Skip to main content

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής  αυτοκρατορικής ισχύος

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής 

αυτοκρατορικής ισχύος

 

Η μακροχρόνια αμφίπλευρη διεκδίκηση του συμπλέγματος των Νήσων Falklands (Islas Malvinas στα ισπανικά), οδήγησε το 1982 την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια σύντομης διάρκειας (74 ημερών) ένοπλη αντιπαράθεση στο Νότιο Ατλαντικό. Το διακύβευμα ήταν ισχυρό για αμφότερα τα μέρη. Ευρισκόμενο σε οικτρή οικονομική και πολιτική κατάσταση, το στρατιωτικό καθεστώς της Αργεντινής αναζητούσε απεγνωσμένα μια επιτυχία σε ένα εθνικό ζήτημα, ικανή να επιφέρει λαϊκό έρεισμα (ό,τι ακριβώς είχε συμβεί με την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα και την περίπτωση της Κύπρου, οκτώ χρόνια νωρίτερα). Αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, αναζητούσε εις μάτην την απωλεσθείσα αίγλη μέσα στα ερείπια της αποαποικιοποίησης (η τελευταία, πριν από τον πόλεμο των Falklands, εμπλοκή σε μια περιπέτεια αποικιακής φύσεως ήταν, το 1956, η επιχείρηση κατά της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία εξελίχθηκε σε φιάσκο). Επισήμως, η διαφορά εκδηλώθηκε σε επίπεδο διεκδίκησης της κυριαρχίας. Η Αργεντινή θεωρούσε πως τα νησιά της ανήκαν ιστορικά, η δε Βρετανία αρνείτο να διαπραγματευθεί την από το 1841 επιτόπου παρουσία της. Το γόητρο, επομένως, ήταν μια σημαίνουσα παράμετρος σε μια αναμέτρηση, όπου για πρώτη φορά από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενεπλάκησαν αεροναυτικές δυνάμεις τόσο εκτεταμένης κλίμακας. Σήμερα, 37 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες του πολέμου των Falklands έχουν, πλέον αξιολογηθεί. Για τους ηττημένους Αργεντινούς, τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα διαιωνίσθηκαν, παρά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και την επάνοδο των δημοκρατικών θεσμών. Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher, εισήγαγε τους Βρετανούς σε μια νέα περίοδο εσωστρέφειας, κυρίως, όμως, στην εποχή του λεγόμενου “νεοφιλελευθερισμού”, με ανάλογους κραδασμούς. Η πρόσφατη ψήφος υπέρ του Brexit, θα μπορούσε, ίσως, να ερμηνευθεί ως μια ύστατη ενστικτώδης κίνηση αυτοπροστασίας από τα παραπάνω. Στον επιχειρησιακό τομέα, καταμετρήθηκαν συνολικά 907 νεκροί (649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και 3 κάτοικοι του νησιού) και σημαντικός αριθμός τραυματιών εκατέρωθεν (775 και 1657 αντίστοιχα). Οι Αργεντινοί έχασαν 9 σκάφη (μεταξύ των οποίων ένα ελαφρύ καταδρομικό και ένα υποβρύχιο), 75 αεροσκάφη και 25 ελικόπτερα. Οι Βρετανοί απώλεσαν 7 σκάφη (μεταξύ των οποίων 2 φρεγάτες), 11 αεροσκάφη και 24 ελικόπτερα. Η επαγγελματική κατάρτιση των Βρετανών υπήρξε, αναμφίβολα, το αντιστάθμισμα της μεγάλης απόστασης από το Μητροπολιτικό έδαφος και τις βάσεις ανεφοδιασμού. Όταν, ωστόσο, οι άπειροι Αργεντινοί κληρωτοί στρατιώτες παραδίδονταν πανικόβλητοι κατά δεκάδες ή αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους κατά την τελευταία μάχη του Mount Longdon, δεν είχαν, προφανώς, αντιληφθεί πως απέναντί τους βρισκόταν ένας αντίπαλος δίχως υπεροπλία στους αιθέρες και στην ξηρά και ο οποίος είχε ξεπεράσει, και εκείνος, κάθε όριο φυσικής και ψυχικής αντοχής. Πρακτικά, ίσχυαν ακόμη όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου η σύγκρουση να προσλάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη έκβαση.

Ισπανικός χάρτης του 1769.

1.Επιχείρηση Rosario: Η κατάληψη των Νήσων από τους Αργεντινούς (2 Απριλίου 1982).

Η προέλαση του αποβατικού Σώματος προς το Port Stanley.

 

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.

 

Βρετανοί αιχμάλωτοι, την πρώτη μέρα της εισβολής.

 

Αμφίβιο όχημα μέσα στους δρόμους του Port Stanley.

 

Ο Βρετανός Κυβερνήτης Rex Hunt. Απελάθηκε από τους Αργεντινούς και αποκαταστάθηκε στο αξίωμά του έπειτα από το πέρας του πολέμου.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής των Falklands, Mario Menéndez (αριστερά) συνομιλεί με τον αντιναύαρχο Carlos Büsser, υπεύθυνο της επιχείρησης Rosario.

2.Η πορεία προς την ένοπλη αντιπαράθεση (3 – 24 Απριλίου 1982).

Ο απόπλους του αεροπλανοφόρου HMS Hermes, ναυαρχίδας της Βρετανικής δύναμης κρούσης, από το λιμάνι του Portsmouth στις 5 Απριλίου 1982.

 

Ο διάπλους του Ατλαντικού από τη Βρετανική αρμάδα.

 

Βρετανοί κομμάντος, φέροντες πλήρη εξάρτηση, ασκούνται στο κατάστρωμα του υπερωκεανίου Queen Elisabeth 2 κατά τη διάρκεια του διάπλου.

 

Η Βρετανή πρωθυπουργός Margaret Thatcher και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, σε μια από τις ύστατες προσπάθειες διασφάλισης της ειρήνης.

 

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής.

3.Οι πρώτες επιχειρήσεις στη στεριά και στη θάλασσα (25 Απριλίου – 20 Μαΐου 1982).

Επιχείρηση Paraquat: Η ανακατάληψη της Νήσου South Georgia (25 Απριλίου 1982).

 

Τορπιλισμός και βύθιση του ελαφρού καταδρομικού General Belgrano από το Βρετανικό υποβρύχιο Conqueror (2 Μαΐου 1982). Από το πλήρωμα, 323 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 772 περισυνελέγησαν από παρακείμενα Αργεντινά και Χιλιανά πλοία.

 

Η απάντηση των Αργεντινών: Βύθιση του αντιτορπιλικού HMS Sheffield από τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Exocet με 20 νεκρούς. Επλήγη στις 4 Μαΐου 1982 και βυθίστηκε έξι ημέρες αργότερα, έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες διάσωσης.

 

Το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής. Αποσύρθηκε από την εμπόλεμη ζώνη, για λόγους προληπτικούς, την επομένη της απώλειας του General Belgrano. Τα αεροσκάφη του συνέχισαν να επιχειρούν από τις αεροπορικές βάσεις των Falklands.

 

Dassault/Bréguet Super Étendard της αεροπορίας ναυτικού της Αργεντινής. Ο εφιάλτης των Βρετανών.

 

Απογείωση μαχητικού αεροσκάφους από το HMS Hermes.

4.Οι χερσαίες επιχειρήσεις (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Η ανάπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Η απόβαση των πεζοναυτών στο San Carlos (21 Μαΐου 1982).

 

Η βύθιση της φρεγάτας HMS Antelope στον κόλπο του San Carlos (24 Μαΐου 1982).

 

Το βοηθητικό σκάφος SS Atlantic Conveyor φλέγεται στον κόλπο του San Carlos (25 Μαΐου 1982). Βυθίστηκε τρεις μέρες αργότερα, παρασύροντας δέκα ελικόπτερα στον βυθό της θάλασσας. Η απώλεια των τελευταίων υπήρξε μοιραία για τα πεζοπόρα τμήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον οπλισμό στους ώμους κατά τη διάρκεια της διάβασης των κεντρικών Falklands.

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι έπειτα από τη μάχη του Goose Green (28 – 29 Μαΐου 1982).

 

Προέλαση μέσα από τα Kεντρικά Falklands.

 

Το μεταγωγικό σκάφος RFA Sir Galahad έχει πληγεί από την Αργεντινή αεροπορία στο Bluff Cove (8 Ιουνίου 1982). Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους 48 άτομα και πολλά άλλα υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα. Τα περισσότερα θύματα, μέλη των Welsh Guards, βρίσκονταν σε διαδικασία αποβίβασης στην στεριά.

 

Οι επιζώντες του Sir Galahad μεταφέρονται στη στεριά.

 

Η μάχη του Mount Longdon, στις παρυφές του Port Stanley (11 – 12 Ιουνίου 1982). Παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματία.

 

Η μάχη του Mount Longdon. Αργεντινός αιχμάλωτος οδηγείται για ανάκριση.

 

Η είσοδος των Βρετανικών ειδικών δυνάμεων στο Port Stanley έπειτα από την παράδοση των Αργεντινών (14 Ιουνίου 1982).

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι στιβάζονται στους δρόμους του Port Stanley.

 

Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher.

 The Falklands War Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blakeway, Denys: The Falklands War, London, Sidgwick & Jackson, 1992.

Brown, David: The Royal Navy and the Falklands War,  Leo Cooper, Barnsley, UK, 1987.

Freedman, Lawrence: The Official History of the Falklands Campaign. London, Whitehall Histories, Government Official History Series, 2005.

Fremont-Barnes, Gregory: The Falklands 1982: Ground operations in the South Atlantic, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

Gavshon, Arthur, Rice, Desmond: The sinking of the Belgrano, London, Secker & Warburg, 1984.

Hastings, Max, Jenkins, Simon: The battle for the Falklands, New York, Norton,1984.

Goebel, Julius: La pugna por las islas Malvinas – Un estudio de la historia legal y diplomática, Yale University Press, 1983.

Kirschbaum, Oscar, Van Der Kooy, Roger, Cardoso, Eduardo: Malvinas, La Trama Secreta, Buenos Aires, Sudamericana/Planeta, 1983.

Middlebrook, Martin: The fight for the «Malvinas»: The Argentine Forces in the Falklands War, New York, Viking, 1989.

Moro, Ruben: The History of the South Atlantic Conflict: The War for the Malvinas,  1st edition, Santa Barbara, California, Praeger, 1989.

Rodríguez Mottino, Horacio: La artillería argentina en Malvinas, Coyoacán, México D.F., Editorial Clio, 1984.

Thatcher, Margaret: Downing Street Years, London, Harper Collins, 1993.

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος: Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

Έφυγε από τη ζωή ο ιστορικός και ακαδημαϊκος Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

 

Απεβίωσε το μεσημέρι της Τρίτης 13 Αυγούστου, στην Αθήνα, ο ιστορικός, πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνος Σβολόπουλος. Ήταν 81 ετών.

Γεννημένος στην Aθήνα το 1938, ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πολιτικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Παρισίων.

Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Αθηνών και υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου και διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων (1981-1989). Διετέλεσε επί εννέα χρόνια διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, του οποίου παρέμεινε επίτιμος διευθυντής. Tο 1989 εξελέγη καθηγητής της Iστορίας του Nεωτέρου Eλληνισμού στο Πανεπιστήμιο Aθηνών.

Tο 1990 ανέλαβε τη Διεύθυνση του Iδρύματος «Kωνσταντίνος Γ. Kαραμανλής», του οποίου υπήρξε συνιδρυτής με τους K. Tσάτσο και K. Tρυπάνη. Εξέδωσε επίσης βιογραφία του έλληνα πολιτικού: «Καραμανλής 1907-1998» (Ίκαρος, 2012).

Διετέλεσε μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Iδρύματος Nτε Γκωλ και επίτιμος εταίρος της Eταιρείας NA Eυρώπης του Mονάχου.

Υπήρξε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 2003 και χρημάτισε πρόεδρός της το 2010.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Κατερίνα Χέλμη.

Η Clio Turbata αναδημοσιεύει, ως φόρο τιμής, τη σύντομη συνέντευξη, που ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος παραχώρησε στην εφημερίδα Καθημερινή και στην Άννα Γριμάνη στις 3 Μαΐου 2009.

 

H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Αναμφισβήτητα, επενεργεί ως αίσθημα, ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα, υπό την επήρεια είτε του περιβάλλοντος, γεωφυσικού ή ανθρώπινου, είτε της παράδοσης, ιστορικής ή πολιτιστικής. Θα ήταν εν τούτοις ευκταίον να αναχθεί το αίσθημα σε συνείδηση. Το συγκεκριμένο αυτό γεγονός δεν θα ήταν καταρχήν ασύμβατο με την αυτονόητη, κατά την εποχή μας, πύκνωση της επικοινωνίας με άλλους λαούς και με διαφορετικούς πολιτισμούς. Αποτελεί όμως ανάχωμα -ευτυχώς!- στην απρόσωπη εξομοίωση -πολιτική, κοινωνική ή πνευματική- που επιχειρείται στις μέρες μας στο όνομα της παγκοσμιοποίησης.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Τα χρώματα της θάλασσας, όπως «καθρεφτίζονται» στους πίνακες του Παναγιώτη Τέτση.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Οταν είναι δημιουργικός, όταν κάνει χρήση της ιδιότυπης ευφυΐας του, της τόλμης και της φαντασίας του.

Αυτό που με χαλάει.

Η αδιαφορία, η ραστώνη, η προσαρμογή σε όσες ευκολίες παρέχονται στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Παρά τις έκδηλα αρνητικές πλευρές που οφείλουμε να μην παραβλέπουμε, είναι δυνάμει ικανός να επιτελέσει γόνιμα έργα – στο κοινωνικό ή το πνευματικό πεδίο. Βασική όμως προς τούτο προϋπόθεση παραμένει η βούληση να αξιοποιήσει ιδιότητες που τείνουν να τον αναβιβάσουν στο επίπεδο μαχητή και όχι παθητικού αποδέκτη των συμπτωμάτων παρακμής που κατατρύχουν -ατυχώς- τη σύγχρονη ζωή σε παγκόσμια κλίμακα.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Αντλώντας έμπνευση και ιδέες απ’ τη δική του σπάνια πολιτιστική παρακαταθήκη, είναι εξ ορισμού σε θέση να δημιουργήσει νέα, πρότυπα και πρωτότυπα πολιτιστικά αγαθά. Αν στρέψει όμως την πλάτη στα διαχρονικά αυτά μηνύματα, αν -λόγω και άγνοιας- προκρίνει την οδό του «πιθηκισμού» έναντι σχημάτων και προτάσεων χωρίς παρελθόν και μέλλον, κινδυνεύει να εξουδετερώσει κάθε πλεονέκτημα. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται ένας κίνδυνος μείζων εκείνου που συνεπάγεται η προσκόλληση σε μια «ρητορική ελληνικότητα» – που, εξάλλου, δεν αποτελεί και κύριο γνώρισμα των ημερών μας.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Απαιτείται να ενισχυθεί η αυτοσυνείδηση ότι, ως αποτέλεσμα βιωμάτων και εμπειριών, προσφέρεται να εισφέρει στον σύγχρονο κόσμο ή -αν ο ισχυρισμός αυτός είναι μεγαλόστομος- στη σύγχρονη Ευρώπη την αίσθηση της ισορροπίας και της ελευθερίας. Δεν υπάρχει λόγος ούτε να διακατέχεται ή να επιδεικνύει αίσθημα μειονεξίας, ούτε και να ασπάζεται μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς ανοίκειας στον εκάστοτε περίγυρό του.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Το μείζον αρνητικό ερώτημα «γιατί», διαχρονικά παρόν και ουσιαστικά αναπάντητο επί αιώνες, εντοπίζεται στον πειρασμό για διαίρεση και μισαλλοδοξία, για τη «διχόνοια», κατά τη ρήση του Σολωμού, η οποία συχνά μαστίζει την ελληνική δημόσια ζωή – υπό συνθήκες είτε δυστυχίας είτε και ευημερίας. Αραγε, είναι όμως πραγματιστική η πρόταση ότι «πρέπει» να εξουδετερωθεί η αδυναμία αυτή;

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Διονύσιος Σολωμός, στο μέτρο που αγγίζει βαθύτερα βιώματα που διακατέχουν πάντοτε την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η καθαρότητα, το ελληνικό φως κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η αδιάκοπη προσπάθεια για την επιτέλεση έργου δημιουργικού.

 

Πηγή: Καθημερινή

 

Συνοπτική εργογραφία Κωνσταντίνου Σβολόπουλου

 

 

Βασίλης Βουγιούκας: Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Βασίλης Βουγιούκας

Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί η, εν συντομία, περιγραφή της περιόδου από την απελευθέρωση της Χίου από τους Γερμανούς έως και την ολιγοήμερη εμφύλια σύγκρουση το 1948, μέσω της ανασκόπησης των γεγονότων – σταθμών και της πορείας της τοπικής Αριστεράς με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που τη διαχωρίζουν από τα υπόλοιπα παραδείγματα του Ελλαδικού χώρου, λόγω της στάσης της ηγεσίας του τοπικού εαμικού κινήματος που επιμένει σε μια γραμμή συμφιλίωσης μέχρι και τις αρχές του 1948.

Η Χίος γεωγραφικά χωρίζεται σε τρείς ζώνες. Κεντρικά, με τοποθέτηση προς τα παράλια της Μικράς Ασίας, βρίσκεται η Χώρα, το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού. Κοντά στη Χώρα βρίσκεται ο Κάμπος όπου υπάρχει εντατική καλλιέργεια εσπεριδοειδών.

Η νότια Χίος χαρακτηρίζεται από ομαλό τοπίο με λόφους ή χαμηλά βουνά και μικρές πεδιάδες, όπου ευδοκιμεί ο ήμερος σκίνος από τον οποίο παράγεται η μαστίχα[1].

Στο βόρειο τμήμα του νησιού ξεκινούν οι μεγάλες οροσειρές με άγονο και τραχύ έδαφος. Τα Βορειόχωρα διαχρονικά παρουσιάζουν μικρές πληθυσμιακές συγκεντρώσεις, κυρίως ποιμένων, με εξαίρεση την κωμόπολη των Καρδαμύλων που αριθμούσε περί τους 7.500 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα, ναυτικούς ως επί το πλείστον, που δημιουργούσαν μία οικονομία βασισμένη στην εισροή συναλλάγματος[2].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ αναφορικά με τις πολιτικές επιρροές στον εκλογικό χάρτη της Χίου, από την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ελλάδας μέχρι και τη δικτατορία του Μεταξά. Σε αυτά τα στοιχεία, και στις περισσότερες εκ των αναμετρήσεων επικρατούσαν υποψήφιοι που προέρχονταν από τον πολιτικό χώρο των Φιλελευθέρων[3].

Ο χώρος της Νότιας Χίου εμφάνιζε διαχρονικά τις πλέον συντηρητικές επιλογές ψήφου. Στον ίδιο αυτό γεωγραφικό χώρο εμφανίστηκαν στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 και οι πρώτες ψήφοι προς υποψηφίους της Αριστεράς από τους μικροκαλλιεργητές και τους εργάτες γης που απασχολούνταν στην παραγωγή εσπεριδοειδών και μαστίχας. Τα Καρδάμυλα, επίσης, λόγω του ναυτεργατικού στοιχείου και το εκλογικό τμήμα της Χώρας, όπου βρίσκονταν προσφυγικοί συνοικισμοί, έδιναν ψήφους στον εκάστοτε Αριστερό υποψήφιο[4].

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η δημιουργία των αντιστασιακών οργανώσεων, η συνένωσή τους και η ένταξή τους στο ΕΑΜ δημιούργησαν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για να αποκτήσει η οργάνωση τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή σε ένα ευρύ φάσμα της Χιώτικης κοινωνίας.

Χίος,1943: Από αριστερά πάνω. Ξενοφών Περδίκης, Μάρω Κατσόγιαννου και ο φιλόλογος Μιχάλης Βατάκης που εκτελέσθηκε στις 20.8.1948 που με τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ εξέδιδαν τον παράνομο τύπο, αρχείο Βύρωνα Κατσόγιαννου

Οι δράσεις κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους διενεργούνταν εντός συγκεκριμένου πλαισίου με κατευθυντήριες γραμμές από το συμμαχικό στρατηγείο Μέσης Ανατολής, πολλές φορές σε συνεργασία με απεσταλμένους αξιωματικούς και κυρίως τον Ιάσωνα Καλαμπόκα και αφορούσαν σε οργανώσεις δολιοφθορών, φυγαδεύσεις σημαντικών προσώπων, αναγνωρίσεις θέσεων και δυνατοτήτων των γερμανικών στρατευμάτων, καθώς και μεμονωμένες εκτελέσεις συνεργατών[5]. Ευτύχημα για τη Χίο αποτέλεσε η μη ύπαρξη Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η ημέρα της απελευθέρωσης βρήκε τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ να έχουν ήδη αναπτύξει, διαρθρώσει και εδραιώσει τις δομές της οργάνωσης στη Χιώτικη κοινωνία ούτως ώστε η μετάβαση της εξουσίας να γίνει με απόλυτα ειρηνικό τρόπο και με πρωταρχικό στόχο την ταχύτερη δυνατή επιστροφή στην προπολεμική κανονικότητα[6]. Η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου είχε ήδη σχέδιο άσκησης εξουσίας. Κατέβαλε δε δια των οργανώσεων και των στελεχών, κάθε δυνατή προσπάθεια για την επανεκκίνηση της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας στην κατεύθυνση της αποκατάστασης των ρυθμών της ζωής στο νησί. Γίνονταν δε προσπάθειες να ενεργοποιηθούν, συλλογικά, όλες ανεξαιρέτως, κατά το μέτρο του δυνατού, οι πληθυσμιακές ομάδες χωρίς ταξικούς, πολιτικούς ή άλλου είδους αποκλεισμούς[7].

Ελευθέρα Χίος Σεπτέμβρης 1944 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε για λίγο καιρό από τους υπεύθυνους έκδοσης εντύπων που συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής, όμως σε αυτή τη φάση αποδίδει το κλίμα που επικρατεί κατά την απελευθέρωση και κατά την υποδοχή του Γενικού Διοικητή.

Η τάξη και η ηρεμία που επικράτησαν κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την αποτίναξη του γερμανικού ζυγού ήταν παροιμιώδεις, κάτι στο οποίο η Αριστερά είχε δώσει ιδιαίτερο βάρος, περιφρουρώντας τις εκδηλώσεις και προσπαθώντας να μην υπάρξουν φαινόμενα αντεκδίκησης και μίσους προς τα προδοτικά στοιχεία[8].

Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση έφτασε στο νησί ο απεσταλμένος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Γενικός Διοικητής Νήσων Αιγαίου Γεώργιος Μπουρδάρας, στον οποίο η τοπική Αριστερά παρέδωσε άμεσα την εξουσία, καθώς τα ηγετικά στελέχη της ήταν ταγμένα στην επίτευξη της συνεργασίας, μιας και θεωρούσαν τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης ως εκείνη την αρχή, που θα εργαζόταν στην κατεύθυνση της επαναφοράς της ζωής στους αρχικούς ρυθμούς, της τιμωρίας των συνεργατών των γερμανών, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισοπολιτείας, της επίλυσης των ζητημάτων της εκπαίδευσης, του επισιτισμού κ.λπ., με απώτερο σκοπό να φτάσει η χώρα στις εκλογές που προβλέπονταν και οι οποίες θα ανεδείκνυαν μια εξουσία που θα εκπορευόταν από το Λαό. Ο Γενικός Διοικητής, γνωρίζοντας και το προσωρινό της θέσεώς του, απέφευγε να λάβει δραστικά μέτρα, αρκούμενος στην αποποίηση των ευθυνών που ήταν συνεπακόλουθες της θέσεώς του, μεταθέτοντας τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην κυβέρνηση Καΐρου[9].

Χίος, γενική άποψη του λιμένα.

Στις 18 Νοεμβρίου έφτασε στο νησί ο Σ. Σταματιάδης για να αντικαταστήσει τον εαμίτη Νομάρχη Χίου, Νίκο Κουράση, που συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντά του με εντολή του Γενικού Διοικητή. Το ΕΑΜ δια των εντύπων του καλωσόριζε τον εκάστοτε απεσταλμένο, κάτι που αποτελούσε πάγια τακτική, μιας και επιζητούσε την καλύτερη δυνατή συνεργασία με τις αρχές. Ο Νομάρχης μάλιστα παραχώρησε συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, σε αρθρογράφο της εφημερίδας Εμπρός, επισήμου οργάνου του ΚΚΕ Χίου, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, δήλωνε αλληλέγγυος σε συνεργασία του τοπικού ΕΑΜ με τη νομαρχία και το ΕΑΜ Μυτιλήνης για την ανταλλαγή αγαθών και προϊόντων[10].

Το μήνα Δεκέμβριο του 1944 άρχισαν να φτάνουν στη Χίο οι πρώτες ειδήσεις από τα γεγονότα των Αθηνών, κάτι που προκάλεσε αίσθηση και ένταση στο νησί. Οι οργανώσεις της Αριστεράς διοργάνωναν καθημερινά απεργίες και συλλαλητήρια για να δηλώσουν την συμπαράστασή τους στον δοκιμαζόμενο λαό της Αθήνας, ενώ παράλληλα τηρούσαν στάση αναμονής, σε μια προσπάθεια να ανιχνεύσουν τα νέα περιβάλλοντα που δημιουργούνταν. Τα στελέχη των εαμικών οργανώσεων περιφρουρούσαν τις εκδηλώσεις, παρά τις προκλήσεις των σωμάτων ασφαλείας που επιχειρούσαν τη δημιουργία κλίματος έντασης[11].

ΕΜΠΡΟΣ, Όργανο Περιφερειακής Επιτροπής Χίου (ΚΚΕ) αναδημοσιεύονται ειδήσεις από την Αθήνα του Δεκέμβρη του 1944 που αποτελούν προάγγελο των συγκρούσεων και δίνουν μια πρώτη γεύση της στάσης που θα ακολουθήσει η τοπική ηγεσία του ΕΑΜ.

Στην αντίπερα όχθη, κύκλοι αντιεαμικών παρατάξεων άδραξαν την ευκαιρία να εμφανιστούν ως εγγυητές της σταθερότητας, της ομαλότητας και της ειρήνης. Άρθρο της εφημερίδας Η Πρόοδος[12], εφημερίδας που κυκλοφορούσε αδιαλείπτως την περίοδο της Κατοχής εξυμνώντας συχνά σε δημοσιεύματά της τους Γερμανούς, έγραφε ότι η πλειονότητα του Χιακού λαού αποδοκιμάζει τον Εμφύλιο και την ανταρσία του ΕΛΑΣ και το μόνο που μένει είναι η επισημότερη και έμπρακτη επιβεβαίωση της αποδοκιμασίας αυτής. Οι προτροπές αυτού του είδους εγκυμονούσαν τον κίνδυνο επέκτασης των επεισοδίων και στη Χίο[13].

Στα τέλη Δεκεμβρίου έγινε γνωστό ότι στο νησί τελούσαν υπό κράτηση οι εαμίτες ηγέτες της Σάμου, Ζαΐμης και Σοφούλης. Η Αριστερά με πολυμελή αντιπροσωπεία αντέδρασε επιδίδοντας ψήφισμα διαμαρτυρίας στον βρετανό ταξίαρχο στη Χίο, στον Μητροπολίτη Ιωακείμ Στρουμπή και στο Νομάρχη. Οι αρχές, πλην του Μητροπολίτη που είχε εκφραστεί ανοικτά υπέρ του ΕΑΜ, κρατούσαν μάλλον επιφυλακτική στάση και απέφυγαν να πάρουν σαφή θέση[14].

Τον Ιανουάριο του 1945 δημιουργήθηκε στο νησί από τους Σπανούδη και Πυργάρη η Εθνική Οργάνωση Χίου. Ξεκίνησε περισσότερο σαν ένα κέντρο ιδεολογικής κατεύθυνσης και λιγότερο σαν ένας οργανωτικός μηχανισμός πρακτικής εφαρμογής. Το ΚΚΕ Χίου δια των εντύπων του προχώρησε σε δημοσίευση ανακοίνωσης όπου κατήγγελλε την ΕΟΧ για την δράση της και για τους σκοπούς της[15].

Στα μέσα Φεβρουαρίου, και ενώ στην Αθήνα γίνονταν συνομιλίες για την κατάρτιση της συμφωνίας της Βάρκιζας, ο Νομάρχης Χίου έπαψε την εκλεγμένη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Χίου και στη θέση της διόρισε συνδικαλιστές της προτίμησής του[16].

Προς το τέλος του ίδιου μήνα, ο Γενικός Διοικητής αντικαταστάθηκε από την Κυβέρνηση Πλαστήρα, που διόρισε στη θέση αυτή τον Παντελή Ροζάκη. Με την άφιξή του στο νησί δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι στα πλαίσια της συμφωνίας ΕΑΜ-Κυβέρνησης επρόκειτο να τεθεί τέρμα στις ανωμαλίες του παρελθόντος[17]. Παρά τις διαβεβαιώσεις Ροζάκη, ο Γραμματέας του ΕΑΜ Αιγαίου συνελήφθη και τα γραφεία του ΕΑΜ επιτάχθηκαν. Οι πράξεις αυτές δεν συνέβαλαν στην ομαλή μετακατοχική πορεία του νησιού, αντιθέτως δημιουργούσαν κλίμα πόλωσης[18].

Τις επόμενες μέρες, δημοσιεύματα του «εθνικόφρονα» Τύπου ανέφεραν την ανεύρεση κρυμμένων όπλων που δεν είχαν παραδοθεί όπως προέβλεπε η συμφωνία της Βάρκιζας. Με αυτό το πρόσχημα ξεκίνησε μια σειρά συλλήψεων. Συγκεκριμένα, στις 27 Μαρτίου ‘45 συνελήφθησαν ηγετικά Εαμικά στελέχη (Κουβελάς, Κατσόγιαννος, Ευαγγελινός και Ψωράκης) χωρίς κάποια κατηγορία, έχοντας ως προφανή σκοπό τον αποκεφαλισμό του κινήματος[19].

Ακολούθησαν συλλαλητήρια με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου που ζητούσε τη δίκαιη μεταχείριση των κρατουμένων την άμεση αποφυλάκισή τους. Το ΕΑΜ βλέποντας την ευρεία συμμετοχή του κόσμου, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και αρκετοί που δεν συμφωνούσαν ιδεολογικά με το ΕΑΜ, προέτασσε χείρα συμφιλίωσης απευθυνόμενο σε όλους τους πολιτικούς χώρους του νησιού[20].

Το μήνα Μάιο άρχισαν να φτάνουν στο νησί οι πρώτοι «μεσανατολίτες[21]» από τα στρατόπεδα κράτησης, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση και δυναμική στο κίνημα. Τάραξε επίσης όλους τους αντιεαμικούς κύκλους που έβλεπαν τις ισορροπίες να αλλάζουν εις βάρος τους[22].

Στις 8 Ιουνίου 1945, άγνωστοι εισέβαλλαν στα γραφεία του ΕΑΜ Χίου διαπράττοντας καταστροφές και βανδαλισμούς χωρίς οι αρχές να κάνουν το παραμικρό για την προστασία του χώρου. Ο στόχος δεν ήταν η καταστροφή των γραφείων αλλά η δημιουργία κλίματος έντασης ώστε να σχηματιστούν επιτροπές διαμαρτυρίας οι οποίες αργότερα θα κατηγορούνταν για στάση, όπερ και εγένετω, δίνοντας αφορμή για συλλήψεις στις τοπικές αρχές[23].

Μέσα Σεπτέμβρη και τα αποτελέσματα αρχαιρεσιών διάφορων εργατικών σωματείων φανέρωναν τη συντριπτική πλειοψηφία που είχαν οι εκπρόσωποι του ΕΡΓ.Α.Σ[24].

Τον ίδιο μήνα δημοσιεύτηκε η είδηση των καταθέσεων των αξιωματικών του στρατηγείου Μ. Ανατολής Τσιγάντε (30/8/1945) και Παλιατσάρα (18/3/1945) που στην ουσία απενοχοποιούσαν τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ για τις μεμονωμένες εκτελέσεις που έγιναν στο νησί με εντολή της κυβέρνησης Μέσης Ανατολής. Το ζήτημα αποτελούσε μόνιμο πεδίο τριβής και πολλά στελέχη της τοπικής Αριστεράς διώκονταν από τις αρχές με αυτό το πρόσχημα. Οι δύο αξιωματικοί κατέθεσαν ότι το στρατηγείο έκρινε απαραίτητη τη συνεργασία του Ιάσονα Καλαμπόκα με το ΕΑΜ Χίου για την ευόδωση της αποστολής του, ότι οι συνεργάτες των Γερμανών δυσχέραιναν το έργο της συμμαχικής αποστολής και γι’ αυτόν τον λόγο εκτελέστηκαν, πάλι με διαταγή του στρατηγείου.[25].

Ιάσων Καλαμπόκας, ο έφεδρος αξιωματικός από την Αρκαδία, ήρωας της αντίστασης, που εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1944, λίγες μόλις ημέρες πριν από την απελευθέρωση του νησιού. Δεξιά, ο αδριάντας του στην πόλη της Χίου.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η αριστερά δέχεται επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Βούλγαρη διακήρυττε, με αρωγό τις ξένες δυνάμεις, ότι η χώρα είναι έτοιμη για ελεύθερες εκλογές και ότι όλες οι προϋποθέσεις για την επιτυχία αυτών ήταν πια εκπληρωμένες[26].

Το Νοέμβριο, μήνα της κυβερνητικής αλλαγής, οι κατηγορούμενοι για στάση από την 10η/6/1945 έχουν αρχίσει ν’ αποφυλακίζονται. Στις 10 του ιδίου μήνα αποφυλακίζεται ο διατελέσας δήμαρχος Χίου κατά την απελευθέρωση, Απόστολος Αμύγδαλος[27].

Τον ίδιο μήνα φτάνει στο νησί ο Hector MacNeil, υφυπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας. Με άρθρα τους οι εφημερίδες του εαμικού συνασπισμού επισημαίνουν τις πολλές παραφωνίες και ανακολουθίες που παρουσιάζονται στην εκτέλεση του προγράμματος της κυβέρνησης Κανελλόπουλου.

Μια συμπλοκή λαμβάνει χώρα, σ’ ένα καφενείο, στο Κάστρο της Χίου, το βράδυ της Τρίτης 20 Νοεμβρίου, με αποτέλεσμα οι θαμώνες του καφενείου που αμύνθηκαν σε επίθεση «αγνώστων» να συλληφθούν. Ήταν η πρώτη σοβαρή εκδήλωση ενάντια στην ησυχία του νησιού με στόχο την κάμψη του φρονήματος των επαναπατρισθέντων «μεσανατολιτών»[28].

Το 1946 ξεκίνησε με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Το σοβαρότερο από τη σειρά τέτοιων γεγονότων ξεκίνησε στον προσφυγικό συνοικισμό του Βαρβασίου στις 13 Ιανουαρίου 1946. Οι χωροφύλακες Ζορμπάς, Παντελίδης και Πατσέλης, οι οποίοι εμπλέκονταν στα περισσότερα επεισόδια κατά της Αριστεράς, επιτέθηκαν σε ομάδα πολιτών που τραγουδούσε «δημοκρατικά αντιφασιστικά τραγούδια». Όταν οι συλληφθέντες ζήτησαν να μάθουν το λόγο της προσαγωγής τους οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα για εκφοβισμό. Κάτοικοι του συνοικισμού κινήθηκαν εναντίον τους με φωνές και γιουχαρίσματα[29].

Ο προσφυγικός αυτός συνοικισμός στην πρωτεύουσα του νησιού, ήταν εστία ζυμώσεων και έντασης, λόγω του μεγάλου αριθμού επαναπατρισθέντων μεσανατολιτών και της Αριστερής πλειοψηφίας των κατοίκων του.

Στις 17 Ιανουαρίου η βία της Χωροφυλακής, που όλες αυτές τις μέρες κλιμακωνόταν, κορυφώθηκε. Το πρώτο αίμα αθώων πολιτών χύθηκε στη Χίο με δράστη το χωροφύλακα Παντελίδη, ο οποίος πυροβόλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος και σκότωσε δύο νέους μόνο και μόνο γιατί τραγουδούσαν[30]. Η καταδίκη του γεγονότος υπήρξε ομόφωνη από όλες τις πλευρές και η προσέλευση του κόσμου στην κηδεία των θυμάτων αθρόα, όμως δεν έγινε κανένα ουσιαστικό βήμα προς την ομαλότητα στο νησί. Παρά την πληθώρα αυτοπτών μαρτύρων η διερεύνηση του συμβάντος καθυστερούσε με τις δικαστικές αρχές να κινούνται εξαιρετικά αργά και μάλλον αμήχανα.

Ο δράστης και οι λοιποί χωροφύλακες που ήταν μαζί του, αν και κρίθηκαν απολυτέοι, ποτέ δεν απολύθηκαν και συνέχισαν το τρομοκρατικό τους έργο. Η χωροφυλακή σε μία προσπάθεια να στρέψει αλλού την προσοχή έσπευδε να κατηγορήσει το ΕΑΜ ότι προετοιμάζει ταραχές[31].

Στις 25 Ιανουαρίου 1946 αντικαταστάθηκε ο Νομάρχης Σταματιάδης και τη θέση του πήρε ο Αλέξανδρος Κεντούρης. Το ΕΑΜ τον υποδέχθηκε με τα καθιερωμένα ευχολόγια. Σε δηλώσεις του, ο νέος Νομάρχης, υποστήριζε ότι θα σταθεί πάνω από κόμματα και πως φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει την ισοπολιτεία στο νησί[32].

Την ίδια περίοδο δημοσιεύτηκε η απόφαση για αποχή του συνασπισμού κομμάτων του ΕΑΜ από τις εκλογές. Ανταποκριτής του Εμπρός από την Αθήνα ενημέρωνε το χιακό κοινό ότι «Ο Συνασπισμός του ΕΑΜ σε διακοίνωσή του τονίζει ότι η Κυβερνητική διαβεβαίωση για επαλήθευση των εκλογικών καταλόγων ύστερα από την οποία το ΕΑΜ διέκοψε την αποχή, δεν εξεπληρώθη. Ο Νόμος για την επαλήθευση δεν εδημοσιεύθη γιατί ο Αντιβασιλεύς παρά τις τροποποιήσεις τις οποίες εκβιαστικά πέτυχε αρνείται να τον υπογράψει, δίνοντας έτσι μια ολοφάνερη πρόσθετη απόδειξη της συνεργασίας του με τα μοναρχοφασιστικά κόμματα. Ακόμα η αστυνομία, η χωροφυλακή, τα επισιτιστικά γραφεία, το υπουργείο Εσωτερικών παρεμποδίζουν συστηματικά την εγγραφή των πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους. Η τρομοκρατία δεν εμειώθη. Αντίθετα πήρε μεγαλύτερη έκταση και ένταση». Ο ανταποκριτής σημείωνε ότι η συμμετοχή θα κριθεί από το εάν θα πραγματοποιηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα συντελέσουν στη σύνταξη πραγματικά γνησίων καταλόγων και στη διεξαγωγή ελευθέρων, γνησίων και αδιάβλητων εκλογών[33]

Ακολούθησαν οι εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 που ήταν οι πρώτες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τη Γερμανική Κατοχή. Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα καθώς είχαν προηγηθεί τα «Δεκεμβριανά», η συμφωνία της Βάρκιζας και ήδη είχαν δημιουργηθεί ένοπλοι πυρήνες διωκόμενων Αριστερών.

Οι εκλογές της 31ης Μαρτίου χαρακτηρίστηκαν από ένταση και πόλωση. Η αποχή στο νησί ήταν πολύ μεγάλη, συνέπεια όχι μόνο της στάσεως του ΕΑΜ άλλα και της ελλιπούς συμπλήρωσης των εκλογικών καταλόγων. Από τους πέντε αντιπροσώπους που έστελνε η Χίος στην ελληνική Βουλή εξελέγησαν, τρεις από την «Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων», ένας από την «Εθνική Πολιτική Ένωση» και ένας από το «Κόμμα των Φιλελευθέρων».

Σε αυτές τις εκλογές, με καταγεγραμμένο πληθυσμό 83.202, ψήφισαν συνολικά στη Χίο 10.932. Η Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων έλαβε 6.847 ψήφους (Καρούσος 5.581, Πολεμίδης 3.561 και Ζολώτας 2.068) ο συνδυασμός της Πολιτικής Ενώσεως 2.064 ψήφους (Ασπιώτης 978, Χανιώτης 698, Μπουρνιάς 655) και ο συνδυασμός του κόμματος Φιλελευθέρων 1.610 ψήφους (Ροζάκης 1.610). Εξελέγησαν οι Πολεμίδης Ζολώτας και Καρούσος από την πρώτη κατανομή και από τη δεύτερη οι Ασπιώτης και Ροζάκης.

Λίγο καιρό μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου ο Νομάρχης αντικαταστάθηκε εκ νέου και τη θέση του πήρε ο Αντώνιος Σβώκος. Η άφιξή του σε συνδυασμό με την τοποθέτηση του, γνωστού για τα αντιεαμικά του φρονήματα, Παντελεήμονα Φωστείνη ως Μητροπολίτη Χίου υπήρξε καθοριστική στην πορεία της εξώθησης των εαμιτών στα άκρα καθώς οι πιέσεις προς τις οργανώσεις της Αριστεράς αύξαναν δραματικά.

Το Σεπτέμβριο του 1946 διεξήχθη το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, με το 55% των ψηφοφόρων στη Χίο να ζητά την επιστροφή του βασιλιά[34].

Παρά τα όσα ελάμβαναν χώρα εναντίον των Αριστερών οργανώσεων στη Χίο η Διακομματική του ΕΑΜ εξακολουθούσε να κάνει έκκληση για συμφιλίωση και επιζητούσε την ειρηνική συνύπαρξη με κάθε μέσο. Έτσι, μετά και από την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, ο Γραμματέας της οργάνωσης Ανδρέας Λοΐζος, μαζί με τον Σιδερή Κουβελά επισκέφθηκαν εκπροσώπους του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του Λαϊκού Κόμματος και του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τόσο από τις διπλωματικές απαντήσεις που έλαβαν κατά την πρώτη αυτή επίσημη συνάντηση, όσο και από τη συνέχεια που δόθηκε σ’ αυτές τις συναντήσεις, εύκολα διαπιστώνεται ευγενική απροθυμία για μια σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση των ανοικτών ζητημάτων που υπήρχαν στη Χίο[35].

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς ηθικής και οικονομικής εξάντλησης των Εαμιτών ήταν οι αλλεπάλληλες μηνύσεις και δίκες. Ο πλέον πρόσφορος νόμος ήταν ο 5060 περί Τύπου, με τις καταδικαστικές αποφάσεις και τις ποινές να αυστηροποιούνται ιδιαιτέρως μετά την υιοθέτηση του Γ’ ψηφίσματος. Συχνά οι δίκες αυτές αναβάλλονταν λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων κατηγορίας με συνεπακόλουθο την παρατεινόμενη κράτηση των κατηγορουμένων.

Στις 25 Αυγούστου ο Κώστας Παππάς, υπεύθυνος της εφημερίδας του ΕΑΜ Πρωτοπόρος συνελήφθη για πολλοστή φορά. Όμως η σύλληψή του ήταν ο προάγγελος μιας γενικότερης κινητοποίησης. Δύο μέρες μετά ο Πρωτοπόρος έγραφε «Χθες το βράδυ στην προκυμαία συνελήφθησαν από όργανα της ασφάλειας οι συν. Λοΐζος, Γιακουμής, Βατάκης. Κουβελάς, Μαύρος, Χαρτουλάρης και Μαγγανάς». Τα γεγονότα αυτά απετέλεσαν αφετηρία γενικευμένων εκκαθαριστικών διώξεων Εαμικών στελεχών[36].

Στα τέλη Αυγούστου συνήλθε η Διακομματική του ΕΑΜ όπου αποφασίστηκε η τήρηση των γραμμών συμφιλίωσης και εκτόνωσης της κρίσης στο νησί καλώντας όλα τα μέλη της καθώς και τον απλό λαό να συστρατευθούν προς αυτή την κατεύθυνση, παρά την εντεινόμενη τρομοκρατία και την καταστροφή γραφείων του κινήματος στις Οινούσσες.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1947 ανακοινώθηκε το σχέδιο «Λίμνες» στα πλαίσια της τρίτης ολομέλειας του ΚΚΕ. Το τοπικό όμως κίνημα παρέμενε πιστό στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου και συνέχιζε να προσπαθεί να επιτύχει συμφιλίωση στο νησί[37].

Όμως οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές και καθοριστικές για το ΕΑΜ Χίου. Στις 16 Οκτωβρίου, ο Πρωτοπόρος έγραφε: «Δικάζονται Στη Σύρα Οι Χιώτες Λαϊκοί Αγωνιστές.» Η παρατεταμένη φυλάκισή τους πυροδότησε ραγδαίες εξελίξεις οδηγώντας στη δημιουργία μιας νέας ηγετικής ομάδας, αποτελούμενης από τους, Βοριά, Ευαγγελινό και Μαυράκη που με την καθοδήγηση του Χαράλαμπου Κανόνη, Γραμματέα του ΚΚΕ Αιγαίου, ανέλαβαν την υλοποίηση των αποφάσεων της Γ’ Ολομέλειας στο νησί.

Και ενώ οι τρομοκρατικές ενέργειες συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, η εαμική πλευρά συνεχίζει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμφιλίωση σε τοπικό επίπεδο. Η νέα Διακομματική Επιτροπή του ΕΑΜ επισκέφθηκε στα τέλη Αυγούστου σημαίνοντα στελέχη των τριών κομμάτων που είχαν αξιόλογη λαϊκή στήριξη στη Χίο, από τους οποίους ζήτησε συνεργασία προκειμένου να μην εκτραχυνθεί η κατάσταση στο νησί[38].

Μνημείο αφιερωμένο στις οργανώσεις του ΕΑΜ στον εγκαταλειμμένο οικισμό της Κυδιάντας από όπου ξεκίνησαν οι πρώτες πράξεις του ολιγοήμερου Εμφυλίου της Χίου. Φώτο Μάρκος Λοΐζος, αρχείο Βασίλη Βουγιούκα

Την επομένη των συναντήσεων δημοσιοποιήθηκαν οι διαπιστώσεις της εν είδη πολιτικού διαγγέλματος που, πλέον, φανέρωναν την αλλαγή γραμμής την οποία η νέα ηγετική ομάδα του ΕΑΜ υιοθετούσε. Χαρακτηριστικά το άρθρο του Πρωτοπόρου γράφει:

Ο εμφύλιος πόλεμος που οι αντιλαϊκές δυνάμεις οργάνωσαν για την εξόντωση του λαού, μετά την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική χρεοκοπία του μοναρχοφασισμού και τη σύγχυση που έχει επικρατήσει μεταξύ τους, τείνει να μεταφερθεί και στο Νησί μας.

 Οι οργανώσεις μας αντιμετωπίζουν το νέο τρομοκρατικό όργιο με κατανόηση των επιδιωκομένων σκοπών και με την ψυχραιμία και αυτοθυσία που απαιτούν οι περιστάσεις.

Ολόκληρος ο Δημοκρατικός κόσμος του Νησιού μας αποδοκιμάζει τις ενέργειες αυτές (συλλήψεις-μπλόκα-τρομοκρατία), ξεχωρίζει με το ικανό πολιτικό του κριτήριο τους πραγματικά υπεύθυνους της δημιουργούμενης κατάστασης και είναι έτοιμος να θέσει φραγμό στα σχέδια αυτά που στρέφονται κατά της ησυχίας του τόπου.

[Η Διακομματική]:

Καλεί για μια ακόμη φορά τους πολιτικούς μας αντιπάλους να αντιληφθούν τις ευθύνες των απέναντι στο λαό και να κάνουν κάθε προσπάθεια για το σταμάτημα της σημερινής κατάστασης. Να ζητηθεί αμέσως η αποφυλάκιση των συλληφθέντων δημοκρατικών και να αποδοκιμαστούν οι σκηνοθετημένες εναντίων τους κατηγορίες. Να σταματήσει το όργιο της τρομοκρατίας κατά του δημοκρατικού λαού του Νησιού μας.

