Skip to main content

Vojislav Pavlović: O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Β΄: 1941 – 1948)

Vojislav Pavlović

O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Β΄: 1941 – 1948)

 

Ο Τίτο αρχηγός των Παρτιζάνων

 Ολόκληρη η διαγωγή του Τίτο, από τη στιγμή που ανέλαβε τα ηνία του ΚΚΓ το 1937 έως τον Ιούνιο του 1941, επιβεβαιώνει πως σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα λειτούργησε ως συνεπής και ευσυνείδητος εκπρόσωπος της Κομιντέρν στη Γιουγκοσλαβία. Το κόμμα υλοποίησε, υπό την καθοδήγησή του, συστηματικά και δίχως αντιρρήσεις όλες τις οδηγίες της Μόσχας. Στα μάτια του, το συμφέρον της Γιουγκοσλαβίας, η εργατική τάξη και το ζήτημα της ανεξαρτησίας της τελευταίας, έρχονταν σε ελάσσονα μοίρα συγκριτικά με τα αντίστοιχα της ΕΣΣΔ. Ενδεικτικό είναι το ότι δεν πυροδότησε μια ένοπλη εξέγερση τη στιγμή, κατά την οποία η Γιουγκοσλαβία έπεσε θύμα επίθεσης και κατοχής, παρά μόνο έπειτα από την γερμανική εισβολή σε βάρος της ΕΣΣΔ και αφού, προηγουμένως, υπήρξε αποδέκτης σχετικών οδηγιών εκ μέρους της Μόσχας. Το ΚΚΓ ήταν παράρτημα της Κομιντέρν και συνέχισε να λειτουργεί ως τέτοιο όσο διατηρείτο η επαφή με τη σοβιετική πρωτεύουσα. Μοναδικό σημείο, όπου ο Τίτο και το κόμμα του εκδήλωναν, εδώ και κάποιο καιρό, τάσεις αυτονόμησης, ήταν εκείνο περί συγκρότησης μιας λαϊκής κυβέρνησης, με άλλα λόγια περί εξώθησης σε ένοπλη εξέγερση ενάντια στο νόμιμο καθεστώς της χώρας. Ακόμα και τις στιγμές που η Μόσχα τον αποθάρρυνε από το να προχωρήσει σε μια πρωτοβουλία του είδους αυτού, η ιδέα είχε σφηνωθεί βαθειά μέσα στη σκέψη του. Μια αλληλουχία από αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού, στο πεδίο των εχθροπραξιών αμέσως μετά την εκδήλωση της γερμανικής  εισβολής, μοιραία απέσπασε την προσοχή της σοβιετικής κυβέρνησης και της Κομιντέρν από τα τεκταινόμενα στη Γιουγκοσλαβία. Από τον Ιούλιο του 1941 και εφεξής, ο Τίτο και το ΚΚΓ αφέθηκαν, ως ένα βαθμό, μόνοι. Αναμενόμενο ήταν να επανέλθουν στη στρατηγική τους περί κατάκτησης της εξουσίας. Ας επισημανθεί δε πως πρόκειται για μια στρατηγική, η οποία δεν επιβλήθηκε καθ οιονδήποτε τρόπο από την ηγεσία του κόμματος. Αποτελούσε κοινή συνισταμένη  σύσσωμου του μηχανισμού του ΚΚΓ, ο οποίος την είχε αυθόρμητα ενστερνιστεί.

Πεποίθηση όλων ήταν ότι η έκβαση του πολέμου θα προέκυπτε από μια νικηφόρα προέλαση του Κόκκινου Στρατού εντός του Γιουγκοσλαβικού εδάφους. Απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, η ουσιαστική αποστολή, η οποία αναλογούσε στο ΚΚΓ, συνίστατο στην κατάληψη της εξουσίας μέσω μιας κοινωνικής επανάστασης πριν από την έλευση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ο πόλεμος ενάντια στη Γερμανία, δεν μπορούσε να κερδηθεί δίχως τη συνδρομή του Κόκκινου Στρατού. Όμως, ο αγώνας για την εξουσία εντός της Γιουγκοσλαβίας, ήταν υπόθεση του ΚΚΓ. Όταν οι πρώτες ομάδες Παρτιζάνων ανέλαβαν δράση εντός του Ιουλίου, πέραν από τη σύγκρουση με τις δυνάμεις κατοχής, στόχος ήταν να διαφανεί πως το προπολεμικό Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας είχε πάψει να υφίσταται δια παντός. Κάθε φορά που εισέρχονταν σε μικρές κωμοπόλεις της επαρχίας, οι τοπικοί διοικητές των Παρτιζάνων φρόντιζαν να καταστρέφουν  ο,τιδήποτε  παρέπεμπε στο παλαιό καθεστώς. Οι δήμαρχοι συλλαμβάνονταν, ενίοτε δε εκτελούνταν, τα αστυνομικά και δικαστικά αρχεία, οι στρατολογικές καταστάσεις  και τα κτηματολόγια καίγονταν. Φωτογραφίες, εικόνες και σύμβολα της βασιλικής εποχής αποσύρονταν. Μια νέα εποχή είχε ανατείλει και το ΚΚΓ ήταν αποφασισμένο να το καταστήσει σαφές προς πάσα κατεύθυνση.³⁷

Γερμανικές θηριωδίες στο Pancevo, 21-22 Απριλίου 1941.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του Αυγούστου, ο Τίτο ενημέρωσε σχετικά την Κομιντέρν ως εξής: “Οι Παρτιζάνοι προβαίνουν στην αντικατάσταση των τοπικών αρχών. Καίνε στις στρατολογικές και φορολογικές καταστάσεις καθώς και κάθε άλλου είδους αρχεία, τέλος, εγκαθιστούν λαϊκές επιτροπές εν είδει νέας μορφής τοπικής διοίκησης”.³⁸ Αντικειμενικός σκοπός ήταν, ακριβώς,  η ίδρυση λαϊκών συμβουλίων σε τοπική κλίμακα. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ο υπαρχηγός του Τίτο, Σλοβένος Edvard Kardelj, απέδωσε την αντικατάσταση των υπαρχουσών τοπικών αρχών στο γεγονός ότι οι τελευταίες υπηρετούσαν πιστά τις δυνάμεις κατοχής. Για μια συστράτευση ενάντια στους Γερμανούς, ήταν αναγκαία η δημιουργία νέου είδους τοπικών αρχών. Αποστολή των λαϊκών συμβουλίων ήταν ο ανεφοδιασμός των Παρτιζάνων και η παροχή βοήθειας προς αυτούς, η τήρηση της τάξης, τέλος, ο επισιτισμός των κατοίκων.³⁹ Οι διάφορες μορφές τοπικής διοίκησης δεν συνέκλιναν προς κάποιας μορφής πυραμίδα εξουσίας. Αργότερα, έπειτα από το πέρας του πολέμου, ο Τίτο αναγνώρισε πως είχε αποφύγει να πράξει κάτι τέτοιο, προκειμένου να μην προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της Μόσχας. Άλλωστε, από τον Οκτώβριο του 1941, η ΕΣΣΔ είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την ευρισκόμενη στο Λονδίνο εξόριστη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Αυτός υπήρξε και ο λόγος που, για πολλοστή φορά τον απέτρεψε από τη σκέψη εγκαθίδρυσης  οποιουδήποτε είδους λαϊκής κυβέρνησης.⁴°

Ο Τίτο και ο  Edvard Kardelj (τρίτος από αριστερά), στο Γενικό Στρατηγείο των Παρτιζάνων.

Ο Τίτο είχε απόλυτη συναίσθηση του ότι η Μόσχα έτρεφε διαφορετικού είδους επιδιώξεις όταν του ανέθετε την οργάνωση μιας ένοπλης εξέγερσης. Επρόκειτο για την επονομαζόμενη “Θεωρία των δυο φάσεων”, δηλαδή, για την κατεπείγουσα συμμαχία με όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ειδικότερα ως προς την Σερβία, κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με σύμπραξη με τους Tchetniks του συνταγματάρχη Dragoljub Draža Mihailović. Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση της Σερβίας συνίστατο στο ότι η τελευταία τελούσε υπό άμεση γερμανική κατοχή. Αμέσως μετά το πέρας των εχθροπραξιών, το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων μεταφέρθηκε στο ανατολικό μέτωπο, αφήνοντας επιτόπου δυο, μόνο, υποστελεχωμένες μεραρχίες. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία είχε επιτρέψει στον Mihailović να οργανώσει ένα αντιστασιακό κίνημα ήδη από τον μήνα Μάϊο. Τον πυρήνα του κινήματος συγκροτούσαν αξιωματικοί και οπλίτες του σερβικού στρατού, ταπεινωμένοι από την ήττα και την αδυναμία προβολής αποτελεσματικής αντίστασης για την προάσπιση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της Σερβίας. Έτσι λοιπόν, όταν οι Παρτιζάνοι του Τίτο ανέλαβαν δράση τον Ιούλιο, ήταν υποχρεωμένοι να υπολογίζουν σοβαρά τις μονάδες του   Mihailović. Τα δυο αντιστασιακά κινήματα διέθεταν αντικρουόμενες πολιτικές στρατηγικές. Ο  Mihailović είχε κατά νου την αποκατάσταση των προπολεμικών θεσμών, την ίδια στιγμή που, καθώς είδαμε, οι Παρτιζάνοι του Τίτο είχαν αρχίσει να τους υποκαθιστούν, σε τοπική κλίμακα, δια της βίας.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του Mihailović ήταν το κύρος, που του προσέδιδε ο βαθμός του, όπως και ένα ολόκληρο δίκτυο συναδέλφων του αξιωματικών, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Σερβία. Στα μάτια της τοπικής διοίκησης, φάνταζε ως η μοναδική εναλλακτική λύση έναντι ενός καθεστώτος συνεργατών, που οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει μέσω της κατοχικής κυβέρνησης του στρατηγού Milan Nedić. Η στρατηγική του Mihailović ήταν κατά κύριο λόγο αμυντική. Προσέβλεπε σε μια ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων, η οποία θα συνεπάγετο την απελευθέρωση της χώρας. Αντιμετώπιζε το κίνημά του σαν μια οργάνωση, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να συνδράμει τους τελευταίους σε περίπτωση που επέλεγαν να αποβιβαστούν στα Βαλκάνια. Δεν χρειαζόταν να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση του κινήματός του. Την διέθετε εκ των πραγμάτων από τη στιγμή, κατά την οποία η εξόριστη βασιλική κυβέρνηση του παρείχε πλήρη υποστήριξη.

Αντίθετα, οι Παρτιζάνοι του Τίτο στερούνταν παντελώς πολιτικής νομιμοποίησης. Η, πριν από τον πόλεμο, περιορισμένης διάρκειας παρουσία του ΚΚΓ στα πολιτικά δρώμενα της Γιουγκοσλαβίας,  δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν κάποιας μορφής αξιοπιστία ήταν να αναγορευτούν σε αιχμή του δόρατος του αγώνα κατά των Γερμανών. Αυτή, άλλωστε, ήταν και η επιθυμία της Μόσχας. Η αντιπαράθεση με τον κατακτητή μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική προπαγάνδα προς όφελος του ΚΚΓ. Στρεφόμενο δυναμικά κατά των Γερμανών, αλλά και ενάντια σε ένα ολόκληρο σύστημα τοπικής διοίκησης, το οποίο είχε αφομοιωθεί από τις δυνάμεις κατοχής, το κόμμα θα ήταν σε θέση να υλοποιήσει τα κατάλοιπα της προπολεμικής τάξης πραγμάτων. Το χάσμα με το κίνημα του Mihailović ήταν αγεφύρωτο. Παρά ταύτα, η Μόσχα εξακολουθούσε να προτρέπει προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός ενιαίου εθνικού Λαϊκού Μετώπου. Ο Τίτο δεν είχε επιλογή άλλη από το να συνεργαστεί με τον πολιτικό του αντίπαλο, τον Mihailović.

Έως ότου οι δυο άνδρες συναντηθούν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941, ο Τίτο αγνοούσε επιδεικτικά κάθε δραστηριότητα του Mihailović στις επαφές που είχε με τη Μόσχα. Περιέγραφε μόνο τα επιτεύγματα των δικών του μονάδων, στιγματίζοντας τους εθελοντές συνεργάτες του Kosta Pećanac, ο οποίος είχε συνάψει σύμφωνο με τις τοπικές αρχές κατοχής.⁴¹ Η πρώτη μνεία χρονολογείται από τις 28 Σεπτεμβρίου, όπου δεν αναφέρεται καθόλου το όνομα του Mihailović. Γίνεται μοναχά λόγος για μονάδες στρατιωτικών Tchetniks, οι οποίοι μάχονταν κατά των Γερμανών.⁴² Επί της ουσίας, ο Mihailović πρωτοεμφανίζεται ονομαστικά στις αναφορές του Τίτο στις 25 Νοεμβρίου, δηλαδή δυο ολόκληρους μήνες αφότου συνήψαν σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ τους (19 Σεπτεμβρίου 1941).⁴³ Έκτοτε, δεν έπαψε να καταγγέλει τον Mihailović στη Μόσχα για συνεργασία με τον κατακτητή, κάθε φορά που του προσφερόταν η δυνατότητα. Έπραξε τα πάντα προκειμένου να εμφανίζει τους Παρτιζάνους ως το μοναδικό αυθεντικό αντιστασιακό κίνημα από τον Ιούλιο 1941 και έπειτα. Απέκρυπτε συστηματικά κάθε είδους δραστηριότητα των Tchetniks. Το πρόβλημα ανέκυψε από τη στιγμή, κατά την οποία η εξόριστη βασιλική κυβέρνηση αναγνώρισε τον Mihailović ως ηγέτη της γιουγκοσλαβικής αντίστασης. Οι καταγγελίες του Τίτο ανάγκασαν τον Dimitrov να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις για το είδος των σχέσεων μεταξύ των δυο ανδρών. Τέλος, ο επικεφαλής της Κομιντέρν θέλησε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο Τίτο είχε προβεί σε ενέργειες προς την κατεύθυνση της θέσπισης μιας ενιαίας διοίκησης των Γιουγκοσλάβων αντιστασιακών.⁴⁴

O Dragoljub Draža Mihailović (δεύτερος από αριστερα στην πρώτη σειρά) τον Ιανουάριο του 1944.

Το κρυπτογράφημα του Dimitrov παραλήφθηκε τον Δεκέμβριο, την ίδια ακριβώς στιγμή που γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εντός της Σερβίας είχαν φέρει σε εξαιρετικά δυσχερή θέση τόσο τους Παρτιζάνους όσο και τους  Tchetniks. Ο Τίτο, συνοδευόμενος από λιγότερους από χίλιους άνδρες, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει στο Sandžak. Από τη δική του πλευρά, ο Mihailović διέταξε τις ομάδες του να διαλυθούν και να καταφύγουν στο Μαυροβούνιο. Επιπρόσθετα, ήδη από τον Νοέμβριο, είχαν ξεσπάσει και κρούσματα αντιπαράθεσης μεταξύ τους, με αποτέλεσμα αμφότεροι να εξασθενίσουν περισσότερο. Ήταν εμφανές πως είχε εξαντληθεί κάθε προοπτική συνεργασίας. Το σχέδιο της Μόσχας περί συγκρότησης μιας ευρείας συμμαχίας είχε ναυαγήσει ως προς την Σερβία, αλλά και ως προς την Γιουγκοσλαβία γενικότερα. Ακόμα χειρότερα, δεν υπήρξε ανταπόκριση στις εκκλήσεις απελπισίας του Τίτο για αποστολή όπλων, εξοπλισμού και πυρομαχικών. Η ΕΣΣΔ ήταν ανήμπορη να απελευθερώσει τη Γιουγκοσλαβία, έτσι όπως το ΚΚΓ το είχε οραματιστεί το καλοκαίρι του 1941. Ο Τίτο και οι σύντροφοί του είχαν αφεθεί ολομόναχοι κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς και δυσοίωνες συνθήκες. Μη διαθέτοντας άλλη επιλογή, αποφάσισαν να υλοποιήσουν τη δική τους στρατηγική, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο το είχαν πράξει στις αρχές του 1938, την επομένη της εξολόθρευσης του Gorkić.

 

Η στρατηγική του Τίτο

Η αδυναμία της Μόσχας να παράσχει οποιασδήποτε μορφής βοήθεια προς τους Παρτιζάνους και ο αγώνας επιβίωσης, στον οποίο εκ των πραγμάτων η ΕΣΣΔ είχε επιδοθεί, ανάγκασαν τον Τίτο να αναζητήσει λύσεις από μόνος. Το ιδεολογικό υπόβαθρο δεν είχε μεταβληθεί από την εποχή της επανόδου του από την σοβιετική πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά, ωστόσο, του εμφανιζόταν η ευκαιρία να το εφαρμόσει απερίσπαστος. Έχοντας αποσυρθεί αρχικά στο Sandžak και κατόπιν στη Βοσνία, βρισκόταν σε έδαφος, το οποίο τελούσε υπό το καθεστώς των Ούστασε (Ustaša) του  Ante Pavelić. Συνεπώς, ήταν υποχρεωμένος να αναμετρηθεί με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβοι είχαν αναζητήσει καταφύγιο στα δάση της Κροατίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, επιχειρώντας να διαφύγουν από την γενοκτονία, στην οποία ο  Pavelić είχε προβεί σε βάρος των Σέρβων, των Εβραίων και των Ρομά. Σε μερικές περιπτώσεις, οργανώνονταν σε αυτοσχέδιες πολιτοφυλακές. Άλλοτε πάλι, προσχωρούσαν στις τάξεις των Παρτιζάνων. Τέλος, ορισμένοι από αυτούς στελέχωναν τις ομάδες των Tchetniks, υπό την κατ όνομα, μόνο,  ανώτατη διοίκηση του Mihailović. Όλοι αυτοί οι διαφυγέντες, αποτελούσαν ιδανική πελατεία για τους Παρτιζάνους από τη στιγμή που το καθεστώς Pavelić ακολουθούσε μια εθνοκτόνο πολιτική: Το ένα τρίτο των Σέρβων, οι οποίοι βρίσκονταν εντός των ορίων του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους έπρεπε να εξοντωθεί. Άλλο ένα τρίτο, να απελαθεί. Το εναπομείναν τρίτο μπορούσε να παραμείνει επιτόπου, υπό την προϋπόθεση να ασπαστεί την Καθολική θρησκεία. Προκειμένου να τους εντάξει στο κίνημά του, ο Τίτο χρειαζόταν κάτι παραπάνω από συνθήματα περί κοινού αγώνα κατά του κατακτητή. Είχε ανάγκη από μια ευνόητη πολιτική και στρατιωτική στρατηγική, βασισμένη επάνω στα όσα είχε ο ίδιος μάθει στη Μόσχα. Μια στρατηγική γύρω από το τρίπτυχο: 1) Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία των εθνών, 2) Λαϊκό Μέτωπο από τη βάση και 3) Κυβέρνηση από τον λαό. Απώτερος στόχος ήταν η κατάκτηση της εξουσίας και η οργάνωση μιας  κοινωνικής επανάστασης.

Ο κατακερματισμός της κατεχόμενης Γιουγκοσλαβίας.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1941, ημέρα των γενεθλίων του Στάλιν, ο Τίτο συγκρότησε στην Πρώτη Προλεταριακή ταξιαρχία, μια ετοιμοπόλεμη επίλεκτη μονάδα, ικανή να επιχειρεί άμεσα σε κάθε  σημείο της επικράτειας. Η παρουσία και μόνο μονάδων αυτού του είδους σε περιοχές, οι οποίες κατοικούνταν από Σέρβους χωρικούς, αρκούσε, προκειμένου να πείσει τους τελευταίους να προσχωρήσουν ομαδικά στις τάξεις των Παρτιζάνων. Περισσότερο ετοιμοπόλεμες από τις αντίστοιχες των Tchetniks, οι μονάδες αυτές ήταν σε θέση να παράσχουν μεγαλύτερη προστασία ενάντια στα εγκλήματα των Ούστασε. Οι Παρτιζάνοι διέθεταν ένα ιδεολογικό πλεονέκτημα. Δεν μάχονταν μόνο για την αποτίναξη του ξένου ζυγού. Πολεμούσαν συνάμα για την επιβολή μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Στα μέρη, από όπου περνούσαν, φρόντιζαν να εγκαθιστούν λαϊκά συμβούλια, τα επονομαζόμενα, από το 1942 και μετά, Συμβούλια Λαϊκής Απελευθέρωσης (τα αρχικά στη Σερβική γλώσσα είναι ΝΟΟ). Η αποστολή των παραπάνω συμβουλίων καθορίστηκε από τις οδηγίες του Φεβρουαρίου 1942. Είχαν επινοηθεί προκειμένου να λειτουργούν ως υπόβαθρο ενός νέου πολιτικού συστήματος, μέσω του ανεφοδιασμού σε τρόφιμα και πολεμοφόδια των μονάδων εκείνων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Αποτελούσαν μέρος του όλου πολεμικού μηχανισμού, από τη στιγμή, κατά την οποία ενέπιπτε σε αυτά ο έλεγχος των μετόπισθεν. Στα συμβούλια μπορούσαν να εδρεύουν άτομα προερχόμενα και από άλλα κόμματα, ωστόσο όχι ως εντολοδόχοι των τελευταίων.⁴⁵ Η στελέχωση ακολουθούσε πιστά την αρχή περί   “Λαϊκού Μετώπου από τη βάση”, καθώς τον πλήρη έλεγχο ασκούσε το ΚΚΓ. Εκείνο ήταν που επέλεγε όσους προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.

Η νέα στρατηγική του Τίτο σχεδιάστηκε σε μια στιγμή που οι επαφές με τη Μόσχα ήταν περιορισμένες. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τότε που αναγκάστηκε να διαφύγει από τη Σερβία. Η ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μέσω του Kopinič, στο Ζάγκρεμπ, αποδείχτηκε ακόμα πιο δυσχερής. Ευρισκόμενος ακόμη στη Σερβία, ο Τίτο μπορούσε να κάνει χρήση ενός τηλεγράφου, που το σοβιετικό διπλωματικό προσωπικό, προτού αποχωρήσει, είχε αφήσει σε έναν δημοσιογράφο ονόματι Miša Brašić. Μη δυνάμενος να χειριστεί το μηχάνημα, ο Brašić εμπιστεύτηκε τους κώδικες στους Παρτιζάνους, οι οποίοι τους μετέφεραν στον Τίτο. Δυστυχώς γι αυτόν, οι κώδικες αποδείχτηκαν λανθασμένοι. Η απευθείας επαφή με τη Μόσχα αποκαταστάθηκε μόνο έπειτα από την έλευση του Kopinič από το Ζάγκρεμπ, τον Φεβρουάριο του 1942, φέροντος τους σωστούς κώδικες. Επομένως, για κάποιο χρονικό διάστημα ο Τίτο απέφυγε να ενημερώσει την Μόσχα σχετικά με τη νέα του στρατηγική. Το έπραξε, όμως, η βασιλική εξόριστη κυβέρνηση, η οποία κοινοποίησε προς τις σοβιετικές αρχές ότι ολόκληρο αυτόν τον καιρό, το ΚΚΓ εφάρμοζε το δικό του πρόγραμμα στην Γιουγκοσλαβία. Οι Προλεταριακές Ταξιαρχίες έφεραν στο πηλίκιό τους ένα κόκκινο αστέρι, απόδειξη της κομμουνιστικής τους προέλευσης. Κατόπιν τούτου, η Μόσχα ζήτησε να πληροφορηθεί κατά πόσο η συγκρότηση των μονάδων αυτών ήταν απαραίτητη και σε ποιό βαθμό στελεχώνονταν από κομμουνιστές. Πάνω απ όλα, επεδίωκε να μάθει εάν ο Τίτο είχε σκοπό  να εγκαθιδρύσει ένα σοβιετικής εμπνεύσεως πολιτικό σύστημα στη χώρα του. Του υπενθύμισε πως πρωταρχικός στόχος ήταν ο σχηματισμός ενός ευρέως αντιφασιστικού μετώπου, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στους κόλπους του και τον Mihailović. Αντ αυτού, τα σήματα τα οποία λάμβανε, έκαναν λόγο περί προδοσίας του τελευταίου, κάτι που η Μόσχα αμφισβητούσε καθότι, από τον Ιανουάριο 1942, ο Mihailović ασκούσε καθήκοντα υπουργού Στρατιωτικών για λογαριασμό της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης.⁴⁶

Επρόκειτο για μια θεμελιώδη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον Τίτο και τους προϊσταμένους του. Ο ηγέτης των Παρτιζάνων αρνείτο να ακολουθήσει τη γραμμή της Μόσχας περί “στρατηγικής των δυο φάσεων”. Άλλωστε, αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο από τη στιγμή, κατα την οποία είχε διακόψει σχέσεις με τον Mihailović και είχε ξεκινήσει να οικοδομεί το δικό του πολιτικό σύστημα, δομημένο με γνώμονα το σοβιετικό μοντέλο. Ωστόσο, τα πράγματα άλλαξαν εκ νέου, εξαιτίας της πίεσης που άρχισε να ασκεί η Μόσχα. Η αλληλογραφία έβριθε οδηγιών για αποκατάσταση των σχέσεων με τον Mihailović. Μια παρόμοια εξέλιξη θα διευκόλυνε τα μέγιστα μια συμμαχία ανάμεσα στην ΕΣΣΔ από τη μια πλευρά, την Μεγ. Βρετανία και τις ΗΠΑ από την άλλη. Αρχικά, ο Τίτο έδειχνε να επιμένει στις θέσεις του συνεχίζοντας πεισματικά να καταγγέλει τον Mihailović ως ένοχο προδοσίας και να πολεμά εναντίον του, εξωθώντας τα πράγματα σε εμφύλια αντιπαράθεση. Σε ένα δεύτερο στάδιο, τα επιτεύγματα των Παρτιζάνων άρχισαν να αναμεταδίδονται από τα σοβιετικά μέσα ενημέρωσης. Σταδιακά, ο Τίτο κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Μόσχας ως προς το όραμά του για την Γιουγκοσλαβία. Με την πάροδο του χρόνου, οι σοβιετικοί διπλωμάτες, άρχισαν να απηχούν τις απόψεις του Τίτο στις επαφές τους με την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση.⁴⁷

Ωστόσο, υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθούσε να παραμένει άλυτο. Επρόκειτο για την άρνηση του Τίτο να εφαρμόσει την “στρατηγική των δυο φάσεων”, ένα πραγματικό αγκάθι στις σχέσεις του με την Μόσχα. Στις 12 Νοεμβρίου 1942, διαμήνυε τα ακόλουθα: “Βρισκόμαστε σε  διαδικασία συγκρότησης ενός είδους κυβέρνησης, που θα ονομάσουμε Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (NKOJ). Όλα τα έθνη και τα πρώην κόμματα θα εκπροσωπούνται στους κόλπους της”.⁴⁸ Απαντώντας, ο Dimitrov υπογράμμισε τις υπάρχουσες διαστάσεις απόψεων. Ναι μεν επικροτούσε την επικείμενη ίδρυση της Εθνικής Επιτροπής, όχι όμως ως μορφή κυβέρνησης, αλλά ως πολιτικό σώμα του κινήματος των Παρτιζάνων: “Μη φέρετε την Εθνική Επιτροπή σε σύγκρουση με την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση του Λονδίνου. Στην παρούσα φάση αποφύγετε να  κάνετε λόγο για κατάργηση της Μοναρχίας προβάλλοντας το σύνθημα περί εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας. Όπως αντιλαμβάνεστε, η επιλογή του πολιτικού συστήματος θα γίνει έπειτα από την ήττα του Ιταλο-Γερμανικού συνασπισμού και την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας…Μη λησμονείτε πως η ΕΣΣΔ έχει συνάψει διπλωματικές σχέσεις με τον βασιλέα και την εξόριστη κυβέρνηση. Μια ενδεχόμενη μετωπική σύγκρουση με αυτούς θα προκαλέσει δυσκολίες στην κοινή πολεμική προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης με τις ΗΠΑ και Μεγ. Βρετανία. Οφείλετε να αναλογίζεστε την έκβαση του αγώνα σας όχι μόνο υπό το πρίσμα των εθνικών συμφερόντων αλλά και σε συνάρτηση με τους στόχους και τις επιταγές της τριμερούς διεθνούς συμμαχίας”.⁴⁹

Η αναφορά του Dimitrov στην “παρούσα φάση” υπαινίσσεται αναμφίβολα την περίφημη “στρατηγική των δυο φάσεων”, την οποία με τόσο πεισματικό τρόπο ο Τίτο αρνείτο να εφαρμόσει. Παρά ταύτα, ο τελευταίος ήταν αναγκασμένος να ακολουθήσει τις οδηγίες της Κομιντέρν. Στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1942 στο Bihać, συνήλθε για πρώτη φορά του λεγόμενο Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (AVNOJ), ενα νεότευκτο όργανο, το οποίο o ίδιος προόριζε ως εθνοσυνέλευση των Παρτιζάνων. Όμως, από τη συνέλευση αυτή δεν προέκυψε καμία κυβέρνηση. Σεβόμενος τις οδηγίες της Μόσχας, ο Τίτο απεμπόλησε για την ώρα την ιδέα σχηματισμού λαϊκής

Ενθύμιο της πρώτης συνεδρίασης του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας.

κυβέρνησης. Το Αντιφασιστικό Συμβούλιο προχώρησε στη συγκρότηση μιας Εκτελεστικής Επιτροπής, δίχως να προσδιορίσει επακριβώς τις αρμοδιότητές της. Έστω κι έτσι, οι Παρτιζάνοι ανήγειραν την δική τους πυραμίδα εξουσίας. Βάση της τελευταίας ήταν τα Συμβούλια Λαϊκής Απελευθέρωσης, εθνοσυνέλευση το Αντιφασιστικό Συμβούλιο και διοικητικό όργανο η Εκτελεστική Επιτροπή.⁵º Ο δημοκρατικός χαρακτήρας των προαναφερθέντων οργάνων συνεπαγόταν διενέργεια αδιάβλητων εκλογών μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες.⁵¹ Για την ώρα, το Αντιφασιστικό Συμβούλιο τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο του ΚΚΓ. Εκείνο ήταν που είχε επιλέξει επιμελώς τους συμμετέχοντες της ιδρυτικής συνέλευσης του Bihać. Η ίδια συνέλευση κατήγγειλε τους Pavelić, Nedić και Mihailović ως Κουΐσλινγκς και συνεργάτες του κατακτητή.

Ειδικότερα, το ζήτημα της συνεργασίας με τις δυνάμεις κατοχής προσέλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις για τους Παρτιζάνους την άνοιξη του 1943. Ήταν η στιγμή που, τόσο ο Τίτο όσο και οι Γερμανοί, ήταν πεπεισμένοι πως οι Σύμμαχοι, έχοντας επιτυχώς ολοκληρώσει τις επιχειρήσεις τους στην Β. Αφρική, προετοιμάζονταν για απόβαση στα Βαλκάνια. Ο Τίτο φοβόταν πως παρόμοια εξέλιξη θα ενίσχυε σημαντικά τον Mihailović στο πλαίσιο διεξαγωγής του Εμφυλίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Vladimir Dedijer, ανεπίσημος χρονικογράφος του αγώνα των Παρτιζάνων, αντικειμενικός στόχος μιας Συμμαχικής απόβασης θα ήταν η προάσπιση του καπιταλισμού, του συγκεντρωτισμού και της μοναρχίας.⁵² Μάλιστα, ο Τίτο έφτασε μέχρι σημείου να εκλάβει την ανασύνταξη των ομάδων του Mihailović εντός του Μαυροβουνίου ως προπαρασκευαστική ενέργεια της παρέμβασης των Συμμάχων. Πρόθεσή του ήταν να επανέλθει στο Μαυροβούνιο και να εξουδετερώσει τον εσωτερικό αντίπαλο προτού οι τελευταίοι προλάβουν να αποβιβαστούν. Εν συνεχεία, θα μετακινούσε τις δυνάμεις του στη Σερβία αναμένοντας την έλευση του Κόκκινου Στρατού.⁵³ Πρωταρχικό του μέλημα ήταν να κερδίσει τον Εμφύλιο Πόλεμο. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό. Προκειμένου δε να το πράξει, ήταν έτοιμος να συνάψει ανακωχή ακόμα και με τους Γερμανούς. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος κατά του Mihailović προτού αποκρούσει, κατόπιν, μια Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Αδριατικής.

Την θέση σε εφαρμογή των σχεδίων του Τίτο πρόλαβε η Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση, η οποία προχώρησε σε μια σειρά προληπτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε βάρος όλων των αντιστασιακών δυνάμεων στην ενδοχώρα. Πρόκειται για την επιχείρηση Weiss, το πρώτο σκέλος της οποίας έλαβε χώρα στις αρχές του 1943 στην ΒΔ Βοσνία. Το αμέσως επόμενο στάδιο, στην Ερζεγοβίνη και στο Μαυροβούνιο, είχε ως στόχο την εξουδετέρωση των ομάδων του Mihailović στις δυο παραπάνω επαρχίες.⁵⁴ Συμπιεσμένος από τη διάταξη των Γερμανών, ο Τίτο αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει προς τα παράλια. Το κύριο σώμα των δυνάμεών του βρισκόταν συγκεντρωμένο στην κοιλάδα του ποταμού Neretva, όταν πληροφορήθηκε την σύλληψη ενός Γερμανού ταγματάρχη της 717ης Μεραρχίας. Μέσω αυτού, βολιδοσκόπησε την Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση για μια ευρείας κλίμακας ανταλλαγή αιχμαλώτων. Η πρακτική αυτή διέθετε την δική της προϊστορία, καθώς ανταλλαγές του είδους αυτού είχαν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, ο Marijan Stilinović, διοικητής μιας ομάδας Παρτιζάνων, μετέβη στο Ζάγκρεμπ, με αποστολή να βοηθήσει τους Γερμανούς να εντοπίσουν συλληφθέντα μέλη του ΚΚΓ, τα οποία προορίζονταν για ανταλλαγή. Στη διάρκεια της εκεί παραμονής του, ο Stilinović υπήρξε αποδέκτης μιας αναπάντεχης πρότασης εκ μέρους του Γερμανού Γενικού Πληρεξουσίου εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους, Edmund Glaise von Horstenau: της απόσυρσης του συνόλου των μονάδων των Παρτιζάνων εντός των ορίων του Sandžak, μιας ζώνης ιταλικής ευθύνης, ευρισκόμενης μακριά από τους μεγάλους συγκοινωνιακούς άξονες.⁵⁵ Στις 4 Μαρτίου 1943, έπειτα από μια σύσκεψη με τους Djilas και Ranković, ο Τίτο αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση. Καθώς μάλιστα, δεν επρόκειτο να προκύψουν προστριβές με τα γερμανικά στρατεύματα, οι Παρτιζάνοι θα μπορούσαν να εστιάσουν την προσοχή τους στην αναμέτρηση με τον Mihailović, ενδεχομένως δε, και με τους Συμμάχους.⁵⁶ Για τον σκοπό αυτό, έστειλε στον διοικητή της 717ης Γερμανικής Μεραρχίας τους  Milovan Djilas, Koča Popović (διοικητή της 1ης Προλεταριακής ταξιαρχίας), καθώς και τον άνθρωπό του, επιφορτισμένο με τις ειδικές αποστολές, Vladimir Velebit. Πέραν της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι τρεις απεσταλμένοι ήταν κομιστές μιας πρότασης για αναστολή των εχθροπραξιών και δημιουργία ουδέτερης ζώνης, που θα επέτρεπε μια ασφαλή οπισθοχώρηση των Παρτιζάνων. Κατέστησαν σαφές ότι δεν συνέτρεχε λόγος για συνέχιση των εχθροπραξιών, από τη στιγμή που ο κύριος αντίπαλος ήταν οι δυνάμεις του Mihailović. Διαβεβαίωσαν, μάλιστα, τους Γερμανούς, για την βούληση των Παρτιζάνων να αποκρούσουν μια πιθανή Συμμαχική απόβαση.⁵⁷ Η τριμελής αντιπροσωπεία επέδωσε τις προτάσεις της γραπτά στον Γερμανό διοικητή της 717ης Μεραρχίας, προτρέποντάς τον να τις διαβιβάσει προς τους ανωτέρους του.⁵⁸

Επιχείρηση Weiss (Ιανουάριος – Μάρτιος 1943).

