maria, Venice’s Mediterranean Colonies. Architecture and Urbanism, Cambridge 2001.

Karapidakis Ν., Civis fidelis: L’avènement et l’affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIème-XVIIème siècles), Φραγκφούρτη 1992.

Κωνσταντινίδου Κατερίνα, «Το κακό οδεύει έρποντας…» Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος-18ος αι.), Βενετία 2007.

Λαμπρινός Κ.Ε., Οι cittadini στη βενετική Κρήτη. Κοινωνικο-πολιτική και γραφειοκρατική εξέλιξη (15ος-17ος αι.), Αθήνα 2015.

Lane F. C., Βενετία, η θαλασσοκράτειρα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007.

Μάλλιαρης Α.Μ., Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο, 1687-1715: γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, Αθήνα 1993.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Βενετοκρατούμενη Ελλάδα. Προσεγγίζοντας την ιστορία της, επιμ. κειμένων, Δέσποινα Βλάσση – Αγγελική Τζαβάρα, τ. 1-2, Αθήνα – Βενετία 2010.

Ντόκος Κ. – Γ. Παναγόπουλος Γ., Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, πρόλογος: B. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα 1993.

Παναγιωτάκης Ν. Μ., Ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989.

Παναγιωτόπουλος Β., Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος-18ος αιώνας, μετάφρ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Αθήνα 1985.

Πανοπούλου Αγγελική, Συντεχνίες και θρησκευτικές αδελφότητες στη βενετοκρατούµενη Κρήτη, Αθήνα – Βενετία 2012.

Παπαδία-Λάλα Αναστασία, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία ²2008.

Thiriet F, La Romanie Vénitienne au Moyen Age. Le développement et l’exploitation du domaine colonial vénitien (XIIe-XVe siècles), Παρίσι ²1975.

Τζιβάρα Παναγιώτα, Σχολεία και δάσκαλοι στη βενετοκρατούµενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2003.

Αντώνης Κλάψης: Η Σύμβαση της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών

100 χρόνια από τότε

Αντώνης Κλάψης

Η Σύμβαση της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών

 

Το προσφυγικό κύμα

Ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα, τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήταν η συρροή στα ελληνικά εδάφη εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν, καταδιωκόμενοι από τις κεμαλικές δυνάμεις, τις πατρογονικές τους εστίες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα προσφυγικό ρεύμα είχε δημιουργηθεί. Ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου, οι πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στην Ελλάδα υπολογίζονταν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές σε περίπου 200 χιλιάδες.[1] Η ροή προσφύγων ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ως αποτέλεσμα της υπογραφής της Ανακωχής των Μουδανιών, η οποία προέβλεπε την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες πάνω από 250 χιλιάδες Έλληνες της περιοχής την εγκατέλειψαν, διαβαίνοντας τον ποταμό Έβρο, ο οποίος επρόκειτο να αποτελέσει το χερσαίο ελληνοτουρκικό σύνορο. Την ίδια ώρα, ακόμα περισσότεροι πρόσφυγες από την Ανατολία συνέρρεαν στην Ελλάδα. Τον Νοέμβριο, περίπου 900 χιλιάδες πρόσφυγες βρίσκονταν διάσπαρτοι σε διάφορα σημεία της ελληνικής επικράτειας.[2]

Η κατάσταση των προσφύγων ήταν απελπιστική. Δεν διέθεταν στέγη, αλλά ούτε τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης. Επιπλέον, μαστίζονταν από κάθε λογής μολυσματική ασθένεια. Το ποσοστά θνησιμότητας ήταν συγκλονιστικά, ιδίως ανάμεσα στα μικρότερης ηλικίας παιδιά και στα βρέφη. Κάπως καλύτερα ήταν τα πράγματα μόνο για τους Ανατολικοθρακιώτες, οι οποίοι είχαν εκκενώσει την ιδιαίτερη πατρίδα τους κάτω από την κάλυψη του ελληνικού στρατού, δίχως να υποστούν σφαγή από τα κεμαλικά στρατεύματα. Την τραγική εικόνα των προσφύγων περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο ο ύπατος αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες Φρίντγιοφ Νάνσεν:[3]

[…] οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με τόση σπουδή ώστε δεν διαθέτουν τίποτε άλλο στην κατοχή τους παρά μόνο το ελαφρά καλοκαιρινά ρούχα που φορούν. Χρειάζονται επειγόντως όχι μόνο στέγη αλλά επίσης χειμερινά ρούχα και κουβέρτες που θα τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν τη δριμύτητα του επερχόμενου χειμώνα˙ επίσης δεν διαθέτουν καθόλου χρήματα για την προμήθεια φαγητού.

[…]

Ακόμα κι αν το πρόβλημα του επισιτισμού λυθεί για τους αμέσως προσεχείς μήνες, υπάρχουν κι άλλες δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν, οι οποίες δεν είναι λιγότερο σημαντικές. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες δεν διαθέτουν κατάλληλη στέγη. Η προμήθεια σκηνών, αντίσκηνων και στοιχειωδών οικοδομικών υλικών (ξύλα και στέγαστρα) είναι απολύτως επείγουσα […].

Επιπρόσθετα, μεγάλη ποσότητα ρουχισμού και κουβερτών είναι απαραίτητη έτσι ώστε να μπορέσουν οι πρόσφυγες να ανταποκριθούν στις δυσκολίες των χειμερινών μηνών. Εάν δεν υπάρξει άμεση και σε μεγάλη ποσότητα προμήθεια αυτών των ειδών, είναι βέβαιο ότι πάρα πολλές μητέρες και μικρά παιδιά θα πεθάνουν. Η θνησιμότητα των βρεφών και των μητέρων, των οποίων τα παιδιά έχουν γεννηθεί σε στρατόπεδα προσφύγων τους τελευταίους μήνες, είναι εξαιρετικά μεγάλη.

Επιπλέον, η παρουσία αυτού του μεγάλου αριθμού προσφύγων σε προσωρινούς καταυλισμούς αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης σοβαρών επιδημιών. Σε ορισμένους καταυλισμούς έχει ήδη εμφανιστεί ευλογιά. Σε όλους η δυσεντερία είναι λίγο-πολύ κοινή. Τυφοειδής [πυρετός], χολέρα, και πάνω απ’ όλα, τύφος πρέπει να αναμένονται.

Άφιξη προσφύγων σε κάποιο ελληνικό λιμάνι.

Υπήρχε ακόμα μια προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στον πληθυσμό ανδρών και γυναικών στις παραγωγικές ηλικίες, καθώς πολλοί από τους άνδρες μεταξύ  18 και 45 ετών είχαν συλληφθεί από τις κεμαλικές δυνάμεις και είχαν σταλεί σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Αυτό σήμαινε ότι η επιβίωση του προσφυγικού πληθυσμού καθίστατο ακόμα δυσκολότερη, καθώς από πολλές οικογένειες έλειπαν εκείνοι που μπορούσαν ευκολότερα να εργαστούν και να υποστηρίξουν οικονομικά τα υπόλοιπα συγγενικά τους πρόσωπα.

 

Η απόφαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1922 ξεκίνησαν στη Λωζάννη οι εργασίες της διεθνούς συνδιάσκεψης, η οποία είχε στόχο την κατάληξη σε μια συμφωνία που θα αντικαθιστούσε τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών. Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας τέθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ως προς το προσφυγικό ζήτημα, δεν είχε αυταπάτες. Ήταν πεπεισμένος ότι οι Έλληνες πρόσφυγες δεν επρόκειτο ποτέ να επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες του, καθώς αυτή ήταν η διακηρυγμένη απόφαση της κεμαλικής κυβέρνησης.[4] Ακόμα χειρότερα, ήταν βέβαιο ότι τον δρόμο της προσφυγιάς θα ακολουθούσαν, αργά ή γρήγορα, και εκείνοι οι ελληνικοί πληθυσμοί που δεν είχαν ακόμα αναγκαστεί να εκπατριστούν από τα εδάφη που θα παρέμεναν στα τουρκικά χέρια – περίπου 200 χιλιάδες ψυχές, κυρίως από περιοχές που δεν είχαν αποτελέσει θέατρα πολεμικών επιχειρήσεων κατά την περίοδο 1919-1922. Έτσι, κάτω από την επίδραση των τετελεσμένων γεγονότων που ασφαλώς ευνοούσαν την τουρκική πλευρά, ο Βενιζέλος γρήγορα συνέλαβε την ιδέα της σύναψης μιας συμφωνίας για την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία.[5]

Τις σκέψεις του αυτές ο Βενιζέλος τις διατύπωσε σε επιστολή που απέστειλε στα μέσα Οκτωβρίου του 1922 –πριν την έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο Λονδίνο– στον Νάνσεν. Πρότεινε μάλιστα η έναρξη της διαδικασίας μετακίνησης των πληθυσμών που επρόκειτο να υπαχθούν στη διαδικασία της ανταλλαγής να πραγματοποιούνταν πριν την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης.[6] Πράγματι, ο Νάνσεν, αφενός επηρεασμένος από τις προτάσεις του Βενιζέλου, αφετέρου απογοητευμένος από την αρνητική στάση που επιδείκνυε η Άγκυρα αρνούμενη ουσιαστικά όλες τις διαμεσολαβητικές του πρωτοβουλίες,[7] εισηγήθηκε την ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, η οποία, όπως πίστευε, ανταποκρινόταν στα συμφέροντα τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας. Η ανακοίνωση των συμπερασμάτων του Νάνσεν από τον λόρδο Κώρζον στην Επιτροπή Εδαφικών και Στρατιωτικών Υποθέσεων της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης την 1η Δεκεμβρίου 1922, επισημοποίησε την ιδέα της ανταλλαγής, την οποία άλλωστε  είχαν ήδη αποδεχθεί, πέραν των δύο άμεσα εμπλεκόμενων μερών, και οι Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ.[8]

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Fridtjof Nansen και η κλασσική πραγματεία του Κων/τίνου Σβολόπουλου για την πατρότητα της ιδέας περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών.

Η προοπτική της ανταλλαγής δημιούργησε ισχυρές αντιδράσεις στους κόλπους της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία είχε συγκροτηθεί μετά την επικράτηση της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου». Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, για παράδειγμα, ισχυρός άνδρας της Επανάστασης, διατύπωνε ευθέως τις επιφυλάξεις του σε επιστολή που απηύθυνε προς τον Βενιζέλο [9]

Πρέπει να έχητε υπ’ όψιν, κ. Πρόεδρε, ότι αν δεν εξασφαλισθή η παλινόστησις των προσφύγων εις τας εστίας των, είναι αδύνατον να υπάρξη ησυχία εν Ελλάδι και μετά πεποιθήσεως λέγω ότι εντός ολίγων ετών θα αποσυντεθώμεν ως κράτος και θα καταντήσωμεν οι περίγελοι του κόσμου. Συνεπώς επ’ ουδενί λόγω πρέπει να συγκατατεθώμεν να υπογράψωμεν ανταλλαγήν πληθυσμών».

Έντονες αντιρρήσεις, εξάλλου, προβλήθηκαν και από την πλευρά των Ελλήνων προσφύγων.[10] Την ίδια στιγμή, τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στη μελετώμενη ανταλλαγή εξέφραζαν και αρκετοί Μουσουλμάνοι της Ελλάδας, οι οποίοι επρόκειτο να υπαχθούν σε αυτή τη διαδικασία: «Επί μελετωμένη υπό Διασκέψεως Λωζάννης ανταλλαγή ημών μετά προσφύγων Ελλήνων Θράκης και Μικράς Ασίας», σημείωναν χαρακτηριστικά σε τηλεγράφημά τους προς το ελληνικό Υπουργείο Εσωτερικών οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του Ζυρνόβου του Νομού Δράμας, «διαμαρτυρόμεθα εντόνως κατά τοιαύτης αδικίας μη στέργοντες να εγκαταλείψωμεν την ελληνικήν πατρίδαν υπό την οποίαν εγνωρίσαμεν την προστασίαν της τιμής και της περιουσίας ημών».[11] Ο ίδιος ο Βενιζελος, ωστόσο, όχι μόνο δεν πτοούνταν, αλλά εμφανιζόταν πεπεισμένος για την ανάγκη εφαρμογής της ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, αφού, όπως πίστευε, παρείχε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα στην Ελλάδα: αφενός την απαλλαγή από περίπου 350 χιλιάδες Τούρκους που κατοικούσαν κυρίως στη Μακεδονία, αφετέρου τη διευκόλυνση της εγκατάστασης μεγάλου αριθμού Ελλήνων προσφύγων (πρωτίστως αγροτών) στα σπίτια και στα κτήματα των ανταλλάξιμων Τούρκων.[12]

 

Η Σύμβαση περί Ανταλλαγής

Η Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών υπογράφηκε τελικά από τους εκπροσώπους της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης στη Λωζάννη στις 17/30 Ιανουαρίου 1923, δηλαδή έξι μήνες πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου του ίδιου έτους.[13] Βάσει του πρώτου άρθρου της Σύμβασης, επιβαλλόταν «από της 1ης Μαΐου 1923 […] η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών»,[14] με την πρόσθετη πρόβλεψη ότι οι ανταλλάξιμοι δεν θα είχαν το δικαίωμα επανεγκατάστασης στην Ελλάδα ή στην Τουρκία χωρίς την άδεια της ελληνικής ή της τουρκικής κυβέρνησης, αντίστοιχα. Στην κατηγορία των ανταλλάξιμων συμπεριελήφθησαν και όσα άτομα είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους μετά την 18η Οκτωβρίου 1912,[15] ημερομηνία έναρξης του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Η ιδέα της αμοιβαίας ανταλλαγής των πληθυσμών δεν ήταν καινούργια. Ήδη από το 1914 η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε αποδεχθεί ανάλογες τουρκικές προτάσεις, σε μια προσπάθεια προστασίας του διωκόμενου ελληνικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[16] Σε σύγκριση με τα όσα συμφωνήθηκαν στη Λωζάννη, ωστόσο, υπήρχε μια καθοριστικής σημασίας διαφορά: το 1914 η ανταλλαγή θα είχε το χαρακτήρα εθελούσιας μετανάστευσης, ενώ αντίθετα το άρθρο 1 της Σύμβασης της Λωζάννης καθιστούσε την ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών υποχρεωτική. Η διαφοροποίηση αυτή υπήρξε ασφαλώς αποτέλεσμα της τραγικής πραγματικότητας, καθώς για την πλειοψηφία των χριστιανών κατοίκων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, η «ανταλλαγή» είχε ήδη πραγματοποιηθεί πριν από τη συνομολόγηση της σχετικής Σύμβασης.[17] Αντίθετα, οι περισσότεροι μουσουλμάνοι της Ελλάδας που τελικά περιλήφθηκαν στην κατηγορία των ανταλλάξιμων, εξακολουθούσαν να διαμένουν στις εστίες τους και αναγκάστηκαν να τις εγκαταλείψουν όχι ως συνέπεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων ή άλλων εις βάρος τους διώξεων, αλλά δυνάμει των συμφωνηθέντων στη Λωζάννη.[18] Στις δεδομένες συνθήκες, πάντως, η ανταλλαγή εξυπηρετούσε και μια επείγουσα πρακτική ανάγκη της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς η περίθαλψη και η μετεγκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων θα διευκολυνόταν αποφασιστικά από την περίπου ταυτόχρονη αποχώρηση των μουσουλμάνων από τα ελληνικά εδάφη, έστω κι αν οι πρώτοι σαφώς υπερτερούσαν αριθμητικά των τελευταίων.[19]

Για την επίβλεψη της εφαρμογής της ανταλλαγής, η Σύμβαση προέβλεπε τη σύσταση Μικτής Επιτροπής, αποτελούμενης από τέσσερις Έλληνες, τέσσερις Τούρκους και τρία ουδέτερα μέλη, τα οποία θα επιλέγονταν από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών μεταξύ των υπηκόων των κρατών που δεν συμμετείχαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα οποία θα ασκούσαν εναλλάξ και την προεδρία της Επιτροπής.[20] Στη Μικτή Επιτροπή παραχωρούνταν ευρύτατες αρμοδιότητες, καθώς με ρητή διάταξη του δωδέκατου άρθρου της Σύμβασης, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να λαμβάνει –με απλή πλειοψηφία του συνόλου των μελών της– οποιοδήποτε μέτρο και να επιλύει οποιαδήποτε ζήτημα πρόκυπτε από την εφαρμογή της Σύμβασης.

Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών λόρδος Curzon και οι πρωθυπουργοί της Ιταλίας και της Γαλλίας, Benito Mussolini και Raymond Poincaré στο προαύλιο του ξενοδοχείου Beau Rivage της Λωζάννης (πηγή: Gallica/Bibliothèque Nationale de France).

Στις αρμοδιότητες της Μικτής Επιτροπής συμπεριλαμβανόταν η εκκαθάριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εκατέρωθεν ανταλλάξιμων,[21] καθώς σύμφωνα με το άρθρο 5 της Σύμβασης οι τελευταίοι διατηρούσαν ακέραιο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους. Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, αφού προηγουμένως εξέταζε τους ενδιαφερόμενους, να διατάξει την εκτίμηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους που τελούσε υπό εκκαθάριση[22]. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 διαδικασία, η Επιτροπή όφειλε να παραδώσει σε κάθε ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη δήλωση «[…] αναγράφουσαν το εις αυτόν οφειλόμενον ποσόν εκ της στερήσεως της περιουσίας του, ήτις περιουσία θέλει παραμείνη εις την διάθεσιν της Κυβερνήσεως επί του εδάφους της οποίας αυτή κείται». Παράλληλα, διασφαλιζόταν το δικαίωμα των ανταλλάξιμων να λάβουν από τη χώρα προορισμού τους περιουσία της ίδιας αξίας και φύσεως με αυτήν που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν. Τέλος, το ίδιο άρθρο προέβλεπε ότι εάν κατά τη γενική εκκαθάριση δεν υφίστατο ισοτιμία μεταξύ των αμοιβαίως οφειλόμενων ποσών, η κυβέρνηση που θα βρισκόταν οφειλέτρια θα έπρεπε να καταβάλει στην άλλη τη χρηματική διαφορά. Δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας των Ελλήνων ανταλλαξίμων, αλλά και της αριθμητικής υπεροχής τους έναντι των αντίστοιχων Τούρκων, δημιουργήθηκε στην ελληνική πλευρά η ελπίδα ότι τελικώς θα ελάμβανε από την Τουρκία ένα σημαντικό χρηματικό ποσό ως χρεωστικό υπόλοιπο.[23]

 

 Η Ένατη Δήλωση

Ειδικά ως προς το ζήτημα των περιουσιών, η ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη προέβη σε ειδική Δήλωση την ημέρα της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης («Δήλωσις περί των εν Ελλάδι μουσουλμανικών κτημάτων», 24 Ιουλίου 1923),[24] σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των Μουσουλμάνων, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στις διατάξεις της Σύμβασης της Ανταλλαγής, και οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα, «συμπεριλαμβανομένης της νήσου Κρήτης», πριν από τις 18 Οκτωβρίου 1912 ή διέμεναν ανέκαθεν εκτός της ελληνικής επικράτειας, παρέμεναν άθικτα. Στα άτομα αυτά αναγνωριζόταν επίσης το δικαίωμα της ελεύθερης διάθεσης της ιδιοκτησίας τους, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αναλάμβανε τη ρητή δέσμευση να άρει οποιοδήποτε έκτακτο μέτρο είχε εφαρμοσθεί επί των συγκεκριμένων περιουσιών, όπως επίσης και να επιστρέψει στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους τις προσόδους που τυχόν είχε εισπράξει από την εκμετάλλευση των περιουσιών στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών ως επακόλουθο της διενέργειας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μολονότι η Ένατη Δήλωση, όπως έμεινε γνωστή, έγινε στη βάση της αμοιβαιότητας (με άλλα λόγια αντίστοιχα ευεργετικά μέτρα θα εφαρμόζονταν και στους Έλληνες που είχαν εγκαταλείψει την Τουρκία πριν από την 18η Οκτωβρίου 1912 ή κατοικούσαν πάντα εκτός Τουρκίας), στην πραγματικότητα ενδιέφερε περισσότερο την τουρκική πλευρά, δεδομένου ότι αναφερόταν κυρίως σε κτήματα της Θεσσαλίας και της Κρήτης. Αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που στη Δήλωση συμπεριλήφθηκε ρητώς και η Κρήτη, περιοχή που τυπικά δεν αποτελούσε μέρος της ελληνικής επικράτειας πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Παρά το γράμμα της διατύπωσης, ωστόσο, έγινε δεκτό, κατόπιν της επιμονής της Τουρκίας, ότι η εφαρμογή της Ένατης Δήλωσης επεκτεινόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των λεγομένων «νέων χωρών» (Μακεδονία, Ήπειρος, νησιά βορειοανατολικού Αιγαίου).

Όταν άρχισε η λειτουργία της Μικτής Επιτροπής, οι Τούρκοι επεδίωξαν και τελικά κατόρθωσαν, εν μέρει εξαιτίας και της πλημμελούς αντιμετώπισης του όλου ζητήματος από την ελληνική πλευρά, να αναγνωρισθούν ως δικαιούχοι της Ένατης Δήλωσης ορισμένοι από τους –τουρκικής καταγωγής– μεγαλύτερους κτηματίες τόσο της «παλιάς» όσο και της «νέας» Ελλάδας. Επρόκειτο συνολικά για 119 άτομα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και πρόσωπα που αναμφισβήτητα έπρεπε να θεωρηθούν ως ανταλλάξιμα και κατά συνέπεια μη δυνάμενα να επωφεληθούν από τις ευεργετικές διατάξεις της Ένατης Δήλωσης.[25] Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο αφενός από την αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποδώσει πολλά από τα κτήματα που καλύπτονταν από τις διατάξεις της Ένατης Δήλωσης, αφού αυτά είχαν διατεθεί για την αποκατάσταση των προσφύγων, αφετέρου από το γεγονός ότι τα δικαιώματα αρκετών από τους Τούρκους ωφελούμενους της Ένατης Δήλωσης είχαν εξαγοραστεί –συνήθως έναντι ευτελούς αντιτίμου– από κερδοσκόπους στην Τουρκία, οι οποίοι διατηρούσαν στενές επαφές με πολιτικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να ασκούν πίεση στην τουρκική κυβέρνηση, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω ενίσχυση της αδιαλλαξίας της Άγκυρας.[26]

 

Οι εξαιρέσεις από την ανταλλαγή

Η Σύμβαση της Ανταλλαγής καθιέρωνε δύο σημαντικές εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα της υποχρεωτικής μετανάστευσης των ελληνοτουρκικών πληθυσμών. Έτσι, βάσει του άρθρου 2, στην προβλεπόμενη ανταλλαγή δεν συμπεριλαμβάνονταν αφενός οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, αφετέρου οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Σύμφωνα πάντα με το ίδιο άρθρο, διευκρινιζόταν ότι ως Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θεωρούνταν όλοι οι Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918 στην περιφέρεια της νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, όπως αυτή καθοριζόταν διά σχετικού νόμου του 1912, ενώ στην κατηγορία των μη ανταλλαξίμων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης συμπεριλαμβάνονταν όλοι οι μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι στην περιοχή που βρισκόταν ανατολικά της μεθοριακής γραμμής  η οποία είχε καθορισθεί από τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913).[27] Ταυτόχρονα, η Σύμβαση διασφάλιζε το δικαίωμα όσων περιλαμβάνονταν σε αυτές τις δύο κατηγορίες να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στις εστίες τους και να διαχειριστούν ελεύθερα τις περιουσίες τους (άρθρο 16).[28]

Αν και αρχικά η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη είχε προτείνει την απομάκρυνση όλων των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, επιμένοντας ταυτόχρονα στην παραμονή όλων των μουσουλμάνων στη Δυτική Θράκη, υποχρεώθηκε τελικά, υπό τη συντονισμένη πίεση των δυτικών Δυνάμεων αλλά και των βαλκανικών κρατών, να υποχωρήσει ως προς το πρώτο ζήτημα.[29] Ωστόσο, προκειμένου να αμβλύνει τα αποτελέσματα αυτής της μεταστροφής στην πολιτική της, η Τουρκία επέμεινε, και τελικά πέτυχε, να υιοθετηθεί η αρχή της αριθμητικής ισορροπίας μεταξύ των δύο μειονοτήτων, με συνέπεια να αυξηθεί κατά πολύ ο αριθμός των Κωνσταντινουπολιτών που θεωρήθηκαν ανταλλάξιμοι. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας υπήρξε η δραματική μείωση των Ελλήνων που τελικά παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη: από τους 300.000 πριν από το 1922, μόλις λίγοι περισσότεροι από 100.000 έλαβαν τελικά από τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής των Πληθυσμών πιστοποιητικά εγκατάστασης που επισημοποιούσαν την μη ανταλλαξιμότητά τους, από τους οποίους, μάλιστα, περίπου 30.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι.[30]

Παρά την –τεχνητώς καθορισθείσα– αριθμητική τους ισορροπία, οι δύο μειονότητες διέφεραν ουσιωδώς ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, γεγονός που έμελλε να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό από την ιστορική εξέλιξη των γεγονότων. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ήταν ένας αμιγώς αστικός πληθυσμός, αποτελούμενος σε μεγάλο ποσοστό από εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, οικονομικά ανθηρός, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εύπορα κοινοτικά ιδρύματα κάθε μορφής (εκπαιδευτήρια, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία κ.ο.κ.). Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ήταν σχεδόν αποκλειστικά αγρότες, στενά συνδεδεμένοι με τη γη τους, χωρίς κανένα από τα επιμέρους στοιχεία της ελληνικής μειονότητας. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η ελληνική μειονότητα εμφάνιζε έναν πολύ μεγαλύτερο δυναμισμό από την αντίστοιχη μουσουλμανική, ήταν ταυτόχρονα πολύ πιο ευάλωτη σε ποικίλες άμεσες και έμμεσες πιέσεις (φορολογικές, εκπαιδευτικές, αγορανομικές κλπ.) της τουρκικής διοίκησης, με αποτέλεσμα να αποτελεί εύκολο στόχο.

Μειονοτικό σχολείο στην Ξάνθη

Η ιδιαιτερότητα της θέσης της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης υπογραμμιζόταν από έναν ακόμη παράγοντα: την εκεί παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το ζήτημα του Πατριαρχείου απασχόλησε τη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, είναι δε χαρακτηριστικό ότι μονοπώλησε το ενδιαφέρον στις 20 από τις συνολικά 26 συνεδριάσεις της Υποεπιτροπής Ανταλλαγής των Πληθυσμών. Η τουρκική αντιπροσωπεία στην ελβετική πόλη εμφανίστηκε αποφασισμένη να επιμείνει στην απομάκρυνση του οικουμενικού θρόνου από την ιστορική του έδρα, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι τα ειδικά προνόμια που το Πατριαρχείο απολάμβανε εντός του πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν δυνατόν να συνεχίζουν να του αναγνωρίζονται από τη σεκουλαριστική κεμαλική Τουρκία. Τελικά, με δεδομένη την αντίθεση όλων των υπολοίπων αντιπροσωπειών, η Άγκυρα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, δεσμευόμενη να διατηρήσει το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, υπό τον όρο όμως ότι το τελευταίο θα απέβαλε όλες τις μη εκκλησιαστικές αρμοδιότητες που έως τότε διατηρούσε.[31] Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό της αδύναμης διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας το γεγονός ότι η προφορική τουρκική υπόσχεση δεν αποτυπώθηκε και γραπτώς ούτε στη Σύμβαση της Ανταλλαγής, ούτε στη μεταγενέστερη Συνθήκη Ειρήνης.[32]

Αν και σιωπούσε ως προς το ιδιαίτερο ευαίσθητο –τουλάχιστον από συναισθηματική  και συμβολική άποψη– ζήτημα του Πατριαρχείου, η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923) περιέλαβε ορισμένες σημαντικές ρυθμίσεις σχετικά με τις μη μουσουλμανικές μειονότητες που θα εξακολουθούσαν να διαμένουν εντός των ορίων της τουρκικής επικράτειας. Οι προβλέψεις αυτές, που ενσωματώθηκαν στα άρθρα 37–44, αποτέλεσαν το νομικό πλαίσιο προστασίας των εν λόγω μειονοτήτων,[33] και ειδικότερα της ελληνικής, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι η Σύμβαση της Ανταλλαγής δεν έθιξε αυτά τα θέματα. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό ότι το πλέγμα προστασίας των μειονοτήτων που καθιερωνόταν από τη Συνθήκη της Λωζάννης τελούσε υπό την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών (άρθρο 44).[34]

 

Τα Σεπτεμβριανά του 1955. Ολέθρια δοκιμασία για την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης.

Επίλογος

Η Σύμβαση της Ανταλλαγής ουσιαστικά επικύρωσε το οδυνηρό τετελεσμένο του ξεριζωμού εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, δίνοντας παράλληλα το έναυσμα για την αναγκαστική μετακίνηση ακόμα 190 χιλιάδων, οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν αποφύγει τον εκπατρισμό.[35] Έτσι, συνολικά περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες βρήκαν τελικά καταφύγιο στην Ελλάδα,[36] παίρνοντας τη θέση των περίπου 355 χιλιάδων μουσουλμάνων που εγκατέλειψαν τα ελληνικά εδάφη με προορισμό την Τουρκία.[37] Το –αναμφίβολα σκληρό για όσους υπάχθηκαν σε αυτή– μέτρο της υποχρεωτικής ανταλλαγής άλλαξε οριστικά την ανθρωπογεωγραφία στις δύο πλευρές του Αιγαίου.[38] Για την Ελλάδα, η ανταλλαγή είχε μία ακόμα σημαντική συνέπεια: συνέβαλε αποφασιστικά στην εθνική ομογενοποίηση των βόρειων ελληνικών επαρχιών. Η εγκατάσταση στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη μεγάλου αριθμού προσφύγων από  τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη πύκνωσε κατά πολύ το ελληνικό στοιχείο: η συνεισφορά τους έκτοτε σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας υπήρξε καθοριστική. Από την άλλη, η υπογραφή της Σύμβασης της Λωζάννης δεν αποτέλεσαν παρά μόνο την αρχή μιας άλλης κολοσσιαίων διαστάσεων διαδικασίας: της αποκατάστασης των προσφύγων στις νέες τους πατρίδες.