Καλεί ολόκληρο το δημοκρατικό λαό του Νησιού μας και τα δημοκρατικά του στελέχη […], να παρακολουθήσουν άγρυπνα την εξέλιξη της κατάστασης και να είναι έτοιμοι να την αντιμετωπίσουν ματαιώνοντας κάθε αντιλαϊκό μέτρο και υψώνοντας ακόμη πιο ψηλά τη σημαία της συμφιλίωσης και της ησυχίας του τόπου μας. [39]

Οι εκκλήσεις του ΕΑΜ πέφτουν στο κενό. Την επόμενη μέρα δημοσιεύονται δηλώσεις του νομάρχη Αντώνη Σβώκου, που καθιστούν σαφείς τους προσανατολισμούς και τις στοχεύσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα διοίκησης. Ο νομάρχης απειλεί ανοιχτά τους ήδη διωκόμενους Εαμίτες που εξωθούνται στην ένοπλη αντίσταση δηλώνοντάς τους ότι «αν συμβή […] να αποφασίσουν τον δρόμον προς τα όρη, να φροντίσουν προηγουμένως να προμηθευτούν μερικάς δωδεκάδας των γνωστού είδους εσωρούχων και να έχουν πάντοτε υπ’ όψιν ότι έχει πολλάς χαράδρας και περιβρέχεται από θάλασσα η Χίος, διότι δεν σκεπτόμεθα να μολύνωμεν τα νεκροταφεία όπου κοιμώνται ήσυχοι οι τεθνεώτες εις αυτά Χίοι δια να τους φιλοξενήσωμεν»[40].

Οι Αριστεροί του νησιού είχαν να διαλέξουν μεταξύ της αναμονής για τη σύλληψή τους, της ανοχής απέναντι στη βία από τα όργανα των αρχών εις βάρος τους ή της ένοπλης εξέγερσης.

Η κατάσταση στο νησί είναι οριακή, η Αριστερά έχει υπερβεί κάθε όριο αντοχής και πίεσης που μπορούσε να ανεχτεί και μετά τις καταλυτικές αλλαγές στις οποίες οι διώξεις την έχουν ωθήσει, πλέον η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ο αρθρογράφος της εθνικόφρονης εφημερίδας Πρόοδος, σχολιάζοντας την ανακοίνωση της διακομματικής του ΕΑΜ Χίου πιστεύει, ότι «το ΕΑΜ κάτι μαγειρεύει[41]» και εφιστά την προσοχή στις αρμόδιες αρχές.

Η οριστική και αμετάκλητη παύση της κυκλοφορίας των εαμικών εντύπων ήταν γεγονός. Μαζί μ’ αυτή και το τέλος κάθε νόμιμης λειτουργίας των τοπικών οργανώσεων στη Χίο.Ήταν επίσης και το τελικό έναυσμα για την έναρξη της εμφύλιας σύρραξης στη νήσο.

Τέλη του 1947 η εφημερίδα του ΕΑΜ Πρωτοπόρος θα τυπωθεί για ακόμη λίγο καιρό, σε πρόχειρο τυπογραφείο που είχε στηθεί σε υπόγεια δεξαμενή ύδρευσης στο Βροντάδο[42].

Η ένοπλη σύγκρουση άρχισε το Γενάρη του 1948 και διήρκησε περίπου τρεις μήνες. Η έλλειψη γνώσεων στρατηγικής των περισσοτέρων στελεχών που βγήκαν στο «βουνό» όσο και των ανύπαρκτων δομών υποστήριξης των ανταρτών στο χώρο της κεντρικής και βόρειας Χίου όπου έγιναν οι συγκρούσεις, υπήρξαν καταλυτικές για τις όποιες πιθανότητες είχε το όλο εγχείρημα. Όσοι εκ των ανταρτών δεν εκτελέστηκαν επί τόπου, μαζί με όσους βοήθησαν αλλήλους, 63 εν συνόλω, δικάστηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο στην Αθηνά στις 29 Ιουλίου του 1948. Το αποτέλεσμα για τους περισσότερους ήταν καταδικαστικό και 15 εκ των κατηγορουμένων εκτελέστηκαν[43].

Πρακτικό εκτέλεσης Χίων ΕΑΜιτών για τη συμμετοχή τους στις Εμφύλιες συγκρούσεις του νησιού, 20/8/1948, αρχείο Αρτέμιδος Βενέτου, αναδημοσίευση Βύρων Κατσόγιαννος.

 

Ο Βασίλης Βουγιούκας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
του Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο βασίζεται στη Διδακτορική Διατριβή «Από Τον Στόχο Της «Συμφιλίωσης» Στην Ένοπλη Αναμέτρηση ΕΑΜ Χίου (1943 – 1948) Οργανώσεις, έντυπα και δικαστικές υποθέσεις», Αθήνα, Μάιος 2011, Πάντειο Πανεπιστήμιο. https://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/34900

[2] Ζολώτας Γ., Ιστορία της Χίου, Σακελλαρίου, Αθήνα 1921, Τόμος Α, σελ. 545-547.

[3] Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[4] Παντελής Κοκκάλης, «Εκλογικά Χίου», Χιακή Επιθεώρησις, τχ. 37, Αθήνα 1975, σελ. 33 – 41.

[5] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 65-87.

[6] Πρωτοπόρος, 16 Σεπτεμβρίου 1944, «Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ».

[7] Ό.π., 23 Σεπτεμβρίου 1944, «Η Νομαρχιακή Επιτροπή Επισιτισμού & Κοινωνικής Πρόνοιας».

[8] Ελευθέρα Χίος, Χιακή Εφημερίς Λαϊκών Δημοκρατικών Αρχών, «Η Διαδήλωσις» 16 Σεπτεμβρίου 1944

[9] Ό.π., 18 Οκτωβρίου 1944, «Ανακοίνωσις».

[10] Εμπρός, 30 Νοεμβρίου 1944, «ο νομάρχης Χίου μιλάει στο «Εμπρός»».

[11] Πρωτοπόρος, 5 Δεκεμβρίου 1944, Εμπρός, 8 Δεκεμβρίου 1944, «Οι εργαζόμενοι της Χίου κατέβηκαν σε 24ωρη απεργία».

[12] Ημερήσια Χιακή Εφημερίς

[13] Εμπρός, 13 Δεκεμβρίου 1944, «Μερικοί Χιώτες πατριδοκάπηλοι και ο χιακός λαός».

[14] Ό.π., 22 Δεκεμβρίου 1944 «Οι ενέργειες του εργαζομένου κόσμου για την απελευθέρωση των συναγωνιστών Ζαΐμη και Σοφούλη».

[15] Πρωτοπόρος, 10 Ιανουαρίου 1945, «Μαυραγορίτικη ένωση Χίου».

[16] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1945, «Το κράτος του νομού και της τάξης […]».

[17] Ό.π., 6 Μαρτίου 1945, «Η νομαρχιακή επιτροπή ΕΑΜ στον Γενικό Διοικητή»

[18] Πρωτοπόρος, 7 Μαρτίου 1945, «Το «συμφιλιωτικό πρόγραμμα» του κ. Γενικού Διοικητού κατάντησε μια θλιβερή κωμωδία […]»

[19] Ό.π., 28 Μαρτίου 1945, «Μια νέα παρανομία […]».

[20] Εμπρός, 3 Απριλίου 1945, «Οι κρατούμενοι συνεχίζουν ηρωικά την απεργία πείνας ολόκληρο το νησί πάλλεται από συγκίνηση και αγανάχτηση […]»

[21] Στρατιώτες που εντάχθηκαν στα κινήματα της Αριστεράς κατά τη συμμετοχή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και φυλακίστηκαν από τους Βρετανούς λόγω της συμμετοχής τους σε στασιαστικά κινήματα.

[22] Πρωτοπόρος, 9 Μαΐου 1945, «Το ΕΑΜ Χίου χαιρετίζει τους αντιφασιστές αγωνιστές Μ. Ανατολής».

[23] Ό.π., 10 Ιουνίου 1945, «Αντί να συλληφθούν οι δράστες ξαπολύθηκε τρομοκρατία και άρχισε το ανθρωπομάζεμα».

[24] Ό.π., 18 Σεπτεμβρίου 1945, «Νίκες του ΕΡΓ.Α.Σ.»

[25] Εμπρός, 26 Σεπτεμβρίου 1945, «Το φως της αληθείας […]».

[26] Ό.π., 10 Οκτωβρίου 1945, «Τρομοκρατική επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ».

[27] Πρωτοπόρος, 18 Δεκεμβρίου 1945 «Μισό χρόνο προφυλακισμένοι από πολιτικό και αντεθνικό πάθος».

[28] Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, 4 Μαΐου 1946, Αριθ. 82 και 83. Αρχείο Εφετείου Αιγαίου.

[29] Πρωτοπόρος, 15 Ιανουαρίου 1946, «Ένα δείγμα λαϊκής αυτοάμυνας».

[30] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι».

[31] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι», «Να συλληφθούν οι δολοφόνοι», «Δικαιοσύνη! Ισοπολιτεία!».

[32] Πρωτοπόρος, 29 Ιανουαρίου 1946, «Έφτασε ο νέος Νομάρχης».

[33] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1946, «Το ΕΑΜ θα απόσχει από νόθες εκλογές».

[34]  Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[35] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 285.

[36] Ό.π., σελ. 292 – 294.

[37] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της Διακομματικής Επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[38] Πρωτοπόρος, 2 Σεπτεμβρίου 1947 «Τι έκαμε η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου για τη συμφιλίωση»,

[39] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της διακομματικής επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[40] Πρόοδος, 1 Σεπτεμβρίου 1947 «Ανακοίνωσις».

[41]Ο.π, 7 Νοεμβρίου 1947, «Προσοχή»

[42] Πριόβολος Γ., Στοιχεία από το περιθώριο της ιστορίας, Αιγαίας, Χίος 2009 σελ. 159-160.

[43] Η Πρόοδος, 17 Αυγούστου 1948, «Οι αναρχοκομμουνισταί Χίου εις το εδώλιον […]».

Γιάννης Μουρέλος: 20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

Πενήντα χρόνια από τότε

 Γιάννης Μουρέλος

20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

 

Πριν από πενήντα χρόνια, στις 20:18:04 UTC (Coordinated Universal Time – Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα) της 20ής Ιουλίου 1969 (πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 21ης Ιουλίου στη χώρα μας), ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη. Με την ανάσα κομμένη και πλημυρισμένη από συγκίνηση και δέος, η υφήλιος σύσσωμη παρακολούθησε σε απευθείας μετάδοση την προσελήνωση και, λίγες ώρες αργότερα, τα πρώτα βήματα επάνω στον δορυφόρο της Γης. Επρόκειτο για μια από τις λίγες εκείνες στιγμές, που τα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας φάνταζαν τόσο “γήινα”, σχεδόν ασήμαντα, συγκρινόμενα με το μέγεθος του άθλου, ο οποίος μόλις είχε συντελεστεί. Μια συναρπαστική ιστορική συγκυρία, που ξεπερνούσε και την πιο δημιουργική φαντασία.

Κι όμως, δίχως τη συνδρομή της φαντασίας, θα ήταν αδύνατη η πραγμάτωσή της. “By believing in his dreams, man turns them into reality” (“Με το να πιστεύει στα όνειρά του, ο άνθρωπος τα μετατρέπει σε πραγματικότητα”). Με αυτή τη φράση, ο Georges Remi (Hergé), ο Βέλγος εμπνευστής της δημοφιλούς σειράς των κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, αφιέρωσε ένα ειδικό σκίτσο, το οποίο προσέφερε στον αστροναύτη Neil Armstrong, μετά την επιστροφή του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στη Γη. Έχοντας στείλει τους δικούς του ήρωες στη Σελήνη από το 1950 ήδη, ο Hergé τους εμφανίζει να καλωσορίζουν έναν εμβρόντητο Αμερικανό αστροναύτη, μόλις εκείνος πάτησε το πόδι του, 19 χρόνια αργότερα, στην επιφάνεια της τελευταίας.

Ο μύθος της κατάκτησης της Σελήνης διαθέτει καταβολές στο μακρινό παρελθόν. Από τον 17ο αιώνα κυκλοφορούσαν δημοσιεύματα, αποκυήματα της πλέον δημιουργικής φαντασίας, τα οποία περιέγραφαν τις πιο εξωπραγματικές εποποιΐες στο δρόμο προς τη Σελήνη. Χρειάστηκε, ωστόσο, να φτάσουμε στο έτος 1865, οπότε, με την κυκλοφορία του περίφημου έργου του Jules Verne Από τη Γη στη Σελήνη (De la Terre à la Lune), όνειρα και προσδοκίες απόκτησαν μια επιστημονική βαρύτητα.

O Jules Verne (1828-1905) και το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του διηγήματός του.

Στην τροχιά του Jules Verne κινήθηκε ολόκληρη σειρά από μυθιστορήματα με παρεμφερές περιεχόμενο, με γνωστότερο εκείνο του H. G. Wells The First Men in the Moon (1901). Η ανακάλυψη του κινηματογράφου, λίγο αργότερα, προσέδωσε νέα ώθηση, καθώς επέτρεψε στην ανθρώπινη φαντασία να εκφραστεί μέσω της κινούμενης εικόνας, εντυπωσιάζοντας το ούτως ή άλλως συνεπαρμένο από τη γνωριμία με την έβδομη τέχνη, κοινό της εποχής. Η πρωτοπόρος ταινία του Georges Méliès Le voyage dans la Lune (Το ταξίδι στη Σελήνη) το 1902 και εκείνη του Fritz Lang Frau im Mond (Γυναίκα στη Σελήνη) το 1928, αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.

Georges Méliès, Le Voyage dans la Lune [1902] – Διάρκεια 13΄56

 

Σκίτσο του Georges Méliès, σήμα κατατεθέν της ταινίας του (αριστερά) και η αφίσα του έργου του Fritz Lang (δεξιά).

Έκτοτε, η κατάσταση έργων (κινηματογραφικών και μη), σχετικών με την κατάκτηση του Διαστήματος, είναι μακροσκελής. Θα επικεντρώσουμε σε μία, μόνο, περίπτωση. Τον Ιούνιο του 1968, δεκατρείς, μόλις, μήνες πριν από την αποστολή του διαστημοπλοίου Απολλων 11 στη Σελήνη, προβλήθηκε στις αίθουσες μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία του κινηματογράφου. Ο λόγος για το περίφημο 2001: A Space Odyssey, του σκηνοθέτη Stanley Kubrick, με σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Arthur C. Clarke με τίτλο The Sentinel. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικών, σχεδόν, διαστάσεων στοχασμό επάνω στην ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους μέσα στο χρόνο, επάνω στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που αυτή επιφέρει, στη ζωή και στον θάνατο, τέλος, επάνω στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωγήϊνης ζωής. Η ανθρώπινη άβυσσος, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, φαντάζει εξίσου πολύπλοκη και αινιγματική με την αντίστοιχη συμπαντική. Οι διάφοροι πολιτισμοί υπάγονται στο τρίπτυχο-τετράπτυχο του βιολογικού κύκλου (γέννηση, εξέλιξη-άνθιση, παρακμή-θάνατος και εκ νέου γέννηση). Η δε ανθρώπινη νοημοσύνη υποσκελίζεται από τη δική της επινόηση, την τεχνητή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος πληρώνει, με τον τρόπο αυτό, το τίμημα της υπέρμετρης αλαζονείας του: η αρχαία ελληνική ύβρις σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας. Για πολλούς, η χρονική γειτνίαση της προβολής της συγκεκριμένης κινηματογραφικής ταινίας με την κατάκτηση της Σελήνης, ερμηνεύτηκε ως ψυχολογική προπαρασκευή του ευρέως κοινού, ενόψει του κοσμογονικού γεγονότος, που το τελευταίο έμελλε σύντομα να βιώσει.

 

2001: A Space Odyssey – Trailer [1968] HD

Οι καταβολές της αποστολής  Απόλλων 11

Οι καταβολές της αποστολής Απόλλων 11 ανέρχονται στη δημόσια δήλωση του προέδρου John F. Kennedy στις 25 Μαΐου 1961, σύμφωνα με την οποία, οι ΗΠΑ θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν, έως το τέλος της ίδιας δεκαετίας, μια επανδρωμένη πτήση στη Σελήνη, με ασφαλή επάνοδο του πληρώματος στη Γη. Ωστόσο, τίποτα δεν προεξοφλούσε πως η δημόσια αυτή δέσμευση πληρούσε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορέσει να μετουσιωθεί σε πράξη. Η δήλωση είχε γίνει εν είδει ενίσχυσης του κύρους και τόνωσης του ηθικού, στο πλαίσιο ενός ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού εντυπώσεων, όπου οι ΗΠΑ βρίσκονταν συνεχώς σε ελάσσονα μοίρα. Οι Σοβιετικοί είχαν πιστωθεί έως τότε τις πιο σημαντικές επιτυχίες: αποστολή του πρώτου τεχνητού δορυφόρου Sputnik 1 τον Οκτώβριο του 1957 και την πρώτη περιστροφή της Γης από τον κοσμοναύτη Yuri Gagarin στις 12 Απριλίου 1961, έναν, μόλις, μήνα πριν από τη δημόσια δέσμευση του Kennedy. Βέβαια, η σχεδίαση από τον Γερμανό αστροφυσικό Werner von Braun  του πυραύλου Saturn V (Κρόνος 5), επιφορτισμένου με την εκτόξευση του διαστημοπλοίου, είχε ξεκινήσει από το 1959, προτού καν ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαγγείλει το φιλόδοξο πρόγραμμά του για την κατάκτηση της Σελήνης. Όμως, ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς και το μέλλον αβέβαιο.

Ο J.F.Kennedy και ο Γερμανός αστροφυσικός Werner von Braun (“πατέρας” του πυραύλου Κρόνος – Saturn) δίπλα σε ένα ομοίωμα του πυραύλου στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Τον Μάϊο του 1961, οι Αμερικανοί έστειλαν τον πρώτο δικό τους αστροναύτη στο Διάστημα (Alan Shepard) με μια πτήση διάρκειας 15, μόλις, λεπτών της ώρας. Οι Σοβιετικοί απάντησαν τον Ιούνιο του 1963 με την πρώτη γυναίκα κοσμοναύτη (Valentina Tereshkova). Στις 18 Μαρτίου του 1965, η ΕΣΣΔ απέκτησε ένα επιπρόσθετο σημαντικό προβάδισμα. Εκείνο του πρώτου περιπάτου στο Διάστημα, έξω από το διαστημόπλοιο (Alexeï Leonov). Ανάμεσα στα έτη 1961 και 1966, οι ΗΠΑ είχαν ενεργοποιήσει το πρόγραμμα Gemini (Δίδυμοι), με πλήρωμα δυο ατόμων σε κάθε αποστολή. Επρόκειτο για μια σειρά πτήσεων εντός της περιγήινης τροχιάς (low Earth orbit – LEO) με ανώτατο ύψος τα 2.000 χιλιόμετρα. Η επιτάχυνση σε αυτό το ύψος είναι μεγαλύτερη εξαιτίας της μειωμένης έλξης. Παράλληλα, το πρόγραμμα Gemini προσέφερε πολύτιμη τεχνογνωσία σε θέματα μακροχρόνιας παραμονής στο Διάστημα κάτω από συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Μόνο μέσα στη διετία 1965-1966, οι Αμερικανοί εκτόξευσαν δέκα Geminis, αποδεικνύοντας πως είχαν επιδοθεί σε μια συστηματική προσπάθεια υποδομής στην όλη πορεία προς την κατάκτηση της Σελήνης.

Το πρόγραμμα Απόλλων ήταν το τρίτο επανδρωμένο διαστημικό πρόγραμμα της NΑSA (National Aeronautics and Space AdministrationΕθνική Υπηρεσία Αεροναυπηγικής και Διαστήματος) έπειτα από τα προγράμματα Mercury και Gemini. Σκοπός του ήταν η επανδρωμένη εξερεύνηση της Σελήνης. Πρόκειται για το πρώτο (και μοναδικό μέχρι στιγμής) πρόγραμμα, το οποίο  έστειλε αστροναύτες πέρα από την περιγήινη τροχιά. Γενικότερα, το πρόγραμμα πέτυχε σημαντικές πρωτιές στην εξερεύνηση του Διαστήματος.  Η πρόοδος που επιτελέσθηκε σε διάστημα μικρότερο μιας δεκαετίας (έως την τελευταία αποστολή του Απόλλων 17 τον Δεκέμβριο του 1972), είναι ενδεικτική της ιλιγγιώδους εξέλιξης της αστροναυτικής κατά τη συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο. Χάρη στο πρόγραμμα Απόλλων επήλθε πραγματική επανάσταση στην υλικοτεχνική υποδομή για την εξερεύνηση του Διαστήματος καθώς και σε πληθώρα τεχνολογικών και επιστημονικών επιμέρους κλάδων, όπως η πυραυλική, οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική και τα ηλεκτρονικά συστήματα. Συνολικά 12 αστροναύτες περπάτησαν στην επιφάνεια της Σελήνης. Στο πρόγραμμα υπήρχε πρόβλεψη και υλικό για αποστολές επιπρόσθετων επανδρωμένων διαστημοπλοίων, οι οποίες, όμως, ακυρώθηκαν λόγω περικοπών. Το επιπλέον υλικό αξιοποιήθηκε στα πλαίσια του Apollo Applications Program για την δημιουργία και υποστήριξη του πρώτου αμερικανικού διαστημικού σταθμού Skylab.

Όλα ξεκίνησαν, ωστόσο, με μια τραγωδία, που λίγο έλλειψε να στοιχειώσει το πρόγραμμα ολάκερο. Στις 27 Ιανουαρίου 1967, το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1 κάηκε ζωντανό μέσα στον θάλαμο του πιλοτηρίου, από ανεξέλεγκτη πυρκαγιά, που ξέσπασε στο πλαίσιο δοκιμών ενόψει της προγραμματισμένης για τις 21 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους εκτόξευσης. Μια δεύτερη τραγωδία αποφεύχθηκε in extremis τον Απρίλιο του 1970, όταν, ύστερα από μηχανική βλάβη, το πλήρωμα του Απόλλων 13 επανήλθε με δυσκολία στη Γη, δίχως να έχει καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο της αποστολής, που ήταν η προσελήνωση. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ είχε θρηνήσει δυο δικά της θύματα, στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος. Στις 24 Απριλίου 1967, το διαστημόπλοιο Soyuz 1 συνετρίβη κατά την επιστροφή του στη Γη. Αιτία του δυστυχήματος ήταν τα επιβραδυντικά αλεξίπτωτα, τα οποία δεν λειτούργησαν. Ο κοσμοναύτης Vladimir Komarov βρήκε ακαριαίο θάνατο. Στις 27 Μαρτίου 1968, ο Yuri Gagarin, ο πρώτος κοσμοναύτης που είχε σταλεί στο διάστημα, έχασε τη ζωή του σε κοινό αεροπορικό ατύχημα. Πραγματική ειρωνία της τύχης…

Η πρώτη επανδρωμένη πτήση του προγράμματος Απόλλων, η οποία εισήλθε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη ήταν η υπ αριθμόν 8, τον Δεκέμβριο του 1968. Πέντε μήνες αργότερα, η πτήση υπ αριθμόν 10 συνιστούσε γενική δοκιμή. Εφαρμόστηκε ολόκληρη η διαδικασία της αποστολής, πλην εκείνης της τελικής προσελήνωσης. Το διαστημόπλοιο μπήκε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη, η σεληνάκατος αποχωρίστηκε από τον κυρίως θάλαμο και έφτασε σε απόσταση 15 χλμ. από την σεληνιακή επιφάνεια. Όλα ήταν πλέον έτοιμα για το τολμηρό εγχείρημα.

Η κατάκτηση της Σελήνης

Η επιλογή του πληρώματος για το πρώτο ταξίδι του ανθρώπου στη Σελήνη υπήρξε, ουσιαστικά, τυχαία. Το πλήρωμα του κάθε Απόλλων είχε καθοριστεί από το 1967 και το ποια αποστολή θα ήταν η πρώτη που θα πραγματοποιούσε προσελήνωση εξηρτάτο απόλυτα από την πορεία των δοκιμών. Σχεδόν μέχρι τέλους δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα για το εάν το εγχείρημα θα αναλάμβανε το Απόλλων 11 ή το αμέσως επόμενο στη σειρά. Τελικά, αποφασίστηκε ότι με τις εννέα πτήσεις επανδρωμένων και μη διαστημοπλοίων, που ακολούθησαν την καταστροφή του Απόλλων 1, δεν απέμενε πλέον τίποτα πέραν από την ίδια την προσελήνωση. Ο κλήρος είχε πέσει στο Απόλλων 11 και το τριμελές πλήρωμά του.

Το λογότυπο της αποστολής Απόλλων 11. Συμβολική είναι η κεντρική παρουσία του αετού, εμβλήματος της ισχύος των ΗΠΑ, καθώς Αετός (Eagle) ονομάστηκε σκοπίμως και η άκατος που μετέφερε τους δυο αστροναύτες από το διαστημόπλοιο στην επιφάνεια της Σελήνης.

Το σύμπλεγμα, το οποίο εκτοξεύτηκε στις 16 Ιουλίου 1969 από το ακρωτήριο Kennedy (σήμερα Canaveral) της Φλόριντα, απάρτιζαν δυο μέρη: 1) Ο πύραυλος Κρόνος 5, ύψους 111 μέτρων (όσο ένας ουρανοξύστης τριάντα και πλέον ορόφων), βάρους οκτώ χιλιάδων τόννων και μεγίστης ισχύος 32 χιλιάδων τόννων. Ο συγκεκριμένος πύραυλος αποδείχθηκε όχι μόνο αποτελεσματικός, αλλά και απόλυτα αξιόπιστος, πραγματοποιώντας το σύνολο των αποστολών του χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα. 2) Το διαστημικό σκάφος Απόλλων με τρία μέρη: α) ένα όχημα διακυβέρνησης (Command Module – CM) με θάλαμο για τους τρεις αστροναύτες, το μόνο μέρος που επέστρεψε στη Γη, β) ένα σκάφος υποστήριξης (Service Module – SM), το οποίο εφοδίαζε το όχημα διακυβέρνησης με πρόωση, ηλεκτρική ενέργεια, οξυγόνο και νερό, και γ) τη σεληνάκατο (Lunar Module – LM), που είχε δύο επίπεδα -ένα χαμηλότερο για την προσελήνωση και ένα υπερκείμενο, προορισμένο να θέσει τους αστροναύτες πίσω σε σεληνιακή τροχιά. Για το όχημα διακυβέρνησης επιλέχθηκε το όνομα Columbia, το οποίο παρέπεμπε ευθέως στο Columbiad, το γιγάντιο πυροβόλο, μέσω του οποίου εκτοξεύτηκε το 1865, με βάση το μυθιστόρημα του Jules Verne επίσης από την Φλόριντα, το διαστημόπλοιο με προορισμό τη Σελήνη. Το κωνικό όχημα διακυβέρνησης αποτελούσε την κορωνίδα μίας σύντομης αλλά δραματικής εξελικτικής διαδικασίας, καθώς έπειτα από το δυστύχημα του Απόλλων 1, η NASA πραγματοποίησε 1.800 και πλέον τροποποιήσεις στον αρχικό σχεδιασμό, με αποκλειστικό σκοπό να αυξήσει την ασφάλειά του. Πίσω από το όχημα διακυβέρνησης βρισκόταν το κυλινδρικό όχημα που περιείχε τον κύριο κινητήρα, τους σταυροειδείς κινητήρες ελιγμών και τα καύσιμά τους.

Το όχημα διακυβέρνησης Columbia του Απόλλων 11 μεταφέρεται στον χώρο της εκτόξευσης.

Όσο για τη σεληνάκατο, το όχημα με το οποίο θα γινόταν η προσελήνωση, επρόκειτο για ένα πραγματικό τεχνολογικό επίτευγμα.  Το κυρίως διαστημόπλοιο θα έμπαινε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, από όπου θα απελευθερωνόταν το όχημα προσελήνωσης, μια «λάντζα» του Διαστήματος που θα έφτανε στην επιφάνεια με το πλήρωμα, θα επέστρεφε στο διαστημόπλοιο και στη συνέχεια θα παρέμενε στο Διάστημα. Πέραν πάσης αμφιβολίας επρόκειτο για την οικονομικότερη λύση, καθώς μείωνε δραστικά τον συνολικό όγκο του διαστημοπλοίου, άρα και τις ανάγκες του σε καύσιμα.Το όχημα προσελήνωσης Eagle (Αετός) θα ήταν έτσι και το πρώτο γνήσιο διαστημόπλοιο, ένα όχημα ολοσχερώς απαλλαγμένο από τους αεροδυναμικούς περιορισμούς της διέλευσης από την ατμόσφαιρα της Γης. Η σεληνάκατος δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ιπτάμενο όχημα. Για την ακρίβεια θύμιζε έντονα έντομο. Μοναδικός περιορισμός ήταν το βάρος, καθώς, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της NASA, κάθε τόννος βάρους απαιτούσε για την εκτόξευσή του τρεις τόννους καυσίμων. Έτσι το περίβλημά του λειάνθηκε με ειδικά οξέα για να φθάσει τελικά να έχει το πάχος πιστωτικής κάρτας. Στην επιφάνειά του συνδέθηκε με ειδικούς γυάλινους συνδετήρες ένα δεύτερο ειδικό στρώμα συνθετικού μονωτικού και εξωτερικά το τελικό αλουμινένιο κέλυφος, που προστάτευε όχημα και πλήρωμα από τους μικρομετεωρίτες. Τα δύο αυτά εξωτερικά στρώματα είχαν συνολικό πάχος μερικών χιλιοστών του εκατοστομέτρου. Η σεληνάκατος περιλάμβανε, στην ουσία, δύο τμήματα. Το κύριο σκάφος, το οποίο αποτελούσε τον θαλαμίσκο του πληρώματος και έφερε τον κινητήρα ανόδου, και τη βάση, που έφερε τον κινητήρα καθόδου και τα τέσσερα πόδια της. Με την ολοκλήρωση της αποστολής επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης, η βάση μετατρεπόταν ουσιαστικά σε εξέδρα εκτόξευσης του θαλαμίσκου για το σύντομο ταξίδι του μέχρι το όχημα διακυβέρνησης, που θα μετέφερε το πλήρωμα πίσω στη Γη, κατά την τελευταία φάση της αποστολής.

Διάγραμμα όπου απεικονίζεται το σύμπλεγμα CSM-LM.

Τον Νοέμβριο του 1967, η NASA ανακοίνωσε τη σύνθεση του πληρώματος. Αρχηγός της αποστολής θα αναλάμβανε ο Neil Armstrong. O Jim Lovell θα ήταν ο κυβερνήτης του οχήματος διακυβέρνησης και ο Buzz Aldrin ο κυβερνήτης της σεληνακάτου. Οι δυο τελευταίοι είχαν επανδρώσει στο παρελθόν το διαστημόπλοιο Gemini 12 και γνωρίζονταν καλά. Οι Armstrong, Lovell και Aldrin είχαν οριστεί ως αναπληρωματικό πλήρωμα του Απόλλων 8. Με αυτή την ιδιότητα, ο Lovell αντικατέστησε τότε το τακτικό μέλος, Michael Collins, εξαιτίας ενός αναπάντεχου προβλήματος υγείας. Κατόπιν τούτου και σύμφωνα με το σύστημα κυκλικής εναλλαγής, το οποίο είχε υιοθετήσει η NASA, ο Collins αναγορεύτηκε σε τακτικό μέλος του πληρώματος της αποστολής Απόλλων 11, έχοντας ως αντικαταστάτη πλέον τον Lovell. Η ατυχία του Jim Lovell συνεχίστηκε. Έχοντας οριστεί αρχηγός της αποστολής  Απόλλων 13, επέστρεψε στη Γη δίχως να έχει εκπληρώσει τον αντικειμενικό του στόχο, έπειτα από μια δραματική πτήση, που λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε τραγωδία. Έτσι, υπήρξε ο μοναδικός αστροναύτης, ο οποίος εισήλθε δυο φορές σε σεληνιακή τροχιά (Απόλλων 8 και Απόλλων 13), αλλά που δεν κατάφερε, τελικά, να πατήσει επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης.

Η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε στις 9:32 π.μ. (τοπική ώρα) της 16ης Ιουλίου 1969. Μέσα στο όχημα διακυβέρνησης Columbia η αίσθηση της κίνησης ήταν αρχικά ανεπαίσθητη, ενώ η θέα από τις θυρίδες του μηδαμινή λόγω του ικριώματος του πυραύλου διάσωσης που, σε περίπτωση βλάβης του πυραύλου-φορέα, θα αποσπούσε το θαλαμίσκο σώζοντας τη ζωή του πληρώματος. Σε ύψος 100 χιλιομέτρων, όταν ήταν πλέον άχρηστος, ο πύραυλος διάσωσης αποσπάστηκε.Οι δύο επόμενες ώρες κύλησαν με το πλήρωμα να ελέγχει προσεκτικά όλα τα συστήματα του διαστημοπλοίου. Στη συνέχεια, ο τρίτος όροφος του Saturn V πυροδοτήθηκε για τελευταία φορά για να σπρώξει το Απόλλων 11 προς τον στόχο του, το δυτικό άκρο της Θάλασσας της Ηρεμίας, που μόλις διακρινόταν, λίγο πιο δεξιά από το κέντρο της Σελήνης. Λίγο αργότερα, το πλήρωμα απέσπασε το όχημα διακυβέρνησης από τον πύραυλο, το περιέστρεψε και το συνέδεσε με τη σεληνάκατο. Στη συνέχεια το συγκρότημα άρχισε τον διάπλου του σκοτεινού κενού που χωρίζει τη Γη από τον δορυφόρο της, περιστρεφόμενο αργά γύρω από τον άξονά του ώστε να μοιράζεται ισομερώς η ηλιακή θερμότητα στην επιφάνειά του.

Το πλήρωμα του Απόλλων 11 κατά την συνέντευξη Τύπου, η οποία προηγήθηκε της εκτόξευσης: Buzz Aldrin (αριστερά), Neil Armstrong (στο μέσο) και Michael Collins (δεξιά).

Στις 17:21:50 UTC της 19ης Ιουλίου, το διαστημόπλοιο πέρασε στην αθέατη πλευρά της Σελήνης με αποτέλεσμα να διακοπούν οι επικοινωνίες με το κέντρο ελέγχου της NASA στο Χιούστον του Τέξας. Ήταν η στιγμή που ενεργοποιήθηκε το σύστημα πρόωσης, προκειμένου να εισέλθει σε σεληνιακή τροχιά. Στη διάρκεια των επομένων περιστροφών γύρω από τον δορυφόρο της Γης, οι αστροναύτες είχαν κατ επανάληψη οπτική επαφή με το σημείο της επικείμενης προσελήνωσης. Η Θάλασσα της Ηρεμίας (Mare Tranquilitatis), 19 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του κρατήρα Sabine D, είχε συγκεντρώσει την προτίμηση της NASA, ως σημείο για την προσελήνωση, εξαιτίας του επίπεδου εδάφους και της λείας επιφάνειας. Χάρη στα δυο παραπάνω χαρακτηριστικά, εθεωρείτο ασφαλής περιοχή, τόσο για μια ομαλή προσελήνωση, όσο και για μια απρόσκοπτη δραστηριότητα των δυο αστροναυτών έξω από τη σεληνάκατο, κυρίως σε επίπεδο συλλογής δειγμάτων. Κατά τη διάρκεια της δέκατης περιστροφής τους στην τροχιά της Σελήνης, οι Armstrong και Aldrin εγκατέλειψαν το Columbia και επιβιβάστηκαν στο Eagle. Δύο ακόμα περιστροφές πέρασαν πρoτού οι αστροναύτες αποσυνδέσουν τα δύο οχήματα και πυροδοτήσουν τους κινητήρες του Eagle για την κάθοδο στα 16.000 μέτρα. Στο ύψος αυτό ο κινητήρας πυροδοτήθηκε εκ νέου και, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα παρέμενε σε λειτουργία μέχρι την προσελήνωση. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια προειδοποιητική λυχνία άρχισε να αναβοσβήνει στον πίνακα ελέγχου της σεληνακάτου: «Επικείμενη υπερφόρτιση του υπολογιστή». Το κέντρο ελέγχου αποφάσισε τη συνέχιση της καθόδου. Τα προβλήματα, ωστόσο, δεν σταμάτησαν. Ενώ το Eagle πετούσε μόλις 60 μέτρα από την επιφάνεια της Σελήνης, ο Armstrong αντιλήφθηκε ότι ο υπολογιστής το οδηγούσε προς ένα σημείο γεμάτο βράχους. Πέραν της πιθανότητας σοβαρής βλάβης του οχήματος από πρόσκρουση σε αυτούς, θα προέκυπτε και δεύτερο πρόβλημα: εάν δεν εφάπτετο με την επιφάνεια της Σελήνης σχεδόν απόλυτα κάθετα, η αποκόλληση θα ήταν αδύνατη και οι δύο αστροναύτες θα παρέμεναν για πάντα εκεί. Ο Armstrong ανέλαβε ο ίδιος τη διοίκηση, για να οδηγήσει το σκάφος σε ομαλό έδαφος. Τα καύσιμα, όμως, ήταν λιγοστά και δεν είχε παρά δύο μόνο λεπτά στη διάθεσή του. Τελικά, η άκατος προσεληνώθηκε ομαλά, αν και τα καύσιμα που απέμεναν δεν αρκούσαν παρά για λιγότερα από 30 δευτερόλεπτα επιπλέον πτήσης. Στο Χιούστον ακούστηκε καθαρά η φωνή του Armstrong: «Χιούστον, εδώ Βάση Ηρεμίας, το Eagle έχει προσεδαφιστεί» («Houston, Tranquility Base here. The Eagle has landed«). Στη Φλόριντα, η ώρα ήταν 16:18 (20:18:04 UTC) της 20ής Ιουλίου του 1969 όταν ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη.

Στις 02:51 UTC της Δευτέρας 21 Ιουλίου, ο Neil Armstrong άρχισε να κατεβαίνει με αργές κινήσεις τα εννέα σκαλιά, που χώριζαν την καταπακτή της σεληνακάτου από το έδαφος. Στις 2:56:15 UTC, πάτησε το πόδι του στη Σελήνη, λέγοντας: «Είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα» («That’s one small step for [a] man, one giant leap for mankind«). Τα λόγια αυτά σημάδεψαν για πάντα ένα κορυφαίο γεγονός στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Η πρώτη πράξη του Armstrong ήταν να συλλέξει δείγματα σεληνιακού βράχου και να τα αποθηκεύσει στη σεληνάκατο, για την περίπτωση που κάποια απροσδόκητη επιπλοκή επέβαλλε την ταχύτατη εγκατάλειψη της Σελήνης. Περί τα είκοσι λεπτά αργότερα, στην επιφάνεια πάτησε και ο Aldrin. Oι δύο αστροναύτες, αφού πειραματίστηκαν για λίγο με τη σεληνιακή βαρύτητα (ο Armstrong δήλωσε αργότερα πως η πραγματικότητα του φάνηκε ευκολότερη από την εκπαίδευση σε συνθήκες προσομοίωσης),  εγκατέστησαν την τηλεοπτική κάμερα που θα αναμετέδιδε κάθε κίνησή τους και που ήταν προορισμένη να παραμείνει για πάντα επιτόπου μετά την αναχώρησή τους, έχοντας προηγουμένως καταγράψει και μεταδώσει στη Γη την αποκόλληση της σεληνακάτου. Λίγο αργότερα, ακολούθησε τηλεφωνική σύνδεση με το οβάλ γραφείο, από όπου ο πρόεδρος Richard Nixon είχε σύντομη συνομιλία με τους δυο αστρονναύτες, χαρακτηρίζοντας την κλήση ως το κορυφαίο ιστορικό τηλεφώνημα με προέλευση τον Λευκό Οίκο.

 

 Apollo 11 Astronauts Talk With Richard Nixon From the Surface of the Moon – AT&T Archives

Στην επιφάνεια της Σελήνης τοποθετήθηκαν μια σημαία των ΗΠΑ, ένας δίσκος από σιλικόνη με καταγεγραμμένα μηνύματα από 72 αρχηγούς κρατών και τον Πάπα, καθώς και τα παράσημα των  απωλειών στην έως τότε πορεία προς την κατάκτηση του Διαστήματος: Virgil Grissom, Edward White, Roger Chaffee (επρόκειτο για το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1, που κάηκε μέσα στο διαστημόπλοιο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης) και των Σοβιετικών Vladimir Komarov και  Yuri Gagarin. Από εκεί και πέρα, οι Armstrong και Aldrin επιδόθηκαν στο αμιγώς επιστημονικό μέρος του προγράμματος. Μεταξύ άλλων, συνέλλεξαν δείγματα εδάφους 21,55 κιλών και εγκατέστησαν συσκευές, που παρέμειναν επί τόπου ες αεί. Στα άγνωστα πετρώματα, τα οποία μετέφεραν στη Γη, δώθηκαν, αργότερα, ονομασίες όπως αρμαλκόλιθος (armalcolite) – από τα αρχικά των ονομάτων Arm-strong, Al-drin και Col-lins, πυροξφεροΐτης (pyroxferroite), τρανκουιλιτίτης  (tranquillityite) – από τη Θάλασσα της Ηρεμίας. Τα δυο πρώτα εντοπίστηκαν αργότερα και στη Γη, όχι όμως το τρίτο.

Στιγμιότυπα από την δραστηριότητα των αστροναυτών στην επιφάνεια της Σελήνης, όπως κυκλοφόρησαν από τη NASA.

Στις 17:54 UTC, έπειτα από άνω των είκοσι ωρών συνολική παραμονή στην επιφάνεια της Σελήνης, η σεληνάκατος απογειώθηκε με επιτυχία, εγκαινιάζοντας τη διαδικασία επανόδου στη Γη. Η όλη επιχείρηση αποκόλλησης ενείχε κινδύνους. Γι αυτό το λόγο, υπήρχε έτοιμο σενάριο καταστροφής. Συγκεκριμένα είχε συνταχθεί λόγος, τον οποίο θα εκφωνούσε από το εθνικό δίκτυο ο Richard Nixon, προβλεπόταν τέλεση ειδικής λειτουργίας υπέρ της ανάπαυσης των ψυχών των δυο αστροναυτών, τέλος, συλλυπητήριο τηλεφώνημα του προέδρου προς τις συζύγους των τελευταίων. Ευτυχώς, τα πάντα εξελίχθηκαν ομαλά και λίγο αργότερα, το Eagle επανασυνδέθηκε με το διαστημόπλοιο. Μόλις οι τρεις αστροναύτες έσμιξαν εκ νέου, η σεληνάκατος αποσυνδέθηκε, παρέμεινε σε σεληνιακή τροχιά και πολύ αργότερα, παρασυρόμενη από την βαρυτική έλξη της Σελήνης, συνετρίβη στην επιφάνεια της τελευταίας.

Κάτοικοι της Νέας Υόρκης, συγκεντρωμένοι στο Central Park, παρακολουθούν από γιγαντοοθόνες σε απευθείας μετάδοση από τη Σελήνη τα πρώτα βήματα του ανθρώπου επάνω στην επιφάνεια του δορυφόρου της Γης. Την ίδια στιγμή, ανάλογες σκηνές διαδραματίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη σημαιοστολισμένη με ελληνικές και αμερικανικές σημαίες Αθήνα, πλήθος κόσμου παρακολούθησε στιγμιότυπα από την προσελήνωση, αποσελήνωση και προσθαλάσσωση του Απόλλων 11 από την πλατεία Συντάγματος αλλά και μέσα από κάθε οικία εφοδιασμένη με δέκτη τηλεόρασης.

Την Πέμπτη 24 Ιουλίου 1969, στις 16:44 UTC, το Columbia προσθαλασσώθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό, σε μικρή απόσταση από το πλοίο περισυλλογής, το αεροπλανοφόρο USS Hornet, επί του οποίου επέβαινε ο πρόεδρος Nixon. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί και στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Διήρκεσε 8 ημέρες, 3 ώρες, 18 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα. Οι 30 περιφορές του διαστημοπλοίου γύρω από τη Σελήνη κάλυψαν 59 ώρες, 33 λεπτά και 52 δευτερόλεπτα. Η παραμονή των δυο αστροναυτών 21 ώρες και 36 λεπτά, μεταξύ των οποίων 2 ώρες, 31 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα περιπάτου επάνω στην επιφάνεια.

Apollo 11: Neil Armstrong and Buzz Aldrin remembers. July 16-24, 1969

Σύμφωνα με τη νομοθεσία “περί έκθεσης στον εξωγήινο χώρο” (Extra-Terrestrial Exposure Law), έπρεπε να ακολουθηθεί ένα συστηματικό πρωτόκολλο απολύμανσης, εξαιτίας του φόβου μεταφοράς στη Γη αγνώστων μικροβίων. Η διαδικασία ξεκίνησε εντός του θαλάμου του διαστημοπλοίου, με προσεκτικό καθαρισμό των στολών. Ακολούθησε ψεκασμός της εξωτερικής επιφάνειας της κάψουλας του διαστημοπλοίου με ειδικό μικροβιοκτόνο υγρό από τους δύτες-διασώστες, αμέσως έπειτα από την προθαλάσσωση και προτού εξέλθουν οι τρεις αστροναύτες από αυτό. Εν συνεχεία, το πλήρωμα μεταφέρθηκε με σωστική λέμβο και ελικόπτερο (απολυμάνθηκαν αμφότερα) στο αεροπλανοφόρο, όπου κλείστηκαν σε ειδικό θάλαμο απομόνωσης. Μόλις το USS Hornet έφτασε στον τελικό του προορισμό, τη Χονολουλού, ο θάλαμος τοποθετήθηκε σε ειδικό αεροσκάφος και μεταφέρθηκε στο Κέντρο Ελέγχου της NASA, στο Χιούστον του Τέξας. Οι τρεις αστροναύτες και δυο γιατροί παρέμειναν σε έναν κάπως πιο ευρύχωρο θάλαμο καραντίνας επί τρεις εβδομάδες. Μόλις διαπιστώθηκε πως εξέλειπε κάθε κίνδυνος μικροβιακής μόλυνσης, εξήλθαν από τον θάλαμο στις 10 Αυγούστου.

Ο πρόεδρος Nixon συνομιλεί μέσω μικροφώνου με τους εγκλείστους στον θάλαμο απομόνωσης αστροναύτες, επί του αεροπλανοφόρου USS Hornet.

Ο αντίκτυπος του γεγονότος υπήρξε πολυποίκιλος. Στις ΗΠΑ καταγράφηκαν 16.700 αιτήσεις ατόμων, που εκδήλωσαν την επιθυμία να επισκεφθούν το Διάστημα. Στην Ιταλία, έξι βαρυποινίτες απέδρασαν από τη φυλακή εκμεταλλευόμενοι την καθήλωση των δεσμοφυλάκων μπροστά από τους δέκτες της τηλεόρασης. Στην Κίνα, την πολυπληθέστερη χώρα του πλανήτη, η κατάκτηση της Σελήνης δεν ανακοινώθηκε καν! Για πρώτη φορά, οι Αμερικανοί υποσκέλισαν τους Σοβιετικούς στην κούρσα του Διαστήματος. Το πρόγραμμα Απόλλων ολοκληρώθηκε με άλλες πέντε επανδρωμένες αποστολές στη Σελήνη (δεν συμπεριλαμβάνεται η ατυχής περίπτωση του Απόλλων 13). Η τελευταία από αυτές, πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1972.