Ο Popović επέστρεψε στην μονάδα του προτού γίνει γνωστή η απάντηση της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης. Οι Djilas και Velebit μετέβησαν κατά πάσα πιθανότητα στο Σεράγεβο και κατόπιν στο Ζάγκρεμπ για να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις. Εκεί, ο Horstenau έθεσε ως προϋπόθεση την άμεση διακοπή των επιθέσεων των Παρτιζάνων κατά μήκος του σιδηροδρομικού  άξονα μεταξύ Βελιγραδίου και Ζάγκρεμπ. Οι δυο απεσταλμένοι ενημέρωσαν σχετικά τον Τίτο και εκείνος διέταξε αναλόγως τις ομάδες, που επιχειρούσαν εντός της Βοσνίας. Χάρη στη μεσολάβηση του Velebit, έστειλε την ίδια διαταγή και προς τις μονάδες, οι οποίες δρούσαν στην Κροατία. Ο τελευταίος, μετέβη επιτόπου, συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς. Δεν επιτεύχθηκε επίσημη διακοπή των εχθροπραξιών. Στην ουσία, όμως, οι Παρτιζάνοι της Κροατίας συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Τίτο. Οι διαπραγματεύσεις δεν έμελλαν να καρποφορήσουν. Γι αυτή την άδοξη εξέλιξη, το βάρος της ευθύνης φέρει προσωπικά ο Hitler και η κατηγορηματική του άρνηση να διαπραγματευτεί με “κακοποιούς”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε τους Παρτιζάνους.⁵⁹

Αν και άκαρπες, οι παραπάνω διαπραγματεύσεις ανέδειξαν την πραγματική φύση του Εμφυλίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Ευρισκόμενος υπό πίεση και πεπεισμένος πως επίκειται Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Αδριατικής, ο Τίτο δεν δίστασε να προτείνει προς τους Γερμανούς μια μορφή σύμπραξης εάν όχι συνεργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις οι ειδικοί απεσταλμένοι του υπήρξαν εκείνοι που πρότειναν αναστολή των εχθροπραξιών, ούτως ώστε η προσοχή να στραφεί προς τον κύριο αντίπαλο: τον Mihailović, πιθανότατα δε και τους Συμμάχους. Οι προτεραιότητες του Τίτο αποκαλύφτηκαν, έστω και εάν δεν δόθηκε, τελικά, συνέχεια στις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς. Δεν περιορίστηκε στο να μην υλοποιήσει την “Θεωρία των δυο φάσεων” της Μόσχας. Στην ουσία την αντέστρεψε. Πρωταρχικός του στόχος ήταν η κατάκτηση της εξουσίας και η εξουδετέρωση του  Mihailović. Το δήλωσε δίχως περισπασμούς στις οδηγίες, τις οποίες απηύθυνε προς τους Παρτιζάνους της Βοσνίας.⁶º Επιπρόσθετα, κέρδισε πολύτιμο χρόνο, που του επέτρεψε να συνεχίσει την ανάπτυξη των δυνάμεών του προς την Ερζεγοβίνη και προς το Μαυροβούνιο.⁶¹ Στις αναφορές του προς την Μόσχα, υποβάθμισε εσκεμμένα την υπόθεση των επαφών με τους Γερμανούς. Έκανε λόγο περί παρουσίας Παρτιζάνων απεσταλμένων στο Ζάγκρεμπ με μόνη εντολή την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί η εχθρότητά του έναντι της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης του Λονδίνου. Αιτία ήταν η υποστήριξη, την οποία η τελευταία παρείχε απλόχερα προς τον Mihailović. Ωστόσο την εξέφρασε κατά τέτοιο τρόπο, που ο ίδιος πίστευε ότι δεν θα δυσαρεστούσε την Μόσχα. Επισήμανε πως οι Παρτιζάνοι και τα διάφορα έθνη της Γιουγκοσλαβίας έτρεφαν πηγαίο μίσος κατά της Μεγ. Βρετανίας, επειδή η τελευταία απέφευγε να προβεί στην διάνοιξη ενός δευτέρου μετώπου στην Ευρώπη.⁶² Ο Dimitrov αντέδρασε καταδικάζοντας τις επαφές με τους Γερμανούς και χαρακτηρίζοντας ως μη παραγωγική την αντιπαλότητα με την Μεγ. Βρετανία. ⁶³ Οι εξηγήσεις του Τίτο δεν αρκούσαν, προκειμένου να υπερκεραστεί η θεμελιώδης διάσταση απόψεων ως προς την ακολουθητέα στρατηγική, η οποία είχε ανακύψει ανάμεσα σε αυτόν και την Μόσχα.

Το εύρος των διαφορών ανάμεσα στον Τίτο και τη σοβιετική κυβέρνηση αποκαλύφθηκε στις πραγματικές του διαστάσεις με αφορμή την απόφαση της Μόσχας να διαλύσει την Κομιντέρν. Επρόκειτο για μια επιλογή ανάγκης προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει η συμμαχία με τις Δυτικές δυνάμεις. Με τον τρόπο αυτό πήρε τέλος ένας θεσμός, ο οποίος επί χρόνια προΐστατο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Μολαταύτα, η ατζέντα του Τίτο παρέμεινε αναλοίωτη: Κατάληψη της εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία από τους κομμουνιστές, μέσω της αντιπαράθεσης με τον Mihailović. Βρήκε, ωστόσο, τρόπο για να στήσει ένα ευρύ αντιφασιστικό μέτωπο, αλλά και για να έρθει σε άμεση επαφή με τον βρετανικό στρατό. Τον Μάϊο του 1943, έπεσαν με αλεξίπτωτο στο αρχηγείο του οι πρώτοι Βρετανοί σύνδεσμοι αξιωματικοί. Είναι αλήθεια πως ο Τίτο δεν παρέλειπε να ενημερώνει ανελλιπώς τον Dimitrov για τις επαφές που είχε με αυτούς και, αργότερα, για εκείνες με τους Αμερικανούς ομολόγους τους. Από την άλλη πλευρά, οι αναφορές των συνδέσμων αξιωματικών επηρρέασαν τα μέγιστα την μεταστροφή της στρατηγικής των Συμμάχων έναντι της κίνησης των Παρτιζάνων.

Ξεχώριζαν εκείνες του Βρετανού ταξίαρχου Fitzroy Maclean και του Αμερικανού ταγματάρχη Lynn Farish. Αμφότεροι κατέφτασαν στις 19 Σεπτεμβρίου 1943. Ο Maclean, ο οποίος είχε παλαιότερα υπηρετήσει στην πρεσβεία της Μόσχας, ήταν ιδανικό πρόσωπο για την συγκεκριμένη αποστολή. Μόλις είχε προαχθεί στον βαθμό του ταξίαρχου και διέθετε προσωπική πρόσβαση στον Churchill. O Farish, από την δική του πλευρά, ήταν λιγότερο κατάλληλος να αξιολογήσει την όλη κατάσταση, που επικρατούσε στην Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, οι αναφορές του αποδείχτηκαν και αυτές πολύτιμες, καθώς ο πρόεδρος Roosevelt τις είχε διαβάσει προτού μεταβεί στην Τεχεράνη για να παραστεί στην Συμμαχική Συνδιάσκεψη Κορυφής.

Από όλους τους συνδέσμους αξιωματικούς στο αρχηγείο του Τίτο, ο Maclean ήταν ο πλέον υψηλόβαθμος. Στις 6 Νοεμβρίου, υπέβαλε την αναφορά του στον Churchill. Επέστησε την προσοχή του παραλήπτη στο γεγονός ότι όλες οι καίριες θέσεις στις ομάδες των Παρτιζάνων βρίσκονταν στα χέρια των κομμουνιστών όπως και ότι το σύνολο των δραστηριοτήτων διεκπεραιωνόταν με γνώμονα αυστηρές κομματικές γραμμές. Επισήμανε πως οι Παρτιζάνοι είχαν καταφέρει να σφυρηλατήσουν ένα “κοινό αντιφασιστικό μέτωπο”, και πως, σε περίπτωση τελικής επικράτησης, θα προχωρούσαν στην θέσπιση ενός ομοσπονδιακού συστήματος στη Γιουγκοσλαβία. Εκτιμούσε πως οι Παρτιζάνοι ήταν περισσότερο κατάλληλοι από ό,τι οι μονάδες του  Mihailović, προκειμένου να συνεισφέρουν στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων.⁶⁴ Ο Farish βρισκόταν στη Γιουγκοσλαβία ως μέλος της βρετανικής αποστολής. Ως εκ τούτου, τελούσε υπό τις διαταγές του MacLean. Συνέταξε την δική του αναφορά με βάση την εμπειρία, την οποία βίωσε επιχειρώντας να κατασκευάσει ένα πρόχειρο αεροδρόμιο στο Livno. Τον είχε στείλει εκεί ο MacLean, μόνο και μόνο με σκοπό να τον απομακρύνει από το αρχηγείο του Τίτο. Μη κατέχοντας την γλώσσα και δίχως να συνοδεύεται από κάποιον διερμηνέα, ο Farish εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να πληροφορηθεί πολλά για τους Παρτιζάνους. Ωστόσο, έπειτα από την πάροδο σαράντα ημερών, συνέταξε την δική του αναφορά, η οποία κατέληγε με την πεποίθηση πως το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ανήκε στους Παρτιζάνους. Ήταν περισσότεροι και καλύτερα οργανωμένοι από όσο φαντάζονταν οι ευρισκόμενοι εκτός των συνόρων της χώρας. Κατά τον Farish, η κίνησή τους δεν διέθετε κομμουνιστικό, αποκλειστικά, χαρακτήρα. Ωστόσο, οι κομμουνιστές αγωνίζονταν με στόχο να επηρρεάσουν το μεταπολεμικό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας. Για την ώρα, η μεγάλη συνεισφορά των Παρτιζάνων συνίστατο στο ότι μάχονταν ανηλεώς ενάντια στον Άξονα.

Ο Fitzroy Maclean και η βιογραφία του Τίτο, η οποία κυκλοφόρησε το 1957.

Αμφότερες οι αναφορές αποδείχτηκαν υψίστης σημασίας για τις συζητήσεις ως προς το Γιουγκοσλαβικό Ζήτημα στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης. Επιθυμώντας να δελεάσει τον Στάλιν, ο Roosevelt, στηριζόμενος σε εκείνη του  Farish, εισηγήθηκε από την πρώτη κιόλας ημέρα, έναν γύρο κοινών πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στους Συμμάχους και τους Παρτιζάνους στη Βόρεια Γιουγκοσλαβία. Με τον τρόπο αυτό, ευελπιστούσε να διευκολύνει την εκδήλωση μιας σοβιετικής επίθεσης σε βάρος της Ρουμανίας. Ο Churchill συμφώνησε, όχι όμως ο Στάλιν. Για τους Σοβιετικούς προείχε η διάνοιξη ενός δευτέρου μετώπου στη Γαλλία και όχι στα Βαλκάνια. Οποιουδήποτε είδους άλλη επιχείρηση ισοδυναμούσε γι αυτούς με άσκοπη απώλεια πολύτιμου χρόνου και ανθρωπίνων ζωών. Η μοίρα της Γιουγκοσλαβίας σφραγίστηκε τη στιγμή, κατά την οποία ο Στάλιν και ο Roosevelt συμφώνησαν, τελικά, να μη λάβει χώρα εκεί μια Συμμαχική απόβαση. Η Γιουγκοσλαβία θα ανήκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Ήταν και αυτό μέρος του τιμήματος που ο πρόεδρος των ΗΠΑ καλείτο να καταβάλει, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνομολόγηση ενός γενικότερου συμφώνου με την ΕΣΣΔ. Συνακόλουθα, ως μοναδικοί σύμμαχοι εντός της Γιουγκοσλαβίας θεωρούνταν, από τη στιγμή αυτή και κατόπιν, μόνον οι προστατευόμενοι των Σοβιετικών. Οποιεσδήποτε αποφάσεις για τη χώρα αυτή, όφειλαν να λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα των τελευταίων. Μοναδικό αντιστασιακό κίνημα, προορισμένο να απολαμβάνει της Συμμαχικής υποστήριξης, ήταν εφεξής οι Παρτιζάνοι.

Χάρη, λοιπόν, στην αμερικανο-σοβιετική σύγκλιση, ο Τίτο έλυσε το πρόβλημα του αντιφασιστικού μετώπου, αναλαμβάνοντας επίσημα ανώτατος διοικητής των Συμμάχων εντός της Γιουγκοσλαβίας. Ήδη προτού πληροφορηθεί τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να υλοποιήσει το σχέδιό του περί σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης. Κατά τη δεύτερη συνεδρίαση του  Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης τη νύκτα της 29ης προς 30ή Νοεμβρίου 1943 στην πόλη Jajce, η  Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας αναγορεύτηκε σε κυβέρνηση, έπαψε να αναγνωρίζει κάθε δικαίωμα της βασιλικής κυβέρνησης να εκπροσωπεί την χώρα στο εξωτερικό, απαγόρευσε την επάνοδο του βασιλέα, ονόμασε τον Τίτο στρατάρχη της Γιουγκοσλαβίας και δήλωσε πως η χώρα επρόκειτο να αποκτήσει ένα ομοσπονδικό σύστημα διακυβέρνησης.⁶⁵ Οι τρεις θεμελιώδεις στόχοι της στρατηγικής του Τίτο, έτσι όπως ο τελευταίος τους είχε σχεδιάσει την άνοιξη του 1941 (Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, “Λαϊκό Μέτωπο από την βάση”, “λαϊκή κυβέρνηση”), ήταν, πλέον, πραγματικότητα. Κατάφερε να υλοποιήσει και τους τρεις δίχως την συνδρομή της ΕΣΣΔ, με αποτέλεσμα να έχει ήδη αναγνωριστεί επίσημα ως ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών στρατευμάτων και να έχει κάτω από τις διαταγές του σημαντικές δυνάμεις όταν κατέφτασε στην Γιουγκοσλαβία η σοβιετική στρατιωτική αποστολή.

Η αποστολή του στρατηγού Kornyev έφτασε στο αρχηγείο του Τίτο στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στις 27, ακολούθησε η αμερικανική αποστολή υπό τον αντισυν/ρχη Richard Weill. Ο Weill ήταν ο πρώτος αξιωματικός, από όσους στάλθηκαν στην Γιουγκοσλαβία, που ανήκε στις τάξεις των Υπηρεσιών Πληροφοριών. Οι εκτιμήσεις του για την εν γένει οργάνωση των Παρτιζάνων διέφεραν παρασάγγας απο εκείνες των προκατόχων του. Διαπίστωσε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γιουγκοσλαβία διέθεταν στοιχεία ανορθόδοξου πολέμου. Συνεπώς, οι διακηρύξεις περί “ελευθέρων εδαφών των Παρτιζάνων” δεν συμβάδιζαν με την πραγματικότητα. Μπορεί μεν, στα εδάφη αυτά, να μην υπήρχαν κατοχικά στρατεύματα, μπορούσαν όμως να εισέλθουν ανά πάσα στιγμή. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη γραμμή μετώπου, ούτε, φυσικά, και ελεύθερη ενδοχώρα πίσω από την ανύπαρκτη αυτή γραμμή. Ο τομέας, όπου οι Παρτιζάνοι είχαν καταγράψει επιτυχίες, ήταν εκείνος της παρενόχλησης των επικοινωνιών του εχθρού. Αναγνώριζε ότι τα στρατεύματα κατοχής είχαν αναγκαστεί να περιχαρακωθούν εντός των πόλεων και οποιαδήποτε μετακίνηση έξω από αυτές γινόταν με συνοδεία από ένοπλες φάλαγγες. Από την άλλη πλευρά, ο Weill αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς των Παρτιζάνων, σύμφωνα με τους οποίους οι τελευταίοι είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν 17 εχθρικές μεραρχίες και άνω των 500 000 άνδρες.

Ήταν πεπεισμένος πως οι Παρτιζάνοι δεν ήταν σε θέση: 1) να εκδιώξουν εκτός συνόρων τον αντίπαλο, 2) να τον αποτρέψουν από το να αποσυρθεί από τη χώρα και συνακόλουθα 3) να τον εξολοθρεύσουν επιτόπου. Ήταν μόνο σε θέση να τον παρενοχλήσουν, να τον εμποδίσουν να εκμεταλλευτεί τις φυσικές πηγές, να καταστρέψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να κάμψουν το ηθικό του προκαλώντας ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας. Τέλος, θεωρούσε τους Παρτιζάνους ανίκανους να μεταλλαχθούν σε ένα σύγχρονο στρατό κάνοντας χρήση τεθωρακισμένων και βαρέως πυροβολικού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, ο στρατός του Τίτο δεν ξεπερνούσε τα 300 000 άτομα.⁶⁶

Yugoslav Partisans during World War II

Οι εκτιμήσεις του Weill για την ισχύ, τις μεθόδους και τα επιτεύγματα των Παρτιζάνων προσφέρουν μια αμερόληπτη εικόνα των όσων ο Τίτο είχε καταφέρει λίγο προτού αποκατασταθούν οι σχέσεις του με την Μόσχα. Πρόκειται, ωστόσο, για απλές εκτιμήσεις, από την στιγμή που μοναδική πηγή των πληροφοριών του ήταν οι ίδιοι οι Παρτιζάνοι και ως εκ τούτου ήταν ανήμπορος να τις διασταυρώσει. Ο αριθμός τους ήταν σημαντικός. Μάλιστα, στο σημείο αυτό συνίσταται ίσως και το μεγαλύτερο επίτευγμα του Τίτο. Στο ότι, δηλαδή, αρχικά δεν διέθετε παρά μόνο 8 000 μέλη του ΚΚΓ και άλλα 30 000 της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Τρία χρόνια αργότερα, βρισκόταν επικεφαλής ενός στρατού 200 000 περίπου ανδρών, ο οποίος, παρά τις εμφανείς ελλείψεις του, συμπεριλάμβανε όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες πληροφοριών, αστυνόμευσης, προπαγάνδας και υγειονομικού. Πρωτίστως όμως, την τρέχουσα διοίκηση του τελευταίου ασκούσε το ΚΚΓ. Ολόκληρος αυτός ο μηχανισμός είχε γαλουχηθεί με την εικόνα του Τίτο ως ηγέτη, καθώς και με εκείνες των αυθεντικών αρχών και αξιών της γιουγκοσλαβικής επανάστασης, της ομόσπονδης λύσης και του ηγετικού ρόλου του ΚΚΓ. Πυρήνας του κινήματος ήταν Σέρβοι, προερχόμενοι από την Κροατία, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο. Όλοι τους είχαν επενδύσει τα πάντα σε μια επικράτηση των Παρτιζάνων. Η στρατηγική του Τίτο στα χρόνια του πολέμου ήταν δομημένη με γνώμονα τα όσα είχε ο ίδιος διδαχθεί στην Μόσχα. Δεν υπήρχαν ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Απλούστατα, ο Τίτο τα είχε εφαρμόσει δίχως να έχει προτάξει τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ. Στην περίπτωση, συμπεριφέρθηκε ως σταλινικότερος του Στάλιν, από τη στιγμή που δεν ανέμενε, κατά τις υποδείξεις της Μόσχας, να διαμορφωθούν οι “κατάλληλες συνθήκες”. Επέλεξε να προχωρήσει από μόνος στη φάση της κοινωνικής επανάστασης.

Ο Weill δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς τα μελλούμενα να συμβούν. Όταν ο Τίτο τον διαβεβαίωσε πως οι Παρτιζάνοι θα σέβονταν τις πολιτικές επιθυμίες του λαού μετά τον πόλεμο, σημείωσε: “Οι Παρτιζάνοι προφανώς και θα συνεχίσουν να ελέγχουν τη δυνατότητα έκφρασης της επιθυμίας του λαού σε ζητήματα εθνικής σημασίας”. Είχε κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει πλήρως τον τρόπο σκέψης των Παρτιζάνων. Κάποια στιγμή ο Τίτο του ανέφερε πως ο βασιλέας, προτού έρθει σε επαφή μαζί του, όφειλε προηγουμένως να απολύσει τον Mihailović από το αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών. Η απόφαση του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας ως προς την απαγόρευση επανόδου του μονάρχη στη χώρα πριν από τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος για το Πολιτειακό ήταν δεσμευτική. “Η πολιτική φιλοσοφία του Τίτο αφήνει να εννοηθεί πως ο ίδιος είναι διατεθειμένος να προβεί σε ορισμένους συμβιβασμούς σε ζητήματα ελάσσονος σημασίας, με αντίτιμο την εξασφάλιση εξωτερικής βοήθειας. Ως προς τις θεμελιώδεις κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες έχει κατά νου, είναι ανυποχώρητος και ξεκάθαρος”, σημείωνε ο Weill.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος ήταν αμετάπειστος. Οι Παρτιζάνοι προσέβλεπαν στην κατάληψη της εξουσίας στη Γιουγκοσλαβία, χρησιμοποιώντας ως μοχλό, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους, τον αγώνα κατά των δυνάμεων του Άξονα. Αντιλαμβανόταν τα στάδια της δραστηριότητάς  τους ως ακολούθως: “1) Οι Παρτιζάνοι θα ενισχύσουν ποσοτικά και ποιοτικά τη στρατιωτική και πολιτική θέση τους. 2) Η ισχύς των αντιθέτων παρατάξεων θα ακολουθήσει φθίνουσα πορεία έστω και αν οι παρατάξεις αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν. 3) Ταυτόχρονα με την απόσυρση των δυνάμεων κατοχής οι Παρτιζάνοι θα αποκτήσουν τον έλεγχο του συνόλου της χώρας. Είναι αποφασισμένοι να το πράξουν ακόμα και αν αυτό στοιχίσει σε επίπεδο αιματηρών εσωτερικών αντιπαραθέσεων. 4) Οι Παρτιζάνοι θα παραμείνουν στη θέση τους για ένα έτος, τουλάχιστον, έπειτα από το πέρας των εχθροπραξιών. 5) Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως η κατάσταση αυτή θα παραταθεί για αρκετά χρόνια. 6) Θα υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους με την οργάνωση δημοψηφισμάτων, την εγκατάσταση τοπικών επιτροπών με γνώμονα μια πυραμίδα ιεραρχίας από τα χωριά, τις επαρχίες και τις περιφέρειες έως την εθνική Επιτροπή. Με άλλα λόγια, πρόκειται να εγκαθιδρύσουν ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης”. Μοναδική εκκρεμότητα ως προς τα παραπάνω ήταν η απόκτηση πολιτικής αναγνώρισης του κινήματός τους. Ο Τίτο αντιμετωπιζόταν από όλες τις πλευρές ως ο αδιαφιλονίκητος ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των Συμμαχικών δυνάμεων στη Γιουγκοσλαβία. Όμως, η εξόριστη κυβέρνηση και ο βασιλέας εξακολουθούσαν να τυγχάνουν της υποστήριξης των ΗΠΑ και της Μεγ. Βρετανίας.

 

Ο Τίτο πολιτικός ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας

Για την πλήρη επικράτηση του Τίτο στον Εμφύλιο Πόλεμο, απέμενε μια εκκρεμότητα. Εκείνη της αντικατάστασης της βασιλικής κυβέρνησης από την Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας. Μια ενέργεια του είδους αυτού θα προσέδιδε αναμφίβολα διεθνή υπόσταση στην τελευταία, αλλά και σε άλλα όργανα της πυραμίδας εξουσίας των Παρτιζάνων. Η συνδρομή και οι συμβουλές της Μόσχας ήταν ευπρόσδεκτες στο συγκεκριμένο  στάδιο. Με τη διαφορά ότι η Μόσχα δεν ήταν, πλέον, σε θέση να υπαγορεύει διαταγές. Ούτε μπορούσε να προσφέρει απλόχερα την πολιτική και διπλωματική της υποστήριξη προς τους Παρτιζάνους δίχως να δυσαρεστήσει τους υπόλοιπους Συμμάχους. Η επίσημη σοβιετική προπαγάνδα καθώς και τα κομμουνιστικά έντυπα στη Μεγ. Βρετανία και στις ΗΠΑ εξαπέλησαν εκστρατεία υπέρ των Παρτιζάνων. Όμως, η πολιτική έκβαση του Εμφυλίου στην Γιουγκοσλαβία θα προέκυπτε έπειτα από άμεση επαφή του Τίτο με τις κυβερνήσεις του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.

Οι Maclean και Farish επανήλθαν, τον Ιανουάριο 1944, στο αρχηγείο του Τίτο. Ήταν κομιστές επιστολών των κυβερνήσεών τους προς τον αρχηγό των Παρτιζάνων. Οι στρατηγικές τους ήταν αποκλίνουσες. Ο Churchill επεδίωξε προσωπική συνάντηση. Συνέταξε μια ιδιωτική επιστολή, την οποία επέδωσε στον Τίτο ο Maclean, όπου ανακοίνωνε πως η βρετανική κυβέρνηση διέκοπτε κάθε είδους υποστήριξη προς τον Mihailović. Ως αντάλλαγμα, ο βρετανός πρωθυπουργός εξέφραζε την ελπίδα πως ο Τίτο θα κατανοούσε την ηθική δέσμευση του Λονδίνου έναντι του βασιλέα της Γιουγκοσλαβίας.⁶⁷ Ο ανεπίσημος, αυτός συμβιβασμός δεν έδειξε να συγκινεί τον Τίτο. Ούτε και το γεγονός ότι προερχόταν από τον βρετανό πρωθυπουργό προσωπικά. Ένα μήνα αργότερα, ο Churchill επανήλθε με μια δεύτερη επιστολή. Σε αυτή, ζητούσε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο Τίτο ήταν διατεθειμένος να υποδεχτεί στο αρχηγείο του τον βασιλέα, έπειτα από μια ενδεχόμενη αποπομπή του  Mihailović από τις τάξεις της εξόριστης κυβέρνησης.

Η συνάντηση Τίτο-Churchill στις 15 Αυγούστου 1944 στη Νεάπολη της Ιταλίας.

Για μια ακόμη φορά ο Τίτο αντέδρασε ψυχρά σε αυτή την επαφή του υψίστου επιπέδου. Αρκέστηκε στο να επαναλάβει τις αποφάσεις της δεύτερης συνεδρίασης του   Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης: ο βασιλέας δεν μπορούσε να επιστρέψει, η δε εξόριστη κυβέρνηση έπρεπε να διαλυθεί εφόσον  η Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας αποτελούσε την μοναδική νόμιμη μορφή εξουσίας στη χώρα. Η μη ανταπόκριση του Τίτο στις προτάσεις Churchill οφείλονται σε εντολές με προέλευση τη Μόσχα. Απάντησε στον Churchill έχοντας μόλις λάβει τις οδηγίες του Dimitrov, που έκαναν λόγο περί αναγκαίας αποπομπής του Mihailović από το αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών.⁶⁸ Μια πολιτική λύση του είδους αυτού φάνταζε απαράδεκτη στα μάτια των Βρετανών. Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε ο υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden, μοναδική επιλογή για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος ήταν ο σχηματισμός μεταβατικής κυβέρνησης έως την προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία, μέσω διενέργειας εκλογών. μετά το πέρας του πολέμου.⁶⁹

Το αδιέξοδο ξεπεράστηκε χάρη στην αμερικανική πρόταση, κομιστής της οποίας υπήρξε ο Farish. Οι μυστικές υπηρεσίες στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού (OSS – Office of Strategic Services), τάχθηκαν υπέρ της έλευσης στη Γιουγκοσλαβία του αντιβασιλέα της Κροατίας, Ivan Šubašić. Ο τελευταίος συγκέντρωνε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να εξασφαλίσει την προσχώρηση, στο κίνημα των Παρτιζάνων, του μεγαλυτέρου προπολεμικού πολιτικού κόμματος της Κροατίας, εκείνου των Αγροτών. Επρόκειτο περί σχεδίου, που ο ίδιος ο Šubašić είχε υποβάλλει προς τον OSS. Η ιδέα διαβιβάστηκε επίσημα προς τον Τίτο και εκείνος την αξιοποίησε δεόντως προς την κατεύθυνση της άρσης του αδιεξόδου στις σχέσεις του με τους Βρετανούς. Ο Τίτο γνώριζε πως κατ επανάληψη στο παρελθόν, ο Šubašić είχε εκφραστεί με εγκωμιαστικά λόγια για τους Παρτιζάνους και τον αγώνα τους. Το είχε πληροφορηθεί δια μέσου της Μόσχας από τις ΗΠΑ, όπου ο Šubašić ήταν εγκατεστημένος έπειτα από την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, τρία χρόνια νωρίτερα. Έχοντας αυτά κατά νου, κατέστησε τον MacLean κοινωνό της σκέψης του περί σχηματισμού μεταβατικής κυβέρνησης, αποτελούμενης από εκπροσώπους των Παρτιζάνων αλλά και ορισμένων πολιτικών προσωπικοτήτων της προπολεμικής περιόδου. Ανάμεσα στα τελευταία, κυριαρχούσε το όνομα του  Šubašić.⁷º Έτσι, από τις αρχές του 1944, ερχόμενος σε άμεση επικοινωνία με τους Δυτικούς  Συμμάχους, ο Τίτο επέβαλε την δική του εκδοχή ως προς την πολιτική επίλυση του Γιουγκοσλαβικού Ζητήματος. Η συμφωνία, την οποία υπέγραψε με τον Šubašić τον Ιούνιο στη νήσο Vis, στα ανοικτά των ακτών της Κροατίας, δρομολόγησε μια σταδιακή μεταφορά ισχύος από τη βασιλική κυβέρνηση προς εκείνη των Παρτιζάνων. Το όλο εγχείρημα τύγχανε της έγκρισης των Συμμάχων, παρόλο που οι τελευταίοι εξακολουθούσαν να τρέφουν αμυδρές ελπίδες πως η Γιουγκοσλαβία δεν θα έπεφτε υπό τον πλήρη έλεγχο των κομμουνιστών. Από την άλλη πλευρά, όμως, διέθεταν περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης. Ήδη από την εποχή της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, η χώρα είχε καταχωριστεί στην σοβιετική σφαίρα επιρροής. Η κατάκτηση της εξουσίας από τους Παρτιζάνους πραγματοποιήθηκε δίχως εμφανή ανάμειξη της Μόσχας. Η επίσημη ΕΣΣΔ ισχυριζόταν ότι δεν διέθετε επαρκή εσωτερική πληροφόρηση ως προς τα τεκταινόμενα εκεί. Κατά συνέπεια, δεν επηρρέαζε τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία. Κάτι που ισχύει μερικώς μόνο, καθότι ο Τίτο δεν παρέλειπε να ενημερώνει ανελλιπώς την Μόσχα για κάθε του κίνηση. Η κατάσταση άλλαξε μέσα στον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1944, με την μετάβασή του στην Ρουμανία και στην ΕΣΣΔ καθώς και με τη συνακόλουθη έλευση του Κόκκινου Στρατού στη Γιουγκοσλαβία.

Με την δύση του 1994, οι αποφάσεις της Τεχεράνης είχαν πλήρως υλοποιηθεί χάρη στην αποφασιστική επικράτηση των Παρτιζάνων και την παρουσία του Κόκκινου Στρατού. Ο Τίτο μπορούσε πλέον να επιβάλλει στον πληθυσμό της Σερβίας, γνωστού για την αφοσίωσή του προς την Μοναρχία και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, μια κομμουνιστικού τύπου δικτατορία. Η σοβιετική στρατιωτική βοήθεια, της οποίας έχαιρε απλόχερα, συνέβαλε στην μετεξέλιξη των Παρτιζάνων από μονάδες ανορθόδοξου πολέμου σε έναν σύγχρονο τακτικό στρατό, ικανό να συντρίψει τα ευρισκόμενα υπό καθεστώς υποχώρησης στρατεύματα κατοχής. Η πολιτική υποστήριξη της Μόσχας στην οργάνωση των εκλογών, που έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 1945 και νομιμοποίησαν την εξουσία του  Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης, αποδείχτηκε αποφασιστική. Από όλες τις λαϊκές δημοκρατίες, η Γιουγκοσλαβία υπήρξε η πρώτη, η οποία εγκαθίδρυσε ένα αποκλειστικά κομμουνιστικό καθεστώς. Ο Τίτο παρέμεινε στο προσκήνιο των εξελίξεων και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τότε η Γιουγκοσλαβία αψήφισε τη Δύση στο ζήτημα της Τεργέστης και του Φρίουλι-Βενέτσια Τζούλια. Η ΕΣΣΔ δεν προσέτρεξε προς υποστήριξή των διεκδικήσεών της στην επαρχία αυτή της Βορειοανατολικής Ιταλίας. Το 1946, η γιουγκοσλαβική αεροπορία κατέρριψε αμερικανικά αεροσκάφη εντός του εναερίου χώρου της Σλοβενίας. Κατά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, οι δυνάμεις της Αριστεράς στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στην συνδρομή του Τίτο. Ευκαιρίας δοθείσης, η Γιουγκοσλαβία διατυμπάνιζε προς κάθε κατεύθυνση ότι αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του Κομμουνιστικού Κινήματος. Σε αυτή την κατάσταση έθεσε τέλος το 1948 η ρήξη Τίτο-Στάλιν. Το ΚΚΓ κατηγορήθηκε από την Μόσχα για ιδεολογική απόκλιση και ευθεία προδοσία σε βάρος του κομμουνιστικού ιδεώδους.