Η ίδια η εφαρμογή της Σύμβασης προσέκρουσε σε αρκετά εμπόδια, πρωτίστως ως προς ζητήματα που άπτονταν αφενός των ανταλλάξιμων περιουσιών, αφετέρου του προσδιορισμού των ατόμων που υπάγονταν στις εξαιρέσεις της ανταλλαγής (Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης). Ήδη από τις αρχές του 1924 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία με σκοπό τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων. Ωστόσο, η επίλυση των προβλημάτων αποδείχθηκε διαδικασία περίπλοκη και χρονοβόρα. Τελικά, μόλις τον Ιούνιο του 1930 κατέστη δυνατή η κατάληξη σε οριστική συμφωνία, η οποία έκλεισε τον κύκλο των εκατέρωθεν αμφισβητήσεων.[39]

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας [στο εξής: ΔΙΑΥΕ], 1922, ΚΤΕ/1.2, Γιαννόπουλος προς Στρέιτ, αρ. 65276, Αθήνα, 9 Σεπτεμβρίου 1922.

[2] League of Nations, Official Journal, Ιανουάριος 1923, σ. 133.

[3] Στο ίδιο, σ. 133-134.

[4] Βλ. ενδεικτικά Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής: ΑΕΒ], 173/φάκ. 269, Βενιζέλος προς Κεπετζή, Λωζάννη, 14 Ιανουαρίου 1923. Για την άρνηση της τουρκικής κυβέρνησης να επιτρέψει την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους βλ. επίσης Αρχείο Ιωάννη Πολίτη (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής: ΑΙΠ], 228/φάκ. 12, «Παρατηρήσεις επί του Υπομνήματος της Τουρκικής Αντιπροσωπείας της 20στής Ιανουαρίου 1923, του αφορώντος εις τας πολεμικάς ζημίας», [Λωζάννη], [25 (;) Ιανουαρίου 1923]· «Υπόμνημα επί των πολεμικών ζημιών Ελλάδος – Τουρκίας», Λωζάννη, 20 Δεκεμβρίου 1923.

[5] Γενικότερα για την ανταλλαγή των πληθυσμών βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σ. 93-120· Τh. P. Kiosseoglou, L’échange forcé des Mmnorités daprès le Traité de Lausanne (Νανσύ: Imprimmerie Nancéienne, 1926)· Alexandre Emm. Deved, L’échange obligatoire des minorités grecques et turques en vertu de la Convention de Lausanne (Παρίσι: Pierre Bossuet, 1929)· Kalliopi K. Koufa & Constantinos Svolopoulos, «The compulsory exchange of populations between Greece and Turkey: the Settlement of Minority Questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its Impact on Greek–Turkish Relations», στο: P. Smith, K. Koufa & A. Seppan (επιμ.), Ethnic Groups in International Relations (Νέα Υόρκη: European Science Foundation – New York University Press, 1991), σ. 275-308 · J. A. Petropoulos, «The compulsory exchange of populations. Greek-Turkish Peacemaking, 1922-1930», Byzantine and Modern Greek Studies, 2 (1976), σ. 135-160· Γιάννης Πετρόπουλος, «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Eλληνοτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», στο: Θ. Βερέμης & Γ. Γουλιμή (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Κοινωνία – Οικονομία – Πολιτική στην εποχή του (Αθήνα: Γνώση, 1989), σ. 439–473. Για μία νομική θεώρηση της διαδικασίας ανταλλαγής βλ. Stélio Séfériades, «L’échange des populations», Académie de Droit International, Recueil des Cours, 4 (1928), σ. 311-437.

[6] ΑΕΒ, 173/φάκ. 268, Βενιζέλος προς Νάνσεν, [Λονδίνο], 17 Οκτωβρίου 1922.

[7] Τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Νάνσεν στη συνεννόηση με τις κεμαλικές Αρχές περιέγραφε ο ίδιος σε λεπτομερή έκθεση που συνέταξε στις 15 Νοεμβρίου 1922˙ βλ. League of Nations, Official Journal, Ιανουάριο 1923, σ. 126-129.

[8] Stephen P. Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (Νέα Υόρκη: Macmillan, 1932), σ. 335-344. Ειδικότερα για τις πρωτοβουλίες του Νάνσεν βλ. League of Nations, Official Journal, Ιανουάριος 1923, σ. 126-132· League of Nations, Official Journal, Μάρτιος 1923, σ. 383-384.

[9] ΑΕΒ, 173/φάκ. 319, Πλαστήρας προς Βενιζέλο, Αθήνα, 30 Δεκεμβρίου 1922.

[10] Βλ. ενδεικτικά ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Συνεφιάς, Ψαλτώφ, Αργυρόπουλος, Δαμασκηνός, Πουλίδης, Χατζηιωάννου, Μάρκελλος, Σπυρίδης, Κωνσταντιλιέρης, Κυριακίδης, Τενεκίδης, Σαΐντ, Χασσάν και Σιβασλί προς Βενιζέλο, Αθήνα, 22 Ιανουαρίου 1922· ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Κυριακίδης προς Βενιζέλο (επιστολή), Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1922· ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Επιτροπή Μικρασιατών Προσφύγων προς Βενιζέλο, Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1922· ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Κυριακίδης προς Βενιζέλο, Αθήνα, 3/16 Φεβρουαρίου 1923.

[11] ΔΙΑΥΕ, 1923, 18.4, Επιτροπή Οθωμανών Περιφερείας Υποδιοικήσεως Ζυρνόβου προς Υπουργείο Εσωτερικών, Προσοτσάνη, [Ιανουάριος 1923]

[12] ΑΕΒ, 173/φάκ. 269, Βενιζέλος προς Κυριακίδη (επιστολή), Λωζάννη, 26 Ιανουαρίου 1923. Πρβλ. Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Ελευθερίου Βενιζέλου. Τα κείμενα, τ. 3 (Αθήναι: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 285-286.

[13] Η Σύμβαση της Ανταλλαγής, εξάλλου, διαφοροποιούνταν από τη Συνθήκη Ειρήνης και από την άποψη των συμβαλλομένων μερών: η μεν πρώτη ήταν διμερής, με μοναδικούς συμβαλλόμενους την Ελλάδα και την Τουρκία, η δε δεύτερη πολυμερής. Το πλήρες κείμενο της Σύμβασης της Ανταλλαγής παρατίθεται στην έκδοση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1923), σ. 65-69.

[14] Δεδομένου, πάντως, ότι η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης δεν υπογράφηκε παρά μόνο στις 24 Ιουλίου 1923, Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν ότι η διαδικασία της ανταλλαγής που προβλεπόταν από το άρθρο 1 της σχετικής Σύμβασης της Λωζάννης, θα ξεκινούσε την 1η Μαΐου του 1924, αν και –για διάφορους λόγους– υπήρξαν περιπτώσεις ατόμων και από τις δύο πλευρές που ανταλλάχθηκαν πριν από αυτή την ημερομηνία (εννοείται ότι στην κατηγορία αυτή δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης είχαν ήδη –υπό ανώμαλες συνθήκες– καταστεί πρόσφυγες)· βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 420, 424-428.

[15] Άρθρο 3.

[16] Yannis G. Mourelos, «The 1914 persecutions and the first attempt at an exchange of minorities between Greece and Turkey», Balkan Studies, 26 (1985), σ. 389-413· Ladas, The exchange of minorities, σ. 20-23· Dimitri Pentzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact on Greece (Λονδίνο: Hurst, 2002), σ. 55-56.

[17] Το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε με δηλώσεις του ο ίδιος ο Βενιζέλος· βλ. Le Messager d’Athènes, 6 Ιουλίου 1923.

[18] ΑΙΠ, 228/φάκ. 14, Πολίτης προς Ρέντη, αρ. 7212, [Κωνσταντινούπολη], 14 Οκτωβρίου 1925.

[19] Στην επιστολή που απηύθυνε στον Νάνσεν στις 17 Οκτωβρίου 1922, ο Βενιζέλος επισήμαινε χαρακτηριστικά: «Το έργον της αμέσου και προχείρου στεγάσεως τόσων μυριάδων προσφύγων είναι ίσως το πλέον δυσεπίλυτον. Η άμεσος ανταλλαγή των πληθυσμών τούτων προς τους εν Ελλάδι οικούντας Τούρκους, ανερχομένους εις 350.000 περίπου θα μετριάση αισθητώς την δυσχέρειαν του προβλήματος τούτου. Είναι λοιπόν ανάγκη να πεισθή ο Μ[ουσταφά] Κεμάλ όπως συναινέση από τούδε εις την άμεσον μεταφοράν των εν Ελλάδι Τούρκων. […] Εις τας οικίας των εν Ελλάδι Μουσουλμάνων θα ειμπορέσουν να εγκατασταθούν προσωρινώς τουλάχιστον με πολλύν βέβαια συνωστισμόν πλέον του ημίσεως εκατομμυρίου Χριστιανών προσφύγων»· βλ. ΑΕΒ, 173/φάκ. 268, Βενιζελος προς Νάνσεν, [Λονδίνο], 17 Οκτωβρίου 1922. Πρβλ. ΔΙΑΥΕ, 1922, 88.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 3435, Λονδίνο, 17 Οκτωβρίου 1922· ΔΙΑΥΕ, 1923, 2.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 375, Λωζάννη, 25 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1922·  ΔΙΑΥΕ, 1923, 2.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, άν. αρ., Λωζάννη, 9/22 Ιανουαρίου 1923. Βλ. επίσης Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, 1919-1940, τ. 3 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1994), σ. 242, Βενιζέλος προς Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο, αρ. 344/6204, Λωζάννη, 24 Νοεμβρίου/7 Δεκεμβρίου 1922, όπου ο Βενιζέλος σημείωνε χαρακτηριστικά: «Διαπραγματευόμενον μέτρον [ανταλλαγής πληθυσμών] αποσκοπεί την δι’ απομακρύνσεως Οθωμανών από λοιπά μέρη Ελλάδος εξεύρεσιν εστιών διά Έλληνας Μικράς Ασίας και Θράκης άλλως τε εξωσθέντας ή μεταναστεύσαντας ήδη». Ως προς το ίδιο θέμα βλ. ακόμα ΑΕΒ, 173/φάκ. 269, Βενιζέλος προς Κυριακίδη (επιστολή), Λωζάννη, 26 Ιανουαρίου 1923. Πρβλ. Στεφάνου, Ελευθερίου Βενιζέλου, σ. 286. Τις διαπιστώσεις αυτές επιβεβαίωνε λίγα χρόνια αργότερα και πάλι ο Κρητικός πολιτικός, ο οποίος δήλωνε στις 12 Οκτωβρίου 1930: «Συνήψαμεν την συνθήκην της Λωζάννης και μη δυνάμενοι να κάμωμεν άλλως εδέχθημεν και την επιβληθείσαν έξωσιν του ελληνικού στοιχείου, ζητήσαντες μόνον ως αντάλλαγμα ν’ απομακρυνθή και το τουρκικόν στοιχείον από την Ελλάδα, όχι διότι είχομεν παράπονα κατ’ αυτού, αλλά διά να διευκολυνθή η αποκατάστασις των μυριάδων του προσφυγικού κόσμου, ο οποίος ήλθεν εις την Ελλάδα»· βλ. Ελεύθερον Βήμα, 13 Οκτωβρίου 1930. Η σημασία που απέδιδε ο Βενιζέλος στο ζήτημα της όσο το δυνατόν ταχύτερης απομάκρυνσης των μουσουλμάνων από την Ελλάδα ως μέσο για την επιτάχυνση της προσφυγικής αποκατάστασης, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν απέκλειε την ανάληψη μονομερούς –σε περίπτωση αποτυχίας κατάληξης σε συμφωνία με την Άγκυρα– δράσης εκ μέρους της Αθήνας προκειμένου να την εφαρμόσει στην πράξη, όπως αποκάλυπτε στον ίδιο τον Νάνσεν: «Ίσως εν αποτυχία των λοιπών ανωτέρας τάξεως επιχειρημάτων σας, θα ηδύνασθε να υποδείξετε εις Μ[ουσταφά] Κεμάλ ότι αν δεν συναινέση εις την μετανάστευσιν ταύτην των εν Ελλάδι Τούρκων, η Ελληνική Κυβέρνησις υπό την πίεσιν της αδηρίτου ανάγκης θα αναγκασθή πιθανώς να επιβάλη εις τους επί του εδάφους [της] Τούρκους την μετανάστευσιν ταύτην»· βλ. ΑΕΒ, 173/φάκ. 268, Βενιζελος προς Νάνσεν, [Λονδίνο], 17 Οκτωβρίου 1922. Πρβλ. ΔΙΑΥΕ, 1922, 88.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 3435, Λονδίνο, 17 Οκτωβρίου 1922.

[20] Άρθρο 11. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 7 Ιουλίου 1927, μετά από κοινή μεταξύ τους συμφωνία, η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισαν τη μείωση των αντιπροσώπων τους στη Μικτή Επιτροπή από τέσσερα σε δύο άτομα για κάθε χώρα. Έτσι, από εκείνη την ημέρα  η Μικτή Επιτροπή περιλάμβανε συνολικά επτά (δύο Έλληνες, δύο Τούρκους και τρεις ουδέτερους) και όχι ένδεκα μέλη όπως προέβλεπε η Σύμβαση της Λωζάννης· βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 356.

[21] Άρθρο 12.

[22] Άρθρο 13.

[23] Την προσδοκία αυτή περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο λίγα χρόνια αργότερα ο έγκριτος αντιβενιζελικός δημοσιογράφος και εκδότης της Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος: «Προχείρως όμως ηδύνατο και από τον πλέον αναρμόδιον άνθρωπον να γίνη μία εκτίμησις των εγκαταλειφθεισών περιουσιών: Όταν από ένα τόπον φεύγουν εν και ήμισυ εκατομμύριον άνθρωποι και καταλείπουν εκεί τας περιουσίας των και από ένα άλλον τόπον φεύγουν τριακόσιαι χιλιάδες άνθρωποι και κάμνουν το ίδιον, ποίων αι περιουσίαι θα είνε εν συνόλω ανώτεραι; των τριακοσίων χιλιάδων ή του ενός και ημίσεος εκατομμυρίου; Φυσικά, των δευτέρων. Ετέθη λοιπόν ως τι αναντίρρητον και ακλόνητον ότι αι ελληνικαί περιουσίαι ήσαν –και ήσαν– ασυγκρίτως μεγαλείτεραι από τας Τουρκικάς και ότι όταν ποτέ γίνη η διπλή εκκαθάρισις θα λάβωμεν ημείς, διά να δώσωμεν εις τους πρόσφυγας, το υπόλοιπον από την Τουρκίαν»· βλ. Η Καθημερινή, 15 Ιουνίου 1930. Ανάλογη εκτίμηση διατυπώνεται σε έγγραφο που σώζεται στο ΑΙΠ, 228/φάκ. 14: «Οπωσδήποτε και αν εκτιμηθούν αι ανταλλάξιμοι κινηταί και ακίνηται περιουσίαι η υπέρ ημών διαφορά θα είναι μεγίστη. Τούτο καταφαίνεται πρώτον εκ του πενταπλασίου και πλέον αριθμού του πληθυσμού των ανταλλαξίμων Ελλήνων απέναντι των ανταλλαξίμων Τούρκων, δεύτερον εκ της μεγαλειτέρας οικονομικής ανθηρότητος των Ελλήνων, τρίτον εκ της μεγάλης αξίας και των εγκαταλειφθεισών συνάμα κινητών ελληνικών περιουσιών, οίας οι τούρκοι δεν εγκατέλειψαν εν Ελλάδι, και τέταρτον εκ της ελλείψεως γαιών και οικημάτων προς εγκατάστασιν των ελλήνων προσφύγων και της δαπάνης δεκάδων εκατομμυρίων λιρών στερλινών υπό του Ελλ. Κράτους προς εγκατάστασιν τούτων, ενώ η Τουρκική Κυβέρνησις ου μόνον ουδεμίαν δαπάνην υπέστη διά την εγκατάστασιν των Τούρκων προσφύγων ένεκα της αφθονίας των εγκαταλειφθεισών εν Τουρκία ελληνικών κτημάτων αλλά και πολλά τούτων κατεδαφίζουν, άλλα πωλεί και ενθυλακώνει το αντίτιμον και άλλα εσφετερίσθησαν οι κατά τόπους και χωρία Τούρκοι προύχοντες, τας δε κινητάς ελληνικάς περιουσίας πάσας: εμπορεύματα, έπιπλα, πολύτιμα αντικείμενα κλπ. αξίας πολλαπλασίας της των ελληνικών κτημάτων εσφετερίσθη προς όφελός της»· βλ. ΑΙΠ, 228/φάκ. 14, Νεόφυτος, «Ο απολογισμός των εργασιών της Μικτής Ελληνοτουρκικής Επιτροπής και η εκ τούτου ενδεικνυομένη πορεία» Αθήνα, 16 Αυγούστου 1927. Στο ίδιο έγγραφο, πάντως, σημειωνόταν ότι προκειμένου η διαφορά των εκατέρωθεν περιουσιών να είναι πράγματι σημαντικά μεγαλύτερη υπέρ της Ελλάδας θα έπρεπε να υπολογιστεί οπωσδήποτε η αξία των κινητών που ανήκαν σε Έλληνες ανταλλάξιμους.

[24] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη, σ. 75.

[25] ΔΙΑΥΕ, 1929, Β/68, Τσαμαδός, «Εγκύκλιος προς απάσας τας Πρεσβείας», αρ. 13076, Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 1929· ΔΙΑΥΕ, 1929-1930, Β/68/Ι, Τσαμαδός προς Μιχαλακόπουλο, [Αθήνα], 20 Νοεμβρίου 1929. Για το γεγονός ότι η Μικτή Επιτροπή αποδέχθηκε την επέκταση της εφαρμογής της Ένατης Δήλωσης σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και όχι μόνο στα εδάφη που συμπεριλαμβάνονταν στο ελληνικό κράτος πριν τον Οκτώβριο του 1912 βλ. ΑΙΠ, 228/φάκ. 14, Πολίτης προς Ρέντη, αρ. 7072, [Κωνσταντινούπολη], 24 Σεπτεμβρίου 1925. Πρβλ. ΔΙΑΥΕ, 1926, 60.1, Πολίτης προς Ρούφο (έκθεση), Αθήνα, 19 Μαρτίου 1926. Αντίγραφο του ίδιου εγγράφου υπάρχει στο ΑΙΠ, 228/φάκ. 14.

[26] Foreign Office (Public Record Office), 371/14391, C 5972/5972/19, Ράμσαιη προς Χέντερσον, «Annual Report, 1929», αρ. 77, Αθήνα, 16 Ιουλίου 1930.

[27] Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν με βάση το άρθρο 14 της μεταγενέστερης Συνθήκης Ειρήνης και οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, στους οποίους, μάλιστα, παραχωρήθηκε ειδικό καθεστώς ευρείας τοπικής αυτονομίας, το οποίο, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόσθηκε στην πράξη από τουρκικής πλευράς. Για το ιστορικό των κατοπινών εξελίξεων στα δύο νησιά βλ. Alexis Alexandris, «Imbros and Tenedos: A study of Turkish attitudes toward two ethnic Greek island communities since 1923», Journal of the Hellenic Diaspora, 7 (1980), σ. 5-21.

[28] Οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 16 της Σύμβασης της Ανταλλαγής είχαν ως εξής: «Ουδέν εμπόδιον θέλει παρεμβληθή διά την παρά των κατοίκων, των δυνάμει του άρθρου 2 εξαιρουμένων της ανταλλαγής περιοχών, ελευθέραν άσκησιν του δικαιώματος αυτών όπως παραμείνωσιν εκεί ή επιστρέψωσιν και απολαμβάνωσιν ακωλύτως της ελευθερίας των και των δικαιωμάτων αυτών ιδιοκτησίας εν Τουρκία και εν Ελλάδι».

[29] Alexis Alexandris, The Greek minority of Istanbul and Greek-Turkish relations, 1918-1974 (Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 21992), σ. 86. Παράλληλα, απορρίφθηκε και η τουρκική απαίτηση διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη· βλ. Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2001), σ. 306, και Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923 (Αθήνα: Gutenberg, 1997), σ. 211-212. Αξίζει να σημειωθεί ότι απαντώντας στο τουρκικό αίτημα, ο Βενιζέλος τόνισε μεταξύ άλλων ότι η εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού της εν λόγω περιοχής είχε μεταβληθεί σημαντικά μετά την εισροή χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να υπερτερούν αριθμητικά στη Δυτική Θράκη· βλ. Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη, σ. 212 (υποσημ. 8). Πρβλ. Στεφάνου, Ελευθερίου Βενιζέλου, σ. 259.

[30] Αλέξης Αλεξανδρής, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, 1925-1955», στο: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, 1923-1987 (Αθήνα: Γνώση, 1988) σ. 38-39.

[31] Για τις διαπραγματεύσεις της Λωζάννης σχετικά με το ζήτημα του Πατριαρχείου βλ. αναλυτικότερα Alexandris, The Greek minority, σ. 87-95· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού Ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σσ. 125-130. Ειδικότερα για τις τουρκικές θέσεις και τη μεταστροφή τους λόγω των διεθνών πιέσεων που ασκήθηκαν στην Άγκυρα βλ. Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, σ. 263-264, Κακλαμάνος προς Αλεξανδρή, αρ. 471/14167, Λωζάννη, 2/15 Δεκεμβρίου 1922· σ. 268-269, Κακλαμάνος προς Αλεξανδρή, αρ. 496/14211, Λωζάννη, 4/17 Δεκεμβρίου 1922· σ. 352-353, Κακλαμάνος προς Αλεξανδρή, αρ. 790/15153, Λωζάννη, 28 Δεκεμβρίου 1922/10 Ιανουαρίου 1923. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη, ο Βενιζέλος, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Τουρκίας για την παραμονή του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, δεσμεύτηκε προφορικά ενώπιον του Ισμέτ ότι η ελληνική κυβέρνηση θα φρόντιζε να απομακρυνθεί από τον Οικουμενικό Θρόνο ο εν ενεργεία από το Δεκέμβριο του 1921 Πατριάρχης Μελέτιος Δ΄ (κατά κόσμο Μεταξάκης), τον οποίο η Άγκυρα θεωρούσε ανεπιθύμητο εξαιτίας της δράσης του κατά τη διάρκεια της διασυμμαχικής κατοχής της Κωνσταντινούπολης. Παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, ο Μελέτιος αναγκάστηκε τελικά τον Ιούλιο του 1923 να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανακοίνωσε επίσημα την παραίτησή του, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη διαδοχή του, η οποία θα πραγματοποιηθεί δύο μήνες αργότερα με την εκλογή ως νέου Πατριάρχη του Γρηγόριου Ζ΄ (κατά κόσμο Ζερβουδάκη).

[32] Για τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης βλ. εν συντομία Th. Agnides, The Ecumenical Patriarchate of Constantinople in the light of the Treaty of Lausanne (Νέα Υόρκη: χ.ε., 1964).

[33] Βάσει αυτών των διατάξεων, η τουρκική κυβέρνηση αναλάμβανε την υποχρέωση να παρέχει σε όλους τους κατοίκους της χώρας πλήρη και απόλυτη προστασία της ζωής και της ελευθερίας τους «[…] αδιακρίτως γεννήσεως, εθνικότητος, γλώσσης, φυλής ή θρησκείας» (άρθρο 38). Ταυτόχρονα, διασφαλιζόταν η ανεξιθρησκία (άρθρο 38), η ισότητα των πολιτών –ανεξαρτήτως θρησκεύματος– έναντι του νόμου (άρθρο 39), η ακώλυτη χρησιμοποίηση των μειονοτικών γλωσσών (άρθρο 39), καθώς και το δικαίωμα των μειονοτήτων να συντηρούν σχολεία και κάθε είδος φιλανθρωπικό, θρησκευτικό ή κοινωφελές ίδρυμα (άρθρο 40). Επιπλέον, η τουρκική κυβέρνηση δεσμευόταν να διευκολύνει τη διδασκαλία των μειονοτικών γλωσσών (άρθρο 41), να λάβει τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε τα ζητήματα που αφορούσαν στην οικογενειακή ή προσωπική κατάσταση των ατόμων που ανήκαν σε μειονότητες να διευθετούνται σύμφωνα με τα έθιμα αυτών των μειονοτήτων (άρθρο 42), να παρέχει προστασία στα μειονοτικά θρησκευτικά ιδρύματα και να μην παρεμποδίζει την ίδρυση ανάλογων ιδρυμάτων –συμπεριλαμβανομένων και των φιλανθρωπικών– (άρθρο 42), ενώ τέλος τα μέλη των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων απαλλάσσονταν από την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης που αποτελούσε παράβαση της πίστης ή των θρησκευτικών τους εθίμων (άρθρο 43). Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι με ρητή διάταξη του άρθρου 45, όλα τα δικαιώματα  που αναγνωρίζονταν στις μη μουσουλμανικές μειονότητες που διαβιούσαν στην Τουρκία, αναγνωρίζονταν επίσης και από την Ελλάδα στις μουσουλμανικές μειονότητες που περιλαμβάνονταν στην ελληνική επικράτεια.

[34] Γενικότερα για το ζήτημα της προστασίας των μειονοτήτων στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών βλ. La S.D.N. et la protection des minorités de race, de langue et de religion (Γενεύη: Éditions de la S.D.N., 1927), και P. de y Florez Αzcarate, League of Nations and National Minorities (Ουάσιγκτον: Carnegie Endowment for International Peace, 1945). Bλ. ακόμα Jacques Fouques-Duparc, La protection des minorités de race, de langue et de religion (Παρίσι: Librairie Dalloz, 1922), και Athanase Moskov, La garantie internationale en droit des minorités (Παρίσι: χ.ε., 1936).

[35] Σύμφωνα με τα στοιχεία της Μικτής Επιτροπής, ο αριθμός των Ελλήνων που μετακινήθηκαν μετά την υπογραφή και την εφαρμογή της Σύμβασης της Ανταλλαγής ανήλθε σε 189.916 και αναλυόταν ως εξής:

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Μερσίνας (1924-1925)

 

50.124

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Σαμψούντας (1924)

 

38.164

 

Από τη Σμύρνη χωρίς την παρέμβαση της Μικτής Επιτροπής

 

2.500

 

Από τις Σαράντα Εκκλησιές

 

1.117

 

Σύνολο

 

189.916

 

Βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 438.

[36] Σύμφωνα με τα στοιχεία της γενικής απογραφής πληθυσμού που διενεργήθηκε τον Μάιο του 1928, ο αριθμός των προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ανερχόταν σε 1.017.794. Υπήρχαν ακόμα 86.422 πρόσφυγες που είχαν φτάσει στην Ελλάδα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των προσφύγων ήταν 1.104.216:

Τόπος προέλευσης

 

Πριν από τη

Μικρασιατική Καταστροφή

 

Μετά τη

Μικρασιατική Καταστροφή

Σύνολο

 

Μικρά Ασία

 

37.728

589.226

626.954

 

Πόντος

 

17.528

164.641

182.169

 

Ανατολική Θράκη

 

27.057

229.578

256.635

Κωνσταντινούπολη

 

4.109

34.349

38.458

 

Σύνολο

 

86.422

1.017.794

1.104.216

 

Βλ. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928. Ι. Πραγματικός και νόμιμος πληθυσμός – Πρόσφυγες (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1935), σ. μστ΄.

[37] Σύμφωνα με τα στοιχεία της Μικτής Επιτροπής, ο αριθμός των μουσουλμάνων που μετακινήθηκαν μετά την υπογραφή και την εφαρμογή της Σύμβασης της Ανταλλαγής ανήλθε σε 355.635 και αναλυόταν ως εξής:

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Θεσσαλονίκης (1923-1924) 109.577

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής του Ρεθύμνου (1923-1924) 13.797

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής των Χανίων (1923-1924) 8.142

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Δράμας (1923-1924) 76.047

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Καβάλας (1923-1924) 45.527

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Κοζάνης (1923-1924) 26.623

 

Από την Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα (1924) 34.653

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Ηγουμενίτσας (1925) 2.989

 

Από τη Λέσβο χωρίς την παρέμβαση της Μικτής Επιτροπής 7.500

 

Σύνολο 355.635

Βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 438-439.

[38] Antonis Klapsis, «Violent Uprooting and Forced Migration: A Demographic Analysis of the Greek Populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50.4 (2014), σ. 622-639.

[39] Αντώνης Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο της 10ης Ιουνίου 1930: ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Σύμβασης της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών (Χανιά/Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Μελετών και Ερευνών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» – Ι. Σιδέρης, 2010).

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Frédéric Guelton Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου Μέρος B΄: Επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου” (17 Ιανουαρίου – 28 Φεβρουαρίου 1991)

Frédéric Guelton

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου

Μέρος B΄: Επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου”

(17 Ιανουαρίου – 28 Φεβρουαρίου 1991)

 

Ο συσχετισμός των δυνάμεων στις 15 Ιανουαρίου

Με την εκπνοή της προθεσμίας του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (15 Ιανουαρίου 1991) και ενώ τα στρατεύματα του συμμαχικού συνασπισμού βρίσκονταν επί ποδός πολέμου, ο συσχετισμός των δυνάμεων στο επιχειρησιακό θέατρο ήταν εμφανώς ευνοϊκός γι’ αυτά. Έμελλε να βελτιωθεί παραπάνω στη διάρκεια της φάσης των αεροπορικών επιδρομών, καθότι στόχος των τελευταίων ήταν η μείωση κατά 50% της μαχητικής ετοιμότητας των ιρακινών δυνάμεων κατοχής του Κουβέιτ. Η μέση αναλογία υπέρ του συνασπισμού ήταν της τάξεως του 1,6 προς 1. Κατά περίπτωση, ωστόσο, παρουσίαζε διακυμάνσεις (2,7 προς 1 προς όφελος του αμερικανικού 7ου Σώματος Στρατού, επιφορτισμένου με την αποστολή της εξουδετέρωσης της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς, 1,3 προς 1 σε βάρος των μονάδων του κεντρικού τομέα, οι οποίες και θα αναλάμβαναν την επίθεση προς βορρά). Οι παραπάνω αναλογίες είναι σχετικές στο ποσοστό που δεν αντικατοπτρίζουν τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των εμπολέμων.