The Journeys of Apollo 11, » The Conquest of the Moon «, NASA documentary (2009) HD

Θεωρίες συνωμοσίας 

Η αποστολή του Απόλλων 11 λειτούργησε ως έναυσμα για την ύφανση θεωριών συνωμοσίας. Κοινό τόπο των θεωριών αυτών αποτελεί το επιχείρημα πως η αποστολή στη Σελήνη ουδέποτε πραγματοποιήθηκε και ότι τα πάντα κινηματογραφήθηκαν μέσα σε στούντιο για λόγους γοήτρου και μόνο. Οι οπαδοί της παραπάνω άποψης στηρίζονται σε μια ολόκληρη σειρά στοιχείων, όπως η παντελής απουσία από τα πλάνα έναστρου ουρανού, η μη ύπαρξη κρατήρα ακριβώς κάτω από τη βάση της σεληνακάτου, ο κυματισμός της σημαίας (προφανώς εξαιτίας του συστήματος εξαερισμού του στούντιο), ο βηματισμός των αστροναυτών (προβολή σε αργή κίνηση, ενώ σε γρήγορη ο ίδιος πάντοτε βηματισμός δείχνει φυσιολογικός), πλάνα, που αποδεικνύουν την ύπαρξη επιπρόσθετου φωτισμού πέραν του μοναδικού υπάρχοντος στην επιφάνεια της Σελήνης (εκείνου του Ηλίου), αλλά και επιχειρήματα περισσότερο πειστικά, όπως η έκθεση σε ισχυρή ακτινοβολία εκτός της περιγήινης τροχιάς (η περίφημη ζώνη Van Allen), για την προστασία από την οποία δεν υφίστατο κατάλληλος εξοπλισμός. Υποστηρίχθηκε ότι σκηνοθέτης των υποτιθέμενων λήψεων από την επιφάνεια της Σελήνης υπήρξε ο Stanley Kubrick, με πρόσφατη την εμπειρία του γυρίσματος, λίγo νωρίτερα, της υπερπαραγωγής 2001: A Space Odyssey.  Είναι γεγονός ότι ο Kubrick συνεργάστηκε με τη NASA με αφορμή την παραπάνω ταινία, όπως επίσης και πως πολλές από τις κινήσεις και εν γένει χειρισμούς εκ μέρους του πληρώματος του Απόλλων 11 παραπέμπουν ευθέως σε αυτή.

Το 1977 προβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία Capricorn One. Πραγματεύεται μια διαστημική αποστολή στον Άρη, η οποία ματαιώνεται λίγα λεπτά πριν από την εκτόξευση. Οι μη μυημένοι, έως τότε, στην απάτη τρεις αστροναύτες, μεταφέρονται κρυφά και δια της βίας από τις Μυστικές Υπηρεσίες σε κινηματογραφικό στούντιο κάπου στην έρημο της Νεβάδας, από όπου υποκρίνονται πως συνεχίζουν κανονικά την αποστολή τους, εφαρμόζοντας όλα όσα είχαν αφομοιώσει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Η θεματολογία, η οπτική απόδοση και ορισμένες σκηνές όπως η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Λευκό Οίκο από την επιφάνεια του Άρη, ασφαλώς και ενέχουν συγκεκριμένους συμβολισμούς και υπονοούμενα.

Capricorn One – Trailer

Τον Φεβρουάριο του 2000 ξεκίνησε ένα νέος γύρος συζητήσεων, αμφισβητήσεων και αντιπαραθέσεων, έπειτα από την προβολή ενός ωριαίου ντοκιμαντέρ από το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Fox TV με τίτλο: «Θεωρίες συνομωσίας: Προσεδαφιστήκαμε στο φεγγάρι;» Από το ίδιο δίκτυο είχε προβληθεί παλαιότερα η δημοφιλής σειρά The X-Files.

Σε όλα τα παραπάνω επιχειρήματα η NASA έχει απαντήσει, άλλοτε πειστικά και άλλοτε λιγότερο. Συγκεκριμένα:

  • Η σημαία συγκρατείται ανοικτή από μια οριζόντια ράβδο και απλούστατα κινείται, όταν οι αστροναύτες την ξετυλίγουν και καθώς το κάθετο κοντάρι της στερεώνεται στο έδαφος. Το κοντάρι είναι πολύ ελαφρύ, από εύκαμπτο αλουμίνιο, και έτσι συνεχίζει να δονείται ακόμα και μετά την απομάκρυνση των αστροναυτών, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι κυματίζει στον (ανύπαρκτο) αέρα.
  • Σχετικά με την απουσία κρατήρα, το έδαφος της Σελήνης είναι πολύ πιο σκληρό και η επιφάνεια στην οποία πραγματοποιήθηκε η κάθοδος ήταν βραχώδης με αποτέλεσμα να μην μείνουν εμφανή σημάδια της επιχείρησης στο σημείο αυτό.
  • Στη Σελήνη δεν είναι ο Ήλιος η μόνη πηγή φωτός αλλά και η ίδια η Σελήνη, που αντανακλά το φως του Ηλίου. Αυτός είναι ο λόγος που οι σκιές δεν είναι εντελώς σκοτεινές.
  • Η NASA ισχυρίζεται ότι ο σύντομος χρόνος που χρειάστηκε για να διασχίσει το Απόλλων 11 τη ζώνη Van Allen, σε συνδυασμό με την προστασία που προσέφερε το περίβλημα του διαστημοπλοίου, σημαίνει ότι η έκθεση των αστροναυτών στην ακτινοβολία ήταν πολύ μικρή.
  • Σχετικά με την απουσία έναστρου ουρανού, η προσελήνωση έλαβε χώρα κατά το σεληνιακό πρωινό, με τον Ήλιο να λάμπει έντονα. Απλώς οι τεχνικοί της NASA ρύθμισαν έτσι τον χρόνο έκθεσης στις κάμερες, ώστε ο χρόνος έκθεσης του φιλμ να είναι πολύ σύντομος προκειμένου να μην εισέλθει πολύ φως και θολώσει τις λεπτομέρειες της λήψης. Τα άστρα, αν και ήταν ορατά στα μάτια των αστροναυτών, δεν ήταν αρκετά λαμπερά για να αποτυπωθούν στις φωτογραφίες.
  • Τέλος, για τον βηματισμό των αστροναυτών, η NASA διαψεύδει τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας πως το βίντεο δεν υπέστη επεξεργασία slow motion αλλά ήταν έτσι εξ αρχής.

Εν κατακλείδι, ας καταγραφεί ακόμα μια διαπίστωση, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει έναυσμα για αμφισβήτηση: και οι έξι προσεληνώσεις συνέβησαν κατά την διάρκεια της προεδρίας Νixon, σε μια έκρυθμη χρονική περίοδο, εξαιτίας της παράτασης του πολέμου του Βιετνάμ. Κανείς άλλος ηγέτης των ΗΠΑ ή κάποιας άλλης χώρας δεν κατάφερε να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη, μέσα στα 50 χρόνια, τα οποία παρήλθαν έκτοτε.

Is The Moon Landing Footage Real?

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Brooks, Courtney G., Grimwood, James M.; Swenson, Loyd S., Jr. (1979). Chariots for Apollo: The NASA History of Manned Lunar Spacecraft to 1969. NASA History Series. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Carmichael, Scott W. (2010). Moon Men Return: USS Hornet and the Recovery of the Apollo 11 Astronauts. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press.

Chaikin, Andrew (1994). A Man on the Moon: The Triumphant Story Of The Apollo Space Program. New York: Penguin Group.

Collins, Michael (2001) [1974]. Carrying the Fire: An Astronaut’s Journeys. New York: Cooper Square Press.

Cortright Edgar M.(ed.) (1975). Apollo Expeditions to the Moon. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Hansen James R. (2005), First Man: The Life of  Neil A. Armstrong. New York: Simon & Schuster, Inc

Logsdon, John M. (1976). The Decision to Go to the Moon: Project Apollo and the National Interest. Chicago: University of Chicago Press.

Mindell, David A. (2008). Digital Apollo: Human and Machine in Spaceflight. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.

 

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο “Ανένδοτος Αγώνας”

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο “Ανένδοτος Αγώνας”

Την 9η Ιανουαρίου 1962, συνήλθε η νέα Βουλή. Οι βουλευτές της «Ενώσεως Κέντρου» έδωσαν τον όρκο με επιφύλαξη, διότι (κατ’ αυτούς) είχε παραβιασθεί το Σύνταγμα. Η σχετική δήλωση είχε ως εξής: «Οι Βουλευταί της Ενώσεως Κέντρου ομνύοντες υπακοήν εις το Σύνταγμα, εκφράζουν την επιφύλαξιν ότι το Σύνταγμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας έχει παραβιασθή. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Ε.Ρ.Ε, κατά τας προσφάτους εκλογάς της 29ης Οκτωβρίου 1961, δεν προήλθεν από την ελευθέραν θέλησιν του Ελληνικού Λαού, αλλά από την άσκησιν βίας και νοθείας. Συνεπείς προς τον όρκον των οι βουλευταί της Ενώσεως Κέντρου δηλούν ότι δεν αναγνωρίζουν ως νόμιμον την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. Και διακηρύττουν, ότι θ’ αγωνισθούν με όλα τα μέσα δια την αποκατάστασιν της ομαλής λειτουργίας του Δημοκρατικού ημών Πολιτεύματος». Κατόπιν, κατέθεσαν πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβερνήσεως (την 18η Ιανουαρίου), καθώς και άλλη πρόταση για την παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο (βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών) του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κων. Δόβα και των υπουργών Χ. Ποταμιάνου, Ν. Λιανόπουλου και Π. Καλογερόπουλου (την 23η Ιανουαρίου).

Η συζήτηση ξεκίνησε την 18η Ιανουαρίου, με την ομιλία του Παπανδρέου. Ο ίδιος θεωρούσε ότι επρόκειτο για μία από τις καλύτερες στιγμές του κοινοβουλευτικού βίου του. Προς τούτο και θα παρατεθούν τα κυριότερα σημεία της.

«Και από του βήματος της Εθνικής Αντιπροσωπείας θεωρούμεν καθήκον να διακηρύξωμεν, ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου υπήρξεν προϊόν βίας και νοθείας. Και ωδήγησεν η βία και η νοθεία εις την δημιουργίαν νόθου πλειοψηφίας της Βουλής και παρανόμου Κυβερνήσεως. Δηλούμεν ότι δεν αναγνωρίζωμεν ως νόμιμον την σημερινήν Κυβέρνησιν. Και θεωρούμεν αποστολήν μας να αγωνισθώμεν δια την αποκατάστασιν των ελευθέρων θεσμών, δια την αποκατάστασιν, την ομαλήν λειτουργίαν του δημοκρατικού πολιτεύματος. Από αυτήν την αρχήν ενεπνεύσθη η απόφασίς μας να μη παραστώμεν κατά τας πρώτας συνεδριάσεις της Βουλής, οπότε συνετελείτο η τυπική νομιμοποίησις της Κυβερνήσεως. Από αυτήν την αρχήν εμπνέεται επίσης η απόφασίς μας να μη μετέχωμεν εις το μέλλον ουδεμιάς ψηφοφορίας, δια να μη συντελέσωμεν έστω και αρνητικώς εις αυτήν την νομιμοποίησιν. Και από αυτήν την αρχήν θα εμπνευσθούν επίσης και όλα τα μέτρα τα οποία εν συνεχεία θα λάβωμεν εις το μέλλον.

Έχει τεθή το ερώτημα: Αφού εμπνεόμεθα από αυτήν την αρχήν διατί παριστάμεθα εις την Βουλήν; Η απάντησις είναι : Παριστάμεθα διότι ημείς είμεθα γνήσιοι εκπρόσωποι του λαού και δικαιούμεθα να παριστάμεθα… και δικαιούμεθα να παριστάμεθα όταν θέλωμεν. Άλλοι δεν δικαιούνται… Είπεν ο κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως: “Επιδιώκομεν ανωμαλίας, έχομεν αντισυνταγματικάς επιδιώξεις”. Και απαντώμεν: Το αντίθετον είναι ακριβές. Αγωνιζόμεθα δια την αποκατάστασιν της ομαλότητος, δια την αποκατάστασιν της συνταγματικής τάξεως. Την ομαλότητα κατέλυσαν και το Σύνταγμα παρεβίασαν αι εκλογαί της 29ης Οκτωβρίου.

Βάρκες και καΐκια προϋπαντούν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά την προεκλογική περιοδεία του στην Κέρκυρα.

Εξαιρετικά υπήρξαν τα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν, εξαιρετικά θα είναι και τα μέτρα με τα οποία θα τα αντιμετωπίσωμεν. Είπεν ο κ. Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως ότι έχομεν φυγομαχήσει και ότι τα πυρά τα ιδικά μας θα είναι άσφαιρα. Αλλά εάν τα πυρά πρόκειται να είναι άσφαιρα, προς τι ο στόμφος της προκλήσεως; Είπεν επίσης ότι επί μακρόν εφυγομαχήσαμεν. Το αληθές είναι ότι υπάρχει εις τους κόλπους της Ε.Ρ.Ε. μία μεγάλη σχολή μικρών τεχνασμάτων, τα οποία εχρησιμοποίησε καθ’ όλην αυτήν την περίοδον. Και είχον όλα την αυτήν τύχην, την αυτήν ατυχίαν. Εναυάγησαν. Ενόμισαν, την 7ην Δεκεμβρίου ότι ηδύναντο να μας απευθύνουν τελεσίγραφον δια να μας αναγκάσουν να παριστάμεθα εις την Βουλήν. Αλλά είχον κάμει λάθος εις την διεύθυνσιν. Δεν ανήκομεν εις τους ανθρώπους, οι οποίοι δέχονται τελεσίγραφα. Και το απερρίψαμεν. Προχθές επεδίωξαν πάλιν με την μέθοδον των παρελκύσεων του μεγάλου θέματος, να το μειώσουν εις σημασίαν. Και υπερεφαλαγγίσθησαν με την ιδικήν μας πρότασιν δυσπιστίας. Ευχόμεθα τα παθήματα να γίνουν μαθήματα δια το μέλλον. Αλλά δεν επιμένομεν. Διότι επί τέλους, δεν είμεθα και απαρηγόρητοι από τα παθήματα του Προεδρείου και της Κυβερνήσεως.

Ελέχθη ότι αποτελεί συνήθειαν ιδικήν μας, έπειτα από πάσαν ήτταν, να επικαλούμεθα την παρανομίαν των εκλογών. Ο ισχυρισμός είναι απολύτως ασύστατος. Ουδέποτε εις το παρελθόν, μετά την έκβασιν εκλογών, κατηγγείλαμεν κυβέρνησιν ως παράνομον. Είναι η πρώτη φορά. Διότι πρώτην φοράν συνετελέσθη εις τόσην έκτασιν το όργιον της βίας και της νοθείας. Όταν εις τας εκλογάς του 1958, τας οποίας υπέμνησεν ο κ. Υπουργός των Εσωτερικών, ηττήθημεν, υπεκύψαμεν και εδέχθημεν την ήτταν ως αληθείς δημοκράται. Διότι ως αληθείς δημοκράται γνωρίζομεν ότι όσοι υποκύπτουν εις την θέλησιν του λαού είναι άνδρες, όσοι υποκύπτουν εις την βίαν είναι ανδράποδα. Και ουδέποτε είχομεν τοιαύτην φιλοδοξίαν. Μας απευθύνθη το ερώτημα: Σεις εζητήσατε υπηρεσιακήν. Διατί διαμαρτύρεσθε; Απαντώμεν: Εζητήσαμεν υπηρεσιακήν επί τη βάσει της πείρας των τριών προγενεστέρων υπηρεσιακών κυβερνήσεων, του 1950, του 1952 και του 1958, αι οποίαι πράγματι διεξήγαγον σχετικώς τιμίας εκλογάς. Και ηλπίζαμεν, επίσης, ότι και η τετάρτη υπηρεσιακή κυβέρνησις θα ήτο επίσης αδιάβλητος. Διεψεύσθημεν όμως εις τας προσδοκίας μας. Αυτή είναι η απάντησις. Και διότι εις τας ημέρας της Κυβερνήσεως του Στρατηγού Δόβα συνετελέσθη όργιον βίας και νοθείας και διότι το ηνέχθη, εθεωρήσαμεν χρέος να καταθέσωμεν την πρότασιν παραπομπής εις ειδικόν δικαστήριον.

Οι εκλογές του 1961 δια χειρός Μποστ.

Λέγουν: Αφού πράγματι υποστηρίζετε ότι συνετελέσθησαν όργια βίας και νοθείας διατί δεν διεμαρτυρήθητε κατά το στάδιον των εκλογών; Απαντώμεν: Μόνον Έλληνες του εξωτερικού είναι δυνατόν να διατυπώσουν αυτό το ερώτημα. Όσοι έζησαν εις την Ελλάδα, πρέπει να ενθυμούνται ότι καθημερινώς υπήρχαν σφοδρόταται διαμαρτυρίαι. Επεσκέφθημεν τον Στρατηγόν Δόβαν και διεμαρτυρήθημεν. Και μας παρείχε καλοπροαιρέτους υποσχέσεις, αι οποίαι ουδέποτε ετηρούντο. Εφθάσαμεν εις μίαν απόφασιν, η οποία δεν έχει προηγούμενον εις την πολιτικήν ιστορίαν της χώρας μας. Εννέα ημέρας προ των εκλογών, την 20ην Οκτωβρίου, απευθύναμεν προς όλους τους υποψηφίους της Ενώσεως Κέντρου διάγγελμα…

Ελέχθη: Διατί τότε δεν αποφίσαστε αποχήν; Και αυτήν την εσκέφθημεν, ηλπίσαμεν όμως μέχρι της τελευταίας εβδομάδος, ότι το μέγα ρεύμα θα είχεν υπερφαλαγγίσει την βίαν. Αλλά συμφώνως προς το σχέδιον, το οποίον είχεν έκτοτε καταρτισθή, η μεγάλη εκλογική επιχείρησις ενηργήθη την Παρασκευήν και κατ’ εξοχήν το Σάββατον, την νύκτα του Σαββάτου προς την Κυριακήν. Ιδού διατί δεν εφθάσαμεν εις την απόφασιν της αποχής. Αυτή είναι η προϊστορία, η οποία δικαιώνει εις το ακέραιον τας καταγγελίας, τας οποίας διετυπώνομεν έπειτα από τας εκλογάς. Και τίθεται τώρα το ερώτημα: Αι αποδείξεις; Ποίας αποδείξεις προσκομίζετε δι’ αυτό το όργιον της βίας και της νοθείας; Το προνόμιον του γενικού σχεδίου είναι ότι προνοεί δια την μείωσιν, την εξέλειψιν των αποδείξεων. Όταν η βία και η νοθεία είναι εκδήλωσις τοπική, σπασμωδική και αυθαίρετος, προσφέρεται ευκολώτερον προς απόδειξιν.

Όταν υπάρχη σχέδιον γενικόν, υπάρχει επίσης πρόνοια και δια την απόκρυψιν. Μ’ όλα ταύτα, υπάρχουν αι αποδείξεις. Και αι αποδείξεις κατατάσσονται εις τρεις κατηγορίας, εις τρία κεφάλαια. Είναι, πρώτον, τα γεγονότα. Είναι, δεύτερον, οι αριθμοί. Και είναι, τρίτον, τα κείμενα. Εις τα γεγονότα την πρώτην θέσιν κατέχει το κομματικόν Κράτος. Εμποτισμένον το Κράτος από το Κόμμα, ενήργησε με όλην την πίεσιν των Νομαρχών, των Προέδρων Κοινοτήτων, με τα μικρά κοινωφελή και μεγάλα κομματωφελή έργα. Ενήργησε, προς εξυπηρέτησιν της Ε.Ρ.Ε…

Και έρχομαι τώρα εις το κεφάλαιον της βίας… Συμφώνως με το σχέδιον, εκαλούντο οι πολίται εις τα αστυνομικά τμήματα, οι χωροφύλακες επεσκέπτοντο εις τας οικίας των τους χωρικούς και τους ενέπνεον τρόμον, τους ηπείλουν με φακέλλους, με οικονομικάς συνεπείας δι’ αυτούς και τους συγγενείς των, με απολύσεις, μεταθέσεις, με δάνεια της Α.Τ.Ε. Και υπό το κράτος αυτής της πιέσεως εκάμπτετο το εκλογικόν των φρόνημα και ηναγκάζοντο να προσαρμοσθούν εις το αίτημα της ψηφίσεως της Ε.Ρ.Ε…

Τα αποτελέσματα των στρατιωτικών τμημάτων αποτελούν επίσης μίαν πλήρη απόδειξιν της βίας, η οποία ησκήθη. Όταν επί των ημέρων του Στρατάρχου Παπάγου το ποσοστόν υπήρξε 52% και σήμερον, αφαιρουμένων των δημοσίων υπαλλήλων, φθάνει περίπου εις το 100% ποίαν χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων; Το 100% αποδεικνύει όχι μόνον ότι διετάχθη ο στρατός να ψηφίση Ε.Ρ.Ε. Αποδεικνύει επί πλέον, ότι το κράτος έχει εμποτισθή από το Κόμμα και τούτο βεβαίως έχει επιπτώσεις όχι μόνον επί της ψήφου του στρατού αλλά και εις όλας τας εκδηλώσεις της κρατικής επεμβάσεως…

Ιδού η πλήρης απόδειξις, η οποία θα έχη τον τίτλον εις την μαύρην βίβλον της 29ης Οκτωβρίου “Ο εμπαιγμός”, ο εμπαιγμός ο ιδικός μου από τον Στρατηγόν Δόβαν. Διότι όταν ημείς υπεστηρίζαμεν ανάκλησιν των Τ.Ε.Α. ή αχρήστευσιν και μας το υπέσχετο, εις τον ίδιον χρόνον εγνώριζεν, ότι οργανούνται τα Τ.Ε.Α. ως δύναμις εκλογικής επιχειρήσεως. Μέχρις εσχάτων ετέλουν εν απορία αν ηγνόει και ο ίδιος και ενεπαίζετο ή εγνώριζε και μας ενέπαιζε. Τώρα πλέον έχω πεισθή, ότι έχει συμβή το δεύτερον…

Κύριοι βουλευταί, αυταί είναι αι αποδείξεις των κειμένων. Επεκαλέσθημεν τας αποδείξεις των γεγονότων, τας αποδείξεις των αριθμών, τας αποδείξεις των κειμένων. Και είναι πλήρης η απόδειξις, ότι ωργανώθη πράγματι όργιον βίας και νοθείας, εις την άσκησιν του οποίου οφείλεται ο στραγγαλισμός της αληθούς θελήσεως του λαού και η έκβασις εκλογικού αποτελέσματος, το οποίον δεν ανταποκρίνεται προς την αληθή του θέλησιν…

Ο κ. Καρδαμάκης[1] ενόμιζεν ότι ώφειλε να έλθη πάλιν εις την σκηνήν να αρχίση και πάλιν την πολιτικήν και να επιδοθή εις την κατασυκοφάντησιν των ηγετών, του πολιτικού κόσμου και του Τύπου της Ενώσεως Κέντρου. Προ ολίγων ημερών ο Στρατηγός Καρδαμάκης εξέδωκεν την ακόλουθον διαταγήν ημερομηνίας 5 Ιανουαρίου 1962: “Από της προεκλογικής ακόμη περιόδου είχεν αναληφθή συκοφαντική εκστρατεία κατά του Στρατού και των Τ.Ε.Α.”. Δεν είμεθα ημείς, οι οποίοι συκοφαντούμεν τον Στρατόν και τα Τ.Ε.Α., δεν είμεθα ημείς εναντίον του Στρατού και των Τ.Ε.Α. Τιμώμεν ημείς τας Ενόπλους Δυνάμεις, τα Τ.Ε.Α. και τα Σώματα Ασφαλείας. Ημείς είμεθα εναντίον των αναξίων ηγετών του στρατεύματος.

Συνεχίζει ο Στρατηγός Καρδαμάκης: “Η εκστρατεία αύτη, συνεχιζομένη μέχρι σήμερον, εκδηλούται κυρίως δια καταγγελιών, σχολίων και δημοσιευμάτων ως τα τελευταίως αναγραφέντα περί παρανόμου αναμίξεως του Στρατού και των Τ.Ε.Α. εις την διεξαγωγήν των τελευταίων εκλογών”. Και ανακοινώνει εις το στράτευμα κείμενα, τα οποία στρέφονται εναντίον των ηγετών της Ενώσεως Κέντρου. Δεν ανακοινώνει ο Στρατηγός Καρδαμάκης τας απαντήσεις μας, ανακοινώνει μόνον τας επικρίσεις εναντίον μας. Με ποίον δικαίωμα ο Στρατηγός Καρδαμάκης απομονώνει τας επικρίσεις;

Πρώτον, με ποίον δικαίωμα εισέρχεται εις άσκησιν πολιτικής ο Στρατηγός Καρδαμάκης ανακοινών τας δηλώσεις του κ. Πρωτοπαπαδάκη[2] και όχι την ιδικήν μου απάντησιν; Και περαιτέρω προβαίνει εις μίαν ασύδοτον ανακοίνωσιν, αφορώσαν τον κ. Βενιζέλον. Γράφει: “Πρόκειται περί φαιδρολογημάτων, τα οποία έχει εξασφαλίσει εις την χώραν το προνόμιον της πολιτικής ασυδοσίας” και προχωρεί εις βαρυτάτας ύβρεις εναντίον του κ. Βενιζέλου. Αυτός είναι ο Στρατηγός Καρδαμάκης.

Κωνσταντίνος Καραμανλής και Γεώργιος Παπανδρέου.

Και έχομεν το δικαίωμα από του εθνικού τούτου βήματος να απευθυνθώμεν προς αυτόν και να του είπωμεν: Ποίος είσαι συ Στρατηγέ Καρδαμάκη, ανάξιε ηγέτα του στρατεύματος; Ανάξιε ηγέτα του στρατεύματος, ο οποίος δύνασαι να συκοφαντής τους ηγέτας, τους πολιτικούς ηγέτας της Ενώσεως Κέντρου ως αντεθνικούς, της Ενώσεως Κέντρου εις την οποίαν ανήκουν πρώται δυνάμεις της χώρας, αι οποίαι έχουν προσφέρει μεγάλας υπηρεσίας εις την πατρίδα, είναι κατάφορτοι από εθνικούς τίτλους, έχουν προσφέρει ιστορίαν, απελευθέρωσιν εις την Ελλάδα; Ποίος είσαι συ Στρατηγέ Καρδαμάκη; Εάν υπήρχε Κυβέρνησις, εντός μιας ώρας ο Στρατηγός Καρδαμάκης θα έπαυε να είναι αρχηγός του Στρατού και Στρατηγός. Αλλά βεβαίως δεν υπάρχει…

Η Ένωσις Κέντρου εντός των προσεχών ημερών θα απευθύνη διάγγελμα και προς τας Ενόπλους Δυνάμεις και προς τα Σώματα Ασφαλείας. Θα τους εκφράση και την εμπιστοσύνην και την στοργήν της και ταυτοχρόνως θα καταγγείλη εις τας Ενόπλους Δυνάμεις και εις τα Σώματα Ασφαλείας την αναξίαν των ηγεσίαν, η οποία προσπαθεί να δηλητηριάση την ψυχήν των ευγενών τέκνων του Ελληνικού Λαού με την συκοφαντικήν δυσφήμισην ότι οι ηγέται μιας μεγάλης μερίδος, της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, είναι ηγέται αντεθνικοί και στρέφονται εναντίον και των Ενόπλων Δυνάμεων και εναντίον των Σωμάτων Ασφαλείας…

Αλλά είναι βέβαιον ότι έχει πλέον δημιουργηθή μία τραγική κατάστασις εις την χώραν. Όταν οι ηγέται του στρατεύματος επιδίδωνται εις αυτό το έργον, είναι βέβαιον δυστυχώς ότι τα θεμέλια του ελευθέρου πολιτεύματος, τα θεμέλια των ελευθέρων θεσμών έχουν κλονισθή. Εγίνατε εσωτερική κατοχή. Είμεθα εθνική αντίστασις. Ο ανένδοτος αγών αποτελεί πλέον υπέρτατον χρέος τιμής. Και είμεθα βέβαιοι ότι με την συμπαράστασιν της μεγάλης πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού και προ παντός με την συμπαράστασιν της Νεότητος, της οποίας αι ευγενείς καρδίαι δονούνται από ιδεώδη και πάλλονται με τον παλμόν της δημοκρατίας είμεθα βέβαιοι ότι θα αχθή εις αίσιον πέρας. Ο αγών θα ευοδωθή. Οι ένοχοι θα τιμωρηθούν. Η δημοκρατία θα νικήση!».

Η πρώτη κοινοβουλευτική μάχη έληξε με ψηφοφορία επί των προτάσεων δυσπιστίας της Ε.Κ. και της Ε.Δ.Α. Υπέρ αυτών ψήφισαν 111 βουλευτές και κατά 173. Οι προτάσεις απερρίφθησαν, ως ανεμένετο, αλλά ο «ανένδοτος αγώνας» δεν επλήγη. Την 23η Φεβρουαρίου 1962, εξεδόθη το πόρισμα του Εισαγγελέως Ποινικής Αγωγής Αλεξ. Φλώρου κατόπιν μηνύσεως, η οποία υπεβλήθη από τους πολιτευτές Λουκ. Ακρίτα, Αναστ. Κολοκυθά και Χρ. Τούντα εις βάρος 562 ατόμων. Αυτά κατηγορούντο ότι είχαν παρανόμως εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους του Χαϊδαρίου και είχαν ψηφίσει στις εκλογές. Μόλις έμαθε το περιεχόμενο του πορίσματος, ο Παπανδρέου δήλωσε τα ακόλουθα. «Η Δικαιοσύνη ωμίλησε. Και αποτελεί το εισαγγελικόν πόρισμα πανηγυρικήν δικαίωσιν ιδικήν μας και πλήρη συντριβήν της Κυβερνήσεως της Ε.Ρ.Ε. Το εκλογικόν πραξικόπημα έχει πλέον δικαστικώς επιβεβαιωθή. Από σήμερον, όμως, την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. δεν βαρύνει μόνον το όργιον της βίας και της νοθείας των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου, χάρις εις το οποίον κατεσκευάσθη η νόθος πλειοψηφία της Βουλής και η παράνομος Κυβέρνησις. Από σήμερον εις τας ευθύνας του παρελθόντος προστίθενται νέαι ευθύναι, ακόμη βαρύτεραι. Είναι το πελώριον ηθικόν θέμα, το οποίον ανακύπτει δια την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. μετά την έκδοσιν του δικαστικού πορίσματος. Αποδεικνύεται τώρα ότι ολόκληρος η Κυβέρνησις εψεύσθη ενώπιον της Βουλής του Έθνους…                         

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Αποτελεί πλέον αίτημα ηθικής τάξεως η άμεσος παραίτησις της Κυβερνήσεως. Εάν εις το δημόσιον βίον της χώρας πρόκειται να υπάρξη ευπρέπεια και εντροπή, η σημερινή Κυβέρνησις δεν έχει το δικαίωμα να παραμένη εις την θέσιν της. Αλλά διότι βεβαίως είναι δύσκολον να ελπίσωμεν εις ευθιξίαν από μίαν Κυβέρνησιν, η οποία απετόλμησε και όσα έπραξε και όσα είπε, χρέος αισθανόμεθα να απευθυνθώμεν προς τον Ρυθμιστήν του Πολιτεύματος. Εφ’ όσον αι καταγγελίαι διετυπούντο μόνον από την Ένωσιν Κέντρου, ηδύναντο οι σύμβουλοί του να ισχυρίζωνται ότι ωφείλοντο εις κομματικά ελατήρια. Αλλά ωμίλησεν η ελληνική Δικαιοσύνη και η φωνή της δεν είναι δυνατόν να μη ακουσθή. Εάν η αρετή πρόκειται να είναι το θεμέλιον της Δημοκρατίας, δεν δύνανται να είναι κυβερνήται εκείνοι οι οποίοι την παρεβίασαν». 

Γεώργιος Παπανδρέου Διακήρυξη Ανένδοτου Αγώνα 18/01/1962

Αντιθέτως, ο Ράλλης ερμήνευσε διαφορετικά το πόρισμα, αναφέροντας ότι από αυτό «προκύπτει ότι ούτε διπλοψηφίσαντες υπήρξαν ούτε “δέντρα” ψήφισαν, αλλά υπαρκτοί και κανονικοί ψηφοφόροι». Εξ ίσου διαφορετική είναι η αντιμετώπιση των δικαστικών αποφάσεων. Ο Κορέσης έκανε λόγο και για άλλες δικαστικές αποφάσεις, βάσει των οποίων κατεδικάζοντο κρατικά όργανα για παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας, γεγονός το οποίο ώθησε τον αρχηγό της «Ενώσεως Κέντρου» να χαρακτηρίσει την δικαιοσύνη «οχυρό της Δημοκρατίας».

Μολαταύτα, ο Ράλλης έγραψε ότι «από όλες τις χιλιάδες των υποθέσεων, οι οποίες με επιμονή της Ενώσεως Κέντρου, έφθασαν στη Δικαιοσύνη μόνο για έξι εκδόθηκαν καταδικαστικές αποφάσεις». Ο Κων. Παπακωνσταντίνου ανέφερε στην προαναφερθείσα επιστολή του προς την εφημερίδα Τα Νέα ότι το εκλογοδικείο ακύρωσε την εκλογή σε μόλις 8 εκλογικά τμήματα επί συνόλου 9.700. Προσέθεσε δε, ότι «εις όλα αυτά τα Τμήματα ετηρήθησαν πρακτικά πιστοποιούντα την άψογον διεξαγωγήν της ψηφοφορίας. Και υπέγραψαν ταύτα, πλην των δικαστικών αντιπρωσώπων και οι αντιπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως». Ο Καραμανλής και οι βιογράφοι του διεκήρυξαν επανειλημμένως ότι η διαφορά σε ψήφους μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κόμματος ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορούσε να αποδοθεί σε καλπονοθεία.

Στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του (για το 1962), ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως έκανε έναν απολογισμό του παρελθόντος, χαράσσοντας την πορεία για το μέλλον. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Πρώτον στάδιον υπήρξεν η απόδειξις του εκλογικού πραξικοπήματος και προσεκόμισεν η Ένωσις Κέντρου πλήρεις αποδείξεις αι οποίαι, συγκεντρωθείσαι εις την εκδοθείσαν “Μαύρην Βίβλον”, θα ιστορούν και εις το μέλλον το ανεξίτηλον στίγμα της Ε.Ρ.Ε. Μετά την απόδειξιν της βίας και της νοθείας, επεδόθημεν εις την επικοινωνίαν με τον Ελληνικόν Λαόν και κατηγγείλαμεν την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. ως εσωτερικήν κατοχήν. Και είναι ιδιαιτέρως άξιον εξάρσεως το γεγονός ότι εξεδηλώθη εκ μέρους του λαού όχι απλώς αγωνιστικόν, αλλά ιδεολογικόν πάθος. Ο ανένδοτος αγών θα συνεχισθή και θα καθίσταται συνεχώς περισσότερον έντονος μέχρι της πλήρους ευοδώσεως. Θα συνεχισθή εις όλα τα μέτωπα. Και εις την Βουλήν και εις τον Τύπον και ενώπιον του Λαού… Κατά το λήγον έτος, υπήρξεν επικοινωνία της ηγεσίας με τον λαόν των πόλεων. Κατά την νέαν φάσην, ο αγών θα ενταθή και θα γενικευθή. Θα είναι η πορεία όλου του κόμματος, βουλευτών και πολιτευτών προς την ύπαιθρον. Σκοπός θα είναι η διαφώτισις, η εμψύχωσις, η οργάνωσις του λαού».

Στις αρχές του 1962, ο Παπανδρέου ξεκίνησε την προαναφερθείσα «πορεία προς τον λαόν». Ήταν ήδη 74 ετών και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με την μέση του, το οποίο ελάχιστοι εγνώριζαν. Το πρόβλημα αυτό σχεδόν ουδείς αντελήφθη, καθώς ο Αχαιός πολιτικός γύρισε όλη την Ελλάδα με νεανικό σφρίγος, τους επόμενους μήνες. Η έναρξη της περιοδείας έγινε από το Ηράκλειο της Κρήτης, την 18η Μαρτίου. Η συγκέντρωση ήταν επιτυχής και ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» είπε την περίφημη φράση «Μέγα πλήθος, μέγα πάθος». Ακολούθως ήρθε η σειρά των Αθηνών. Η ηγεσία του κόμματος απεφάσισε να καλέσει τους οπαδούς της Ε.Κ. σε ανοικτή συγκέντρωση, την 20η Απριλίου 1962. Είχε προηγηθεί αίτημα του Παπανδρέου για την χορήγηση αδείας στην πλατεία Κλαυθμώνος προκειμένου να πραγματοποιηθεί ανοικτή συγκέντρωση, την 4η Ιανουαρίου. Τότε, η κυβέρνηση είχε αρνηθεί και ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» δεν επέμεινε.

Την άνοιξη, όμως, το κλίμα ήταν προσφορότερο για την κλιμάκωση του «ανένδοτου αγώνα». Την 8η Απριλίου, έλαβε χώρα η αναπληρωματική εκλογή στην Θεσσαλονίκη, μετά την ακύρωση των αποτελεσμάτων σε τέσσερα εκλογικά τμήματα, στα οποία είχαν συμβεί παρατυπίες την 29η Οκτωβρίου. Η Ε.Δ.Α. απεφάσισε να υποστηρίξει τον υποψήφιο της Ε.Κ. Στεφ. Τσαπάρα, ο οποίος υπερίσχυσε του αντιστοίχου της Ε.Ρ.Ε. Κανδηλιέρη. Η ήττα της Ε.Ρ.Ε. κατέστη μεγαλύτερη διότι απώλεσε το 20% των ψήφων της εντός ολίγων μηνών.  Φυσικά, το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να μείνει ανεκμετάλλευτο από την αντιπολίτευση, η οποία το θεώρησε επιβεβαίωση της βίας και της νοθείας του 1961. Η κυβέρνηση έδωσε άδεια για την διεξαγωγή της συγκεντρώσεως αλλά για το γήπεδο του Παναθηναϊκού, επικαλούμενη λόγους ασφαλείας.

Η «Ένωση Κέντρου» απήντησε ότι ήταν δικαίωμά της να πραγματοποιήσει συγκέντρωση σε οποιονδήποτε ανοικτό χώρο εντός της πόλεως. Εκάλεσε δε τον λαό έξω από την Λέσχη Φιλελευθέρων, στην πλατεία Καρύτση. Η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να συμβιβασθεί, κινητοποιώντας παράλληλα ένα μεγάλο μέρος των ανδρών της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών. Οι αστυνομικοί σχημάτισαν αλλεπάλληλες ζώνες, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση των Αθηναίων στο κέντρο της πόλεως. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Σοφοκλής Βενιζέλος διέσπασαν τον κλοιό και έφθασαν στην Λέσχη Φιλελευθέρων. Εκεί, γνώρισαν την αποθέωση από τους συγκεντρωμένους οπαδούς του κόμματος. Εντούτοις, δεν υπήρξε η αναμενόμενη προσέλευση και ο αρχηγός της Ε.Κ. έκανε λόγο για προσπάθεια όπως εμποδισθούν οι κάτοικοι των συνοικών να προσέλθουν στην συγκέντρωση. Μολαταύτα, ο ίδιος συνέχισε απτόητος, εκφωνώντας μία από τις καλύτερες ομιλίες του εκτός Κοινοβουλίου.

Αρχίσε με την φράση «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού˙ ουκ έστι Λαός. Άλλ’ έστι Λαός!», κατά παράφραση του γνωστού ψαλμού του Δαβίδ. Και συνέχισε : «Με τα μέτρα τα οποία έλαβεν εναντίον του Λαού η Κυβέρνησις, επιβεβαιώνει την βαρείαν κατηγορίαν, την οποίαν της έχω απευθύνει. Έγινεν εσωτερική κατοχή και εγίναμεν εθνική αντίστασις! Και θα εξακολουθήσωμεν τον αγώνα της εθνικής αντιστάσεως μέχρι της απελευθερώσεως του Λαού μας! Πολίται και νέοι των Αθηνών, ήλπισεν η μωρία της Κυβερνήσεως ότι ο αποκλεισμός των οδών θα ήτο δυνατόν να σημάνη ματαίωσιν της προσελεύσεως, και εσήμανε το αντίθετον. Διότι δεν έχει σημασίαν πόσοι έφθασαν εδώ. Έχει σημασίαν πόσοι εξεκίνησαν. Και όχι μόνον, πολίται και νέοι των Αθηνών, όχι μόνον εξεκίνησαν αλλά έφθασαν και μάχονται και τραυματίζονται και επιμένουν δια να αποδείξουν ότι δεν επρόκειτο να έλθουν από περιέργειαν, ότι ήλθαν με το πάθος της Ελευθερίας, με το πάθος της Δημοκρατίας».

Ακολούθως, απευθύνθηκε ανοικτά (για πρώτη φορά εκτός του Κοινοβουλίου) στον Βασιλέα και του ζήτησε τίμιο κράτος, τίμιο εκλογικό σύστημα και τίμιες εκλογές. «Το πολίτευμα είναι Βασιλευομένη Δημοκρατία αλλά σήμερον έχει μείνει μόνον το Βασιλευομένη και έχει πάψει να είναι Δημοκρατία», προσέθεσε. Ο ηγέτης της «Ενώσεως Κέντρου» σημείωσε σε όλους τους τόνους ότι δεν επιζητούσε ούτε εύνοια ούτε προνομιακή μεταχείριση αλλά ισότητα, δικαιοσύνη και σωστή λειτουργία των θεσμών. Τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην πρωτεύουσα έφεραν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα για την κυβέρνηση. Επί ημέρες, ο αντιπολιτευόμενος Τύπος δημοσίευε εκτενή ρεπορτάζ από τα έκτροπα και η Ε.Ρ.Ε. ευρέθη αμυνόμενη.

Ως εκ τούτου, όταν η Ε.Κ. προανήγγειλε την διοργάνωση αντίστοιχης συγκέντρωσης στην Θεσσαλονίκη, η κυβέρνηση έδωσε την άδεια για την πλατεία Αριστοτέλους. Αλλά αυτό έγινε την τελευταία στιγμή και δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για την οργάνωσή της. Επιπλέον, ουδείς ιδιοκτήτης ακινήτου στην πλατεία διέθεσε στον Παπανδρέου ένα παράθυρο ή έναν εξώστη για να μιλήσει, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με ομιλητές της Αριστεράς στην Αθήνα, κατά το παρελθόν (βλέπε ανωτέρω). Τελικώς, στήθηκε ένας εξώστης και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως μίλησε υπό βροχήν.

Ξεκίνησε την ομιλία του, απευθυνόμενος προς τους άδειους εξώστες. «Ευχαριστώ τους εξώστας, δια την άρνησίν των. Εις τους εξώστας θα ευρισκόμουν απέναντι του Λαού. Τώρα ευρίσκομαι εντός του Λαού. Άλλωστε, λαέ της βορείου Ελλάδος εις τας εξέδρας εορτάζεται η Ανάστασις!». Απευθύνθηκε στους νέους και τους ζήτησε να ενημερώσουν και να εμψυχώσουν τους αγρότες, εξουδετερώνοντας τον φόβο. Τότε, «έριξε για πρώτη φορά το σύνθημα νέοι, τρομοκρατήσατε τους τρομοκράτας».

Η ανταπόκριση του κοινού δεν ήταν πάντα τόσο μαζική ούτε τόσο ενθουσιώδης. Μία από αυτές τις περιπτώσεις ήταν και η προαναφερθείσα συγκέντρωση. Είναι δεδομένο ότι η προσέλευση του κόσμου δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο ανεμένετο από τους διοργανωτές. Το γεγονός αυτό αποκαρδίωσε πολλά στελέχη του κόμματος στην συμπρωτεύουσα. Ο ίδιος δεν έχασε το κουράγιο του και συνέστησε στους συνεργάτες του να μεταφέρουν στον κόσμο μηνύματα αισιοδοξίας. «Είμαστε αναγκασμένοι να υποκριθούμε, αλλιώς πως θα βγάλουμε πέρα τον αγώνα μας;», ρώτησε ρητορικά τον Μιχ. Παπακωνσταντίνου.Ο «ανένδοτος αγώνας» απαιτούσε μεγάλα ψυχικά αποθέματα αλλά και συναισθηματική υποστήριξη για να αχθεί εις πέρας. Είναι ελάχιστα γνωστόν ότι ο Παπανδρέου είχε χωρίσει από την Κυβέλη δίχως ποτέ να εκδοθεί διαζύγιο. Αυτό είχε συμβεί στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Έκτοτε, ζούσε μόνος, περιτριγυρισμένος από φίλους και συνεργάτες. Η επάνοδος του υιού του Ανδρέα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η μεταγενέστερη μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα άλλαξαν το οικογενειακό σκηνικό για τον Αχαιό πολιτικό. Οι δύο άνδρες είχαν απομακρυνθεί αρκετά μετά από την εγκατάσταση του υιού στην Αμερική. Ο ίδιος ο Ανδρέας έγραψε ότι έως τότε ποτέ δεν του εδόθη η ευκαιρία να γνωρίσει καλά τον πατέρα του. Απώτερος σκοπός της επανόδου του στην Ελλάδα ήταν να ξαναγνωρίσει τον πατέρα του «κι αυτή την φορά με ώριμο τρόπο».

Προχώρησε, λοιπόν, στην ενοικίαση μίας οικίας στην Εκάλη, όπου και εγκαταστάθηκε με την πολυμελή οικογένειά του. Έως τότε, ο Αχαιός πολιτικός ήταν απορροφημένος από την πολιτική και ουδέποτε είχε την ευκαιρία να ζήσει αυτό που για τους περισσότερους Έλληνες ονομάζεται «οικογενειακή ατμόσφαιρα». Ξαφνικά, βρέθηκε περιτριγυρισμένος από πολλά και νέα πρόσωπα, ιδίως μικρά παιδιά στα οποία είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και μετεβλήθη σε έναν «ενθουσιώδη παππού» (σύμφωνα με τον υιό του Ανδρέα). Η αλήθεια είναι πως ήθελε να μοιράζεται ώρες με τα εγγόνια του, αν και συχνά δεν το κατόρθωνε. Ίσως, αυτή να ήταν και η βαθύτερη αιτία της αδυναμίας που έτρεφε για τον μεγάλο υιό του, τον οποίο προσπαθούσε να μυήσει στα μυστικά της πολιτικής. Στο παρελθόν, κατά τις σπάνιες περιπτώσεις που αναφερόταν σε στενούς φίλους του γι’ αυτόν, διέκρινε κανείς (πέραν της υπερηφάνειας για την πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του) και ένα αίσθημα λύπης διότι δεν του είχε αφιερώσει τον δέοντα χρόνο, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του…

Η αλλαγή στην οικογενειακή του κατάσταση και η επιμονή του, τον ώθησαν να συνεχίσει απτόητος την επαφή του με τον λαό, πηγαίνοντας στην Πάτρα, όπου μίλησε περιστοιχισμένος από τον Σοφ. Βενιζέλο και τον Στεφ. Στεφανόπουλο. Σε αυτήν, έθεσε και το ακόλουθο ρητορικό ερώτημα: «Ηλίθιοι,˙και αν ακόμη από όλας τας αποδόσεις του ανενδότου αγώνος μας δεν κατορθώσατε να εννοήσετε την αξίαν του, τουλάχιστον το γεγονός ότι η νεότης της Ελλάδος παλλομένη από ιδεώδη, ευρίσκεται υπό την σημαίαν μας, δεν κατόρθωσε να σας δώση να εννοήσετε την ηθικήν αξίαν, την ιστορικήν αξίαν των αγώνων τους οποίους διεξάγωμεν;». Η κυβέρνηση πίστευε στην κόπωση (τόσο την  ψυχολογική όσο και την βιολογική) του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου» και των οπαδών της αλλά αυτό δεν συνέβη. Ο Παπανδρέου μετέβη και μίλησε σε πολλά μέρη της χώρας (κατ’ αλφαβητική σειρά Αργοστόλι, Άρτα, Βόλο, Ελασσόνα, Ζάκυνθο, Καρδίτσα, Μυτιλήνη, Ναύπακτο, Χίο κ.α). Μετά, ήρθε πάλι η σειρά των Αθηνών. Η συγκέντρωση ορίσθηκε για την 22α Νοεμβρίου. Αυτή την φορά η κυβέρνηση έδωσε την άδεια για την πλατεία Κλαυθμώνος. Πράγματι, η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε ομαλά και ήταν πρωτοφανής σε όγκο και παλμό. Ακόμη και ο συμπολιτευόμενος Τύπος παραδέχθηκε την επιτυχία της.