“Αποκλειστική επίσκεψη στον άνθρωπο που αψήφισε το Κρεμλίνο”. Εξώφυλλο του περιοδικού Life, 12.09.1949.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και την ΕΣΣΔ δεν οφείλεται σε ιδεολογικής φύσεως διαφορές. Ήταν αποκλειστικά υπόθεση κρατικών συμφερόντων. Ανάλογα, ο Τίτο ακολούθησε τη δική του ατζέντα κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπηρετώντας τα συμφέροντα της χώρας του έτσι όπως τα αντιλαμβανόταν. Περιφερειακή συνεργασία, Βαλκανική ομοσπονδία, γιουγκοσλαβική στρατιωτική παρουσία στην Αλβανία – όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει τη δική του εξωτερική πολιτική και να εκφράσει τα συμφέροντα του κομμουνισμού στα Βαλκάνια. Αυτή ακριβώς η τάση αυτονομίας έναντι του Στάλιν υπήρξε η πραγματική αιτία της σύγκρουσης ανάμεσα στους δυο άνδρες. Από ιδεολογικής απόψεως, η Γιουγκοσλαβία υπήρξε το πλέον αυθεντικό αντίγραφο της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο και το ΚΚΓ ήταν σε θέση να αντιταχθούν στον Στάλιν όχι επειδή δεν ήταν σταλινικοί, αλλά ακριβώς επειδή ήταν. Μόνο ένα σταλινικό μονολιθικό οικοδόμημα, όπως εκείνο που δημιούργησαν οι Παρτιζάνοι στην διάρκεια του πολέμου, ήταν σε θέση να απορροφήσει την πίεση, στην οποία η Γιουγκοσλαβία εκτέθηκε από το 1948 και μετά.

Tito – The Power of Resistance

Ο Vojislav Pavlović είναι Διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας  Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο “Stalinism without Stalin. The Soviet Origins of Tito’s Yougoslavia, 1937-1948” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο (Επιμ.  Vojislav Pavlović), The Balkans in the Cold War, Institute for Balkan Studies of the Serbian Academy of Sciences and Arts, Special Editions 116, Belgrade, 2011, σσ. 11-42.

³⁷  AJ, 507, CK SKJ, II/3-8, 10, 11, 13, 15, 16, 18, 19, 21, 24, 25, 28, 32. Εκθέσεις των τοπικών διοικητών από Valjevo, Šabac, Požarevac, Užice, Niš, Leskovac, Ιούλιος – Αύγουστος 1941.

³⁸  Tito, Sabrana djela, vol. VII, 93-94.

³⁹ Branko Petranović, AVNOJ i revolucija. Tematska zbirka dokumenata (Belgrade: Narodna

knjiga, 1983), 115, 116.

⁴° Tito, Sabrana djela, vol. VII, 82.

⁴¹ Vujošević, “Prepiska”, 311, 314.

⁴² Odnosi Jugoslavije i Rusije, 103.

⁴³ Ibid. 135, 136.

⁴⁴ Vujošević, “Prepiska”, 333.

⁴⁵ Petranović, AVNOJ, 173-179.

⁴⁶ Tito, Sabrana djela, vol. IX, 224.

⁴⁷ Odnosi Jugoslavije i Rusije, 214, 215.

⁴⁸ Ibid., 248.

⁴⁹ Ibid., 254.

⁵º Ibid., 256, 257.

⁵¹ Petranović, AVNOJ, 270.

⁵² Vladimir Dedijer, Novi prilozi za biografjju Josipa Broza Tita, vol. II (Rijeka: Liburnija, 1981),

803.

⁵³ Stevan K. Pavlowitch, Hitler’s New Disorder. The Second World War in Yugoslavia (London:

Hurst, 2008), 155.

⁵⁴ Ibid.

⁵⁵  Mira Šuvar, Vladimir Velebit, Svjedok istorije (Zagreb: Razlog, 2001), 280.

⁵⁶ Mišo Leković, Martovski pregovori 1943 (Belgrade: Narodna knjiga, 1985), 50, 51.

⁵⁷ Ibid. 87.

⁵⁸ Dedijer, Novi prilozi, vol. II, 805.

⁵⁹ Šuvar, Vladimir Velebit, 284-285. Dedijer, Novi prilozi, vol. II, 808-810.

⁶º Ibid.

⁶¹ Mladenko Colić, Pregled operacija na jugoslovenskom ratištu 1941-1945 (Beograd: Vojnoistorijski institut, 1988), 104-105.

⁶² Odnosi Jugoslavije i Rusije, 301, 302.

⁶³ Odnosi Jugoslavije i Rusije, 302.

⁶⁴ The National Archives, London, FO, 371, 37615, R11589/143/92, Rapport by Brigadier MacLean 6 November 1943.

⁶⁵  Petranović, AVNOJ, 445-454.

⁶⁶ National Archives Washington, RG 226, microfilm 1642, roll 131, Weils’ report, 27 March 1944.

⁶⁷ Vojislav Pavlović, Od monarhije do republike (Belgrade: Clio, 1998), 321.

⁶⁸ Odnosi Jugoslavijei Rusije, 364, 365.

⁶⁹ Ibid., 323.

⁷º Ibid., 324.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Vojislav Pavlović: O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Α΄: 1937 – 1941)

Vojislav Pavlović

O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Α΄: 1937 – 1941)

H ρήξη Τίτο–Στάλιν του 1948, υπήρξε ένα γεγονός υψίστης σημασίας για τη δεύτερη, κομμουνιστική, Γιουγκοσλαβία, προσδίδοντας στη χώρα αυτή μια εξαιρετική σημασία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Παρά την απέλασή της από το ανατολικό μπλοκ, η κομμουνιστική ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας είχε το σθένος να σφυρηλατήσει για τον τόπο μια κυρίαρχη θέση  στο διεθνές στερέωμα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε σήμερα να φαντάζει αδιανόητη οποιαδήποτε άλλη τροπή των πραγμάτων. Εξάλλου, η επίσημη ιστοριογραφία της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας επινόησε μια θεωρία περί φυσιολογικής εξέλιξης του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας (εφεξής ΚΚΓ), η οποία επέτρεψε αναπότρεπτα στο τελευταίο να καλύψει ολόκληρη τη χρονική απόσταση από την εποχή της παρανομίας έως τη ρήξη με την ΕΣΣΔ και τον Στάλιν, δια μέσου των ετών του πολέμου. Η ρήξη αυτό καθεαυτό αξιολογείται με κριτήρια ιδεολογικής φύσεως, ως διαφορά, η οποία οδήγησε το ΚΚΓ να αποσπαστεί από τo Πανενωσιακό Kομμουνιστικό Kόμμα (Μπολσεβίκων)¹  αν όχι νωρίτερα, ασφαλώς έπειτα από το 1937, οπότε ο Τίτο ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΓ. Το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει η θεωρία, είναι αδιαμφισβήτητο: τόσο ο Τίτο όσο και το ΚΚΓ ουδέποτε υπήρξαν σταλινικοί, από τη στιγμή που μόνοι αυτοί όρθωσαν το ανάστημά τους έναντι του Στάλιν, μολονότι αυτό συνέβη σε μια και μοναδική συγκυρία, εκείνη του 1948.  H συγκεκριμένη post factum επινόηση δεν αποτελεί μονοπώλιο της επίσημης γιουγκοσλαβικής ιστοριογραφίας. Πολλές είναι οι δημοσιεύσεις που διακατέχονται από ανάλογο πνεύμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μαρτυρίες Βρετανών αξιωματικών, οι οποίοι συναντήθηκαν με τον Τίτο στη διάρκεια του πολέμου και που αργότερα, όταν ξέσπασε ο Ψυχρός Πόλεμος αισθάνθηκαν την ανάγκη να αιτιολογήσουν τη συνδρομή τους προς τους Παρτιζάνους. Ο ταξίαρχος Fitzroy Maclean, ο πλέον υψηλόβαθμος αξιωματικός, που έπεσε με αλεξίπτωτο στο αρχηγείο του Τίτο στην ευρισκόμενη υπό κατοχή Γιουγκοσλαβία, εκμυστηρεύτηκε, στα απομνημονεύματά του, πως ο Τίτο ήταν ένας διαφορετικού είδους κομμουνιστής. Η μοναδικότητα του αυθεντικού αντιστασιακού κινήματος του τελευταίου όπως και η ικανότητά του να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός διπολικού κόσμου, προέτρεψε κι άλλους συγγραφείς να αφιερώσουν εκατοντάδες σελίδες στις καταβολές του πρώτου κομμουνιστικού κράτους, που είχε το σθένος να διακόψει σχέσεις με τον Στάλιν.²

Όποια και αν είναι η ορθή ερμηνεία, ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο Τίτο και το ΚΚΓ πέτυχαν ένα ανεπανάληπτο κατόρθωμα. Ευρισκόμενοι στο χείλος της διάλυσης, το 1937,³ κατάφεραν να ορθοποδήσουν και να μετεξελιχθούν σε ισότιμο εταίρο του ΚΚΣΕ.⁴ Αυτό αναδύεται ανάγλυφα από τη διακήρυξη της Μόσχας του 1956, που έκανε λόγο περί “…συνεργασίας θεμελιωμένης επάνω στην ελεύθερη θέληση και την απόλυτη ισότητα (μεταξύ των μερών)…”.⁵ Ένα αυτόνομο αντιστασιακό κίνημα, που μετεξελίχθηκε σε ένα ενθουσιώδες κομμουνιστικό ανεξάρτητο κράτος, και το οποίο έφτασε μέχρι σημείου να διακόψει σχέσεις με τον Στάλιν, δεν μπορούσε να είναι σταλινικό. Κατά τη γνώμη μας, όχι μόνο συνέβη το αντίθετο, αλλά, επιπρόσθετα, το ΚΚΓ υπήρξε ο πλέον πιστός συνοδοιπόρος της ΕΣΣΔ.

Προκειμένου να αποδείξουμε την εγκυρότητα της υπόθεσής μας, θεωρούμε απαραίτητο να αξιολογήσουμε κατά πόσο η εν γένει πορεία και εξέλιξη του ΚΚΓ προεξοφλούσε τη ρήξη με το ομόλογο σοβιετικό, όπως υποστηρίζει χαρακτηριστικά η επίσημη ιστοριογραφία της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας. Κατά συνέπεια, ας επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την ιστορία του ΚΚΓ από το 1937 έως το 1948 με γνώμονα μια χρονολογική προοπτική και όχι υπό το πρίσμα της ρήξης μεταξύ Τίτο και Στάλιν. Καθ όλη την χρονική αυτή περίοδο, ο Josip Broz, περισσότερο γνωστός ως Τίτο, υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του κόμματος. Το 1937, τέθηκε επικεφαλής ενός μικρού παράνομου ΚΚ, στα πρόθυρα της διάλυσης. Δέκα χρόνια, μόλις, αργότερα, στεκόταν στο πλευρό του Στάλιν, ένα κατόρθωμα, που προκύπτει από διαδοχικές μεταπτώσεις, οι οποίες σηματοδοτούν τις σχέσεις ανάμεσα στους δυο άνδρες. Κύριος αρχιτέκτων των παραπάνω μεταπτώσεων υπήρξε ο ίδιος ο Τίτο. Για το λόγο αυτό, η παρούσα μελέτη προτίθεται να ακολουθήσει την προσωπική του ιστορία σε ολόκληρη αυτή την περίοδο.⁶

H πορεία του ΚΚΓ μέσα στο χρόνο χωρίζεται σε δυο διακριτές, από κάθε άποψη, χρονικές περιόδους: πριν και μετά από την ανάδειξη του Josip Čižinski, γνωστότερου ως Milan Gorkić, ως επικεφαλής του κόμματος το 1932. Προ του διορισμού, το κόμμα διοικούσαν κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει την πολιτική τους σταδιοδρομία στο πλαίσιο της σύντομης, ταραχώδους ωστόσο κοινοβουλευτικής ζωής του ΚΚΓ. Στις εκλογές του 1920, το κόμμα κέρδισε 58 έδρες στους κόλπους της πρώτης βουλής του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Χάρη στην επίδοση αυτή, είχε αναδειχτεί σε τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας. Οι ηγέτες του, όπως ο Sima Marković, καθηγητής Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, προέρχονταν από το χώρο της διανόησης ως συνεχιστές και θεματοφύλακες της παράδοσης του προπολεμικού Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Συμμετείχαν ενεργά στο κοινοβουλευτικό έργο μέσα στο πλαίσιο μιας ξεκάθαρης και δημοκρατικά δομημένης κομματικής γραμμής, η οποία εξέφραζε, άλλωστε, την εκλογική βάση που τους είχε ψηφίσει. Αν και κομμουνιστές, συμμετείχαν στα πολιτικά δρώμενα δίχως να προκαλούν αναταράξεις και κραδασμούς. Από τη στιγμή, όμως, που το ΚΚΓ τέθηκε εκτός νόμου το 1921, εγκαινιάστηκε μια μακρά περίοδος μετάλλαξης του ιδίου του κόμματος και της ηγεσίας του. Οι συνθήκες της παρανομίας, υπό τις οποίες εκ των πραγμάτων λειτουργούσαν πλέον, συνέβαλαν στην ανάδειξη νέων ηγετών και νέων προτεραιοτήτων. Ανίκανο να χρηματοδοτήσει τη δραστηριότητά του, το ΚΚΓ βρισκόταν σε πλήρη εξάρτηση από την οικονομική ενίσχυση της Μόσχας. Μαζί με την ενίσχυση, κατέφθασε και μια νέα ιδεολογία αλλά και ένας διαφορετικός τύπος ηγεσίας, γαλουχημένος να εφαρμοζει τις κατευθύνσεις που υπαγόρευε η Μόσχα. Όσοι συνέχισαν να σκέφτονται ανεξάρτητα και να αξιολογούν την πολιτική κατάσταση της Γιουγκοσλαβίας κάτω από καθαρά τοπική οπτική, παραμερίστηκαν σταδιακά. Η νέα γραμμή της Μόσχας – ένα είδος οικουμενικού κομμουνιστικού Πιστεύω – διεύρυνε το ήδη υπάρχον χάσμα ανάμεσα στους κομμουνιστές και την πολιτική πραγματικότητα της χώρας. Η γραμμή αυτή αποδείχτηκε παντελώς ανεπαρκής καθ όλη τη διάρκεια της προσωποπαγούς αυταρχικής διακυβέρνησης του βασιλέα Αλεξάνδρου, ο οποίος, το 1929 προέβη στην κατάργηση του Συντάγματος και του συνόλου των πολιτικών κόμματων. Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Μόσχας περί ένοπλης εξέγερσης, ικανής να το εγκαταστήσει στην εξουσία, το ΚΚΓ αυτοπροσδιορίστηκε ως ο κύριος αντίπαλος του νέου καθεστώτος. Επόμενο ήταν, η αφρόκρεμα και η ηγεσία του κόμματος να εξαρθρωθούν από τις αστυνομικές αρχές, το δε αποδυναμωθέν κόμμα να μην είναι πλέον σε θέση να συνεχίσει τη δραστηριότητά του εντός των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας. Κατόπιν τούτου, η ηγεσία του μετοίκησε στη Μόσχα, με αποτέλεσμα να τελεί υπό πλήρη εξάρτηση της Κομιντέρν.

Βελιγράδι, Μάρτιος 1920. Συλλαλητήριο έπειτα από την επικράτηση του ΚΚΓ σε πολλά από τα μεγάλα αστικά κέντρα στις δημοτικές εκλογές.

Ο Τίτο, υπαρχηγός του Gorkić

To 1932, έπειτα από ευκαιριακές ad hoc ηγεσίες, η Κομιντέρν τοποθέτησε τον Milan Gorkić επικεφαλής του ΚΚΓ. Ο τελευταίος ήταν νεότατος όταν, το 1924, είχε εγκαταλείψει τη χώρα του. Στη Μόσχα ενσωματώθηκε αρχικά στα υψηλά κλιμάκια της Διεθνούς Νεολαίας, και κατόπιν σε εκείνα της 3ης Διεθνούς ή Κομιντέρν. Κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ, ο  Gorkić απέκτησε φίλους και προστάτες με ισχύ, όπως ο Dmitri Manouïlski, εκπρόσωπος του Πανενωσιακού Kομμουνιστικού Kόμματος (Μπολσεβίκων) στους κόλπους της Κομιντέρν ή ο Nikolaï Boukharine, από τα ηγετικά στελέχη του ιδίου κόμματος από την εποχή του Λένιν αλλά και σημαίνουσα φυσιογνωμία της Κομιντέρν. Ο  Gorkić μετεξελίχθηκε σε αναπόσπαστο μέρος του σοβιετικού κομματικού μηχανισμού και με αυτή την ιδιότητα ανέλαβε κατ εντολή να βάλει σε τάξη το ΚΚΓ. Πρώτη προτεραιότητά ήταν, αναμφίβολα, ο μετασχηματισμός του ΚΚΓ σε παράρτημα της Κομιντέρν, με την περιθοριοποίηση όλων όσων επιχειρούσαν να σκέφτονται αυτόνομα σχετικά με την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία. Κατάφερε να εκσταλινίσει το ΚΚΓ και να το υπαγάγει πλήρως στους φίλους και προστάτες, τους οποίους είχε στο μεταξύ αποκτήσει στη Μόσχα.⁷  Το 1934, συμπεριέλαβε στα ανώτερα κλιμάκια του κόμματος τον σύντροφο Josip Broz, περισσότερο γνωστό αργότερα με το ψευδώνυμο Τίτο.

O σύντροφος Broz εντάχθηκε στο ΚΚΓ με αρκετή καθυστέρηση. Γεννημένος το 1892 στο Kumrovec της Κροατίας, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στις τάξεις του αυστρο-ουγγρικού στρατού. Πολέμησε στο ανατολικό μέτωπο και το 1915 αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους. Πέρασε τα επόμενα πέντε χρόνια στη Ρωσία, έως και

Το πατρικό σπίτι στο  Kumrovec και ο αδριάντας του  Josip Broz.

μετά την απελευθέρωσή του, δίχως, ωστόσο, να ασπαστεί τον κομμουνισμό. Έγινε μέλος του ΚΚΓ το 1920, αφού είχε, προηγουμένως, επιστρέψει στη Γιουγκοσλαβία και συγκεκριμένα στο Ζάγκρεμπ. Καθώς, μάλιστα, ακολούθησε γρήγορα η θέση εκτός νόμου του ΚΚΓ, η προσχώρηση του Broz στις τάξεις του τελευταίου παρέμεινε ανενεργή έως τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Από τότε μόνο εγκαινιάζεται η πολιτική του δραστηριότητα, η οποία, το 1928, θα τον οδηγήσει στη φυλακή καθώς συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές έχοντας στην κατοχή του όπλα και υλικό κομμουνιστικού περιεχομένου. Το θεωρητικό του υπόβαθρο διαμορφώθηκε ενόσω παρέμεινε έγκλειστος, χάρη στην επικοινωνία, την οποία είχε συνάψει με ομοϊδεάτες συγκρατούμενούς του, μέλη του ΚΚΓ.  Η συνάντησή του με τον  Gorkić έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα, αμέσως έπειτα από την αποφυλάκισή του. Ο τελευταίος τον ενέταξε στην Κεντρική Επιτροπή και τον έστειλε στη Μόσχα, προκειμένου να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του.

Η παραπάνω επιλογή έγινε με γνώμονα σταλινικά κριτήρια. Η ηγεσία του ΚΚΓ έβριθε από διανοούμενους. Αντίθετα, οι εργάτες ήταν λίγοι και ο Broz προερχόταν ακριβώς από αυτό τον χώρο. Επιπρόσθετα, η προσχώρησή του στο κόμμα ήταν σχετικά πρόσφατη. Κατά συνέπεια, δεν είχε στη διάθεσή του τον απαραίτητο χρόνο για να συνάψει σχέσεις με την προκάτοχο ηγεσία, ειδικότερα δε με τους κύκλους εκείνους που αντιπολιτεύονταν τον  Gorkić. Φτάνοντας τον Νοέμβριο του 1935 στη Μόσχα, ο Τίτο δικαίωσε από κάθε άποψη την επιλογή του. Κατάφερε ταχύτατα να δικτυωθεί στους διαδρόμους της Κομιντέρν. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι μιλούσε άπταιστα ρωσικά. Πάνω απ όλα, όμως, πέρασε με αξιοσημείωτη επιτυχία τη δοκιμασία του Τμήματος Στελέχωσης (Cadres Department), ενός είδους εσωτερικής υπηρεσίας ελέγχου του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, η διοίκηση του οποίου ασκείτο από αξιωματικούς των Σοβιετικών αρχών ασφαλείας. Ο Τίτο χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματική περίπτωση στρατολόγησης, το είδος των ατόμων εκείνων της απολύτου εμπιστοσύνης, τα οποία το συγκεκριμένο Τμήμα φρόντιζε να τοποθετεί στους κόλπους κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί και να ελέγχει τη δραστηριότητά του. Ως εκ τούτου, καθ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Μόσχα, ο Τίτο συνεργάστηκε στενά με τον Βούλγαρο Ivan Genčevič ή Ivan Karaivanov, μέλος του Τμήματος Στελέχωσης και εκπαιδεύτηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να υπηρετεί το Τμήμα μέσα από τις τάξεις του ΚΚΓ. Καθώς μάλιστα σε ένα κόμμα σταλινικής κοπής όπως το τελευταίο, η καλή γνώση της ιεραρχίας, των επιλογών της και των εν γένει προαγωγών και τοποθετήσεων σε όλα τα κλιμάκια του κομματικού μηχανισμού προσέδιδαν σημαντική ισχύ, η θέση, για την οποία προαλειφόταν ο Broz ήταν στρατηγικής σημασίας. Καμμία τοποθέτηση δεν μπορούσε να λάβει χώρα, εάν, προηγουμένως, δεν έχαιρε της συγκατάθεσης του Τμήματος Στελέχωσης. Έτσι, όταν τον Οκτώβριο 1936 ο Τίτο επέστρεψε στη Γιουγκοσλαβία, ανέλαβε, ουσιαστικά, καθήκοντα ως εγκάθετος του τελευταίου εντός του ΚΚΓ. Ωστόσο, η ηγεσία του κόμματος εξακολούθησε να παραμένει στα στιβαρά χέρια του  Gorkić. Αφότου εγκατέλειψαν τη Μόσχα τον Οκτώ-

Ο Josip Broz, πολιτικός κρατούμενος το 1928.

-βριο και τον Δεκέμβριο του 1936 αντίστοιχα, οι Τίτο και  Gorkić ήταν κομιστές επιτακτικών γραπτών εντολών, τις οποίες η ηγεσία του ΚΚΓ όφειλε να αποδεχτεί και εφαρμόσει. Ουδείς διανοείτο να εκφέρει επιφυλάξεις ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας (modus operandi) του κόμματος. Το τελευταίο είχε μετεξελιχθεί σε παρακλάδι του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, και ως τέτοιο υπαγόταν στην Κομιντέρν, η οποία και ασκούσε τη διοίκησή του. Ο Τίτο ήταν ο υπαρχηγός ενός σταλινικού κόμματος, το δε αξίωμά του, δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια επιλογών. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αντιμετώπιζε την παραμικρή δυσκολία να αναπτύξει το σκεπτικό περί Λαϊκού Μετώπου στον Božidar Adžija, διδάκτορα Νομικής του Πανεπιστημίου της Πράγας, παρά το γεγονός ότι οι γνώσεις του Τίτο υστερούσαν συγκριτικά. Το επίπεδο των γνώσεών τους ήταν άνευ αντικρίσματος, από τη στιγμή, κατά την οποία καλούνταν, αμφότεροι, να εφαρμόσουν το μοντέλο και όχι να στοχαστούν πάνω σε αυτό. Στην περίπτωση ο Τίτο διέθετε ένα πλεονέκτημα: μιλούσε εξ ονόματος της Κομιντέρν ασκώντας, πλέον, αδιαμφισβήτητη εξουσία επί των συντρόφων του στη Γιουγκοσλαβία.⁸ Το κύρος της Κομιτέρν ήταν τέτοιο, που οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί. Η πολιτική δραστηριότητα του ΚΚΓ ελεγχόταν πλήρως από εκείνη, η δε εν γένει κινητικότητα του Τίτο αποτελεί το πιο εύγλωττο παράδειγμα του τρόπου, με τον οποίο το κόμμα λειτουργούσε την εποχή εκείνη.

Προτού αναχωρήσει από τη Μόσχα, ο Τίτο έλαβε γραπτές εντολές και από τον Wilhelm Pieck, έναν Γερμανό κομμουνιστή, υπεύθυνο για τα Βαλκάνια στους κόλπους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Οι δυο σημαντικότερες αποστολές που του είχαν ανατεθεί αναφέρονταν στη δημιουργία και καθιέρωση ενός  Λαϊκού Μετώπου και στην αποστολή εθελοντών στο πλευρό της Δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας, ενόσω εμαίνετο ο εκεί εμφύλιος πόλεμος. Η ίδια η πρόσληψη της ιδέας περί Λαϊκού Μετώπου επέδρασε καταλυτικά στις τάξεις του ΚΚΓ. Υπήρξε,ουσιαστικά, το πολιτικό “Πιστεύω” του κόμματος προ και στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι καταβολές της

Božidar Adžija.
Wilhelm Pieck.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

όλης υπόθεσης είναι αρκετά ευδιάκριτες. Την επομένη της ανόδου του Hitler στην εξουσία,υπήρχε επιτακτική ανάγκη να βρεθούν σύμμαχοι για την ΕΣΣΔ. Σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο, τα Κομμουνιστικά Κόμματα αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια δημιουργίας ευρέων συμμαχιών, ικανών να ενισχύσουν τη δυνατότητα των κρατών να αντικρούσουν τη γερμανική πίεση, σε δε περίπτωση πολέμου, να μετεξελιχθούν σε πολύτιμους συμμάχους των Σοβιετικών. Ειδικότερα στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, το μοντέλο περί  Λαϊκού Μετώπου ισοδυναμούσε με μια ριζική μεταστροφή της γενικότερης στρατηγικής. Η μέχρι στιγμής επίσημη στρατηγική της Κομιντέρν έναντι της Γιουγκοσλαβίας, αντιμετώπιζε την τελευταία ως δικτατορία αστικής προέλευσης σε βάρος των εθνοτήτων, που κατοικούσαν εντός των συνόρων της χώρας. Μια κατάσταση, η οποία έπρεπε να αποδομηθεί μέσω της χορήγησης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης στους Κροάτες και στους Σλοβένους. Όμως, στην παρούσα φάση, φάνταζε προτιμότερο να αποφευχθεί ένας πιθανός κατακερματισμός. Ως εν δυνάμει σύμμαχος, η Γιουγκοσλαβία ήταν δυνατό να να μεταλλαχθεί, μέσω μεταρρυθμίσεων, προς την κατεύθυνση ενός ομοσπονδιακού συστήματος, ικανού να ανταποκριθεί στις διεκδικήσεις Κροατών και Σλοβένων απαλλάσοντας τους τελευταίους από την ανάγκη να ασκήσουν προς όφελός τους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Υπό τη μορφή μιας ελεύθερης ένωσης όλων των γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων, η χώρα δεν διέθετε απλά  προοπτικές επιβίωσης. Ήταν σε θέση να οργανώσει ένα ευρύ  Λαϊκό Μέτωπο, ικανό να προβάλει αντίσταση σε μια ενδεχόμενη Γερμανική εισβολή. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τίτο προς τον Božidar Adžija τον Οκτώβριο του 1935 στο Γκρατς, δεν έπρεπε κανείς να εκλάβει το Λαϊκό Μέτωπο σαν κάποιο καινούριο πολιτικό κόμμα. Θα ήταν το ευρύτερο δυνατό πολιτικό κίνημα, που θα περιέκλειε στους κόλπους του κόμματα όλων των αποχρώσεων με κοινό παρονομαστή τη βούληση για διενέργεια αντιφασιστικού αγώνα. Πέραν αυτού όμως, μια τέτοια εξέλιξη ήταν σε θέση να προσδώσει τεράστιο κύρος και επιρροή στους κομμουνιστές, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν διέθεταν καθόλου. Ωστόσο, παρουσιαζόταν μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αναλάβουν ευθύς εξ αρχής τα ηνία του προαναφερθέντος κινήματος. Έτσι ακριβώς είχαν οι οδηγίες, τις οποίες ο Τίτο είχε λάβει τον Οκτώβριο του 1936 και που έμελλαν να παραμείνουν οι κατευθυντήριες αρχές της πολιτικής του στρατηγικής έως ότου ανέλαβε επίσημα την εξουσία στη Γιουγκοσλαβία το 1945.

Υπό την οπτική της Μόσχας, η μοίρα της Γιουγκοσλαβίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη της ΕΣΣΔ, από τη στιγμή που η επιβίωση του Κομμουνιστικού Κινήματος εξαρτάτο, στο σύνολό της, από εκείνη της γενέτειρας χώρας του. Ως πολύτιμος σύμμαχος μελλοντικά, η Γιουγκοσλαβία δεν έπρεπε να κατακερματιστεί. Άλλωστε, το ΚΚΓ δεν είχε δικαίωμα λόγου επί του συγκεκριμένου θέματος. Όσο σθεναρά είχαν αγωνιστεί επί χρόνια ολόκληρα για τη διάλυση της χώρας, άλλο τόσο οι Γιουγκοσλάβοι σύντροφοι το έπραξαν για την επιβίωσή της, μόλις υπήρξαν αποδέκτες των επιτακτικών οδηγιών της Μόσχας να στρέψουν τη δραστηριότητά τους προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Τίτο εκτελεστικός Γραμματέας του ΚΚΓ

Μέσα στο καλοκαίρι του 1937, ο Gorkić ανακλήθηκε στη Μόσχα, όπου έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Κατόπιν τούτου, ο Τίτο ανέλαβε εκτελεστικός Γραμματέας του ΚΚΓ, η καθημερινότητα του οποίου επηρρεάστηκε τα μέγιστα από την απουσία του Gorkić. Συγκεκριμένα έπαψαν να καταφθάνουν χρήματα και εντολές με προέλευση στη πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο εγκαταστάθηκε προσωρινά

Η τελευταία φωτογραφία του Milan  Gorkić αμέσως μετά τη σύλληψή του από την NKVD τo 1937.

στο Παρίσι, όπου μεταφέρθηκε η έδρα του κόμματος, αναμένοντας εντολές από τη Μόσχα.Χρειάστηκε να εισέλθει ο Ιανουάριος του 1938, προκειμένου να ανακοινωθεί επίσημα πως ο  Gorkić είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πως το σύνολο των δραστηριοτήτων του ΚΚΓ τελούσε υπό αναστολή. Το τέλος του Gorkić αναπτέρωσε το ηθικό της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Ο Τίτο υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης την ίδια ακριβώς στιγμή που άρχισαν να προβάλλουν κι άλλοι διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Τίτο αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Εκεί είχε συστήσει, μεταξύ των ετών 1936 και 1937, τον πυρήνα της μελλοντικής Κεντρικής Επιτροπής. Εγκατέλειψε το Παρίσι δίχως την έγκριση της Μόσχας, πεπεισμένος ότι το μέλλον του ΚΚΓ θα διαμορφωνόταν εντός της χώρας. Ευρισκόμενος επιτόπου, μπορούσε να υπολογίζει στη συνδρομή του Edvard Kardelj στη Σλοβενία, των Milovan Djilas και  Aleksandar Ranković στη  Σερβία, τέλος, σε εκείνη του Ivo Lola  Ribar, ως αρχηγού  της Κομμουνιστικής  Νεολαίας. Η επιλογή τους δεν οφειλόταν σε αυτόν. Άλλοι υπήρξαν εκείνοι που τους είχαν παρουσιάσει παλαιότερα στον εκτελεστικό Γραμματέα ως υπεύθυνους τοπικών οργανώσεων του κόμματος. Ο τελευταίος τους είχε αποδεχτεί και εκείνοι, με τη σειρά τους, είχαν αναγνωρίσει την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του, από τη στιγμή που ενσάρκωνε την εξουσία και το κύρος της Κομιντέρν. Με δική του πρωτοβουλία η παραπάνω ομάδα αναγορεύτηκε σε προσωρινή ηγεσία, αντικαθιστώντας την Κεντρική Επιτροπή του  Gorkić και προσδίδοντας στον Τίτο την απαραίτητη αξιοπιστία, που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε. Κι όμως, η νέα ad hoc αυτή ηγεσία στερείτο νομιμότητας, στο ποσοστό που δεν διέθετε την έγκριση της Κομιντέρν. Ο Τίτο απευθύνθηκε γραπτά κατ επανάληψη στον Georgi Dimitrov, τον επικεφαλής της Κομιντέρν, με στόχο να αποσπάσει την άδεια να μεταβεί στη Μόσχα και να εξηγήσει τις πρωτοβουλίες, στις οποίες είχε προβεί. Η πολυπόθητη πρόσκληση κατέφτασε τον Αύγουστο του 1938.

Πρώτη του ενέργεια στη Μόσχα ήταν να αιτιολογήσει τις πράξεις του, καθώς και εκείνες του ΚΚΓ. Στο μεταξύ, μια ολόκληρη γενιά στελεχών του κόμματος είχε πέσει θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Τόσο ο Gorkić προσωπικά, όσο και οι εσωκομματικοί αντίπαλοί του, είχαν εξουδετερωθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Χάθηκαν εν μέσω μιας παρανοϊκής εκστρατείας διώξεων, εμπνευσμένης από τις αρχές ασφαλείας του σοβιετικού καθεστώτος, η οποία υποτίθεται πως θα απήλλασε την ΕΣΣΔ από όλους τους ανεπιθύμητους ξένους αλλά και από ο,τιδήποτε ενείχε την παραμικρή απειλή σε βάρος της επιβίωσης της γενέτειρας του κομμουνισμού. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη σοβιετική πρωτεύουσα μεταξύ των μηνών Αυγούστου 1938 και Ιανουαρίου 1939, ο Τίτο κατόρθωσε τελικά να αποσπάσει τη συγκατάθεση για τη νέα του ηγεσία αλλά, κάτι ακόμα πιο σημαντικό, και για το σύνολο των ενεργειών του επί  Gorkić αλλά και κατόπιν. Όταν εγκατέλειψε τη Μόσχα, ήταν εκ νέου εφοδιασμένος με συγκεκριμένες και επιτακτικές οδηγίες.

Πλαστό καναδικό διαβατήριο, με το οποίο ο Τίτο επέστρεψε στη Γιουγκοσλαβία φέρων το όνομα Σπυρίδων Μέκας.

Μεταξύ των υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει, ήταν και η σύγκλιση ενός συνεδρίου του ΚΚΓ, το οποίο θα επιδοκίμαζε την εξουδετέρωση της προηγούμενης ηγεσίας διαγράφοντάς την, post factum, από το κόμμα. Αυτό ακριβώς έπραξε ο Τίτο με το που επανήλθε στην πατρίδα του. Συγκάλεσε την προσωρινή ηγεσία μεταξύ 15 και 19 Μαρτίου 1939. Η τελευταία αυτοαναγορεύτηκε σε Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΓ. Με αυτήν ακριβώς την ιδιότητα διέγραψε από το κόμμα όλα τα στελέχη εκείνα, τα οποία είχαν πέσει θύματα των σταλινικών διώξεων. Με την ίδια ευκαιρία, ο Τίτο απομάκρυνε και όλους τους επίδοξους διαδόχους, που είχαν κάνει την εμφάνισή τους έπειτα από την εξαφάνιση του Gorkić.⁹ ‘Εχοντας εκπληρώσει κατά γράμμα τις εντολές, τις οποίες είχε λάβει, ανέμενε νέα κλήση από τη Μόσχα, προκειμένου να μεταβεί εκεί και να κάνει την αναφορά του. Έφτασε στη σοβιετική πρωτεύουσα τον κρίσιμο Σεπτέμβριο του 1939.