Την παραμονή της έναρξης των εχθροπραξιών, ο ιρακινός στρατός παρέμενε υπολογίσιμος. Οι αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών (Defense Intelligence Agency – DIA) εκτιμούσαν ότι οι δυνάμεις κατοχής του Κουβέιτ ανέρχονταν σε 540.000 άνδρες, 4.200 άρματα μάχης, 2.800 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και 3.100 πυροβόλα.[1] Διέθεταν, τόσο επιτόπου όσο και στο νότιο Ιράκ, αποθέματα για έναν μήνα σφοδρών συγκρούσεων. Οι συστοιχίες των πυραύλων Scud αποτελούσαν μόνιμη απειλή καθότι ήταν μετακινούμενες και δύσκολα εντοπιζόμενες, το δε βεληνεκές τους ήταν σε θέση να πλήξει στόχους εντός του εδάφους της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η ιρακινή αεροπορία απαρτιζόταν, σε μεγάλο ποσοστό, από παλαιά αεροσκάφη και άπειρους χειριστές. Το ηθικό ήταν χαμηλό εξαιτίας του φαινομένου μιας μαζικής λιποταξίας, το μέγεθος της οποίας ήταν αδύνατο να εκτιμηθεί. Η εικασία, βάσει της οποίας οι ιρακινές αρχές είχαν συγκροτήσει ειδικές μονάδες, επιφορτισμένες με τον εντοπισμό και την εκτέλεση των λιποτακτών επιβεβαιώθηκε έπειτα από το πέρας των εχθροπραξιών.[2]

Τοιχογραφία σε κωμόπολη του βορείου Ιρακ με θέμα τους πυραύλους Scud του Saddam Hussein.

Οι χερσαίες δυνάμεις του συμμαχικού συνασπισμού, οι οποίες προορίζονταν για την επίθεση, αριθμούσαν εννέα αμερικανικές Μεραρχίες, έξι αραβο-μουσουλμανικές,[3] μια βρετανική τεθωρακισμένη Μεραρχία και άλλη μια γαλλική. Το αεροπορικό δυναμικό ξεπερνούσε τα 2.500 αεροσκάφη, κυρίως αμερικανικά. Στα νερά του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας ναυλοχούσε ένας πανίσχυρος στόλος, αποτελούμενος, μεταξύ άλλων, από 6 αεροπλανοφόρα, δυο θωρηκτά, ικανό αριθμό υποβρυχίων εξοπλισμένων με πυραύλους Cruise και ένα σώμα 17.000 πεζοναυτών έτοιμο να αποβιβαστεί ανά πάσα στιγμή στις ακτές του Κουβέιτ. Συνολικά, άνω των 540.000 ανδρών από 31 διαφορετικές χώρες συμμετείχαν, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, στην επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου”. Οι στρατιωτικές δυνάμεις 17 εξ αυτών ετοιμάζονταν να απελευθερώσουν το εμιράτο.

 

Η εναέρια επίθεση “Instant Thunder

Αποστολή της εναέριας επιχείρησης “Στιγμιαίος Κεραυνός” (Instant Thunder) ήταν η καταφορά, ευθύς εξ αρχής, καίριων πληγμάτων εις βάρος των υποδομών του αντιπάλου. Η επιχείρηση ξεκίνησε τα απόγευμα της 16ης Ιανουαρίου και ενώ η υφήλιος ολόκληρη ανέμενε θεαματικές εξελίξεις αμέσως μετά την εκπνοή του τελεσιγράφου του ΟΗΕ. Περί τα 160 αεροσκάφη αναγνώρισης, ανεφοδιασμού και καθοδήγησης έθεσαν υπό παρακολούθηση τον εναέριο χώρο της ευρύτερης περιοχής. Μια δύναμη 12 ελικοπτέρων κατέστρεψε εντός του ιρακινού εδάφους τα σημαντικότερα κέντρα ραδιοεντοπισμού (ραντάρ) της χώρας, καθιστώντας αδύνατη την ανίχνευση και παρακολούθηση στόχων ευρισκομένων σε μεγάλη απόσταση. Κατόπιν τούτου, επλήγησαν στρατηγικοί στόχοι στο κέντρο της Βαγδάτης από αμερικανικά βομβαρδιστικά τύπου Β-52, τα οποία είχαν απογειωθεί από τη βάση Barksdale της Λουιζιάνας, από “αόρατα” βομβαρδιστικά F-117 τεχνολογίας Stealth και από πυραύλους Tomahawk, που εκτοξεύτηκαν από τα πλοία του στόλου. Ο συνδυασμός των παραπάνω έθεσε εκτός λειτουργίας το σύνολο της ιρακινής αεράμυνας. Την επόμενη νύκτα, περί τα 700 αεροσκάφη επιδόθηκαν στη συστηματική καταστροφή 250 προεπιλεγμένων στόχων, 50 περίπου εκ των οποίων βρίσκονταν στο κέντρο και πέριξ της Βαγδάτης. Με τη συμπλήρωση του πρώτου 24ώρου, το καθεστώς του Saddam Hussein αιφνιδιασμένο και αποκομμένο από τον έξω κόσμο, εξέπεμπε  σημεία παράλυσης.

Στις 17 Ιανουαρίου επλήγησαν με τη σειρά τους τα στρατεύματα κατοχής του Κουβέιτ από μια δύναμη 200 αεροσκαφών. Το ίδιο βράδυ, διαπιστώθηκε πως μέχρι στιγμής μοναδική απώλεια ήταν ένα αγνοούμενο αεροσκάφος της αεροπορίας ναυτικού, τη στιγμή που οι πλέον αισιόδοξοι υπολογισμοί λίγο πριν από την εκδήλωση της επιχείρησης έκαναν λόγο για απώλειες της τάξεως του 10%!

Αεροσκάφη της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας υπερίπτανται των φλεγομένων πετρελαιοπηγών του Κουβέιτ.

Κατά τη δεύτερη εβδομάδα των εναερίων επιχειρήσεων, μεταξύ 24 και 30 Ιανουαρίου, η κυριαρχία στους αιθέρες ήταν πλήρης με απώλεια τριών, μόλις, αεροσκαφών. Μπορούσαν πλέον να πληγούν όλοι περίπου οι στόχοι δίχως  την απειλή της ιρακινής αεροπορίας, τα 120 αεροσκάφη της οποίας είχαν καταφύγει στο γειτονικό Ιράν! Η απομόνωση από αέρος του πεδίου των εχθροπραξιών ολοκληρώθηκε με την καταστροφή των γεφυρών των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, καθώς και με εκείνη των κυριότερων υποδομών εφοδιασμού και μεταφορών. Από τις 4 Φεβρουαρίου και κατόπιν, ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων κατοχής του Κουβέιτ ήταν πρακτικά αδύνατος.[4]

Εν συνεχεία, η δραστηριότητα της συμμαχικής αεροπορίας επικεντρώθηκε ενάντια στα ιρακινά τεθωρακισμένα, θαμμένα συχνά κάτω από την επιφάνεια της ερήμου και με προσανατολισμό πάντοτε προς τον Νότο. Η τακτική αυτή, απόρροια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αποδείχθηκε μοιραία για τους αμυνόμενους από τη στιγμή που, έπειτα από μια ηλιόλουστη ημέρα, η θερμοκρασία της ερήμου έπεφτε ταχύτερα από εκείνη της θωράκισης των αρμάτων μάχης, με αποτέλεσμα τα τελευταία να εντοπίζονται εύκολα από τηλεκατευθυνόμενους με υπέρυθρη καθοδήγηση πυραύλους. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται η χρήση μεγάλου αριθμού (5.000) πυραύλων Maverick, οι οποίοι κατέστρεψαν το 90% περίπου των ιρακινών τεθωρακισμένων.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΙΡΑΚΙΝΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΚΟΥΒΕΙΤ

(Εκτιμήσεις του United States Central Command-CENTOM κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων)

Μεταξύ της 17ης Ιανουαρίου και της 20ής Φεβρουαρίου, ήταν εμφανές ότι οι αρχικοί στόχοι είχαν ξεπεραστεί κατά πολύ. Ο Saddam Hussein δεν διοικούσε πλέον τη χώρα του, έχοντας ταυτόχρονα απωλέσει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων. Το ηθικό των τελευταίων είχε καταρρακωθεί έπειτα από την εξουδετέρωση κατά το ήμισυ των ιρακινών δυνάμεων κατοχής του Κουβέιτ. Μετά το πέρας του πολέμου, ένας ανώτατος αξιωματικός εκμυστηρεύτηκε πως εκείνο που φοβόταν περισσότερο ήταν “οι αρνητικές συνέπειες των αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος του ηθικού των ανδρών του”.[5]

First Strike Gulf War Air Campaign 1991

 

Η χερσαία επίθεση

Το κλειδί της επιτυχίας για τα κράτη του συνασπισμού ήταν η μετάθεση του κέντρου βάρους της επίθεσης στο αριστερό (δυτικό) άκρο της διάταξης των δυνάμεών τους. Το όλο σκεπτικό δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Στόχος ήταν η παραπλάνηση του αντιπάλου με ενέργειες αντιπερισπασμού και η καταφορά καίριων πληγμάτων αξιοποιώντας στο έπακρο το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η μαζική αεροπορική επίθεση της 17ης Ιανουαρίου και των εβδομάδων που ακολούθησαν αποπροσανατόλισαν τους Ιρακινούς και απέσπασαν την προσοχή τους από τις κινήσεις των χερσαίων δυνάμεων. Όταν η επιχείρηση  Instant Thunder τερματίστηκε στις 24 Φεβρουαρίου, δυο Σώματα Στρατού (περί τους 270.000 άνδρες) είχαν μετακινηθεί δίχως να έχουν σχεδόν γίνει αντιληπτά σε μια ακτίνα 250 έως 420 χιλιομέτρων.

Στις 25 Φεβρουαρίου, οι χερσαίες δυνάμεις είχαν αναπτυχθεί με κατεύθυνση από Δυσμάς προς Ανατολάς ως εξής, συγκροτώντας πέντε μεγάλες ομάδες: ένα αμερικανικό Σώμα Στρατού και μια γαλλική Μεραρχία, ένα δεύτερο αμερικανικό Σώμα Στρατού και μια βρετανική Τεθωρακισμένη Μεραρχία, ένα πρώτο μέρος των αραβομουσουλμανικών στρατευμάτων, ένα εκστρατευτικό Σώμα Αμερικανών Πεζοναυτών, τέλος, το υπόλοιπο των αραβομουσουλμανικών στρατευμάτων.

Η διάταξη των αντιπάλων.

Στο απέναντι στρατόπεδο, οι Ιρακινοί, μη γνωρίζοντας την ακριβή θέση των αντιπάλων, είχαν οργανώσει μια a priori αμυντική διάταξη  ανάλογη με εκείνη που τους είχε εξασφαλίσει επιτυχίες στη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Ωστόσο, η διάταξη αυτή παρουσίαζε δυο μειονεκτήματα μείζονος σημασίας. Το πρώτο από αυτά ήταν η πρόσληψη του αντιπάλου. Τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν ελάχιστα κοινά γνωρίσματα με τον ιρανικό στρατό. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία δεν είχε να κάνει με την ανδρεία των μαχητών, όσο με τη μέθοδο, η οποία ήταν εκ διαμέτρου διαφορετική. Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ και ο στατικός τρόπος με τον οποίο είχε διεξαχθεί, παρέπεμπε σε τακτικές τύπου Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, στην περίπτωση του Πολέμου του Περσικού, τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν να επιδείξουν όλα τα διακριτικά γνωρίσματα της μετα-βιομηχανικής εποχής. Στηρίζονταν στην απόλυτη κυριαρχία του ραδιοηλεκτρικού χώρου, στην ταχύτητα των μετακινήσεων, στην ισχύ και ακρίβεια της δύναμης πυρός, στη νυχθημερόν ακατάπαυστη διενέργεια των επιχειρήσεων, τέλος, στη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας.

Το δεύτερο μεγάλο μειονέκτημα του σχεδίου των Ιρακινών συνίστατο στην εσφαλμένη αντίληψη που είχαν σχετικά με το πεδίο των εχθροπραξιών. Προετοιμάζονταν συστηματικά για την απόκρουση μιας κατά μέτωπο επίθεσης προερχόμενης από το Νότο. Αυτό, άλλωστε, πρόδιδε και η διάταξη του αμυντικού τους συστήματος, προσανατολισμένη εξ ολοκλήρου προς την παραπάνω κατεύθυνση, σε μια στιγμή που ο αντίπαλος είχε επιλέξει την πλευροκόπηση από Δυσμάς.

Εντός του εδάφους του Κουβέιτ, τα ιρακινά στρατεύματα είχαν συμπτυχθεί πίσω από δυο αμυντικές γραμμές. Η πρώτη, σε μικρή απόσταση από τη μεθόριο του εμιράτου με τη Σαουδική Αραβία, απαρτιζόταν από ναρκοπέδια, αντιαρματικά εμπόδια και από χαρακώματα γεμάτα πετρέλαιο, το οποίο, φλεγόμενο, θα καθοδηγούσε τη συμμαχική προέλαση σύμφωνα με τις επιδιώξεις των Ιρακινών.[6] Το όλο παραπάνω σύστημα παθητικής άμυνας διέθετε την υποστήριξη ισχυρού πυροβολικού. Η δεύτερη γραμμή άμυνας, καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα εντός της ενδοχώρας, είχε εντελώς διαφορετική υφή. Πέρα από ανάλογες υποδομές παθητικής άμυνας, αποτελούσε μια πραγματική γραμμή ανάσχεσης μιας εχθρικής προέλασης. Υποστηριζόταν από ένα σύστημα Μεραρχιών που αλληλοκαλύπτονταν, ικανό να κομματιάσει οποιαδήποτε επίθεση. Συγκεντρωμένες στα μετόπισθεν, οι τεθωρακισμένες μονάδες αντεπίθεσης, ανήκουσες στην πλειοψηφία τους στην Προεδρική Φρουρά, θα εξουδετέρωναν επιτόπου οποιαδήποτε μονάδα του αντιπάλου κατόρθωνε να διασπάσει τις δυο αμυντικές γραμμές.[7]

Η χερσαία επίθεση εκδηλώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου, κάτω από δυσμενείς μετεωρολογικές συνθήκες για τους επιτιθέμενους. Συχνή βροχόπτωση, συνοδευόμενη από ισχυρές αμμοθύελλες κάλυπταν το σύνολο του μελλοντικού πεδίου επιχειρήσεων. Βορειότερα, μαύρος και παχύς καπνός αναδυόταν από τις φλεγόμενες, κατόπιν εντολής του Saddam Hussein, 508 πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ, παρακωλύοντας τις πτήσεις σε χαμηλό ύψος των αεροσκαφών.[8] Στις 4.00 τα ξημερώματα, οι προφυλακές του αριστερού άκρου των δυνάμεων του συνασπισμού εισήλθαν εντός του εδάφους του Κουβέιτ. Δυο ώρες αργότερα, ο πρόεδρος Bush ανακοίνωσε δημόσια την έναρξη της επιχείρησης απελευθέρωσης του εμιράτου. Στις 7.00, ήταν η σειρά της 101ης αμερικανικής αερομεταφερόμενης Μεραρχίας να εμπλακεί, σηματοδοτώντας την μεγαλύτερη επιχείρηση μεταφοράς με ελικόπτερα της Ιστορίας. Χάρη στον εντυπωσιακό αριθμό άνω των 300 εξόδων, μεταφέρθηκε σε βάθος 130 χιλιομέτρων εντός του ιρακινού πλέον εδάφους μια ολόκληρη Ταξιαρχία με το σύνολο της υποστήριξής της. Σκοπός ήταν η δημιουργία μιας προκεχωρημένης βάσης (ονόματι Cobra) από όπου θα ήταν εφικτή η καταφορά πληγμάτων εντός του συνόλου της κοιλάδας του Ευφράτη. Ταυτόχρονα, τα επιθετικά ελικόπτερα, χάρη στην ισχύ πυρός που διέθεταν, καθιστούσαν αδύνατη μια συντεταγμένη υποχώρηση των Ιρακινών.

Η γιγαντιαία επιχείρηση μετακίνησης της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας εντός της ιρακινής ενδοχώρας.

Έξι ώρες έπειτα από την εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης ο Schwarzkopf διαπίστωσε ότι τα μέχρι τότε αποτελέσματα είχαν ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Το κυρίαρχο ζήτημα στο συγκεκριμένο στάδιο των επιχειρήσεων ήταν η ακριβής ώρα της επίθεσης των 1.600 αρμάτων μάχης του 7ου Σώματος Στρατού. Μπορεί μεν η απελευθέρωση του Κουβέιτ να εθεωρείτο εφικτή, ωστόσο έπρεπε να εξουδετερωθεί η ιρακινή Προεδρική Φρουρά, ικανή να γλιστρήσει έξω από το δίκτυ, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να απλώνεται γύρω από αυτήν. Λίγο πριν από το μεσημέρι, στο συμμαχικό στρατηγείο έφτασαν πληροφορίες περί εκκένωσης της πρωτεύουσας του εμιράτου από την Προεδρική Φρουρά, γεγονός, το οποίο άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο μιας συντεταγμένης γενικής υποχώρησης πριν από την άφιξη των στρατευμάτων του συνασπισμού. Για τον λόγο αυτό, το τελευταίο αποφάσισε να ρίξει στη μάχη τα τεθωρακισμένα 15 ώρες νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το σχέδιο. Υπό συνθήκες σφοδρής  αμμοθύελλας, η αμερικανική 24η Μηχανοκίνητη Μεραρχία προήλασε με ταχείς ρυθμούς, με αποτέλεσμα μέχρι να μεσάνυκτα να έχει καταφέρει να εισέλθει εντός του ιρακινού εδάφους.[9] Η κύρια δύναμη των τεθωρακισμένων δυνάμεων (7ο ΣΣ) καθυστέρησε εξαιτίας των εμποδίων παθητικής άμυνας (ναρκοπέδια, συρματοπλέγματα κλπ.).

Το βράδι της 24ης Φεβρουαρίου είχε καταστεί πλέον σαφές πως ο ιρακινός στρατός, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης, ήταν ανίκανος να αντισταθεί στη συμπαγή και καλά οργανωμένη επίθεση των δυνάμεων του συνασπισμού. Την ίδια στιγμή, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βαγδάτης ανακοίνωσε πως ο Saddam Hussein είχε διατάξει την πλήρη εκκένωση του Κουβέιτ. Μέχρι στιγμής, οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν μόλις σε 8 νεκρούς και 27 τραυματίες. Στο αντίπαλο στρατόπεδο είναι αδύνατο να καταμετρήσει κανείς τις απώλειες αλλά και τον ακριβή αριθμό των αιχμαλώτων, ο οποίος ξεπερνούσε ήδη τις 15.000.

February 1991: Gulf War Military Action on Saudi Arabian Frontline, Saudi/Kuwait Border

 

Την επομένη (25 Φεβρουαρίου) η προέλαση συνεχίστηκε με ανάλογους ρυθμούς δίχως κάποια αξιόλογη αντίσταση, πέρα από εκείνη της 26ης Μεραρχίας Πεζικού, η οποία εξολοθρεύτηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Την ίδια στιγμή, στη Βαγδάτη, αναμεταδόθηκε διάγγελμα του Saddam Hussein, με το οποίο ανακοίνωνε επίσημα την απόσυρση των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ, διατηρώντας ωστόσο την νομιμότητα των ιστορικών, όπως εμφατικά δήλωσε, διεκδικήσεων της χώρας του επί της περιοχής. Με το πέρας του διαγγέλματος ξεκίνησε μια άτακτη φυγή των ιρακινών στρατευμάτων από το εμιράτο και την πρωτεύουσά του. Οχήματα πάσης φύσεως γεμάτα στρατιώτες και τα πλέον απίθανα αντικείμενα άρχισαν να κατευθύνονται προς τα σύνορα με το Ιράκ, προτού εξαϋλωθούν τελικά από τις αεροπορικές επιδρομές. Με γνώμονα την εξέλιξη των επιχειρήσεων, άμεση προτεραιότητα του Schwarzkopf ήταν πλέον η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του στρατιωτικού υλικού το ταχύτερο δυνατόν, προτού προλάβει να συνομολογηθεί οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.[10]

Οι επιχειρήσεις της 26ης Φεβρουαρίου σηματοδοτήθηκαν από σφοδρές μάχες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αντίσταση, την οποία προέβαλε η Μεραρχία Tawakalna της Προεδρικής Φρουράς.[11] Τις πρώτες απογευματινές ώρες, ένα αμερικανικό Σύνταγμα (2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένου Ιππικού –  2nd ACR) βρέθηκε αντιμέτωπο με τα τεθωρακισμένα της Μεραρχίας  Tawakalna. Η σύγκρουση διεξήχθη υπό σφοδρή αμμοθύελλα. Οι Αμερικανοί, χάρη στον εξοπλισμό νυκτερινής όρασης, τον οποίο αναγκάστηκαν να θέσουν σε λειτουργία, αν και υστερώντας σε αριθμό, κατάφεραν να καταστρέψουν τα εχθρικά άρματα το ένα μετά το άλλο, παραμένοντας οι ίδιοι εκτός βεληνεκούς του εχθρού. Πρόκειται για την επονομαζόμενη Μάχη του Τετραγώνου 73-ανατολικά (Battle of 73 Easting).[12] Η χρήση της τεχνολογίας ισοσκέλισε την αριθμητική κατωτερότητα, καθώς καταστράφηκαν περί τα 30 εχθρικά άρματα και αιχμαλωτίστηκαν 1.300 αντίπαλοι δίχως την παραμικρή ανθρώπινη απώλεια.

Battle Of 73 Easting: Brutal Tank Combat For The Gulf | Greatest Tank Battles | Timeline

 

Στους υπόλοιπους τομείς του μετώπου η προέλαση συνεχίστηκε δίχως αξιόλογη αντίσταση. Με τη δύση του ηλίου, ο συνολικός αριθμός των αιχμαλώτων είχε ξεπεράσει τους 30.000. Σύμφωνα με υπολογισμούς των Υπηρεσιών Πληροφοριών, 26 Μεραρχίες του ιρακινού στρατού είχαν τεθεί εκτός μάχης μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, ημερών.

Στις 27 Φεβρουαρίου, τα παναραβικά στρατεύματα, με την υποστήριξη αμερικανικών ειδικών μονάδων, απελευθέρωσαν την πόλη του Κουβέιτ μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής ευφορίας. Την ίδια ώρα, συνεχιζόταν η συστηματική εξολόθρευση της Προεδρικής Φρουράς.[13] Κατόπιν τούτων, οι εξελίξεις προσέλαβαν καταιγιστικούς ρυθμούς. Στη Βαγδάτη, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Tarek Aziz ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι το Ιράκ “αποδέχεται να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση 660 και οποιαδήποτε άλλη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας”. Ο πρόεδρος Bush, σε διάγγελμα προς το Έθνος δήλωσε πως “[…] με χαρά ήταν σε θέση να ανακοινώσει ότι τα μεσάνυκτα, 100 ώρες έπειτα από την έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων και 6 εβδομάδες έπειτα από την έναρξη της Καταιγίδας της Ερήμου, το σύνολο των αμερικανικών δυνάμεων και εκείνων των υπολοίπων κρατών του συνασπισμού θα αναστείλουν πάσης φύσεως επιθετικές επιχειρήσεις”.[14] Στις 28 Φεβρουαρίου στις 8.00 π.μ. τοπική ώρα, οι επιχειρήσεις ανεστάλησαν ενώ είχε εκδιωχθεί από το Κουβέιτ το σύνολο των ιρακινών στρατευμάτων.[15] Σε χρονικό διάστημα 100 ωρών, τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν καταστρέψει 3.900 άρματα μάχης, 1.400 τεθωρακισμένα οχήματα και 3.000 πυροβόλα.

Οι επιχειρήσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991.

Το ζήτημα των πυραύλων Scud

Οι ιρακινοί πύραυλοι Scud ήταν ένα όπλο ψυχολογικού πολέμου με μείζονα πολιτική και ελάχιστη στρατιωτική αξία. Η αποτελεσματικότητά τους ήταν, όπως αποδείχθηκε, αμελητέα (για μια απόσταση 600 χιλιομέτρων είχαν απόκλιση της τάξεως των 3 χιλιομέτρων). Αντίθετα, ο πολιτικός και ψυχολογικός αντίκτυπος ενός βομβαρδισμού πόλεων όπως το Ριάντ ή το Τελ Αβίβ με πυραύλους του είδους αυτού, οπλισμένων πιθανότατα με χημικές κεφαλές, ήταν ανυπολόγιστος, σε θέση να επιφέρει ακόμα και τη διάλυση αυτού καθαυτού του συνασπισμού. Οι Ιρακινοί είχαν απόλυτη επίγνωση του θέματος όταν, την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 1991, εκτόξευσαν επτά πυραύλους εναντίον του Ισραήλ. Ακολούθησε μεγάλη ανησυχία παρά το γεγονός ότι καταμετρήθηκαν μόνο 12 τραυματίες. Την επομένη, άλλοι τρεις πύραυλοι κτύπησαν το Ισραήλ. Είναι χαρακτηριστικό το γενικότερο πνεύμα, έτσι όπως αναδύεται από το Ημερολόγιο του Schwarzkopf: “Σάββατο πρωί, έφτασε στα χέρια μου ένα μήνυμα της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας [Joint Chiefs of Staff]. Οι Ισραηλινοί προτίθενται να εξαπολύσουν μια μαζική αντεπίθεση κατά του δυτικού Ιράκ: 100 αεροσκάφη αύριο το πρωί,  άλλα τόσα το απόγευμα, επιδρομές με ελικόπτερα Apache στη διάρκεια της νύκτας, επιδρομές κομμάντος, κάνοντας χρήση του εναερίου χώρου της Σαουδικής Αραβίας για όλα τα παραπάνω”. Η Σαουδική Αραβία ήταν αποφασισμένη να μην επιτρέψει κάτι τέτοιο, για λόγους που σχετίζονταν με την  παραδοσιακή αραβοϊσραηλινή διένεξη. Ευτυχώς για τον συνασπισμό, η κυβέρνηση του Itzhak Shamir επέλεξε τελικά την οδό της αυτοσυγκράτησης. Σε αντιστάθμισμα, μια αναπροσαρμογή των σχεδίων έλαβε χώρα την ύστατη στιγμή: αποφασίστηκε ο εντοπισμός και η καταστροφή των βάσεων εκτόξευσης εντός του ιρακινού εδάφους και η κατεπείγουσα αποστολή, ήδη από τις 19 Ιανουαρίου, στο Ισραήλ έξι συστοιχιών αντιβαλλιστικών πυραύλων Patriot με το αντίστοιχο προσωπικό. Συνολικά, 39 πύραυλοι Scud εκτοξεύθηκαν εναντίον του Ισραήλ προκαλώντας τον θάνατο 3 ατόμων και τον τραυματισμό 304 και άλλοι 26  με στόχο τη Σαουδική Αραβία και απολογισμό έναν νεκρό και 50 τραυματίες.

Συνοικία του Τελ Αβίβ πληγείσα από πύραυλο Scud.

 

Η λήξη των εχθροπραξιών

Μέσα στις επόμενες μέρες ο Schwarzkopf επιδόθηκε στην προετοιμασία των διαπραγματεύσεων και τους στρατιωτικούς όρους που ο συνασπισμός σκόπευε να επιβάλλει στους Ιρακινούς προκειμένου η κατάπαυση του πυρός να μπορέσει να εφαρμοστεί σε μακροπρόθεσμη κλίμακα. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στις 3 Μαρτίου 1991, στην παλαιά αεροπορική βάση Safwan,[16] σε μικρή απόσταση από τη μεθόριο μεταξύ του Κουβέιτ και του Ιράκ, εντός του εδάφους του τελευταίου.[17] Η εσκεμμένα ολιγομελής αντιπροσωπεία του συνασπισμού απαρτιζόταν από τον Schwarzkopf, τον πρίγκιπα Khaled και έναν διερμηνέα. Το Ιράκ εκπροσωπήθηκε από τους στρατηγούς  Sultan Hashim Ahmed, υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου, Salah Abud Mahmoud, διοικητή του 3ου Σώματος Στρατού το οποίο είχε στο μεταξύ εξαϋλωθεί από τους Αμερικανούς και έναν διερμηνέα. Επιγραμματικά, οι όροι της συνθηκολόγησης είχαν ως εξής[18]:

  • άμεση πρόσβαση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στους αιχμαλώτους πολέμου, οι οποίοι κρατούνταν στο Ιράκ,
  • απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολέμου,
  • επαναπατρισμός των υπηκόων του Κουβέιτ, οι οποίοι κρατούνταν στο Ιράκ,
  • αναζήτηση και ταυτοποίηση των αγνοουμένων,
  • επιστροφή των σορών των νεκρών στα πεδία των μαχών,
  • εντοπισμός του συνόλου των ναρκοπεδίων,
  • εντοπισμός των αποθηκών μη συμβατικού υλικού πολέμου,
  • χάραξη διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις των εμπολέμων.
Οι διαπραγματεύσεις στην αεροπορική βάση Safwan.