Ο αρχηγός του κόμματος ήταν ο μόνος ομιλητής, καθώς είχε αναλάβει να σηκώσει μόνος του το βάρος του «ανένδοτου αγώνα» μαζί με λίγα στελέχη που πίστεψαν στο όλο εγχείρημα. Το συγκεντρωμένο πλήθος φώναζε: «Κάτω οι παράνομοι» και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως απευθύνθηκε στον Βασ. Παύλο. «Όταν το πολίτευμα λειτουργεί ομαλώς, ο Βασιλεύς είναι ανεύθυνος. Όταν το πολίτευμα παραβιάζεται, ο Βασιλεύς καθίσταται υπεύθυνος και οφείλει να ενεργήσει δια την αποκατάστασίν του». Επρόκειτο για μία κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου, εφ’ όσον ο αρχηγός της μείζονος αντιπολιτεύσεως επιχειρούσε να καταστήσει τον ανώτατο άρχοντα μέρος του προβλήματος, συνένοχο με την «παράνομη» κυβέρνηση, την οποία ανεχόταν. Ο ίδιος έδειξε ότι αντιλαμβανόταν πλήρως την βαρύτητα της ενέργειάς του με την επόμενη φράση του. «Μεγαλειότατε! Ο λαός ωμίλησε και αναμένει». Τότε, οι οπαδοί της Ε.Κ. φώναξαν το σύνθημα «Πάρε θέση βασιλιά».

Ο Βασιλέας Παύλος.

Εν τω μεταξύ, είχε αποφασισθεί η διακοπή κάθε σχέσεως με την κυβέρνηση αλλά και με τα Ανάκτορα. Ήταν ένα θέμα που δημιούργησε έντονες εσωκομματικές τριβές, καθώς πολλοί διεφώνησαν με την τακτική αυτή. Η επιδεικτική αποχή της Ε.Κ. από τον γάμο της θυγατέρας του Παύλου πριγκίπισσας Σοφίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσβολή από τον ίδιο τον ανώτατο άρχοντα. Προς τούτο, ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» του έστειλε μία μακρά επιστολή στα μέσα Μαρτίου. Σε αυτήν, του εξηγούσε ότι επρόκειτο περί κεντρικής πολιτικής γραμμής και του υπενθύμιζε δύο συνομιλίες τις οποίες είχε μαζί του, κατά το πρόσφατο παρελθόν. Ο Παπανδρέου είχε διευκρινίσει ότι δεν υπήρχε ταύτιση συμφερόντων μεταξύ του πρωθυπουργού και του Στέμματος, καθώς ο πρώτος ενδιαφερόταν για τις επόμενες εκλογές και ο δεύτερος για όλες όσες θα διεξήγοντο στο μέλλον. Επομένως, ο πρώτος είχε βραχυπρόθεσμα συμφέροντα, ενώ ο Θρόνος μακροπρόθεσμα. Καλούσε δε τον ρυθμιστή του πολιτεύματος να λάβει θέση για να αποφευχθεί ένας νέος διχασμός και να δημιουργηθεί μία νέα κυβέρνηση, η οποία θα απελάμβανε της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου.

Τότε, τα Ανάκτορα δεν έδωσαν συνέχεια στην επιστολή αυτή, με αποτέλεσμα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως να την δημοσιοποιήσει (την 27η Μαρτίου). Εντούτοις, ο Βασ. Παύλος προβληματίσθηκε, καθώς είχαν δημιουργηθεί συνθήκες αστάθειας και κοινωνικής αναταραχής. Αυτός που αντέδρασε έντονα ήταν ο Καραμανλής, ο οποίος δήλωσε ότι «το μόνο δικαίωμα που δίδει το Σύνταγμα εις τον Βασιλέα είναι, εάν διαπιστώση δυσαρμονία λαϊκού αισθήματος και πλειοψηφίας της Βουλής, να διαλύση την Βουλήν και να προκηρύξη εκλογάς εντός 45 ημερών. Σχηματισμός κυβερνήσεως η οποία θα ενεφανίζετο ενώπιον της Βουλής μετά την παύσιν της εχούσης την εμπιστοσύνην του Σώματος θα απετέλη παρανομίαν και θα μετέβαλε τον Βασιλέα εις συνένοχον της Ενώσεως Κέντρου».

Πάντως, η πρόταση του Γεωργ. Παπανδρέου περί σχηματισμού κυβερνήσεως από την παρούσα Βουλή αποτελούσε μία κίνηση τακτικής από μέρους του αρχηγού της Ε.Κ., κατόπιν πιέσεων του Σοφ. Βενιζέλου για να εξομαλύνει τις σχέσεις του με τα Ανάκτορα. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως φαινόταν ότι υπαναχωρούσε από την αρχική θέση του περί άμεσης προσφυγής στις κάλπες, πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον ο ίδιος θεωρούσε την σύνθεση της συγκεκριμένης Βουλής προϊόν βίας και νοθείας. O Παπανδρέου, όμως, ήταν βέβαιος ότι ο Παύλος δεν θα προέβαινε σε μία τόσο ριζοσπαστική (και πρόδηλα αντισυνταγματική) ενέργεια. Ως εκ τούτου, φαινόταν μετριοπαθής για να εκτονώσει την εσωκομματική ένταση με τους λεγόμενους «διαλλακτικούς», δίχως να ρισκάρει το βασικό διακύβευμα, το οποίο ήταν η απομάκρυνση της Ε.Ρ.Ε. από την εξουσία.

Το επόμενο διάστημα, ο ίδιος συνέχισε τον «ανένδοτο αγώνα» και η Ε.Κ. ακολούθησε απαρέγκλιτα την ίδια τακτική έναντι της πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας σε όλες τις περιπτώσεις και έναντι όλων, π.χ. τόσο κατά την επίσημη επίσκεψη του αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Λύντον Τζόνσον (Lyndon Baines Johnson), όσο και κατά την άφιξη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1962. Στην τελευταία περίπτωση, ο Παύλος παρέθεσε επίσημο γεύμα προς τιμήν του ηγέτη της Κύπρου, στο οποίο προσεκλήθησαν τόσο ο Γεώργιος Παπανδρέου όσο και ο Σοφοκλής Bενιζέλος. Το κόμμα περιήλθε σε δύσκολη θέση, καθώς ο τελευταίος διατηρούσε καλές σχέσεις με το βασιλικό ζεύγος, ως γνωστόν. Εξεδόθη μία επίσημη ανακοίνωση, την οποία είχε συντάξει ο ίδιος ο Αχαιός πολιτικός. Αυτή επανέλαβε την γνωστή επιχειρηματολογία του κόμματος και έκλεισε ως εξής: «… Το δημοκρατικόν μας πολίτευμα θα αποκατασταθή μόνον όταν δοθή εις τον κυρίαρχον Λαόν η ευκαιρία να εκλέξη ελευθέρως με την θέλησιν της πλειοψηφίας την νόμιμον κυβέρνησιν της χώρας. Τότε, θα αποκατασταθούν αι σχέσεις της Ενώσεως Κέντρου με το Στέμμα. Αυτός είναι ο καταστατικός χάρτης της Ενώσεως Κέντρου και είναι περιττόν να σημειωθή ότι ισχύει όχι μόνον δια την ηγεσίαν της Ενώσεως Κέντρου αλλά και δι’ όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της». Η κυβέρνηση χαρακτήρισε την απόφαση «αήθη» και «ηθικώς απαράδεκτον εκβίασιν». Ο Παπανδρέου «παραδέχθηκε» τον αήθη χαρακτήρα της αλλά την χαρακτήρισε πρέπουσα απάντηση στην αήθη παρουσία της παρανόμου κυβερνήσεως.

Εν τω μεταξύ, η κοινωνία ευρίσκετο σε αναβρασμό ήδη από τον Μάρτιο. Η αιχμή του δόρατος ήταν η φοιτητιώσα νεολαία, η οποία ζητούσε να διατεθεί στην Παιδεία το 15% των κονδυλίων του Προϋπολογισμού. Συνθήματα όπως «Δεν χωράμε στα ψυγεία!» και «114»[3] δονούσαν τις συγκεντρώσεις, στις οποίες συμμετείχαν νέοι τόσο της Αριστεράς όσο και του Κέντρου. Ταυτόχρονα, στο Κοινοβούλιο υπήρξε συμπόρευση της Ε.Κ. με την Ε.Δ.Α. στο θέμα της προικοδότησης της πριγκιπίσσης Σοφίας, η οποία θα παντρευόταν τον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας. Το ίδιο συνέβη και με το θέμα της αυξήσεως της βασιλικής χορηγίας, τον Σεπτέμβριο. Μάλιστα, τότε η Ε.Κ. απεχώρησε από την Βουλή προ της ψηφοφορίας, μιμούμενη την Ε.Δ.Α. Τέλος, τα δύο κόμματα συνεργάσθηκαν και σε συνδικαλιστικό επίπεδο. Τα γεγονότα αυτά επέτρεψαν στην κυβέρνηση να κάνει λόγο περί «συμπτύξεως λαϊκού μετώπου».

Την 29η Οκτωβρίου 1962, συμπληρώθηκε ένα έτος από την διεξαγωγή των εκλογών. Ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» απηύθυνε ένα διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, επ’ αφορμή της επετείου αυτής. Σε αυτό σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : «Ο Ανένδοτος Αγών θα συνεχισθή. Μέχρις ότου η Κυβέρνησις της Ε.Ρ.Ε., η οποία είναι όχι μόνον παράνομος αλλά επίσης και ανίκανος και επικίνδυνος δια τον Λαόν και το Έθνος, εγκαταλείψη την Αρχήν… Ο Ανώτατος Άρχων… οφείλει, επιτελών το συνταγματικόν του καθήκον, να καλέση τον Κυρίαρχον Ελληνικόν Λαόν, όπως εκλέξη την κυβέρνησιν της ελευθέρας θελήσεώς του. Έως τότε ο Ανένδοτος Αγών όχι μόνον θα συνεχισθή αλλά και θα ενταθή. Και ασφαλώς θα ευοδωθή. Η Δημοκρατία, η αληθής δημοκρατία θα νικήση…».

Δεκέμβριος 1962. Περισσότεροι από 4.000 φοιτητές διαδηλώνουν στο Κέντρο της Αθήνας. Οι κινητοποιήσεις για την Παιδεία αποτέλεσαν εφαλτήριο του Ανένδοτου Αγώνα.

Τον Ιανουάριο του 1963, ο Σοφ. Βενιζέλος μετέβη στα Ανάκτορα, συνοδευόμενος από τον Τσιριμώκο. Σύμφωνα με τον Γούντχαουζ, ζήτησε την διάλυση της Βουλής, αλλά ο Βασ. Παύλος αρνήθηκε να συναινέσει στο αίτημά του και ο πρωθυπουργός επαίνεσε την προσήλωσή του στους Συνταγματικούς κανόνες. Αντιθέτως, ο Δαφνής σημείωσε ότι ζήτησε την βοήθεια του ρυθμιστή του πολιτεύματος προς αποτροπή ακραίων λύσεων. Κατ’ ουσίαν, πρότεινε την συνεργασία των δύο κομμάτων, με «θυσία» των αρχηγών τους. Επηκολούθησε η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Καραμανλή και του Βενιζέλου, ο οποίος φάνηκε να αυτονομείται. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την μη συμμετοχή του αρχηγού της Ε.Κ. κατά την μετάβαση των δύο ηγετικών στελεχών της στα Ανάκτορα επισημάνθηκε από τον αρχηγό της Ε.Ρ.Ε. και έφερε σε δύσκολη θέση τον Παπανδρέου, ο οποίος ίσως και να μην ήταν γνώστης της πρωτοβουλίας. Το θεώρησε ως την πρώτη έμπρακτη αμφισβήτηση του ενιαίου χαρακτήρα του κόμματος. Σημειώνεται ότι η «Ένωση Κέντρου» είχε γίνει ενιαίο κόμμα με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδος (παρά την αντίδραση του Παπαπολίτη και του Τσιριμώκου), την 20η Ιουλίου 1962.

Τον Μάρτιο του 1963, οι σχέσεις του Γεωργίου Παπανδρέου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο έφθασαν σε οριακό σημείο. Ο Κρητικός πολιτικός έστειλε στον αρχηγό του κόμματος μία επιστολή, με την οποία του ζητούσε την σύγκληση συνεδρίου και την εκλογή συλλογικών οργάνων διοικήσεως. Οι προαναφερθείσες ενέργειες εκλείφθησαν ως προσπάθεια αμφισβητήσεως της θέσεως του Αχαιού πολιτικού και προκάλεσαν τις αντιδράσεις πολλών βουλευτών. Εντούτοις, ο αρχηγός της Ε.Κ. κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

Περιοδεία στην Κρήτη. Διακρίνονται οι Σ. Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου και το ζεύγος Κ. Μητσοτάκη.

Την ίδια περίοδο, 26 βουλευτές της Ε.Ρ.Ε. κατέθεσαν στο Κοινοβούλιο μία πρόταση περί  αναθεωρήσεως ορισμένων μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η κίνηση αυτή εντασσόταν σε μία ευρύτερη προσπάθεια της κυβερνήσεως για την εκδημοκρατικοποίηση και πλήρη ομαλοποίηση του δημοσίου βίου. Η Ε.Κ. αρνήθηκε να συμπράξει, ενώ η Ε.Δ.Α. δεν ξεκαθάρισε την θέση της. Μόνον ο Μαρκεζίνης προσέφερε την υποστήριξή του, αλλά υποβάλλοντας συγκεκριμένους όρους. Ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» χαρακτήρισε την πρωτοβουλία της Ε.Ρ.Ε. «πολιτικό αντιπερισπασμό». Τελικώς, η Ε.Δ.Α. δεν εδέχθη να συμμετάσχει. Τότε, ο Πρόεδρος της Βουλής Κων. Ροδόπουλος διόρισε αυτοβούλως μέλη της Ε.Κ. στην υπό σύσταση επιτροπή, γεγονός το οποίο ο Παπανδρέου εξέλαβε ως προσπάθεια διασπάσεως του κόμματος.

Ταυτόχρονα, εντεινόταν η προσπάθεια της κυβερνήσεως να ταυτίσει την Ε.Κ. με την Ε.Δ.Α., φέρνοντας κατά τον τρόπον αυτόν σε δύσκολη θέση τον Παπανδρέου. Αξιοποιήθηκε κυρίως η απόπειρα της Αριστεράς να νομιμοποιηθεί το Κ.Κ.Ε., στην οποία συμμετείχαν και στελέχη του Κέντρου. Επίσης, η Ε.Ρ.Ε. ήλπιζε σε σύμπραξη του Αχαιού πολιτικού με την Αριστερά, κατά την πρόταση μομφής της Ε.Δ.Α. εις βάρος της κυβερνήσεως. Ο πολύπειρος, όμως, κοινοβουλευτικά αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» απέφυγε την παγίδα, αποχωρώντας προ της ψηφοφορίας.

Την 22α Μαΐου, ο βουλευτής της Αριστεράς Γρηγ. Λαμπράκης κτυπήθηκε από παρακρατικούς στην Θεσσαλονίκη. Δράστες ήταν οι Εμμ. Εμμανουηλίδης (ο οποίος είχε καταφέρει το κτύπημα στον Λαμπράκη) και ο Σπ. Γκοτζαμάνης (οδηγός του τρικύκλου, στο οποίο επέβαινε ο Εμμανουηλίδης). Ο τραυματίας απεβίωσε ύστερα από τετραήμερη πάλη με τον θάνατο. Προεκλήθη πανελλήνια συγκίνηση και η κυβέρνηση περιήλθε υπό ασφυκτική πίεση. Ο Παπανδρέου κατηγόρησε τον Καραμανλή ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας εξ αιτίας της δημιουργηθείσης καταστάσεως και ο τελευταίος απήντησε ότι «το πάθος από το οποίον κατέχεται ο κ. Παπανδρέου τον οδηγεί όχι μόνον εις πολιτικάς, αλλά και εις εθνικάς απρεπείας. Δια την σημερινήν του δήλωσιν θα εντρέπεται εις όλην του την ζωήν». Η ανάκριση απεκάλυψε την ύπαρξη διαφόρων οργανώσεων («Ελπιδοφόροι Νέοι», «Κυανή Φάλαγξ» κ.α.), τα μέλη των οποίων δρούσαν εις γνώσιν των κρατικών Αρχών.

Η δολοφονία του βουλευτού της Ε.Δ.Α. Γρ. Λαμπράκη.

Τα γεγονότα αυτά κλόνισαν συθέμελα την κυβέρνηση. Την χαριστική βολή (ή κατ’ άλλους την βολική πρόφαση) έδωσε το ζήτημα της επισκέψεως του βασιλικού ζεύγους στην Μεγ. Βρεταννία. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο ανωτάτων πολιτειακών παραγόντων είχαν αρχίσει να κλονίζονται τουλάχιστον από την 3η Οκτωβρίου του 1962. Τότε, ο Καραμανλής έστειλε στον Βασ. Παύλο μία επιστολή. Ο βιογράφος του τότε πρωθυπουργού έκανε λόγο για «γραπτές παραστάσεις», στις οποίος ο ρυθμιστής του πολιτεύματος (βαθύτατα ενοχλημένος) απήντησε επίσης γραπτώς, την 14η Οκτωβρίου. Ο Σερραίος πολιτικός «ανταπήντησε», ζητώντας ακρόαση, κατά την διάρκεια της οποίας υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Βασ. Παύλος αρνήθηκε να την κάνει αποδεκτή και το θέμα εθεωρήθη λήξαν. Λίγες εβδομάδες μετά, ο ανώτατος άρχοντας προσέφερε στον Καραμανλή τον Μεγαλόσταυρο της Τάξεως του Σωτήρος αλλά ο τελευταίος τον αποποιήθηκε ευγενικά, θεωρώντας ότι ήταν πρόωρη η απονομή, καθώς δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη το έργο του.

Επηκολούθησε ο εορτασμός της εκατονταετηρίδος της δυναστείας, κατά την διάρκεια του οποίου ασθένησε ο Βασ. Παύλος και φημολογείται ότι δημιουργήθηκε νέα προστριβή του πρωθυπουργού με τα Ανάκτορα. Την 20η Απριλίου, έλαβε χώρα ένα επεισόδιο εις βάρος της Βασιλίσσης Φρειδερίκης, κατά την διάρκεια ανεπίσημου ταξιδιού της στο Λονδίνο. Πρωταγωνίστρια ήταν η Βρεταννίδα σύζυγος του φυλακισμένου στελέχους της Αριστεράς Αντ. Αμπατιέλου, Μπέτυ. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση, καθώς ήδη η Βασίλισσα είχε τεθεί στο στόχαστρο του αντιπολιτευόμενου Τύπου, το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Ο αριστερός βρεταννικός Τύπος ανεκίνησε το θέμα των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου εκμεταλλεύθηκε περίτεχνα την περίσταση. «Η Ένωσις Κέντρου και ο ελληνικός δημοκρατικός Τύπος, εκφράζοντας αγανάκτηση για την προσβολή που είχε υποστή η χώρα στο πρόσωπο της βασίλισσας, επέρριπταν την ουσιαστική ευθύνη στην Ε.Ρ.Ε., η οποία με το ανελεύθερο και άνομο καθεστώς της είχε προκαλέσει εξέγερση και είχε δώσει λαβή σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, μέχρι σημείου ώστε να γίνεται προβληματική η εμφάνιση των βασιλέων της Ελλάδος στο εξωτερικό». Η κατάσταση αυτή κινδύνευε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις διμερείς σχέσεις, καθώς επίκειτο η πραγματοποίηση επίσημου ταξιδιού του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο, την 9η Ιουλίου.

Ο  Καραμανλής εξέφρασε εξ αρχής τις έντονες διαφωνίες του, συντάσσοντας και σχετική ανακοίνωση περί αναβολής του ταξιδιού, την οποία έστειλε στον Βασιλέα προς υπογραφήν. Ο Παύλος εξεπλάγη από την αντίδραση του πρωθυπουργού αλλά απέφυγε να οξύνει την κατάσταση και μετέθεσε την εξέταση του ζητήματος. Μεσολάβησαν τόσο η επίσκεψή του Γάλλου Προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ (Charles de Gaulle) όσο και μία βραχύβια ασθένειά του και το θέμα επανεξετάσθηκε στις αρχές Ιουνίου. Ο Παύλος θεωρούσε ανεπίτρεπτη μία νέα αναβολή του ταξιδιού, πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον είχε προηγηθεί η επίσημη αποδοχή της προτάσεως της Βασιλίσσης της Αγγλίας και είχαν αμοιβαία συμφωνηθεί οι σχετικές ημερομηνίες. Άλλωστε, η εικόνα που θα δινόταν θα ήταν αρνητική, καθώς η κοινή γνώμη θα πίστευε ότι οι Βασιλείς της Ελλάδος δεν μπορούσαν να μεταβούν στο εξωτερικό από τον φόβο αντιδράσεων. Ο πρωθυπουργός απήντησε ότι οι εντυπώσεις θα ήταν πολύ χειρότερες εάν όντως συνέβαινε κάποιο «ατυχές περιστατικόν».

Παύλος Α΄ και Κ. Καραμανλής.

Ο ρυθμιστής του πολιτεύματος εξέθεσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο επιλογών, κλίνοντας σαφώς υπέρ της πραγματοποιήσεως του ταξιδιού. Της ιδίας απόψεως ήταν και ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο Μιχ. Μελάς. Ο πρωθυπουργός εξέθεσε εκ νέου την επιχειρηματολογία του, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση θα ανελάμβανε την ευθύνη της αναβολής. Έδωσε δε και συνταγματική χροιά στο όλο θέμα, σημειώνοντας την αλγεινή εντύπωση που θα προξενούσε στους Βρεταννούς η ενδεχόμενη άρνηση του Βασιλέως να εισακούσει την εισήγηση του πρωθυπουργού. Κατά τον βιογράφο του, «αισθανόταν υποχρεωμένος να επιμείνει στην εισήγησή του, μέχρι παραιτήσεως». Ο Παύλος του απηύθυνε έκκληση να μην επιμείνει αλλά ο Σερραίος πολιτικός δεν εφάνη να πείθεται.

Αντιθέτως, προσεπάθησε να μεταπείσει τον Παύλο. Ο τελευταίος απέφυγε να οξύνει την κατάσταση και οι δύο άνδρες συνεζήτησαν τρόπους για να αποφευχθεί το διπλωματικό επεισόδιο σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως του ταξιδιού. Το θέμα έμεινε σε εκκρεμότητα για την επομένη, όταν οριστικοποιήθηκε η διαφωνία και ο πρωθυπουργός υπέβαλε επισήμως στον Βασιλέα την παραίτησή του (την 11η Ιουνίου). «Υποβάλλοντας την παραίτησή του ο Κ. Καραμανλής εισηγήθηκε την άμεση διενέργεια εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα (όπως προέβλεπε ο ισχύων εκλογικός νόμος του 1961) για την ανάδειξη της νέας Βουλής, η οποία μάλιστα, κατά την άποψή του, όφειλε να έχει αναθεωρητικό χαρακτήρα. Ο βασιλιάς Παύλος δεν έκανε όμως δεκτή την εισήγηση του Κ. Καραμανλή και αντίθετα παρέτεινε επί μία εβδομάδα τις διαβουλεύσεις για την αντιμετώπιση της κυβερνητικής κρίσης, εξετάζοντας τη δυνατότητα να σχηματιστεί κυβέρνηση, η οποία θα στηριζόταν από τα δύο μεγάλα κόμματα ή από σημαντικές μερίδες τους και περιμένοντας (ή προσβλέποντας σε) ενδεχόμενες εξελίξεις που θα οδηγούσαν σε αλλαγές στην ηγεσία της Ε.Ρ.Ε.».

Ο Βασ. Παύλος προέβη σε διάγγελμα προς τον λαό, στο οποίο τόνιζε ότι το συμφέρον της χώρας επέβαλε την πραγματοποίηση του ταξιδιού. Αργότερα, ο Παπανδρέου συνετάχθη μαζί του, γεγονός το οποίο προκάλεσε τις επικρίσεις της Αριστεράς. Ο Τύπος της λεγομένης δημοκρατικής παρατάξεως έγραψε ότι η παραίτηση του Καραμανλή ήταν αποτέλεσμα της ανωμάλου καταστάσεως, η οποία είχε δημιουργηθεί στην χώρα μετά το 1961. Απόδειξη αποτελούσαν και τότε πρόσφατα γεγονότα στην Θεσσαλονίκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρεις ημέρες μετά την εναντίον του επίθεση και ενώ ο Λαμπράκης διετηρείτο στη ζωή με μηχανική υποστήριξη, ο αρχηγός της Κ.Υ.Π. περιέγραφε στον Καραμανλή την «επικίνδυνη ατμόσφαιρα», η οποία επικρατούσε στην συμπρωτεύουσα. Τότε, ο πρωθυπουργός φέρεται να κτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι και να φώναξε «πολλά πράγματα έχουν γίνει εν αγνοία μου τον τελευταίο καιρό… Θέλω να μάθω, κύριε Νάτσινα, ποιός κυβερνά επιτέλους αυτό τον τόπο».

Πάντως, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η διαφωνία για το ταξίδι στο Λονδίνο ήταν προσχηματική. Τα βαθύτερα αίτια ήταν α. η πρόθεση του Καραμανλή να προχωρήσει σε αλλαγές στο Σύνταγμα, β. η απόπειρά του να θέσει υπό τον έλεγχό του τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας. Μάλιστα, είχε ζητήσει από από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ. Αντιστράτηγο Πετρ. Σακελλαρίου να προχωρήσει σε αλλαγές υπό αυτό το πνεύμα. Ο τελευταίος, όμως, δεν το έπραξε και έσπευσε να ενημερώσει τον Βασιλέα, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Ελ. Κοτσαρίδα. Τρίτον, είχε δημιουργηθεί ένα θέμα με την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου. Ο Βασ. Παύλος παρέστη στην «διαβεβαίωση» του Αρχιεπισκόπου, ενώ η κυβέρνηση δεν έστειλε εκπρόσωπό της. Ως εκ τούτου, εδόθη η εσφαλμένη εντύπωση ότι ο ανώτατος άρχοντας ευνοούσε τον Ιάκωβο, για την εκλογή του οποίου υπήρχαν αντιδράσεις, ενώ ο ίδιος (δηλαδή ο Παύλος) δεν είχε ασχοληθεί καν με το θέμα (σύμφωνα με τον βιογράφο του Γεωργ. Παπανδρέου). Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο τότε πρωθυπουργός τελούσε υπό έντονη πίεση μετά από την δολοφονία του Λαμπράκη. Έχει γραφεί ότι ενδεχομένως να επεχείρησε μία ηρωϊκή «έξοδο» για να διατηρήσει το κύρος του.

Προ της διαμορφωθείσης καταστάσεως, ο αρχηγός της Ε.Κ. πρότεινε την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Παν. Κανελλόπουλο. Ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε., όμως, απέρριψε αμέσως την πρόταση, φοβούμενος εσωκομματικές διεργασίες. Απεδέχθη μόνον την λύση του ανίσχυρου κομματικά Παν. Πιπινέλη, ο οποίος δεν ήταν καν βουλευτής. Ταυτόχρονα, όμως, κυκλοφορούσαν έντονες φήμες για πρωθυπουργοποίηση ή τουλάχιστον διαφοροποίηση του υπουργού Θεοτόκη. Μάλιστα, η συμπολιτευόμενη εφημερίδα Η Καθημερινή τον ανέφερε σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της ως βέβαιο μελλοντικό πρωθυπουργό. Ο ίδιος εκφράζει την πλήρη άγνοιά του στα Απομνημονεύματά του. Πιθανότατα, οι φήμες να οφείλονταν στο γεγονός ότι ήταν ο μόνος (μαζί με τον υπουργό Εμπορίου Λεων. Μπουρνιά), ο οποίος διεφώνησε ανοικτά στο υπουργικό συμβούλιο με την απόφαση του πρωθυπουργού να παραιτηθεί.

 

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδος Ελευθερία.

Την 17η Ιουνίου, ο Πιπινέλης ανέλαβε την πρωθυπουργία και την επομένη ο Καραμανλής ανεχώρησε για την Ζυρίχη προκειμένου να ξεκουρασθεί (κατά δήλωσή του). Ανέθεσε την διοίκηση της Ε.Ρ.Ε. στους Παν. Κανελλόπουλο, Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Ο αρχηγός της Ε.Κ. δήλωσε στην Βουλή τα ακόλουθα. «Επί είκοσι μήνας έχομεν διεξαγάγει ανένδοτον αγώνα εναντίον της παρανόμου κυβερνήσεως. Και ο αγών μας εδικαιώθη. Ο ανένδοτος αγών εσάλευσε τα θεμέλια του φαυλοκρατικού καθεστώτος της Ε.Ρ.Ε., δια να επακολουθήση με τους ανέμους της Θεσσαλονίκης και του Λονδίνου η κατάρρευσις. Και έληξεν η πρώτη νικηφόρος φάσις του ανενδότου αγώνος με την φυγήν του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. εις την Ζυρίχην, τον τόπον του εθνικού εγκλήματος. Εις μάτην ο Τύπος της Ε.Ρ.Ε προσπαθεί να εμφανίση την φυγήν ως γενναιότητα. Πρόκειται απολύτως περί φυγής ενώπιον των ευθυνών και ενώπιον της Βουλής, της οποίας δεν ετόλμησε να αντιμετωπίση τον έλεγχον»…

 

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Διεθνολόγος και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Ο Αντιστράτηγος Βασίλειος Καρδαμάκης ήταν αρχηγός Γ.Ε.Σ. κατά την περίοδο 1959 – 1962.

[2]  Ο Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης.

[3]  Το 114 ήταν το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος που όριζε ότι η φύλαξή του επαφιόταν στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Γιάννης Σακκάς: Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

Γιάννης Σακκάς

Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

 

Η αμερικανο-σοβιετική αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου με τη μορφή «Ψυχρού Πολέμου» γρήγορα σταθεροποιήθηκε στην Ευρώπη με το χωρισμό της σε οριοθετημένες σφαίρες επιρροής και με την ‘επίλυση’ του γερμανικού ζητήματος. Αντίθετα, στον αναπτυσσόμενο κόσμο έλαβε μεγάλες διαστάσεις, όταν τις δεκαετίες του 1940 και 1950 αναδύθηκαν ισχυρά εθνικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα και οι αντιθέσεις μεταξύ φιλοκομμουνιστικών και φιλοδυτικών τάσεων οξύνθηκαν. Για τους Σοβιετικούς, τα κινήματα αυτά ήταν κινήματα απελευθέρωσης καταπιεσμένων λαών ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες,  καθιστούσαν αναγκαία την υιοθέτηση δογμάτων ασφαλείας, στα οποία όλοι οι πρόεδροι της ψυχροπολεμικής περιόδου εκτός από τον Τζέραλντ Φορντ έδωσαν τα ονόματά τους. Τα δόγματα αυτά δικαιολογούσαν τις επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών στην εξωτερική τους πολιτική και κινητοποιούσαν τα συντηρητικά καθεστώτα κατά της απειλής του κομμουνισμού.

O ευρύτερος χώρος της Μέσης Ανατολής.

Η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού και ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας

Η αθέτηση της υπόσχεσης που είχαν δώσει οι Αγγλο-Γάλλοι στους Άραβες για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ενίσχυσαν τη δυναμική του αραβικού εθνικισμού κατά το μεσοπόλεμο. Σημαντικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν στο Ιράκ, τη Συρία και τη βόρεια Αφρική και οι δύο αποικιοκρατικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να λάβουν σκληρά μέτρα για να τις καταστείλουν. Καμπή στην ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού αποτέλεσαν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 και η ήττα των Αράβων στον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο το ίδιο έτος. Υπεύθυνοι για τα γεγονότα αυτά θεωρήθηκαν η διεφθαρμένη αραβική αριστοκρατία και οι Βρετανοί, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για συνεργία με τους Ισραηλινούς.

Τα επόμενα χρόνια, ο αραβικός εθνικισμός ριζοσπαστικοποιήθηκε και απέκτησε έντονο αντιαποικιοκρατικό χαρακτήρα. Το 1951, η βρετανική στρατιωτική διοίκηση στη Λιβύη αποχώρησε και η χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Στο Ιράν η κυβέρνηση Μοσαντέκ προχώρησε στην εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων που ανήκαν σε εταιρεία βρετανικών συμφερόντων, αλλά το 1953 ανατράπηκε με κοινή αγγλο-αμερικανική επιχείρηση. Ένα χρόνο νωρίτερα, το υπό βρετανικό έλεγχο μοναρχικό καθεστώς στην Αίγυπτο ανατράπηκε από τους «Ελεύθερους Αξιωματικούς», επικεφαλής των οποίων ήταν ο συνταγματάρχης Νάσερ. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Νάσερ αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή για όλο τον αραβικό κόσμο: ήταν υπέρμαχος της αραβικής ενότητας, υποστηριχτής του κινήματος των Αδεσμεύτων, πολιτικός και κοινωνικός μεταρρυθμιστής στη χώρα του, εχθρός της βρετανικής αποικιοκρατίας, πολέμιος του κράτους του Ισραήλ. Την ίδια περίοδο, στη Συρία, ο αραβικός εθνικισμός εκδηλώθηκε με τη μορφή του μπααθισμού, ενός κινήματος που είχε στόχο την «αναγέννηση (μπάαθ)» όλων των Αράβων: την ενότητά τους, την απελευθέρωσή τους από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την αναμόρφωση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Το 1958, οι Άραβες εθνικιστές πέτυχαν, έστω και προσωρινά, αυτό που ως τότε φάνταζε ακατόρθωτο: τα σημαντικότερα κράτη του αραβικού κόσμου, η Αίγυπτος και η Συρία, ενώθηκαν υπό την ηγεσία του Νάσερ και σχημάτισαν την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία. Ο αραβικός εθνικισμός είχε φτάσει στο απόγειο της δύναμής του. Στη διαδικασία αυτή, τα μη αραβικά κράτη της περιοχής, η Τουρκία, το Ιράν και το Ισραήλ, που είχαν στενούς δεσμούς με τη Δύση, παρέμειναν στο περιθώριο του αραβικού περιφερειακού συστήματος, καθώς τα αραβικά κράτη εναντιώνονταν στον ισραηλινό έλεγχο της Παλαιστίνης, ενώ η Τουρκία και το Ιράν επιθυμούσαν να ενταχθούν σε δυτικά συμμαχικά σχήματα.

Ο Νάσερ και ο αραβικός εθνικισμός.

Η Γαλλία αντιμετώπισε στη βόρεια Αφρική παρόμοια προβλήματα αποαποικιοποίησης με τη Βρετανία. Το 1956, το κίνημα ανεξαρτησίας στο Μαρόκο εξασφάλισε τη δημιουργία ενός ελεύθερου από την ευρωπαϊκή επίβλεψη κράτους. Το ίδιο έτος απέκτησε την ανεξαρτησία και η Τυνησία. Η περίπτωση της Αλγερίας, που είχε συνδεθεί με τη Γαλλία από τη δεκαετία του 1830, ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Η Αλγερία δεν ήταν αποικία της Γαλλίας, αλλά διοικητική της περιφέρεια (département). Το 19ο αιώνα, η γαλλική ηγεμονία στη χώρα εδραιώθηκε και επεκτάθηκε με την εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων, τη μαζική μετανάστευση αποίκων, την κατάληψη απ’ αυτούς διοικητικών και κυβερνητικών θέσεων και την απαλλοτρίωση της γης των αυτόχθονων. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αλγέρι και το Οράν, μεταβλήθηκαν σε κέντρα διάδοσης του γαλλικού πολιτικού συστήματος και πολιτισμού – μάλιστα το Αλγέρι διέθετε πανεπιστήμιο, στο οποίο φοίτησαν διακεκριμένοι ιστορικοί της Μεσογείου, όπως ο Φερνάντ Μπροντέλ. Όταν ξέσπασε η επανάσταση των Αλγερινών εθνικιστών το 1954, το Παρίσι την αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και εξαιρετική σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν η συμβιβαστική διάθεση και οι διπλωματικές ικανότητες του προέδρου Ντε Γκωλ για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να παραχωρηθεί και στη χώρα αυτή ανεξαρτησία τον Ιούλιο του 1962.

Στο μεταξύ, το αντιαποικιοκρατικό κίνημα είχε οργανωθεί και ισχυροποιηθεί μετά την ιστορική διάσκεψη του Μπαντούγκ της Ινδονησίας (17-24 Απρ. 1955). Στη διάσκεψη αυτή έλαβαν μέρος εκπρόσωποι 29 χωρών της Ασίας και της Αφρικής με διαφορετικά πολιτικά συστήματα: από την ιρανική μοναρχία και την ουδετερόφιλη Ινδία έως τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Κίνας και του Βορείου Βιετνάμ. Μετά το τέλος της διάσκεψης, υιοθετήθηκαν πέντε βασικές αρχές: της μη επίθεσης, του αμοιβαίου σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, της αμοιβαιότητας στα οφέλη που προβλέπονται από τις συμβάσεις και της ειρηνικής συνύπαρξης. Μια από τις μορφές που ξεχώρισαν στη διάσκεψη ήταν ο Νάσερ, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστούσε από κοινού με το Νεχρού της Ινδίας και τον Τίτο της Γιουγκοσλαβίας στο λεγόμενο «κίνημα των Αδεσμεύτων» κατά του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η Μέση Ανατολή υπό βρετανική επιρροή, 1945-56

Η Μέση Ανατολή καθυστέρησε να αποτελέσει πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο βασικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι η βρετανική επιρροή εκεί ήταν πολύ ισχυρή και αδιαμφισβήτητη. Υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Βρετανίας ήταν η Κύπρος, το Άντεν, η Αίγυπτος, το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και τα ημι-ανεξάρτητα κράτη του Ιράκ και του Ιράν. Πυρήνας του αμυντικού της συστήματος  (από Λιβύη έως Ιράν και Ινδία ανατολικά – Σουδάν και Ερυθραία νότια) ήταν η διώρυγα του Σουέζ, όπου διατηρούσε μεγάλες στρατιωτικές βάσεις. Μετά την απώλεια της Παλαιστίνης το 1948, η διώρυγα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Από τη στιγμή που οι Αμερικανοί δεν είχαν ακόμα δεσμευτεί να εμπλακούν ενεργά στα μεσανατολικά θέματα, οι βρετανικές βάσεις στο Σουέζ έπρεπε να διατηρηθούν πάση θυσία ως ανάχωμα στη σοβιετική επιρροή σε καιρό ειρήνης και ως εφαλτήριο για αντεπίθεση σε περίπτωση πολέμου. O πρωθυπουργός Άντονι ΄Ηντεν είχε τονίσει τη σημασία της Μέσης Ανατολής και του Σουέζ για τη βρετανική αυτοκρατορία ήδη από τον Απρίλιο του 1945 ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τσόρτσιλ, σε υπόμνημά του προς το υπουργικό συμβούλιο:

Η Μέση Ανατολή είναι περιοχή συνάντησης δύο ηπείρων και αν προστεθεί η Τουρκία τριών ηπείρων. Είναι λοιπόν μία από τις πιο σημαντικές στρατηγικές περιοχές του κόσμου… ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη βρετανική Αυτοκρατορία… Συνεπώς, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε στη Μέση Ανατολή μια άκρως υψηλή προτεραιότητα… δεν μπορούμε να απορρίψουμε την ιδιάζουσα θέση μας στην περιοχή… Δεύτερον, η Μέση Ανατολή είναι η μοναδική μεγάλη πηγή πετρελαίου έξω από την Αμερική που μας είναι διαθέσιμη. Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι σε δέκα χρόνια ούτε η βρετανική αυτοκρατορία ούτε καν οι ΗΠΑ θα είναι ικανές να εμπλακούν σε πόλεμο χωρίς όλες τις προμήθειες πετρελαίου του Περσικού κόλπου.

Η θέση των ΗΠΑ στη διώρυγα του Παναμά είναι παρόμοια με τη δική μας στο Σουέζ και με τη θέση της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη… Εκφράζω λοιπόν την άποψη στους συναδέλφους μου ότι η κυβέρνηση της Μεγαλειοτάτης πρέπει να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντα της βρετανικής Αυτοκρατορίας και Κοινοπολιτείας στη Μέση Ανατολή με τα δικά της μέσα.[1]

Η Διώρυγα του Σουέζ. Δορυφορική λήψη.

Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Άτλη, μόλις ανήλθε στην εξουσία τον Ιούλιο του 1945, έθεσε δύο στόχους για τη Μέση Ανατολή: τη δημιουργία μιας «συνομοσπονδίας των αραβικών εθνών» για την άμυνα της περιοχής και την οικονομική της ανάπτυξη με βρετανικά κεφάλαια. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι οι στόχοι αυτοί ήταν ανέφικτοι λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων της καταπονημένης από τον πόλεμο Βρετανίας και της ισχύος του αραβικού εθνικισμού, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. O χώρος της Μέσης Ανατολής δεν μπορούσε πλέον να αποτελεί σφαίρα αποκλειστικής βρετανικής επιρροής, αλλά ήταν επιθυμητή και επιβεβλημένη η συμμετοχή των ΗΠΑ. Επιπλέον, κάποιες αραβικές χώρες δεν θα εντάσσονταν ποτέ σ’ ένα τέτοιο αμυντικό μηχανισμό, όπως η Συρία και ο Λίβανος, που ήταν υπό γαλλική επιρροή, και η Σαουδική Αραβία, που ήταν υπό αμερικανική κηδεμονία. Ως καλύτερη λύση προκρίθηκε η σύναψη διμερών συμφωνιών με κάποιες αραβικές χώρες, με την ελπίδα αργότερα να συναφθεί ένας συλλογικός διακανονισμός, στον οποίο θα συμμετείχαν και οι ΗΠΑ.

Το 1951 η Βρετανία πρότεινε την ίδρυση της Διοίκησης Μέσης Ανατολής (Middle East Command – ΜΕC) με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και της Τουρκίας. Η Διοίκηση θα ενοποιούσε αμυντικά το χώρο από την Αίγυπτο ως τον Περσικό Κόλπο, με επίκεντρο τη διώρυγα του Σουέζ. Η Βρετανία δεν είχε αντίρρηση να ενταχθεί και η Ελλάδα στη Διοίκηση, αλλά τελικά επικράτησε η άποψη των Αμερικανών να περιοριστεί ο στρατιωτικός ρόλος της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό-μεσογειακό χώρο υπό τη διοίκηση του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή του ΝΑΤΟ Αϊζενχάουερ. Το 1952 η Ελλάδα εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εντάχθηκε όχι μόνο στο ΝΑΤΟ αλλά και στη ΜΕC, επειδή Βρετανοί και Αμερικανοί τη θεωρούσαν χώρα-κλειδί για την άμυνα της Μέσης Ανατολής. Οι ισχυρές τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κρίνονταν ως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε αμυντικού σχεδιασμού από την ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και συνεπώς η ένταξή τους στους διεθνείς στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία, από το 1946 εως το 1985, έλαβε αμερικανική βοήθεια αξίας 7.857,8 εκ. δολαρίων. Οι μοναδικές χώρες που την ξεπέρασαν σε αυτόν τον τομέα την ίδια περίοδο ήταν το Ισραήλ, το Νότιο Βιετνάμ και η Νότια Κορέα. Oι ΗΠΑ εγκατέστησαν στην Τουρκία στρατιωτικές βάσεις με σημαντικότερη τη βάση του Ιντσιρλίκ στα Άδανα της Κιλικίας. Από εκεί, αεροπλάνα με πυρηνικά όπλα μπορούσαν να πλήξουν εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου στον Καύκασο και βιομηχανικά συγκροτήματα στην Ουκρανία και τα Ουράλια. Η παρουσία αυτών των βάσεων κοντά στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Μόσχα και αποτέλεσε την κύρια αιτία της κρίσης της Κούβας το 1962.

Το Σεπτέμβριο του 1951, οι ΗΠΑ συναίνεσαν στη δημιουργία της MEC, για να βοηθήσουν τους Βρετανούς συμμάχους να διατηρήσουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή, αφού οι ίδιοι είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις στην Ευρώπη και την ανατολική Ασία. Η MEC θα συνδεόταν στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ και θα είχε ως μέλη τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Τουρκία, το Ισραήλ και αραβικές χώρες. Η Αίγυπτος όμως αρνήθηκε να προσχωρήσει στη δυτική συμμαχία, επικαλούμενη τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφός της. Τον Ιανουάριο του 1952, η Βρετανία τροποποίησε τον αμυντικό σχεδιασμό της και πρότεινε τη δημιουργία ενός Οργανισμού Άμυνας Μέσης Ανατολής (Middle East Defense Organization – ΜEDO) με έδρα την Κύπρο. Ένα χρόνο αργότερα, η Ελλάδα ζήτησε να εκπροσωπηθεί με παρατηρητές στις συνομιλίες για τη συγκρότηση του MEDO και με στρατιωτικό σύνδεσμο στο Συμβούλιο Σχεδιασμού, που πιθανότατα θα ιδρυόταν. Αν και οι ΗΠΑ, η Γαλλία και οι αραβικές χώρες είδαν με ευνοϊκή διάθεση το ελληνικό αίτημα, η Βρετανία το απέρριψε με το επιχείρημα ότι το σχέδιο για τον νέο οργανισμό άμυνας ήταν ακαθόριστο και ότι το Συμβούλιο Σχεδιασμού δεν θα λάμβανε πολιτικές αποφάσεις, αλλά θα είχε μόνο τεχνικές αρμοδιότητες. Ήταν προφανές ότι η Βρετανία δεν θεωρούσε πια απαραίτητη στη μεσανατολική αμυντική οργάνωση τη συμμετοχή μιας χώρας, που ακολουθούσε φιλοαραβική πολιτική και ενδιαφερόταν για την Κύπρο, η οποία αναμενόταν να παίξει σημαντικό ρόλο στο νέο αμυντικό οργανισμό. Τελικά και αυτό το βρετανικό σχέδιο ναυάγησε μετά την αποτυχία των αγγλο-αιγυπτιακών διαπραγματεύσεων.[2]

To 1954, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να υπογράψουν συμφωνία με το Κάιρο, η οποία προέβλεπε ότι θα αποχωρούσαν από τη βάση του Σουέζ έως το 1956, θα είχαν όμως το δικαίωμα να την επανεργοποιήσουν σε περίπτωση επίθεσης κατά αραβικής χώρας μέλους του Αραβικού Συνδέσμου ή κατά της Τουρκίας. Η συμπερίληψη της Τουρκίας καταδείκνυε τη μεγάλη γεωστρατηγική σημασία της χώρας στο μεσανατολικό αμυντικό σύστημα της Βρετανίας. Την άνοιξη του 1955, αφού η Τουρκία είχε πρώτα προετοιμάσει το έδαφος συνάπτοντας συμφωνίες με το Πακιστάν και το Ιράκ, η Βρετανία ίδρυσε το σύμφωνο της Βαγδάτης με τη συμμετοχή του Ιράκ και τριών μη αραβικών χωρών, της Τουρκίας, του Ιράν και του Πακιστάν. Το Σεπτέμβριο συγκάλεσε τη διάσκεψη του Λονδίνου για το κυπριακό, εισάγοντας για πρώτη φορά στο ζήτημα τον τουρκικό παράγοντα. Όμως η προσπάθειά της να διατηρήσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο υποβοηθούμενη από την Τουρκία, απέτυχε. Το σύμφωνο της Βαγδάτης δεν προσέλκυσε την υποστήριξη άλλης αραβικής χώρας εκτός από το Ιράκ και προκάλεσε την καχυποψία των Αράβων εθνικιστών, ιδιαίτερα του Νάσερ, οδηγώντας σε επίταση της αγγλοαιγυπτιακής διαμάχης. Oι Ηνωμένες Πολιτείες, ο σημαντικότερος εν δυνάμει εταίρος της Βρετανίας στη μεσανατολική άμυνα, προτίμησαν να μην συμμετάσχουν πολιτικά στο Σύμφωνο. Όταν η Κύπρος κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1960, η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή είχε περιοριστεί στα ανατολικά και νότια άκρα της αραβικής χερσονήσου.

