Skip to main content

Αντώνης Κλάψης: Η Σύμβαση της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών

100 χρόνια από τότε

Αντώνης Κλάψης

Η Σύμβαση της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών

 

Το προσφυγικό κύμα

Ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα, τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήταν η συρροή στα ελληνικά εδάφη εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν, καταδιωκόμενοι από τις κεμαλικές δυνάμεις, τις πατρογονικές τους εστίες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα προσφυγικό ρεύμα είχε δημιουργηθεί. Ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου, οι πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στην Ελλάδα υπολογίζονταν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές σε περίπου 200 χιλιάδες.[1] Η ροή προσφύγων ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ως αποτέλεσμα της υπογραφής της Ανακωχής των Μουδανιών, η οποία προέβλεπε την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες πάνω από 250 χιλιάδες Έλληνες της περιοχής την εγκατέλειψαν, διαβαίνοντας τον ποταμό Έβρο, ο οποίος επρόκειτο να αποτελέσει το χερσαίο ελληνοτουρκικό σύνορο. Την ίδια ώρα, ακόμα περισσότεροι πρόσφυγες από την Ανατολία συνέρρεαν στην Ελλάδα. Τον Νοέμβριο, περίπου 900 χιλιάδες πρόσφυγες βρίσκονταν διάσπαρτοι σε διάφορα σημεία της ελληνικής επικράτειας.[2]

Η κατάσταση των προσφύγων ήταν απελπιστική. Δεν διέθεταν στέγη, αλλά ούτε τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης. Επιπλέον, μαστίζονταν από κάθε λογής μολυσματική ασθένεια. Το ποσοστά θνησιμότητας ήταν συγκλονιστικά, ιδίως ανάμεσα στα μικρότερης ηλικίας παιδιά και στα βρέφη. Κάπως καλύτερα ήταν τα πράγματα μόνο για τους Ανατολικοθρακιώτες, οι οποίοι είχαν εκκενώσει την ιδιαίτερη πατρίδα τους κάτω από την κάλυψη του ελληνικού στρατού, δίχως να υποστούν σφαγή από τα κεμαλικά στρατεύματα. Την τραγική εικόνα των προσφύγων περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο ο ύπατος αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες Φρίντγιοφ Νάνσεν:[3]

[…] οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με τόση σπουδή ώστε δεν διαθέτουν τίποτε άλλο στην κατοχή τους παρά μόνο το ελαφρά καλοκαιρινά ρούχα που φορούν. Χρειάζονται επειγόντως όχι μόνο στέγη αλλά επίσης χειμερινά ρούχα και κουβέρτες που θα τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν τη δριμύτητα του επερχόμενου χειμώνα˙ επίσης δεν διαθέτουν καθόλου χρήματα για την προμήθεια φαγητού.

[…]

Ακόμα κι αν το πρόβλημα του επισιτισμού λυθεί για τους αμέσως προσεχείς μήνες, υπάρχουν κι άλλες δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν, οι οποίες δεν είναι λιγότερο σημαντικές. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες δεν διαθέτουν κατάλληλη στέγη. Η προμήθεια σκηνών, αντίσκηνων και στοιχειωδών οικοδομικών υλικών (ξύλα και στέγαστρα) είναι απολύτως επείγουσα […].

Επιπρόσθετα, μεγάλη ποσότητα ρουχισμού και κουβερτών είναι απαραίτητη έτσι ώστε να μπορέσουν οι πρόσφυγες να ανταποκριθούν στις δυσκολίες των χειμερινών μηνών. Εάν δεν υπάρξει άμεση και σε μεγάλη ποσότητα προμήθεια αυτών των ειδών, είναι βέβαιο ότι πάρα πολλές μητέρες και μικρά παιδιά θα πεθάνουν. Η θνησιμότητα των βρεφών και των μητέρων, των οποίων τα παιδιά έχουν γεννηθεί σε στρατόπεδα προσφύγων τους τελευταίους μήνες, είναι εξαιρετικά μεγάλη.

Επιπλέον, η παρουσία αυτού του μεγάλου αριθμού προσφύγων σε προσωρινούς καταυλισμούς αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης σοβαρών επιδημιών. Σε ορισμένους καταυλισμούς έχει ήδη εμφανιστεί ευλογιά. Σε όλους η δυσεντερία είναι λίγο-πολύ κοινή. Τυφοειδής [πυρετός], χολέρα, και πάνω απ’ όλα, τύφος πρέπει να αναμένονται.

Άφιξη προσφύγων σε κάποιο ελληνικό λιμάνι.

Υπήρχε ακόμα μια προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στον πληθυσμό ανδρών και γυναικών στις παραγωγικές ηλικίες, καθώς πολλοί από τους άνδρες μεταξύ  18 και 45 ετών είχαν συλληφθεί από τις κεμαλικές δυνάμεις και είχαν σταλεί σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Αυτό σήμαινε ότι η επιβίωση του προσφυγικού πληθυσμού καθίστατο ακόμα δυσκολότερη, καθώς από πολλές οικογένειες έλειπαν εκείνοι που μπορούσαν ευκολότερα να εργαστούν και να υποστηρίξουν οικονομικά τα υπόλοιπα συγγενικά τους πρόσωπα.

 

Η απόφαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1922 ξεκίνησαν στη Λωζάννη οι εργασίες της διεθνούς συνδιάσκεψης, η οποία είχε στόχο την κατάληξη σε μια συμφωνία που θα αντικαθιστούσε τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών. Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας τέθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ως προς το προσφυγικό ζήτημα, δεν είχε αυταπάτες. Ήταν πεπεισμένος ότι οι Έλληνες πρόσφυγες δεν επρόκειτο ποτέ να επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες του, καθώς αυτή ήταν η διακηρυγμένη απόφαση της κεμαλικής κυβέρνησης.[4] Ακόμα χειρότερα, ήταν βέβαιο ότι τον δρόμο της προσφυγιάς θα ακολουθούσαν, αργά ή γρήγορα, και εκείνοι οι ελληνικοί πληθυσμοί που δεν είχαν ακόμα αναγκαστεί να εκπατριστούν από τα εδάφη που θα παρέμεναν στα τουρκικά χέρια – περίπου 200 χιλιάδες ψυχές, κυρίως από περιοχές που δεν είχαν αποτελέσει θέατρα πολεμικών επιχειρήσεων κατά την περίοδο 1919-1922. Έτσι, κάτω από την επίδραση των τετελεσμένων γεγονότων που ασφαλώς ευνοούσαν την τουρκική πλευρά, ο Βενιζέλος γρήγορα συνέλαβε την ιδέα της σύναψης μιας συμφωνίας για την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία.[5]

Τις σκέψεις του αυτές ο Βενιζέλος τις διατύπωσε σε επιστολή που απέστειλε στα μέσα Οκτωβρίου του 1922 –πριν την έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο Λονδίνο– στον Νάνσεν. Πρότεινε μάλιστα η έναρξη της διαδικασίας μετακίνησης των πληθυσμών που επρόκειτο να υπαχθούν στη διαδικασία της ανταλλαγής να πραγματοποιούνταν πριν την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης.[6] Πράγματι, ο Νάνσεν, αφενός επηρεασμένος από τις προτάσεις του Βενιζέλου, αφετέρου απογοητευμένος από την αρνητική στάση που επιδείκνυε η Άγκυρα αρνούμενη ουσιαστικά όλες τις διαμεσολαβητικές του πρωτοβουλίες,[7] εισηγήθηκε την ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, η οποία, όπως πίστευε, ανταποκρινόταν στα συμφέροντα τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας. Η ανακοίνωση των συμπερασμάτων του Νάνσεν από τον λόρδο Κώρζον στην Επιτροπή Εδαφικών και Στρατιωτικών Υποθέσεων της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης την 1η Δεκεμβρίου 1922, επισημοποίησε την ιδέα της ανταλλαγής, την οποία άλλωστε  είχαν ήδη αποδεχθεί, πέραν των δύο άμεσα εμπλεκόμενων μερών, και οι Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ.[8]

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Fridtjof Nansen και η κλασσική πραγματεία του Κων/τίνου Σβολόπουλου για την πατρότητα της ιδέας περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών.

Η προοπτική της ανταλλαγής δημιούργησε ισχυρές αντιδράσεις στους κόλπους της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία είχε συγκροτηθεί μετά την επικράτηση της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου». Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, για παράδειγμα, ισχυρός άνδρας της Επανάστασης, διατύπωνε ευθέως τις επιφυλάξεις του σε επιστολή που απηύθυνε προς τον Βενιζέλο [9]

Πρέπει να έχητε υπ’ όψιν, κ. Πρόεδρε, ότι αν δεν εξασφαλισθή η παλινόστησις των προσφύγων εις τας εστίας των, είναι αδύνατον να υπάρξη ησυχία εν Ελλάδι και μετά πεποιθήσεως λέγω ότι εντός ολίγων ετών θα αποσυντεθώμεν ως κράτος και θα καταντήσωμεν οι περίγελοι του κόσμου. Συνεπώς επ’ ουδενί λόγω πρέπει να συγκατατεθώμεν να υπογράψωμεν ανταλλαγήν πληθυσμών».

Έντονες αντιρρήσεις, εξάλλου, προβλήθηκαν και από την πλευρά των Ελλήνων προσφύγων.[10] Την ίδια στιγμή, τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στη μελετώμενη ανταλλαγή εξέφραζαν και αρκετοί Μουσουλμάνοι της Ελλάδας, οι οποίοι επρόκειτο να υπαχθούν σε αυτή τη διαδικασία: «Επί μελετωμένη υπό Διασκέψεως Λωζάννης ανταλλαγή ημών μετά προσφύγων Ελλήνων Θράκης και Μικράς Ασίας», σημείωναν χαρακτηριστικά σε τηλεγράφημά τους προς το ελληνικό Υπουργείο Εσωτερικών οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του Ζυρνόβου του Νομού Δράμας, «διαμαρτυρόμεθα εντόνως κατά τοιαύτης αδικίας μη στέργοντες να εγκαταλείψωμεν την ελληνικήν πατρίδαν υπό την οποίαν εγνωρίσαμεν την προστασίαν της τιμής και της περιουσίας ημών».[11] Ο ίδιος ο Βενιζελος, ωστόσο, όχι μόνο δεν πτοούνταν, αλλά εμφανιζόταν πεπεισμένος για την ανάγκη εφαρμογής της ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, αφού, όπως πίστευε, παρείχε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα στην Ελλάδα: αφενός την απαλλαγή από περίπου 350 χιλιάδες Τούρκους που κατοικούσαν κυρίως στη Μακεδονία, αφετέρου τη διευκόλυνση της εγκατάστασης μεγάλου αριθμού Ελλήνων προσφύγων (πρωτίστως αγροτών) στα σπίτια και στα κτήματα των ανταλλάξιμων Τούρκων.[12]

 

Η Σύμβαση περί Ανταλλαγής

Η Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών υπογράφηκε τελικά από τους εκπροσώπους της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης στη Λωζάννη στις 17/30 Ιανουαρίου 1923, δηλαδή έξι μήνες πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου του ίδιου έτους.[13] Βάσει του πρώτου άρθρου της Σύμβασης, επιβαλλόταν «από της 1ης Μαΐου 1923 […] η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών»,[14] με την πρόσθετη πρόβλεψη ότι οι ανταλλάξιμοι δεν θα είχαν το δικαίωμα επανεγκατάστασης στην Ελλάδα ή στην Τουρκία χωρίς την άδεια της ελληνικής ή της τουρκικής κυβέρνησης, αντίστοιχα. Στην κατηγορία των ανταλλάξιμων συμπεριελήφθησαν και όσα άτομα είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους μετά την 18η Οκτωβρίου 1912,[15] ημερομηνία έναρξης του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Η ιδέα της αμοιβαίας ανταλλαγής των πληθυσμών δεν ήταν καινούργια. Ήδη από το 1914 η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε αποδεχθεί ανάλογες τουρκικές προτάσεις, σε μια προσπάθεια προστασίας του διωκόμενου ελληνικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[16] Σε σύγκριση με τα όσα συμφωνήθηκαν στη Λωζάννη, ωστόσο, υπήρχε μια καθοριστικής σημασίας διαφορά: το 1914 η ανταλλαγή θα είχε το χαρακτήρα εθελούσιας μετανάστευσης, ενώ αντίθετα το άρθρο 1 της Σύμβασης της Λωζάννης καθιστούσε την ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών υποχρεωτική. Η διαφοροποίηση αυτή υπήρξε ασφαλώς αποτέλεσμα της τραγικής πραγματικότητας, καθώς για την πλειοψηφία των χριστιανών κατοίκων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, η «ανταλλαγή» είχε ήδη πραγματοποιηθεί πριν από τη συνομολόγηση της σχετικής Σύμβασης.[17] Αντίθετα, οι περισσότεροι μουσουλμάνοι της Ελλάδας που τελικά περιλήφθηκαν στην κατηγορία των ανταλλάξιμων, εξακολουθούσαν να διαμένουν στις εστίες τους και αναγκάστηκαν να τις εγκαταλείψουν όχι ως συνέπεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων ή άλλων εις βάρος τους διώξεων, αλλά δυνάμει των συμφωνηθέντων στη Λωζάννη.[18] Στις δεδομένες συνθήκες, πάντως, η ανταλλαγή εξυπηρετούσε και μια επείγουσα πρακτική ανάγκη της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς η περίθαλψη και η μετεγκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων θα διευκολυνόταν αποφασιστικά από την περίπου ταυτόχρονη αποχώρηση των μουσουλμάνων από τα ελληνικά εδάφη, έστω κι αν οι πρώτοι σαφώς υπερτερούσαν αριθμητικά των τελευταίων.[19]

Για την επίβλεψη της εφαρμογής της ανταλλαγής, η Σύμβαση προέβλεπε τη σύσταση Μικτής Επιτροπής, αποτελούμενης από τέσσερις Έλληνες, τέσσερις Τούρκους και τρία ουδέτερα μέλη, τα οποία θα επιλέγονταν από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών μεταξύ των υπηκόων των κρατών που δεν συμμετείχαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα οποία θα ασκούσαν εναλλάξ και την προεδρία της Επιτροπής.[20] Στη Μικτή Επιτροπή παραχωρούνταν ευρύτατες αρμοδιότητες, καθώς με ρητή διάταξη του δωδέκατου άρθρου της Σύμβασης, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να λαμβάνει –με απλή πλειοψηφία του συνόλου των μελών της– οποιοδήποτε μέτρο και να επιλύει οποιαδήποτε ζήτημα πρόκυπτε από την εφαρμογή της Σύμβασης.

Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών λόρδος Curzon και οι πρωθυπουργοί της Ιταλίας και της Γαλλίας, Benito Mussolini και Raymond Poincaré στο προαύλιο του ξενοδοχείου Beau Rivage της Λωζάννης (πηγή: Gallica/Bibliothèque Nationale de France).

Στις αρμοδιότητες της Μικτής Επιτροπής συμπεριλαμβανόταν η εκκαθάριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εκατέρωθεν ανταλλάξιμων,[21] καθώς σύμφωνα με το άρθρο 5 της Σύμβασης οι τελευταίοι διατηρούσαν ακέραιο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους. Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, αφού προηγουμένως εξέταζε τους ενδιαφερόμενους, να διατάξει την εκτίμηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους που τελούσε υπό εκκαθάριση[22]. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 διαδικασία, η Επιτροπή όφειλε να παραδώσει σε κάθε ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη δήλωση «[…] αναγράφουσαν το εις αυτόν οφειλόμενον ποσόν εκ της στερήσεως της περιουσίας του, ήτις περιουσία θέλει παραμείνη εις την διάθεσιν της Κυβερνήσεως επί του εδάφους της οποίας αυτή κείται». Παράλληλα, διασφαλιζόταν το δικαίωμα των ανταλλάξιμων να λάβουν από τη χώρα προορισμού τους περιουσία της ίδιας αξίας και φύσεως με αυτήν που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν. Τέλος, το ίδιο άρθρο προέβλεπε ότι εάν κατά τη γενική εκκαθάριση δεν υφίστατο ισοτιμία μεταξύ των αμοιβαίως οφειλόμενων ποσών, η κυβέρνηση που θα βρισκόταν οφειλέτρια θα έπρεπε να καταβάλει στην άλλη τη χρηματική διαφορά. Δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας των Ελλήνων ανταλλαξίμων, αλλά και της αριθμητικής υπεροχής τους έναντι των αντίστοιχων Τούρκων, δημιουργήθηκε στην ελληνική πλευρά η ελπίδα ότι τελικώς θα ελάμβανε από την Τουρκία ένα σημαντικό χρηματικό ποσό ως χρεωστικό υπόλοιπο.[23]

 

 Η Ένατη Δήλωση

Ειδικά ως προς το ζήτημα των περιουσιών, η ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη προέβη σε ειδική Δήλωση την ημέρα της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης («Δήλωσις περί των εν Ελλάδι μουσουλμανικών κτημάτων», 24 Ιουλίου 1923),[24] σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των Μουσουλμάνων, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στις διατάξεις της Σύμβασης της Ανταλλαγής, και οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα, «συμπεριλαμβανομένης της νήσου Κρήτης», πριν από τις 18 Οκτωβρίου 1912 ή διέμεναν ανέκαθεν εκτός της ελληνικής επικράτειας, παρέμεναν άθικτα. Στα άτομα αυτά αναγνωριζόταν επίσης το δικαίωμα της ελεύθερης διάθεσης της ιδιοκτησίας τους, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αναλάμβανε τη ρητή δέσμευση να άρει οποιοδήποτε έκτακτο μέτρο είχε εφαρμοσθεί επί των συγκεκριμένων περιουσιών, όπως επίσης και να επιστρέψει στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους τις προσόδους που τυχόν είχε εισπράξει από την εκμετάλλευση των περιουσιών στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών ως επακόλουθο της διενέργειας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μολονότι η Ένατη Δήλωση, όπως έμεινε γνωστή, έγινε στη βάση της αμοιβαιότητας (με άλλα λόγια αντίστοιχα ευεργετικά μέτρα θα εφαρμόζονταν και στους Έλληνες που είχαν εγκαταλείψει την Τουρκία πριν από την 18η Οκτωβρίου 1912 ή κατοικούσαν πάντα εκτός Τουρκίας), στην πραγματικότητα ενδιέφερε περισσότερο την τουρκική πλευρά, δεδομένου ότι αναφερόταν κυρίως σε κτήματα της Θεσσαλίας και της Κρήτης. Αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που στη Δήλωση συμπεριλήφθηκε ρητώς και η Κρήτη, περιοχή που τυπικά δεν αποτελούσε μέρος της ελληνικής επικράτειας πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Παρά το γράμμα της διατύπωσης, ωστόσο, έγινε δεκτό, κατόπιν της επιμονής της Τουρκίας, ότι η εφαρμογή της Ένατης Δήλωσης επεκτεινόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των λεγομένων «νέων χωρών» (Μακεδονία, Ήπειρος, νησιά βορειοανατολικού Αιγαίου).

Όταν άρχισε η λειτουργία της Μικτής Επιτροπής, οι Τούρκοι επεδίωξαν και τελικά κατόρθωσαν, εν μέρει εξαιτίας και της πλημμελούς αντιμετώπισης του όλου ζητήματος από την ελληνική πλευρά, να αναγνωρισθούν ως δικαιούχοι της Ένατης Δήλωσης ορισμένοι από τους –τουρκικής καταγωγής– μεγαλύτερους κτηματίες τόσο της «παλιάς» όσο και της «νέας» Ελλάδας. Επρόκειτο συνολικά για 119 άτομα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και πρόσωπα που αναμφισβήτητα έπρεπε να θεωρηθούν ως ανταλλάξιμα και κατά συνέπεια μη δυνάμενα να επωφεληθούν από τις ευεργετικές διατάξεις της Ένατης Δήλωσης.[25] Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο αφενός από την αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποδώσει πολλά από τα κτήματα που καλύπτονταν από τις διατάξεις της Ένατης Δήλωσης, αφού αυτά είχαν διατεθεί για την αποκατάσταση των προσφύγων, αφετέρου από το γεγονός ότι τα δικαιώματα αρκετών από τους Τούρκους ωφελούμενους της Ένατης Δήλωσης είχαν εξαγοραστεί –συνήθως έναντι ευτελούς αντιτίμου– από κερδοσκόπους στην Τουρκία, οι οποίοι διατηρούσαν στενές επαφές με πολιτικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να ασκούν πίεση στην τουρκική κυβέρνηση, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω ενίσχυση της αδιαλλαξίας της Άγκυρας.[26]

 

Οι εξαιρέσεις από την ανταλλαγή

Η Σύμβαση της Ανταλλαγής καθιέρωνε δύο σημαντικές εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα της υποχρεωτικής μετανάστευσης των ελληνοτουρκικών πληθυσμών. Έτσι, βάσει του άρθρου 2, στην προβλεπόμενη ανταλλαγή δεν συμπεριλαμβάνονταν αφενός οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, αφετέρου οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Σύμφωνα πάντα με το ίδιο άρθρο, διευκρινιζόταν ότι ως Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θεωρούνταν όλοι οι Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918 στην περιφέρεια της νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, όπως αυτή καθοριζόταν διά σχετικού νόμου του 1912, ενώ στην κατηγορία των μη ανταλλαξίμων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης συμπεριλαμβάνονταν όλοι οι μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι στην περιοχή που βρισκόταν ανατολικά της μεθοριακής γραμμής  η οποία είχε καθορισθεί από τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913).[27] Ταυτόχρονα, η Σύμβαση διασφάλιζε το δικαίωμα όσων περιλαμβάνονταν σε αυτές τις δύο κατηγορίες να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στις εστίες τους και να διαχειριστούν ελεύθερα τις περιουσίες τους (άρθρο 16).[28]

Αν και αρχικά η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη είχε προτείνει την απομάκρυνση όλων των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, επιμένοντας ταυτόχρονα στην παραμονή όλων των μουσουλμάνων στη Δυτική Θράκη, υποχρεώθηκε τελικά, υπό τη συντονισμένη πίεση των δυτικών Δυνάμεων αλλά και των βαλκανικών κρατών, να υποχωρήσει ως προς το πρώτο ζήτημα.[29] Ωστόσο, προκειμένου να αμβλύνει τα αποτελέσματα αυτής της μεταστροφής στην πολιτική της, η Τουρκία επέμεινε, και τελικά πέτυχε, να υιοθετηθεί η αρχή της αριθμητικής ισορροπίας μεταξύ των δύο μειονοτήτων, με συνέπεια να αυξηθεί κατά πολύ ο αριθμός των Κωνσταντινουπολιτών που θεωρήθηκαν ανταλλάξιμοι. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας υπήρξε η δραματική μείωση των Ελλήνων που τελικά παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη: από τους 300.000 πριν από το 1922, μόλις λίγοι περισσότεροι από 100.000 έλαβαν τελικά από τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής των Πληθυσμών πιστοποιητικά εγκατάστασης που επισημοποιούσαν την μη ανταλλαξιμότητά τους, από τους οποίους, μάλιστα, περίπου 30.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι.[30]

Παρά την –τεχνητώς καθορισθείσα– αριθμητική τους ισορροπία, οι δύο μειονότητες διέφεραν ουσιωδώς ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, γεγονός που έμελλε να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό από την ιστορική εξέλιξη των γεγονότων. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ήταν ένας αμιγώς αστικός πληθυσμός, αποτελούμενος σε μεγάλο ποσοστό από εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, οικονομικά ανθηρός, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εύπορα κοινοτικά ιδρύματα κάθε μορφής (εκπαιδευτήρια, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία κ.ο.κ.). Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ήταν σχεδόν αποκλειστικά αγρότες, στενά συνδεδεμένοι με τη γη τους, χωρίς κανένα από τα επιμέρους στοιχεία της ελληνικής μειονότητας. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η ελληνική μειονότητα εμφάνιζε έναν πολύ μεγαλύτερο δυναμισμό από την αντίστοιχη μουσουλμανική, ήταν ταυτόχρονα πολύ πιο ευάλωτη σε ποικίλες άμεσες και έμμεσες πιέσεις (φορολογικές, εκπαιδευτικές, αγορανομικές κλπ.) της τουρκικής διοίκησης, με αποτέλεσμα να αποτελεί εύκολο στόχο.

Μειονοτικό σχολείο στην Ξάνθη

Η ιδιαιτερότητα της θέσης της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης υπογραμμιζόταν από έναν ακόμη παράγοντα: την εκεί παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το ζήτημα του Πατριαρχείου απασχόλησε τη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, είναι δε χαρακτηριστικό ότι μονοπώλησε το ενδιαφέρον στις 20 από τις συνολικά 26 συνεδριάσεις της Υποεπιτροπής Ανταλλαγής των Πληθυσμών. Η τουρκική αντιπροσωπεία στην ελβετική πόλη εμφανίστηκε αποφασισμένη να επιμείνει στην απομάκρυνση του οικουμενικού θρόνου από την ιστορική του έδρα, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι τα ειδικά προνόμια που το Πατριαρχείο απολάμβανε εντός του πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν δυνατόν να συνεχίζουν να του αναγνωρίζονται από τη σεκουλαριστική κεμαλική Τουρκία. Τελικά, με δεδομένη την αντίθεση όλων των υπολοίπων αντιπροσωπειών, η Άγκυρα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, δεσμευόμενη να διατηρήσει το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, υπό τον όρο όμως ότι το τελευταίο θα απέβαλε όλες τις μη εκκλησιαστικές αρμοδιότητες που έως τότε διατηρούσε.[31] Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό της αδύναμης διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας το γεγονός ότι η προφορική τουρκική υπόσχεση δεν αποτυπώθηκε και γραπτώς ούτε στη Σύμβαση της Ανταλλαγής, ούτε στη μεταγενέστερη Συνθήκη Ειρήνης.[32]

Αν και σιωπούσε ως προς το ιδιαίτερο ευαίσθητο –τουλάχιστον από συναισθηματική  και συμβολική άποψη– ζήτημα του Πατριαρχείου, η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923) περιέλαβε ορισμένες σημαντικές ρυθμίσεις σχετικά με τις μη μουσουλμανικές μειονότητες που θα εξακολουθούσαν να διαμένουν εντός των ορίων της τουρκικής επικράτειας. Οι προβλέψεις αυτές, που ενσωματώθηκαν στα άρθρα 37–44, αποτέλεσαν το νομικό πλαίσιο προστασίας των εν λόγω μειονοτήτων,[33] και ειδικότερα της ελληνικής, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι η Σύμβαση της Ανταλλαγής δεν έθιξε αυτά τα θέματα. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό ότι το πλέγμα προστασίας των μειονοτήτων που καθιερωνόταν από τη Συνθήκη της Λωζάννης τελούσε υπό την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών (άρθρο 44).[34]

 

Τα Σεπτεμβριανά του 1955. Ολέθρια δοκιμασία για την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης.

Επίλογος

Η Σύμβαση της Ανταλλαγής ουσιαστικά επικύρωσε το οδυνηρό τετελεσμένο του ξεριζωμού εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, δίνοντας παράλληλα το έναυσμα για την αναγκαστική μετακίνηση ακόμα 190 χιλιάδων, οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν αποφύγει τον εκπατρισμό.[35] Έτσι, συνολικά περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες βρήκαν τελικά καταφύγιο στην Ελλάδα,[36] παίρνοντας τη θέση των περίπου 355 χιλιάδων μουσουλμάνων που εγκατέλειψαν τα ελληνικά εδάφη με προορισμό την Τουρκία.[37] Το –αναμφίβολα σκληρό για όσους υπάχθηκαν σε αυτή– μέτρο της υποχρεωτικής ανταλλαγής άλλαξε οριστικά την ανθρωπογεωγραφία στις δύο πλευρές του Αιγαίου.[38] Για την Ελλάδα, η ανταλλαγή είχε μία ακόμα σημαντική συνέπεια: συνέβαλε αποφασιστικά στην εθνική ομογενοποίηση των βόρειων ελληνικών επαρχιών. Η εγκατάσταση στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη μεγάλου αριθμού προσφύγων από  τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη πύκνωσε κατά πολύ το ελληνικό στοιχείο: η συνεισφορά τους έκτοτε σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας υπήρξε καθοριστική. Από την άλλη, η υπογραφή της Σύμβασης της Λωζάννης δεν αποτέλεσαν παρά μόνο την αρχή μιας άλλης κολοσσιαίων διαστάσεων διαδικασίας: της αποκατάστασης των προσφύγων στις νέες τους πατρίδες.

Η ίδια η εφαρμογή της Σύμβασης προσέκρουσε σε αρκετά εμπόδια, πρωτίστως ως προς ζητήματα που άπτονταν αφενός των ανταλλάξιμων περιουσιών, αφετέρου του προσδιορισμού των ατόμων που υπάγονταν στις εξαιρέσεις της ανταλλαγής (Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης). Ήδη από τις αρχές του 1924 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία με σκοπό τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων. Ωστόσο, η επίλυση των προβλημάτων αποδείχθηκε διαδικασία περίπλοκη και χρονοβόρα. Τελικά, μόλις τον Ιούνιο του 1930 κατέστη δυνατή η κατάληξη σε οριστική συμφωνία, η οποία έκλεισε τον κύκλο των εκατέρωθεν αμφισβητήσεων.[39]

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας [στο εξής: ΔΙΑΥΕ], 1922, ΚΤΕ/1.2, Γιαννόπουλος προς Στρέιτ, αρ. 65276, Αθήνα, 9 Σεπτεμβρίου 1922.

[2] League of Nations, Official Journal, Ιανουάριος 1923, σ. 133.

[3] Στο ίδιο, σ. 133-134.

[4] Βλ. ενδεικτικά Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής: ΑΕΒ], 173/φάκ. 269, Βενιζέλος προς Κεπετζή, Λωζάννη, 14 Ιανουαρίου 1923. Για την άρνηση της τουρκικής κυβέρνησης να επιτρέψει την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους βλ. επίσης Αρχείο Ιωάννη Πολίτη (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής: ΑΙΠ], 228/φάκ. 12, «Παρατηρήσεις επί του Υπομνήματος της Τουρκικής Αντιπροσωπείας της 20στής Ιανουαρίου 1923, του αφορώντος εις τας πολεμικάς ζημίας», [Λωζάννη], [25 (;) Ιανουαρίου 1923]· «Υπόμνημα επί των πολεμικών ζημιών Ελλάδος – Τουρκίας», Λωζάννη, 20 Δεκεμβρίου 1923.

[5] Γενικότερα για την ανταλλαγή των πληθυσμών βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σ. 93-120· Τh. P. Kiosseoglou, L’échange forcé des Mmnorités daprès le Traité de Lausanne (Νανσύ: Imprimmerie Nancéienne, 1926)· Alexandre Emm. Deved, L’échange obligatoire des minorités grecques et turques en vertu de la Convention de Lausanne (Παρίσι: Pierre Bossuet, 1929)· Kalliopi K. Koufa & Constantinos Svolopoulos, «The compulsory exchange of populations between Greece and Turkey: the Settlement of Minority Questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its Impact on Greek–Turkish Relations», στο: P. Smith, K. Koufa & A. Seppan (επιμ.), Ethnic Groups in International Relations (Νέα Υόρκη: European Science Foundation – New York University Press, 1991), σ. 275-308 · J. A. Petropoulos, «The compulsory exchange of populations. Greek-Turkish Peacemaking, 1922-1930», Byzantine and Modern Greek Studies, 2 (1976), σ. 135-160· Γιάννης Πετρόπουλος, «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Eλληνοτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», στο: Θ. Βερέμης & Γ. Γουλιμή (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Κοινωνία – Οικονομία – Πολιτική στην εποχή του (Αθήνα: Γνώση, 1989), σ. 439–473. Για μία νομική θεώρηση της διαδικασίας ανταλλαγής βλ. Stélio Séfériades, «L’échange des populations», Académie de Droit International, Recueil des Cours, 4 (1928), σ. 311-437.

[6] ΑΕΒ, 173/φάκ. 268, Βενιζέλος προς Νάνσεν, [Λονδίνο], 17 Οκτωβρίου 1922.

[7] Τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Νάνσεν στη συνεννόηση με τις κεμαλικές Αρχές περιέγραφε ο ίδιος σε λεπτομερή έκθεση που συνέταξε στις 15 Νοεμβρίου 1922˙ βλ. League of Nations, Official Journal, Ιανουάριο 1923, σ. 126-129.

[8] Stephen P. Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (Νέα Υόρκη: Macmillan, 1932), σ. 335-344. Ειδικότερα για τις πρωτοβουλίες του Νάνσεν βλ. League of Nations, Official Journal, Ιανουάριος 1923, σ. 126-132· League of Nations, Official Journal, Μάρτιος 1923, σ. 383-384.

[9] ΑΕΒ, 173/φάκ. 319, Πλαστήρας προς Βενιζέλο, Αθήνα, 30 Δεκεμβρίου 1922.

[10] Βλ. ενδεικτικά ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Συνεφιάς, Ψαλτώφ, Αργυρόπουλος, Δαμασκηνός, Πουλίδης, Χατζηιωάννου, Μάρκελλος, Σπυρίδης, Κωνσταντιλιέρης, Κυριακίδης, Τενεκίδης, Σαΐντ, Χασσάν και Σιβασλί προς Βενιζέλο, Αθήνα, 22 Ιανουαρίου 1922· ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Κυριακίδης προς Βενιζέλο (επιστολή), Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1922· ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Επιτροπή Μικρασιατών Προσφύγων προς Βενιζέλο, Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1922· ΑΕΒ, 173/φάκ. 320, Κυριακίδης προς Βενιζέλο, Αθήνα, 3/16 Φεβρουαρίου 1923.

[11] ΔΙΑΥΕ, 1923, 18.4, Επιτροπή Οθωμανών Περιφερείας Υποδιοικήσεως Ζυρνόβου προς Υπουργείο Εσωτερικών, Προσοτσάνη, [Ιανουάριος 1923]

[12] ΑΕΒ, 173/φάκ. 269, Βενιζέλος προς Κυριακίδη (επιστολή), Λωζάννη, 26 Ιανουαρίου 1923. Πρβλ. Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Ελευθερίου Βενιζέλου. Τα κείμενα, τ. 3 (Αθήναι: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 285-286.

[13] Η Σύμβαση της Ανταλλαγής, εξάλλου, διαφοροποιούνταν από τη Συνθήκη Ειρήνης και από την άποψη των συμβαλλομένων μερών: η μεν πρώτη ήταν διμερής, με μοναδικούς συμβαλλόμενους την Ελλάδα και την Τουρκία, η δε δεύτερη πολυμερής. Το πλήρες κείμενο της Σύμβασης της Ανταλλαγής παρατίθεται στην έκδοση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1923), σ. 65-69.

[14] Δεδομένου, πάντως, ότι η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης δεν υπογράφηκε παρά μόνο στις 24 Ιουλίου 1923, Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν ότι η διαδικασία της ανταλλαγής που προβλεπόταν από το άρθρο 1 της σχετικής Σύμβασης της Λωζάννης, θα ξεκινούσε την 1η Μαΐου του 1924, αν και –για διάφορους λόγους– υπήρξαν περιπτώσεις ατόμων και από τις δύο πλευρές που ανταλλάχθηκαν πριν από αυτή την ημερομηνία (εννοείται ότι στην κατηγορία αυτή δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης είχαν ήδη –υπό ανώμαλες συνθήκες– καταστεί πρόσφυγες)· βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 420, 424-428.

[15] Άρθρο 3.

[16] Yannis G. Mourelos, «The 1914 persecutions and the first attempt at an exchange of minorities between Greece and Turkey», Balkan Studies, 26 (1985), σ. 389-413· Ladas, The exchange of minorities, σ. 20-23· Dimitri Pentzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact on Greece (Λονδίνο: Hurst, 2002), σ. 55-56.

[17] Το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε με δηλώσεις του ο ίδιος ο Βενιζέλος· βλ. Le Messager d’Athènes, 6 Ιουλίου 1923.

[18] ΑΙΠ, 228/φάκ. 14, Πολίτης προς Ρέντη, αρ. 7212, [Κωνσταντινούπολη], 14 Οκτωβρίου 1925.

[19] Στην επιστολή που απηύθυνε στον Νάνσεν στις 17 Οκτωβρίου 1922, ο Βενιζέλος επισήμαινε χαρακτηριστικά: «Το έργον της αμέσου και προχείρου στεγάσεως τόσων μυριάδων προσφύγων είναι ίσως το πλέον δυσεπίλυτον. Η άμεσος ανταλλαγή των πληθυσμών τούτων προς τους εν Ελλάδι οικούντας Τούρκους, ανερχομένους εις 350.000 περίπου θα μετριάση αισθητώς την δυσχέρειαν του προβλήματος τούτου. Είναι λοιπόν ανάγκη να πεισθή ο Μ[ουσταφά] Κεμάλ όπως συναινέση από τούδε εις την άμεσον μεταφοράν των εν Ελλάδι Τούρκων. […] Εις τας οικίας των εν Ελλάδι Μουσουλμάνων θα ειμπορέσουν να εγκατασταθούν προσωρινώς τουλάχιστον με πολλύν βέβαια συνωστισμόν πλέον του ημίσεως εκατομμυρίου Χριστιανών προσφύγων»· βλ. ΑΕΒ, 173/φάκ. 268, Βενιζελος προς Νάνσεν, [Λονδίνο], 17 Οκτωβρίου 1922. Πρβλ. ΔΙΑΥΕ, 1922, 88.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 3435, Λονδίνο, 17 Οκτωβρίου 1922· ΔΙΑΥΕ, 1923, 2.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 375, Λωζάννη, 25 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1922·  ΔΙΑΥΕ, 1923, 2.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, άν. αρ., Λωζάννη, 9/22 Ιανουαρίου 1923. Βλ. επίσης Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, 1919-1940, τ. 3 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1994), σ. 242, Βενιζέλος προς Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο, αρ. 344/6204, Λωζάννη, 24 Νοεμβρίου/7 Δεκεμβρίου 1922, όπου ο Βενιζέλος σημείωνε χαρακτηριστικά: «Διαπραγματευόμενον μέτρον [ανταλλαγής πληθυσμών] αποσκοπεί την δι’ απομακρύνσεως Οθωμανών από λοιπά μέρη Ελλάδος εξεύρεσιν εστιών διά Έλληνας Μικράς Ασίας και Θράκης άλλως τε εξωσθέντας ή μεταναστεύσαντας ήδη». Ως προς το ίδιο θέμα βλ. ακόμα ΑΕΒ, 173/φάκ. 269, Βενιζέλος προς Κυριακίδη (επιστολή), Λωζάννη, 26 Ιανουαρίου 1923. Πρβλ. Στεφάνου, Ελευθερίου Βενιζέλου, σ. 286. Τις διαπιστώσεις αυτές επιβεβαίωνε λίγα χρόνια αργότερα και πάλι ο Κρητικός πολιτικός, ο οποίος δήλωνε στις 12 Οκτωβρίου 1930: «Συνήψαμεν την συνθήκην της Λωζάννης και μη δυνάμενοι να κάμωμεν άλλως εδέχθημεν και την επιβληθείσαν έξωσιν του ελληνικού στοιχείου, ζητήσαντες μόνον ως αντάλλαγμα ν’ απομακρυνθή και το τουρκικόν στοιχείον από την Ελλάδα, όχι διότι είχομεν παράπονα κατ’ αυτού, αλλά διά να διευκολυνθή η αποκατάστασις των μυριάδων του προσφυγικού κόσμου, ο οποίος ήλθεν εις την Ελλάδα»· βλ. Ελεύθερον Βήμα, 13 Οκτωβρίου 1930. Η σημασία που απέδιδε ο Βενιζέλος στο ζήτημα της όσο το δυνατόν ταχύτερης απομάκρυνσης των μουσουλμάνων από την Ελλάδα ως μέσο για την επιτάχυνση της προσφυγικής αποκατάστασης, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν απέκλειε την ανάληψη μονομερούς –σε περίπτωση αποτυχίας κατάληξης σε συμφωνία με την Άγκυρα– δράσης εκ μέρους της Αθήνας προκειμένου να την εφαρμόσει στην πράξη, όπως αποκάλυπτε στον ίδιο τον Νάνσεν: «Ίσως εν αποτυχία των λοιπών ανωτέρας τάξεως επιχειρημάτων σας, θα ηδύνασθε να υποδείξετε εις Μ[ουσταφά] Κεμάλ ότι αν δεν συναινέση εις την μετανάστευσιν ταύτην των εν Ελλάδι Τούρκων, η Ελληνική Κυβέρνησις υπό την πίεσιν της αδηρίτου ανάγκης θα αναγκασθή πιθανώς να επιβάλη εις τους επί του εδάφους [της] Τούρκους την μετανάστευσιν ταύτην»· βλ. ΑΕΒ, 173/φάκ. 268, Βενιζελος προς Νάνσεν, [Λονδίνο], 17 Οκτωβρίου 1922. Πρβλ. ΔΙΑΥΕ, 1922, 88.2, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 3435, Λονδίνο, 17 Οκτωβρίου 1922.

[20] Άρθρο 11. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 7 Ιουλίου 1927, μετά από κοινή μεταξύ τους συμφωνία, η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισαν τη μείωση των αντιπροσώπων τους στη Μικτή Επιτροπή από τέσσερα σε δύο άτομα για κάθε χώρα. Έτσι, από εκείνη την ημέρα  η Μικτή Επιτροπή περιλάμβανε συνολικά επτά (δύο Έλληνες, δύο Τούρκους και τρεις ουδέτερους) και όχι ένδεκα μέλη όπως προέβλεπε η Σύμβαση της Λωζάννης· βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 356.

[21] Άρθρο 12.

[22] Άρθρο 13.

[23] Την προσδοκία αυτή περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο λίγα χρόνια αργότερα ο έγκριτος αντιβενιζελικός δημοσιογράφος και εκδότης της Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος: «Προχείρως όμως ηδύνατο και από τον πλέον αναρμόδιον άνθρωπον να γίνη μία εκτίμησις των εγκαταλειφθεισών περιουσιών: Όταν από ένα τόπον φεύγουν εν και ήμισυ εκατομμύριον άνθρωποι και καταλείπουν εκεί τας περιουσίας των και από ένα άλλον τόπον φεύγουν τριακόσιαι χιλιάδες άνθρωποι και κάμνουν το ίδιον, ποίων αι περιουσίαι θα είνε εν συνόλω ανώτεραι; των τριακοσίων χιλιάδων ή του ενός και ημίσεος εκατομμυρίου; Φυσικά, των δευτέρων. Ετέθη λοιπόν ως τι αναντίρρητον και ακλόνητον ότι αι ελληνικαί περιουσίαι ήσαν –και ήσαν– ασυγκρίτως μεγαλείτεραι από τας Τουρκικάς και ότι όταν ποτέ γίνη η διπλή εκκαθάρισις θα λάβωμεν ημείς, διά να δώσωμεν εις τους πρόσφυγας, το υπόλοιπον από την Τουρκίαν»· βλ. Η Καθημερινή, 15 Ιουνίου 1930. Ανάλογη εκτίμηση διατυπώνεται σε έγγραφο που σώζεται στο ΑΙΠ, 228/φάκ. 14: «Οπωσδήποτε και αν εκτιμηθούν αι ανταλλάξιμοι κινηταί και ακίνηται περιουσίαι η υπέρ ημών διαφορά θα είναι μεγίστη. Τούτο καταφαίνεται πρώτον εκ του πενταπλασίου και πλέον αριθμού του πληθυσμού των ανταλλαξίμων Ελλήνων απέναντι των ανταλλαξίμων Τούρκων, δεύτερον εκ της μεγαλειτέρας οικονομικής ανθηρότητος των Ελλήνων, τρίτον εκ της μεγάλης αξίας και των εγκαταλειφθεισών συνάμα κινητών ελληνικών περιουσιών, οίας οι τούρκοι δεν εγκατέλειψαν εν Ελλάδι, και τέταρτον εκ της ελλείψεως γαιών και οικημάτων προς εγκατάστασιν των ελλήνων προσφύγων και της δαπάνης δεκάδων εκατομμυρίων λιρών στερλινών υπό του Ελλ. Κράτους προς εγκατάστασιν τούτων, ενώ η Τουρκική Κυβέρνησις ου μόνον ουδεμίαν δαπάνην υπέστη διά την εγκατάστασιν των Τούρκων προσφύγων ένεκα της αφθονίας των εγκαταλειφθεισών εν Τουρκία ελληνικών κτημάτων αλλά και πολλά τούτων κατεδαφίζουν, άλλα πωλεί και ενθυλακώνει το αντίτιμον και άλλα εσφετερίσθησαν οι κατά τόπους και χωρία Τούρκοι προύχοντες, τας δε κινητάς ελληνικάς περιουσίας πάσας: εμπορεύματα, έπιπλα, πολύτιμα αντικείμενα κλπ. αξίας πολλαπλασίας της των ελληνικών κτημάτων εσφετερίσθη προς όφελός της»· βλ. ΑΙΠ, 228/φάκ. 14, Νεόφυτος, «Ο απολογισμός των εργασιών της Μικτής Ελληνοτουρκικής Επιτροπής και η εκ τούτου ενδεικνυομένη πορεία» Αθήνα, 16 Αυγούστου 1927. Στο ίδιο έγγραφο, πάντως, σημειωνόταν ότι προκειμένου η διαφορά των εκατέρωθεν περιουσιών να είναι πράγματι σημαντικά μεγαλύτερη υπέρ της Ελλάδας θα έπρεπε να υπολογιστεί οπωσδήποτε η αξία των κινητών που ανήκαν σε Έλληνες ανταλλάξιμους.

[24] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη, σ. 75.

[25] ΔΙΑΥΕ, 1929, Β/68, Τσαμαδός, «Εγκύκλιος προς απάσας τας Πρεσβείας», αρ. 13076, Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 1929· ΔΙΑΥΕ, 1929-1930, Β/68/Ι, Τσαμαδός προς Μιχαλακόπουλο, [Αθήνα], 20 Νοεμβρίου 1929. Για το γεγονός ότι η Μικτή Επιτροπή αποδέχθηκε την επέκταση της εφαρμογής της Ένατης Δήλωσης σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και όχι μόνο στα εδάφη που συμπεριλαμβάνονταν στο ελληνικό κράτος πριν τον Οκτώβριο του 1912 βλ. ΑΙΠ, 228/φάκ. 14, Πολίτης προς Ρέντη, αρ. 7072, [Κωνσταντινούπολη], 24 Σεπτεμβρίου 1925. Πρβλ. ΔΙΑΥΕ, 1926, 60.1, Πολίτης προς Ρούφο (έκθεση), Αθήνα, 19 Μαρτίου 1926. Αντίγραφο του ίδιου εγγράφου υπάρχει στο ΑΙΠ, 228/φάκ. 14.

[26] Foreign Office (Public Record Office), 371/14391, C 5972/5972/19, Ράμσαιη προς Χέντερσον, «Annual Report, 1929», αρ. 77, Αθήνα, 16 Ιουλίου 1930.

[27] Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν με βάση το άρθρο 14 της μεταγενέστερης Συνθήκης Ειρήνης και οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, στους οποίους, μάλιστα, παραχωρήθηκε ειδικό καθεστώς ευρείας τοπικής αυτονομίας, το οποίο, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόσθηκε στην πράξη από τουρκικής πλευράς. Για το ιστορικό των κατοπινών εξελίξεων στα δύο νησιά βλ. Alexis Alexandris, «Imbros and Tenedos: A study of Turkish attitudes toward two ethnic Greek island communities since 1923», Journal of the Hellenic Diaspora, 7 (1980), σ. 5-21.

[28] Οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 16 της Σύμβασης της Ανταλλαγής είχαν ως εξής: «Ουδέν εμπόδιον θέλει παρεμβληθή διά την παρά των κατοίκων, των δυνάμει του άρθρου 2 εξαιρουμένων της ανταλλαγής περιοχών, ελευθέραν άσκησιν του δικαιώματος αυτών όπως παραμείνωσιν εκεί ή επιστρέψωσιν και απολαμβάνωσιν ακωλύτως της ελευθερίας των και των δικαιωμάτων αυτών ιδιοκτησίας εν Τουρκία και εν Ελλάδι».

[29] Alexis Alexandris, The Greek minority of Istanbul and Greek-Turkish relations, 1918-1974 (Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 21992), σ. 86. Παράλληλα, απορρίφθηκε και η τουρκική απαίτηση διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη· βλ. Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2001), σ. 306, και Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923 (Αθήνα: Gutenberg, 1997), σ. 211-212. Αξίζει να σημειωθεί ότι απαντώντας στο τουρκικό αίτημα, ο Βενιζέλος τόνισε μεταξύ άλλων ότι η εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού της εν λόγω περιοχής είχε μεταβληθεί σημαντικά μετά την εισροή χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να υπερτερούν αριθμητικά στη Δυτική Θράκη· βλ. Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη, σ. 212 (υποσημ. 8). Πρβλ. Στεφάνου, Ελευθερίου Βενιζέλου, σ. 259.

[30] Αλέξης Αλεξανδρής, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, 1925-1955», στο: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, 1923-1987 (Αθήνα: Γνώση, 1988) σ. 38-39.

[31] Για τις διαπραγματεύσεις της Λωζάννης σχετικά με το ζήτημα του Πατριαρχείου βλ. αναλυτικότερα Alexandris, The Greek minority, σ. 87-95· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού Ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σσ. 125-130. Ειδικότερα για τις τουρκικές θέσεις και τη μεταστροφή τους λόγω των διεθνών πιέσεων που ασκήθηκαν στην Άγκυρα βλ. Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, σ. 263-264, Κακλαμάνος προς Αλεξανδρή, αρ. 471/14167, Λωζάννη, 2/15 Δεκεμβρίου 1922· σ. 268-269, Κακλαμάνος προς Αλεξανδρή, αρ. 496/14211, Λωζάννη, 4/17 Δεκεμβρίου 1922· σ. 352-353, Κακλαμάνος προς Αλεξανδρή, αρ. 790/15153, Λωζάννη, 28 Δεκεμβρίου 1922/10 Ιανουαρίου 1923. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη, ο Βενιζέλος, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Τουρκίας για την παραμονή του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, δεσμεύτηκε προφορικά ενώπιον του Ισμέτ ότι η ελληνική κυβέρνηση θα φρόντιζε να απομακρυνθεί από τον Οικουμενικό Θρόνο ο εν ενεργεία από το Δεκέμβριο του 1921 Πατριάρχης Μελέτιος Δ΄ (κατά κόσμο Μεταξάκης), τον οποίο η Άγκυρα θεωρούσε ανεπιθύμητο εξαιτίας της δράσης του κατά τη διάρκεια της διασυμμαχικής κατοχής της Κωνσταντινούπολης. Παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, ο Μελέτιος αναγκάστηκε τελικά τον Ιούλιο του 1923 να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανακοίνωσε επίσημα την παραίτησή του, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη διαδοχή του, η οποία θα πραγματοποιηθεί δύο μήνες αργότερα με την εκλογή ως νέου Πατριάρχη του Γρηγόριου Ζ΄ (κατά κόσμο Ζερβουδάκη).

[32] Για τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης βλ. εν συντομία Th. Agnides, The Ecumenical Patriarchate of Constantinople in the light of the Treaty of Lausanne (Νέα Υόρκη: χ.ε., 1964).

[33] Βάσει αυτών των διατάξεων, η τουρκική κυβέρνηση αναλάμβανε την υποχρέωση να παρέχει σε όλους τους κατοίκους της χώρας πλήρη και απόλυτη προστασία της ζωής και της ελευθερίας τους «[…] αδιακρίτως γεννήσεως, εθνικότητος, γλώσσης, φυλής ή θρησκείας» (άρθρο 38). Ταυτόχρονα, διασφαλιζόταν η ανεξιθρησκία (άρθρο 38), η ισότητα των πολιτών –ανεξαρτήτως θρησκεύματος– έναντι του νόμου (άρθρο 39), η ακώλυτη χρησιμοποίηση των μειονοτικών γλωσσών (άρθρο 39), καθώς και το δικαίωμα των μειονοτήτων να συντηρούν σχολεία και κάθε είδος φιλανθρωπικό, θρησκευτικό ή κοινωφελές ίδρυμα (άρθρο 40). Επιπλέον, η τουρκική κυβέρνηση δεσμευόταν να διευκολύνει τη διδασκαλία των μειονοτικών γλωσσών (άρθρο 41), να λάβει τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε τα ζητήματα που αφορούσαν στην οικογενειακή ή προσωπική κατάσταση των ατόμων που ανήκαν σε μειονότητες να διευθετούνται σύμφωνα με τα έθιμα αυτών των μειονοτήτων (άρθρο 42), να παρέχει προστασία στα μειονοτικά θρησκευτικά ιδρύματα και να μην παρεμποδίζει την ίδρυση ανάλογων ιδρυμάτων –συμπεριλαμβανομένων και των φιλανθρωπικών– (άρθρο 42), ενώ τέλος τα μέλη των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων απαλλάσσονταν από την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης που αποτελούσε παράβαση της πίστης ή των θρησκευτικών τους εθίμων (άρθρο 43). Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι με ρητή διάταξη του άρθρου 45, όλα τα δικαιώματα  που αναγνωρίζονταν στις μη μουσουλμανικές μειονότητες που διαβιούσαν στην Τουρκία, αναγνωρίζονταν επίσης και από την Ελλάδα στις μουσουλμανικές μειονότητες που περιλαμβάνονταν στην ελληνική επικράτεια.

[34] Γενικότερα για το ζήτημα της προστασίας των μειονοτήτων στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών βλ. La S.D.N. et la protection des minorités de race, de langue et de religion (Γενεύη: Éditions de la S.D.N., 1927), και P. de y Florez Αzcarate, League of Nations and National Minorities (Ουάσιγκτον: Carnegie Endowment for International Peace, 1945). Bλ. ακόμα Jacques Fouques-Duparc, La protection des minorités de race, de langue et de religion (Παρίσι: Librairie Dalloz, 1922), και Athanase Moskov, La garantie internationale en droit des minorités (Παρίσι: χ.ε., 1936).

[35] Σύμφωνα με τα στοιχεία της Μικτής Επιτροπής, ο αριθμός των Ελλήνων που μετακινήθηκαν μετά την υπογραφή και την εφαρμογή της Σύμβασης της Ανταλλαγής ανήλθε σε 189.916 και αναλυόταν ως εξής:

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Μερσίνας (1924-1925)

 

50.124

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Σαμψούντας (1924)

 

38.164

 

Από τη Σμύρνη χωρίς την παρέμβαση της Μικτής Επιτροπής

 

2.500

 

Από τις Σαράντα Εκκλησιές

 

1.117

 

Σύνολο

 

189.916

 

Βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 438.

[36] Σύμφωνα με τα στοιχεία της γενικής απογραφής πληθυσμού που διενεργήθηκε τον Μάιο του 1928, ο αριθμός των προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ανερχόταν σε 1.017.794. Υπήρχαν ακόμα 86.422 πρόσφυγες που είχαν φτάσει στην Ελλάδα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των προσφύγων ήταν 1.104.216:

Τόπος προέλευσης

 

Πριν από τη

Μικρασιατική Καταστροφή

 

Μετά τη

Μικρασιατική Καταστροφή

Σύνολο

 

Μικρά Ασία

 

37.728

589.226

626.954

 

Πόντος

 

17.528

164.641

182.169

 

Ανατολική Θράκη

 

27.057

229.578

256.635

Κωνσταντινούπολη

 

4.109

34.349

38.458

 

Σύνολο

 

86.422

1.017.794

1.104.216

 

Βλ. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928. Ι. Πραγματικός και νόμιμος πληθυσμός – Πρόσφυγες (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1935), σ. μστ΄.

[37] Σύμφωνα με τα στοιχεία της Μικτής Επιτροπής, ο αριθμός των μουσουλμάνων που μετακινήθηκαν μετά την υπογραφή και την εφαρμογή της Σύμβασης της Ανταλλαγής ανήλθε σε 355.635 και αναλυόταν ως εξής:

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Θεσσαλονίκης (1923-1924) 109.577

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής του Ρεθύμνου (1923-1924) 13.797

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής των Χανίων (1923-1924) 8.142

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Δράμας (1923-1924) 76.047

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Καβάλας (1923-1924) 45.527

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Κοζάνης (1923-1924) 26.623

 

Από την Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα (1924) 34.653

 

Με τη φροντίδα της Υποεπιτροπής της Ηγουμενίτσας (1925) 2.989

 

Από τη Λέσβο χωρίς την παρέμβαση της Μικτής Επιτροπής 7.500

 

Σύνολο 355.635

Βλ. Ladas, The exchange of minorities, σ. 438-439.

[38] Antonis Klapsis, «Violent Uprooting and Forced Migration: A Demographic Analysis of the Greek Populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50.4 (2014), σ. 622-639.

[39] Αντώνης Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο της 10ης Ιουνίου 1930: ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Σύμβασης της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών (Χανιά/Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Μελετών και Ερευνών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» – Ι. Σιδέρης, 2010).

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Frédéric Guelton Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου Μέρος B΄: Επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου” (17 Ιανουαρίου – 28 Φεβρουαρίου 1991)

Frédéric Guelton

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου

Μέρος B΄: Επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου”

(17 Ιανουαρίου – 28 Φεβρουαρίου 1991)

 

Ο συσχετισμός των δυνάμεων στις 15 Ιανουαρίου

Με την εκπνοή της προθεσμίας του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (15 Ιανουαρίου 1991) και ενώ τα στρατεύματα του συμμαχικού συνασπισμού βρίσκονταν επί ποδός πολέμου, ο συσχετισμός των δυνάμεων στο επιχειρησιακό θέατρο ήταν εμφανώς ευνοϊκός γι’ αυτά. Έμελλε να βελτιωθεί παραπάνω στη διάρκεια της φάσης των αεροπορικών επιδρομών, καθότι στόχος των τελευταίων ήταν η μείωση κατά 50% της μαχητικής ετοιμότητας των ιρακινών δυνάμεων κατοχής του Κουβέιτ. Η μέση αναλογία υπέρ του συνασπισμού ήταν της τάξεως του 1,6 προς 1. Κατά περίπτωση, ωστόσο, παρουσίαζε διακυμάνσεις (2,7 προς 1 προς όφελος του αμερικανικού 7ου Σώματος Στρατού, επιφορτισμένου με την αποστολή της εξουδετέρωσης της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς, 1,3 προς 1 σε βάρος των μονάδων του κεντρικού τομέα, οι οποίες και θα αναλάμβαναν την επίθεση προς βορρά). Οι παραπάνω αναλογίες είναι σχετικές στο ποσοστό που δεν αντικατοπτρίζουν τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των εμπολέμων.

Την παραμονή της έναρξης των εχθροπραξιών, ο ιρακινός στρατός παρέμενε υπολογίσιμος. Οι αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών (Defense Intelligence Agency – DIA) εκτιμούσαν ότι οι δυνάμεις κατοχής του Κουβέιτ ανέρχονταν σε 540.000 άνδρες, 4.200 άρματα μάχης, 2.800 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και 3.100 πυροβόλα.[1] Διέθεταν, τόσο επιτόπου όσο και στο νότιο Ιράκ, αποθέματα για έναν μήνα σφοδρών συγκρούσεων. Οι συστοιχίες των πυραύλων Scud αποτελούσαν μόνιμη απειλή καθότι ήταν μετακινούμενες και δύσκολα εντοπιζόμενες, το δε βεληνεκές τους ήταν σε θέση να πλήξει στόχους εντός του εδάφους της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η ιρακινή αεροπορία απαρτιζόταν, σε μεγάλο ποσοστό, από παλαιά αεροσκάφη και άπειρους χειριστές. Το ηθικό ήταν χαμηλό εξαιτίας του φαινομένου μιας μαζικής λιποταξίας, το μέγεθος της οποίας ήταν αδύνατο να εκτιμηθεί. Η εικασία, βάσει της οποίας οι ιρακινές αρχές είχαν συγκροτήσει ειδικές μονάδες, επιφορτισμένες με τον εντοπισμό και την εκτέλεση των λιποτακτών επιβεβαιώθηκε έπειτα από το πέρας των εχθροπραξιών.[2]

Τοιχογραφία σε κωμόπολη του βορείου Ιρακ με θέμα τους πυραύλους Scud του Saddam Hussein.

Οι χερσαίες δυνάμεις του συμμαχικού συνασπισμού, οι οποίες προορίζονταν για την επίθεση, αριθμούσαν εννέα αμερικανικές Μεραρχίες, έξι αραβο-μουσουλμανικές,[3] μια βρετανική τεθωρακισμένη Μεραρχία και άλλη μια γαλλική. Το αεροπορικό δυναμικό ξεπερνούσε τα 2.500 αεροσκάφη, κυρίως αμερικανικά. Στα νερά του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας ναυλοχούσε ένας πανίσχυρος στόλος, αποτελούμενος, μεταξύ άλλων, από 6 αεροπλανοφόρα, δυο θωρηκτά, ικανό αριθμό υποβρυχίων εξοπλισμένων με πυραύλους Cruise και ένα σώμα 17.000 πεζοναυτών έτοιμο να αποβιβαστεί ανά πάσα στιγμή στις ακτές του Κουβέιτ. Συνολικά, άνω των 540.000 ανδρών από 31 διαφορετικές χώρες συμμετείχαν, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, στην επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου”. Οι στρατιωτικές δυνάμεις 17 εξ αυτών ετοιμάζονταν να απελευθερώσουν το εμιράτο.

 

Η εναέρια επίθεση “Instant Thunder

Αποστολή της εναέριας επιχείρησης “Στιγμιαίος Κεραυνός” (Instant Thunder) ήταν η καταφορά, ευθύς εξ αρχής, καίριων πληγμάτων εις βάρος των υποδομών του αντιπάλου. Η επιχείρηση ξεκίνησε τα απόγευμα της 16ης Ιανουαρίου και ενώ η υφήλιος ολόκληρη ανέμενε θεαματικές εξελίξεις αμέσως μετά την εκπνοή του τελεσιγράφου του ΟΗΕ. Περί τα 160 αεροσκάφη αναγνώρισης, ανεφοδιασμού και καθοδήγησης έθεσαν υπό παρακολούθηση τον εναέριο χώρο της ευρύτερης περιοχής. Μια δύναμη 12 ελικοπτέρων κατέστρεψε εντός του ιρακινού εδάφους τα σημαντικότερα κέντρα ραδιοεντοπισμού (ραντάρ) της χώρας, καθιστώντας αδύνατη την ανίχνευση και παρακολούθηση στόχων ευρισκομένων σε μεγάλη απόσταση. Κατόπιν τούτου, επλήγησαν στρατηγικοί στόχοι στο κέντρο της Βαγδάτης από αμερικανικά βομβαρδιστικά τύπου Β-52, τα οποία είχαν απογειωθεί από τη βάση Barksdale της Λουιζιάνας, από “αόρατα” βομβαρδιστικά F-117 τεχνολογίας Stealth και από πυραύλους Tomahawk, που εκτοξεύτηκαν από τα πλοία του στόλου. Ο συνδυασμός των παραπάνω έθεσε εκτός λειτουργίας το σύνολο της ιρακινής αεράμυνας. Την επόμενη νύκτα, περί τα 700 αεροσκάφη επιδόθηκαν στη συστηματική καταστροφή 250 προεπιλεγμένων στόχων, 50 περίπου εκ των οποίων βρίσκονταν στο κέντρο και πέριξ της Βαγδάτης. Με τη συμπλήρωση του πρώτου 24ώρου, το καθεστώς του Saddam Hussein αιφνιδιασμένο και αποκομμένο από τον έξω κόσμο, εξέπεμπε  σημεία παράλυσης.

Στις 17 Ιανουαρίου επλήγησαν με τη σειρά τους τα στρατεύματα κατοχής του Κουβέιτ από μια δύναμη 200 αεροσκαφών. Το ίδιο βράδυ, διαπιστώθηκε πως μέχρι στιγμής μοναδική απώλεια ήταν ένα αγνοούμενο αεροσκάφος της αεροπορίας ναυτικού, τη στιγμή που οι πλέον αισιόδοξοι υπολογισμοί λίγο πριν από την εκδήλωση της επιχείρησης έκαναν λόγο για απώλειες της τάξεως του 10%!

Αεροσκάφη της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας υπερίπτανται των φλεγομένων πετρελαιοπηγών του Κουβέιτ.

Κατά τη δεύτερη εβδομάδα των εναερίων επιχειρήσεων, μεταξύ 24 και 30 Ιανουαρίου, η κυριαρχία στους αιθέρες ήταν πλήρης με απώλεια τριών, μόλις, αεροσκαφών. Μπορούσαν πλέον να πληγούν όλοι περίπου οι στόχοι δίχως  την απειλή της ιρακινής αεροπορίας, τα 120 αεροσκάφη της οποίας είχαν καταφύγει στο γειτονικό Ιράν! Η απομόνωση από αέρος του πεδίου των εχθροπραξιών ολοκληρώθηκε με την καταστροφή των γεφυρών των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, καθώς και με εκείνη των κυριότερων υποδομών εφοδιασμού και μεταφορών. Από τις 4 Φεβρουαρίου και κατόπιν, ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων κατοχής του Κουβέιτ ήταν πρακτικά αδύνατος.[4]

Εν συνεχεία, η δραστηριότητα της συμμαχικής αεροπορίας επικεντρώθηκε ενάντια στα ιρακινά τεθωρακισμένα, θαμμένα συχνά κάτω από την επιφάνεια της ερήμου και με προσανατολισμό πάντοτε προς τον Νότο. Η τακτική αυτή, απόρροια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αποδείχθηκε μοιραία για τους αμυνόμενους από τη στιγμή που, έπειτα από μια ηλιόλουστη ημέρα, η θερμοκρασία της ερήμου έπεφτε ταχύτερα από εκείνη της θωράκισης των αρμάτων μάχης, με αποτέλεσμα τα τελευταία να εντοπίζονται εύκολα από τηλεκατευθυνόμενους με υπέρυθρη καθοδήγηση πυραύλους. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται η χρήση μεγάλου αριθμού (5.000) πυραύλων Maverick, οι οποίοι κατέστρεψαν το 90% περίπου των ιρακινών τεθωρακισμένων.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΙΡΑΚΙΝΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΚΟΥΒΕΙΤ

(Εκτιμήσεις του United States Central Command-CENTOM κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων)

Μεταξύ της 17ης Ιανουαρίου και της 20ής Φεβρουαρίου, ήταν εμφανές ότι οι αρχικοί στόχοι είχαν ξεπεραστεί κατά πολύ. Ο Saddam Hussein δεν διοικούσε πλέον τη χώρα του, έχοντας ταυτόχρονα απωλέσει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων. Το ηθικό των τελευταίων είχε καταρρακωθεί έπειτα από την εξουδετέρωση κατά το ήμισυ των ιρακινών δυνάμεων κατοχής του Κουβέιτ. Μετά το πέρας του πολέμου, ένας ανώτατος αξιωματικός εκμυστηρεύτηκε πως εκείνο που φοβόταν περισσότερο ήταν “οι αρνητικές συνέπειες των αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος του ηθικού των ανδρών του”.[5]

First Strike Gulf War Air Campaign 1991

 

Η χερσαία επίθεση

Το κλειδί της επιτυχίας για τα κράτη του συνασπισμού ήταν η μετάθεση του κέντρου βάρους της επίθεσης στο αριστερό (δυτικό) άκρο της διάταξης των δυνάμεών τους. Το όλο σκεπτικό δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Στόχος ήταν η παραπλάνηση του αντιπάλου με ενέργειες αντιπερισπασμού και η καταφορά καίριων πληγμάτων αξιοποιώντας στο έπακρο το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η μαζική αεροπορική επίθεση της 17ης Ιανουαρίου και των εβδομάδων που ακολούθησαν αποπροσανατόλισαν τους Ιρακινούς και απέσπασαν την προσοχή τους από τις κινήσεις των χερσαίων δυνάμεων. Όταν η επιχείρηση  Instant Thunder τερματίστηκε στις 24 Φεβρουαρίου, δυο Σώματα Στρατού (περί τους 270.000 άνδρες) είχαν μετακινηθεί δίχως να έχουν σχεδόν γίνει αντιληπτά σε μια ακτίνα 250 έως 420 χιλιομέτρων.