Όταν εθίγη το κρίσιμο ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου, ο στρατηγός Ahmed δήλωσε: “Έχουμε ένα σύνολο 41 […], 17 Αμερικανούς, 2 Ιταλούς, 12 Βρετανούς, 1 με προέλευση από το Κουβέιτ και 9 Σαουδάραβες”.[19] Ο Schwarzkopf απάντησε πως ο συνασπισμός κρατούσε περί τους 60.000 αιχμαλώτους πολέμου. Στο άκουσμα του αριθμού, ο στρατηγός Ahmed έμεινε άφωνος και στράφηκε προς τον στρατηγό Mahmoud για επιβεβαίωση. Ο τελευταίος στάθηκε ανίκανος να το πράξει.[20] Η έκπληξη των Ιρακινών παρέμεινε και όταν ο Schwarzkopf τους ενημέρωσε για την διαχωριστική γραμμή. Ο στρατηγός Ahmed διερωτήθηκε για ποιο λόγο η γραμμή αυτή βρισκόταν πίσω από τις θέσεις των ιρακινών στρατευμάτων, έτσι όπως ο ίδιος τις εκτιμούσε, για να λάβει την απάντηση πως η γραμμή αυτή αποτύπωνε την προέλαση των στρατευμάτων του συνασπισμού. Κατόπιν τούτου, οι πάντες υπέγραψαν, σηματοδοτώντας επίσημα την λήξη των εχθροπραξιών.

 

Απολογισμός του πολέμου

Ήδη από τον Αύγουστο του 1990 τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον συνεισφέροντας στη θεατροποίηση του πολέμου μεταλλάσσοντας τον τελευταίο σε πραγματικό τηλεοπτικό θέαμα, τα επεισόδια του οποίου μεταδίδονταν στα βραδινά δελτία ειδήσεων ολόκληρου του πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, καθιέρωσαν ένα νέο πολεμικό λεξιλόγιο με την εκτενή χρήση  όρων όπως “χειρουργικό κτύπημα” ή “καθαρός πόλεμος” υποβαθμίζοντας το γεγονός ότι, όπως σε κάθε πόλεμο, έτσι και στον συγκεκριμένο, ο θάνατος καραδοκούσε σε κάθε γωνία. Είτε συνειδητά είτε όχι, δεν αντιλαμβάνονταν ούτε και προσμετρούσαν τις ψυχολογικές προεκτάσεις του συγκεκριμένου λεξιλογίου, το οποίο με τη σειρά του δεν επέτρεπε να αναδυθεί στην επιφάνεια μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: εκείνη της δυσαναλογίας των απωλειών, τη στιγμή, κατά την οποία εκείνες των Ιρακινών, δύσκολο ακόμα και σήμερα να προσδιοριστούν, ξεπερνούσαν τον αριθμό των 100.000 νεκρών, τη στιγμή που εκείνες του συνασπισμού ήταν κατώτερες των 1.000.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Tucker και Hendrickson, στις ΗΠΑ, οι διάφοροι σχολιαστές ούτε καν έθιγαν το επίμαχο ζήτημα.[21] Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγει κανείς ένα λεπτό θέμα είναι να αγνοήσει πλήρως την ύπαρξή του, ούτως ώστε να μην είναι υποχρεωμένος να το σχολιάσει. Παρά ταύτα, οι δυο εν λόγω συγγραφείς αποκαλύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία σχετικά με τις απώλειες των Ιρακινών:

  • ανεπίσημη πηγή του Πενταγώνου: 100.000 νεκροί στη διάρκεια των αεροπορικών βομβαρδισμών που προηγήθηκαν της έναρξης της χερσαίας επίθεσης,
  • DIA (Defense Intelligence Agency): 100.000 νεκροί σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου (με ποσοστό σφάλματος 50%) και 300.000 τραυματίες,
  • άλλοι παρατηρητές κάνουν λόγο για 100.000 – 150.000 νεκρούς,
  • άμαχος πληθυσμός, θύμα των βομβαρδισμών: κάτω των 5.000.[22]

Η Brigitte Stern επιβεβαιώνει με τη σειρά της την ηθελημένη αδιαφορία της Δύσης για τις απώλειες των Ιρακινών. Προσθέτει, επικαλούμενη τον αναπληρωτή πρωθυπουργό του Ιράκ Saadoun Hammadi, ότι 91 στρατιωτικοί και 20.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τους αεροπορικούς  βομβαρδισμούς και άλλοι 60.000 τραυματίστηκαν.[23] Από όσο γνωρίζουμε, δεν υφίσταται από ιρακινής πλευράς κάποιος υπολογισμός, έστω και κατά προσέγγιση, των θυμάτων της χερσαίας επίθεσης.

Στην αντίπερα όχθη, οι απώλειες του συνασπισμού παρουσιάζονται με κρυστάλλινη διαύγεια, απόλυτη ακρίβεια και σχεδόν θριαμβευτικό ύφος. Οι επίσημοι αριθμοί για τις ΗΠΑ ανέρχονται σε 613 άνδρες (146 νεκροί – εκ των οποίων 35 από φίλια πυρά – και 467 τραυματίες εκ των οποίων 21 γυναίκες και 72 από φίλια πυρά).[24] Η Τελική Έκθεση προς το Κογκρέσο ( Final Report to Congress) κάνει λόγο, για την περίοδο από τις 3 Αυγούστου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1991, για 390 Αμερικανούς νεκρούς (εκ των οποίων 5 γυναίκες).[25] Καταμετρά επίσης 21 αιχμαλώτους (2 γυναίκες).[26] Οι Γάλλοι είχαν 2 νεκρούς και 25 τραυματίες, άπαντες στη μάχη για την κατάληψη της στρατηγικής θέσης  As Salman, όπου έδρευε το στρατηγείο της ιρακινής 45ης Μεραρχίας Πεζικού. Οι Βρετανοί έχασαν 36 άνδρες (συν 30 περίπου τραυματίες). Οι απώλειες των Σαουδαράβων ανέρχονταν σε 20-30 νεκρούς και 40 περίπου τραυματίες. Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες καταμέτρησαν συνολικά λιγότερο από 100 νεκρούς και τραυματίες μαζί.

Δεσπόζουσα θέση στο κεφάλαιο περί απωλειών (με την παραδοσιακή ερμηνεία του όρου)[27] κατέχει, αναμφίβολα, το ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου με την αριθμητική δυσαναλογία και την εκ διαμέτρου διαφορετική διαχείριση εκ μέρους των εμπολέμων. Εντύπωση προκαλεί και ο ταχύτατος ρυθμός της αιχμαλωσίας ή παράδοσης των Ιρακινών καθώς και η μετέπειτα μεταχείρισή τους. Οι περισσότερες εκτιμήσεις υπολογίζουν τους τελευταίους σε 87.000 περίπου. Είναι ο αριθμός που δημοσίευσε στο περιοδικό Newsday της 24 Ιανουαρίου 1992 ο Patrick J. Sloyan. Αποκλίνει ελάχιστα από τις επίσημες εκτιμήσεις (86.743). Ο εντυπωσιακός παραπάνω αριθμός θέτει αυτόματα το εύλογο ερώτημα κατά πόσο τα κράτη του συνασπισμού ήταν προετοιμασμένα για την διαχείριση ενός παρομοίου αριθμητικού μεγέθους.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΡΑΚΙΝΩΝ AΙΧΜΑΛΩΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Οι Αμερικανοί προσέγγισαν το σοβαρό αυτό πρόβλημα υπό διπλή οπτική. Σε ένα πρώτο στάδιο,  παρέμειναν πιστά προσηλωμένοι στις επιταγές των διεθνών πράξεων που ορίζουν την μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου (Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 περί αιχμαλώτων και προστασίας των αμάχων πληθυσμών εν καιρώ πολέμου).[28] Σε ένα δεύτερο στάδιο, αξιοποίησαν τα διδάγματα του πολέμου του Βιετνάμ.

Επί του πρακτέου, επιστράτευσαν από νωρίς την 80ή Ταξιαρχία Στρατονομίας (7.300 άνδρες), η οποία ήταν σε θέση να διαχειριστεί περί τους 40.000 αιχμαλώτους, κατανεμημένους σε 5 ξεχωριστά στρατόπεδα, μέσα στους 6 πρώτους μήνες των εχθροπραξιών. Άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν σε 100.000 τον αριθμό κατά την πρώτη, μόλις, εβδομάδα. Η παραπάνω πρόβλεψη, αν και κατά προσέγγιση, παρουσιάζει ενδιαφέρον καθότι κινείται πλησίον της πραγματικότητας. Αν μη τι άλλο, υποδηλώνει πως το χαμηλό ηθικό των ιρακινών στρατευμάτων ήταν εν γνώσει των Αμερικανών προτού ακόμα  ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες. Οι Σαουδάραβες κατασκεύασαν 4 επιπρόσθετα στρατόπεδα χωρητικότητας 24.000 αιχμαλώτων το καθένα, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι από ένα, χωρητικότητας 5.000 και 500 ατόμων αντίστοιχα. Με τον εγκλεισμό των αιχμαλώτων στα στρατόπεδα, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε ακριβή καταμέτρηση, οι δε υπηρεσίες πληροφοριών τούς υπέβαλαν σε ανάκριση. Η έλλειψη ικανού αριθμού διερμηνέων είχε ως συνέπεια να ανακριθούν μόνο λίγες εκατοντάδες, μεταξύ των οποίων 13 στρατηγοί.[29] Από τις ανακρίσεις επιβεβαιώθηκε περίτρανα η κατάρρευση του ηθικού και οι καταστρεπτικές ψυχολογικές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα του συστηματικού βομβαρδισμού από τα Β-52.

Φάλαγγα Ιρακινών αιχμαλώτων μπροστά από τις φλεγόμενες πετρελαιοπηγές.

Δυο μαρτυρίες απεικονίζουν εύγλωττα την άθλια κατάσταση του ιρακινού στρατού. Η πρώτη προέρχεται από τις τάξεις της 80ής Ταξιαρχίας Στρατονομίας: “Σε πάμπολλες περιπτώσεις, οι αιχμάλωτοι βιάζονταν τόσο πολύ να ενταχθούν στα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου, ώστε προθυμοποιούνταν εθελοντικά να οδηγήσουν τα οχήματα διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό το δυσχερές έργο της μεταφοράς […]”.[30] Τη δεύτερη μαρτυρία απέσπασε ο γράφων από έναν Γάλλο αξιωματικό του γαλλικού στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου της Rafha. Στη μαρτυρία περιγράφεται το ακόλουθο περιστατικό: με την άφιξη μιας ιρακινής μονάδας στο στρατόπεδο, ακολούθησε, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης της Γενεύης, διαχωρισμός ανάμεσα σε αξιωματικούς και στρατιώτες. Αίφνης, μια έκφραση πανικού ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο ενός αξιωματικού, ο οποίος θεώρησε πως ο διαχωρισμός αυτός ήταν προοίμιο της εκτέλεσής του.

Διαφορετική υπήρξε η μεταχείριση των αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν πέσει στα χέρια των Ιρακινών. Όλες οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι υπήρξε σωρεία κατάφορων παραβιάσεων των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης. Σε ένα πρώτο στάδιο, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, τα πράγματα κυλούσαν σχεδόν ομαλά. Οι αιχμάλωτοι ανακρίνονταν στις εγκαταστάσεις της Διεύθυνσης των Στρατιωτικών Υπηρεσιών Πληροφοριών. Κατόπιν, κρατούνταν σε διάφορες φυλακές στην ευρύτερη περιοχή της Βαγδάτης. Τα δικαιώματά τους καταπατούνταν με προκλητικό τρόπο, από στέρηση τροφής και νερού μέχρι διενέργεια βασανιστηρίων, προκειμένου να υπογράψουν δηλώσεις, οι οποίες υπαγορεύονταν από τις αρχές. Μέχρι την συνομολόγηση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις, απαγορευόταν ρητά η πρόσβαση στις φυλακές αντιπροσωπείας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Παρά ταύτα, η μαρτυρία ενός Αμερικανού πιλότου ο οποίος καταρρίφθηκε στο αρχικό στάδιο των αεροπορικών επιδρομών, αποκαλύπτει πως δέχθηκε επαρκή νοσοκομειακή περίπτωση και ότι ο μεγαλύτερος φόβος του σχετιζόταν με τους εναέριους βομβαρδισμούς του συνασπισμού. Στάθηκε τυχερός, καθώς καταστράφηκαν ολοσχερώς όλα τα γύρω κτήρια, όχι όμως η φυλακή, στην οποία ο ίδιος βρισκόταν έγκλειστος.

Περισσότερο άτυχοι υπήρξαν οι προερχόμενοι από το Κουβέιτ αιχμάλωτοι.[31] Σύμφωνα με υπολογισμούς του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, έπειτα από το τέλος του πολέμου επαναπατρίστηκαν 4.219 άτομα. Αντίθετα, ο ακριβής προσδιορισμός των πολιτών που συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν ακολούθως στο Ιράκ, αποδείχθηκε αδύνατος. Το μέγεθος υπολογίζεται γύρω στα 3.000 άτομα, 1.000 εκ των οποίων αγνοείται μέχρι σήμερα η τύχη.

 

Πόλεμος και εικόνα του πολέμου

Ενόσω προετοιμάζονταν και διεξάγονταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, γενική υπήρξε η αίσθηση ότι η υφήλιος ήταν μάρτυρας του πρώτου “καθαρού πολέμου” στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η τεχνολογία δεν μετέβαλε τα συστατικά στοιχεία του πολέμου. Αλλοίωσε απλώς την εξωτερική εικόνα του τελευταίου, μετατρέποντας τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε όπλο, όπως συνέβαινε τον Μεσαίωνα με το ανάθεμα ή τον αφορισμό. Λίγοι είναι εκείνοι που το θυμούνται και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που το παραδέχονται. Ο στρατηγός Schwarzkopf κατάφερε να αξιοποιήσει στο έπακρο το όπλο αυτό, όπως άλλωστε εκμυστηρεύεται στα Απομνημονεύματά του: “Στην αρχή του πολέμου, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος με ρώτησε αν θα χρειάζονταν ακόμα πολλές εβδομάδες προετοιμασίας έως ότου είμαστε σε θέση να αποκρούσομε μια χερσαία επίθεση του ιρακινού στρατού. Του απάντησα ότι οι Ιρακινοί θα πλήρωναν ακριβά το τίμημα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Ήταν το μόνο που μπορούσα να πω, περιστοιχισμένος από τηλεοπτικές κάμερες που βούιζαν και γνωρίζοντας πως δεν απευθυνόμουν μόνο σε φίλους. Ο Saddam και οι συνεργάτες του με άκουγαν και εκείνοι καθισμένοι αναπαυτικά στο στρατηγείο τους και παρακολουθώντας το CNN. Αυτούς είχε ως αποδέκτες το μήνυμά μου”.[32]

Άραγε, ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου, τον οποίο παρακολούθησε και βίωσε από μακριά ολόκληρος ο πλανήτης, σηματοδότησε, όπως πολλοί πίστευαν, την απαρχή μιας νέας, περισσότερο ελπιδοφόρας, εποχής; Οι συνθήκες προσφέρονταν πράγματι για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, δεν αξιοποιήθηκαν. Οι ΗΠΑ επανήλθαν γρήγορα στις παλιές χίμαιρές τους, τις οποίες συνεχίζουν να ακολουθούν μέχρι σήμερα, εκθέτοντας σε ολοένα και μεγαλύτερους κινδύνους την Ανθρωπότητα.

The Gulf Conflict – The Liberation of Kuwait

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mission Centenaire 1914 – 1918).

                                          

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ       

16 Ιανουαρίου 1991

Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση, η έκτακτη σύνοδος της οποίας πραγματοποιήθηκε 24 ώρες νωρίτερα από την προγραμματισθείσα ημερομηνία, με 523 ψήφους υπέρ με 43 κατά, στηρίζει την κυβέρνηση στους χειρισμούς της κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Διάγγελμα του προέδρου François Mitterrand.

17 Ιανουαρίου

Έναρξη της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.

18 Ιανουαρίου

Εκτόξευση 7 ιρακινών πυραύλων Scud εναντίον του Ισραήλ (Τελ Αβίβ και Χάιφα) και ενός επιπρόσθετου κατά του Νταχράν (Σαουδική Αραβία). Ο τελευταίος εξουδετερώθηκε από την  αεράμυνα. Έκκληση του προέδρου George Bush προς την κυβέρνηση του Ισραήλ για επίδειξη αυτοσυγκράτησης.

19-20 Ιανουαρίου

Άφιξη και εγκατάσταση στο Ισραήλ συστοιχιών αντιβαλλιστικών πυραύλων Patriot,  προερχομένων από τη Γερμανία. Νέα εκτόξευση πυραύλων Scud σε βάρος του Ισραήλ με 10 τραυματίες.    

21-22 Ιανουαρίου

Εκτόξευση 10 πυραύλων Scud κατά της Σαουδικής Αραβίας. Οι 9 εξουδετερώθηκαν από την αεράμυνα. Απολογισμός, 7 ελαφρά τραυματίες.

24 Ιανουαρίου

Οι Ιρακινοί πυρπολούν τις πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ.

25 Ιανουαρίου                                           

Εκτόξευση 7 πυραύλων Scud κατά του Ισραήλ. Οι 6 εξουδετερώνονται. Ο έβδομος πέφτει στο Τελ-Αβίβ με αποτέλεσμα έναν νεκρό και 19 τραυματίες.

30 Ιανουαρίου

Κοινή δήλωση των κυβερνήσεων Ουάσινγκτον και Μόσχας, σύμφωνα με την οποία οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα διακόπτονταν εφόσον το Ιράκ δεσμευόταν να εκκενώσει τα στρατεύματά του από το Κουβέιτ.

5 Φεβρουαρίου

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βαγδάτης αναγγέλλει την επικείμενη διενέργεια τρομοκρατικών ενεργειών σε βάρος των χωρών του συνασπισμού.

11 Φεβρουαρίου

Παράταση της προθεσμίας των αεροπορικών βομβαρδισμών κατ’ εντολή του προέδρου Bush.

13 Φεβρουαρίου

Αεροπορική επιδρομή κατά της Βαγδάτης με εκατοντάδες νεκρούς.

24 Φεβρουαρίου

Έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων.

27 Φεβρουαρίου

Απεέυθέρωση της πόλης του Κουβέιτ. Οι συγκρούσεις Αμερικανών και Βρετανών με την ιρακινή Προεδρική Φρουρά συνεχίζονται.

28 Φεβρουαρίου

Το Ιράκ αποδέχεται άνευ όρων τις 12 αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Δημόσια δήλωση του προέδρου Bush: “Ο πόλεμος τερματίστηκε”. Κατάπαυση των εχθροπραξιών από τις 8.00 π.μ. (ώρα Ριάντ).

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ

Αρχεία της 24ης αμερικανικής Μηχανοκίνητης Μεραρχίας, Operation Desert Storm, Attack Plan, Oplan 91-3, Library of Congress, catalog card Plan 92-060114.

Historical Reference Book, A collection of historical letters, briefings, orders and other miscellanous documents pertaining to the Defense of Saudi Arabia and the attack to free Kuwait, Library of Congress, catalog card Plan 92-060115.

 

ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ

Συλλογικό, (Congressional Research Service), U. N. Security Council resolutions on Iraq : compliance and implementation, Washington, Government Printing Office, 1992, 76 σελ.

Deniau H., Guise P., Calvez A., Clarenne P., L’Après-Golfe, Rapport de l’IHEDN, 1992, σελ p.

Department of Defense, Conduct of the Persian Gulf Conflict : an Interim Report to Congress, DOD, 1991, 100 σελ.

Department of Defense, Conduct of the Persian Gulf Conflict  : Final Report to Congress, DOD, April  1992, 418 σελ. + 19 θεματικά παραρτήματα.

Field Manual 101-10-2, Chapter 15, TOE 20-17, The Military History Detachment Mission.

Kamiya (major Jason K.), A History of the 24th mechanized infantry division combat team during Operation Desert Storm,The attack to free Kuwait, January through March 1991), Fort Stewart, Georgia, 1991, 62 pages.(Library of Congress reference, 91-78085.

Sénat, Commission des Affaires étrangères, de la Défense et des Forces armées du Sénat, Rapport d’information sur quelques enseignements immédiats de la crise du Golfe quant aux exigences nouvelles en matière de défense, in Journal officiel, documents Sénat, n° 303, 1991, σελ. 1-152.

The Association of the U.S. Army, 1991 Green Book, The Year of Desert Storm, Οκτώβριος 1991, 328 σελ.

Union de l’Europe Occidentale, Rapport de la Commission technique et aérospatiale, Assemblée de l’U.E.O., 1991, 28 σελ.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Al-Khalil (S.), Irak, la machine infernale, J.-C. Lattès, 1991, 368 σελ.

Blackwell J. Thunder in the Desert. The strategy and tactics of the Persian gulf war, New-York, Bantam Books, 1991, 285 σελ.

Bulloch (J.) et Darwish (A.), Water Wars, coming conflicts in the Middle East, Londres, Victor Gollancz, 1993, 224 σελ.

Camau M. (sous la direction de), Crise du Golfe et ordre politique au Moyen-Orient, Institut de recherches et d’études sur le monde arabe et musulman, 1993, 343 σελ.

Chaoul M., La Sécurité dans le golfe Arabo-Persique, les Septs Epées, 1978, 146 σελ.

Cordesman A. H., After the storm, the changing military balance in the Middle East, Londres, Westview Press-Mansell Publishing Limited, 1993, 811 σελ.

Davies C., After the war : Iran, Iraq and the Arab Gulf, Carden Publications limited, 1990, 446 σελ.

Dunnigan J. F., Bay A., From shield to storm. High-tech weapons, military strategy and coalition warfare in the Persian gulf, New York, William Morrow and Company, Inc. 512 σελ.

Fleury-Vilatte B., (επιμ.), Les Médias et la guerre du Golfe, Presses universitaires de Nancy, 1992, 155 σελ.

Friedman N., Desert victory. The war for Kuwait, Annapolis, US Naval Institute, 1991, 435 σελ.

Jeandet N., Un Golfe pour trois rêves,  L’Harmattan, 1993, 126 σελ.

Kodmani Darwish B., Chartouni Dubarry M., Golfe et Moyen-Orient. Les conflits, Dunod, 1991, 154 σελ.

Laurent E., Tempête du désert, les secrets de la maison Blanche, Olivier Orban, 1991, 283 σελ.

Le Borgne C., Un discret massacre. L’Orient, la guerre et après, Editions François Bourin, 1992, 234 σελ.

Le Pichon Y., Guerre éclair dans le Golfe, Jean-Claude Lattès/ADDIM, 1991, 215 σελ.

Lyautey Pierre., Proche-Orient : La guerre de demain ?, Julliard, 1971, 221 σελ.

Primakov E., Missions à Bagdad, Seuil, 1991, 196 σελ.

Rouseau C. (επιμ.), La Crise du Golfe, de l’interdiction à l’autorisation du recours à la force, L.G.D.J., 1993, 544 σελ.

Schmitt M., De Dien Bien Phu à Koweït City, Grasset, 1992, 309 σελ.

Schwarzkopf (général H. N.), Mémoires, Plon, 1992, 572 σελ.

Stern B., Guerre du Golfe, le dossier d’une crise internationale, 1990-1992, La Documentation française, 1993, 626 σελ.

Sumers (colonel Harry G.) On strategy II, A critical analysis of the Gulf war, Dell Publishing Group, Inc., New York, 1992, 302 σελ.

Tavernier P., Aspects de la guerre du Golfe, Grenoble, Centre d’études de la défense et de sécurité internationale (CEDSI), 1990, 74 σελ.

Tucker R.W., Hendrickson D. C., The Imperial Temptation, The new world order and America’s purpose, Council on Foreign relations press, New-York, 1992, 228 σελ.

Wolton D., War game : l’information et la guerre, Flammarion, 1991, 290 σελ.

Woodward (B.), Chefs de guerre, Calmann-Lévy, 1991, 393 σελ.

Zorgbibe (Charles), Nuages de guerre sur les Emirats du Golfe, Publications de la Sorbonne, 1984, 173 σελ.

                                                  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ B΄ ΜΕΡΟΥΣ

[1] Ο Patrick J. Sloyan, σε ένα άρθρο, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Newsday της 24.01.1992, υπολογίζει ότι τη στιγμή της έναρξης των εναερίων επιχειρήσεων τα ιρακινά στρατεύματα κατοχής αριθμούσαν 380.000 άνδρες. Όταν εξαπολύθηκε η χερσαία επίθεση είχαν μειωθεί σε 200.000 άνδρες.

[2] Οι ιρακινές στρατιωτικές αρχές αναλώθηκαν σε μια εκστρατεία εκφοβισμού με στόχο τον αποπροσανατολισμό των κληρωτών. Συνίστατο στο σύνθημα ότι τα μη αραβικά στρατεύματα του συμμαχικού συνασπισμού επρόκειτο να προχωρήσουν στην εκτέλεση των αιχμαλώτων, μεταξύ των οποίων και πολλών λιποτακτών. Η εκστρατεία αυτή επιβεβαιώθηκε από μεγάλο αριθμό προφορικών μαρτυριών δίχως να καταστεί δυνατό να αξιολογηθεί επακριβώς ο πραγματικός της αντίκτυπος.

[3] Δυο από την Αίγυπτο, μια από τη Συρία, μια από το Κουβέιτ και ικανός αριθμός Ταξιαρχιών από τη Σαουδική Αραβία.

[4] Ένας αιχμάλωτος Ιρακινός ανώτερος αξιωματικός ομολόγησε πως ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων κατοχής είχε διακοπεί ήδη από την πρώτη εβδομάδα των εχθροπραξιών.

[5] Final Report…, Παράρτημα J, σελ. J-10.

[6] Οι Αμερικανοί εξουδετέρωσαν το σύνολο των ναρκοπεδίων και της εν γένει αμυντικής υποδομής στο Κουβέιτ. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν βαρέα βομβαρδιστικά Β-52, καθώς και αεροσκάφη Lockheed MC-130, τα οποία, με τη ρίψη βομβών 7.500 κιλών, προκαλούσαν ωστικό κύμα που με τη σειρά του ανατίναζε τις νάρκες. Έγινε επίσης ρίψη εμπρηστικών βομβών Νapalm, ενώ τα “αόρατα”, τεχνολογίας Stealth, βομβαρδιστικά F-117 κατηύθυναν τις βόμβες τους με χρήση λέιζερ σε βάρος συστημάτων άντλησης, προορισμένων να σκεπάσουν τα χαρακώματα με πετρέλαιο.

[7] Πρόκειται για μια μέθοδο ανάλογη με εκείνη που είχαν χρησιμοποιήσει αντίστοιχα στη Γαλλία το 1917 και 1918 οι στρατηγοί Ludendorff και Pétain.

[8] Υπολογίζεται πως το περιεχόμενο 7 έως 9 εκατομμυρίων βαρελιών χύθηκε στα νερά του Περσικού Κόλπου.

[9] Βλ.σχετικά Kamiya (major Jason K.), A History of the 24th Mechanized Infantry Division Combat Team during Operation Desert Storm, Fort Stewart, Georgia, 1991 και 24th Mechanized Infantry Division Combat Team, Historical Reference Book, Fort Stewart, Georgia, 1991, όπου παρατίθενται περί τα 500 αποχαρακτηρισμένα αρχειακά έγγραφα.

[10] Πόσο μάλλον που οι Σοβιετικοί, λειτουργώντας ως μεσάζοντες με το Ιράκ, ζήτησαν την έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

[11] Αποστολή της Μεραρχίας Tawakalna ήταν η κάλυψη της υποχώρησης των άλλων δυο Μεραρχιών της Προεδρικής Φρουράς Medina και Hammurabi προς τη Βασόρα.

[12] Η ονομασία της μάχης προέκυψε από τον τετραγωνισμό των επιτελικών χαρτών.

[13] Στη διάρκεια των επιχειρήσεων, ένα αμερικανικό αεροσκάφος κατέστρεψε εκ παραδρομής δυο βρετανικά τεθωρακισμένα οχήματα, με αποτέλεσμα τα πληρώματα των τελευταίων να απωλέσουν τη ζωή τους.

[14] Αναφέρεται στο Stern (Brigitte), op. cit., σελ. 346.

[15] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 521. Από την ανακοίνωση κατάπαυσης του πυρός προηλθε ο χαρακτηρισμός των χερσαίων επιχειρήσεων ως Πόλεμος των εκατό ωρών. Η επιλογή της ώρας (8.00 π.μ. τοπική ώρα – μεσάνυκτα ώρα Ουάσινγκτον) υπήρξε ηθελημένη για τον σκοπό αυτό. Την προηγούμενη μέρα, ο Schwarzkopf είχε προκρίνει, δίχως επιτυχία, τον χαρακτηρισμό Πόλεμος των πέντε ημερών.

[16] Η οργάνωση των διαπραγματεύσεων ανατέθηκε στον ελληνικής καταγωγής στρατηγό William Pagonis, σύμβουλο του  Schwarzkopf για θέματα λογιστικής. Ο Pagonis προέβλεψε έπειτα από το πέρας των συνομιλιών, η τράπεζα των διαπραγματεύσεων να δωρηθεί στο Ίδρυμα Smithsonian ως ιστορικό, πλέον, κειμήλιο.

[17] Για την πορεία των διαπραγματεύσεων βλ. Schwarzkopf, op. Cit., σελ. 525-540.

[18] Οι όροι αποτελούν ουσιαστικά μια παραλλαγή των απαιτήσεων του George Bush, έτσι όπως τους είχε απαριθμήσει στο διάγγελμά του της 28ης Φεβρουαρίου.

[19] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 540.

[20] Final Report…, op. cit., σελ. 215.

[21] At the time of the war, public comments by U.S. civilian and military officials stressed their disinterest in the question of Iraqi casualties.»Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), op. cit., σελ. 75.

[22] Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), op. cit., σελ. 74 και επόμενες.

[23] Ibid.

[24] Οι απώλειες από φίλια πυρά οφείλονται σε δυσχερείς οπτικές συνθήκες εξαιτίας αμμοθύελλας και πυκνού καπνού από τις φλεγόμενες από τους Ιρακινούς πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ. Οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί των επιχειρήσεων πολλαπλασιάζουν εκ των πραγμάτων τη σύγχυση, όπως και η πολυεθνική σύνθεση των στρατευμάτων του συνασπισμού και η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού οχημάτων δύσκολα αναγνωρίσιμων.