Το σύμφωνο της Βαγδάτης, 1955.

Η πολιτική των υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή

H επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής της ανάσχεσης του σοβιετικού κομμουνισμού στη δυτική Ευρώπη ήταν συνυφασμένη με τη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής στη Μέση Ανατολή. Η πρώτη αμερικανοσοβιετική αντιπαράθεση στη Μέση Ανατολή εκδηλώθηκε το 1945-46, όταν η Σοβιετική Ένωση απαίτησε από την Τουρκία τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων και αρνήθηκε να αποσύρει τις δυνάμεις της από το βόρειο Ιράν. Το Μάρτιο του 1947, ο πρόεδρος Τρούμαν ζήτησε από το Κογκρέσο να εγκρίνει άφθονη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Αν και το δόγμα Τρούμαν είχε περιορισμένο γεωγραφικό χαρακτήρα, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την εφαρμογή από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 μιας πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, βασισμένης στον άξονα Ελλάδας – Τουρκίας – Ιράν – Αφγανιστάν (βόρειο διάζωμα του ΝΑΤΟ). H Τουρκία ήταν ο στυλοβάτης όχι μόνο του διαζώματος, αλλά, μαζί με την Ελλάδα, και της αμερικανικής γραμμής άμυνας στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο. Στις 12 Οκτωβρίου 1953, οι ΗΠΑ υπέγραψαν με την Ελλάδα συμφωνία για την εγκαθίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε ελληνικό έδαφος – επικυρώθηκε από το ελληνικό υπουργικό συμβούλιο την ίδια μέρα, χωρίς όμως να συζητηθεί στη Βουλή – και στις 23 Ιουνίου 1954, μια παρόμοια συμφωνία με την Τουρκία. Μια ακόμα βαλκανική χώρα, η Γιουγκοσλαβία, συνδέθηκε έμμεσα με το ΝΑΤΟ, όταν, το Φεβρουάριο του 1953, σύναψε με Ελλάδα και Τουρκία τη συνθήκη Ειρήνης και Συνεργασίας συμπληρωμένη τον Αύγουστο του 1954 με το στρατιωτικό σύμφωνο του Μπλεντ (στη Σλοβακία). Η συνεργασία αυτή εδραζόταν στην κοινή απειλή από τη Σοβιετική Ένωση και την αναζήτηση ασφάλειας στο δυτικό αμυντικό σύστημα. Όμως αποδείχτηκε θνησιγενής. Το γιουγκοσλαβικό ενδιαφέρον για στρατιωτική συνεργασία εξανεμίστηκε μετά τη βελτίωση των σχέσεων με τη Μόσχα, ενώ η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, που αναπτύχθηκε από το 1954 στο κυπριακό, άλλαξε ριζικά το σκηνικό στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Το γεγονός που μετέβαλε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή ήταν η κρίση στο Σουέζ το 1956. Η εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και η άρνηση του Νάσερ να αποδεχτεί τις απαιτήσεις της Βρετανίας, προκάλεσαν την οργή του Λονδίνου αλλά και του Παρισιού. Στις αρχές Νοεμβρίου, αγγλο-γαλλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αίγυπτο με σκοπό την ανατροπή του Αιγύπτιου ηγέτη. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή που κατέπνιγαν την ‘αντεπανάσταση’ στην Ουγγαρία, εγκατέλειψαν τους χαμηλούς τόνους και βγήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αποστέλλοντας επιστολές στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, στον πρόεδρο των ΗΠΑ και στους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το κεντρικό θέμα των επιστολών ήταν το ίδιο: η επίθεση κατά της Αιγύπτου έπρεπε να τερματιστεί και ο ΟΗΕ να επέμβει για την επίλυση της κρίσης. Η Σοβιετική Ένωση ήταν έτοιμη να αναλάβει από κοινού με τις ΗΠΑ στρατιωτική δράση για την επιβολή εκεχειρίας. Στην επιστολή προς τον Αμερικανό πρόεδρο υπήρχε και υπαινιγμός για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο επανεκλεγείς στην προεδρία των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ (6 Νοεμβρίου), απέρριψε κατηγορηματικά κάθε ιδέα κοινής στρατιωτικής δράσης με τη Σοβιετική Ένωση και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα αντιδρούσαν σε οποιαδήποτε μονομερή σοβιετική στρατιωτική κίνηση. Παράλληλα, αύξησε τις πιέσεις του στη Βρετανία και τη Γαλλία, για να σταματήσουν τις επιχειρήσεις τους και να αποφευχθεί μια μεγάλη διεθνής κρίση.

 

The Other Side of Suez (BBC Documentary)

 

Οι εξελίξεις στο Σουέζ είχαν θετικές συνέπειες για τις δύο υπερδυνάμεις. Όπως τονίζει ο Χ. Κίσινγκερ, η ΕΣΣΔ «πέρασε μ’ ένα άλμα την cordon sanitaire που είχαν κατασκευάσει οι ΗΠΑ γύρω της, βάζοντας την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με το καθήκον να αντιμάχεται τους Σοβιετικούς σε περιοχές που μέχρι τότε θεωρούνταν ότι ανήκαν σίγουρα στη δυτική σφαίρα επιρροής.»[3] Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα γεγονότα στην Αίγυπτο σηματοδότησαν την αναρρίχησή τους στη θέση της παγκόσμιας ηγετικής δύναμης και την απομάκρυνσή τους από ηθικές δεσμεύσεις. Στο νέο διπολικό κόσμο και με τη Βρετανία εμφανώς αποδυναμωμένη, ήταν επιτακτική ανάγκη να καλύψουν το κενό ισχύος στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, προτού προλάβει να το πράξει η Σοβιετική Ένωση.

Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για την περιοχή επισημοποιήθηκε με τη διακήρυξη του δόγματος Αϊζενχάουερ, τον Ιανουάριο του 1957. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονταν στην περιοχή ήταν τεράστια. Η υπερδύναμη έπρεπε να προστατεύσει τα φιλοδυτικά μεσανατολικά καθεστώτα από τον κομμουνισμό και το νασερισμό, να επεκτείνει τις στρατιωτικές της βάσεις και να ελέγξει τα αποθέματα πετρελαίου στον Κόλπο, τα μεγαλύτερα στον κόσμο, καθώς και τις οδούς διακίνησής του προς τη Δύση. Παράλληλα ήταν ανάγκη να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του Ισραήλ και να διατηρήσει τη συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αποτελούμενης από την Τουρκία και την Ελλάδα, με μια διευθέτηση του κυπριακού που θα ικανοποιούσε και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Η άλλη υπερδύναμη, η Σοβιετική Ένωση, μετά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ανατολική – κεντρική Ευρώπη και την Άπω Ανατολή παρά για τη Μέση Ανατολή. Περιοχές όπως η Συρία, ο Λίβανος, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και το Σουέζ ήταν σχετικά απομακρυσμένες και υπό απόλυτο αγγλο-γαλλικό έλεγχο. Η Μόσχα το μόνο που μπορούσε να πετύχει εκεί, ήταν να ενισχύει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Το Φεβρουάριο του 1946, υπέγραψε μυστικές συμφωνίες με τη Συρία και το Λίβανο και υποστήριξε το αίτημά τους στον ΟΗΕ για γρήγορη και απόλυτη αποχώρηση των αγγλο-γαλλικών δυνάμεων· και το καλοκαίρι του 1947 υποστήριξε στο διεθνή οργανισμό το αιγυπτιακό αίτημα για αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων από την Αίγυπτο και το Σουδάν.

Μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953, η νέα σοβιετική ηγεσία έδειξε αυξημένο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτό συνέβαλε η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού υπό την ηγεσία του Νάσερ, του οποίου η αντιδυτική ρητορική της πρόσφερε την ευκαιρία για μια μεγαλύτερη παρέμβαση στα μεσανατολικά ζητήματα. Όπως είδαμε, στην κρίση του Σουέζ το 1956, η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε τον Νάσερ απειλώντας τη Δύση ακόμα και με πυρηνικό πόλεμο. Το επόμενο έτος, υπερασπίστηκε το αριστερό καθεστώς της Συρίας στη διαμάχη του με την Τουρκία. Στο κυπριακό, επέκρινε τη βρετανική και τουρκική πολιτική και υπεραμύνθηκε της άσκησης του δικαιώματος του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση. Τη δεκαετία του 1960, αύξησε περαιτέρω την επιρροή της στη Μέση Ανατολή καλλιεργώντας στενές σχέσεις με τα ριζοσπαστικά καθεστώτα της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ, της νότιας Υεμένης και της Αλγερίας.

Η κατασκευή του Φράγματος του Ασουάν.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και το παλαιστινιακό ζήτημα

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή η αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση. Η αντιπαράθεση αυτή ξεκίνησε πριν τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά επιδεινώθηκε με τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων μετά το 1945. Παράλληλα, η πολιτική του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) συνυφάνθηκε με το  ψυχροπολεμικό κλίμα. Σκοπός του Ισραήλ ήταν να διατηρήσει το status quo στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει την επιρροή του αραβικού εθνικισμού. Η PLO  καθόριζε την πολιτική της με βάση τους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων και κυρίως με βάση την πολιτική των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Συρίας και της Αιγύπτου. Από την άλλη, δεν ήταν ένας παθητικός δρων. Κύριος σκοπός της ήταν να χαράξει αυτόνομες στρατηγικές και να αποκτήσει διπλωματικό πλεονέκτημα στο μεσανατολικό. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα την περίοδο 1973-82, όταν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τo κλίμα ύφεσης στις αμερικανο-σοβιετικές σχέσεις. Η PLO είχε τη δική της δυναμική, τις δικές της τακτικές και παρά το βάρος του ψυχροπολεμικού κλίματος, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση υποταγμένη σε συστημικούς περιορισμούς. Για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο του Ψυχρού Πολέμου στην πολιτική των Παλαιστινίων και του Ισραήλ, θα πρέπει να εστιάσουμε σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερειακό και το διεθνές.

Οι Παλαιστίνιοι, ως πρόσφυγες μετά το 1948, βίωναν τον Ψυχρό Πόλεμο μόνο μέσω των κρατών στα οποία διέμεναν. Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν επηρέασε άμεσα την εξέλιξη του παλαιστινιακού εθνικισμού. Παλαιστινιακή εξωτερική πολιτική αρχίζει να υπάρχει μόνο μετά την ίδρυση της PLO το 1964 και ιδιαίτερα μετά τη μεταβολή της σε πολιτικά αυτόνομη οργάνωση περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το κατά πόσο ο Ψυχρός Πόλεμος καθόριζε τις ισορροπίες στο παλαιστινιακό φάνηκε στα γεγονότα στην Ιορδανίας το 1970-1, όταν η PLO ήρθε αντιμέτωπη με τη φιλοδυτική Ιορδανία και, ηττημένη, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από εκεί. Στον πόλεμο του 1973, έγινε εμφανής η επίδραση του εξωτερικού παράγοντα και η PLO αποδέχτηκε ότι το πολιτικό της μέλλον εξαρτιόταν από τη δική της διαπραγματευτική ικανότητα σε σχέση με τις δύο υπερδυνάμεις. Βέβαια, η σχέση παρέμεινε αμφίδρομη. Όσο το βάρος των υπερδυνάμεων γινόταν πιο αισθητό στο παλαιστινιακό, τόσο η PLO διαμόρφωνε την πολιτική της μέσα από εσωτερικές αναζητήσεις και συγκρούσεις.

Το παλαιστινιακό αποτελούσε κεντρικό περιφερειακό ζήτημα και ήταν φυσικό τα γειτονικά στο Ισραήλ αραβικά κράτη να επιδείξουν ενδιαφέρον για την τύχη των ομοεθνών τους Παλαιστινίων. Οι παρεμβάσεις τους δεν απέρρεαν μόνο από την εθνική αλληλεγγύη, αλλά και από την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων, το κυριότερο από τα οποία αφορούσε την έκταση της περιφερειακής τους ισχύος. Αραβικά κράτη, που εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον αγώνα των Παλαιστινίων και προσπάθησαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό να τον ποδηγετήσουν, ήταν η Αίγυπτος και η Συρία και δευτερευόντως ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Το παλαιστινιακό μετά το 1948, θα αποτελέσει πάνω από όλα διεθνές ζήτημα, καθώς και για τις δυο υπερδυνάμεις η περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Το Ισραήλ στράφηκε προς τις ΗΠΑ και σφυρηλάτησε μαζί τους μια «ειδική σχέση», ενώ οι Παλαιστίνιοι προς τη Σοβιετική Ένωση και τα φιλοσοβιετικά αραβικά κράτη. Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στο παλαιστινιακό και στα εσωτερικά των αραβικών κρατών, με σκοπό να αυξήσουν τη σφαίρα επιρροής τους στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι τοπικοί παράγοντες δεν λειτουργούσαν απλά ως μαριονέτες στο διεθνή  ανταγωνισμό  για τη Μέση Ανατολή. Ακολουθούσαν μια όσο το δυνατόν αυτόνομη πολιτική και μάλιστα, επειδή ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων ήταν ιδιαίτερα οξύς, διέθεταν μεγαλύτερες δυνατότητες για ελιγμούς.

Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στους αραβο-ισραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1973. Αιτία του σύντομου πολέμου του 1967, υπήρξε ο οξύς ανταγωνισμός των δυο ισχυρότερων και ριζοσπαστικότερων αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής, της Συρίας και της Αιγύπτου, με το Ισραήλ. Το επαναστατικό καθεστώς της Συρίας, που είχε εγκαθιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο, επιθυμούσε να επιλύσει δυναμικά το παλαιστινιακό ζήτημα, ενώ ο Νάσερ ήθελε να καταστήσει τη χώρα του ηγέτιδα του αραβικού κόσμου. Από την άλλη, το Ισραήλ γνώριζε ότι, από στρατιωτική και πολιτική άποψη, ήταν ισχυρότερο από τους Άραβες γείτονές του και κατά συνέπεια, αφού αντιμετώπιζε διαρκώς απειλές απ’ αυτούς, η καλύτερη λύση ήταν να τους δείξει τη δύναμή του. Βέβαια, πίσω από τη στάση αυτή κρυβόταν η ελπίδα της κατάκτησης της υπόλοιπης Παλαιστίνης και η ολοκλήρωση του πολέμου του 1948.

O Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-11 Ιουνίου 1967).

Το Μάιο του 1967, ο Νάσερ, ύστερα από συριακές και σοβιετικές πληροφορίες για επικείμενη ισραηλινή επίθεση, ζήτησε να αποσύρει ο ΟΗΕ την ειρηνευτική του δύναμη από τα σύνορα με το Ισραήλ και να τοποθετηθούν στη θέση τους αιγυπτιακές μονάδες, που θα είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα. Όταν έγινε αυτό, ο Αιγύπτιος ηγέτης, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, αλλά και παλαιότερης διμερούς συνθήκης με το ίδιο το Ισραήλ, έκλεισε την είσοδο των κρίσιμων για το Ισραήλ Στενών του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, ώστε να αποτρέψει πολεμική ενέργεια του Ισραήλ εναντίον της χώρας του και της Συρίας με τη μεταφορά στο ισραηλινό λιμάνι της Εϊλάτ στρατιωτικού υλικού και κυρίως πετρελαίου. Καθώς η ένταση κορυφωνόταν, η Ιορδανία και η Συρία συμμάχησαν με την Αίγυπτο. Το Ισραήλ, όμως, τους επιτέθηκε και μέσα σε 6 μέρες (5-11 Ιουνίου) τους συνέτριψε: κατέλαβε τη χερσόνησο του Σινά μέχρι τη διώρυγα του Σουέζ, τη λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, τα υψίπεδα του Γκολάν και την ανατολική Ιερουσαλήμ, που ανήκε στην Ιορδανία. 400.000 Παλαιστίνιοι κατέφυγαν στην Ιορδανία και περισσότεροι από ένα εκατομμύριο παρέμειναν στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αξίωσε με την απόφαση 242 να αποσύρει το Ισραήλ τα στρατεύματά του από τα κατεχόμενα εδάφη, με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Το Ισραήλ, όμως, αγνόησε τον ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που παρείχαν στο εβραϊκό κράτος.

Τα εδαφικά οφέλη του Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967.

Ο πόλεμος του 1967 άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η έκταση του Ισραήλ τριπλασιάστηκε και η στρατιωτική του ισχύς κατέστη αδιαμφισβήτητη. Η θέση των Αμερικανών στην περιοχή εδραιώθηκε, γεγονός που φάνηκε με τη φιλοδυτική στροφή του επόμενου Αιγύπτιου ηγέτη Ανουάρ Σαντάτ τη δεκαετία του 1970. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση υπέστη μια ήττα γοήτρου, αλλά ταυτόχρονα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε στο μέλλον να επιδείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αποφασιστικότητα στα θέματα της Μέσης Ανατολής και να προστατεύσει τα φιλικά προς αυτή αραβικά καθεστώτα από μια καινούργια ταπείνωση. Η συντριβή των Αράβων ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής και πολιτικής τους ικανότητας, και σηματοδότησε τη μείωση της απήχησης του αραβικού εθνικισμού, ως το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Επίσης, προκάλεσε την ανάδυση νέων αριστερών ριζοσπαστικών κινημάτων και ενός αυτόνομου ένοπλου παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, το οποίο θα στρεφόταν εναντίον του Ισραήλ και εκείνων των αραβικών καθεστώτων, που θα επιδίωκαν με ποικίλους τρόπους να το εργαλειοποιήσουν, για την εξυπηρέτηση των δικών τους, συχνά αντικρουόμενων, φιλοδοξιών (όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιορδανίας το 1970 και της Συρίας το 1976). Επιπλέον, μετά το 1967, οι κρατικές ελίτ προσπάθησαν να ορίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα με περισσότερο εδαφικούς raison d’ état όρους, παρά με αραβικούς εθνικούς όρους, οδηγώντας σε νέες διαμάχες για περιφερειακή επιρροή.

Στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής του Ισραήλ (Γιομ Κιπούρ=ημέρα της εξιλέωσης), η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν κατά του εβραϊκού κράτους. Απώτερος σκοπός τους φαίνεται ότι ήταν, ανεξάρτητα από την έκβαση της σύρραξης, να προκαλέσουν διεθνή επέμβαση και να επιτύχουν έτσι την εφαρμογή της απόφασης 242 του ΟΗΕ. Στην αρχή, οι δύο αραβικές χώρες είχαν επιτυχίες, αλλά σταδιακά οι Ισραηλινοί με αμερικανική βοήθεια αναπλήρωσαν το χαμένο έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να  ανακαταλάβουν τη δυτική όχθη της διώρυγας του Σουέζ και με αυτό τον τρόπο να καταδείξουν ότι το Ισραήλ δεν ήταν παντοδύναμο και ότι, σε πολυμέτωπο αγώνα, ήταν πλήρως εξαρτώμενο από την αδιάλειπτη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Τελικά, με παρέμβαση των υπερδυνάμεων, που δεν επιθυμούσαν ο πόλεμος να κλιμακωθεί με κίνδυνο την εμπλοκή τους σ’ αυτόν, επήλθε κατάπαυση του πυρός και δυνάμεις του ΟΗΕ κατέλαβαν θέσεις ανάμεσα στους εμπόλεμους.

Μία από τις συνέπειες αυτού του πολέμου ήταν ότι η PLO προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα της στο εξωτερικό. Οι αραβικές χώρες την αναγνώρισαν ως το μόνο νόμιμο εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού και η γενική συνέλευση του ΟΗΕ την αποδέχτηκε ως μέλος του οργανισμού, με την ιδιότητα του παρατηρητή. Επίσης, η PLO άρχισε να αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητης παλαιστινιακής αρχής στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη, ως μεταβατικό στάδιο για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της απελευθέρωσης ολόκληρης της Παλαιστίνης και της ίδρυσης ενός “δημοκρατικού παλαιστινιακού κράτους”. Tο 1978, οι δύο ισχυρότερες προσωπικότητες στη Μέση Ανατολή, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν, υπέγραψαν τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ.  Σε αντάλλαγμα για την αποχώρηση των Ισραηλινών από τη χερσόνησο του Σινά (πραγματοποιήθηκε τη διετία 1981-2) ο Σαντάτ εγκατέλειψε την ιδέα της αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων υπέρ του σχεδίου Μπέγκιν για «αυτονομία» στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, αναγνώρισε το Ισραήλ και κατοχύρωσε για τη χώρα του το δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη διώρυγα του Σουέζ και στα στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα (γεωστρατηγική ασφάλεια και ένα βάθρο για περιφερειακή ηγεμονία). Για τους Αμερικανούς, οι συμφωνίες στο Κάμπ Ντέιβιντ είχαν τρεις θετικές συνέπειες: εξασφάλισαν την ασφάλεια του Ισραήλ, εξάλειψαν οριστικά τη δυνατότητα των Αράβων για συλλογική δράση και έθεσαν τη Σοβιετική Ένωση για μια ακόμη φορά διπλωματικά στο περιθώριο. Όμως, για τους Άραβες ήταν ανάθεμα, προδοσία και ξεπούλημα των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, επειδή δεν προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν την αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που είχε καταλάβει το 1967. Όλες οι αραβικές χώρες τις καταδίκασαν – με εξαίρεση το Σουδάν και το Ομάν –, ενώ η Αίγυπτος έγινε εν μία νυκτί το μαύρο πρόβατο του αραβικού κόσμου και εκδιώχτηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο.

Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, 1979. Διακρίνονται οι πρόεδροι της Αιγύπτου, Muhammad Anwar el-Sadat, των ΗΠΑ, Jimmy Carter και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Menachem Begin.

Ενώ οι ΗΠΑ επιδίωκαν να προσεταιριστούν την Αίγυπτο και να πετύχουν έναν ευνοϊκό γι’ αυτούς διακανονισμό στη Μέση Ανατολή, περιφερειακές δυνάμεις αγωνίζονταν να αυξήσουν τη γεωπολιτική επιρροή τους. Το Ιράν υπό το καθεστώς του Σάχη στράφηκε προς το διασπασμένο αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα προς τα γειτονικά μικρά κράτη του Κόλπου μετά την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία. Το γειτονικό Ιράκ επιχείρησε να θεμελιώσει την ισχύ της χώρας με την ανάπτυξη στενών σχέσεων με τη Γαλλία και την Κίνα. Παράλληλα, η Συρία και το Ισραήλ συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας περιοχής του Λεβάντε. Το Ισραήλ επέκτεινε την επιρροή του στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ εισέβαλε και αργότερα κατέλαβε  το νότιο Λίβανο. Στο μεταξύ, οι συριακές δυνάμεις είχαν εισβάλει στο Λίβανο μετά την έναρξη του εμφυλίου το 1974. Θα παρέμεναν εκεί για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίες του 1970, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή για άλλη μια φορά κλονίστηκαν. Αιτία για αυτό στάθηκαν δύο πολύ σημαντικά γεγονότα: η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Τα γεγονότα αυτά θα ωθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πιο ενεργό εμπλοκή στα ζητήματα της περιοχής. Η προσπάθεια του Ιράκ να ανατρέψει το νέο θεοκρατικό καθεστώς στο Ιράν τη δεκαετία του 1980, ενισχύθηκε από τα αραβικά κράτη του Κόλπου και από τις ΗΠΑ. Το Ιράν αναδύθηκε ως ένας μεγάλος ανταγωνιστής των αμερικανικών συμμάχων, της Σαουδικής Αραβίας ιδιαίτερα, ενώ συνέβαλε στην ίδρυση της ισλαμικής οργάνωσης Χεζμπολά, η οποία στράφηκε κατά της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και της ισραηλινής κατοχής του Λιβάνου.

Η επανάσταση στο Ιράν, 1978-9.

Με την περιοχή να παίρνει έναν σαφώς αντιαμερικανικό προσανατολισμό, η Ουάσιγκτον δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενισχύσει τη γεωπολιτική θέση της στο Κόλπο, με την εγκαθίδρυση πολλών ναυτικών και αεροπορικών βάσεων. Αυτή ακριβώς τη θέση θα αμφισβητήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο φιλόδοξος ηγέτης του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν.

Μερικές επισημάνσεις για τον Ψυχρό Πόλεμο στη Μέση Ανατολή

Η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση είχε περιορισμένο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή, παρά τις διακρατικές διενέξεις, τη σημασία του πετρελαίου και την εγγύτητα της Σοβιετικής Ένωσης. Η απουσία ισχυρής  εργατικής τάξης και η καταλυτική επίδραση της θρησκείας, απέτρεψαν τη δημιουργία αριστερών επαναστατικών κινημάτων, όπως στην Άπω Ανατολή και τη Νότια Αφρική. Σε ορισμένα αραβικά κράτη, η κομμουνιστική  παρουσία ήταν εμφανής, όπως στο Ιράκ και το Σουδάν, αλλά ποτέ δεν απέκτησε τη μαζικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων στην Κίνα, την Κορέα, το Βιετνάμ, την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική. Απ’ όλα τα αραβικά καθεστώτα, μόνο το καθεστώς της Υεμένης ήταν απόλυτα φιλοσοβιετικό. Αλλά και αυτό υπέστη πολλούς τριγμούς, τους οποίους η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να διαχειριστεί. Το πιο ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα στην περιοχή ήταν το Τουντέχ στο Ιράν, αλλά ουδέποτε συνήλθε μετά το φιλοδυτικό πραξικόπημα του 1953. Το μοναδικό κομμουνιστικό κόμμα που τελικά κατέλαβε την εξουσία ήταν το ΚΚ του Αφγανιστάν (Απρίλιος 1978). Λίγο αργότερα, ανατράπηκε από τους Ταλιμπάν, προκαλώντας την εισβολή των Σοβιετικών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή μετά την κρίση του Σουέζ και την αποχώρηση της Βρετανίας από την περιοχή. Οι λόγοι ήταν γεωπολιτικοί και οικονομικοί. Για να αντιμετωπίσουν τη Σοβιετική απειλή και τον αραβικό εθνικισμό και τις κύριες εκδηλώσεις του, το νασερισμό και το μπααθισμό, ενίσχυσαν τους δεσμούς τους με ισχυρές συμμαχικές χώρες, όπως με την Τουρκία, το Ισραήλ και το Ιράν. Από τις αραβικές χώρες, φιλοαμερικανική πολιτική ακολούθησαν η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στα κράτη αυτή ήταν έντονη, αλλά κατά καιρούς αναδύονταν διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, όχι όμως τόσο σε θέματα σκοπών, όσο σε θέματα του τρόπου για την επίτευξη των σκοπών.

Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή ως ξεχωριστή γεωπολιτική οντότητα. Εντούτοις, διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με μεμονωμένους δρώντες, όπως με τη Συρία, την οποία ενίσχυε διπλωματικά και στρατιωτικά, καθώς και με τα φιλικά καθεστώτα της Υεμένης, της Αιγύπτου και της Λιβύης. Παρ’ όλα αυτά, δεν καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις των σοσιαλιστικών αραβικών κρατών ούτε την εξωτερική πολιτική τους. Υπήρχε συχνά έλλειψη συντονισμού, μυστικισμός, καχυποψία, αμφισβήτηση. Το 1973, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Σαντάτ έδιωξε τους σοβιετικούς συμβούλους και έστρεψε τη χώρα του προς τη Δύση χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, παρά τις μεγάλες συνέπειες που είχε η πράξη του για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Ακόμα και η PLO αρνήθηκε να ακολουθήσει τη σοβιετική συμβουλή να αναγνωρίσει στο Ισραήλ το δικαίωμα ύπαρξής του.

Ο ηγέτης των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ με τον ΓΓ του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Όπως σε άλλες περιοχές του Τρίτου Κόσμου, έτσι και στη Μέση Ανατολή, ο Ψυχρός Πόλεμος συνετέλεσε στη δημιουργία διακρατικών συμμαχιών με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Σύμφωνο της Βαγδάτης, που μετεξελίχτηκε σε CENTO (Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν, Ιράν και Βρετανία). Η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να δημιουργήσει αντίστοιχο συνασπισμό, γιατί ούτε το επιδίωξε ούτε τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής το επιθυμούσαν. Άλλωστε, σχεδόν κάθε κράτος είχε το δικό του είδος σοσιαλισμού. Η Αίγυπτος το νασερισμό, η Συρία το μπααθισμό, η Λιβύη το ισλαμικό, η Αλγερία το σοβιετικό.

Οι διενέξεις στη Μέση Ανατολή διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον δικό τους αυτόνομο χαρακτήρα. Οι αιτίες τους βρίσκονταν στις εθνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ακόμα και φυλετικές αντιθέσεις. Ωστόσο, ο Ψυχρός Πόλεμος βρήκε στη Μέση Ανατολή γόνιμο έδαφος να εξελιχθεί και να φουντώσει, επειδή οι διακρατικές και ενδοκρατικές αντιπαραθέσεις ήταν έντονες. Οι αντιπαραθέσεις αυτές απέκτησαν αναγκαστικά ψυχροπολεμική διάσταση, όχι μόνο στην αραβο-ισραηλινή διένεξη, αλλά και στις συγκρούσεις Ιράν-Ιράκ, Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας-Συρίας, Βόρειας και Νότιας Υεμένης (η διένεξη Ελλάδος-Τουρκίας αποτελεί εξαίρεση, αφού και οι δύο χώρες ανήκαν στον ίδιο συνασπισμό, το ΝΑΤΟ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο ιστορικός L. Carl Brown παρατήρησε ότι «η Μέση Ανατολή έχει δεχτεί τη μεγαλύτερη διείσδυση ξένων δυνάμεων από οποιαδήποτε άλλο περιφερειακό υποσύστημα». Με τον όρο «διείσδυση» εννοούσε ότι η Μέση Ανατολή αναμείχθηκε στα γεωπολιτικά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, ενώ καμιά Μεγάλη Δύναμη δεν κατάφερε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο ή να διαμορφώσει κατά το δοκούν την περιοχή. Μια από τις αιτίες παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, ήταν η αποτροπή της ανάδυσης μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, που θα μετέβαλε τις ισορροπίες στην περιοχή και θα απειλούσε τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, το ίδιο το μεσανατολικό σύστημα τροφοδοτούσε τις εξωτερικές παρεμβάσεις, καθώς οι τοπικές πολιτικές ελίτ συχνά βασίζονταν σε εξωτερικές πηγές προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, προκαλώντας την αντίδραση των αντιπάλων τους και την έκρηξη νέων εσωτερικών ανταγωνισμών και διακρατικών εντάσεων.

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις. Όπως ορθά υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αλλά μια δεκαετία νωρίτερα με την ιρανική επανάσταση το 1979 και την έναρξη του ιρανο-ιρακινού πολέμου. Και για τις δύο υπερδυνάμεις, η μεγάλη απειλή προερχόταν από το θεοκρατικό Ιράν και γι’ αυτό δεν δίστασαν να υποστηρίξουν την ίδια πλευρά, το εγκληματικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Επιπλέον, η άνοδος του ισλαμικού κινήματος μετά το 1979 στη Μέση Ανατολή, συνέβαλε στην ανάδυση ισχυρών υπο-κρατικών και μη-κρατικών δρώντων, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στο σχεδιασμό της περιφερειακής νέας τάξης πραγμάτων και θα προκαλέσουν τη δραστική μείωση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

‘The Pragmatic Superpower: Winning the Cold War in the Middle East’

 

Ο Γιάννης Σακκάς είναι Kαθηγητής Ιστορίας της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Foreign Office, CAB 66/65, WP (45) 256, «Άμυνα της Μέσης Ανατολής», 13 Απρ. 1945.

[2] FRUS, 1952-54, τ. 9, The Near East and Middle East, σ. 251.

[3] Χένρι Κίσινγκερ, Διπλωματία, σ. 584.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ελληνόγλωσση

Σακκάς Γ., Οι Άραβες. Ιστορία και Κοινωνία. Αθήνα, Πατάκης, 2005.

Aboulafia, D. (επιμ.), Η Μεσόγειος στην Ιστορία. Αθήνα, Πατάκης, 2004.

Carpentier, J., Lebrun, Fr., Ιστορία της Μεσογείου. Αθήνα, Πατάκης, 2009.

Hourani, Alber, Ιστορία των Αραβικών Λαών. Αθήνα, Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 1994

Nouschi, A., Η Μεσόγειος στον 20o αιώνα. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

Ξενόγλωσση

Brown, L. Carl, International Politics and the Middle East. Old Rules, Dangerous Game. Princeton, Princeton University Press 1984.

Crom, Georges M., Fragmentation of the Middle East. The Last Thirty Years, London, Hutchinson, 1988.

Freedman, Lawrence, A Choice of Enemies. America Confronts the Middle East. New York, PublicAffairs, 2008.

Gerges,  F., The Superpowers and the Middle East: Regional and International Politics, 1955-67. London, Westview 1994.

Hinnebusch, R., “The Middle East Regional System”, in Raymond Hinnebusch and Anoushiravan Ehteshami, eds., The Foreign Policies of Middle East States, 2nd ed., Boulder, Lynne Rienner, 2014, pp. 35-72,

Kuniholm, B., The Origins of the Cold War in the Middle East. Princeton, PUP 1980.

Louis, W. Roger, The British Empire in the Middle East, 1945-1951. Arab Nationalism, the United States and Postwar Imperialism, Oxford, Oxford University Press, 1984.

Sayigh, Yezid, Armed Struggle and the Search for State. The Palestinian National Movement, 1949-1993, Oxford, Oxford University Press. 1997.

Sayigh Y. and A. Shlaim (ed.), The Cold War and the Middle East. Oxford, Clarendon Press 1997.

Shlaim, Avi, The Iron Wall. Israel and the Arab World, 2nd ed., London, W.W.Norton & Co., 2014.

Τibi, B., Conflict and War in the Middle East, 1967-91: Regional Dynamic and the Superpowers. London, Macmillan 1993.

Vassiliev, A., Russian Policy in the Middle East. From Messianism to Pragmatism. Reading, Ithaca Press 1993.

 

 

 

 

 

 

Αλίκη Μουστάκα: Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία – Αρχαιολογία και Πολιτική στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αι.

Αλίκη Μουστάκα

Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία – Αρχαιολογία και Πολιτική στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αι.

 

Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία δεν αποτελεί μόνο έναν από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, αλλά και ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για όποιον ενδιαφέρεται για τη μελέτη των ιστορικών διεργασιών και φαινομένων, που σχετίζονται με τη γένεση και ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Παρόλον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει ποικιλοτρόπως απασχολήσει την έρευνα και η σχετική βιβλιογραφία είναι τεράστια, μια μικρή αναδρομή στις απαρχές της ανακάλυψης του ιερού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την πλαισίωση των όσων πρόκειται να ακολουθήσουν.

 

Α΄. Οι περιηγητές και η ταύτιση του χώρου

Βασιζόμενοι κυρίως στην αναλυτική περιγραφή του ιερού και των πλούσιων αφιερωμάτων του από τον περιηγητή του 2ου αι. μ.Χ. Παυσανία, οι ερευνητές της αρχαιότητας και γνώστες της αρχαίας γραμματείας, οι οποίοι από την Αναγέννηση και πέρα αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς στη Δύση, διαμορφώνουν σταδιακά ένα διάχυτο ενδιαφέρον για τον αρχαίο κόσμο και τα επιτεύγματά του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιθυμία ο κόσμος της αρχαιότητας να έρθει στο φως, ενώ οι πρώτοι περιηγητές αρχίζουν να επισκέπτονται τους τόπους που γνωρίζουν από τις γραπτές πηγές, αναζητώντας τα τεκμήρια του αρχαίου κόσμου και καταρτίζοντας τις πρώτες επιστημονικές αποστολές.

Όσον αφορά την ανακάλυψη της Ολυμπίας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο η ακριβής θέση της όσο και το όνομα του τόπου είχαν παντελώς ξεχασθεί, διότι είχαν καλυφθεί ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα από ένα παχύτατο στρώμα άμμου, που δημιουργήθηκε από τις αλλεπάλληλες προσχώσεις και πλημμύρες του παρακείμενου ποταμού Αλφειού. Την περιοχή που ήταν τότε ακατοίκητη, αποκαλούσαν «Αντίλαλο», προφανώς από την επιστροφή της ηχούς από τα γύρω βουνά όπου υπήρχε ήδη τότε, στον δρόμο προς τη Φολόη, το χωριό με το όνομα Λάλας. Μόνο λίγα αρχιτεκτονικά λείψανα που, όπως αποδείχθηκε αργότερα ανήκαν στον μεγάλο ναό του Δία, ξεπρόβαλαν από την άμμο και ήταν εκείνα που οδήγησαν πρώτο τον Άγγλο περιηγητή Richard Chandler το 1766 στην ταύτιση της θέσης.

Edward Dodwell, Plains of Olympia, 1819

Από τον γαλλόφωνο χώρο σημαντικό τεκμήριο αποτελεί μια επιστολή που έγραψε το 1723 ο Γάλλος μοναχός του Τάγματος του Αγίου Βενεδίκτου Bernard de Montfaucon, στον οποίο μάλιστα αποδίδεται η ίδρυση της επιστήμης της Παλαιογραφίας. Στην επιστολή αυτή εκφράζει την επιθυμία ο χώρος τέλεσης των ολυμπιακών αγώνων να έρθει κάποτε στο φως.

H έντονη επιθυμία ανασύστασης του χαμένου ιερού διαφαίνεται και μέσα από την προσπάθεια να αποδοθεί με ένα σχέδιο -έστω και κατά προσέγγιση- η μορφή του, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην καθαρά φανταστική γνωστή χαλκογραφία του J. D. Barbié du Bocage, που χρονολογείται το 1780. Ακολούθησαν και άλλοι όπως o διπλωμάτης και ζωγράφος L. F. S. Fauvel, στην σχεδιαστική αποτύπωση του οποίου για πρώτη φορά ταυτίσθηκε με βεβαιότητα ο ναός του Διός. Επίσης ο John Spencer Stanhope, ο οποίος στο πλαίσιο της αποστολής της Ακαδημίας des Inscriptions et Belles Lettres εκπόνησε το 1813 ένα τοπογραφικό σχέδιο της Ολυμπίας και επίσης διάφορες απόψεις της πεδιάδας που χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή ακρίβεια.

Άποψη της πεδιάδας της Αρχαίας Ολυμπίας (Αντίλαλο) από John Spencer Stanhope, 1824

Στον Edward Dodwell οφείλεται άλλωστε και μία χρωματισμένη χαλκογραφία της πεδιάδας που χρονολογείται λίγο αργότερα, το 1819 (βλ. παραπάνω).

 

Β΄. Οι πρώτες ανασκαφές – η γαλλική αποστολή (Expédition Scientifique de Morée)

Από τις αποστολές που δραστηριοποιήθηκαν εκείνη την περίοδο, ίσως η παλαιότερη και πιο γνωστή στον ελληνικό χώρο είναι η γαλλική επιστημονική αποστολή που είχε ενταχθεί στο εκστρατευτικό σώμα, τη επονομαζόμενη Expédition Scientifique de Morée και η οποία, υπό τον αρχιτέκτονα Abel Blouet, διενήργησε το 1829 και τις πρώτες ανασκαφές στο ιερό της Ολυμπίας. Από τις πρώτες αυτές έρευνες στην περιοχή του ναού του Διός που δεν διήρκεσαν παρά λίγες εβδομάδες, προέρχονται ορισμένα σημαντικά γλυπτά (κυρίως μετόπες) και αρχιτεκτονικά μέλη του, τα οποία μεταφέρθηκαν στο Λούβρο, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα σε ειδική αίθουσα αφιερωμένη στο ιερό.

Οι έρευνες αυτές των Γάλλων τερματίσθηκαν μετά από έντονες αντιδράσεις και σύμφωνα με διάταγμα του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια,  σηματοδοτώντας και την έναρξη της αυτόνομης ύπαρξης του μόλις νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο σταδιακά και εν μέσω των γεωπολιτικών συμμαχιών της εποχής προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό του. Από τότε παρήλθε ένα χρονικό διάστημα αρκετών δεκαετιών μέχρις ότου ο χώρος της Ολυμπίας αποτελέσει εν τέλει πεδίο συστηματικής ανασκαφικής αναζήτησης.

Expédition scientifique de Morée, ordonnée par le gouvernement français : Architecture, sculptures, inscriptions et vues du Péloponèse, des Cyclades et de l’Attique, mesurée, dessinées, recueillies et publiées par Abel Blouet, architecte, ancien pensionnaire de l’Académie de France à Rome, Directeur de la section d’architecture et de sculpture de l’Expédition scientifique de Morée, Amable Ravoisié, Achille Poirot, Félix Trézel et Frédéric de Gournay, ses collaborateurs, ouvrage dédié au Roy. Premier volume, Paris, 1831.

Γ΄. Το ενδιαφέρον της γερμανόφωνης πλευράς – Η πρώτη ανασκαφική σύμβαση

Εκτός από τον γαλλόφωνο χώρο έτσι και στον γερμανόφωνο, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, το ενδιαφέρον για την ανακάλυψη των ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν  αντίστοιχα μεγάλο. Ήδη ο J. J. Winckelmann (1717 – 1768) ήταν εκείνος, που πρώτος είχε εκφράσει τη σκέψη να διενεργηθούν ανασκαφές στην Ολυμπία για την ανεύρεση των πολλά υποσχόμενων μνημείων, ενώ ο Ludwig Ross (1806-1859), ο πρώτος καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είχε και αυτός διατυπώσει την ευχή να γίνει πραγματικότητα το όραμα του Winckelmann. Στη συνέχεια μάλιστα, μετά την αναχώρησή του από την Ελλάδα προκειμένου να καταλάβει τη θέση του καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Halle, ο Ross είχε δημοσιεύσει στις 4 Μαϊου 1853 ένα κείμενο με τον τίτλο «Ανασκαφές στην Ολυμπία. Μια πρόταση», προσπαθώντας να συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό για τον σκοπό αυτό. Είτε λόγω των ιστορικών συγκυριών της εποχής και συγκεκριμένα λόγω του πολέμου της Κριμαίας, είτε διότι δεν κατόρθωσε πραγματικά να εμπνεύσει ένα μεγάλο αριθμό ενδιαφερομένων για την επίτευξη αυτού του σκοπού, το ποσό των 254 ταλάντων ή 1068 δραχμών που συγκεντρώθηκε δεν ήταν τελικά αρκετό για την έναρξη των εργασιών. Μετά από αυτό ο Ross αποφάσισε να διαθέσει το ποσό αυτό στο ελληνικό κράτος ως συμβολή για τις ανασκαφές των Μυκηνών ενώ τελικά χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή για ανασκαφή στο Ηραίο του Άργους.

Anton von Moran, Προσωπογραφία του Johann Joachim Winckelmann, 1768 Kunstsammlungen, Weimar.

Όμως εκείνη η προσωπικότητα του γερμανόφωνου χώρου που διαδραμάτισε τον σημαντικότερο ρόλο για την κινητοποίηση της κοινής γνώμης υπέρ της συγκέντρωσης χρημάτων για την πραγματοποίηση αυτού του ονείρου δεν ήταν παρά ο ιστορικός της αρχαιότητας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Ernst Curtius, ο οποίος μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες κατόρθωσε εν τέλει, χάρη σε μια φλογερή ομιλία στην Ακαδημία του Βερολίνου στις 10 Ιανουαρίου του 1852, να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού και του ίδιου του βασιλέως Φρειδερίκου Γουλιέλμου του IV (1795-1861) και να συγκεντρώσει σταδιακά ένα σημαντικό ποσό.

Οι σχετικές προσπάθειες που ακολούθησαν στη συνέχεια του 19ου αιώνα και οδήγησαν εν τέλει το 1874 στην ανάληψη των ανασκαφών από το τότε «Βασιλικό Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο», το σημερινό «Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο» με έδρα το Βερολίνο, συνάντησαν ποικίλες δυσκολίες και έχουν αποτελέσει, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, αντικείμενο έρευνας τόσο από αρχαιολόγους όσο και από ιστορικούς. Το ενδιαφέρον στρέφεται μεταξύ άλλων και στις πολιτικές διεργασίες, που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση από την πλευρά της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία τελικά αποδέχθηκε το γερμανικό αίτημα, ενώ ο λόγος για την αποδοχή δεν πρέπει να ήταν άσχετος με τα γεγονότα του 1871, όταν ο γαλλοπρωσικός πόλεμος κατέληξε με ήττα των Γάλλων.

Max Koner, Προσωπογραφία του Ernst Curtius, 1896, Alte Nationalgalerie, Berlin.

Δ΄. Οι «παλαιές ανασκαφές» (19ος αι.)

Γεγονός πάντως είναι ότι τον Απρίλιο του 1874, η υπογραφή της πρώτης σύμβασης για τη διεξαγωγή ανασκαφών στην Ολυμπία έγινε πραγματικότητα. Παρόντες ήταν από ελληνικής πλευράς ο τότε Υπουργός των Εξωτερικών Ιωάννης Δεληγιάννης, ο Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Παναγιώτης Ευστρατιάδης και από γερμανικής ο πρέσβης E. von Wagner και ο Ernst Curtius. H σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι οι Γερμανοί θα είχαν το δικαίωμα της επιστημονικής εκμετάλλευσης των ευρημάτων τους αλλά θα τους επετρέπετο να εξάγουν μόνο «τα διπλά και όμοια εξ’ αυτών». Η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ενώ η επίσημη έναρξη των ανασκαφών πραγματοποιήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1875. Από αυτή την πρώτη φάση των ανασκαφών προέρχονται ορισμένες αρχαιότητες, οι οποίες και μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο. Οι ιδιαιτερότητες της πρώτης αυτής σύμβασης και οι τριβές, τις οποίες προκάλεσαν στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, έχουν επίσης απασχολήσει την ιστορική έρευνα ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και δεν θα αναφερθούμε και πάλι αναλυτικά σε αυτές. Πάντως οδήγησαν τελικά στην υπογραφή μιάς δεύτερης τροποποιημένης σύμβασης μετά από την πάροδο του πρώτου έτους, σύμφωνα με την οποία οι ανασκαφείς δεν είχαν πλέον κανένα δικαίωμα εξαγωγής ευρημάτων.

Ανασκαφή ναού Διός, 1875-76. Φωτογραφία αδελφοί Ρωμαΐδαι.

Η πρώτη φάση στην ιστορία των συστηματικών πλέον ανασκαφών της Ολυμπίας δεν διήρκεσε παρά έξι μόνο χρόνια (1875 – 1881). Η επιστημονική ομάδα υπό την αιγίδα των Ernst Curtius και Friedrich Adler, αποτελούμενη από έγκριτους αρχαιολόγους όπως οι G. Hirschfeld, G. Treu, A. Furtwängler, αρχιτέκτονες όπως οι A. Boetticher και W. Dörpfeld, επιγραφολόγους όπως ο W. Dittenberger και K. Purgold κ.α., που εναλάσσονταν κατά διαστήματα κατόρθωσαν, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, οι οποίες οφείλονταν κυρίως στο ιδιαίτερα υγρό κλίμα και την ελονοσία που μάστιζε την περιοχή, να φέρουν εις πέρας ένα τιτάνιο έργο.

Κίονες της νότιας περίστασης του ναού του Διός. Σχέδιο Fr. Adler, 1877.