Στις 25 Φεβρουαρίου, οι χερσαίες δυνάμεις είχαν αναπτυχθεί με κατεύθυνση από Δυσμάς προς Ανατολάς ως εξής, συγκροτώντας πέντε μεγάλες ομάδες: ένα αμερικανικό Σώμα Στρατού και μια γαλλική Μεραρχία, ένα δεύτερο αμερικανικό Σώμα Στρατού και μια βρετανική Τεθωρακισμένη Μεραρχία, ένα πρώτο μέρος των αραβομουσουλμανικών στρατευμάτων, ένα εκστρατευτικό Σώμα Αμερικανών Πεζοναυτών, τέλος, το υπόλοιπο των αραβομουσουλμανικών στρατευμάτων.

Η διάταξη των αντιπάλων.

Στο απέναντι στρατόπεδο, οι Ιρακινοί, μη γνωρίζοντας την ακριβή θέση των αντιπάλων, είχαν οργανώσει μια a priori αμυντική διάταξη  ανάλογη με εκείνη που τους είχε εξασφαλίσει επιτυχίες στη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Ωστόσο, η διάταξη αυτή παρουσίαζε δυο μειονεκτήματα μείζονος σημασίας. Το πρώτο από αυτά ήταν η πρόσληψη του αντιπάλου. Τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν ελάχιστα κοινά γνωρίσματα με τον ιρανικό στρατό. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία δεν είχε να κάνει με την ανδρεία των μαχητών, όσο με τη μέθοδο, η οποία ήταν εκ διαμέτρου διαφορετική. Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ και ο στατικός τρόπος με τον οποίο είχε διεξαχθεί, παρέπεμπε σε τακτικές τύπου Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, στην περίπτωση του Πολέμου του Περσικού, τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν να επιδείξουν όλα τα διακριτικά γνωρίσματα της μετα-βιομηχανικής εποχής. Στηρίζονταν στην απόλυτη κυριαρχία του ραδιοηλεκτρικού χώρου, στην ταχύτητα των μετακινήσεων, στην ισχύ και ακρίβεια της δύναμης πυρός, στη νυχθημερόν ακατάπαυστη διενέργεια των επιχειρήσεων, τέλος, στη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας.

Το δεύτερο μεγάλο μειονέκτημα του σχεδίου των Ιρακινών συνίστατο στην εσφαλμένη αντίληψη που είχαν σχετικά με το πεδίο των εχθροπραξιών. Προετοιμάζονταν συστηματικά για την απόκρουση μιας κατά μέτωπο επίθεσης προερχόμενης από το Νότο. Αυτό, άλλωστε, πρόδιδε και η διάταξη του αμυντικού τους συστήματος, προσανατολισμένη εξ ολοκλήρου προς την παραπάνω κατεύθυνση, σε μια στιγμή που ο αντίπαλος είχε επιλέξει την πλευροκόπηση από Δυσμάς.

Εντός του εδάφους του Κουβέιτ, τα ιρακινά στρατεύματα είχαν συμπτυχθεί πίσω από δυο αμυντικές γραμμές. Η πρώτη, σε μικρή απόσταση από τη μεθόριο του εμιράτου με τη Σαουδική Αραβία, απαρτιζόταν από ναρκοπέδια, αντιαρματικά εμπόδια και από χαρακώματα γεμάτα πετρέλαιο, το οποίο, φλεγόμενο, θα καθοδηγούσε τη συμμαχική προέλαση σύμφωνα με τις επιδιώξεις των Ιρακινών.[6] Το όλο παραπάνω σύστημα παθητικής άμυνας διέθετε την υποστήριξη ισχυρού πυροβολικού. Η δεύτερη γραμμή άμυνας, καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα εντός της ενδοχώρας, είχε εντελώς διαφορετική υφή. Πέρα από ανάλογες υποδομές παθητικής άμυνας, αποτελούσε μια πραγματική γραμμή ανάσχεσης μιας εχθρικής προέλασης. Υποστηριζόταν από ένα σύστημα Μεραρχιών που αλληλοκαλύπτονταν, ικανό να κομματιάσει οποιαδήποτε επίθεση. Συγκεντρωμένες στα μετόπισθεν, οι τεθωρακισμένες μονάδες αντεπίθεσης, ανήκουσες στην πλειοψηφία τους στην Προεδρική Φρουρά, θα εξουδετέρωναν επιτόπου οποιαδήποτε μονάδα του αντιπάλου κατόρθωνε να διασπάσει τις δυο αμυντικές γραμμές.[7]

Η χερσαία επίθεση εκδηλώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου, κάτω από δυσμενείς μετεωρολογικές συνθήκες για τους επιτιθέμενους. Συχνή βροχόπτωση, συνοδευόμενη από ισχυρές αμμοθύελλες κάλυπταν το σύνολο του μελλοντικού πεδίου επιχειρήσεων. Βορειότερα, μαύρος και παχύς καπνός αναδυόταν από τις φλεγόμενες, κατόπιν εντολής του Saddam Hussein, 508 πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ, παρακωλύοντας τις πτήσεις σε χαμηλό ύψος των αεροσκαφών.[8] Στις 4.00 τα ξημερώματα, οι προφυλακές του αριστερού άκρου των δυνάμεων του συνασπισμού εισήλθαν εντός του εδάφους του Κουβέιτ. Δυο ώρες αργότερα, ο πρόεδρος Bush ανακοίνωσε δημόσια την έναρξη της επιχείρησης απελευθέρωσης του εμιράτου. Στις 7.00, ήταν η σειρά της 101ης αμερικανικής αερομεταφερόμενης Μεραρχίας να εμπλακεί, σηματοδοτώντας την μεγαλύτερη επιχείρηση μεταφοράς με ελικόπτερα της Ιστορίας. Χάρη στον εντυπωσιακό αριθμό άνω των 300 εξόδων, μεταφέρθηκε σε βάθος 130 χιλιομέτρων εντός του ιρακινού πλέον εδάφους μια ολόκληρη Ταξιαρχία με το σύνολο της υποστήριξής της. Σκοπός ήταν η δημιουργία μιας προκεχωρημένης βάσης (ονόματι Cobra) από όπου θα ήταν εφικτή η καταφορά πληγμάτων εντός του συνόλου της κοιλάδας του Ευφράτη. Ταυτόχρονα, τα επιθετικά ελικόπτερα, χάρη στην ισχύ πυρός που διέθεταν, καθιστούσαν αδύνατη μια συντεταγμένη υποχώρηση των Ιρακινών.

Η γιγαντιαία επιχείρηση μετακίνησης της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας εντός της ιρακινής ενδοχώρας.

Έξι ώρες έπειτα από την εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης ο Schwarzkopf διαπίστωσε ότι τα μέχρι τότε αποτελέσματα είχαν ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Το κυρίαρχο ζήτημα στο συγκεκριμένο στάδιο των επιχειρήσεων ήταν η ακριβής ώρα της επίθεσης των 1.600 αρμάτων μάχης του 7ου Σώματος Στρατού. Μπορεί μεν η απελευθέρωση του Κουβέιτ να εθεωρείτο εφικτή, ωστόσο έπρεπε να εξουδετερωθεί η ιρακινή Προεδρική Φρουρά, ικανή να γλιστρήσει έξω από το δίκτυ, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να απλώνεται γύρω από αυτήν. Λίγο πριν από το μεσημέρι, στο συμμαχικό στρατηγείο έφτασαν πληροφορίες περί εκκένωσης της πρωτεύουσας του εμιράτου από την Προεδρική Φρουρά, γεγονός, το οποίο άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο μιας συντεταγμένης γενικής υποχώρησης πριν από την άφιξη των στρατευμάτων του συνασπισμού. Για τον λόγο αυτό, το τελευταίο αποφάσισε να ρίξει στη μάχη τα τεθωρακισμένα 15 ώρες νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το σχέδιο. Υπό συνθήκες σφοδρής  αμμοθύελλας, η αμερικανική 24η Μηχανοκίνητη Μεραρχία προήλασε με ταχείς ρυθμούς, με αποτέλεσμα μέχρι να μεσάνυκτα να έχει καταφέρει να εισέλθει εντός του ιρακινού εδάφους.[9] Η κύρια δύναμη των τεθωρακισμένων δυνάμεων (7ο ΣΣ) καθυστέρησε εξαιτίας των εμποδίων παθητικής άμυνας (ναρκοπέδια, συρματοπλέγματα κλπ.).

Το βράδι της 24ης Φεβρουαρίου είχε καταστεί πλέον σαφές πως ο ιρακινός στρατός, ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης, ήταν ανίκανος να αντισταθεί στη συμπαγή και καλά οργανωμένη επίθεση των δυνάμεων του συνασπισμού. Την ίδια στιγμή, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βαγδάτης ανακοίνωσε πως ο Saddam Hussein είχε διατάξει την πλήρη εκκένωση του Κουβέιτ. Μέχρι στιγμής, οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν μόλις σε 8 νεκρούς και 27 τραυματίες. Στο αντίπαλο στρατόπεδο είναι αδύνατο να καταμετρήσει κανείς τις απώλειες αλλά και τον ακριβή αριθμό των αιχμαλώτων, ο οποίος ξεπερνούσε ήδη τις 15.000.

February 1991: Gulf War Military Action on Saudi Arabian Frontline, Saudi/Kuwait Border

 

Την επομένη (25 Φεβρουαρίου) η προέλαση συνεχίστηκε με ανάλογους ρυθμούς δίχως κάποια αξιόλογη αντίσταση, πέρα από εκείνη της 26ης Μεραρχίας Πεζικού, η οποία εξολοθρεύτηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Την ίδια στιγμή, στη Βαγδάτη, αναμεταδόθηκε διάγγελμα του Saddam Hussein, με το οποίο ανακοίνωνε επίσημα την απόσυρση των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ, διατηρώντας ωστόσο την νομιμότητα των ιστορικών, όπως εμφατικά δήλωσε, διεκδικήσεων της χώρας του επί της περιοχής. Με το πέρας του διαγγέλματος ξεκίνησε μια άτακτη φυγή των ιρακινών στρατευμάτων από το εμιράτο και την πρωτεύουσά του. Οχήματα πάσης φύσεως γεμάτα στρατιώτες και τα πλέον απίθανα αντικείμενα άρχισαν να κατευθύνονται προς τα σύνορα με το Ιράκ, προτού εξαϋλωθούν τελικά από τις αεροπορικές επιδρομές. Με γνώμονα την εξέλιξη των επιχειρήσεων, άμεση προτεραιότητα του Schwarzkopf ήταν πλέον η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του στρατιωτικού υλικού το ταχύτερο δυνατόν, προτού προλάβει να συνομολογηθεί οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.[10]

Οι επιχειρήσεις της 26ης Φεβρουαρίου σηματοδοτήθηκαν από σφοδρές μάχες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αντίσταση, την οποία προέβαλε η Μεραρχία Tawakalna της Προεδρικής Φρουράς.[11] Τις πρώτες απογευματινές ώρες, ένα αμερικανικό Σύνταγμα (2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένου Ιππικού –  2nd ACR) βρέθηκε αντιμέτωπο με τα τεθωρακισμένα της Μεραρχίας  Tawakalna. Η σύγκρουση διεξήχθη υπό σφοδρή αμμοθύελλα. Οι Αμερικανοί, χάρη στον εξοπλισμό νυκτερινής όρασης, τον οποίο αναγκάστηκαν να θέσουν σε λειτουργία, αν και υστερώντας σε αριθμό, κατάφεραν να καταστρέψουν τα εχθρικά άρματα το ένα μετά το άλλο, παραμένοντας οι ίδιοι εκτός βεληνεκούς του εχθρού. Πρόκειται για την επονομαζόμενη Μάχη του Τετραγώνου 73-ανατολικά (Battle of 73 Easting).[12] Η χρήση της τεχνολογίας ισοσκέλισε την αριθμητική κατωτερότητα, καθώς καταστράφηκαν περί τα 30 εχθρικά άρματα και αιχμαλωτίστηκαν 1.300 αντίπαλοι δίχως την παραμικρή ανθρώπινη απώλεια.

Battle Of 73 Easting: Brutal Tank Combat For The Gulf | Greatest Tank Battles | Timeline

 

Στους υπόλοιπους τομείς του μετώπου η προέλαση συνεχίστηκε δίχως αξιόλογη αντίσταση. Με τη δύση του ηλίου, ο συνολικός αριθμός των αιχμαλώτων είχε ξεπεράσει τους 30.000. Σύμφωνα με υπολογισμούς των Υπηρεσιών Πληροφοριών, 26 Μεραρχίες του ιρακινού στρατού είχαν τεθεί εκτός μάχης μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, ημερών.

Στις 27 Φεβρουαρίου, τα παναραβικά στρατεύματα, με την υποστήριξη αμερικανικών ειδικών μονάδων, απελευθέρωσαν την πόλη του Κουβέιτ μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής ευφορίας. Την ίδια ώρα, συνεχιζόταν η συστηματική εξολόθρευση της Προεδρικής Φρουράς.[13] Κατόπιν τούτων, οι εξελίξεις προσέλαβαν καταιγιστικούς ρυθμούς. Στη Βαγδάτη, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Tarek Aziz ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι το Ιράκ “αποδέχεται να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση 660 και οποιαδήποτε άλλη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας”. Ο πρόεδρος Bush, σε διάγγελμα προς το Έθνος δήλωσε πως “[…] με χαρά ήταν σε θέση να ανακοινώσει ότι τα μεσάνυκτα, 100 ώρες έπειτα από την έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων και 6 εβδομάδες έπειτα από την έναρξη της Καταιγίδας της Ερήμου, το σύνολο των αμερικανικών δυνάμεων και εκείνων των υπολοίπων κρατών του συνασπισμού θα αναστείλουν πάσης φύσεως επιθετικές επιχειρήσεις”.[14] Στις 28 Φεβρουαρίου στις 8.00 π.μ. τοπική ώρα, οι επιχειρήσεις ανεστάλησαν ενώ είχε εκδιωχθεί από το Κουβέιτ το σύνολο των ιρακινών στρατευμάτων.[15] Σε χρονικό διάστημα 100 ωρών, τα στρατεύματα του συνασπισμού είχαν καταστρέψει 3.900 άρματα μάχης, 1.400 τεθωρακισμένα οχήματα και 3.000 πυροβόλα.

Οι επιχειρήσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991.

Το ζήτημα των πυραύλων Scud

Οι ιρακινοί πύραυλοι Scud ήταν ένα όπλο ψυχολογικού πολέμου με μείζονα πολιτική και ελάχιστη στρατιωτική αξία. Η αποτελεσματικότητά τους ήταν, όπως αποδείχθηκε, αμελητέα (για μια απόσταση 600 χιλιομέτρων είχαν απόκλιση της τάξεως των 3 χιλιομέτρων). Αντίθετα, ο πολιτικός και ψυχολογικός αντίκτυπος ενός βομβαρδισμού πόλεων όπως το Ριάντ ή το Τελ Αβίβ με πυραύλους του είδους αυτού, οπλισμένων πιθανότατα με χημικές κεφαλές, ήταν ανυπολόγιστος, σε θέση να επιφέρει ακόμα και τη διάλυση αυτού καθαυτού του συνασπισμού. Οι Ιρακινοί είχαν απόλυτη επίγνωση του θέματος όταν, την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 1991, εκτόξευσαν επτά πυραύλους εναντίον του Ισραήλ. Ακολούθησε μεγάλη ανησυχία παρά το γεγονός ότι καταμετρήθηκαν μόνο 12 τραυματίες. Την επομένη, άλλοι τρεις πύραυλοι κτύπησαν το Ισραήλ. Είναι χαρακτηριστικό το γενικότερο πνεύμα, έτσι όπως αναδύεται από το Ημερολόγιο του Schwarzkopf: “Σάββατο πρωί, έφτασε στα χέρια μου ένα μήνυμα της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας [Joint Chiefs of Staff]. Οι Ισραηλινοί προτίθενται να εξαπολύσουν μια μαζική αντεπίθεση κατά του δυτικού Ιράκ: 100 αεροσκάφη αύριο το πρωί,  άλλα τόσα το απόγευμα, επιδρομές με ελικόπτερα Apache στη διάρκεια της νύκτας, επιδρομές κομμάντος, κάνοντας χρήση του εναερίου χώρου της Σαουδικής Αραβίας για όλα τα παραπάνω”. Η Σαουδική Αραβία ήταν αποφασισμένη να μην επιτρέψει κάτι τέτοιο, για λόγους που σχετίζονταν με την  παραδοσιακή αραβοϊσραηλινή διένεξη. Ευτυχώς για τον συνασπισμό, η κυβέρνηση του Itzhak Shamir επέλεξε τελικά την οδό της αυτοσυγκράτησης. Σε αντιστάθμισμα, μια αναπροσαρμογή των σχεδίων έλαβε χώρα την ύστατη στιγμή: αποφασίστηκε ο εντοπισμός και η καταστροφή των βάσεων εκτόξευσης εντός του ιρακινού εδάφους και η κατεπείγουσα αποστολή, ήδη από τις 19 Ιανουαρίου, στο Ισραήλ έξι συστοιχιών αντιβαλλιστικών πυραύλων Patriot με το αντίστοιχο προσωπικό. Συνολικά, 39 πύραυλοι Scud εκτοξεύθηκαν εναντίον του Ισραήλ προκαλώντας τον θάνατο 3 ατόμων και τον τραυματισμό 304 και άλλοι 26  με στόχο τη Σαουδική Αραβία και απολογισμό έναν νεκρό και 50 τραυματίες.

Συνοικία του Τελ Αβίβ πληγείσα από πύραυλο Scud.

 

Η λήξη των εχθροπραξιών

Μέσα στις επόμενες μέρες ο Schwarzkopf επιδόθηκε στην προετοιμασία των διαπραγματεύσεων και τους στρατιωτικούς όρους που ο συνασπισμός σκόπευε να επιβάλλει στους Ιρακινούς προκειμένου η κατάπαυση του πυρός να μπορέσει να εφαρμοστεί σε μακροπρόθεσμη κλίμακα. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στις 3 Μαρτίου 1991, στην παλαιά αεροπορική βάση Safwan,[16] σε μικρή απόσταση από τη μεθόριο μεταξύ του Κουβέιτ και του Ιράκ, εντός του εδάφους του τελευταίου.[17] Η εσκεμμένα ολιγομελής αντιπροσωπεία του συνασπισμού απαρτιζόταν από τον Schwarzkopf, τον πρίγκιπα Khaled και έναν διερμηνέα. Το Ιράκ εκπροσωπήθηκε από τους στρατηγούς  Sultan Hashim Ahmed, υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου, Salah Abud Mahmoud, διοικητή του 3ου Σώματος Στρατού το οποίο είχε στο μεταξύ εξαϋλωθεί από τους Αμερικανούς και έναν διερμηνέα. Επιγραμματικά, οι όροι της συνθηκολόγησης είχαν ως εξής[18]:

  • άμεση πρόσβαση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στους αιχμαλώτους πολέμου, οι οποίοι κρατούνταν στο Ιράκ,
  • απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολέμου,
  • επαναπατρισμός των υπηκόων του Κουβέιτ, οι οποίοι κρατούνταν στο Ιράκ,
  • αναζήτηση και ταυτοποίηση των αγνοουμένων,
  • επιστροφή των σορών των νεκρών στα πεδία των μαχών,
  • εντοπισμός του συνόλου των ναρκοπεδίων,
  • εντοπισμός των αποθηκών μη συμβατικού υλικού πολέμου,
  • χάραξη διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις των εμπολέμων.
Οι διαπραγματεύσεις στην αεροπορική βάση Safwan.

Όταν εθίγη το κρίσιμο ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου, ο στρατηγός Ahmed δήλωσε: “Έχουμε ένα σύνολο 41 […], 17 Αμερικανούς, 2 Ιταλούς, 12 Βρετανούς, 1 με προέλευση από το Κουβέιτ και 9 Σαουδάραβες”.[19] Ο Schwarzkopf απάντησε πως ο συνασπισμός κρατούσε περί τους 60.000 αιχμαλώτους πολέμου. Στο άκουσμα του αριθμού, ο στρατηγός Ahmed έμεινε άφωνος και στράφηκε προς τον στρατηγό Mahmoud για επιβεβαίωση. Ο τελευταίος στάθηκε ανίκανος να το πράξει.[20] Η έκπληξη των Ιρακινών παρέμεινε και όταν ο Schwarzkopf τους ενημέρωσε για την διαχωριστική γραμμή. Ο στρατηγός Ahmed διερωτήθηκε για ποιο λόγο η γραμμή αυτή βρισκόταν πίσω από τις θέσεις των ιρακινών στρατευμάτων, έτσι όπως ο ίδιος τις εκτιμούσε, για να λάβει την απάντηση πως η γραμμή αυτή αποτύπωνε την προέλαση των στρατευμάτων του συνασπισμού. Κατόπιν τούτου, οι πάντες υπέγραψαν, σηματοδοτώντας επίσημα την λήξη των εχθροπραξιών.

 

Απολογισμός του πολέμου

Ήδη από τον Αύγουστο του 1990 τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον συνεισφέροντας στη θεατροποίηση του πολέμου μεταλλάσσοντας τον τελευταίο σε πραγματικό τηλεοπτικό θέαμα, τα επεισόδια του οποίου μεταδίδονταν στα βραδινά δελτία ειδήσεων ολόκληρου του πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, καθιέρωσαν ένα νέο πολεμικό λεξιλόγιο με την εκτενή χρήση  όρων όπως “χειρουργικό κτύπημα” ή “καθαρός πόλεμος” υποβαθμίζοντας το γεγονός ότι, όπως σε κάθε πόλεμο, έτσι και στον συγκεκριμένο, ο θάνατος καραδοκούσε σε κάθε γωνία. Είτε συνειδητά είτε όχι, δεν αντιλαμβάνονταν ούτε και προσμετρούσαν τις ψυχολογικές προεκτάσεις του συγκεκριμένου λεξιλογίου, το οποίο με τη σειρά του δεν επέτρεπε να αναδυθεί στην επιφάνεια μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: εκείνη της δυσαναλογίας των απωλειών, τη στιγμή, κατά την οποία εκείνες των Ιρακινών, δύσκολο ακόμα και σήμερα να προσδιοριστούν, ξεπερνούσαν τον αριθμό των 100.000 νεκρών, τη στιγμή που εκείνες του συνασπισμού ήταν κατώτερες των 1.000.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Tucker και Hendrickson, στις ΗΠΑ, οι διάφοροι σχολιαστές ούτε καν έθιγαν το επίμαχο ζήτημα.[21] Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγει κανείς ένα λεπτό θέμα είναι να αγνοήσει πλήρως την ύπαρξή του, ούτως ώστε να μην είναι υποχρεωμένος να το σχολιάσει. Παρά ταύτα, οι δυο εν λόγω συγγραφείς αποκαλύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία σχετικά με τις απώλειες των Ιρακινών:

  • ανεπίσημη πηγή του Πενταγώνου: 100.000 νεκροί στη διάρκεια των αεροπορικών βομβαρδισμών που προηγήθηκαν της έναρξης της χερσαίας επίθεσης,
  • DIA (Defense Intelligence Agency): 100.000 νεκροί σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου (με ποσοστό σφάλματος 50%) και 300.000 τραυματίες,
  • άλλοι παρατηρητές κάνουν λόγο για 100.000 – 150.000 νεκρούς,
  • άμαχος πληθυσμός, θύμα των βομβαρδισμών: κάτω των 5.000.[22]

Η Brigitte Stern επιβεβαιώνει με τη σειρά της την ηθελημένη αδιαφορία της Δύσης για τις απώλειες των Ιρακινών. Προσθέτει, επικαλούμενη τον αναπληρωτή πρωθυπουργό του Ιράκ Saadoun Hammadi, ότι 91 στρατιωτικοί και 20.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τους αεροπορικούς  βομβαρδισμούς και άλλοι 60.000 τραυματίστηκαν.[23] Από όσο γνωρίζουμε, δεν υφίσταται από ιρακινής πλευράς κάποιος υπολογισμός, έστω και κατά προσέγγιση, των θυμάτων της χερσαίας επίθεσης.

Στην αντίπερα όχθη, οι απώλειες του συνασπισμού παρουσιάζονται με κρυστάλλινη διαύγεια, απόλυτη ακρίβεια και σχεδόν θριαμβευτικό ύφος. Οι επίσημοι αριθμοί για τις ΗΠΑ ανέρχονται σε 613 άνδρες (146 νεκροί – εκ των οποίων 35 από φίλια πυρά – και 467 τραυματίες εκ των οποίων 21 γυναίκες και 72 από φίλια πυρά).[24] Η Τελική Έκθεση προς το Κογκρέσο ( Final Report to Congress) κάνει λόγο, για την περίοδο από τις 3 Αυγούστου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1991, για 390 Αμερικανούς νεκρούς (εκ των οποίων 5 γυναίκες).[25] Καταμετρά επίσης 21 αιχμαλώτους (2 γυναίκες).[26] Οι Γάλλοι είχαν 2 νεκρούς και 25 τραυματίες, άπαντες στη μάχη για την κατάληψη της στρατηγικής θέσης  As Salman, όπου έδρευε το στρατηγείο της ιρακινής 45ης Μεραρχίας Πεζικού. Οι Βρετανοί έχασαν 36 άνδρες (συν 30 περίπου τραυματίες). Οι απώλειες των Σαουδαράβων ανέρχονταν σε 20-30 νεκρούς και 40 περίπου τραυματίες. Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες καταμέτρησαν συνολικά λιγότερο από 100 νεκρούς και τραυματίες μαζί.

Δεσπόζουσα θέση στο κεφάλαιο περί απωλειών (με την παραδοσιακή ερμηνεία του όρου)[27] κατέχει, αναμφίβολα, το ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου με την αριθμητική δυσαναλογία και την εκ διαμέτρου διαφορετική διαχείριση εκ μέρους των εμπολέμων. Εντύπωση προκαλεί και ο ταχύτατος ρυθμός της αιχμαλωσίας ή παράδοσης των Ιρακινών καθώς και η μετέπειτα μεταχείρισή τους. Οι περισσότερες εκτιμήσεις υπολογίζουν τους τελευταίους σε 87.000 περίπου. Είναι ο αριθμός που δημοσίευσε στο περιοδικό Newsday της 24 Ιανουαρίου 1992 ο Patrick J. Sloyan. Αποκλίνει ελάχιστα από τις επίσημες εκτιμήσεις (86.743). Ο εντυπωσιακός παραπάνω αριθμός θέτει αυτόματα το εύλογο ερώτημα κατά πόσο τα κράτη του συνασπισμού ήταν προετοιμασμένα για την διαχείριση ενός παρομοίου αριθμητικού μεγέθους.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΡΑΚΙΝΩΝ AΙΧΜΑΛΩΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Οι Αμερικανοί προσέγγισαν το σοβαρό αυτό πρόβλημα υπό διπλή οπτική. Σε ένα πρώτο στάδιο,  παρέμειναν πιστά προσηλωμένοι στις επιταγές των διεθνών πράξεων που ορίζουν την μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου (Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 περί αιχμαλώτων και προστασίας των αμάχων πληθυσμών εν καιρώ πολέμου).[28] Σε ένα δεύτερο στάδιο, αξιοποίησαν τα διδάγματα του πολέμου του Βιετνάμ.

Επί του πρακτέου, επιστράτευσαν από νωρίς την 80ή Ταξιαρχία Στρατονομίας (7.300 άνδρες), η οποία ήταν σε θέση να διαχειριστεί περί τους 40.000 αιχμαλώτους, κατανεμημένους σε 5 ξεχωριστά στρατόπεδα, μέσα στους 6 πρώτους μήνες των εχθροπραξιών. Άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν σε 100.000 τον αριθμό κατά την πρώτη, μόλις, εβδομάδα. Η παραπάνω πρόβλεψη, αν και κατά προσέγγιση, παρουσιάζει ενδιαφέρον καθότι κινείται πλησίον της πραγματικότητας. Αν μη τι άλλο, υποδηλώνει πως το χαμηλό ηθικό των ιρακινών στρατευμάτων ήταν εν γνώσει των Αμερικανών προτού ακόμα  ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες. Οι Σαουδάραβες κατασκεύασαν 4 επιπρόσθετα στρατόπεδα χωρητικότητας 24.000 αιχμαλώτων το καθένα, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι από ένα, χωρητικότητας 5.000 και 500 ατόμων αντίστοιχα. Με τον εγκλεισμό των αιχμαλώτων στα στρατόπεδα, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε ακριβή καταμέτρηση, οι δε υπηρεσίες πληροφοριών τούς υπέβαλαν σε ανάκριση. Η έλλειψη ικανού αριθμού διερμηνέων είχε ως συνέπεια να ανακριθούν μόνο λίγες εκατοντάδες, μεταξύ των οποίων 13 στρατηγοί.[29] Από τις ανακρίσεις επιβεβαιώθηκε περίτρανα η κατάρρευση του ηθικού και οι καταστρεπτικές ψυχολογικές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα του συστηματικού βομβαρδισμού από τα Β-52.

Φάλαγγα Ιρακινών αιχμαλώτων μπροστά από τις φλεγόμενες πετρελαιοπηγές.

Δυο μαρτυρίες απεικονίζουν εύγλωττα την άθλια κατάσταση του ιρακινού στρατού. Η πρώτη προέρχεται από τις τάξεις της 80ής Ταξιαρχίας Στρατονομίας: “Σε πάμπολλες περιπτώσεις, οι αιχμάλωτοι βιάζονταν τόσο πολύ να ενταχθούν στα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου, ώστε προθυμοποιούνταν εθελοντικά να οδηγήσουν τα οχήματα διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό το δυσχερές έργο της μεταφοράς […]”.[30] Τη δεύτερη μαρτυρία απέσπασε ο γράφων από έναν Γάλλο αξιωματικό του γαλλικού στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου της Rafha. Στη μαρτυρία περιγράφεται το ακόλουθο περιστατικό: με την άφιξη μιας ιρακινής μονάδας στο στρατόπεδο, ακολούθησε, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης της Γενεύης, διαχωρισμός ανάμεσα σε αξιωματικούς και στρατιώτες. Αίφνης, μια έκφραση πανικού ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο ενός αξιωματικού, ο οποίος θεώρησε πως ο διαχωρισμός αυτός ήταν προοίμιο της εκτέλεσής του.

Διαφορετική υπήρξε η μεταχείριση των αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν πέσει στα χέρια των Ιρακινών. Όλες οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι υπήρξε σωρεία κατάφορων παραβιάσεων των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης. Σε ένα πρώτο στάδιο, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, τα πράγματα κυλούσαν σχεδόν ομαλά. Οι αιχμάλωτοι ανακρίνονταν στις εγκαταστάσεις της Διεύθυνσης των Στρατιωτικών Υπηρεσιών Πληροφοριών. Κατόπιν, κρατούνταν σε διάφορες φυλακές στην ευρύτερη περιοχή της Βαγδάτης. Τα δικαιώματά τους καταπατούνταν με προκλητικό τρόπο, από στέρηση τροφής και νερού μέχρι διενέργεια βασανιστηρίων, προκειμένου να υπογράψουν δηλώσεις, οι οποίες υπαγορεύονταν από τις αρχές. Μέχρι την συνομολόγηση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις, απαγορευόταν ρητά η πρόσβαση στις φυλακές αντιπροσωπείας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Παρά ταύτα, η μαρτυρία ενός Αμερικανού πιλότου ο οποίος καταρρίφθηκε στο αρχικό στάδιο των αεροπορικών επιδρομών, αποκαλύπτει πως δέχθηκε επαρκή νοσοκομειακή περίπτωση και ότι ο μεγαλύτερος φόβος του σχετιζόταν με τους εναέριους βομβαρδισμούς του συνασπισμού. Στάθηκε τυχερός, καθώς καταστράφηκαν ολοσχερώς όλα τα γύρω κτήρια, όχι όμως η φυλακή, στην οποία ο ίδιος βρισκόταν έγκλειστος.

Περισσότερο άτυχοι υπήρξαν οι προερχόμενοι από το Κουβέιτ αιχμάλωτοι.[31] Σύμφωνα με υπολογισμούς του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, έπειτα από το τέλος του πολέμου επαναπατρίστηκαν 4.219 άτομα. Αντίθετα, ο ακριβής προσδιορισμός των πολιτών που συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν ακολούθως στο Ιράκ, αποδείχθηκε αδύνατος. Το μέγεθος υπολογίζεται γύρω στα 3.000 άτομα, 1.000 εκ των οποίων αγνοείται μέχρι σήμερα η τύχη.

 

Πόλεμος και εικόνα του πολέμου

Ενόσω προετοιμάζονταν και διεξάγονταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, γενική υπήρξε η αίσθηση ότι η υφήλιος ήταν μάρτυρας του πρώτου “καθαρού πολέμου” στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η τεχνολογία δεν μετέβαλε τα συστατικά στοιχεία του πολέμου. Αλλοίωσε απλώς την εξωτερική εικόνα του τελευταίου, μετατρέποντας τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε όπλο, όπως συνέβαινε τον Μεσαίωνα με το ανάθεμα ή τον αφορισμό. Λίγοι είναι εκείνοι που το θυμούνται και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που το παραδέχονται. Ο στρατηγός Schwarzkopf κατάφερε να αξιοποιήσει στο έπακρο το όπλο αυτό, όπως άλλωστε εκμυστηρεύεται στα Απομνημονεύματά του: “Στην αρχή του πολέμου, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος με ρώτησε αν θα χρειάζονταν ακόμα πολλές εβδομάδες προετοιμασίας έως ότου είμαστε σε θέση να αποκρούσομε μια χερσαία επίθεση του ιρακινού στρατού. Του απάντησα ότι οι Ιρακινοί θα πλήρωναν ακριβά το τίμημα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Ήταν το μόνο που μπορούσα να πω, περιστοιχισμένος από τηλεοπτικές κάμερες που βούιζαν και γνωρίζοντας πως δεν απευθυνόμουν μόνο σε φίλους. Ο Saddam και οι συνεργάτες του με άκουγαν και εκείνοι καθισμένοι αναπαυτικά στο στρατηγείο τους και παρακολουθώντας το CNN. Αυτούς είχε ως αποδέκτες το μήνυμά μου”.[32]

Άραγε, ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου, τον οποίο παρακολούθησε και βίωσε από μακριά ολόκληρος ο πλανήτης, σηματοδότησε, όπως πολλοί πίστευαν, την απαρχή μιας νέας, περισσότερο ελπιδοφόρας, εποχής; Οι συνθήκες προσφέρονταν πράγματι για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, δεν αξιοποιήθηκαν. Οι ΗΠΑ επανήλθαν γρήγορα στις παλιές χίμαιρές τους, τις οποίες συνεχίζουν να ακολουθούν μέχρι σήμερα, εκθέτοντας σε ολοένα και μεγαλύτερους κινδύνους την Ανθρωπότητα.

The Gulf Conflict – The Liberation of Kuwait

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mission Centenaire 1914 – 1918).

                                          

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ       

16 Ιανουαρίου 1991

Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση, η έκτακτη σύνοδος της οποίας πραγματοποιήθηκε 24 ώρες νωρίτερα από την προγραμματισθείσα ημερομηνία, με 523 ψήφους υπέρ με 43 κατά, στηρίζει την κυβέρνηση στους χειρισμούς της κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Διάγγελμα του προέδρου François Mitterrand.

17 Ιανουαρίου

Έναρξη της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.

18 Ιανουαρίου

Εκτόξευση 7 ιρακινών πυραύλων Scud εναντίον του Ισραήλ (Τελ Αβίβ και Χάιφα) και ενός επιπρόσθετου κατά του Νταχράν (Σαουδική Αραβία). Ο τελευταίος εξουδετερώθηκε από την  αεράμυνα. Έκκληση του προέδρου George Bush προς την κυβέρνηση του Ισραήλ για επίδειξη αυτοσυγκράτησης.

19-20 Ιανουαρίου

Άφιξη και εγκατάσταση στο Ισραήλ συστοιχιών αντιβαλλιστικών πυραύλων Patriot,  προερχομένων από τη Γερμανία. Νέα εκτόξευση πυραύλων Scud σε βάρος του Ισραήλ με 10 τραυματίες.    

21-22 Ιανουαρίου

Εκτόξευση 10 πυραύλων Scud κατά της Σαουδικής Αραβίας. Οι 9 εξουδετερώθηκαν από την αεράμυνα. Απολογισμός, 7 ελαφρά τραυματίες.

24 Ιανουαρίου

Οι Ιρακινοί πυρπολούν τις πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ.

25 Ιανουαρίου                                           

Εκτόξευση 7 πυραύλων Scud κατά του Ισραήλ. Οι 6 εξουδετερώνονται. Ο έβδομος πέφτει στο Τελ-Αβίβ με αποτέλεσμα έναν νεκρό και 19 τραυματίες.

30 Ιανουαρίου

Κοινή δήλωση των κυβερνήσεων Ουάσινγκτον και Μόσχας, σύμφωνα με την οποία οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα διακόπτονταν εφόσον το Ιράκ δεσμευόταν να εκκενώσει τα στρατεύματά του από το Κουβέιτ.

5 Φεβρουαρίου

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βαγδάτης αναγγέλλει την επικείμενη διενέργεια τρομοκρατικών ενεργειών σε βάρος των χωρών του συνασπισμού.

11 Φεβρουαρίου

Παράταση της προθεσμίας των αεροπορικών βομβαρδισμών κατ’ εντολή του προέδρου Bush.

13 Φεβρουαρίου

Αεροπορική επιδρομή κατά της Βαγδάτης με εκατοντάδες νεκρούς.

24 Φεβρουαρίου

Έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων.

27 Φεβρουαρίου

Απεέυθέρωση της πόλης του Κουβέιτ. Οι συγκρούσεις Αμερικανών και Βρετανών με την ιρακινή Προεδρική Φρουρά συνεχίζονται.

28 Φεβρουαρίου

Το Ιράκ αποδέχεται άνευ όρων τις 12 αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Δημόσια δήλωση του προέδρου Bush: “Ο πόλεμος τερματίστηκε”. Κατάπαυση των εχθροπραξιών από τις 8.00 π.μ. (ώρα Ριάντ).

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ

Αρχεία της 24ης αμερικανικής Μηχανοκίνητης Μεραρχίας, Operation Desert Storm, Attack Plan, Oplan 91-3, Library of Congress, catalog card Plan 92-060114.

Historical Reference Book, A collection of historical letters, briefings, orders and other miscellanous documents pertaining to the Defense of Saudi Arabia and the attack to free Kuwait, Library of Congress, catalog card Plan 92-060115.

 

ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ

Συλλογικό, (Congressional Research Service), U. N. Security Council resolutions on Iraq : compliance and implementation, Washington, Government Printing Office, 1992, 76 σελ.

Deniau H., Guise P., Calvez A., Clarenne P., L’Après-Golfe, Rapport de l’IHEDN, 1992, σελ p.

Department of Defense, Conduct of the Persian Gulf Conflict : an Interim Report to Congress, DOD, 1991, 100 σελ.

Department of Defense, Conduct of the Persian Gulf Conflict  : Final Report to Congress, DOD, April  1992, 418 σελ. + 19 θεματικά παραρτήματα.

Field Manual 101-10-2, Chapter 15, TOE 20-17, The Military History Detachment Mission.

Kamiya (major Jason K.), A History of the 24th mechanized infantry division combat team during Operation Desert Storm,The attack to free Kuwait, January through March 1991), Fort Stewart, Georgia, 1991, 62 pages.(Library of Congress reference, 91-78085.

Sénat, Commission des Affaires étrangères, de la Défense et des Forces armées du Sénat, Rapport d’information sur quelques enseignements immédiats de la crise du Golfe quant aux exigences nouvelles en matière de défense, in Journal officiel, documents Sénat, n° 303, 1991, σελ. 1-152.

The Association of the U.S. Army, 1991 Green Book, The Year of Desert Storm, Οκτώβριος 1991, 328 σελ.

Union de l’Europe Occidentale, Rapport de la Commission technique et aérospatiale, Assemblée de l’U.E.O., 1991, 28 σελ.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Al-Khalil (S.), Irak, la machine infernale, J.-C. Lattès, 1991, 368 σελ.

Blackwell J. Thunder in the Desert. The strategy and tactics of the Persian gulf war, New-York, Bantam Books, 1991, 285 σελ.

Bulloch (J.) et Darwish (A.), Water Wars, coming conflicts in the Middle East, Londres, Victor Gollancz, 1993, 224 σελ.

Camau M. (sous la direction de), Crise du Golfe et ordre politique au Moyen-Orient, Institut de recherches et d’études sur le monde arabe et musulman, 1993, 343 σελ.

Chaoul M., La Sécurité dans le golfe Arabo-Persique, les Septs Epées, 1978, 146 σελ.

Cordesman A. H., After the storm, the changing military balance in the Middle East, Londres, Westview Press-Mansell Publishing Limited, 1993, 811 σελ.

Davies C., After the war : Iran, Iraq and the Arab Gulf, Carden Publications limited, 1990, 446 σελ.

Dunnigan J. F., Bay A., From shield to storm. High-tech weapons, military strategy and coalition warfare in the Persian gulf, New York, William Morrow and Company, Inc. 512 σελ.

Fleury-Vilatte B., (επιμ.), Les Médias et la guerre du Golfe, Presses universitaires de Nancy, 1992, 155 σελ.

Friedman N., Desert victory. The war for Kuwait, Annapolis, US Naval Institute, 1991, 435 σελ.

Jeandet N., Un Golfe pour trois rêves,  L’Harmattan, 1993, 126 σελ.

Kodmani Darwish B., Chartouni Dubarry M., Golfe et Moyen-Orient. Les conflits, Dunod, 1991, 154 σελ.

Laurent E., Tempête du désert, les secrets de la maison Blanche, Olivier Orban, 1991, 283 σελ.

Le Borgne C., Un discret massacre. L’Orient, la guerre et après, Editions François Bourin, 1992, 234 σελ.

Le Pichon Y., Guerre éclair dans le Golfe, Jean-Claude Lattès/ADDIM, 1991, 215 σελ.

Lyautey Pierre., Proche-Orient : La guerre de demain ?, Julliard, 1971, 221 σελ.

Primakov E., Missions à Bagdad, Seuil, 1991, 196 σελ.

Rouseau C. (επιμ.), La Crise du Golfe, de l’interdiction à l’autorisation du recours à la force, L.G.D.J., 1993, 544 σελ.

Schmitt M., De Dien Bien Phu à Koweït City, Grasset, 1992, 309 σελ.

Schwarzkopf (général H. N.), Mémoires, Plon, 1992, 572 σελ.

Stern B., Guerre du Golfe, le dossier d’une crise internationale, 1990-1992, La Documentation française, 1993, 626 σελ.

Sumers (colonel Harry G.) On strategy II, A critical analysis of the Gulf war, Dell Publishing Group, Inc., New York, 1992, 302 σελ.

Tavernier P., Aspects de la guerre du Golfe, Grenoble, Centre d’études de la défense et de sécurité internationale (CEDSI), 1990, 74 σελ.

Tucker R.W., Hendrickson D. C., The Imperial Temptation, The new world order and America’s purpose, Council on Foreign relations press, New-York, 1992, 228 σελ.

Wolton D., War game : l’information et la guerre, Flammarion, 1991, 290 σελ.

Woodward (B.), Chefs de guerre, Calmann-Lévy, 1991, 393 σελ.

Zorgbibe (Charles), Nuages de guerre sur les Emirats du Golfe, Publications de la Sorbonne, 1984, 173 σελ.

                                                  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ B΄ ΜΕΡΟΥΣ

[1] Ο Patrick J. Sloyan, σε ένα άρθρο, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Newsday της 24.01.1992, υπολογίζει ότι τη στιγμή της έναρξης των εναερίων επιχειρήσεων τα ιρακινά στρατεύματα κατοχής αριθμούσαν 380.000 άνδρες. Όταν εξαπολύθηκε η χερσαία επίθεση είχαν μειωθεί σε 200.000 άνδρες.

[2] Οι ιρακινές στρατιωτικές αρχές αναλώθηκαν σε μια εκστρατεία εκφοβισμού με στόχο τον αποπροσανατολισμό των κληρωτών. Συνίστατο στο σύνθημα ότι τα μη αραβικά στρατεύματα του συμμαχικού συνασπισμού επρόκειτο να προχωρήσουν στην εκτέλεση των αιχμαλώτων, μεταξύ των οποίων και πολλών λιποτακτών. Η εκστρατεία αυτή επιβεβαιώθηκε από μεγάλο αριθμό προφορικών μαρτυριών δίχως να καταστεί δυνατό να αξιολογηθεί επακριβώς ο πραγματικός της αντίκτυπος.

[3] Δυο από την Αίγυπτο, μια από τη Συρία, μια από το Κουβέιτ και ικανός αριθμός Ταξιαρχιών από τη Σαουδική Αραβία.

[4] Ένας αιχμάλωτος Ιρακινός ανώτερος αξιωματικός ομολόγησε πως ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων κατοχής είχε διακοπεί ήδη από την πρώτη εβδομάδα των εχθροπραξιών.

[5] Final Report…, Παράρτημα J, σελ. J-10.

[6] Οι Αμερικανοί εξουδετέρωσαν το σύνολο των ναρκοπεδίων και της εν γένει αμυντικής υποδομής στο Κουβέιτ. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν βαρέα βομβαρδιστικά Β-52, καθώς και αεροσκάφη Lockheed MC-130, τα οποία, με τη ρίψη βομβών 7.500 κιλών, προκαλούσαν ωστικό κύμα που με τη σειρά του ανατίναζε τις νάρκες. Έγινε επίσης ρίψη εμπρηστικών βομβών Νapalm, ενώ τα “αόρατα”, τεχνολογίας Stealth, βομβαρδιστικά F-117 κατηύθυναν τις βόμβες τους με χρήση λέιζερ σε βάρος συστημάτων άντλησης, προορισμένων να σκεπάσουν τα χαρακώματα με πετρέλαιο.

[7] Πρόκειται για μια μέθοδο ανάλογη με εκείνη που είχαν χρησιμοποιήσει αντίστοιχα στη Γαλλία το 1917 και 1918 οι στρατηγοί Ludendorff και Pétain.

[8] Υπολογίζεται πως το περιεχόμενο 7 έως 9 εκατομμυρίων βαρελιών χύθηκε στα νερά του Περσικού Κόλπου.

[9] Βλ.σχετικά Kamiya (major Jason K.), A History of the 24th Mechanized Infantry Division Combat Team during Operation Desert Storm, Fort Stewart, Georgia, 1991 και 24th Mechanized Infantry Division Combat Team, Historical Reference Book, Fort Stewart, Georgia, 1991, όπου παρατίθενται περί τα 500 αποχαρακτηρισμένα αρχειακά έγγραφα.

[10] Πόσο μάλλον που οι Σοβιετικοί, λειτουργώντας ως μεσάζοντες με το Ιράκ, ζήτησαν την έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

[11] Αποστολή της Μεραρχίας Tawakalna ήταν η κάλυψη της υποχώρησης των άλλων δυο Μεραρχιών της Προεδρικής Φρουράς Medina και Hammurabi προς τη Βασόρα.

[12] Η ονομασία της μάχης προέκυψε από τον τετραγωνισμό των επιτελικών χαρτών.

[13] Στη διάρκεια των επιχειρήσεων, ένα αμερικανικό αεροσκάφος κατέστρεψε εκ παραδρομής δυο βρετανικά τεθωρακισμένα οχήματα, με αποτέλεσμα τα πληρώματα των τελευταίων να απωλέσουν τη ζωή τους.

[14] Αναφέρεται στο Stern (Brigitte), op. cit., σελ. 346.

[15] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 521. Από την ανακοίνωση κατάπαυσης του πυρός προηλθε ο χαρακτηρισμός των χερσαίων επιχειρήσεων ως Πόλεμος των εκατό ωρών. Η επιλογή της ώρας (8.00 π.μ. τοπική ώρα – μεσάνυκτα ώρα Ουάσινγκτον) υπήρξε ηθελημένη για τον σκοπό αυτό. Την προηγούμενη μέρα, ο Schwarzkopf είχε προκρίνει, δίχως επιτυχία, τον χαρακτηρισμό Πόλεμος των πέντε ημερών.

[16] Η οργάνωση των διαπραγματεύσεων ανατέθηκε στον ελληνικής καταγωγής στρατηγό William Pagonis, σύμβουλο του  Schwarzkopf για θέματα λογιστικής. Ο Pagonis προέβλεψε έπειτα από το πέρας των συνομιλιών, η τράπεζα των διαπραγματεύσεων να δωρηθεί στο Ίδρυμα Smithsonian ως ιστορικό, πλέον, κειμήλιο.

[17] Για την πορεία των διαπραγματεύσεων βλ. Schwarzkopf, op. Cit., σελ. 525-540.

[18] Οι όροι αποτελούν ουσιαστικά μια παραλλαγή των απαιτήσεων του George Bush, έτσι όπως τους είχε απαριθμήσει στο διάγγελμά του της 28ης Φεβρουαρίου.

[19] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 540.

[20] Final Report…, op. cit., σελ. 215.

[21] At the time of the war, public comments by U.S. civilian and military officials stressed their disinterest in the question of Iraqi casualties.»Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), op. cit., σελ. 75.

[22] Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), op. cit., σελ. 74 και επόμενες.

[23] Ibid.

[24] Οι απώλειες από φίλια πυρά οφείλονται σε δυσχερείς οπτικές συνθήκες εξαιτίας αμμοθύελλας και πυκνού καπνού από τις φλεγόμενες από τους Ιρακινούς πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ. Οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί των επιχειρήσεων πολλαπλασιάζουν εκ των πραγμάτων τη σύγχυση, όπως και η πολυεθνική σύνθεση των στρατευμάτων του συνασπισμού και η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού οχημάτων δύσκολα αναγνωρίσιμων.

[25] Σε σύνολο 37.000 Αμερικανίδων που ήταν παρούσες στον Περσικό Κόλπο.

[26] Final Report …, op. cit., σελ. A-5 έως A-13.

[27] Φονευθέντες, τραυματίες, αγνοούμενοι, ασθενείς, αιχμάλωτοι και γενικότερα όσοι τέθηκαν εκτός μάχης.

[28] Χαρακτηριστική είναι η μνεία της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού τον Απρίλιο του 1991: “Ουδέποτε στο παρελθόν δεν εφαρμόστηκαν τόσα πιστά οι διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης, από όσο από τους Αμερικανούς έναντι των Ιρακινών αιχμαλώτων πολέμου”.

[29] Final Report…, op. cit., παράρτημα L, σελ. L-19.

[30] Final Report…, op.cit., παράρτημα L, σελ. L-13.

[31] Βλ. σχετικά την έκθεση του ειδικού εισηγητή της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Walter Kälin Rapport préliminaire sur la situation des droits de lhomme dans le Koweït sous loccupation irakienne, OHE, A/46/544, Οκτώβριος 1991, 30 σελ. Αναφορές υπάρχουν και στο Stern, op. cit., σελ. 589-594.

[32] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 392.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Frédéric Guelton: Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου. Μέρος Α΄: Επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου” (2 Αυγούστου 1990 – 15 Ιανουαρίου 1991)

Frédéric Guelton

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου

Μέρος Α΄: Επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου”

(2 Αυγούστου 1990 – 15 Ιανουαρίου 1991)

 

Καθώς ο Ιούλιος είναι μήνας διακοπών και χαλάρωσης, λίγα ήταν τα βλέμματα, τα οποία στρέφονταν προς την κατεύθυνση του Περσικού Κόλπου. Οι προτεραιότητες και ακόμα περισσότερο οι θετικές εξελίξεις και οι ευοίωνες προοπτικές ήταν εκείνες που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον: η, πρόσφατη ακόμα, πτώση του τείχους του Βερολίνου, η επανένωση των δυο Γερμανιών, η λήξη του Ψυχρού Πολέμου και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στις 25 του μήνα, η April Glaspie, πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Βαγδάτη, έγινε δεκτή σε ακρόαση από τον Saddam Hussein, πρόεδρο του Ιράκ. Λίγες ώρες αργότερα αναχώρησε για την πατρίδα της προκειμένου να απολαύσει μερικές εβδομάδες καθ’ όλα δικαιωματικής ανάπαυσης. Τα πάντα έδειχναν να κυλούν απρόσκοπτα.

Κι όμως, περιφερόμενος μέσα στους διαδρόμους του προεδρικού μεγάρου, ο Ιρακινός ηγέτης είχε άλλα κατά νου. Φιλοδοξία του ήταν να μετεξελιχθεί ο ίδιος σε ηγέτη του αραβικού κόσμου προσφεύγοντας εν ανάγκη και στη βία. Πρώτος στόχος σε αυτή την πορεία ήταν η στρατιωτική κατάληψη του Κουβέιτ και ο έλεγχος του πλούτου του.

Σίγουρος για τον εαυτό του και για την αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεών του ήταν της άποψης πως, μέσα στο πλαίσιο του γενικού κλίματος διεθνούς αποκλιμάκωσης, η πρωτοβουλία του θα επέφερε συνέπειες τοπικού, μόνο, βεληνεκούς. Είναι αλήθεια πως οι ευρύτερες συγκυρίες ευνοούσαν εκτιμήσεις του είδους αυτού. Ο ιρακινός στρατός, με πρόσφατη ακόμα την εμπειρία ενός οκταετούς πολέμου ενάντια στο Ιράν, ήταν υπολογίσιμος. Εκτός συνόρων, ο Saddam Hussein διέθετε την υποστήριξη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Οι διμερείς σχέσεις του με την Αίγυπτο ήταν καλές. Όσο για τα διάφορα αραβικά κράτη του Κόλπου, τού ήταν υπόχρεα για την προστασία που τους παρείχε κατά του ισλαμικού προσηλυτισμού του καθεστώτος της Τεχεράνης.[1] Σχετικά με το θέμα αυτό ο δημοσιογράφος Serge July έγραφε τότε  χαρακτηριστικά: “Ο αδίστακτος αυτός πολέμαρχος […] αντιμετωπίζει σε καθημερινή κλίμακα και με δικούς του όρους τα όσα τού προσάπτουν οι Δυτικοί, παραμένοντας, ταυτόχρονα, απειλητικός έναντι των γειτόνων του”.[2]

Η April Glaspie, πρέσβειρα των ΗΠΑ, και ο John Hubert Kelly, υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για θέματα Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με τον Saddam Hussein στο προεδρικό μέγαρο της Βαγδάτης.

Τα προεόρτια της εισβολής στο Κουβέιτ

Ο κόσμος αγνοούσε όντως τα όσα συνέβαιναν στο Ιράκ; Ασφαλώς! Όχι όμως οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ. Η Τελική έκθεση για τον Πόλεμο του Κόλπου, η οποία υποβλήθηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο, τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Norman Schwarzkopf και η μελέτη του διεισδυτικού δημοσιογράφου της Washington Post Bob Woodward The Commanders[3] συγκλίνουν ως προς το ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούσαν τις προετοιμασίες και τις μετακινήσεις του ιρακινού στρατού προς την κατεύθυνση της μεθορίου με το Κουβέιτ. Παρά ταύτα, αν και προερχόμενες από δορυφόρους, οι πληροφορίες δεν επαρκούσαν προκειμένου να εκτιμηθούν σε ολόκληρη τη διάστασή τους οι πραγματικές προθέσεις του ιρακινού δικτάτορα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να επρόκειτο για στρατιωτικά γυμνάσια ή κινήσεις με άλλο ζητούμενο και όχι απαραίτητα για την προπαρασκευή μιας εισβολής. Σύμφωνα με τον στρατηγό Schwarzkopf: “παρακολουθούσαμε επισταμένως τις κινήσεις των φορτηγών γεμάτων στρατεύματα καθώς και των σιδηροδρομικών συρμών φορτωμένων με άρματα μάχης που κατευθύνονταν προς νότο, από την Βαγδάτη προς την Βασόρα και από εκεί προς τα σημεία συγκέντρωσης [έως ότου] περί το τέλος Ιουλίου, οι Ιρακινοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πεδία των στρατιωτικών γυμνασίων προκειμένου να αναπτυχθούν νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά της Βασόρας, προς τη μεθόριο με το Κουβέιτ”.[4] Συνεπώς, η προοπτική μιας πολεμικής εμπλοκής δεν ήταν αμελητέα. Αυτός άλλωστε υπήρξε ο λόγος της πρόσκλησης, στις 31 Ιουλίου στην Ουάσινγτον, του ιδίου του στρατηγού με την ιδιότητα του διοικητή του  United States Central Command (USCENTCOM)[5], προκειμένου “να απαριθμίσει στον υπουργό Άμυνας Dick Cheney και στους αρχηγούς των τριών επιτελείων τις επιλογές μας σε περίπτωση έναρξης εχθροπραξιών”.[6]

Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι Αμερικανοί, έστω πεπεισμένοι για μια επικείμενη εισβολή στο Κουβέιτ, ήταν σε θέση να προχωρήσουν σε προληπτικές ενέργειες. Με τα δεδομένα του 1990, η απάντηση είναι αρνητική για πολλούς και διαφόρους λόγους. Συγκρατούμε έναν μόνο: σημαίνοντες ηγέτες των χωρών της Μέσης Ανατολής (είτε πρόκειται για τον βασιλιά Fahd της Σαουδικής Αραβίας είτε για τον πρόεδρο της Αιγύπτου Hosni Mubarak, προς τον οποίο ο Saddam Hussein είχε προβεί σε ρητές διαβεβαιώσεις την 1η Αυγούστου) δεν πίστευαν στη διενέργεια μιας εισβολής. Δεν υφίστατο συνεπώς κανένας λόγος, ικανός να οδηγήσει κάποιον από αυτούς (ειδικότερα τον βασιλιά Fahd ή ακόμα περισσότερο τον εμίρη του Κουβέιτ Jaber al-Ahmad al-Sabah) να ζητήσει την όποια συνδρομή των ΗΠΑ. Μια αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση ενόψει μιας ανύπαρκτης εισβολής ήταν αδύνατη. Με πιο απλά λόγια, ούτε λόγος περί παρέμβασης εάν δεν είχε προηγηθεί παραβίαση των συνόρων.

Χάρτης του Κουβέιτ.

Η εισβολή

Η εισβολή έλαβε χώρα τις πρώτες πρωινές ώρες (τοπική ώρα) της 2ας Αυγούστου 1990. Πρώτες εισήλθαν τρεις μεραρχίες της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς. Μισή, μόλις, ώρα έπειτα από την έναρξη των επιχειρήσεων, η πρωτεύουσα Kuwait-City δέχθηκε επίθεση από επίλεκτες δυνάμεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν επιτόπου με ελικόπτερα. Η δυνατότητα αντίστασης των 16.000 ανδρών του στρατού του εμιράτου ήταν περιορισμένη. Ο ίδιος ο εμίρης διέφυγε στη Σαουδική Αραβία. Μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας η κατάσταση είχε τεθεί υπό έλεγχο. Την επομένη, οι ιρακινές δυνάμεις προωθήθηκαν μέχρι τα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία. Χάρη σε μια καλά προετοιμασμένη λογιστική επιχείρηση, σημαντικές ποσότητες υλικού και πυρομαχικών μεταφέρθηκαν επιτόπου. Μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ημερών, το Κουβέιτ ήταν μια ολοκληρωτικά κατεχόμενη χώρα από 200.000 άνδρες και 2.000 άρματα μάχης. Στις 8 Αυγούστου, ο Saddam Hussein ανακήρυξε την προσάρτηση του εμιράτου ως 19ης επαρχίας του Ιράκ. Γι’ αυτόν, ο πόλεμος είχε τελειώσει.

KUWAIT BBC interview 1990 Dec.

Η πτήση ΒΑ 149 της εταιρίας British Airways προερχόμενη από την Κουάλα-Λουμπούρ με τελικό προορισμό το Λονδίνο και ενδιάμεση στάση στο Κουβέιτ προσγειώθηκε στον διεθνή αερολιμένα του εμιράτου στις 2 Αυγούστου, 45΄της ώρας προτού ο τελευταίος καταληφθεί από τα στρατεύματα εισβολής. Οι 367 επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος τέθηκαν υπό κράτηση και επί τέσσερις μήνες χρησιμοποιήθηκαν ως ανθρώπινες ασπίδες.

Στρατιωτικές επιλογές και πολιτικές αποφάσεις

Άμεση αντίδραση του προέδρου των ΗΠΑ George H.W. Bush μόλις πληροφορήθηκε την είδηση της εισβολής, ήταν η καταδίκη της επιχείρησης[7] και η επισήμανση του κινδύνου επέκτασης της τελευταίας προς την κατεύθυνση της Σαουδικής Αραβίας. Μια εξέλιξη του είδους αυτού χαρακτηρίστηκε εκ των προτέρων ως ευθεία απειλή εις βάρος των αμερικανικών ζωτικών συμφερόντων. Πέρα όμως από την καταδικαστική φρασεολογία, το μεγάλο ερώτημα ήταν ποια θέση έπρεπε να υιοθετηθεί στην πράξη. Ο Λευκός Οίκος δίσταζε, καθώς πρωταρχική μέριμνα του προέδρου Bush ήταν ο καθορισμός του ρόλου των ΗΠΑ στο παγκόσμιο στερέωμα στο πλαίσιο της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Προκειμένου να απαντήσει κανείς σε αυτό το γεωπολιτικής φύσεως ζήτημα, αρκεί να αναρωτηθεί  το εξής απλό: οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε θέση να επιβληθούν ενός στρατού κοντά ενός εκατομμυρίου ανδρών, γερά εγκατεστημένου σε ένα επιχειρησιακό θέατρο ευρισκόμενο σε απόσταση άνω των 10.000 χιλιομέτρων μακριά από το αμερικανικό έδαφος; Το Πεντάγωνο ήταν πεπεισμένο πως ναι και γι’ αυτό προχώρησε ex nihilo στην προαγωγή δυο σεναρίων. Το πρώτο από αυτά επικέντρωνε σε μια αεροπορική επίθεση. Η πραγμάτωσή του ήταν σε γενικές γραμμές εύκολα διαχειρίσιμη. Υπήρχε, ωστόσο, ένα μειονέκτημα μεγέθους. Ο κίνδυνος επίσπευσης μιας ιρακινής προέλασης εντός της Σαουδικής Αραβίας, όπου οι υφιστάμενες εκεί χερσαίες δυνάμεις ήταν απόλυτα ανεπαρκείς προκειμένου να καταφέρουν να την ανασχέσουν. Το δεύτερο σενάριο προέβλεπε έναν συνδυασμό αεροπορικών και χερσαίων επιχειρήσεων. Μπορούσε να εφαρμοσθεί είτε σε περιορισμένη κλίμακα (ανακατάληψη του Κουβέιτ) είτε σε ευρεία, επεκτεινόμενο εντός της ιρακινής επικράτειας. Μια επιχείρηση με αυτά τα χαρακτηριστικά, πρόχειρα προετοιμασμένη και δίχως βάσεις ανεφοδιασμού σε κοντινή απόσταση ήταν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη και πιθανότατα με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί στο μέτωπο του Ειρηνικού στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τα γνωστά μεγάλα μεγέθη σε απώλειες. Επιπρόσθετα, ουδείς μπορούσε να αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μιας πανωλεθρίας. Αποτέλεσμα ήταν να μην επιλεγεί τελικά κανένα από τα παραπάνω σενάρια.

Μπροστά στο διαγραφόμενο αδιέξοδο, το Πεντάγωνο προέκρινε την υιοθέτηση ενός σχεδίου, το οποίο είχε εκπονηθεί επί Ψυχρού Πολέμου και έφερε την κωδική ονομασία  OPLAN 90-1002. Προσέβλεπε στην προάσπιση της αραβικής χερσονήσου έναντι μιας σοβιετικής προέλασης προς νότο. Το σχέδιο αυτό διέθετε αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα: ήταν σχεδόν πλήρες, με εξαίρεση ορισμένες αναπροσαρμογές της τελευταίας στιγμής. Ενίσχυε τη διπλωματική φαρέτρα των ΗΠΑ από τη στιγμή που ήταν καθαρά αμυντικού χαρακτήρα και προέβλεπε την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων εντός της σαουδαραβικής επικράτειας. Σε ένα αρχικό στάδιο στηριζόταν αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων, περιόριζε στο ελάχιστο τις αμερικανικές απώλειες.

15 Αυγούστου 1990. O πρόεδρος George H.W. Bush (στο μέσο) σε σύσκεψη στο Πεντάγωνο με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Από αριστερά προς τα δεξιά πλαισιώνεται από τους Brent Scowcroft, σύμβουλο ασφαλείας, στρατηγό Norman Schwarzkopf , διοικητή του U.S. Central Command, Dick Cheney, υπουργό Άμυνας, στρατηγό Colin Powell, αρχηγό ΓΕΕΘΑ και ναύαρχο David E. Jeremiah (Πηγή: U.S. Naval Institute Photo Archive).

Η απόφαση αποστολής στρατευμάτων

Στις 5 Αυγούστου, τρεις μέρες μετά την εισβολή και προτού κατασταλάξει ως προς την αποστολή στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία, ο πρόεδρος Bush έστειλε τον υπουργό Άμυνας  Dick Cheney στο Ριάντ με εντολή να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του βασιλιά Fahd. Απευθυνόμενος προς τον τελευταίο, ο Αμερικανός υπουργός εκφράστηκε ως εξής: “Είμαστε έτοιμοι να αναπτύξουμε δυνάμεις για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας. Θα έρθουμε μόνο εφόσον μας καλέσετε. Δεν επιδιώκουμε να εγκαταστήσουμε βάσεις σε μόνιμη κλίμακα. Μόλις μας ζητήσετε να αποσυρθούμε θα το πράξουμε αμέσως”.[8] Ο Σαουδάραβας μονάρχης συγκατάνευσε έπειτα από σύσκεψη με τους συμβούλους του: “Κύριε υπουργέ, είμαστε σύμφωνοι επί της αρχής. Εμπιστευόμαστε τον Θεό και ενεργούμε όπως αρμόζει. Θα τακτοποιήσουμε τις επιμέρους λεπτομέρειες. Δεν με απασχολεί τι λένε οι άλλοι. Επείγει να διασφαλίσουμε την προστασία της χώρας μας από κοινού με τους Αμερικανούς αλλά και με άλλα αραβικά κράτη, με τα οποία διατηρούμε φιλικούς δεσμούς”.[9] Το πολιτικό περίγραμμα είχε διαμορφωθεί.