Για πολλοστή φορά, υπέστη τη γνωστή διαδικασία ελέγχου. Συνέταξε την αναφορά του και την υποστήριξε ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Έως ότου τα θέματα, που τον αφορούσαν, συμπεριληφθούν στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής, συμμετείχε στις συζητήσεις τις σχετικές με την αξιολόγηση της κατάστασης, η οποία είχε προκύψει στην Ευρώπη έπειτα από την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο επίκεντρο των συζητήσεων κυριαρχούσε η ανάγκη ανεύρεσης μιας φόρμουλας, ικανής να συμβιβάσει τον αντιφασιστικό προσανατολισμό της σοβιετικής πολιτικής με την πρόσφατη  συνομολόγηση του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov. O  Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής, Dmitri Manouïlski, δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τη λύση, την οποία πρότεινε ο Τίτο: να αγνοηθεί, απλούστατα, η ύπαρξη του Συμφώνου, σαν αυτό να μην υπήρχε.¹º  Όμως, όσο και αν το  Πανενωσιακό Kομμουνιστικό Kόμμα (Μπολσεβίκων) και η Κομιντέρν κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να μην το κοινοποιήσουν, το συγκεκριμένο κείμενο δεν έπαυε να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής τους. Η ίδια η συμμαχία με τη χιτλερική Γερμανία καθιστούσε ανενεργή τη στρατηγική περί  Λαϊκού Μετώπου, από τη στιγμή που η απειλή μιας ενδεχόμενης ναζιστικής επίθεσης είχε πάψει να υφίσταται.

Μόσχα, 23 Αυγούστου 1939. Η συνομολήγηση του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως.

Μια που δεν υπήρχε, πλέον, ανάγκη συνεργασίας με κόμματα αστικής προέλευσης, το πεδίο για την επάνοδο στην παραδοσιακή πολιτική ήταν ανοικτό. Η στρατηγική συνίστατο στην αντιπαράθεση με αριστερά κόμματα, όπως ήταν τα Σοσιαλδημοκρατικά, με διακύβευμα την  οικειοποίηση της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια στρατηγική περισσότερο γνωστή ως “Δημιουργία Λαϊκού Μετώπου από τη βάση”, με αυτονόητη την αποκλειστική επικράτηση και κυριαρχία της κομμουνιστικής επιρροής πάνω σε αγρότες και εργάτες. Η δημιουργία Λαϊκού Μετώπου θα προέκυπτε από την εξουδετέρωση και, γιατί όχι, ολοκληρωτική καταστροφή κάθε διαφορετικής ιδεολογίας. Η εποχή των πολιτικών συμμαχιών είχε παρέλθει. Το ΚΚΓ καλείτο να επανέλθει στη γνώριμη τακτική, με την οποία ήταν εξοικειωμένο: εκείνη της άνευ όρων μετωπικής σύγκρουσης με πάσης φύσεως δημοκρατικές πολιτικές παραλλαγές.

H νέα στρατηγική παρουσιάστηκε ενώπιον του ΚΚΓ στις 29 Οκτωβρίου 1939, με βάση τις σχετικές οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν, που ο Τίτο είχε πάρει μαζί του, όταν, ένα μήνα νωρίτερα, εγκατέλειπε τη Μόσχα. Εν μέρει, οι οδηγίες αυτές στηρίζονταν επάνω σε πληροφορίες σχετικές με τη Γιουγκοσλαβία, τις οποίες ο ίδιος είχε προσκομίσει νωρίτερα στη σοβιετική πρωτεύουσα. Ήταν, επίσης, παρών σε όλες τις συνεδριάσεις της Επιτροπής. Οι οδηγίες δεν ήταν τίποτε άλλο από μια λεπτομερής και ακριβής ατζέντα με αποδέκτη το ΚΚΓ, η οποία ανταποκρινόταν σε υψίστης σημασίας ζητήματα, όπως η διαχείριση της κατάστασης που είχε προκύψει εξαιτίας της έκρηξης του πολέμου. Σέ ένα πρώτο στάδιο, το κόμμα όφειλε να εξηγήσει στα μέλη και τους οπαδούς του ότι ο πόλεμος διέθετε έναν ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και πως όλοι οι τρεις κύριοι εμπλεκόμενοι σε αυτόν – Μεγ. Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία – ήταν καπιταλιστικές δυνάμεις με κατακτητικούς στόχους. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους, ούτε υφίστατο διαχωρισμός ανάμεσα σε επιτιθέμενους και θύματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΣΣΔ είχε κάθε δικαίωμα να συνάψει ένα Σύμφωνο (στην περίπτωση επρόκειτο για το γερμανο-σοβιετικό) προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντά της. Πόσο μάλλον που ήταν η μόνη δύναμη που ακολουθούσε ειρηνική πολιτική, παρέχοντας βοήθεια στα έθνη εκείνα, τα οποία μάχονταν για την ανεξαρτησία τους, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία και η Μεγ. Βρετανία, που διέδιδαν απατηλά ότι δήθεν πολεμούσαν για την ειρήνη και την ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσαν να διευρύνουν τον πόλεμο, παρασύροντας και άλλα κράτη σε αυτόν. Το ΚΚΓ όφειλε να εμποδίσει κάθε πρωτοβουλία της άρχουσας αστικής τάξης με στόχο τη συμμετοχή της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο. Αντίθετα, άμεση προτεραιότητά του ήταν ο αγώνας για τη συνομολόγηση ενός συμφώνου φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας με την ΕΣΣΔ. Ήταν η καλύτερη εγγύηση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της χώρας. Εν κατακλείδι, ο πόλεμος θα όξυνε την κρίση του καπιταλισμού, δημιουργώντας, έτσι, πρόσφορο έδαφος και ευνοϊκές συνθήκες για την οριστική εξάλειψη του τελευταίου.¹¹

Έτσι είχαν οι οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Απηχούσαν την ουσία μιας πολιτικής, την οποία ο Τίτο είδε με τα ίδια του τα μάτια να σφυρηλατείται κατά τη διαμονή του στη Μόσχα και που έμελλε να υπηρετήσει σθεναρά, ευρισκόμενος μακριά από αυτήν. Δεν κατάφερε να επισκεφθεί εκ νέου τη σοβιετική πρωτεύουσα παρά μόνο το καλοκαίρι του 1944, και μάλιστα με δική του πρωτοβουλία. Για έναν ηγέτη με τόσο περιορισμένο μορφωτικό επίπεδο, οι μάλλον απλές έως απλοϊκές έννοιες που περικλείονταν στις οδηγίες, φάνταζαν ως απαύγασμα των πολιτικών του ιδεών. Αφομοίωσε καλά τα μαθήματα που πήρε στη Μόσχα και δεν προβληματίστηκε ποτέ από οποιουδήποτε είδους αμφιβολίες διανοητικής μορφής. Η πολιτική του οξύνοια και διορατικότητα συνίσταντο στο να αναζητεί και να βρίσκει τρόπους με απώτερο στόχο να θέτει σε εφαρμογή τη στρατηγική, την οποία είχε σχεδιάσει η Μόσχα. Με έκδηλη προθυμία εξήγησε στον Bozidar Adžija τη θεωρία περί  Λαϊκού Μετώπου (συνεργασία με άλλα αστικά κόμματα για τη συγκρότηση μιας αντιφασιστικής δυναμικής) σύμφωνα με τις επιταγές του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν. Με την ίδια πίστη και πειθώ υποστήριξε το Σύμφωνο Molotov – Ribbentrop, που εκ των πραγμάτων καθιστούσε περιττή τη δημιουργία  Λαϊκού Μετώπου. Η κομμουνιστική πειθαρχία και ο οπορτουνισμός, που χαρακτήριζαν τις αντιδράσεις του, ουδέποτε κλονίστηκαν από διλήμματα ηθικής τάξεως. Πρώτιστη προτεραιότητα ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης. Πιστός στο ίδιο μοντέλο, δεν είχε αναστολές να στραφεί ενάντια στα αστικά Σοσιαλδημοκρατικά

Ο Στάλιν και οι Πολιτικοί Κομισάριοί του παρακολουθούν από τον εξώστη του Μαυσωλείου του Λένιν αθλητική παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία της Μόσχας.

κόμματα, τους μέχρι τούδε συμμάχους. Τον Μάρτιο του 1940, στο Ζάγκρεμπ, εξαπέλυσε μέσα από τις στήλες της εφημερίδας του κόμματος Proleter, μια σφοδρή εκστρατεία σε βάρος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Γαλλίας και Μεγ. Βρετανίας¹² την ίδια στιγμή που χαιρέτιζε εμφατικά  την επικράτηση της ΕΣΣΔ επί της Φινλανδίας.¹³ Εξέλαβε τις διαδοχικές ήττες της Νορβηγίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου ως αδιαμφισβήτη επιβεβαίωση της πολιτικής του λογικής. Επρόκειτο για μικρά κράτη, τα οποία είχαν παρασυρθεί από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προτού εγκαταλειφθούν στη μοίρα τους. Επόμενο ήταν να υποκύψουν στην ισχύ της ναζιστικής εισβολής. Μια και μόνη επιλογή προσφερόταν, της οποίας ο ίδιος υπήρξε ένθερμος συνήγορος: αποφυγή εμπλοκής της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο και καλλιέργεια στενών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με την ΕΣΣΔ. Πρόκειται για τη λύση, που υποστήριξε μέσω της  Proleter.¹⁴ Ταυτόχρονα εγκαινίασε έναν γύρο εσωτερικών εκκαθαρίσεων, απομακρύνοντας από το ΚΚΓ όλους όσους παρέμεναν οπαδοί της δημιουργίας  Λαϊκού Μετώπου, με άλλα λόγια της σύμπραξης με τα αριστερά αστικά κόμματα. Άλλωστε, η στρατηγική και οι εν γένει προθέσεις του διαφαίνονταν από τον τίτλο ενός από τα πολλά άρθρα που συνέταξε:Περί εξυγίανσης και μπολσεβικοποίησης του Κόμματος”.¹⁵ Εξίσου αποκαλυπτικοί είναι και οι τίτλοι των κειμένων του σχετικά με τους Σοσιαλδημοκράτες:Κατά των επαναστατών ηγετών των Σοσιαλδημοκρατών, πολεμοκάπηλων και πρωτοστατών της αντι-Σοβιετικής εκστρατείας” (Ιούνιος 1940)¹⁶ καιΗ συμπαιγνία εργοδοτών, αστυνομίας και Σοσιαλδημοκρατών προδοτών ενάντια στους εργάτες” (Ιούλιος 1940).¹⁷ Η ριζοσπαστικοποίηση της στρατηγικής του έφτασε στο απόγειο με αφορμή την κατάρρευση της Γαλλίας, οπότε τάχθηκε υπέρ της αντικατάστασης της κυβέρνησης συνασπισμού των Dragiša Cvetković και Vlatko Maček από μια άλλη, απαρτιζόμενη από αγρότες και εργάτες υπό την καθοδήγηση του ΚΚΓ. Τον Ιούλιο 1940 έγραφε χαρακτηριστικά: “Η ενωμένη εργατική τάξη σε συνεργασία με την αγροτιά και με τον υπόλοιπο εργαζόμενο πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας οφείλει να προετοιμαστεί, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΓ, για έναν αγώνα δίχως οίκτο κατά της εκμετάλλευσης των εργατών από τους καπιταλιστές και για τη διενέργεια μιας αποφασιστικής μάχης με διακύβευμα τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας. Κύρια προϋπόθεση για την πραγμάτωση των παραπάνω στόχων είναι η ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και η εγκαθίδρυση μιας αληθινής λαϊκής διακυβέρνησης. Μιας διακυβέρνησης εργατών και αγροτών, διατεθειμένης να διοικήσει προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης, να δώσει στον λαό τα δικαιώματά του και να εγγυηθεί την ανεξαρτησία της χώρας με τη συνδρομή της ΕΣΣΔ, του λίκνου των εργατών και αγροτών, ενός κράτους γιγαντιαίας προόδου και ευημερίας, προστάτιδος των μικρών κρατών και του πλέον αξιόπιστου εκφραστή της ειρήνης”.¹⁸

Η ακραία αυτή στρατηγική του ΚΚΓ δεν έτυχε της έγκρισης της Μόσχας. Στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Τίτο υπήρξε αποδέκτης ενός μηνύματος, το οποίο χαρακτήριζε ως πρόωρη τη εγκαθίδρυση ενός  λαϊκού καθεστώτος στη χώρα. Το είδος της πολιτικής δραστηριότητας, προς την οποία το ΚΚΓ όφειλε να εστιάσει την προσοχή του ήταν πρωτίστως ο τομέας της προπαγάνδας και η σύνταξη μανιφέστων και παρεμφερών κειμένων.¹⁹

Ο Τίτο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ

Το αποκορύφωμα της ριζοσπαστικής ρητορικής του Τίτο υπήρξε ο εναρκτήριος λόγος που εκφώνησε τον Οκτώβριο 1940 στο Ζάγκρεμπ, στο πλαίσιο των εργασιών της 5ης Διάσκεψης του ΚΚΓ. Το διακύβευμα ήταν μεγάλο για τον ίδιο προσωπικά. Μέχρι στιγμής δεν διαδραμάτιζε παρά εκτελεστικό, μόνο, ρόλο κι έτσι ακριβώς αντιμετωπιζόταν από την Κομιντέρν. Μόνο ένα Συνέδριο του κόμματος διέθετε την αρμοδιότητα ορισμού ενός νέου Γενικού Γραμματέα. Έχοντας αυτό κατά νου, ο Τίτο σχεδίαζε τη διεξαγωγή ενός τέτοιου Συνεδρίου για το φθινώπορο του 1940. Η Μόσχα ήταν επιφυλακτική μπροστά σε αυτή την προοπτική. Συνέτρεχε κίνδυνος να διαρρεύσουν οι εμπιστευτικές συζητήσεις, με αποτέλεσμα η κομματική ηγεσία να συρθεί στις γιουγκοσλαβικές φυλακές. Ο Τίτο αναγκάστηκε να μετονομάσει τη συνάθροιση των 108 αντιπροσώπων των τοπικών οργανώσεων του κόμματος σε “Διάσκεψη”. Η τελευταία ξεκίνησε τις εργασίες της με την ανάγνωση μιας μακροσκελούς έκθεσης πεπραγμένων του Τίτο ως εκτελεστικού Γραμματέα. Ο τελευταίος, ανέπτυξε τους λόγους που είχαν οδηγήσει το κόμμα στο να αντιταχθεί στη γενική επιστράτευση, λίγους μήνες νωρίτερα. Χάρη σε αυτή τη στάση, το ΚΚΓ απέτρεψε μια παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στο πόλεμο. Ακολούθως, διευκρίνισε τη γραμμή που το κόμμα όφειλε να ακολουθήσει ενόσω μαινόταν ο πόλεμος στην Ευρώπη:Κάθε είδους δραστηριότητα και προσπάθεια του Κόμματος οφείλει να διαθέτει αμιγώς ταξικό υπόβαθρο. Πρέπει να θέσουμε τέλος σε όλες τις συμφωνίες και τα προγράμματα με τις ηγεσίες των διαφόρων αστικών αυτοαποκαλούμενων “δημοκρατικών” κομμάτων, τα οποία έχουν μετατραπεί σε γνήσια αντιδραστικά πρακτορεία των μυστικών υπηρεσιών των Γάλλων και Βρετανών εμπνευστών του Πολέμου. Το Κόμμα μας, όπως και όλα τα τμήματα της Κομιντέρν ας αναλάβουν την ακόλουθη αποστολή: εκείνη του αγώνα υπέρ του σχηματισμού ενός Λαϊκού Μετώπου από τη βάση, μέσω της οργάνωσης και της καθοδήγησης μιας καθημερινής προσπάθειας με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών της εργατικής τάξης, όπως είναι ο αγώνας κατά του Πολέμου, υπέρ της ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων της καταπιεσμένης Γιουγκοσλαβικής εργατικής τάξης”.²º

Περιττό να αναφερθεί πως ο ενακτήριος λόγος του Τίτο καθώς και η έκθεση πεπραγμένων, αποτέλεσαν τη βάση των εργασιών της Διάσκεψης και των τελικών συμπερασμάτων. Με τη λήξη, ο Τίτο ανέλαβε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ. Υπό τη δική του ηγεσία, κυρίαρχη προτεραιότητα δόθηκε στον αγώνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης. Κι ενώ το κόμμα βρισκόταν σε θέση μάχης, διαθέτοντας έναν επίσημο ηγέτη και μια ομόφωνα επιλεγείσα στρατηγική, εκείνη του  Λαϊκού Μετώπου από τη βάση, η Μόσχα παρενέβη εκ νέου. Τον Σεπτέμβριο του 1940, είχε αναχωρήσει για τη σοβιετική πρωτεύουσα ο Nikola Petrović, μηχανικός από το Βελιγράδι, ως προσωπικός απεσταλμένος του Τίτο. Αν και δεν έφερε μαζί του κάποιο γραπτό κείμενο, είχε ενημερωθεί διεξοδικά από τον τελευταίο σε προφορικό επίπεδο. Φθάνοντας στη Μόσχα ένα μήνα αργότερα, ο  Petrović εξέθεσε ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν την κατάσταση που επικρατούσε τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στους κόλπους του κόμματος. Εν συνεχεία, η Επιτροπή κατέληξε σε συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες στάλθηκαν τηλεγραφικά στον Τίτο στις 25 Οκτωβρίου 1940. Το σχετικό τηλεγράφημα έφερε την υπογραφή του Pieck.

O τελευταίος έκανε έκκληση για αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία. Υπό τις παρούσες συνθήκες στα Βαλκάνια, φάνταζε αδύνατος ο σχηματισμός μιας λαϊκής κυβέρνησης. Αντ αυτού, ο Pieck πίεζε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ευρέως κινήματος, ικανού να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της Γιουγκοσλαβίας καθώς και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων που κατοικούσαν εντός των συνόρων της. Εισηγήθηκε τη σύμπραξη του ΚΚΓ με σχηματισμούς αστικής προέλευσης, όπως ήταν το Αγροτικό Κόμμα του Dragoljub Jovanović. Το παραπάνω κίνημα θα είχε αντιπολεμική χροιά και θα καλλιεργούσε προνομιακές σχέσεις με την ΕΣΣΔ.²¹ Κομιστής του πλήρους κειμένου των οδηγιών, υπογεγραμμένου από τους Manouïlski, Pieck, Ercoli (ψευδώνυμο του Palmiro Togliati) και Klement Gottwald, υπήρξε ο ίδιος ο Petrović. Το επέδωσε προσωπικά στον Τίτο με το που επέστρεψε τον Δεκέμβριο στη Γιουγκοσλαβία.  Ήταν εμφανές πως οι νέες επιτακτικές οδηγίες της Μόσχας αναιρούσαν τα συμπεράσματα, στα οποία είχε καταλήξει η 5η Διάσκεψη, καθώς και την στρατηγική του ΚΚΓ στο σύνολό της. Αναφορικά με το ζήτημα του σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης προσδιόριζαν τα εξής:Υπό τις παρούσες συνθήκες, το αίτημα περί ανατροπής της κυβέρνησης και εγκαθίδρυσης μιας άλλης, υπό τον γνήσιο έλεγχο εργατών και αγροτών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή μιας δικτατορίας του προλεταριάτου. Η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο…Το Κόμμα πρέπει να αποδοκιμάζει σθεναρά κάθε είδους εικασίες ότι ο Κόκκινος Στρατός είναι, δήθεν, διατεθειμένος να συμβάλλει σε μια τέτοια  κατάσταση”.²²

Η θέση της Κομιντέρν ως προς τη στρατηγική έναντι του πολέμου στην Ευρώπη, χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη ασάφεια: “Επιλέγοντας ως σύνθημα την ανεξαρτησία των λαών της Γιουγκοσλαβίας, το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση και τη συσπείρωσή τους ενάντια σε κάθε πράξη βίας, το Κόμμα οφείλει να καλλιεργήσει προπαγάνδα στις μάζες και μεταξύ των πολιτών ενάντια στην διαφαινόμενη πρόθεση της αστικής τάξης και της κυβέρνησης να ενδώσει στα σχέδια των Γερμανών και Ιταλών ιμπεριαλιστών, τα οποία στοχεύουν στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας. Κατά συνέπεια, το Κόμμα δεν πρέπει να προβάλλει το σύνθημα υπέρ της προάσπισης των σημερινών συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, ούτε και να επαγγέλεται, ως απομονωμένη πολιτική δύναμη, την ένοπλη αντίσταση κατά των επίδοξων ιμπεριαλιστών εισβολέων. Αντίθετα, οφείλει να εκτιμήσει και να ενισχύσει όλες τις τάσεις μεταξύ των πολιτών και μέσα στους κόλπους του στρατεύματος, που προσανατολίζονται προς την κατεύθυνση οργάνωσης ένοπλης αντίστασης με σκοπό την ενδυνάμωση της αντίθεσης σε κάθε μορφής συνθηκολόγηση και την ενίσχυση της άμυνας της χώρας”.²³

Περισσότερο διαυγές ήταν το σκέλος των οδηγιών της Κομιντέρν σχετικά με την στρατηγική του  Λαϊκού Μετώπου:Το Κόμμα καλείται να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία συνεργασίας με στελέχη της αντιπολίτευσης και των μικρών αστικών κομμάτων, όπως και με  ομάδες εντός των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, προκειμένου να διευρύνει, προς το παρόν τουλάχιστον, το ενωμένο μέτωπο ενάντια στην αντίδραση, υπέρ του σεβασμού των διεκδικήσεων των μαζών όπως και υπέρ της προάσπισης της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας”.²⁴

Οι  Josip Broz και Nikola Petrović (δεξιά), το 1945 στο Βελιγράδι.

Ταυτόχρονα με την κατάρρευση της Γαλλίας και την επικράτηση του Hitler στη Δυτική Ευρώπη, ο ναζιστικός κίνδυνος έγινε εκ νέου αισθητός. Το Λαϊκό Μέτωπο από τη βάση, με τη συνδρομή των αστικών κομμάτων, ειδικότερα δε των αριστερόστροφων, ήταν απαραίτητο για την προστασία της ΕΣΣΔ. Με τον ίδιο ζήλο και πειθώ, που τον χαρακτήριζαν στο πρόσφατο παρελθόν, ο νέος Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ άρχισε, χωρίς καθυστέρηση, να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Ήδη στις 25 Δεκεμβρίου 1940 ενημέρωσε τη Μόσχα πως είχε έρθει σε συμφωνία με το Αγροτικό Κόμμα του Dragoljub Jovanović, στη βάση ενός κοινού προγράμματος το οποίο συνιστατο: α) στη σύναψη ενός συμφώνου συμμαχίας με την ΕΣΣΔ, β) σε ενέργειες εκδημοκρατισμού της Γιουγκοσλαβίας  και γ) σε προσπάθεια διασφάλισης της ανεξαρτησίας της χώρας.²⁵

Ο Petrović ήταν το τελευταίο μέλος του ΚΚΓ, το οποίο λειτούργησε ως μεσολαβητής ανάμεσα στον Τίτο και τη Μόσχα. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια, έως ότου, την άνοιξη του 1944, ο Milovan Djilas επωμιστεί ανάλογη αποστολή, ερχόμενος σε απευθείας επαφή με τη σοβιετική ηγεσία. Στο ενδιάμεσο διάστημα, η επικοινωνία εξασφαλιζόταν μέσω ραδιοσημάτων, υπό την ευθύνη του Josip Kopinič, ενός ήρωα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και προσωπικού φίλου του Τίτο. Ο  Kopinič είχε σταλεί από τη Μόσχα με συγκεκριμένη αποστολή: να διατηρήσει την επαφή με το ΚΚΓ και με άλλα οκτώ αντίστοιχα κόμματα των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης. Ο ασύρματος βρισκόταν στο Βελιγράδι και ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούλιο του  1940.²⁶

Josip Kopinič.
Milovan Djilas.

                            

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έως τον Μάϊο του 1941, ενόσω ο Τίτο βρισκόταν στο Ζάγκρεμπ, του ήταν σχετικά εύκολο να επικοινωνεί με τη Μόσχα. Ωστόσο, το είδος της επαφής δεν επέτρεπε κάτι περισσότερο από την ανταλλαγή περιληπτικών μηνυμάτων. Ήταν αδύνατη η διακίνηση εκτενών οδηγιών, σχετικών με τη στρατηγική, την οποία όφειλε να ακολουθήσει. Ήταν αναγκασμένος να αποφασίζει από μόνος για την περαιτέρω πορεία του ΚΚΓ. Μέχρι την εκδήλωση της Γερμανικής εισβολής, εφάρμοσε με ιεραποστολική προσήλωση τις οδηγίες, τις οποίες είχε προσκομίσει ο Petrović. Στις αρχές του 1941, ο Τίτο προσδιόρισε τη στρατηγική του κόμματος ως εξής: “…η διατήρηση της ειρήνης, η προάσπιση της εθνικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας των λαών της Γιουγκοσλαβίας ενάντια στον πόλεμο και στην οποιαδήποτε σχέση των προαναφερθέντων λαών με τα ιμπεριαλιστικά εμπόλεμα μέρη, επειδή μια προσχώρηση στο πλευρό τους θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της ανεξαρτησίας της χώρας. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος προάσπισης της ανεξαρτησίας είναι η παραμονή της χώρας έξω από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η ενδυνάμωση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ μέσω της σύναψης μιας συμμαχίας αμοιβαίας βοήθειας”.²⁷

Διακατεχόμενο από αυτό το σκεπτικό, το ΚΚΓ περιορίστηκε σε ρόλο απλού θεατή, όταν, στις 27 Μαρτίου 1941, μια ομάδα φιλοδυτικών στρατιωτικών ανέτρεψε την κυβέρνηση Cvetković-Maček, δυο, μόλις, ημέρες έπειτα από την προσχώρηση της τελευταίας στο Τριμερές Σύμφωνο. Το κόμμα δεν είχε την παραμικρή ανάμειξη στην οργάνωση των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων της ημέρας εκείνης ως υποστήριξη του πραξικοπήματος. Όταν, προς το τέλος της ημέρας, ορισμένα στελέχη προσχώρησαν στις κινητοποιήσεις, το μόνο σύνθημα, το οποίο προέβαλαν επιδεικτικά, ήταν εκείνο περί συμμαχίας με την ΕΣΣΔ. Το εντυπωσιακό μέγεθος των κινητοποιήσεων δεν προκάλεσε καμία απολύτως αλλαγή στην όλη στρατηγική του Τίτο. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα, ενημέρωσε την Κομιντέρν πως το ΚΚΓ θα προετοίμαζε τον κόσμο για αντίσταση έναντι μιας ένοπλης γερμανικής ή ιταλικής επίθεσης, αλλά και για μάχη κατά οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, η οποία θα αποσκοπούσε σε παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο στο πλευρό της Μεγ. Βρετανίας. Το ΚΚΓ ήταν υπέρ της καταγγελίας της πράξης προσχώρησης της Γιουγκοσλαβίας στο Τριμερές Σύμφωνο. Από την άλλη πλευρά, όμως, ήλπιζε να δει τη νεοσύστατη κυβέρνηση του στρατηγού Dušan Simović να συνάπτει την πολυπόθητη συμμαχία με την ΕΣΣΔ.²⁸ Όμως, ακόμα και αυτή η μάλλον παθητική θέση του ΚΚΓ θεωρήθηκε άκρως ριψοκίνδυνη από την πλευρά της Κομιντέρν. Ο Γενικός Γραμματέας της τελευταίας, Georgi Dimitrov, εκτιμώντας τα γεγονότα της 27ης Μαρτίου, διέταξε τον Τίτο να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια, καθώς οι συνθήκες ήταν ακατάλληλες. Το ΚΚΓ έπρεπε να περιοριστεί στο να ενημερώνει την εργατική τάξη και το στράτευμα σχετικά με τη στρατηγική του.²⁹

Οι κινητοποιήσεις της 27ης Μαρτίου 1941 στους δρόμους του Βελιγραδίου.

Η εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης έπειτα από το πραξικόπημα ήταν, πλέον, ζήτημα ημερών.  Στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η κυβέρνηση Simović ευθυγραμμίστηκε με το κυριότερο αίτημα του ΚΚΓ, υπογράφοντας στις 5 Απριλίου, στη Μόσχα, ένα Σύμφωνο Φιλίας και μη Επιθέσεως με την ΕΣΣΔ.³º Τελικά, το κόμμα αποδέχτηκε να ανταποκριθούν τα μέλη του στις εκκλήσεις για επιστράτευση, με εξαίρεση εκείνα της Κεντρικής Επιτροπής.³¹ Η γερμανική επίθεση διήρκησε από τις 6 Απριλίου, ημέρα της εκδήλωσής της, έως τις 17 του ιδίου μήνα, οπότε  ο γιουγκοσλαβικός στρατός συνθηκολόγησε. Η χώρα διαμοιράστηκε ανάμεσα στους γείτονές της Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Αλβανία. Οι Ναζί εγκατέστησαν στην Κροατία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ένα γενοκτόνο καθεστώς μαριονέτα υπό τον Ante Pavelić και τους συνοδοιπόρους του Ούστασε (Ustaša), του αυτοαποκαλούμενου Κροατικού Επαναστατικού Κινήματος, δημιουργώντας το ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας. Αυτές ακριβώς οι εξελίξεις απασχόλησαν αποκλειστικά το Politbureau κατά τη συνάντησή του στο Ζάγκρεμπ, τον Μάϊο του ιδίου έτους. Αμέσως μετά, ο Τίτο μετέβη στο Βελιγράδι, όπου ενημέρωσε τη σοβιετική πρεσβεία για τα αποτελέσματα της συνάντησης. Η πρεσβεία της ΕΣΣΔ στη Γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα είχε ξεκινήσει τη λειτουργία της μόλις τον Ιούνιο του 1940, ως επακόλουθο της εξομάλυνσης των διμερών διακρατικών σχέσεων. Οι τελευταίοι Σοβιετικοί διπλωμάτες εγκατέλειψαν το Βελιγράδι ακριβώς ένα χρόνο αργότερα. Τα αποτελέσματα της συνεδρίασης, έτσι τουλάχιστον όπως ο Τίτο τα περιέγραψε, υποτίθεται πως απηχούσαν τη νέα στρατηγική του ΚΚΓ υπό το πρίσμα της ξένης κατοχής. Πρωτίστως τονιζόταν το γεγονός ότι το κόμμα είχε κατορθώσει να διατηρήσει τη συνοχή του και εξακολουθούσε να είναι σε θέση να ασκήσει την επιρροή του στο σύνολο της προπολεμικής επικράτειας. Λίγο πριν την απαρχή του πολέμου, αριθμούσε 8 000 μέλη, ενώ άλλα 30 000 άτομα στελέχωναν την Κομμουνιστική Νεολαία. Άξονας της στρατηγικής των προηγουμένων μηνών ήταν: “O αγώνας ενάντια στις αντιδραστικές κυβερνήσεις, που αρνούνταν την εκχώρηση στο λαό των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ο αγώνας, επίσης, για την εγκαθίδρυση λαϊκής κυβέρνησης, η οποία θα παραχωρούσε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες στους πολίτες της Γιουγκοσλαβίας και θα επανέφερε σε ισχύ δικαιώματα στα καταπιεσμένα έθνη”.³²

Σε άρθρο, το οποίο έγραψε τον Ιούνιο 1941, ο Τίτο υποστήριζε πως στο πέρας της συνεδρίασης του Μαΐου είχε διαγραφεί ομόφωνη διαπίστωση ότι στη χώρα υπήρχε διάχυτη μια “επαναστατική ενέργεια των μαζών”. Η τελευταία είχε προκύψει από: “Ένα βίαιο κατοχικό καθεστώς και τη συνακόλουθη λεηλασία σε βάρος του λαού. Από μια ακόμη πιο βίαιη καταπίεση ορισμένων εθνών και το αναμενόμενο μίσος εναντίον των εμπνευστών της. Από την προδοσία, στην οποία είχαν προβεί οι μέχρι πρότινος αστικοί κυβερνητικοί κύκλοι. Από την αδιαμφισβήτητη εγκληματική εθνική και κοινωνική πολιτική του εκπνεύσαντος καθεστώτος…”.³³

Βομβαρδισμός του Βελιγραδίου από τη γερμανική πολεμική αεροπορία (6 Απριλίου 1941).

Η επίκληση της ανάγκης σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης και η διαπίστωση ύπαρξης επαναστατικής ενέργειας αποκαλύπτουν πως ο Τίτο είχε αρχίσει να μεταστρέφεται προς τη σκέψη ότι η κατοχή μπορούσε να λειτουργήσει ως ιδανική αφορμή αξιοποίησης του ιμπεριαλιστικού πολέμου προς την κατεύθυνση της έκρηξης ενός επαναστατικού κινήματος. Στα τηλεγραφήματα, τα οποία απέστειλε προς τη Μόσχα, απέφυγε σχολαστικά να αναφέρει το παραμικρό σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Αρκέστηκε στο να διαβιβάσει μέσω του Kopinič τη διαβεβαίωση ότι το ΚΚΓ προετοιμαζόταν για ένοπλη δράση σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης σε βάρος της ΕΣΣΔ. Το ίδιο ακριβώς επανέλαβε και προς τον υπάλληλο της σοβιετικής πρεσβείας με τον οποίο συναντήθηκε τον Μάϊο στο Βελιγράδι.³⁴ Το ότι η πατρίδα του τελούσε υπό κατοχή, δεν αρκούσε προκειμένου να αναπτύξει, με δική του πρωτοβουλία, πολεμική δραστηριότητα. Οι οδηγίες, που είχε λάβει τον Μάρτιο από τον Dimitrov δεν άφηναν περιθώριο για παρερμηνείες. Το ΚΚΓ όφειλε να περιοριστεί στην ενημέρωση γύρω από τη στρατηγική του και να εξασφαλίσει για δικό του  λογαριασμό όσο το δυνατόν ευρύτερη επιρροή μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης. Όπως ήταν επόμενο, τα πάντα άλλαξαν μετά τις 22 Ιουνίου 1941 και την εκδήλωση της χιτλερικής εισβολής  κατά της ΕΣΣΔ.