Με τη βοήθεια πολυάριθμων εργατών που κατά καιρούς έφθαναν και τους 450, οι οποίοι είχαν έρθει, ως επί το πλείστον, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας και εγκαταστάθηκαν στην έρημη τότε πεδιάδα δίπλα στον Αλφειό και τον παραπόταμό του τον Κλάδεο ή στον κοντινό λόφο της Δρούβας, ένα μεγάλο μέρος της άμμου που κάλυπτε την Άλτη απομακρύνθηκε. Μέσα από αυτό άρχισαν να αναδύονται σταδιακά εκτός από το ναό του Διός και άλλα κτίρια όπως το Ηραίο, το Μητρώο, το Βουλευτήριο, το Φιλιππείο, το Νυμφαίο του Ηρώδη Αττικού, τμήμα του Λεωνιδαίου κ.α., καθώς και πολυάριθμα κινητά ευρήματα. Ανάμεσα στα μαρμάρινα γλυπτά που ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των πρώτων ανασκαφών, συγκαταλέγονται τα αετωματικά γλυπτά του ναού του Δία, η περίφημη Νίκη, έργο του γλύπτη Παιωνίου από τη Μένδη της Χαλκιδικής και ο Ερμής του Πραξιτέλη. Ιδιαίτερα ο τελευταίος προκάλεσε μεγάλη χαρά στους ανασκαφείς, διότι βρέθηκε στον σηκό του ναού της Ήρας επιβεβαιώνοντας την περιγραφή του Παυσανία και ήταν ένα από τα λίγα αναγνωρίσιμα έργα ενός από τους μεγάλους γλύπτες της αρχαιότητας. H ανεύρεσή του τόνωσε το ηθικό των ανασκαφέων, οι οποίοι είχαν ανάγκη από σημαντικά αποτελέσματα για να επιτύχουν τη συνέχιση της χρηματοδότησης από το Βερολίνο, η οποία έπρεπε να ανανεώνεται από χρόνο σε χρόνο.

O Ερμής του Πραξιτέλη υπό Amand Schweiger Lerchenfeld, 1890.

Ως επόπτης της ανασκαφής είχε τοποθετηθεί από ελληνικής πλευράς ο Αθανάσιος Δημητριάδης τον οποίο, λόγω προβλημάτων υγείας, σύντομα διαδέχθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος, που παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Ολυμπία. Η παραμονή των αδελφών Δημητριάδη στην Ολυμπία υπερκάλυψε το διάστημα των ανασκαφών (1875 – 1887) και κατά τη διάρκειά της οι δύο αρχαιολόγοι τήρησαν υποδειγματικά το ημερολόγιο και το ευρετήριο των ευρημάτων. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η γνώση μας για τα ημερολόγια των δύο αδελφών περιοριζόταν μόνο στη γερμανική μετάφραση του ημερολογίου της πρώτης περιόδου που είχε σωθεί. Τύχη αγαθή οδήγησε εν τέλει στην ανεύρεση των πρωτοτύπων και τη δημοσίευσή τους από τον Πέτρο Θέμελη. Από τον τρόπο γραφής δεν συνάγεται μόνο η εξαιρετική αρχαιολογική και φιλολογική κατάρτιση των αδελφών Δημητριάδη αλλά αντλούνται και πολύ χρήσιμα στοιχεία, σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, τη σχέση των Ελλήνων με τους Γερμανούς και αποτελούν εν γένει πολύτιμα τεκμήρια για την κατανόηση της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης  της περιόδου.

Για να γίνει εφικτή η μελέτη των ευρημάτων, επιστρατεύθηκαν από τους ανασκαφείς όλα τα τότε γνωστά μέσα, όπως για παράδειγμα η τεχνική της φωτογραφίας, η οποία τότε δεν μετρούσε παρά λίγες δεκαετίες από την εφεύρεσή της. Για την φωτογραφική τεκμηρίωση κλήθηκαν να συνδράμουν οι φωτογράφοι αδελφοί Ρωμαΐδαι, οι οποίοι είχαν τότε την έδρα τους στη Πάτρα.

Φωτογράφιση στο ναό του Διός. Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών

Είναι εντυπωσιακό ότι πολύ σύντομα μετά το πέρας της εξαετίας, τα πορίσματα των ανασκαφών δημοσιεύθηκαν ήδη το 1897 υποδειγματικά στους μνημειώδεις τόμους Olympia I-V και έγιναν προσβάσιμα στον επιστημονικό κόσμο. Όμως, σχεδόν παράλληλα έχουμε και τις πρώτες μονογραφίες για το ιερό στα ελληνικά. Μετά τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη στη θέση του επιμελητή της Ολυμπίας τοποθετήθηκε ο Βασίλειος Λεονάρδος, στον οποίο οφείλεται η συγγραφή βιβλίου για το ιερό, που εξεδόθη το 1901. Λιγότερο γνωστό είναι όμως και το εκδοθέν ήδη το 1890 μικρό βιβλίο του φιλολόγου Δ. Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, χρημάτισε καθηγητής σε Γυμνάσιο του Πύργου και φαίνεται να παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη των τελευταίων. Βλέπουμε λοιπόν ότι και από ελληνικής πλευράς το ενδιαφέρον για την πορεία των ερευνών ήταν εξ’ αρχής έντονο.

Oι ανασκαφές δεν έφεραν μόνο στο φως τα κατάλοιπα του μεγάλου ιερού, αλλά λειτούργησαν και ως καταλύτης για τη διαμόρφωση και σταδιακή ανάπτυξη της περιοχής. Σημαντικό ρόλο έπαιξε κατ’ αρχάς η απόφαση για ανοικοδόμηση του πρώτου Μουσείου εκτός Αθηνών, που προοριζόταν για την έκθεση των ευρημάτων από το ιερό, του λεγόμενου σήμερα «Παλαιού Μουσείου» της Ολυμπίας. Το κτήριο χρηματοδοτήθηκε το 1879 από τον Ανδρέα Συγγρό, ενώ τα σχέδια εκπονήθηκαν από τους Friedrich Adler και Wilhelm Dörpfeld.

Στο πλαίσιο αυτό επεκτάθηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο από τον Πύργο στην Αρχαία Ολυμπία και ανοικοδομήθηκε το μεγάλο ξενοδοχείο με το όνομα ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς-Αθηνών-Πελοποννήσου). Με τα νέα αυτά δεδομένα τέθηκαν οι βάσεις για την προσβασιμότητα του τόπου στους ενδιαφερόμενους επισκέπτες.

Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της Ολυμπίας μετά το τέλος των πρώτων ανασκαφών, Karl Baedeker 1894

Ε΄. Η δεύτερη φάση των ανασκαφών (ανασκαφές Dörpfeld)

Ως δεύτερη φάση των ανασκαφών θεωρούνται οι έρευνες, τις οποίες διεξήγαγε κατά διαστήματα ο Wilhelm Dörpfeld ανάμεσα στο 1908 και το 1925. Παρά το γεγονός ότι ο Dörpfeld ήταν αρχιτέκτων, είχε έντονο ενδιαφέρον για το ζήτημα της αρχαιότητας του ιερού, το οποίο είχε προκαλέσει κατά την διάρκεια της «παλαιάς ανασκαφής» σημαντική επιστημονική αντιπαράθεση μεταξύ εκείνου και του A. Furtwängler. Ο Furtwängler θεωρούσε, με βάση τα πολυάριθμα χάλκινα ευρήματα σε μορφή ειδωλίων που απέδιδαν κυρίως ανδρικές μορφές ή διάφορα ζώα όπως βοοειδή και άλογα, χαρακτηριστικά της κοινωνίας της εποχής στην περιοχή, ότι δεν ήταν πολύ παλαιότερα του 8ου αι. π. Χ. και συνεπώς πίστευε ότι το ιερό θα πρέπει να είχε ιδρυθεί εκείνη την περίοδο. Ο Dörpfeld, αντίθετα, ήταν θιασώτης της άποψης ότι η ίδρυση του ιερού ανάγεται σε πολύ παλαιότερη εποχή, και μάλιστα στα προϊστορικά χρόνια. Με τις ανασκαφές του, που έφεραν στο φως μια σειρά από αψιδωτά κτίσματα στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Ηραίου, Πελοπίου και Μητρώου, ο Dörpfeld θεώρησε τον εαυτό του δικαιωμένο. Τα αποτελέσματα των ερευνών του, κυρίως όσον αφορά τις προταθείσες χρονολογήσεις, παρόλον ότι σχετικά σύντομα αντιμετωπίσθηκαν με περίσκεψη από την επιστημονική κοινότητα, απετέλεσαν ένα πεδίο με το οποίο κανείς δεν τόλμησε να ασχοληθεί για τα επόμενα 60 περίπου χρόνια.

Wilhelm Dörpfeld.

Στ΄. Η τρίτη φάση των ανασκαφών (1936-1942 και 1952-σήμερα)

Για αρκετές δεκαετίες η έρευνα της Ολυμπίας είχε μείνει ανενεργή μέχρις ότου το 1936, στο πλαίσιο των τότε ιστορικών συγκυριών, δηλαδή με την ευκαιρία της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων στο Βερολίνο. Με εντολή του ίδιου του Χίτλερ, σηματοδοτήθηκε η έναρξη της τρίτης φάσης της ανασκαφής, που επικεντρώθηκε κατ’ αρχάς στην έρευνα του ανδήρου των Θησαυρών και στην σταδιακή αποκάλυψη ενός μεγάλου μέρους του Σταδίου. Όμως, η νέα αυτή φάση διακόπηκε αναγκαστικά λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα του οποίου παύθηκε και η λειτουργία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα μέχρι την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες στις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Η επανέναρξη της ανασκαφής και η συνέχεια των ερευνών στο Στάδιο μετά το τέλος του πολέμου σηματοδοτείται από την τοποθέτηση στη θέση του Διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και των ανασκαφών Ολυμπίας, του διαπρεπούς αρχαιολόγου Emil Kunze. Ο Kunze παρέμεινε στη θέση αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ στη διεύθυνση των ανασκαφών τον διαδέχθηκε το 1972 ο αρχιτέκτονας Alfred Mallwitz, στον οποίο οφείλεται επίσης μια σειρά σημαντικών μελετών. Στη νέα αυτή περίοδο πραγματοποιούνται μια σειρά συστηματικών καινούριων ερευνών, αλλά και πολυάριθμων δημοσιεύσεων στο πλαίσιο δύο σειρών που εκδίδονται από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο μέχρι σήμερα. Πρόκειται αφ’ ενός για τη σειρά των μονογραφιών υπό τον τίτλο «Olympische Forschungen», όπου παρουσιάζονται αναλυτικά κατά κατηγορίες οι διάφορες ομάδες ευρημάτων και αφ’ετέρου, για τις δημοσιεύσεις των ανασκαφικών εκθέσεων, τα λεγόμενα «Olympia Berichte», οι οποίες περιλαμβάνουν βεβαίως και μεμονωμένα ευρήματα. Οι δημοσιεύσεις αυτές τοποθετούν το ιερό στα μεγάλα κέντρα του ελληνικού κόσμου, τα οποία έχουν γίνει προσβάσιμα στην έρευνα μέσω μεγάλου αριθμού σχετικών δημοσιεύσεων. Στη φάση αυτή, εκτός από την ολοκλήρωση της έρευνας του Σταδίου, διενεργήθηκαν και πολυάριθμες άλλες, που αποκάλυψαν, μεταξύ άλλων, το Εργαστήριο του Φειδία, το Λεωνίδαιο, τη Νότια Στοά κλπ ενώ ακολούθησε επίσης η δημοσιοποίηση των πορισμάτων.

Emil Kunze, V. Bericht über die Ausgrabungen in Olympia. Mit Beiträgen von H.-V. Herrmann und H. Weber. Winter 1941/1942 und Herbst 1952. Hrsg. vom Deutschen Archäologischen Institut.

Από το 1985 και έπειτα, τη διεύθυνση των ανασκαφών της Ολυμπίας ανέλαβε ο τότε Πρόεδρος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου, Helmut Kyrieleis, ο οποίος προηγουμένως είχε διατελέσει για 14 χρόνια και Διευθυντής του Ινστιτούτου στην Αθήνα. Ο νέος διευθυντής των ανασκαφών προχώρησε στην απόφαση να επαναφέρει τη συζήτηση σχετικά το ζήτημα της αρχαιότητας του ιερού που είχε τόσο απασχολήσει τον Dörpfeld.  Οι προϋποθέσεις για μια τέτοια έρευνα ήταν τώρα πλέον εντελώς διαφορετικές, διότι η μελέτη των πρώιμων φάσεων στον ελληνικό χώρο είχε στο μεταξύ αλλάξει εντελώς τα δεδομένα.

Από το 1987 οι νέες αυτές έρευνες επικεντρώθηκαν στο κέντρο του ιερού και συγκεκριμένα στο λεγόμενο Πελόπιον, το ηρώο που ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του ήρωα Πέλοπα, ονοματοδότη της Πελοποννήσου. Στα σημαντικότερα  συμπεράσματα αυτής της έρευνας συγκαταλέγεται το γεγονός ότι φάνηκε πλέον με σαφήνεια, πως οι απαρχές της λατρείας του Διός θα πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 11ου αι. π.Χ., δηλαδή στην λεγόμενη υπομυκηναϊκή περίοδο και έδωσαν τη δυνατότητα για επανεξέταση του ζητήματος της σημασίας της λατρείας του Διός σε σχέση με εκείνη του Πέλοπα.

 

Ζ΄. Σύντομη περιήγηση στο ιερό

Στο σημείο αυτό θα επιχειρήσουμε μια σύντομη περιήγηση του ιερού με βάση την χρονολογική του εξέλιξη και τα σημαντικότερα οικοδομικά του κατάλοιπα.

Σύμφωνα με τις ως τώρα γνώσεις μας στην περιοχή υπήρξε εγκατάσταση ήδη από την πρώϊμη εποχή του Χαλκού, όπως υποδηλώνουν τα αψιδωτά οικοδομήματα που έφεραν στο φως οι έρευνες του Dörpfeld. Όμως, ο πρώϊμος αυτός οικισμός που δημιουργήθηκε στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού και δίπλα στο ποτάμι, δεν είχε καμμία σχέση με το μετέπειτα ιερό.

Αργότερα, στη θέση αυτή, σε άμεση γειτνίαση με τα αψιδωτά κτίσματα, δημιουργήθηκε ένας τεχνητός λοφίσκος, ένας τύμβος, που οριοθετήθηκε κυκλικά από σειρά κροκάλων. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο τύμβος αυτός περιβλήθηκε σταδιακά με την αχλή του μύθου που τον συνέδεσε μετέπειτα με τον μυθικό ήρωα Πέλοπα και την έλευσή του από τη μακρινή Φρυγία. Αυτό συνάγεται από το γεγονός, ότι ο λοφίσκος εξακολούθησε να είναι ορατός και στα πρώϊμα ιστορικά χρόνια και εν τέλει περικλείσθηκε στα κλασικά χρόνια από ένα τοιχίο με μνημειακό πρόπυλο.

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας – J. van Falke, 1880. λιθογραφία.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, σήμερα γνωρίζουμε πλέον με βάση τα νέα ανασκαφικά δεδομένα, ότι η λατρεία του Δία είχε εγκατασταθεί στην Ολυμπία, στις υπώρειες του Κρονίου λόφου, ήδη κατά την λεγόμενη υπομυκηναϊκή εποχή, δηλαδή τον 11ο αιώνα π.Χ. Την ύπαρξη πρώϊμου βωμού από τέφρα ανακατωμένου μαζί με τη λάσπη του Αλφειού που ήταν σε χρήση μέχρι και τουλάχιστον τον 8ο αι. πΧ., πιστοποιεί ένα εκτεταμένο στρώμα γεμάτο ευρήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα αναρίθμητα ειδώλια για τα οποία έγινε λόγος προηγουμένως, αλλά και οι μνημειώδεις χάλκινοι τρίποδες. Το στρώμα αυτό, που ονομάσθηκε «μαύρο στρώμα» λόγω της ύπαρξης πλούσιων καταλοίπων στάχτης, εκτεινόταν σε ένα μεγάλο τμήμα νοτιοδυτικά του Κρονίου, καλύπτοντας την περιοχή όπου περί το 600 π.Χ. οικοδομήθηκε ο πρώτος λίθινος και παλαιότερος δωρικός ναός της Πελοποννήσου, το λεγόμενο Ηραίο.

Από την εποχή πριν την ανοικοδόμηση αυτού του ναού, τα κτηριακά κατάλοιπα είναι πενιχρά και περιορίζονται στην ύπαρξη ενός τοξωτού στηρίγματος λίθινης γέφυρας που τεκμηριώνει ότι ο παραπόταμος του Αλφειού, Κλάδεος, αποτελούσε με την ορμητική ροή των υδάτων του ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη του χώρου.

Τα ιστορικά δεδομένα της πρώϊμης αυτής περιόδου είναι ασαφή και σχετίζονται με τις εν γένει εξελίξεις στην Πελοπόννησο και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ισχυρά πολιτικά κέντρα της αρχαϊκής εποχής, όπως είναι η Κόρινθος, το Άργος και η Σπάρτη. Ιδιαίτερα οι δύο τελευταίες πόλεις φαίνεται πως ερίζουν για τη σταδιακή κυριαρχία τους επί του ιερού, η φήμη του οποίου, κυρίως μετά την ανοδική πορεία των ολυμπιακών αγώνων, η απαρχή των οποίων τοποθετείται σύμφωνα με τις νεώτερες έρευνες στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. (σε αντίθεση με την παλαιότερη άποψη που βασιζόταν στον κατάλογο των ολυμπιονικών της αρχαιότητας, ο οποίος καθόριζε την έναρξη των αγώνων το 776 π.Χ.) ολοένα και αυξάνεται. Αυτό γίνεται φανερό από την κατασκευή του πρώτου Σταδίου και την σταδιακή συμμετοχή αθλητών από πολλές περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπως και από την παρουσία αφιερωμάτων με ποικίλη προέλευση, ακόμα και από την Ανατολή. Τα ευρήματα αυτά, που χρονολογούνται κατά το πλείστον στον 7ο αι. π.Χ., αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια για την επίδραση που άσκησαν τα ανατολικά πρότυπα στην εικονογραφία και την τεχνοτροπία των ελληνικών εργαστηρίων τόσο της χαλκουργίας όσο και της κεραμεικής και στην οποία οφείλεται ο όρος που έχει καθιερωθεί για την περίοδο αυτή ως «ανατολίζουσα περίοδος». Μεγάλος είναι επίσης ο αριθμός των όπλων που αφιερώνονται στον Δία, όπου κατά τη διάρκεια των αγώνων εφαρμόζεται η «εκεχειρία», διαμορφώνοντας μια νέα αντίληψη για το ζήτημα του πολέμου. Την «διεθνοποίηση» του ιερού τονίζει υπεράνω όλων και η ανοικοδόμηση μιάς σειράς ναϊσκόμορφων κτηρίων, των λεγόμενων Θησαυρών, που αποτελούν αφιερώματα διαφόρων πόλεων του ελληνικού κόσμου κατά μήκος της νότιας πλαγιάς του Κρονίου. Όπως είναι γνωστό από τον Παυσανία, οι περισσότεροι Θησαυροί αφιερώθηκαν από πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας ,αλλά σημαντικό είναι ότι πλάϊ σε Θησαυρούς της μητροπολιτικής Ελλάδας υπήρχαν και αντίστοιχα αφιερώματα του Βυζαντίου στην Προποντίδα και της Κυρήνης στη Βόρεια Αφρική.

Κατά τη διάρκεια του 6ου αι. π.Χ., μια νέα δύναμη αρχίζει να εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Πρόκειται για την πόλη της Ήλιδας, που αναπτύχθηκε 60 χιλιόμετρα βόρεια της Ολυμπίας και δημιουργήθηκε από σταδιακό συνοικισμό των κωμών της περιοχής. Η επίσημη ίδρυσή της τοποθετείται μεταξύ του 510 και του 470 π.Χ. Με τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., η Ήλιδα κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή βορείως του Αλφειού, ενώ η περιοχή της Τριφυλίας, στα νότια του ποταμού, εξακολουθεί για μεγάλα διαστήματα να παραμένει υπό την επίδραση της  Σπάρτης.

Την πολιτική δομή της οργάνωσης του ιερού, κυρίως κατά τη μεταβατική περίοδο από την υστεροαρχαϊκή προς την πρώϊμη κλασική εποχή, πιστοποιεί ένα ιδιαίτερο οικοδόμημα που αποτελείται από δύο δίδυμα κτήρια με αψιδωτή απόληξη και τα οποία αποτελούν σαφή αναφορά στην αρχαιότητα του χώρου. Στο δίδυμο αυτό κτήριο αναγνωρίζεται το Βουλευτήριο, στο οποίο αποδίδονται διαφορετικές αρμοδιότητες που σχετίζονται με την οργάνωση του ιερού και των αγώνων, την ανίδρυση τιμητικών και άλλων αναθημάτων κ.ο.κ. Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι η κατασκευή του νεώτερου των δύο που είναι και το βορειότερο οικοδόμημα, συμπίπτει χρονικά με τον συνοικισμό της Ήλιδας και την προφανή επιβολή της κυριαρχίας της στο ιερό.

Κατά το πρώτο τέταρτο του 5ου αι., με την παρουσία των Ηλείων συντελούνται στο ιερό σημαντικές αλλαγές που αλλάζουν εντελώς την εικόνα του. Ανοικοδομείται ο μεγάλος δωρικός ναός του Δία στο κέντρο του ιερού που σύμφωνα με τον Παυσανία οφείλεται στον, κατά τα άλλα παντελώς άγνωστο, Ηλείο αρχιτέκτονα Λίβωνα. Ο ναός εντυπωσιάζει με τις αναλογίες, με την εξαιρετικά επιμελημένη κατασκευή του αλλά πάνω από όλα με τον εντυπωσιακό γλυπτό του διάκοσμο, τόσο όσον αφορά τα αετώματα όπου εικονίζονται η αρματοδρομία μεταξύ του Πέλοπα και του μυθικού βασιλιά της Ήλιδας Οινομάου στο ανατολικό και η θεσσαλική κενταυρομαχία στο δυτικό, όσο και στις μετόπες με τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή, μυθικού ιδρυτή της Ολυμπίας. Τα γλυπτά, έργα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού, είναι κατασκευασμένα, όπως άλλωστε και η στέγη του κτηρίου, από το ακριβό παριανό μάρμαρο. Το τεράστιο κόστος αυτής της κατασκευής αποτελεί ένα ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την έρευνα. Δεν είναι σίγουρα τυχαίο ότι την ίδια εποχή τοποθετούνται, πιθανότατα στο ιερό, οι πρώτες κοπές των εντυπωσιακών αργυρών στατήρων με σύμβολα που συνδέονται αποκλειστικά με τη λατρεία του Δία, δηλαδή τη Νίκη, τον αετό και τον κεραυνό, αλλά και κάποιες φορές και με τη μορφή του θεού. Αργότερα, στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι., έρχεται να προστεθεί και μια άλλη σειρά στατήρων που εικονίζει την μορφή της Ήρας.

Την εποχή αυτή, η συνήθεια να αφιερώνονται όπλα στο ιερό εγκαταλείπεται σταδιακά όπως και η ανάθεση Θησαυρών. Τη θέση τους παίρνουν πλέον τα μνημειακά, συχνά πολυπρόσωπα, αναθήματα, που άρχισαν να ανιδρύονται ήδη κατά το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και ήταν κατασκευασμένα από χαλκό ή μάρμαρο. Δυστυχώς, λίγα από αυτά διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας. Ωστόσο, οι πολυάριθμες βάσεις τους και οι περιγραφές του Παυσανία αποτελούν τεκμήριο για το μέγεθος της απώλειας. Σε αντίθεση με την αρχαϊκή εποχή, η οποία διατηρήθηκε μέσω των ευρημάτων που  αποτέθηκαν στα πολυάριθμα πηγάδια κατά μήκος του Σταδίου, τα αναθήματα των μεταγενέστερων εποχών, που ήταν σε μεγάλο βαθμό χάλκινα, διερπάγησαν ή καταστράφηκαν.

Το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του ναού, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, έργο του Αθηναίου γλύπτη Φειδία, τοποθετήθηκε περίπου 25 χρόνια αργότερα στον σηκό του αφού είχε κατασκευασθεί με μια περίπλοκη τεχνική στο εργαστήριο, το οποίο ανοικοδομήθηκε σε άμεση γειτνίαση αλλά έξω από τον περίβολο του ιερού, στα δυτικά του ναού.

Kεντρικό ακρωτήριο του ναού ήταν ένας επιχρυσωμένος τρίποδας, στα πλάγια ήταν τοποθετημένη από μία επίσης επιχρυσωμένη Νίκη, όπως μας ενημερώνει η επιγραφή στον τριγωνικό πεσσό, που βρέθηκε ανατολικά της πρόσοψης του ναού και έφερε τη  περίφημη μορφή της Νίκης, χαρακτηριστικό έργο του Πλούσιου Ρυθμού, που φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Παιώνιο με προέλευση από τη Μένδη της Χαλκιδικής. Τύχη αγαθή έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό το έργο αυτό του μεγάλου γλύπτη, που είναι επίσης κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο.

Φανταστική απεικόνιση του λατρευτικού αγάλματος του Διός Ολυμπίου. Fischer von Erlach, 1721.

Ο τρίτος και τελευταίος ναός που κτίσθηκε περίπου στο 400 π.Χ. είναι το Μητρώο, ναός αφιερωμένος στη Μητέρα των Θεών, που όμως είναι πολύ μικρότερος από τους δύο προηγούμενους. Το λατρευτικό σκηνικό στο ιερό αλλάζει σταδιακά αυτή την εποχή και αυτό οφείλεται στις αλλαγές που σημειώνονται κατά τη διάρκεια του τετάρτου αιώνα, κατά τον οποίο η τέλεση της λατρείας και οι αγώνες που έως τότε αποτελούσαν μια ενότητα, αποσυνδέονται κατ’ αρχάς από τοπογραφική άποψη με την κατασκευή της στοάς της Ηχούς, στο ανατολικό πέρας της Άλτης. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτής της αλλαγής διαφαίνεται όμως κυρίως λόγω της διόγκωσης της σημασίας των αγώνων, σε συνδυασμό με την αύξηση των εγκαταστάσεων που σχετίζονται μαζί τους. Έτσι, μετά την ανέγερση της Παλαίστρας, ακολουθούν αργότερα το Γυμνάσιο και άλλα σχετικά οικοδομήματα.

Το κυριότερο και πρωϊμότερο οικοδόμημα, που αποτελεί ορόσημο για τη νέα αυτή εποχή, είναι το μεγάλο τετράγωνο κτήριο, που οικοδομήθηκε εκτός του τεμένους, στα νοτιοδυτικά του τελευταίου, αλλά σε άμεση γειτνίαση με αυτό. Πρόκειται για το λεγόμενο Λεωνίδαιο, που ονομάσθηκε σύμφωνα με τον χορηγό του, κάποιον Λεωνίδα από τη Νάξο. Με ένα κεντρικό περιστύλιο, γύρω από το οποίο συντάσσονται ξενώνες για τους αθλητές, το εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα παρέμεινε σε χρήση ακόμα και μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο, οπότε και συντελέσθηκαν κάποιες σημαντικές τροποποιήσεις.

Το στοιχείο, ωστόσο, που αντανακλά ανάγλυφα τις αλλαγές που συντελούνται στο πολιτικό σκηνικό από τον τέταρτο αιώνα και μετά και το οποίο άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του και στο ιερό του Δία, είναι η εμφάνιση, για πρώτη φορά στον χώρο του ιερού, μνημείων που σχετίζονται με την πολιτική προπαγάνδα. Η παλαιότερη χωροταξική παρέμβαση αυτού του τύπου οφείλεται στον βασιλά Φίλιππο Β’, ο οποίος, ως ο πρώτος Μακεδόνας που συμμετείχε στους ολυμπιακούς αγώνες, θέλησε να αφιερώσει στο ιερό ένα κυκλικό πολυτελές οικοδόμημα. Όμως, λόγω του ξαφνικού θανάτου του, δεν στάθηκε δυνατόν να το ολοκληρώσει ο ίδιος, κάτι που έμελλε να πράξει ο γιός του, Αλέξανδρος Γ’. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι, όπως γνωρίζουμε από τον Παυσανία, στο εσωτερικό του τοποθετήθηκαν χρυσελεφάντινα αγάλματα των μελών της οικογενείας του, δηλαδή των γονέων του Φιλίππου και Ολυμπιάδας και των προγόνων τους Αμύντα και Ευρυδίκης, έργα του γλύπτη Λεωχάρη.

Αυτή η νέα αντίληψη της Άλτεως ως χώρου προσωπικής προβολής των ηγεμόνων της ελληνιστικής περιόδου, επρόκειτο βέβαια να έχει συνέχεια και στους επόμενους αιώνες. Ένα από τα λιγοστά διατηρημένα εν μέρει, μνημεία είναι και το λεγόμενο ανάθημα των Πτολεμαίων, που αποτελούνταν από δύο ιδιαίτερα ψηλούς ιωνικούς κίονες, τοποθετημένους σε απόσταση μεταξύ τους πάνω σε επιμήκη βάση και οι οποίοι έφεραν επάνω τις μορφές του Πτολεμαίου Β’ του Φιλαδέλφου (284 – 246 π.Χ.) και της ετεροθαλούς αδελφής του, Αρσινόης. Πρόκειται για το ανάθημα του ναυάρχου Καλλικράτη προς τιμή του βασιλικού ζεύγους.

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το ιερό συρρικνώνεται, διερύνονται όμως οι διάφορες εγκαταστάσεις, οι οποίες εξυπηρετούν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών, όπως συμπεραίνεται από την αύξηση των λουτρικών εγκαταστάσεων και άλλων οικοδομημάτων που σχετίζονται με την διαμονή και ενδιαίτηση επισκεπτών και αθλητών. Σημαντική αλλαγή συντελείται κατά τον 1ο αι. μ.Χ. όταν το Μητρώο μετατράπηκε σε κτήριο αφιερωμένο στην αυτοκρατορική λατρεία.

Αναμφίβολα όμως, το πιο εντυπωσιακό οικοδόμημα των ρωμαϊκών χρόνων αποτελεί το Νυμφαίο, που ανεγέρθηκε από τον περίφημο Ηρώδη τον Αττικό και αφιερώθηκε στην σύζυγό του Ρήγιλλα, η οποία αναφέρεται ως ιέρεια της Δήμητρας. Πρόκειται για ένα πολυτελές διώροφο οικοδόμημα επενδεδυμένο με μάρμαρο, στις κόγχες του οποίου προβάλλονταν μαρμάρινα αγάλματα που απεικόνιζαν τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογενείας στο ένα επίπεδο και τα μέλη της οικογενείας του ιδίου του Ηρώδη στο δεύτερο. Και στους δύο ορόφους ως κεντρική μορφή δέσποζε η μορφή του Δία.

Η σταδιακή  παρακμή του ιερού, η οποία επιτάθηκε τον 3ο αι. μ.Χ. υπό τον φόβο της έλευσης του βαρβαρικού φύλου των Ερούλων, δεν απετέλεσε εμπόδιο για τη συνέχιση των ολυμπιακών αγώνων. Μια μεγάλη χάλκινη επιγραφή που βρέθηκε πριν μερικά χρόνια στο χώρο των νοτιοδυτικών θερμών, οι οποίες χρησίμευαν και ως χώρος συγκέντρωσης των αθλητών, βεβαιώνει την τέλεσή τους μέχρι τουλάχιστον τον  ύστερο 4ο μεταχριστιανικό αιώνα, μέχρις ότου το διάταγμα του Θεοδοσίου Ι’ του 393 μ.Χ. απαγορεύσει πλέον οριστικά την τέλεση της ειδωλολατρικής λατρείας. Όμως, και οι πρώϊμοι χριστιανοί κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ιερό με την ανοικοδόμηση τον 5ο αι. μ.Χ., ακριβώς στο σημείο όπου κάποτε βρισκόταν το εργαστήριο του Φειδία, μιας εξαιρετικής Βασιλικής.

Εναέρια άποψη από νότια του αρχαιολογικού χώρου Ολυμπίας. Διακρίνονται η Ιερή Άλτη, το αρχαίο Στάδιο, ο Κρόνιος λόφος, ο ποταμός Αλφειός και στο βάθος η σύγχρονη πόλη και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας

Κατά τον 6ο αι. μ.Χ., ένας μεγάλος σεισμός καθώς και αλλεπάλληλες πλημμύρες του Αλφειού, συνεχίζουν το καταστροφικό τους έργο και το αρχαίο ιερό καλύπτεται από τη λάσπη και την άμμο, περνώντας για πολλούς αιώνες στη λήθη μέχρι να αρχίσει η αναζήτησή του από τους περιηγητές, όπως περιγράφηκε στην αρχή.

 

Η΄.  Αναστηλωτικό έργο

Είναι αυτονόητο ότι τα οικοδομήματα που αναφέρθηκαν στη σύντομη περιήγηση, λόγω της φθοράς που είχαν υποστεί από τον χρόνο, έχρηζαν και ιδιαίτερης φροντίδας. Έτσι, στην όλη πορεία των ανασκαφών και πάντοτε υπό την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, πραγματοποιήθηκαν κατά καιρούς αναστηλώσεις σε διάφορα κτίρια του ιερού. Εκτός από την αναστήλωση κιόνων του Ηραίου, της Παλαίστρας και άλλων κτισμάτων, που πραγματοποιήθηκαν ήδη την δεκαετία του ’60, τα τελευταία χρόνια έχουν ολοκληρωθεί μια σειρά από σημαντικές επεμβάσεις, που έχουν αλλάξει κατά πολύ την εικόνα του ιερού, δίνοντας την απαραίτητη τρίτη διάσταση σε διάφορα κτήρια, που μέχρι πρόσφατα δεν ήταν κατανοητά στον απλό επισκέπτη. Κατά πρώτον λόγο θα πρέπει αναφερθεί η αναστήλωση ενός κίονα του ναού του Διός, που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία

Άποψη του ναού του Διός με τον αναστηλωμένο κίονα

 των ολυμπιακών αγώνων του 2004, ενώ λίγο αργότερα ολοκληρώθηκε η αναστήλωση τμήματος του κρηπιδώματος και ορισμένοι κίονες του Φιλιππείου και -πολύ πρόσφατα- ο ένας κίονας από το ανάθημα των Πτολεμαίων.

Ο αναστηλωμένος βόρειος κίονας του αναθήματος των Πτολεμαίων.

Στις γνώσεις μας των τελευταίων ετών έχουν συμβάλει και οι έρευνες της Αρχαιολογικής Yπηρεσίας, τόσο στην προέκταση του Γυμνασίου όσο και σε άλλα, άγνωστα μέχρι πρότινος, ιερά στην ευρύτερη περιοχή. ‘Ομως, πέρα από τη σημαντική τους προσφορά στην έρευνα της Αρχαιότητας, οι ανασκαφές της Αρχαίας Ολυμπίας, όπως προσπάθησα να τονίσω στη σύντομη αυτή παρουσίαση, αποτελούν μια σημαντική περίπτωση μελέτης όχι μόνο για την πορεία της  αρχαιολογικής έρευνας αλλά και για την εξέλιξη του ίδιου του ελληνικού κράτους. Παρακολουθώντας την περιπετειώδη διαδρομή που διήνυσε η ανασκαφή αυτή μέχρι να γίνει πραγματικότητα, τα διάφορα εμπόδια που συνάντησε στην πορεία της και τα οποία συνδέονται με τις ιστορικές συγκυρίες, συνειδητοποιεί κανείς ακόμα μια φορά τη στενή σχέση μεταξύ της Αρχαιολογίας και της Πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό ίσως δεν αποτελεί υπερβολή η άποψη που εξέφρασε πρόσφατα σε ένα βιβλίο του ο Ε. Papi, νυν διευθυντής της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, στο πλαίσιο μιάς γενικότερης θεώρησης της ιστορικής πορείας που οδήγησε, μέσα από εθνικούς ανταγωνισμούς, στην πραγματοποίηση ορισμένων μεγάλων ανασκαφών, σύμφωνα με την οποία: «H Αρχαιολογία αποτελεί την συνέχεια του πολέμου με διαφορετικά μέσα».

 

Η Αλίκη Μουστάκα είναι Καθηγήτρια Κλασσικής Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας καi Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

A. Boetticher, Olympia. Das Fest und seine Stätte (Βερολίνο, 1886).
E. Curtius – Fr. Adler (Επιμ.), Οlympia, die Ergebnisse der vom Deutschen Reich veranstalteten Ausgrabungen τόμοι I-V (1890-1897).
H.-V. Herrmann, Olympia. Heiligtum und Wettkampfstätte (Μόναχο, 1972).
Th. Kalpaxis, “Die Vorgeschichte und die Nachwirkungen des Olympia-Vertrags” στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Olympia 1875 – 2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9.-11.11.2000 (Mainz am Rhein, 2002) 19-30.
L. Klinkhammer, “Grossgrabung und große Politik. Der Olympia-Vertrag als Epochenwende“ στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Olympia 1875 – 2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9.-11.11.2000 (Mainz am Rhein, 2002) 31-43.
Ε. Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία (Αθήνα, 1977).
H. Kyrieleis, Olympia. Archäologie eines Heiligtums (Darmstadt, 2011).
Β. Λεονάρδος, Η Ολυμπία (Αθήνα, 1901).
A. Mallwitz, Olympia und seine Bauten (Μόναχο, 1972).
S. L. Marchand, Down from Olympus. Archaeology and Philhellenism in Germany 1750-1970 (Princeton University Press, Princeton/New Jersey 1996).
A. Moustaka, “The German and Greek Excavations” στο: A. Amendt-Chr. Wacker-St. Wassong (Eds.), Olympics. Past & Present (München, 2013) 93 – 100.
Θ. Ν. Μποχώτης, Ελέγχοντας τον τόπο του παρελθόντος. Η γερμανοεληνική σχέση εξουσίας στις ανασκαφές της Ολυμπίας 1869-1882 (Ηράκλειο 2015).
Δ. Γ. Παπαγεωργίου, Ολυμπία και Ολυμπιακοί αγώνες (Αθήνα, 1890) φωτομηχανική έκδοση Εκδ. Καπόν 2013 (με πρόθεμα της Α. Μουστάκα).
Ε. Papi, Pietre dello scandalo (Roma 2017) 123.
A. Schnapp, “The Forgetting and Rediscovery of Olympia from the Beginningst to the Expédition de Morée” στο: A. Amendt-Chr. Wacker – St. Wassong (Eds.), Olympics. Past & Present (Munich-London-New York 2013) 85-92.
J. S. Stanhope, Olympia or Topography Illustrative of the actual state of the plain of Olympia and the ruins of the city of Elis (London, 1824).
P. Themelis, Die Brüder A. und K. Dimitriadis,“ Kommissare der Ausgrabungen in Olympia (1875-1887)” στο: W.-D. Heilmeyer et alii, Mythos Olympia. Kult und Spiele (Μόναχο, 2012) 188-189.
Γ. Εμμ. Χατζή, Το αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας (Αθήνα, 2002).

 

 

Δάφνη Μουρέλου: Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η εδραίωση της τέχνης του μπαλέτου

Δάφνη Μουρέλου

 Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η εδραίωση της τέχνης του μπαλέτου

 

Γνωρίζουμε πως το μπαλέτο αποτελεί μια μορφή τέχνης που υποκρύπτει τη σκληρή πειθαρχία που επιβάλλεται στο σώμα προβάλλοντας μια ωραιοποιημένη εικόνα, καθώς δεν επιτρέπεται να γίνεται φανερή στο κοινό οποιαδήποτε τεχνική δυσκολία. Οι ιδιότητες της χάρης, της κομψότητας και της αρμονίας των κινήσεων αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για έναν/μια επαγγελματία από τις απαρχές της δημιουργίας του είδους.[1]

Στο σημείο αυτό, έχει σημασία να σταθεί κανείς στις κινητικές απαρχές του  μπαλέτου, οι οποίες σφράγισαν σε μεγάλο βαθμό την περαιτέρω αισθητική του εξέλιξη. Η τεχνική του μπαλέτου έχει καταβολές στους αυλικούς χορούς της αναγεννησιακής περιόδου.  Η φιλοσοφία του ουμανισμού είχε μεγάλο αντίκτυπο στις βασιλικές αυλές της Αναγέννησης. Η ιδέα του ανθρώπου ως προικισμένου πλάσματος με αναρίθμητες ικανότητες εξέλιξης βρισκόταν στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης. Έτσι, ήταν επιτακτικό καθήκον η διεύρυνση κάθε είδους γνώσης, όπως επίσης και η ανάπτυξη των ατομικών δυνατοτήτων. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, άνθισαν σημαντικά οι τέχνες και τα γράμματα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών αυλών. Ο χορός, η μουσική, το θέατρο και όλες οι δημιουργικές εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος τάχθηκαν στην υπηρεσία των ισχυρών μοναρχών της Ευρώπης. Ο χορός ειδικότερα, πέρα από τον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, αποτελούσε εκπαιδευτική λειτουργία, καθώς μέσω αυτού οι αυλικοί διδάσκονταν τους νόμιμους τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς και χάρης.[2] Οι χορευτικές κινήσεις των αυλικών ήταν απόλυτα συμβατές με τον τρόπο που κινούνταν στην καθημερινότητά τους. Όπως αναφέρει ο Kraus, η κίνησή τους ήταν γνωστή για “την αλαζονική της αυτοπεποίθηση, προσποιητά κομψή, πλούσια διακοσμημένη, γρήγορη και αυταρχική, καθώς και αυστηρά πειθαρχημένη, με όρθια κορμοστασιά, ελαφράδα, δύναμη, λαμπρότητα και γατίσια χρησιμοποίηση των ποδιών”.[3] Ο Reyna επίσης αναφέρει χαρακτηριστικές χορευτικές οδηγίες της εποχής εκείνης, οι οποίες μας θυμίζουν αρκετά το ύφος του μπαλέτου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα: πόδια γυρισμένα προς τα έξω (en dehors), καλοτεντωμένα γόνατα και γάμπες (tendus), χορός στις άκρες των δακτύλων των ποδιών (à pointe).[4]

Αναγεννησιακή τέχνη. Εργαστήρι του Andrea Mantegna: Χορός τεσσάρων γυναικών (π. 1497).

Σύμφωνα με τον Elias, στις ευρωπαϊκές αυλές ξεκίνησε η καλλιέργεια ιδιοτήτων οι οποίες αποδείχτηκαν καθοριστικές για την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα άτομα ανέπτυξαν ιδιότητες όπως η αυτοκυριαρχία, η αυστηρή ρύθμιση των προσωπικών παθών, ο έλεγχος του θυμικού και ο μακρόπνοος υπολογισμός. Απώτερος σκοπός της “αυλικής ορθολογικότητας” ήταν η διατήρηση του κοινωνικού γοήτρου και η απόκτηση της βασιλικής εύνοιας.[5] Τα μέλη της αριστοκρατικής κοινωνίας επεξεργάζονταν διεξοδικά το βιοτικό ύφος τους με σκοπό να διακρίνονται από την αστική τάξη και τα χαμηλότερα στρώματα. Οι κινήσεις, οι χειρονομίες και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν εντάσσονται στο παραπάνω σκεπτικό. Επιπλέον, η κόσμια αυλική συμπεριφορά θα εξασφάλιζε και την εύνοια του μονάρχη. Σταδιακά, το μοντέλο συμπεριφοράς της αυλικής αριστοκρατίας άρχισε να διαχέεται προς τα χαμηλότερα στρώματα με την κοινωνική άνοδο της αστικής τάξης και την παρακμή της απολυταρχίας. Τα χαρακτηριστικά του αυλικού μοντέλου συμπεριφοράς διατηρήθηκαν, εξαπλώθηκαν και βάσει αυτών διαμορφώθηκε η έννοια του πολιτισμού.[6]

Στο παραπάνω πλαίσιο εντασσόταν και η συμμετοχή των ευγενών στα αυλικά μπαλέτα. Η συμμετοχή είχε σκοπούς ψυχαγωγικούς αλλά και πολιτικούς, καθώς μέσα από τον χορό οι συμμετέχοντες εξέφραζαν τον θαυμασμό και την υποταγή τους στο μονάρχη. Επίσης, η ενασχόληση με τον χορό θεωρούνταν αναπόσπαστο κομμάτι της ευγενούς ανατροφής στο πλαίσιο της αυλής.[7]  Έτσι, οι κυρίαρχοι λόγοι των υψηλών στρωμάτων της εποχής ενσωματώθηκαν στην τεχνική του μπαλέτου. Οι νόμιμοι και ταξικά προσδιορισμένοι τρόποι με τους οποίους οι αυλικοί χειρίζονταν το σώμα τους, αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την δημιουργία της τεχνικής του μπαλέτου, η οποία αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια των αιώνων χωρίς να χάσει την αριστοκρατική της αισθητική. 

Η έξω στροφή των ποδιών αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοινωνικών χορών της βασιλικής αυλής, καθώς επέτρεπε στους αυλικούς να εκτελούν τις καθημερινές τους κινήσεις με χάρη και κομψότητα. Το “άνοιγμα” του σώματος που δημιουργείτο από αυτή την έξη είχε εξουσιαστικές συνδηλώσεις, καθώς προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος και στυλ, ενώ αντίστοιχα το “μάζεμα” θεωρούνταν σημάδι αμάθειας και αποκλίνουσας πρακτικής.[8] Επίσης, η σταθερότητα του κορμού και η έξω στροφή των ποδιών είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ξιφασκίας, συχνής πρακτικής στις βασιλικές αυλές. Η στροφή αυτή εξελίχθηκε σε στροφή ενενήντα μοιρών κατά την περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνικής του μπαλέτου και τη διεξαγωγή των θεαμάτων σε θεατρικούς χώρους.[9]

Giovanni Domenico Tiepolo: Χορός στην εξοχή (π. 1755), Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Σύμφωνα με τον Reyna, η χορογραφία γεννήθηκε στις ιταλικές αυλές του 15ου αιώνα.[10] Οι λαϊκοί χοροί της εποχής πέρασαν σταδιακά στους κύκλους των ευγενών και εντάχθηκαν μετά απο επεξεργασία-ραφινάρισμα στο πλαίσιο των βασιλικών αυλών. Έχει γίνει, δηλαδή, σταδιακή εισαγωγή και επεξεργασία των κοινωνικών χορών των χαμηλότερων στρωμάτων στην βασιλική Αυλή, όπου οι αυλικοί δίνουν μεγάλη έμφαση στην κοκεταρία, την πόζα και την επίδειξη. Ταυτόχρονα, ο χορός τείνει προς μια ολοένα και μεγαλύτερη επιτήδευση και οι βηματισμοί γίνονται συγκεκριμένοι, χωρίς να υπάρχει αυτοσχεδιασμός. Σύμφωνα με τον Kraus, οι αυλικοί χοροί της εποχής μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Basse Dance (τα πόδια βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το πάτωμα) και Haute Dance (χοροί με μικρές αναπηδήσεις ή και άλματα).[11]

Το 1581 είναι μια εξαιρετικά σημαντική ημερομηνία για την ιστορία του χορού, καθώς τότε θεωρείται ότι έγινε η εκτέλεση του πρώτου ευρωπαϊκού μπαλέτου. Επρόκειτο για Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας το οποίο έλαβε χώρα στην αυλή του Ερρίκου Γ΄ της Γαλλίας και διοργανώθηκε από την γυναίκα του, Αικατερίνη των Μεδίκων. Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας ήταν ένα μίγμα από ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη, την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία. Βασικό θέμα του ήταν η μάγισσα Κίρκη. Επρόκειτο για ένα σύνθετο και πολυδάπανο έργο με πολύπλοκα σκηνικά και μηχανές, το οποίο είχε τεράστια επιτυχία επειδή προσπάθησε να κινηθεί γύρω από ένα σταθερό θέμα. Ήταν η πρώτη φορά που ο χορός λάμβανε τις διαστάσεις ενός οργανωμένου, θεατρικού θεάματος με σκοπό την θεατρική αφήγηση μέσω της κίνησης.[12]

Τρεις σειρήνες, από το Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας.