Στις 7 Αυγούστου ξεκίνησε η ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων. Επικαλούμενο την απόφαση αρ. 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Πεντάγωνο σκιαγράφησε πάραυτα το επιχειρησιακό πεδίο στην ξηρά, στους αιθέρες και στη θάλασσα. Τις επόμενες ημέρες, η αμερικανική συνδρομή άρχισε να πλαισιώνεται, τόσο στο πολιτικό όσο και στο στρατιωτικό επίπεδο από τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου, από το σύνολο σχεδόν του αραβικού κόσμου και από κράτη σε παγκόσμια κλίμακα, που καταδίκασαν την πρωτοβουλία των Ιρακινών. Επρόκειτο για την απαρχή της επιχείρησης “Ασπίδα της Ερήμου” (Desert Shield).

Address to the Nation Concerning Iraq’s Invasion of Kuwait – 8 August 1990

  

Η επιχείρηση “Ασπίδα της Ερήμου” και η γέννηση ενός συμμαχικού συνασπισμού

Οι πρώτες αμερικανικές μονάδες που προσγειώθηκαν στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας ήταν περιορισμένου μεγέθους. Διέθεταν, ωστόσο, ισχυρή και αποτρεπτική συμβολική αξία. Αυτό τουλάχιστον πίστευαν στην Ουάσινγκτον. Ανήκαν, ως επί το πλείστον, στην ιστορική 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία. Είχαν απόλυτη συναίσθηση του εις βάρος τους συσχετισμού των ισορροπιών. Είναι ενδεικτικό ότι αυτοχλευάζονταν αποκαλώντας τους εαυτούς τους ως “επιβραδυντές για Ιρακινούς”. Σε περίπτωση εισβολής εντός της Σαουδικής Αραβίας το μόνο που μπορούσαν να πράξουν ήταν να επιβραδύνουν την προέλαση του αντιπάλου και να συσπειρωθούν σε προεπιλεγμένες στρατηγικές θέσεις, εν αναμονή αεροπορικών και ναυτικών ενισχύσεων. Μοιραία η πρώτη τους επιλογή (ενάντια μάλιστα στις προτεραιότητες της κυβέρνησης του Ριάντ) στράφηκε προς την ευρύτερη περιοχή του Νταχράν, στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, η οποία επί Ψυχρού Πολέμου λειτουργούσε ήδη ως άτυπο αμερικανικό προγεφύρωμα. Με γνώμονα το επείγον της όλης υπόθεσης και σε αντίθεση με την παράδοση, στη διάρκεια των δυο πρώτων μηνών οι Αμερικανοί άρχισαν να αναπτύσσουν μάχιμες μονάδες δίχως να υπολογίζουν ιδιαίτερα το λογιστικό μέρος της επιχείρησης. Προείχε η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Σαουδικής Αραβίας. Επρόκειτο για επίλεκτες μονάδες πεζοναυτών με πενιχρή υποστήριξη σε βαρέα μηχανοκίνητα και πυροβολικό.

Στις αρχές Οκτωβρίου, το Πεντάγωνο εξακολουθούσε να εκτιμά ως εξαιρετικά δύσκολη μια αναχαίτηση ενδεχόμενης ιρακινής εισβολής, παρά τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό αποστολής ανδρών και πολεμικού υλικού. Ενθυμούμενος την αρχική αυτή φάση, ο στρατηγός Schwarzkopf εκμυστηρευόταν τα εξής: “Φοβόμουν ότι θα μας έριχναν στη θάλασσα με αμέτρητες απώλειες….”.[10] Τελικά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Ακόμα καλύτερα, οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να αποστείλουν μια δύναμη κρούσης 200.000 ανδρών, 1.000 αρμάτων μάχης και 1.000 μαχητικών αεροπλάνων μέσα σε χρονικό διάστημα δυο, μόλις, μηνών.

Η άφιξη των πρώτων στρατευμάτων.

Ήταν εμφανές ότι μπορούσαν, πλέον, να ανακόψουν μια ιρακινή προέλαση. Ο Saddam Hussein, ο οποίος δεν φανταζόταν ως εφικτή μια ταχεία ανάπτυξη τόσο μεγάλων δυνάμεων, άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Σύντομα, η “Ασπίδα της Ερήμου” ενισχύθηκε με ισχυρές μονάδες που απέστειλαν η Αίγυπτος, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Συρία. Έμπρακτη απόδειξη πως οι ΗΠΑ δεν αρκέστηκαν μόνο στην οργάνωση της άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, αλλά σφυρηλάτησαν έναν συμμαχικό συνασπισμό, ικανό να εμπεδώσει στρατιωτικά και ψυχολογικά το επιχείρημα περί ανάληψης μιας διεθνούς σταυροφορίας.

Ένας πραγματικός παγκόσμιος συνασπισμός άρχισε να διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου χάρη στις ακάματες πρωτοβουλίες του State Department και του υπουργού Εξωτερικών James Baker προσωπικά. Ως πυρήνας λειτούργησαν τα άμεσα απειλούμενα από τον ιρακινό επεκτατισμό κράτη, δηλαδή εκείνα του Περσικού Κόλπου. Για το σκοπό αυτό οι στρατιωτικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, του Ομάν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων συγκρότησαν το επονομαζόμενο “Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου” (Cooperation Council for the Arab States of the Gulf  ή Gulf Cooperation Council) ή ακόμα “Ασπίδα της Χερσονήσου” (Peninsula Shield Force). Το παραπάνω σχήμα ενισχύθηκε σε ένα πρώτο στάδιο από δυνάμεις προερχόμενες από τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Ειδικότερα η παρουσία της Αιγύπτου με τη συμμετοχή δυο Μεραρχιών καθιστούσε τη χώρα αυτή τρίτη σε ισχύ έπειτα από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Εμφανής πρόθεση του προέδρου Hosni Mubarak να διεκδικήσει με τον τρόπο αυτό από τον Saddam Hussein την πρωτοκαθεδρία στον αραβικό κόσμο.[11] Ακόμα και μια χώρα σαν τη Συρία, την οποία βάρυναν επί μακρόν υποψίες ότι υποστήριζε τη διεθνή τρομοκρατία, προσχώρησε στην εκκολαπτόμενη συμμαχία συμμετέχοντας με κάθε άλλο παρά αμελητέες δυνάμεις. Προσαρμοζόμενη με τις νέες γεωπολιτικές εξελίξεις θέλησε με τον τρόπο αυτό να απαλλαγεί από τη διπλωματική απομόνωση στην οποία βρισκόταν και να έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει κατά την κρίση της στην υπόθεση του Λιβάνου.[12] Η μουσουλμανική αλληλεγγύη επεκτάθηκε μέχρι το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, τον Νίγηρα και τη Σενεγάλη. Η Τουρκία απέφυγε να στείλει στρατεύματα. Ωστόσο, συντασσόμενη με την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών περί εμπορικού αποκλεισμού, έκλεισε τον αγωγό μέσω του οποίου το Ιράκ εξήγαγε το μισό του περίπου πετρέλαιο και ενίσχυσε τη στρατιωτική της παρουσία κατά μήκος της μεθορίου με το τελευταίο. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στις συμμαχικές μονάδες, οι οποίες προωθούνταν προς τον Περσικό Κόλπο, να κάνουν χρήση του εδάφους και του εναερίου χώρου της.

O στρατηγός Norman Schwarzkopf και ο βασιλιάς Fahd της Σαουδικής Αραβίας επιθεωρούν μια αμερικανική αεροπορική βάση στα ανατολικά της χώρας τον Ιανουάριο του 1991.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έστειλαν από μια Μεραρχία. Η Γερμανία συνεισέφερε οικονομικά στέλνοντας ταυτόχρονα στρατιωτικές δυνάμεις στην Τουρκία. Οικονομικά συμμετείχε και η Ιαπωνία. Η Ισπανία επέτρεψε τη χρήση του εναερίου χώρου της και έστειλε στρατιωτικό υλικό. Η Νότιος Κορέα, η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία συμμετείχαν με ιατρικό προσωπικό και με μονάδες ανίχνευσης χημικού πολέμου.

Ταυτόχρονα με τη δημιουργία ενός συμμαχικού συνασπισμού τίθεται μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της διοίκησης. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι Σαουδάραβες διεκδίκησαν τη διοίκηση του συνόλου των σταθμευμένων στο έδαφός τους δυνάμεων. Οι Αμερικανοί, από τη δική τους πλευρά, προσέβλεπαν στο ακριβώς αντίθετο. Τον Οκτώβριο, έπειτα από ατέρμονες συζητήσεις, συμφωνήθηκε τελικά να διατηρηθεί η σαουδαραβική πρωτοκαθεδρία με τον διορισμό του πρίγκιπα Khaled Bin Sultan[13] ως ανώτατου διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων επί του θεάτρου των επιχειρήσεων. Ωστόσο, παρέμενε ένα εμπόδιο. Το σύνταγμα των ΗΠΑ απαγόρευε ρητά την υπαγωγή αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων υπό τη διοίκηση αλλοδαπού αξιωματικού. Κατόπιν τούτου, παρέμειναν υπό την ηγεσία του στρατηγού Schwarzkopf, διπλωματικά κάτω από σαουδαραβική στρατηγική διεύθυνση. Ουδέποτε αποσαφηνίστηκε η σημασία της διατύπωσης αυτής. Στην πραγματικότητα, ο  Schwarzkopf δεχόταν διαταγές μέσω του άξονα Bush – Cheney – Powell.[14]  Σε κατώτερο επίπεδο ενεργοποιήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός συνεργασίας και συντονισμού ανάμεσα στα επιτελεία των δυνάμεων του συνασπισμού, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμος, δεδομένης της ασυνήθιστης πολιτισμικής, θρησκευτικής και πολιτικής ποικιλομορφίας που τον διέκρινε.

Τα εύσημα για τη δημιουργία, στρατηγική οργάνωση και ενδυνάμωση της συμμαχίας ανήκαν αναμφίβολα στις ΗΠΑ, οι οποίες ασκούσαν και την ουσιαστική διοίκηση. Το έδαφος της Σαουδικής Αραβίας ήταν πλέον ασφαλές. Κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 1990 οι δυνάμεις του συνασπισμού επαρκούσαν για κάτι τέτοιο, όχι όμως και για μια ανακατάληψη του Κουβέιτ όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι 435.000 Ιρακινοί, 3.600 άρματα μάχης, 2.400 τεθωρακισμένα οχήματα πάσης φύσεως και 2.400 πυροβόλα.

 

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ[15]

(ΙΟΥΛΙΟΣ 1990)

                                            *Εκ των οποίων 480.000 έφεδροι.

Υπό τις παρούσες συνθήκες ποιες ήταν οι προσφερόμενες εναλλακτικές λύσεις; Για πόσο καιρό ακόμα τα συμμαχικά στρατεύματα θα παρέμεναν άπραγα; Έπρεπε να αναμείνουν κι’ άλλο ή μήπως να εκδιώξουν τους Ιρακινούς από το Κουβέιτ κυνηγώντας τους ακόμα και εντός του εθνικού τους εδάφους;

Το χειρότερο σενάριο, πραγματική Πύρρειος νίκη για τον συνασπισμό, θα ήταν μια συντεταγμένη  υποχώρηση του ιρακινού στρατού. Το ζήτημα της παραμονής του διεθνούς εκστρατευτικού σώματος επί του σαουδαραβικού εδάφους θα ετίθετο μετ’ επιτάσεως, ενώ τίποτα δεν απέκλειε μια νέα ιρακινή εισβολή στο μέλλον. Κατά συνέπεια, ο παράγων χρόνος αναγορεύτηκε σε μείζονος σημασίας παράμετρο για την ηγεσία της συμμαχίας, δηλ. τους Αμερικανούς. Ήταν σαφές πως η ανάληψη πρωτοβουλιών δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Διαφορετικά, ο χρόνος, ο οποίος μέχρι τότε είχε λειτουργήσει επωφελώς, κινδύνευε να στραφεί εναντίον.

 

Οι προετοιμασίες για την απελευθέρωση του Κουβέιτ

Η ιδέα μιας ανακατάληψης του Κουβέιτ στριφογύριζε στο μυαλό του στρατηγού Schwarzkopf ήδη από τις 16 Αυγούστου, οπότε, όπως χαρακτηριστικά γράφει “σκιαγράφησα πρόχειρα μια εκστρατεία σε τέσσερα στάδια: κεραυνοβόλα επίθεση πυροβολικού, καταστροφή των δομών αντιαεροπορικής άμυνας εντός του Κουβέιτ, εξουδετέρωση του αντιπάλου σε ποσοστό 50%, χερσαία επίθεση”.[16] Η όλη υπόθεση προσέλαβε πολιτικές διαστάσεις όταν, στις 22 Οκτωβρίου, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Colin Powell μετέβη στο Ριάντ κατ’ εντολή του προέδρου Bush, προκειμένου να αξιολογήσει με τον Schwarzkopf τους τρόπους μετεξέλιξης της εκστρατείας από αμυντική σε επιθετική με την προοπτική απελευθέρωσης του Κουβέιτ.

Οι Norman Schwarzkopf  και Colin Powell στο Ριάντ τον Οκτώβριο του 1990.

Οι απαιτήσεις του Schwarzkopf ήταν υπέρμετρες. Συγκεκριμένα, ζήτησε τον διπλασιασμό των υπό την ηγεσία του δυνάμεων, με άλλα λόγια την αναβάθμιση των τελευταίων σε Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού εντός τριών μηνών. Μόλις το αίτημα έφτασε στον Λευκό Οίκο, ο George Bush συγκατάνευσε. Ταυτόχρονα, εξαπέλυσε μια διπλωματική εκστρατεία, δίχως την οποία τίποτα απολύτως δεν θα ήταν εφικτό. Σε ένα πρώτο στάδιο, έστειλε τον υπουργό Εξωτερικών James Baker στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας με αποστολή να εκμαιεύσει τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Fahd και των υπολοίπων συμμάχων. Κατόπιν συνέταξε ένα σχέδιο απόφασης για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Τέλος διαβεβαίωσε τον Schwarzkopf πως ήταν διατεθειμένος να ικανοποιήσει το αίτημά του στέλνοντας στον Περσικό Κόλπο και ακόμα περισσότερες δυνάμεις, εάν αυτό καθίστατο αναγκαίο.

Στις 29 Νοεμβρίου 1990 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα αρ. 678, το οποίο εξουσιοδοτούσε “τα κράτη μέλη, τα οποία επιχειρούν από κοινού με το Κουβέιτ να κάνουν χρήση όλων των απαραίτητων μέσων για την εφαρμογή της απόφασης αρ. 660[17] του Συμβουλίου Ασφαλείας και όλων των συναφών αποφάσεων και για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή σε περίπτωση που μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1991 το Ιράκ δεν έχει συμμορφωθεί με αυτές”. Μεταξύ 29 Νοεμβρίου και 15 Ιανουαρίου, τα στρατεύματα της συμμαχίας είχαν στη διάθεσή τους ένα χρονικό διάστημα 45 ημερών για το σκοπό αυτό, με άλλα λόγια προκειμένου να περάσουν από την “Ασπίδα” στην “Καταιγίδα”.

 

Από την “Ασπίδα” στην “Καταιγίδα της Ερήμου

Το αίτημα του στρατηγού Schwarzkopf ικανοποιήθηκε, καθώς τα συγκεντρωμένα επί του σαουδαραβικού εδάφους στρατεύματα διπλασίασαν το δυναμικό τους από κάθε άποψη. Η αμερικανική υπεροχή ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη έπειτα από την αποστολή μιας μηχανοκίνητης μεραρχίας με προέλευση τις ΗΠΑ,[18] ενός Σώματος Στρατού σταθμευμένου στην Ευρώπη,[19] μονάδων ναυτικού πολέμου,[20] μονάδων πεζοναυτών,[21] τέλος, 410 επιπλέον αεροσκαφών.[22] Ουδέποτε άλλοτε από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά είχε συγκεντρωθεί δύναμη παρόμοιας ισχύος.

Η επιλογή του 7ου ΣΣ σταθμευμένου στη Γερμανία εξηγείται εύκολα. Κατά πρώτο λόγο, επρόκειτο για εκείνο, το οποίο λόγω συντομότερης απόστασης από την φλέγουσα περιοχή, ήταν σε θέση να μεταφερθεί στη Σαουδική Αραβία το ταχύτερο. Κατά δεύτερο λόγο, ήταν το καλύτερα εξοπλισμένο με υλικό τελευταίας τεχνολογίας Σώμα ολόκληρου του αμερικανικού στρατού. Τέλος, ήταν εκείνο που διέθετε αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό προσωπικού εν ενεργεία. Η εξαφάνιση της απειλής των χωρών μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας την επομένη της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού καθιστούσε εφικτή τη μεταφορά του Σώματος στον Περσικό Κόλπο.

Η ισχύς του 7ου ΣΣ καθώς και η συνολική συμβολή των σταθμευμένων στο ευρωπαϊκό έδαφος αμερικανικών δυνάμεων παρουσιάζονται στους κάτωθι πίνακες.[23]

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 7ου ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΑΘΜΕΥΜΕΝΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Για τη μεταφορά των ευρισκομένων στην Ευρώπη αμερικανικών στρατευμάτων χρησιμοποιήθηκαν 437 αεροσκάφη, 105 πλοία, 387 μαούνες, 339 σιδηροδρομικοί συρμοί και 72 οδικές φάλαγγες. Παρόλη την ανάπτυξη τόσο εντυπωσιακών μέσων, η μεταφορά του 7ου ΣΣ πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση συγκριτικά με τους αρχικούς υπολογισμούς. Ο αριθμός των συρμών δεν επαρκούσε για την προώθηση του βαρέως υλικού (άρματα μάχης, μηχανοκίνητα πεζικού κλπ.) προς τους λιμένες φόρτωσης. Πολλά μεταγωγικά πλοία παρουσίασαν μηχανικές βλάβες, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν στα αγκυροβόλια τους. Τα προβλήματα επεκτάθηκαν και εν πλω, καθώς δυσμενείς καιρικές συνθήκες ως αποτέλεσμα είχαν την επιβράδυνση των ρυθμών. Τέλος, η προοπτική των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς προκάλεσε, ως συνήθως, μια χαλάρωση στους κόλπους της γραφειοκρατικής μηχανής. Αυτό διαφαίνεται και από την αγωνιώδη διαπίστωση του Schwarzkopf περί τα μέσα Δεκεμβρίου: “Ένα 20% των αρμάτων μάχης δεν πρόκειται να αφιχθούν πριν από τις 15 Ιανουαρίου [ημερομηνία ορόσημο]. Ειδικότερα τα Μ1Α1 της 3ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας βρίσκονται ακόμη εν πλω (…)”.[24] Και αυτό ενώ ο ίδιος ηγείτο ήδη μιας δύναμης 300.000 ανδρών!

Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, τα υπόλοιπα κράτη του συνασπισμού αναβάθμισαν και εκείνα την παρουσία τους στη Σαουδική Αραβία. Το έπραξαν αναλογικά με τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και τους πολιτικούς τους στόχους. Μεταξύ άλλων, η Αίγυπτος απέστειλε δυο επιπρόσθετες Μεραρχίες και ειδικές δυνάμεις,[25] η Συρία μια Μεραρχία και ειδικές δυνάμεις,[26] το Κουβέιτ κατάφερε να συγκροτήσει επί του σαουδαραβικού εδάφους τρεις νέες ανεξάρτητες Ταξιαρχίες. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συμπλήρωσαν τις ήδη επιτόπου παρούσες δυνάμεις τους, ούτως ώστε να είναι ετοιμοπόλεμες ανά πάσα στιγμή. Τα μη αμερικανικά στρατεύματα ανέρχονταν σε 160.000 άνδρες περίπου.

Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-15 παρατεταγμένα σε βάση της Σαουδικής Αραβίας.
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου John Major συναντάται με άνδρες του 3ου Τάγματος γνωστών με την επωνυμία “Οι ποντικοί της ερήμου” (Desert Rats).

Οι εκατέρωθεν στρατηγικοί σχεδιασμοί

Η ενίσχυση των συμμαχικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε με γνώμονα τις πληροφορίες για τη διάταξη και ισχύ των Ιρακινών, αλλά και με μακροπρόθεσμο ζητούμενο όχι μόνο την απελευθέρωση του Κουβέιτ αλλά και την εξολόθρευση του ιρακινού στρατού γενικότερα. Το εύρος των ενισχύσεων (κυρίως αμερικανικών) υποδηλώνει ότι: 1) προτού ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες o αντίπαλος εθεωρείτο ιδιαίτερα ισχυρός και 2) τα εντυπωσιακά μεγέθη, τα οποία στάλθηκαν στον Περσικό Κόλπο συμβόλιζαν τη βούληση των ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στο μεταψυχροπολεμικό στερέωμα.[27]

The Weapons of Desert Shield

Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, η διάταξη των ιρακινών δυνάμεων είχε προσλάβει τριπλή μορφή. Κατά μήκος της μεθορίου με τη Σαουδική Αραβία έως τις ανατολικές ακτές του Κουβέιτ είχε δημιουργηθεί μια πρώτη γραμμή ανάσχεσης, εν μέρει θαμμένη μέσα στην άμμο της ερήμου. Επρόκειτο για την επονομαζόμενη Γραμμή Saddam, συνολικού μήκους 300 χιλιομέτρων. Μια δεύτερη γραμμή άμυνας, στο βόρειο τμήμα του εμιράτου, προσέδιδε βάθος στο μελλοντικό επιχειρησιακό θέατρο. Τέλος, η επίλεκτη Προεδρική Φρουρά, συγκεντρωμένη νοτιοδυτικά της Βασόρας εντός του ιρακινού εδάφους, ήταν έτοιμη να εξαπολύσει στοχευμένες αντεπιθέσεις, ακριβώς όπως το είχε πράξει κατ’ επανάληψη στη διάρκεια του οκταετούς πολέμου ανάμεσα στο Ιράκ και το Ιράν.

Οι Ιρακινοί ανέμεναν εκδήλωση κατά μέτωπο επίθεσης σε βάρος τους. Δεν υπολόγιζαν ότι ο αντίπαλος μπορούσε να εκμεταλλευθεί τις αχανείς εκτάσεις της ερήμου με στόχο να ελιχθεί και να τους πλευροκοπήσει. Η εμμονή αυτή ανάγεται στην ίδια την πολεμική κουλτούρα των Ιρακινών καθώς και στις σοβιετικές μεθόδους, οι οποίες δεν πριμοδοτούν την έννοια και τη σημασία των ελιγμών. Ένας επιπρόσθετος λόγος που εξηγεί τα παραπάνω είναι το ότι ήταν πεπεισμένοι πως τα στρατεύματα του συνασπισμού, στην πλειοψηφία τους δυτικά, δεν ήταν εξοικειωμένα με τις κλιματολογικές και γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες της ερήμου και θα τους ήταν δύσκολο, έως αδύνατο, να μετακινηθούν εκτός του υπάρχοντος οδικού δικτύου. Τέλος, επηρεασμένοι από την ακατάπαυστη δραστηριότητα του αμερικανικού στρατού, προετοιμάζονταν να αποκρούσουν μια συμμαχική απόβαση στις ακτές του Κουβέιτ, με αποτέλεσμα να διατηρούν επιτόπου ισχυρές δυνάμεις, όπως ακριβώς επισήμανε ο στρατηγός Maurice Schmitt, ενθυμούμενος πολύ αργότερα έναν διάλογο που είχε με τον Schwarzkopf: “Δεν έχω πρόθεση να αποβιβαστώ στις ακτές του Κουβέιτ, μου απάντησε, όπου υπάρχουν αναρίθμητα ναρκοπέδια. Θα κρατήσω, όμως, τους πεζοναύτες στοιβαγμένους επάνω στα πλοία, ούτως ώστε να δώσω στους Ιρακινούς την εντύπωση μιας επικείμενης απόβασης και να τους αναγκάσω, με τον τρόπο αυτό, να εξακολουθήσουν να διατηρούν σημαντικές δυνάμεις κατά μήκος των ακτών. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Colin Powell είχε εκφραστεί προς εμένα με περισσότερο λακωνικό τρόπο: δεν είμαστε διατεθειμένοι να επαναλάβουμε την Okinawa”.[28]

Φάλαγγα ιρακινών τεθωρακισμένων Τ-72Μ (γνωστά και ως Λιοντάρια της Βαβυλώνας) αναπτύσσεται στη μεθόριο του Κουβέιτ με τη Σαουδική Αραβία.
Ιρακινή προπαγάνδα για την κατοχή του Κουβέιτ.

Το σχέδιο, το οποίο εκπονήθηκε από τον συμμαχικό συνασπισμό, με άλλα λόγια από τους Αμερικανούς, άρχισε να προσλαμβάνει μορφή μέσα στον μήνα Νοέμβριο. Ο Schwarzkopf επέλεξε την πλέον κλασσική επιχειρησιακή μέθοδο, η οποία διδάσκεται σε όλες τις σχολές πολέμου ανά την υφήλιο. Μόνο που τη φορά αυτή, επιμηκύνθηκε στην κλίμακα ενός αχανούς θεάτρου. Στηρίζεται στο απλό αξίωμα: “σταθεροποίηση – υπερκέραση”. “Η κλασσική τακτική για να επιβληθεί κανείς ενός αντιπάλου του είδους αυτού”, έγραφε χαρακτηριστικά, “συνίστατο στο να τον ακινητοποιήσει με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, την ίδια στιγμή που άλλες δυνάμεις, ακόμα πιο ισχυρές, θα είχαν ως αποστολή να τον υπερκεράσουν, να τον περικυκλώσουν και να τον ρίξουν στη θάλασσα”.[29] Ακριβώς ό,τι έπραξε εν συνεχεία.

Στο αρχικό της στάδιο, η χερσαία επίθεση θα εκδηλωνόταν με έναν κυκλωτικό ελιγμό στα δυτικά και κατόπιν με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, η ολοκλήρωση της οποίας προσέβλεπε στην εξολόθρευση του ιρακινού στρατού, παγιδευμένου εντός του σχηματιζομένου από τον  Ευφράτη ποταμό (προς βορρά), την θάλασσα (προς ανατολάς) και το κύριο σώμα των δυνάμεων του συνασπισμού (προς νότο) τριγώνου. Στις 14 Νοεμβρίου, ο Schwarzkopf ανέλυσε το σχέδιο στους συνεργάτες του, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Νταχράν. Προκειμένου να επικρατήσει ενός εχθρού 450.000 ανδρών, έτοιμων να κάνουν χρήση χημικών όπλων, ιεράρχησε τους στόχους ως εξής:

  • εξουδετέρωση των κέντρων διοίκησης
  • εξασφάλιση της υπεροχής στους αιθέρες
  • εξουδετέρωση δυνατοτήτων χρήσης χημικών και βιολογικών όπλων
  • εξουδετέρωση της Προεδρικής Φρουράς
  • απελευθέρωση του Κουβέιτ από τα αραβικά στρατεύματα της συμμαχίας

Ενώ είχαν δαπανηθεί τέσσερις ολόκληροι μήνες προκειμένου να ολοκληρωθούν τα σχέδια προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της Σαουδικής Αραβίας, εκείνα της επιθετικής εκστρατείας εκπονήθηκαν μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Η αλήθεια είναι πως είχαν πλέον ξεπεραστεί ορισμένα πρακτικά προβλήματα (όπως π.χ. τα σχετικά με τη διερμηνεία μεταξύ αραβικής και αγγλικής γλώσσας). Σε τελευταία ανάλυση, ο επιθετικός σχεδιασμός εντυπωσιάζει με την απλότητά του.

Η εκδήλωση της χερσαίας επίθεσης είχε προγραμματιστεί για το χρονικό διάστημα μεταξύ 15 και 20 Φεβρουαρίου 1991. Προηγουμένως όμως, έπρεπε να πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η ολοκλήρωση της μεταφοράς του 7ου Σώματος Στρατού από τη Γερμανία προς τη Σαουδική Αραβία καθυστερούσε. Επίσης, έπρεπε να πραγματοποιηθεί με απόλυτη μυστικότητα και τα ταχύτερο δυνατό η μετακίνηση δυο Σωμάτων Στρατού σε απόσταση 500 χιλιομέτρων προς δυσμάς, μέσα από την έρημο. Προκειμένου ο όλος ελιγμός να μπορέσει να κρατηθεί κρυφός, σχεδιάστηκε μια έντονη αεροπορική δραστηριότητα αντιπερισπασμού σε άλλα σημεία.

Της χερσαίας επίθεσης θα προηγείτο η (επίσης αεροπορική) επιχείρηση “Στιγμιαίος Κεραυνός” (Instant Thunder), με αποστολή να πληγούν στρατιωτικοί μόνο στόχοι και να αποφευχθούν στο έπακρο απώλειες αμάχων. Σκοπός ήταν να απομονωθεί το μελλοντικό πεδίο εχθροπραξιών από τον έξω κόσμο, να “τυφλωθεί” και “βουβαθεί” η ιρακινή άμυνα, τέλος, να εξουδετερωθεί η Προεδρική Φρουρά.

Το χερσαίο σκέλος, η επιχείρηση “Καταιγίδα της Ερήμου” (Desert Storm) διέθετε τέσσερις συνιστώσες, η σύγκλιση των οποίων ήταν απαραίτητη για μια ευτυχή διεκπεραίωση. Στη θάλασσα, μια αμφίβια δύναμη τριάντα περίπου πλοίων και 17.000 πεζοναυτών θα διατηρούσε συνεχή την απειλή μιας απόβασης στις ακτές του Κουβέιτ, εξαναγκάζοντας τους Ιρακινούς να διατηρούν εκεί ισχυρές δυνάμεις. Αν και δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των προτεραιοτήτων, το ενδεχόμενο μιας απόβασης δεν έπρεπε να αποκλειστεί ανάλογα με την εξέλιξη των επιχειρήσεων στους άλλους τομείς του μετώπου.

Στα βορειοανατολικά σύνορα της Σαουδικής Αραβίας με το Κουβέιτ, δυο Μεραρχίες Πεζοναυτών, συνεπικουρούμενες από σαουδαραβικές μονάδες ήταν επιφορτισμένες με τη διάσπαση του μετώπου και την προέλαση μέχρι τις παρυφές της πρωτεύουσας του εμιράτου με κατεύθυνση από νότο προς βορρά. Στον κεντρικό τομέα, αραβομουσουλμανικά στρατεύματα με πυρήνα δυο αιγυπτιακές Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, είχαν αναλάβει την θέση υπό έλεγχο του στρατηγικής σημασίας οδικού κόμβου στα βορειοδυτικά της πόλης του Κουβέιτ και την απελευθέρωση της τελευταίας. Ουδείς απέκλειε το ενδεχόμενο μιας λυσσαλέας αντιπαράθεσης μέσα στους δρόμους και τα κτήρια της πρωτεύουσας. Ο αδιαμφισβήτητου συμβολικού χαρακτήρα αυτός ρόλος ανήκε δικαιωματικά στις δυνάμεις του Κουβέιτ.

Στο αριστερό άκρο της συμμαχικής διάταξης, ένα αμερικανικό Σώμα Στρατού[30] θα διασπούσε τις γραμμές του αντιπάλου και θα αναπτυσσόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανακόψει την υποχώρηση των ισχυροτέρων μονάδων.[31]

Τέλος, το άρτι αφιχθέν από την Γερμανία πανίσχυρο 7ο Σώμα Στρατού, θα συγκέντρωνε το σύνολο των δυνάμεών του με στόχο την εξουδετέρωση και καταστροφή της ιρακινής Προεδρικής Φρουράς.

Το συμμαχικό σχέδιο μάχης.

Στο πλαίσιο της γενικευμένης αυτής επιχείρησης, ο καθένας από τους συμμετέχοντες επωμίστηκε μια αποστολή, η οποία αποτελούσε συνδυασμό των πολιτικών στόχων της κάθε χώρας με τις τακτικές ανάγκες στο πεδίο των μαχών. Χρονολογικά, οι Βρετανοί υπήρξαν οι πρώτοι που ενημερώθηκαν σχετικά με τον αμερικανικό σχεδιασμό και για τον ρόλο που a priori τους αναλογούσε. Ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων Sir Peter de la Billière ενημερώθηκε από τον  Schwarzkopf προσωπικά, λίγο μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών (τέλη Νοεμβρίου). Απέκλεισε την δευτερεύουσας φύσης αποστολή που αρχικά προτάθηκε και εξασφάλισε την επί ίσοις όροις συμμετοχή των περίφημων “Ποντικών της Ερήμου” (Desert Rats) στο πλευρό του 7ου Σώματος Στρατού.

Οι δυο Μεραρχίες του αιγυπτιακού στρατού θα αναλάμβαναν, από κοινού με τις συριακές μονάδες, αρχικά την καθήλωση των Ιρακινών στον κεντρικό τομέα και κατόπιν την προέλαση με κατεύθυνση την πρωτεύουσα. Ο συντονισμός τους με τις δυνάμεις των Αμερικανών είχε σφυρηλατηθεί χάρη σε κοινά γυμνάσια, τα οποία είχαν προηγηθεί. Τα μάτια του αραβικού κόσμου ήταν στραμμένα επάνω τους. Η συνεργασία των Συρίων με την αμερικανική διοίκηση γινόταν μέσω του πρίγκιπα Khaled.

Ο ρόλος των Γάλλων διέφερε ανάλογα με τις εκτιμήσεις του στρατηγού Schmitt, αρχηγού του επιτελείου του γαλλικού στρατού, και του στρατηγού Schwarzkopf. Σύμφωνα με τον πρώτο, οι γαλλικές δυνάμεις, “δεδομένης της διάταξης και της δομής τους, έπρεπε να αναπτυχθούν στο δυτικό άκρο καλύπτοντάς το”.[32] Περισσότερο αυστηρός, ο δεύτερος διερωτάται: “Οι Γάλλοι δυσκολεύονταν να σκιαγραφήσουν τον ρόλο που επιθυμούσαν να επωμιστούν (…) ακόμα και η ίδια η συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν αβέβαιη. Τελικά, τον Δεκέμβριο, ο στρατηγός Schmitt, με πληροφόρησε πως η χώρα του επιθυμούσε να συμμετάσχει ενεργά στην επίθεση. Εξέφραζε ωστόσο επιφυλάξεις, κατά πόσο, στο πλαίσιο μιας μετωπικής σύγκρουσης, τα γαλλικά ελαφρά τεθωρακισμένα ήταν σε θέση να αναμετρηθούν με τα βαριά σοβιετικής κατασκευής ιρακινά άρματα μάχης. Κατόπιν τούτου, οι γαλλικές μονάδες ήταν όντως σε θέση να καλύψουν το δυτικό άκρο; Παρά ταύτα, δέχθηκα αμέσως. Αναζητούσα μια δύναμη γι’ αυτή την αποστολή και οι γαλλικές μονάδες ανταποκρίνονταν σε αυτό που έψαχνα”.[33]

Αριστερά: ο στρατηγός Maurice Schmitt, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού. Δεξιά: αφίσα αναμνηστικής έκθεσης σχετικά με τη συμμετοχή της Μεραρχίας Daguet, με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα ετών από τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Η πορεία προς την επίθεση

Ήδη από τα μέσα Δεκεμβρίου οι Αμερικανοί φαίνονταν πεπεισμένοι πως η επίθεση θα ήταν νικηφόρα. Αδυνατούσαν όμως να υπολογίσουν εκ των προτέρων το μέγεθος των απωλειών. Οι θεωρία, σύμφωνα με την οποία πίστευαν σε μηδαμινές, σχεδόν, απώλειες, διοχετεύθηκε μετά το πέρας του πολέμου.[34] Πρόκειται για μια πέρα ως πέρα λανθασμένη και ετεροχρονισμένη θεωρία. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τις προσπάθειες του αμερικανικού υγειονομικού μηχανισμού, προκειμένου να προετοιμαστεί a priori για βαρύ φόρο αίματος. Για την εκκένωση των τραυματιών είχαν επιστρατευθεί 220 ελικόπτερα, πάνω από 1.000 ασθενοφόρα και είχαν προβλεφθεί σε καθημερινή κλίμακα 30 πτήσεις αεροσκαφών C-130 με την προοπτική 74 επιπρόσθετων πτήσεων.[35] Παράλληλα, υπήρχε πρόβλεψη εντός του ιδίου του θεάτρου επιχειρήσεων για 18.530 νοσοκομειακές κλίνες και για 36.496 φιάλες αίματος των 250 ml.[36]

Το αμερικανικό πλωτό νοσοκομείο USNS Mercy (T-AH-19), ελλιμενισμένο στο Μπαχρέιν.

Η κρίσιμη απόφαση

Η επιλογή της ακριβούς ημερομηνίας έναρξης της επίθεσης υπήρξε αντικείμενο αναρίθμητων διαβουλεύσεων. Στην Ουάσινγκτον επικρατέστερη ήταν η άποψη πως η έναρξη των εχθροπραξιών έπρεπε να λάβει χώρα το συντομότερο δυνατό μετά τις 15 Ιανουαρίου 1991 και την εκπνοή της προθεσμίας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να μη διαρραγεί η συνοχή του συνασπισμού. Από τη δική του πλευρά, ο Schwarzkopf επιθυμούσε να ήταν απολύτως έτοιμος. Για το λόγο αυτό, απαρίθμησε μια σειρά επιφυλάξεων λογιστικής και μετεωρολογικής, ως επί το πλείστον, φύσεως προκειμένου να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο. Ήταν της άποψης πως μια παράταση της διάρκειας των προπαρασκευαστικών αεροπορικών επιχειρήσεων αρκούσε για κάτι τέτοιο. Στο όλο ζήτημα τύγχανε της αμέριστης υποστήριξης των Powell και Cheney. Στις 26 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε στους επιτελείς του ότι η αεροπορική επίθεση επρόκειτο να εκδηλωθεί σε ημερομηνία πολύ κοντινή με εκείνη της 15ης Ιανουαρίου. Στις 8 Ιανουαρίου, ο συνταγματάρχης Bell, ο οποίος είχε χριστεί από τον Schwarzkopf  “χρονικογράφος του πολέμου του Κόλπου” σημείωνε ότι: “15.00, τηλεφωνική σύσκεψη με τον στρατηγό Powell. Ο τελευταίος διαβίβασε στον CINC [Commander in Chief] προφορική διαταγή, σύμφωνα με την οποία η αεροπορική εκστρατεία θα ξεκινούσε στις 17 Ιανουαρίου στις 3.00”.[37]

Στις 11 Ιανουαρίου, στο Παρίσι, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας François Mitterrand ανακοίνωσε την πρόθεσή του να καλέσει την Εθνοσυνέλευση σε έκτακτη συνεδρία.[38] Πράγματι, η Εθνοσυνέλευση συνήλθε στις 16 Ιανουαρίου και εξέδωσε ψήφισμα στήριξης της πολιτικής, την οποία ακολουθούσε η κυβέρνηση σχετικά με την κρίση στον Περσικό Κόλπο.

Τέλος, στις 15 Ιανουαρίου στις 23.30, ο Schwarzkopf πληροφορήθηκε τηλεφωνικά πως η διαταγή περί έναρξης της επιχείρησης “Καταιγίδα της Ερήμου” στις 3.00 π.μ. της 17ης Ιανουαρίου είχε υπογραφεί από τους Cheney και Powell.

The Gulf Conflict Part 1 – Defensive Operations

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της   Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mission Centenaire 1914 – 1918).

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ    

2 Αυγούστου 1990

Εισβολή του ιρακινού στρατού στο Κουβέιτ. Ο εμίρης  Jaber Al Sabah και η οικογένειά του καταφεύγουν στη Σαουδική Αραβία. Σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ομόφωνη ψήφιση της απόφασης αρ. 660 περί άμεσης απόσυρσης των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

3 Αυγούστου

Οι υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ζητούν από την διεθνή κοινότητα να λάβει συγκεκριμένα μέτρα κατά του Ιράκ. Ο Αραβικός Σύνδεσμος καταδικάζει την εισβολή και απαιτεί με ψήφους 14 έναντι 4 (ΟΑΠ, Ιορδανία, Υεμένη, Σουδάν) την άμεση αποχώρηση των ιρακινών στρατευμάτων. Απουσιάζουν το Ιρακ και η Λιβύη.

6 Αυγούστου

Οι ΗΠΑ απορρίπτουν κάθε προοπτική συμβιβασμού με βάση μια προσάρτηση του Κουβέιτ στο Ιράκ. Ψήφισμα αρ. 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο αποδέχεται οικονομικές και στρατιωτικές κυρώσεις κατά του Ιράκ με ψήφους 14 και δυο αποχές (Κούβα και Υεμένη).

7 Αυγούστου

Έναρξη της επιχείρησης Ασπίδα της Ερήμου. Ο Saddam Hussein επικροτεί την εισβολή στο Κουβέιτ ως τερματισμό ενός αποικιακής φύσεως διαμελισμού σε βάρος του Ιράκ.

8 Αυγούστου

Η Βαγδάτη χαρακτηρίζει ως αμετάκλητη την κατοχή του Κουβέιτ. Διάγγελμα του προέδρου Bush προς τον αμερικανικό λαό, με το οποίο ανακοινώνει την αποστολή στρατευμάτων και πολεμικού υλικού στη Σαουδική Αραβία για την προάσπιση των ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ.

9 Αυγούστου

Ομόφωνο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας (αρ. 662) το οποίο καταδικάζει την προσάρτηση του Κουβέιτ. Το Ιράκ ζητεί από τους ξένους διπλωμάτες να εγκαταλείψουν το Κουβέιτ πριν από τις 24 Αυγούστου. Ο πρόεδρος Mitterrand αναγγέλλει την αποστολή στον Περσικό Κόλπο του αεροπλανοφόρου Clemenceau.

10 Αυγούστου

Ο Saddam Hussein κηρύσσει ιερό πόλεμο κατά των ξένων στρατευμάτων.

15 Αυγούστου

Η Βαγδάτη αποδέχεται τους κυριότερους όρους του Ιράν ενόψει ενός άμεσου τερματισμού του μεταξύ τους πολέμου.

18 Αυγούστου

Το Ιράκ αρχίζει να συγκεντρώνει ξένους υπήκοους ως ανθρώπινες ασπίδες γύρω από στρατηγικούς στόχους.

25 Αυγούστου

Στο Κουβέιτ, τα ιρακινά στρατεύματα πολιορκούν τις πρεσβείες των κρατών που αρνήθηκαν να το εκκενώσουν.

28 Αυγούστου

Η Βαγδάτη ανακοινώνει επίσημα την προσάρτηση του Κουβέιτ ως 19ης επαρχίας του Ιράκ.

9 Σεπτεμβρίου

Οι George Bush και Mikhail Gorbachev καταδικάζουν από το Ελσίνκι την εισβολή. Ο δεύτερος δηλώνει προβληματισμένος από τις πιθανές συνέπειες μιας πολεμικής εμπλοκής.

10 Σεπτεμβρίου

Εξομάλυνση των σχέσεων Ιράκ-Ιράν έπειτα από επίσκεψη στην Τεχεράνη του Ιρακινού υπουργού Εξωτερικών Tarek Aziz. Ομιλία του George Bush ενώπιον του Κογκρέσου όπου επαναλαμβάνει την απόφασή του περί δυναμικής παρέμβασης.

14 Σεπτεμβρίου

Επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στη Συρία. Το Λονδίνο ανακοινώνει την άμεση αποστολή μιας τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας. Εισβολή των ιρακινών δυνάμεων κατοχής στις ξένες πρεσβείες. Ο πρόεδρος Mitterrand ανακοινώνει την αποστολή στον Κόλπο υπολογίσιμων γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων.

23 Σεπτεμβρίου

Ο Saddam Hussein απειλεί να πλήξει το Ισραήλ και να καταστρέψει τις πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής.

3-5 Οκτωβρίου

Επίσκεψη του προέδρου Mitterrand στη Σαουδική Αραβία. Συναντάται με τις πρώτες γαλλικές μονάδες που είχαν μόλις καταφθάσει.

26 Οκτωβρίου

Η Ουάσινγκτον ανακοινώνει την αποστολή 100.000 επιπλέον ανδρών (οι αμερικανικές δυνάμεις στον Περσικό υπολογίζονταν ήδη σε 430.000 άνδρες).

29 Οκτωβρίου

Ο Mikhail Gorbachev επαναλαμβάνει την αντίθεσή του στην προοπτική μιας στρατιωτικής λύσης.

30 Οκτωβρίου

Στο Κουβέιτ εξακολουθούν να κρατούνται 3.700 υπήκοοι ξένων χωρών.

9 Νοεμβρίου

Ο Willy Brandt επιστρέφει από την Βαγδάτη με 174 απελευθερωθέντες Γερμανούς ομήρους. Η επίσκεψή του στην ιρακινή πρωτεύουσα υπήρξε αντικείμενο κριτικής.

22 Νοεμβρίου

Ο George Bush περνά την “Ημέρα των Ευχαριστιών” επισκεπτόμενος τα αμερικανικά στρατεύματα στη Σαουδική Αραβία.

23 Νοεμβρίου

Το Ιράκ προβαίνει σε μερική επιστράτευση των γεννηθέντων μεταξύ των ετών 1958 και 1960.

28 Νοεμβρίου

Το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδικάζει τις προσπάθειες του Ιράκ για αλλοίωση της πληθυσμιακής σύστασης του Κουβέιτ (Απόφαση αρ. 667).

29 Νοεμβρίου

Τελεσίγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τη Βαγδάτη περί πλήρους εκκένωσης του Κουβέιτ έως τις 15 Ιανουαρίου 1991 (Απόφαση αρ.668).

5 Δεκεμβρίου

Ο νεοδιορισθείς πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου John Major, τάσσεται υπέρ της πλήρους εφαρμογής των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

18 Δεκεμβρίου

Ο Saddam Hussein αποκλείει κάθε ενδεχόμενο έναρξης διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ. Θεωρεί ως προϋπόθεση την επίλυση του Παλαιστινιακού Ζητήματος.

23 Δεκεμβρίου

Ο Saddam Hussein δηλώνει πως σε περίπτωση πολέμου, το Ισραήλ θα είναι ο πρώτος στόχος των Ιρακινών ακόμα και αν απέχει από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

25 Δεκεμβρίου

Οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ τίθενται σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού.

29 Δεκεμβρίου

Φοβούμενες τη διενέργεια βακτηριολογικού πολέμου, οι ΗΠΑ και η Γαλλία ξεκινούν τον εμβολιασμό των στρατευμάτων τους στον Περσικό Κόλπο.

2 Ιανουαρίου 1991

Το ΝΑΤΟ αποστέλλει στην Τουρκία αεροπορικές ενισχύσεις έπειτα από έκκληση της κυβέρνησης της Άγκυρας.

3 Ιανουαρίου

Ο πρόεδρος Bush προτείνει μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της ειρήνης με συνομιλίες μεταξύ των δυο ΥΠΕΞ James Baker και Tarek Aziz στη Γενεύη.

4 Ιανουαρίου

Η Βαγδάτη αποδέχεται την πρόσκληση. Η συνάντηση ορίζεται για τις 9 Ιανουαρίου.

9 Ιανουαρίου

Ναυάγιο των συνομιλιών. Ο Tarek Aziz αρνείται να επιδώσει σημείωμα του Bush προς τον Saddam Hussein, χαρακτηρίζοντας ως απρεπές το ύφος και το περιεχόμενο. Ο ΓΓ του ΟΗΕ  Xavier Perez de Cuellar ανακοινώνει την πρόθεσή του να επισκεφθεί την Βαγδάτη. Το Γαλλικό Κοινοβούλιο καλείται σε έκτακτη συνεδρίαση για τις 17 Ιανουαρίου.

13 Ιανουαρίου

Πλήρης αποτυχία της τρίωρης συνάντησης του Xavier Perez de Cuellar με τον Saddam Hussein. Η Γερουσία και το Κογκρέσο εξουσιοδοτούν τον πρόεδρο Bush να υποστηρίξει με την δύναμη των όπλων την εφαρμογή των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Προβληματισμός και ανησυχία στο Ισραήλ. Η Συρία ανακοινώνει ότι θα επιτίθετο κατά του Ισραήλ σε περίπτωση εμπλοκής του τελευταίου στις πολεμικές επιχειρήσεις.

15 Ιανουαρίου

Εκπνοή του τελεσιγράφου του Συμβουλίου Ασφαλείας.

17 Ιανουαρίου

Έναρξη της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

[1] Σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Saddam Hussein βλ. την πραγματεία του Paul-Marie de la Gorce, » Le rapport de forces dans le Golfe «, στο Enjeux du Monde, bilans et perspectives 1991, Les Cahiers de la Fondation du Futur, σελ. 121-126.

[2] Serge July, εφημερίδα Libération, 12 Φεβρουαρίου 1991.

[3] Woodward (B.), Chefs de guerre, Calmann-Lévy, 1991, 393 σελ.

[4] Schwarzkopf, Mémoires, Plon, 1992, σελ. 338.

[5] To United States Central Command είναι ένα από τα σημαντικότερα διοικητικά όργανα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου ανέλαβε αρμοδιότητα για το σύνολο του χώρου της Μέσης Ανατολής.

[6] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 339.

[7] Ακόμα και η Ρωσία, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας προχώρησε στην καταδίκη της εισβολής και τοποθετήθηκε υπέρ της άμεσης απόσυρσης των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

[8] Ibid.

[9] Woodward, ο.π., σελ. 270. Είναι χαρακτηριστικό το ότι για την ώρα, ο βασιλιάς Fahd δεν προσέβλεπε σε άλλη συνδρομή πέραν εκείνης των ΗΠΑ και ορισμένων αραβικών κρατών.

[10] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 379.

[11] Journal dEgypte, 28 Σεπτεμβρίου 1990, αναφορά Awwad (Emad), στο Défense nationale,  “L’invasion du Koweït et le problème palestinien”, Φεβρουάριος 1991, σελ. 123.

[12] Βλ. σχετικά το άρθρο του Eberhard Kienle, » Vainqueurs et vaincus : les Syriens et leur régime après la guerre du Koweït » στο Crise du Golfe et ordre politique au MoyenOrient, op. cit.,σελ. 251-261.

[13] Επιλεγμένος από την κυβέρνηση του Ριάντ ως επίσημος συνομιλητής του στρατηγού Schwarzkopf, ο πρίγκιπας Khaled Bin Sultan ήταν ανηψιός του βασιλιά Fahd και εγγονός του Ibn Saud. Ήταν απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής του Sandhurst (ΗΒ) και της Ανώτατης Σχολής Πολεμικής Αεροπορίας (ΗΠΑ). Ο πατέρας του, πρίγκιπας Sultan, ήταν εν ενεργεία υπουργός Άμυνας και Αεροπορίας.

[14] Αντίστοιχα πρόεδρος – υπουργός Άμυνας – αρχηγός ΓΕΕΘΑ (Chairman, Joint Chiefs of StaffCJCS).

[15] Ο πίνακας καταρτίστηκε από τον συγγραφέα με γνώμονα L’Année stratégique 1990 και  Final Report to the American Congres.

[16] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 366.

[17] Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας αρ. 660 απαιτούσε, ήδη από τον μήνα Αύγουστο, την άμεση και άνευ όρων απόσυρση των ιρακινών στρατευμάτων από το Κουβέιτ.

[18] 1η Μηχανοκίνητη Μεραρχία.

[19] 7ο Σώμα Στρατού, αποτελούμενο από τις 1η και 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και το 2ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένου Ιππικού.

[20] 25 μονάδες συνοδείας και υποστήριξης των αεροπλανοφόρων America, Roosevelt και Ranger.

[21] 2η Μεραρχία Πεζοναυτών και 5η Αμφίβια Ταξιαρχία Πεζοναυτών.

[22] Μεταξύ των οποίων 48 F-15, 18 F-117, 32 F-111, 8 B-52 και 32 C-130.

[23] The Year of Desert Storm, 1991 Green Book, σελ. 93-95.

[24] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 443.

[25] 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, 3η Μηχανοκίνητη Μεραρχία, 20ό Σύνταγμα Ειδικών Δυνάμεων.

[26] 9η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και ένα Σύνταγμα Ειδικών Δυνάμεων.

[27] Βλ. σχετικά τις αναλύσεις του Edward Luttwak στο La Grande Stratégie de lEmpire romain, Economica, 1987, 257 σελ.

[28] Στρατηγός Maurice Schmitt, De Diên Biên Phu à Koweït City, Grasset, 1992, σελ. 204.

[29] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 410.

[30] Επρόκειτο για το 18ο Σώμα Στρατού.

[31] Η γαλλική 6η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Daguet είχε τεθεί υπό την επιχειρησιακή διοίκηση του 18ου ΣΣ. Είχε ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας και από μια Ταξιαρχία Πυροβολικού, αμφότερες αμερικανικές.

[32] Schmitt, op. cit., σελ. 204.

[33] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 441.

[34] Αντιθέτως “Στην Ουάσινγκτον κυκλοφορούσε η φήμη ότι το Πεντάγωνο είχε παραγγείλει 16.000 φέρετρα ενόψει της έναρξης των χερσαίων επιχειρήσεων”. Βλ. Tucker (Robert W.), Hendrickson (David C.), The Imperial Temptation, The new world order and America’s purpose, Council on Foreign Relations Press, New-York, 1992, σελ. 73.

[35] Final Report to Congress, op. cit., παράρτημα G, σελ. G 20. Σημειωτέον πως ένα αεροσκάφος τύπου C-130 δύναται να μεταφέρει άνω των 90 φορεία.

[36] Επιπλέον 5.500 κλίνες και 10.962 φιάλες αίματος ήταν διαθέσιμες σε νοσοκομειακές μονάδες της Ευρώπης.

[37] Schwarzkopf, op. cit., σελ. 458.

[38] Στην εν λόγω σύσκεψη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών, Εσωτερικών και Εθνικής Άμυνας, ο γενικός γραμματέας της προεδρίας της Δημοκρατίας, η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και ο αρχηγός του επιτελείου του προέδρου. Υπό την ίδια σύνθεση, η παραπάνω ομάδα συνερχόταν σε καθημερινή, σχεδόν, κλίμακα καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Γιάννης Μουρέλος: Antoine de Saint-Exupéry. Ο αδόκητος χαμός ενός Μικρού Πρίγκιπα

Γιάννης Μουρέλος

 Antoine de Saint-Exupéry. Ο αδόκητος χαμός ενός Μικρού Πρίγκιπα

 

Στις 08.45΄ της 31ης Ιουλίου 1944, ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος τύπου Lockheed P38 Lightning, απογειώθηκε από το αεροδρόμιο της πόλης Μπαστιά της βορειοανατολικής Κορσικής. Έφερε στην άτρακτο τα διακριτικά της US Air Force μαζί με την χαρακτηριστική τρίχρωμη κονκάρδα με τον σταυρό της Λωρραίνης των Ελευθέρων Γάλλων του στρατηγού De Gaulle. Στο χειριστήριο καθόταν ένας επισμηναγός 44 ετών, πασίγνωστος από την εποχή του μεσοπολέμου και την εποποιία των πρωτοπόρων της Aéropostale, μιας εταιρίας, η οποία μεταξύ των ετών 1918 και 1933 είχε εξειδικευτεί στην εναέρια ταχυδρομική σύνδεση ανάμεσα στο μητροπολιτικό έδαφος και στις γαλλικές αποικιακές κτήσεις, κυρίως, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Πάνω απ’ όλα όμως, ο Antoine de Saint-Exupéry ήταν γνωστός για τα μνημειώδη μυθιστορήματα που είχε συγγράψει, με κορυφαίο βέβαια το ποιητικό διήγημα που θα συντροφεύει για πάντα τα όνειρα των παιδιών αλλά και όλων όσων ενηλίκων επιθυμούν και  γνωρίζουν τον τρόπο να παραμείνουν παιδιά: τον Μικρό Πρίγκιπα. Το αεροσκάφος ουδέποτε επέστρεψε στη βάση του. Τα ίχνη του χάθηκαν πάνω από τη Μεσόγειο, στα ανοικτά της Μασσαλίας, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το 1998, ένας ψαράς εντόπισε μια αλυσίδα χεριού με χαραγμένα τα ονόματα του συγγραφέα και της συζύγου του, Consuelo, με καταγωγή από το Σαλβαδόρ. Τον Μάιο του 2000, ένας δύτης ανακάλυψε το ναυάγιο  ενός Lightning P38 στον βυθό της ίδιας ακριβώς περιοχής, όπου δυο χρόνια νωρίτερα είχε αλιευθεί η αλυσιδα. Τον Οκτώβριο του 2003, το αεροσκάφος ανελκύστηκε από τη θάλασσα. Λίγους μήνες αργότερα, χάρη σε μια πλακέτα με χαραγμένο επάνω της τον αριθμό του τελευταίου που η κατασκευάστρια εταιρία είχε την πρόνοια να βιδώσει στο χειριστήριο, η ταυτοποίηση με το απωλεσθέν αεροσκάφος πραγματοποιήθηκε με τον πλέον επίσημο και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Εάν όμως εντοπίστηκε το ακριβές σημείο της πτώσης στη θάλασσα, δεν συνέβη το αυτό και με τη σορό του συγγραφέα, η οποία δεν βρέθηκε ποτέ. Η δε πραγματογνωμοσύνη απέδειξε ότι, λίγο προτού συντριβεί, το αεροσκάφος είχε χάσει κατακόρυφα ύψος. Από εκεί και έπειτα, δεν έχουν εξυχνιαστεί οι λόγοι, οι οποίοι προκάλεσαν την πτώση. Εφόρμηση εναντίον εχθρικού αεροσκάφους, θύμα κατάρριψης, μηχανική βλάβη, απώλεια αισθήσεων του χειριστή, δυσμενείς καιρικές συνθήκες είναι οι επικρατέστερες εκδοχές. Εξετάζεται και αυτό ακόμα το ενδεχόμενο της αυτοχειρίας. Τα ερωτηματικά, τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται, εξάπτουν τη φαντασία της κοινής γνώμης, σε συνδυασμό, πάντοτε, με την δημοτικότητα του συγγραφέα, την υποσυνείδητη ταύτιση του τελευταίου με τον Μικρό Πρίγκιπα και την τραγική κατάληξη αμφοτέρων.

Το ναυάγιο του αεροσκάφους.

La disparition de Saint-Exupéry : découverte et identification de son avion | Futura

 

Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια

(1900 – 1921)

Ο Antoine Marie Jean-Baptiste Roger, κόμης Saint-Exupéry, όπως άλλωστε προδίδει το μακρόσυρτο όνομά του, ήταν γόνος μιας παλιάς, κάπως ξεπεσμένης, επαρχιακής αριστοκρατικής οικογένειας. Είδε το φως της ημέρας στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών. Τα νεανικά του χρόνια στιγματίστηκαν από τον θάνατο του πατέρα (1904) και του μικρότερου αδελφού του (1916). Παρά ταύτα, ο Saint-Exupéry έζησε μια άνετη παιδική και εφηβική ζωή χάρη στην ευσυνειδησία της μητέρας του, που ανέλαβε μόνη την ανατροφή των πέντε παιδιών της εμφυσώντας στα τελευταία  έναν ανθρωπισμό και έναν σεβασμό προς τρίτους, που ο μικρός Antoine φρόντισε να διατηρήσει εφ’ όρου ζωής. Οι επιδόσεις του στο σχολείο ήταν μέτριες, οι δε μαρτυρίες δασκάλων και  συμμαθητών τον περιγράφουν ως απείθαρχο, ονειροπόλο, συχνά αφηρημένο και επιρρεπή προς την αίσθηση και τη σκέψη της περιπέτειας. Το 1914, τα δυο αγόρια της οικογένειας φοίτησαν σε καθολικό σχολείο της Ελβετίας, μακριά  από τα δεινά του πολέμου που μόλις είχε ξεσπάσει. Οι γυμνασιακές σπουδές ολοκληρώθηκαν το 1917 στη Λυών. Τότε είναι που ο Saint-Exupéry έχασε τον μικρό του αδελφό από ρευματικό πυρετό, γεγονός που τον έθλιψε βαθύτατα. Συμμορφούμενος με την επιθυμία της (ζωγράφου) μητέρας του, εγγράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, καταναλώνοντας τις ώρες του περισσότερο στα καφενεία της πρωτεύουσας, συνεπαρμένος από τους ξέφρενους ρυθμούς της μεταπολεμικής εποχής, και λιγότερο στα έδρανα της Σχολής. Το 1921 είχε φτάσει σε ηλικία εκπλήρωσης των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Ακριβώς τότε προέκυψε το πάθος για την αεροπλοΐα.

Τα πέντε παιδιά της οικογένειας Saint-Exupéry το 1907, σε φωτογραφία του Frédéric Boissonnas. Από αριστερά προς δεξιά: Marie-Madeleine, Gabrielle, François, Antoine και Simone.

 Τα μεσοπολεμικά χρόνια

(1921 – 1940)

Τον Απρίλιο του 1921 ο Saint-Exupéry κατατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία αρχικά ως μηχανικός. Μετατεθείς διαδοχικά σε διάφορες αεροπορικές βάσεις (Στρασβούργο, Καζαμπλάνκα, Istres, Avord, Βερσαλλίες, Villacoublay, Bourget) απέσπασε ταχύτατα δίπλωμα πιλότου. Τον Μάιο του 1923, υπέστη το πρώτο του ατύχημα στον διάδρομο προσγείωσης του αεροδρομίου Bourget εξαιτίας μιας λανθασμένης εκτίμησης σε ένα αεροσκάφος, επί του οποίου δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Αποστρατεύτηκε τον επόμενο Ιούνιο και παρά το πρόσφατο ακόμη ατύχημα, ευελπιστούσε να σταδιοδρομήσει στην Πολεμική Αεροπορία, προοπτική, στην οποία οι οικείοι του αντιστάθηκαν με σθένος. Ακολούθησε μια τριετία ανιαρών απασχολήσεων έως ότου, το 1926, εμφανιστεί εκ νέου η ευκαιρία να πετάξει. Τού την προσέφερε ο Didier Daurat, διευθυντής εκμετάλλευσης των γραμμών της εταιρίας εναερίων ταχυδρομικών μεταφορών Latécoère, η οποία, το 1929, μετονομάστηκε  σε Compagnie générale aéropostale ή σκέτο  Αéropostale. Έως το κλείσιμο της εταιρίας το 1932, ο Saint-Exupéry τοποθετήθηκε διαδοχικά στο Μαρόκο και στην Αργεντινή, όπου συνέβαλε σημαντικά στην επέκταση του δικτύου της εταιρίας, ειδικότερα προς την Παταγονία. Μαζί με τους συναδέλφους και επιστήθιους φίλους του Jean Mermoz και Henri Guillaumet συγκρότησε μια “θρυλική” τριανδρία πρωτοπόρων πιλότων. Όλοι τους έπεσαν εν ώρα υπηρεσίας το 1936, το 1940 και το 1944. Οι εμπειρίες του Saint-Exupéry καταγράφηκαν από τον ίδιο σε δυο μυθιστορήματα: Courrier sud (1929) και Vol de nuit (1931). Το δεύτερο ειδικότερα, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Κεντρικός ήρωας είναι ο επικεφαλής μιας εταιρίας εναερίων ταχυδρομικών μεταφορών ονόματι Rivière (ο συγγραφέας έχει κατά νου τον Didier Daurat), ο οποίος, προσπαθεί να αποδείξει την υπεροχή του αεροπλάνου έναντι του σιδηροδρόμου. Μέσα σε αυτό το οξύ ανταγωνιστικό κλίμα επιβάλει στους πιλότους ένα πρόγραμμα νυκτερινών πτήσεων ανάμεσα στο Μπουένος Άιρες και την Παταγονία, εξαιρετικά επικίνδυνων, που επιτρέπει, ωστόσο, να καλυφθούν οι όποιες καθυστερήσεις της ημέρας. Για τον Rivière η διεκπεραίωση του ταχυδρομείου είναι ιερή.  Το τελευταίο πρέπει να φτάνει στον προορισμό του σε καθημερινή κλίμακα την ίδια, μάλιστα, ώρα. Υπεύθυνοι είναι οι πιλότοι, που οφείλουν να προσαρμόσουν τον τρόπο και τους ρυθμούς της ζωής τους στις επιταγές της εταιρίας. Έπειτα από ένα θανατηφόρο περιστατικό, ο Rivière καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να πείσει τους υφισταμένους του πως ακόμα και η απώλεια μιας ζωής μπορεί να θεωρηθεί τίμημα για την εκπλήρωση της αποστολής.

Δίκτυο, ωράρια πτήσεων και τιμοκατάλογος της Αéropostale το 1930.

Το ύφος της γραφής είναι σκληρό, ρεαλιστικό και απαλλαγμένο από πάσης φύσεως λογοτεχνικές φιοριτούρες. O Saint-Exupéry αφηγείται μια αυτοβιογραφική εμπειρία εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ δυο ξεχωριστών ανθρώπινων χαρακτήρων. Εκείνου που χαλυβδώνει την αφοσίωση των υφισταμένων του στην εκπλήρωση μιας επικίνδυνης αποστολής και εκείνου (πρόκειται για τον πιλότο που χάνει τη ζωή του σε ώρα υπηρεσίας) που αποποιείται ο,τιδήποτε τον αφορά σε ατομικό επίπεδο προς όφελος του κοινού, πάντοτε, χρέους που αμφότεροι, ελεύθερα και έχοντας απόλυτη συναίσθηση των συνεπειών και των κινδύνων, διακονούν. Επιλέγοντας ως φόντο την οργάνωση και την εν γένει λειτουργία της  Αéropostale, ο συγγραφέας στρέφεται γύρω από την προβληματική του ήρωα, για τον οποίο κάθε πράξη και ενέργεια ενέχει το στοιχείο του απόλυτου (μεταξύ άλλων και αυτή ακόμα την απώλεια της ζωής). Το μεγαλείο του ήρωα συνίσταται στο να παραμερίσει τον εαυτό του ευρισκόμενος μπροστά στο απόλυτο, να καταφέρει να κυριαρχήσει τα συναισθήματά του και να διαχειριστεί τη μοναξιά του μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Πρόκειται για το βαθύτερο δίδαγμα του μυθιστορήματος, το οποίο σηματοδοτεί συνάμα και την ηθική του Saint- Exupéry, έτσι όπως την ξεδιπλώνει στα μεταγενέστερα γραπτά του.

L’Envol des Pionniers – Film Arte

Το 1931, ο Saint-Exupéry νυμφεύτηκε την Consuelo Suncín de Sandoval Zeceña, γόνο εύπορου γαιοκτήμονα, συγγραφέα και ζωγράφο με καταγωγή από το Σαν Σαλβαδόρ. Η σχέση τους υπήρξε θυελλώδης, εν μέρει εξαιτίας της ριψοκίνδυνης ενασχόλησης του Antoine με την αεροπλοΐα και των περιστασιακών εξωσυζυγικών του περιπετειών οσάκις βρισκόταν μακριά από την Γαλλία. Παραταύτα, ο γάμος τους άντεξε στους κλυδωνισμούς και μόνο ο θάνατος του συγγραφέα υπήρξε εκείνος που χώρισε τελικά το ζεύγος. Η Consuelo κατέθεσε τα κατάλοιπα του συζύγου της στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας. Σύμφωνα με τους όρους της δωρεάς, τα τελευταία θα είναι προσβάσιμα στο ερευνητικό κοινό από το 2053 και μετά. Η Consuelo απεβίωσε το 1979. Το 2000 κυκλοφόρησαν οι Αναμνήσεις της με τον τίτλο Memorias de La Rosa, σαφής υπαινιγμός στο τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκιπα. Το χειρόγραφο βρέθηκε τυχαία μέσα σε ένα μπαούλο. Την έκδοση επιμελήθηκε ο βιογράφος του Saint-Exupéry, Alain Vircondelet, οι δε Αναμνήσεις  γνώρισαν  αξιοσημείωτη επιτυχία. Έως το 2011, είχαν μεταφραστεί σε δεκαέξι διαφορετικές γλώσσες.