[25] Σε σύνολο 37.000 Αμερικανίδων που ήταν παρούσες στον Περσικό Κόλπο.

[26] Final Report …, op. cit., σελ. A-5 έως A-13.

[27] Φονευθέντες, τραυματίες, αγνοούμενοι, ασθενείς, αιχμάλωτοι και γενικότερα όσοι τέθηκαν εκτός μάχης.

[28] Χαρακτηριστική είναι η μνεία της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού τον Απρίλιο του 1991: “Ουδέποτε στο παρελθόν δεν εφαρμόστηκαν τόσα πιστά οι διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης, από όσο από τους Αμερικανούς έναντι των Ιρακινών αιχμαλώτων πολέμου”.

[29] Final Report…, op. cit., παράρτημα L, σελ. L-19.

[30] Final Report…, op.cit., παράρτημα L, σελ. L-13.

[31] Βλ. σχετικά την έκθεση του ειδικού εισηγητή της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Walter Kälin Rapport préliminaire sur la situation des droits de lhomme dans le Koweït sous loccupation irakienne, OHE, A/46/544, Οκτώβριος 1991, 30 σελ. Αναφορές υπάρχουν και στο Stern, op. cit., σελ. 589-594.

[32] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 392.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Frédéric Guelton: Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου. Μέρος Α΄: Επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου” (2 Αυγούστου 1990 – 15 Ιανουαρίου 1991)

Frédéric Guelton

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου

Μέρος Α΄: Επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου”

(2 Αυγούστου 1990 – 15 Ιανουαρίου 1991)

 

Καθώς ο Ιούλιος είναι μήνας διακοπών και χαλάρωσης, λίγα ήταν τα βλέμματα, τα οποία στρέφονταν προς την κατεύθυνση του Περσικού Κόλπου. Οι προτεραιότητες και ακόμα περισσότερο οι θετικές εξελίξεις και οι ευοίωνες προοπτικές ήταν εκείνες που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον: η, πρόσφατη ακόμα, πτώση του τείχους του Βερολίνου, η επανένωση των δυο Γερμανιών, η λήξη του Ψυχρού Πολέμου και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στις 25 του μήνα, η April Glaspie, πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Βαγδάτη, έγινε δεκτή σε ακρόαση από τον Saddam Hussein, πρόεδρο του Ιράκ. Λίγες ώρες αργότερα αναχώρησε για την πατρίδα της προκειμένου να απολαύσει μερικές εβδομάδες καθ’ όλα δικαιωματικής ανάπαυσης. Τα πάντα έδειχναν να κυλούν απρόσκοπτα.

Κι όμως, περιφερόμενος μέσα στους διαδρόμους του προεδρικού μεγάρου, ο Ιρακινός ηγέτης είχε άλλα κατά νου. Φιλοδοξία του ήταν να μετεξελιχθεί ο ίδιος σε ηγέτη του αραβικού κόσμου προσφεύγοντας εν ανάγκη και στη βία. Πρώτος στόχος σε αυτή την πορεία ήταν η στρατιωτική κατάληψη του Κουβέιτ και ο έλεγχος του πλούτου του.

Σίγουρος για τον εαυτό του και για την αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεών του ήταν της άποψης πως, μέσα στο πλαίσιο του γενικού κλίματος διεθνούς αποκλιμάκωσης, η πρωτοβουλία του θα επέφερε συνέπειες τοπικού, μόνο, βεληνεκούς. Είναι αλήθεια πως οι ευρύτερες συγκυρίες ευνοούσαν εκτιμήσεις του είδους αυτού. Ο ιρακινός στρατός, με πρόσφατη ακόμα την εμπειρία ενός οκταετούς πολέμου ενάντια στο Ιράν, ήταν υπολογίσιμος. Εκτός συνόρων, ο Saddam Hussein διέθετε την υποστήριξη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Οι διμερείς σχέσεις του με την Αίγυπτο ήταν καλές. Όσο για τα διάφορα αραβικά κράτη του Κόλπου, τού ήταν υπόχρεα για την προστασία που τους παρείχε κατά του ισλαμικού προσηλυτισμού του καθεστώτος της Τεχεράνης.[1] Σχετικά με το θέμα αυτό ο δημοσιογράφος Serge July έγραφε τότε  χαρακτηριστικά: “Ο αδίστακτος αυτός πολέμαρχος […] αντιμετωπίζει σε καθημερινή κλίμακα και με δικούς του όρους τα όσα τού προσάπτουν οι Δυτικοί, παραμένοντας, ταυτόχρονα, απειλητικός έναντι των γειτόνων του”.[2]

Η April Glaspie, πρέσβειρα των ΗΠΑ, και ο John Hubert Kelly, υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για θέματα Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με τον Saddam Hussein στο προεδρικό μέγαρο της Βαγδάτης.

Τα προεόρτια της εισβολής στο Κουβέιτ

Ο κόσμος αγνοούσε όντως τα όσα συνέβαιναν στο Ιράκ; Ασφαλώς! Όχι όμως οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ. Η Τελική έκθεση για τον Πόλεμο του Κόλπου, η οποία υποβλήθηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο, τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Norman Schwarzkopf και η μελέτη του διεισδυτικού δημοσιογράφου της Washington Post Bob Woodward The Commanders[3] συγκλίνουν ως προς το ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούσαν τις προετοιμασίες και τις μετακινήσεις του ιρακινού στρατού προς την κατεύθυνση της μεθορίου με το Κουβέιτ. Παρά ταύτα, αν και προερχόμενες από δορυφόρους, οι πληροφορίες δεν επαρκούσαν προκειμένου να εκτιμηθούν σε ολόκληρη τη διάστασή τους οι πραγματικές προθέσεις του ιρακινού δικτάτορα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να επρόκειτο για στρατιωτικά γυμνάσια ή κινήσεις με άλλο ζητούμενο και όχι απαραίτητα για την προπαρασκευή μιας εισβολής. Σύμφωνα με τον στρατηγό Schwarzkopf: “παρακολουθούσαμε επισταμένως τις κινήσεις των φορτηγών γεμάτων στρατεύματα καθώς και των σιδηροδρομικών συρμών φορτωμένων με άρματα μάχης που κατευθύνονταν προς νότο, από την Βαγδάτη προς την Βασόρα και από εκεί προς τα σημεία συγκέντρωσης [έως ότου] περί το τέλος Ιουλίου, οι Ιρακινοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πεδία των στρατιωτικών γυμνασίων προκειμένου να αναπτυχθούν νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά της Βασόρας, προς τη μεθόριο με το Κουβέιτ”.[4] Συνεπώς, η προοπτική μιας πολεμικής εμπλοκής δεν ήταν αμελητέα. Αυτός άλλωστε υπήρξε ο λόγος της πρόσκλησης, στις 31 Ιουλίου στην Ουάσινγτον, του ιδίου του στρατηγού με την ιδιότητα του διοικητή του  United States Central Command (USCENTCOM)[5], προκειμένου “να απαριθμίσει στον υπουργό Άμυνας Dick Cheney και στους αρχηγούς των τριών επιτελείων τις επιλογές μας σε περίπτωση έναρξης εχθροπραξιών”.[6]

Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι Αμερικανοί, έστω πεπεισμένοι για μια επικείμενη εισβολή στο Κουβέιτ, ήταν σε θέση να προχωρήσουν σε προληπτικές ενέργειες. Με τα δεδομένα του 1990, η απάντηση είναι αρνητική για πολλούς και διαφόρους λόγους. Συγκρατούμε έναν μόνο: σημαίνοντες ηγέτες των χωρών της Μέσης Ανατολής (είτε πρόκειται για τον βασιλιά Fahd της Σαουδικής Αραβίας είτε για τον πρόεδρο της Αιγύπτου Hosni Mubarak, προς τον οποίο ο Saddam Hussein είχε προβεί σε ρητές διαβεβαιώσεις την 1η Αυγούστου) δεν πίστευαν στη διενέργεια μιας εισβολής. Δεν υφίστατο συνεπώς κανένας λόγος, ικανός να οδηγήσει κάποιον από αυτούς (ειδικότερα τον βασιλιά Fahd ή ακόμα περισσότερο τον εμίρη του Κουβέιτ Jaber al-Ahmad al-Sabah) να ζητήσει την όποια συνδρομή των ΗΠΑ. Μια αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση ενόψει μιας ανύπαρκτης εισβολής ήταν αδύνατη. Με πιο απλά λόγια, ούτε λόγος περί παρέμβασης εάν δεν είχε προηγηθεί παραβίαση των συνόρων.

Χάρτης του Κουβέιτ.

Η εισβολή

Η εισβολή έλαβε χώρα τις πρώτες πρωινές ώρες (τοπική ώρα) της 2ας Αυγούστου 1990. Πρώτες εισήλθαν τρεις μεραρχίες της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς. Μισή, μόλις, ώρα έπειτα από την έναρξη των επιχειρήσεων, η πρωτεύουσα Kuwait-City δέχθηκε επίθεση από επίλεκτες δυνάμεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν επιτόπου με ελικόπτερα. Η δυνατότητα αντίστασης των 16.000 ανδρών του στρατού του εμιράτου ήταν περιορισμένη. Ο ίδιος ο εμίρης διέφυγε στη Σαουδική Αραβία. Μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας η κατάσταση είχε τεθεί υπό έλεγχο. Την επομένη, οι ιρακινές δυνάμεις προωθήθηκαν μέχρι τα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία. Χάρη σε μια καλά προετοιμασμένη λογιστική επιχείρηση, σημαντικές ποσότητες υλικού και πυρομαχικών μεταφέρθηκαν επιτόπου. Μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ημερών, το Κουβέιτ ήταν μια ολοκληρωτικά κατεχόμενη χώρα από 200.000 άνδρες και 2.000 άρματα μάχης. Στις 8 Αυγούστου, ο Saddam Hussein ανακήρυξε την προσάρτηση του εμιράτου ως 19ης επαρχίας του Ιράκ. Γι’ αυτόν, ο πόλεμος είχε τελειώσει.

KUWAIT BBC interview 1990 Dec.

Η πτήση ΒΑ 149 της εταιρίας British Airways προερχόμενη από την Κουάλα-Λουμπούρ με τελικό προορισμό το Λονδίνο και ενδιάμεση στάση στο Κουβέιτ προσγειώθηκε στον διεθνή αερολιμένα του εμιράτου στις 2 Αυγούστου, 45΄της ώρας προτού ο τελευταίος καταληφθεί από τα στρατεύματα εισβολής. Οι 367 επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος τέθηκαν υπό κράτηση και επί τέσσερις μήνες χρησιμοποιήθηκαν ως ανθρώπινες ασπίδες.

Στρατιωτικές επιλογές και πολιτικές αποφάσεις

Άμεση αντίδραση του προέδρου των ΗΠΑ George H.W. Bush μόλις πληροφορήθηκε την είδηση της εισβολής, ήταν η καταδίκη της επιχείρησης[7] και η επισήμανση του κινδύνου επέκτασης της τελευταίας προς την κατεύθυνση της Σαουδικής Αραβίας. Μια εξέλιξη του είδους αυτού χαρακτηρίστηκε εκ των προτέρων ως ευθεία απειλή εις βάρος των αμερικανικών ζωτικών συμφερόντων. Πέρα όμως από την καταδικαστική φρασεολογία, το μεγάλο ερώτημα ήταν ποια θέση έπρεπε να υιοθετηθεί στην πράξη. Ο Λευκός Οίκος δίσταζε, καθώς πρωταρχική μέριμνα του προέδρου Bush ήταν ο καθορισμός του ρόλου των ΗΠΑ στο παγκόσμιο στερέωμα στο πλαίσιο της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Προκειμένου να απαντήσει κανείς σε αυτό το γεωπολιτικής φύσεως ζήτημα, αρκεί να αναρωτηθεί  το εξής απλό: οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε θέση να επιβληθούν ενός στρατού κοντά ενός εκατομμυρίου ανδρών, γερά εγκατεστημένου σε ένα επιχειρησιακό θέατρο ευρισκόμενο σε απόσταση άνω των 10.000 χιλιομέτρων μακριά από το αμερικανικό έδαφος; Το Πεντάγωνο ήταν πεπεισμένο πως ναι και γι’ αυτό προχώρησε ex nihilo στην προαγωγή δυο σεναρίων. Το πρώτο από αυτά επικέντρωνε σε μια αεροπορική επίθεση. Η πραγμάτωσή του ήταν σε γενικές γραμμές εύκολα διαχειρίσιμη. Υπήρχε, ωστόσο, ένα μειονέκτημα μεγέθους. Ο κίνδυνος επίσπευσης μιας ιρακινής προέλασης εντός της Σαουδικής Αραβίας, όπου οι υφιστάμενες εκεί χερσαίες δυνάμεις ήταν απόλυτα ανεπαρκείς προκειμένου να καταφέρουν να την ανασχέσουν. Το δεύτερο σενάριο προέβλεπε έναν συνδυασμό αεροπορικών και χερσαίων επιχειρήσεων. Μπορούσε να εφαρμοσθεί είτε σε περιορισμένη κλίμακα (ανακατάληψη του Κουβέιτ) είτε σε ευρεία, επεκτεινόμενο εντός της ιρακινής επικράτειας. Μια επιχείρηση με αυτά τα χαρακτηριστικά, πρόχειρα προετοιμασμένη και δίχως βάσεις ανεφοδιασμού σε κοντινή απόσταση ήταν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη και πιθανότατα με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί στο μέτωπο του Ειρηνικού στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τα γνωστά μεγάλα μεγέθη σε απώλειες. Επιπρόσθετα, ουδείς μπορούσε να αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μιας πανωλεθρίας. Αποτέλεσμα ήταν να μην επιλεγεί τελικά κανένα από τα παραπάνω σενάρια.

Μπροστά στο διαγραφόμενο αδιέξοδο, το Πεντάγωνο προέκρινε την υιοθέτηση ενός σχεδίου, το οποίο είχε εκπονηθεί επί Ψυχρού Πολέμου και έφερε την κωδική ονομασία  OPLAN 90-1002. Προσέβλεπε στην προάσπιση της αραβικής χερσονήσου έναντι μιας σοβιετικής προέλασης προς νότο. Το σχέδιο αυτό διέθετε αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα: ήταν σχεδόν πλήρες, με εξαίρεση ορισμένες αναπροσαρμογές της τελευταίας στιγμής. Ενίσχυε τη διπλωματική φαρέτρα των ΗΠΑ από τη στιγμή που ήταν καθαρά αμυντικού χαρακτήρα και προέβλεπε την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων εντός της σαουδαραβικής επικράτειας. Σε ένα αρχικό στάδιο στηριζόταν αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων, περιόριζε στο ελάχιστο τις αμερικανικές απώλειες.

15 Αυγούστου 1990. O πρόεδρος George H.W. Bush (στο μέσο) σε σύσκεψη στο Πεντάγωνο με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Από αριστερά προς τα δεξιά πλαισιώνεται από τους Brent Scowcroft, σύμβουλο ασφαλείας, στρατηγό Norman Schwarzkopf , διοικητή του U.S. Central Command, Dick Cheney, υπουργό Άμυνας, στρατηγό Colin Powell, αρχηγό ΓΕΕΘΑ και ναύαρχο David E. Jeremiah (Πηγή: U.S. Naval Institute Photo Archive).

Η απόφαση αποστολής στρατευμάτων

Στις 5 Αυγούστου, τρεις μέρες μετά την εισβολή και προτού κατασταλάξει ως προς την αποστολή στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία, ο πρόεδρος Bush έστειλε τον υπουργό Άμυνας  Dick Cheney στο Ριάντ με εντολή να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του βασιλιά Fahd. Απευθυνόμενος προς τον τελευταίο, ο Αμερικανός υπουργός εκφράστηκε ως εξής: “Είμαστε έτοιμοι να αναπτύξουμε δυνάμεις για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας. Θα έρθουμε μόνο εφόσον μας καλέσετε. Δεν επιδιώκουμε να εγκαταστήσουμε βάσεις σε μόνιμη κλίμακα. Μόλις μας ζητήσετε να αποσυρθούμε θα το πράξουμε αμέσως”.[8] Ο Σαουδάραβας μονάρχης συγκατάνευσε έπειτα από σύσκεψη με τους συμβούλους του: “Κύριε υπουργέ, είμαστε σύμφωνοι επί της αρχής. Εμπιστευόμαστε τον Θεό και ενεργούμε όπως αρμόζει. Θα τακτοποιήσουμε τις επιμέρους λεπτομέρειες. Δεν με απασχολεί τι λένε οι άλλοι. Επείγει να διασφαλίσουμε την προστασία της χώρας μας από κοινού με τους Αμερικανούς αλλά και με άλλα αραβικά κράτη, με τα οποία διατηρούμε φιλικούς δεσμούς”.[9] Το πολιτικό περίγραμμα είχε διαμορφωθεί.

Στις 7 Αυγούστου ξεκίνησε η ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων. Επικαλούμενο την απόφαση αρ. 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Πεντάγωνο σκιαγράφησε πάραυτα το επιχειρησιακό πεδίο στην ξηρά, στους αιθέρες και στη θάλασσα. Τις επόμενες ημέρες, η αμερικανική συνδρομή άρχισε να πλαισιώνεται, τόσο στο πολιτικό όσο και στο στρατιωτικό επίπεδο από τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου, από το σύνολο σχεδόν του αραβικού κόσμου και από κράτη σε παγκόσμια κλίμακα, που καταδίκασαν την πρωτοβουλία των Ιρακινών. Επρόκειτο για την απαρχή της επιχείρησης “Ασπίδα της Ερήμου” (Desert Shield).

Address to the Nation Concerning Iraq’s Invasion of Kuwait – 8 August 1990

  

Η επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου” και η γέννηση ενός συμμαχικού συνασπισμού

Οι πρώτες αμερικανικές μονάδες που προσγειώθηκαν στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας ήταν περιορισμένου μεγέθους. Διέθεταν, ωστόσο, ισχυρή και αποτρεπτική συμβολική αξία. Αυτό τουλάχιστον πίστευαν στην Ουάσινγκτον. Ανήκαν, ως επί το πλείστον, στην ιστορική 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία. Είχαν απόλυτη συναίσθηση του εις βάρος τους συσχετισμού των ισορροπιών. Είναι ενδεικτικό ότι αυτοχλευάζονταν αποκαλώντας τους εαυτούς τους ως “επιβραδυντές για Ιρακινούς”. Σε περίπτωση εισβολής εντός της Σαουδικής Αραβίας το μόνο που μπορούσαν να πράξουν ήταν να επιβραδύνουν την προέλαση του αντιπάλου και να συσπειρωθούν σε προεπιλεγμένες στρατηγικές θέσεις, εν αναμονή αεροπορικών και ναυτικών ενισχύσεων. Μοιραία η πρώτη τους επιλογή (ενάντια μάλιστα στις προτεραιότητες της κυβέρνησης του Ριάντ) στράφηκε προς την ευρύτερη περιοχή του Νταχράν, στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, η οποία επί Ψυχρού Πολέμου λειτουργούσε ήδη ως άτυπο αμερικανικό προγεφύρωμα. Με γνώμονα το επείγον της όλης υπόθεσης και σε αντίθεση με την παράδοση, στη διάρκεια των δυο πρώτων μηνών οι Αμερικανοί άρχισαν να αναπτύσσουν μάχιμες μονάδες δίχως να υπολογίζουν ιδιαίτερα το λογιστικό μέρος της επιχείρησης. Προείχε η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Σαουδικής Αραβίας. Επρόκειτο για επίλεκτες μονάδες πεζοναυτών με πενιχρή υποστήριξη σε βαρέα μηχανοκίνητα και πυροβολικό.

Στις αρχές Οκτωβρίου, το Πεντάγωνο εξακολουθούσε να εκτιμά ως εξαιρετικά δύσκολη μια αναχαίτηση ενδεχόμενης ιρακινής εισβολής, παρά τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό αποστολής ανδρών και πολεμικού υλικού. Ενθυμούμενος την αρχική αυτή φάση, ο στρατηγός Schwarzkopf εκμυστηρευόταν τα εξής: “Φοβόμουν ότι θα μας έριχναν στη θάλασσα με αμέτρητες απώλειες….”.[10] Τελικά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Ακόμα καλύτερα, οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να αποστείλουν μια δύναμη κρούσης 200.000 ανδρών, 1.000 αρμάτων μάχης και 1.000 μαχητικών αεροπλάνων μέσα σε χρονικό διάστημα δυο, μόλις, μηνών.

Η άφιξη των πρώτων στρατευμάτων.

Ήταν εμφανές ότι μπορούσαν, πλέον, να ανακόψουν μια ιρακινή προέλαση. Ο Saddam Hussein, ο οποίος δεν φανταζόταν ως εφικτή μια ταχεία ανάπτυξη τόσο μεγάλων δυνάμεων, άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Σύντομα, η “Ασπίδα της Ερήμου” ενισχύθηκε με ισχυρές μονάδες που απέστειλαν η Αίγυπτος, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Συρία. Έμπρακτη απόδειξη πως οι ΗΠΑ δεν αρκέστηκαν μόνο στην οργάνωση της άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, αλλά σφυρηλάτησαν έναν συμμαχικό συνασπισμό, ικανό να εμπεδώσει στρατιωτικά και ψυχολογικά το επιχείρημα περί ανάληψης μιας διεθνούς σταυροφορίας.

Ένας πραγματικός παγκόσμιος συνασπισμός άρχισε να διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου χάρη στις ακάματες πρωτοβουλίες του State Department και του υπουργού Εξωτερικών James Baker προσωπικά. Ως πυρήνας λειτούργησαν τα άμεσα απειλούμενα από τον ιρακινό επεκτατισμό κράτη, δηλαδή εκείνα του Περσικού Κόλπου. Για το σκοπό αυτό οι στρατιωτικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, του Ομάν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων συγκρότησαν το επονομαζόμενο “Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου” (Cooperation Council for the Arab States of the Gulf  ή Gulf Cooperation Council) ή ακόμα “Ασπίδα της Χερσονήσου” (Peninsula Shield Force). Το παραπάνω σχήμα ενισχύθηκε σε ένα πρώτο στάδιο από δυνάμεις προερχόμενες από τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Ειδικότερα η παρουσία της Αιγύπτου με τη συμμετοχή δυο Μεραρχιών καθιστούσε τη χώρα αυτή τρίτη σε ισχύ έπειτα από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Εμφανής πρόθεση του προέδρου Hosni Mubarak να διεκδικήσει με τον τρόπο αυτό από τον Saddam Hussein την πρωτοκαθεδρία στον αραβικό κόσμο.[11] Ακόμα και μια χώρα σαν τη Συρία, την οποία βάρυναν επί μακρόν υποψίες ότι υποστήριζε τη διεθνή τρομοκρατία, προσχώρησε στην εκκολαπτόμενη συμμαχία συμμετέχοντας με κάθε άλλο παρά αμελητέες δυνάμεις. Προσαρμοζόμενη με τις νέες γεωπολιτικές εξελίξεις θέλησε με τον τρόπο αυτό να απαλλαγεί από τη διπλωματική απομόνωση στην οποία βρισκόταν και να έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει κατά την κρίση της στην υπόθεση του Λιβάνου.[12] Η μουσουλμανική αλληλεγγύη επεκτάθηκε μέχρι το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, τον Νίγηρα και τη Σενεγάλη. Η Τουρκία απέφυγε να στείλει στρατεύματα. Ωστόσο, συντασσόμενη με την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών περί εμπορικού αποκλεισμού, έκλεισε τον αγωγό μέσω του οποίου το Ιράκ εξήγαγε το μισό του περίπου πετρέλαιο και ενίσχυσε τη στρατιωτική της παρουσία κατά μήκος της μεθορίου με το τελευταίο. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στις συμμαχικές μονάδες, οι οποίες προωθούνταν προς τον Περσικό Κόλπο, να κάνουν χρήση του εδάφους και του εναερίου χώρου της.

O στρατηγός Norman Schwarzkopf και ο βασιλιάς Fahd της Σαουδικής Αραβίας επιθεωρούν μια αμερικανική αεροπορική βάση στα ανατολικά της χώρας τον Ιανουάριο του 1991.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έστειλαν από μια Μεραρχία. Η Γερμανία συνεισέφερε οικονομικά στέλνοντας ταυτόχρονα στρατιωτικές δυνάμεις στην Τουρκία. Οικονομικά συμμετείχε και η Ιαπωνία. Η Ισπανία επέτρεψε τη χρήση του εναερίου χώρου της και έστειλε στρατιωτικό υλικό. Η Νότιος Κορέα, η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία συμμετείχαν με ιατρικό προσωπικό και με μονάδες ανίχνευσης χημικού πολέμου.

Ταυτόχρονα με τη δημιουργία ενός συμμαχικού συνασπισμού τίθεται μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της διοίκησης. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι Σαουδάραβες διεκδίκησαν τη διοίκηση του συνόλου των σταθμευμένων στο έδαφός τους δυνάμεων. Οι Αμερικανοί, από τη δική τους πλευρά, προσέβλεπαν στο ακριβώς αντίθετο. Τον Οκτώβριο, έπειτα από ατέρμονες συζητήσεις, συμφωνήθηκε τελικά να διατηρηθεί η σαουδαραβική πρωτοκαθεδρία με τον διορισμό του πρίγκιπα Khaled Bin Sultan[13] ως ανώτατου διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων επί του θεάτρου των επιχειρήσεων. Ωστόσο, παρέμενε ένα εμπόδιο. Το σύνταγμα των ΗΠΑ απαγόρευε ρητά την υπαγωγή αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων υπό τη διοίκηση αλλοδαπού αξιωματικού. Κατόπιν τούτου, παρέμειναν υπό την ηγεσία του στρατηγού Schwarzkopf, διπλωματικά κάτω από σαουδαραβική στρατηγική διεύθυνση. Ουδέποτε αποσαφηνίστηκε η σημασία της διατύπωσης αυτής. Στην πραγματικότητα, ο  Schwarzkopf δεχόταν διαταγές μέσω του άξονα Bush – Cheney – Powell.[14]  Σε κατώτερο επίπεδο ενεργοποιήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός συνεργασίας και συντονισμού ανάμεσα στα επιτελεία των δυνάμεων του συνασπισμού, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμος, δεδομένης της ασυνήθιστης πολιτισμικής, θρησκευτικής και πολιτικής ποικιλομορφίας που τον διέκρινε.

Τα εύσημα για τη δημιουργία, στρατηγική οργάνωση και ενδυνάμωση της συμμαχίας ανήκαν αναμφίβολα στις ΗΠΑ, οι οποίες ασκούσαν και την ουσιαστική διοίκηση. Το έδαφος της Σαουδικής Αραβίας ήταν πλέον ασφαλές. Κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 1990 οι δυνάμεις του συνασπισμού επαρκούσαν για κάτι τέτοιο, όχι όμως και για μια ανακατάληψη του Κουβέιτ όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι 435.000 Ιρακινοί, 3.600 άρματα μάχης, 2.400 τεθωρακισμένα οχήματα πάσης φύσεως και 2.400 πυροβόλα.

 

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ[15]

(ΙΟΥΛΙΟΣ 1990)

                                            *Εκ των οποίων 480.000 έφεδροι.

Υπό τις παρούσες συνθήκες ποιες ήταν οι προσφερόμενες εναλλακτικές λύσεις; Για πόσο καιρό ακόμα τα συμμαχικά στρατεύματα θα παρέμεναν άπραγα; Έπρεπε να αναμείνουν κι’ άλλο ή μήπως να εκδιώξουν τους Ιρακινούς από το Κουβέιτ κυνηγώντας τους ακόμα και εντός του εθνικού τους εδάφους;

Το χειρότερο σενάριο, πραγματική Πύρρειος νίκη για τον συνασπισμό, θα ήταν μια συντεταγμένη  υποχώρηση του ιρακινού στρατού. Το ζήτημα της παραμονής του διεθνούς εκστρατευτικού σώματος επί του σαουδαραβικού εδάφους θα ετίθετο μετ’ επιτάσεως, ενώ τίποτα δεν απέκλειε μια νέα ιρακινή εισβολή στο μέλλον. Κατά συνέπεια, ο παράγων χρόνος αναγορεύτηκε σε μείζονος σημασίας παράμετρο για την ηγεσία της συμμαχίας, δηλ. τους Αμερικανούς. Ήταν σαφές πως η ανάληψη πρωτοβουλιών δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Διαφορετικά, ο χρόνος, ο οποίος μέχρι τότε είχε λειτουργήσει επωφελώς, κινδύνευε να στραφεί εναντίον.

 

Οι προετοιμασίες για την απελευθέρωση του Κουβέιτ

Η ιδέα μιας ανακατάληψης του Κουβέιτ στριφογύριζε στο μυαλό του στρατηγού Schwarzkopf ήδη από τις 16 Αυγούστου, οπότε, όπως χαρακτηριστικά γράφει “σκιαγράφησα πρόχειρα μια εκστρατεία σε τέσσερα στάδια: κεραυνοβόλα επίθεση πυροβολικού, καταστροφή των δομών αντιαεροπορικής άμυνας εντός του Κουβέιτ, εξουδετέρωση του αντιπάλου σε ποσοστό 50%, χερσαία επίθεση”.[16] Η όλη υπόθεση προσέλαβε πολιτικές διαστάσεις όταν, στις 22 Οκτωβρίου, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Colin Powell μετέβη στο Ριάντ κατ’ εντολή του προέδρου Bush, προκειμένου να αξιολογήσει με τον Schwarzkopf τους τρόπους μετεξέλιξης της εκστρατείας από αμυντική σε επιθετική με την προοπτική απελευθέρωσης του Κουβέιτ.

Οι Norman Schwarzkopf  και Colin Powell στο Ριάντ τον Οκτώβριο του 1990.