Το ληφθέν αυθημερόν τηλεγράφημα με προέλευση τη Μόσχα, ήταν κρυστάλλινης διαύγειας. Η γερμανική και ιταλική εισβολή δεν ήταν απλώς ένα ράπισμα σε βάρος της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας. Ισοδυναμούσε με επίθεση ενάντια στην ελευθερία και ανεξαρτησία όλων των εθνών. Κατόπιν τούτου, το ΚΚΓ, μιμούμενο το παράδειγμα των άλλων αδελφών κομμάτων, καλείτο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός αυτοδύναμου εθνικού Λαϊκού Μετώπου καθώς και σε εκείνη ενός αντίστοιχου συλλογικού διεθνούς. Μεταξύ άλλων, το τηλεγράφημα προσδιόριζε και τις προτεραιότητες. Στη παρούσα φάση, το ΚΚΓ θα πολεμούσε για την αποτίναξη του κατοχικού ζυγού και όχι για μια σοσιαλιστική επανάσταση.³⁵ Ακολουθούσε η ανάλυση της επονομαζόμενης “Θεωρίας των δυο φάσεων”. Σε ένα πρώτο στάδιο προείχε η δημιουργία ενός Λαϊκού Μετώπου εκ των άνω, και μόνο όταν οι συνθήκες ήταν ώριμες, το ΚΚΓ θα αναλάμβανε δράση για κοινωνική επανάσταση. Η ΕΣΣΔ είχε άμεση ανάγκη από μια ευρεία συμμαχία με τη Μεγ. Βρετανία, ενδεχομένως και με τις ΗΠΑ, για την επιβίωσή της. Έκρηξη κοινωνικών επαναστάσεων μέσα στη συγκεκριμένη συγκυρία θα καθιστούσαν τη συμμαχία αυτή αδύνατη. Επομένως, το ΚΚΓ, όπως και τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα και οι υπηρεσίες της Κομιντέρν καλούνταν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη συγκρότηση ενός ευρέως  Λαϊκού Μετώπου, ικανού να αντισταθεί και να αντιπαρατεθεί με τη Γερμανία του Hitler. Την 1η Ιουλίου, η Μόσχα επανέλαβε τις οδηγίες προς τον Τίτο διατάσσοντάς τον να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία μονάδων παρτιζάνων με αποστολή τον αγώνα κατά του κατακτητή.³⁶

[Συνεχίζεται]

Josip Broz Tito: Rebel Communist and Yugoslav Hero


 

Ο Vojislav Pavlović είναι Διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο “Stalinism without Stalin. The Soviet Origins of Tito’s Yougoslavia, 1937-1948” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο (Επιμ.  Vojislav Pavlović), The Balkans in the Cold War, Institute for Balkan Studies of the Serbian Academy of Sciences and Arts, Special Editions 116, Belgrade, 2011, σσ. 11-42.

¹ Πρόκειται για την επίσημη ονομασία του ΚΚΣΕ μεταξύ των ετών 1925 και 1952 (ρωσ. Всесоюзная коммунистическая партия (большевиков)).

² Βλ. σχετικά, Leonid Gibianskii,“Soviet-Yugoslav Relations, the Cominform and Balkan Communist Parties: Documentary sources and some aspects of its research” στο (επιμ.  Vojislav Pavlović) The Balkans in the Cold War (Belgrade: Institute for Balkan Studies ot the Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011).

³ Η εκδοχή αυτή είχε υιοθετηθεί από την Κομιντέρν κατά τη διάρκεια των σταλικινών εκκαθαρίσεων στη Μόσχα.

⁴  Πρόκειται για τη νέα ονομασία μεταξύ των ετών 1952 και 1991.

Jugoslovensko-sovjetski odnosi 1945-1956 (Belgrade: Ministry of Foreign Affairs of Serbia, 2010), 917.

⁶ Οι βιογραφίες του Τίτο είναι αναρίθμητες. Η αγιογραφική προσέγγιση του Vladimir Dedijer, Tito (New York: Simon and Schuster, 1953) αντανακλά την επίσημη προπαγάνδα του ΚΚΓ. Από την άλλη πλευρά, η μαρτυρία του πάλαι ποτέ στενού του συνεργάτη του  Milovan Djilas, Tito: the story from inside (New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1980) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο πόλεμος της πρώην Γιουγκοσλαβίας προκάλεσε νέο γύρο ενδιαφέροντος ως προς την προσωπική ιστορία του Τίτο: Stevan K. Pavlowitch, Tito-Yugoslavia’s great dictator: a reassessment (Columbus: Ohio State University Press, 1992), Jasper Ridley, Tito (London: Constable, 1994), Richard West, Tito and the rise and fall of Yugoslavia (New York: Caroll & Graff Publishers, 1994).  Διάφορες βιογραφίες του Τίτο κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα: Geoffrey Swain, Tito: a biography (London, New York: I.B. Tauris, 2011), Pero Simić, Tito: fenomen 20. veka (Beograd: Službeni glasnik, 2011), Jože Pirjevec: Tito in tovariši (Ljubljana: Mladinska knjiga, 2011).

⁷ Branislav Gligorijević, Kominterna i jugoslovensko pitanje (Belgrade: Institut za savremenu istoriju, 1992), 252-253.

⁸ Josip Broz Tito, Sabrana djela, vol. III, (Belgrade: Komunist, 1983), 40 , Broz προς Gržetić, Βιέννη, 5 Νοεμβρίου 1936.

⁹ Tito, Sabrana djela, Vol. IV, 173-174.

¹º Aρχεία Γιουγκοσλαβίας, (στο εξής AJ), 837, IV-5-a, Φακ. 43, Συνέντευξη Τίτο, 29 Δεκεμβρίου 1979. 

¹¹ Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας (RGASPI), Φακ. 495, 11, έγγραφο 368, 60-65.

¹² Tito, Sabrana djela, vol. V, 56-60, “Radnom Narodu Jugoslavije”, Proleter, 3-4, 1940.

¹³ Ibid., 64-66.

¹⁴ Ibid., 69-71.

¹⁵ Ibid., 80-84.

¹⁶ Ibid., 90-96.

¹⁷ Ibid., 108-110.

¹⁸ Ibid., 119,120.

¹⁹ Ubavka Vujošević, “Prepiska (radiogrami) CK KPJ – IK KI”, Vojnoistorijski glasnik, XLIII, 1-3, 1992, 323.\

²º Tito, Sabrana djela, vol.VI, 20, 21.

²¹ Vujošević, “Prepiska”, 324.

²² Tito, Sabrana djela, vol. VI, 202-204.

²³ Ibid.

²⁴ Ibid.

² Vujošević, “Prepiska”, 291.

²⁶ Vjenceslav Cenčić, Enigma Kopinič, vol. I (Belgrade: Rad, 1983), 128-130.

² Tito, Sabrana djela, vol. VI, 207.

² Vujošević, “Prepiska”, 300.

²Tito, Sabrana djela, vol. VI, 215.

³º Odnosi Jugoslavije i Rusije (SSSR) 1940-1945 (Belgrade: Savezno Ministarstvo za inostrane poslove, 1996), 45-46.

³¹ Vujošević, “Prepiska”, 302.

³² Tito, Sabrana djela, vol. VII, 18-25.

³³ Ibid., 39.

³⁴ Vujošević, “Prepiska”, 305.

³⁵ Reneo Lukić, Les relations soviéto-yugoslaves de 1935 à 1945 (Bern : Peter Lang, 1996), 76.

³⁶ Vujošević, “Prepiska”, 302.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Σωτήρης Ριζάς: Το Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Σωτήρης Ριζάς

Το  Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Οπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πολιτικών ανοιγμάτων εκ μέρους αυταρχικών καθεστώτων, το εγχείρημα του Γεωργίου Παπαδόπουλου το 1973 προκάλεσε αμφίπλευρες πιέσεις τόσο από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπαρκές όσο και από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπιθύμητο και επικίνδυνο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκε η μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και οι φοιτητές που θα καταλάμβαναν το Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο του 1973. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκε μεγάλη μερίδα του στρατού, η οποία και θα προχωρούσε στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973. Κύριος εκφραστής της δυσαρέσκειας του στρατού ήταν ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Ανήκε στον στενό κύκλο των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και ήταν ο μόνος από την ηγετική ομάδα που δεν ανέλαβε οποιοδήποτε κυβερνητικό αξίωμα. Σταδιακά, θα εξελισσόταν επίσης στον μόνο από την ηγετική ομάδα που ήταν σε θέση να βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους αξιωματικούς και να αντιλαμβάνεται τις ροπές και τη δυσαρέσκεια που αναπτυσσόταν εντός του σώματος των αξιωματικών.

Ρήξεις στην ομάδα των δικτατόρων

Μια πρώτη ρήξη στο εσωτερικό των υποστηρικτών του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν απότοκος της κρίσης της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1967. Η κρίση είχε ξεκινήσει με μια επίδειξη δύναμης της Εθνικής Φρουράς υπό τον στρατηγό Γρίβα στον τουρκοκυπριακό θύλακο Αγίων Θεοδώρων-Κοφίνου και είχε λήξει με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από τη Μεγαλόνησο ύστερα από τουρκικό τελεσίγραφο και άσκηση πίεσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.

Ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτρης Ιωαννίδης (εδώ με τον «πρωθυπουργό» του Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο) βγαίνει στο προσκήνιο μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ανατρέποντας τον Γ. Παπαδόπουλο.

Στο σκεπτικό του Παπαδόπουλου και της ηγετικής ομάδας της χούντας είχε βαρύνει το κόστος για το στρατιωτικό καθεστώς σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής με την Τουρκία. Αντίθετα, για τους νεότερους αξιωματικούς και τον Ιωαννίδη, που αποτελούσαν τον κορμό των υποστηρικτών του καθεστώτος, η υποχώρηση της Αθήνας ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική πλευρά έπρεπε να ακολουθήσει πολιτική πυγμής έως το τέλος της κρίσης και έτσι να υποχρεώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παρέμβαση προς την Αγκυρα, καθώς σύμφωνα με την ανάλυση αυτής της μερίδας, ο αμερικανικός παράγων θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση που θα είχε διαλυτικές συνέπειες για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Επρόκειτο για την κατευθυντήρια γραμμή που θα οδηγούσε τον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του στο πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974. Τον Δεκέμβριο του 1967, όμως, δεν υπήρχε περιθώριο γι’ αυτή την πολυάριθμη ομάδα ώστε να επιβάλει τις αντιλήψεις της, καθώς πολύ σύντομα θα εκδηλωνόταν το βασιλικό αντικίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967. Ενώπιον του κοινού κινδύνου το ζήτημα παραμερίστηκε και όλες οι ομάδες που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου κινήθηκαν και πάλι για να τον αντιμετωπίσουν. Η αποτυχία της κίνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου εδραίωσε την εξουσία του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, αλλά σταδιακά θα δημιουργούσε το έδαφος της αποξένωσής του από μια κρίσιμη μάζα αξιωματικών. Το φθινόπωρο του 1970 ο Παπαδόπουλος ήλθε σε ρήξη με τον παλαιό συνεργάτη του Νικόλαο Μακαρέζο και άλλους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Διατηρήθηκε στη θέση του λόγω και της συνδρομής του Ιωαννίδη. Αυτός θα κατόρθωνε σταδιακά να αποκτήσει ευρεία υποστήριξη, καθώς έλεγχε το γραφείο προσωπικού του Αρχηγείου Στρατού και ήταν διοικητής της πανίσχυρης Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ).

 Δυσαρέσκεια στους αξιωματικούς του στρατού

Γενικότερα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 και, εν συνεχεία, η δικτατορία είχαν διαλυτική επίδραση στη δομή και τη λειτουργικότητα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Το νέο καθεστώς απομάκρυνε μεγάλο αριθμό βασιλοφρόνων ή εν πάση περιπτώσει νομιμοφρόνων αξιωματικών αλλά, παρά ταύτα, απέτυχε να αποκαταστήσει μια ομαλώς λειτουργούσα ιεραρχία όπως συνέβη στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα του 1960.

Στο πλαίσιο του καθεστώτος αποκτούσαν μεγάλη σημασία ανεπίσημα δίκτυα και ο υποκειμενικός έλεγχος που μπορούσαν να ασκήσουν διάφοροι παράγοντες.

Υπερσυγκέντρωση εξουσίας

Από αυτό το αδιαφανές πλέγμα θα επωφελείτο ο Ιωαννίδης όταν θα διαμορφώνονταν οι κατάλληλες συνθήκες. Παρά συνεπώς τη φαινομενική υπερσυγκέντρωση της εξουσίας εκ μέρους του Παπαδόπουλου η δυσαρέσκεια μεταξύ των αξιωματικών αυξανόταν και ο έλεγχος που ασκούσε στον στρατό ανεπαίσθητα μειωνόταν. Μια μεγάλη μερίδα επικαλείτο τον «επαγγελματισμό» της προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε είδος δράσης, μια άλλη όμως, μικρών και μέσων βαθμών, εξέφραζε την αποξένωσή της η οποία προέκυπτε από την ανεπιτυχή, όπως τους φαινόταν, διαχείριση του Κυπριακού, τη νομή της εξουσίας, που συνυφαινόταν πια με πραγματικές ή υποθετικές περιπτώσεις διαφθοράς των ιθυνόντων του στρατιωτικού καθεστώτος, και τη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος ήταν πρωθυπουργός από τον Δεκέμβριο του 1967, από τον Μάρτιο του 1972 αντιβασιλέας και ταυτόχρονα επικεφαλής πέντε υπουργείων.

Τα τανκς στους δρόμους την επομένη της σφαγής στο Πολυτεχνείο.

Από πολιτικής απόψεως η κριτική που του ασκείτο ήταν μάλλον αντιφατική. Αλλοτε επικρινόταν γιατί δεν επιχείρησε τη μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία με πρότυπο την Τουρκία και άλλοτε ότι η διακυβέρνησή του ήταν λιγότερο αυταρχική από όσο επέβαλε η αντίθεση της προδικτατορικής πολιτικής τάξης στο στρατιωτικό καθεστώς.

 Ο Γ. Παπαδόπουλος χάνει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων

Η ανοδική τάση των τιμών προς το τέλος του 1972 και τις αρχές του 1973, η τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο από το τέλος του 1972 και η κατάληψη της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 υπογράμμιζαν ένα γενικότερο αίσθημα πολιτικού αδιεξόδου. Η εξάρθρωση του κινήματος του Ναυτικού τον Μάιο του 1973 αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την εκδήλωση της δυσαρέσκειας των αξιωματικών. Στη βάση της βρισκόταν ένα αίσθημα αποτυχίας. Η πολιτικοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος μέσω της ανάθεσης σχηματισμού νέας κυβέρνησης σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του παλαιού πολιτικού κόσμου όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον Οκτώβριο του 1973, σήμαινε για τη μερίδα των δυσαρεστημένων στρατιωτικών ομολογία αποτυχίας της 21ης Απριλίου 1967. Το καθεστώς προφανώς και δεν είχε διαμορφώσει ένα νέο σώμα πολιτικών και κατέφευγε στη «χρεοκοπημένη» πολιτική τάξη την οποία είχε παραμερίσει.

Πέραν αυτού, η αυθαίρετη αναγόρευση του Παπαδόπουλου σε πρόεδρο της Δημοκρατίας προσέδιδε στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης έναν έντονο προσωπικό χαρακτήρα, ο οποίος πλέον απωθούσε έντονα μια μεγάλη μερίδα αξιωματικών, ευρύτερη της ομάδας που υποστήριζε τον Ιωαννίδη. Υπήρχαν ακόμα ενδοστρατιωτικοί ανταγωνισμοί που ευνοούσαν περαιτέρω απομόνωση του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος είχε συνείδηση της αυξανόμενης απομόνωσης και αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της νομιμοποίησής του εντός του στρατού. Ετσι, πέραν των ασυμβίβαστων με κοινοβουλευτικό σύστημα προεδρικών εξουσιών, είχε προβλέψει –επίσης ασυνήθιστα για κοινοβουλευτικό σύστημα– τη δημιουργία θέσης αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, την οποία προόρισε για τον στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή, αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων από το 1968 έως το 1973. Αν και δεν έλεγχε τον μηχανισμό και τα δίκτυα εντός των ενόπλων δυνάμεων, ο Αγγελής θεωρείτο επαγγελματικώς καταρτισμένος και διέθετε κύρος. Για τον λόγο αυτό είχε επιδιώξει ο Παπαδόπουλος τη συνεργασία του στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης.

26.11.1973. Συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου παρουσία του Φ. Γκιζίκη. Δεξιά του, ο «πρωθυπουργός» Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος.

Η αποχώρηση του στρατηγού Αγγελή από την υπηρεσία δεν ήταν άμοιρη συνεπειών για τις ενδοστρατιωτικές ισορροπίες. Ο νέος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος θα επεδίωκε να ασκήσει πραγματικό έλεγχο και προκάλεσε την αποξένωση ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι, αν και δεν διέθεταν αξιόλογη ισχύ, ήταν αναγκαίοι στην ομάδα Ιωαννίδη ως επικεφαλής της επίσημης ιεραρχίας του νέου στρατιωτικού καθεστώτος. Μεταξύ αυτών ήταν ο αντιστράτηγος Γκιζίκης, διοικητής της Στρατιάς, ο αντιστράτηγος Μπονάνος, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, και ο αντιστράτηγος Γαλατσάνος, αξιωματικός των τεθωρακισμένων. Θα συνεργάζονταν ακόμα αξιωματικοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας, κλάδων που ήταν παραμερισμένοι από το σύστημα εξουσίας του στρατιωτικού καθεστώτος. Ο υποναύαρχος Αραπάκης και ο υποπτέραρχος Παπανικολάου θα έπαιζαν ρόλο στο νέο στρατιωτικό καθεστώς αλλά και στις διεργασίες που οδήγησαν στη Μεταπολίτευση.

Το κρίσιμο σημείο που εξασφάλισε ευρύτατη υποστήριξη για τον Ιωαννίδη μεταξύ των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, καθώς αποτελούσε επιβεβαίωση των φόβων ότι η πολιτικοποίηση δεν σήμαινε μόνο επάνοδο των παλαιών πολιτικών και των «χρεοκοπημένων» μεθόδων τους, αλλά και κίνδυνο αποσταθεροποίησης του κοινωνικού καθεστώτος και επικράτησης «αναρχίας». Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου διευκόλυνε ή δυσχέρανε το εγχείρημα του Ιωαννίδη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της εκτέλεσης του πραξικοπήματος στις 25 Νοεμβρίου και η άμεση εξουδετέρωση του Παπαδόπουλου έδειχναν όχι μόνο την επιχειρησιακή αρτιότητα, αλλά και την έκταση της απομόνωσης του άλλοτε ισχυρού δικτάτορα. Σαφέστατο επίσης θα γινόταν τις επόμενες ημέρες ότι, παρά τις προσδοκίες, η νέα κατάσταση πραγμάτων συνιστούσε υποτροπή της δικτατορίας και όχι διέξοδο προς τη δημοκρατία.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγή: Καθημερινή, έντυπη έκδοση

 

Γιάννης Γκλαβίνας – Ελένη Θεοδωροπούλου: Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Γιάννης Γκλαβίνας – Ελένη Θεοδωροπούλου

Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Ο Ιωάννης Μεταξάς είναι αναμφισβήτητα από τις προσωπικότητες εκείνες που διαμόρφωσαν με τη στάση τους και τις επιλογές τους την ελληνική ιστορία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Από τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Εθνικό Διχασμό, τις πολιτικές διαμάχες βασιλοφρόνων και οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας, τα στρατιωτικά κινήματα του Μεσοπολέμου έως την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, ο Μεταξάς άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του. Η προσωπικότητα και η πολιτεία του, στη σφαίρα, κυρίως, της δημόσιας ιστορίας, προκαλεί έντονες διαφωνίες, που σχετίζονται με την χρήση της ιστορίας για ιδεολογικούς ή πολιτικούς λόγους. Στον αντίποδα των διθυραμβικών κρίσεων για το πρόσωπο του Μεταξά που επικεντρώνονται στην περίοδο του 1936-1941 και κυρίως στην επιτυχή πολεμική προετοιμασία της χώρας, το «όχι» στο ιταλικό τελεσίγραφο και σε κάποια φιλολαϊκά μέτρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, λησμονώντας το ρόλο του στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού και το γεγονός ότι ήταν επικεφαλής ενός δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και των αφοριστικών ταυτίσεων της δικτατορίας του με τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία που παραγνωρίζουν τον ατελή φασισμό του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και τις διαφορές με την Ιταλία του Μουσολίνι και τη Γερμανία του Χίτλερ, για να μελετήσει κανείς την προσωπικότητα του Μεταξά, την ιδεολογική του συγκρότηση και τις πολιτικές του επιλογές, θα πρέπει να ανατρέξει στα έγγραφα του προσωπικού του αρχείου, αλλά και στους τίτλους των βιβλίων της προσωπικής του βιβλιοθήκης.

Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά φυλάσσεται στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Το δώρισαν τμηματικά το 1953, 1961 και το 1971 η χήρα του Ιωάννη Μεταξά, Λέλα και η κόρη του, Λουκία. Το αρχείο αποτελείται από 130 φακέλους, ενώ η ταξινόμησή του και η σύνταξη του καταλόγου, που το συνοδεύει, έγινε από την Λουκία Μεταξά. Χρονικά καλύπτει την περίοδο 1834 – 1977, με τον κύριο όγκο του υλικού να αφορά την περίοδο 1893-1941. Είναι προφανές, ότι το αρχείο περιλαμβάνει υλικό πριν από τη γέννηση του Μεταξά το 1871 στην Ιθάκη και μετά τον θάνατό του το 1941, υλικό που σχετίζεται με τους γονείς και προγόνους του Μεταξά και με έγγραφα που συνέταξαν μετά το 1941 η σύζυγος του Λέλα και η κόρη του Λουκία. Η βιβλιοθήκη του Μεταξά, που αποτελείται από περίπου 2.500 βιβλία, δωρίστηκε το 1945 από τη σύζυγο και τις κόρες του στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, με την αλληλογραφία της δωρεάς, το πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής και τον κατάλογο των 2.500 βιβλίων να βρίσκεται και στο αρχείο Μεταξά στα ΓΑΚ. Μια ανάγνωση των τίτλων των βιβλίων αποκαλύπτει την ευρύτητα του πνεύματος του ανθρώπου, την βαθιά του μόρφωση και τις λογοτεχνικές του ανησυχίες. Οι ανησυχίες αυτές αποτυπώνονται και στο αρχείο, αφού υπάρχουν φάκελοι με το σενάριο μιας κωμωδίας με τον τίτλο «24 ώρες αργοπορία» υπογεγραμμένο από τον Μεταξά και σκίτσα του ίδιου, που απεικονίζουν τοπία με τα περισσότερα να έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εξορίας του στην Κορσική και την Ιταλία, την τριετία 1917-1920.

Η έδρα της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους στο Παλαιό Ψυχικό.

Επιστρέφοντας στο αρχείο Μεταξά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για ένα ιδιωτικό αρχείο και όχι για κάποιο υπηρεσιακό αρχείο, που παρήχθη από κάποια γραμματεία υπουργείου ή από το πολιτικό γραφείο του πρωθυπουργού. Συνεπώς, αποτελείται ως επί το πλείστον από ιδιωτική αλληλογραφία με μέλη της οικογενείας του και φίλους ή πολιτικούς συνοδοιπόρους, ενώ τα υπηρεσιακά έγγραφα και υπομνήματα υπουργείων και υπηρεσιακών παραγόντων είναι εμφανώς λιγότερα, με αρκετά από αυτά υπό μορφή αντιγράφων. Στο πλαίσιο αυτό, διασώζεται αλληλογραφία του Μεταξά με τη σύζυγο του Λέλα και τις κόρες του Λουκία (Λουλού) και Ιωάννα (Νανά), επιστολές από συγγενείς της Λέλας Μεταξά το γένος Χατζηιωάννου, από άλλους συγγενείς και επιστολικά δελτάρια φίλων, με το μεγαλύτερο μέρος του παραπάνω υλικού να αφορά ζητήματα οικογενειακών υποθέσεων και κοινωνικών συναναστροφών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν τα σχόλια για τα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας ή τις εξελίξεις σε πολεμικά μέτωπα και τη διεθνή διπλωματική κονίστρα. Διασώζονται ακόμη και τεκμήρια, τα οποία αφορούν τον πατέρα του Μεταξά και τους προγόνους τους, όπως η απονομή του Αργυρού Σταυρού των Ιπποτών από τον βασιλιά Όθωνα στο Ιωάννη Νικολάου Μεταξά και απόφαση του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων για απονομή του τίτλου του κόμη στην οικογένεια Μεταξά. Ως ιδιωτικό αρχείο, το αρχείο Μεταξά, διασώζει το περίφημο ημερολόγιο του Μεταξά, καθώς και πλήθος από ατζέντες και σημειωματάρια όπου ο ίδιος κατέγραφε διάφορες σκέψεις του. Το ημερολόγιο του Μεταξά αποτυπώνει εύγλωττα τον χαρακτήρα και τις εμμονές του – για παράδειγμα σχετικά με το ύψος του – το παρασκήνιο των πολιτικών του επιλογών, τους φόβους και τις προσδοκίες του.

Ι. Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο.

Στην παρούσα σύντομη παρουσίαση του αρχείου δεν θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο ημερολόγιο και τις ατζέντες με τις σκέψεις του Μεταξά που, άλλωστε, έχουν εκδοθεί, αλλά θα δοθεί έμφαση στο όχι και τόσο γνωστό υλικό του αρχείου. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα πρωτότυπα ημερολόγια με το μικρό τους μέγεθος, τον γραφικό χαρακτήρα και τις σημειώσεις περιθωρίου δίνουν πρόσθετες πληροφορίες για την ιδιοσυγκρασία του Μεταξά. Ειδικότερα, θα γίνει προσπάθεια να παρουσιαστεί το υλικό του αρχείου με γνώμονα τους σταθμούς του στρατιωτικού και πολιτικού βίου του Ιωάννη Μεταξά, χωρίς να θίγονται ζητήματα της οικογενειακής του ζωής. Ας επισημανθεί ότι η ταξινόμηση του αρχείου δεν έχει πάντα διακριτές θεματικές ή χρονολογικές ενότητες, ζήτημα που θα επιλυθεί από την αναλυτικότερη περιγραφή του περιεχομένου του αρχείου, η οποία σύντομα ολοκληρώνεται.

Για την περίοδο της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του Μεταξά, από την είσοδο του στη Σχολή Ευελπίδων το 1885 μέχρι την ανάληψη της αρχηγίας του Γενικού Επιτελείου (Επιτελική Υπηρεσία Στρατού) τον Φεβρουάριο του 1915, το αρχείο περιλαμβάνει διάσπαρτα τεκμήρια. Για την εποχή των σπουδών στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου το διάστημα 1899-1902, υπάρχει φάκελος με εργασίες, επιτελικούς χάρτες και σημειώσεις, όλα στα γερμανικά, που σχετίζονται με τη φοίτησή του στην Ακαδημία. Παράλληλα, σε φάκελο με διάφορα πιστοποιητικά του στρατιωτικού και πολιτικού του βίου, διασώζονται πιστοποιητικά βαθμολογίας, φύλλα χαρακτηρισμού και εκθέσεις υπηρεσίας, τα οποία εκδόθηκαν από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου. Σε άλλο φάκελο υπάρχουν οι χειρόγραφες σημειώσεις του Μεταξά με ημερολογιακή καταγραφή των μαθημάτων στρατιωτικής τακτικής και ιστορίας που παρέδιδε ο ίδιος την περίοδο 1907-1909 στον μετέπειτα βασιλιά Γεώργιο Β΄, στο πλαίσιο της στρατιωτικής εκπαίδευσης του τελευταίου. Για την περίοδο της θητείας του στο Επιτελείο και τη σημαντική συμβολή του στις επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, ιδίως της κατάληψης του φρουρίου του Μπιζανίου στα Ιωάννινα, αλλά και τις διαπραγματεύσεις που ανέλαβε για τη σύναψη συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του Βενιζέλου, όπως επίσης και πριν από την έκρηξη του πολέμου για τη σύναψη στρατιωτικής συμμαχίας με τη Βουλγαρία, το αρχείο δεν διαθέτει κάποιες μεγάλες ενότητες, παρά μόνο διάσπαρτα τεκμήρια. Μεταξύ άλλων, διατηρείται, έγγραφο του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ για τον διορισμό του Μεταξά ως πληρεξούσιου για τις διαπραγματεύσεις υπογραφής συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1912, έγγραφο του Βενιζέλου για την άμεση επιστροφή του Μεταξά από το Λονδίνο στο Επιτελείο του Στρατού Μακεδονίας και Ηπείρου, σχετικά τηλεγραφήματα του αρχηγού του Επιτελείου Δούσμανη, χάρτες που μελέτησε ο Μεταξάς για να σχεδιάσει την επιχείρηση κατάληψης του Μπιζανίου το 1913 καθώς και το Βασιλικό Διάταγμα απονομής στον Μεταξά του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος τον Οκτώβριο του 1913. Από τη θητεία στο Επιτελείο υπάρχουν στο αρχείο διάφορα υπομνήματα και εκθέσεις που ο ίδιος υπέβαλε στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο ή στον αρχηγό του Επιτελείου, στρατηγό Βίκτωρα Δούσμανη, όπως, για παράδειγμα, υπόμνημα για τη λειτουργία της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής μετά το πέρας των Πολέμων, σχέδια για την προοπτική ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, για την κατάληψη των Δαρδανελίων από τον ελληνικό στρατό, για τη στάση της Ελλάδας σε ενδεχόμενο εξόδου της Βουλγαρίας από την ουδετερότητα και επίθεσης κατά της Σερβίας, για τη συνδρομή της Ελλάδας στη Σερβία μετά την αυστριακή επίθεση, αλλά και καταγραφή της συνομιλίας Μεταξά – Βενιζέλου τον Ιούλιο του 1914 για τη θέση της Ελλάδας έπειτα την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την πρόβλεψη του τελικού νικητή της αναμέτρησης (Μέταξας και Δούσμανης υπογράμμιζαν τη στρατιωτική υπεροχή της Γερμανίας).

Η πολιορκία των Ιωαννίνων (1913). Ο Κωνσταντίνος διακρίνεται με τα στελέχη του Γενικού Επιτελείου. Ο Μεταξάς εικονίζεται δεύτερος από αριστερά.

Για τον κομβικό ρόλο του Μεταξά στον Εθνικό Διχασμό και στη σύγκρουση Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου, εκτός από τις ημερολογιακές καταγραφές, το αρχείο περιλαμβάνει το σχέδιο του διαβόητου υπομνήματος για τη μη συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό των συμμάχων της Αντάντ στην επιχείρηση κατάληψης των Δαρδανελλίων, το οποίο υπέβαλε στον πρωθυπουργό Βενιζέλο τον Φεβρουάριο του 1915 με την ιδιότητα του αρχηγού του Επιτελείου, καθώς και το σχέδιο της επιστολής παραίτησης και αποστρατείας του Μεταξά, ενέργεια που αντέστρεψε την αρχική συναίνεση του Κωνσταντίνου στην πρόταση του Βενιζέλου να συμμετάσχει η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπράττοντας με τις δυνάμεις της Αντάντ. Για την ίδια κρίσιμη για τον Εθνικό Διχασμό περίοδο των αρχών του 1915, το αρχείο περιλαμβάνει καταγραφές συνομιλιών του Μεταξά με τον Βενιζέλο τον Ιανουάριο του ιδίου έτους και σχέδια επιστολών του προς τον πρωθυπουργό Γούναρη σχετικά με τις διαφορετικές απόψεις του Επιτελείου ως προς τη συμμετοχή της Ελλάδας σε εκστρατεία στη Μικρά Ασία πριν από τον Φεβρουάριο του 1915. Συμπεριλαμβάνονται, επίσης, υπομνήματα και καταγραφές συνομιλιών του Μεταξά με τον βασιλιά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο σχετικά με το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την ουδετερότητα. Είναι άλλωστε γνωστό, ότι ο Μεταξάς, μαζί με τον Στρέιτ και τη βασίλισσα Σοφία, ήταν εκείνοι που επηρέαζαν περισσότερο τον Κωνσταντίνο. Τα επιτελικά σχέδια του Μεταξά για την στρατιωτική κατάσταση στο Βαλκανικό Μέτωπο και τη στάση της Ελλάδας συνεχίζονται μετά την επάνοδό του στο Επιτελείο τον Οκτώβριο του 1915. Υφίσταται, για παράδειγμα, επιτελικό σχέδιο του Μεταξά για τη διάταξη του ελληνικού στρατού που θα έμενε αδρανής σε περίπτωση που οι Γερμανοί και οι σύμμαχοι τους επιχειρούσαν εισβολή εντός της ελληνικής επικράτειας, προκειμένου να εκδιώξουν τους Αγγλογάλλους.

Για την περίοδο από τη δημιουργία των Συνδέσμων Επιστράτων, την κήρυξη του κινήματος της Εθνικής Αμύνης, των «Νοεμβριανών» και την εκδίωξη του βασιλιά Κωνσταντίνου από τον συνασπισμό της Αντάντ, το αρχείο διασώζει ελάχιστα τεκμήρια. Χαρακτηριστικά, στην αλληλογραφία με τη σύζυγό του Λέλα, στην επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 1920 από το Αργοστόλι, ο Μεταξάς γράφει για τους Επίστρατους «…Ιδίως η κύρια ζύμη του [του ελληνικού λαού], θαυμάσια ζύμη είναι οι επίστρατοι. Και θα είναι αιωνία δόξα μου η οργάνωσίς των». Ενδεικτικό παράδειγμα ότι στην αλληλογραφία του Μεταξά με την οικογένειά του παρεισφρέουν και ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, υπάρχει πληθώρα τεκμήριων στο αρχείο για την περίοδο 1917-1920, όταν ο Μεταξάς εξορίστηκε στην Κορσική, παίρνοντας μαζί του και την οικογένειά του, προτού διαφύγει, τον Δεκέμβριο του 1918, στην Ιταλία (Κάλιαρι αρχικά και κατόπιν Σιένα και Φλωρεντία).

Οι Έλληνες εξόριστοι της Κορσικής στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν στο Αιάκειο (1917).

Για το παραπάνω χρονικό διάστημα υπάρχει στο αρχείο το αλφαβητάριο που δημιούργησε ο Μεταξάς στο Αιάκειο της Κορσικής για να διδάξει ελληνικά στα παιδιά του, ημερολόγιο της Λέλας Μεταξά με καταγραφές από τον βίο της οικογένειάς της την περίοδο της εξορίας καθώς και φάκελος που περιλαμβάνει επιστολές, αντίγραφα ή σχέδια επιστολών του Μεταξά, της Λέλας Μεταξά και του Γεωργίου Πεσμαζόγλου, ανάμεσα στα οποία και κάποια προς τον Γάλλο πρωθυπουργό Κλεμανσώ, τον πρωθυπουργό της Ιταλίας Ορλάντο και τον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών Τιττόνι. Αφορούν, κυρίως, στην απόδρασή τους από την Κορσική στην Ιταλία και την εκεί μετάβαση των συζύγων τους καθώς και στη στάση της γαλλικής, ιταλικής και ελληνικής κυβέρνησης έναντι των εξορίστων. Για την ίδια, πάντοτε, περίοδο, διασώζεται και αλληλογραφία του Μεταξά με τη βασίλισσα Σοφία. Αμφότεροι εκφράζουν, μέσα σε αυτήν, τη δυσφορία και την απορία τους για την ήττα της Γερμανίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικότερα η Σοφία σημειώνει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε παραφροσύνη που μεταδόθηκε από τους μπολσεβίκους, ενώ ο Μεταξάς προβλέπει ότι ο Βενιζέλος δεν θα προβεί σε εκλογές, προκειμένου να μην εκφραστεί η λαϊκή θέληση εναντίον της «βενιζελικής τυραννίας». Η φιλία με τη βασίλισσα Σοφία και η προσήλωση του Μεταξά στον θεσμό της βασιλείας αποτυπώνεται και από τους φακέλους του αρχείου, που περιλαμβάνουν τις συνεντεύξεις, τις οποίες έλαβε ο δημοσιογράφος Σπυρίδων Μινώτος από διάφορα άτομα, με σκοπό να αναδείξει την προσωπικότητα και τη δράση της βασίλισσας Σοφίας.