Antoine και Consuelo de Saint-Exupéry.

To 1932, η  Αéropostale συγχωνεύτηκε με άλλες αεροπορικές εταιρίες (Air Orient, Société Générale de Transport Aérien, Air Union, Compagnie Internationale de Navigation) συγκροτώντας την Air France. Για τον Saint-Exupéry άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο καθώς επιδόθηκε στη δημοσιογραφία. Συνέχισε ταυτόχρονα να πετά ως πιλότος δοκιμών και κατάρριψης ρεκόρ χρόνου. Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου στάλθηκε στη γαλλική Ινδοκίνα (σημερινό Βιετνάμ) το 1934, στη Μόσχα το 1935 και στην Ισπανία το 1936, προκειμένου να καλύψει τον εκεί εμφύλιο πόλεμο. Από τις αποστολές αυτές επέστρεψε με ολόκληρη δεξαμενή εμπειριών και αναμνήσεων που του επέτρεψαν να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και συμπεριφορά. Το καταστάλαγμα υπήρξε η συγγραφή του μυθιστορήματος Terre des hommes, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε το 1939, απόσπασε το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας.

Τον Δεκέμβριο του 1935, ο Saint- Exupéry ανταποκρίθηκε σε μια πρόκληση. Να καταρρίψει το ρεκόρ χρόνου στη διαδρομή Παρισιού-Σαϊγκόν μήκους 16.000 χιλιομέτρων, που λίγες μέρες νωρίτερα ο αεροπόρος André Japy είχε διατρέξει σε τρεις ημέρες και 15 ώρες. Το έπαθλο κυμαινόταν μεταξύ 150.000 και 500.000 γαλλικών φράγκων ανάλογα με την επίδοση. Στις 30 Δεκεμβρίου το αεροσκάφος τύπου Caudron-Renault Simoun απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Bourget. Μαζί με τον κυβερνήτη επέβαινε και ο μηχανικός Jean Prévost. Πρώτος σταθμός ήταν η Τύνιδα. Λίγο μετά την αναχώρηση από εκεί και ενώ πετούσε πάνω από την έρημο της Λιβύης, το αεροσκάφος κτύπησε πάνω στον βράχο ενός φαραγγιού και συνετρίβη στο έδαφος. Έπειτα από τρεις ημέρες περιπλάνησης δίχως νερό, οι Saint- Exupéry και Prévost εντοπίστηκαν από Βεδουίνους και διασώθηκαν in extremis. Ένα μήνα αργότερα, ο συγγραφέας περιέγραψε την εμπειρία του μέσα από τις στήλες της εφημερίδας L’ Intransigeant: “Δεν ένοιωσα παρά έναν τρομακτικό κρότο που έσεισε συθέμελα τον κόσμο ολάκερο. Είχαμε κτυπήσει στο έδαφος με ταχύτητα 270 χιλιομέτρων την ώρα. […] Μέσα μου δεν αισθανόμουν παρά μια υπέρμετρη αναμονή. Εκείνη του αστραφτερού άστρου μέσα στο εκτυφλωτικό φως του οποίου περιμέναμε να χαθούμε. Μα δεν εμφανίστηκε τέτοιο άστρο, παρά μόνο ένα είδος σεισμού που διέλυσε το πιλοτήριο, ξεχαρβάλωσε τα παράθυρα και εκσφενδόνισε λαμαρίνες σε μια ακτίνα εκατό μέτρων, πλημμυρίζοντας με θόρυβο ακόμα και τα ίδια μας τα σπλάχνα”.

Η συντριβή του αεροσκάφους στην έρημο της Λιβύης στις 30 Δεκεμβρίου 1935. Η φωτογραφία φέρει την ιδιόχειρη αφιέρωση: “Στον φίλο Hirsch, σε ανάμνηση μελαγχολικών ημερών…”. Στο αριστερό άκρο διακρίνεται η χιουμοριστική ένδειξη: “Οφθαλμοπάτη λίμνης”.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1938, επιχειρώντας να καταρρίψει το ρεκόρ της διαδρομής ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Punta Arenas (νότια Χιλή), ο Saint-Exupéry βίωσε ανάλογη εμπειρία, καθώς το αεροσκάφος κατέπεσε λόγω υπέρμετρου βάρους στη Γουατεμάλα. Αιτία του ατυχήματος ήταν μια παρεξήγηση μεταξύ του πληρώματος και του προσωπικού εδάφους. Το μεν πρώτο ζήτησε ανεφοδιασμό υπολογίζοντας τον όγκο των καυσίμων σε λίτρα, το δε δεύτερο είχε κατά νου τη μέτρηση σε γαλόνια, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το αεροσκάφος με τετραπλάσιο βάρος. Για μια ακόμη φορά η μοίρα συμπεριφέρθηκε μεγαλόψυχα. Ο συγγραφέας-πιλότος επέζησε, φέροντας ωστόσο σοβαρά κατάγματα.

Τα τρία έργα της περιόδου του μεσοπολέμου, τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτοβιογραφικά.

Ο πόλεμος, η διαμονή στη Νέα Υόρκη και η συγγραφή του Μικρού Πρίγκιπα

(1941-1943)

Με την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939 και τη γενική επιστράτευση που ακολούθησε, ο  Saint-Exupéry επανήλθε στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας δεκαέξι χρόνια έπειτα από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Κατά τις λίγες εβδομάδες που διήρκεσε η Μάχη της Γαλλίας (Μάιος-Ιούνιος 1940) διεκπεραίωσε αναγνωριστικές πτήσεις κυβερνώντας ένα αεροσκάφος τύπου Bloch MB.174. Τον Νοέμβριο του 1940, έξι μήνες έπειτα από τη συνθηκολόγηση της χώρας του, αναχώρησε για τη Λισαβόνα από όπου μπάρκαρε για τις ΗΠΑ. Έφτασε στη Νέα Υόρκη στις 31 Δεκεμβρίου. Είχε σκοπό να παραμείνει εκεί για τέσσερις εβδομάδες. Τελικά έμεινε επί 27 ολόκληρους μήνες. Του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή. Στις 14 Ιανουαρίου 1941, σε επίσημο δείπνο όπου παρέστησαν 1.500 συνδαιτυμόνες, του απονεμήθηκε με ένα έτος καθυστέρηση το βραβείο National Book Award για την αμερικανική έκδοση του Terre des hommes (Wind, Sand and Stars). Μεταξύ Ιανουαρίου 1941 και Απριλίου 1943 μοίρασε τη διαμονή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στον 23ο όροφο ενός ουρανοξύστη του νοτίου Manhattan και ένα εξοχικό στο Long Island που του είχαν βρει οι εκδότες του. Μη έχοντας κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο κατά νου, πείστηκε να γράψει ένα βιβλίο για τη Μάχη της Γαλλίας, σε μια προσπάθεια να επισπεύσει την έξοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν η νουβέλα Pilote de guerre (Flight to Arras), στο οποίο αφηγείται τις αναγνωριστικές αποστολές στα όρια της αυτοκτονίας, που ο ίδιος είχε διεκπεραιώσει ενόσω μαίνονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Το βιβλίο κυκλοφόρησε ταυτόχρονα και στις δύο γλώσσες τον Φεβρουάριο του 1942, και ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονταν πλέον σε εμπόλεμο καθεστώς με την Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Η αποφασιστικότητα των Γάλλων αεροπόρων να αντιμετωπίσουν ισότιμα τους Γερμανούς, με τον τρόπο, με τον οποίο περιγράφεται από τον συγγραφέα, εξέπληξε και εντυπωσίασε θετικά το αμερικανικό αναγνωστικό κοινό που είχε σχηματίσει διαφορετική και μάλλον υποτιμητική εικόνα για την καταρεύσασα Γαλλία. Το βιβλίο έγινε πολύ σύντομα μπεστ-σέλερ, ο δε Saint- Exupéry με παιδική, σχεδόν, απόλαυση, καμάρωνε βλέποντάς το να διαφημίζεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Εντούτοις, η γενικότερη κατάσταση ήταν αρκετά προβληματική. Αφικνούμενος στη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας βρήκε μια γαλλική κοινότητα βαθιά διχασμένη ανάμεσα σε οπαδούς του καθεστώτος του Vichy και σε υποστηρικτές της μαχόμενης Γαλλίας του στρατηγού De Gaulle. Ο ίδιος ανήκε μάλλον στην πρώτη κατηγορία, αν και αντίθετος με την ιδέα της συνεργασίας με τον κατακτητή. Στην αμερικανική μεγαλούπολη η πλάστιγγα της κοινής γνώμης με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο έκλινε υπέρ της κίνησης των Ελευθέρων Γάλλων. Όμως, θα έλεγε  κανείς πως ο Saint-Exupéry είχε υιοθετήσει την επίσημη θέση της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία διατηρούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με το καθεστώς του Vichy ελπίζοντας πως με την ενέργεια αυτή θα ενίσχυε, εντός του τελευταίου, την μετριοπαθή πτέρυγα, εκείνη δηλαδή  που αντιτίθετο στη συνεργασία με τους Γερμανούς. Επιπρόσθετα, ήταν γνωστή η απέχθεια, την οποία ο πρόεδρος Roosevelt έτρεφε εναντίον του De Gaulle προσωπικά, χαρακτηρίζοντάς τον ως “μαθητευόμενο δικτάτορα”. Οι διμερείς διπλωματικές σχέσεις διακόπηκαν με τη δύση του 1942, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην ελεύθερη ζώνη (νότια Γαλλία), την επομένη της αμερικανικής απόβασης στις ακτές της βορείου Αφρικής. Η άρνηση, όμως, του  Saint- Exupéry να προσχωρήσει στο γκωλικό κίνημα υπήρξε ζημιογόνα για αμφότερα τα μέρη. Στέρησε τον De Gaulle από ένα σημαντικό, επικοινωνιακά, στήριγμα, ενώ, από την άλλη πλευρά, μετρίασε δραστικά στους κόλπους της γαλλικής κοινότητας της Νέας Υόρκης τον ενθουσιασμό και τη θέρμη της αρχικής υποδοχής, της οποίας είχε τύχει ο συγγραφέας.

Pilote de guerre ή Flight to Arras. Το πρώτο βιβλίο του Saint-Exupéry γραμμένο στη Νέα Υόρκη.

Γενικότερα, η υγεία του Saint- Exupéry είχε επιβαρυνθεί από τα απανωτά αεροπορικά ατυχήματα, θύμα των οποίων είχε πέσει κατά την τελευταία εικοσαετία. Δεν μπορούσε να πετάξει, να δημοσιεύσει στην κατεχόμενη πατρίδα του, να εναρμονιστεί με τους ρυθμούς και την καθημερινότητα της αμερικανικής μεγαλούπολης. Η αδυναμία του να χειριστεί την αγγλική γλώσσα τον είχε ουσιαστικά καταδικάσει σε απομόνωση. Τα νέα συγγενών και φίλων που είχαν μείνει πίσω έφταναν με το σταγονόμετρο. Η σχέση του με την Consuelo διένυε οριακή καμπή, καθώς η τελευταία διέμενε σε χωριστό διαμέρισμα του ιδίου κτηρίου ενώ συχνά δεν επέστρεφε τα βράδια. Μέσα σε αυτό το καθόλα καταθλιπτικό ψυχολογικό περίγραμμα γεννήθηκε στο δεύτερο εξάμηνο του 1942, τόσο στο διαμέρισμα του Manhattan όσο και στο εξοχικό του Long Island, ο Μικρός Πρίγκιπας.

Ο Saint-Exupéry στο Manhattan το 1942 (Πηγή: Fondation Antoine de Saint-Exupéry, Παρίσι).

Θα προτιμούσα να είχα ξεκινήσει την ιστορία αυτή σαν ένα παραμύθι” εκμυστηρεύτηκε κάποτε ο συγγραφέας. Η παραδοχή αρκεί από μόνη της για να αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Γιατί κάτω από την επίφαση ενός παιδικού μυθιστορήματος, ο Μικρός Πρίγκιπας  είναι στην πραγματικότητα ένα  φιλοσοφημένο έργο, ένας βαθυστόχαστος προβληματισμός πάνω σε έναν κόσμο που σπεύδει με αλματώδεις ρυθμούς προς την αυτοκαταστροφή, εν πολλοίς, μια αλληγορία ενός τρομακτικού πολέμου, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, δίχως να είναι ακόμα ορατός ο τερματισμός του. Αν και μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα από αναγνώστες κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα βιβλίο για παιδιά με τελικούς αποδέκτες τους ενήλικες. Ναι μεν η αφήγηση είναι γεμάτη παράδοξα και ειρωνεία, υπό διαφορετική όμως οπτική είναι σε θέση να κεντρίσει τη φαντασία ενός παιδιού ηλικίας 8 έως 10 ετών. Το φαντασιακό στοιχείο λειτουργεί ακριβώς επειδή η όλη λογική της πλοκής στηρίζεται στην παιδική φαντασία και όχι στον ρεαλισμό των ενηλίκων. Ένα δισυπόστατο χάρισμα που αποτελεί και το κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα του κειμένου. Η γλώσσα είναι λιτή, συνάμα όμως εξαιρετικά εκλεπτυσμένη, ενώ η διήγηση εικονογραφείται από υδατογραφίες ζωγραφισμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Εξίσου απλή είναι και η υπόθεση.

Αφηγητής είναι ένας πιλότος, ο οποίος έχει ακινητοποιηθεί στην έρημο της Σαχάρας εξαιτίας μιας μηχανικής βλάβης του αεροσκάφους. Καθώς επιχειρεί να την επιδιορθώσει, κάνει την εμφάνισή του ένα μικρό αγόρι που τον παρακαλεί να ζωγραφίσει ένα πρόβατο. Μέρα με τη μέρα, ο αεροπόρος πληροφορείται την ιστορία του αγοριού, το οποίο αποκαλύπτει πως προέρχεται από έναν μικροσκοπικό αστεροειδή, τον Β 612, όπου έχει αφήσει ένα τριαντάφυλλο και τρία ηφαίστεια. Ειδικά το τριαντάφυλλο είναι τόσο όμορφο, που ο Μικρός Πρίγκηπας το έχει ερωτευτεί. Ταυτόχρονα όμως, διαισθάνεται πως το τελευταίο προσπαθούσε να επωφεληθεί από τα συναισθήματά του. Για το λόγο αυτό αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον αστεροειδή.  Διηγείται επίσης ότι, προτού φτάσει στη Γη, είχε επισκεφθεί κι άλλους πλανήτες, όπου είχε συναντήσει παράξενους ανθρώπους: έναν αλαζόνα βασιλιά που ισχυριζόταν πως κυβερνούσε με απολυταρχικό τρόπο, έναν ματαιόδοξο άνθρωπο, ο οποίος αυτοθαυμαζόταν ως ο πιο όμορφος και ο πιο έξυπνος από όλους αν και ήταν ο μοναδικός κάτοικος του πλανήτη του, έναν επιχειρηματία, ιδιοκτήτη πολλών άστρων, που περνούσε όλο τον χρόνο του μετρώντας τα τελευταία, έναν μέθυσο που έπινε για να ξεχάσει ότι πίνει, έναν νυκτοφύλακα που άναβε ασταμάτητα και με παράλογο τρόπο τους φανοστάτες των δημοσίων χώρων, τέλος, έναν ηλικιωμένο γεωγράφο, ο οποίος κατέγραφε σε τεραστίων διαστάσεων τετράδια τα στοιχεία που του προσκόμιζαν οι εξερευνητές. Πάνω στη Γη, ο Μικρός Πρίγκιπας συνάντησε μια αλεπού, η οποία του έμαθε πόσο σημαντικό ήταν να επιδιώκει κανείς να κάνει φίλους και να τους αντιμετωπίζει σαν πολύτιμες γνωριμίες. Κάθε μέρα, ο αεροπόρος ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερα πράγματα σχετικά με το αγόρι, τα συναισθήματα, τους φόβους και τις αμφιβολίες του, για τον αστεροειδή και την αναχώρησή του από εκεί, για τις περιπλανήσεις του. Την όγδοη μέρα, ο Μικρός Πρίγκιπας προστρέχει στη συνδρομή του φιδιού που λύνει όλα τα αινίγματα, προκειμένου να επιστρέψει στον αστεροειδή Β 612. Θλιμμένος και σκυθρωπός από τη διήγησή του, επιθυμεί να ξαναδεί το τριαντάφυλλο. Αποχαιρετά με συγκίνηση τον αεροπόρο και εξαφανίζεται, δίχως να αφήσει πίσω του κανένα απολύτως ίχνος. Ο αεροπόρος επισκευάζει τη βλάβη και επιστρέφει στη βάση του.

Ο Μικρός Πρίγκιπας έχει σήμερα μεταφραστεί σε πάνω από 270 διαφορετικές γλώσσες και διαλέκτους.

Το έργο βρίθει συμβολισμών. Λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του Saint-Exupéry. Η οπτική γωνία, μέσω της οποίας ο τελευταίος διεισδύει στο αντικείμενο είναι εξωτική, μόνο και μόνο επειδή επιστρατεύεται επιδέξια ως μοχλός η παιδική φαντασία. Ο συγγραφέας είναι συνάμα ο πιλότος-αφηγητής και ο μικρός ήρωάς του. Η πτώση του αεροσκάφους στη Σαχάρα, η αφυδάτωση, ικανή να οδηγήσει ακόμα και σε παραισθήσεις (άλλωστε, ολόκληρη η πλοκή του βιβλίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια από αυτές), αποτελούν αναμφίβολα βιωματικές εμπειρίες και μάλιστα σχετικά πρόσφατες. Τα τρία ηφαίστεια που απειλούν με αφανισμό τον μικρό αστεροειδή είναι εκείνα της κεντρικής Γαλλίας πλησίον της γενέτειρας του Saint-Exupéry πόλης της Λυών, ή ακόμα εκείνα που ο πιλότος-συγγραφέας ατένιζε από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν στη Γουατεμάλα, έπειτα από το αεροπορικό ατύχημα που υπέστη το 1938. Ωστόσο, θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβολίζουν και τα συμβαλλόμενα μέρη του Τριμερούς Συμφώνου (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) που είχαν αιματοκυλήσει τον πλανήτη. Το εκτυφλωτικό τριαντάφυλλο είναι η Consuelo και η εκρηκτική μεταξύ τους σχέση. Η αλεπού, σύμβολο της ανιδιοτελούς φιλίας, είναι η πιστή φίλη της νεοϋορκέζικης περιόδου Silvia Hamilton Reinhardt (η γαλλική λέξη για την αλεπού είναι renard). Η συγκινητική φράση “Βλέπουμε καθαρά μόνο μέσα από τη καρδιά μας”, μια από τις εμβληματικές κορυφώσεις της νουβέλας, αποδίδεται σε εκείνη. Οι έξι ανθρώπινοι χαρακτήρες, τους οποίους το αγόρι συναντά προτού φτάσει στη Γη, περιγράφουν ανάγλυφα τον παράλογο, ματαιόδοξο και αυτοκαταστροφικό κόσμο των ενηλίκων.

Όσο και αν επιχειρεί να λειτουργήσει αποστασιοποιημένα επωμιζόμενος τον ρόλο του αφηγητή, ο συγγραφέας έχει κατά νου τον ίδιο του τον εαυτό οσάκις περιγράφει (και ζωγραφίζει) τον πρωταγωνιστή του. Ο Μικρός Πρίγκιπας απεικονίζει τον βαθιά καταχωνιασμένο (κάθε άλλο παρά απολεσθέντα όμως) παιδικό κόσμο του Saint-Exupéry αλλά και όλων ημών των υπολοίπων, όσο και αν μερικοί αποφεύγουμε συστηματικά να το παραδεχτούμε. Αναλαμπές μιας αθωώτητας, που η φρίκη του πολέμου έχει προσωρινά καταστείλει. Συνάμα όμως, προάγγελος μιας προσδοκώμενης μεταπολεμικής πραγματικότητας, σφυρηλατημένης με γνώμονα πανανθρώπινες αρχές και αξίες, κυνήγι ενός ρεαλιστικού ιδεώδους μέσα σε έναν ρημαγμένο και ερειπωμένο κόσμο. Διόλου τυχαία, το έργο χαρακτηρίστηκε, μόλις κυκλοφόρησε, ως η πιο εύστοχη απάντηση των δημοκρατικών λαών στο  Mein Kampf.

Ο Μικρός Πρίγκιπας κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1943 από τον εκδοτικό οίκο Reynal  & Hitchcock, ταυτόχρονα στα γαλλικά και στα αγγλικά. Ο Saint-Exupéry δεν πρόφτασε να τον δει να κυκλοφορεί στη χώρα του, εξαιτίας της απαγόρευσης που το καθεστώς του Vichy είχε επιβάλει στη δημοσιοποίηση των έργων του. Στη Γαλλία κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Gallimard τρία χρόνια αργότερα. Το αρχικό χειρόγραφο μαζί με πολλές από τις πρωτότυπες υδατογραφίες αποκτήθηκαν το 1960 από το Morgan Library and Museum της Νέας Υόρκης, όπου έκτοτε εκτίθενται.

Η επάνοδος στην πατρίδα και η μοιραία πτήση

(1943 – 1944)

Τον Απρίλιο του 1943, ταυτόχρονα με την πρώτη έκδοση του Μικρού Πρίγκιπα, ο  Saint-Exupéry αποφάσισε να διακόψει τη διαμονή του στις ΗΠΑ και να επιστρέψει στην Ευρώπη, προκειμένου να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Ωστόσο, αναγκάστηκε να επιστρατεύσει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε να καταφέρει να ενταχθεί στις αεροπορικές δυνάμεις της Ελεύθερης Γαλλίας. Ένα πρώτο εμπόδιο ήταν η αντιπάθεια, την οποία έτρεφε δημόσια κατά του στρατηγού De Gaulle. Κυρίως όμως, στα 43 του χρόνια, είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο ηλικίας για έναν επιχειρησιακό πιλότο. Η κατάσταση της υγείας του (σωματικής και ψυχικής) δεν ήταν καλή. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να φορέσει δίχως βοήθεια τη φόρμα του πιλότου, ακόμα χειρότερα δε, τού ήταν αδύνατο να στρίψει το κεφάλι προς τα αριστερά για να ελέγξει επερχόμενη προσβολή από εχθρικό αεροσκάφος. Τέλος, δεν πρέπει να αποκρυβεί η εξάρτησή του από το αλκοόλ και ορισμένα φάρμακα. Τα πρώτα άτομα, τα οποία κινητοποίησε προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του, ήταν οι στρατηγοί Elliot Roosevelt, γιος του Αμερικανού προέδρου και Henri Giraud, τον οποίο την ίδια εποχή οι Αμερικανοί πριμοδοτούσαν ως εναλλακτική λύση για τη θέση του De Gaulle. Ακολούθησαν οι στρατηγοί Ira C. Eaker, ανώτατος διοικητής των αμερικανικών αεροπορικών δυνάμεων στη Μεσόγειο και, ούτε λίγο ούτε πολύ, Dwight D. Eisenhower, ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Τελικά, ο Saint-Exupéry τοποθετήθηκε με τον βαθμό του επισμηναγού στην 2/33 Μοίρα Αναγνωριστικών Savoie, η οποία χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο το αεροδρόμιο της πόλης Μπαστιά της Κορσικής.

Στο χειριστήριο ενός αεροσκάφους τύπου P38 Lightning.

Ο τύπος P38 Lightning που χρησιμοποιούνταν, ήταν αρκετά πιο σύνθετος και εξελιγμένος από όλους όσους είχε κυβερνήσει στο παρελθόν. Το γεγονός αυτό απαίτησε από μόνο του πολύμηνη προκαταρκτική εκπαίδευση. Επιπρόσθετα, η απώλεια στη θάλασσα ενός αεροσκάφους λόγω  μηχανικής βλάβης στο πλαίσιο της δεύτερης, μόλις, αποστολής, στοίχισε στον Saint-Exupéry μια οκτάμηνης διάρκειας απομάκρυνση από την ενεργό δράση.

Στις 08.45΄ της 31ης Ιουλίου 1944, ο Saint-Exupéry απογειώθηκε για να εκπληρώσει την όγδοη κατά σειρά αποστολή του, η οποία έφερε τον κωδικό αριθμό 33S76. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η φωτογράφιση δυνητικών μελλοντικών στόχων (αεροδρόμια, εργοστάσια, σιδηροδρομικοί και οδικοί κόμβοι, γέφυρες, σιδηροδρομικοί σταθμοί, στρατιωτικές φάλαγγες κλπ.) στην κοιλάδα του ποταμού Ροδανού, ανατολικά της Λυών. Τα ραντάρ παρακολούθησαν την πτήση, έως ότου η τελευταία φτάσει πάνω από τις ακτές της νοτίου Γαλλίας. Από εκεί και έπειτα, επικράτησε σκόπιμη σιγή ασυρμάτου. Όταν η σιγή παρατάθηκε έως και κατά την προβλεπόμενη ώρα υπέρπτησης της Μεσογείου στο δρόμο της επιστροφής, οπότε έπρεπε να αποκατασταθεί η επικοινωνία του πιλότου με τη βάση, σήμανε γενικός συναγερμός προς όλες τις αποστολές που είχαν απογειωθεί με προορισμό την ίδια ευρύτερη περιοχή. Παρά τις προσπάθειες εντοπισμού, το αεροσκάφος είχε εξαφανιστεί δίχως να αφήσει ίχνη. Λίγο αργότερα, στα ραντάρ της Κορσικής έκανε την εμφάνισή του ένα αεροσκάφος, το οποίο πετούσε σε χαμηλό ύψος πάνω από τη θάλασσα. Φρούδα ελπίδα! Αποδείχτηκε πως επρόκειτο για αμερικανικό βομβαρδιστικό, το οποίο επέστρεφε στη βάση του.

Στις 14.30΄ με την αυτονομία του αεροσκάφους σε καύσιμα να έχει παρέλθει, ήταν σαφές ότι ο  Saint-Exupéry δεν επρόκειτο να επιστρέψει. Μια ώρα αργότερα, ο Vernon Robinson, αξιωματικός πληροφοριών, κατέγραψε στο βιβλίο επιχειρήσεων της Μοίρας τον τραγικό επίλογο: “Pilot did not return and is presumed lost…no pictures”, με άλλα λόγια “αγνοείται η τύχη του”. Στις μέρες που ακολούθησαν παρέμεινε η ελπίδα μήπως ο Saint-Exupéry είχε προβεί σε αναγκαστική προσγείωση στη Σαβοΐα ή στην Ελβετία ή ακόμα μήπως είχε διασωθεί από τη γαλλική αντίσταση ή, στη χειρότερη των περιπτώσεων, αιχμαλωτιστεί από τους Γερμανούς. Πόσο μάλλον που σε κανένα ανακοινωθέν της Luftwaffe των ημερών εκείνων δεν γινόταν λόγος περί κατάρριψης αεροσκάφους  P38 Lightning. Από τότε ακριβώς άρχισε να σχηματοποιείται ένα συναρπαστικό αίνιγμα γεμάτο φανταστικές εκτιμήσεις, θεαματικές ανατροπές και πολύτιμες ανακαλύψεις γύρω από τις συνθήκες εξαφάνισης του πιλότου-συγγραφέα.

Το 1948, ο Hermann Korth, πρώην αξιωματικός διαβιβάσεων της Luftwaffe, αναφέρθηκε στο περιστατικό κατάρριψης ενός  P38 Lightning, το οποίο ο ίδιος είχε καταγράψει ευρισκόμενος εν υπηρεσία γύρω στις 31 Ιουλίου 1944. Η μαρτυρία του συνέπιπτε χρονικά με την απώλεια του Saint-Exupéry, έως ότου αποδειχθεί ότι επρόκειτο για την περίπτωση του Αμερικανού ανθυποσμηναγού  Gene Meredith, που είχε όντως καταρριφθεί στις 30 Ιουλίου στα ανοικτά της Νίκαιας.

Το 1972, το γερμανικό εβδομαδιαίο περιοδικό Der Landser δημοσίευσε το ιστορικό της πτήσης δύο Γερμανών πιλότων ονόματι Heichele (επρόκειτο και αυτός να χάσει τη ζωή του λίγες εβδομάδες αργότερα στην ίδια περιοχή) και Högel, όπου γινόταν λόγος περί κατάρριψης ενός  P38 Lightning στις 31 Ιουλίου 1944 πάνω από τις ακτές της Προβηγκίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, το καταρριφθέν αεροσκάφος συνετρίβη στη θάλασσα με τον δεξιό κινητήρα φλεγόμενο. Μεταγενέστερες έρευνες στα γερμανικά αρχεία (BundesarchivMilitäratchiv) απέδειξαν ότι στις 31 Ιουλίου 1944 οι Heichele και Högel δεν βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Ένα άλλο (αναπάντητο έως τώρα) ερώτημα σχετίζεται με την απότομη απώλεια ύψους του αεροσκάφους. Τα P38 Lightning δεν διέθεταν οπλισμό. Ο τελευταίος είχε αντικατασταθεί από φωτογραφικές μηχανές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πετούσαν σε ύψος 8–10.000 μέτρων, εκτός ακτίνας βολής των εχθρικών καταδιωκτικών. Γιατί, επομένως, ο Saint-Exupéry έκανε μια τόσο θεαματική βουτιά; Να επιχείρησε να πλήξει δίχως οπλισμό κάποιο γερμανικό αεροσκάφος ήταν παράλογο και, εν πάση περιπτώσει, εκτός πλαισίου των διαταγών που είχε λάβει. Στο σημείο αυτό αρχίζουν να υπεισέρχονται διάφορες υποθέσεις, δίχως όμως αποδεικτικά στοιχεία: έλλειψη οξυγόνου, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, απώλεια αισθήσεων, μηχανική βλάβη, απονενοημένο διάβημα ενός ανθρώπου ευρισκόμενου σε κακή ψυχική κατάσταση. Είναι γνωστό πως την παραμονή της μοιραίας αποστολής, ο Saint-Exupéry διανυκτέρευσε, δίχως σχετική άδεια, εκτός της αεροπορικής βάσης. Το κρεβάτι του παρέμεινε άθικτο, οι δε προϊστάμενοί του είχαν ήδη ορίσει αντικαταστάτη για την αποστολή όταν, στις 07.30΄, ο επισμηναγός-συγγραφέας έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του δηλώνοντας πανέτοιμος. Ήταν όμως πράγματι; Επιπρόσθετα, για ποιο λόγο τού επιτράπηκε να πετάξει εφόσον είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτομα; Μήπως οι υψηλές διασυνδέσεις του ή ακόμα μια θεαματική αποστολή που μόλις είχε διεκπεραιώσει πάνω από την πόλη της Γένοβας επηρέασαν την κρίση των ανωτέρων του;

Ένα (επίσης αναπάντητο) ερώτημα αφορά τη σημαντική απόκλιση από το αρχικό σχέδιο πτήσης στον δρόμο της επιστροφής. Το ερώτημα αυτό τέθηκε έπειτα από την ανακάλυψη του ναυαγίου του αεροσκάφους το 2000 και την επιβεβαίωση ότι επρόκειτο για το επίμαχο  P38 Lightning. Γιατί το αεροσκάφος βρέθηκε στα ανοικτά της Μασσαλίας, παρατείνοντας έτσι την παρουσία του υπεράνω του εχθρικού εδάφους; Επρόκειτο περί απώλειας προσανατολισμού ή μήπως συνέτρεχε κάποιος διαφορετικός λόγος; Η έλλειψη στοιχείων οδήγησε και εδώ στην εμφάνιση ποικίλων εκδοχών, από τις πιο αληθοφανείς έως τις πλέον απίθανες.

Η διαδρομή της μοιραίας πτήσης.

Το 2008, στο πλαίσιο έρευνας γύρω από τις συνθήκες θανάτου του Saint-Exupéry, την οποία διεξήγαγε η εφήμερίδα  La Provence της Μασσαλίας, λήφθηκαν συνεντεύξεις από πιλότους της Luftwaffe, που επιχειρούσαν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την επίμαχη ημερομηνία της 31ης Ιουλίου. Ένας από αυτούς, ονόματι  Horst Rippert, πιστός αναγνώστης και θαυμαστής του συγγραφέα, εξέφρασε τον φόβο μήπως τελικά υπήρξε εκείνος, ο οποίος κατέρριψε το P38 Lightning, ειδικότερα έπειτα από την ανακάλυψη του ναυαγίου του τελευταίου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως είχε δηλώσει μέσω ασυρμάτου το γεγονός, δίχως, ωστόσο να υπάρχουν ίχνη που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Τα μόνα σχετικά στοιχεία, τα οποία έχουν διασωθεί μεταπολεμικά, είναι υποκλοπές γερμανικών ραδιοσημάτων από τους Συμμάχους, όπου δεν υπάρχει τίποτα σχετικό με τη μαρτυρία του Rippert. Άλλωστε, πολλοί συνάδελφοι του τελευταίου διερωτήθηκαν δικαιολογημένα για ποιο λόγο κρατήθηκε μυστική επί 64 ολόκληρα χρόνια η συγκεκριμένη μαρτυρία. Η πραγματογνωμοσύνη που έλαβε χώρα στα συντρίμια του αεροσκάφους αποκαλύπτει, για την ώρα τουλάχιστον, κατακόρυφη πτώση, όχι όμως κατάρριψη από εχθρικό αεροσκάφος. Η μαρτυρία του Rippert συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των πολλών εκδοχών σχετικά με τις συνθήκες του όλου περιστατικού.

Horst Rippert (1922 – 2013).

L’homme qui a tué Saint-Exupéry | Futura

Το 1998 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία με την (στατιστικά απίστευτη) ανακάλυψη από έναν ψαρά μιας αλυσίδας χεριού, η οποία είχε μπλεχτεί στα δίχτυα του. Επάνω της ήταν χαραγμένα τα ονόματα του Saint-Exupéry, της Consuelo και του εκδοτικού οίκου  Reynal & Hitchcock της Νέας Υόρκης.

Έπειτα από συστηματικές υποβρύχιες έρευνες, οι οποίες διεξήχθησαν σε κοντική ακτίνα, ανακαλύφθηκε δυο χρόνια αργότερα το ναυάγιο του αεροσκάφους. Ανελκύστηκε το 2003 έπειτα από χρονοβόρες και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Αεροναυτικής και Διαστήματος του Bourget, στα βόρεια περίχωρα του Παρισιού. Αν όμως διελευκάνθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η ακριβής τοποθεσία της τραγωδίας, το μυστήριο των συνθηκών θανάτου παραμένει ακέραιο. Ίσως ήταν γραπτό ο πιλότος-συγγραφέας να αναχωρήσει για τον δικό του αστεροειδή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το είχε πράξει, ένα χρόνο νωρίτερα, ο μικρός του ήρωας.

Η διαχείριση της μνήμης. Επάνω αριστερά: έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου από τα Γαλλικά Ταχυδρομεία το 2000, έτος ανακάλυψης του ναυαγίου του αεροσκάφους. Επάνω δεξιά: ανδριάντας του Saint-Exupéry και του Μικρού Πρίγκιπα στην πλατεία Bellecour της Λυών, έργο της γλύπτριας Christiane Guillaubey (2000). Κάτω: ο διεθνής αερολιμένας Saint-Exupéry της Λυών.

Saint-Exupéry. Des nuages aux profondeurs

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γρηγόρης Ι .Τσάλτας: Η τουρκική προκλητικότητα κατά της Ελλάδας με αφορμή το καθεστώς του Αρχιπελάγους του Αιγαίου (1973-1979). H σύγκριση με τη σημερινή εποχή και ο τουρκικός αναθεωρητισμός

Γρηγόρης Ι .Τσάλτας

Η τουρκική προκλητικότητα κατά της Ελλάδας με αφορμή το καθεστώς του Αρχιπελάγους του Αιγαίου (1973-1979). H σύγκριση με τη σημερινή εποχή και ο τουρκικός αναθεωρητισμός

 

Γενική Εισαγωγή

Είναι γεγονός ότι η έκρηξη προκλητικότητας/ «επιθετικότητας» της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας τα τελευταία δύο κυρίως χρόνια έχει προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση. Και τούτο, τόσο αναφορικά με τον ευρύτερο εσωτερικό ελληνικό παράγοντα (πολιτικό – στρατιωτικό), όσο όμως και με τον εξωτερικό και ειδικότερα μ΄ εκείνον που αφορά στις ΗΠΑ, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της οργανωμένης θεσμικά Δύσης (ΝΑΤΟ – Ευρ. Ένωση).

Η εν λόγω προκλητικότητα εκδηλώνεται κυρίως από τούρκους αξιωματούχους του γενικότερου πολιτικού και στρατιωτικού θεσμικού χώρου. Ο πολιτικός χώρος αφορά μάλιστα και στο σύνολο των πολιτικών κομμάτων της γείτονος και όχι μόνον του κυβερνητικού συνασπισμού, με αποτέλεσμα να διακρίνεται πλέον μια σαφής έξαρση εθνικού παροξυσμού, ο οποίος δημιουργεί απορία, σε συνδυασμό όμως και με έντονη ανησυχία για τις σχεδιαζόμενες γεωπολιτικές εξελίξεις με πρωτοβουλία της  Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και της νότιο-ανατολικής Μεσογείου.

Αρχικά, ορισμένοι επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την τουρκική αυτή στάση ως την προσπάθεια δημιουργίας εκ μέρους του κυβερνώντος συνασπισμού μιας κίνησης πολιτικού αντιπερισπασμού, αναφορικά ιδιαίτερα με τη δυσμενή οικονομική κατάσταση που βιώνει σήμερα η Τουρκία. Παράλληλα, άλλοι τοποθετούν  συμπληρωματικά την απαράδεκτη αυτή στάση στο σχεδιασμό δημιουργίας κατάλληλου θετικού για τον κυβερνώντα συνασπισμό «εθνικιστικού» κλίματος, ενόψει των επερχόμενων εκλογών τον Ιούνιο 2023. Και τούτο γιατί η σημερινή κυβερνώσα αρχή φαίνεται ότι δυσκολεύεται να επανακτήσει την κατάλληλη πλειοψηφική ισχύ που είχε στο παρελθόν, ώστε να συνεχίσει την «απολαβή» της διακυβέρνησης της χώρας. Το τελευταίο αυτό επιχείρημα συνδέεται άμεσα για πολλούς και με την προσωπική πολιτική και όχι μόνον, τύχη του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν.

Εντούτοις, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι παρόμοιες προκλητικές δηλώσεις σε βάρος της Ελλάδας είχαν κατά κόρον επαναληφθεί και στο παρελθόν. Ήδη από την εποχή της δεκαετίας του 1970 και ειδικότερα ανάμεσα στο 1973 και το 1979 καταγράφεται μια διαρκής προσπάθεια της Τουρκίας να πείσει τη διεθνή κοινότητα για την ανάγκη αναθεώρησης του status quo του Αρχιπελάγους, με τη δημιουργία πολλών επιμέρους «διαφορών» ανάμεσα στις δύο παράκτιες στο Αιγαίο χώρες. Απώτερος στόχος να συρθεί η Ελλάδα σ’ ένα ανατολίτικο παζάρι επί θεμάτων που αφορούν σε ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων που ήδη της ανήκουν[1]. Αποτέλεσμα, η σημερινή ρητορική έξαρση να θεωρείται ότι αποτελεί διαχρονική εξέλιξη ενός μακρόχρονου τουρκικού στρατηγικού σχεδιασμού για την περιοχή του Αιγαίου. Ενώ, παράλληλα ο σημαντικός αυτός και ιστορικά θαλάσσιος χώρος να έχει μετατραπεί τα τελευταία πενήντα χρόνια σε μια θάλασσα Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες[2].

Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πλέον ότι πρόκειται για την εποχή (δεκαετία 70) που διακρίνεται κυρίως από δύο παράγοντες οι οποίοι θεωρείται ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να εξωθήσουν την Τουρκία στην ανάπτυξη μιας προκλητικής/ «επιθετικής» πολιτικής σε βάρος της Ελλάδας. Πολιτική η οποία μάλιστα ακολουθείτο, ήδη από την εποχή εκείνην και από την ανάληψη και εκδήλωση κατάλληλων ενεργειών/δράσεων (βλ. παραβιάσεις, παραβάσεις, αμφισβητήσεις κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων) με κίνδυνο να οδηγηθούν οι δύο χώρες κι άλλες (πολλές) φορές στα πρόθυρα ένοπλης αντιπαράθεσης (π.χ., 1987, 1996, 2020).

Ο πρώτος από τους παράγοντες αυτούς αφορά στη διεθνή χρονική συγκυρία, καθότι βρισκόμαστε στην εποχή που οι διαδικασίες για την υιοθέτηση της Νέας Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας μόλις έχουν ξεκινήσει[3]. Ενώ, όλα έδειχναν επίσης ότι πολλές από τις ελληνικές θέσεις οι οποίες είχαν και επισήμως κατατεθεί κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της ανεπανάληπτης αυτής διπλωματικής διαπραγματευτικής διεθνούς προσπάθειας[4], επρόκειτο να υιοθετηθούν από τη διεθνή κοινότητα και να συμπεριληφθούν στο τελικό κείμενο της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS[5]) που θα υιοθετηθεί το 1982 στο Μοντέγκο Μπαίυ της Τζαμάικας[6].

United Nations Convention on the Law Of the Sea

United Nations Convention on the Law of the Sea: λογότυπο.

Ο δεύτερος παράγων σχετίζεται επίσης χρονικά με την απόλυτη πολιτική αποδυνάμωση της Ελλάδας σε επίπεδο σταθερής διακυβέρνησης, αφού βρισκόμαστε στην εποχή αρχικού κλυδωνισμού (Νοέμβριος 1973) του δικτατορικού καθεστώτος του 1967, μέχρι και την τελική του κατάρρευση (Ιούλιος 1974).

Η διπλή αυτή ευκαιρία/πρόκληση για την Τουρκία θα την οδηγήσει στην υιοθέτηση μιας στρατηγικής ανάπτυξης διαρκούς πολιτικής επίθεσης σε πολλά παράλληλα επίπεδα κατά του αδυνάμου να απαντήσει αποτελεσματικά γείτονα. Έτσι, ενώ θα ξεκινήσει ουσιαστικά με την πολιτική αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων επί των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων (υφαλοκρηπίδα) της Ελλάδας, θα προχωρήσει κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και σε μονομερή ουσιαστικά οριοθέτησή της στην περιοχή του βόρειο-ανατολικού Αιγαίου, με την παραχώρηση στην Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίων (TPAO[7]) άδειας εξερεύνησης και εξόρυξης ενδεχόμενων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων[8].

Τα κεντρικά γραφεία της  Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίων στη συνοικία Çankaya της Άγκυρας.

Αμέσως μετά, και μέχρι τον Φεβρουάριο 1975, η Τουρκία θα αναπτύξει μια σειρά παράλληλων διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας, με στόχο την ανατροπή του status quo του Αρχιπελάγους[9]. Ανάμεσα στις εν λόγω διεκδικήσεις είναι κυρίως: α) η μη αναγνώριση του δικαιώματος της Ελλάδας να αναπτύξει πλήρως την αιγιαλίτιδα ζώνη της από 6 σε 12 ν.μ., β) η μη αναγνώριση του εύρους του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου των 10 ν.μ., γ) η μη αναγνώριση του δικαιώματος των νησιωτικών εδαφών σε πλήρη ανάπτυξη των θαλασσίων ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας που απορρέουν από το εθιμικό και συμβατικό διεθνές δίκαιο της θάλασσας, με αιχμή του δόρατος την υφαλοκρηπίδα, δ) η αμφισβήτηση των ορίων του FIR[10] Αθηνών, κατοχυρωμένου από σειρά αποφάσεων του ICAO[11], ε) το ζήτημα της αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του βόρειο-ανατολικού, κέντρο-ανατολικού και νοτίου Αιγαίου (Δωδεκάνησα), στ) ζητήματα που αφορούν στην ελληνική θρησκευτική (μουσουλμανική) μειονότητα της Θράκης[12].

Στόχος όλων των παραπάνω, η αμφισβήτηση του status quo του Αρχιπελάγους στο σύνολό του[13]. Η μόνη διαφορά σε σχέση με τις σημερινές προκλήσεις από πλευράς Τουρκίας είναι ότι την εποχή εκείνη δεν προβάλλονταν και (τελικές) διεκδικήσεις σε βάρος της εδαφικής κυριαρχίας των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου, όπου σήμερα με δηλώσεις (τελευταίες) όπως: υπό «κατοχή νησιωτικά εδάφη», ή θεωρίες περί «γαλάζιας πατρίδας» που εγκλωβίζουν και τα ελληνικά νησιά, ή ακόμη και ευθείες απειλές για άμεση (νυχτερινή;) κατάληψή τους, δείχνουν ότι ο απώτερος στόχος της γείτονος είναι η προαγωγή και κατοχύρωση μιας πολιτικής αναθεωρητισμού, σε συνδυασμό με έναν ανεπίτρεπτο για την μεταπολεμική περίοδο, μεγαλοϊδεατισμό όπως προκύπτει από τις τελευταίες δηλώσεις τούρκων, πολιτικών και στρατιωτικών ιθυνόντων. Έναν μεγαλοϊδεατισμό ο οποίος όμως φάνηκε να διαγράφεται ήδη από τη δεκαετία του 70, ως ολοκλήρωση των επιμέρους, όπως αναφέρθηκαν, διεκδικήσεων της Τουρκίας, αλλά και εκείνων που σήμερα εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να αποδομήσει την αναβαθμισμένη διεθνώς θέση της Ελλάδας. Θέση η οποία ενισχύθηκε σημαντικά, ιδιαίτερα μετά την ένταξή της ως του 10ου μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης[14]. Ως κυρίαρχο θέμα για την τουρκική εξωτερική πολιτική αναδεικνύεται, επίσης, η  προσπάθεια εργαλειοποίησης του κύματος μεταναστών και προσφύγων με στόχο τη «διαπόμπευση» της Ελλάδος ως χώρας που δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Οι δηλώσεις περί άρνησης αποδοχής της επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας  ζώνης  στα 12 ν.μ.

Ένα από τα σημαντικότερα ίσως θέματα που αφορούν στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις είναι το ζήτημα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων από 6 ν.μ. σε 12 ν.μ., ειδικότερα στην περιοχή του Αρχιπελάγους. Δικαίωμα το οποίο μπορεί να ασκήσει μονομερώς η Ελλάδα ανά πάσαν στιγμή στο πλαίσιο εναρμόνισής της με τις επιταγές του άρθρου 3 της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ που προβλέπει ως απώτερο όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης των παράκτιων κρατών τα 12 ν.μ., ορίου αποδεκτού πλέον και ως εθιμικού κανόνα[15]. Έτσι, ήδη από το Δεκέμβριο 1973 με την έναρξη των εργασιών της Τρίτης Συνδιάσκεψης για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Τουρκία θα αναγάγει το θέμα αυτό σε άμεσης, ζωτικής για τα συμφέροντά της ζήτημα, με αποτέλεσμα να αποτελεί έκτοτε τον ακρογωνιαίο λίθο των διεκδικήσεών της σε βάρος της Ελλάδας, δικαιολογώντας ακόμη και την απειλή πολέμου εναντίον της γείτονος [16].

Μια απειλή η οποία διαγράφεται στον ορίζοντα ήδη από την εποχή του 1975 με αλλεπάλληλες σχετικές δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων, με επικεφαλής τον τότε τούρκο πρωθυπουργό  Suleyman Demirel. Έτσι, ενδεικτικές δηλώσεις, αλλά και δημοσιεύματα του διαχρονικώς, διαρκώς ελεγχόμενου τουρκικού τύπου, όπως τα παρακάτω, αποδεικνύουν τις αρχικές προθέσεις της Τουρκίας.

-21 Ιανουαρίου 1975. Προειδοποίηση από τον τουρκικό Τύπο. Η Ελλάδα θα ήταν δυνατό να βρεθεί αντιμέτωπη με την Τουρκία αν τώρα αυξήσει μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη της σε 12 ν.μ.[17].

– 11 Απριλίου 1975. Ο τουρκικός τύπος γράφει[18]: Η Τουρκία θεωρεί το Αιγαίο ανοιχτή θάλασσα από την οποία τα πλοία της μπορούν να περνούν χωρίς εμπόδια και στην οποία το ναυτικό της έχει κάθε δικαίωμα να εκτελεί ασκήσεις. Αν η Ελλάδα θέλει να περιορίσει τα δικαιώματά μας αυτά, δεν έχει παρά να το τολμήσει.

-15 Απριλίου 1975. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού, Suleyman Demirel: Αν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, η Τουρκία σε οποιοδήποτε τετελεσμένο γεγονός θα απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Άλλωστε δεν θα ρωτήσουμε τους Έλληνες τι θέλουν.

-14 Οκτωβρίου 1979. Αρμόδιοι του τουρκικού υπουργείου των Εξωτερικών δηλώνουν στον τουρκικό Τύπο[19]: Σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων σε 12 ναυτικά μίλια, το Αιγαίο θα γίνει ουσιαστικά ελληνική θάλασσα και αυτό είναι κάτι στο οποίο η Τουρκία δεν πρόκειται να δείξει κατανόηση και δεν θα αναγνωρίσει μια παρόμοια απόφαση, αν τελικώς ληφθεί εκ μέρους της Ελλάδας.

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζει η Ελλάδα ότι ενδεχόμενη απόπειρα τετελεσμένων γεγονότων σχετικά με τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο, θα έχει πολύ σοβαρά αποτελέσματα.

 

Οι δηλώσεις για την αμφισβήτηση του δικαιώματος των ελληνικών νησιών του Αρχιπελάγους σε δική τους υφαλοκρηπίδα

Είναι γεγονός ότι από την αρχή της ελληνό-τουρκικής κρίσης το ζήτημα της διεκδίκησης από πλευράς Τουρκίας της μισής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος στο πλαίσιο της προσπάθειας ανατροπής του status quo του Αρχιπελάγους. Η διεκδίκηση αυτή στηριζόταν από την αρχή στη διάθεση της γείτονος να μην αποδεχτεί την εφαρμογή των εθιμικών και συμβατικών κανόνων του δικαίου της θάλασσας που αφορούν στην αναγνώριση για τα νησιωτικά εδάφη κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων κατ’ απόλυτον αναλογία με τα ηπειρωτικά εδάφη. Η Τουρκία διεκδικεί έτσι οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας η οποία θα πρέπει να μετρηθεί ανάμεσα στα απέναντι χερσαία εδάφη των δύο χωρών στην περιοχή, αγνοώντας πλήρως την φυσική/γεωγραφική ύπαρξη χιλιάδων ελληνικών νησιών, θεωρώντας έτσι ότι η μισή υφαλοκρηπίδα της ανήκει. Ορισμένες μάλιστα επίσημες δηλώσεις της εποχής εκείνης ανεβάζουν την υπό διεκδίκηση από την Τουρκία υποθαλάσσια περιοχή του Αρχιπελάγους (υφαλοκρηπίδα) και πέραν του μισού Αιγαίου στη βάση παντελώς αβάσιμων «γεωλογικών» δήθεν κριτηρίων.

10 Ιουλίου 1974. Επίσημη απάντηση της τουρκικής κυβέρνησης στη διαμαρτυρία της ελληνικής κυβέρνησης περί παραβιάσεως της υφαλοκρηπίδας της στο Αιγαίο: Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η Τουρκία έχει πάντα το δικαίωμα να προβαίνει στην εξερεύνηση της καθαρά δικής της υφαλοκρηπίδας χωρίς να ζητά προηγουμένως άδεια από ένα τρίτο κράτος.

24 Ιανουαρίου 1975. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού Sadi Irmak: Η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου που ανήκει στην Τουρκία εκτείνεται και πέρα από το μισό Αιγαίο.

29 Ιανουαρίου 1975.  Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού Sadi Irmak, ο οποίος για πρώτη φορά προβάλει το γεωλογικό επιχείρημα για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου: Η Αθήνα οφείλει να αναγνωρίσει την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου ως φυσική προέκταση των τουρκικών ακτών της ανατολής.  

24 Φεβρουαρίου 1975. Ο τούρκος επικεφαλής της αντιπολίτευσης Bulent  Ecevit δηλώνει ότι: η Τουρκία διεκδικεί την υποθαλάσσια προέκταση του ηπειρωτικού εδάφους της Ανατολής, γιατί έτσι διεκδικεί τα πραγματικά της σύνορα.

16 Μαρτίου 1975. Ανακοίνωση του τούρκου υπουργού Ενέργειας στον γερμανικό τύπο ότι η τουρκική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να επιτρέψει, τον προσεχή Απρίλιο, τη διεξαγωγή σεισμολογικών ερευνών στην αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου ανάμεσα στις δύο χώρες[20].

3 Ιουνίου 1976. Σε γεύμα προς τιμή του προέδρου της Βουλγαρίας Todor Zhivkov, στην Άγκυρα, ο τούρκος πρόεδρος της Δημοκρατίας, ναύαρχος Koruturk, υποστήριζε: Το Αιγαίο αποτελεί τη φυσική προέκταση της Ανατολής και τη ζωτική θαλάσσια δίοδο που ενώνει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο…Είναι φυσικό η Τουρκία να μην αποδεχτεί να υιοθετήσει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί το Αιγαίο ως νησιωτική θάλασσα μιας άλλης χώρας.

25 Ιουλίου 1976. Συνέντευξη του τούρκου πρωθυπουργού. Suleyman Demirel, στον γαλλικό τύπο[21] σύμφωνα με τον οποίο: Η παρεμπόδιση του SISMIK I στο Αιγαίο θα αποτελέσει πράξη πειρατείας…και συνήθως τους πειρατές τους ξεφορτωνόμαστε.

18 Δεκεμβρίου 1976. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού. Suleyman Demirel: Δεν υπάρχει θέμα θυσίας των τουρκικών κυριαρχικών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων (Βέρνη) μεταξύ των δύο χωρών στο θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο.  

24 Μαίου 1977. Δήλωση του τούρκου πρωθυπουργού Suleyman Demirel στον αμερικανικό τύπο [22]: Τα νησιά του Αιγαίου είναι αιγαιακά νησιά και έτσι θα πρέπει να ονομάζονται.

25 Ιανουαρίου 1978. Ο τούρκος πρωθυπουργός Bulent Ecevit σε συνέντευξή του στον ελληνικό τύπο[23] δηλώνει: Οι τούρκοι είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τα εθνικά κυριαρχικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.

30 Οκτωβρίου 1979. Κατά τον εορτασμό στην Άγκυρα των 56 χρόνων από την επανάσταση του Ataturk, ο πρόεδρος της τουρκικής δημοκρατίας θέτει και πάλι θέμα Αιγαίου. Σύμφωνα με τον πρόεδρο Koruturk: Η πολιτική που ακολουθεί η Ελλάδα στο θέμα του Αιγαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλική προς την Τουρκία.

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Δεν τίθεται θέμα εγκατάλειψης των δικαιωμάτων μας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.

Παράλληλα και με στόχο να συρθεί η Ελλάδα σε μια προσχεδιασμένη διαπραγμάτευση, η πρόταση της Τουρκίας φαίνεται να εντοπίζει στη βάση της αρχής της ευθυδικίας την πρόθεσή της να αποδεχτεί αποκλειστικά και μόνον το μοίρασμα του Αιγαίου ανάμεσα στις δύο χώρες και μάλιστα μέσω πολιτικής λύσης του προβλήματος. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται να απορρίπτει την όποια λύση μέσω δικαστικής οδού, η οποία στηρίζεται απόλυτα στην αρχή της συνεργασίας η οποία και κατοχυρώνεται πλήρως μέσα από τη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπαίυ[24]. Και τούτο γιατί γνωρίζει απόλυτα ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στα συμφέροντά της, αφού η όποια δικαστική αρχή δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχτεί λύσεις ενάντια στους κοινά αποδεκτούς εθιμικούς και συμβατικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, ανάμεσα στους οποίους είναι και εκείνος που αναφέρεται στο δικαίωμα των νησιωτικών εδαφών σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας[25]. Έτσι, οι παρακάτω δηλώσεις υπογραμμίζουν ήδη από την εποχή εκείνη τις τελικές προθέσεις της Τουρκίας αναφορικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο την οποία και διεκδικεί κατά το ήμισυ.

27 Φεβρουαρίου 1975. Ο τουρκικός Τύπος προβάλει την ιδέα ενός ελληνο-τουρκικού consortium για την συνεκμετάλλευση των φυσικών πηγών της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου[26].

5 Ιουλίου 1975. Ο τούρκος πρωθυπουργός Suleyman Demirel, σε συνέντευξή του στον γαλλικό τύπο υπολογίζει σε μια από κοινού (ελληνό-τουρκική) έρευνα των φυσικών πηγών του Αιγαίου[27].

6 Φεβρουαρίου 1976. Σε συνέντευξή του στον ελληνικό τύπο[28] ο Γενικός Διευθυντής του τουρκικού Υπ. Εξωτερικών, Semir Akbil, υποστηρίζει ότι: θα ήταν ευχής έργο, αν τελικά οι δύο χώρες έβγαιναν πλούσιες από την από κοινού έρευνα και εκμετάλλευση του Αιγαίου.

27 Φεβρουαρίου 1978. Ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Prof. Gunduz Okcun, δηλώνει στο τουρκικό Κοινοβούλιο: Η Τουρκία διεκδικεί οικονομικά και πολιτικά το μισό Αιγαίο…Μια μόνο λύση υπάρχει…η αποδοχή από την Ελλάδα της αρχής της ισότητας στο Αιγαίο.

Οι θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας σύμφωνα με το Νέο Δίκαιο της Θάλασσας.

 

Η μη αναγνώριση του ελληνικού εναέριου χώρου των 10 ν.μ.

Όπως και σήμερα, το ζήτημα της μη αναγνώρισης των ορίων των 10 ν.μ. του ελληνικού εναέριου χώρου από τη γείτονα, αποτέλεσε ένα από τα ζητήματα μέσω των οποίων η Τουρκία προσπαθεί να δικαιολογήσει τις καθημερινές παραβιάσεις του με αλλεπάλληλες παράνομες υπερπτήσεις, οι οποίες και προκαλούν την άμεση ελληνική αντίδραση με συνεχείς αναχαιτήσεις. Η συμπεριφορά αυτή έχει οδηγήσει τις δύο χώρες σε μια διαρκή κούρσα εξοπλισμού σε επίπεδο πολεμικών αεροσκαφών μια αυξανόμενη αιμορραγία των εθνικών τους οικονομιών. Παράλληλα, ελλοχεύει ασφαλώς και ο κίνδυνος ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

4 Απριλίου 1975. Δήλωση του τούρκου υπουργού Άμυνας, Ferit Melen: Τα τουρκικά αεροπλάνα θα χρησιμοποιήσουν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και επομένως θα πετάξουν πάνω από το Αιγαίο που για τους τούρκους παραμένει πάντοτε ελεύθερη θάλασσα. Θα γίνει πόλεμος αν πειραχτεί έστω και ένα τούρκικο αεροπλάνο.

Tα FIR Αθηνών και Κωνσταντινούπολης.

 

Οι τουρκικές αντιρρήσεις αναφορικά με το καθεστώς αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου

Είναι γεγονός ότι τους τελευταίους μήνες η τουρκική προκλητικότητα αφορά περισσότερο στο καθεστώς κυριαρχίας επί των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Μια θεωρία την οποία η Τουρκία προσπαθεί να στηρίξει στη δήθεν παραβίαση από την Ελλάδα διεθνών συνθηκών (Λωζάννης-1923 και Παρισίων-1947) οι οποίες προέβλεπαν σχετικό καθεστώς αποστρατικοποίησης ή μερικής αποστρατικοποίησης. Αιτιάσεις απαράδεκτες αφού πρόκειται για τρία διαφορετικά καθεστώτα τα οποία είτε έχουν αναθεωρηθεί (Λήμνος, Σαμοθράκη με το νέο καθεστώς περί Στενών που προβλέπεται από τη Συνθήκη του Μοντρέ, 1936, και που καταργεί το αντίστοιχο περί στενών κεφάλαιο της Συνθήκης της Λωζάννης), είτε λόγω του ότι δεν αφορούν στην Τουρκία ως μη συμβαλλόμενο μέρος (Δωδεκάνησα), είτε τέλος γιατί το μερικό καθεστώς αποστρατικοποίησης που προβλέπεται γι’ αυτά (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία κλπ) προσκρούει στην έκδηλη απειλή βίας η οποία έμπρακτα προβάλλεται από την Τουρκία και για την οποία η Ελλάδα επιβάλλεται να λάβει μέτρα νόμιμης αυτοάμυνας στη βάση του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ.

Η έμπρακτη αυτή απειλή από πλευράς Τουρκίας στοιχειοθετείται από τις παρακάτω κινήσεις της δεκαετίας του 70.

15 Μαΐου 1974. Αναγγελία από τον τουρκικό τύπο της ίδρυσης ενός ειδικού συστήματος προστασίας των τουρκικών ακτών του Αιγαίου Πελάγους, για τον εξοπλισμό του οποίου- και για διάρκεια 10 ετών – προβλέπονταν το ποσό των 150,000,000 δολαρίων.

28 Μαρτίου 1975. Επίσημη ανακοίνωση περί της ιδρύσεως «Αρχηγείου Αιγαίου»[29] στη Σμύρνη με συγκέντρωση του συνόλου των τουρκικών αποβατικών σκαφών ακριβώς απέναντι από τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου, κατά παράβαση σχετικών Νατοϊκών προδιαγραφών.

Ενώ, παράλληλες δηλώσεις και αναφορές από τούρκους αξιωματούχους της εποχής, αντανακλούν στο πνεύμα των τουρκικών αυτών ενεργειών/κινήσεων σε βάρος της κυριαρχίας των εν λόγω ελληνικών νησιωτικών εδαφών. Ενέργειες οι οποίες αφορούν επίσης και στη δράση της Τουρκίας το 1974 σε βάρος της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου παρανόμως κατέλαβε βιαίως το 37% του εδάφους της, το οποίο και κατέχει μέχρι σήμερα, εκμεταλλευόμενη την απόσυρση από το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών μεραρχίας η οποία είχε σταλεί στο νησί με στόχο την άμεση υπεράσπιση του ανεξάρτητου κυπριακού εδάφους[30]. Άλλωστε οι εν λόγω τουρκικές προθέσεις αποδεικνύονται από τις δηλώσεις που ακολουθούν.

1η Απριλίου 1975 Δήλωση του εκπροσώπου του τουρκικού Υπουργείου των Εξωτερικών: Αν οι Έλληνες συνεχίσουν να παίρνουν στρατιωτικά αμυντικά μέτρα στα Δωδεκάνησα, η Ρόδος θα γίνει νέα Κύπρος[31]. Την ίδια μέρα ο τούρκος ναύαρχος Μ. Firat, σε δήλωσή του στον τουρκικό τύπο, παραδέχεται ότι ταυτόχρονα με την απόβαση στην Κύπρο (1974) οι τούρκοι προετοιμάζονταν για ανοιχτό πόλεμο με τους έλληνες στο Αιγαίο[32].

10 Δεκεμβρίου 1976. Δήλωση του τούρκου υπουργού εξωτερικών, İhsan Sabri Çağlayangil, με την άφιξή του στις Βρυξέλλες: Η Τουρκία διαθέτει τα στρατιωτικά μέσα να καταλάβει τα ελληνικά νησιά  του Αιγαίου μέσα σε 24 ώρες[33].

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τον εξοπλισμό των νησιών του Αιγαίου που αντιτίθενται προς τις διεθνείς συμφωνίες. 

 

 Οι τουρκικές δηλώσεις αναφορικά με την ελληνική μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης

Μια διαρκής προσπάθεια καταγράφεται επίσης από πλευράς Τουρκίας και σε σχέση με το ζήτημα που προσπαθεί να εγείρει στην περιοχή της Δυτικής Θράκης και της δήθεν εκεί τουρκικής μειονότητας, γνωρίζοντας απόλυτα ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης η εν λόγω ελληνική πληθυσμιακή ομάδα αφορά σε θρησκευτική και μόνον μειονότητα[34]. Ήδη, λοιπόν, από τη δεκαετία του 70 το θέμα αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα/διαφορά για την Τουρκία η οποία θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην ατζέντα της γενικότερης διαπραγμάτευσής της με την Ελλάδα.

19 Μαΐου 1975. Σε συνέντευξή του[35], ο τούρκος πρωθυπουργός Suleyman Demirel εγείρει θέμα τουρκικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης.

19 Νοεμβρίου 1979. Διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του ο πρωθυπουργός Suleyman Demirel αναφέρει: Αισθανόμαστε ιδιαίτερη ευαισθησία έναντι των τούρκων της Δυτικής Θράκης.

           

Η τουρκική πολιτική περί ανάγκης γενικότερης αναθεώρησης του status quo του Αρχιπελάγους

Σχεδόν το σύνολο των δηλώσεων εκ μέρους του σημερινού τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και των εκπροσώπων τόσο της τουρκικής κυβέρνησης όσο όμως και σχεδόν σύσσωμης της τουρκικής αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένων και των εκπροσώπων της στρατιωτικής ηγεσίας της γείτονος, προβάλουν μια διαρκή λεκτική πρόκληση σε επίπεδο ενός καθαρού αναθεωρητισμού, αλλά και σε συνδυασμό με την έκφραση ενός υπερφίαλου μεγαλοϊδεατισμού. Σύγχρονες δηλώσεις όπως: η Τουρκία ασφυκτιά στα σύνορά της, η Μεγάλη πατρίδα, η Γαλάζια Πατρίδα, η πατρίδα της καρδιάς μας κλπ. παραπέμπουν σε μη εξελιγμένες δυτικού τύπου δημοκρατίες οι οποίες εποφθαλμιούν επανάκτηση παλαιότερων ιστορικά κτήσεών τους, παραπέμποντας βέβαια πάντα σε χρονικές στιγμές που έτυχε να επικρατούν γεωγραφικά σε συγκεκριμένες περιοχές.    

-14 Νοεμβρίου 1973. Επίσημη δήλωση του προέδρου της τουρκικής Δημοκρατίας: Το μέλλον του τουρκικού έθνους βρίσκεται πλέον στη θάλασσα[36].

-14 Μαΐου 1974. Δήλωση του τούρκου ναυάρχου M. Firat: Με την καθημερινή αύξηση του τουρκικού πληθυσμού, αυξάνεται επίσης και η εμπορική ναυτιλία. Έτσι λοιπόν έχουμε ανάγκη από έναν εμπορικό στόλο που να είναι από τους πλέον ισχυρούς[37].

– 4 Απριλίου 1975. Δήλωση του τούρκου υπουργού Εξωτερικών, İhsan Sabri Çağlayangil:: Θα πρέπει να εφαρμοστεί ένα ειδικό status quo για το Αιγαίο. Έτσι θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα συνομιλίες για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στις δύο χώρες[38].

28 Σεπτεμβρίου 1976. Σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ην. Εθνών. Ο τούρκος υπ. Εξωτερικών 28 Σεπτεμβρίου 1976, İhsan Sabri Çağlayangil, δηλώνει: Το Αιγαίο ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα και την Τουρκία, που οφείλουν από την πλευρά τους να επιλύσουν το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας βασιζόμενες σ’ ένα σύστημα συγκυριαρχίας. Τα μερίδια αυτής της συγκυριαρχίας πρέπει να είναι ανάλογα με τους παράκτιους πληθυσμούς των δύο χωρών. Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα της Υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου παραμένει πάντοτε οικονομικό και πολιτικό.