Οι απαιτήσεις του Schwarzkopf ήταν υπέρμετρες. Συγκεκριμένα, ζήτησε τον διπλασιασμό των υπό την ηγεσία του δυνάμεων, με άλλα λόγια την αναβάθμιση των τελευταίων σε Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού εντός τριών μηνών. Μόλις το αίτημα έφτασε στον Λευκό Οίκο, ο George Bush συγκατάνευσε. Ταυτόχρονα, εξαπέλυσε μια διπλωματική εκστρατεία, δίχως την οποία τίποτα απολύτως δεν θα ήταν εφικτό. Σε ένα πρώτο στάδιο, έστειλε τον υπουργό Εξωτερικών James Baker στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας με αποστολή να εκμαιεύσει τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Fahd και των υπολοίπων συμμάχων. Κατόπιν συνέταξε ένα σχέδιο απόφασης για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Τέλος διαβεβαίωσε τον Schwarzkopf πως ήταν διατεθειμένος να ικανοποιήσει το αίτημά του στέλνοντας στον Περσικό Κόλπο και ακόμα περισσότερες δυνάμεις, εάν αυτό καθίστατο αναγκαίο.

Στις 29 Νοεμβρίου 1990 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα αρ. 678, το οποίο εξουσιοδοτούσε “τα κράτη μέλη, τα οποία επιχειρούν από κοινού με το Κουβέιτ να κάνουν χρήση όλων των απαραίτητων μέσων για την εφαρμογή της απόφασης αρ. 660[17] του Συμβουλίου Ασφαλείας και όλων των συναφών αποφάσεων και για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή σε περίπτωση που μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1991 το Ιράκ δεν έχει συμμορφωθεί με αυτές”. Μεταξύ 29 Νοεμβρίου και 15 Ιανουαρίου, τα στρατεύματα της συμμαχίας είχαν στη διάθεσή τους ένα χρονικό διάστημα 45 ημερών για το σκοπό αυτό, με άλλα λόγια προκειμένου να περάσουν από την “Ασπίδα” στην “Καταιγίδα”.

 

Από την “Ασπίδα” στην “Καταιγίδα της Ερήμου

Το αίτημα του στρατηγού Schwarzkopf ικανοποιήθηκε, καθώς τα συγκεντρωμένα επί του σαουδαραβικού εδάφους στρατεύματα διπλασίασαν το δυναμικό τους από κάθε άποψη. Η αμερικανική υπεροχή ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη έπειτα από την αποστολή μιας μηχανοκίνητης μεραρχίας με προέλευση τις ΗΠΑ,[18] ενός Σώματος Στρατού σταθμευμένου στην Ευρώπη,[19] μονάδων ναυτικού πολέμου,[20] μονάδων πεζοναυτών,[21] τέλος, 410 επιπλέον αεροσκαφών.[22] Ουδέποτε άλλοτε από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά είχε συγκεντρωθεί δύναμη παρόμοιας ισχύος.

Η επιλογή του 7ου ΣΣ σταθμευμένου στη Γερμανία εξηγείται εύκολα. Κατά πρώτο λόγο, επρόκειτο για εκείνο, το οποίο λόγω συντομότερης απόστασης από την φλέγουσα περιοχή, ήταν σε θέση να μεταφερθεί στη Σαουδική Αραβία το ταχύτερο. Κατά δεύτερο λόγο, ήταν το καλύτερα εξοπλισμένο με υλικό τελευταίας τεχνολογίας Σώμα ολόκληρου του αμερικανικού στρατού. Τέλος, ήταν εκείνο που διέθετε αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό προσωπικού εν ενεργεία. Η εξαφάνιση της απειλής των χωρών μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας την επομένη της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού καθιστούσε εφικτή τη μεταφορά του Σώματος στον Περσικό Κόλπο.

Η ισχύς του 7ου ΣΣ καθώς και η συνολική συμβολή των σταθμευμένων στο ευρωπαϊκό έδαφος αμερικανικών δυνάμεων παρουσιάζονται στους κάτωθι πίνακες.[23]

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 7ου ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΑΘΜΕΥΜΕΝΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Για τη μεταφορά των ευρισκομένων στην Ευρώπη αμερικανικών στρατευμάτων χρησιμοποιήθηκαν 437 αεροσκάφη, 105 πλοία, 387 μαούνες, 339 σιδηροδρομικοί συρμοί και 72 οδικές φάλαγγες. Παρόλη την ανάπτυξη τόσο εντυπωσιακών μέσων, η μεταφορά του 7ου ΣΣ πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση συγκριτικά με τους αρχικούς υπολογισμούς. Ο αριθμός των συρμών δεν επαρκούσε για την προώθηση του βαρέως υλικού (άρματα μάχης, μηχανοκίνητα πεζικού κλπ.) προς τους λιμένες φόρτωσης. Πολλά μεταγωγικά πλοία παρουσίασαν μηχανικές βλάβες, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν στα αγκυροβόλια τους. Τα προβλήματα επεκτάθηκαν και εν πλω, καθώς δυσμενείς καιρικές συνθήκες ως αποτέλεσμα είχαν την επιβράδυνση των ρυθμών. Τέλος, η προοπτική των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς προκάλεσε, ως συνήθως, μια χαλάρωση στους κόλπους της γραφειοκρατικής μηχανής. Αυτό διαφαίνεται και από την αγωνιώδη διαπίστωση του Schwarzkopf περί τα μέσα Δεκεμβρίου: “Ένα 20% των αρμάτων μάχης δεν πρόκειται να αφιχθούν πριν από τις 15 Ιανουαρίου [ημερομηνία ορόσημο]. Ειδικότερα τα Μ1Α1 της 3ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας βρίσκονται ακόμη εν πλω (…)”.[24] Και αυτό ενώ ο ίδιος ηγείτο ήδη μιας δύναμης 300.000 ανδρών!

Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, τα υπόλοιπα κράτη του συνασπισμού αναβάθμισαν και εκείνα την παρουσία τους στη Σαουδική Αραβία. Το έπραξαν αναλογικά με τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και τους πολιτικούς τους στόχους. Μεταξύ άλλων, η Αίγυπτος απέστειλε δυο επιπρόσθετες Μεραρχίες και ειδικές δυνάμεις,[25] η Συρία μια Μεραρχία και ειδικές δυνάμεις,[26] το Κουβέιτ κατάφερε να συγκροτήσει επί του σαουδαραβικού εδάφους τρεις νέες ανεξάρτητες Ταξιαρχίες. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συμπλήρωσαν τις ήδη επιτόπου παρούσες δυνάμεις τους, ούτως ώστε να είναι ετοιμοπόλεμες ανά πάσα στιγμή. Τα μη αμερικανικά στρατεύματα ανέρχονταν σε 160.000 άνδρες περίπου.

Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-15 παρατεταγμένα σε βάση της Σαουδικής Αραβίας.
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου John Major συναντάται με άνδρες του 3ου Τάγματος γνωστών με την επωνυμία “Οι ποντικοί της ερήμου” (Desert Rats).

Οι εκατέρωθεν στρατηγικοί σχεδιασμοί

Η ενίσχυση των συμμαχικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε με γνώμονα τις πληροφορίες για τη διάταξη και ισχύ των Ιρακινών, αλλά και με μακροπρόθεσμο ζητούμενο όχι μόνο την απελευθέρωση του Κουβέιτ αλλά και την εξολόθρευση του ιρακινού στρατού γενικότερα. Το εύρος των ενισχύσεων (κυρίως αμερικανικών) υποδηλώνει ότι: 1) προτού ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες o αντίπαλος εθεωρείτο ιδιαίτερα ισχυρός και 2) τα εντυπωσιακά μεγέθη, τα οποία στάλθηκαν στον Περσικό Κόλπο συμβόλιζαν τη βούληση των ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στο μεταψυχροπολεμικό στερέωμα.[27]

The Weapons of Desert Shield

Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, η διάταξη των ιρακινών δυνάμεων είχε προσλάβει τριπλή μορφή. Κατά μήκος της μεθορίου με τη Σαουδική Αραβία έως τις ανατολικές ακτές του Κουβέιτ είχε δημιουργηθεί μια πρώτη γραμμή ανάσχεσης, εν μέρει θαμμένη μέσα στην άμμο της ερήμου. Επρόκειτο για την επονομαζόμενη Γραμμή Saddam, συνολικού μήκους 300 χιλιομέτρων. Μια δεύτερη γραμμή άμυνας, στο βόρειο τμήμα του εμιράτου, προσέδιδε βάθος στο μελλοντικό επιχειρησιακό θέατρο. Τέλος, η επίλεκτη Προεδρική Φρουρά, συγκεντρωμένη νοτιοδυτικά της Βασόρας εντός του ιρακινού εδάφους, ήταν έτοιμη να εξαπολύσει στοχευμένες αντεπιθέσεις, ακριβώς όπως το είχε πράξει κατ’ επανάληψη στη διάρκεια του οκταετούς πολέμου ανάμεσα στο Ιράκ και το Ιράν.

Οι Ιρακινοί ανέμεναν εκδήλωση κατά μέτωπο επίθεσης σε βάρος τους. Δεν υπολόγιζαν ότι ο αντίπαλος μπορούσε να εκμεταλλευθεί τις αχανείς εκτάσεις της ερήμου με στόχο να ελιχθεί και να τους πλευροκοπήσει. Η εμμονή αυτή ανάγεται στην ίδια την πολεμική κουλτούρα των Ιρακινών καθώς και στις σοβιετικές μεθόδους, οι οποίες δεν πριμοδοτούν την έννοια και τη σημασία των ελιγμών. Ένας επιπρόσθετος λόγος που εξηγεί τα παραπάνω είναι το ότι ήταν πεπεισμένοι πως τα στρατεύματα του συνασπισμού, στην πλειοψηφία τους δυτικά, δεν ήταν εξοικειωμένα με τις κλιματολογικές και γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες της ερήμου και θα τους ήταν δύσκολο, έως αδύνατο, να μετακινηθούν εκτός του υπάρχοντος οδικού δικτύου. Τέλος, επηρεασμένοι από την ακατάπαυστη δραστηριότητα του αμερικανικού στρατού, προετοιμάζονταν να αποκρούσουν μια συμμαχική απόβαση στις ακτές του Κουβέιτ, με αποτέλεσμα να διατηρούν επιτόπου ισχυρές δυνάμεις, όπως ακριβώς επισήμανε ο στρατηγός Maurice Schmitt, ενθυμούμενος πολύ αργότερα έναν διάλογο που είχε με τον Schwarzkopf: “Δεν έχω πρόθεση να αποβιβαστώ στις ακτές του Κουβέιτ, μου απάντησε, όπου υπάρχουν αναρίθμητα ναρκοπέδια. Θα κρατήσω, όμως, τους πεζοναύτες στοιβαγμένους επάνω στα πλοία, ούτως ώστε να δώσω στους Ιρακινούς την εντύπωση μιας επικείμενης απόβασης και να τους αναγκάσω, με τον τρόπο αυτό, να εξακολουθήσουν να διατηρούν σημαντικές δυνάμεις κατά μήκος των ακτών. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Colin Powell είχε εκφραστεί προς εμένα με περισσότερο λακωνικό τρόπο: δεν είμαστε διατεθειμένοι να επαναλάβουμε την Okinawa”.[28]

Φάλαγγα ιρακινών τεθωρακισμένων Τ-72Μ (γνωστά και ως Λιοντάρια της Βαβυλώνας) αναπτύσσεται στη μεθόριο του Κουβέιτ με τη Σαουδική Αραβία.
Ιρακινή προπαγάνδα για την κατοχή του Κουβέιτ.

Το σχέδιο, το οποίο εκπονήθηκε από τον συμμαχικό συνασπισμό, με άλλα λόγια από τους Αμερικανούς, άρχισε να προσλαμβάνει μορφή μέσα στον μήνα Νοέμβριο. Ο Schwarzkopf επέλεξε την πλέον κλασσική επιχειρησιακή μέθοδο, η οποία διδάσκεται σε όλες τις σχολές πολέμου ανά την υφήλιο. Μόνο που τη φορά αυτή, επιμηκύνθηκε στην κλίμακα ενός αχανούς θεάτρου. Στηρίζεται στο απλό αξίωμα: “σταθεροποίηση – υπερκέραση”. “Η κλασσική τακτική για να επιβληθεί κανείς ενός αντιπάλου του είδους αυτού”, έγραφε χαρακτηριστικά, “συνίστατο στο να τον ακινητοποιήσει με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, την ίδια στιγμή που άλλες δυνάμεις, ακόμα πιο ισχυρές, θα είχαν ως αποστολή να τον υπερκεράσουν, να τον περικυκλώσουν και να τον ρίξουν στη θάλασσα”.[29] Ακριβώς ό,τι έπραξε εν συνεχεία.

Στο αρχικό της στάδιο, η χερσαία επίθεση θα εκδηλωνόταν με έναν κυκλωτικό ελιγμό στα δυτικά και κατόπιν με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, η ολοκλήρωση της οποίας προσέβλεπε στην εξολόθρευση του ιρακινού στρατού, παγιδευμένου εντός του σχηματιζομένου από τον  Ευφράτη ποταμό (προς βορρά), την θάλασσα (προς ανατολάς) και το κύριο σώμα των δυνάμεων του συνασπισμού (προς νότο) τριγώνου. Στις 14 Νοεμβρίου, ο Schwarzkopf ανέλυσε το σχέδιο στους συνεργάτες του, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Νταχράν. Προκειμένου να επικρατήσει ενός εχθρού 450.000 ανδρών, έτοιμων να κάνουν χρήση χημικών όπλων, ιεράρχησε τους στόχους ως εξής:

  • εξουδετέρωση των κέντρων διοίκησης
  • εξασφάλιση της υπεροχής στους αιθέρες
  • εξουδετέρωση δυνατοτήτων χρήσης χημικών και βιολογικών όπλων
  • εξουδετέρωση της Προεδρικής Φρουράς
  • απελευθέρωση του Κουβέιτ από τα αραβικά στρατεύματα της συμμαχίας

Ενώ είχαν δαπανηθεί τέσσερις ολόκληροι μήνες προκειμένου να ολοκληρωθούν τα σχέδια προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της Σαουδικής Αραβίας, εκείνα της επιθετικής εκστρατείας εκπονήθηκαν μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Η αλήθεια είναι πως είχαν πλέον ξεπεραστεί ορισμένα πρακτικά προβλήματα (όπως π.χ. τα σχετικά με τη διερμηνεία μεταξύ αραβικής και αγγλικής γλώσσας). Σε τελευταία ανάλυση, ο επιθετικός σχεδιασμός εντυπωσιάζει με την απλότητά του.

Η εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης είχε προγραμματιστεί για το χρονικό διάστημα μεταξύ 15 και 20 Φεβρουαρίου 1991. Προηγουμένως όμως, έπρεπε να πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η ολοκλήρωση της μεταφοράς του 7ου Σώματος Στρατού από τη Γερμανία προς τη Σαουδική Αραβία καθυστερούσε. Επίσης, έπρεπε να πραγματοποιηθεί με απόλυτη μυστικότητα και τα ταχύτερο δυνατό η μετακίνηση δυο Σωμάτων Στρατού σε απόσταση 500 χιλιομέτρων προς δυσμάς, μέσα από την έρημο. Προκειμένου ο όλος ελιγμός να μπορέσει να κρατηθεί κρυφός, σχεδιάστηκε μια έντονη αεροπορική δραστηριότητα αντιπερισπασμού σε άλλα σημεία.

Της χερσαίας επίθεσης θα προηγείτο η (επίσης αεροπορική) επιχείρηση “Στιγμιαίος Κεραυνός” (Instant Thunder), με αποστολή να πληγούν στρατιωτικοί μόνο στόχοι και να αποφευχθούν στο έπακρο απώλειες αμάχων. Σκοπός ήταν να απομονωθεί το μελλοντικό πεδίο εχθροπραξιών από τον έξω κόσμο, να “τυφλωθεί” και “βουβαθεί” η ιρακινή άμυνα, τέλος, να εξουδετερωθεί η Προεδρική Φρουρά.

Το χερσαίο σκέλος, η επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου” (Desert Storm) διέθετε τέσσερις συνιστώσες, η σύγκλιση των οποίων ήταν απαραίτητη για μια ευτυχή διεκπεραίωση. Στη θάλασσα, μια αμφίβια δύναμη τριάντα περίπου πλοίων και 17.000 πεζοναυτών θα διατηρούσε συνεχή την απειλή μιας απόβασης στις ακτές του Κουβέιτ, εξαναγκάζοντας τους Ιρακινούς να διατηρούν εκεί ισχυρές δυνάμεις. Αν και δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των προτεραιοτήτων, το ενδεχόμενο μιας απόβασης δεν έπρεπε να αποκλειστεί ανάλογα με την εξέλιξη των επιχειρήσεων στους άλλους τομείς του μετώπου.

Στα βορειοανατολικά σύνορα της Σαουδικής Αραβίας με το Κουβέιτ, δυο Μεραρχίες Πεζοναυτών, συνεπικουρούμενες από σαουδαραβικές μονάδες ήταν επιφορτισμένες με τη διάσπαση του μετώπου και την προέλαση μέχρι τις παρυφές της πρωτεύουσας του εμιράτου με κατεύθυνση από νότο προς βορρά. Στον κεντρικό τομέα, αραβομουσουλμανικά στρατεύματα με πυρήνα δυο αιγυπτιακές Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, είχαν αναλάβει την θέση υπό έλεγχο του στρατηγικής σημασίας οδικού κόμβου στα βορειοδυτικά της πόλης του Κουβέιτ και την απελευθέρωση της τελευταίας. Ουδείς απέκλειε το ενδεχόμενο μιας λυσσαλέας αντιπαράθεσης μέσα στους δρόμους και τα κτήρια της πρωτεύουσας. Ο αδιαμφισβήτητου συμβολικού χαρακτήρα αυτός ρόλος ανήκε δικαιωματικά στις δυνάμεις του Κουβέιτ.

Στο αριστερό άκρο της συμμαχικής διάταξης, ένα αμερικανικό Σώμα Στρατού[30] θα διασπούσε τις γραμμές του αντιπάλου και θα αναπτυσσόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανακόψει την υποχώρηση των ισχυροτέρων μονάδων.[31]

Τέλος, το άρτι αφιχθέν από την Γερμανία πανίσχυρο 7ο Σώμα Στρατού, θα συγκέντρωνε το σύνολο των δυνάμεών του με στόχο την εξουδετέρωση και καταστροφή της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς.

Το συμμαχικό σχέδιο μάχης.

Στο πλαίσιο της γενικευμένης αυτής επιχείρησης, ο καθένας από τους συμμετέχοντες επωμίστηκε μια αποστολή, η οποία αποτελούσε συνδυασμό των πολιτικών στόχων της κάθε χώρας με τις τακτικές ανάγκες στο πεδίο των μαχών. Χρονολογικά, οι Βρετανοί υπήρξαν οι πρώτοι που ενημερώθηκαν σχετικά με τον αμερικανικό σχεδιασμό και για τον ρόλο που a priori τους αναλογούσε. Ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων Sir Peter de la Billière ενημερώθηκε από τον  Schwarzkopf προσωπικά, λίγο μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών (τέλη Νοεμβρίου). Απέκλεισε την δευτερεύουσας φύσης αποστολή που αρχικά προτάθηκε και εξασφάλισε την επί ίσοις όροις συμμετοχή των περίφημων “Ποντικών της Ερήμου” (Desert Rats) στο πλευρό του 7ου Σώματος Στρατού.

Οι δυο Μεραρχίες του αιγυπτιακού στρατού θα αναλάμβαναν, από κοινού με τις συριακές μονάδες, αρχικά την καθήλωση των Ιρακινών στον κεντρικό τομέα και κατόπιν την προέλαση με κατεύθυνση την πρωτεύουσα. Ο συντονισμός τους με τις δυνάμεις των Αμερικανών είχε σφυρηλατηθεί χάρη σε κοινά γυμνάσια, τα οποία είχαν προηγηθεί. Τα μάτια του αραβικού κόσμου ήταν στραμμένα επάνω τους. Η συνεργασία των Συρίων με την αμερικανική διοίκηση γινόταν μέσω του πρίγκιπα Khaled.

Ο ρόλος των Γάλλων διέφερε ανάλογα με τις εκτιμήσεις του στρατηγού Schmitt, αρχηγού του επιτελείου του γαλλικού στρατού, και του στρατηγού Schwarzkopf. Σύμφωνα με τον πρώτο, οι γαλλικές δυνάμεις, “δεδομένης της διάταξης και της δομής τους, έπρεπε να αναπτυχθούν στο δυτικό άκρο καλύπτοντάς το”.[32] Περισσότερο αυστηρός, ο δεύτερος διερωτάται: “Οι Γάλλοι δυσκολεύονταν να σκιαγραφήσουν τον ρόλο που επιθυμούσαν να επωμιστούν (…) ακόμα και η ίδια η συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν αβέβαιη. Τελικά, τον Δεκέμβριο, ο στρατηγός Schmitt, με πληροφόρησε πως η χώρα του επιθυμούσε να συμμετάσχει ενεργά στην επίθεση. Εξέφραζε ωστόσο επιφυλάξεις, κατά πόσο, στο πλαίσιο μιας μετωπικής σύγκρουσης, τα γαλλικά ελαφρά τεθωρακισμένα ήταν σε θέση να αναμετρηθούν με τα βαριά σοβιετικής κατασκευής ιρακινά άρματα μάχης. Κατόπιν τούτου, οι γαλλικές μονάδες ήταν όντως σε θέση να καλύψουν το δυτικό άκρο; Παρά ταύτα, δέχθηκα αμέσως. Αναζητούσα μια δύναμη γι’ αυτή την αποστολή και οι γαλλικές μονάδες ανταποκρίνονταν σε αυτό που έψαχνα”.[33]

Αριστερά: ο στρατηγός Maurice Schmitt, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού. Δεξιά: αφίσα αναμνηστικής έκθεσης σχετικά με τη συμμετοχή της Μεραρχίας Daguet, με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα ετών από τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Η πορεία προς την επίθεση

Ήδη από τα μέσα Δεκεμβρίου οι Αμερικανοί φαίνονταν πεπεισμένοι πως η επίθεση θα ήταν νικηφόρα. Αδυνατούσαν όμως να υπολογίσουν εκ των προτέρων το μέγεθος των απωλειών. Οι θεωρία, σύμφωνα με την οποία πίστευαν σε μηδαμινές, σχεδόν, απώλειες, διοχετεύθηκε μετά το πέρας του πολέμου.[34] Πρόκειται για μια πέρα ως πέρα λανθασμένη και ετεροχρονισμένη θεωρία. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τις προσπάθειες του αμερικανικού υγειονομικού μηχανισμού, προκειμένου να προετοιμαστεί a priori για βαρύ φόρο αίματος. Για την εκκένωση των τραυματιών είχαν επιστρατευθεί 220 ελικόπτερα, πάνω από 1.000 ασθενοφόρα και είχαν προβλεφθεί σε καθημερινή κλίμακα 30 πτήσεις αεροσκαφών C-130 με την προοπτική 74 επιπρόσθετων πτήσεων.[35] Παράλληλα, υπήρχε πρόβλεψη εντός του ιδίου του θεάτρου επιχειρήσεων για 18.530 νοσοκομειακές κλίνες και για 36.496 φιάλες αίματος των 250 ml.[36]

Το αμερικανικό πλωτό νοσοκομείο USNS Mercy (T-AH-19), ελλιμενισμένο στο Μπαχρέιν.

Η κρίσιμη απόφαση

Η επιλογή της ακριβούς ημερομηνίας έναρξης της επίθεσης υπήρξε αντικείμενο αναρίθμητων διαβουλεύσεων. Στην Ουάσινγκτον επικρατέστερη ήταν η άποψη πως η έναρξη των εχθροπραξιών έπρεπε να λάβει χώρα το συντομότερο δυνατό μετά τις 15 Ιανουαρίου 1991 και την εκπνοή της προθεσμίας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να μη διαρραγεί η συνοχή του συνασπισμού. Από τη δική του πλευρά, ο Schwarzkopf επιθυμούσε να ήταν απολύτως έτοιμος. Για το λόγο αυτό, απαρίθμησε μια σειρά επιφυλάξεων λογιστικής και μετεωρολογικής, ως επί το πλείστον, φύσεως προκειμένου να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο. Ήταν της άποψης πως μια παράταση της διάρκειας των προπαρασκευαστικών αεροπορικών επιχειρήσεων αρκούσε για κάτι τέτοιο. Στο όλο ζήτημα τύγχανε της αμέριστης υποστήριξης των Powell και Cheney. Στις 26 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε στους επιτελείς του ότι η αεροπορική επίθεση επρόκειτο να εκδηλωθεί σε ημερομηνία πολύ κοντινή με εκείνη της 15ης Ιανουαρίου. Στις 8 Ιανουαρίου, ο συνταγματάρχης Bell, ο οποίος είχε χριστεί από τον Schwarzkopf  “χρονικογράφος του πολέμου του Κόλπου” σημείωνε ότι: “15.00, τηλεφωνική σύσκεψη με τον στρατηγό Powell. Ο τελευταίος διαβίβασε στον CINC [Commander in Chief] προφορική διαταγή, σύμφωνα με την οποία η αεροπορική εκστρατεία θα ξεκινούσε στις 17 Ιανουαρίου στις 3.00”.[37]

Στις 11 Ιανουαρίου, στο Παρίσι, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας François Mitterrand ανακοίνωσε την πρόθεσή του να καλέσει την Εθνοσυνέλευση σε έκτακτη συνεδρία.[38] Πράγματι, η Εθνοσυνέλευση συνήλθε στις 16 Ιανουαρίου και εξέδωσε ψήφισμα στήριξης της πολιτικής, την οποία ακολουθούσε η κυβέρνηση σχετικά με την κρίση στον Περσικό Κόλπο.

Τέλος, στις 15 Ιανουαρίου στις 23.30, ο Schwarzkopf πληροφορήθηκε τηλεφωνικά πως η διαταγή περί έναρξης της επιχείρησης “Καταιγίδα της Ερήμου” στις 3.00 π.μ. της 17ης Ιανουαρίου είχε υπογραφεί από τους Cheney και Powell.

The Gulf Conflict Part 1 – Defensive Operations

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της   Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mission Centenaire 1914 – 1918).

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ    

2 Αυγούστου 1990

Εισβολή του ιρακινού στρατού στο Κουβέιτ. Ο εμίρης  Jaber Al Sabah και η οικογένειά του καταφεύγουν στη Σαουδική Αραβία. Σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ομόφωνη ψήφιση της απόφασης αρ. 660 περί άμεσης απόσυρσης των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

3 Αυγούστου

Οι υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ζητούν από την διεθνή κοινότητα να λάβει συγκεκριμένα μέτρα κατά του Ιράκ. Ο Αραβικός Σύνδεσμος καταδικάζει την εισβολή και απαιτεί με ψήφους 14 έναντι 4 (ΟΑΠ, Ιορδανία, Υεμένη, Σουδάν) την άμεση αποχώρηση των ιρακινών στρατευμάτων. Απουσιάζουν το Ιρακ και η Λιβύη.

6 Αυγούστου

Οι ΗΠΑ απορρίπτουν κάθε προοπτική συμβιβασμού με βάση μια προσάρτηση του Κουβέιτ στο Ιράκ. Ψήφισμα αρ. 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο αποδέχεται οικονομικές και στρατιωτικές κυρώσεις κατά του Ιράκ με ψήφους 14 και δυο αποχές (Κούβα και Υεμένη).

7 Αυγούστου

Έναρξη της επιχείρησης Ασπίδα της Ερήμου. Ο Saddam Hussein επικροτεί την εισβολή στο Κουβέιτ ως τερματισμό ενός αποικιακής φύσεως διαμελισμού σε βάρος του Ιράκ.

8 Αυγούστου

Η Βαγδάτη χαρακτηρίζει ως αμετάκλητη την κατοχή του Κουβέιτ. Διάγγελμα του προέδρου Bush προς τον αμερικανικό λαό, με το οποίο ανακοινώνει την αποστολή στρατευμάτων και πολεμικού υλικού στη Σαουδική Αραβία για την προάσπιση των ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ.

9 Αυγούστου

Ομόφωνο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας (αρ. 662) το οποίο καταδικάζει την προσάρτηση του Κουβέιτ. Το Ιράκ ζητεί από τους ξένους διπλωμάτες να εγκαταλείψουν το Κουβέιτ πριν από τις 24 Αυγούστου. Ο πρόεδρος Mitterrand αναγγέλλει την αποστολή στον Περσικό Κόλπο του αεροπλανοφόρου Clemenceau.

10 Αυγούστου

Ο Saddam Hussein κηρύσσει ιερό πόλεμο κατά των ξένων στρατευμάτων.

15 Αυγούστου

Η Βαγδάτη αποδέχεται τους κυριότερους όρους του Ιράν ενόψει ενός άμεσου τερματισμού του μεταξύ τους πολέμου.

18 Αυγούστου

Το Ιράκ αρχίζει να συγκεντρώνει ξένους υπήκοους ως ανθρώπινες ασπίδες γύρω από στρατηγικούς στόχους.

25 Αυγούστου

Στο Κουβέιτ, τα ιρακινά στρατεύματα πολιορκούν τις πρεσβείες των κρατών που αρνήθηκαν να το εκκενώσουν.

28 Αυγούστου

Η Βαγδάτη ανακοινώνει επίσημα την προσάρτηση του Κουβέιτ ως 19ης επαρχίας του Ιράκ.

9 Σεπτεμβρίου

Οι George Bush και Mikhail Gorbachev καταδικάζουν από το Ελσίνκι την εισβολή. Ο δεύτερος δηλώνει προβληματισμένος από τις πιθανές συνέπειες μιας πολεμικής εμπλοκής.

10 Σεπτεμβρίου

Εξομάλυνση των σχέσεων Ιράκ-Ιράν έπειτα από επίσκεψη στην Τεχεράνη του Ιρακινού υπουργού Εξωτερικών Tarek Aziz. Ομιλία του George Bush ενώπιον του Κογκρέσου όπου επαναλαμβάνει την απόφασή του περί δυναμικής παρέμβασης.