Με την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου τον επόμενο μήνα, ο Μεταξάς επιστρέφει στην Ελλάδα, επισκεπτόμενος Αθήνα και Κεφαλονιά. Το θριαμβευτικό κλίμα της επιστροφής από την εξορία, ο Μεταξάς το αποτυπώνει στην αλληλογραφία με τη σύζυγό του, που παρέμενε ακόμη στη Φλωρεντία. Στο αρχείο περιλαμβάνεται και η καταγραφή από τον Μεταξά της συνομιλίας του τον Μάρτιο του 1921 με τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη, τον υπουργό Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκη, τον υπουργό Στρατιωτικών Θεοτόκη και τον συμφοιτητή του στο Βερολίνο συνταγματάρχη Αθανάσιο Εξαδάκτυλο, όταν του προτάθηκε να επανέλθει στο Επιτελείο ή να αναλάβει τη γενική διοίκηση του στρατού στη Μικρά Ασία. Ο Μεταξάς αρνήθηκε εμμένοντας στις απόψεις του 1915 ότι δεν είναι δυνατόν να κερδηθεί ο πόλεμος, χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, τη Μικρασιατική Εκστρατεία κατακτητική πολιτική. Για την ίδια περίοδο, το αρχείο διασώζει και τη γνωστή επιστολή του αδερφού του βασιλιά Κωνσταντίνου, πρίγκιπα Ανδρέα, που στέλνει από τη Σμύρνη στον Μεταξά, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «Γιαννάκη», όπου συμπυκνώνεται η απέχθεια και το μίσος των αντιβενιζελικών προς τον μικρασιατικό Ελληνισμό σημειώνοντας ότι λόγω των βενιζελικών τους φρονημάτων «Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους». Τις πληροφορίες για την κρίσιμη κατάσταση του στρατεύματος στη Μικρά Ασία και για το γεγονός ότι επίκειτο τουρκική επίθεση την οποία θα ήταν αδύνατον να αποκρούσουν οι ελληνικές δυνάμεις, που πληροφορείται ο Μεταξάς από τον πρίγκιπα Ανδρέα, τις διαβιβάζει με επιστολή του τον Δεκέμβριο του 1921 στον πρωθυπουργό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη.

Από την άνοιξη του 1921, ο Μεταξάς αρχίζει επαφές για την ίδρυση πολιτικής κίνησης που το φθινόπωρο του 1922 έλαβε το όνομα Κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Ένα κόμμα βασιλοφρόνων και αντιβενιζελικών, εναλλακτική πρόταση σε σχέση με τα χρεοκοπημένα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης και το οποίο δεν έφερε το άγος της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το κόμμα του Μεταξά διέθετε όλες τις προϋποθέσεις να κυριαρχήσει στον αντιβενιζελικό χώρο και να τον εκπροσωπήσει στις εκλογές του 1923, εάν ο Μεταξάς δεν είχε στηρίξει το κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη, τον Οκτώβριο του 1923 σε βάρος της επαναστατικής στρατιωτικής κυβέρνησης του 1922. Για την πολιτική αυτή δράση του Μεταξά την περίοδο 1922-1923, εκτός από επιστολές πολιτικής στήριξης, σημαντική είναι η αλληλογραφία με το ηγετικό στέλεχος του κόμματος και διευθυντή του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Ιωάννη Σπετσιώτη. Διασώζεται, επίσης, αλληλογραφία του Μεταξά με τον Γονατά για ένα περιστατικό λογοκρισίας από το στρατιωτικό καθεστώς στην εφημερίδα του κόμματος των Ελευθεροφρόνων Τα Χρονικά στις αρχές του Οκτωβρίου του 1923, με τον Μεταξά να κατηγορεί τον Γονατά για στέρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών και για μετατροπή της Ελλάδας από κράτος δικαίου σε κράτος βίας. Οι αντιφάσεις στην πολιτεία και τις απόψεις του Μεταξά είναι πολλές, εάν κανείς δεν περιοριστεί μόνο στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου. Ως προς το κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη στο αρχείο του Μεταξά υπάρχει ένα άλμπουμ που φέρει τον τίτλο «Ανάμνησις κρισίμων ημερών Οκτωβρίου 1923». Περιλαμβάνει αποκόμματα εφημερίδων αναφερόμενα στις έρευνες για τη σύλληψη του Μεταξά και στη διαφυγή του τελευταίου στην Ιταλία.

Το κίνημα Γονατά-Πλαστήρα (1922).

Ο Μεταξάς επέστρεψε στην Ελλάδα το 1924. Υπήρξε επικεφαλής, μαζί με τον Παναγή Τσαλδάρη, στον αγώνα των αντιβενιζελικών υπέρ της δυναστείας στο δημοψήφισμα του 1924, με τον Μεταξά να αναγνωρίζει, παρά ταύτα, το αποτέλεσμα υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Στις εκλογές του 1926, το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων εκλέγει 52 βουλευτές και συμμετέχει στην οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη, αναλαμβάνοντας αρχικά τα υπουργεία Συγκοινωνιών και Δικαιοσύνης και μετά την αποχώρηση του Λαϊκού Κόμματος και τα υπουργεία Παιδείας και Εθνικής Οικονομίας. Ο ίδιος ο Μεταξάς διετέλεσε υπουργός Συγκοινωνιών. Για την συγκεκριμένη αυτή υπουργική θητεία, υπάρχουν στο αρχείο αρκετά έγγραφα, μελέτες, κείμενα συμβάσεων, στοιχεία εργοληπτικών εταιρειών και σχετικές αγορεύσεις του Μεταξά στο Κοινοβούλιο για τις συμβάσεις οδοποιίας, ιδιαίτερα για τη μη καταγγελία της σύμβασης που είχε υπογράψει η δικτατορία Πάγκαλου με τη βρετανική εταιρεία Power and Traction και η οποία περιείχε εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για την επιχείρηση, καθώς και για την ανάθεση ενός μεγάλου έργου οδοποιίας στην εταιρεία του επιχειρηματία Μακρή, αν και η προσφορά του ήταν μεγαλύτερη από εκείνην άλλων εταιρειών. Για την ίδια περίοδο, διασώζονται λίστες με υπομνήματα πολιτών, σωματείων και οργανώσεων, καθώς και κατάσταση με στοιχεία των βουλευτών του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων.

Οι εσωκομματικές διενέξεις και οι επιλογές του Μεταξά μειώνουν την κοινοβουλευτική δύναμη των Ελευθεροφρόνων. Έτσι, στις εκλογές του 1928 και 1929 (για τη Γερουσία) το ποσοστό του κόμματος κατρακυλά, με τον Μεταξά να σημειώνει στο ημερολόγιο του «Αποκτώ την πεποίθησιν ότι αδύνατον να προοδεύσωμεν με κοινοβουλευτικόν πολίτευμα». Στις εκλογές του 1932 το κόμμα των Ελευθεροφρόνων κατόρθωσε να εκλέξει μόνο 3 βουλευτές, αλλά παρ’ όλα αυτά ο Μεταξάς συμμετέχει στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Εσωτερικών. Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του 1933 ο Μεταξάς στηρίζει εκ νέου την κυβέρνηση Τσαλδάρη. Μέχρι το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα του Μαρτίου 1935, ακολουθεί μια σειρά γεγονότων, που οξύνουν τα πολιτικά πάθη και επαναφέρουν την πολιτική ζωή στην εποχή του Εθνικού Διχασμού: το αποτυχημένο πραξικόπημα του Πλαστήρα το 1933, η απαίτηση των ακραίων αντιβενιζελικών, με επικεφαλής τον Μεταξά, για την παραπομπή του Βενιζέλου ως ηθικού αυτουργού και συνεργού του πραξικοπήματος, η απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου που οργανώθηκε από τον διοικητή της Γενικής Ασφάλειας Ι. Πολυχρονόπουλο τον οποίο είχε διορίσει ο Τσαλδάρης, οι προσπάθειες της αντιβενιζελικής κυβέρνησης να συγκαλύψει το έγκλημα της απόπειρας δολοφονίας, το νομοσχέδιο για το εκλογικό σύστημα, η προσπάθεια μεταβολής της σύνθεσης των ενόπλων δυνάμεων, η αρθρογραφία που εγκαινίασαν Βενιζέλος και Μεταξάς, αναφερόμενοι στα γεγονότα της περιόδου 1915-1922. Για τα παραπάνω, το αρχείο του Μεταξά περιλαμβάνει τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής των Ελλήνων στις 15 και 17 Μαΐου 1933, όταν ο Βενιζέλος υπερασπίζεται τον εαυτό του κατά των κατηγοριών, ιδίως του Μεταξά, για συνενοχή στο πραξικόπημα του Πλαστήρα, επιστολή του Μεταξά προς τον Τσαλδάρη με την οποία γνωστοποιεί την παραίτηση από την κυβέρνηση του υπουργού του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων Τουρκοβασίλη λόγω της διαφωνίας σχετικά με την αμνήστευση του Βενιζέλου, τη συμπληρωματική κατάθεση του Βενιζέλου στον ανακριτή για την απόπειρα δολοφονίας του και τη μηνυτήρια αναφορά του Μεταξά κατά του Βενιζέλου με τις κατηγορίες της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας για την εμπλοκή του Μεταξά στην απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Διασώζονται, επίσης, διάφορα αποκόμματα εφημερίδων για ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής καθώς και της στρατιωτικής επετηρίδας.

Βουλευτική ταυτότητα (Φεβρουάριος 1936).

Για το κίνημα του 1935 και όσα επακολούθησαν, υπάρχει σχέδιο επιστολής του Μεταξά προς τον Τσαλδάρη με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1935, όπου ο συντάκτης αναλύει τις ενέργειες που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση για να εξασφαλίσει την πολιτική επικράτηση των αντιβενιζελικών, όπως την εκκαθάριση στρατεύματος και δημοσίων υπηρεσιών από τους αντιφρονούντες. Στο ίδιο πλαίσιο, διασώζονται στο αρχείο σχέδια της επιστολής παραίτησης του Μεταξά από την κυβέρνηση Τσαλδάρη όπως δημοσιεύτηκε αργότερα στον Τύπο, καθώς και σχέδιο επιστολής προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Ζαΐμη, με την οποία διαμαρτυρόταν για την προκήρυξη εκλογών δίχως την προηγούμενη άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και της λογοκρισίας. Ακολουθούν οι εκλογές του 1935, η ανατροπή με πραξικόπημα της κυβέρνησης Τσαλδάρη τον Οκτώβριο και η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας του Κονδύλη, που κηρύσσει την παλινόρθωση της Μοναρχίας και την επικυρώνει με νόθο δημοψήφισμα. Στις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936, βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί αναδεικνύονται κοινοβουλευτικά ισοδύναμοι, με το ΚΚΕ να έχει το ρόλο του ρυθμιστή για το σχηματισμό κυβέρνησης. Οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις των δύο μεγάλων κομμάτων να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση συνεργασίας οδήγησαν, ως γνωστόν, στην επιβολή από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ της δικτατορίας του Μεταξά τον Αύγουστο του 1936. Πριν από την 4η Αυγούστου ο Μεταξάς είχε οριστεί από τον βασιλιά αρχικά υπουργός Στρατιωτικών και τον Απρίλιο, μετά τον θάνατο του Δεμερτζή, πρωθυπουργός. Το αρχείο διασώζει μια μεταγενέστερη περιγραφή των γεγονότων της ανάληψης του υπουργείου Στρατιωτικών από τον Μεταξά, περιγραφή που γίνεται από τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, υφυπουργό Δημοσίας Ασφαλείας της μεταξικής δικτατορίας, ενώ έκπληξη προκαλεί η ύπαρξη στο αρχείο αντίγραφου της επιστολής του Βενιζέλου στον Λ. Κανακάρη-Ρούφο στις 9 Μαρτίου 1936, στην οποία ο Βενιζέλος επικροτεί τον βασιλιά για την απόφασή του να διορίσει τον Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών κλείνοντας, μάλιστα, την επιστολή του με τη φράση «Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς!».

Γεώργιος Β΄ και Ιωάννης Μεταξάς.

Ο τρόπος επιβολής του καθεστώτος με την καταστολή κάθε διαμαρτυρίας, οι εκτοπίσεις κομμουνιστών, «βενιζελοκομμουνιστών» και κάθε είδους πολιτικού αντιπάλου, η παρακολούθηση πολιτών, η επιβολή προληπτικής λογοκρισίας, το ειδικό καθεστώς των παραμεθορίων περιοχών με τα καταπιεστικά μέτρα κατά των μειονοτήτων, αποτυπώνονται εύγλωττα στο αρχείο. Υπάρχουν έγγραφα για το αντιμεταξικό κίνημα στα Χανιά τον Ιούλιο του 1938, τη συμμετοχή του Εμμανουήλ Μάντακα και την εμπλοκή του Τσουδερού, αναφορά του Γενικού Διοικητή Κρήτης Σφακιανάκη για τον πολιτικά αντιφρονούντα λαό της Κρήτης, αλλά και σχετικά με το μνημόσυνο του Βενιζέλου στο νησί το 1937 και τους φόβους για αντικαθεστωτικές δράσεις. Σχετικά με την παρακολούθηση των πολιτών και τα κοινωνικά τους φρονήματα, υφίστανται αρκετά σημειώματα της Ειδικής Ασφάλειας και του Μανιαδάκη προσωπικά για καθηγητές πανεπιστημίου (όπως η ομάδα του καθηγητή της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής Τουρνάκη), για δημοσίους υπαλλήλους που εκφράστηκαν αρνητικά για το πρόσωπο του Μεταξά, αλλά και σημειώματα συστάσεων προσώπων για κατάληψη ανώτερων θέσεων στο καθεστώς, ανάμεσα σε άλλα και του Κωστή Μπαστιά, Γενικού Διευθυντή Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας, για τους υποψήφιους για την κατάληψη της διευθυντικής θέσης στην Εθνική Πινακοθήκη κλπ.. Ως προς τον εκτοπισμό των μελών και των δυνητικά συμπαθούντων το ΚΚΕ, το αρχείο δεν παρέχει πολλά στοιχεία. Ενδεικτικά, αναφέρουμε την επιστολή του Γενικού Διοικητή Κρήτης με την οποία ενημερώνεται ο Μεταξάς για τη σύλληψη του Ευτύχη Παλλήκαρη και εννέα κομμουνιστών κατά το μνημόσυνο του Βενιζέλου, την παραίτηση του Γενικού Διοικητή Ηπείρου, επειδή ο αδελφός της γυναίκας του συνελήφθη ως κομμουνιστής, καθώς και έγγραφο του Αρχηγού Γ.Ε.Ν. «Περί μέτρων κατά του κομμουνισμού». Για τους μη κομμουνιστές πολιτικούς αντιπάλους, το αρχείο περιλαμβάνει πληροφορίες για το επιφανέστερο πολιτικό θύμα της δικτατορίας, τον πρώην πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, που μετά τον εκτοπισμό του στην Πάρο απεβίωσε στην Αθήνα από ασθένεια συνδεόμενη με τις κακουχίες του εκτοπισμού – στο αρχείο υπάρχει έκθεση του διευθυντή του Ευαγγελισμού για τις συνθήκες θανάτου του Μιχαλακόπουλου – καθώς και για τον Κομνηνό Πυρομάγλου και τις παρεμβάσεις από τη Γαλλία, όπου σπούδασε, για την απελευθέρωσή του. Για την πολιτική της δικτατορίας απέναντι στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας και τις άλλες μειονότητες, το αρχείο διασώζει σειρά εκθέσεων για τους σλαβόφωνους από έναν δημοδιδάσκαλο που υπηρετούσε στην Έδεσσα καθώς και εκθέσεις της Δ/νσης Εποικισμού του υπουργείου Γεωργίας για τον εποικισμό των παραμεθορίων περιοχών. Σχετικά με την επιβολή λογοκρισίας από το καθεστώς, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλληλογραφία του Μεταξά με την Έλενα Βενιζέλου με αντικείμενο τη λογοκρισία σε μεταφράσεις αρχαίων κειμένων του Βενιζέλου, καθώς και επιστολή του Θεολόγου Νικολούδη για τη λειτουργία του Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού, αρμοδίου για την άσκηση λογοκρισίας και τη συγκέντρωση εκεί του συνόλου της προπαγανδιστικής δραστηριότητας του καθεστώτος.

Στο αρχείο υπάρχουν αρκετές αναφορές για τις ενδοκαθεστωτικές διενέξεις και την ενίσχυση της θέσης του Μεταξά μετά το 1938. Υπάρχει συγκροτημένος φάκελος για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1938, οπότε ο πρωθυπουργός επέβαλε αντικανονικά την ακύρωση της εκλογής του Δαμασκηνού και τον ορισμό του ευνοούμενού του Χρύσανθου. Παράλληλα, το αρχείο περιλαμβάνει τις επιστολές παραίτησης υπουργών, υφυπουργών και ανώτατων στελεχών της διοίκησης λόγω διαφωνιών με τον Μεταξά ή, κατά τον ίδιο, λόγω σχηματισμού φιλοβασιλικού μετώπου εναντίον του, όπως αυτές των υπουργών Παιδείας Γεωργακόπουλου, Δικαιοσύνης Λογοθέτη, Εμπορικής Ναυτιλίας Ρεδιάδη, Αγορανομίας Κρητικού, Εσωτερικών Σκυλακάκη, Σιδηροδρόμων και Αυτοκινήτων Σπυρίδωνος κ.ά. Στο ίδιο πλαίσιο, υπάρχει αλληλογραφία του Μεταξά με το πρώην στέλεχος των Ελευθεροφρόνων Τουρκοβασίλη και αντίγραφο επιστολής του τελευταίου προς τον στρατηγό Γ. Ρέππα στο Παρίσι. Ο Τουρκοβασίλης το 1940 συνελήφθη και εξορίστηκε για συμμετοχή σε ανατρεπτική κίνηση κατά του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Στο χώρο του στρατεύματος, το προπύργιο του βασιλιά Γεωργίου Β΄, το αρχείο διασώζει έγγραφα της Ειδικής Ασφάλειας, ένορκες καταθέσεις, έκθεση του Αρχηγού του ΓΕΣ Αλέξανδρου Παπάγου σχετικά με την υπόθεση, τον Ιούλιο του 1940 του υποστράτηγου Κων/νου Πλατή και τις επαφές του με γερμανικούς κύκλους που εικάζεται ότι ήθελαν να αντικαταστήσουν τους αγγλόφιλους στρατηγούς (μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Παπάγο), με περισσότερο φιλικά διακείμενους στο Βερολίνο συναδέλφους τους. Υπάρχουν, επίσης, πληροφορίες, προερχόμενες από τις ελληνικές πρεσβείες για τις κινήσεις αντιφρονούντων του καθεστώτος, όπως για παράδειγμα επιστολές του Φωκά-Κοσμετάτου από το Παρίσι για τη δράση «πλαστηρικών και άλλων αντιδραστικών».

Με τον υπουργό Προπαγάνδας του Γ΄ Ράιχ Joseph Goebbels με φόντο το Μικρολίμανο (Σεπτέμβριος 1936).

Για την προσπάθεια της μεταξικής δικτατορίας να δημιουργήσει ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης στα πρότυπα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και για τον προσεταιρισμό των λαϊκών τάξεων του εργατικού και αγροτικού κόσμου μέσα από ένα πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας και ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικά στρωμάτων, το αρχείο παρέχει κάποιες αναφορές έμμεσες ή άμεσες. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαν να ενταχθούν τα ευχετήρια σημειώματα του Μεταξά προς τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, στους οποίους απευθύνεται ως ο Ανώτατος Επόπτης των Γεωργικών Συνεταιρισμών ή προς την Εθνική Συνομοσπονδία των Εργατών, στην οποία απευθύνεται ως ο “Πρώτος Εργάτης της Ελλάδος”, ένας κατάλογος με τα νοσηλευτικά ή φιλανθρωπικά ιδρύματα και σωματεία που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και η αιτιολογική έκθεση για το νόμο περί συστάσεως Οργανισμού Στέγης Εργάτου. Στον οικονομικό τομέα εφαρμόστηκε μια πολιτική οικονομικού εθνικισμού με την προσπάθεια αυτάρκειας της χώρας, τις συμφωνίες clearing και τη δασμολογική προστασία των εγχώριων προϊόντων καθώς και σε έναν περιορισμένο κρατικό παρεμβατισμό που δεν οδήγησε, ωστόσο, στην αντιγραφή των ιταλικών προτύπων συντεχνιακού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας – ο μοναδικός θιασώτης της οικονομικής αυτής πολιτικής ήταν ο καθηγητής της ΑΣΟΕΕ Ιωάννης Τουρνάκης και ο κύκλος του που, όπως φαίνεται από τα έγγραφα του αρχείου, παρακολουθούνταν από την Ασφάλεια. Το αρχείο περιλαμβάνει εκθέσεις του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου, του ανώτατου συμβουλευτικού οργάνου του κράτους σε οικονομικά ζητήματα, του αντιπροέδρου του Συμβουλίου Αλέξανδρου Διομήδη και του μέλους του τελευταίου, Γεώργιου Πεσμαζόγλου, σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας το 1936 και τα Ειδικά Ταμεία, όπως και έκθεση του Συμβουλίου σχετικά με την παραγωγή καπνού. Υπάρχουν, ακόμη, πίνακες της Στατιστικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για την εξέλιξη του τιμάριθμου του κόστους ζωής σε διάφορες ελληνικές πόλεις την περίοδο 1937-1940. Υπενθυμίζεται, ότι η δικτατορία απαγόρευε τη δημόσια διατύπωση απόψεων για το ύψος και την εξέλιξη του τιμάριθμου.

O Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) σε σχολικές επιδείξεις κοριτσιών – μελών της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ).

Η περίοδος της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου δεν αποτελεί τομή στις κατευθυντήριες γραμμές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και του αμυντικού δόγματος της χώρας. Ο Μεταξάς συνέχισε την πολιτική πρόσδεσης της Ελλάδας στο άρμα της Μεγάλης Βρετανίας ως αντίβαρο στον βουλγαρικό αναθεωρητισμό και τον ιταλικό επεκτατισμό, ενώ παρέμεινε πιστός και στο Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934. Αν και προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ Βερολίνου, Λονδίνου και Ρώμης, συνυπολογίζοντας και τον μεγάλο όγκο των εμπορικών συναλλαγών με τη Γερμανία, και να εξορκίσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στην επερχόμενη πολεμική σύγκρουση δηλώνοντας ουδέτερος, στην πραγματικότητα, παρά την όποια ιδεολογική συνάφεια του καθεστώτος του με τη φασιστική Ιταλία και την ναζιστική Γερμανία και χωρίς να ασκηθεί πίεση από τον βασιλιά, είχε αποφασίσει ότι η Ελλάδα, εφόσον δεν μπορούσε να αποφύγει τη συμμετοχή στον πόλεμο, δεν θα ήταν δυνατόν να ανήκει σε στρατόπεδο διαφορετικό από εκείνο της Μεγάλης Βρετανίας. Η αντίληψη αυτή έρχεται σε αντίφαση με τη φιλογερμανική στάση του Μεταξά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού και δεν είναι βέβαια η μοναδική. Άλλωστε, στο ημερολόγιό του λίγο προτού φύγει από τη ζωή, ο Μεταξάς ζητούσε συγχώρεση από τον Θεό για όσα έπραξε το 1915. Για την εξωτερική πολιτική της περιόδου 1936-1940, το προσωπικό αρχείο του Μεταξά περιέχει αρκετά στοιχεία, όπως αλληλογραφία με τον βασιλιά και με ελληνικές πρεσβείες καθώς και υπομνήματα πολιτικών για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται αλληλογραφία του ιδίου με τον πρέσβη στο Λονδίνο Χαράλαμπο Σιμόπουλο, με τους Νικόλαο Πολίτη και Σπυρίδωνα Φωκά-Κοσμετάτο στην πρεσβεία στο Παρίσι, τον Αλέξανδρο Ρίζο-Ραγκαβή, πρέσβη στο Βερολίνο, τον Περικλή Αργυρόπουλο στη Μαδρίτη κ.ά. Κυρίαρχο, βέβαια, ζήτημα στην παραπάνω αλληλογραφία αποτελεί ο πόλεμος, η στάση της Ελλάδας και των βαλκανικών χωρών, ειδικότερα της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, οι βλέψεις της Ιταλίας, τέλος, οι επαφές και συνεννοήσεις μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας.

Με τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο.

Παράλληλα, θίγονται ζητήματα οικονομικών σχέσεων, εμπορικών συναλλαγών και διαπραγματεύσεων για την αγορά όπλων από την ελληνική κυβέρνηση, όπως των γαλλικών βομβαρδιστικών αεροπλάνων Potez ή την ενδεχόμενη αγορά βρετανικών αεροσκαφών. Σημειώνεται, επίσης, η ύπαρξη εγγράφων με αναφορές στον «Ναύαρχον Κανάρη» (Φον Κανάρις), ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που παρουσιάζεται να μεσολαβεί το 1935 εκ μέρους του γερμανικού υπουργείου Αμύνης σε συζητήσεις με τον Ιωάννη (Τζων) Θεοτόκη, υπουργό Εξωτερικών, για την αγορά γερμανικών αεροπλάνων από το ελληνικό κράτος. Το αρχείο περιλαμβάνει και φάκελο με αλληλογραφία του Μεταξά με ελληνικές διπλωματικές αποστολές και τον Γεώργιο σχετικά με το ταξίδι του τελευταίου το 1937 σε Ρώμη, Παρίσι και Λονδίνο. Ακόμη, διασώζονται υπομνήματα πολιτικών (Παπανδρέου, Σοφούλης, Ράλλης, Καφαντάρης κ.ά.) για την εξωτερική πολιτική της χώρας μετά την υπογραφή του συμφώνου φιλίας μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας ή υπομνήματα σχετικά με την εξωτερική πολιτική του Δ. Φιλάρετου, του Λ. Μάκκα κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το υπόμνημα του,μετέπειτα υπουργού των δωσιλογικών κυβερνήσεων, Σωτηρίου Γκοτζαμάνη τον Μάιο του 1940, σχετικά με την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας από μια ενδεχόμενη επικράτηση στον πόλεμο της Γερμανίας και των δυνάμεων του Άξονα, καθώς και η στήριξη του Σοφοκλή Βενιζέλου, τον Αύγουστο του 1940, στην πολιτική του Μεταξά απέναντι στις απειλές που αντιμετώπιζε η χώρα.

Η κήρυξη του πολέμου και η ιδιόχειρη καταχώρισή της στο πρωτότυπο του Ημερολογίου (δεξιά).

Όπως και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, έτσι και το αμυντικό δόγμα της Ελλάδας δεν άλλαξε μετά την εγκαθίδρυση της 4ης Αυγούστου. Πρώτιστη απειλή για τη χώρα ήταν ο βουλγαρικός αναθεωρητισμός και μόνο μετά την στρατιωτική κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, τον Απρίλιο του 1939, απασχόλησε σοβαρά τη στρατιωτική ηγεσία η προοπτική μιας ιταλικής επίθεσης. Το αρχείο περιέχει πλείστες εκθέσεις του Ανωτάτου Πολεμικού Συμβουλίου, του Γενικού Επιτελείου και των επιμέρους Επιτελείων σχετικά με σχέδια άμυνας του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επίθεσης κυρίως της Βουλγαρίας, μελέτες οχυρώσεων, πολεμικής προπαρασκευής, την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων και ιδίως της αεροπορίας, σχέδια στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής επιστράτευσης, επιτελικούς χάρτες, δελτία πληροφοριών και εκθέσεις για τη στρατιωτική δύναμη και τη διάταξη του βουλγαρικού και ιταλικού στρατού, υπόμνημα για την αναδιοργάνωση του ΓΕΣ κ.ά. Ενδεικτικά αναφέρονται η έκθεση του 1936 των αρχηγών των Επιτελείων για τη στρατηγική στάση της Ελλάδας σε περίπτωση αγγλοϊταλικού πολέμου, επιτελικός χάρτης της Αλβανίας με τη διάταξη των ιταλικών δυνάμεων τον Σεπτέμβριο του 1939, έκθεση πληροφοριών του ΓΕΣ για τη δύναμη και τη διάταξη των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Αλβανία τον Μάρτιο του 1940 και έκθεση του Α/ΓΕΣ αντιστρατήγου Παπάγου για την εξέλιξη της στρατιωτικής κατάστασης στην Ελλάδα από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης έως την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος.

Για το σύντομο χρονικό διάστημα από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου έως τον θάνατο του Μεταξά στις 29 Ιανουαρίου του 1941, τα έγγραφα του αρχείου είναι λίγα και περιορίζονται σε επιστολές στήριξης της πολεμικής προσπάθειας της Ελλάδας, μια επιστολή του στρατηγού Τσολάκογλου από την Κορυτσά σχετική με τα συγχαρητήρια του Μεταξά στη μονάδα του για την κατάληψη της πόλης. Για τον θάνατο του Μεταξά, για τον οποίο κυκλοφορούν διάφορες φήμες, υπάρχει φάκελος με αποκόμματα εφημερίδων σχετικά με τις συνθήκες θανάτου και σημείωμα της Λουκίας Μεταξά για το ίδιο θέμα, καθώς και αντίγραφα της διαθήκης του Μεταξά και της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του.

Με τη σύζυγό του Λέλα, το γένος Χατζηϊωάννου, στον κήπο της οικίας του, στην Κηφισιά.

Όπως σημειώθηκε παραπάνω, το αρχείο περιλαμβάνει υλικό και μετά τον θάνατο του Μεταξά, το οποίο συντάχθηκε ή συγκεντρώθηκε από τη σύζυγό του και τις κόρες του. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι οι αποφάσεις του 1942 του «Συμβουλίου της εν Αθήναις Ανακριτικής επιτροπής Ελέγχου Περιουσιών» σχετικά με τον νόμιμο τρόπο απόκτησης της περιουσίας του Ιωάννη Μεταξά και μελών της οικογένειάς του και την παραπομπή τους σύμφωνα με το Ν.Δ. 845/1941 – τελικά, η απόφαση του Συμβουλίου ήταν αθωωτική – και το ημερολόγιο της Λέλας Μεταξά, που περιγράφει τη σύλληψη και την ομηρία της από τον ΕΛΑΣ την περίοδο Δεκεμβρίου 1944 – Ιανουαρίου 1945 και το οποίο εξέδωσε αργότερα.

Κλείνοντας, και αναφορικά μόνο με το αρχειακό απόθεμα της Κεντρικής Υπηρεσίας των ΓΑΚ, για τη μελέτη των γεγονότων της περιόδου κατά την οποία ο Μεταξάς είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι απαραίτητη η παράλληλη έρευνα στα αρχεία του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, που καλύπτει το χρονικό διάστημα 1917 – 1928, και των Βασιλικών Ανακτόρων, όπου, ιδίως για την περίοδο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, συγκεντρώνονται τα υπομνήματα των αρχηγών των προδικτατορικών πολιτικών κομμάτων προς τον βασιλιά, τον έτερο πόλο εξουσίας της περιόδου 1936 – 1940, με τα οποία εκφράζεται η αντίθεσή τους προς την μεταξική δικτατορία. Παράλληλα, η Κ.Υ. των ΓΑΚ διαθέτει στις συλλογές της το αρχείο της ΕΟΝ, της σοβαρότερης, αλλά ανολοκλήρωτης, προσπάθειας του Μεταξά να δημιουργήσει στο μέλλον μια λαϊκή βάση ενός φασιστικού καθεστώτος, από τη στιγμή, κατά την οποία εκείνο της 4ης Αυγούστου επιβλήθηκε «από τα πάνω», τον βασιλιά δηλαδή, δίχως να στηρίζεται, όπως συνέβη στην Ιταλία και την Γερμανία, σε κάποιο μαζικό κόμμα ή κίνημα.

Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και Αρχειονόμος της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους
Η Ελένη Θεοδωροπούλου είναι Φιλόλογος, εργαζόμενη στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων
του Κράτους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Κεντρική Υπηρεσία, Αρχείο Ιωάννη Μεταξά.

Βατικιώτης, Παναγιώτης, Μια πολιτική βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά. Φιλολαϊκή απολυταρχία στην Ελλάδα, 1936-1941, μετ. Δήμητρα Αμαραντίδου, Ευρασία, Αθήνα 2005.

Βεντήρης, Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Πυρσός, Αθήνα 1931.

Βερέμης, Θάνος (επιμ.), Ο Μεταξάς και η εποχή του, Ευρασία, Αθήνα 2009.

Δαφνής, Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923 – 1940, Ίκαρος, Αθήνα 1955.

Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού κατά την αρθογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ιωάννου Μεταξά, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2003.

Κολιόπουλος, Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο Πόλεμος του ’40, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2005.

Μαυρογορδάτος, Γιώργος, 1915: ο Εθνικός Διχασμός, Πατάκης, Αθήνα 2015.

Του ιδίου, Μετά το 1922: η παράταση του διχασμού, Πατάκης, Αθήνα 2017.

Μεταξά, Λέλα, Ημερολόγιο ομηρίας 1944 – 1945, Αθήνα 1972.

Μεταξάς, Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο, 4 τ., Εστία και Ίκαρος, Αθήνα 1951, 1960-1964.

Του ιδίου, Λόγοι και σκέψεις, 2 τ., Ίκαρος, Αθήνα 1969.

Μουρέλος, Γιάννης, Τα Νοεμβριανά του 1916, Παττάκης, Αθήνα, 2007.

Πλουμίδης, Σπυρίδων, Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά (1936 – 1941), Εστία, Αθήνα 2016.

Το πολίτευμα του Ιωάννου Μεταξά. Εκ του προσωπικού του αρχείου, Αθήνα 1945.

Hering Gunar, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μετ. Θ. Παρασκευόπουλος, 2 τ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.