 

Συμπέρασμα

Ο σημερινός άκρατος προκλητικός βερμπαλισμός εκ μέρους της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας αποτελεί την προσπάθεια ολοκλήρωσης εκ μέρους της γείτονος ενός στρατηγικού σχεδίου σε βάρος της Ελλάδας που αποσκοπεί πρωτίστως στην ανατροπή του status quo του Αρχιπελάγους του Αιγαίου. Να γιατί οι σημερινές δηλώσεις εκ μέρους των τούρκων ιθυνόντων δεν αποτελούν παρά επανάληψη ουσιαστικά εκείνων που είχαν σχεδιαστεί και προβληθεί κατά τη δεκαετία του 70, όπου και στήθηκε το στρατηγικό αυτό τουρκικό σχέδιο.

Από την αρχή, το πρόβλημα της πολιτικής αυτής προσέκρουε σε ένα βασικό ζήτημα εκ μέρους της Τουρκίας. Ζήτημα που αφορούσε και αφορά στην πολιτική θέση/συμμετοχή και των δύο χώρων ως θεσμικών συμμάχων στο στρατιωτικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ. Έτσι, η ταυτόχρονη ένταξη και των δύο αυτών χωρών αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1952, 20/05) στο ΝΑΤΟ, δημιούργησε ένα συμπληρωματικό ανάχωμα στις όποιες ενδεχόμενες να προκύψουν βλέψεις κατά της εδαφικής κυριαρχίας της μίας χώρας έναντι της άλλης. Και τούτο γιατί πρόκειται για μια αμυντική συμμαχία κρατών τα οποία στη βάση του άρθρου 5 του Καταστατικού της οφείλουν απόλυτη αρωγή σε περίπτωση επίθεσης από τρίτες χώρες της ανατολής[39].

Σε κάθε περίπτωση, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 70, όπως προκύπτει και από τις επίσημες τουρκικές δηλώσεις που προηγήθηκαν, οι βλέψεις της Τουρκίας ήταν ξεκάθαρες. Ανατροπή του status quo του Αιγαίου στο σύνολό του και όχι τόσο προσπάθεια επίλυσης συγκεκριμένης διαφοράς που άπτεται του διεθνούς δικαίου, όπως άλλωστε έχει προκύψει και προκύπτει διαρκώς ανάμεσα σε κράτη που η γεωγραφική μοίρα έταξε να γειτονεύουν είτε με όμορες είτε με απέναντι ακτές. Διαφορά η οποία κατά γενικό κανόνα επιλύεται ειρηνικώς μέσω της απευθείας διπλωματικής οδού ή σε διαφορετική περίπτωση της ανάλογης δικαστικής και αφορά στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας στη βάση των αρχών και των κανόνων του δικαίου της θάλασσας με έμφαση στη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπαίυ (1982)[40].

Τέλος, είναι γεγονός ότι η επίσημη φραστική τουρκική θέση στα ζητήματα που συζητήθηκαν παραμένει διαχρονικά διαφορετική όταν απευθύνεται στην Ελλάδα, με τη μορφή της ουσιαστικής πρόκλησης, αλλά και με απώτερο παράλληλα αποδέκτη την τουρκική κοινή γνώμη και διαφορετική όταν παρουσιάζεται στα επίσημα θεσμικά fora του ΟΗΕ, της Ευρώπης ή και του ΝΑΤΟ[41]. Έτσι, χαρακτηριστική από την εποχή της δεκαετίας του 70 ήταν και η δήλωση του τότε Γενικού Γραμματέα της Ατλαντικής Συμμαχίας Joseph Luns ( 27 Μαΐου 1975), στον απόηχο της συνάντησής του με τον τότε τούρκο πρωθυπουργό: Άλλος είναι ο Demirel στο κλειστό δωμάτιο και άλλος στις δημόσιες δηλώσεις[42](!).  

 

Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Γρηγόρης Τσάλτας μιλάει για την ένταση με την Τουρκία

Ο Γρηγόρης Ι. Τσάλτας είναι Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, πρώην Πρύτανης του Παντείου Παν/μίου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  – Γρ. Ι. Τσάλτας, Αιγαίο, Η Θάλασσα του Ψυχρού Πολέμου, μετάφραση από τη γαλλική έκδοση, Gr. I. Tsaltas, Egée, La Mer de la Guerre Froide, Bilan Chronologique, Institut du Droit de la Paix et du Développement , Université de Nice, avril 1978.

-Γρ. Ι. Τσάλτας, «Το Καθεστώς της Ηπειρωτικής Υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με τη Νέα Σύμβαση (1982) για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τα Ελληνικά Συμφέροντα», στο Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική, τεύχος 9, εκδ. Παρατηρητή, 1985.

-Γρ. Ι. Τσάλτας, «Το Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου Πελάγους», Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, εκδ, Ασσέλια, Λευκωσία,, τεύχος 18, Απρίλιος- Ιούνιος, 1987.

-Gr. I. Tsaltas, «Le Plateau Continental et le Différend Gréco-Turc en Mer Egée» στο Etudes Helléniques, vol. 4, no 2, Automne 1996.

– Gr. I. Tsaltas, «A Historical Approach of the Crisis in the Aegean Sea», στο M. Christakis (ed.), Mediterranean Sea and the Aegean, Institute of Strategic and Development Studies “Andreas Papandreou”, Athens, 1999.

– Γρ, Ι, Τσάλτας, «Το Ζήτημα της Αιγιαλίτιδας Ζώνης», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια), Αιγαίο: Εξελίξεις και Προοπτικές Επίλυσης των Ελληνοτουρκικών Διενέξεων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2003.

– Γρ. Ι. Τσάλτας – Μαρ. Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος πρώτος, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2003.

-Γρ. Ι. Τσάλτας, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2003.

– Γρ. Ι. Τσάλτας, «Αιγαίο: Το πρώτο par excellence Αρχιπέλαγος», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια) Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2018.

– Γρ. Ι. Τσάλτας, «Το Σύνταγμα των Θαλασσών και των Ωκεανών», στο Στ. Περράκης και Γρ. Ι. Τσάλτας (επιμέλεια), Ανιχνεύοντας στο Γαλάζιο του Αιγαίου και της Μεσογείου, Εφαρμογές Διεθνούς Δικαίου και Διεθνούς Πολιτικής 20 Χρόνια μετά τη Θέση σε Ισχύ της Σύμβασης Δικαίου Θαλάσσης, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2018.

– Gr. I. Tsaltas, «Le Principe de la Coopération des Etats à travers la Convention des Nations Unies sur le Droit de la Mer, comme Garant de la Mise en Place des Relations Pacifiques», στο Boissson de Chazournes. L. Doussis, Em. Andreone, G. Zervaki, (co. Edit.) Enjeux et Perspectives. Droit International, Droit de la Mer, Droits de l’Homme, Mélanges en l’Honneur de la Professeure Haritini Dipla, éditions Pédone, 2020.

– Γρ. Ι. Τσάλτας, «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις και Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Η Έναρξη της Κρίσης τη Δεκαετία του 70», Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Νομικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, ΓΕΕΘΑ – Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2020.

-G.I. Tsaltas, «The Application of the United Nations Convention on Law of the Sea in the Archipelagos of the Aegean Sea», στο The Handbook of Environmental Chemistry, Springer, Berlin, Heidelberg, 2022  https://doi.org/10.1007/698_2021_834.

-Τουρκική εφημερίδα της κυβέρνησης T. C. Resmi Gazete, φύλλο 14.999, 1η Νοεμβρίου 1973

-Τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/11/1973, 14/05/1974, 11/01/1975, 04/04/1975, 14/10/1978.

– Τουρκική εφημερίδα Milliyet, 1η/04/1975, 27/02/1975.

– Τουρκική εφημερίδα Gunaydin, 21/01/1975.

– Ελληνική εφημερίδα, Τα Νέα, 10/12/1975, 1η/04/1975, 06/02/1976, 25/01/1978.

– Γαλλική εφημερίδα Le Monde, 19/05/1975, 25/07/1976.

– Γαλλική εφημερίδα Paris Match, 05/07/1975.

– Γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine, 16/03/1975.

– Εφημερίδα International Herald Tribune, 24/05/1977.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. αναλυτικότερα Γρ. Ι. Τσάλτα, «Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Η έναρξη της κρίσης τη Δεκαετία του 70», Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Νομικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, ΓΕΕΘΑ – Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2020, σ. 55-62.

[2] Για τη δεκαετία 70 βλ. Γρ. Ι. Τσάλτα, Αιγαίο, Η Θάλασσα του Ψυχρού Πολέμου, μετάφραση από τη γαλλική έκδοση, Gr. I. Tsaltas, Egée, La Mer de la Guerre Froide, Bilan Chronologique, Institut du Droit de la Paix et du Développement , Université de Nice, avril 1978, p. 58. Επίσης, Gr. I. Tsaltas, «A Historical Approach of the Crisis in the Aegean Sea», στο M. Christakis (ed.), Mediterranean Sea and the Aegean, Institute of Strategic and Development Studies “Andreas Papandreou”, Athens, 1999, p. 91-96.

[3] Ως ημερομηνία έναρξης των επίσημων εργασιών της Τρίτης Συνδιάσκεψης των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS III) καταγράφεται η 10η Δεκεμβρίου 1973 στη Νέα Υόρκη.

[4] Βλ. αναλυτικότερα τις εργασίες της γνωστής Sea Bed Committee (1970 -1973).

[5] United Nations Convention on the Law of the Sea.

[6] Για μια πλήρη ανάλυση, τόσο των εργασιών της σχετικής Συνδιάσκεψης των ΗΕ και του προπαρασκευαστικού της σταδίου,  όσο και του περιεχομένου της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ βλ. Γρ. Ι. Τσάλτα – Μαρ. Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος πρώτος, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2003, σελ. 688 και Γρ. Ι. Τσάλτα, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2003, σελ. 422. Βλ. επίσης Γρ. Ι. Τσάλτα, «Το Σύνταγμα των Θαλασσών και των Ωκεανών», στο Στ. Περράκης και Γρ. Ι. Τσάλτας (επιμέλεια), Ανιχνεύοντας στο Γαλάζιο του Αιγαίου και της Μεσογείου, Εφαρμογές Διεθνούς Δικαίου και Διεθνούς Πολιτικής 20 Χρόνια μετά τη Θέση σε Ισχύ της Σύμβασης Δικαίου Θαλάσσης, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2018, σελ. 27 – 48. Τέλος, αναφορικά με τις ελληνικές θέσεις που κατατέθηκαν κατά τις εργασίες της UNCLOS III βλ., επίσης: Γρ. Ι. Τσάλτα, «Οι Ελληνικές Θέσεις στην Τρίτη Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας», στο Στ. Περράκη (επιμέλεια) Το Αιγαίο Πέλαγος και το Νέο Δίκαιο της Θάλασσας, εκδ., Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1996, σ., 39-49, καθώς και Γρ. Ι. Τσάλτα, «Οι Ελληνοτουρκικές διαφορές μέσα από το Δίκαιο της Θάλασσας», Επετηρίδα Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 1997, σ. 111-116.

[7] Türkiye Petrolleri Anonim Ortaklığı.

[8] Η σχετική άδεια συνοδεύονταν και από Χάρτη του βόρειο-ανατολικού Αιγαίου που δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα της κυβέρνησης T. C. Resmi Gazete, φύλλο 14999, 1η Νοεμβρίου 1973.

[9] Αναφορικά με τον χαρακτηρισμό του Αιγαίου ως Αρχιπελάγους, βλ. αναλυτικότερα και Γρ. Ι. Τσάλτα, «Αιγαίο: Το πρώτο par excellence Αρχιπέλαγος», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια) Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2018, σελ. 37 -44.

[10] Flaying Information Region.

[11] International Civil Aviation Organization.

[12] Βλ. αναλυτικότερα και συγκεντρωτικά,  προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης του τούρκου πρωθυπουργού Suleyman Demirel (19 Νοεμβρίου 1979): Δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζει η Ελλάδα ότι ενδεχόμενη απόπειρα τετελεσμένων γεγονότων σχετικά με τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο θα είχε πολύ σοβαρά αποτελέσματα. Δεν τίθεται θέμα εγκατάλειψης των δικαιωμάτων μας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τον εξοπλισμό των νησιών του Αιγαίου που αντιτίθεται στις διεθνείς συμφωνίες. Αισθανόμαστε ευαισθησία έναντι των τούρκων της Δυτικής Θράκης.

[13] Για μια πλήρη ανάλυση του status quo του Αρχιπελάγους, αναφορικά με τα θέματα που άπτονται του δικαίου της θάλασσας (αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, καθεστώς νησιών κλπ.) βλ. αναλυτικότερα και G.I. Tsaltas, (2022). The Application of the United Nations Convention on Law of the Sea in the Archipelagos of the Aegean Sea. In: The Handbook of Environmental Chemistry. Springer, Berlin, Heidelberg. https://doi.org/10.1007/698_2021_834.

[14]…ΕΟΚ την εποχή ένταξής της. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1976 και την 28η Μαΐου 1979 υπεγράφη στο Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα η Πράξη Προσχώρησης.

[15] Βλ. επίσης Γρ, Ι, Τσάλτα, «Το Ζήτημα της αιγιαλίτιδας Ζώνης», στο Στ. Περράκης (επιμέλεια), Αιγαίο: Εξελίξεις και Προοπτικές Επίλυσης των Ελληνοτουρκικών Διενέξεων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2003, σ., 13-28.

[16] Το ζήτημα της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης από 6 σε 12 .ν.μ, στήριξε και επισήμως την υιοθέτηση από την Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση (08/06/1995) της περιβόητης απειλής του casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων (αιγιαλίτιδα) στην περιοχή του Αιγαίου. Και τούτο κατά παράβαση της βασικής αρχής περί απαγόρευσης χρήσης και απειλής βίας του Χάρτη των Ην. Εθνών, όπως αυτή καταγράφεται στο σχετικό άρθρο 2 παρ. 4.

[17] Βλ. τουρκική εφημερίδα Gunaydin, 21/01/1975.

[18] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 11/01/1975.

[19] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/10/1978.

[20] Βλ. γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine, 16/03/1975.

[21] Βλ. γαλλική εφημερίδα, Le Monde, 25/07/1976.

[22] Βλ. αμερικανική εφημερίδα International Herald Tribune, 24/05/1977.

[23] Βλ. ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, 25/01/1978.

[24] Για την αρχή της συνεργασίας μέσω της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ βλ. αναλυτικά: Gr. I. Tsaltas, «Le Principe de la Coopération des Etats à travers la Convention des Nations Unies sur le Droit de la Mer, comme Garant de la Mise en Place des Relations Pacifiques», στο Boissson de Chazournes. L. Doussis, Em. Andreone, G. Zervaki, (co. Edit.) Enjeux et Perspectives. Droit International, Droit de la Mer, Droits de l’Homme, Mélanges en l’Honneur de la Professeure Haritini Dipla, éditions Pédone, 2020, p. 223-228.

[25] Χαρακτηριστικό στην περίπτωση το άρθρο 121 παρ.2 της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ για το Δίκαιο της Θάλασσας.  Βλ. αναλυτικά και: Γρ. Ι. Τσάλτα, «Το Καθεστώς της Ηπειρωτικής Υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με τη Νέα Σύμβαση (1982) για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τα Ελληνικά Συμφέροντα», στο Διεθνές Δίκαιο και Διεθνής Πολιτική, τεύχος 9, εκδ. Παρατηρητή, 1985, σ., 191-203. Επίσης, Γρ. Ι. Τσάλτα, «Το Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου Πελάγους», Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, εκδ, Ασσέλια, Λευκωσία,, τεύχος 18, Απρίλιος- Ιούνιος, 1987, σ., 2789-2801. Επίσης, Gr. I. Tsaltas, «Le Plateau Continental et le Différend Gréco-Turc en Mer Egée» στο Etudes Helléniques, vol. 4, no 2, Automne 1996, p. 121-139.  

[26] Βλ. τουρκική εφημερίδα Milliyet, 27/02/1975.

[27] Βλ. γαλλική εφημερίδα Paris Match, 05/07/1975.

[28] Βλ. ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, 06/02/1976.

[29] Μετέπειτα 4η Στρατιά Αιγαίου.

[30] Η εν λόγω Μεραρχία εστάλη από την ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου την άνοιξη του 1964 και αποσύρθηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας στις 8 Δεκεμβρίου 1967, λίγους μήνες μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας (21/04/1967).

[31] Βλ. ελληνική εφημερίδα, Τα Νέα, 1η/04/75.

[32] Βλ. τουρκική εφημερίδα Milliyet, 1η/04/75.

[33] Βλ. ελληνική εφημερίδα, Τα Νέα, 10/12/75

[34] Αντιθέτως, η αντίστοιχη μειονότητα Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης αφορά σε εθνική μειονότητα, η οποία και συ στηματικώς με στοχευμένες πολιτικές κινήσεις αφανίστηκε.

[35] Βλ. γαλλική εφημερίδα Le Monde, 19/05/75.

[36] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/11/1973.

[37] Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 14/05/1974.

[38]Βλ. τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, 04/04/1975.

[39] Η έννοια της συμμαχίας δεν προβλέπει ασφαλώς περίπτωση επίθεσης μίας χώρας μέλους εναντίον άλλης. Σε κάθε περίπτωση το άρθρο 5 στηρίζεται επίσης στις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου που αφορούν στη συνεργασία και την αλληλεγγύη των κρατών στο πνεύμα του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ περί συλλογικής άμυνας.

[40] Βλ. σχετικώς και Γρ. Ι. Τσάλτα: Το Σύνταγμα των Θαλασσών και των Ωκεανών, όπ. προηγ.

[41] Βλ. αντίστοιχες χαρακτηριστικές δηλώσεις του σημερινού προέδρου Ταγίπ Ερντογάν σε αντίστοιχα fora και σε σύγκριση πάντα με τις καθημερινές δηλώσεις του από το όποιο τουρκικό βήμα.

[42] Βλ. ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, 27/05/1975. Σε κάθε περίπτωση, μια σύγκριση των δηλώσεων των δύο προέδρων αποδεικνύει ότι αυτές βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, με έντονο το πολιτικό χρώμα, αλλά και σε κάθε περίπτωση πιστές στον απώτερο στόχο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με το Αιγαίο.

Κριμαϊκός Πόλεμος: ο πρώτος που απαθανατίστηκε φωτογραφικά

Κριμαϊκός Πόλεμος: ο πρώτος που απαθανατίστηκε φωτογραφικά

 

Μέρος του Ανατολικού Ζητήματος, δηλαδή του μακροχρόνιου ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για την εμπέδωση της επιρροής και των συμφερόντων τους στους κόλπους της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Κριμαϊκός Πόλεμος διήρκεσε μεταξύ των ετών 1853 και 1856. Αντιπαρατέθηκαν ο συνασπισμός Βρετανίας – Γαλλίας – Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – Βασιλείου της Σαρδηνίας από τη μια πλευρά και η Ρωσική Αυτοκρατορία από την άλλη. Οι κυριότερες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στη χερσόνησο της Κριμαίας. Διανοίχτηκαν, ωστόσο, και επιπρόσθετα επιχειρησιακά θέατρα, μεταξύ άλλων στη Βαλτική Θάλασσα, στον Καύκασο και στον Ειρηνικό Ωκεανό. Έπειτα από τρία ολόκληρα χρόνια αντιπαραθέσεων, ο πόλεμος ολοκληρώθηκε με την ήττα της τσαρικής Ρωσίας και τον εγκλωβισμό της τελευταίας στη Μαύρη Θάλασσα.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς. Για πρώτη φορά οι αντιμαχόμενοι έκαναν εκτενή χρήση του σιδηροδρόμου και του τηλεγράφου. Νέες νοσηλευτικές πρακτικές εισήχθησαν για τους εκκενωθέντες στην Κωνσταντινούπολη τραυματίες από την Florence Nightingale και στην πρώτη γραμμή από την καταγόμενη από την Τζαμάϊκα Mary Seacole. Ο πόλεμος παρέμεινε γνωστός και από τη διαδοχή λανθασμένων χειρισμών σε λογιστικό και επιχειρησιακό επίπεδο, με προεξέχουσα την περίφημη επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας (επεισόδιο της μάχης της Μπαλακλάβα), η οποία απαθανατίστηκε χάρη στο ομώνυμο ποίημα του Alfred Tennyson. Τέλος, ήταν η πρώτη φορά που ένας πόλεμος περιγράφηκε λεπτομερώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής και καταγράφηκε από τον φωτογραφικό φακό.

Ο Roger Fenton (1819-1869) κατέφθασε στην Κριμαία τον Μάρτιο του 1855, ενώ ο πόλεμος βρισκόταν ήδη στο δεύτερο έτος του, και παρέμεινε έως τον επόμενο Ιούνιο. Στάλθηκε επιτόπου από την βρετανική κυβέρνηση ως επίσημος φωτογράφος, σε αντικατάσταση του συναδέλφου του  Richard Nicklin, ο οποίος είχε απωλέσει τη ζωή του, μαζί με τους συνεργάτες του, θύματα του τυφώνα, που, στις 14 Νοεμβρίου 1854, είχε πλήξει το λιμάνι της Μπαλακλάβα, αφήνοντας πίσω του εκτεταμένες ζημιές. Η θεματολογία του Fenton, επιμελώς επιλεγμένη, αποδίδει μια εξιδανικευμένη εκδοχή του πολέμου. Απουσιάζουν παντελώς η φρίκη και η βία και πριμοδοτούνται συστηματικά στιγμιότυπα, τα οποία ωραιοποιούν και ηρωοποιούν την όλη εκστρατεία. Σε κάποιο ποσοστό, αυτό οφείλεται στις περιορισμένες, ακόμη, δυνατότητες της τεχνικής της φωτογραφίας (ήταν απείρως ευκολότερο να απαθανατιστούν εικόνες από τα μετόπισθεν και όχι οι εχθροπραξίες, που μαίνονταν στην πρώτη γραμμή). Ωστόσο, η επιλογή οφείλεται πρωτίστως στη βούληση και στις οδηγίες της κυβέρνησης του Λονδίνου, η οποία, με τον τρόπο αυτό, θέλησε να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τους ατυχείς τακτικούς χειρισμούς στο πεδίο των μαχών, έστω και αν ο συγκεκριμένος πόλεμος είχε ούτως ή άλλως στιγματιστεί ανεξίτηλα από αυτούς. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός πως η αποστολή του Fenton στην Κριμαία είχε εξολοκλήρου καλυφθεί από κρατικούς πόρους.

Ο Roger Fenton με στολή ζουάβου και επί της φωτογραφικής άμαξας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι φωτογραφίες του Fenton εντάσσονται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης κρατικής προπαγάνδας, την οποία υπηρετούν ευλαβικά. Πέραν τούτου, ωστόσο, κανένα λογοτεχνικό κείμενο και κανένας ζωγραφικός πίνακας ή, έστω, απλό σκαρίφημα, δεν είναι σε θέση να ισοσκελίσουν τον ρεαλισμό των φωτογραφικών λήψεων. Μπορεί τα πλάνα να είναι στημένα, έχουν, όμως, διασωθεί ανεκτίμητης ιστορικής αξίας αποτυπώσεις τοπίων, επωνύμων πρωταγωνιστών, ανωνύμων μαχητών και απλών πολιτών, που συνόδευσαν την εκστρατεία σαν να επρόκειτο για κάποια εκπαιδευτική εκδρομή.

Η ανταπόκριση του βρετανικού κοινού υπήρξε περιορισμένη και εξανεμίστηκε ταυτόχρονα με τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Ο ίδιος ο Fenton, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία το 1862, προτού φύγει από τη ζωή, επτά χρόνια αργότερα, οικονομικά κατεστραμμένος και ξεχασμένος από Θεό και ανθρώπους. Σήμερα, οι ιστορικοί ομόφωνα αναγνωρίζουν την ουσιαστική συμβολή του, όχι μόνο από αισθητικής πλευράς, αλλά και ως ενός από τους πρωτοπόρους επαγγελματίες πολεμικούς φωτογράφους.

 

Α.  Οι διοικητές

Πολεμικό συμβούλιο στο βρετανικό στρατηγείο. Συμμετέχουν από αριστερά προς δεξιά ο Λόρδος Raglan, διοικητής του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, ο Ομάρ Πασάς, επικεφαλής των οθωμανικών δυνάμεων και ο Γάλλος στρατάρχης Pélissier, διοικητής του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος.

 

FitzRoy James Henry Somerset, 1ος λόρδος Raglan.
Στρατάρχης Aimable-Jean-Jacques Pélissier.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Στρατηγός Sir George Brown G.C.B., περιστοιχίζεται από το επιτελείο της Μεραρχίας του.

 

 

Στρατηγός Sir George Buller.

 

Στρατηγός Pierre-François-Joseph Bosquet.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στρατηγός Sir John Burgoyne G.C.B., Γενικός Επιθεωρητής των οχυρωματικών έργων.
Στρατηγός Sir John Campbell (καθιστός). Εικονίζεται με τον υπασπιστή του, λοχαγό Hume.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Πρίγκηπας Γουλιέλμος-Αύγουστος-Εδουάρδος της Σαξονίας-Βαϊμάρης υπηρέτησε στην Κριμαία με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.
Ισμαήλ Πασάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Β. Οι μαχητές

 

Άνδρες του 77ου Συντάγματος (East Middlesex) με χειμερινή στολή.
Γάλλος ζουάβος και Μαροκινός σπαχής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Λοχαγός Bernard, του 5ου Συντάγματος Δραγόνων.

 

Ο βοηθός χειρούργος Henry John Wilkin, του 11ου Ουσάρων.
Γάλλοι αξιωματικοί και ζουάβος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αξιωματικοί του 90ού Συντάγματος Εθελοντών (Perthshire Volunteers).

 

Ζουάβος τραυματίας.

 

Τάταροι εργάτες, αποσπασμένοι στα έργα οδοποιΐας.

 

Ο Henry Duberly, του 8ου Ουσάρων, μπροστά από την έφιππη σύζυγό του.

 

Γ. Ο χώρος

Ο κόλπος των Κοζάκων στο λιμάνι της Μπαλακλάβα.

 

Γενική άποψη της Μπαλακλάβα.

 

Το λιμάνι της Μπαλακλάβα. Στο μέσο διακρίνεται το κτήριο του Γενικού Στρατηγείου.

 

Το στρατόπεδο του 33ου Συντάγματος.

 

Τα ερείπια του Γενοβέζικου κάστρου δεσπόζουν πάνω από το λιμάνι της Μπαλακλάβα.

 

Μια ήρεμη ημέρα για το βρετανικό πυροβολικό.

 

Η επονομαζόμενη “Κοιλάδα του Θανάτου”, όπου στις 25 Οκτωβρίου 1854 έλαβε χώρα η θρυλική επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας.

 

Το στρατιωτικό κοιμητήριο του Cathcart’s Hill, στα περίχωρα της Σεβαστούπολης.

 

Άποψη της Μπαλακλάβα και του κάστρου από την κορυφή του λόφου Guard’s Hill.

 

Crimean War Photographs by Roger Fenton, 1855

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Προέλευση φωτογραφιών: http://www.allworldwars.com/Crimean-War-Photographs-by-Roger-Fenton-1855.html

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Γεώργιος Π. Νάκος: To Δικαιικό Έργο «του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού Κωνσταντίνου Δ. Ρακτιβάν, ως [πρώτου] Αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως στην προσωρινή διοίκηση των καταληφθεισών [Νέων] Χωρών»

Γεώργιος Π. Νάκος

 

To Δικαιικό Έργο «του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού Κωνσταντίνου Δ. Ρακτιβάν, ως [πρώτου] Αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως στην προσωρινή διοίκηση των καταληφθεισών [Νέων] Χωρών»

 

 H ταχύτατη εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου οδήγησε στην άμεση υλοποίηση της «πολιτικής» (αυτής) μορφής διακυβερνήσεως της Μακεδονίας, έναντι της προταθείσης με ειδική αναφορά του αντιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου της 28ης [ορθότερα 26ης ) Οκτωβρίου 1912 προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως [Ελευθέριο Βενιζέλο] και Υπουργό των Στρατιωτικών, με το ανάλογο «ανακτορικό» ύφος που δεν επιδεχόταν αντίρρηση, την ειδική αντίληψή του ότι επιβαλλόταν η διοργάνωση «Πολιτικού Γραφείου» αποτελούμενο από ανώτερους υπαλλήλους στο Γενικό Στρατηγείο Θεσσαλίας, το οποίο «θα ασκή και υπό τας αμέσους διαταγάς Μου [του Κωνσταντίνου] των εξουσιών αίτινες κατά νόμον είναι ανατεθειμέναι εις τα οικεία πολιτικά υπουργεία και θα διαβιβάζη προς τας πολιτικάς αρχάς τας διαταγάς Μου [του Κωνσταντίνου]»[1]. Η ενλόγω αναφορά του διαδόχου Κωνσταντίνου δεν έγινε αποδεκτή από την Κυβέρνηση, γιατί δεν εντἀσσονταν στις προθέσεις της ο «τρόπος» αυτός διακυβερνήσεως της Μακεδονίας, ο οποίος έκλινε ειδικότερα προς τη μορφή «πολιτικής» διοικήσεως, με ευθύνη της επίσημης εκλεγμένης Κυβερνήσεως. Η σχετική αυτή απόφαση της Κυβερνήσεως Βενιζέλου άμεσα υλοποιήθηκε. Με πρωϊνή τηλεγραφική αναφορά του Βενιζέλου της 27ης Οκτωβρίου 1912 ζητήθηκε η έγκριση του Βασιλέα, «για την ανάθεση της [σχετικής] εντολής να κανονίση τα της προσωρινής διοικἠσεως των καταληφθεισών χωρών», στον υπουργό επί της Δικαιοσύνης Kωνσταντίνο Δ. Ρακτιβάν, την οποία αιτιολογούσε με την κεντρική σκέψη ότι «αναγκαίον αποβαίνει όπως η διοικητική οργάνωσις της καταλαμβανομένης χώρας λάβη κανονικωτέραν τινά μορφήν, ήδη μάλιστα ότε επίκειται η κατάληψις της Θεσσαλονίκης»[2]. Μετά την έγκριση από τον Βασιλέα «της προσωρινής διοικήσεως των καταληφθεισών χωρών», ενεργοποιήθηκε αυθημερόν [27η Οκτωβρίου 1912] η αναχώρηση του Ρακτιβάν, και στις 6 το απόγευμα επιβιβάστηκε στο εξοπλισμένο ατμόπλοιο «Αρκαδία», που απέπλευσε από τον Πειραιά για τη Θεσσαλονίκη, στο λιμένα της οποίας, υπό συνθήκες ιδιαίτερα επικίνδυνες, λόγω του αποκλεισμού του λιμένα από τοποθετημένες τορπίλες, εισέπλευσε την 30ή Οκτωβρίου 1912.

Κωνσταντίνος Δ. Ρακτιβάν (1865 – 1935).
Μήνυμα του Υπουργού Δικαιοσύνης Κ.Δ. Ρακτιβάν προς
τους πληθυσμούς των καταληφθεισών υπό του ελληνικού
στρατού επαρχιών» (Οκτώβριος 1912). Πηγή: ΓΑΚ – Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας –κωδικός αρχείου GRGSA IAM_ADM001.01.F000118

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παράλληλα, με ταυτόχρονο ημερολογιακά σήμα της Κυβερνήσεως, υπογραφόμενο από τον ίδιο το Βενιζέλο, προς τον Κωνσταντίνο ως «Αρχηγό Στρατού», τον ενημέρωνε ότι «η Κυβέρνησις κρίνει ότι πολιτικαί ανάγκαι επιβάλλουσιν όπως η διοικητική οργάνωσις της καταληφθείσης χώρας λάβη κανονικωτέραν τινά μορφήν», γιαυτό απεφάσισε, την ανάθεση στον εκ Βεροίας καταγόμενο υπουργό της Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Δ. Ρακτιβάν, της «εντολής να κανονίση τα της προσωρινής διοικήσεως των καταληφθεισών χωρών», έτσι ώστε «και η Υμετέρα Βασ[ιλική] Υψηλότης θ’ απαλλαχθή περισπασμών, μη συνδεομένων αναγκαίως προς το στρατιωτικόν αυτής έργον»[3].

Η «πολιτική» βούληση της Κυβερνήσεως υλοποιήθηκε με την έκδοση του Βασιλικού Διατάγματος της 31ης Οκτωβρίου 1912, που υπεγράφη στη Θεσσαλονίκη από το Βασιλέα Γεώργιο Α΄, με το οποίο ανατέθηκαν «εις τον Ημέτερον επί της Δικαιοσύνης Υπουργόν Κύριον Κ. Ρακτιβάν, όπως, ως αντιπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, κανονίση τα της προσωρινής διοικήσεως των καταληφθεισών χωρών». Με γνώμονα έτσι, την απόλυτη ανάγκη διοικητικής ευδοκιμήσεως, διακήρυσσε ο Ρακτιβάν, «Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄», την επομένη της αποβιβάσεώς του στη Θεσσαλονίκη της 31ης Οκτωβρίου 1912, στη συνταγμένη ήδη από την Αθήνα «Προκήρυξίν» του «προς τους Πληθυσμούς των υπό του Ελληνικού Στρατού καταληφθεισών Επαρχιών», αιτιολογούσε ότι «ελάβομεν πάντες από κοινού τα όπλα κατά του Τουρκικού Κράτους, διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν και κακοδιοίκησιν, αίτινες ήσαν απ’ αιώνων συμφυείς προς αυτό, και να φέρωμεν τ’ αγαθά της ελευθερίας εις πάντας αδιακρίτως τους κατοίκους της χώρας, διότι αληθής ελευθερία δεν δύναται να νοηθή άνευ τελείας ισότητος των υπό την σκέπην της αυτής πολιτείας διαβιούντων λαών». Έτσι «το έργον, ούτινος τόσον ευκλεώς κατήρξατο ο στρατός , πρόκειται να επιστεγασθή διά παγιώσεως διοικήσεως αξίας πεπολιτισμένου κράτους, ισχυράς άμα και ισονόμου»[4]. Η όλη αναφορά πάντως του Ρακτιβάν ενείχε τόσες, και όχι μόνο, εγγενείς δυσχέρειες, που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας της μακρόχρονης οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και άλλες, πολλές και ποικίλης «μορφής» «αρνήσεις», προερχόμενες από έλλειψη «δυνατότητας», ίσως και «βουλήσεως», άμεσης προσαρμογής από τα στοιχεία που συνέθεταν την τότε «εσωτερική» κοινωνική πραγματικότητα, χωρίς να μπορεί να παροραθεί ο «εξωτερικός» παράγοντας, τον οποίο συνέθεταν οι Μεγάλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα οι Πρόξενοί τους στη Θεσσαλονίκη.

Παρόλα αυτά η όλη εργώδης προσπάθεια του Ρακτιβάν πέτυχε το ακατόρθωτο, να επιτευχθεί δηλαδή μία, κατά το δυνατό ανεκτή, έστω και στα βασικά της στοιχεία, ουσιαστική οργάνωση των καταληφθέντων νέων εδαφών μέχρι την οριστική ένταξή τους στη Μητέρα Πατρίδα. Στην προσπάθειά του υλοποιήσεως ενός πλαισίου κοινωνικού προσώπου, ως πρώτη πτυχή αποτέλεσε η ουσιαστική μέριμνά του, την οποία επέδειξε με την αρωγή του για τις τοπικές αρχές τόσο των μουσουλμανικών, κυρίως, όσο και των εβραϊκών κοινοτήτων[5].

Ελαυνόμενος, ωσαύτως, ο Ρακτιβάν από τη βασική του νομική θέση της «από πραγματικής βάσεως περιφρουρήσεως των [ιδιοκτησιακών] δικαιωμάτων αυτών [«των διαφερομένων»]», τη διατύπωνε περαιτέρω ως μια μορφή δικαιικής αρχής που αναφερόταν στο «πρώτιστον καθήκον της ημετέρας νυν πολιτείας είναι να σεβαστώμεν τα υφιστάμενα [ιδιοκτησιακά] δικαιώματα και [να] διατηρήσωμεν κατ’ αρχήν την υπάρχουσαν πραγματικήν κατάστασιν, επιφυλαττόμενοι να ρυθμίσωμεν τας σχέσεις ταύτας επί τα βελτίω διά της νομοθετικής οδού, ήτις μόνη είναι υποχρεωτική δι’ αμφότερα τα μέρη και ουχί η αυθαίρετος βούλησις του ενός ή του ετέρου εξ αυτών»[6].

Ομοίως ο ειδικότερος διοικητικός προσδιορισμός της κατακτηθείσας Μακεδονικής χώρας βασίστηκε στην απλή αλλά βασική σκέψη του Ρακτιβάν να μη διαταράξει την υφιστάμενη από Τουρκοκρατίας χωρική κατανομή της, την οποία αιτιολόγησε στην υπ’ αριθ. 587 της 26ης Νοεμβρίου 1912 Oργανική Εγκύκλιο Διαταγή του, με την απαράμιλλη πυκνότητα του ύφους του, αναφέροντας ότι: «Διατηρήσαντες κατά το εφικτόν την προϋπάρχουσαν διοικητικήν διαίρεσιν των καταληφθεισών χωρών, αλλά και λαβόντες υπ’ όψιν τας λοιπάς συνθήκας υφ’ άς διατελεί η καταληφθείσα έκτασις, ωρίσαμεν τας διοικητικάς περιφερείας Μακεδονίας»[7].

Χάρτης των Νέων Χωρών.

Στο πνεύμα πάντοτε του προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων των διοικητικών υπηρεσιών, κυρίως, συντελεί η βασική ρυθμιστική εντολή του Ρακτιβάν για την υλοποίηση της προσπάθειάς του εμπεδώσεως μιας ουσιαστικής αποκεντρωτικής πολιτικής στη Διοίκηση[8] την οποία διεύρυνε ο επόμενος Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Στέφανος Νικ. Δραγούμης, δεν τηρήθηκε, όμως, με την ίδια ακρίβεια από τους διαδόχους τους, Εμμανουήλ Ρέπουλη και Θεμιστοκλή Σοφούλη, για να καταργηθεί από το Δημήτριο Γούναρη[9]. Mε τον τρόπο αυτό σηματοδοτήθηκε η αρξάμενη πολιτική με τη σταδιακή δημιουργία των απαραίτητων εκείνων στοιχείων, που υφίστανται και στόχευαν στην οργανική διοικητική ενοποίηση των Νέων Χωρών και της Παλαιάς Ελλάδος, με βάση την καταλληλότερη μορφή για την οργάνωση της διοικήσεως της «ανακτηθείσης χώρας της Μακεδονίας», που δεν καθυστέρησε πολύ η σταδιακή υλοποίησή της[10].

Χαρακτηριστική είναι η τονιζόμενη εμφαντικά ειδική δικαιοδοσία της στρατιωτικής αρχής στην κατεχόμενη από τα ελληνικά στρατεύματα χώρα σε σχέση με την εθνική κυριαρχία, σύμφωνα με την οποία: «ο στρατός, ο δικαιώματι πολέμου εισελθών και κατακτήσας την χώραν ταύτην και κατέχων νυν αυτήν στρατιωτικώς, εκπροσωπεί αναντιρρήτως την κυριαρχίαν του κράτους, εις ό ανήκει, και μόνον ταύτην και τούτου τα δίκαια αποκλειστικώς ασκεί», με βάση τις θεμελιώδεις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου. Στη συνέχεια, οι τελευταίες αυτές διατάξεις ερμηνευτικά διαστέλλονταν με απόλυτα ακριβείς διατυπώσεις που θεωρούσαν ότι: «η πολιτική διοίκησις κατά το προσωρινόν στάδιον της στρατιωτικής κατοχής και καθ΄ ό μέρος ανάγεται εις την ενέργειαν αυτής θέλει σεβασθή, αυτή η πολιτική διοίκησις και ουχί ο στρατός, τα εκ των διεθνών συμβάσεων προκύπτοντα δικαιώματα των αλλοδαπών. Τον σεβασμόν [όμως] τούτον περιώρισε ρητώς και αποκλειστικώς εις τον κύκλον της δράσεως των πολιτικών αρχών, εν αίς και των κοινών δικαστηρίων, εφ΄ όσον ταύτα παρίστανται συνεχίζοντα την δικαιοδοσίαν των προϋφισταμένων οθωμανικών τοιούτων (ουχί ποτε δε των στρατιωτικών ημών δικαστηρίων)»[11].

Η Δικαιοσύνη και η ειδικότερη μορφή του τρόπου απονομής της, κατά το μεταβατικό αυτό στάδιο λειτουργίας των κατακτηθέντων εδαφών, στα πλαίσια της ελληνικής πλέον κυρίαρχης εξουσίας, αποτέλεσε τη βασικότερη μέριμνα του Ρακτιβάν, όχι με βάση τις καταβολές του από την ενγένει νομική του ιδιότητα, όσο του θεωρητικού του «πιστεύω» αναφορικά με την άσκηση της Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι αποτελούσε τόσο λόγω την κύρια κρατική λειτουργία, άκρως απαραίτητη για την εμπέδωση μιας κατά το δυνατό, με τις υφιστάμενες τότε συνθήκες, μορφής κράτους δικαίου.

Ήδη σε λιγότερο από δέκα πέντε ημέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του (της 31ης Οκτωβρίου 1912), που αφορούσαν ειδικότερα την οργάνωση από τον ίδιο της προσωρινής Διοικήσεως των υπό του ελληνικού στρατού καταληφθεισών χωρών, ως Αντιπρόσωπος της [ελληνικής] Κυβερνήσεως, εξέδωσε τη βασική Oργανική του Εγκύκλιο Διαταγή υπ’ αριθ. 300/14ης Νοεμβρίου 1912 «περί δικαστικής οργανώσεως» των πιο πάνω χωρών, η οποία αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα εγγράφου, όπως περαιτέρω αξιολογείται, που περιείχε δικαιικούς κανόνες, με βασικές αναφορές στις αιτιολογίες των περιεχόμενων ρυθμιστικών επιταγών, έτσι ώστε να πείθει απόλυτα για την ανάγκη θεσπίσεώς τους[12].

Έτσι αρχικά αιτιολογείται ότι αναφέρεται στην επιταγή του «δόγματος του διεθνούς δικαίου ως διατυπούται εν άρθρω 43 των Κανονισμών της Χάγης, καθ’ ό επί χώρας στρατιωτικώς κατεχομένης διατηρούνται οι υφιστάμενοι νόμοι» πλήν εφ’ όσον ήθελεν υπάρχει επί τούτω αναπόφευκτον κώλυμα», που σηματοδοτεί την ουσιαστική «αδυναμία» εφαρμογής των οθωμανικών νόμων. Για την τεκμηρίωση της «αδυναμίας» αυτής υφίσταται αντίστοιχη αναφορά αναφερόμενη στις από 7 και 12 Νοεμβρίου 1912 Εκθέσεις των δικαστικών λειτουργών Γ. Βάου και Α. Λάμπρου που ορίστηκαν, προφανώς για την εκτίμηση της όλης καταστάσεως, σύμφωνα με τις οποίες, τελικά, «ανεπίτευκτος όλως παρίσταται [με την έννοια του «ανέφικτου», «αδύνατου», «ακατόρθωτου», κ.ά.] η υπό το νέον Ελληνικόν καθεστώς συγκρότησις και λειτουργία δικαστηρίων κατά τον οθωμανικόν οργανισμόν και [τας οθωμανικάς] δικονομίας»[13]. Κατά συνέπεια το «ανέφικτον» της εμφανίσεως «της συγκροτήσεως Πρωτοδικείων ισαρίθμων προς τα επί «Τουρκικής» [ορθότερα: οθωμανικής] διοικήσεως λειτουργούντα, αλλ’ εν τώ παρόντι [η σύσταση] δύο μόνον [Πρωτοδικείων] κατά την περιφέρειαν Θεσσαλονίκης, και επί πλέον ενδείκνυται η σύστασις εν εκάστη υποδιοικήσει ή επαρχία ανά ενός ειρηνοδικείου συμφώνως τή υφιστάμενη διοικητική διαιρέσει», τα οποία στη συνέχεια της Εγκυκλίου διατάχθηκε η σχετική τους σύσταση και εγκαθίδρυση. Συναφώς ορίζεται ότι «Τα Δικαστήρια ταύτα εκδικάζοντα τας τε πολιτικάς και ποινικάς υποθέσεις (ως Πλημμελειοδικεία και Πταισματοδικεία), θέλουσι λειτουργεί κατά τας διατάξεις του Ελληνικού Δικαστικού Οργανισμού και της Ελληνικής Πολ[ιτικής] και Ποιν[ικής] Δικονομίας , καθ’ άς θέλει κριθή η τε καθ’ ύλην και η προσωπική αρμοδιότης, η όλη διαδικασία και τα ένδικα μέσα. Αλλ’ επί των υποθέσεων καθ΄ άς οι διάδικοι είνε ξένοι υπήκοοι των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων θα τηρώνται εν τώ παρόντι οι σχετικοί όροι των διεθνών συμβάσεων (capitulations)». Παράλληλα, τεκμηριώνεται ρητώς η ισχύς «των γενικών του δικαίου αρχών, καθ’ άς το μεν αι ποινικαί διατάξεις τυγχάνουσιν εν γένει δημοσίας τάξεως, εφαρμοζομένου απολύτως εν τή κατεχομένη χώρα του ημετέρου ποινικού νόμου υπό των στρατιωτικών δικαστηρίων, το δε και επί προγενεστέρων αδικημάτων εφαρμοστέαι εισίν αι ηπιώτεραι διατάξεις του νεωτέρου νόμου». Επίσης αναφέρεται ότι «Τα ειρημένα δικαστήρια εν μεν ταις πολιτικαίς υποθέσεσι θέλουσιν εφαρμόζει τας διατάξεις των οθωμανικών νόμων, εν δε ταις ποινικαίς επί μεν των από της στρατιωτικής κατοχής διαπραχθέντων αδικημάτων τον Ελληνικόν Ποινικόν Νόμον, επί δε των προγενεστέρων πράξεων τον οθωμανικόν Ποινικόν νόμον και αντ’ αυτού τας τυχόν επιεικεστέρας διατάξεις του του Ελληνικού [Ποινικού] νόμου»[14].

Βαθύς γνώστης ο Ρακτιβάν των διατάξεων του διαχρονικού δικαίου, ιδιαίτερα για τις μεταβατικές δικαιικές σχέσεις μεταξύ κρατών, αναφορικά με τη μορφοποίηση των ιδιωτικού δικαίου σχέσεων που είχαν διαμορφωθεί υπό το προηγούμενο δικαιικό καθεστώς του προκάτοχου στην κυριαρχία κράτους, είχε ενστερνισθεί τις ουσιαστικές ρυθμίσεις της Συμβάσεως IV της Χάγης της 18ης Οκτωβρίου του 1907 «για την τήρηση των νόμων και των εθίμων του πολέμου», σύμφωνα με τις οποίες στο σχετικό Παράρτημα της οποίας παρατίθεται ο «Κανονισμός για το σεβασμό των νόμων και των εθίμων του πολέμου». Ειδικότερα στο άρθρ. 43 του ενλόγω Κανονισμού αναφερόταν ότι: «Αφ’ ής η άσκησις της νομίμου εξουσίας περιέλθη «πράγματι» (de facto) εις χείρας του κατέχοντος, ούτος θα λάβη πάντα τα εξ αυτού εξαρτώμενα μέτρα επί τώ σκοπώ όπως αποκαταστήση και διασφαλίση, κατά το δυνατόν, την τάξιν και τον δημόσιον βίον, σεβόμενος, εκτός αδηρίτου διαφόρου συμπεριφοράς, τους εν ισχύι νόμους εις το κατεχόμενον έδαφος»[15]. Κατά συνέπεια διαπιστώνεται μια ουσιαστική αρνητική διαφοροποίηση στην απόλυτη εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, που συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια ύστερα από τη ρητή ένδειξη της διατυπώσεως του ενλόγω Κανονισμού, άρθρ. 43: «σεβόμενος, εκτός αδηρίτου διαφόρου συμπεριφοράς, τους εν ισχύι νόμους εις το κατεχόμενον έδαφος», με διαφορετική ερμηνευτική απόδοση, χωρίς αλλοίωση όμως της ουσίας της ρυθμίσεως: «εκτός αδηρίτου διαφόρου συμπεριφοράς» = «εκτός απολύτου κωλύματος», με γραφίδα Πολυχρονιάδου, σε άμεση συσχέτιση με την περαιτέρω γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρ. 7.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ’ / 28ης.2.1913. H ρητή αναφορά στις διατάξεις του ελληνικού δικαστικού οργανισμού και του δικονομικού μας γενικά δικαίου αποτελούσε ουσιαστική συνάρτηση με τη βασική έκφραση της ελληνικής κυριαρχίας, την υλοποίηση της οποίας πραγματοποίησε με την εισαγωγή των πιο πάνω ελληνικών ρυθμιστικών κανόνων, άμεση η οποία, ως ουσιαστική μεταβολή του δικονομικού δικαίου, υπαγορεύει ταυτόχρονα την αλλαγή στον φορέα της κρατικής επιβολής, που εκδηλώνεται και με τη δικαστική λειτουργία[16].

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στην απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη. Προηγούνται ο βασιλέας Γεώργιος Α΄
και ο διάδοχος και αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού Κωνσταντίνος.

Εξειδικεύοντας αξιολογικά την έννοια των αναφερόμενων «πιο πάνω ελληνικών ερμηνευτικών κανόνων», θετική θα μπορούσε να θεωρηθεί η υποστηριζόμενη θέση του Κωνσταντίνου Κεραμέα ότι πρόκειται «μάλλον για διπλωματική συγκάλυψη της μερικής εισαγωγής του ελληνικού δικαίου», η οποία με την ουσιαστική λειτουργία των πιο πάνω ήδη αναφερθέντων όρων: «αναπόφευκτον κώλυμα», «ανεπίτευκτος όλως παρίσταται», «κώλυμα ανυπέρβλητον», ελάχιστο περιθώριο ουσιαστικής εφαρμογής του οθωμανικού δικαίου υφίστατο, καθότι oι πιο πάνω «όροι» λειτουργούσαν παρακωλυτικά της εν λόγω εφαρμογής του προηγουμένως υφιστάμενου [οθωμανικού] δικαίου.

Η διαφοροποίηση που προαναφέρθηκε κατά την εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, με σταδιακή την αδυναμία της γενικής διατηρήσεως των οθωμανικών νόμων, η οποία χαρακτηριστικά διατυπώθηκε στο Νόμο ,ΔΡΛΔ’ (υπ΄ αριθ. 4134) /28ης Φεβρουαρίου 1913, «περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών», θεσπίζοντας ότι η εφαρμογή της υφιστάμενης [οθωμανικής] νομοθεσίας εξαιρείται από τη γενική διατήρησή της, όπου στο άρθρ. 7.1 προσδιορίζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια το νομικό πλαίσιο της αναγνωρίσεως της προηγουμένης εφαρμοζόμενης νομοθεσίας.

Το νομοθετημένο γραμματικό της περιεχόμενο της διατάξεως αυτής του άρθρ. 7.1 αναφέρει ότι: « Άπασα η εν τή καταληφθείση χώρα υφισταμένη [οθωμανική] νομοθεσία, αστική (συν τη εμπορική) διοικητική εν γένει και οικονομική περιλαμβανομένων και των φορολογικών νόμων, διατηρείται κατά κανόνα εν ισχύι, εξαιρέσει των διατάξεων των αντιτιθεμένων προς [τους] Ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως, ως και οσάκις υπάρχει κώλυμα ανυπέρβλητον προς εφαρμογήν εγχωρίου τινος [οθωμανικού] νόμου. Κατά τας περιπτώσεις ταύτας τίθενται αυτοδικαίως εν ισχύι οι Ελληνικοί νόμοι»[17].

Για την ενότητα της αξιολογήσεως, αναφέρεται μία συμπληρωματική προσθήκη στο περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρ. 7.1, που αναπτύσσεται πληρέστερα στη συνέχεια της αναπτύξεως, αναφορικά με τη γενική διατήρηση των προϋφιστάμενων «φορολογικών νόμων» , οι οποίοι πλέον, σύμφωνα με το άρθρ. 1 του τροποποιητικού Νόμου 80/ 16ης Νοεμβρίου 1913 «περί τροποποιήσεως του ,ΔΡΛΔ΄ νόμου», υπάγονται στις γενικότερες ρυθμίσεις του άρθρ. 7.1[18]. Έτσι, για τις δυνατότητες εφαρμογής των ελληνικών νόμων στις περιπτώσεις υπάρξεως «ανυπερβλήτου κωλύματος» κατά την εφαρμογή οθωμανικών νόμων, πλέον, εφαρμόζεται και για τους φορολογικούς νόμους, για τους οποίους συνάγεται ότι το «ανυπέρβλητο κώλυμα» τεκμαίρεται (σχηματικά) ως υφιστάμενο, σύμφωνα, όμως, με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου. Η όλη αυτή διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρ. 7.1 θεωρείται μακροσκοπικά ότι εισήγαγε «άπασα» την «υφισταμένη» οθωμανική νομοθεσία, σε ολόκληρο το πλαίσιο του Δικαίου, που σύμφωνα με το γραμματικό περιεχόμενο της διατάξεως «διατηρείται κατά κανόνα εν ισχύι».

Υφίσταται, όμως, ρητή εξαίρεση με τις οθωμανικές διατάξεις τις «αντιτιθέμενες» στους ελληνικούς νόμους δημόσιας τάξεως ή όταν υπάρχει «κώλυμα ανυπέρβλητον» για την εφαρμογή κάποιου εγχώριου οθωμανικού νόμου, ή «ανεπίτευκτος παρίσταται» η συγκρότηση δικαστηρίων σύμφωνα με τον οθωμανικό δικαστικό οργανισμό.

Παρόλα αυτά, όμως, η ουσιαστική σε βάθος αξιολόγηση αποδίδει αντίθετες ερμηνείες, βασιζόμενες, κυρίως, σε τρεις χαρακτηριστικούς νομικούς όρους, αναφερόμενων στο ίδιο άρθρ. 7.1, που ήταν: οι «κατά κανόνα», οι «αντιτιθέμενες» και το «ανυπέρβλητον», που δημιουργούν μια βασική ανάσχεση στην ακώλυτη ισχύ του οθωμανικού δικαίου, μολονότι αποτελούσε ουσιαστική κοσμοθεωρία του Ρακτιβάν για τη διατήρηση της πραγματικής δικαιικής καταστάσεως (τότε) στη Μακεδονία και της (τότε) εγχώριας κοινωνικής ζωής.

Επιπρόσθετη αξιολόγηση υποστηρίζει τη συναγόμενη έννοια : «της διατηρήσεως δήλα δη κατά το εφικτόν και εφόσον δεν αντίκειται προς [τους] ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως, εν τἠ καταληφθείση χώρα, της υφισταμένης νομοθεσίας αυτής»[19].

Επίσης, η πιο πάνω ρυθμιστική διάταξη του άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913 δε θα αποτελούσε έωλη ερμηνεία, αν την αξιολογήσουμε, μάλλον, ως μια ουσιαστική πρόδρομη διάταξη, ενταγμένης, μετέπειτα, μετά ένα περίπου έτος, στο θεσπισμένο από τον ίδιο το Ρακτιβάν , ως υπουργό επί της Δικαιοσύνης, νομοθέτημα υπ’ αριθ. 147/5ης Ιανουαρίου 1914, ως διάταξη του άρθρ. 2 εδ. 4, η οποία περιλαμβανόταν με χαρακτηριστική γενική ομοιότητα, λεκτική και εννοιολογική.

Θεσπίζεται με το άρθρ. 2.4, Νόμου 147 ότι: «εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών [οθωμανικές] διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών [των οθωμανικών γαιών] ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους». Στο κείμενο, όμως, της ενλόγω διατάξεως δεν είχαν παρατεθεί [για λόγους που ανάγονται στην απώτερη βούληση του συντάκτη του Νόμου 147] οι εξαιρέσεις του πιο πάνω άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ’/ 1913, που ρύθμιζαν τις αναφερόμενες αυτές παρακωλυτικές περιπτώσεις, ειδικότερα «των διατάξεων των αντιτιθέμενων προς τους Ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως», καθώς και της υπάρξεως «ανυπερβλήτου κωλύματος» κατά την εφαρμογή της οποιασδήποτε «εγχωρίου» οθωμανικής διατάξεως[20].

Βέβαια η αρνητική διαφοροποίηση στην απόλυτη εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, ταυτιζόμενη «μάλλον ως διπλωματική συγκάλυψη της μερικής εισαγωγής του ελληνικού δικαίου» που προαναφέρθηκε, έτσι ώστε θεμιτά να καταλήγει ότι ελάχιστο περιθώριο ουσιαστικής εφαρμογής του οθωμανικού δικαίου υφίστατο. Κι αυτό γιατί βασίστηκε στο επιχείρημα του «ανεπίτευκτου όλως παρίσταται» της υπό το νέο ελληνικό καθεστώς συγκροτήσεως και λειτουργίας δικαστηρίων με βάση τον οθωμανικό [δικαστικό] οργανισμό.

Η λειτουργική πορεία του άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913, παρόλη την επιτασσόμενη εμφανή και γενικευμένη εφαρμογή του στη διατήρηση της οθωμανικής νομοθεσίας εν ισχύι στην καταληφθείσα υπό του Ελληνικού στρατού Μακεδονία, υπήρχε περίπτωση αναστολής της, στην περίπτωση τυχόν υπάρξεως «ανυπερβλήτου» κωλύματος κατά την εφαρμογή κάποιου εγχώριου οθωμανικού νόμου, με συνέπεια την ενεργοποίηση των υφιστάμενων «εξαιρέσεων», οπότε θα αναβίωναν αυτοδικαίως οι Ελληνικοί νόμοι.

Στέφανος Δραγούμης, Εμμανουήλ Ρέπουλης, Θεμιστοκλής Σοφούλης: οι τρεις διάδοχοι του Κωνσταντίνου Ρακτιβάν στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας.

Στην περαιτέρω, όμως, εφαρμογή της 7.1 διατάξεως παρουσιάστηκαν σαφείς και ουσιαστικές «αδυναμίες» στην εφαρμογή της, την οποία επικέντρωνε πολύ επιγραμματικά στην «αδυναμία ουσιαστικής εφαρμογής της οθωμανικής νομοθεσίας» με τις «σαφείς δυσχέρειες στην εφαρμογή της», με συνέπεια «η διάταξις αύτη κατ΄ ουσίαν [να θεωρηθεί ότι] παρέμεινεν ανεφάρμοστος»[21].

Ειδικότερο θέμα ανέκυψε κατά τη δικαστηριακή πρακτική αναφορικά με τα ενώπιον των δικαστηρίων απευθυνόμενα δικόγραφα, στα οποία υπόκεινται στα κατά τον οθωμανικό νόμο θεσπισμένα δικαστικά και τέλη χαρτοσήμου, εισπραττόμενα με επίθεση κινητού ενσήμου της ελληνικής Προξενικής υπηρεσίας αντίστοιχης αξίας. Η είσπραξη όμως των δικαστικών τελών και των τελών χαρτοσήμου, ήσσονος σημασίας εξαιτίας του αντικειμένου του, παρόλα αυτά διαφοροποιήθηκε με σχετική ερμηνευτική Εγκύκλιο Διαταγή του Ρακτιβάν, εξαιτίας των ανυπέρβλητων δυσχερειών που αντιμετώπισαν στην πράξη πλείστοι δικαστικοί λειτουργοί κατά την εφαρμογή των περί τελών οθωμανικών διατάξεων στις ποινικές δίκες, καθόσον τα επιβαλλόμενα σ’ αυτές τέλη δεν μπορούσαν να «προσαρμοστούν» εξαιτίας των διαφορετικών διαδικαστικών πράξεων της ελληνικής ποινικής δικονομίας. H λύση που δόθηκε από το Ρακτιβάν, απλή στη βάση της αλλά πλήρως νομικά αιτιολογημένη, βασιζόμενη στα διεθνή νόμιμα και τις ρυθμίσεις του Κανονισμού της Χάγης, που αναγνωρίζουν ως θεμιτή στις περιπτώσεις στρατιωτικής κατοχής τη διαφοροποίηση του συστήματος των υπέρ του δημοσίου προσδιορισμένων φόρων, οδήγησε το Ρακτιβάν στην έγκριση εφαρμογής από τα ελληνικά δικαστήρια της αντικαταστάσεως των επίμαχων διατάξεων της οθωμανικής νομοθεσίας από αντίστοιχα ελληνικά νομοθετήματα[22].

Επίσης, αιτιολογείται, η απόλυτη θεμελίωση της εντάξεως των διατάξεων ποινικού δικαίου στην ελληνική δικαιοταξία, με βάση τις αναφορές στις γενικές δικαιικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες οι ποινικές διατάξεις θεωρούνται εν γένει δημοσίας τάξεως, γιαυτό εφαρμόζεται απολύτως στην κατεχόμενη χώρα ο ελληνικός ποινικός νόμος από τα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια, για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τη χρονική περίοδο «από της στρατιωτικής κατοχής» κατά τη χαρακτηριστική διατύπωσή της[23].

Συναφώς, εξαιτίας του «ανεπίτευκτου» της υπό το ελληνικό καθεστώς λειτουργίας δικαστηρίων σύμφωνα με τον οθωμανικό οργανισμό, ενώ προσδιορίστηκε ότι τα δικαστήρια που συστήθηκαν στις «Μακεδονικές χώρες», σύμφωνα με τη διατύπωση του Κ.Δ.Πολυχρονιάδου, για την εκδίκαση πολιτικών και ποινικών υποθέσεων, βασίζουν τη λειτουργία τους στις διατάξεις του ελληνικού δικαστικού οργανισμού και της ελληνικής πολιτικής και ποινικής δικονομίας, εφαρμόζουν στις πολιτικές υποθέσεις τις διατάξεις των οθωμανικών νόμων (ή κατά άλλη διατύπωση) «κατ’ ουσίαν τους οθωμανικούς νόμους». Η εν λόγω διάταξη αξιολογούμενη ερμηνευτικά συνάγει ότι, όπως προκύπτει εκ της δικαιολογητικής βάσεως και του δεδηλωμένου σκοπού αυτής, αφορά [μόνο] τα τακτικά δικαστήρια τα συσταθέντα καθ’ υποκατάσταση ή διαδοχή των οθωμανικών δικαστηρίων συσταθέντα, [ενώ] δεν περιλαμβάνει τα υφιστάμενα μουσουλμανικά εκκλησιαστικά ή θρησκευτικά δικαστήρια, αναφερόμενων κυριολεκτικά στην προσωρινή ισχύ του ουσιαστικού οθωμανικού δικαίου που προΐσχυε, δηλαδή του οθωμανικού «αστυκού» Δικαίου και του [οθωμανικού] εμπορικού νόμου, η οποία θεωρήθηκε ως ήσσονος σημασίας και εμβέλειας, καθότι απέβλεπε στην ασφάλεια των συναλλαγών και μάλιστα των εμπορικών[24].

Ιδιαιτέρως χαρακτηριστική για την απόλυτη υπηρεσιακή πρόνοια του Ρακτιβάν αποτελεί η πρώιμη φροντίδα της ελληνικής Πολιτείας να τηρήσει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του Κανονισμού της Συμβάσεως της Χάγης του 1907, φροντίζοντας «πρωθυστέρως»! κατά την επιτυχή σημειολογική επισήμανση του Γ.Δ. Δημακόπουλου, να εφαρμόσει, παρέχοντας την 29η Οκτωβρίου 1912, ταυτόχρονα με την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, ειδικές «Πρόχειρες Οδηγίες» στους Έλληνες διοικητικούς υπαλλήλους που τοποθετούνταν στις έδρες των υφιστάμενων καζάδων ως Διοικητικοί Επίτροποι, σύμφωνα με τις οποίες: θα εξακολουθήσει η ισχύς στις καταλαμβανόμενες χώρες των «κειμένων άχρι τούδε Τουρκικών νόμων» προσωρινώς και μέχρι νεωτέρας διαταγής. «Επομένως, θα τηρηθώσιν εν ισχύι προσωρινώς αι εξής διατάξεις [ενδεικτικώς αναφερόμεναι]: α΄ Αι διατάξεις της καθ΄ εαυτό διοικήσεως, ως και αι της τοπικής διοικήσεως (διοικητικαί διαιρέσεις κ.λπ., δημοτικά συμβούλια, δημογεροντίαι κ.λπ.). β΄ Αι διατάξεις του Αστικού και του Εμπορικού Δικαίου κ.λπ.», προφανώς του οθωμανικού δικαίου[25].

Παράλληλα με το συμπληρωματικό Νόμο υπ’ αριθ. 80 της 16ης Νοεμβρίου 1913, «περί τροποποιήσεως του ,ΔΡΛΔ΄ νόμου», προστέθηκαν από το Ρακτιβάν, από το κλεινόν άστυ πλέον, όπου είχε επανέλθει ουσιαστικά στις κύριες αρμοδιότητές του ως υπουργός επί της Δικαιοσύνης στην Αθήνα, ορισμένες απαραίτητες προσθήκες στον υφιστάμενο βασικό νόμο, οι οποίες δεν ήταν τόσο απλά διευκρινιστικές, όπως διαγράφονταν ή συνάγονταν από το γραμματικό τους περιεχόμενο, αλλά στόχευαν σε μια βασική διαπίστωση που οδηγούσε, αρχικά, στη διεύρυνση του αρχικού περιεχομένου των επίμαχων διατάξεων του Νόμου ,ΔΡΛΔ’, αλλά και σε άλλους στόχους ουσιαστικά ευρύτερους, όπως περαιτέρω εκτίθεται:

 α) Στο άρθρ. 1 του πιο πάνω Νόμου υπ’ αριθ. 80, αναφέρεται ιδιαίτερα στην ελλειπτικά αναφερόμενη διάταξη του άρθρ. 7.1, που θέσπιζε γενικότερα ότι στην περίπτωση υφιστάμενου ανυπέρβλητου κωλύματος για την εφαρμογή κάποιου «εγχώριου τινος [οθωμανικού] νόμου τίθενται εν ισχύι οι ελληνικοί νόμοι», προστίθεται ειδικότερη ρύθμιση με στενότερο περιεχόμενο, σύμφωνα με την οποία τεκμαίρεται (σχηματικά) ως υφιστάμενο το ανυπέρβλητο κώλυμα και έτσι «εφαρμόζεται και ως προς τους φορολογικούς νόμους κατ΄ ειδικήν [όμως] περί τούτου απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου». Kατά τη γραμματική όμως διατύπωση του ενλόγω άρθρ. 1, επισημαίνεται ότι «απαλείφθηκε» (;) ο όρος «αυτοδικαίως» που υπήρχε στη διατύπωση του άρθρ. 7.1 του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄ : «τίθενται αυτοδικαίως εν ισχύι οι Ελληνικοί νόμοι», η οποία όπως παρατέθηκε: «τίθενται εν ισχύι οι ελληνικοί νόμοι», αποδίδει περιεχόμενο μη συνάδον με την ουσιαστική έννοια του άρθρ. 7.1. Κι αυτό γιατί με την παράλειψη του όρου «αυτοδικαίως» (άρθρ. 7.1), θα μπορούσε να προσδοθεί διαφορετικό ερμηνευτικό περιεχόμενο στο άρθρ. 7.1, όχι μόνο με την παράλειψη (!) του όρου «αυτοδικαίως» (άρθρ. 7.1), που σήμαινε δικαιωματική εφαρμογή των ελληνικών νόμων [ipso iure], χωρίς να προϋποτίθεται για την ενεργοποίησή του καμιά άλλη ενέργεια, αλλά με την αντικατάστασή του με την «ειδικήν περί τούτου απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου» (άρθρ. 1 Νόμου 80), η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί: α) ή ότι θα νομιμοποιούσε το «ανυπέρβλητο κώλυμα προς εφαρμογήν εγχωρίου τινος [οθωμανικού] νόμου» και β) ή ότι θα οδηγούσε την εναπόθεση της αρμοδιότητας αυτής όχι στην επιτασσόμενη ρητώς στο νόμο («αυτοδικαίως») αλλά σε ολιγομελές «πολιτικό» όργανο («το Υπουργικό Συμβούλιο»)[26].