Κάποια χρόνια αργότερα, η αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ αποτέλεσε τον τόπο γέννησης του νεότερου δυτικού θεατρικού χορού, καθώς με δική του πρωτοβουλία η τέχνη του μπαλέτου έγινε επάγγελμα. Ο ίδιος, ενθουσιώδης υποστηρικτής του είδους, έπαιρνε καθημερινά μαθήματα από τον προσωπικό του χοροδιδάσκαλο Pierre Beauchamps για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Παράλληλα, συμμετείχε ως χορευτής στα μπαλέτα της αυλής ασκώντας έτσι και την προσωπική του προπαγάνδα.[13]  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ballet de la Nuit, μπαλέτο του 1653, το οποίο αφηγείται μια νύχτα όπου παραμονεύουν δαιμονικά πλάσματα έως ότου ξημερώνει και ανατέλλει λυτρωτικά ο θεός ήλιος, τον ρόλο του οποίου παίζει ο ίδιος ο μονάρχης.

 

Στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία του rard Corbiau Le Roi Danse (2000)

 

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε πως θεωρία του θείου δικαιώματος του μονάρχη (Ελέω Θεού μοναρχία) αποτέλεσε ισχυρό στήριγμα για την γαλλική, και όχι μόνο, απολυταρχία, καθώς αφ ενός προϋπέθετε το καθήκον της παθητικής υποταγής των υπηκόων προς τους μονάρχες, αφ ετέρου, διασφάλιζε την σταθερότητα του μονάρχη στον θρόνο καθώς ήταν αδύνατη η εκθρόνιση του από εξωτερικές δυνάμεις, όπως ο πάπας. Είναι αξιοσημείωτο, λοιπόν, το γεγονός ότι το μπαλέτο έχει μια σημαντική πολιτική διάσταση. Επιπρόσθετα, η Chazin-Bennahum εξηγεί πως στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄ η κίνηση, ο χορός και η μόδα κωδικοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτελούν διακριτική λειτουργία, δηλαδή, να είναι δηλωτικά της απόστασης που χωρίζει την ανώτερη τάξη από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Το ενδυματολογικό πρότυπο, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από ακριβά υφάσματα, ζωντανά χρώματα, βαριά αξεσουάρ και μεγάλες περούκες. Παράλληλα, οι αυλικοί και ιδιαίτερα οι γυναίκες, μαθαίνουν πώς να κινούνται με χάρη και ευπρέπεια επιδεικνύοντας την εντυπωσιακή ενδυμασία τους.[14]

Jean Garnier (1632-1705): O Λουδοβίκος ΙΔ΄ προστάτης των Τεχνών και των Επιστημών, Ανάκτορο των Βερσαλλιών.

Το 1661 ο Λουδοβίκος ανέθεσε στον Beauchamps να θεμελιώσει κανόνες για το μπαλέτο και να καταγράψει όλες τις έως τότε γνωστές κινήσεις και σχηματισμούς. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια οργανωμένη καταγραφή και μέσα από αυτήν εισήχθη μεγάλο μέρος της τεχνικής του μπαλέτου, δημιουργώντας τη βάση για την εξέλιξη του. Την ίδια εποχή, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, ιδρύθηκε η Βασιλική Ακαδημία Χορού ως ο πρώτος επίσημος φορέας που θα στέγαζε την επαγγελματική χορευτική εκπαίδευση.[15] Παρά τις προθέσεις του μονάρχη, για διάφορους λόγους η Ακαδημία δεν λειτούργησε επί μια δεκαετία. Το 1671 με πρωτοβουλία του συνθέτη Jean-Baptiste Lully συγχωνεύθηκαν η Βασιλική Ακαδημία Χορού με την Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σχηματίζοντας έναν ισχυρό οργανισμό. Ο νεοσύστατος οργανισμός στεγάστηκε στο Palais Royal και η επαγγελματική χορευτική εκπαίδευση αποτελούσε πλέον πραγματικότητα. Μέσα από αυτές τις εξελίξεις ο χορός μεταφέρθηκε από την βασιλική αυλή στο θέατρο.[16] Οι επαγγελματίες χορευτές και χορεύτριες του Παρισιού περιόδευαν σταθερά στις ευρωπαϊκές αυλές και παράλληλα ιδρύθηκαν βασιλικές όπερες και θέατρα σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Σε κάποιες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ξεχωριστοί θίασοι μπαλέτου με βασιλική επιχορήγηση. Αλλού, το μπαλέτο εντάχθηκε στο πλαίσιο του οπερατικού θιάσου.[17]

Jean-Baptiste Lully (1632-1687).
O Λουδοβίκος ΙΔ’ ως Απόλλων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μπαλετική τεχνική εξελίχθηκε περαιτέρω μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Έτσι, η κίνηση απέκτησε ακόμα πιο γεωμετρική φόρμα, χωρίς να αποτινάξει τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Οι πέντε βασικές θέσεις των ποδιών αποτέλεσαν την βάση για την εξέλιξη μιας τεχνικής η οποία, βασιζόμενη σε γεωμετρικούς και ανατομικούς υπολογισμούς, αποσκοπεί στην ανύψωση των σωμάτων αψηφώντας τους νόμους της βαρύτητας.[18] Εδώ μπορεί να εντοπίσει κανείς την εγγενή αντίφαση του μπαλέτου. Η ανάπτυξη των σωμάτων βασίζεται σε μια ορθολογικά οργανωμένη τεχνική αλλά η σκηνική τους παρουσία αποσκοπεί στην έκφραση του άπιαστου και του αιθέριου, χαρακτηριστικά τα οποία παραπέμπουν στην ρομαντική αισθητική από την οποία δέχτηκε επίσης καθοριστικές επιρροές.[19]

Κλείνοντας, έχει σημασία να αναφέρουμε πως πλέον το μπαλέτο αποτελεί μια μορφή τέχνης που αντιπροσωπεύεται σε διεθνές επίπεδο από διαφορετικές σχολές. Όλες οι σχολές βασίζονται σε μια κοινή βάση τεχνικής, ωστόσο υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις σε σχέση με το στιλ και το ύφος των κινήσεων. Από τις πιο παλιές είναι η Γαλλική, η Ρωσική και η Δανέζικη. Όπως είδαμε μέσα από την Γαλλική σχολή το μπαλέτο εδραιώθηκε ως ξεχωριστό σύστημα τεχνικής στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Πολύ σύντομα, οι Τσάροι εκφράζουν έντονο ενδιαφέρον για τη νέα χορευτική τέχνη και υποστηρίζουν τη μετάδοση της γνώσης με Ρώσους απεσταλμένους στην Γαλλική αυλή, αλλά και προσκεκλημένους Γάλλους χοροδιδασκάλους στην Ρωσία. Από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, το ρωσικό μπαλέτο αναπτύσσεται ραγδαία και εξελίσσει τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά, κυρίως μέσα από την πολυετή θητεία του Marius Petipa στο Αυτοκρατορικό Θέατρο.[20] Στη συνέχεια, παραμένει ακμαίο επί κομμουνισμού υπηρετώντας προπαγανδιστικές σκοπιμότητες.[21] Η Δανέζικη σχολή είναι επίσης παλιά και η μέθοδός της διαμορφώθηκε κυρίως από τον August Bournonville τον 19ο αιώνα. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα αναπτύχθηκαν ακόμη εντυπωσιακά η Αγγλική και η Αμερικανική σχολή. Η Αγγλική σχολή απέκτησε ένα ξεχωριστό στυλ και ύφος κυρίως χάρη στη συμβολή των Ninette de Valois, Marie Rambert και Frederick Ashton.[22] Το Αμερικανικό μπαλέτο εδραιώθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στο έργο του George Balanchine,[23] παλιό συνεργάτη του πρωτοποριακού θιάσου των Ρωσικών Μπαλέτων, του Diaghilev, που επέφερε τομή στα χορευτικά δρώμενα στην αρχή του 20ου αιώνα.

 

Ballet Evolved – At the court of Louis XIV

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator) στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames & Hudson, Λονδίνο, σ. 45

[2]Richard Kraus (1980), Ιστορία του Χορού, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, σσ. 111-112

[3] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ.130-131

[4] Ferdinando Reyna (1965), A Concise History of Ballet, Thames and Hudson, Λονδίνο,  σ. 32

[5] Norbert Elias (1997), Η Εξέλιξη του Πολιτισμού, Κοινωνιογενετικές και Ψυχογενετικές Έρευνες, Τόμος  Β, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, σσ. 305-307

[6] Norbert Elias (1997), ο.π., σσ. 341-345

[7] Susan Au (2006), ο.π., σσ. 11-13

[8] Peter Stoneley(2007), A Queer History of the Ballet, Routledge, Η.Π.Α. και Καναδάς, σ. 9

[9] Susan Au (2006), ο.π., σ. 26

[10] Richard Kraus (1980), ο., σσ. 122-123

[11] Richard Kraus (1980), ο., σ. 117

[12] Richard Kraus (1980), ο., σ. 123

[13] Susan Au (2006), σσ. 17-20

[14] Judith Chazin-Bennahum (2005), The Lure of Perfection. Fashion and Ballet, 1780-1830, Routledge, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, σσ. 9-14

[15] Richard Kraus (1980), ο.π., σ. 130

[16] Richard Kraus (1980), ο.π., σ. 131

[17] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ. 137-138

[18] Gedeon P.Dienes (1995), “Ballet: European by Birth”, Dance  Chronicle, Routledge, Vol. 18,  σσ. 171- 177, σ.173

[19] Susan Au (2006), ο.π., σ. 45

[20] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ. 159-167

[21] Ferdinando Reyna (1965), ο.π.,  σσ. 199-207

[22] Ferdinando Reyna (1965), ο.π.,  σσ. 189-196

[23] Ferdinando Reyna (1965), ο.π., σσ.   216-219

Γιώργος Αν. Θεοδώρου: Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

100 χρόνια από τότε

Γιώργος Αν. Θεοδώρου

Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

 

Στις 30 Οκτωβρίου του 1918 υπογράφτηκε στον κόλπο του Μούδρου στη Λήμνο η ομώνυμη ανακωχή που έθετε τέρμα στις εχθροπραξίες ανάμεσα στους Συμμάχους και την ηττημένη πλέον κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά τα δυσάρεστα για την Ελλάδα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν την ημέρα  της απόβασης, ήταν επιτακτική η ανάγκη να αποσταλεί στη Σμύρνη πολιτικός αντιπρόσωπος, προκειμένου να συγκρατήσει τους ομοεθνείς και το στρατό από νέες ακρότητες σε βάρος των μουσουλμάνων. Ύστερα από ενέργειες του Ελ. Βενιζέλου, αποβιβάστηκε στις 21 Μαίου 1919 στο λιμάνι της Σμύρνης ο μέχρι εκείνη τη στιγμή Γενικός Διοικητής Ηπείρου Αριστείδης Στεργιάδης, με το διάταγμα του διορισμού του ως Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας. Στο εξής, οι στρατιωτικές αρχές και κάθε κάτοικος της περιοχής όφειλαν να συμμορφώνονται στις εντολές του. Η δικαιοδοσία επεκτεινόταν σε κάθε μορφής δραστηριότητες που ανέπτυσσαν οι ελληνικές και τουρκικές υπηρεσίες, εκτός από ζητήματα οργάνωσης και τακτικής του στρατού.

Τον πυρήνα της Ύπατης Αρμοστείας αποτέλεσαν, εκτός από τον Στεργιάδη, ο νομάρχης Δράμας Αλή Ναϊπ Ζαδέ, ο νομάρχης Πρέβεζας Τ. Κρυωνάς, ο Γ. Ξυνόπουλος, ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Ε. Κουφιδάκης οικονομικός υπάλληλος του Γενικού Λογιστηρίου και ο Πέτρος Γουναράκης, γενικός γραμματέας της Διοίκησης Ηπείρου ο οποίος ανέλαβε την ίδια θέση στην Ύπατη Αρμοστεία. Οι περισσότερες  θέσεις καλύφθηκαν στη συνέχεια από υπαλλήλους αποσπασμένους από την Αθήνα, χάρη στους οποίους επιμορφώθηκαν αρκετοί Μικρασιάτες για να στελεχώσουν τις διάφορες υπηρεσίες.

Ο Αριστείδης Στεργιάδης (δεύτερος από αριστερά) με τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο και τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο (δεύτερο από δεξιά) τον Αύγουστο του 1920 στη Σμύρνη.

Η Ύπατη Αρμοστεία στεγάστηκε στο κτίριο του ελληνικού προξενείου. Αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή τοποθετήθηκαν στις πόλεις που ολοένα καταλάμβανε ο ελληνικός στρατός. Σταδιακά οργανώθηκαν 11 τμήματα: Γραφείο Ύπατου Αρμοστή, Γενική Γραμματεία, Τμήμα Διπλωματικών Σχέσεων, Τμήμα Υγείας, Τμήμα Παλιννόστησης και Εγκατάστασης Προσφύγων, Τμήμα Φυλακών, Ταχυδρομείων, Οικονομική Υπηρεσία, Μεταφραστικό Τμήμα, Τμήμα Δημοσίων Έργων καθώς και Τμήμα Μουσουλμανικών Υποθέσεων.

To έργο που έπρεπε να επιτελέσει η Ύπατη Αρμοστεία ήταν τριπλό: α) διακριτικός έλεγχος πάνω στις οθωμανικές αρχές μέχρι να αναλάβει η Ελλάδα την πλήρη διοίκηση της περιοχής μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, β) εκπροσώπηση των ελληνικών συμφερόντων ενώπιον των αντιπροσώπων των Συμμάχων και της οθωμανικής κυβέρνησης και γ) προετοιμασία του εδάφους για μελλοντική προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας στην κυρίως Ελλάδα.

Διακρίνονται δύο φάσεις στη λειτουργία της. Η πρώτη, από το Μάϊο του 1919 μέχρι τον Αύγουστο του 1920, οπότε και υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών, και η δεύτερη, που διαρκεί μέχρι και το Σεπτέμβρη του 1922. Σε αυτή τη δεύτερη περίοδο, η Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης μετονομάστηκε σε Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εμφανής, καθώς ο Αριστείδης Στεργιάδης, επικεφαλής και στα δύο σχήματα αναφέρεται μέχρι το τέλος ως Ύπατος Αρμοστής. Η Ελληνική  Διοίκηση Σμύρνης οργανώθηκε σε δέκα Διευθύνσεις:

  • Γενική Γραμματεία που περιλάμβανε α) το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή, β) το πολιτικό τμήμα, γ) το τμήμα εξωτερικών υποθέσεων, δ) το γραφείο τύπου, ε) το γραφείο διεκπεραίωσης καταχώρησης αρχείου και στ) το γραφείο του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή. Από την αρχή της ελληνικής κατοχής Γενικός Γραμματέας τοποθετήθηκε ο Πέτρος Γουναράκης. Τη θέση του προϊσταμένου του γραφείου του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή κατέλαβε ο Διευθυντής Α΄ τάξης Αλή μπέης Ναϊπ Ζαδέ.
  • Διεύθυνση Δικαιοσύνης με α) τμήμα προσωπικού, β) υπηρεσία Διοίκησης Φυλακών Μ. Ασίας, γ) μεταφραστικό γραφείο και δ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Διευθυντής της διεύθυνσης αυτής ορίστηκε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Γουλιέλμος Τόμας.
  • Διεύθυνση Εσωτερικών με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα τοπικής διοίκησης, γ) τμήμα δημόσιας ασφάλειας, δ) τμήμα θρησκευμάτων, ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου και στ) υπηρεσία Επιθεώρησης. Εδώ αναπληρωτής Διευθυντής ανέλαβε ο Σπ. Σκαρπέτης και προϊστάμενος της υπηρεσίας επιθεώρησης ο Πέτρος Ευριπαίος.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Εκπαίδευσης που διαιρούνταν α) στο τμήμα Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης, β) στο τμήμα Αρχαιοτήτων, γ) στο τμήμα Σχολικής Υγιεινής, δ) στο γραφείο Γενικής Επιθεώρησης και ε) στο γραφείο διεκπεραίωσης Αρχείου. Γενικός Επιθεωρητής τοποθετήθηκε ο Μ. Μιχαηλίδης – Νουάρος.
  • Διεύθυνση Οικονομικών η οποία περιλάμβανε α) διοικητικό τμήμα, β)τμήμα έμμεσων φόρων, γ) τμήμα άμεσων φόρων, δ) τμήμα δημοσίων κτημάτων, ε) τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου και εντύπων. Στην ίδια διεύθυνση λειτουργούσε και Γενικό Λογιστήριο με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα ελέγχου ταμειακών υπολόγων, γ) τμήμα ελέγχου τελωνειακών υπολόγων, δ) τμήμα καταχώρησης και συγκέντρωσης λογαριασμών και ε) τμήμα εντελλομένων εξόδων. Επικεφαλής της διεύθυνσης ήταν ο Κ. Σαμαράκης.
  • Διεύθυνση Εθνικής Οικονομίας υποδιαιρούμενη στην Υποδιεύθυνση Εμπορίου και Βιομηχανίας και στην Υποδιεύθυνση Γεωργίας. Την πρώτη Υποδιεύθυνση αποτελούσαν τα τμήματα εμπορίου, βιομηχανίας , εργασίας και στατιστικής, το γραφείο επισιτισμού και το γραφείο μεταλλείων. υποδιευθυντής ανέλαβε ο διευθυντής Α΄ τάξης Σπ. Βάσιλας. Η δεύτερη Υποδιεύθυνση ανατέθηκε στο νομογεωπόνο Ι. Καραμάνο και περιλάμβανε τμήμα γεωργίας, τμήμα γεωργικής οικονομίας, κτηνιατρικό τμήμα, τμήμα δασών καθώς και τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου.
  • Διεύθυνση Δημοσίων Έργων με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα οδοποιίας, υδραυλικών και λιμενικών έργων γ) αρχιτεκτονικό τμήμα, ηλεκτομηχανολογικό τμήμα και ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής τοποθετήθηκε ο νομομηχανικός β΄τάξης Αλ. Ορτεντζάτος.
  • Διεύθυνση Τ.Τ.Τ. με α) ταχυδρομικό τμήμα, β) τηλεγραφικό και τηλεφωνικό τμήμα και γ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής ορίστηκε ο αρχιμηχανικός Φ. Κυριάκης.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Αντιλήψεως που την συγκροτούσαν α) το τμήμα δημόσιας υγείας, β) το τμήμα παλιννόστησης προσφύγων, γ) το τμήμα περίθαλψης επιστράτων, δ) το τμήμα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, υγιεινής και αντιλήψεως και ε) το γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Τη θέση του διευθυντή εδώ κατείχε ο τμηματάρχης α΄ τάξης του υπουργείου εθνικής οικονομίας Γ. Ξυνόπουλος.
  • Διεύθυνση Μουσουλμανικών Υπηρεσιών με α) τμήμα ιδρυμάτων, β) τμήμα δικαστικών υποθέσεων, γ) τμήμα μουσουλμανικής εκπαίδευσης και δ) γραφείο διεκπεραίωσης. Αναπληρωτής διευθυντής ανέλαβε ο τμηματάρχης α΄ τάξης Δ. Βουδούρης.

Στις 12 Αυγούστου του 1920, δηλ. δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, συναντήθηκαν στο Διοικητήριο της Σμύρνης ο Π. Γουναράκης, Γενικός Γραμματέας της Ύπατης Αρμοστείας, όπως ήδη αναφέρθηκε, και ο αναπληρωτής Βαλής Αϊδινίου, Αχμέτ Μπεσίμ Μπέης. Εκεί υπογράφτηκε το πρωτόκολλο που παρέδιδε στην Ελλάδα κάθε διοικητική εξουσία στην περιοχή της Σμύρνης. Η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης ανέλαβε να οργανώσει διοικητικά από τη μια την περιοχή που αποδόθηκε στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών δηλαδή τη «Διοικούμενη Ζώνη», εκτάσεως 17452 τετρ. χιλ., και από την άλλη τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα» η οποία ύστερα από συνεχείς προελάσεις του Ελληνικού Στρατού έφτασε τον Αύγουστο   του 1922 τα 80700 τετρ. χιλ.

H Διοικούμενη Ζώνη.

Η οργάνωση της πρώτης περιοχής βασίστηκε στη διοικητική υποδιαίρεση του οθωμανικού κράτους δηλ. τους Καζάδες με ελάχιστες παραλλαγές. Ολόκληρη η Ζώνη των Σεβρών είχε διαιρεθεί σε μια Νομαρχία(Μαγνησίας) και σε δέκα υποδιοικήσεις(Οδεμησίου, Θείρων, Βαϊνδηρίου Κασαμπά, Αξαρίου, Περγάμου, Νυμφαίου, Παλ. Φώκαιας, Μαινεμένης και Κυδωνίων). Η περιοχή του πρώην Καζά Σμύρνης με τον τομέα του Αγιασολούκ δεν αποτελούσαν ξεχωριστή υποδιοίκηση αλλά εξαρτήθηκαν απ’ ευθείας από το κέντρο.

Όσον αφορά τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα», σ’ αυτήν είχαν συγκροτηθεί είκοσι αντιπροσωπείες του Υπ. Αρμοστή , οι εξής: Ανωτέρα Αντιπροσωπεία Προύσης και οι αντιπροσωπείες: Μουδανιών, Πανόρμου, Κίου, Μίχαλιτς, Ινεγκιόλ, Μπίγας, Εζινέ, Μπάλιας, Μπαλή-Κεσέρ, Σόμα, Αδραμυττίου, Σαλιχλή, Αλασεχίρ (Φιλαδέλεφειας), Κούλων, Ουσάκ, Σιμάβ, Αφιόν Καραχισάρ, Κιουτάχειας και Εσκί Σεχίρ. Οι αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή ήταν επιφορτισμένοι με την εποπτεία των υπηρεσιών της οθωμανικής διοίκησης, καθώς και με την παρακολούθηση της κανονικής εφαρμογής της οθωμανικής νομοθεσίας (διοικητικής, φορολογικής, δικαστικής κ.α.) Ταυτόχρονα, παρείχαν κάθε δυνατή συνδρομή για την ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών και σαν εκπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή επέβλεπαν την ακριβή εκτέλεση των αποφάσεών του. Εξάλλου, χρησίμευαν και ως μεσάζοντες μεταξύ των τουρκικών αρχών και του ελληνικού στρατού.

Σμύρνη: Αλλαγή φρουράς στην είσοδο της έδρας του Γενικού Στρατηγείου.

Η Εκπαίδευση

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στη μέριμνα της Ελληνικής Διοίκησης για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης στη Μικρά Ασία. Στην περιοχή υπήρχε ένα πλήθος εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εξαιτίας της συνύπαρξης διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Οι ελληνικές αρχές βρήκαν το εκπαιδευτικό σύστημα αποδιοργανωμένο. Τις περισσότερες ελλείψεις είχαν τα χριστιανικά και ειδικότερα τα ελληνικά σχολεία, λόγω των γεγονότων του πολέμου και των διώξεων, που ασκήθηκαν σε βάρος των χριστιανών από τους Νεότουρκους. Η ανάγκη διατήρησης της εθνικής ταυτότητας  μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, τους είχε αναγκάσει να οργανώσουν αποτελεσματικά την εκπαίδευση, αφού μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αποφύγουν τη σταδιακή αφομοίωση. Τα σχολεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως πρότυπο σε τουρκικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς ήταν φανερό ότι τα προσόντα ενός Έλληνα ή ενός Αρμένιου μαθητή ήταν, σε γενικές γραμμές, περισσότερα από ενός μουσουλμάνου συνομηλίκου τους. Τα περισσότερα δημοτικά σχολεία ήταν επτατάξια και ονομάζονταν Αστικές Σχολές, ενώ η μέση εκπαίδευση περιοριζόταν σε πεντατάξια σχολεία, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα που είχαν εφαρμοστεί στην Κωνσταντινούπολη. Την εποπτεία των χριστιανικών είχε αναλάβει το Πατριαρχείο μέσω ειδικής παιδαγωγικής επιτροπής. Η Ελληνική Διοίκηση φρόντισε, αμέσως μετά την εγκατάσταση της, για την οργάνωση του Γραφείου Παιδείας, στο οποίο ανήκαν εκτός από το Διευθυντή και του Τμηματάρχες μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης και οι Επιθεωρητές, που ήταν υπεύθυνοι όχι μόνο για τα ελληνικά, αλλά και για τα σχολεία των άλλων εθνοτήτων.

Από τις πρώτες φροντίδες της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η ίδρυση τριτάξιου διδασκαλείου αρρένων. Σκοπός ήταν η εκπαίδευση ντόπιων δασκάλων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Η ίδρυση κρίθηκε αναγκαία, γιατί το μόνο ανάλογο ίδρυμα στην περιοχή είχε πάψει να λειτουργεί από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο ενοριακό παρθεναγωγείο του Αγ. Τρύφωνα και το συντηρούσε με δικές της δαπάνες η Ύπατη Αρμοστεία. Είχε διδακτικό προσωπικό έντεκα καθηγητές, με διευθυντή τον Π. Αντωνόπουλο, που είχε σπουδάσει παιδαγωγικά στην Ευρώπη. Η λειτουργία του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1919. Σύντομα απέκτησε αξιόλογη βιβλιοθήκη για τις ανάγκες των σπουδαστών. Τον πρώτο χρόνο φοίτησαν σε αυτό 18 σπουδαστές, το δεύτερο 15 και τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της λειτουργίας του 59. Εκτός από το διδασκαλείο αρρένων η Ύπατη Αρμοστεία συνειδητοποίησε την ανάγκη ίδρυσης διδασκαλείου νηπιαγωγών για τη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Η αύξηση του αριθμού των νηπιαγωγών θα βοηθούσε στην εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε τουρκόφωνους ελληνικούς  πληθυσμούς, οι οποίοι είχαν εκφράσει κατά το παρελθόν την επιθυμία να μάθουν τα παιδιά τους την εθνική γλώσσα. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο κτίριο του Κεντρικού Παρθεναγωγείου και η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε τα έξοδα των σπουδαστριών καθώς και τη στέγασή τους, προκειμένου να προσελκύσει υποψήφιες νηπιαγωγούς και  από τουρκόφωνες περιοχές.

Την άνοιξη του 1920 ιδρύθηκε το Αρμοστειακό Γυμνάσιο για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες της μέσης εκπαίδευσης. Το νέο σχολείο στεγάστηκε στη συνοικία της Ευαγγελίστριας, στη Σμύρνη. Τον πρώτο χρόνο διέθετε τρεις τάξεις, ενώ το δεύτερο και τελευταίο αριθμούσε 230 μαθητές και 9 καθηγητές. Με Βασιλικό Διάταγμα του Απριλίου του 1922, αναγνωρίστηκε ισότιμο με τα υπόλοιπα δημόσια γυμνάσια του ελληνικού κράτους.

Η Ελληνική Διοίκηση  επέφερε σημαντικές αλλαγές και στα εκπαιδευτικά  ιδρύματα που λειτουργούσαν  στη Σμύρνη πριν την εγκατάστασή της εκεί. Τροποποιήθηκαν τα έτη και η φοίτηση των μαθητριών  του  Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Ταυτόχρονα, ιδρύθηκε Γυμνάσιο θηλέων για τις απόφοιτες της Αστικής Σχολής του Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Στο Γυμνάσιο φοιτούσαν όσες ήθελαν να λάβουν πληρέστερη μόρφωση, αλλά δεν επιθυμούσαν να εργαστούν ως δασκάλες. Ανάλογες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν και  στο σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα για τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης, την Ευαγγελική Σχολή που λειτουργούσε στην πόλη της Σμύρνης  ήδη από το 1733. Τον Ιούνιο του 1914, η Σχολή είχε κλείσει εξαιτίας των διωγμών εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Ο τότε βαλής (διοικητής) Ραχμή Μπέης έπαψε να αναγνωρίζει τη βρετανική προστασία που μέχρι τότε απολάμβανε το ίδρυμα και απαγόρευσε σε Έλληνες υπηκόους να διδάσκουν σε αυτό. Η Ευαγγελική Σχολή διέθετε Γυμνάσιο, Εμπορικό τμήμα και Διδασκαλείο.  Η οργάνωση και τα μέσα που χρησιμοποιούσε μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτοποριακά. Διέθετε δική της βιβλιοθήκη, πειραματικά εργαστήρια, γυμναστήρια και χώρους άθλησης για ομαδικά και ατομικά αθλήματα, μουσικό τμήμα κ.α.

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

Μουσουλμανικά σχολεία:  Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης των Σεβρών, το ελληνικό κράτος δεν είχε καμία υποχρέωση σχετικά με  τη λειτουργία των τουρκικών σχολείων. Η συνθήκη καθόριζε ότι δεν έπρεπε να διακοπεί η λειτουργία τους, αλλά θα ήταν αναγκασμένα να εξασφαλίσουν τα ίδια τους πόρους προκειμένου να συντηρηθούν, όπως γινόταν παλιότερα με τα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων. Παρά ταύτα, στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης ιδρύθηκε και Τουρκικό Τμήμα, το οποίο κατάρτισε λεπτομερή πίνακα των τουρκικών σχολείων μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης, καθώς και των οργανικών τους θέσεων. Πολλά από αυτά δεν διέθεταν πλήρες προσωπικό, εξαιτίας παραιτήσεων για οικονομικούς, κυρίως, λόγους. Η Ελληνική Διοίκηση, προκειμένου να ανακόψει τη διάλυση της τουρκικής εκπαίδευσης, διόρισε κατ’ αρχήν επιθεωρητή του αντίστοιχου τμήματος τον Οθωμανό Μιδχάτ Εφέντη, ο οποίος συνέταξε πολλές εκθέσεις για την κατάσταση των μουσουλμανικών εκπαιδευτηρίων στην περιοχή. Οι εκθέσεις αυτές υποβλήθηκαν στον Ύπατο Αρμοστή μαζί με προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης. Τα προτεινόμενα μέτρα έγιναν αμέσως αποδεκτά και άρχισε ο διορισμός δασκάλων με αύξηση των αποδοχών τους κατά 20-30%. Το ενδιαφέρον των ελληνικών αρχών αποδεικνύουν οι συχνές επισκέψεις του επικεφαλής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης σε τουρκικά σχολεία της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Μέχρι το 1922 μόνο, στην περιοχή της Σμύρνης λειτουργούσαν 14 σχολεία αρρένων με 145 δασκάλους και 2727 μαθητές, 16 παρθεναγωγεία με 153 δασκάλες και 2372 μαθήτριες καθώς και 3 ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Παράλληλα υπήρχε το λεγόμενο «Πολυτεχνείο» όπου οικότροφοι του ορφανοτροφείου διδάσκονταν ξυλουργική, ταπητουργία, εριουργία, βιβλιοδετική, ραπτική και μουσική.

Ιωνικό Πανεπιστήμιο: Από τις πρώτες μέριμνες του Ελ. Βενιζέλου και του Αρ. Στεργιάδη ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Το ίδρυμα θα εξυπηρετούσε τις κυριότερες ανάγκες της Δυτικής Μ. Ασίας σε επιστημονικό προσωπικό, για τη στελέχωση των  διάφορων τομέων της διοίκησης και της οικονομίας. Για την οργάνωσή του μετακλήθηκε, τον Απρίλιο του 1920, από το Βερολίνο, ο καθηγητής του εκεί πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Το 1904, ο Καραθεοδωρή είχε αναγορευτεί διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Göttingen  και διετέλεσε καθηγητής μαθηματικών στα πολυτεχνεία του Αννόβερου και του Μπρεσλάου, ενώ παράλληλα εκλέχτηκε μέλος των μεγαλύτερων Ακαδημιών της Ευρώπης. Σε έναν άνθρωπο, λοιπόν, με διεθνές κύρος, ανατέθηκε η οργάνωση του Ιωνικού Πανεπιστημίου. Ο Καραθεοδωρή είχε συντάξει ήδη τότε, έπειτα από υπόδειξη του Ελ. Βενιζέλου, το σχέδιο λειτουργίας του νέου ιδρύματος κατά το πρότυπο των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, που συνδύαζαν τις θετικές με τις θεωρητικές επιστήμες. Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα που θα προέκυπταν, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης σύστησε το Γραφείο Οργανώσεως Πανεπιστημίου, οι αρμοδιότητες του οποίου εκτείνονταν στη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου και του κανονισμού λειτουργίας του νεοσυσταθέντος ιδρύματος. Η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε, επίσης, να το χρηματοδοτήσει και να εξασφαλίσει τη στέγασή του. Το κτίριο που επιλέχθηκε, βρισκόταν στο λόφο Μπαχρή Μπαμπά και ήταν ημιτελές όταν εγκαταστάθηκαν οι ελληνικές αρχές στη Σμύρνη. Μετά την αποπεράτωσή του, περιλάμβανε 70 αίθουσες και αμφιθέατρο 320 θέσεων. Το οικόπεδο του πανεπιστημίου ήταν παλιότερα ισραηλιτικό νεκροταφείο, όπου μετά το 1878, η οθωμανική κυβέρνηση είχε εγκαταστήσει σε πρόχειρες παράγκες Τούρκους πρόσφυγες κυρίως από τη Βουλγαρία. Τελικά, έπειτα από διαβήματα της εβραϊκής κοινότητας, ο χώρος καθαρίστηκε και τους αποδόθηκε ξανά με τη συμφωνία να μην μη γίνονται πλέον νέες  ταφές και να πληρώνουν ετήσιο ενοίκιο. Επειδή το ενοίκιο δεν καταβλήθηκε ποτέ, το 1914 άρχισε με απόφαση του Βαλή να χτίζεται δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη Τουρκική Σχολή. Η ισραηλιτική κοινότητα ανακίνησε το θέμα μετά το Νοέμβριο του 1918, αλλά τόσο το Νομαρχιακό Συμβούλιο της Σμύρνης όσο και η Ύπατη Αρμοστεία, αργότερα, απέρριψαν τις αξιώσεις της, αφού το οικόπεδο ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο. Οι ελληνικές αρχές πρόσθεσαν και άλλα κτίρια στον περίβολο για τον Πρύτανη και τους καθηγητές του Πανεπιστημίου, του οποίου η ολοκλήρωση κόστισε 110000 τουρκικές λίρες.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950).

Από την αρχή τέθηκαν οι στόχοι που έπρεπε να επιτελέσει το νέο ίδρυμα: α) προαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, β) βελτίωση των έργων υποδομής, γ) καταπολέμηση των λοιμωδών ασθενειών και δ) δημιουργία αξιόλογου διοικητικού προσωπικού. Για τους λόγους αυτούς περιλάμβανε τις εξής σχολές:

  1. Σχολή Φυσικών και Τεχνικών Επιστημών, από την οποία αρχικά θα αποφοιτούσαν πολιτικοί μηχανικοί και χημικοί, ενώ αργότερα θα αποκτούσε τμήματα μηχανολόγων, ηλεκτρολόγων, γεωλόγων, φυσικών κλπ, απαραίτητα για τη ζωολογική φυτολογική και γεωλογική μελέτη της περιοχής, καθώς και για τη δημιουργία τεχνικών υποδομών.
  2. Γεωπονική Σχολή, με γνώσεις θεωρητικές και πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα θα παραδίδονταν μαθήματα σε καλλιεργητές. Οι απόφοιτοι θα υποδείκνυαν στους γεωργούς τρόπους για την αύξηση της παραγωγής τους στηριζόμενοι σε εργαστηριακές μελέτες και πρότυπες καλλιέργειες στο πειραματικό αγρόκτημα του πανεπιστημίου στο Τεπέκιοϊ. Εκτός από την καταπολέμηση των ασθενειών των φυτών, τη σχολή θα την απασχολούσαν και όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με την κτηνοτροφία.
  3. Σχολή Ανατολικών Γλωσσών, που θα προετοίμαζε δασκάλους των ανώτερων εκπαιδευτηρίων με έμφαση στην κατανόηση της ιστορίας και της φιλολογίας των ανατολικών πολιτισμών. Ιδιαίτερη έμφαση θα δινόταν στην ελληνική, την τουρκική, την αραβική, την περσική, την αρμενική και την εβραϊκή γλώσσα αφού ο πληθυσμός της περιοχής απαρτιζόταν από αυτές, κυρίως, τις εθνότητες. Εξάλλου, προβλεπόταν η δημιουργία φροντιστηρίων πρακτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση των συγκεκριμένων γλωσσών.
  4. Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων, για τη στελέχωση της ανώτερης, κυρίως, διοικητικής ιεραρχίας. Με την πάροδο του χρόνου θα μπορούσε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στον τομέα των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών
  5. Προκαταρκτικό Τμήμα, για την προετοιμασία φοιτητών, που δε διέθεταν τις απαιτούμενες ικανότητες προκειμένου να παρακολουθήσουν τα μαθήματα του πανεπιστημίου.
  6. Ινστιτούτο Υγιεινής, το οποίο θα διενεργούσε βακτηριολογικές, ουρολογικές, υγιειονολογικές και βιοχημικές εξετάσεις για τη στήριξη ιατρικών διαγνώσεων. Ακόμη θα παρασκεύαζε ορούς, εμβόλια, αντιτοξίνες και αντιγόνα. Υπηρεσία του Ινστιτούτου θα οργάνωνε τη συστηματική καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων και θα χρησίμευε σαν κέντρο ενημέρωσης σε γιατρούς που προορίζονταν να αναλάβουν την προστασία της δημόσιας υγείας. Ειδικά μαθήματα θα προσφέρονταν επίσης σε νοσοκόμους και μαίες.
  7. Εμπορική Σχολή, με τμήματα μέσου και ανωτέρου επιπέδου για όσους επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το εμπόριο.
  8. Σχολείο Χωροσταθμών και Εργοδηγών, για την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής τεχνικών έργων.
  9. Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδικείο, με σκοπό την επιμόρφωση Μουφτήδων και Ιεροδικαστών.
  10. Πρότυπο Αγρόκτημα στο Τεπέκιοϊ, για την εξοικείωση των αγροτών με τον τρόπο λειτουργίας και επισκευής γεωργικών μηχανημάτων.

Το πανεπιστήμιο θα διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί εκτός από το προσωπικό και τους φοιτητές, οποιοσδήποτε άλλος το επιθυμούσε. Επιθυμία του Κ. Καραθεοδωρή ήταν να δημιουργήσει στη Σμύρνη μια βιβλιοθήκη χωρίς προηγούμενο στη Μ. Ασία. Ενθουσιώδης θιασώτης της ιδέας αυτής ήταν και Ύπατος Αρμοστής που προχώρησε στην έκδοση επιταγής  2000000 μάρκων για την προμήθεια βιβλίων και εργαστηριακού υλικού από τη Γερμανία. Γερμανική ήταν επίσης και η επίπλωση του πανεπιστημίου. Η βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σπάνια χειρόγραφα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό της Μ. Ασίας.

Την έδρα της Φυσικής ανέλαβε με πρόταση του Καραθεοδωρή, ο Φρίξος Θεοδωρίδης, διπλωματούχος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης. Στην έδρα της Χημείας τοποθετήθηκε ο Π. Κυρόπουλος, που διέθετε και γνώσεις μεταλλειολογίας. Τη Γεωπονική Σχολή η Ύπατη Αρμοστεία εμπιστεύθηκε στον Θ. Κασίσογλου, απόφοιτο της βελγικής σχολής του Gembloux. Στον τομέα Μηχανολογίας διορίστηκε ο E. Paschevitz, ειδικευμένος στο χειρισμό ευαίσθητων μηχανών υψηλής για την εποχή τεχνολογίας. Κάθε μέλος του ανώτερου διδακτικού προσωπικού είχε μηνιαίες αποδοχές 3000 δρχ. Η Διεύθυνση Εκπαίδευσης φρόντισε για τη στελέχωση του πανεπιστημίου με διοικητικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δακτυλογράφοι, ακόλουθοι, σχεδιαστές, καθώς και ο γραμματέας του ιδρύματος Ν. Κρητικός, που αποσπάστηκε από τη Στρατιά Μ. Ασίας.

Δυστυχώς, το Ιωνικό Πανεπιστήμιο, το «Φως εξ Ανατολών» όπως συνήθιζε να το χαρακτηρίζει ο Καραθεοδωρή, δεν άνοιξε ποτέ τις πύλες του στο λαό της Μ. Ασίας. Τα εγκαίνια είχαν προγραμματιστεί για τις 10 Οκτωβρίου 1922. Το μόνο που διασώθηκε ήταν ένα μέρος από τον εξοπλισμό, που φορτώθηκε εσπευσμένα χάρις στις προσπάθειες του Καραθεοδωρή στο τελευταίο ελληνικό πλοίο που απέπλευσε από τη Σμύρνη.

Δοξολογία στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής.

Η ίδρυση του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη

Από τα ελληνικά σχέδια για μόνιμη εγκατάσταση στην Ανατολή δε θα μπορούσε να απουσιάζει και μια δυναμική οικονομική πολιτική. Ανάλογες επισημάνσεις είχαν γίνει πολύ πριν την παρουσία επίσημων πολιτικών αρχών στην Ιωνία. Ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος καθώς και η καθιέρωση της δραχμής ως βασικού μέσου συναλλαγών, αποτελούσαν τη δεύτερη, εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική επέκταση, συνιστώσα για την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Σουλτάνου. Ήδη, τον Απρίλιο του 1919 άρχισε να σχεδιάζεται η ίδρυση τραπεζικών υποκαταστημάτων, προκειμένου να εφαρμοστεί η σχεδιαζόμενη οικονομική και νομισματική πολιτική.

Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, η Εθνική Τράπεζα, ακολουθώντας την παράδοση συμπόρευσης με την κρατική πολιτική, έστειλε εκεί τον γενικό επιθεωρητή Αλ. Κορυζή για να εξετάσει το θέμα. Η έκθεση, που ο τελευταίος συνέταξε μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έπεισε τη διοίκηση της τράπεζας να λάβει θετικές αποφάσεις. Τα ελληνικά κεφάλαια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέμεναν ανενεργά, ενώ παράλληλα παρουσιάζονταν καθημερινά και νέες ανάγκες στην περιοχή, τις οποίες θα μπορούσαν να καλύψουν. Η Δυτική Μ. Ασία αποτελούσε δυναμική πρόκληση για γόνιμες και υγιείς επενδύσεις. Ο Αρ. Στεργιάδης υποστήριξε με ενθουσιασμό την ιδέα και όταν αυτή πραγματοποιήθηκε, φρόντισε για τη στελέχωση του υποκαταστήματος της ΕΤΕ στη Σμύρνη με ειδικευμένο προσωπικό. Επικεφαλής τοποθετήθηκε ο Αλ. Κορυζής, ο οποίος ανέλαβε και οικονομικός σύμβουλος της Ύπατης Αρμοστείας. Το κύρος του ήταν τέτοιο, ώστε γρήγορα περιβλήθηκε με την εμπιστοσύνη των ξένων οικονομικών οργανισμών. Ανάμεσα στις πρωτοβουλίες του εξέχουσα θέση κατέλαβε η έγκριση δανείου είκοσι εκατομμυρίων δραχμών για την αποκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων. Η παρουσία της ΕΤΕ στη Μ. Ασία  απάλλαξε τις ελληνικές αρχές από την ενασχόλησή τους με ζητήματα άσχετα του έργου τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η διατίμηση της δραχμής και των άλλων νομισμάτων, που κυκλοφορούσαν στις αγορές της Δυτικής Μ. Ασίας, είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης τόσο από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες, όσο και από διάφορους κερδοσκόπους. Οι παρεμβάσεις του Ύπατου Αρμοστή δεν είχαν σταθεί ικανές να συγκρατήσουν αδικαιολόγητες αυξήσεις σε τιμές βασικών αγαθών.

Το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Σμύρνη.

Το μόνιμο νομισματικό πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η ΕΤΕ στη Σμύρνη, ήταν η συνέχιση της κυκλοφορίας του τουρκικού νομίσματος κατά τη μεταβατική περίοδο της πενταετίας, έως το δημοψήφισμα, το οποίο θα καθόριζε το οριστικό καθεστώς της περιοχής. Μολονότι οι Βρετανοί στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία απαγόρευαν την κυκλοφορία της τουρκικής λίρας, η συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία εξασφάλιζε τη διατήρηση του νομισματικού συστήματός της στην ελληνική ζώνη. Η σχετική διάταξη δεν αμφισβητούσε μόνο τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αλλά δημιουργούσε και πρόσθετα προβλήματα, αφού η χάρτινη τουρκική λίρα είχε υποτιμηθεί άπειρες φορές μετά τον πόλεμο και δε γινόταν εύκολα δεκτή στις συναλλαγές. Η δραχμή εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται σαν ξένο νόμισμα και κατά συνέπεια η Σμύρνη και η περιοχή της να εξαρτώνται οικονομικά από την Τουρκία. Η ΕΤΕ αντέδρασε, καθιερώνοντας τη δραχμή ως βασικό νόμισμα πληρωμών. Με τον τρόπο αυτό, ενίσχυε το γόητρο της ελληνικής διοίκησης και διευκόλυνε την ιδιοποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της περιοχής από την Ελλάδα.

Το Μάιο του 1920 ο Αλ. Κορυζής ανακλήθηκε στην Αθήνα για να αναλάβει τη Διεύθυνση Επιθεωρήσεων. Στη Σμύρνη τον αντικατέστησε μέχρι το καλοκαίρι του 1922, ο στενός του συνεργάτης Σπ. Αναστασόπουλος. Έξι περίπου μήνες μετά την αποχώρηση του Κορυζή άρχισε, ταυτόχρονα με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, η ραγδαία διολίσθηση της αξίας της δραχμής. Η τιμή της στερλίνας από 37 δρχ. το Νοέμβριο του 1920 έφτασε τις 410 δρχ. το Σεπτέμβριο του 1922. Παρόλα αυτά, το υποκατάστημα της ΕΤΕ στη Σμύρνη αντιμετώπισε με επιτυχία τους κλυδωνισμούς που προκάλεσαν οι οικονομικές και πολιτικές αντιξοότητες. Το πιο σημαντικό είναι ότι εργάστηκε χωρίς να απασχολήσει κεφάλαια από το κέντρο. Στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις της σμυρναϊκής πελατείας και κατά το διάστημα 1919-1922 είχε καθαρά κέρδη 7515422,50 δρχ. Οι δραστηριότητές του επεκτάθηκαν με την ίδρυση παραρτημάτων και σε άλλες πόλεις, όπως το Αϊδίνιο, τη Μαγνησία, το Οδεμήσιο, την Πέργαμο, τις Κυδωνιές και το Τσεσμέ.

Ο οικονομικός απολογισμός των δραστηριοτήτων της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης αποδεικνύει ότι έγινε το καλύτερο δυνατό από πολιτικής και ανθρωπιστικής πλευράς για την εδραίωση των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολία. Συγκεκριμένα, τα δαπανηθέντα ποσά μέχρι την 1η Αυγούστου του 1922 ανέρχονταν σε  1736000 δραχμές. Οι μεγαλύτερες δαπάνες έγιναν για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων πόλεων (όπως για παράδειγμα του Αϊδινίου), την εγκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων που είχαν απομακρυνθεί από τις εστίες τους με τον πρώτο διωγμό του 1914, καθώς και για τις αποζημιώσεις για τις πρώτες μέρες της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη, οπότε και σημειώθηκαν επεισόδια ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους στρατιώτες. Οι εισπράξεις της διετίας 1920 – 1922 κάλυψαν τις λειτουργικές δαπάνες της τοπικής διοίκησης και επέτρεψαν την αποπεράτωση μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα το κτίριο του Ιωνικού Πανεπιστημίου, τη βελτίωση του συγκοινωνιακού και τηλεπικοινωνιακού δικτύου κ.α. Ακόμα και το ελληνικό κράτος,  εξαντλημένο από την πολύχρονη πολεμική  προσπάθεια, βρήκε μοναδικό επίκουρο την Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης η οποία εκτός από μετρητά, είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει και τρόφιμα για τον ελληνικό στρατό. Εξάλλου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, χάρις στα περισσεύματα των ταμείων από τη Σμύρνη έγινε δυνατή η αντιμετώπιση των πρώτων ασφυκτικών αναγκών που είχαν προκύψει.