Jean Ganiage: Το Κρητικό Ζήτημα (1895 – 1899)

Jean Ganiage

Το Κρητικό Ζήτημα
(1895 – 1899)*

 

Όπως συνέβαινε με τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου περί τα τέλη του 19ου αιώνα, έτσι και η Κρήτη αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνοριακές αναπροσαρμογές, οι οποίες είχαν αποφασιστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου, επέφεραν το 1881 την εδαφική αύξηση του ελληνικού βασιλείου με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Ηπείρου. Στο Αρχιπέλαγος, ωστόσο, η κατάσταση είχε παραμείνει αμετάβλητη. Η Εύβοια, οι Κυκλάδες και οι Σποράδες ανήκαν στην Ελλάδα. Η Κρήτη, η Ρόδος και όλα τα υπόλοιπα νησιά παρέμεναν κτήσεις του σουλτάνου, παρά το γεγονός ότι κατοικούνταν σε μεγάλο ποσοστό από ελληνορθόδοξους πληθυσμούς.

 

Η Κρήτη περί τα τέλη του 19ου αιώνα

H Κρήτη, η οποία δεσπόζει στο νότιο άκρο του Αιγαίου, είναι το μεγαλύτερο από τα ελληνικά νησιά, με εξαίρεση την Κύπρο. Η έκτασή της (8.600 τετραγ. χλμ.), ορεινή ως επί το πλείστον, είναι ανάλογη με εκείνη της Κορσικής. Το μήκος , από δυσμάς προς ανατολάς, δεν ξεπερνά τα 260 χλμ., το δε πλάτος κυμαίνεται, ανάλογα με την περιοχή, μεταξύ 12 και 60 χλμ. Η βόρεια ακτογραμμή απαρτίζεται από μια διαδοχή ακρωτηρίων (Σπάθα, Ακρωτήρι Χανίων, Σίδερο), με συνακόλουθη την ύπαρξη μεγάλων κόλπων (κόλποι Κισσάμου, Χανίων, Μιραμπέλου), αλλά και μικρότερων, όπως εκείνος της Σούδας, το πλέον προστατευμένο, ίσως, φυσικό αγκυροβόλι της ανατολικής Μεσογείου.

Χάρτης του 1861 από τον A. J. Johnson.

Το έδαφος μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα εύφορο, δεν υπολείπεται, ωστόσο, έναντι εκείνων της Εύβοιας ή της Πελοποννήσου. Καλύπτεται κατά τα τρία τέταρτα από όρεινούς όγκους (Λευκά Όρη δυτικά, Ίδη ή Ψηλορείτης – υψόμετρο 2.465 μέτρα – στο κέντρο και Δίκτη ή Λασιθιώτικα Όρη ανατολικά). Οι νότιες ακτές είναι απόκρημνες. Στο βορρά, όμως, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, υπάρχει θέση για στενές παραθαλάσσιες πεδιάδες. Η μεγάλη εσωτερική πεδιάδα, η Μεσσαρά, υπήρξε το κέντρο της Κρήτης κατά την Αρχαιότητα. Ωστόσο, κοντά στο γύρισμα του αιώνα, έχει περιέλθει σε κατάσταση εγκατάλειψης, όπως άλλωστε κι άλλες περιοχές. Το οδικό δίκτυο είναι ανύπαρκτο. Το υποτυπώδες αρδευτικό σύστημα αδυνατεί να προστατεύσει τις καλλιέργειες από την ξηρασία ή από τις πλημμύρες, ανάλογα με την εποχή. Οι παράλιες πεδιάδες, ελώδεις εκτάσεις ως επί το πλείστον, έχουν μετατραπεί σε εστίες ελονοσίας. Οι ορεινοί όγκοι της ενδοχώρας προσφέρονται ως καταφύγιο σε παράνομους και σε ληστές. Ελιές, αμπέλια και εσπεριδοειδή κυριαρχούν στον τομέα της αγροτικής καλλιέργειας, ενώ η σηροτροφία γνωρίζει περίοδο ύφεσης. Η Κρήτη, προκειμένου μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της, εξαρτάται άμεσα από τα σιτηρά της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή, εκείνη του 1887, ο συνολικός πληθυσμός ανερχόταν σε 294.000 κατοίκους. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1895, υπολογίζεται πως είχε ξεπεράσει τους 320.000. Παρά το γεγονός ότι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο αναλογούσαν μόνο 35 κάτοικοι, η Κρήτη εθεωρείτο ως πυκνοκατοικημένη περιοχή, εξαιτίας της ορεινής μορφολογίας του εδάφους σε συνδυασμό με τις πενιχρές δυνατότητες που ήταν σε θέση να προσφέρει. Η μετανάστευση ήταν σύνηθες φαινόμενο από την αρχαία εποχή. Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Κρήτες, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει το νησί και εγκατασταθεί στην Ελλάδα ή στη Μικρά Ασία, υπολογίζονταν μεταξύ 35 και 40.000 άτομα.

Τα αστικά κέντρα δεν είχαν να επιδείξουν κάτι το ιδιαίτερο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν ψαράδικα λιμάνια, που εξυπηρετούνταν από περιορισμένο αριθμό ναυτιλιακών εταιριών και τα οποία φιλοξενούσαν ορισμένες βιοτεχνικής κλίμακας μονάδες παραγωγής (ελαιοτριβεία, βυρσοδεψεία, αλευρόμυλοι). Διοικητική πρωτεύουσα της νήσου ήταν τα Χανιά (22.000 κάτοικοι, εκ των οποίων πολλοί Μουσουλμάνοι, μαζί με τα περίχωρα). Στο κομψό και αριστοκρατικό προάστιο της Χαλέπας, προς ανατολάς, χτισμένο στις πλαγιές του Ακρωτηρίου, ήταν συγκεντρωμένα τα ξένα προξενεία.

Το λιμάνι των Χανίων το 1868.

Το Ηράκλειο, η παλιά πρωτεύουσα της εποχής της Βενετοκρατίας, προσπαθούσε ακόμα να απαλλαγεί από μια μακραίωνη περίοδο παρακμής. Αριθμούσε 25.000 κατοίκους περίπου, κατά πλειοψηφία Μουσουλμάνους και εθεωρείτο το οικονομικό επίκεντρο της Κρήτης. Από τις υπόλοιπες κωμοπόλεις, μόνο το Ρέθυμνο (8.000 κάτοικοι) είχε να επιδείξει χαρακτηριστικά αστικού κέντρου. Η Σητεία, τα Σφακιά και η Ιεράπετρα δεν ήταν παρά απλοί οικισμοί της τάξεως των 2.000 -3.000 κατοίκων έκαστος.

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, το μείζον πρόβλημα ήταν εκείνο της συνύπαρξης των δυο διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, χριστιανικής και μουσουλμανικής. Η πρώτη από αυτές, αριθμούσε 205.000 άτομα, σύμφωνα, πάντοτε, με τα δεδομένα της απογραφής του 1887. Ήταν όλοι ορθόδοξοι, πλην 250 καθολικών. Οι Μουσουλμάνοι (88.500) εκπροσωπούσαν το 30% του συνολικού πληθυσμού. Ωστόσο, ασκούσαν την εξουσία. Οι Χριστιανοί τους κατήγγειλαν για κατάχρηση. Οι πιο μετριοπαθείς απαιτούσαν την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση ενός αυτόνομου καθεστώτος υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι πιο ακραίοι τάσσονταν υπέρ της ένωσης του νησιού με το ελληνικό βασίλειο. Οφείλουμε να επισημάνουμε, πως άπαντες είχαν κοινή καταγωγή. Η αντιπαλότητα, η οποία εκδηλώθηκε ανάμεσα στις δυο θρησκευτικές κοινότητες ήταν απλά η συνέπεια ενός χρονικά αργοπορημένου εξισλαμισμού τμήματος του πληθυσμού. Αν εξαιρέσει κανείς έναν περιορισμένο αριθμό διοικητικών υπαλλήλων και αξιωματικών σταλθέντων από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και μια μικρή παροικία μεταναστών από τη Βεγγάζη, η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Κρήτης ήταν αυτόχθονες και μιλούσαν ελληνικά.

Η κατανομή του πληθυσμού ήταν τέτοια, που απέκλειε εκ προοιμίου έναν γεωγραφικό διαχωρισμό ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Η συμβίωση στην ύπαιθρο δεν προκαλούσε προβλήματα. Όμως, η κατάσταση ήταν περισσότερο λεπτή στα αστικά κέντρα, όπου υπερτερούσαν αριθμητικά οι Μουσουλμάνοι. Συσπειρωμένοι, οι Χριστιανοί ζούσαν σε δικές τους, ξεχωριστές, συνοικίες. Στα Χανιά και στο Ρέθυμνο, αποτελούσαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Στο Ηράκλειο, το 30% (17.000 Μουσουλμάνοι, 7.500 Χριστιανοί, 50 Ισραηλίτες). Αντίθετα, τα Σφακιά ήταν αμιγώς χριστιανικά. Όσο για τους κατοίκους της υπαίθρου, αυτοί ήταν κατά τα τέσσερα πέμπτα Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Όμως, ακόμα κι εκεί, η κατανομή ήταν άνιση. Στην ενδοχώρα και στο νότο του νησιού, δεν συναντούσε κανείς παρά μόνο Χριστιανούς. Κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής, τα αριθμητικά ποσοστά ήταν σχεδόν ισοδύναμα. Πρόκειται για τη δημογραφική συνέπεια δυόμισι αιώνων οθωμανικής κατοχής. Η Κρήτη είχε περιέλθει στους Τούρκους κατά τον 17ο αιώνα, έπειτα από την περίφημη πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669), η οποία και σηματοδότησε το τέλος της παρουσίας των Βενετών στο νησί. Για τους Κρήτες, επρόκειτο για απλή αλλαγή δυνάστη, καθώς δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν πως η κυριαρχία του σουλτάνου ήταν ακόμα πιο επώδυνη από εκείνη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας.

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669) .

Η Υψηλή Πύλη διατήρησε το προϋπάρχον διοικητικό σύστημα, με μια ειδοποιό διαφορά. Οι Τούρκοι μπέηδες περιορίστηκαν στο να ασκούν τη διοίκηση μέσω επιβολής φόρων και καταναγκαστικών εργασιών. Αντίθετα, επί Βενετοκρατίας, ο πληθυσμός απολάμβανε, έστω και με τρόπο σχετικό, τα πλεονεκτήματα, που προσέφερε η εμπορική δραστηριότητα.

Η στυγνή άσκηση της διοίκησης, εξανάγκασε πολλούς κατοίκους του νησιού να ασπασθούν, έστω φαινομενικά, τη μουσουλμανική θρησκεία. Το φαινόμενο περιορίστηκε αρχικά στα αστικά κέντρα, όπου ήταν εμφανής η παρουσία της τουρκικής φρουράς. Αργότερα επεκτάθηκε στην ύπαιθρο, στα σημεία εκείνα, όπου η γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα καθιστούσε εφικτή την αιφνίδια επιδρομή του οθωμανικού ιππικού. Οι ρυθμοί αυξήθηκαν κατά τον 18ο αιώνα και στις αρχές του 19ου. Ωστόσο, πάμπολλες ήταν οι περιπτώσεις εξισλαμισθέντων, οι οποίοι βαπτίζονταν κρυφά, ενώ στα περισσότερα χωριά, η ορθόδοξη πίστη καλλιεργείτο παρασκηνιακά.Έκτοτε, οι μεταπτώσεις, σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, διαδέχθηκαν, η μια την άλλη. Το 1821, η Κρήτη εξεγέρθηκε, δίχως αποτέλεσμα. Η Υψηλή Πύλη απάντησε με διενέργεια ομαδικών σφαγών. Η ανάθεση της διοίκησης, αμέσως έπειτα από την ελληνική Επανάσταση, στον πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Άλι, επέφερε καλύτερες συνθήκες ζωής για τους κατοίκους της νήσου. Η επάνοδος, όμως, της τουρκικής διοίκησης, το 1840, ξαναζωντάνεψε μνήμες και σύνδρομα του παρελθόντος. Ευτυχώς για τους Κρήτες, η κατάσταση αυτή αποδείχθηκε εφήμερης διάρκειας. Η πολιτική των μεταρρυθμίσεων (Tanzimat) τους εξασφάλισε εμφανή βελτίωση.

Με το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (Ηatt-i humayoun) του 1856, εκχωρήθηκε στις κοινότητες το δικαίωμα προσδιορισμού και κατανομής των άμεσων φόρων. Παράλληλα, επετράπη η δυνατότητα μεταβολής του θρησκεύματος, γεγονός, το οποίο οδήγησε πολλούς εξισλαμισθέντες Κρήτες στο να ασπασθούν εκ νέου τον Χριστιανισμό και να ξαναθέσουν σε λειτουργία τις εκκλησίες τους. Το Φιρμάνι της 10ης Ιανουαρίου 1868, εισήγαγε ένα υποτυπώδες σύνταγμα. Στο εξής, τον σουλτάνο εκπροσωπούσαν ένας γενικός διοικητής (βαλής) και ένας αξιωματικός, επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης, η οποία έδρευε επιτόπου. Τον γενικό διοικητή πλαισίωναν δυο σύμβουλοι αξιωματούχοι, ένας Χριστιανός και ένας Μουσουλμάνος. Αμφότεροι, όπως άλλωστε και ο βαλής, επιλέγονταν και ορίζονταν από την Κωνσταντινούπολη. Στην άσκηση της διοίκησης συμμετείχε και ένα Γενικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από 80 αιρετούς τοπικούς προύχοντες: 42 Χριστιανούς και 38 Μουσουλμάνους. Για το σκοπό αυτό, η Κρήτη χωρίστηκε σε 20 εκλογικές περιφέρειες, η καθε μια εκ των οποίων εξέλεγε 4 εκπροσώπους. Χωρίστηκε, επίσης, σε 5 διαμερίσματα (σαντζάκια), επικεφαλής των οποίων τοποθετήθηκε από ένας τοπικός διοικητής (μουτεσαρίφης). Ως επίσημες γλώσσες αναγνωρίζονταν ισότιμα η ελληνική και η τουρκική.

Δέκα χρόνια αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1878, τα παραπάνω πλεονεκτήματα διευρύνθηκαν χάρη στην υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας. Η θητεία του γενικού διοικητή ορίστηκε στα πέντε έτη. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε ένας αναπληρωτής γενικός διοικητής. Γενικός διοικητής και αναπληρωτής διοικητής έπρεπε, απαραιτήτως, να ανήκουν σε διαφορετικό θρήσκευμα. Στους κόλπους του Γενικού Συμβουλίου, ο αριθμός των Χριστιανών εκπροσώπων αυξήθηκε κατά επτά άτομα (49 έναντι 42). Οι αρμοδιότητες του ιδίου οργάνου (αποκλειστικά συμβουλευτικές έως τότε) πολλαπλασιάστηκαν. Συγκεκριμένα, στη δικαιοδοσία του περνούσε στο εξής ο προϋπολογισμός του νησιού, το δικαίωμα εισαγωγής φορολογικών και δικαστικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και η εν γένει άσκηση ελέγχου στη διοίκηση του βαλή. Αυξήθηκε ο αριθμός των Χριστιανών κρατικών λειτουργών και υπήρξε μέριμνα για τη συγκρότηση μιας μεικτής χωροφυλακής.¹

Η διοίκηση ασκήθηκε απερίσπαστα επί μια επταετία. Σε αυτό συνέβαλε και η επιλογή, εκ μέρους της Υψηλής Πύλης, για το αξίωμα του γενικού διοικητή, του Φωτιάδη μπέη, ενός μετριοπαθούς, ικανού και έξυπνου ατόμου, γόνου επώνυμης οικογένειας Φαναριωτών της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι αντιπαραθέσεις στους κόλπους του Γενικού Συμβουλίου, υπαγορεύονταν περισσότερο από κοινωνικούς παράγοντες και λίγότερο από θρησκευτικές αντιπαλότητες. Από τις δυο πολιτικές παρατάξεις της εποχής, η μεν φιλελεύθερη απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από Χριστιανούς, ενώ η συντηρητική αντλούσε τους οπαδούς της από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους των αστικών κέντρων και των παραθαλάσσιων περιοχών του βορρά. Μεταξύ των ετών 1880 και 1886, ο Φωτιάδης μπέης κυβέρνησε στηριζόμενος στη φιλελεύθερη παράταξη, η οποία και διέθετε την πλειοψηφία. Ταυτόχρονα με τη λήξη της θητείας του, όμως, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, ετών, ο σουλτάνος διόρισε απανωτά τέσσερεις γενικούς διοικητές, ενώ οι σχέσεις μεταξύ των δυο παρατάξεων έφτασαν σε ανοικτή ρήξη. Η ένταση των ετών 1888-1889 προσέφερε στον σουλτάνο το πρόσχημα, προκειμένου να παρέμβει προσωπικά στα εσωτερικά πράγματα της Κρήτης.

Αβδούλ Χαμίτ Β΄ (1842-1918).

Ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄, αποφασίζοντας να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, κατήργησε πολλές από τις εκχωρήσεις, στις οποίες είχε νωρίτερα προβεί προς τους κατοίκους της Κρήτης. Έστειλε επιτόπου στρατεύματα και με το φιρμάνι της 26ης Οκτωβρίου 1889, κατήργησε τη Σύμβαση της Χαλέπας, αποκαθιστώντας την απόλυτη εξουσία του γενικού διοικητή. Οι έδρες του Συμβουλίου μειώθηκαν στον αριθμό των 57 (έναντι των αρχικών 80), με την κατανομή ανάμεσα στις δυο κοινότητες να παραμένει αμετάβλητη (3/5 Χριστιανοί, 2/5 Μουσουλμάνοι). Οι αρμοδιότητες του οργάνου αποκτούσαν εκ νέου χαρακτήρα αυστηρά συμβουλευτικό, ενώ η εκλογή των μελών με καθολική ψηφοφορία υπακαταστάθηκε από ένα σύστημα επιλεκτικού δικαιώματος ψηφοφορίας, ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του καθενός. Στο εξής, προϋπόθεση για την επιλογή των κρατικών λειτουργών ήταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Με το μέτρο αυτό, πολλοί Χριστιανοί αποκλείονταν εξ ορισμού από κάθε είδους δημόσιο αξίωμα. Η χωροφυλακή επρόκειτο να στελεχώνεται από άτομα προερχόμενα από τις υπόλοιπες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το φιρμάνι του Οκτωβρίου 1889 υπήρξε, ουσιαστικά, η ταφόπλακα του ημι-αυτόνομου καθεστώτος. Με την ενέργεια αυτή, ο σουλτάνος επιφύλαξε στην Κρήτη την ίδια μοίρα με όλες τις άλλες περιοχές της επικράτειας. Στην πραγματικότητα, το νησί βρέθηκε ξαφνικά στο έλεος μπέηδων με ληστρικές διαθέσεις με τη συνέργια μιας χωροφυλακής, απαρτιζόμενης από Αλβανούς και Μαυροβούνιους. Οι συνέπειες δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Το απάνθρωπο φοροεισπρακτικό σύστημα οδήγησε σε φοροδιαφυγή, ξέσπασαν ταραχές, τη στιγμή που οι Μουσουλμάνοι, θεωρώντας την ατιμωρησία ως δεδομένη, προέβησαν σε έκτροπα σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά τους θερινούς μήνες του 1895, η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν διάχυτος ο κίνδυνος ότι η Κρήτη επρόκειτο να υποστεί ανάλογη μοίρα με εκείνη της Αρμενίας.

 

Το ξέσπασμα των ταραχών και η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα (1895-1897)

Από τον Σεπτέμβριο του 1895 και κατόπιν, ξεκίνησε ένας κύκλος καθημερινών, σχεδόν, βιαιοπραγιών σε βάρος των Χριστιανών κατοίκων των Χανίων και του Ρεθύμνου. Η χωροφυλακή απέφυγε συστηματικά να εμπλακεί, αφήνοντας την κατάσταση να εξελιχθεί από μόνη. Εξαίρεση αποτέλεσε μόνο το Ηράκλειο, χάρη στις ενέργειες ενός δυναμικού μουτεσαρίφη, που προστάτευσαν τους Χριστιανούς κατοίκους της πόλης. Οι Κρήτες δεν ήταν διατεθειμένοι να υποστούν τη μοίρα των Αρμενίων. Ατίθασοι και πολεμοχαρείς, οργανώθηκαν σε ένοπλες ομάδες, οι οποίες κατέφυγαν στις δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές, υπό την αρχηγία σκληροτράχηλων ατόμων, όπως ο καπετάν Μιχάλης, βετεράνος δυο παλαιοτέρων εξεγέρσεων. Πολύ γρήγορα συστάθηκε και μια επαναστατική Επιτροπή, στελεχωμένη από προύχοντες του νησιού. Ως αντίποινα στα έκτροπα των Μουσουλμάνων, οι Χριστιανοί απάντησαν με χρήση βίας, με αποτέλεσμα να προκύψει μέγας κίνδυνος για γενικευμένες σφαγές στις πόλεις, όπου την αριθμητική πλειοψηφία διέθεταν οι Μουσουλμάνοι. Ο πλήρης αφανισμός της χριστιανικής συνοικίας των Χανίων αποτράπηκε τον Σεπτέμβριο του 1895 χάρη τον συγκυριακό κατάπλου ενός ρωσικού καταδρομικού.

Η Υψηλή Πύλη, σε μια προσπάθεια να επανακτήσει τον έλεγχο, έστειλε επιτόπου στρατιωτική δύναμη ύψους τεσσάρων ταγμάτων (2.300 άνδρες). Η ένταση αναζωπυρώθηκε σποραδικά τον Φεβρουάριο του επομένου έτους στην επαρχία Αποκορώνου, όπου τα στρατεύματα κακοδιοικούμενα και μη έχοντας γνώση της περιοχής, υπέστησαν διαδοχικές αποτυχίες στην προσπάθειά τους να καταστείλουν τη δραστηριότητα χριστιανικών ενόπλων ομάδων. Περί τα τέλη Μαίου, οι ανταλλαγές πυροβολισμών ήταν καθημερινή πραγματικότητα μέσα στους δρόμους των Χανίων. Η μισή Κρήτη βρισκόταν υπό καθεστώς εξέγερσης. Μόνο στον κεντρικό τομέα (Ηράκλειο και ευρύτερη περιοχή) εξακολουθούσε να επικρατεί σχετική ηρεμία.²

Κρήτες εξεγερθέντες, φέροντες την ελληνική σημαία.

Υπακούοντας στις προτροπές των προξένων τους, οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μονάδες του πολεμικού ναυτικού για την προστασία των υπηκόων τους: ένα θωρηκτό η Μεγάλη Βρετανία και από ένα καταδρομικό η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Στις 28 Μαίου, στην Κωνσταντινούπολη, συνεδρίασαν οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην ημερήσια διάταξη της συνάντησης κυριαρχούσε η αξιολόγηση της όλης κατάστασης και η ανάγκη συντονισμού των μελλοντικών πρωτοβουλιών. Από τη δική του πλευρά, ο σουλτάνος γνωστοποίησε την τοποθέτηση ενός νέου βαλή και την αποστολή ενισχύσεων ύψους 6.000 ανδρών. Την ίδια στιγμή, στην Κρήτη, απετράπησαν τα χειρότερα χάρη στις επαφές, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στους προξένους και τους επικεφαλής της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1896, το πρόβλημα επικεντρώθηκε στο ήρεμο, μέχρι τότε, Ηράκλειο, όπου άρχισαν να εκδηλώνονται ταραχές. Στο μεταξύ, ένας στολίσκος από ιστιοφόρα δεν έπαψε να μεταφέρει από την Ελλάδα οπλισμό αλλά και εθελοντές, οι οποίοι προσχωρούσαν στις τάξεις των εξεγερθέντων.

Τα αιτήματα της Επιτροπής διαβιβάστηκαν μέσω των προξένων και περιλάμβαναν επάνοδο στο καθεστώς της Σύμβασης της Χαλέπας, διορισμό Χριστιανού βαλή και εγγυήσεις για αναδιοργάνωση στους τομείς της χωροφυλακής και της δικαιοσύνης.³ Στην Κωνσταντινούπολη, οι πρέσβεις ανέλαβαν να συντάξουν ένα σχέδιο μετάβασης στην ομαλότητα, το οποίο, έως τον Σεπτέμβριο, εγκρίθηκε από την Υψηλή Πύλη, την Επιτροπή και τους Κρήτες οπλαρχηγούς. Υπό την εγγύηση των έξι Μεγάλων Δυνάμεων, ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ εκχωρούσε στην Κρήτη ένα καθεστώς αυτονομίας αντίστοιχο με εκείνο της διατελούσης, από το 1832, εν πλήρει ηρεμία Σάμου. Ως υπόβαθρο του νέου καθεστώτος λειτούργησαν οι διατάξεις της Σύμβασης της Χαλέπας. Η θητεία του βαλή επρόκειτο να είναι πενταετής, ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου αυξήθηκε εκ νέου στους 80, με τα 2/3 των εδρών να αναλογούν στους Χριστιανούς. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση του κρίσιμου ζητήματος των μεταρρυθμίσεων. Τις ουσιαστικές αρμοδιότητες ως προς τη χωροφυλακή και τη Δικαιοσύνη θα επωμίζονταν αλλοδαποί αξιωματούχοι, ενώ τα διάφορα όργανα θα στελεχώνονταν από ντόπιους Χριστιανούς σε ποσοστό 2/3. Κατόπιν τούτων, από πολιτικής απόψεως η κρίση έδειχνε να βαίνει προς εκτόνωση. Ωστόσο, με την είσοδο του 1897 ξέσπασαν νέες ταραχές εξαιτίας της εμπλοκής εξωγενών παραγόντων.

Τη φορά αυτή, ανησυχία ως προς το μέλλον τους εξέφρασαν οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι και υστερούσαν αριθμητικά. Υποκινούνταν και από απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης, που είχαν σταλεί κρυφά στην Κρήτη για τον σκοπό αυτό. Όμως, το γεγονός εκείνο, το οποίο με ιδιαίτερη βαρύτητα επηρρέασε τις μετέπειτα εξελίξεις υπήρξε η στάση των εθνικιστικών κύκλων της Ελλάδας. Η κυβέρνηση, υπό τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, είχε εκφράσει την ικανοποίησή της πληροφορούμενη τον συμβιβασμό, που είχε μόλις επέλθει στο νησί και τις εγγυήσεις, οι οποίες είχαν δοθεί στους Κρήτες.

Το έμβλημα της “Εθνικής Εταιρείας”.

Ωστόσο, οι οπαδοί της “Μεγάλης Ιδέας”, δηλαδή του αλυτρωτικού οράματος, που προσέβλεπε στην απελευθέρωση όλων των Ελλήνων, διασκορπισμένων εντός και πέριξ του Αιγαίου Πελάγους, κρίνοντες και με αφορμή τη Σάμο, η οποία δεν είχε διεκδικήσει την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό βασίλειο, φοβήθηκαν ότι συνέτρεχε μέγας κίνδυνος οι Κρήτες να ακολουθήσουν και αυτοί το ίδιο παράδειγμα. Η “Εθνική Εταιρεία”, η οποία είχε συγκροτηθεί το 1894 με αφορμή τις εξελίξεις του Μακεδονικού, εξαπέλυσε μια σθεναρή εκστρατεία εντός του ελληνικού βασιλείου αλλά και στην ίδια την Κρήτη. Πολλά από τα μέλη της ήταν αξιωματικοί του στρατού. Η Εταιρεία προχώρησε στη συγκρότηση επιτροπών στήριξης του αγώνα των Κρητών με συγκέντρωση χρημάτων και οπλισμού, στρατολόγηση εθελοντών. Αξιομνημόνευτη υπήρξε και η ανταπόκριση των ελληνικών παροικιών της Αιγύπτου, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα, η Εταιρεία παρότρυνε την κοινή γνώμη να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση και στα Ανάκτορα. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Χαρίλαος Τρικούπης, άρχισε να επιτίθεται κατά της κυβέρνησης από τα έδρανα του Κοινοβουλίου, κατηγορώντας την τελευταία για επίδειξη αδράνειας.

Κατά βάθος, ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης και ο Γεώργιος Α΄ τάσσονταν υπέρ μιας εκτόνωσης της έντασης. Γρήγορα, όμως, αναγκάστηκαν να υπολογίζουν σε ένα ρεύμα, το οποίο παρέσυρε τη χώρα ολόκληρη. Η δυναστεία ήταν ξενόφερτη. Ο ίδιος ο Γεώργιος, που ανέβηκε στο θρόνο το 1863 σε ηλικία 18 ετών, ήταν γυιός του βασιλέα Χριστιανού ΙΧ της Δανίας και παντρεμένος με την πριγκίπισσα Όλγα, κόρη του Μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου και ανηψιά του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄ της Ρωσίας. Τα 23 έτη της έως τότε παραμονής του στο θρόνο, τον είχαν πείσει πως δεν διέθετε άλλη επιλογή από το να ευθυγραμμιστεί με το δημόσιο αίσθημα, έστω με βαριά καρδιά, ακόμα και ενάντια στη βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι ταραχές, οι οποίες ξέσπασαν με την είσοδο του 1897 στην Κρήτη, δεν ήταν χειρότερες από τις προηγούμενες. Προσέλαβαν, όμως, διαστάσεις, εξαιτίας της εκστρατείας, στην οποία είχε επιδοθεί η Εθνική Εταιρεία. Ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στα Χανιά, Γερμάδης, μέλος ο ίδιος της Εταιρείας, υποκινούσε τους ντόπιους οπλαρχηγούς, υποσχόμενος την έμπρακτη συνδρομή της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας. Έπειτα από ένα μεμονωμένο επεισόδιο στα Χανιά, στις 3 Ιανουαρίου, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό δυο Μουσουλμάνων, τα χριστιανικά χωριά της περιοχής δέχθηκαν επίθεση από ομάδες ατάκτων. Αμέσως προσέτρεξε σε βοήθεια δύναμη 2.000 ενόπλων ανδρών, προερχομένων από ολόκληρο το νησί, για την προστασία του απειλούμενου χριστιανικού πληθυσμού της πόλης. Έπειτα από μεγάλη προσπάθεια, οι οπλαρχηγοί πείστηκαν να μη δώσουν συνέχεια κι έτσι αποτράπηκε το χειρότερο. Στο τέλος Ιανουαρίου, το Ηράκλειο υπήρξε, με τη σειρά του, θέατρο ταραχών. Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί αναγκάστηκαν να στείλουν επιτόπου πλοία του πολεμικού ναυτικού για την προστασία των υπηκόων τους. Μόλις επικράτησε ηρεμία, τη σκυτάλη των ταραχών παρέλαβε εκ νέου η πρωτεύουσα: συμπλοκές εντός της πόλης και επιχειρήσεις, εν είδει αντιποίνων στα γύρω χωριά με λεηλασίες και εμπρησμούς. Στις 4 Φεβρουρίου, τα Χανιά τελούσαν υπό καθεστώς πλήρους εξέγερσης. Οι Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν με πρωτοφανή βία κατά της χριστιανικής συνοικίας της Χαλέπας, σκοτώνοντας και πυρπολώντας. Στα παραπάνω έκτροπα πρωτοστατούσαν άτομα, προερχόμενα από τη Βεγγάζη, μαύροι και μιγάδες, κοινωνικά υποβαθμισμένοι και που ασκούσαν επαγγέλματα, τα οποία ενέπνεαν γενική περιφρόνηση: αμαξάδες, κρεοπώλες, φορτοεκφορτωτές κλπ.

Η παρέμβαση του διεθνούς στόλου διέσωσε τους Χριστιανούς των Χανίων από πλήρη αφανισμό, καθώς εκκενώθηκαν στη Σμύρνη και στα νησιά του Αιγαίου. Τα πληρώματα των πλοίων, με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς της πόλης, κατάφεραν να δαμάσουν τις πάμπολλες πυρκαγιές. Ωστόσο, οι ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Τα δυο τρίτα της χριστιανικής συνοικίας (συμπεριλαμβανομένης και της Αρχιεπισκοπής) είχαν υποστεί ολική καταστροφή. Όσα κτήρια κατάφεραν να διασωθούν, είχαν υποστεί λεηλασία. Υπήρχε ενδεχόμενο το παράδειγμα των Χανίων να λειτουργήσει ως προηγούμενο σε βάρος των Χριστιανών κατοίκων του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου. Από την άλλη πλευρά, τα έκτροπα του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1897 υπήρξαν το έναυσμα για γενικευμένη εξέγερση των Χριστιανών της νήσου. Στο δυτικό τμήμα, πολλοί από αυτούς συγκεντρώθηκαν στο Ακρωτήρι, εν αναμονή μιας εφόδου εναντίον της πόλης των Χανίων. Τον όλο σχεδιασμό και συντονισμό είχε αναλάβει η Επιτροπή, την οποία στελέχωναν εκπρόσωποι της αστικής τάξης. Μεταξύ των μελών της συγκαταλεγόταν και ένας 33χρονος δικηγόρος, ονόματι Ελευθέριος Βενιζέλος. Πρώτος στόχος υπήρξαν τα μουσουλμανικά χωριά της πεδιάδας, πολλά εκ των οποίων πυρπολήθηκαν. Ανάλογη κατάσταση επικράτησε στις κεντρικές και ανατολικές περιοχές της Κρήτης, όπου το όνομα ενός σκληροτράχηλου οπλαρχηγού, του καπετάν Κόρακα, άφησε εποχή. Τα ένοπλα σώματα άφηναν παντού πίσω τους παραμορφωμένα πτώματα, βιασμένες γυναίκες και καμμένα ερείπια. Υπολογίζεται πως μέσα σε λίγες, μόνο, ημέρες, περί τους χιλίους Μουσουλμάνους έχασαν τη ζωή τους στην ύπαιθρο.⁴

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν ακαριαία, στέλνοντας ενισχύσεις. Η Γαλλία και η Ρωσία από μια μοίρα θωρηκτών, υπό τη διοίκηση των ναυάρχων Pottier και Alexeieff, η Αυστρουγγαρία ολόκληρο το στόλο που ναυλοχούσε στη ναυτική βάση της Πόλα, στην Αδριατική, η Γερμανία ένα καταδρομικό. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1897, εντός των κρητικών υδάτων είχαν συγκεντρωθεί 72 μονάδες επιφανείας, εκ των οποίων 20 βρετανικές υπό τον ναύαρχο Harris και 19 ιταλικές, υπό τον ναύαρχο Canevaro.

Απόσπασμα της διεθνούς δύναμης κατοχής στα κατεστραμμένα από την πυρπόληση Χανιά (Απρίλιος 1897).