 β) Στο άρθρ. 2.1 του ίδιου πιο πάνω Νόμου 80, όπου διευκρινίζεται ότι «ο νόμος ,ΔΡΛΔ’ ….εξακολουθεί παραμένων εν ισχύι μέχρι της οριστικής ρυθμίσεως της διοικήσεως εν γένει των προσαρτωμένων χωρών», προφανώς γιατί δεν είχε περατωθεί η διαδικασία των εκατέρωθεν επικυρώσεων των σχετικών Συνθηκών «περί ειρήνης», μεταξύ των οποίων ήταν και η περί Ειρήνης Συνθήκη (άλλως Συμβάσεως των Αθηνών) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας [οθωμανικής αυτοκρατορίας] της 1ης /14ης Νοεμβρίου 1913, που κυρώθηκε με το Νόμο ,ΔΣΙΓ΄/1913 (υπ’ αριθ. 4213, που έλαβε μεταγενέστερα τον αριθ. 79/14ης Νοεμβρίου 1913).

 γ) Ωσαύτως, ειδικότερα στο ίδιο άρθρ. 2.2 του Νόμου υπ’ αριθ. 80 εμφανίζεται μια άμεση και ουσιαστική έναρξη υλοποιήσεως της ενοποιήσεως της διοικητικής νομοθεσίας, πριν από την τυπική συντέλεση της ενοποιήσεως που ρητά δηλώνεται ότι: «Επιτρέπεται διά Β[ασιλικών] Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, η συγχώνευσις υπηρεσιών των προσαρτωμένων χωρών μετά των εν τἠ Παλαιά Ελλάδι υφισταμένων και η επέκτασις της ισχύος και εις τας προσαρτωμένας ή στρατιωτικώς κατεχομένας χώρας εν όλω ή εν μέρει υφισταμένων εν τή Παλαιά Ελλάδι νόμων και η υπαγωγή Πρωτοδικείων των χωρών τούτων εις Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου».

Πιο ενδελεχής μελέτη του πιο πάνω άρθρου θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η ειδικότερη νομοτεχνική διατύπωσή του δημιουργεί ορισμένες αμφιβολίες ή ερωτηματικά σχετικά με τη χρησιμοποίηση ορολογικών διατυπώσεων, όπως: της «συγχωνεύσεως υπηρεσιών των προσαρτωμένων χωρών μετά των εν τή Παλαιά Ελλάδι υφισταμένων», καθώς και «των υφισταμένων εν τή Παλαιά Ελλάδι νόμων», και της «υπαγωγής Πρωτοδικείων των χωρών τούτων [των προσαρτωμένων] εις Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου», που τυπικά βέβαια θεωρούνταν ότι αποτελούσαν διευκρινιστικά στοιχεία για την ακριβολογία των σχετικών ρυθμίσεων. Σε πιο ουσιαστική, όμως, αναφορά προσέδιναν το κυρίαρχο μέτρο της προετοιμαζόμενης επιβολής της υφιστάμενης διοικητικής νομοθεσίας της Παλαιάς Ελλάδος, στις ανακτηθείσες περιοχές των Νέων Χωρών, με τον ευρύτερο στόχο της τυπικά διοικητικής αλλά «βίαιης» γραφειοκρατικής ενσωματώσεως των περιοχών αυτών με τη νομοθεσία της λοιπής [«Παλαιάς»] Ελλάδος, άκριτα και χωρίς καμία ευρύτερη σκέψη για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις. Πιο ουσιαστικά, μέχρι τότε (1913) δεν είχαν εμφανισθεί θετικά αλλά πιο εμφανή «πολιτικά» στοιχεία, μάλλον «λανθάνοντα» , ίσως ορθότερα «υποκρυπτόμενα», στην απώτερη βούληση των διοικητικών υπηρεσιών ή της κατεστημένης γενικότερης αρνητικής πολιτικής νοοτροπίας της Παλαιάς Ελλάδος έναντι των προσαρτημένων «νέων» επαρχιών. Η πιο πάνω ανάπτυξη, στηριγμένη στην ειδικότερη αναφορά του ενλόγω άρθρ. 2.2 του υπ’ αριθ. 80/1913 Νόμου, σχετικά με τις πιθανολογούμενες «συγχωνεύσεις» της νομοθεσίας, τελικά δεν οδηγήθηκε από τη νομοθεσία [ούτε] στη βάση της σταδιακής επεκτάσεως της λοιπής Ελλάδος και στις Νέες Χώρες, συλλογιστικής Πολυχρονιάδη, που υποστήριζε μεταξύ άλλων και τη θεωρία της «αφομοιωτικής πολιτικής» της νομοθεσίας της Παλαιάς Ελλάδος στο νομοθετικό περιβάλλον των Νέων Χωρών. Σχετικά, εφαρμόστηκε, μάλλον, μια πολιτική ουσιαστικού «εξαναγκασμού», «εν τοις πράγμασι», της Παλαιάς Ελλάδος για την επίτευξη της αποδοχής από τις Νέες Χώρες μιας πραγματιστικής αντιλήψεως που επικράτησε, αναφορικά με την ενοποίηση της ελληνικής νομοθεσίας, Παλαιάς και Νέας Ελλάδος, όπως αυτή αποδεικνύεται τόσο από την έκδοση σειράς ειδικών νόμων, ρυθμιστικών συγχωνεύσεων υπηρεσιών και επεκτάσεων νόμων, όσο και της πληθώρας των Βασιλικών Διαταγμάτων. Η ενεργητική τους νομιμοποίηση βασιζόταν στη ρυθμιστική διάταξη του πιο πάνω άρθρ. 2.2, το περιεχόμενο της οποίας ρητά διατηρήθηκε σε περαιτέρω ισχύ με το άρθρ. 36. 3 του πιο κάτω αξιολογούμενου Νόμου 147/5ης .1.1914, «περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής τους οργανώσεως», οφειλόμενου στην άμεση προσωπική νομοθετική γραφίδα του Κ. Δ. Ρακτιβάν, ως υπουργού επί της Δικαιοσύνης[27].

Το πρόβλημα όμως της αναγνωρίσεως της οθωμανικής νομοθεσίας, το πλαίσιο της οποίας διαρρυθμίστηκε από τον Ρακτιβάν με τις εκδιδόμενες από τον ίδιο Οργανικές Εγκυκλίους του στην περίοδο της παραμονής του στη Μακεδονία ως ο Πρώτος Διοικητής της στις προσαρτώμενες χώρες, τηρώντας τους Κανονισμούς της Χάγης του 1907 για τη διατήρηση των υφιστάμενων οθωμανικών νόμων στη στρατιωτικώς κατεχόμενη χώρα, δεν επηρέασε κυριαρχικά το ιδιωτικό δίκαιο, κυρίως στις γαιοκτητικές σχέσεις, το χρονικό διάστημα λειτουργίας του, σε σχέση με τη μετέπειτα χρονική περίοδο.

Θεσσαλονίκη: η έδρα της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας.

Στη διακυβέρνηση Ρακτιβάν θεσπίστηκαν δυο βασικά νομοθετήματα, αποδιδόμενα στη νομοθετική του γραφίδα, ο Νόμος ,ΔΡΛΔ’ /28ης Φεβρουαρίου 1913 «περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών», που ενσωμάτωσε με συνέπεια τις αρχές της Χάγης του 1907 για τη διασφάλιση της τάξεως και του δημόσιου βίου, καθώς και του σεβασμού των εν ισχύι υφιστάμενων νόμων στα κατεχόμενα εδάφη, και ο Νόμος 147 της 5ης Ιανουαρίου/ 1ης Φεβρουαρίου 1914 «περί της εν ταις προσαρτωμέναις [Νέαις] χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως».

Θεσπίστηκε επίσης και ο Νόμος ,ΔΣΙΓ’ (υπ’ αριθ. 4213 που έλαβε μεταγενέστερα τον αριθ. 79)/ 1ης – 14ης Νοεμβρίου 1913, κυρωτικού της μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας [οθωμανικής αυτοκρατορίας] Συνθήκης (άλλως Συμβάσεως) περί Ειρήνης [λεγόμενης των Αθηνών], άρθρ. 5 και 6 σχετιζόμενα με την επιτασσόμενη αναγνώριση των μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

O Nόμος ,ΔΡΛΔ’ στο άρθρ. 7.1 εισάγει σε λειτουργία «άπασα» την υφιστάμενη οθωμανική νομοθεσία εν τη καταληφθείση χώρα, με εξαίρεση των διατάξεων των αντιτιθέμενων προς τους Ελληνικούς νόμους δημοσίας τάξεως και οσάκις υπάρχει κώλυμα ανυπέρβλητον προς εφαρμογήν εγχωρίου τινος οθωμανικού νόμου[28].

Με το άρθρ. 1 του συμπληρωματικού Νόμου υπ’ αριθ. 80/ 16ης Νοεμβρίου 1913 «περί τροποποιήσεως του ,ΔΡΛΔ’ νόμου», που προαναφέρθηκε, περιέχεται συμπληρωματική προσθήκη στο άρθρ. 7.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ’ αναφορικά με τους προϋφιστάμενους φορολογικούς νόμους[29]. Επίσης στον πιο πάνω Νόμο 80 εισήχθηκε με το άρθρ. 2.2 που εμφάνισε την έναρξη της υλοποιήσεως της ενοποιήσεως της διοικητικής νομοθεσίας και οργανώσεως πριν από την τυπική συντέλεση της ενοποιήσεως και «συγχωνεύσεως υπηρεσιών των προσαρτωμένων χωρών μετά των εν τη Παλαιά Ελλάδι υφισταμένων, καθώς και η υπαγωγή Πρωτοδικείων των χωρών τούτων εις Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου»[30].

Η ρητή αναγνώριση ολόκληρου του δικαιικού πλαισίου της οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας ουσιαστικά εισάγεται με τις βασικές ρυθμίσεις του Νόμου υπ’ αριθ. 147/ 1914, οι οποίες εντάσσονται κύρια και ουσιαστικά στο ελληνικό δίκαιο με τις εξειδικευμένες διατάξεις τους, ιδιαίτερα του άρθρ. 2.4, να περιέχουν (άλλως να αντιγράφουν πιστά) και όχι απλώς να αποδίδουν ρυθμίσεις του οθωμανικού δικαίου. Aπό την άποψη του περιεχομένου του ο Νόμος 147, από τους πιο θεμελιακούς του ελληνικού δικαίου, θεσπίζει επίσης την αποκλειστική ισχύ των ελληνικών ποινικών και αστυνομικών νόμων, που είχαν ήδη εισαχθεί με βάση το Νόμο ,ΔΡΛΔ’ /1913 στις προσαρτημένες χώρες (άρθρ. 1). Εισάγει στις Νέες Χώρες την ελληνική αστική νομοθεσία του Παλαιού Βασιλείου (άρθρ. 2.1), στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που είχε «εξισωθεί» αναγωγικά με την «κείμενη» νομοθεσία, με βάση το Διάταγμα της 23ης– 2/7ης -5 1835 «περί Πολιτικού Νόμου», το οποίο, ας σημειωθεί, ρητά αναγνωρίζει την ισχύ των εθίμων, ενώ ιδιαίτερα στις προσαρτημένες χώρες επαναλαμβάνεται η εξακολούθηση της ισχύος για την Κρήτη των διατάξεων το Βυζαντινού Δικαίου, αναφορικά με το οικογενειακό και το κληρονομικό δίκαιο (άρθρ. 2.3 Νόμου 147)[31].

Το πρόβλημα, όμως, της ισχύος των ρυθμίσεων των περιλαμβανόμενων στο άρθρ. 2.4 του Νόμου 147/1914 οθωμανικών διατάξεων, που θεωρούνται ότι καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΑΚ (23ης– 2- 1946, άρθρ. 5.8 ΕισΝΑΚ), η λειτουργία τους όμως συνεχίζεται, και τελικά διατηρούνται, αναγωγικά, με βάση ιδιαίτερα το άρθρ. 51 του ΕισΝΑΚ : «Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους». Παράλληλα, σύμφωνα με τη θεσπιζόμενη γραμματική τους αναφορά, στο ειδικότερο περιεχόμενό τους, το οποίο περιλαμβάνεται στο άρθρ. 2.4, του Νόμου 147, ορίζεται απόλυτα ότι: «εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών [οθωμανικαί] διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών [των οθωμανικών γαιών] ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους». Η βασική αυτή διάταξη σημαίνει ότι διατηρούνται σε ισχύ άμεσα, αποκλειστικά και εξειδικευμένα, με τις ρυθμίσεις του Νόμου 147, οι περί οθωμανικών γαιών διατάξεις του οθωμανικού δικαίου, τις οποίες, εφόσον ο ελληνικός νόμος τις κατέστησε εσωτερικό δίκαιο, ουσιαστικά, πλέον, ανάγεται το περαιτέρω ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο στο προϋφιστάμενο οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα.

Έτσι, αναγωγικά, οι διατάξεις του προϋφιστάμενου οθωμανικού δικαίου θεωρούνται οιονεί ελληνικό δίκαιο και περιέχουν κυρίως και όχι απλώς αποδίδουν ρυθμίσεις του οθωμανικού δικαίου, που περιλαμβάνονται στο βασικό κωδικοποιημένο οθωμανικό Νόμο περί Γαιών του 1858, οι διατάξεις του οποίου ρύθμιζαν τα ιδιωτικά δικαιώματα των δικαιούχων επί των δημόσιων, των μη κυρίως αφιερωμένων ή βακουφικών, των καθιερωμένων σε κοινή χρήση, των νεκρών και των λεγόμενων μοναστηριακών γαιών.

Επίσης, αναγνωρίζεται το ιδιαίτερο καθεστώς των μουσουλμάνων και των ισραηλιτών που ανήκαν στο προσωπικό τους θρήσκευμα, αναφορικά με τις γαμικές και τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων, οι οποίες διέπονται και κρίνονται από τον ιερό τους νόμο (άρθρ. 4), και συνάμα προσδιορίζεται ότι η συντέλεση της κτήσεως των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων πραγματοποιείται διά μεταγραφής (άρθρ. 8.2)[32].

Εξειδικεύεται, παράλληλα, η δυνατότητα αναγνωρίσεως ως δεκτικών μεταγραφής των ποικιλοτρόπως συνταγμένων αντεγγράφων, ως αποδεικτικών του πραγματικού ιδιοκτήτη ακίνητων κτημάτων, που εμφανίζονταν μέχρι τότε εικονικά στο όνομα ιδιώτη, σε αντιδιαστολή με τους πραγματικούς δικαιούχους που ήταν νομικά πρόσωπα ευαγών ή φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, κοινοτήτων, ή του ελληνικού Δημοσίου, κι αυτό γιατί η οθωμανική νομοθεσία δεν αναγνώριζε τα νομικά πρόσωπα, με συνέπεια αυτά να εμφανίζονται εικονικά στο όνομα ιδιωτών (άρθρ. 8.3). Αυτή η χαρακτηριστική διασφαλιστική πρακτική είχε διαμορφωθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά την Τουρκοκρατία[33], για την εξασφάλιση ιδιαίτερα των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων των διάφορων εκκλησιαστικών οργανισμών που δεν είχαν τη νομική δυνατότητα να εγγραφούν στο οθωμανικό κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα τη λύση της σχέσεως με τον παρένθετο εικονικό ιδιοκτήτη, που φρόντιζε στη συνέχεια την κατάρτιση του σχετικού αντεγγράφου, όπου διευκρινιζόταν τόσο ο φυσικός όσο και ο εικονικός ιδιοκτήτης.

Οθωμανικό κτηματολόγιο Τίτλος ιδιοκτησίας (Αύγουστος 1911). Πηγή: ΓΑΚ – Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας – Κωδικός αρχείου: OCD001.01.

Εκτός της άμεσης νομοθετήσεως της ελληνικής Πολιτείας, αναφορικά με τις αναγνωρίσεις των τέως οθωμανικών ιδιοκτησιών, κυρίως με τις νομοθετικές παρεμβάσεις του Κ. Δ. Ρακτιβάν, ιδιαίτερα με την προηγηθείσα ανάπτυξη του ελληνικού βασικού Νόμου 147/1914 που κλήθηκε να θεραπεύσει την κακή εφαρμογή των γαιοκτητικών ρυθμίσεων του θεμελιακού αυτού νομοθετήματος στις προσαρτώμενες χώρες της Μακεδονίας, καίρια προβληματική θεμελιώθηκε με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των άρθρ. 5 και 6, της κυρωτικής μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συνθήκης (Νόμος ,ΔΣΙΓ΄, άλλως Συμβάσεως) περί Ειρήνης (άλλως και των Αθηνών) της 14ης– 11- 1913. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις της Συμβάσεως των Αθηνών (Νόμος ,ΔΣΙΓ΄) που σχετίζονται με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, αναφέρονται κυρίως στο περιεχόμενο των άρθρ. 5 και 6, το οποίο δημιούργησε δικαιώματα εκ των προτέρων αποδεδειγμένα, τα οποία η Πολιτεία όχι απλώς τα «υπέθαλψε» αλλά πανηγυρικά τα αναγνώρισε!, άκριτα τις περισσότερες φορές, άλλοτε «σιγή» και άλλοτε με «αστήρικτες» αιτιολογίες ή υπεκφυγές παιδικού τύπου, όπως «για την κάλυψη αγροτικών αναγκών».

Τα επίμαχα αυτά άρθρα αναφέρονται:

α) Άρθρ. 5: «Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα καθώς και αι δικαστικαί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά των αρμοδίων Οθωμανικών Αρχών έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί του εναντίου αποδείξεως».

β) Άρθρ. 6.1: «Οι κάτοικοι των εκχωρηθεισών χωρών… και διατηρούντες την οθωμανικήν ιθαγένειαν ήθελον μεταναστεύσει εις την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν ή εις το εξωτερικόν ή οίτινες μονίμως ήθελον εγκαταστή [εγκατασταθή] εν αυτοίς, θα εξακολουθήσωσι διατηρούντες τας ακινήτους αυτών ιδιοκτησίας, τας κειμένας εν ταις εκχωρηθείσαις ταύταις χώραις, εκμισθούντες ή διά τρίτων διαχειριζόμενοι αυτάς».

Άρθρ. 6.2: «Τα εν ταις εκχωρουμέναις τή Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τον οθωμανικόν νόμον, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως».

  Άρθρ. 6. 3: «Τα αυτά κρατούσιν όσον αφορά εις τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των ως άνω κτημάτων των εγγεγραμμένων επ’ ονόματι νομικών προσώπων ή κατεχομένων υπ’ αυτών δυνάμει των οθωμανικών νόμων, των προγενεστέρως της ειρημένης καταλήψεως».

Με τη δήλωση στο άρθρ. 6.4: ότι «Ουδείς δύναται να στερηθή τας ιδιοκτησίας αυτού, εν μέρει ή εν όλω, εμμέσως ή αμέσως, ειμή διά λόγους δεόντως βεβαιουμένης δημοσίας ωφελείας, μετά προηγουμένην δικαίαν αποζημίωσιν».

Eρμηνευτικό συμπέρασμα των ρυθμίσεων αυτών ήταν ότι έπρεπε να τύχουν ουσιαστικής προστασίας όλα τα υπό το προηγούμενο οθωμανικό δικαιικό καθεστώς ιδιωτικά (άλλως «ιδιοκτησιακά») δικαιώματα, οι δικαστικές αποφάσεις των οθωμανικών δικαστηρίων, καθώς και οι «νόμιμοι» οθωμανικοί γαιοκτητικοί τίτλοι, οι οποίοι προσπόριζαν τα αντίστοιχα με τους τίτλους αυτούς γενικότερα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, αρκεί να είχαν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του σχετικού οθωμανικού Νόμου περί Γαιών του 1858 που προέβλεπαν το ειδικότερο περιεχόμενό τους.

Η επιτασσόμενη αυτή προστασία των δικαιωμάτων αυτών ήταν απόλυτη: «έσονται σεβαστά και απαραβίαστα», ενώ θέτονταν ως χρονικό σημείο της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της υπάρξεως ή κτήσεως αυτών το διάστημα : «μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών» (άρθρ. 5) ή της υπάρξεώς τους «προγενεστέρως της καταλήψεως» ( άρθρ. 6)[34].

Βασικότερη, όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί η υποχρέωση της ελληνικής κυβερνήσεως (άρθρ. 6.2) για την αναγνώριση των αναφερόμενων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί των περιγραφόμενων ρητώς στοιχείων που κατέχονταν από ιδιώτες, με νομιμοποιημένους ιδιοκτησιακούς οθωμανικούς τίτλους, που θα ήταν «προγενέστεροι της καταλήψεως». Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο αποτέλεσε η αναγνώριση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί των ακινήτων των «νομικών προσώπων», που κατέχονταν νόμιμα απ’ αυτά τη χρονική περίοδο «προγενέστερα της καταλήψεώς» τους (άρθρ. 6.3), ενώ σημειώνεται ότι τα «νομικά αυτά πρόσωπα» θεσμικά είναι γνωστό ότι δεν περιλαμβάνονταν στις ρυθμίσεις της οθωμανικής ή της μουσουλμανικής νομικής γραμματείας, οι οποίες αγνοούσαν την ύπαρξη της δικαιικής αυτής ιδιότητάς τους, ρυθμιζόμενης από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.

Κατά συνέπεια επί των διατάξεων αυτών, θα μπορούσε να διατυπωθεί ένας ουσιαστικός νομικός προβληματισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε ως απόρροια του γραμματικού περιεχομένου των ρυθμιζόμενων με τις πιο πάνω ρυθμίσεις ιδιοκτησιακών, κυρίως, δικαιωμάτων, αναφερόμενος σε ένα βασικό και κύριο ερώτημα σχετικά με τα δικαιώματα αυτά της ιδιοκτησίας, των οποίων η περί αυτών κοσμοθεωρία του οθωμανικού δικαίου ήταν διαμετρικά αντίθετη με την έννοια της ιδιοκτησίας του υφιστάμενου σε ισχύ στη λοιπή Ελλάδα βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η επικέντρωση του οποίου αφορούσε την ειδικότερη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που έπρεπε να λειτουργήσουν για την ενεργοποίηση της υποχρεώσεως αυτής του ελληνικού κράτους.

Ωσαύτως, με βάση το νομοθετικό αυτό πλαίσιο προκύπτει ένα θετικό ερμηνευτικό κενό, με την έννοια ότι δε διευκρινιζόταν το βασικά εφαρμοζόμενο δίκαιο, κι αν το κυρίαρχο δίκαιο που θα λαβαινόταν υπόψη θα ήταν το αντίστοιχο της κτήσεως των δικαιωμάτων αυτών, που θα ήταν το οθωμανικό ή το διάδοχο ελληνικό, με τη μορφή που «ίσχυε» και λειτουργούσε τότε στην Ελλάδα, ως δίκαιο της διάδοχης κυριαρχίας, στο νομικό καθεστώς της οποίας θα υπάγονταν στη συνέχεια και οι δικαιούχοι των «κεκτημένων» υπό το προηγούμενο οθωμανικό δικαιικό καθεστώς δικαιωμάτων (ως δίκαιο λειτουργίας των «κεκτημένων» δικαιωμάτων)[35].

Συναφής πηγή αξιολογήσεως του νομικού προβληματισμού, που ήδη αναπτύχθηκε, ήταν και η σχετική ερμηνευτική της Συμβάσεως των Αθηνών Εγκύκλιος υπ’ αριθ. 34 498/20ής Δεκεμβρίου 1913 του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών, υπογραφόμενη από τον υπουργό των Εξωτερικών Δημήτριο Πανά και απευθύνονταν «Προς τα επί της Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας Β[ασιλικά] Υπουργεία», η οποία, ως ευρισκόμενη εγγύτερα με τις συνθήκες συνάψεως της ενλόγω Συμβάσεως, επιχειρούσε να «ερμηνεύσει» το πιο πάνω άρθρ. 6. 2, της Συμβάσεως των Αθηνών, για την έννοια και την ειδικότερη φύση των υπό αναγνώριση «δικαιωμάτων ιδιοκτησίας». Έτσι, προσδίδονταν μία «επίσημη» μορφή της ελληνικής θέσεως, διά του αρμοδιότερου όλων υπουργείου των Εξωτερικών, σχετικά με τον όρο «δικαιώματα ιδιοκτησίας», τον οποίο μάλιστα ανέφερε μόνο με τη γαλλική του απόδοσή “droits de propriété”, χωρίς να δίδει, όμως, κανένα ερμηνευτικό στοιχείο από το οποίο θα συναγόταν η απάντηση για την άρση της ασάφειας του γενικόλογου όρου «δικαιώματα ιδιοκτησίας».

H Eγκύκλιος ειδικότερα περιελάμβανε ότι: «ο όρος “droits de propriété” δέον να ερμηνευθή εν τη κρατούση εν Τουρκία γενικωτέρα σημασία, ήτοι ο όρος ούτος περιλαμβάνει πάντα τα επί ακινήτων εμπράγματα δικαιώματα, δηλονότι δικαιώματα κυριότητος επί κτημάτων κατά κυριότητα εξουσιαζομένων (μούλκ), δικαιώματα επικαρπίας, προκειμένου περί δημοσίων γαιών (εραζίι μιριέ), βακουφικών (αφιερωμένων) κτημάτων κ.λπ, συμφώνως προς τους Οθωμανικούς Νόμους τους ισχύοντας μέχρι της ημέρας της καταλήψεως των προσαρτηθεισών χωρών. Επί τη βάσει δε της Νομοθεσίας ταύτης θέλουσι καθορισθή και τ’ αμοιβαία δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και των επικαρπωτών δημοσίων γαιών…. αποκλειομένης της εφαρμογής των μεταγενεστέρων νεαρών νόμων…». Από τη διατύπωση, όμως, αυτή, δε συνάγεται πάντως το ακριβές περιεχόμενο των «δικαιωμάτων ιδιοκτησίας», εκτός κι αν θεωρηθεί ότι στο περιεχόμενο αυτό υπάγονταν: «πάντα τα επί ακινήτων εμπράγματα δικαιώματα», σύμφωνα με την πιο πάνω γραμματική διατύπωση της ίδιας Εγκυκλίου, τα οποία προβλέπονταν ότι «επί τη βάσει δε της Νομοθεσίας ταύτης [δηλαδή της οθωμανικής] θέλουσι καθορισθή και τ’ αμοιβαία δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και των επικαρπωτών δημοσίων γαιών»[36].

Στη βάση της πιο πάνω αξιολογήσεως των ρυθμιστικών διατάξεων της Συμβάσεως των Αθηνών, αναφορικά με την «άκριτη» και γενικευμένη οριζόντια αναγνώριση των σχετικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, στηρίχθηκε η «πρωτόγνωρη» για τα ελληνικά δεδομένα «μετατροπή» των δικαιωμάτων αυτών, που οδήγησε μεταγενέστερα σε μια ουσιαστική μορφή ρητού και άμεσου «νομικού μεταβολισμού» της τέως οθωμανικής «δημόσιας ιδιοκτησίας» στην πλήρη κυριότητα του βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που στηρίχθηκε αναγωγικά στο ερμηνευτικό πλαίσιο της συναφούς ρυθμιστικής επιταγής της Ελληνο – Τουρκικής Συμβάσεως του 1881[37].

Η επίτευξή της, όμως, δε βασίστηκε μόνο στις επιτασσόμενες επιταγές της πιο πάνω διεθνούς Πράξεως, οι οποίες στις προσαρτήσεις των Νέων Χωρών του 1912-1913 δεν είχαν τα ίδια μορφολογικά στοιχεία, όπου η «ιδιοκτησιακή» βάση των κεκτημένων ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των τέως οθωμανικών γαιών δε «μεταβολίστηκε» στηριγμένη απλώς στο ρυθμιστικό πλαίσιο μιας διεθνούς Πράξεως (έμμεσος συμβατικός νομικός , μεταβολισμός), αλλά εμφανίστηκε διαφοροποιημένα, με την οριοθέτησή της να θεμελιώνεται ουσιαστικά στη ρυθμιστική της «οθωμανικής» αυτής ιδιοκτησίας ελληνική νομοθεσία[38].

Η αρχική διαμόρφωση του αρχικού δικαιικού πλαισίου του αξιολογούμενoυ Νόμου 147/5/1 – 1/2 -1914 του Ρακτιβάν, «περί της εν ταις προσαρτωμέναις [Νέαις] χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως», «διατήρησαν σε ισχύ τις περί γαιών [οθωμανικές] διατάξεις, που ρύθμιζαν τα επί [των γαιών] αυτών [κεκτημένα] ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα». Με τον τρόπο αυτό εισήχθηκαν διαμέσου του θεσπισμένου ελληνικού νομοθετήματος του Νόμου 147 οι «περί γαιών [οθωμανικές] διατάξεις» του οθωμανικού Νόμου περί Γαιών του 1858, διαμορφώνοντας μια αρχική δικαιική υποδομή, κατά τεκμήριο ασφαλή, με βάση τις ουσιαστικές διατάξεις του Νόμου 147, οι οποίες θα οδηγούσαν (θεωρητικά) τη νομοθετική μηχανή στις ουσιαστικές ρυθμίσεις της ρητής οθωμανικής νομοθεσίας (του οθΝπΓαιών), εφαρμοζόμενες, όμως, σύμφωνα με το περιεχόμενο των σχετικών [οθωμανικών] διατάξεων, oι οποίες ατυχώς δεν είχαν την αναμενόμενη εφαρμογή τους.

Με μεταγενέστερο, όμως, νομοθέτημα, της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, ύστερα από νομοθετική πρωτοβουλία οφειλόμενη στον τότε υπουργό Γεωργίας Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, διαπιστώθηκε ότι επήλθε μια ουσιαστική διεύρυνση στην αναγνώριση των κεκτημένων επί των τέως οθωμανικών γαιών ιδιωτικών δικαιωμάτων, που ανάγονταν κατευθείαν στις ρυθμίσεις του οθΝπΓαιών. Η ολοκληρωτική νομοθετική εμπέδωση επιτεύχθηκε με το ρυθμιστικό πλαίσιο του Διατάγματος υπ’ αριθ. 2468/ 20ής -5- 1917, « περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς νόμους δημοσίων γαιών», το οποίο, στη συνέχεια, μορφοποίησε τελείως τον όλο δικαιικό «μεταβολισμό» της φύσεως της οθωμανικής «ιδιοκτησίας», που κυρώθηκε με το Νόμο 1072/18ης -11-1917, «περί επεκτάσεως καθ’ άπαν το κράτος [ως γενικός νόμος] των υπ’ αριθ. 2466- 2470 διαταγμάτων της προσωρινής Κυβερνήσεως [Θεσσαλονίκης] περί του αγροτικού ζητήματος».

Έτσι με το εν λόγω Διάταγμα 2468 υπερακοντίστηκε στην ουσία η βασική διάταξη του άρθρ. 2.4 του Νόμου 147, που θέσπιζε τη διατήρηση σε ισχύ των «περί [οθωμανικών] γαιών διατάξεων», διευρύνοντας ολόκληρη τη βάση της αρχικής νομοθετικής αυτής ρυθμίσεως, οι διατάξεις των οποίων διαμόρφωσαν ένα νέο πλήρη νομοθετικό «μεταβολισμό», της φύσεως των δικαιωμάτων των γαιών αυτών. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, με την αναγνώριση αυτή της αυτοδίκαιης «μεταβολιστικής μετατροπής» της «εκφάνσεως» της «ιδιοκτησιακής» βάσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων «εξουσιάσεως» [ως ερμηνευτικής αποδόσεως του δικαιώματος tasarruf] επί των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών – από της δημοσιεύσεως του Διατάγματος 2468/20ής Μαΐου 1917 – , επήλθε, με την επίκληση ενός «κατά φαινόμενο» υφιστάμενου «δικαιικού πλάσματος», η «μετατροπή» των δικαιωμάτων αυτών «εξουσιάσεως» σε δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας, με την έννοια της κυριότητας, και σύμφωνα με τις προσδιοριζόμενες νομοθετικά προϋποθέσεις[39]. Πιο ειδικά τα κατά «παραχώρηση» αυτά δικαιώματα «ιδιοκτησίας» περιήλθαν στους δικαιούχους του δικαιώματος της «εξουσιάσεως» κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, με συνδικαιούχο κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου το ελληνικό δημόσιο, δικαίωμα το οποίο, κι αυτό στη συνέχεια (1929), καταργήθηκε, και έτσι η πιο πάνω συνιδιοκτησία (του 1/5 εξ αδιαιρέτου του ελληνικού δημοσίου) επί των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών των λεγόμενων Νέων Χωρών, περιήλθε, με βάση το άρθρ. 101. 1 του Προεδρικού Διατάγματος της 11ης-11- 1929 «περί διοικήσεως δημόσιων κτημάτων», αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία Μεταγραφών, έναντι τιμήματος, στους συνιδιοκτήτες των υπόλοιπων 4/5 κατά το χρόνο ισχύος του πιο πάνω Διατάγματος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Νόμος 147/1914, μολονότι καταργήθηκε τυπικά με το άρθρ. 5.8 του ΕισΝΑΚ, ουσιαστικά συνεχίζει τη λειτουργία του με τις ειδικές και αρκούντως θεμελιακές ρυθμίσεις του άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο: «Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους», ενώ αναγωγικά ισχύει για τα ελκόμενα από τις ρυθμίσεις του κεκτημένα ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, αναφορικά με το νομοθετικό πλαίσιο υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του οθΝπΓαιών/1858[40].

Προτομή του Κωνσταντίνου Ρακτιβάν στον περίβολο του Δικαστικού Μεγάρου Βεροίας.

Το έργο του Ρακτιβάν ατυχώς στην ελληνική επικράτεια δεν έγινε αρκούντως γνωστό, κι αυτό γιατί τα πολεμικά γεγονότα συνεχίζονταν, κατά τη διάρκεια της διακυβερνήσεως της χώρας των ετών μετά την απελευθέρωσή της του 1912, και υπερκέρασαν τη γνώση του, ταυτόχρονα με την τιτάνια προσπάθειά του να προβεί σε όλες αυτές τις πολιτικο-διοικητικές ενέργειες, υλοποιώντας τις ρυθμίσεις διεθνών νομίμων που αφορούσαν τη διοίκηση των καταλαμβανόμενων χωρών προ της οριστικής τους προσαρτήσεως.

Το γεγονός είναι ότι η Διοίκηση Ρακτιβάν κατάφερε τα ακατόρθωτα.

Η αναφορά στις πολυποίκιλες νομοθετικές του παρεμβάσεις κρίνονται τόσο επιτυχημένες, που διερωτάται κανείς πώς μπορεί αναγωγικά να καταστεί κατανοητή η ψυχική δύναμη! ενός ιστορικο – δικαιικού επιστήμονα, λάτρη και ένθερμου θιασώτη των θεσμών του βυζαντινο – ρωμαϊκού δικαίου, καθώς και διαπρεπέστατου πολιτικού και νομικού, υπουργού της Δικαιοσύνης από το Μάιο του 1912, ο οποίος αποδέχθηκε τη νέα θέση που τον προόριζε ο Βενιζέλος, μέσα στη δίνη του πολέμου, βασικό προσδιοριστικό γεγονός, το οποίο μάς καθιστά απόλυτα φανερό το μέγεθος των ανυπέρβλητων δυσχερειών, που είχε να αντιμετωπίσει, στην όλη τους την έκταση, η τότε διακυβέρνηση του Πρώτου Αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως στη Μακεδονία.

Ο Γεώργιος Π. Νάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας Ελληνικού και Ρωμαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ομιλία, η οποία εκφωνήθηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε από την Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Ιστορίας του Δικαίου, στις 26 Φεβρουαρίου 2020 στην Αίθουσα «Κωνσταντίνος Δ. Ρακτιβάν» του Συμβουλίου της Επικρατείας.

[1] Βλ. Αργυρόπουλου, Περ. Αλ., Απομνημονεύματα, εν Αθήναις 1970, σ. 128-130 – βλ. και Δημακόπουλου, Γ. Δ., “Η διοικητική οργάνωση των καταληφθέντων εδαφών (1912-1914), Γενική Επισκόπησις”, έκδ. Ε.Λ.Ι.Α., Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914, Αθήνα 1993, σ. 206-207- πρβλ. Νάκου, Γ.Π., “Το νέο σύστημα δικαίου στη Μακεδονία. Μετά και Κατά την Απελευθέρωση των Νέων Χωρών από τον οθωμανικό ζυγό” (περαιτέρω: Σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία), Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, (περαιτέρω: ΕΚΕΙΕΔ), τχ. 46, Αθήνα 2016, σ. 281 κε. σημ. 7-10 κε.

[2] Ρακτιβάν, Κων. Δ., Έγγραφα και Σημειώσεις εκ της πρώτης Ελληνικής Διοικήσεως της Μακεδονίας (1912-1913) (περαιτέρω: Ρακτιβάν, Έγγραφα), Θεσσαλονίκη 1951, σ. 85 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία, σ. 282-283 κε.

[3] Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 85 κε.- Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 4, σ. 282 κε.

[4] Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 17 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, σ. 284-285.

[5] Κεραμέα, Κ. Δ., “Η απελευθέρωση της Μακεδονίας και ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν”, Πανηγυρικός ΑΠΘ, στις 26.10. 1977, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 22 σημ. 46 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα Δικαίου, & 6, σ. 285 σημ. 19, 286 κε.

[6] Η οποία διατυπωνόταν με τη μορφή δικαιικής αρχής, προερχόμενης από την «ουσία» της όλης «καταστάσεως», σύμφωνα με τις ειδικότερες επιστημονικές θέσεις του Ρακτιβάν, για την ανεύρεση της συναγόμενης ή προτεινόμενης ή τεκμαιρόμενης ή τελικά ρυθμιζόμενης (δηλαδή επιβαλλόμενης) νομοθετικά λύσεως, προστασίας των γενικότερων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, με την εξειδικευμένη προστασία της αγροτικής ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που αναφάνηκαν εξαιτίας του πολέμου «και των παρομαρτουσών αυτώ περιστάσεων» και αποτέλεσαν αιτίες δημιουργίας ανωμαλιών, που εκτίθενται στην υπ’ αριθ. 13 255/6ης Ιουνίου 1913 ενδεικτική Εγκύκλιό του, προς τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κ.ά. της Μακεδονίας, Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 102-103 – περισσότερα Νάκου, Γ.Π., Σύστημα Δικαίου, &. 7, σ. 289 κε., σημ. 31, 33, και && 41, 54, 55, για την απαγόρευση μεταβιβαστικών πράξεων επί ακινήτων και της νομοθετημένης απαγορεύσεως κάθε δικαιοπραξίας επί οιουδήποτε ακινήτου κειμένου στις καταληφθείσες χώρες, άρθρ. 14.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913, αντίστοιχα σ. 328 κε., 340 κε., 342 κε.

[7] Μόνο στους νομούς Θεσσαλονίκης, Κοζάνης, και Δυτικής Μακεδονίας («για το υπόλοιπον της καταλαμβανόμενης χώρας»), στου [Ρακτιβάν] Οργανικαί Διατάξεις, Εγκύκλιοι και Οδηγίαι, του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ως Αντιπρόσωπος της Ελλ[ηνικής] Κυβερνήσεως εν ταις υπό του Ελληνικού Στρατού καταληφθείσαις Μακεδονικαίς Χώραις (περαιτέρω: Οργανικαί Δ.), εν Θεσσαλονίκη 1913, σ. 35 – βλ. επίσης Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 8, σ. 290.

[8] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 9, σ. 291 σημ. 44, 45, με την έκδοση ειδικής Oργανικής Εγκυκλίου Διαταγής «περί δικαιοδοσίας και αποκεντρώσεως υπηρεσιών» υπ’ αριθ. 1246/22ας Ιανουαρίου 1913, Οργανικαί Δ., σ. 90 κε., όπου διατυπώνονται οι βασικοί αποκεντρωτικοί κανόνες, με βάση την αναφερόμενη προεισαγωγικά αρχή, με την οποία: «Η από του κέντρου διεκπεραίωσις απασών των διοικητικών υποθέσεων την μεν κεντρικήν υπηρεσίαν βαρύνει υπερμέτρως, δεν δύναται δε να θεωρηθεί ασφαλώς ως η ευστοχωτέρα, εφ’ όσον ενδέχεται να μην κατέχη το κέντρον πάσας τας λεπτομερείας, στερείται δε εν γένει της επί τόπου αντιλήψεως της υποθέσεως, εν ώ ετέρωθεν η αναγνώρισις αυτενεργείας τινός εις τας κατά μέρος διοικητικάς αρχάς ενδείκνυται εξ αυτής της φύσεως των καθηκόντων και άγει προς την ταχυτέραν άμα λειτουργίαν της επαρχιακής διοικήσεως» – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 44 σημ. 223 – Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 107 κε.

[9]Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 9, σ. 292 κε.

[10]Bλ. γενικότερα Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, && 9, σ. 292 κε., 56, σ. 343 κε., σημ. 248 κε – Ειδικότερη ανάπτυξη βλ. στου Πολυχρονιάδου, Κ.Δ., Μελέτη περί της Διοικήσεως των Ανακτηθεισών Χωρών της Μακεδονίας, εν Αθήναις 1913, σ. 100 κε., 108 κε.

[11] Βλ. Ρακτιβάν, Έγγραφα, σ. 63 κε. – πρβλ. Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 25, σ. 314 κε.

[12] To κείμενο της πιο πάνω αναφερόμενης Εγκυκλίου υπ’ αριθ. 300/ 1912 βλ. Οργανικαί Δ., σ. 5 κε., με τις περαιτέρω τροποποιήσεις των υπ΄ αριθ. 427, 871, 2291 Oργανικών εγκυκλίων – επίσης Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 27 σ. 315 κε.

[13] Ό.π., Οργανικαί Δ., σ. 5 – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 27 σημ. 149.

[14] Ό.π., Οργανικαί Δ., σ. 5-6 κε, 12 κε. 83 κε.- Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, σ. 316.

[15] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, && 27, σ. 315 κε., 42, σ. 329- 330 κε., σημ. 212- Πολυχρονιάδου, σ. 84.

[16] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 28, σ. 316 σημ. 152.

[17]Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 334 κε. Ενώ για την πιο πάνω & 9 του κειμένου «διπλωματική συγκάλυψη» βλ. αυτόθι Σύστημα, & 27, σ. 316 σημ. 152.

[18]Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 335 και ad hoc & 56, σ. 343 σημ. 250 κε.

[19] Με αναφορά στη γραφίδα Πολυχρονιάδη, ό.π. (σημ. 10), σ. 87 σημ. 1- πρβλ. Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, σ. 334 κε. σημ. 227, «όροι» που εντοπίζονται στα άρθρ. 7. 1 Νόμου ,ΔΡΛΔ΄/1913 και 1 Ν. 80/ 16-11-1913, αυτόθι, && 46 και 56, αντίστοιχα σ. 336, σημ. 231, 227, 343.

[20] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 334-336 σημ. 233 – Νόμος 147/1914 – Σύστημα, & 56 σημ. 250, && 59, 67 και 71.

[21] Πολυχρονιάδου, Μελέτη της Διοικήσεως των Ανακτηθεισών Χωρών της Μακεδονίας, σ. 82, 97 κε. – Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 46, σ. 334, ad hoc σημ. 227, σε συνδυασμό με & 43, σ. 330, σημ. 212 και ad hoc σημ. 216, 217.

[22] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 29, σ. 316 κε., σημ. 157, 158.

[23] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 30, σ. 317 κε., σημ. 160.

[24] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 34, σ. 320 κε., σημ. 176-180.

[25] Νάκου, Γ.Π. Σύστημα, & 42, σ. 330, σημ. 214-216 (σημ. 214, για την αναφερόμενη σχετική επισήμανση του Γ.Δ. Δημακόπουλου).

[26] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 56, σ. 343 κ.ε., σημ. ad hoc σημ. 250.

[27] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 56, γ΄, σ. 344-345 σημ. 253, σημ. 256, που νομιμοποιεί την ισχύ του άρθρ. 36.3 του Ν. 147 για τις αναφερόμενες συγχωνεύσεις, σ. 346 σημ. 257, με την ενδεικτική αναφορά των διάφορων συγχωνεύσεων υπηρεσιών, επεκτάσεων νομοθετικών ρυθμίσεων, κ.ά.

[28] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 55, σ. 342 κ.ε., για την αναδρομική ισχύ του Νόμου ,ΔΡΛΔ΄, λογιζόμενης αναδρομικά από της 6ης Οκτωβρίου 1912, της επομένης της κηρύξεως του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.

[29] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, που ήδη αξιολογήθηκαν αρκούντως πιο πάνω, οι οποίοι υπάγονται στις γενικότερες ρυθμίσεις του άρθρ. 7.1 στις περιπτώσεις υπάρξεως «ανυπερβλήτου κωλύματος» κατά την εφαρμογή των οθωμανικών νόμων, το οποίο εφαρμόζεται και για τους φορολογικούς νόμους, για τους οποίους συνάγεται ότι το «ανυπέρβλητο κώλυμα» τεκμαίρεται «σχηματικά» ως υφιστάμενο, σύμφωνα, όμως, με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου. Συναφώς, στο ίδιο αυτό άρθρ. 1 του Νόμου 80 παραλείφθηκε ο όρος «αυτοδικαίως» που υπήρχε στο άρθρ. 7.1 Νόμου ,ΔΡΛΔ΄: «τίθενται αυτοδικαίως εν ισχύι οι Ελληνικοί νόμοι», με την πιο απλή [και ακίνδυνη!] παράθεσή της ως: «τίθενται εν ισχύι οι ελληνικοί νόμοι».

[30] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 56, σ. 343-346 κ.ε., σημ. 56-257 κε. Οι συγχωνεύσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλη έκταση, ενώ καθίσταται φανερό ότι δεν πρόλαβαν [ή δεν κατάφεραν!] να περατωθούν, αφού η νομιμοποιητική για την ενεργοποίησή τους διάταξη του άρθρ. 2.2 του Νόμου 80 διατηρήθηκε σε περαιτέρω ισχύ με το άρθρ. 36.3 του περαιτέρω αξιολογούμενου Νόμου 147/ 5ς– 1- 1914, με την οποία «επιτράπηκαν» οι εν λόγω «συγχωνεύσεις», θεσπίζοντας ότι : « Διατηρείται προσέτι εν ισχύι και η διάταξις 2.2 του Νόμου 80, που όριζε ότι επιτρέπονται οι συγχωνεύσεις υπηρεσιών, οι επεκτάσεις της ισχύος υφισταμένων στην Παλαιά Ελλάδα νόμων και η υπαγωγή Πρωτοδικείων των Νέων Χωρών σε Εφετεία του Παλαιού Βασιλείου της Ελλάδος».

[31] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 68, σ. 355 κε., σημ. 280, αναφορικά με την κατάργηση της ισχύος του.

[32] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, βλ. & 52, σ. 339 κε., 340 κε. – & 54, σελ. 340 η προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων – & 55, σ. 342 κε. η αναδρομική ισχύ Νόμου ,ΔΡΛΔ΄.

[33] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & & 46, σ. 334 κε., σημ. 227, 231 – & 56, σ. 343 κε. σημ. 250.- & 67, σ. 355 κε., σημ. 280- 286.- & 68, σ. 357 κε., 358 (αντέγγραφα), 359 (Ν. 1072), 360, 361.- και ad hoc & 68, σ. 355 κε., σημ. 280-283 (αντέγγραφα ιδιοκτησίας), & 68, σ. 357 κε. σημ. 286. Για τη φύση των ιδιοκτησιακών αυτών αντεγγράφων βλ. Νάκου, Γ.Π., “Τα εικονικά αντέγγραφα ως εξασφαλιστική μορφή ιδιοκτησίας κατά την Οθωμανοκρατία”, υπό δημοσίευση στον Τιμητικό Τόμο Κων. Πιτσάκη, έκδοση Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

[34] Για τις κατηγορίες αυτές των προγενεστέρων της καταλήψεως του 1912 ιδιοκτησιακών τίτλων βλ. συναφώς Νάκου, Γ.Π., Το νομικό καθεστὠς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών, 1821-1912, Θεσσαλονίκη 1984, κυρίως για τις μορφές των οθωμανικών τίτλων του άρθρ. 4.1 της Συμβάσεως του 1881, σ. 331 κε., καθώς και για τους μη αναφερόμενους αλλά υπαγόμενους στις ρυθμίσεις του 4.1, οθωμανικούς τίτλους, σ. 341 κε., 343 κε., εξού και η διαφορά από την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων από τον Ρακτιβάν, βλ. Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, ad hoc && 54-55, σ. 340 κε.

[35] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 60 σ. 347 κε., σημ. 262, & 61 σ. 348, σημ. 263, & 62 σ. 349, σημ. 264 κε.

[36] Νάκου, Γ.Π., Σύστημα, & 62, σ. 349 κε., σημ. 266 κε.

[37] Νάκου, Γ.Π., Νομικό Καθεστώς, σ. 303-304, σε πρβλ. με σ.. 21, 25, 27, 230, του ίδιου, “Δικαιικοί «μεταβολισμοί» της ιδιοκτησίας στις Νέες Χώρες μετά την ένταξή τους στην ελληνική επικράτεια”, Συμπόσιο ΙΜΧΑ, Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 16-18.11.1988, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 9, 13, 164-166 κε. Για λόγους καθαρά επιστημονικούς κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι η πρωτοχρησιμοποίηση του όρου «νομικός μεταβολισμός» της οθωμανικής ιδιοκτησίας και των επί των τέως οθωμανικών γαιών εμπράγματων δικαιωμάτων εισήχθηκε ερμηνευτικά στην Ιστορία του Δικαίου, το έτος 1984, στο πιο πάνω έργο του Γ.Π. Νάκου, Νομικό καθεστώς, ό.π., σ. 303-304 κε., σε συμπαραβολή με σ. 21 κε., 25 κε., 27 κε., 239 κε, και έκτοτε αναπτύχθηκε σε βασική ερμηνευτική θεωρία των δικαιωμάτων αυτών στις πιο πάνω ειδικότερες μελέτες μου: “Δικαιικοί «μεταβολισμοί»”, ό.π., σ. 154 κε. σημ. 7, 155 σημ. 9-10, 156 σημ. 11-13, 158 σημ. 14, 163 σημ. 31-33, 164- 166 σημ. 34-50, 173 σημ. 62 – του ίδιου, “Το νέο σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία”, ό.π., σ. 351 κε., 359 κε. ( ως αρχική διάλεξη- επιστημονική ανακοίνωση στην επέτειο για τα «Εκατό Χρόνια 1912-2012» από την Απελευθέρωση της Μακεδονίας στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, με τίτλο «Το νέο Σύστημα Δικαίου στη Μακεδονία», εκφωνηθείσα στις 28.11.2012 και εκτυπωθείσα με τις λοιπές μελέτες της Επετείου Όψεις 100 Ετών, 1912-2012, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 97 κε.) – “Στοιχεία απαλλοτριωτικών αποφάσεων Αγιορειτικών μετοχίων της Θάσου”, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, Ακαδημίας Αθηνών, τχ. 47, Αθήνα 2017, σ. 221 κε., σημ. 17 – “Δικαιικές αντινομίες του απώτερου ιστορικο – δικαιικού παρελθόντος: Η απαξίωση του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου”, Τιμητικός Τόμος Χρηστογιώργη Καλτσίκη, Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ, 2016, σ. 51 κε., 62 κε – “Τα γαιοκτητικά «μεταβολιστικά» αποτελέσματα της Τουρκοκρατίας στη Θάσο και οι δυνατότητες χρησικτησίας των τέως οθωμανικών γαιών”, Η΄ Συμπόσιο Θασιακών Μελετών, υπό δημοσίευση στα Πρακτικά, Καβάλα 2019-2020.

[38] Νάκου, Γ.Π., Δικαιικοί μεταβολισμοί, σ. 165-166 σε συνδυασμό με σ. 155 σημ. 10.

[39] Νάκου, Γ.Π, βλ. Σύστημα, ad hoc && 66, 67, σ. 353 κε.

[40] Νάκου, Γ.Π., Δικαιικοί Μεταβολισμοί, σ. 165 – του ίδιου, Σύστημα, & 63, σ. 351 κε. σημ. 270, σε πρβλ. με του ίδιου, Σύστημα, && 66, 67, σ.. 353- 354, & 69, σ. 359 σημ. 287, σ. 360 σημ. 290.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Η ιστορική σημασία της ναυμαχίας της Nαυπάκτου σήμερα

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Η ιστορική σημασία της ναυμαχίας της Nαυπάκτου σήμερα

 

Ποια μπορεί να είναι σήμερα η ιστορική θεώρηση ενός πολεμικού γεγονότος που συνέβη πριν από τεσσερισήμισι αιώνες και που, παρά τον θεαματικό του χαρακτήρα, έμεινε (σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις) “νίκη χωρίς επαύριον”; Γιατί το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων μη περιγραφικών αναλύσεων της ναυμαχίας στα νησιά Εχινάδες στις 7 Οκτωβρίου 1571 (που καθιερώθηκε ως “της Nαυπάκτου”) αναλώθηκε στην αμφισβήτηση της διαχρονικής της σημασίας και συνακόλουθα και της υπερθετικής εκτίμησης του Θερβάντες (αλλά και πολλών άλλων συγχρόνων του) για την πιο κορυφαία στιγμή που είδαν ποτέ οι περασμένοι ή οι σημερινοί καιροί ή που θα δούν οι μελλούμενοι; H αμφισβήτηση αυτή ξεκίνησε από την εποχή του Bολταίρου και συνεχίστηκε για περισσότερο από ενάμιση αιώνα. Αλλά ως τον Μεσοπόλεμο είχε μάλλον αφετηρία ιδεολογικο-πολιτική, όχι άσχετη με την αντι-ισπανική προπαγάνδα (την περιβόητη “leyenda negra”). Επειδή η Ισπανία του Φιλίππου Β΄είχε ουσιαστικά (μαζί με τη Βενετία) εισπράξει το μέγιστο τμήμα της δόξας της χριστιανικής νίκης της Nαυπάκτου, οι αντίπαλοι του μοναρχικού απολυταρχισμού άρχισαν να αμφισβητούν και τη σημασία των στρατιωτικών επιτευγμάτων των Αψβούργων και ιδιαίτερα του ισπανικού τους κλάδου. Aλλά η σοβαρότερη –και συστηματικότερη– υποβάθμιση της σημασίας της ναυμαχίας άρχισε κυρίως στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, και οφείλεται στη θεμελιακή αλλαγή των προτεραιοτήτων της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Eννοώ την υποβάθμιση της αποκαλούμενης “συμβαντολογικής” ιστορίας (histoire événémentielle), και μάλιστα της πολιτικής, υπέρ των ιστορικών φαινομένων “μακράς διάρκειας” (longue durée), όπως είναι π.χ. οι κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί ή έστω οι μέσης διάρκειας μεταλλαγές των μεγάλων γεωστρατηγικών συσχετισμών και των ιδεολογιών ή ακόμα περισσότερο οι κλιματικές αλλαγές και οι δημογραφικές αναστατώσεις. Με δυο λόγια η ιστοριογραφία, τουλάχιστον η λεγόμενη μετανεωτερική, θεωρεί ότι η ενασχόληση με τα απλά γεγονότα –και μάλιστα τα στρατιωτικά και τα πολιτικά– δεν προάγει τον ιστορικό μας προβληματισμό, αλλά μάλλον μας αποπροσανατολίζει σε προσεγγίσεις επιφανειακές και συναισθηματικές. Με βάση τα κριτήρια αυτά πολλοί ιστορικοί, ανάμεσά τους και Έλληνες, θεωρούν ότι η ενασχόληση με τη ναυμαχία της Nαυπάκτου είναι ιστοριογραφικά τουλάχιστον “παλαιομοδίτικη”. Ο σκεπτικισμός μάλιστα αυτός για τη σημασία της θα πρέπει, σε μερικές τουλάχιστον περιπτώσεις, να συνδυαστεί και με την εμμονή που χαρακτηρίζει ένα τμήμα της νεωτερικής (ή μετανεωτερικής) ιστοριογραφίας να απομυθοποιεί υπαρκτούς ή και ανύπαρκτους εθνικούς μύθους.

Το οξύμωρο είναι ότι η αντίληψη αυτή στηρίχτηκε ουσιαστικά στη μελέτη και το έργο τού Γάλλου ιστορικού που επανέφερε στην ιστοριογραφική επικαιρότητα τη “Ναύπακτο” (Lépante/Lepanto), αφιερώνοντας μεγάλο τμήμα του καλύτερου έργου του στα πριν και τα μετά τη ναυμαχία: εννοώ τον Fernand Braudel και το τρίτο μέρος (το “παραδοσιακό” και, κατά τη γνώμη μου, το πληρέστερα τεκμηριωμένο) της μνημειώδους μελέτης του για τη Μεσόγειο κατά τον 16ο αιώνα (Braudel, 1966). Και όχι μόνον αυτό: στα επόμενα χρόνια ο Braudel χρειάστηκε να επανέλθει επανειλημμένα στο ίδιο θέμα (με διάφορες αφορμές), κυρίως με τη μελέτη του για τα υπέρ και τα κατά της ναυμαχίας (Braudel, 1974).

Fernand Braudel (1902 – 1985).

Η βασική θέση τού Braudel για τα γεγονότα και για τα πρόσωπα είναι ότι φωτίζουν μόνον πρόσκαιρα την εποχή τους και δεν είναι αυτά που καθορίζουν την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά οι συνθήκες που τα επηρεάζουν, οι οποίες συχνά είναι υποδόριες, κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Μάλιστα ο Αμερικανός Andrew C. Hess (Hess, 1972), θεωρεί ότι ο Braudel υπερεκτίμησε τη ναυμαχία, με την τάση του να της προσδώσει παρόμοια εικόνα με εκείνη των “previous imperial histories”, ίσως επειδή δεν είχε πρόσβαση στα αρχεία της άλλης πλευράς, της οθωμανικής. Ο Hess είχε δίκιο, αλλά μόνο όταν αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Braudel δεν αμφισβήτησε ποτέ την αξία των γεγονότων στην Ιστορία· απλώς επιχείρησε να τα οργανώσει στο ιστορικό αφήγημα με διαφορετικό τρόπο, συνδέοντάς τα ή και εξαρτώντας τα από άλλους παράγοντες, όπως είναι π.χ. η οικονομία ή ακόμα και οι ανθρώπινες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Σε τελευταία ανάλυση ο Hess υποβάθμισε τη ναυμαχία ex silentio: με το κριτήριο ότι τα οθωμανικά αρχεία (που δείχνει να τα συμβουλεύτηκε) δεν είχαν την αφθονία των στοιχείων που θα πιστοποιούσαν τη μεγάλη απήχηση της τουρκικής ήττας στην ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η βιβλιογραφία που ακολούθησε επιβεβαίωσε την εφεκτική προσέγγιση του γεγονότος από τον καλύτερα βέβαια ενημερωμένο Braudel, ακυρώνοντας ουσιαστικά τις υποτιμητικές απόψεις τού Hess και των όχι λίγων ομοϊδεατών του. Η ακύρωση μάλιστα προήλθε από τον κορυφαίο Γάλλο τουρκολόγο R. Mantran (Mantran, 1973), αλλά και από τον Τούρκο ιστορικό Onur Yildirim (Yildirim, 2007). Ο Yildirim, μολονότι δεν θεώρησε τη “Ναύπακτο” ως απαρχή της κατάρρευσης της οθωμανικής δύναμης (τη μετέθεσε, όπως οι περισσότεροι, στη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης του 1683), εκτίμησε τη ναυμαχία ως αφετηρία εσωτερικών οικονομικών αναστατώσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως με την αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων των υπηκόων της, που ευνόησε αλλεπάλληλες εξεγέρσεις και ανταρσίες εναντίον της Υψηλής Πύλης. Η θέσεις του Yildirim δικαιώνουν ως ένα βαθμό και μιαν ανάλογη δική μου προσέγγιση, που είχε διατυπωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα (Hassiotis, 1978, 2001): ότι δηλαδή μετά τη “Ναύπακτο” άρχισαν, για οικονομικούς και άλλους εσωτερικούς διοικητικούς και εξωτερικούς λόγους, να εντείνονται τα αντιτουρκικά κινήματα σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, ιδιαίτερα στην ελληνική χερσόνησο.

Giorgio Vasari, La battaglia di Lepanto, 1572-1573, Sala Regia, Πόλη του Βατικανού.

Οι αντιτιθέμενες απόψεις διαφαίνονται και στα σχετικά πρόσφατα έργα που αφιερώθηκαν στη ναυμαχία και τα οποία δείχνουν ανανεωμένο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για το γεγονός. Για το απροσδόκητο αυτό ενδιαφέρον υπάρχουν διάφορες ερμηνείες: Σύμφωνα με τους σκεπτικιστές, αλλά και μερικούς σοβαρούς ιστορικούς (που δεν ασχολήθηκαν όμως συστηματικά με τη “Ναύπακτο”) η ναυμαχία δεν θα πρέπει να εκτιμάται ιδιαίτερα, επειδή η πληθωρική σχετική βιβλιογραφία δεν διολισθαίνει μόνο σε μελέτες της “παλαιάς ιστοριογραφικής κοπής”, αλλά επιπλέον εξυπηρετεί αλλότριους και όχι καθαρά επιστημονικούς στόχους: προβάλλει τη σύγχρονη ισπανική και ιταλική εθνικιστική ιστοριογραφία, εξαίρει τον ιστορικό ρόλο της Αγίας Έδρας και γενικότερα των ρωμαιοκαθολικών δυνάμεων στη χριστιανική νίκη και υπερτιμά μονομερώς την υπεροχή του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού έναντι του ανατολικού, ιδιαίτερα του ισλαμικού. Τέλος υπάρχουν και δημοσιεύματα που είναι ευκαιριακά: αφορμούνται από επετειακές εκδηλώσεις διαφόρων ιταλικών και ισπανικών πόλεων (παραλείπουν, προφανώς αγνοώντας τες, τη δική μας Ναύπακτο και την Κεφαλονιά), που έχουν μάλλον χαρακτήρα συναισθηματικό, τοπικιστικό, ηθογραφικό ή και τουριστικό.

Δεν αποκλείεται πολλές από τις προσεγγίσεις της ναυμαχίας να συνδέονται με μερικές από τις εκτιμήσεις αυτές. Η εθνική ιδεολογία π.χ. στην Ισπανία είχε και έχει ως σημείο αναφοράς την ισπανική νίκη στο “Lepanto”, από την εποχή της ναυμαχίας ως σήμερα (Χασιώτης, 2015). Και η ιδεολογία αυτή φτάνει μερικές φορές σε υπερβολές, ιδιαίτερα σε ορισμένους κύκλους της εθνικιστικής δεξιάς και της ισπανικής Εκκλησίας. Στην Ιταλία (αν εξαιρέσουμε τον όψιμο 19ο αιώνα της εθνικής ανασυγκρότησης και την περίοδο του φασιστικού Μεσοπολέμου) η προβολή τού “Lepanto” ως σημαντικού ιστορικού γεγονότος γίνεται πια με προσεκτικό τρόπο, χωρίς τις εθνικιστικές εξάρσεις του παρελθόντος (Capponi, 2006). Μόνο ένα τμήμα της συντηρητικής intelligentsia, που βρίσκεται σε άμεση επαφή με το Βατικανό, προβάλλει διαχρονικά τη ναυμαχία ως κατεξοχήν επιτυχία της Αγίας Έδρας και γενικά του ενωμένου ρωμαιοκαθολικού κόσμου.

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου

Η επανεμφάνιση –και η πολιτική χρήση– του “Lepanto” είναι ήδη διάχυτη σε σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής –και όχι μόνο– κοινής γνώμης, συχνά όμως σε συνδυασμούς άσχετους με το ίδιο το ιστορικό γεγονός, όπως π.χ. με την περιβόητη “σύγκρουση των πολιτισμών”, αλλά και με αμφιλεγόμενες σύγχρονες καταστάσεις: την απόρριψη της εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη “σταυροφορία” εναντίον του ισλαμικού φονταμελισμού, την αντίδραση στην μετάλλαξη των χριστιανικών ευρωπαϊκών κοινωνιών με τη μαζική εισροή μουσουλμάνων μεταναστών στον ευρωπαϊκό χώρο κλπ. Έτσι, ενώ από το ένα μέρος εκθειάζουν τη σημασία της “Ναυπάκτου”, από το άλλο την υπερφορτίζουν ιδεολογικά, παραμορφώνοντάς την στη συλλογική μνήμη.

Μερικά από τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν και στην ιστοριογραφία που επανέφερε τη “Ναύπακτο” στην επικαιρότητα. Αλλά αυτό αφορά κυρίως εκλαϊκευτικές εκδόσεις· η τάση δεν συμπαρέσυρε τους επαγγελματίες ιστορικούς, όπως π.χ. τον ειδικό στη ναυτική και πολεμική τεχνολογία John F. Guilmartin, Jr. (Guilmartin, 2003), που ερμηνεύει πειστικά και τα αίτια της χριστιανικής νίκης και τις συνέπειές της στη μετέπειτα εξέλιξη της Ευρώπης, του Jean Dumont (Dumont,1997), που αναλύει τις ολέθριες για τη συνολική Ευρώπη συνέπειες της γαλλικής απουσίας από τη ναυμαχία, των David García Hernán και Enrique García Hernán (García Hernán, 1999), που εξετάζει ποιοί ποσοτικοί και πρακτικοί παράγοντες έπεισαν τον Φίλιππο Β΄ να μην αξιοποιήσει τη “Ναύπακτο”, τον Manuel Rivero Rodríguez (Rivero Rodríguez, 2008), που εξετάζει με πειστικότητα όλες σχεδόν τις παραμέτρους, θετικές και αρνητικές, της ναυμαχίας, κ.ά.

Paolo Veronese, Allegoria della battaglia di Lepanto, 1571, Gallerie dell’Accademia, Βενετία.

Αφήνοντας πάντως κατά μέρος την ιδεολογική χρήση του “Lepanto”, η αναθέρμανση κατά τα τελευταία χρόνια του καθαρά ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος για τη ναυμαχία επιβάλλει να αναστοχαστούμε τη διαχρονική της σημασία τόσο στο ευρύ ευρωπαϊκό ιστορικό πλαίσιο όσο και στο στενό ελληνικό. Μήπως τελικά, παρά την έλλειψη συνέχειας, η χριστιανική νίκη της 7ης Oκτωβρίου 1571 επηρέασε την εξέλιξη της οθωμανικής ισχύος στη νοτιοανατολική Eυρώπη και την ανατολική Μεσόγειο και, συνακόλουθα, και την τύχη των λαών της περιοχής και ιδιαίτερα των Ελλήνων; Θα προσπαθήσω να δείξω ότι, παρά τις ενστάσεις των ιστορικών, που επιμένουν να την υποβαθμίζουν, η “Ναύπακτος” συνδέθηκε με ιστορικές καταστάσεις που είχαν ευρύτερο χρονικό, γεωγραφικό και πολιτικό βεληνεκές και συνεπώς και ιστορικό βάρος. Και, για την περίσταση, θα επιμείνω περισσότερο στις πλευρές του ζητήματος που αφορούν τον ελληνικό κόσμο.