Σμύρνη: Πανοραμική άποψη της προκυμαίας

Έχει κατά καιρούς ειπωθεί ότι μόνο το έργο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού είναι αρκετό για να καταξιώσει την ελληνική παρουσία στη Μ. Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο, αν θελήσει κανείς να προχωρήσει σε μια συνολική αποτίμηση, δεν θα μπορούσε να παραβλέψει την προσπάθεια που καταβλήθηκε για την οργάνωση της τοπικής οικονομίας σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Για την Ελλάδα, η Μικρά Ασία δεν ήταν ο χώρος όπου θα έβρισκε εφαρμογή η αποικιακή πολιτική που είχαν κατά νου οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί όταν πατούσαν  το πόδι τους στην Ανατολία, έχοντας από πριν καθορίσει ποιο τμήμα της θα κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του. Οι μακραίωνοι δεσμοί ανάμεσα στη γη της Ιωνίας και το ελληνικό έθνος, επέβαλαν στην Ελλάδα να παρέμβει εποικοδομητικά και όχι να συντελέσει στην απομύζησή της. Η Μικρά Ασία ήταν σίγουρα μια περιοχή με μεγάλες δυνατότητες αξιοποίησης. Η Ελλάδα κατανόησε ότι έπρεπε να δείξει τον καλύτερο εαυτό της εάν ήθελε να ελπίζει στη διαρκή παρουσία της στην ασιατική ήπειρο. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος, που ώθησε την Ύπατη Αρμοστεία σε δραστηριότητες καθόλα αξιέπαινες, αλλά που φαντάζουν εξωπραγματικές όταν, λίγο πιο πέρα, μαινόταν αδυσώπητος ο πόλεμος. Ίσως πίστευε πως με ανάλογες ενέργειες θα συγκινούσε τους μεγάλους συμμάχους της για να τη συνδράμουν έστω και την έσχατη στιγμή. Πολλά πάντως από όσα έγιναν οφείλονται στο ζήλο των Ελλήνων που βρέθηκαν τότε εκεί. Γαλουχημένη με το όραμα  της Μεγάλης Ιδέας η γενιά εκείνη πίστεψε ότι της έλαχε να πραγματώσει τους προαιώνιους πόθους του Έθνους.

Από την άλλη, όμως, πλευρά, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπήρξαν και αρνητικά σημεία στο έργο των ελληνικών υπηρεσιών. Η εξιδανικευμένη εικόνα που απορρέει από τα έγγραφα της εποχής ή ακόμα και τα σύγχρονα και μεταγενέστερα συγγράμματα, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται εξ’ ολοκλήρου στην πραγματικότητα. Η μικρασιατική εκστρατεία συνιστά ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορική έρευνα. Το δραματικό τέλος των «Χαμένων Πατρίδων» κάλυψε τα πραγματικά γεγονότα με πέπλο βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης, που καθυστέρησε σημαντικά τη διαδικασία αποστασιοποίησης,  η οποία κρίνεται απαραίτητη για μια περισσότερο αντικειμενική παρουσίαση.

Στο σημερινό ερευνητή, οι αδυναμίες της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης φτάνουν μέσω ενδείξεων. Θα ήταν εξαιρετικά επισφαλές να εκτεθούν αβίαστα, δίχως να εκφραστεί η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με το κατά πόσο αποτέλεσαν ή όχι πραγματικές καταστάσεις. Επιπλέον, μια άλλη παράμετρος που εμποδίζει την κριτική θεώρηση να αποδώσει, είναι η έλλειψη διάρκειας. Τα τρεισήμισι,  περίπου, χρόνια της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια, προκειμένου να ανιχνευθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες είχε δώσει η κεντρική εξουσία για το μέλλον τη περιοχής. Για παράδειγμα, ένα ερώτημα, που εύλογα προκύπτει, σχετίζεται με τους μουσουλμάνους της ελληνικής ζώνης. Θα εξακολουθούσαν  να απολαμβάνουν μαζί με τους υπόλοιπους συμπολίτες τους ίση μεταχείριση «ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος», όπως φρόντιζαν να διαδίδουν σε κάθε τους βήμα οι Έλληνες αξιωματούχοι, ή ακολουθώντας τη μοίρα όλων, σχεδόν, των μειονοτήτων, θα παρέμεναν παραγκωνισμένοι μέχρι να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς;

Με το πέρασμα των αιώνων, η Ανατολία είχε μεταβληθεί σε πεδίο αναμέτρησης ποικίλων εθνικών και πολιτιστικών συνόλων. Το κυρίαρχο έθνος αργά ή γρήγορα θα αντιμετώπιζε την έχθρα των υπόλοιπων, στην προσπάθειά του να υποβαθμίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, με σκοπό την πλήρη αφομοίωση. Η μικρασιατική εκστρατεία, με την ατυχή για την Ελλάδα έκβαση, επίσπευσε απλά τη διαδικασία εκδίωξης των ετερογενών στοιχείων από το νέο εθνικό τουρκικό κράτος. Περιθώρια για συνύπαρξη ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους δεν υπήρχαν, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της εθνικιστικής φόρτισης που χαρακτηρίζει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έλληνες και Τούρκοι έπρεπε, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσοστό, να διαχωριστούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να πάψουν να υπάρχουν σημεία τριβής για τις δύο χώρες, που αναζητούσαν το δρόμο της ανάπτυξης ύστερα από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις.

Ο Γιώργος Αν. Θεοδώρου είναι Φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση
και κάτοχος τίτλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.
Η διπλωματική του εργασία (1991) έφερε τον τίτλο: Η άλλη όψη της Μικρασιατικής εκστρατείας. Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης (1919-1922)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βακάς Δ., Η Μεγάλη Ελλάς, ο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος πολεμικός ηγέτης, Αθήνα 1964

Βερέμης Θ. – Κωστής Κ., Η  Εθνική Τράπεζα στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα 1984

Horton G. , The Blight of Asia, Brooklyn N.Y., 1926

Νοταράς Μ, Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν πριν 50 χρόνια, Αθήναι 1972

Smith M. L. , Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919-1922, Λονδίνο 1973

 

Γιάννης Μουρέλος: “Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

500 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

 

H Tenochtitlán είναι χτισμένη πάνω σε μια λιμνοθάλασσα…Είναι μεγάλη όσο η Σεβίλλη ή η Κόρντομπα. Ορισμένοι από τους κύριους οδικούς άξονες βρίσκονται στην ξηρά, οι υπόλοιποι, όμως, οι μικρότεροι ως επί το πλείστον, είτε είναι κατασκευασμένοι πάνω στο έδαφος, είτε πρόκειται για κανάλια, τα οποία οι κάτοικοι διασχίζουν με τις πιρόγες τους κωπηλατώντας …Σε όλες τις συνοικίες συναντά κανείς ναούς και τόπους λατρείας. Πρόκειται για πολύ όμορφες κατασκευές…Μεταξύ αυτών των ναών, βρίσκεται ειδικά ένας, ο σημαντικότερος, το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του οποίου δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς. Ο περίβολός του, που περιστοιχίζεται από ένα ψηλό τείχος, είναι τόσο μεγάλος, που θα μπορούσε, κάλλιστα, να περικλείει πεντακόσια κτήρια. Στην εσωτερική περίμετρο του ναού, είναι χτισμένες ιδιαίτερα κομψές κατοικίες, όπου ζουν ιερείς. Υπάρχουν περί τους σαράντα ψηλοί πύργοι, ψηλότεροι ακόμα και από τον Καθεδρικό Ναό της Σεβίλλης…”.¹

Με αυτά τα λόγια ο Hernán Cortés περιέγραψε σε επιστολή του προς τον βασιλέα Κάρολο Α΄ της Ισπανίας και Ε΄ της Αγίας Ρωμαιο-γερμανικής Αυτοκρατορίας, το θέαμα, το οποίο αντίκρισε έκθαμβος στις 8 Νοεμβρίου 1519, βλέποντας για πρώτη φορά την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Οι Ισπανοί κατακτητές είχαν έρθει σε επαφή με έναν παντελώς άγνωστο πολιτισμό, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Η γλώσσα και η θρησκεία των Αζτέκων εκτείνονταν σε μια τεράστια επικράτεια, από τις στέπες του βορρά (σημερινά σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού) έως τη Γουατεμάλα και από τον Ειρηνικό έως τον Ατλαντικό ωκεανό. Το όνομα του ηγέτη τους Motecuhzoma Β΄ προκαλούσε παντού σεβασμό και δέος. Οι έμποροι διέσχιζαν από άκρη σε άκρη την αυτοκρατορία, μεταφέροντας την πραμάτειά τους. Οι φοροεισπράκτορες εκτελούσαν αδιάλειπτα την αποστολή τους. Οι στρατιωτικές φρουρές κρατούσαν σε απόσταση όσους ανυπάκουους απειλούσαν την ηρεμία και την ευημερία του τόπου. Η Tenochtitlán, η πρωτεύουσα, αριθμώντας 200.000 κατοίκους, με εντυπωσιακή ρυμοτομία και αρχιτεκτονική, ήταν, τότε, μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου ολόκληρου. Κι όμως, ο πολιτισμός των Αζτέκων ή Mexica κάθε άλλο παρά διέθετε μακρινές καταβολές. Νομάδες πληθυσμοί, βάρβαροι, φτωχοί και ακτήμονες, οι Αζτέκοι μόλις κατά τον 13ο αιώνα μετοίκησαν στο κεντρικό υψίπεδο του Μεξικού, προερχόμενοι από τις στέπες του βορρά. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν, χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Ακολούθησε σειρά ολόκληρη από πολιτισμούς, οι οποίοι γνώρισαν περίοδο ακμής: Οι Ολμέκοι (2ος αιώνας π.Χ.-6ος αιώνας), οι Μάγια στη χερσόνησο του Yucatán (ΝΑ άκρο του σημερινού κράτους του Μεξικού), ο πολιτισμός των οποίων επιβίωσε έως την ισπανική κατάκτηση, οι Ζαποτέκοι (700 π.Χ. – 700) νοτιοδυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Μεγάλες πόλεις, όπως η Monte-Albán και η Teotihuacán, με τις υπερμεγέθεις πυραμίδες που σώζονται έως σήμερα, άφησαν το στίγμα τους επάνω στη μακραίωνη ιστορία της περιοχής.

Αναπαράσταση της Tenochtitlán, όπως την αντίκρισαν το 1519 οι Ισπανοί κατακτητές.

Η Tenochtitlán ιδρύθηκε το 1325, στο σημείο ακριβώς όπου οι Αζτέκοι θεώρησαν πως είδαν έναν οιωνό, σταλθέντα από τον  Huītzilōpōchtli, θεό του Ηλίου και του πολέμου, προστάτη της εξόδου από το βορρά και της μετοίκησής τους στο κεντρικό υψίπεδο: έναν αετό καθισμένο σε έναν κάκτο να κατασπαράζει ένα φίδι. Ακολουθώντας τον οιωνό, ίδρυσαν την πόλη επάνω σε ένα νησί, στο δυτικό άκρο της λιμνοθάλασσας. Η εικόνα του αετού με το φίδι παραμένει έως σήμερα το εθνικό έμβλημα του κράτους του Μεξικού. Η γεωγραφική θέση της Tenochtitlán στην πυκνοκατοικημένη λεκάνη του Μεξικού παρείχε σημαντικές ευκαιρίες για εμπόριο. Εκτεινόμενη δε ταχύτατα, έφθασε σε καθεστώς ευημερίας. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, μετεξελίχθηκε σε  πρωτεύουσα, με τον σχηματισμό της αυτοκρατορίας των Αζτέκων το 1428. Πυρήνας της αυτοκρατορίας ήταν η Τριπλή Συμμαχία, η οποία είχε συνομολογηθεί ανάμεσα σε τρεις πόλεις – κράτη:  Tenochtitlán, Texcoco (δημιούργημα επίσης των Αζτέκων στο απέναντι άκρο της λιμνοθάλασσας) και Tlacopán (στον ορεινό περίγυρο, με καταβολές στον παλαιότερο πολιτισμό των Ολμέκων).

Η ίδρυση της Tenochtitlán.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η Tenochtitlán αναγορεύθηκε σε ρυθμιστή και κυρίαρχη παράμετρο της Τριπλής Συμμαχίας, χάρη στη στρατιωτική της ισχύ. Η αυτοκρατορία διεύρυνε την δύναμή της με έναν συνδυασμό εμπορίου και επεκτατικών πολέμων. Επέβαλε τον έλεγχό της στα κατακτημένα κράτη, είτε τοποθετώντας φιλικούς προς αυτή κυβερνήτες, είτε δημιουργώντας συγγενικούς δεσμούς μέσω γάμων, είτε, ακόμα, καλλιεργώντας σε όλα τα διαφορετικά φύλα την αίσθηση ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρχε ανάγκη για ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, που να διασφαλίζουν την τάξη στις απομακρυσμένες επαρχίες. Οι υποτελείς λαοί έφεραν την υποχρέωση να καταβάλουν τακτικά φόρο, ενώ το γεγονός ότι η επικοινωνία και το εμπόριο μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ανάγκαζε όλους τους λαούς να στρέφονται προς το εσωτερικό για την προμήθεια πρώτων υλών και αγαθών. Με αυτόν τον τρόπο, η Τριπλή Συμμαχία εξασφάλισε την οικονομική εξάρτηση όλων των κατακτημένων πόλεων – κρατών από την  ίδια. Η ισχύς και η έκταση της αυτοκρατορίας πολλαπλασιάστηκαν αδιάλειπτα μέχρι το 1519.

Με την έλευση των Ισπανών, η αυτοκρατορία των Αζτέκων αριθμούσε 38 πόλεις, περισσότερο οικονομικές παρά πολιτικές οντότητες, υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρο στην κεντρική εξουσία.

 

Προλήψεις, δεισιδαιμονίες, πόλεμοι και ανθρωποθυσίες

Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες ήταν δημιουργήματα της αμάθειας, της άγνοιας, της ανασφάλειας, του φόβου, του δέους και της αβεβαιότητας έναντι των φαινομένων της φύσης. Αν και συνυφασμένη με τον πολιτισμό των Αζτέκων, η πρακτική των ανθρωποθυσιών στην Κεντρική Αμερική ήταν στην πραγματικότητα πολύ παλαιότερη, είχε δε υιοθετηθεί από όλους όσους είχαν προηγηθεί της μετοίκησης των τελευταίων στη λεκάνη του Μεξικού. Αποτελεί το αιματηρό και βίαιο αντίβαρο στον, κατά τα άλλα, εκλεπτυσμένο τρόπο της καθημερινής ζωής. Μάλιστα, η απάνθρωπη αυτή πρακτική ενισχύθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των ηθών. Η δεσπόζουσα θέση, την οποία οι ανθρωποθυσίες καταλαμβάνουν στην περίπτωση των Μάγια και των Αζτέκων, είναι το διακριτικό γνώρισμα που κάνει τους δυο αυτούς πολιτισμούς να ξεχωρίζουν συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Η εμμονή, στα όρια της παραφροσύνης, για ομαδικές θυσίες πήγαζε από την ίδια την κοσμοαντίληψη των πολιτισμών αυτών. Οι Αζτέκοι ήταν πεπεισμένοι πως του δικού τους κύκλου ζωής είχαν προηγηθεί άλλοι τέσσερις (οι επονομαζόμενοι “Τέσσερις Ήλιοι”). Άπαντες είχαν άσχημο τέλος εξαιτίας κατακλυσμών και άλλου είδους φυσικών, ως επί το πλείστον, καταστροφών. Ο ισχύων κύκλος επρόκειτο, με τη σειρά του, να ολοκληρωθεί με καταστροφικούς σεισμούς (άλλωστε, ακόμα και σήμερα, η Κεντρική Αμερική, ιδιαίτερα δε το Μεξικό, είναι σεισμογενείς περιοχές υψηλού κινδύνου). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, ο κύκλος είχε συμπληρώσει την πορεία του και η συντέλεια του κόσμου ήταν πιθανό να επέλθει ανά πάσα στιγμή. Ο Ήλιος, που εθεωρείτο θνητός, κάθε φορά που έσβηνε, αντικαθίστατο από έναν άλλον, καινούριο. Οι τέσσερις πρώτοι Ήλιοι έζησαν από 5.000 χρόνια ο καθένας, δημιουργώντας τον κόσμο και προσθέτοντας κάτι νέο κάθε φορά. Ο θεός Xolotl (θεός του φωτός και του θανάτου, που συνόδευε τον Ήλιο από τη στιγμή της δύσης έως εκείνη της ανατολής), έπλασε τον άνθρωπο και μετά θυσιάστηκε, ώστε με το αίμα του ο Ήλιος να δύναται να μεσουρανεί. Όμως, και πάλι, ο (πέμπτος κατά σειρά)  Ήλιος χρειαζόταν τροφή προκειμένου να ζήσει. Γι’ αυτό, προτού πεθάνει, ο Xolotl όρισε πως οι άνθρωποι έπρεπε να θυσιάζονται, ώστε με το αίμα τους (το επονομαζόμενο “πολύτιμο νερό”) να τρέφεται ο Ήλιος και να συνεχίζει να λάμπει. Με δεδομένα τα παραπάνω, εύκολα μπορεί να γίνουν αντιληπτές η ταραχή και η ανασφάλεια, από τις οποίες διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα το σύνολο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, από τον αυτοκράτορα έως τον τελευταίο υπήκοο, έως ότου χαράξει η επόμενη ημέρα.

Το λίθινο ημερολόγιο των Αζτέκων με τους Τέσσερις Ήλιους.

Επιπρόσθετα, οι μεσοαμερικανικές κοινωνίες ήταν “κοινωνίες θεάματος”. Το όλο  τελετουργικό καθώς και η μεγαλοπρεπής σκηνοθεσία των ανθρωποθυσιών ήταν αντανάκλαση του σύμπαντος επάνω στη γη, απόδειξη της παρουσίας των θεών ανάμεσα στους θνητούς. Ιερείς και θύματα προσλάμβαναν τη μορφή των θεών. Για την ακρίβεια, μεταλλάσονταν, προς στιγμήν, σε θεούς, καθώς παραχωρούσαν τα σώματά τους γι αυτή την απόλυτη ένωση, μπροστά στο εκστασιασμένο πλήθος. Η σημερινή κοινωνία (επίσης “κοινωνία θεάματος”) είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτούς τους πολιτισμούς, οι οποίοι, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις τους, επιδεικνύονταν ως θέαμα στον ίδιο τους τον εαυτό, προκειμένου να εξορκίσουν ανασφάλειες και υπαρξιακές αγωνίες. O πόλεμος και οι ανθρωποθυσίες, αποτελούσαν τους δυο πυλώνες ενός συστήματος, το οποίο συνέδεε την άσκηση της εξουσίας με την αναζωογόνηση του σύμπαντος.

Ο πόλεμος, έτσι όπως τον διεξήγαγαν οι Αζτέκοι, δεν είχε ως πρώτιστο στόχο την κατάκτηση νέων εδαφών. Το ζητούμενο ήταν η σύλληψη του μέγιστου δυνατού αριθμού αιχμαλώτων, οι οποίοι, κατόπιν, οδηγούνταν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Στο πεδίο των μαχών, η βία ήταν σχετικά περιορισμένη, καθώς αντικειμενικός σκοπός δεν ήταν η φυσική εξόντωση του αντιπάλου. Η επιτακτική ανάγκη για σύλληψη αιχμαλώτων, είχε εκ των πραγμάτων οδηγήσει την ηγεσία των Αζτέκων στην επιλογή μιας εμπόλεμης κατάστασης διαρκείας. Έτσι εξηγείται και ο λόγος, για τον οποίο οι αρχές της  Tenochtitlán ανέχονταν, εάν όχι πριμοδοτούσαν, τη διατήρηση, εντός του εδάφους τους, του εχθρικού θύλακα της Tlaxcala, ανατολικά της πρωτεύουσας, στο μέσο, περίπου, της απόστασης από τις ακτές του Ατλαντικού. Ο ρυθμός των ανθρωποθυσιών επ ουδενί έπρεπε να ελαττωθεί, η δε διασφάλιση “πολύτιμου νερού” μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων, ήταν μια πρακτική, που συνέφερε αμφότερες τις πλευρές.

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Tenochtitlán ( Teocalli – “κατοικία των θεών” – κατά τους Αζτέκους, Templo Mayor κατά τους Ισπανούς) με τους δίδυμους βωμούς των θεών Tlaloc και Huītzilōpōchtli στην κορυφή. Λέγεται πως το 1487, με αφορμή τα εγκαίνια, έλαβε χώρα ένα πρωτοφανές ολοκαύτωμα (80.400 θυσίες εντός τεσσάρων, μόλις, ημερών). Όσο και αν η παραπάνω εκτίμηση ηχεί υπερβολική, είναι βέβαιο πως δεκάδες χιλιάδες άτομα θανατώθηκαν τότε.

Ο πόλεμος δεν ήταν ο αποκλειστικός τροφοδότης θυμάτων για τις ανθρωποθυσίες. Υπήρχαν και οι σκλάβοι, τους οποίους οι εύπορες οικογένειες αγόραζαν ακριβώς για τον σκοπό αυτό. Πολλά θύματα επιλέγονταν και από τους ιερείς, με κριτήρια, τα οποία δεν μας είναι γνωστά. Τέλος, υπήρχαν και άτομα, τα οποία προσέφεραν οικειοθελώς τη ζωή τους. Η πιο κοινή μορφή θυσίας, ήταν εκείνη που γινόταν προς τιμήν του Huītzilōpōchtli, θεού του Ηλίου, του πολέμου και προστάτη της Tenochtitlán . Το γυμνό -εκτός από ένα περίζωμα- σώμα του θύματος βαφόταν με κατακόρυφες κόκκινες και λευκές ταινίες. Το υποψήφιο θύμα ανέβαινε το κλιμακοστάσιο στην πρόσοψη της πυραμίδας και έφτανε στην εξέδρα, μπροστά στο βωμό του θεού, φτιαγμένο από ηφαιστειακή πέτρα. Εκεί το ακινητοποιούσαν τέσσερις ιερείς. Κρατώντας ο καθένας ένα μέλος ξάπλωναν το θύμα πάνω στο βωμό. Ένας πέμπτος ιερέας, κραδαίνοντας ένα λίθινο ακονισμένο μαχαίρι, του έκανε μια τομή στο στήθος, κατά μήκος του στέρνου και των πλευρών. Αποσπούσε την καρδιά που παλλόταν ακόμα και την έτεινε ψηλά προς τον ήλιο, ενώ τα είδωλα των θεών αλείφονταν με ζεστό αίμα. Οι ιερείς τοποθετούσαν τις καρδιές σε πέτρινα αγγεία και αποκεφάλιζαν το πτώμα. Στη συνέχεια, το άφηναν να κυλήσει από τα 114 σκαλοπάτια της Μεγάλης Πυραμίδας έως τη βάση. Σούβλιζαν το κεφάλι σε ένα ξύλινο πλαίσιο, γνωστό ως «καβαλέτο των κρανίων». Το σώμα είτε αποτεφρωνόταν είτε δινόταν στον πολεμιστή που είχε αιχμαλωτίσει το θύμα. Αυτός μπορούσε να το τεμαχίσει και να το στείλει σε σημαντικά πρόσωπα ως προσφορά, ή ακόμα και να το καταναλώσει ο ίδιος (τελετουργικός κανιβαλισμός). Έως και οι σκληροτράχηλοι Ισπανοί πάγωσαν από φόβο και φρίκη, μόλις αντίκρισαν για πρώτη φορά τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια της πυραμίδας και εισέπνευσαν τη δυσοσμία, που ανέβλυζε από το τρομακτικό κρεματόριο.

Δυο διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες για μια πληρέστερη κατανόηση του όλου φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως με γνώμονα τη χριστιανική ηθική και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής του 16ου αιώνα, όλα τα παραπάνω ήταν αποτρόπαια. Ως τέτοια, άλλωστε, εκλήφθηκαν μόλις επιτεύχθηκε επαφή με τον πολιτισμό των Αζτέκων.

Αναπαράσταση ανθρωποθυσίας σε λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Για τις προκολομβιανές κοινωνίες όμως, κλεισμένες στον εαυτό τους και διακατεχόμενες από υπερφυσικού μεγέθους δεισιδαιμονίες, προλήψεις και υπαρξιακές αγωνίες, διέθεταν κάποια λογική βάση. Αν μη τι άλλο, ήταν ένας τρόπος επιβίωσης, εξαγνισμού, προσήλωσης στα θεία, συνακόλουθα δε, πρόσκαιρης αποτροπής της συντέλειας του κόσμου. Κατά δεύτερο λόγο, μια τόσο μοιρολατρική, ψυχοφθόρα και ηττοπαθής ψυχολογία, εξηγεί από μόνη πώς και γιατί οι κοινωνίες αυτές υποτάχθηκαν σχεδόν αμαχητί στον κατά πολύ ανώτερο, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, ισπανικό πολιτισμό, μέχρι σημείου ολοκληρωτικού αφανισμού.


 

Ο  Hernán Cortés και η κατάκτηση του Μεξικού

Αντικρίζοντας, στις 12 Οκτωβρίου 1492 τις σημερινές Νήσους Μπαχάμες, ο Χριστόφορος Κολόμβος θεώρησε πως είχε φτάσει στις ακτές της Ασίας. Σε ένα πρώτο στάδιο, η παρουσία των Ισπανών στην Καραϊβική περιορίστηκε στον Άγιο Δομήνικο, το Πουέρτο Ρίκο και την Κούβα. Η εξερεύνηση των ακτών της Κεντρικής Αμερικής ξεκίνησε έπειτα από το γύρισμα του αιώνα. Επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, οι καραβέλλες των Ισπανών και οι πιρόγες των ιθαγενών διασταυρώνονταν στα ανοικτά, παρατηρώντας οι μεν τις δε. Το 1511, ένα ισπανικό πλοίο εξώκειλε,  λόγω κακοκαιρίας, στη χερσόνησο του  Yucatán. Ήταν η πρώτη επαφή με τον εκεί πολιτισμό των Μάγια. Καθώς δεν επέζησαν παρά μόνο δυο άτομα από το πλήρωμα (το ένα, μάλιστα, ελευθερώθηκε αργότερα από τον Cortés), η ανακάλυψη του νοτιοανατολικού τμήματος του Μεξικού πέρασε εντελώς απαρατήρητη εν μέσω των συχνότατων ναυαγίων της εποχής εκείνης. Το 1517, μια αποστολή τριών πλοίων με προέλευση την Κούβα κατέπλευσε στην ίδια περιοχή, ερχόμενη σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους ιθαγενείς. Οι Ισπανοί αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν εσπευσμένα στα πλοία, εξαιτίας των μεγάλων απωλειών, που είχαν υποστεί. Ωστόσο, επιστρέφοντας στην Κούβα, περιέγραψαν με θαυμασμό τα όσα είχαν προλάβει να δουν, εκθειάζοντας τη ρυμοτομία των οικισμών των Μάγια, τον φυσικό πλούτο της περιοχής, τα ακριβά φορέματα και τα πολύτιμα κοσμήματα, τα οποία φορούσαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί. Ένα χρόνο αργότερα, μια νέα αποστολή κινήθηκε κατά μήκος των ακτών του κόλπου του Μεξικού, ερχόμενη για πρώτη φορά σε επαφή με τους Αζτέκους. Οι τελευταίοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, προσφέροντας στους έκπληκτους Ισπανούς χρυσά αντικείμενα ως δώρα.

Hernán Cortés (1485-1547).
Motecuhzoma Β΄ (1466-1520).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 1519, απέπλευσε από την Κούβα, ένας στόλος 11 πλοίων, υπό τη διοίκηση του  Hernán Cortés. Μετέφερε 508 στρατιώτες, 16 άλογα και 14 πυροβόλα. Τον Απρίλιο κατέπλευσε στις ακτές του Μεξικού, στο ύψος της σημερινής πόλης Veracruz. Οι διαδοχικές εμφανίσεις των Ισπανών τα δυο τελευταία χρόνια, είχαν έντονα προβληματίσει τον αυτοκράτορα  Motecuhzoma Β΄ και τους υπηκόους του. Ο απόηχος, ο οποίος είχε φτάσει έως την  Tenochtitlán, περιέγραφε με δέος τις καραβέλλες ως “βουνά, που μετακινούνταν επάνω στη θάλασσα”. Επιπρόσθετα, το 1519 ήταν ιδιαίτερο έτος για τους Αζτέκους. Σύμφωνα με μια προφητεία, συμπληρωνόταν  τότε ο κύκλος των 52 ετών, που επρόκειτο να κλείσει με την επανεμφάνιση του Quetzalcoatl, θεού του ανέμου και της μάθησης, ο οποίος είχε καταφύγει σε έναν άγνωστο τόπο, προς τα ανατολικά. Αγαπημένος θεός των ιερέων, ο  Quetzalcoatl είχε, όσο κανένας άλλος ομόλογός του, συνδέσει το όνομά του με την έννοια του θανάτου και της αναγέννησης. Στη συνείδηση των Αζτέκων, οι μυστηριώδεις ξένοι, ερχόμενοι από τα ανατολικά, ιππεύοντας άλογα (ζώα που δεν είχε δει κανείς στο παρελθόν), φορώντας απαστράπτουσες πανοπλίες και δημιουργώντας, με τον οπλισμό τους, πραγματικούς κεραυνούς, φάνταζαν ως θεοί. Ο   Quetzalcoatl είχε επανέλθει, διεκδικώντας επάξια την κληρονομιά του! Στην πραγματικότητα, τον Motecuhzoma βασάνιζε ένα δίλημμα: να αντιμετωπίσει τους εισβολείς ως θεούς ή ως εχθρούς; Έτσι εξηγούνται, άλλωστε, οι αμφιταλαντεύσεις, που χαρακτήριζαν την εν γένει συμπεριφορά του. Η αντιπροσωπεία, την οποία έστειλε στην ακτή, τους υποδέχθηκε με τιμές, πλούσια δώρα και, φυσικά, με ανθρωποθυσίες. Γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ο αυτοκράτορας έστειλε επιτόπου τους καλύτερους μάγους του, με αποστολή να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα. Διαπιστώνοντας πως οι ξένοι παρέμεναν απαθείς στα μάγια, πέρασε, ανεπιτυχώς εξαιτίας της διαφοράς ισχύος, στην επίθεση. Από τις πρώτες, κιόλας, αναμετρήσεις, ο αυτοκράτορας των Αζτέκων είχε διαβλέψει το δραματικό τέλος, που επίκειτο. Γι αυτό και τα συναισθήματά του κυμαίνονταν συνεχώς ανάμεσα στην πρόθεση να παραιτηθεί από το θρόνο και την αγανάκτηση, η οποία τον προέτρεπε για παράταση των εχθροπραξιών. Από τη δική του πλευρά, ο  Cortés, έχοντας προηγουμένως καταστρέψει τον στόλο του, εξουδετερώνοντας έτσι κάθε υπόνοια για επιστροφή, και εγκαταστήσει μια φρουρά 100 ατόμων στην ακτή, ξεκίνησε, τον Αύγουστο του 1519, την πορεία προς την ενδοχώρα.

Η πορεία των Ισπανών κατακτητών προς την ενδοχώρα.

Η πρώτη αντίσταση προήλθε, μεταξύ 2 και 5 Σεπτεμβρίου, από τον ορκισμένο εχθρό των Αζτέκων, την πόλη Tlaxcala, που έλεγχε την πρόσβαση στο κεντρικό υψίπεδο. Γρήγορα, ωστόσο, οι δυο πλευρές συνειδητοποίησαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα μιας μεταξύ τους συνεργασίας ενάντια στον κοινό αντίπαλο, την Τριπλή Συμμαχία. Τον Οκτώβριο, η μικρή δύναμη των Ισπανών, συνοδευόμενη από 1.000, περίπου, οπλισμένους άνδρες από την Tlaxcala, εισήλθε στην Cholula, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Κεντρικού Μεξικού μετά την Tenochtitlán. Θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα προς την πρωτεύουσα και τον αυτοκράτορα, ο  Cortés συγκέντρωσε χιλιάδες προύχοντες στην κεντρική πλατεία και τους εκτέλεσε. Κατόπιν, πυρπόλησε ένα τμήμα της πόλης. Επικεφαλής ενός υπολογίσιμου στρατού, καλά εξοπλισμένου, έφτασε, στις 8 Νοεμβρίου 1519 στις πύλες της Tenochtitlán, όπου τον ανέμενε ένας θορυβημένος και έντρομος Motecuhzoma, πλαισιωμένος από υψηλούς κρατικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων και ο βασιληάς του γειτονικού Texcoco.  Το συναπάντημα δυο εντελώς διαφορετικών κόσμων πρέπει να ήταν ένα αξέχαστο θέαμα. Πεπεισμένος πως απευθυνόταν στον θεό  Quetzalcoatl, ο αυτοκράτορας εκφράστηκε ως εξής: “Καλώς ορίσατε, θεέ μας, πίσω στον τόπο σας, κοντά στο λαό σας, προκειμένου να ανεβείτε εκ νέου στο θρόνο σας, του οποίου υπήρξα προσωρινός κάτοχος”.² Οι Ισπανοί εισήλθαν αμέσως στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στα παλαιά ανάκτορα. Πρώτη τους ενέργεια ήταν να θέσουν υπό κράτηση τον Motecuhzoma και άλλα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

Επί οκτώ μήνες, ακολούθησε μια νόθος κατάσταση.  Αν και αιχμάλωτος, ο αυτοκράτορας κατέβαλε αγωνιώδεις προσπάθειες, προκειμένου να καταπραϋνει την οργή των υπηκόων του. Από τη δική τους πλευρά, οι Ισπανοί επιχειρούσαν να επιβάλλουν, μέσω του  Motecuhzoma, ένα καθεστώς προτεκτοράτου, τη στιγμή που οι σύμμαχοί τους από την Tlaxcala, δεν έχαναν ευκαιρία να αποδείξουν έμπρακτα το μίσος τους ενάντια στους Αζτέκους. Με την πάροδο του χρόνου η ένταση συσσωρεύθηκε, καθώς, ολοένα και περισσότερο, οι Ισπανοί αντιτίθεντο στις εκδηλώσεις λατρείας των τοπικών θεών και κατείσχαν μεγάλη ποσότητα αντικειμένων από χρυσό και πολύτιμους λίθους. Ακολούθησαν χειρότερες καταστάσεις, οι οποίες οδήγησαν τα πράγματα σε ευθεία αντιπαράθεση. Με αφορμή τελετή προς τιμή του θεού  Huītzilōpōchtli, οι Ισπανοί εξολόθρευσαν ολόκληρη, σχεδόν, την τάξη των ευγενών (περί τα 10.000 άτομα).

Emanuel Leutze: The Storming of the Teocalli by Cortés and His Troops, 1848, Wadsworth Atheneum, Hartford, Connecticut.

Τον Ιούνιο του 1520, ξέσπασε γενικευμένη εξέγερση. Ο Motecuhzoma έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Λέγεται ότι θανατώθηκε από τους Ισπανούς, ή λιθοβολήθηκε από εξαγριωμένους υπηκόους του, όταν, κατόπιν διαταγής των κατακτητών, εξήλθε στον εξώστη των ανακτόρων σε μια προσπάθεια να εξευμενίσει τα πλήθη. Αιφνιδιασμένοι και περικυκλωμένοι από τους υπεράριθμους Αζτέκους, οι Ισπανοί επιχείρησαν ηρωϊκή έξοδο από την Tenochtitlán στις 30 Ιουνίου, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι, την ισχυρή βροχή και την απουσία σελήνης. Η φυγή έγινε αντιληπτή και οι απώλειές τους υπήρξαν βαρύτατες. O Bernal Díaz del Castillo (1490 – 1584), χρονογράφος της εκστρατείας, κάνει λόγο για 1.860 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων και των πολυάριθμων συμμάχων από την Tlaxcala. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Η νύκτα της 30ής Ιουνίου παρέμεινε γνωστή ως “Νύκτα θλίψης” (“Noche Triste”). Ο ίδιος ο  Cortés, μόλις κατάφερε να απομακρυνθεί από την πόλη, ευρισκόμενος σε κατάσταση απόγνωσης από το μέγεθος της καταστροφής, σωριάστηκε κάτω από ένα δέντρο και αναλύθηκε σε λυγμούς.  Αποσύρθηκε στην Tlaxcala, από όπου άρχισε να προετοιμάζει την ανακατάληψη της  Tenochtitlán. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι προσπάθειες του νέου αυτοκράτορα Cuauhtémoc (1497-1525), να αναβιώσει την Τριπλή Συμμαχία, δεν καρποφόρησαν. Οι κάτοικοι του Texcoco και της Tlacopán, επέλεξαν, τελικά, να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των Ισπανών. Η επιθυμία τους να αποκομίσουν οφέλη από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων, δεν τους επέτρεψε να διαγνώσουν, όπως, άλλωστε, και οι ομόλογοί τους της Tlaxcala, πως θα τύγχαναν ανάλογης μεταχείρισης αργότερα.

Η πολιορκία της πρωτεύουσας από τις ανασυνταχθείσες δυνάμεις του  Cortés και των συγκυριακών συμμάχων του ξεκίνησε τον Μάιο του 1521 και διήρκεσε επί τρεις μήνες. Για τον σκοπό αυτό, οι Ισπανοί είχαν ναυπηγήσει ειδικό στολίσκο από ιστιοφόρα, ο οποίος τους εξασφάλισε τον έλεγχο της λιμνοθάλασσας και του συνόλου των προσβάσεων προς την πόλη. Καταπονημένοι από την πολύμηνη πολιορκία, την πείνα, τη δίψα και αποδεκατισμένοι από μια επιδημία ευλογιάς, που είχαν μεταφέρει από την Κούβα οι εισβολείς, οι κάτοικοι της  Tenochtitlán παραδόθηκαν στις 13 Αυγούστου. Ο  Cuauhtémoc καθαιρέθηκε, τέθηκε υπό περιορισμό, βασανίστηκε και, τέλος, απαγχονίστηκε το 1525, με την ψευδή κατηγορία της προτροπής σε εξέγερση. Έτσι είχε η άδοξη και δραματική κατάληξη της αυτοκρατορίας των Αζτέκων.

Leandro Izaguirre: El suplicio de Cuauhtémoc, 1893, Museo Nacional de Arte, México D.F.

Τα αίτια της κατάρρευσης και η επιβολή της ισπανικής διοίκησης

Αζτέκοι και Ισπανοί δεν διεξήγαγαν τον ίδιο πόλεμο. Για τους πρώτους, ο πόλεμος ήταν μια αναμέτρηση, με τους θεούς σε ρόλο ανώτατου επιδιαιτητή, την οποία έφεραν εις πέρας εφαρμόζοντας σχολαστικά συγκεκριμένους παραδοσιακούς κανόνες. Στόχος ήταν η ανεύρεση αιχμαλώτων για τις ανθρωποθυσίες. Οι ηττημένοι όφειλαν να αναγνωρίζουν την εξουσία της  Tenochtitlán, να διαθέτουν τους ναούς τους στη λατρεία του Huītzilōpōchtli και να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Κατά τα άλλα, διατηρούσαν την πολιτιστική ή, ακόμα, και την πολιτική τους αυτονομία. Οι Ισπανοί, αντίθετα, διεξήγαγαν έναν πόλεμο ολοκληρωτικό. Στόχος ήταν η δια της βίας επιβολή της δικής τους θρησκείας, η διάλυση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων προς όφελος εκείνης του  Καρόλου Ε΄, η λεηλασία του πλούτου και η υπαγωγή των ιθαγενών στην κατηγορία των σκλάβων. Παρά τον μικρό, συγκριτικά, αριθμό τους, διέθεταν τα μέσα εκείνα, τα οποία έκαναν τη διαφορά. Οι πανοπλίες, η χρήση της πυρίτιδας (μουσκέτα και πυροβόλα), τα ιστιοφόρα και τα άλογα τους εξασφάλιζαν μια συντριπτική υπεροχή απέναντι σε έναν πολυάριθμο στρατό, ελαφρά εξοπλισμένο με ξίφη, εύκολα διαπεράσιμες ασπίδες, τόξα και βέλη και που μετακινείτο πεζή ή με πιρόγες. Ωστόσο, η στρατιωτική ισχύς των Ισπανών θα αποδεικνυόταν παντελώς ανεπαρκής, αν δεν συστρατεύονταν, στο πλευρό τους, οι πόλεις εκείνες, οι οποίες προσδοκούσαν να αντλήσουν οφέλη από μια κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Η ευρεία συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, προσέδωσε, τελικά, στους Ισπανούς, την αριθμητική ισορροπία στο πεδίο των εχθροπραξιών και επέτρεψε να διαφανεί η τεχνολογική και τακτική τους υπεροχή.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε, επίσης, η συνεισφορά του ψυχολογικού παράγοντα. Η μοιρολατρική αναμονή ενός αναπόφευκτου και κατακλυσμιαίου τέλους, προσέδωσε, στα μάτια των Αζτέκων, θεϊκές διαστάσεις στους πρωτόγνωρους εισβολείς. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ολόκληροι μήνες και να μεσολαβήσει η σφαγή της Μεγάλης Πυραμίδας, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί, στη συνείδησή τους, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το οριακό σημείο υπήρξε η “Noche Triste” της 30ής Ιουνίου 1520. Με μεγάλη, έστω, χρονική καθυστέρηση, η δυναμική αντίδραση των Αζτέκων έφερε τους αντιπάλους τους στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Οι Ισπανοί κατάφεραν να ανασυνταχθούν αποκλειστικά και μόνο χάρη στη δυνατότητα διαμονής τους, επί ένα και πλέον έτος, στο ασφαλές και φιλόξενο περιβάλλον της Tlaxcala.

Το 1522, ο  Cortés αναγορεύθηκε σε διοικητή της “Νεας Ισπανίας” (“Nueva España”). Επέβαλε τη χριστιανική θρησκεία, απαγόρευσε τις ανθρωποθυσίες, τον τελετουργικό κανιβαλισμό και την κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών, κατεδάφισε τους ναούς των Αζτέκων (συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Πυραμίδας), κατέστρεψε τα είδωλα, εξολόθρευσε τους ιερείς. Εν ολίγοις, η εικονοκλαστική βία υποκατέστησε εκείνη των ανθρωποθυσιών. Η έλευση, το 1525, Φραγκισκανών μοναχών, συνέπεσε με νέο γύρο βίαιου προσηλυτισμού στον Χριστιανισμό. Η κατάργηση της πολυγαμίας επέφερε μεγάλη αναστάτωση στον οικογενειακό ιστό της ντόπιας κοινωνίας, καθώς έριξε στο δρόμο πλήθος από δευτερεύουσες συζύγους με τα παιδιά τους, τα οποία, με το στίγμα του “νόθου”, βρέθηκαν δίχως όνομα και μέλλον. Οι όποιες αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν εμφάνιζαν τους Αζτέκους ως βάρβαρους ειδωλολάτρες. Ήταν η μόνη επαφή με την Ιστορία. Τα κατηχητικά σχολεία, όπου φοιτούσαν γόνοι της παλαιάς άρχουσας τάξης, μετεξελίχθηκαν σε φυτώρια “γενιτσάρων”, σφυρηλατώντας γενιές ολόκληρες νέων ανθρώπων, που προσέφεραν, κατόπιν, τις υπηρεσίες τους στην ισπανική διοίκηση ως υπάλληλοι, πράκτορες και καταδότες. Οι όποιες υπόνοιες περί αντίστασης, εξουδετερώθηκαν ταχύτατα, δια της μεθόδου των ομαδικών εκτελέσεων. Γρήγορα έκανε την εμφάνισή του ένας νέος φυλετικός συνδυασμός, προϊόν επιμειξίας μεταξύ ιθαγενών και κατακτητών. Πρόκειται για μιγάδες (“Mestizo”), κατηγορία, στην οποία ανήκει σήμερα το σύνολο, σχεδόν, του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής.

Η θέση της Μεγάλης Πυραμίδας, σε κεντρικό σημείο της σημερινής Πόλης του Μεξικού.

Το χάος, το οποίο διαδέχθηκε στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχή των ιθαγενών τη βίαιη επιβολή και άσκηση της αποικιακής διοίκησης, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λέξεις. Η συντριβή από την κατάκτηση, οι ξενόφερτες θανατηφόρες επιδημίες (με αιχμές τα έτη 1545-1548, 1581-1586 και 1629-1631), η απάνθρωπη εκμετάλλευση και ο αφανισμός παραδοσιακών αρχών και αξιών συγκροτούν το τετράπτυχο της νέας πραγματικότητας. Ο υψηλός δείκτης αυτοκτονιών από απελπισία ήρθε να συμπληρώσει την ανείπωτη αυτή ανθρώπινη τραγωδία. Ο πέμπτος κύκλος της προφητείας των Αζτέκων προσέλαβε αναπάντεχη μορφή: το πολυαναμενόμενο απότομο τέλος του κόσμου, είχε μετουσιωθεί σε μακρόσυρτο μαρτύριο. Το αγεφύρωτο πολιτισμικό χάσμα και η μετάβαση από την μια εποχή στην άλλη, αποτυπώνονται εύγλωττα, περί τα μέσα του 16ου αιώνα, στα αυθόρμητα λόγια ενός εκχριστιανισθέντος αυτόχθονα: “Η μεγάλη ελευθερία, την οποία απολαμβάνουμε τώρα, [σημ. αναφέρεται προφανώς στο χριστιανικό κήρυγμα, στο ποσοστό που το έχει κατανοήσει και αφομοιώσει] είναι ακόμα πιο τρομακτική, καθώς δεν μας εξαναγκάζει πλέον κανείς να φοβόμαστε ή να σεβόμαστε κανέναν”.³

Η δια νόμου διάκριση μεταξύ Ισπανών και Ινδιάνων (ο όρος “Ινδιάνοι” είχε υιοθετήθεί ήδη από τον 16ο αιώνα υποδεικνύοντας τους αυτόχθονες), καταργήθηκε το 1821, όταν το Μεξικό απέκτησε την ανεξαρτησία του. Θύλακες αυθεντικών απογόνων των Αζτέκων (και όχι μιγάδων) υπήρχαν στις παρυφές της Πόλης του Μεξικού, χονδρικά έως τη δεκαετία του 1940. Με την πάροδο του χρόνου απομηζύθηκαν από τη χοάνη της μεγαλούπολης των 20 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων.

Diego Rivera: Epopeya del pueblo mexicano, τοιχογραφία (1929-1935), Palacio Νacional de Méxicο, México D.F.

The Aztecs: The End of the Aztec Empire

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Hernán Cortés, Letters from Mexico, μετάφραση και επιμέλεια Anthony Pagden, Λονδίνο, 1972.

² Jacques Soustelle, Les Aztèques, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1970, σελ. 120.

³ Serge Gruzinski, The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire, Λονδίνο, Thames and Hudson. 1992, σελ. 106.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berdan, Frances (1982). The Aztecs of Central Mexico: An Imperial Society. Case Studies in Cultural Anthropology. Νέα Υόρκη: Holt, Rinehart & Winston.

Carrasco, David (1999). City of Sacrifice: The Aztec Empire and the Role of Violence in Civilization. Βοστώνη: Beacon Press.

Davies, Nigel (1973). The Aztecs: A History. Λονδίνο: Macmillan.

Díaz del Castillo, Bernal (1963) [1632]. Historia verdadera de la conquista de la Nueva España (Τhe Conquest of New Spain). Penguin Classics. J. M. Cohen (μετάφραση). Χάρμοντσγουορθ, Αγγλία: Penguin Books.

Gibson, Charles. (1964). The Aztecs Under Spanish Rule. Στάνφορντ: Stanford University Press.

Gruzinski, Serge (1992). The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire. Λονδίνο: Thames and Hudson.

Soustelle, Jacques (1961). Daily Life of the Aztecs:On the Eve of the Spanish Conquest. Patrick O’Brian (Μετάφραση). Λονδίνο: Phoenix Press.

Soustelle, Jacques (1970). Les Aztèques. Παρίσι, Presses Universitaires de France.

Townsend, Richard F. (2000). The Aztecs. Λονδίνο: Thames & Hudson.