14 Σεπτεμβρίου

Επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στη Συρία. Το Λονδίνο ανακοινώνει την άμεση αποστολή μιας τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας. Εισβολή των ιρακινών δυνάμεων κατοχής στις ξένες πρεσβείες. Ο πρόεδρος Mitterrand ανακοινώνει την αποστολή στον Κόλπο υπολογίσιμων γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων.

23 Σεπτεμβρίου

Ο Saddam Hussein απειλεί να πλήξει το Ισραήλ και να καταστρέψει τις πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής.

3-5 Οκτωβρίου

Επίσκεψη του προέδρου Mitterrand στη Σαουδική Αραβία. Συναντάται με τις πρώτες γαλλικές μονάδες που είχαν μόλις καταφθάσει.

26 Οκτωβρίου

Η Ουάσινγκτον ανακοινώνει την αποστολή 100.000 επιπλέον ανδρών (οι αμερικανικές δυνάμεις στον Περσικό υπολογίζονταν ήδη σε 430.000 άνδρες).

29 Οκτωβρίου

Ο Mikhail Gorbachev επαναλαμβάνει την αντίθεσή του στην προοπτική μιας στρατιωτικής λύσης.

30 Οκτωβρίου

Στο Κουβέιτ εξακολουθούν να κρατούνται 3.700 υπήκοοι ξένων χωρών.

9 Νοεμβρίου

Ο Willy Brandt επιστρέφει από την Βαγδάτη με 174 απελευθερωθέντες Γερμανούς ομήρους. Η επίσκεψή του στην ιρακινή πρωτεύουσα υπήρξε αντικείμενο κριτικής.

22 Νοεμβρίου

Ο George Bush περνά την “Ημέρα των Ευχαριστιών” επισκεπτόμενος τα αμερικανικά στρατεύματα στη Σαουδική Αραβία.

23 Νοεμβρίου

Το Ιράκ προβαίνει σε μερική επιστράτευση των γεννηθέντων μεταξύ των ετών 1958 και 1960.

28 Νοεμβρίου

Το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδικάζει τις προσπάθειες του Ιράκ για αλλοίωση της πληθυσμιακής σύστασης του Κουβέιτ (Απόφαση αρ. 667).

29 Νοεμβρίου

Τελεσίγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τη Βαγδάτη περί πλήρους εκκένωσης του Κουβέιτ έως τις 15 Ιανουαρίου 1991 (Απόφαση αρ.668).

5 Δεκεμβρίου

Ο νεοδιορισθείς πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου John Major, τάσσεται υπέρ της πλήρους εφαρμογής των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

18 Δεκεμβρίου

Ο Saddam Hussein αποκλείει κάθε ενδεχόμενο έναρξης διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ. Θεωρεί ως προϋπόθεση την επίλυση του Παλαιστινιακού Ζητήματος.

23 Δεκεμβρίου

Ο Saddam Hussein δηλώνει πως σε περίπτωση πολέμου, το Ισραήλ θα είναι ο πρώτος στόχος των Ιρακινών ακόμα και αν απέχει από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

25 Δεκεμβρίου

Οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ τίθενται σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού.

29 Δεκεμβρίου

Φοβούμενες τη διενέργεια βακτηριολογικού πολέμου, οι ΗΠΑ και η Γαλλία ξεκινούν τον εμβολιασμό των στρατευμάτων τους στον Περσικό Κόλπο.

2 Ιανουαρίου 1991

Το ΝΑΤΟ αποστέλλει στην Τουρκία αεροπορικές ενισχύσεις έπειτα από έκκληση της κυβέρνησης της Άγκυρας.

3 Ιανουαρίου

Ο πρόεδρος Bush προτείνει μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της ειρήνης με συνομιλίες μεταξύ των δυο ΥΠΕΞ James Baker και Tarek Aziz στη Γενεύη.

4 Ιανουαρίου

Η Βαγδάτη αποδέχεται την πρόσκληση. Η συνάντηση ορίζεται για τις 9 Ιανουαρίου.

9 Ιανουαρίου

Ναυάγιο των συνομιλιών. Ο Tarek Aziz αρνείται να επιδώσει σημείωμα του Bush προς τον Saddam Hussein, χαρακτηρίζοντας ως απρεπές το ύφος και το περιεχόμενο. Ο ΓΓ του ΟΗΕ  Xavier Perez de Cuellar ανακοινώνει την πρόθεσή του να επισκεφθεί την Βαγδάτη. Το Γαλλικό Κοινοβούλιο καλείται σε έκτακτη συνεδρίαση για τις 17 Ιανουαρίου.

13 Ιανουαρίου

Πλήρης αποτυχία της τρίωρης συνάντησης του Xavier Perez de Cuellar με τον Saddam Hussein. Η Γερουσία και το Κογκρέσο εξουσιοδοτούν τον πρόεδρο Bush να υποστηρίξει με την δύναμη των όπλων την εφαρμογή των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Προβληματισμός και ανησυχία στο Ισραήλ. Η Συρία ανακοινώνει ότι θα επιτίθετο κατά του Ισραήλ σε περίπτωση εμπλοκής του τελευταίου στις πολεμικές επιχειρήσεις.

15 Ιανουαρίου

Εκπνοή του τελεσιγράφου του Συμβουλίου Ασφαλείας.

17 Ιανουαρίου

Έναρξη της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

[1] Σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Saddam Hussein βλ. την πραγματεία του Paul-Marie de la Gorce, » Le rapport de forces dans le Golfe «, στο Enjeux du Monde, bilans et perspectives 1991, Les Cahiers de la Fondation du Futur, σελ. 121-126.

[2] Serge July, εφημερίδα Libération, 12 Φεβρουαρίου 1991.

[3] Woodward (B.), Chefs de guerre, Calmann-Lévy, 1991, 393 σελ.

[4] Schwarzkopf, Mémoires, Plon, 1992, σελ. 338.

[5] To United States Central Command είναι ένα από τα σημαντικότερα διοικητικά όργανα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου ανέλαβε αρμοδιότητα για το σύνολο του χώρου της Μέσης Ανατολής.

[6] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 339.

[7] Ακόμα και η Ρωσία, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας προχώρησε στην καταδίκη της εισβολής και τοποθετήθηκε υπέρ της άμεσης απόσυρσης των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

[8] Ibid.

[9] Woodward, ο.π., σελ. 270. Είναι χαρακτηριστικό το ότι για την ώρα, ο βασιλιάς Fahd δεν προσέβλεπε σε άλλη συνδρομή πέραν εκείνης των ΗΠΑ και ορισμένων αραβικών κρατών.

[10] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 379.

[11] Journal dEgypte, 28 Σεπτεμβρίου 1990, αναφορά Awwad (Emad), στο Défense nationale,  “L’invasion du Koweït et le problème palestinien”, Φεβρουάριος 1991, σελ. 123.

[12] Βλ. σχετικά το άρθρο του Eberhard Kienle, » Vainqueurs et vaincus : les Syriens et leur régime après la guerre du Koweït » στο Crise du Golfe et ordre politique au MoyenOrient, op. cit.,σελ. 251-261.

[13] Επιλεγμένος από την κυβέρνηση του Ριάντ ως επίσημος συνομιλητής του στρατηγού Schwarzkopf, ο πρίγκιπας Khaled Bin Sultan ήταν ανηψιός του βασιλιά Fahd και εγγονός του Ibn Saud. Ήταν απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής του Sandhurst (ΗΒ) και της Ανώτατης Σχολής Πολεμικής Αεροπορίας (ΗΠΑ). Ο πατέρας του, πρίγκιπας Sultan, ήταν εν ενεργεία υπουργός Άμυνας και Αεροπορίας.

[14] Αντίστοιχα πρόεδρος – υπουργός Άμυνας – αρχηγός ΓΕΕΘΑ (Chairman, Joint Chiefs of StaffCJCS).

[15] Ο πίνακας καταρτίστηκε από τον συγγραφέα με γνώμονα L’Année stratégique 1990 και  Final Report to the American Congres.

[16] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 366.

[17] Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας αρ. 660 απαιτούσε, ήδη από τον μήνα Αύγουστο, την άμεση και άνευ όρων απόσυρση των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

[18] 1η Μηχανοκίνητη Μεραρχία.

[19] 7ο Σώμα Στρατού, αποτελούμενο από τις 1η και 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και το 2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένου Ιππικού.

[20] 25 μονάδες συνοδείας και υποστήριξης των αεροπλανοφόρων America, Roosevelt και Ranger.

[21] 2η Μεραρχία Πεζοναυτών και 5η Αμφίβια Ταξιαρχία Πεζοναυτών.

[22] Μεταξύ των οποίων 48 F-15, 18 F-117, 32 F-111, 8 B-52 και 32 C-130.

[23] The Year of Desert Storm, 1991 Green Book, σελ. 93-95.

[24] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 443.

[25] 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, 3η Μηχανοκίνητη Μεραρχία, 20ό Σύνταγμα Ειδικών Δυνάμεων.

[26] 9η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και ένα Σύνταγμα Ειδικών Δυνάμεων.

[27] Βλ. σχετικά τις αναλύσεις του Edward Luttwak στο La Grande Stratégie de lEmpire romain, Economica, 1987, 257 σελ.

[28] Στρατηγός Maurice Schmitt, De Diên Biên Phu à Koweït City, Grasset, 1992, σελ. 204.

[29] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 410.

[30] Επρόκειτο για το 18ο Σώμα Στρατού.

[31] Η γαλλική 6η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Daguet είχε τεθεί υπό την επιχειρησιακή διοίκηση του 18ου ΣΣ. Είχε ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας και από μια Ταξιαρχία Πυροβολικού, αμφότερες αμερικανικές.

[32] Schmitt, op. cit., σελ. 204.

[33] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 441.

[34] Αντιθέτως “Στην Ουάσινγκτον κυκλοφορούσε η φήμη ότι το Πεντάγωνο είχε παραγγείλει 16.000 φέρετρα ενόψει της έναρξης των χερσαίων επιχειρήσεων”. Βλ. Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), The Imperial Temptation, The new world order and America’s purpose, Council on Foreign Relations Press, New-York, 1992, σελ. 73.

[35] Final Report to Congress, op. cit., παράρτημα G, σελ. G 20. Σημειωτέον πως ένα αεροσκάφος τύπου C-130 δύναται να μεταφέρει άνω των 90 φορεία.

[36] Επιπλέον 5.500 κλίνες και 10.962 φιάλες αίματος ήταν διαθέσιμες σε νοσοκομειακές μονάδες της Ευρώπης.

[37] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 458.

[38] Στην εν λόγω σύσκεψη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών, Εσωτερικών και Εθνικής Άμυνας, ο γενικός γραμματέας της προεδρίας της Δημοκρατίας, η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και ο αρχηγός του επιτελείου του προέδρου. Υπό την ίδια σύνθεση, η παραπάνω ομάδα συνερχόταν σε καθημερινή, σχεδόν, κλίμακα καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Γιάννης Μουρέλος: Antoine de Saint-Exupéry. Ο αδόκητος χαμός ενός Μικρού Πρίγκιπα

Γιάννης Μουρέλος

 Antoine de Saint-Exupéry. Ο αδόκητος χαμός ενός Μικρού Πρίγκιπα

 

Στις 08.45΄ της 31ης Ιουλίου 1944, ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος τύπου Lockheed P38 Lightning, απογειώθηκε από το αεροδρόμιο της πόλης Μπαστιά της βορειοανατολικής Κορσικής. Έφερε στην άτρακτο τα διακριτικά της US Air Force μαζί με την χαρακτηριστική τρίχρωμη κονκάρδα με τον σταυρό της Λωρραίνης των Ελευθέρων Γάλλων του στρατηγού De Gaulle. Στο χειριστήριο καθόταν ένας επισμηναγός 44 ετών, πασίγνωστος από την εποχή του μεσοπολέμου και την εποποιία των πρωτοπόρων της Aéropostale, μιας εταιρίας, η οποία μεταξύ των ετών 1918 και 1933 είχε εξειδικευτεί στην εναέρια ταχυδρομική σύνδεση ανάμεσα στο μητροπολιτικό έδαφος και στις γαλλικές αποικιακές κτήσεις, κυρίως, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Πάνω απ’ όλα όμως, ο Antoine de Saint-Exupéry ήταν γνωστός για τα μνημειώδη μυθιστορήματα που είχε συγγράψει, με κορυφαίο βέβαια το ποιητικό διήγημα που θα συντροφεύει για πάντα τα όνειρα των παιδιών αλλά και όλων όσων ενηλίκων επιθυμούν και  γνωρίζουν τον τρόπο να παραμείνουν παιδιά: τον Μικρό Πρίγκιπα. Το αεροσκάφος ουδέποτε επέστρεψε στη βάση του. Τα ίχνη του χάθηκαν πάνω από τη Μεσόγειο, στα ανοικτά της Μασσαλίας, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το 1998, ένας ψαράς εντόπισε μια αλυσίδα χεριού με χαραγμένα τα ονόματα του συγγραφέα και της συζύγου του, Consuelo, με καταγωγή από το Σαλβαδόρ. Τον Μάιο του 2000, ένας δύτης ανακάλυψε το ναυάγιο  ενός Lightning P38 στον βυθό της ίδιας ακριβώς περιοχής, όπου δυο χρόνια νωρίτερα είχε αλιευθεί η αλυσιδα. Τον Οκτώβριο του 2003, το αεροσκάφος ανελκύστηκε από τη θάλασσα. Λίγους μήνες αργότερα, χάρη σε μια πλακέτα με χαραγμένο επάνω της τον αριθμό του τελευταίου που η κατασκευάστρια εταιρία είχε την πρόνοια να βιδώσει στο χειριστήριο, η ταυτοποίηση με το απωλεσθέν αεροσκάφος πραγματοποιήθηκε με τον πλέον επίσημο και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Εάν όμως εντοπίστηκε το ακριβές σημείο της πτώσης στη θάλασσα, δεν συνέβη το αυτό και με τη σορό του συγγραφέα, η οποία δεν βρέθηκε ποτέ. Η δε πραγματογνωμοσύνη απέδειξε ότι, λίγο προτού συντριβεί, το αεροσκάφος είχε χάσει κατακόρυφα ύψος. Από εκεί και έπειτα, δεν έχουν εξυχνιαστεί οι λόγοι, οι οποίοι προκάλεσαν την πτώση. Εφόρμηση εναντίον εχθρικού αεροσκάφους, θύμα κατάρριψης, μηχανική βλάβη, απώλεια αισθήσεων του χειριστή, δυσμενείς καιρικές συνθήκες είναι οι επικρατέστερες εκδοχές. Εξετάζεται και αυτό ακόμα το ενδεχόμενο της αυτοχειρίας. Τα ερωτηματικά, τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται, εξάπτουν τη φαντασία της κοινής γνώμης, σε συνδυασμό, πάντοτε, με την δημοτικότητα του συγγραφέα, την υποσυνείδητη ταύτιση του τελευταίου με τον Μικρό Πρίγκιπα και την τραγική κατάληξη αμφοτέρων.

Το ναυάγιο του αεροσκάφους.

La disparition de Saint-Exupéry : découverte et identification de son avion | Futura

 

Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια

(1900 – 1921)

Ο Antoine Marie Jean-Baptiste Roger, κόμης Saint-Exupéry, όπως άλλωστε προδίδει το μακρόσυρτο όνομά του, ήταν γόνος μιας παλιάς, κάπως ξεπεσμένης, επαρχιακής αριστοκρατικής οικογένειας. Είδε το φως της ημέρας στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών. Τα νεανικά του χρόνια στιγματίστηκαν από τον θάνατο του πατέρα (1904) και του μικρότερου αδελφού του (1916). Παρά ταύτα, ο Saint-Exupéry έζησε μια άνετη παιδική και εφηβική ζωή χάρη στην ευσυνειδησία της μητέρας του, που ανέλαβε μόνη την ανατροφή των πέντε παιδιών της εμφυσώντας στα τελευταία  έναν ανθρωπισμό και έναν σεβασμό προς τρίτους, που ο μικρός Antoine φρόντισε να διατηρήσει εφ’ όρου ζωής. Οι επιδόσεις του στο σχολείο ήταν μέτριες, οι δε μαρτυρίες δασκάλων και  συμμαθητών τον περιγράφουν ως απείθαρχο, ονειροπόλο, συχνά αφηρημένο και επιρρεπή προς την αίσθηση και τη σκέψη της περιπέτειας. Το 1914, τα δυο αγόρια της οικογένειας φοίτησαν σε καθολικό σχολείο της Ελβετίας, μακριά  από τα δεινά του πολέμου που μόλις είχε ξεσπάσει. Οι γυμνασιακές σπουδές ολοκληρώθηκαν το 1917 στη Λυών. Τότε είναι που ο Saint-Exupéry έχασε τον μικρό του αδελφό από ρευματικό πυρετό, γεγονός που τον έθλιψε βαθύτατα. Συμμορφούμενος με την επιθυμία της (ζωγράφου) μητέρας του, εγγράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, καταναλώνοντας τις ώρες του περισσότερο στα καφενεία της πρωτεύουσας, συνεπαρμένος από τους ξέφρενους ρυθμούς της μεταπολεμικής εποχής, και λιγότερο στα έδρανα της Σχολής. Το 1921 είχε φτάσει σε ηλικία εκπλήρωσης των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Ακριβώς τότε προέκυψε το πάθος για την αεροπλοΐα.

Τα πέντε παιδιά της οικογένειας Saint-Exupéry το 1907, σε φωτογραφία του Frédéric Boissonnas. Από αριστερά προς δεξιά: Marie-Madeleine, Gabrielle, François, Antoine και Simone.

 Τα μεσοπολεμικά χρόνια

(1921 – 1940)

Τον Απρίλιο του 1921 ο Saint-Exupéry κατατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία αρχικά ως μηχανικός. Μετατεθείς διαδοχικά σε διάφορες αεροπορικές βάσεις (Στρασβούργο, Καζαμπλάνκα, Istres, Avord, Βερσαλλίες, Villacoublay, Bourget) απέσπασε ταχύτατα δίπλωμα πιλότου. Τον Μάιο του 1923, υπέστη το πρώτο του ατύχημα στον διάδρομο προσγείωσης του αεροδρομίου Bourget εξαιτίας μιας λανθασμένης εκτίμησης σε ένα αεροσκάφος, επί του οποίου δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Αποστρατεύτηκε τον επόμενο Ιούνιο και παρά το πρόσφατο ακόμη ατύχημα, ευελπιστούσε να σταδιοδρομήσει στην Πολεμική Αεροπορία, προοπτική, στην οποία οι οικείοι του αντιστάθηκαν με σθένος. Ακολούθησε μια τριετία ανιαρών απασχολήσεων έως ότου, το 1926, εμφανιστεί εκ νέου η ευκαιρία να πετάξει. Τού την προσέφερε ο Didier Daurat, διευθυντής εκμετάλλευσης των γραμμών της εταιρίας εναερίων ταχυδρομικών μεταφορών Latécoère, η οποία, το 1929, μετονομάστηκε  σε Compagnie générale aéropostale ή σκέτο  Αéropostale. Έως το κλείσιμο της εταιρίας το 1932, ο Saint-Exupéry τοποθετήθηκε διαδοχικά στο Μαρόκο και στην Αργεντινή, όπου συνέβαλε σημαντικά στην επέκταση του δικτύου της εταιρίας, ειδικότερα προς την Παταγονία. Μαζί με τους συναδέλφους και επιστήθιους φίλους του Jean Mermoz και Henri Guillaumet συγκρότησε μια “θρυλική” τριανδρία πρωτοπόρων πιλότων. Όλοι τους έπεσαν εν ώρα υπηρεσίας το 1936, το 1940 και το 1944. Οι εμπειρίες του Saint-Exupéry καταγράφηκαν από τον ίδιο σε δυο μυθιστορήματα: Courrier sud (1929) και Vol de nuit (1931). Το δεύτερο ειδικότερα, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Κεντρικός ήρωας είναι ο επικεφαλής μιας εταιρίας εναερίων ταχυδρομικών μεταφορών ονόματι Rivière (ο συγγραφέας έχει κατά νου τον Didier Daurat), ο οποίος, προσπαθεί να αποδείξει την υπεροχή του αεροπλάνου έναντι του σιδηροδρόμου. Μέσα σε αυτό το οξύ ανταγωνιστικό κλίμα επιβάλει στους πιλότους ένα πρόγραμμα νυκτερινών πτήσεων ανάμεσα στο Μπουένος Άιρες και την Παταγονία, εξαιρετικά επικίνδυνων, που επιτρέπει, ωστόσο, να καλυφθούν οι όποιες καθυστερήσεις της ημέρας. Για τον Rivière η διεκπεραίωση του ταχυδρομείου είναι ιερή.  Το τελευταίο πρέπει να φτάνει στον προορισμό του σε καθημερινή κλίμακα την ίδια, μάλιστα, ώρα. Υπεύθυνοι είναι οι πιλότοι, που οφείλουν να προσαρμόσουν τον τρόπο και τους ρυθμούς της ζωής τους στις επιταγές της εταιρίας. Έπειτα από ένα θανατηφόρο περιστατικό, ο Rivière καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να πείσει τους υφισταμένους του πως ακόμα και η απώλεια μιας ζωής μπορεί να θεωρηθεί τίμημα για την εκπλήρωση της αποστολής.

Δίκτυο, ωράρια πτήσεων και τιμοκατάλογος της Αéropostale το 1930.

Το ύφος της γραφής είναι σκληρό, ρεαλιστικό και απαλλαγμένο από πάσης φύσεως λογοτεχνικές φιοριτούρες. O Saint-Exupéry αφηγείται μια αυτοβιογραφική εμπειρία εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ δυο ξεχωριστών ανθρώπινων χαρακτήρων. Εκείνου που χαλυβδώνει την αφοσίωση των υφισταμένων του στην εκπλήρωση μιας επικίνδυνης αποστολής και εκείνου (πρόκειται για τον πιλότο που χάνει τη ζωή του σε ώρα υπηρεσίας) που αποποιείται ο,τιδήποτε τον αφορά σε ατομικό επίπεδο προς όφελος του κοινού, πάντοτε, χρέους που αμφότεροι, ελεύθερα και έχοντας απόλυτη συναίσθηση των συνεπειών και των κινδύνων, διακονούν. Επιλέγοντας ως φόντο την οργάνωση και την εν γένει λειτουργία της  Αéropostale, ο συγγραφέας στρέφεται γύρω από την προβληματική του ήρωα, για τον οποίο κάθε πράξη και ενέργεια ενέχει το στοιχείο του απόλυτου (μεταξύ άλλων και αυτή ακόμα την απώλεια της ζωής). Το μεγαλείο του ήρωα συνίσταται στο να παραμερίσει τον εαυτό του ευρισκόμενος μπροστά στο απόλυτο, να καταφέρει να κυριαρχήσει τα συναισθήματά του και να διαχειριστεί τη μοναξιά του μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Πρόκειται για το βαθύτερο δίδαγμα του μυθιστορήματος, το οποίο σηματοδοτεί συνάμα και την ηθική του Saint- Exupéry, έτσι όπως την ξεδιπλώνει στα μεταγενέστερα γραπτά του.

L’Envol des Pionniers – Film Arte

Το 1931, ο Saint-Exupéry νυμφεύτηκε την Consuelo Suncín de Sandoval Zeceña, γόνο εύπορου γαιοκτήμονα, συγγραφέα και ζωγράφο με καταγωγή από το Σαν Σαλβαδόρ. Η σχέση τους υπήρξε θυελλώδης, εν μέρει εξαιτίας της ριψοκίνδυνης ενασχόλησης του Antoine με την αεροπλοΐα και των περιστασιακών εξωσυζυγικών του περιπετειών οσάκις βρισκόταν μακριά από την Γαλλία. Παραταύτα, ο γάμος τους άντεξε στους κλυδωνισμούς και μόνο ο θάνατος του συγγραφέα υπήρξε εκείνος που χώρισε τελικά το ζεύγος. Η Consuelo κατέθεσε τα κατάλοιπα του συζύγου της στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας. Σύμφωνα με τους όρους της δωρεάς, τα τελευταία θα είναι προσβάσιμα στο ερευνητικό κοινό από το 2053 και μετά. Η Consuelo απεβίωσε το 1979. Το 2000 κυκλοφόρησαν οι Αναμνήσεις της με τον τίτλο Memorias de La Rosa, σαφής υπαινιγμός στο τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκιπα. Το χειρόγραφο βρέθηκε τυχαία μέσα σε ένα μπαούλο. Την έκδοση επιμελήθηκε ο βιογράφος του Saint-Exupéry, Alain Vircondelet, οι δε Αναμνήσεις  γνώρισαν  αξιοσημείωτη επιτυχία. Έως το 2011, είχαν μεταφραστεί σε δεκαέξι διαφορετικές γλώσσες.

Antoine και Consuelo de Saint-Exupéry.

To 1932, η  Αéropostale συγχωνεύτηκε με άλλες αεροπορικές εταιρίες (Air Orient, Société Générale de Transport Aérien, Air Union, Compagnie Internationale de Navigation) συγκροτώντας την Air France. Για τον Saint-Exupéry άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο καθώς επιδόθηκε στη δημοσιογραφία. Συνέχισε ταυτόχρονα να πετά ως πιλότος δοκιμών και κατάρριψης ρεκόρ χρόνου. Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου στάλθηκε στη γαλλική Ινδοκίνα (σημερινό Βιετνάμ) το 1934, στη Μόσχα το 1935 και στην Ισπανία το 1936, προκειμένου να καλύψει τον εκεί εμφύλιο πόλεμο. Από τις αποστολές αυτές επέστρεψε με ολόκληρη δεξαμενή εμπειριών και αναμνήσεων που του επέτρεψαν να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και συμπεριφορά. Το καταστάλαγμα υπήρξε η συγγραφή του μυθιστορήματος Terre des hommes, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε το 1939, απόσπασε το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας.

Τον Δεκέμβριο του 1935, ο Saint- Exupéry ανταποκρίθηκε σε μια πρόκληση. Να καταρρίψει το ρεκόρ χρόνου στη διαδρομή Παρισιού-Σαϊγκόν μήκους 16.000 χιλιομέτρων, που λίγες μέρες νωρίτερα ο αεροπόρος André Japy είχε διατρέξει σε τρεις ημέρες και 15 ώρες. Το έπαθλο κυμαινόταν μεταξύ 150.000 και 500.000 γαλλικών φράγκων ανάλογα με την επίδοση. Στις 30 Δεκεμβρίου το αεροσκάφος τύπου Caudron-Renault Simoun απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Bourget. Μαζί με τον κυβερνήτη επέβαινε και ο μηχανικός Jean Prévost. Πρώτος σταθμός ήταν η Τύνιδα. Λίγο μετά την αναχώρηση από εκεί και ενώ πετούσε πάνω από την έρημο της Λιβύης, το αεροσκάφος κτύπησε πάνω στον βράχο ενός φαραγγιού και συνετρίβη στο έδαφος. Έπειτα από τρεις ημέρες περιπλάνησης δίχως νερό, οι Saint- Exupéry και Prévost εντοπίστηκαν από Βεδουίνους και διασώθηκαν in extremis. Ένα μήνα αργότερα, ο συγγραφέας περιέγραψε την εμπειρία του μέσα από τις στήλες της εφημερίδας L’ Intransigeant: “Δεν ένοιωσα παρά έναν τρομακτικό κρότο που έσεισε συθέμελα τον κόσμο ολάκερο. Είχαμε κτυπήσει στο έδαφος με ταχύτητα 270 χιλιομέτρων την ώρα. […] Μέσα μου δεν αισθανόμουν παρά μια υπέρμετρη αναμονή. Εκείνη του αστραφτερού άστρου μέσα στο εκτυφλωτικό φως του οποίου περιμέναμε να χαθούμε. Μα δεν εμφανίστηκε τέτοιο άστρο, παρά μόνο ένα είδος σεισμού που διέλυσε το πιλοτήριο, ξεχαρβάλωσε τα παράθυρα και εκσφενδόνισε λαμαρίνες σε μια ακτίνα εκατό μέτρων, πλημμυρίζοντας με θόρυβο ακόμα και τα ίδια μας τα σπλάχνα”.

Η συντριβή του αεροσκάφους στην έρημο της Λιβύης στις 30 Δεκεμβρίου 1935. Η φωτογραφία φέρει την ιδιόχειρη αφιέρωση: “Στον φίλο Hirsch, σε ανάμνηση μελαγχολικών ημερών…”. Στο αριστερό άκρο διακρίνεται η χιουμοριστική ένδειξη: “Οφθαλμοπάτη λίμνης”.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1938, επιχειρώντας να καταρρίψει το ρεκόρ της διαδρομής ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Punta Arenas (νότια Χιλή), ο Saint-Exupéry βίωσε ανάλογη εμπειρία, καθώς το αεροσκάφος κατέπεσε λόγω υπέρμετρου βάρους στη Γουατεμάλα. Αιτία του ατυχήματος ήταν μια παρεξήγηση μεταξύ του πληρώματος και του προσωπικού εδάφους. Το μεν πρώτο ζήτησε ανεφοδιασμό υπολογίζοντας τον όγκο των καυσίμων σε λίτρα, το δε δεύτερο είχε κατά νου τη μέτρηση σε γαλόνια, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το αεροσκάφος με τετραπλάσιο βάρος. Για μια ακόμη φορά η μοίρα συμπεριφέρθηκε μεγαλόψυχα. Ο συγγραφέας-πιλότος επέζησε, φέροντας ωστόσο σοβαρά κατάγματα.

Τα τρία έργα της περιόδου του μεσοπολέμου, τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτοβιογραφικά.