Ένσταση πρώτη: H δράση του Iερού Συνασπισμού δεν άλλαξε μακροπρόθεσμα την παραδοσιακή πολιτική των εμπλεκόμενων δυνάμεων: Oι Bενετοί, ενάμισυ μόλις χρόνο μετά τη ναυμαχία, υπέγραψαν μονομερώς ειρήνη με την Yψηλή Πύλη, αναγνωρίζοντας την οθωμανική κυριαρχία στην Kύπρο· οι Iσπανοί, οι βασικοί συντελεστές της νίκης, μετέθεσαν μετά το 1574 το βάρος της πολιτικής τους από τη Mεσόγειο στον Aτλαντικό και τη βόρεια Eυρώπη· τέλος, η Aγία Έδρα, ο κύριος μοχλός της αντιτουρκικής εκστρατείας, δεν κατάφερε για εκατό τουλάχιστον χρόνια να ξαναπαίξει ανάλογο ενοποιητικό ρόλο μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων και έναντι των Oθωμανών (ως τον Ιερό Συνασπισμό του Linz, που οδήγησε στην ήττα των Οθωμανών στη Βιέννη το 1683 και στην πρόσκαιρη ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Βενετούς στα 1685-1715). Aπό την άλλη πλευρά, η καταστροφή του στόλου των Οθωμανών στη “Ναύπακτο” δεν τους εμπόδισε να επανέλθουν, δυο χρόνια μετά την ήττα τους, στην κεντρική Mεσόγειο, και να ανακτήσουν ηγεμονική επιρροή στα βορειοαφρικανικά κρατίδια, προπάντων μετά την ανακατάληψη της Γολέτας και της Τύνιδας στα 1574, αλλά και τη μνημειώδη ήττα των Πορτογάλων στο μαροκινό Alcázer-Quibir στις 4 Αυγούστου του 1578.

Οι αρχηγοί των αντιπάλων στόλων. Αριστερά: Alonso Sánchez Coello, Don Juan de Austria armado, 1567, Monasterio de las Descalzas Reales, Μαδρίτη. Δεξιά: Ανώνυμου Γερμανού, Müezzinzade Ali Pasha, π. 1571, Deniz Müsezi, Κωνσταντινούπολη.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Καταρχήν η ίδια η ναυμαχία ως στρατιωτικό γεγονός ήταν πρωτοφανής με τα μέτρα της εποχής: Ο χριστιανικός στόλος αποτελούνταν από 207 γαλέρες, 6 γαλεάσες, 20 σκάφη μεταφοράς και 40 φρεγάτες και μπεργαντίνια. Aλλά και οι Oθωμανοί είχαν στο μεταξύ συγκροτήσει –κατά την εκτίμηση ανώνυμου Έλληνα παρατηρητή– “αρμάδαν μεγάλην και φοβεράν, κάτεργα διακόσια και μαγούνες δεκατέσσαρες και καφορόζες τριάντα και άλλα κάτεργα μικρά και μεγάλα και μαυροθαλασσίτικα και ασπροθαλασσίτικα περισσά, ώστε έγιναν όλα άρμενα τετρακόσια” (κατά τις δυτικές πηγές: 221 γαλέρες, 38 γαλεότες και 18 φούστες). Ποσοτικά λοιπόν εξεταζόμενες οι δυνάμεις των αντιπάλων ήταν και τεράστιες, με τους χριστιανούς να υπολείπονται έναντι των Oθωμανών στον αριθμό των σκαφών, αλλά να υπερέχουν στην πολεμική τεχνολογία και τη δύναμη πυρός (με 1.200 κανόνια έναντι 750) και στην τακτική του ναυτικού πολέμου. Aλλά εντυπωσιακό ήταν και το ανθρώπινο κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε: H χριστιανική αρμάδα διέθετε 34.000 στρατιώτες, 43.500 κωπηλάτες και 13.000 ναύτες, και ο οθωμανικός στόλος 34.000 πολεμιστές, 45.000 κωπηλάτες και 13.000 ναύτες. Όσο κι αν τα μεγέθη αυτά δεν συμφωνούν πάντοτε στις διαθέσιμες πηγές, το βέβαιο είναι ότι ο συνολικός αριθμός των πολεμιστών, ναυτικών και κωπηλατών των δυο στόλων ξεπερνούσε τους 180.000 άνδρες· πρόκειται για ένα μέγεθος, που ισοδυναμούσε τότε με τους κατοίκους μιας μεγάλης πόλης της Eυρώπης. Mπορεί κανείς να φανταστεί ποιά οργανωτικά προβλήματα δημιουργούσε και στις δυο πλευρές η συγκέντρωση, η διοίκηση, ο εξοπλισμός, η διατροφή και η επιμελητεία γενικά ενός τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων (και μάλιστα διαφορετικής προέλευσης). Kαι μόνο από την άποψη αυτή η συγκρότηση των δυο αντίπαλων στόλων αποτελούσε σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, μοναδικό στη νεότερη ιστορία της Mεσογείου.

Ο ανδριάντας του Miguel de Cervantes στο λιμάνι της Ναυπάκτου, έργο του Ισπανού γλύπτη Jaume Mir Ramis. Ο διάσημος συγγραφέας δέχτηκε τρία τραύματα πολεμώντας, δυο στο στήθος και ένα τρίτο στο αριστερό χέρι, με αποτέλεσμα το τελευταίο να αχρηστευτεί εφ΄ όρου ζωής.

Η ιστορική σημασία μιας πολεμικής αναμέτρησης δεν φαίνεται μόνο στο μέγεθος των δυνάμεων των αντιπάλων, αλλά και στην έκταση των απωλειών τους. Στην περίπτωση της ναυμαχίας της Nαυπάκτου οι απώλειες ήταν τεράστιες, τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε πλοία: Oι νεκροί στον χριστιανικό στόλο ξεπέρασαν τους 7.500, οι πνιγμένοι τους 2.500 και οι τραυματίες τους 14.000 (από τους οποίους μάλιστα πολλοί, κάπου 4.000, πέθαναν από τα τραύματά τους στις επόμενες μέρες). Oι Oθωμανοί είχαν πάνω από 20.000 νεκρούς και 10.000 πνιγμένους, ανάμεσά τους τον καπουδάν πασά και όλους σχεδόν τους ανώτερους αξιωματούχους του στόλου. Eπρόκειτο λοιπόν για μιαν από τις φονικότερες αναματερήσεις της νεότερης ναυτικής ιστορίας της Ευρώπης, με ένα συνολικό αριθμό θυμάτων που ξεπέρασε τα 60.000 άτομα. Aνάλογης έκτασης ήταν και οι απώλειες των πολεμικών σκαφών, κυρίως των ηττημένων: Η χριστιανική αρμάδα έχασε 10 γαλέρες (το 5% περίπου της συνολικής της δύναμης), αλλά βύθισε ή αιχμαλώτισε 195 οθωμανικές (δηλαδή πάνω από το 90%· ουσιαστικά διέφυγαν μόνον οι 35 γαλέρες και μερικά ακόμα μικρότερα σκάφη του διοικητή του Aλγερίου Oυλούτζ Aλή). Στα χέρια των χριστιανών έπεσαν επίσης 3.000 αιχμάλωτοι, εκτός από τις 7.000 περίπου χριστιανούς κωπηλάτες που απελευθερώθηκαν (οι περισσότεροι Έλληνες). Σπεύδω και πάλι να διευκρινίσω ότι οι αριθμοί αυτοί δεν συμπίπτουν σε όλες τις διαθέσιμες πηγές της εποχής· οπωσδήποτε όμως αντιπροσωπεύουν με αρκετή πιστότητα τα ποσοτικά μεγέθη και γενικά τις διαστάσεις της ναυμαχίας.

Αν επίσης εξετάσει κανείς το πολιτικό κλίμα μετά τη ναυμαχία, τόσο στη χριστιανική Δύση όσο και στην ανατολική Mεσόγειο, θα διακρίνει μερικές σημαντικές διαφοροποιήσεις. Kαταρχήν η ίδια η ναυμαχία (“la naval”, όπως αναφέρεται στερεοτυπικά και με αντονομασία στις πηγές της εποχής) αποτέλεσε αφετηρία για την ανανέωση του αντιτουρκικού κλίματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμα και στις χώρες που συνεργάζονταν με τους Oθωμανούς (π.χ. στη Γαλλία). H ανανέωση αυτή φαίνεται στην ευρεία κυκλοφορία ολιγοσέλιδων εντύπων λαϊκού χαρακτήρα για τους Oθωμανούς και το τυραννικό κράτος των σουλτάνων, αλλά και στην πληθωρική επίσης αντιτουρκική παραγωγή στο χώρο της έντεχνης φιλολογίας και της τέχνης. Κανένα άλλο γεγονός της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας ως τη Γαλλική Eπανάσταση δεν έχει εμπνεύσει τόσα πολλά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα όσα η ναυμαχία της Nαυπάκτου. Άσχετα από την ποιότητά τους, το πλήθος, η γεωγραφική έκταση και η χρονική διάρκεια των αποτυπώσεων του γεγονότος εκείνου στη λαϊκή φιλολογία, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τη μουσική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική υπογραμμίζουν ένα σημαντικό ιστορικό δεδομένο: ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί, παρά την πολιτική και –το κυριότερο– την εκκλησιαστική τους διάσπαση, συνέχιζαν να συμπεριφέρονται ως μέλη μιας ενιαίας κοινότητας, ενός “κοινού χριστιανικού σώματος” (Corpus Christianorum). Συνεπώς η ναυμαχία, με το ιδεολογικό τουλάχιστον περιεχόμενο που της αποδόθηκε, συντέλεσε στη συνειδητοποίηση (και τότε, αλλά και αργότερα) της χριστιανικής ευρωπαϊκής ταυτότητας έναντι του αλλότριου “άλλου”: Αν και πολεμικό γεγονός, συνιστά σταθμό στην ιδεολογική ανέλιξη της ευρωπαϊκής ενότητας, που όχι μόνο ως την περίοδο του Διαφωτισμού, αλλά και ως σήμερα αποτελεί, παρά τις υπερβολές που προαναφέρθηκαν, ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς στους σταθμούς της ιστορικής συσπείρωσης των ευρωπαϊκών λαών.

Η ιδεολογική αυτή εξέλιξη είχε σχέση άμεση και με τον τρόπο που διεξήχθηκε η ναυμαχία και με το αποτέλεσμά της: Στη “Ναύπακτο” δεν συγκρούστηκαν μόνο δυο αντίπαλες θρησκευτικές κοινότητες· αναμετρήθηκαν και δυο διαφορετικές προσεγγίσεις του πολιτικού, του κοινωνικού, του οικονομικού και του τεχνολογικού χαρακτήρα του νεότερου κόσμου: από το ένα μέρος χώρες με σχετικά “αποκεντρωμένη” σε επιμέρους κράτη εξουσία, από το άλλο ένα συμπαγές μονολιθικό κρατικό μόρφωμα· από το ένα μέρος εκσυγχρονισμός στην τεχνολογία (έστω του πολέμου και του ναυτικού), από το άλλο στασιμότητα· από το ένα μέρος ανοίγματα στην εμπορική και οικονομική ζωή και συνεπώς και στη μετεξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας σε αστικότερη και σταδιακά φιλελεύθερη, από το άλλο εμμονή σε παραδοσιακές οικονομικές δομές, σε αυταρχικό και αντιπαραγωγικό σύστημα διακυβέρνησης ποικίλων και εχθρικών προς την κεντρική εξουσία λαών κλπ.

Eξάλλου, μολονότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν απαλλάχτηκε εντελώς από την παραδοσιακή της “τουρκοφοβία”, ωστόσο έπαψε να κατατρύχεται σε μεγάλο βαθμό από το πλέγμα κατωτερότητας έναντι της οθωμανικής στρατιωτικής δύναμης. Το φάσμα άλλωστε των τουρκικών αποβάσεων στην κεντρική και τη δυτική Mεσόγειο ήταν μετά το 1571 σαφώς περιορισμένο: θα μπορούσε κανείς να πει ότι διαμορφώθηκε de facto ένα ανομολόγητο status quo στη Μεσόγειο, με τους Οθωμανούς να ηγεμονεύουν (αλλά όχι χωρίς αμφισβητήσεις) στο ανατολικό της τμήμα και με τα δυτικά κράτη να κυριαρχούν (έστω και ανταγωνιζόμενα) στο δυτικό. H πορεία βέβαια στην κάμψη της οθωμανικής πολεμικής ισχύος είχε αργό ρυθμό: χρειάστηκε ένας περίπου αιώνας για να αρχίσει η διαδικασία της σταδιακής αποχώρησης των Oθωμανών από την κεντρική Eυρώπη και τη βόρεια Bαλκανική, και δυο αιώνες για να ξαναδούμε πάλι μια μεγάλη καταστροφή του τουρκικού στόλου στη Mεσόγειο (στη ναυμαχία του Tσεσμέ στις 25-26 Ιουνίου/6-7 Ιουλίου 1770).

Giovammi Francesco Camocio, Battaglia di Lepanto, χαρακτικό π. 1575.

Aπό την άλλη μεριά μειώθηκαν δραστικά και οι μεγάλες δυτικές ναυτικές εξορμήσεις στην ανατολική Mεσόγειο. Ουσιαστικά η ναυτική παρουσία των Ευρωπαίων αντιπάλων του σουλτάνου περιορίστηκε στις μικρής κλίμακας συνεχείς κουρσαρικές εξορμήσεις στο Aιγαίο και το Iόνιο των Iσπανών της Nεάπολης και της Σικελίας και των ιπποτών της Mάλτας και της Tοσκάνης. Πάντως, παρά τη μικρή τους έκταση, οι εξορμήσεις εκείνες δεν έμειναν χωρίς συνέπειες: Aπό το ένα μέρος υποδαύλιζαν συνεχώς ζητήματα πολιτικά (την αμφισβήτηση της οθωμανικής ναυτικής δύναμης στο Αιγαίο)· από το άλλο υπονόμευαν σταθερά την ανάπτυξη των οθωμανικών εμπορικών ναυτικών μεταφορών, επειδή με τη δράση τους ανέβαζαν το κόστος τους σε δυσβάστακτα ύψη (με τα βυθισμένα πλοία, τους αιχμαλώτους και τις ζημιές από τις καταστροφές και τη λαφυραγωγία). H κατάσταση αυτή ευνόησε αντίστροφα τη ναυτιλιακή δραστηριότητα των Eλλήνων, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη σχετική ανοχή των χριστιανών κουρσάρων, ανέλαβαν το έργο της διακίνησης των προϊόντων της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας στους θαλάσσιους δρόμους της ανατολικής ή και της κεντρικής Mεσογείου (Κραντονέλλη, 1994). Και αυτό αποτέλεσε τη σχετικά άγνωστη πρώτη φάση στην άνοδο του ελληνικού ναυτικού, που θα γίνει αισθητή στα τέλη του 17ου και δυναμική κατά τον αρχόμενο 18ο αιώνα.

Ένσταση δεύτερη: H ναυμαχία της Nαυπάκτου έγινε μεν σε ελληνικά νερά, αλλά ουσιαστικά ερήμην των Eλλήνων· αποτελούσε ξένη σύγκρουση ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις και στους Oθωμανούς. Kαι όμως: η ελληνική εμπλοκή δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη (Manoussacas, 1974).

H ενεργός καταρχήν συμμετοχή των Eλλήνων στο στρατιωτικό πεδίο ήταν μεγάλη σε έκταση και μοιρασμένη σε διαφορετικούς τομείς: Καταρχήν στις χερσαίες δυνάμεις υπηρέτησαν οι Έλληνες “stradioti” και γενικά οι άτακτοι, που, όπως είναι γνωστό, χρησιμοποιούνταν τόσο από τους Bενετούς (ιδιαίτερα στις κτήσεις τους της ελληνικής Aνατολής), όσο και από τους Iσπανούς. Oι ιδιόμορφες εκείνες στρατιωτικές μονάδες πήραν μέρος κυρίως στην άμυνα της Kύπρου, αλλά και στη ναυμαχία της Nαυπάκτου και στις επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Oι πιο γνωστές περιπτώσεις στον εξοπλισμό καραβιών από Έλληνες κυβερνήτες και ελληνικά πληρώματα αφορούν 4 γαλέρες από τους Kερκυραίους, 5 από τους Zακυνθινούς και 20 περίπου από τους Kρητικούς. Tα σκάφη αυτά έδρασαν στα παράλια της Hπείρου και στο νότιο Aιγαίο και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πήραν όλα μέρος στη ναυμαχία. Και ήταν, κατά τους ξένους παρατηρητές της εποχής, τα καλύτερα εξοπλισμένα πολεμικά του βενετικού στόλου. Στον ίδιο κύκλο θα πρέπει να εντάξουμε και τα μικρότερα καράβια, που έδρασαν άλλοτε συντονιζόμενα με τον χριστιανικό στόλο και άλλοτε μεμονωμένα. Αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό που πήρε μέρος –ενεργητικά ή και παθητικά– στη ναυμαχία δεν ήταν καθόλου αμελητέο: Oι Iσπανοί είχαν μαζί τους άγνωστο, αλλά πάντως μεγάλο αριθμό Eλλήνων, που στρατολογήθηκαν στις κατωϊταλικές τους κτήσεις (όλοι οι ενήλικοι άρρενες). Oι Bενετοί προχώρησαν σε αθρόες και κατά κανόνα υποχρεωτικές στρατολογήσεις και ναυτολογήσεις σε βενετοκρατούμενα, αλλά και σε τουρκοκρατούμενα μέρη. Yπολογίζεται ότι μόνο στην Kρήτη συγκεντρώθηκαν το 1570 για το βενετικό ναυτικό 2.804 κωπηλάτες και ναύτες και 3.730 ένοπλοι (Χασιώτης, 1971, σ. 91 κ.ε., 135 κ.ε., 145 κ.ε., 160 κ.ε., 197 κ.ε., 209 κ.ε.). Aκόμα μεγαλύτερη ήταν η ελληνική παρουσία στον οθωμανικό στόλο: Στις παραμονές της ναυμαχίας υπολογίστηκε ότι οι Έλληνες ναύτες και κωπηλάτες στην υπηρεσία των Oθωμανών ανέρχονταν σε 7.500-10.000 άνδρες (Σφυρόερας, 1968, σ. 24-27). Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική συμμετοχή στις επιχειρήσεις του Ιερού Συνασπισμού ήταν η μεγαλύτερη σε σύγκριση με εκείνη που πρόσφεραν οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί (με την εξαίρεση βέβαια των Iσπανών και των ποικίλης προέλευσης Iταλών).

Naval Battle of Lepanto

Oι Έλληνες εξάλλου μοιράστηκαν με τον τρόπο τους και το κλίμα ευφορίας που επικράτησε στη δυτική Eυρώπη κατά τις παραμονές και κυρίως μετά τη χριστιανική νίκη στις Εχινάδες. Oι σχετικές “ενθυμήσεις” και τα “βραχέα χρονικά”, παρά την αναπόφευκτη λακωνικότητά τους, υποδηλώνουν με έμμεσο και υπιανικτικό τρόπο τη συγκρατημένη χαρά που προκάλεσε στους ανώνυμους συντάκτες τους η εμφάνιση στις ελληνικές θάλασσες “της μυριοστόλου νηός των Λατίνων” και στη συνέχεια “ο πόλεμος ο θαυμαστός και ο μέγας”, κατά τον οποίο μάλιστα “ενικήσασι οι Pωμαίοι” [sic]. H ευφορία βέβαια εκδηλώθηκε φανερά στις βενετοκρατούμενες περιοχές και στη Διασπορά· γι’ αυτό και από εκεί προήλθαν όχι μόνο τα ελάχιστα δυστυχώς σωζόμενα στιχουργήματα για τον πόλεμο της Kύπρου, αλλά και οι εικαστικές απεικονίσεις της ναυμαχίας είτε σε σχεδιάσματα (π.χ. του Γεωργίου Kλόντζα) και σε φορητές εικόνες (κυρίως Eπτανησίων αγιογράφων) είτε και σε μεγάλες συνθέσεις, όπως ήταν π.χ. οι καταστραμμένες τοιχογραφίες του Mηλιώτη ζωγράφου Aντωνίου Bασιλάκη στο βενετικό δουκικό ανάκτορο, το πορτραίτο του Δον Xουάν και κυρίως η “Aλληγορία του Iερού Συνασπισμού” του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (Hassiotis, 2001, σ. 42· πρβλ. Mínguez Cornelles, 2016, σ. 234).

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, La Adoración del Nombre de Jesús (Alegoría de la Liga Santa), 1577-1579, Monasterio de El Escorial, Μαδρίτη

Ένσταση τρίτη και τελευταία: Παρά την ελληνική συμμετοχή, η ναυμαχία της Nαυπάκτου δεν επηρέασε την εξέλιξη των ελληνικού ενδιαφέροντος γεγονότων: ούτε την κατάκτηση της Kύπρου απέτρεψε ούτε την οθωμανική κυριαρχία κλόνισε σε άλλες ελληνικές περιοχές (π.χ. στην Πελοπόννησο). Εξάλλου η ναυμαχία έγινε μετά την κατάληψη και του τελευταίου κυπριακού οχυρού, της Aμμοχώστου. Kαι στον επόμενο χρόνο (1572) η τρίτη (και τελευταία) εξόρμηση του χριστιανικού στόλου θα περιοριστεί σε έναν άγονο κλεφτοπόλεμο στα πελοποννησιακά παράλια και σε μια εφήμερη απόβαση στον όρμο του Nαβαρίνου, που δεν επέτυχε κανέναν ουσιαστικό στρατιωτικό στόχο.

Παρ’ όλα αυτά η δράση του Iερού Συνασπισμού και η καταστροφή του οθωμανικού στόλου στη Nαύπακτο δεν έμεινε εντελώς ασύνδετη με την τύχη των Eλλήνων. Aπό τις παραμονές κιόλας της ναυμαχίας η προσδοκία της εμφάνισης της χριστιανικής “αρμάδας” υποδαύλιζε για μισόν αιώνα περίπου την επαναστατική κινητικότητα σε πολλές ελληνικές περιοχές, από την Kύπρο και τη νότια Πελοπόννησο ως τη βορειοδυτική Mακεδονία και την Ήπειρο. Όλες εκείνες οι προσπάθειες απέτυχαν ή είχαν και αιματηρή κατάληξη. Ωστόσο οι αμφισβητήσεις της οθωμανικής κυριαρχίας, ακόμα και όσες έμειναν στο στάδιο του σχεδιασμού, οργανώνονταν πάντοτε σε συνεννόηση με τις δυνάμεις που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα του 1570-1572 και πάντοτε στον μακρόσυρτο απόηχο της “μεγάλης εκείνης ημέρας”. Tο γεγονός αυτό είχε αρκετές μακροπρόθεσμες συνέπειες: κρατούσε σταθερή και τη διασύνδεση των ελληνικών επαναστατικών κινήσεων με την πολιτική της χριστιανικής Δύσης στην ανατολική Mεσόγειο και, συνεπώς, ανανέωνε και την εξάρτηση του ελληνικού πολιτικού ζητήματος από τη χριστιανική Eυρώπη. Tο δεδομένο αυτό μπορεί να εκτιμηθεί μόνο αν το προσεγγίζουμε μέσα από την προοπτική του χρόνου: Σε τελευταία ανάλυση η ναυμαχία της 7ης Oκτωβρίου 1571 αποτέλεσε το προηγούμενο σε ένα άλλο ανάλογο γεγονός που συνέβη 256 χρόνια αργότερα τον ίδιο μήνα και –όχι τυχαία– στα ίδια περίπου νερά τού Iονίου· εννοώ βέβαια τη ναυμαχία της 8ης/20ής Oκτωβρίου 1827 στο Ναβαρίνο, η οποία, με μιαν ανάλογη καταστροφή του οθωμανικού στόλου, επιτάχυνε τις διαδικασίες για τη θετική κατάληξη του απελευθερωτικού αγώνα των Eλλήνων και την τελική ανεξαρτησία της Eλλάδας.

 

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ.

 

                                                           

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Fernand Braudel, La Méditérranée et le monde méditerranéen à l’époque de Philippe II, α΄ έκδ., Παρίσι 1949, β΄ έκδ. αναθεωρ. και συμπληρ., τόμ. 1-2, Παρίσι 1966, ελλην. έκδ., Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄της Ισπανίας. Γεγονότα, πολιτική, άνθρωποι, τόμ. 1-3, Αθήνα 1991-1998.

Fernand Braudel, “Bilan d’une bataille”, Il Mediterraneo nella seconda metà del ’500 alla luce di Lepanto, επιμ. Gino Benzoni, Φλωρεντία 1974, σ. 109-120.

Niccolò Capponi, Victory of the West. The Story of the Battle of Lepanto, Νέα Υόρκη 2006, ιταλ. έκδ.: Lepanto 1571. La Lega Santa contro l’impero ottomano, Μιλάνο 2008.

Jean Dumont, Lépante, l’histoire étouffée, Παρίσι 1997.

David García Hernán – Enrique García Hernán, Lepanto: El día después, Mαδρίτη 1999.

John F. Guilmartin, Jr., Gunpowder and Galleys, Cambridge University Press 1974, και β΄ έκδ. αναθεωρ., Λονδίνο, 2003.

Ι.Κ. Χασιώτης, Οι Έλληνες στις παραμονές της ναυμαχίας της Ναυπάκτου, 1568-1571, Θεσσαλονίκη 1971.

Ι.Κ. Hassiotis, “Spanish Policy towards the Greek Insurrectionary Movements in the Early Seventeenth Century”, Actes du IIe Congrès Intern. des Etudes du Sud-est Européen, τόμ. 3, Aθήνα 1978, σ. 313-329.

Ι.K. Hassiotis, “Hacia una re-evaluación de Lepanto”, Volver a Cervantes: Actas del IV Congreso Internacional de la Asociación de Carvantistas, επιμ. Antonio Bernat Vistarini, τόμ. 1, Πάλμα (Μαγιόρκα), 2001, σ. 37-45.

Ι. Κ. Χασιώτης, “Ιδεολογικές επιβιώσεις της ναυμαχίας της Ναυπάκτου στον ισπανικό κόσμο”, Mundo Neogriego y Europa: Contanctos, diálogos culturales, επιμ. Francisco Morcillo Ibáñez, Γρανάδα 2015, σ. 13-41.

Andrew C. Hess, “The battle of Lepanto and its place in Mediterranean history”, Past and Present, 57 (Nοέμβρ. 1972), 53-73.

Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, “Η σημασία της ναυμαχίας της Ναυπάκτου στην ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας”, Σύμμικτα, 9 (ΕΙΕ, 1994), 269-282.

Manoussos Manoussacas, “Lepanto e i Greci”, Il Mediterraneo nella seconda metà del ’500 alla luce di Lepanto, επιμ. Gino Benzoni, Φλωρεντία 1974, σ. 215-241.

Robert Mantran, “L’écho de la bataille de Lépante à Constantinople”, Annales. Économie, Société, Civilisation, 28 (1973), 396-405.

Víctor Mínguez Cornelles, “El Greco y la sacralización de Lepanto en la Corte de Felipe II”, EL Greco en su IV Centenario: patrimonio Hispánico y diálogo intercultural, επιμ. Esther Almarcha, Palma Martínez-Burgos, Elena Sainz, Κουένκα, Universidad de Castilla-La Mancha, 2016, σ. 215-234.

Manuel Rivero Rodríguez, La batalla de Lepanto. Cruzada, guerra santa e identidad confesional, Μαδρίτη 2008.

Βασίλης Σφυρόερας, Τα ελληνικά πληρώματα του τουρκικού στόλου, Αθήνα 1968.

Onur Yildirim, “The Battle of Lepanto and its Impact on Ottoman History and Historiography”, Mediterraneo in Armi, επιμ. Rosella Cancilla, τόμ. 2, Παλέρμο 2007, σ. 533-556.

Αντώνης Κλάψης: Ο διακανονισμός της Λωζάννης

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Αντώνης Κλάψης

Ο διακανονισμός της Λωζάννης

 

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Ανακωχή των Μουδανιών

Η στρατιωτική ήττα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία, η οποία ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1922, έδωσε τη χαριστική βολή στη Συνθήκη των Σεβρών. Πλέον, ήταν φανερό ότι θα έπρεπε να υπάρξει ένας νέος συμβατικός διακανονισμός, ο οποίος θα αντανακλούσε τα δεδομένα που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της αρνητικής για την Ελλάδα εξέλιξης της πολεμικής αναμέτρησης με τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν θα βρισκόταν στη θέση της διεκδικήτριας εδαφών, όπως είχε συμβεί μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα θα όφειλε να εστιάσει τις προσπάθειές της στην αποφυγή περαιτέρω απωλειών από εκείνες που είχε ήδη δρομολογήσει η Μικρασιατική Καταστροφή.

Παράλληλα με τις νίκες τους εναντίον του ελληνικού στρατού, οι κεμαλικές δυνάμεις έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο πλήρους ξεριζωμού του ελληνικού στοιχείου. Σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί και άλλες βιαιοπραγίες συνέθεταν την εικόνα του διωγμού, η οποία συμπληρωνόταν από την αιχμαλωσία και την υποβολή σε εξοντωτικά καταναγκαστικά έργα των αμάχων ανδρών ηλικίας 18-45 ετών. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, αλλά και πολλοί Αρμένιοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο στην Ελλάδα, η οποία έγινε αποδέκτης ενός πρωτοφανούς προσφυγικού ρεύματος. Η πυρπόληση της Σμύρνης, σε συνδυασμό με τον μαρτυρικό θάνατο του μητροπολίτη της πόλης Χρυσόστομου, αποτέλεσαν το επιστέγασμα της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού.[1]

Στην Ελλάδα, η Μικρασιατική Καταστροφή δρομολόγησε καταιγιστικές εξελίξεις, με κορυφαία όλων την εκδήλωση κινήματος στις τάξεις των διασωθέντων μονάδων της νότιας στρατιάς της Μικράς Ασίας, τα οποία είχαν μεταφερθεί στη Λέσβο και στη Χίο. Επικεφαλής της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου» τέθηκαν οι συνταγματάρχες Στυλιανός Γονατάς και Νικόλαος Πλαστήρας και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς. Οι επαναστάτες ζήτησαν την άμεση παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της κυβέρνησης, τη διάλυση της Βουλής και την ενίσχυση του μετώπου της Θράκης. Προκειμένου να αποδείξουν την αποφασιστικότητά τους, διέταξαν την αποβίβαση τμημάτων των επαναστατημένων στρατιωτικών δυνάμεων στο Λαύριο, απαιτώντας τελεσιγραφικά πλέον την εκπλήρωση των απαιτήσεών τους˙ σε διαφορετική περίπτωση, δήλωναν ότι θα βάδιζαν εναντίον της Αθήνας. Ανήμπορος να αντιδράσει, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του διαδόχου, ο οποίος ανήλθε στο θρόνο ως Γεώργιος Β΄. Παράλληλα, συγκροτήθηκε νέα κυβέρνηση, η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου».[2]

Η αλλαγή προσώπων δεν αρκούσε για να αναστρέψει τα αποτελέσματα της ελληνικής ήττας στη Μικρά Ασία. Η εξαιρετικά δυσμενής θέση της Ελλάδας επιβεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφισβήτηση ήδη από την επαύριον της ελληνικής συντριβής στο μικρασιατικό μέτωπο. Στις 20 Σεπτεμβρίου/3 Οκτωβρίου 1922 στα Μουδανιά της Προποντίδας ξεκίνησαν οι εργασίες διεθνούς διάσκεψης με στόχο τη διαπραγμάτευση όρων ανακωχής που θα έθεταν το πλαίσιο τερματισμού των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην κεμαλική Τουρκία. Ωστόσο, στη διάσκεψη δεν προσκλήθηκε η ελληνική πλευρά, αλλά οι διαβουλεύσεις έγιναν, ερήμην της Ελλάδας, ανάμεσα σε αντιπροσώπους αφενός της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αφετέρου της Τουρκίας. Η συζήτηση δεν αφορούσε πλέον στη Μικρά Ασία, αλλά στο μέλλον της Ανατολικής Θράκης, την οποία η Άγκυρα θεωρούσε αναπόσπαστο τμήμα του τουρκικού κράτους. Το τελικό κείμενο, το οποίο υπογράφηκε στις 28 Σεπτεμβρίου/11 Οκτωβρίου 1922, προέβλεπε την άμεση αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Ανατολική Θράκη και την αποκατάσταση των τουρκικών αρχών στην περιοχή μέσα σε διάστημα 30 ημερών. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί εκ των υστέρων τους επαχθείς όρους.[3] Στις 2/15 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός άρχισε να εκκενώνει την Ανατολική Θράκη. Όπως ήταν αναμενόμενο, την ίδια πορεία ακολούθησε σύσσωμος ο ελληνικός της πληθυσμός. Ένα δεύτερο προσφυγικό ρεύμα προς την Ελλάδα της τάξης των 250.000 ανθρώπων προστέθηκε σε εκείνο που είχε ήδη δημιουργηθεί από τη Μικρά Ασία.[4]

Το κτήριο (σήμερα μουσείο) στα Μουδανιά, όπου έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις για την ανακωχή.

Η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης: το διαπραγματευτικό πλαίσιο

Για τη διευθέτηση όλων των ζητημάτων –όχι μόνο εκείνων που παρουσίαζαν ελληνικό ενδιαφέρον– τα οποία αφορούσαν στην Τουρκία και παρέμεναν εκκρεμή μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συγκλήθηκε τον Νοέμβριο του 1922 η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάννης. Ανταποκρινόμενος στην έκκληση της επαναστατικής κυβέρνησης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τέθηκε επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στην ελβετική πόλη. Η αποστολή που αναλάμβανε ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στο Παρίσι λίγα χρόνια νωρίτερα, η Ελλάδα προσερχόταν πλέον στις διαπραγματεύσεις όχι ως νικήτρια, αλλά ως ηττημένη ενός πολέμου και μάλιστα με το πρόσθετο δυσβάσταχτο βάρος της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συνακόλουθη πιεστική ανάγκη περίθαλψης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Η Ανακωχή των Μουδανιών είχε ήδη καταστήσει αναπόφευκτη την οριστική απώλεια και της Ανατολικής Θράκης. Χωρίς να διαθέτει σχεδόν κανένα διεθνές έρεισμα, η ελληνική πλευρά καλούνταν να αντιμετωπίσει τις διευρυμένες τουρκικές αξιώσεις, οι οποίες περιλάμβαναν τη Δυτική Θράκη και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου.[5]

24 Ιουλίου 1923. Η καταληκτήρια συνεδρία στο Palais de Rumine της Λωζάννης.

Η δυσμενής διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας κατέστη ακόμα χειρότερη εξαιτίας της καταδίκης σε θάνατο πέντε επιφανών πολιτικών ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης και του τελευταίου αρχιστράτηγου της ελληνικής στρατιάς της Μικράς Ασίας ως υπαίτιων για την Καταστροφή. Οι διεθνείς πιέσεις που ασκήθηκαν (κυρίως από τη βρετανική πλευρά) για την αποτροπή των εκτελέσεων δεν είχαν αποτέλεσμα.[6] Το πρωί της 15ης/28ης Νοεμβρίου οι έξι εκτελέστηκαν στο Γουδί. Την ίδια ημέρα, υλοποιώντας τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του, ο Βρετανός πρεσβευτής εγκατέλειψε την Αθήνα. Οι διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ελλάδα διακόπηκαν, επιτείνοντας έτσι την ελληνική διπλωματική απομόνωση, την ώρα που η βρετανική υποστήριξη ήταν απολύτως απαραίτητη στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει στη Λωζάννη.[7]

Το πρώτο ελληνικού ενδιαφέροντος ζήτημα που εξετάστηκε στη Λωζάννη ήταν εκείνο της χάραξης των χερσαίων ελληνοτουρκικών συνόρων. Ως προς την Ανατολική Θράκη, η παραχώρησή της στην Τουρκία είχε προδιαγραφεί με την υπογραφή της Ανακωχής των Μουδανιών. Ο Βενιζέλος το είχε έγκαιρα κατανοήσει και, ήδη πριν από την έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης είχε ξεκαθαρίσει τη στάση που θα τηρούσε:

Εδέχθην να υπηρετήσω την κυβέρνησιν της Ελλάδος, ασχέτως μάλιστα προς τ’ αποτελούντα αυτήν πρόσωπα, διότι έβλεπα και εξ άλλων τεκμηρίων και εκ της αναγνώσεως αυτού του φιλελευθέρου τύπου των Αθηνών, πόσον ολίγον αντελαμβάνετο ο κόσμος αυτού κάτω το μέγεθος της καταστροφής. Ο φιλελεύθερος τύπος και μετά την καταστροφήν εν Μικρασία επερίμενεν ότι, άμα κατήρχετο του θρόνου ο Κωνσταντίνος, ουδέν θα υπήρχε πλέον κώλυμα όπως ριφθώμεν εις τας αγκάλας των πρώην συμμάχων μας. Έβλεπα δε ότι η Επανάστασις ήρχετο με πρόγραμμα συνεχίσεως του πολέμου προς διάσωσιν της Αν. Θράκης και έκρινα ότι επεβάλλετο ν’ αποδεχθώ την επιβληθείσαν μοι υπηρεσίαν, διά να ειμπορέσω να είπω και προς την Επανάστασιν και προς τον ελλην. λαόν ότι η Αν. Θράκη εχάθη ήδη και δεν υπολείπεται παρά να ίδωμεν τι ειμπορεί ακόμη να σωθή, διά να μη φθάσωμεν εις πληρεστέραν ακόμη καταστροφήν. Εδέχθην ακόμη την εντολήν, διότι άλλως θα υπετίθετο ότι προσωπικός εγωισμός με ημπόδιζε να δεχθώ, διά να αποφύγω την τραγικήν ανάγκην να υπογράψω εξ ονόματος της Ελλάδος την συνθήκην της ήττης και δεν ήθελα να δώσω εις τους συμπολίτας μου το κακόν αυτό παράδειγμα της προτάξεως του εγώ υπέρ το κοινόν συμφέρον.[8]

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέρχεται από τον πύργο του Ouchy, όπου πραγματοποιήθηκε μέρος των διαπραγματεύσεων.

Ο ρεαλισμός του Βενιζέλου βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία αφενός με τη σύγχυση που εξακολουθούσε να επικρατεί στην Ελλάδα, αφετέρου με την αδυναμία κυβέρνησης και κοινής γνώμης να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν με πάθος ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει την παράδοση της Ανατολικής Θράκης ήταν και ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ηγετικό στέλεχος της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου». Την προπαραμονή της υπογραφής της Ανακωχής των Μουδανιών, διακήρυξε δημόσια ότι η απώλεια της Ανατολικής Θράκης δεν είχε έρθει ως αποτέλεσμα της ελληνικής συντριβής στη Μικρά Ασία, αλλά εξαιτίας της έλλειψης αποφασιστικότητας από την πλευρά της Ελλάδας να υπερασπιστεί τα κεκτημένα.

Δεν θα χάσωμεν την Θράκην, διότι έχωμεν ολιγώτερον στρατόν ή ως στερούμενοι όπλων, πυροβόλων και εφοδίων. Θα την χάσωμεν διότι είμεθα άνανδροι και δειλοί. Περιφανή δε απόδειξιν περί των ανωτέρω μας παρέχει το πρόσφατον παράδειγμα του αλαζόνος Κεμάλ. Δι’ επισήμου συνθήκης, υπογεγραμμένης παρά των Συμμάχων Δυνάμεων, η Τουρκία ηκρωτηριάσθη οικτρώς, ενώ ιδιαίτερον άρθρον αυτής προέβλεπε περί εκδιώξεως του Σουλτάνου εκ Κωνσταντινουπόλεως και πλήρους σχεδόν διαμελισμού, εν η περιπτώσει οι άσημοι τότε αντάρται της Αγκύρας δεν κατέθετον τα όπλα. […] Εάν χάνωμεν την Θράκην, την χάνομεν διότι ΔΕΝ ΘΕΛΟΜΕΝ ΝΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΩΜΕΝ. Εάν οι σημερινοί υπό τα όπλα αξιωματικοί και οπλίται ΘΕΛΗΣΟΥΝ, είναι υπεραρκετοί να κάμψουν την οφρύν του επηρμένου Τούρκου. Οι αποτελούντες σήμερον την υπό τα όπλα δύναμιν άνδρες, δεν έχωσι καν υπέρ εαυτών το επιχείρημα των εκ της μακράς στρατεύσεως κακουχιών. Εάν υπάρχουν μεταξύ αυτών τινες επιλήσμονες της υπερτάτης προς την Πατρίδα υποχρεώσεως, οφείλει το Κράτος να πατάξη παραδειγματικώς τους μητραλοίας αυτούς, όπως εξυγιάνη το σύνολον. Και έχω την ακράδαντον πεποίθησιν ότι, εάν νευρώδης Κυβέρνησις αναλάβη σήμερον στερά τη χείρι τα ηνία του Κράτους, θα δυνηθή να οδηγήση και την υστάτην αυτήν στιγμήν το Εθνικόν άρμα προς την οδόν της Τιμής και του Καθήκοντος.[9]

Οι απόψεις του Πάγκαλου βρίσκονταν μακριά από την πραγματικότητα. Όχι μόνο δεν υπήρχε κανένα περιθώριο η Ανατολική Θράκη να παραμείνει σε ελληνικά χέρια, αλλά στη Λωζάννη ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ πασάς ήγειρε ζήτημα Δυτικής Θράκης, ζητώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο Βενιζέλος αντέδρασε αποφασιστικά, έχοντας στη διαπραγματευτική του φαρέτρα την ανασυγκρότηση –από τον Πάγκαλο– της Στρατιάς του Έβρου,[10] η οποία έδινε στην Ελλάδα ένα σημαντικό τακτικό πλεονέκτημα. Απέρριψε το τουρκικό αίτημα, ξεκαθαρίζοντας πως εάν επρόκειτο να γίνει δημοψήφισμα στη Δυτική Θράκη, θα έπρεπε παράλληλα να γίνει και στην Ανατολική, αφού όμως επέστρεφε σε αυτή ο ελληνικός πληθυσμός. Το επιχείρημα ήταν καταλυτικό. Ομόφωνα αρνητική στάση απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις τήρησαν και οι Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά και τα βαλκανικά κράτη που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη. Έτσι, ο Ισμέτ επικεντρώθηκε στη διεκδίκηση μόνο του Καραγάτς, το οποίο βρίσκεται στη δυτική όχθη του Έβρου. Υποστήριξε ότι το Καραγάτς έπρεπε να δοθεί στην Τουρκία ώστε να εξασφαλισθεί αφενός η άμυνα της Αδριανούπολης, αφετέρου η σύνδεσή της με τη σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινούπολης-Σόφιας.

 

Η στρατιά του Έβρου

 

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος επιθεωρεί τη στρατιά του Έβρου τον Μάιο του 1923 (πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Παρεμβολή στο ζήτημα του καθεστώτος της Δυτικής Θράκης υπήρξε και από την πλευρά της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι δεν είχαν εξοικειωθεί με την ιδέα της απώλειας της Δυτικής Θράκης, η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (14/27 Νοεμβρίου 1919). Αντίθετα, εξακολουθούσαν να επιδιώκουν την εξασφάλιση εδαφικής διεξόδου στο Αιγαίο Πέλαγος. Ωστόσο, στη Λωζάννη δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Έτσι, αρκέστηκαν στα δικαιώματα οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, μέσω του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, τα οποία τους είχαν έτσι κι αλλιώς αναγνωριστεί με τη Συνθήκη του Νεϊγύ.[11]

Δεύτερο εδαφικό ζήτημα μείζονος σημασίας που εξετάστηκε στη Λωζάννη ήταν εκείνο του καθεστώτος των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Ευθύς εξαρχής, οι Ιταλοί ξεκαθάρισαν ότι δεν θα δέχονταν καμία συζήτηση για τα Δωδεκάνησα, τα οποία διαμήνυσαν ότι σκόπευαν να τα διατηρήσουν υπό την κυριαρχία τους. Ο Ισμέτ προσπάθησε να διεκδικήσει όσα περισσότερα από τα υπόλοιπα νησιά μπορούσε. Πρωτίστως, υποστήριξε ότι, για λόγους ασφάλειας των Στενών, η Ίμβρος, η Τένεδος αλλά και η Σαμοθράκη έπρεπε οπωσδήποτε να δοθούν στην Τουρκία. Τα ελληνικά αντεπιχειρήματα ήταν θεμελιωμένα στην πληθυσμιακή σύνθεση των νησιών, η οποία ήταν συντριπτικά ελληνική.

Η τουρκική αντιπροσωπεία ζήτησε, επίσης, την πλήρη αποστρατικοποίηση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας. Ο Ισμέτ υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο ώστε η Ελλάδα να μη χρησιμοποιούσε αυτά τα νησιά ως εφαλτήρια για μελλοντικές επιθετικές ενέργειες εναντίον της Τουρκίας. Επιπλέον, η τουρκική πλευρά αξίωσε την καθιέρωση στα τέσσερα νησιά ειδικού καθεστώτος αυτονομίας, το οποίο –κατά την τουρκική άποψη– θα αποτελούσε εγγύηση για την «ουδέτερη και ανεξάρτητη πολιτική τους ύπαρξη». Η τουρκική διατύπωση ήταν ενδεικτική των πραγματικών προθέσεων της Άγκυρας: εφόσον δεν μπορούσε να αποσπάσει τα τέσσερα νησιά από την Ελλάδα, να δημιουργήσει ωστόσο ένα νομικό έρεισμα για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί αυτών όταν οι περιστάσεις θα ήταν ευνοϊκές για την Τουρκία.

Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη με επικεφαλής τον Ισμέτ Πασά.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Ο Βενιζέλος έγκαιρα συνειδητοποίησε ότι η de facto κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με τον βίαιο ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης ήταν αδύνατο να αλλάξει, με δεδομένη την πολιτική που ακολουθούσε το κεμαλικό καθεστώς της Άγκυρας. Ενδεικτικό των προθέσεων της κεμαλικής κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι μόλις πέντε ημέρες μετά την κατάληψη της Σμύρνης, ο διοικητής των τουρκικών δυνάμεων που έλεγχαν την πόλη, Νουρεντίν πασάς, ξεκαθάρισε προς τον επικεφαλής της αμερικανικής Επιτροπής Ανακούφισης Καταστροφής Σμύρνης Τσαρλς Κάλβιν Ντέηβις ότι η επανεγκατάσταση των προσφύγων στις εστίες τους ήταν αδύνατη και ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν οριστικά τη Μικρά Ασία: «Πιστεύω ότι αυτή είναι η τελική απόφαση της εθνικιστικής κυβέρνησης στο εθνοτικό ζήτημα», κατέληγε επιγραμματικά ο Ντέηβις.[12] Κάτω από την επίδραση των τετελεσμένων γεγονότων που ασφαλώς ευνοούσαν την τουρκική πλευρά, ο Βενιζέλος γρήγορα προσανατολίστηκε προς την ιδέα της σύναψης μιας Συνθήκης για την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Αμέσως μετά τη συνομολόγηση της Ανακωχής των Μουδανιών, έσπευσε να προτείνει στον ειδικό απεσταλμένο της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες Φρίντγιοφ Νάνσεν την άμεση υλοποίηση της ανταλλαγής ακόμα και πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Αφενός επηρεασμένος από τις εισηγήσεις του Βενιζέλου και αφετέρου απογοητευμένος από την αδιαλλαξία της Άγκυρας, ο Νάνσεν ενστερνίστηκε την ιδέα.[13]

Η σκέψη για την –εθελούσια και όχι υποχρεωτική όπως τελικά συμφωνήθηκε στη Λωζάννη– ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες δεν ήταν καινούργια. Ήδη από το 1914 η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε αποδεχθεί ανάλογες τουρκικές προτάσεις σε μια προσπάθεια προστασίας του διωκόμενου ελληνικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[14] Όμως το 1922 ο διωγμός ήταν πλέον τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο γεγονός. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς περιστάσεις, ο Βενιζέλος πίστευε ότι η ανταλλαγή θα εξυπηρετούσε το τιτάνιο έργο της περίθαλψης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, καθώς η μετεγκατάστασή τους θα διευκολυνόταν αποφασιστικά από την αποχώρηση των μουσουλμάνων από τα ελληνικά εδάφη, έστω κι αν οι πρώτοι σαφώς υπερτερούσαν αριθμητικά των τελευταίων. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν δίστασε να προειδοποιήσει τον Νάνσεν ότι σε περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση δεν ανταποκρινόταν θετικά στην πρόταση της ανταλλαγής, η ελληνική πλευρά ήταν αποφασισμένη να την εφαρμόσει μονομερώς, εκδιώκοντας τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την ελληνική επικράτεια.[15]

Στην Ελλάδα η προοπτική της ανταλλαγής συναντούσε ισχυρές αντιδράσεις τόσο από τα ηγετικά στελέχη της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου», μεταξύ αυτών και του Πλαστήρα, όσο και από τους πρόσφυγες. Ωστόσο, η επιμονή του Βενιζέλου για την απόλυτη ανάγκη συνομολόγησης συνθήκης ανταλλαγής πληθυσμών με την Τουρκία έκαμψε τις αντιρρήσεις. Τελευταίο εμπόδιο για την κατάληξη σε οριστική συμφωνία ανάμεσα στην Αθήνα και στην Άγκυρα αποτέλεσε το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείο, το οποίο για τους κεμαλικούς εκλαμβανόταν ως δυνητικός θεματοφύλακας της Μεγάλης Ιδέας.[16] Η τουρκική πλευρά επιδίωκε την απομάκρυνσή του από την Κωνσταντινούπολη, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι τα ειδικά προνόμια που το Πατριαρχείο απολάμβανε εντός του πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν δυνατόν να συνεχίζουν να του αναγνωρίζονται από το νέο τουρκικό κράτος. Τελικά, με δεδομένη την αντίθεση όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και όλων των υπόλοιπων αντιπροσωπειών, η Άγκυρα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση: δεσμεύτηκε να διατηρήσει το Πατριαρχείο στην ιστορική του έδρα, υπό τον όρο όμως ότι το τελευταίο θα απέβαλε όλες τις μη εκκλησιαστικές αρμοδιότητες που έως τότε διατηρούσε.[17]

Ο χάρτης της Ανταλλαγής των Πληθυσμών.

Μετά τη διευθέτηση όλων των επιμέρους λεπτομερειών, στις 17/30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφηκε στη Λωζάννη η διμερής Σύμβαση για την Ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών. Με βάση τις διατάξεις της προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή αφενός των Ελλήνων ορθόδοξων που διέθεταν τουρκική υπηκοότητα και κατοικούσαν σε τουρκικά εδάφη, αφετέρου των μουσουλμάνων με ελληνική υπηκοότητα που κατοικούσαν σε ελληνικά εδάφη. Η ισχύς της ήταν αναδρομική, με χρονικό σημείο εκκίνησης την 5η/18η Οκτωβρίου 1912, ημερομηνία έναρξης των ελληνοτουρκικών εχθροπραξιών του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Οι ανταλλάξιμοι δεν είχαν το δικαίωμα επανεγκατάστασης στην Ελλάδα ή στην Τουρκία χωρίς την άδεια της ελληνικής ή της τουρκικής κυβέρνησης αντίστοιχα. Από τον γενικό κανόνα της ανταλλαγής εξαιρούνταν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.[18] Η Σύμβαση προνοούσε για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ανταλλάξιμων στις κινητές και στις ακίνητες περιουσίες τους. Τέλος, προβλεπόταν η σύσταση Μικτής Επιτροπής, η οποία επιφορτιζόταν με το καθήκον επίβλεψης της εφαρμογής όλων των πτυχών της Σύμβασης.[19]

 

Η Συνθήκη Ειρήνης

Η συνομολόγηση της Σύμβασης της Ανταλλαγής προηγήθηκε της σύναψης της Συνθήκης Ειρήνης κατά έξι μήνες. Σε αυτό το διάστημα, οι διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη πολύ συχνά ήταν κάθε άλλο παρά ευχερείς. Στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων το πλέον ακανθώδες ζήτημα ήταν η επιμονή της τουρκικής αντιπροσωπείας στην αξίωση για την πληρωμή αποζημίωσης από την πλευρά της Ελλάδας για τις καταστροφές που είχε διαπράξει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία. Η κατηγορηματική άρνηση της Αθήνας να αποδεχθεί αυτόν τον όρο –απότοκη μεταξύ άλλων και της πρακτικής αδυναμίας, λόγω της δεινότατης οικονομικής της θέσης, να τον εκπληρώσει– έτεινε να οδηγήσει σε ναυάγιο τις συζητήσεις. Μπροστά στο αδιέξοδο, τον Μάιο του 1923 η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να καταγγείλει την Ανακωχή των Μουδανιών και να επαναλάβει τις εχθροπραξίες με την Τουρκία με στόχο την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης, χρησιμοποιώντας για αυτόν τον σκοπό τη στρατιά του Έβρου, την οποία είχε γρήγορα και αποτελεσματικά ανασυγκροτήσει ο Πάγκαλος. Η ελληνική επίθεση αποφεύχθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή χάρη στην επίτευξη μιας ιδιόρρυθμης συμβιβαστικής λύσης: η Ελλάδα δήλωσε ότι δεχόταν να καταβάλει την αποζημίωση, αλλά ταυτόχρονα η Τουρκία παραιτήθηκε ρητά από την είσπραξή της· σε αντάλλαγμα, η ελληνική πλευρά συναίνεσε στην παραχώρηση στην Τουρκία του τριγώνου του Καραγάτς.[20]

Πάνω: οι επίσημες πράξεις στα αγγλικά και ελληνικά. Κάτω: τουρκική καρικατούρα με αντικείμενο τις διαπραγματεύσεις.

Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων επισφραγίστηκε στις 24 Ιουλίου 1923 με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.[21] Βάσει αυτής, ως χερσαίο σύνορο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας καθιερώθηκε ο ποταμός Έβρος (με την οριακή εξαίρεση του τριγώνου του Καραγάτς). Βάσει ειδικότερης Σύμβασης, η οποία συνομολογήθηκε στη Λωζάννη την ίδια ημέρα με τη Συνθήκη Ειρήνης, καθιερωνόταν καθεστώς αποστρατικοποίησης σε βάθος 30 χιλιομέτρων εκατέρωθεν των ελληνοτουρκικών συνόρων κατά μήκος του Έβρου.[22] Η Ίμβρος και η Τένεδος επιστράφηκαν στην Τουρκία υπό τον όρο της εφαρμογής καθεστώτος ευρείας τοπικής αυτονομίας για τους Έλληνες κατοίκους τους.[23] Στην Ελλάδα κατακυρώθηκαν όλα τα υπόλοιπα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, στα οποία όμως επιβαλλόταν καθεστώς αποστρατικοποίησης: μερικής στη Λέσβο, στη Χίο, στη Σάμο και στην Ικαρία, πλήρους στη Λήμνο και στη Σαμοθράκη λόγω της γειτνίασής τους με τα Στενά των Δαρδανελλίων.[24] Ταυτόχρονα, αναγνωρίστηκαν αφενός η ιταλική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα (αφού η Ρώμη είχε προκαταβολικά απορρίψει κάθε ενδεχόμενο παραχώρησής τους στην Ελλάδα),[25] αφετέρου η βρετανική στην Κύπρο.[26]

Η Συνθήκη της Λωζάννης διαμόρφωσε σχεδόν οριστικά την εδαφική φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους: μοναδική προσθήκη έκτοτε αποτέλεσαν τα Δωδεκάνησα το 1947. Ήταν μια έντιμη ειρήνη, η οποία αποτύπωνε το συσχετισμό των δυνάμεων που είχε προκύψει μετά την ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία. Η ανταλλαγή των πληθυσμών συνέβαλε αποφασιστικά στην εθνική ομογενοποίηση των βόρειων ελληνικών επαρχιών. Η εγκατάσταση στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη μεγάλου αριθμού προσφύγων από  τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη πύκνωσε κατά πολύ το ελληνικό στοιχείο: η συνεισφορά τους έκτοτε σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας υπήρξε καθοριστική. Η ταυτόχρονη αποχώρηση περίπου 350.000 μουσουλμάνων από την Ελλάδα συνέτεινε επίσης στη δραστική αλλαγή της ανθρωπογεωγραφίας στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Κατά παράδοξο τρόπο, ο στόχος της Μεγάλης Ιδέας είχε επιτευχθεί αντεστραμμένος: έναν αιώνα μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το ελληνικό κράτος δεν είχε επεκταθεί τόσο ώστε να συμπεριλάβει στους κόλπους του το μέγιστο μέρος του ελληνικού  έθνους· όμως λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, η –σε μέγιστο βαθμό– ταύτιση των δύο προέκυψε μέσα από τον καταποντισμό του στόχου της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και τη συνακόλουθη αναγκαστική μετακίνηση περισσότερων από 1.000.000 Ελλήνων στη συρρικνωμένη σε σχέση με τη Συνθήκη των Σεβρών ελληνική επικράτεια.

Lausanne, Switzerland. Peace in the Near East! (British Pathé – Film ID:1934.09)

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Χρ. Εμ. Αγγελομάτης, Χρονικόν μεγάλης τραγωδίας (το έπος της Μικρασίας) (Αθήνα: Εστία, χ.χ.), σ. 215-270, 337-352, 382-390· George Horton, Αναφορικά με την Τουρκία (Αθήνα: Λιβάνης, 1992), σ. 132-174· Henry Morgenthau, Η αποστολή μου στην Αθήνα (Αθήνα: Τροχαλία, 1994), σ. 85-133· Δημήτρης Σταματόπουλος, «Η Μικρασιατική Εκστρατεία. Η ανθρωπογεωγραφία της Καταστροφής», στο: Αντώνης Λιάκος (επιμ.), Το 1922 και οι πρόσφυγες. Μια νέα ματιά (Αθήνα: Νεφέλη, 2011), σ. 85-97· Antonis Klapsis, «American initiatives for the relief of Greek refugees, 1922-1923», Genocide Studies and Prevention, 6(1) (2011), σ. 98-106· Antonis Klapsis, «Violent uprooting and forced migration. A demographic analysis of the Greek populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50(4) (2014), σ. 628-631.

[2] Γονατάς, Απομνημονεύματα,  σ. 229-250· Θησεύς Θ. Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, τ. 1 (Αθήνα: Κέδρος, 1973), σ. 114-159· Παύλος Π. Πετρίδης (επιμ.), Στη συγκυρία της αβασίλευτης. Από την επάνοδο του Κωνσταντίνου στην έκπτωση των Γκλύξμπουργκ (Αθήνα: Τυπωθήτω, 1999), σ. 225-230.

[3] Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σ. 62-66· Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, τ. 1 (Αθήνα: Κάκτος, 1997), σ. 29-35· Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα (Αθήνα: Ίκαρος, 1948), σ. 305-324· Charles Harington, Tim Harington looks back (London: Murray, 1940), σ. 117-128· Harry J. Psomiades, «Thrace and the Armistice of Mudanya, October 3-11, 1922», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 12 (1997-1998), σ. 213-255· Thanassis Bravos, «The Allied note of 23rd September and Great Britain’s retreat on the question of Eastern Thrace», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 13 (1999-2000), σ. 179-208· Άγγελος Μ. Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις (Αθήνα: Πατάκης, 2015), σ. 33-42.

[4] Klapsis, «Violent uprooting», σ. 632-633.

[5] Γενική επισκόπηση της δράσης του Βενιζέλου κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης: Μιχαήλ Γ. Θεοτοκάς, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εις την Συνδιάσκεψιν της Λωζάννης, 1922-1923 (Αθήνα: Αετός, 1946). Συνοπτικότερα: Michael Llewellyn Smith, «Venizelos’ diplomacy, 1910-23. From Balkan alliance to Greek-Turkish settlement», στο: Paschalis M. Kitromilides (ed.), Eleftherios Venizelos. The trials of statesmanship (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2006), σ. 169-172. Πλήρης περιγραφή όλων των πτυχών των διαπραγματεύσεων (για θέματα όχι μόνο ελληνικού ενδιαφέροντος): Foreign Office, Lausanne Conference on Near East affairs, 1922-1923. Records of proceedings and draft terms of peace (London: H. M. Stationery Office, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Conférence de Lausanne sur les affaires du Proche-Orient, 1922-1923. Recueil des Actes de la Conférence, première serie, τ. 1-4 (Paris: Impimerie Nationale, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Conférence de Lausanne sur les affaires du Proche-Orient, 1922-1923. Recueil des Actes de la Conférence, deuxième serie, τ. 1-2 (Paris: Impimerie Nationale, 1923)· Ministère des Affaires Étrangères, Documents diplomatiques. Conférence de Lausanne, τ. 1-2 (Paris: Impimerie Nationale, 1923).

[6] Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα Στυλιανού Γονατά, 1897-1957 (Αθήνα: 1958), σ. 258-259.

[7]Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Το διπλωματικό παρασκήνιο της δίκης των Εξ», στο: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, ΚΓ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 24, 25, 26 Μαΐου 2002, Πρακτικά (Θεσσαλονίκη: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2003), σ. 483-502.

[8] Αντώνης Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο της 10ης Ιουνίου 1930. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Σύμβασης της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών (Αθήνα/Χανιά: Ι. Σιδέρης/Εθνικό Ίδρυμα Μελετών και Ερευνών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2010), σ. 32.

[9] Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, σ. 162-163.

[10] Η σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Πάγκαλος προκειμένου να επιβάλει την πειθαρχία στις μονάδες που κλήθηκε να διοικήσει υπήρξε παροιμιώδης. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι προκειμένου να παταχθεί το φαινόμενο της λιποταξίας, η πρόσκληση προς κατάταξη πέντε κλάσεων στρατευσίμων (1919-1923) συνοδευόταν από την προειδοποίηση πως όσοι δεν παρουσιασθούν εγκαίρως «θα τυφεκισθώσιν και αι οικογένειαί των θα εξορισθώσιν εις Αφρικήν»· βλ. Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, σ. 206. Σχετικά με τη συνεισφορά της Στρατιάς του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης βλ. D. Dakin, «The importance of the Greek Army in Thrace during the Conference of Lausanne, 1922-1923», Greece and Great Britain during World War I (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985), σ. 211-232.

[11] Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923 (Αθήνα: Gutenberg, 1997), σ. 173-251· Miranda Paximadopoulou-Stavrinou, «L’attitude de la Serbie envers la Grèce et la question de la Thrace Occidentale à la Conférence de Lausanne, 1922-1923», Balkan Studies, 45 (2004), σ. 81-93.

[12] Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States, 1922, τ. 2 (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1938), σ. 421.

[13]Stephen P. Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (New York: Macmillan, 1932), σ. 335-344. Ειδικότερα για τις πρωτοβουλίες του Νάνσεν, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στις συνεννοήσεις του με την κεμαλική κυβέρνηση βλ. League of Nations, Official Journal, January 1923, σ. 126-132· League of Nations, Official Journal, March 1923, σ. 383-384· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Ο Φρίντγιοφ Νάνσεν και το ελληνικό προσφυγικό πρόβλημα, 1922-1924. Μελέτη για την πολιτική της διεθνούς ανθρωπιστικής παρέμβασης και την ελληνοτουρκική Συμφωνία υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών (Αθήνα: Κέντρο Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2011)· Berit Tolleshaug, Φρίντγιοφ Νάνσεν. Ένας Νορβηγός ήρωας σε μια ελληνική τραγωδία (Κατερίνη: Μάτι, 2012)· John F. L. Ross, «Fridtjof Nansen and the Aegean Population Exchange», Scandinavian Journal of History, 40(2) (2015), σ. 133-158.

[14] Yannis G. Mourelos, «The 1914 persecutions and the first attempt at an exchange of minorities between Greece and Turkey», Balkan Studies, 26 (1985), σ. 389-413· Γιάννης Μουρέλος, «Πληθυσμιακές ανακατατάξεις την επομένη των Βαλκανικών Πολέμων. Η πρώτη απόπειρα ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία», στο: Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1990), σ. 175-190.

[15] Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο, σ. 33-36· Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, 1919-1940, τ. 3 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1994), σ. 242· Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. 3 (Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 286.

[16] Για τη διασύνδεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον μεγαλοϊδεατισμό την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, «Ο εθναρχισμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, 1919-1922», Τα Ιστορικά, 25(47) (2007), σ. 373-420.

[17] Th. Agnides, The Ecumenical Patriarchate of Constantinople in the light of the Treaty of Lausanne (New York: 1964)· Alexis Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek–Turkish relations, 1918-1974 (Athens: Centre for Asia Minor Studies, 21992), σ. 87-95· Χαράλαμπος Ι. Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Αθήνα: Έφεσος, 2004), σ. 125-130. Ειδικότερα για τις τουρκικές θέσεις και τη μεταστροφή τους λόγω των διεθνών πιέσεων που ασκήθηκαν στην Άγκυρα βλ. Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα, σ. 263-264, 268-269, 352-353.

[18] Με βάση τη μεταγενέστερη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν και οι Έλληνες κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου. Ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε αναφορά σε αυτούς τους πληθυσμούς από τη Σύμβαση της Ανταλλαγής ήταν ότι όταν αυτή συνομολογήθηκε τα δύο νησιά εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό ελληνικό έλεγχο και η τύχη τους (δηλαδή εάν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα ή στην Τουρκία) δεν είχε ακόμα αποφασιστεί.

[19] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1923), σ. 87-90· League of Nations, Treaty Series, 32 (1925), σ. 76-87· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1981)· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σ. 93-120· Τh. P. Kiosseoglou, L’échange forcé des minorités daprès le Traité de Lausanne (Nancy: Imprimmerie Nancéienne, 1926)· Alexandre Emm. Deved, L’échange obligatoire des minorités grecques et turques en vertu de la Convention de Lausanne (Paris: Pierre Bossuet, 1929)· Ladas, The exchange of minorities, σ. 342-352· Dimitri Pentzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact upon Greece (London: Hurst, 2002), σ. 67-71· John A. Petropulos, «The compulsory exchange of populations. Greek-Turkish peacemaking, 1922-1930», Byzantine and Modern Greek Studies, 2(1) (1976), σ. 135-160· Γιάννης Πετρόπουλος, «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Ελληνοτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», στο: Θ. Βερέμης & Γ. Γουλιμή (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Κοινωνίαοικονομίαπολιτική στην εποχή του (Αθήνα: Γνώση, 1989), σ. 439-473· Kalliopi K. Koufa & Constantinos Svolopoulos, «The compulsory exchange of populations between Greece and Turkey. The settlement of minority questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its impact on Greek-Turkish relations», στο: Paul Smith, Kalliopi K. Koufa & Arnold Seppan (eds.), Ethnic groups in international relations (New York: New York University Press, 1991), σ. 275-308· Onur Yildirim, Diplomacy and displacement. Reconsidering the Turco-Greek exchange of populations, 1922-1934 (New York, NY/London: Routledge, 2006)· Κλάψης, Το ελληνοτουρκικό Οικονομικό Σύμφωνο, σ. 31-50. Θεώρηση της διαδικασίας ανταλλαγής από την οπτική του διεθνούς δικαίου: Stélio Séfériades, «L’échange des populations», στο: Académie de Droit International, Recueil des Cours, 4 (1928), σ. 311-437.

[20] Dakin, «The importance of the Greek Army in Thrace», σ. 211-232· Πάγκαλος (επιμ.), Αρχείον Θεοδώρου  Παγκάλου, τ. 1, σ. 178-264· Απόστολος Αλεξανδρής, Πολιτικαί αναμνήσεις (Πάτρα: Φραγγούλης & Βαρζάνης, 1947), σ. 78-101· Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τ. 1, σ. 47-52· Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση, σ. 70-73.

[21] Υπουργείο Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη· Photini Constantopoulou (ed.), The foundation of the modern Greek state. Major Treaties and Conventions, 1830-1947 (Αθήνα: Καστανιώτης, 1999), σ. 123-145. Γενική επισκόπηση: Arnold J. Toynbee, «The East after Lausanne», Foreign Affairs, 2 (1923-1924), σ. 84-99· Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, σ. 50-71.

[22] Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Το καθεστώς αποστρατικοποιήσεως στην ελληνοτουρκική μεθόριο του Έβρου», στο: Κατερίνα Μανωλόπουλου-Βαρβιτσιώτη & Χρήστος Ροζάκης (επιμ.), Η αποστρατικοποίηση των ελληνοτουρκικών συνόρων (Αθήνα: Πάντειος Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, 1977), σ. 41-68.

[23] Το καθεστώς αυτό δεν εφαρμόσθηκε ποτέ από τις τουρκικές αρχές. Για το ιστορικό των κατοπινών εξελίξεων στα δύο νησιά βλ. Alexis Alexandris, «Imbros and Tenedos. A study of Turkish attitudes toward two ethnic Greek island communities since 1923», Journal of the Hellenic Diaspora, 7 (1980), σ. 5-21.

[24] Κατερίνα Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, «Το καθεστώς αποστρατικοποιήσεως στα ελληνικά νησιά του βορείου Αιγαίου», στο: Μανωλόπουλου-Βαρβιτσιώτη & Ροζάκης (επιμ.), ό.π., σ. 69-115· A. L. Macfie, The Straits question, 1908-36 (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1993), 181-211. Καθεστώς πλήρους αποστρατικοποίησης επιβλήθηκε για τους ίδιους λόγους στην Ίμβρο και στην Τένεδο, όπως φυσικά και στα Στενά αυτά καθ’ αυτά.

[25] Alan Cassels, Mussolini’s early diplomacy (Princeton, NJ: Princeton University Press, 1970), σ. 21-24, 37-42.

[26] Constantine Svolopoulos, «The Lausanne Peace Treaty and the Cyprus problem», στο: Greece and Great Britain during World War I (Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985), σ. 233-245.

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Πτυχές της Μικρασιατικής καταστροφής και η καταφυγή των προσφύγων στην Ελλάδα

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Πτυχές της Μικρασιατικής καταστροφής και η καταφυγή των  προσφύγων στην Ελλάδα[1].

 

Το 2022, που διανύουμε, είναι έτος αφιερωμένο σε εκδηλώσεις μνήμης για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή⸱ για τον αναγκαστικό και βίαιο εκπατρισμό των Ελλήνων, που ζούσαν στη Μικρά Ασία, εκπατρισμό, τον οποίο δεν διανοούνταν οι ίδιοι οι Μικρασιάτες, λίγους μήνες νωρίτερα από τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν κάηκε η Σμύρνη. Τούτο διαπιστώνεται από κύριο άρθρο της εφημερίδας Αμάλθεια, που εκδιδόταν στη Σμύρνη. Αξίζει να διαβάσουμε λίγες γραμμές από το πρωτοσέλιδο, της 12 (25) Μαρτίου 1922: «Δύναται να είναι αγνώμων [ο Μικρασιατικός λαός] δια τας εκδηλώσεις ταύτας της αγάπης των απανταχού αδελφών του, δύναται να φαντασθή ποτέ ότι θα αφεθή μόνος και άνευ ερείσματος εις την μεγάλην εθνικήν πάλην εκ της επιτυχίας της οποίας θα κριθή η σωτηρία ή η καταστροφή του Γένους μας ολοκλήρου[2].

Όταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, αρχηγός της επαναστάσεως στις 2 Ιανουαρίου 1924, έλαβε τον λόγο στην πρώτη Συντακτική Συνέλευση, η οποία είχε προέλθει από τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, συνόψισε τα όσα είχαν διαδραματισθεί στο πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο της χώρας, από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, και ως την τραγωδία της Σμύρνης, επιρρίπτοντας ευθύνη στον Κωσταντίνο, την επιστροφή του οποίου στον θρόνο χαρακτήρισε ως «έγκλημα», αναφερόμενος, δε, στις δυσκολίες του Μικρασιατικού πολέμου και στα όσα τραγικά είχαν συντελεστεί στο Μέτωπο και στη Σμύρνη, υπογράμμισε  τα ακόλουθα: «Και ο γενναίος Στρατός μας -ο οποίος πάντοτε υπήρξεν άξιος της Ελλάδος- προδοθείς εκεί, ηριθμείτο πλέον εις αιχμαλώτους, νεκρούς και φυγάδας. Και αποχαιρετίσαμεν διερχόμενοι την αλησμόνητον Σμύρνην κατά την υστάτην εκείνην αποφράδα ημέραν, καθ’ ήν αύτη συνείχετο από τον εφιάλτην της επιδρομής, και αγωνιώσα είχε βυθισθή εις την σιγήν του θανάτου»[3].

Τι έγινε, όμως, στη Σμύρνη εκείνες τις μέρες, που συντελέστηκε η μεγάλη συμφορά; Οι Μικρασιάτες είχαν αρχίσει από νωρίς, πριν από την καταστροφή, να εγκαταλείπουν τα ενδότερα της Ανατολίας. Έφταναν, σχεδόν, κοπαδιαστά, στα παράλια του Αιγαίου και στη Σμύρνη με τακτικά δρομολόγια τρένων ή με άμαξες ή και πεζοπορώντας. Καθώς τα ελληνικά στρατεύματα αντιμετώπιζαν όλο και πιο αναποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις, ο αριθμός των γηγενών Ελλήνων, που εγκατέλειπαν τα πατρογονικά τους εδάφη, αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο. Η προκυμαία της Σμύρνης ήταν πλέον ασφυκτικά γεμάτη από εξόριστους μέσα στην ίδια τους την χώρα.

Αυτοί οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν βοηθήθηκαν ιδιαιτέρως. Ο Ύπατος Αρμοστής, ο Αριστείδης Στεργιάδης, στις 19 Αυγούστου 1922, έστειλε επιστολή στους Ανώτερους Αντιπροσώπους της Κίου, των Μουδανιών και άλλων περιοχών, «Άκρως προσωπική», με την οποία έδινε οδηγίες για να συσκευάσουν τα αρχεία των υπηρεσιών τους, να συγκεντρωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι «και να είναι έτοιμοι προς αναχώρησιν», και με την εντολή «[π]αρούσα τηρήσατε απολύτως μυστική από πληθυσμό»[4].

Ο Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ προχώρησε σε μια σημαντική ενέργεια: κάλεσε το προσωπικό του Αμερικανικού Κολλεγίου της Σμύρνης, τους εκπροσώπους των τοπικών οργανώσεων περίθαλψης, καθώς και των εμπορικών οίκων, να προχωρήσουν στη σύσταση μιας επιτροπής, η οποία έμεινε γνωστή ως American Disaster Relief Committee. Πρώτη φροντίδα της Επιτροπής ήταν η διανομή ψωμιού στους ανθρώπους, που στοιβάζονταν καταταλαιπωρημένοι στην παραλία. Πώς θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να αποδράσουν από το λιμάνι, το οποίο ήταν παντελώς νεκρό από κάθε εμπορική κίνηση, όπου τα μοναδικά ελλιμενισμένα πλοία ήταν τα θωρηκτά των ουδετέρων δυνάμεων, τα οποία είχαν έρθει για να «εποπτεύσουν» την καταστροφή;

Μια άλλη εικόνα της «εποπτείας», που τα πλοία των ουδετέρων δυνάμεων ασκούσαν στο λιμάνι μας δίνει η Διδώ Σωτηρίου, Μικρασιάτισσα η ίδια, στο πασίγνωστο και κλασικό, πλέον, βιβλίο της Ματωμένα Χώματα και την περιγράφει με μελανά χρώματα: «Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σιρίτια οι διπλωμάτες και οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά, οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μην φτάνουν ίσαμε τ’ αυτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μία κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Και η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε[5].

Η Διδώ Σωτηρίου και τα Ματωμένα Χώματα.

Μια παραπλήσια εικόνα των τραγικών εκείνων ημερών μας δίνει και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος μέσα από ένα γράμμα του, που έστειλε στον Ηλία Βενέζη, όπου επέρριπτε ευθύνες στους λαούς «των ‘χριστιανικών’ χωρών, που τα πολεμικά τους σκάφη ή άλλα καράβια τους, στα νερά της Σμύρνης, απωθούσαν (με μοναδικές εξαιρέσεις δυο εμπορικά πλοία, ένα ιταλικό κ’ ένα γιαπωνέζικο, αυτό μη ‘χριστιανικό’) όσους ζητούσαν σωτηρία, ή παρακολουθούσαν με απάθεια τους στριμωγμένους στην προκυμαία, όταν οι φλόγες κατάπιναν την πόλη και η μάχαιρα των σφαγέων είχε υψωθεί επάνω από τα κεφάλια τους. […] έφταιξαν και οι ‘χριστιανικοί λαοί’, που οι πρόξενοι των χωρών τους στη Σμύρνη (με μοναδική εξαίρεση τον Αμερικανό Georges Horton) ετήρησαν ‘ουδετερότητα’ μπροστά στο μαρτύριο των Ελλήνων (και των Αρμενίων)»[6].

Είναι γεγονός πως οι πρόσφυγες, που έφτασαν στην Ελλάδα, στη  συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά, διότι πολλοί άντρες είχαν χαθεί στο πεδίο της μάχης, άλλοι έμειναν πίσω και «υπηρέτησαν» στα τάγματα εργασίας των Τούρκων. Επιπλέον, οι Τούρκοι είχαν απαγορεύσει στους άντρες, που βρίσκονταν σε παραγωγική ηλικία να αποχωρήσουν από τα οθωμανικά εδάφη. Επισήμως, οι Τούρκοι υποστήριζαν πως οι άνδρες αυτής της ηλικίας θα συνέβαλαν στην ανοικοδόμηση  των περιοχών εκείνων, που ο ελληνικός στρατός είχε καταστρέψει, ενώ, στην πραγματικότητα, στόχευαν στην εθνική και στρατιωτική αποδυνάμωση της Ελλάδας, στερώντας της το παραγωγικό ανθρώπινο δυναμικό. Τούτο προκύπτει και από την ανακοίνωση, της 16ης Σεπτεμβρίου 1922, όπου αναφερόταν, μεταξύ άλλων, πως: «[…] οι Έλληνες και οι Αρμένιοι τους οποίους έφερε στη Σμύρνη και στις παράκτιες πόλεις ο εχθρικός στρατός…είναι άτομα που…ενώθηκαν ανοιχτά με τον ελληνικό στρατό και επομένως πήραν ανοιχτά τα όπλα εναντίον μας, έκαψαν τις πόλεις μας, βασάνισαν και καταδίωξαν τους αθώους κατοίκους…Για να μην επιτρέψουμε σε αυτά τα άτομα να επανενταχθούν στον ελληνικό στρατό …οι άρρενες ηλικίας 18 έως 45 ετών θα τεθούν υπό φρούρηση ως αιχμάλωτοι πολέμου…». Οι Τούρκοι είχαν, επίσης, αρπάξει νεαρά κορίτσια και γυναίκες ηλικίας 15 έως 35 ετών από όσους βρίσκονταν στην αποβάθρα, πολλές από τις οποίες εξαφανίστηκαν[7].

Η πυρκαγιά της Σμύρνης και ο πανικός του πλήθους.

Ακόμα, αρκετοί από τους στρατιώτες του μικρασιατικού μετώπου αναγκάστηκαν να παραδοθούν στον εχθρό ή να πετάξουν τα όπλα και να φύγουν πανικόβλητοι. Αυτή την αλλοφροσύνη των Ελλήνων στρατιωτών και τις άθλιες συνθήκες, που βίωναν, μας δίνει ο Έρνεστ Χεμινγουέι, ο οποίος ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής μιας εφημερίδας του Τορόντο, σημείωνε: «Όλη τη μέρα έβλεπα να περνούν, βρώμικοι, κουρελιασμένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες, πεζοπορώντας στα μονοπάτια μέσα από την καφετιά, σβωλιασμένη, χέρσα γη της Θράκης. Ούτε επίδεσμοι, ούτε οργανωμένη περίθαλψη, ούτε στρατόπεδα, μόνο ψείρες, βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι της δόξας που ήταν η Ελλάδα. Αυτό είναι το τέλος της δεύτερής τους πολιορκίας της Τροίας»[8].

Η δημοσιογραφική ταυτότητα του Έρνεστ Χεμινγουέι.
Τζωρτζ Χόρτον, Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στη Σμύρνη, ρίχνονταν προκηρύξεις στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, με τις οποίες τους πληροφορούσαν πως θα έπρεπε μέσα σε μια βδομάδα να εγκαταλείψουν την πόλη, διαφορετικά θα εκτοπίζονταν. Οι περίπου 350.000 άνθρωποι που βρίσκονταν στην προκυμαία προσπαθούσαν να επιβιβαστούν σε πλοία και από εκεί να περάσουν στα νησιά, την Χίο, κυρίως, και τη Μυτιλήνη και στα υπόλοιπα παράλια της Ελλάδας, αν και η αποβίβασή τους στα λιμάνια της ‘Παλαιάς Ελλάδας’ είχε απαγορευθεί από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Λίγο αργότερα,  οι ηγέτες της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου», συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς, καθώς και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, εξανάγκασαν τον βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση και επιδίωξαν την αντικατάστασή του από  τον γιό του, Γεώργιο Β΄, όρισαν, δε, κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σωτήριο Κροκιδά, που διαδέχθηκε την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου[9].  

Βέβαια, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν μείνει απαθείς απέναντι στους πρόσφυγες, που έφταναν στη χώρα, παρόλες τις οικονομικές δυσκολίες, που αντιμετώπιζε το κράτος. Μάλιστα, στη Συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 1922, ο Γ. Αναστασόπουλος ανακοίνωνε, ενώπιον της Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως, Ψήφισμα, το οποίο είχε ψηφιστεί νωρίτερα και αφορούσε τα όσα «από τριετίας κατά σύστημα διαπράττονται εν τη κεμαλοκρατουμένη Ασία εναντίον των αμάχων ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών, εκ των οποίων περί τα δύο εκατομμύρια, άνδρες, γυναίκες και παίδες εξωντώθησαν δια πυρός, σιδήρου, αγχόνης και μαρτυρικών διωγμών». Εκπροσωπώντας η Εθνοσυνέλευση, «την πανελλήνιον ψυχήν», επικαλείτο «την αντίληψιν της πεπολιτισμένης ανθρωπότητος προς διάσωσιν των διωκομένων, υπέρ ελευθερώσεως των οποίων αγωνίζεται η Ελλάς»[10].

Όμως, η έκκληση αυτή των εκπροσώπων του Ελληνικού Κοινοβουλίου προς τον πολιτισμένο κόσμο αμαυρώθηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1922, όταν οι ίδιοι ψήφισαν, ομοφώνως, τον Νόμο 2870 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»[11], ένας νόμος που αφορούσε και πρόσφυγες ερχόμενους στην Ελλάδα και από άλλες περιοχές. Ήταν η περίοδος κατά την οποίαν τα προβλήματα στο μικρασιατικό μέτωπο είχαν εκτραχυνθεί και η αποτυχία της εκστρατείας ήταν υπέρ το δέον ορατή.

Οι Μικρασιάτες έφταναν στην κυρίως Ελλάδα με έκδηλα στα πρόσωπά τους τα σημάδια της ταλαιπωρίας, της στέρησης και της απογοήτευσης, οι δε δυσκολίες που καλούνταν να αντιμετωπίσουν φάνταζαν ανυπέρβλητες, και ήταν. Η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση, η οποία σχηματίστηκε σχεδόν αμέσως μετά την καταστροφή, ανάμεσα στα τεράστια προβλήματα, που είχε να αντιμετωπίσει-συγκέντρωση των υπολειμμάτων του Στρατού, αναδιοργάνωσή του, ανασύνταξη της χώρας και προσδιορισμό της θέσης της απέναντι στους Συμμάχους, λόγω του επαναστατικού της χαρακτήρα- συγκαταλέγονταν και τα καραβάνια των προσφύγων, τα οποία κατέκλυζαν μέρα με τη μέρα τα παράλια της Ελλάδας και την ενδοχώρα της.

Μια εικόνα του ερχομού των προσφύγων στην Ελλάδα μας παρέχει ο Μιχαήλ Νοταράς στο βιβλίο του, Η Αγροτική Αποκατάστασις των Προσφύγων, όπου σημειώνει: «Μόνον εκείνοι, οίτινες έζησαν το δράμα του 1922 και παρηκολούθησαν ιδίοις όμμασι την αποβίβασιν εις τα Ελληνικά παράλια της αλλόφρονος και απεγνωσμένης μάζης των ανθρωπίνων ρακών, μόνον εκείνοι είνε εις θέσιν να εκτιμήσωσι την υπεράνθρωπον προσπάθειαν που κατέβαλε η χώρα αύτη δια να δυνηθή ν’ αφομοιώση τον πληθυσμόν εκείνον […] των ομογενών της χωρίς ποσώς να παρίδη και τους αλλοεθνείς, οίτινες κατέφυγον εις το έδαφός της»[12].

Η αναγκαστική έξοδος των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και η εισροή τους στο ελληνικό έδαφος υποχρέωσε την Ελλάδα να απορροφήσει και να εντάξει στον πληθυσμό της έναν μεγάλο αριθμό νέων κατοίκων. Η Margaret Macmillan, θεωρεί πως «[έ]λληνες που δεν μιλούσαν ελληνικά, συνωστίστηκαν σε μια χώρα που δεν μπορούσε να τους θρέψει»[13]. Άποψη, βεβαίως, η οποία δεν ευσταθεί, διότι το «εθνοτικό χάσμα» ανάμεσα στους πρόσφυγες και στον γηγενή πληθυσμό είχε «πραγματικές αφορμές», η επικοινωνία τους δυσχεραινόταν από πολλούς παράγοντες, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και η γλώσσα, δεδομένου ότι «για πολλούς δεν είναι καν η ελληνική»[14].

Το γεγονός αυτό απαιτούσε την εντατικοποίηση των προσπαθειών της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να αντιμετωπίσει τα τεράστια προβλήματα που είχαν ανακύψει έντονα και επείγοντα και αφορούσαν την περίθαλψή τους, τη σίτισή τους, την προσωρινή στέγασή τους⸱  στη συνέχεια, έπρεπε να χτιστούν σπίτια για τη  μόνιμη στέγασή τους, να προχωρήσουν έργα υδραυλικά και συγκοινωνιακά, να συντηρηθούν οι οικίες από τις οποίες είχαν αποχωρήσει οι μουσουλμανικοί και βουλγαρικοί πληθυσμοί και, γενικώς, το κράτος να δημιουργήσει προϋποθέσεις τέτοιες, που θα επέτρεπε στους πρόσφυγες να απασχοληθούν σε παραγωγικές εργασίες, ικανές να τους παράσχουν τα προς το ζην και να ζήσουν μια ομαλή ζωή[15].

Ο αριθμός των Ελλήνων που εκδιώχθηκαν από τη Μικρά Ασία και έφτασαν στα εδάφη της Μητροπολιτικής Ελλάδας, ως πρόσφυγες, δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί επακριβώς. Σύμφωνα με δήλωση της All-British Appeal, η οποία ήταν αρμόδια για την πείνα στη Ρωσία, η οποία είχε ενσκήψει από το 1921, αλλά και την τραγωδία της Ανατολής, η κατανομή των προσφύγων ήταν η ακόλουθη: Στη Θεσσαλονίκη και την περιφέρειά της, εγκαταστάθηκαν πάνω από 100.000, στη Θράκη και στα νησιά της θάλασσας του Μαρμαρά, 130.000, στη Χίο 60.000, στη Σάμο 15.000, στον Πειραιά 50.000, στην Κρήτη 27.500. Επιπλέον, βρίσκονταν καθ’ οδόν, από τη Δυτική Θράκη περισσότεροι από 100.000 και 50.000 Έλληνες στρατιώτες[16]. Τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη, ο εκπρόσωπος της Κ.τ.Ε., Φρίντγιοφ Νάνσεν, τους αναβίβαζε, το Νοέμβριο του 1922, σε 900.000 σύμφωνα με τις καλύτερες πληροφορίες[17] και τις πρώτες εκτιμήσεις.

Μία στατιστική ανέφερε πως 786.430 πρόσφυγες είχαν καταφύγει στο ελληνικό έδαφος. Άλλη μιλούσε για 1.360.000 άτομα. Η ίδια η Κοινωνία των Εθνών δημοσίευε, το 1926, ένα βιβλίο αφιερωμένο στους Έλληνες πρόσφυγες, όπου αναφερόταν ο αριθμός 1.400.000, διευκρινιζόταν δε ότι σ’ αυτόν περιλαμβάνονταν και όσοι είχαν έρθει από την Ανατολική Θράκη, τη Βουλγαρία και τη Ρωσία. Προστίθετο, ακόμα, ότι η μεγαλύτερη μάζα αυτού του πληθυσμού προερχόταν από τη Μικρά Ασία. Έτσι, ο επακριβής αριθμός προσδιορίζεται από τα μεταναστευτικά ρεύματα, που αρχίζουν να καταφθάνουν στην Ελλάδα από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων έως και λίγο καιρό μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης[18]. Στην έκδοση της ΚτΕ αναφερόταν πως «πολλοί από τους ανταλλαγέντες ή τους πρόσφυγες δεν πέρασαν από τους δρόμους μεταφοράς, που οργανώθηκαν από το κράτος· έφτασαν με δικά τους μέσα, διαφεύγοντας έτσι κάθε απογραφή»[19].

Ας διευκρινιστεί ότι η ελληνοτουρκική Σύμβαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, της 30 Ιανουαρίου 1923, η οποία εντάσσεται στο σύνολο των συμβατικών πράξεων της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης, δημιούργησε και ένα άλλο προσφυγικό ρεύμα. Ορισμένοι, που υποχρεούνταν στην ανταλλαγή είχαν, ήδη, μεταναστεύσει στην Ελλάδα, εξαναγκασμένοι από τις τουρκικές ωμότητες και την γενικότερη έκρυθμη κατάσταση, που επικρατούσε στην Ανατολή, άλλοι ήρθαν αργότερα[20].

Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, τη γνωστή ως ΕΑΠ[21], η οποία είχε ιδρυθεί βάσει του πρωτοκόλλου του Σεπτεμβρίου 1923, στα τέλη του 1923 βρίσκονταν στην Ελλάδα 1.136.000 άτομα. Στον αριθμό αυτό, όμως, συνυπολογίζονταν και 150.000 πρόσφυγες, οι οποίοι θα έρχονταν από την Ασία, όπως και 60.000 Αρμένιοι, οι οποίοι ήδη είχαν φθάσει σε ελληνικό έδαφος. Ο ταγματάρχης Ντάβινσον, ο οποίος ήταν μέλος του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και της Near East Relief, των Οργανώσεων, δηλαδή, που από την πρώτη στιγμή βρέθηκαν κοντά στους πρόσφυγες και τους συνέδραμαν αποτελεσματικώς στην αντιμετώπιση των επειγουσών και ζωτικών αναγκών τους, παρακολούθησαν δε, εκ του σύνεγγυς, την όλη κατάσταση, σε μια στατιστική έκθεση μιλάει για 1.000.000 πρόσφυγες. Σ’ αυτόν τον αριθμό συμπεριλαμβάνονταν και 150.000, οι οποίοι πέθαναν στη διάρκεια του χειμώνα του 1922 και της άνοιξης του 1923. Περιλάμβανε δε και 50.000, οι οποίοι είχαν κατορθώσει να διαφύγουν στο εξωτερικό. Ορισμένοι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Αρμενία, Έλληνες, μετέβησαν στην Αίγυπτο και τις ΗΠΑ για να συναντήσουν τους συγγενείς τους, που ζούσαν στις εκεί ελληνικές παροικίες. Από τους υπόλοιπους 800.000, οι 400.000 κατέστησαν αυτάρκεις, δίχως να εξηγείται πώς και με ποια μέσα. Οι υπόλοιποι 400.000 συναποτελούνταν από γέροντες, γυναίκες και παιδιά, άτομα που έχρηζαν βοήθειας και, γενικότερα, κρατικής μέριμνας και αρωγής. Κατά τον Ντάβινσον, ο προσφυγικός κόσμος περιλάμβανε 95.000 παιδιά. Τα 10.000 ήσαν ορφανά και από τους δύο γονείς, τα 40.000 από τον έναν, τα 45.000 είχαν μεν και τους δύο γονείς τους αλλά έχρηζαν, όπως και τα άλλα, άλλωστε, υποστήριξης[22]. Σύμφωνα, όμως, με τον βουλευτή Λ. Ιασωνίδη, «πλέον των εκατόν χιλιάδων [ορφανών] περιφέρονται εις την Ελλάδα, εκ των οποίων έχουν συλλεγή μόνον 30.000»[23].

Ο υπουργός Γεωργίας, Α. Μπακάλμπασης, υποστήριζε στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση, όταν συζητείτο το προσφυγικό, ότι υπήρχε μια στατιστική του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, η οποία συμπληρώθηκε τον Απρίλιο 1923, σύμφωνα με την οποία οι πρόσφυγες που απογράφηκαν οικειοθελώς ήσαν 786.000. Σύμφωνα με αυτή τη συγκεκριμένη στατιστική, ο αριθμός των προσφύγων ανερχόταν σε 1.000.000. Ο ίδιος ο υπουργός υπολόγιζε τους πρόσφυγες, που έφτασαν στην Ελλάδα, σε 1.100.000 έως 1.200.000 τους πρώτους μήνες που γεννήθηκε το έντονο προσφυγικό ζήτημα. Αναμένονταν δε άλλοι 147.000 από διαφορετικές περιοχές της Μικράς Ασίας, άλλοι από την Κωνσταντινούπολη, εκτός από εκείνους, που θα έφταναν, όταν θα άρχιζε να εφαρμόζεται η Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών του Ιανουαρίου 1923, έργο το οποίο ανέλαβε η αρμόδια Μικτή Επιτροπή[24].

Η μερική απογραφή των προσφύγων του 1923.

Ωστόσο, κατά τον Αλέξανδρο Πάλλη «[…] η Γενική Απογραφή του Πληθυσμού της 15 Μαΐου 1928-η πρώτη μετά την μικρασιατικήν καταστροφήν-μας παρέχει, δια πρώτην φοράν, επισήμως εξηκριβωμένον τον συνολικόν αριθμόν των προσφύγων, κατά διάκρισιν προελεύσεως. Ούτος ανέρχεται εις 1.221.849 άτομα εκ των οποίων 1.069.957 είναι οι αφιχθέντες μετά την Μικρασιατικήν καταστροφήν 151.892 δε οι προ αυτής. Μεταξύ των 151.892 τούτων συγκαταλέγονται και οι παλαιοί πρόσφυγες οι ελθόντες προ του 1920, οι οποίοι ανέρχονται εις 70.000 περίπου»[25]. Όμως, και αυτά τα στοιχεία ελέγχονται, διότι, στην συγκεκριμένη απογραφή, υπολογίστηκαν τα παιδιά, που είχαν, εν τω μεταξύ, γεννηθεί στην Ελλάδα και αυτό δεν το γνώριζε ο Βενιζέλος όταν, το 1930, αναφέρθηκε σ’ αυτήν, θεωρώντας ότι τα στοιχεία προέρχονταν από την ΕΑΠ. Και υποστηρίζει πως είναι «εντελώς αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο συνολικός αριθμός των προσφύγων»[26].

Ο βουλευτής Σκεύος Ζερβός, μιλώντας από το βήμα της Βουλής, προέτρεπε την κυβέρνηση να επιφορτίσει το υπουργείο Γεωργίας να διενεργήσει στατιστικές για τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου πριν από την καταστροφή. «Δεν γνωρίζομεν», ομολογούσε, «πόσοι είναι εν ζωή εν Τουρκία, πόσοι είναι τεθνεώντες εκεί». «[Ε]κ της ακριβούς στατιστικής θα γνωρίσωμεν ακριβώς πόσοι είναι άφαντοι και τελείως εξαφανισθέντες και ποίαι και πόσαι είναι αι περιουσίαι των». «Άνευ στατιστικών ακριβών ο προσφυγικός κόσμος δεν θα είναι γνωστός ποσοτικώς και ποιοτικώς». Πιο κάτω δε επισήμαινε το γεγονός ότι είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια από την καταστροφή «και δεν γνωρίζομεν ακόμη ούτε κατά προσέγγισιν πόσος είναι ο προσφυγικός κόσμος. Άλλοι λέγουν 720.000, άλλοι 1.200.000»[27].

Σκεύος Ζερβός.

Αρκετές χιλιάδες, ο αριθμός των οποίων είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξακριβωθεί, και ως εκ τούτου δεν αναφέρεται πουθενά, πέθαναν από τις κακουχίες και τις στερήσεις, εξαφανίστηκαν και γενικά χάθηκαν τα ίχνη τους, για άγνωστους λόγους[28]. Υπήρχαν, ωστόσο, και οι πολιτικοί όμηροι, τους οποίους οι εν Ελλάδι υπολόγιζαν σε εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες. Σύμφωνα με πληροφορίες, που δίνονταν στην Εθνοσυνέλευση, υπήρχαν «Διάφοροι Οργανώσεις Μικρασιατικαί [οι οποίες] συνεχώς δια τηλεγραφημάτων παρακαλούν και ζητούν την επέμβασιν της Κυβερνήσεως προς διάσωσιν των υπολειμμάτων του Ελληνισμού εν Μικρά Ασία». Ο Ρέντης, υπουργός Εξωτερικών στην υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου κυβέρνηση, διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν επιτροπές, οι οποίες επέβλεπαν τη μεταφορά όσων είχαν μείνει στα ενδότερα της Μ. Ασίας. Ο βουλευτής Β. Αρτεμιάδης, μιλώντας στο ελληνικό Κοινοβούλιο, αναφέρθηκε και σε όσους είχαν εξολοθρευθεί από τους Τούρκους, σε μικρό χρονικό διάστημα.  Μεταξύ άλλων, τόνιζε: «[…] από του 1908 μέχρι του 1914, εξωλοθρεύθησαν δια διαφόρων μέσων και μεθόδων 224.000 ομογενείς. Από της ημέρας της κηρύξεως του Πανευρωπαϊκού πολέμου μέχρι της ανακωχής του Μούδρου εξωλοθρεύθησαν άλλαι 450-500 χιλιάδες. Ο ολικός αριθμός των εντός της δεκαετίας, από της Τουρκικής μεταπολιτεύσεως του 1908 μέχρι της ανακωχής του Μούδρου, απολεσθέντων ανέρχεται κατά θετικάς στατιστικάς πληροφορίας εις 750 χιλιάδας»[29].

Σε πολλές περιπτώσεις ορισμένοι βρέθηκαν μετά από λίγα ή περισσότερα χρόνια. Ο Τύπος δημοσίευε αγγελίες ανθρώπων, που έψαχναν τους συγγενείς τους. Διάφορες Οργανώσεις, όπως η International Migration Service, βοήθησαν αποτελεσματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Στη διάρκεια, ακόμα, της εξόδου από τη Μικρά Ασία και φθάνοντας στην Ελλάδα, η πείνα, οι επιδημίες, οι λοιμώξεις τυράννησαν πολλούς. Πολλοί πρόσφυγες πέθαναν στη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την πατρίδα από τις αρρώστιες και την εξάντληση, άλλοι πέθαναν στη Μακεδονία από το ψύχος του χειμώνα του 1922-1923. Η θνησιμότητα σε μητέρες και  βρέφη, που είχαν γεννηθεί σε στρατόπεδα προσφύγων ήταν σε υψηλά επίπεδα. Στο Δημοτικό Βρεφοκομείο της Αθήνας, στο οποίο είχαν βρει στέγη βρέφη προσφύγων, το 1923, πέθανε το 74,4% αυτών και το 1924 το 83,24%[30].

Η συντριπτική  πλειοψηφία  των προσφύγων βίωνε καταστάσεις τραγικές, λόγω της έλλειψης βασικών αγαθών. Η άθλια διαβίωσή τους σε πρόχειρους καταυλισμούς εγκυμονούσε κινδύνους για εμφάνιση σοβαρών ασθενειών, όπως χολέρα, τυφοειδής πυρετός ή και τύφος, ενώ σε ορισμένους είχε παρουσιαστεί ευλογιά και δυσεντερία.  Τον χειμώνα του 1923 ο εξανθηματικός τύφος προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις. Δεν ήσαν λίγοι εκείνοι, οι οποίοι αντιμετώπισαν ψυχολογικά προβλήματα, λόγω της απάνθρωπης ταλαιπωρίας που υπέστησαν. Ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, έχασαν παιδιά, αδερφούς, άντρες, γυναίκες, γονείς[31].

Τα προβλήματα, που δημιουργήθηκαν για το κράτος από τον ερχομό των προσφύγων ήταν εξόχως δυσανάλογα προς τις πραγματικές δυνατότητές του, σε όλους τους τομείς. Το προσφυγικό απασχόλησε, σε όλες του τις πτυχές, τους εκπροσώπους του Έθνους, όταν μετά από καιρό αποφασίστηκε να συζητηθεί στην Εθνοσυνέλευση, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1924 και την άνοιξη του 1925, από τη στιγμή, που η ίδια το είχε αναγάγει στο υπ’ αριθμό ένα εθνικό ζήτημα. Ο προβληματισμός και η συζήτηση για τον ακριβή αριθμό των προσφύγων  συνεχίζεται μέχρι σήμερα και απασχολεί τη γραφίδα πολλών, σύγχρονων ιστορικών[32].

Πολλοί βουλευτές κατηγόρησαν το κράτος για ολιγωρία στην αντιμετώπιση του προσφυγικού, άλλοι αναγνώρισαν τις υπέρτατες δυσκολίες, την πολυπλοκότητα και την τραγικότητα του προβλήματος και τις τεράστιες προσπάθειες, που είχαν καταβάλει οι ελληνικές κυβερνήσεις για τη ρύθμισή του, τόσο στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, όσο και στο εξωτερικό, σημαντική έκφανση του οποίου υπήρξε και η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό, ενέργεια η οποία ήταν μεν επιβεβλημένη και αναγκαία και ανακούφισε το κράτος αλλά συνέβαλε στη διαιώνιση της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης της χώρας από τον ξένο παράγοντα.

Οι πρόσφυγες έφταναν και κατέλυαν σε κάποιες πόλεις ή περιοχές μετά από περιπλανήσεις ημερών. Τουλάχιστον δέκα χιλιάδες πρόσφυγες έφτασαν την 1η Οκτωβρίου 1922 στο Βόλο με το μεταγωγικό Μεγάλη Ελλάς και με άλλα πλοία, εξαθλιωμένοι και αξιοθρήνητοι στο έπακρο και ήταν τα πρώτα «πολιτικά θύματα» των τραγικών γεγονότων, που είχαν σημειωθεί στην Ανατολή. Είχαν ξεκινήσει από τη Σμύρνη, έφτασαν στη Μυτιλήνη, κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στα δύο λιμάνια δεν τους επετράπη η αποβίβαση. Ορισμένοι είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Έφτασαν στο Βόλο και οι αρχές δεν είχαν λάβει μέτρα για σπίτια, όπου θα μπορούσαν να καταλύσουν, δεν τους παρασχέθηκε τροφή. Δεν υπήρχε ψωμί, δεν υπήρχε φρέσκο γάλα για τα παιδιά. Διατάχθηκε η μεταφορά ορισμένων στο Νοσοκομείο. Αποφασίστηκε να παραμείνουν στην πόλη τέσσερις χιλιάδες άτομα, οι υπόλοιποι θα προωθούνταν στις πόλεις και στα χωριά της ενδοχώρας[33].

Ο Lindley, μέλος της Βρετανικής επιτροπής, έστειλε στον Curzon, στις 7 Οκτωβρίου, έγγραφο με το οποίο τον πληροφορούσε για τις συνομιλίες που είχε με τον πρόξενο στη Θεσσαλονίκη και το Βόλο σχετικές με την κατάσταση των προσφύγων της Μικράς Ασίας[34]. «Οι συνομιλίες δίνουν μια εικόνα του τι συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα», σημείωνε ο Lindley. Ένα τηλεγράφημα που του είχε στείλει ο πρόξενος των Χανίων τον πληροφορούσε ότι έφτασαν εκεί 17.500 πρόσφυγες, χωρίς ρούχα, χωρίς τροφή, δίχως τίποτα. Αναφορές από τη Μυτιλήνη και τη Χίο που έφταναν στον Lindley μιλούσαν για μεγάλο αριθμό δεινοπαθούντων προσφύγων.

Στις 7 Οκτωβρίου έφτασαν στη Χίο 100.000 πρόσφυγες. Η Βρετανική επιτροπή, η οποία είχε εργαστεί επί πολλές εβδομάδες στον Πειραιά και προσπαθούσε να στεγάσει περίπου 4.000 πρόσφυγες σ’ ένα εργοστάσιο στο Φάληρο, έδινε πληροφορίες για τις τραγικές συνθήκες υπό τις οποίες ζούσαν οι ταλαίπωροι άνθρωποι. «Εργοστάσια και μεγάλα κτίρια επιτάχθηκαν», έγραφε ο   Lindley «και άδεια σπίτια είχαν την ίδια τύχη». Κάθε ιδιοκτήτης ήταν υποχρεωμένος, όπως γράφτηκε στον Τύπο, να θρέψει και να στεγάσει δύο πρόσφυγες, αλλά υπήρχαν βασικές ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως ψωμί και προϊόντα υγιεινής. 500.000 άποροι πρόσφυγες είχαν φτάσει στην Ελλάδα και στα νησιά από τη Μικρά Ασία και αναμένονταν ακόμα άλλοι 120.000 από την Ανατολική Θράκη και τη Ραιδεστό. Άλλοι είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη και ορισμένοι Έλληνες της Καλλίπολης ικέτευαν την ελληνική κυβέρνηση να στείλει πλοία για να τους μεταφέρει. Ο Lindley αδυνατούσε να περιγράψει με λόγια την φοβερή κατάσταση, που θα παρουσιαζόταν, μόλις τα βρετανικά στρατεύματα αποχωρούσαν από την Κωνσταντινούπολη και οι Τούρκοι θα επέτρεπαν να επαναληφθούν εκεί και στην Ανατολική Θράκη οι πράξεις βίας και τα φοβερά εγκλήματα που διαπράχθηκαν πρόσφατα στη Σμύρνη. «Σε κάθε περίπτωση», κατέληγε ο Lindley, «η υποστήριξη όλου αυτού του κόσμου, ο οποίος δεν είναι μόνο χωρίς κανένα πόρο αλλά επίσης το μεγαλύτερο μέρος ανίκανο προς εργασία, εξαιτίας των Τούρκων, οι οποίοι δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν που είναι σε στρατεύσιμη ηλικία να ζήσει, είναι πέραν των δυνάμεων αυτής της αποδυναμωμένης χώρας»[35].

Πρόχειρος καταυλισμός προσφύγων στη Χίο.

Στην προαναφερόμενη έκδοση της Κοινωνίας των Εθνών αναγράφεται ρητά: «Εκκλησίες, σχολεία, δημόσια κτίρια, σινεμά, θέατρα, στρατώνες, σταθμοί,» όλα επιτάχθηκαν για τις στεγαστικές ανάγκες των προσφύγων. «Ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών σπιτιών, επίσης. Πριν από δύο χρόνια, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί εμποδίζονταν από τη στρατοπέδευση των προσφύγων και τέσσερα χρόνια μετά, υπάρχουν ακόμα πρόσφυγες, που στεγάζονται σε υπόστεγα και τέντες, χειμώνα και καλοκαίρι»[36].

Οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα ήταν κυρίως γέροντες, παιδιά και γυναίκες, όπως προαναφέρθηκε. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, όπου το επέτρεπε η πυκνότητα του πληθυσμού και όπου το κράτος επιθυμούσε να επιτύχει μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια, εφόσον τα προβλήματα με τους γείτονες ήταν έντονα. Υπήρχε, βέβαια και ένας περιορισμένος αριθμός προσφύγων, οι οποίοι δεν ήσαν εξαθλιωμένοι και δεν είχαν την ανάγκη της κρατικής αρωγής.

Το δύσκολο, επίπονο και δυσεπίλυτο έργο, που είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα με την εισροή στο έδαφός της τόσων ανθρώπων, φτωχών, ταλαιπωρημένων και απογοητευμένων δεν ήταν δυνατόν να το αναλάβει μόνη της, στηριζόμενη στις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις, δίχως την αρωγή κάποιων φορέων από το εξωτερικό. Γι’ αυτό και τη συνέδραμαν, στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο, που ανεφύη το πρόβλημα, ο Αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός, η Αμερικάνικη οργάνωση Near East Relief[37], η οποία είχε αναλάβει το έργο της φροντίδας των ορφανών (οι Βρετανικές Save the Children Fund και All British Appeal ασχολήθηκαν με το ίδιο πρόβλημα) και η Κοινωνία των Εθνών[38].

Οικογένειες στοιβαγμένες στα θεωρεία του Εθνικού Θεάτρου.

Η τελευταία ενδιαφέρθηκε από πολύ νωρίς να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί, εξαιτίας του τραγικού τέλους του Μικρασιατικού πολέμου, ώστε να εκπληρώσει το σκοπό για τον οποίο είχε συσταθεί: τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, στο οποίο εντασσόταν και το ανθρωπιστικό της έργο. Ο Νάνσεν, Ύπατος Αρμοστής της Οργάνωσης για τους πρόσφυγες, τον οποίο η Συνέλευση της Κ.τ.Ε. είχε επιφορτίσει, μετά από αίτημά του, με ειδική αποστολή για τις περιοχές, που αντιμετώπιζαν σοβαρότατα προβλήματα, λόγω της κατάστασης, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα[39]. Από τις πρώτες αναφορές του Νάνσεν, όταν έφθασε στους τόπους της συμφοράς, κατέστη φανερό το οξύτατο, ανθρωπιστικό πρόβλημα, που είχε ανακύψει στην Εγγύς Ανατολή. Σ’ ένα τηλεγράφημα, που απηύθυνε στον Γενικό Γραμματέα της Κ.τ.Ε., υπογράμμιζε ότι «το προσφυγικό πρόβλημα της Μικράς Ασίας ήταν περισσότερο σοβαρό απ’ ό,τι παρουσιάστηκε στη Συνέλευση». Ο εκτοπισμός τους από τη Μικρά Ασία είχε γίνει με θαυμαστή μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα, η κατάστασή τους ήταν τραγική, «δεν είχαν χρήματα, ρούχα ή στέγη  και συχνά ούτε τροφή». Μιλούσε για τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, αν ήθελαν να αποτρέψουν μια μεγαλύτερη καταστροφή. Σημείωνε ότι τα τραγικά γεγονότα ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο. Και ανέφερε πως εκατό παιδιά είχαν γεννηθεί σ’ έναν καταυλισμό, όπου, όμως, δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες υγιεινής, ιατρικής υποστήριξης, ιματισμός ή ακόμα και γάλα[40].

Ο Νάνσεν είχε σκοπό να διακριβώσει, όσο πιο αντικειμενικά μπορούσε, τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος, με την απώτερη ελπίδα να βοηθήσει τους πρόσφυγες και να συμβάλει «στην ανοικοδόμηση της οικονομικής ζωής των περιοχών, που ερημώνονταν». Θα ενδιαφερόταν, ώστε να παρασχεθεί στις κυβερνήσεις ένα ορισμένο χρηματικό ποσό και οι αντιπρόσωποι του Οργανισμού της Γενεύης θα αναλάμβαναν μια «καθαρά ανθρωπιστική εργασία», εξυπηρετώντας, έτσι, το έργο του, το σχετικό με την ανθρωπιστική του αποστολή. Το έργο αυτό δεν θα είχε πολιτικές προεκτάσεις και αυτή η συγκεκριμένη προσπάθεια θα γινόταν «δίχως οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα […στους πρόσφυγες…] διαφορετικής φυλής και θρησκείας»[41].

Ενδιαφερόταν, επίσης, για τον ελληνικό πληθυσμό της Ανατολικής Θράκης⸱ όφειλε εκείνη τη δεδομένη στιγμή «να συμπαρασταθεί στη μεταφορά των Ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι, προς το παρόν, είχαν συναθροιστεί στην Ανατολική Θράκη, στην περιοχή πέραν του ποταμού Μαρίτσα [Έβρου]». «Αυτός ο πληθυσμός συνιστούσε ένα πρόβλημα τελείως διάφορο από εκείνο των ελληνικών πληθυσμών, που κατοικούσαν στην Ανατολική Θράκη». Χαρακτήριζε, δε, ως ατυχία την έξοδο που θα λάβαινε χώρα σ’ αυτή την περιοχή, παρόμοια με την έξοδο από τη Μικρά Ασία[42], διότι και αυτή θα δυσχέραινε ακόμα περισσότερο την έκρυθμη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί, σ’ αυτήν την ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη.

Αναχωρώντας, ο Νάνσεν, από την Αθήνα προέβαινε σε δηλώσεις, άκρως διευκρινιστικές. Μεταξύ άλλων διατύπωνε τα ακόλουθα: « […] αισθάνομαι πως καθήκον μου είναι να απευθύνω προς τους λαούς και τις Κυβερνήσεις της Ευρώπης και του κόσμου μία έκκληση για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης […]. Ο αριθμός αυτών των προσφύγων, σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς είναι περίπου 900.000. Η μεγαλύτερη πλειοψηφία είναι ελληνικής φυλής […], αλλά υπάρχουν όχι λιγότεροι από 50.000 Αρμένιοι, στους οποίους η Ελληνική Κυβέρνηση […] είχε τη μεγάλη γενναιότητα να παράσχει φιλοξενία […]. Είναι απελπισμένοι και χρειάζονται τα πάντα […]. Το πρόβλημα για την Ελληνική Κυβέρνηση και τον Ελληνικό λαό είναι να βρει σπίτια […] γι’ αυτά τα δυστυχή θύματα του πολέμου και να απορροφήσει αυτούς όσο πιο γρήγορα γίνεται στην  οικονομική ζωή του έθνους. […]. Το πρόβλημα απειλεί τη σταθερότητα των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών της Εγγύς Ανατολής. Το πρόβλημα, οπωσδήποτε, είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα έθνη του πολιτισμένου κόσμου. Τώρα είναι η ψυχολογική στιγμή. Ο Ελληνικός λαός, αυτή τη δύσκολη ώρα της δοκιμασίας, σίγουρα χρειάζεται και τα δύο, την ηθική και την οικονομική υποστήριξη του κόσμου»[43].

Φρίντγιοφ Νάνσεν, Ύπατος Αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες.

Από τα εκτεθέντα ως τώρα καθίσταται φανερό ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε εξόχως δύσκολη θέση εξαιτίας της δημιουργίας του προσφυγικού προβλήματος και της ανάγκης, σε πρώτη φάση, να δεχθεί αυτόν τον πληθυσμό στα εδάφη της και να του παράσχει τα απολύτως χρειώδη για την επιβίωσή του.  Εν γένει, η διεθνής κοινότητα συνέδραμε την Ελλάδα σ’ αυτό το δύσκολο έργο, αν και μέλη της είχαν συμβάλει στη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος ή δεν είχαν πράξει όσα όφειλαν για να το αποτρέψουν[44]. Και είχαν συμβάλει, ιδίως, ο Λόυδ Τζωρτζ, ο οποίος σε συνάντησή του με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Δημήτριο Γούναρη, τον Οκτώβριο του 1921, δήλωνε: «Πρέπει να διατηρηθήτε εις την Μ. Ασίαν μέχρι των διαπραγματεύσεων και της Ειρήνης, διότι άλλως αι διαπραγματεύσεις  θα είνε περιτταί»[45].

Η αγωνία τους, εκείνες τις τραγικές για τον ελληνισμό ώρες,  δεν ήταν η δυστυχία που προξένησαν σε τόσα εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά η διασφάλιση των ίδιων συμφερόντων τους, που εντοπίζονταν στην περιοχή των Στενών. Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία φοβούνταν μια δυναμική ενέργεια του Κεμάλ στη ζώνη των Στενών. Σε δηλώσεις του Fethy bey, του Μουσταφά Κεμάλ και άλλων δεν διαφαινόταν πως οι Τούρκοι είχαν «παράλογες ιδέες», ούτε ότι σκέπτονταν «να προσβάλουν την ουδέτερη ζώνη» των Στενών[46]. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλα δημοσιεύματα και πληροφορίες, όταν ο Κεμάλ έφθασε στη Σμύρνη, στις 12 Σεπτεμβρίου, είχε δηλώσει πως «[μ]όνον η άμεση παραχώρηση ολόκληρης της Ανατολικής Θράκης στην κυβέρνηση της Άγκυρας, […] θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση μεταξύ του συμμαχικού και του τουρκικού στρατού στην ουδέτερη ζώνη των Στενών»[47].

Την ίδια εκείνη μέρα, στις 12 Σεπτεμβρίου, η Βρετανία είχε απευθύνει στο Quai d’ Orsay μια διακοίνωση, στην οποία διατύπωνε την ελπίδα ότι η Γαλλία, η Αγγλία και η Ιταλία θα σέβονταν τις αποφάσεις, που είχαν λάβει στις 27 Μαρτίου ως προς τη  «ελευθερία των Στενών». Τρεις μέρες αργότερα, συνερχόταν στο Λονδίνο  το υπουργικό Συμβούλιο, υπό την  προεδρία του Λόυδ Τζωρτζ. Με το πέρας της συνεδρίασης οι αρμόδιοι δήλωσαν ότι η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία συμφωνούσαν απολύτως στο θέμα «της Κωνσταντινούπολης και των Στενών και στην ανάγκη να εμποδίσουν τους Τούρκους να διεισδύσουν στη Θράκη»[48]. Είναι προφανές πως η Σοβιετική Ρωσία θεωρούσε πως δεν δεσμευόταν από τις αποφάσεις, που είχαν ληφθεί από τις Συμμαχίες.

Ωστόσο, η έκρυθμη και κρίσιμη κατάσταση είχε προξενήσει τόσο έντονη ανησυχία στις Μεγάλες Δυνάμεις, που στις 10/23 Σεπτεμβρίου 1922 έστελναν Διακοίνωση στην κυβέρνηση της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Άγκυρας, με την οποία την προσκαλούσαν, σχεδόν την παρακαλούσαν, να στείλει αντιπροσώπους της για να συμμετάσχουν στη σχεδιαζόμενη Διάσκεψη, η οποία θα συνερχόταν στη Βενετία ή αλλού. Δήλωναν, δε, ότι έβλεπαν «μετ’ ευνοίας την επιθυμίαν της Τουρκίας να ανακτήση την Θράκην μέχρι του Έβρου ποταμού, και την Αδριανούπολιν υπό τον όρον ότι η Κυβέρνησις της Άγκυρας δεν θ’ αποστείλη τον στρατόν της, διαρκουσών των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, εις τας ζώνας των οποίων αι Σύμμαχοι Δυνάμεις εκήρυξαν την προσωρινήν ουδετερότητα». Και όλα αυτά θα γίνονταν «επί τω σκοπώ της διατηρήσεως της ειρήνης», για την «ειρηνικήν και ομαλήν αποκατάστασιν της Τουρκικής κυριαρχίας», για «την αποτελεσματικήν εξασφάλισιν, υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, της ελευθερίας των Δαρδανελλίων, της Προποντίδος και του Βοσπόρου, ως και της προστασίας των φυλετικών και θρησκευτικών μειονοτήτων»[49]. Το πόσο προστάτεψαν τους γηγενείς πληθυσμούς, που μάλλον τους ενέτασσαν στις μειονότητες, το διαπιστώσαμε με τον πλέον τραγικό τρόπο.

Μεταξύ άλλων πολλών, επισήμαιναν πως οι τρεις συμμαχικές κυβερνήσεις θα μεριμνούσαν, ώστε οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να αποχωρήσουν στη γραμμή, που θα καθοριζόταν από τους Στρατηγούς των Συμμάχων και των στρατιωτικών αρχών της Τουρκίας και της Ελλάδας. Η  κυβέρνηση της Άγκυρας θα υποχρεωνόταν «να μη αποστείλη, ούτε προ, ούτε διαρκούσης της Διασκέψεως, στρατεύματα εις τας ζώνας, αίτινες εκηρύχθησαν προσωρινώς ουδέτεραι και να μη διέλθη τα Στενά ούτε την θάλασσαν του Μαρμαρά».

Είναι πασιφανές πως οι τρεις Συνασπισμένες Δυνάμεις, οι οποίες είχαν εξέλθει νικήτριες από τον Μεγάλο Πόλεμο, προς χάριν των συμφερόντων τους, των συνυφασμένων με τα Στενά, υποτάσσονταν στην Τουρκία και δεν ενδιαφέρονταν για την «ατυχήσασαν σύμμαχον αυτών Ελλάδα, ούτε δια τους εγκαταλείφθέντας και σφαζομένους Ελληνικούς Μικρασιατικούς πληθυσμούς […]»[50].

Εν κατακλείδι, ας τονιστεί πως από τις Μεγάλες Δυνάμεις η Μεγάλη Βρετανία ήταν εκείνη, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τα όσα σημειώνονταν στη Μικρά Ασία. Τούτο προκύπτει και από το Υπόμνημα, που παρέδωσε ο Σιώτης στον Παπούλα, στις 8 Φεβρουαρίου 1922, εκ μέρους της Επιτροπής, που προωθούσε την αυτονόμηση της Μικράς Ασίας, όπου αναγράφονταν τα ακόλουθα: «Βάσις της αγγλικής πολιτικής εν τη Ανατολή ήτο η εγκατάστασις της Ελλάδος όσον οίον τε ισχυροτέρας εν τη δυτική Μικρά Ασία, δια να δύναται δι’ αυτής να συγκρατή τας τουρκικάς προσπαθείας κατά της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας και την πανισλαμικήν προπαγάνδαν κατά των Ινδιών»[51].

 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Areti Tounda-Fergadi,«L’ histoire de l’ emprunt accordé pour les réfugiés de 1924», Balkan Studies, V. 24, 1, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1983, pp. 89-105. Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Το Προσφυγικό Δάνειο του 1924, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1986. Αρετή Τούντα-Φεργάδη – Κατερίνα Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, «Η κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου και το προσφυγικό ζήτημα», στο: Αλέξανδρος Παπαναστασίου: Οι Κοινωνικές, Οικονομικές και Πολιτικές απόψεις του. Πρακτικά του Συνεδρίου, Αθήνα 5-7 Δεκεμβρίου 1986, Αθήνα, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 1990, σελ. 269-277. Αρετή Τούντα-Φεργάδη, «Όψεις της μεταφοράς των προσφύγων της μικρασιατικής περιπέτειας στην Ελλάδα», στο: ΚΣΤ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 27-29 Μαΐου 2005. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2006, σελ. 321-332, της ίδιας, «Το συμπληρωματικό προσφυγικό δάνειο των ετών 1927-1928», στο:   Η Διεθνής Κοινότητα σε κίνηση. Συμβολές στη μνήμη Γεωργίου Τενεκίδη, επιμ. Στέλιος Περράκης, Αθήνα, Α.Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 413-446, της ίδιας, Η Δανειακή Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Η περίπτωση του Δεύτερου Προσφυγικού Δανείου, 1926-1928, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2009.

[2]  Αμάλθεια, 12 (25) Μαρτίου 1922, Αριθμός 19173, σελ. 1.

[3] Εφημερίς των Συζητήσεων της Δ΄ Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως (=Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ), εν Αθήναις, 1924,  Συνεδρίασις 1, 2 Ιανουαρίου 1924, σελ. 5.

[4] Η Μικρασιατική Καταστροφή. Αφηγήσεις-μελετήματα-ντοκουμέντα, Πρόλογος-επιμέλεια: Κώστας Φωτιάδης,  Β΄ τόμος, Αθήνα, Εκδόσεις Καλοκάθη, Real News, 20.3.2022, σελ. 481-482.

[5] Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, (χωρίς τόπο έκδοσης), Κέδρος-Real Media, 2008, 2014, σελ. 356.

[6] Ηλίας Βενέζης, Μικρασία, χαίρε, Αθήνα, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 2022, σελ. 131-145, στις σελ. 132-133.

[7] Benny Morris, Dror Ze’evi, Η Τριακονταετής Γενοκτονία. Ο αφανισμός των χριστιανικών μειονοτήτων της Τουρκίας, 1894-1924, Μετάφραση: Μενέλαος Αστερίου, Διαδρομές Ιστορίας, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2021, σελ. 450, για το παράθεμα. Πρόκειται για τη Διακήρυξη του Νουρεντίν Πασά, της 23ης Σεπτεμβρίου 1922. Στη σελ. 444, για την αρπαγή των γυναικών.

[8] Margaret Macmillan, Οι Ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005, σελ. 582.

[9] Αντώνης  Κλάψης, «Στο κλουβί της Ελλάδος της στενής μας κλεισμένοι». Πολιτική και διπλωματία  της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης 1821-1923, Αθήνα 2019, σ. 352-362. Για τη μικρασιατική καταστροφή, γενικότερα, βλ. M. Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα 2004· Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Ιστορική Επισκόπηση, Αθήνα, Δημιουργία Απ. Α. Χαρίσης, 1999⁵. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας  στη Μικρά Ασία. Κριτική αναψηλάφηση. Αθήνα, Ίκαρος 2009. Διονύσιος Τσιριγώτης, Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα, 2010.

[10] Κωνσταντίνος Βλάσσης, Πρόσφυγες, Οικονομία & Νομοθεσία κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, Δούρειος Ίππος, 2020, σελ. 295.

[11] Στο ίδιο, σελ. 309-310.

[12] Μιχαήλ Νοταρά, Η Αγροτική Αποκατάστασις των Προσφύγων, Αθήναι, 1934, σελ. 3.

[13] Macmillan, ό. π., σελ. 582.

[14] Γιώργος Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922:  Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη⁴, 2017, σελ. 151.

[15] Νοταρά, ό.π, τον Πρόλογο του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, σελ. ζ-η.

[16] The Martyrdom of Smyrna & Eastern Christendom, préface Lysimachos Œconomos, London, George Allen & Unwin LTD, χ.χ.ε,, p. 177.

[17] Στο ίδιο, την αναδημοσίευση άρθρου από την Daily Telegraph, της 13 Νοεμβρίου 1922, με τίτλο «Near East Refugees. Dr. Nansen’s World Appeal », pp. 236-237

[18] Société des Nations, L’Établissement des Réfugiés en Grèce, Genève, 1926, p. 13 κ. ε. Αλέξανδρος Πάλλης, «Φυλετικές μεταναστεύσεις στα Βαλκάνια και διωγμοί του Ελληνισμού (1912-1924)», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Τ. Α΄, 1977, σελ. 75-87 Επίσης, ο Λαδάς παραθέτει αναλυτικά στοιχεία για τις μεταναστεύσεις κατά περιοχές και ποσοστά.Stephen Ladas., The Exchange of Minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, New York, The Macmillan Company, 1932, pp. 13-17.

[19] Société des Nations, ό. π., p. 12.

[20] Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Βενιζέλου, το 1929: «Το σύμφωνο της Λωζάννης», δεν ήταν ένα σύμφωνο για την ανταλλαγή των πληθυσμών, ελληνικών και μουσουλμανικών,  «αλλά μόνο ένα σύμφωνο για την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού από την Ελλάδα μετά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Τουρκία». Άγγελος Συρίγος, «Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;», στο: Η Διεθνής Κοινότητα…, ό. π., σελ. 367-388, στη σελ. 383.

[21] Η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (=ΕΑΠ) ή Αυτόνομο Γραφείο είχε συσταθεί με το πρωτόκολλο της 29 Σεπτεμβρίου 1923, όπου περιλαμβανόταν και το σχετικό Καταστατικό.

[22] Εφημερίς των Συζητήσεων της Δ΄ εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, τόμος Β΄ (=Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ, Β΄), Συνεδρίασις 68, 28 Ιουνίου 1924, σελ. 523, από την αγόρευση του βουλευτή Π. Κουρτίδη.

[23] Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 67, 27 Ιουνίου 1924, σελ. 513.

[24] Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 63, 23 Ιουνίου 1924, σελ.427-428.

[25] Αλέξανδρος Πάλλης, Συλλογή των κυριωτέρων Στατιστικών των αφοροσών την ανταλλαγήν των πληθυσμών και προσφυγικήν αποκατάστασιν μετά αναλύσεως και επεξηγήσεων, 1921, σελ. 4.

[26] Μαυρογορδάτος, ό. π., σελ. 156-157, ιδίως, την υποσ. 9, γενικότερα, τις σελ. 150-158.

[27] Ομιλία Σκεύου Ζερβού στην Εθνοσυνέλευση, Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 69, 30 Ιουνίου 1924, σελ. 556-557.

[28] Στο σημείο αυτό θα ήθελα να καταθέσω μια προφορική μαρτυρία για έναν συγγενή μου, την οποία άκουγα σε μικρή ηλικία από τον πατέρα μου. Απ’ όσο θυμάμαι, στην οικογένειά του, η οποία ζούσε στο χωριό Μπουγιάτι, σημερινή ονομασία, Λυσσαρέα, του νομού Αρκαδίας, είχε επτά μέλη, οι δυο γονείς και τα πέντε παιδιά. Ο ένας εκ των αδελφών, με το όνομα Αθανάσιος Τούντας του Παναγιώτη και της Άννας, πιθανόν ο μεγαλύτερος, συμμετείχε στον μικρασιατικό πόλεμο. Το τραγικό είναι ότι από τη στιγμή, που πήγε στον πόλεμο δεν τον ξαναείδαν. Οι τελευταίες πληροφορίες, που είχαν ήταν πως νοσηλευόταν, σε ένα νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Τίποτα άλλο δεν έμαθαν, ποτέ. Στη μνήμη του, επειδή τον θεωρούσαν νεκρό, βάπτισαν το ένα από τα παιδιά του ενός αδελφού, Αθανάσιο. Αλήθεια, πόσες τέτοιες, παρόμοιες τραγικές ιστορίες θα υπάρχουν! Δεν θα έπρεπε το κράτος να φροντίσει να μάθει για όλους και να ενημερώσει τους οικείους τους;

[29] Ε.ΣΔ΄.Σ.Σ., Β΄, Συνεδρίασις 63, 23 Ιουνίου 1924, σελ. 421 και Συνεδρίασις 64, 24 Ιουνίου 1924, σελ. 443.

[30] Ομιλία Σκεύου Ζερβού στην Εθνοσυνέλευση, ό. π., σελ. 554. Σαράντος Καργάκος, Η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Από το έπος στην τραγωδία, Μέρος Δ΄, Αθήναι, 2012, σελ. 386. Ειδική έκδοση για την εφημερίδα Παραπολιτικά.

[31] Ομιλία Σκεύου Ζερβού στην Εθνοσυνέλευση, ό. π., σελ. 554. Société des Nations, ό. π., p. 4. League of Nations, Official Journal, January 1923, pp. 133-134.

[32] Antonis Klapsis (2014), «Violent Uprooting and Forced Migration: A demographic Analysis of the Greek populations of Asia Minor, Pontus and Eastern Thrace», Middle Eastern Studies, 50:4, 622-639, https://doi.org/10.1080/00263206.2014.901218. Τελευταία πρόσβαση, 26 Απριλίου 2022.

[33] Archives de la Société des Nations (=A.S.d.N.), 1919-1927: 48/24357/24357(R 1761): The Situation of Asia Minor Refugees in Greece. Knight to Curzon. British Vice Consulate, Volo. October 3, 1922. Το έγγραφο φέρει και την ένδειξη: Enclosure in Mr. Lindley’s dispatch, No. 569 of October 7th, 1922.

[34] A.S.d.N., 1919-1927: 48/24357/24357 (R 1761), ό. π., Lindley to Curzon. No 569. Athens. October 7th, 1922.

[35] Στο ίδιο.

[36] Société des Nations, ό. π., p. 4.

[37] Για τη συγκεκριμένη οργάνωση και το έργο της, βλ. και Κυριάκος Λυκουρίνος, «Η American Near East Relief (Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής) στην Καβάλα, τη Δράμα, το Πράβι και στα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας», στο: «Μνήμη» του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας, φ. 20, Ιαν. 2016.

[38] Société des Nations, ό. π., p. 4.

[39] Tounda-Fergadi, «L’ histoire… », ό. π., p. 91. Τούντα-Φεργάδη, Το Προσφυγικό, ό. π., σελ 43.

[40] The Martyrdom, ό. π., pp. 176-177.

[41] A.S.d.N., 1919-1927: 48/24400/24357 (R. 1761). General Situation of Asia Minor Refugees. Memorandum on the Mission of the High Commissioner of the League of Nations for Refugees. 10.10.22.

[42] Στο ίδιο.

[43]The Martyrdom, ό. π., άρθρο της Daily Telegraph, 13. 11. 22, με τίτλο Near East Refugees. Dr. Nansen’s World Appeal, pp. 236-237.

[44] Αξίζει να σημειωθεί πως ένας από τους σύγχρονους μελετητές αναφερόμενος στα γεγονότα της Σμύρνης και στη θέση, που έλαβαν οι Μεγάλες Δυνάμεις έναντι αυτών, επισημαίνει: «Η Ιταλία και η Γαλλία αλλά και πιο διακριτικά οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμάχησαν με το κεμαλικό καθεστώς. Η πολιτική τους στροφή δεν λαμβάνει υπόψη την τύχη των άμαχων πληθυσμών της περιοχής. Οι πρώην πελάτες, προνομιακός στόχος των δυτικών εμπορικών και εκπαιδευτικών επιχειρήσεων, εγκαταλείπονται, αφού η πολιτική θέση που κατείχαν εξαφανίστηκε. Τα δυτικά κράτη δεν έλαβαν υπόψη, στις προετοιμασίες τους για παροχή βοήθειας, τους μη μουσουλμάνους αυτόχθονες που θα ήθελαν να διαφύγουν από την κατακτημένη πόλη και να ανέβουν πάνω σ’ ένα συμμαχικό πλοίο». Georgelin, ό. π., σελ. 319, 320.

[45] Στρατηγός, ό. π., σελ. 321.

[46] L’Action Française, 16 septembre 1922, no 259, pp. 1, 2.

[47] Γιάννης Γιανουλόπουλος, ‘‘Η ευγενής μας τύφλωσις…’’. Εξωτερική πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2001, σελ. 298.

[48] L’Action Franҫaise, 16 septembre 1922, no 259, pp. 1, 2.

[49] Στρατηγός, ό. π., σελ. 418-419.

[50] Στο ίδιο.

[51] Η Μικρασιατική Καταστροφή, ό. π., σελ. 352-361, στη σελ. 358.