Ο πόλεμος, η διαμονή στη Νέα Υόρκη και η συγγραφή του Μικρού Πρίγκιπα

(1941-1943)

Με την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939 και τη γενική επιστράτευση που ακολούθησε, ο  Saint-Exupéry επανήλθε στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας δεκαέξι χρόνια έπειτα από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Κατά τις λίγες εβδομάδες που διήρκεσε η Μάχη της Γαλλίας (Μάιος-Ιούνιος 1940) διεκπεραίωσε αναγνωριστικές πτήσεις κυβερνώντας ένα αεροσκάφος τύπου Bloch MB.174. Τον Νοέμβριο του 1940, έξι μήνες έπειτα από τη συνθηκολόγηση της χώρας του, αναχώρησε για τη Λισαβόνα από όπου μπάρκαρε για τις ΗΠΑ. Έφτασε στη Νέα Υόρκη στις 31 Δεκεμβρίου. Είχε σκοπό να παραμείνει εκεί για τέσσερις εβδομάδες. Τελικά έμεινε επί 27 ολόκληρους μήνες. Του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή. Στις 14 Ιανουαρίου 1941, σε επίσημο δείπνο όπου παρέστησαν 1.500 συνδαιτυμόνες, του απονεμήθηκε με ένα έτος καθυστέρηση το βραβείο National Book Award για την αμερικανική έκδοση του Terre des hommes (Wind, Sand and Stars). Μεταξύ Ιανουαρίου 1941 και Απριλίου 1943 μοίρασε τη διαμονή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στον 23ο όροφο ενός ουρανοξύστη του νοτίου Manhattan και ένα εξοχικό στο Long Island που του είχαν βρει οι εκδότες του. Μη έχοντας κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο κατά νου, πείστηκε να γράψει ένα βιβλίο για τη Μάχη της Γαλλίας, σε μια προσπάθεια να επισπεύσει την έξοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν η νουβέλα Pilote de guerre (Flight to Arras), στο οποίο αφηγείται τις αναγνωριστικές αποστολές στα όρια της αυτοκτονίας, που ο ίδιος είχε διεκπεραιώσει ενόσω μαίνονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Το βιβλίο κυκλοφόρησε ταυτόχρονα και στις δύο γλώσσες τον Φεβρουάριο του 1942, και ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονταν πλέον σε εμπόλεμο καθεστώς με την Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Η αποφασιστικότητα των Γάλλων αεροπόρων να αντιμετωπίσουν ισότιμα τους Γερμανούς, με τον τρόπο, με τον οποίο περιγράφεται από τον συγγραφέα, εξέπληξε και εντυπωσίασε θετικά το αμερικανικό αναγνωστικό κοινό που είχε σχηματίσει διαφορετική και μάλλον υποτιμητική εικόνα για την καταρεύσασα Γαλλία. Το βιβλίο έγινε πολύ σύντομα μπεστ-σέλερ, ο δε Saint- Exupéry με παιδική, σχεδόν, απόλαυση, καμάρωνε βλέποντάς το να διαφημίζεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Εντούτοις, η γενικότερη κατάσταση ήταν αρκετά προβληματική. Αφικνούμενος στη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας βρήκε μια γαλλική κοινότητα βαθιά διχασμένη ανάμεσα σε οπαδούς του καθεστώτος του Vichy και σε υποστηρικτές της μαχόμενης Γαλλίας του στρατηγού De Gaulle. Ο ίδιος ανήκε μάλλον στην πρώτη κατηγορία, αν και αντίθετος με την ιδέα της συνεργασίας με τον κατακτητή. Στην αμερικανική μεγαλούπολη η πλάστιγγα της κοινής γνώμης με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο έκλινε υπέρ της κίνησης των Ελευθέρων Γάλλων. Όμως, θα έλεγε  κανείς πως ο Saint-Exupéry είχε υιοθετήσει την επίσημη θέση της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία διατηρούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με το καθεστώς του Vichy ελπίζοντας πως με την ενέργεια αυτή θα ενίσχυε, εντός του τελευταίου, την μετριοπαθή πτέρυγα, εκείνη δηλαδή  που αντιτίθετο στη συνεργασία με τους Γερμανούς. Επιπρόσθετα, ήταν γνωστή η απέχθεια, την οποία ο πρόεδρος Roosevelt έτρεφε εναντίον του De Gaulle προσωπικά, χαρακτηρίζοντάς τον ως “μαθητευόμενο δικτάτορα”. Οι διμερείς διπλωματικές σχέσεις διακόπηκαν με τη δύση του 1942, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην ελεύθερη ζώνη (νότια Γαλλία), την επομένη της αμερικανικής απόβασης στις ακτές της βορείου Αφρικής. Η άρνηση, όμως, του  Saint- Exupéry να προσχωρήσει στο γκωλικό κίνημα υπήρξε ζημιογόνα για αμφότερα τα μέρη. Στέρησε τον De Gaulle από ένα σημαντικό, επικοινωνιακά, στήριγμα, ενώ, από την άλλη πλευρά, μετρίασε δραστικά στους κόλπους της γαλλικής κοινότητας της Νέας Υόρκης τον ενθουσιασμό και τη θέρμη της αρχικής υποδοχής, της οποίας είχε τύχει ο συγγραφέας.

Pilote de guerre ή Flight to Arras. Το πρώτο βιβλίο του Saint-Exupéry γραμμένο στη Νέα Υόρκη.

Γενικότερα, η υγεία του Saint- Exupéry είχε επιβαρυνθεί από τα απανωτά αεροπορικά ατυχήματα, θύμα των οποίων είχε πέσει κατά την τελευταία εικοσαετία. Δεν μπορούσε να πετάξει, να δημοσιεύσει στην κατεχόμενη πατρίδα του, να εναρμονιστεί με τους ρυθμούς και την καθημερινότητα της αμερικανικής μεγαλούπολης. Η αδυναμία του να χειριστεί την αγγλική γλώσσα τον είχε ουσιαστικά καταδικάσει σε απομόνωση. Τα νέα συγγενών και φίλων που είχαν μείνει πίσω έφταναν με το σταγονόμετρο. Η σχέση του με την Consuelo διένυε οριακή καμπή, καθώς η τελευταία διέμενε σε χωριστό διαμέρισμα του ιδίου κτηρίου ενώ συχνά δεν επέστρεφε τα βράδια. Μέσα σε αυτό το καθόλα καταθλιπτικό ψυχολογικό περίγραμμα γεννήθηκε στο δεύτερο εξάμηνο του 1942, τόσο στο διαμέρισμα του Manhattan όσο και στο εξοχικό του Long Island, ο Μικρός Πρίγκιπας.

Ο Saint-Exupéry στο Manhattan το 1942 (Πηγή: Fondation Antoine de Saint-Exupéry, Παρίσι).

Θα προτιμούσα να είχα ξεκινήσει την ιστορία αυτή σαν ένα παραμύθι” εκμυστηρεύτηκε κάποτε ο συγγραφέας. Η παραδοχή αρκεί από μόνη της για να αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Γιατί κάτω από την επίφαση ενός παιδικού μυθιστορήματος, ο Μικρός Πρίγκιπας  είναι στην πραγματικότητα ένα  φιλοσοφημένο έργο, ένας βαθυστόχαστος προβληματισμός πάνω σε έναν κόσμο που σπεύδει με αλματώδεις ρυθμούς προς την αυτοκαταστροφή, εν πολλοίς, μια αλληγορία ενός τρομακτικού πολέμου, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, δίχως να είναι ακόμα ορατός ο τερματισμός του. Αν και μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα από αναγνώστες κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα βιβλίο για παιδιά με τελικούς αποδέκτες τους ενήλικες. Ναι μεν η αφήγηση είναι γεμάτη παράδοξα και ειρωνεία, υπό διαφορετική όμως οπτική είναι σε θέση να κεντρίσει τη φαντασία ενός παιδιού ηλικίας 8 έως 10 ετών. Το φαντασιακό στοιχείο λειτουργεί ακριβώς επειδή η όλη λογική της πλοκής στηρίζεται στην παιδική φαντασία και όχι στον ρεαλισμό των ενηλίκων. Ένα δισυπόστατο χάρισμα που αποτελεί και το κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα του κειμένου. Η γλώσσα είναι λιτή, συνάμα όμως εξαιρετικά εκλεπτυσμένη, ενώ η διήγηση εικονογραφείται από υδατογραφίες ζωγραφισμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Εξίσου απλή είναι και η υπόθεση.

Αφηγητής είναι ένας πιλότος, ο οποίος έχει ακινητοποιηθεί στην έρημο της Σαχάρας εξαιτίας μιας μηχανικής βλάβης του αεροσκάφους. Καθώς επιχειρεί να την επιδιορθώσει, κάνει την εμφάνισή του ένα μικρό αγόρι που τον παρακαλεί να ζωγραφίσει ένα πρόβατο. Μέρα με τη μέρα, ο αεροπόρος πληροφορείται την ιστορία του αγοριού, το οποίο αποκαλύπτει πως προέρχεται από έναν μικροσκοπικό αστεροειδή, τον Β 612, όπου έχει αφήσει ένα τριαντάφυλλο και τρία ηφαίστεια. Ειδικά το τριαντάφυλλο είναι τόσο όμορφο, που ο Μικρός Πρίγκηπας το έχει ερωτευτεί. Ταυτόχρονα όμως, διαισθάνεται πως το τελευταίο προσπαθούσε να επωφεληθεί από τα συναισθήματά του. Για το λόγο αυτό αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον αστεροειδή.  Διηγείται επίσης ότι, προτού φτάσει στη Γη, είχε επισκεφθεί κι άλλους πλανήτες, όπου είχε συναντήσει παράξενους ανθρώπους: έναν αλαζόνα βασιλιά που ισχυριζόταν πως κυβερνούσε με απολυταρχικό τρόπο, έναν ματαιόδοξο άνθρωπο, ο οποίος αυτοθαυμαζόταν ως ο πιο όμορφος και ο πιο έξυπνος από όλους αν και ήταν ο μοναδικός κάτοικος του πλανήτη του, έναν επιχειρηματία, ιδιοκτήτη πολλών άστρων, που περνούσε όλο τον χρόνο του μετρώντας τα τελευταία, έναν μέθυσο που έπινε για να ξεχάσει ότι πίνει, έναν νυκτοφύλακα που άναβε ασταμάτητα και με παράλογο τρόπο τους φανοστάτες των δημοσίων χώρων, τέλος, έναν ηλικιωμένο γεωγράφο, ο οποίος κατέγραφε σε τεραστίων διαστάσεων τετράδια τα στοιχεία που του προσκόμιζαν οι εξερευνητές. Πάνω στη Γη, ο Μικρός Πρίγκιπας συνάντησε μια αλεπού, η οποία του έμαθε πόσο σημαντικό ήταν να επιδιώκει κανείς να κάνει φίλους και να τους αντιμετωπίζει σαν πολύτιμες γνωριμίες. Κάθε μέρα, ο αεροπόρος ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερα πράγματα σχετικά με το αγόρι, τα συναισθήματα, τους φόβους και τις αμφιβολίες του, για τον αστεροειδή και την αναχώρησή του από εκεί, για τις περιπλανήσεις του. Την όγδοη μέρα, ο Μικρός Πρίγκιπας προστρέχει στη συνδρομή του φιδιού που λύνει όλα τα αινίγματα, προκειμένου να επιστρέψει στον αστεροειδή Β 612. Θλιμμένος και σκυθρωπός από τη διήγησή του, επιθυμεί να ξαναδεί το τριαντάφυλλο. Αποχαιρετά με συγκίνηση τον αεροπόρο και εξαφανίζεται, δίχως να αφήσει πίσω του κανένα απολύτως ίχνος. Ο αεροπόρος επισκευάζει τη βλάβη και επιστρέφει στη βάση του.

Ο Μικρός Πρίγκιπας έχει σήμερα μεταφραστεί σε πάνω από 270 διαφορετικές γλώσσες και διαλέκτους.

Το έργο βρίθει συμβολισμών. Λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του Saint-Exupéry. Η οπτική γωνία, μέσω της οποίας ο τελευταίος διεισδύει στο αντικείμενο είναι εξωτική, μόνο και μόνο επειδή επιστρατεύεται επιδέξια ως μοχλός η παιδική φαντασία. Ο συγγραφέας είναι συνάμα ο πιλότος-αφηγητής και ο μικρός ήρωάς του. Η πτώση του αεροσκάφους στη Σαχάρα, η αφυδάτωση, ικανή να οδηγήσει ακόμα και σε παραισθήσεις (άλλωστε, ολόκληρη η πλοκή του βιβλίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια από αυτές), αποτελούν αναμφίβολα βιωματικές εμπειρίες και μάλιστα σχετικά πρόσφατες. Τα τρία ηφαίστεια που απειλούν με αφανισμό τον μικρό αστεροειδή είναι εκείνα της κεντρικής Γαλλίας πλησίον της γενέτειρας του Saint-Exupéry πόλης της Λυών, ή ακόμα εκείνα που ο πιλότος-συγγραφέας ατένιζε από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν στη Γουατεμάλα, έπειτα από το αεροπορικό ατύχημα που υπέστη το 1938. Ωστόσο, θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβολίζουν και τα συμβαλλόμενα μέρη του Τριμερούς Συμφώνου (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) που είχαν αιματοκυλήσει τον πλανήτη. Το εκτυφλωτικό τριαντάφυλλο είναι η Consuelo και η εκρηκτική μεταξύ τους σχέση. Η αλεπού, σύμβολο της ανιδιοτελούς φιλίας, είναι η πιστή φίλη της νεοϋορκέζικης περιόδου Silvia Hamilton Reinhardt (η γαλλική λέξη για την αλεπού είναι renard). Η συγκινητική φράση “Βλέπουμε καθαρά μόνο μέσα από τη καρδιά μας”, μια από τις εμβληματικές κορυφώσεις της νουβέλας, αποδίδεται σε εκείνη. Οι έξι ανθρώπινοι χαρακτήρες, τους οποίους το αγόρι συναντά προτού φτάσει στη Γη, περιγράφουν ανάγλυφα τον παράλογο, ματαιόδοξο και αυτοκαταστροφικό κόσμο των ενηλίκων.

Όσο και αν επιχειρεί να λειτουργήσει αποστασιοποιημένα επωμιζόμενος τον ρόλο του αφηγητή, ο συγγραφέας έχει κατά νου τον ίδιο του τον εαυτό οσάκις περιγράφει (και ζωγραφίζει) τον πρωταγωνιστή του. Ο Μικρός Πρίγκιπας απεικονίζει τον βαθιά καταχωνιασμένο (κάθε άλλο παρά απολεσθέντα όμως) παιδικό κόσμο του Saint-Exupéry αλλά και όλων ημών των υπολοίπων, όσο και αν μερικοί αποφεύγουμε συστηματικά να το παραδεχτούμε. Αναλαμπές μιας αθωώτητας, που η φρίκη του πολέμου έχει προσωρινά καταστείλει. Συνάμα όμως, προάγγελος μιας προσδοκώμενης μεταπολεμικής πραγματικότητας, σφυρηλατημένης με γνώμονα πανανθρώπινες αρχές και αξίες, κυνήγι ενός ρεαλιστικού ιδεώδους μέσα σε έναν ρημαγμένο και ερειπωμένο κόσμο. Διόλου τυχαία, το έργο χαρακτηρίστηκε, μόλις κυκλοφόρησε, ως η πιο εύστοχη απάντηση των δημοκρατικών λαών στο  Mein Kampf.

Ο Μικρός Πρίγκιπας κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1943 από τον εκδοτικό οίκο Reynal  & Hitchcock, ταυτόχρονα στα γαλλικά και στα αγγλικά. Ο Saint-Exupéry δεν πρόφτασε να τον δει να κυκλοφορεί στη χώρα του, εξαιτίας της απαγόρευσης που το καθεστώς του Vichy είχε επιβάλει στη δημοσιοποίηση των έργων του. Στη Γαλλία κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Gallimard τρία χρόνια αργότερα. Το αρχικό χειρόγραφο μαζί με πολλές από τις πρωτότυπες υδατογραφίες αποκτήθηκαν το 1960 από το Morgan Library and Museum της Νέας Υόρκης, όπου έκτοτε εκτίθενται.

Η επάνοδος στην πατρίδα και η μοιραία πτήση

(1943 – 1944)

Τον Απρίλιο του 1943, ταυτόχρονα με την πρώτη έκδοση του Μικρού Πρίγκιπα, ο  Saint-Exupéry αποφάσισε να διακόψει τη διαμονή του στις ΗΠΑ και να επιστρέψει στην Ευρώπη, προκειμένου να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Ωστόσο, αναγκάστηκε να επιστρατεύσει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε να καταφέρει να ενταχθεί στις αεροπορικές δυνάμεις της Ελεύθερης Γαλλίας. Ένα πρώτο εμπόδιο ήταν η αντιπάθεια, την οποία έτρεφε δημόσια κατά του στρατηγού De Gaulle. Κυρίως όμως, στα 43 του χρόνια, είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο ηλικίας για έναν επιχειρησιακό πιλότο. Η κατάσταση της υγείας του (σωματικής και ψυχικής) δεν ήταν καλή. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να φορέσει δίχως βοήθεια τη φόρμα του πιλότου, ακόμα χειρότερα δε, τού ήταν αδύνατο να στρίψει το κεφάλι προς τα αριστερά για να ελέγξει επερχόμενη προσβολή από εχθρικό αεροσκάφος. Τέλος, δεν πρέπει να αποκρυβεί η εξάρτησή του από το αλκοόλ και ορισμένα φάρμακα. Τα πρώτα άτομα, τα οποία κινητοποίησε προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του, ήταν οι στρατηγοί Elliot Roosevelt, γιος του Αμερικανού προέδρου και Henri Giraud, τον οποίο την ίδια εποχή οι Αμερικανοί πριμοδοτούσαν ως εναλλακτική λύση για τη θέση του De Gaulle. Ακολούθησαν οι στρατηγοί Ira C. Eaker, ανώτατος διοικητής των αμερικανικών αεροπορικών δυνάμεων στη Μεσόγειο και, ούτε λίγο ούτε πολύ, Dwight D. Eisenhower, ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Τελικά, ο Saint-Exupéry τοποθετήθηκε με τον βαθμό του επισμηναγού στην 2/33 Μοίρα Αναγνωριστικών Savoie, η οποία χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο το αεροδρόμιο της πόλης Μπαστιά της Κορσικής.

Στο χειριστήριο ενός αεροσκάφους τύπου P38 Lightning.

Ο τύπος P38 Lightning που χρησιμοποιούνταν, ήταν αρκετά πιο σύνθετος και εξελιγμένος από όλους όσους είχε κυβερνήσει στο παρελθόν. Το γεγονός αυτό απαίτησε από μόνο του πολύμηνη προκαταρκτική εκπαίδευση. Επιπρόσθετα, η απώλεια στη θάλασσα ενός αεροσκάφους λόγω  μηχανικής βλάβης στο πλαίσιο της δεύτερης, μόλις, αποστολής, στοίχισε στον Saint-Exupéry μια οκτάμηνης διάρκειας απομάκρυνση από την ενεργό δράση.

Στις 08.45΄ της 31ης Ιουλίου 1944, ο Saint-Exupéry απογειώθηκε για να εκπληρώσει την όγδοη κατά σειρά αποστολή του, η οποία έφερε τον κωδικό αριθμό 33S76. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η φωτογράφιση δυνητικών μελλοντικών στόχων (αεροδρόμια, εργοστάσια, σιδηροδρομικοί και οδικοί κόμβοι, γέφυρες, σιδηροδρομικοί σταθμοί, στρατιωτικές φάλαγγες κλπ.) στην κοιλάδα του ποταμού Ροδανού, ανατολικά της Λυών. Τα ραντάρ παρακολούθησαν την πτήση, έως ότου η τελευταία φτάσει πάνω από τις ακτές της νοτίου Γαλλίας. Από εκεί και έπειτα, επικράτησε σκόπιμη σιγή ασυρμάτου. Όταν η σιγή παρατάθηκε έως και κατά την προβλεπόμενη ώρα υπέρπτησης της Μεσογείου στο δρόμο της επιστροφής, οπότε έπρεπε να αποκατασταθεί η επικοινωνία του πιλότου με τη βάση, σήμανε γενικός συναγερμός προς όλες τις αποστολές που είχαν απογειωθεί με προορισμό την ίδια ευρύτερη περιοχή. Παρά τις προσπάθειες εντοπισμού, το αεροσκάφος είχε εξαφανιστεί δίχως να αφήσει ίχνη. Λίγο αργότερα, στα ραντάρ της Κορσικής έκανε την εμφάνισή του ένα αεροσκάφος, το οποίο πετούσε σε χαμηλό ύψος πάνω από τη θάλασσα. Φρούδα ελπίδα! Αποδείχτηκε πως επρόκειτο για αμερικανικό βομβαρδιστικό, το οποίο επέστρεφε στη βάση του.

Στις 14.30΄ με την αυτονομία του αεροσκάφους σε καύσιμα να έχει παρέλθει, ήταν σαφές ότι ο  Saint-Exupéry δεν επρόκειτο να επιστρέψει. Μια ώρα αργότερα, ο Vernon Robinson, αξιωματικός πληροφοριών, κατέγραψε στο βιβλίο επιχειρήσεων της Μοίρας τον τραγικό επίλογο: “Pilot did not return and is presumed lost…no pictures”, με άλλα λόγια “αγνοείται η τύχη του”. Στις μέρες που ακολούθησαν παρέμεινε η ελπίδα μήπως ο Saint-Exupéry είχε προβεί σε αναγκαστική προσγείωση στη Σαβοΐα ή στην Ελβετία ή ακόμα μήπως είχε διασωθεί από τη γαλλική αντίσταση ή, στη χειρότερη των περιπτώσεων, αιχμαλωτιστεί από τους Γερμανούς. Πόσο μάλλον που σε κανένα ανακοινωθέν της Luftwaffe των ημερών εκείνων δεν γινόταν λόγος περί κατάρριψης αεροσκάφους  P38 Lightning. Από τότε ακριβώς άρχισε να σχηματοποιείται ένα συναρπαστικό αίνιγμα γεμάτο φανταστικές εκτιμήσεις, θεαματικές ανατροπές και πολύτιμες ανακαλύψεις γύρω από τις συνθήκες εξαφάνισης του πιλότου-συγγραφέα.

Το 1948, ο Hermann Korth, πρώην αξιωματικός διαβιβάσεων της Luftwaffe, αναφέρθηκε στο περιστατικό κατάρριψης ενός  P38 Lightning, το οποίο ο ίδιος είχε καταγράψει ευρισκόμενος εν υπηρεσία γύρω στις 31 Ιουλίου 1944. Η μαρτυρία του συνέπιπτε χρονικά με την απώλεια του Saint-Exupéry, έως ότου αποδειχθεί ότι επρόκειτο για την περίπτωση του Αμερικανού ανθυποσμηναγού  Gene Meredith, που είχε όντως καταρριφθεί στις 30 Ιουλίου στα ανοικτά της Νίκαιας.

Το 1972, το γερμανικό εβδομαδιαίο περιοδικό Der Landser δημοσίευσε το ιστορικό της πτήσης δύο Γερμανών πιλότων ονόματι Heichele (επρόκειτο και αυτός να χάσει τη ζωή του λίγες εβδομάδες αργότερα στην ίδια περιοχή) και Högel, όπου γινόταν λόγος περί κατάρριψης ενός  P38 Lightning στις 31 Ιουλίου 1944 πάνω από τις ακτές της Προβηγκίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, το καταρριφθέν αεροσκάφος συνετρίβη στη θάλασσα με τον δεξιό κινητήρα φλεγόμενο. Μεταγενέστερες έρευνες στα γερμανικά αρχεία (BundesarchivMilitäratchiv) απέδειξαν ότι στις 31 Ιουλίου 1944 οι Heichele και Högel δεν βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Ένα άλλο (αναπάντητο έως τώρα) ερώτημα σχετίζεται με την απότομη απώλεια ύψους του αεροσκάφους. Τα P38 Lightning δεν διέθεταν οπλισμό. Ο τελευταίος είχε αντικατασταθεί από φωτογραφικές μηχανές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πετούσαν σε ύψος 8–10.000 μέτρων, εκτός ακτίνας βολής των εχθρικών καταδιωκτικών. Γιατί, επομένως, ο Saint-Exupéry έκανε μια τόσο θεαματική βουτιά; Να επιχείρησε να πλήξει δίχως οπλισμό κάποιο γερμανικό αεροσκάφος ήταν παράλογο και, εν πάση περιπτώσει, εκτός πλαισίου των διαταγών που είχε λάβει. Στο σημείο αυτό αρχίζουν να υπεισέρχονται διάφορες υποθέσεις, δίχως όμως αποδεικτικά στοιχεία: έλλειψη οξυγόνου, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, απώλεια αισθήσεων, μηχανική βλάβη, απονενοημένο διάβημα ενός ανθρώπου ευρισκόμενου σε κακή ψυχική κατάσταση. Είναι γνωστό πως την παραμονή της μοιραίας αποστολής, ο Saint-Exupéry διανυκτέρευσε, δίχως σχετική άδεια, εκτός της αεροπορικής βάσης. Το κρεβάτι του παρέμεινε άθικτο, οι δε προϊστάμενοί του είχαν ήδη ορίσει αντικαταστάτη για την αποστολή όταν, στις 07.30΄, ο επισμηναγός-συγγραφέας έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του δηλώνοντας πανέτοιμος. Ήταν όμως πράγματι; Επιπρόσθετα, για ποιο λόγο τού επιτράπηκε να πετάξει εφόσον είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτομα; Μήπως οι υψηλές διασυνδέσεις του ή ακόμα μια θεαματική αποστολή που μόλις είχε διεκπεραιώσει πάνω από την πόλη της Γένοβας επηρέασαν την κρίση των ανωτέρων του;

Ένα (επίσης αναπάντητο) ερώτημα αφορά τη σημαντική απόκλιση από το αρχικό σχέδιο πτήσης στον δρόμο της επιστροφής. Το ερώτημα αυτό τέθηκε έπειτα από την ανακάλυψη του ναυαγίου του αεροσκάφους το 2000 και την επιβεβαίωση ότι επρόκειτο για το επίμαχο  P38 Lightning. Γιατί το αεροσκάφος βρέθηκε στα ανοικτά της Μασσαλίας, παρατείνοντας έτσι την παρουσία του υπεράνω του εχθρικού εδάφους; Επρόκειτο περί απώλειας προσανατολισμού ή μήπως συνέτρεχε κάποιος διαφορετικός λόγος; Η έλλειψη στοιχείων οδήγησε και εδώ στην εμφάνιση ποικίλων εκδοχών, από τις πιο αληθοφανείς έως τις πλέον απίθανες.

Η διαδρομή της μοιραίας πτήσης.

Το 2008, στο πλαίσιο έρευνας γύρω από τις συνθήκες θανάτου του Saint-Exupéry, την οποία διεξήγαγε η εφήμερίδα  La Provence της Μασσαλίας, λήφθηκαν συνεντεύξεις από πιλότους της Luftwaffe, που επιχειρούσαν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την επίμαχη ημερομηνία της 31ης Ιουλίου. Ένας από αυτούς, ονόματι  Horst Rippert, πιστός αναγνώστης και θαυμαστής του συγγραφέα, εξέφρασε τον φόβο μήπως τελικά υπήρξε εκείνος, ο οποίος κατέρριψε το P38 Lightning, ειδικότερα έπειτα από την ανακάλυψη του ναυαγίου του τελευταίου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως είχε δηλώσει μέσω ασυρμάτου το γεγονός, δίχως, ωστόσο να υπάρχουν ίχνη που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Τα μόνα σχετικά στοιχεία, τα οποία έχουν διασωθεί μεταπολεμικά, είναι υποκλοπές γερμανικών ραδιοσημάτων από τους Συμμάχους, όπου δεν υπάρχει τίποτα σχετικό με τη μαρτυρία του Rippert. Άλλωστε, πολλοί συνάδελφοι του τελευταίου διερωτήθηκαν δικαιολογημένα για ποιο λόγο κρατήθηκε μυστική επί 64 ολόκληρα χρόνια η συγκεκριμένη μαρτυρία. Η πραγματογνωμοσύνη που έλαβε χώρα στα συντρίμια του αεροσκάφους αποκαλύπτει, για την ώρα τουλάχιστον, κατακόρυφη πτώση, όχι όμως κατάρριψη από εχθρικό αεροσκάφος. Η μαρτυρία του Rippert συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των πολλών εκδοχών σχετικά με τις συνθήκες του όλου περιστατικού.

Horst Rippert (1922 – 2013).

L’homme qui a tué Saint-Exupéry | Futura

Το 1998 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία με την (στατιστικά απίστευτη) ανακάλυψη από έναν ψαρά μιας αλυσίδας χεριού, η οποία είχε μπλεχτεί στα δίχτυα του. Επάνω της ήταν χαραγμένα τα ονόματα του Saint-Exupéry, της Consuelo και του εκδοτικού οίκου  Reynal & Hitchcock της Νέας Υόρκης.

Έπειτα από συστηματικές υποβρύχιες έρευνες, οι οποίες διεξήχθησαν σε κοντική ακτίνα, ανακαλύφθηκε δυο χρόνια αργότερα το ναυάγιο του αεροσκάφους. Ανελκύστηκε το 2003 έπειτα από χρονοβόρες και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Αεροναυτικής και Διαστήματος του Bourget, στα βόρεια περίχωρα του Παρισιού. Αν όμως διελευκάνθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η ακριβής τοποθεσία της τραγωδίας, το μυστήριο των συνθηκών θανάτου παραμένει ακέραιο. Ίσως ήταν γραπτό ο πιλότος-συγγραφέας να αναχωρήσει για τον δικό του αστεροειδή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το είχε πράξει, ένα χρόνο νωρίτερα, ο μικρός του ήρωας.

Η διαχείριση της μνήμης. Επάνω αριστερά: έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου από τα Γαλλικά Ταχυδρομεία το 2000, έτος ανακάλυψης του ναυαγίου του αεροσκάφους. Επάνω δεξιά: ανδριάντας του Saint-Exupéry και του Μικρού Πρίγκιπα στην πλατεία Bellecour της Λυών, έργο της γλύπτριας Christiane Guillaubey (2000). Κάτω: ο διεθνής αερολιμένας Saint-Exupéry της Λυών.

Saint-Exupéry. Des nuages aux profondeurs

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