Η συγκίνηση στην Ελλάδα είχε φτάσει στο έπακρο. Η κυβέρνηση Δηληγιάννη είχε στείλει στην Κρήτη τα πολεμικά πλοία “Ύδρα” και “Μιαούλης” για την εκκένωση προσφύγων. Οι Αθηναίοι διαδήλωναν έξω από το Κοινοβούλιο, ζητώντας τη λήψη δραστικότερων μέτρων. Ξεπερασμένη από εξελίξεις, ικανές να οδηγήσουν ακόμα και σε γενικό ξεσηκωμό και σε ανατροπή της δυναστείας, η κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με το κοινό αίσθημα, επενδύοντας σε μια παρέμβαση της τελευταίας στιγμής εκ μέρους του διεθνούς παράγοντα. Παντού συγκροτούνταν επιτροπές υποστήριξης προς τον αγώνα των Κρητών με συλλογή χρηματικών ποσών, συγκέντρωση όπλων, στρατολόγηση εθελοντών και μίσθωση πλοίων για τη μεταφορά τους. Ανήμπορες να αντιδράσουν, οι αρχές άφηναν την κατάσταση να εξελιχθεί. Από τη δική της πλευρά, η Εθνική Εταιρεία εξακολουθούσε να διαδίδει πως η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στην αμέριστη υποστήριξη της Μεγάλης Βρετανίας. Έριχνε λάδι στη φωτιά, με την ελπίδα ότι η κρίση θα ολοκληρωνόταν με την προσάρτηση της Κρήτης στο ελληνικό βασίλειο. Όσο για την πιεσμένη πανταχόθεν κυβέρνηση, αναγκάστηκε να υιοθετήσει επιθετική πολιτική έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πληροφορούμενη φήμες, σύμφωνα με τις οποίες ο σουλτάνος σχεδίαζε να στείλει ενισχύσεις στο νησί για την καταστολή της εξέγερσης, ο Δηληγιάννης διέταξε, στις 11 Φεβρουαρίου, έναν στολίσκο έξι τορπιλοβόλων, υπό τη διοίκηση του δευτερότοκου πρίγκιπα Γεωργίου, να αναλάβει περιπολία στα ανοικτά της Κρήτης, με διαταγή να βυθίσει τα τουρκικά μεταγωγικά. Δυο μέρες αργότερα, ο υπασπιστής του βασιλέα, συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος, επικεφαλής ενός σώματος 2.000 εθελοντών, αναχώρησε από τον Πειραιά με σκοπό να καταλάβει το νησί στο όνομα του Γεωργίου Α΄. Υποκύπτοντας στον γενικό παροξυσμό, η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποίησε τη διαδικασία της επιστράτευσης και άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα κατά μήκος των συνόρων της Θεσσαλίας.

Ο συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος στο αρχηγείο του στον Κίσσαμο.
Ο πρίγκιπας Γεώργιος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Στην ίδια την Κρήτη, η κατάσταση ανατράπηκε πλήρως μέσα σε λίγες ημέρες. Ήταν η σειρά των Μουσουλμάνων να προσφύγουν σε έκκληση για βοήθεια. Η Υψηλή Πύλη απάντησε με διενέργεια επιστράτευσης και με απειλές για παρέμβαση του ναυτικού της στην Κρήτη και του στρατού της στη Θεσσαλία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επιθυμούσαν την εκτόνωση της έντασης και δεν ήταν διατεθειμένες να τεθούν προ τετελεσμένου γεγονότος από την Ελλάδα. Ωστόσο, ανέκυψε διχογνωμία ως προς την ακολουθητέα πορεία. Η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία διάκεινταν θετικά προς την Ελλάδα. Αντίθετα, η Ρωσία, κυρίως δε, η Γερμανία, η οποία διατηρούσε σημαντικά συμφέροντα εντός της οθωμανικής επικράτειας, τάχθηκαν αρνητικά. Το Βερολίνο κατήγγειλε την προσβλητική και προκλητική, όπως χαρακτήρισε, συμπεριφορά της Ελλάδας και εκστόμισε και εκείνο απειλές για διενέργεια αντιποίνων. Η πιστή σύμμαχός του στους κόλπους του συνασπισμού της Τριπλής Συμμαχίας, Αυστροουγγαρία, κινήθηκε σε ανάλογο μήκος κύματος. Από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Γαλλία υπήρξε εκείνη που βρέθηκε στην πιο λεπτή θέση. Από παράδοση, η συμπάθειά της στρεφόταν προς την Ελλάδα. Έπρεπε, όμως, να συνυπολογίσει τη συμμαχία, που είχε πρόσφατα συνομολογήσει με τη Ρωσία. Πόσο μάλλον, που η παραπάνω διακρατική πράξη συμβόλιζε την έξοδο της χώρας από μια διπλωματική απομόνωση είκοσι και πλέον ετών, στην οποία την είχε καταδικάσει η πολιτική του Bismarck. Ο πρωθυπουργός Jules Méline και ο υπουργός Εξωτερικών Gabriel Hanotaux ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται μεταξύ ρεαλισμού και συναισθήματος. Η διστακτικότητα της Γαλλίας και η εν γένει έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ των Δυνάμεων, κόστισε στις τελευταίες δυο πολύτιμες εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων η κατάσταση στην Κρήτη επιδεινώθηκε ταχύτατα.⁵

Οι εξεγερθέντες Χριστιανοί, με το ηθικό τους αναπτερωμένο έπειτα από την άφιξη των εθελοντών από την Ελλάδα στον κόλπο του Κισσάμου, επέδειξαν ακόμη μεγαλύτερη τόλμη. Οι ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων αποφάσισαν την κατάληψη των Χανίων από ένα σώμα 540 ναυτών από πέντε διαφορετικές εθνότητες. Έπειτα από σχετικό αίτημα της Υψηλής Πύλης, η κατοχή στρατηγικής σημασίας θέσεων επεκτάθηκε σε ολόκληρο το νησί. Οι Αυστριακοί εγκαταστάθηκαν στον Κίσσαμο, οι Ρώσοι στο Ρέθυμνο, οι Βρετανοί στο Ηράκλειο, οι Γάλλοι στη Σητεία και στη Σπιναλόγκα, οι Ιταλοί στην Ιεράπετρα. Ναυτικά αγήματα στάλθηκαν στην ενδοχώρα για παροχή υποστήριξης στους Μουσουλμάνους. Τελικά, κατάφεραν να μεταφέρουν στις παράκτιες περιοχές εκατοντάδες πολίτες και στρατιώτες, οι οποίοι τελούσαν υπό καθεστώς πολιορκίας και απειλούνταν με φυσική εξόντωση. Οι ναύαρχοι έδειχναν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν με την ισχύ των όπλων τις θέσεις που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Από τον Κίσσαμο, ο Βάσσος δίσταζε να περάσει στην επίθεση. Όχι όμως και οι εξεγερθέντες του Ακρωτηρίου, οι οποίοι άρχισαν να βάλλουν εναντίον των πλοίων των Δυνάμεων που ήταν αγκυροβολημένα εντός του κόλπου της Σούδας. Στα σποραδικά τους πυρά, οι ναύαρχοι απάντησαν με κανονικό βομβαρδισμό. Έτσι, προέκυψε η ακόλουθη παράδοξη κατάσταση: ο στόλος των Δυνάμεων, ο οποίος είχε καταπλέυσει στην Κρήτη για παροχή προστασίας προς τους Χριστιανούς, αναγκάστηκε να παρέμβει για τη σωτηρία των Μουσουλμάνων.

Πληροφορούμενη τις εξελίξεις, η κοινή γνώμη στην Ευρώπη ευαισθητοποιήθηκε. Οι αντιδράσεις διέφεραν ανάλογα με τη χώρα. Εάν η Ελλάδα βρισκόταν στο στόχαστρο του αυστριακού και του γερμανικού Τύπου, στη Γαλλία, στην Ιταλία και ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία, όπου συγκροτούνταν επιτροπές στήριξης του αγώνα των Κρητών, η κατάσταση ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Στο Παρίσι έλαβαν χώρα διαδηλώσεις. Στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια λεγεώνα γαριβαλδινών εθελοντών έτοιμη να αναχωρήσει για το νησί. Στο Λονδίνο, ο πρώην πρωθυπουργός William Gladstone ηγήθηκε μιας κίνησης υπέρ των Κρητών. Στη Βουλή των Κοινοτήτων, μόλις έγινε γνωστή η είδηση του βομβαρδισμού του Ακρωτηρίου, η φιλελεύθερη αντιπολίτευση προσήψε στη συντηρητική κυβέρνηση πως είχε μετατραπεί σε χωροφύλακα της Υψηλής Πύλης. Ανάλογη στάση υιοθέτησε στο γαλλικό Κοινοβούλιο ο Jean Jaurès.⁶

Η αμηχανία και η έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ των κυβερνήσεων ήταν έκδηλες. Το Βερολίνο και η Αγία Πετρούπολη απαιτούσαν κυρώσεις σε βάρος της Ελλάδας με την επιβολή ενός ναυτικού αποκλεισμού, που θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην ανάκληση του σώματος των εθελοντών και του στόλου, ο οποίος εξακολουθούσε να περιπολεί στα ανοικτά της Κρήτης. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, λόρδος Salisbury, πρότεινε την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος αυτονομίας υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε δημόσια δήλωση υποστήριξε πως ουδέποτε η κοινή γνώμη στη χώρα του επρόκειτο να αποδεχθεί μια παρέμβαση στην υπόθεση της Κρήτης, έχουσα ως απώτερο στόχο την επιστροφή της νήσου στο παλαιό καθεστώς. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, οι Δυνάμεις καταστάλλαξαν επιτέλους σε ένα κοινό σχήμα. Σε κοινό διάβημα προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη (2 Μαρτίου 1897) αποσαφήνιζαν ότι “υπό τις παρούσες συνθήκες είναι αδύνατη μια προσάρτηση της Κρήτης στο ελληνικό βασίλειο”. Το νησί θα απολάμβανε ενός καθεστώτος αυτονομίας υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Το κείμενο, το οποίο προσλάμβανε διαστάσεις τελεσιγράφου διευκρίνιζε ότι “εάν, εντός προθεσμίας έξι ημερών, η ελληνική κυβέρνηση δεν προχωρούσε στην ανάκληση των εθελοντών και του στόλου από την Κρήτη, επιφυλάσσονταν να προσφύγουν σε οποιοδήποτε μέτρο έκριναν σκόπιμο”.

Η Υψηλή Πύλη έσπευσε να αποδεχθεί τις παραπάνω προτάσεις. Αντίθετα, στην Αθήνα, όπου ο παροξυσμός είχε φτάσει στο έπακρο, η κυβέρνηση έθεσε ζήτημα διενέργειας δημοψηφίσματος. Ο ίδιος ο λαός της Κρήτης έπρεπε να αποφανθεί για το μέλλον του. Επιπρόσθετα, έκανε λόγο για μερική, μόνο, ανάκληση του στόλου. Οι εθελοντές θα παρέμεναν στο νησί. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία έδειξε να αιφνιδιάζει τις ευρωπαϊκές καγκελαρίες. Οι τελευταίες δεν τόλμησαν να μετατρέψουν σε πράξη τις απειλές τους, πέραν της επιβολής ενός χαλαρού ναυτικού αποκλεισμού των ακτών της Κρήτης και της αποστολής περεταίρω ενισχύσεων επιτόπου.

Βρετανικό πυροβολικό παρατεταγμένο στο τείχος του Ηρακλείου.

Δυστυχώς, τα παραπάνω μέτρα αποδείχθηκαν ανεπαρκή, καθώς δεν κατάφεραν, τελικά, να αποσοβήσουν τον πόλεμο. Ο σουλτάνος, απέφυγε να διακινδυνεύσει μια έξοδο του στόλου του στο Αιγαίο. Το οθωμανικό πολεμικό ναυτικό βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Από τις εννέα μονάδες, οι οποίες ναυλοχούσαν στον Κεράτειο κόλπο, οι τρεις δεν απείχαν από την κατάσταση του ναυαγίου. Οι υπόλοιπες έξι, θα αποτελούσαν ιδανικό στόχο για τα ελληνικά τορπιλοβόλα σε περίπτωση που εγκατέλειπαν τα Στενά. Από τη στιγμή, που δεν μπορούσε να υπολογίζει παρά μόνο σε δυο μονάδες, ικανές να πλεύσουν με αξιώσεις, ο σουλτάνος απέκλεισε κάθε προοπτική ναυτικών επιχειρήσεων. Ο αποκλεισμός των ακτών της Κρήτης από τις Μεγάλες Δυνάμεις, αποτελούσε, υπό τις συνθήκες αυτές, πλεονέκτημα για την Υψηλή Πύλη. Στη στεριά, αντίθετα, οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει στα σύνορα της Θεσσαλίας δύναμη 120.000 ανδρών υπό τη διοίκηση του Eτέμ πασά. Στόχος τους ήταν η ανακατάληψη της επαρχίας, την οποία, 16 χρόνια νωρίτερα, είχαν εκχωρήσει στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο ήλπιζαν να εξαναγκάσουν τους Έλληνες κα αποχωρήσουν από την Κρήτη. Σημειωτέον ότι δέχονταν παρασκηνιακές παραινέσεις από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία προς την κατεύθυνση της ανάληψης πολεμικής δράσης. Αντίθετα, Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί συμβούλευαν επίδειξη μετριοπάθειας. Για τον Αβδούλ Χαμίτ, η πλάστιγγα έκλινε προς την προοπτική μιας εμπόλεμης αναμέτρησης σύντομης διάρκειας. Διαφορετικά, διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπος με έναν συνασπισμό μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Στις 13 Μαρτίου 1897, η Ελλάδα κήρυξε επιστράτευση. Η διαμεσολάβηση των Δυνάμεων στερείτο, πλέον, κάθε νοήματος. Διακατεχόμενοι από έναν ξέφρενο παρορμητισμό, οι Έλληνες δεν ήταν επιρρεπείς σε κανενός είδους συμβουλές. Οι Τούρκοι, από τη δική τους πλευρά, έκριναν πως είχε φθάσει η στιγμή να παραδώσουν ένα μάθημα στους ατίθασους γείτονές τους. Έπειτα από μια αλληλουχία προκλήσεων, ο σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στις 18 Απριλίου.

 

Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος (Απρίλιος – Μάιος 1897)

Ο συσχετισμός των ισορροπιών στο πεδίο των εχθροπραξιών έκλινε πολύ γρήγορα εις βάρος των Ελλήνων. Παρά τις προειδοποιήσεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση της Αθήνας αγνόησε το γεγονός ότι σε περίπτωση πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε θέση διπλωματικής απομόνωσης. Στις αρχές Απριλίου, κατέστη σαφές προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη πως ουδενός είδους επιθετική πρωτοβουλία επρόκειτο να γίνει αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής. Αν και διαισθανόμενη πως οδεύει προς εθνική καταστροφή, η κυβέρνηση Δηλιγιάννη αποδείχθηκε παντελώς ανήμπορη να την αποτρέψει.

Η επιστράτευση διενεργήθηκε εν μέσω γενικευμένης αταξίας. Πολλοί προτίμησαν να επανδρώσουν σώματα ατάκτων αντί να παρουσιαστούν στις μονάδες τους. Η Αθήνα βίωνε καταστάσεις πατριωτικού παροξυσμού. Ο Τύπος πληροφορούσε για την φιλελληνική εκστρατεία, η οποία είχε εκδηλωθεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και προανήγγειλε την έλευση ενός διεθνούς σώματος εθελοντών. Πρώτη κατέφθασε μια μικρή ομάδα γαριβαλδινών, στην οποία επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων, προτού η τελευταία προβεί σε συντεταγμένη έφοδο κατά των οίκων ανοχής του Πειραιά και της πρωτεύουσας. Παρά ταύτα, ορισμένοι από τους εθελοντές κατάφεραν να προωθηθούν στην πρώτη γραμμή, στη Θεσσαλία, όπου διακρίθηκαν από έλλειψη πειθαρχίας.

Η Εθνική Εταιρεία είχε επινοήσει ένα σχέδιο αντιπερισπασμού μέσω της δημιουργίας ενός είδους “πέμπτης φάλαγγας”, προορισμένης να δραστηριοποιηθεί στη Μακεδονία, με τη συνδρομή του ντόπιου πληθυσμού. Ήταν κοινή η πεποίθηση πως έτσι ήταν εφικτό να δρομολογηθεί μια γενικευμένη εξέγερση των χριστιανικών πληθυσμών της επαρχίας ενάντια στην οθωμανική διοίκηση. Δεν θα απέμενε στον τακτικό ελληνικό στρατό παρά να σπεύσει προς βοήθεια των εξεγερθέντων, μαζί με την υποστήριξη των υπολοίπων βαλκανικών κρατών. Στο παραπάνω σχέδιο δεν λαμβάνονταν καθόλου υπόψη αντιπαραθέσεις και ανταγωνισμοί μεταξύ Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων αλλά και μεταξύ των κυβερνήσεών τους. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη απεμπόλησε με χαρακτηριστική επιπολαιότητα την ύστατη ευκαιρία, που της είχε προσφερθεί. Συγκεκριμένα, μια αντιπροσωπεία του σουλτάνου επισκέφθηκε την Αθήνα, προτείνοντας έναν έντιμο συμβιβασμό: την αμοιβαία απόσυρση των στρατευμάτων από τα σύνορα και την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος, με γνώμονα την αυτονομία. Η Υψηλή Πύλη έφτασε μέχρι σημείου να προτείνει την επιλογή του πρίγκιπα Γεωργίου ως διοικητού της νήσου. Φοβούμενη μήπως υποκατασταθεί από την Εθνική Εταιρεία, η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να δώσει συνέχεια.

Συνειδητά ή ασυνείδητα, οι Έλληνες έβαιναν προς μια ένοπλη αναμέτρηση, την οποία οι ίδιοι είχαν καταστήσει αναπόφευκτη. “Είναι γεγονός πως τα ευρωπαϊκά κράτη είναι ισχυρά και ανίκητα”, ανέφερε μια αθηναϊκή εφημερίδα.⁷ “Εξίσου, όμως, μια μικρή χώρα οφείλει να πράξει αυτό που της υπαγορεύει το χρέος έναντι ενός αδελφού λαού. Η Αντιγόνη γνώριζε κάλλιστα πως ο θάνατος καιροφυλακτούσε για όποιον απέδιδε νεκρικές τιμές στον Πολυνείκη, παραβιάζοντας τη διαταγή του Κρέοντα. Ωστόσο, δεν δίστασε…Η Ελλάδα γνωρίζει πως διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο παραβιάζοντας τις διαταγές των Μεγάλων Δυνάμεων. Δεν της επιτρέπεται, όμως, να υποχωρήσει. Οφείλει να τιμήσει τις δεσμεύσεις της έναντι της Κρήτης”. Άλλες εφημερίδες, όπως η γαλλόφωνη Messager d’ Athènes, χαρακτήριζε τον επικείμενο πόλεμο ως “αναπόφευκτη συμφορά, επιβεβλημένη από το ίδιο το πεπρωμένο”.

Τα στρατεύματα των δυο χωρών είχαν παραταχθεί κατά μήκος των συνόρων, όταν, στις αρχές Απριλίου 1897, δύναμη 3.000 περίπου ατάκτων εισέβαλε στη Μακεδονία με αποστολή να προκαλέσει γενικευμένη εξέγερση. Πέντε ημέρες αργότερα, μπροστά στη γενική αδιαφορία του αυτόχθονα πληθυσμού, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 18 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, ο σουλτάνος, ορμώμενος από μια αλληλουχία μεθοριακών επεισοδίων, κήρυξε τον πόλεμο. Ταυτόχρονα, έδωσε δεκαπενθήμερη διορία σε όσους Έλληνες επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την οθωμανική επικράτεια. Όσοι αποφάσιζαν να παραμείνουν, όφειλαν να αποκτήσουν την τουρκική υπηκοότητα. Η Κρήτη και η Αίγυπτος εξαιρέθηκαν από αυτό το μέτρο. Όμως, η εξαγγελία του τελευταίου προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και κατά μήκος των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας.

Χάρτης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν άνισος. Ο ακριβής υπολογισμός τους στάθηκε αδύνατος, καθώς αμφότερα τα επιτελεία είχαν διογκώσει το μέγεθος που τους αναλογούσε για λόγους εντυπωσιασμού. Ο Ετέμ πασάς διέθετε, θεωρητικά τουλάχιστον, 170.000 άνδρες και 474 πυροβόλα. Έχοντας επιλέξει αμυντική τακτική στο ορεινό μέτωπο της Ηπείρου, συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του (120.000 άνδρες περίπου) στο μέτωπο της Θεσσαλίας. Απέναντί του είχαν αναπτυχθεί 47.000 Έλληνες υπό τη διοίκηση του διαδόχου Κωνσταντίνου. Οι Τούρκοι ήταν καλογυμνασμένοι. Υστερούσαν στον τομέα της επιμελητείας και του υγειονομικού. Οι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν περγαμηνές στους δυο παραπάνω τομείς. Διακρίνονταν, όμως, γενικότερα από μεγάλη έλλειψη πειθαρχίας. Σε επιχειρησιακό επίπεδο οι εξελίξεις υπήρξαν ταχύτατες. Ο οθωμανικός στρατός πέρασε αμέσως στην επίθεση διασπώντας την ελληνική άμυνα. Εννέα, μόλις, ημέρες έπειτα από την έναρξη των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση της Αθήνας αναγκάστηκε να ζητήσει τη διαμεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Υψηλή Πύλη, θέλοντας να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο, ικανό να της επιτρέψει επιτυχίες στο πεδίο των εχθροπραξιών και, συνακόλουθα, υπεροχή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, κωλυσιεργούσε σκοπίμως. Σχεδιασμένη από τον Γερμανό στρατηγό von der Goltz, η τουρκική επίθεση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Το μέτωπο κατέρρευσε βορείως της Λάρισας και πολύ γρήγορα ολόκληρος ο θεσσαλικός κάμπος έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

Η Μάχη των Φαρσάλων”, ελαιογραφία του Γεωργίου Ροϊλού, Μέτσοβο, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ.

Οι στρατιώτες του σουλτάνου επιδώθηκαν σε ένα πρωτοφανές όργιο βιαιοπραγιών και ασελγειών, αφήνοντας πίσω τους, από όπου περνούσαν, γυναίκες βιασμένες, οικίες κατεστραμμένες, εκκλησίες λεηλατημένες ή καμμένες. Σύμφωνα με τους ξένους ανταποκριτές, η αγαπημένη τους ψυχαγωγία ήταν να καίνε ζωντανούς τους ορθόδοξους ιερωμένους. “Οι στρατιώτες μας μάχονται γενναία”, αναγνώριζαν οι Τούρκοι αξιωματικοί, “αλλά κατόπιν καταστρέφουν τα πάντα”. Κατά τόπους, τραυματίες και αιχμάλωτοι τύγχαναν ευπρεπούς μεταχείρισης. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις, όπως σε κάποιο χωριό, όπου σουβλίστηκαν σαν οβελίες.⁸ Στη βία των στρατιωτών, ήρθαν να προστεθούν και οι ακρότητες των ληστών, που συνόδευαν τα στρατεύματα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας Αθηναίος δημοσιογράφος, “Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης όρμησαν στη Θεσσαλία όπως οι ακρίδες στην Αλγερία. Αυτοί, ακριβώς, οι Εβραίοι, ορμώμενοι από τη μανία του κέρδους, ενθάρρυναν ή συνέδραμαν τους Αλβανούς στις λεηλασίες, στις οποίες οι τελευταίοι επιδίδονταν. Το ανήθικο εμπόριό τους ξεπερνά κάθε περιγραφή…”. ⁹

Στις 3 Ιουνίου, ο Αβδούλ Χαμίτ συναίνεσε στην υπογραφή ανακωχής. Ως αντάλλαγμα, ζήτησε την επάνοδο στην προ του 1881 συνοριακή γραμμή και την επιβολή, στην Ελλάδα, πολεμικής αποζημίωσης ύψους 10 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών. Η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία έσπευσαν να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις της Υψηλής Πύλης. Η Βρετανία αντιτάχθηκε σε οποιουδήποτε είδους εδαφική εκχώρηση. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Gabriel Hanotaux πρότεινε μια συμβιβαστική λύση: μια συμβολική αναπροσαρμογή των συνόρων. Πρόκειται για τη λύση εκείνη, που τελικά επικράτησε. Οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη επέλεξαν τη φόρμουλα της επιστροφής στην Τουρκία ορισμένων παραμεθορίων χωριών. Πέρα από αυτόν τον περιορισμένης κλίμακας ακρωτηριασμό, η Θεσσαλία παρέμεινε επαρχία του ελληνικού βασιλείου. Ως προς το Κρητικό Ζήτημα, δεν γινόταν πλέον λόγος για ένωση. Ωστόσο, το νησί θα αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Τέλος, η Ελλάδα θα κατέβαλε, υπό μορφή πολεμικής αποζημίωσης, χρηματικό ποσό ύψους 100 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Δεκεμβρίου 1897.

 

Ο διακανονισμός του Κρητικού Ζητήματος (1898-1899)

Τη στιγμή που η ηττημένη και ταπεινωμένη Ελλάδα ήταν απασχολημένη με οικονομικής φύσεως προβλήματα, τα οποία σύντομα θα την οδηγούσαν σε πτώχευση, στην Κρήτη, η κατάσταση έδειχνε να εξομαλύνεται με αργούς, διακεκομμένους ρυθμούς, εξαιτίας ορισμένων ξεσπασμάτων, λίγο έως πολύ βίαιων. Ο ναυτικός αποκλεισμός είχε θέσει τέλος στον ανεφοδιασμό των εξεγερθέντων με οπλισμό. Η κυβέρνηση της Αθήνας είχε προχωρήσει στην ανάκληση του στολίσκου των τορπιλοβόλων ενόψει μιας πιθανής ελληνοτουρκικής ναυτικής αναμέτρησης στο Αιγαίο. Τον Μάιο, όταν η ήττα φάνταζε βεβαία, απέσυρε και τη δύναμη του συνταγματάρχη Βάσσου από το νησί. Όμως, στο Ακρωτήρι όπως και σε πολλά σημεία της ενδοχώρας, οι εξεγερθέντες είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους, ενώ τα ναυτικά αγήματα των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν αναλάβει, πλέον, την προστασία των πόλεων, όπου συνέρρεαν χιλιάδες Μουσουλμάνοι πρόσφυγες. Πρόθεση των Δυνάμεων ήταν η εγκαθίδρυση ενός αυτόνομου καθεστώτος με βάση τις αρχές του Συμφώνου της 25ης Αυγούστου 1896. Επ αυτού, παρατηρήθηκε διάσταση απόψεων: Η Γερμανία, θεωρώντας πως η προτεινόμενη λύση ευνοούσε τους Έλληνες ορθόδοξους, ανακάλεσε το μοναδικό πλοίο της δηλώνοντας ότι δεν ήταν, πλέον, διατεθειμένη να ασχοληθεί με το Κρητικό Ζήτημα. Το παράδειγμά της ακολούθησε σχεδόν αμέσως και η Αυστροουγγαρία. Επιτόπου, με τη δύση του 1897, είχαν παραμείνει η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ρωσία. Σε αυτές αναλογούσε η διαμόρφωση του μελλοντικού καθεστώτος της νήσου. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η αποκατάσταση της ηρεμίας και της τάξης. Επρόκειτο για μια δύσκολη αποστολή, έπειτα από δυόμισυ έτη διαρκών ταραχών και σφαγών. Μέσα στις πυκνοκατοικημένες πόλεις, οι πρόσφυγες οργανώνονταν και κινητοποιούνταν. Μια στάση της κακοπληρωμένης τουρκικής φρουράς (13.000 άνδρες) ήταν ενδεχόμενη. Από την άλλη πλευρά, στα χέρια των εξεγερθέντων, στις ορεινές και απρόσιτες περιοχές, βρίσκονταν 80.000 όπλα.

Τον Απρίλιο του 1898, οι ναύαρχοι των Δυνάμεων χώρισαν την Κρήτη σε πέντε τομείς, οι οποίοι συνέπιπταν, σχεδόν, με την ισχύουσα διοικητική διαίρεση. Οι Ρώσοι εγκαταστάθηκαν στο Ρέθυμνο, οι Βρετανοί στο Ηράκλειο, οι Γάλλοι στη Σητεία, οι Ιταλοί στα Σφακιά. Ο έλεγχος των Χανίων διεκπεραιώθηκε από κοινού. Ωστόσο, ο συνολικός αριθμός των 5.000 ναυτών δεν αρκούσε, προκειμένου να μπορέσει να ασκηθεί έλεγχος επί της νήσου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1898, σημειώθηκε στο Ηράκλειο γενικευμένη σύρραξη ανάμεσα σε Μουσουλμάνους πρόσφυγες και Βρετανούς ναύτες. Αφού προηγουμένως εξανάγκασε τους τελευταίους να αναζητήσουν καταφύγιο στα πλοία του στόλου, ο εξαγριωμένος όχλος στράφηκε ενάντια στη χριστιανική συνοικία, την οποία πυρπόλησε και λεηλάτησε. Υπολογίζεται πως περί τους πεντακόσιους Χριστιανοί έχασαν τότε τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων και ο Βρετανός πρόξενος. Κατά τις τραγικές εκείνες ημέρες, η τουρκική φρουρά της πόλης (4.000 άνδρες) αρκέστηκε σε ρόλο απλού παρατηρητή, επιτρέποντας στον όχλο να δρα ανεξέλεγκτα.

Τα έκτροπα του Ηρακλείου προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των Δυνάμεων, οι οποίες, με διάβημα προς την Υψηλή Πύλη, αξίωσαν την απόσυρση της τουρκικής φρουράς από την Κρήτη. Ταυτόχρονα, έστειλαν επιτόπου πέντε τάγματα για ενίσχυση. Μέσα στις πόλεις, οι ξένοι αξιωματικοί ανέλαβαν τον αφοπλισμό των πολιτών, αρχής γενομένης από τους Μουσουλμάνους.

Τα έκτροπα του Ηρακλείου, όπως αποτυπώθηκαν στο περιοδικό “The Graphic” στις 17 Δεκεμβρίου 1898.

Τα μέτρα αυτά συνέβαλαν στην αποχώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας από την Κρήτη. Πρώτοι εγκατέλειψαν το νησί, συνοδεύοντας την απόσυρση της τουρκικής φρουράς, οι πρόσφυγες, που είχαν συγκεντρωθεί στα Χανιά και στο Ηράκλειο. Γρήγορα τους μιμήθηκαν και οι υπόλοιποι.

Λίγες μέρες πριν από τις σφαγές του Ηρακλείου, είχε προηγηθεί η σύναψη ενός συμφώνου ανάμεσα στους εκπροσώπους των Δυνάμεων και τους εξεγερθέντες του Ακρωτηρίου. Έφερε τις υπογραφές των τεσσάρων προξένων και των εντεταλμένων της ονομαζομένης Κρητικής Εκτελεστικής Επιτροπής και αφορούσε στο μελλοντικό διοικητικό καθεστώς της νήσου. Στο μακροσκελές αυτό κείμενο (περιείχε 188 άρθρα) υπήρχε πρόνοια για εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στους ευαίσθητους τομείς της απονομής δικαιοσύνης και της τήρησης της τάξης. Στις 21 Δεκεμβρίου 1898, κατέφθασε ο Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας. Επρόκειτο για τον πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδος, επιλογή εξολοκλήρου των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Το νέο Σύνταγμα, το οποίο υιοθετήθηκε στις 27 Απριλίου 1899, καθιστούσε την Κρήτη σχεδόν ανεξάρτητη, καθώς είχε στο εξής το δικαίωμα να αναρτά δική της σημαία, να εκδίδει δικό της νόμισμα και να τυπώνει δικά της γραμματόσημα. Οι κάτοικοί της απολάμβαναν μιας ιδιόμορφης υπηκοότητας καθώς θεωρούνταν “Κρητικής προέλευσης”. Ο Ύπατος Αρμοστής, ασκούσε την εξουσία του με τη συνδρομή ενός πενταμελούς Συμβουλίου (τέσσερεις Χριστιανοί-ένας Μουσουλμάνος), που διόριζε ο ίδιος, και οι οποίοι λογοδοτούσαν ενώπιον μιας αιρετής Συνέλευσης.

Η Ύπατη Αρμοστεία του πρίγκιπα Γεωργίου (πάνω). Η σημαία της Κρητικής Πολιτείας και ο συμβολισμός της (κάτω).

Πρώτος πρόεδρος της Κρητικής Συνελεύσεως αναδείχθηκε ο Ιωάννης Σφακιανάκης. Η πιο χαρισματική παρουσία, ωστόσο, ήταν εκείνη ενός δικηγόρου, ονόματι Ελευθέριος Βενιζέλος, από τους πρωτεργάτες της εξέγερσης του Ακρωτηρίου, ο οποίος υιοθέτησε το σχήμα της αυτονομίας, αφού, προηγουμένως, είχε αγωνιστεί με θέρμη υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Το μειονοτικό πρόβλημα έφθινε με την πάροδο του χρόνου, χάρη στην εθελούσια ή μη αναχώρηση των Μουσουλμάνων από το νησί. Το πρώτο κύμα (Μουσουλμάνοι της υπαίθρου, που είχαν διαφύγει στις πόλεις έχοντας χάσει τις περιουσίες τους) διαδέχθηκαν οι ομόθρησκοί τους μόνιμοι κάτοικοι των πόλεων, καθώς άρχισε να επιστρέφει ο χριστιανικός αστικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την Κρήτη εν μέσω των σφαγών του 1897 και του 1898. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας γενικής απογραφής, το 1900, ο συνολικός πληθυσμός της Κρήτης δεν είχε γνωρίσει αξιόλογη αύξηση (301.577 κάτοικοι έναντι 294.192 το 1887). Όμως, ο αριθμός των Μουσουλμάνων δεν ξεπερνούσε τους 33.000 (11% του συνολικού πληθυσμού). Δεκατρία χρόνια νωρίτερα τα δεδομένα ήταν εκ διαμέτρου διαφορετικά (85.000 Μουσουλμάνοι, ποσοστό 30%).¹º Με άλλα λόγια, περί τα δυο τρίτα του Μουσουλμανικού πληθυσμού είχαν εγκαταλείψει το νησί αναζητώντας καταφύγιο στη Μικρά Ασία. Το φαινόμενο έμελλε να διατηρηθεί έως την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913. Σε τελευταία ανάλυση, το καθεστώς της αυτονομίας συνιστούσε εφήμερη πολιτική λύση εν αναμονή της φυσιολογικής εξέλιξης των πραγμάτων, δηλαδή της ένωσης. Συνέβαλε στην αποκατάσταση της ηρεμίας, χάρη στην αποχώρηση της Μουσουλμανικής μειονότητας. Η μια μετά την άλλη, οι Δυνάμεις απέσυραν τα ναυτικά τους αγήματα. Ωστόσο, ο πρίγκιπας Γεώργιος κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ισχυρό ενωτικό κίνημα, το οποίο οδήγησε, το 1905, σε νέα διεθνή παρέμβαση. Το Κρητικό Ζήτημα λύθηκε οριστικά την επομένη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Ήδη, τα τρία προηγούμενα χρόνια, τα ηνία του ελληνικού βασιλείου βρίσκονταν στα χέρια του πιο διάσημου Κρητικού, του Ελευθερίου Βενιζέλου.

 

O Jean Ganiage (Mesnil-Théribus, 1923 – Παρίσι, 2012) υπήρξε ο νεώτερος σε ηλικία ακαδημαϊκός δάσκαλος της Φιλοσοφικής Σχολής του Παρισιού (αργότερα Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Πανεπιστήμιο Παρισιού-Σορβόννης IV), όταν, τον Σεπτέμβριο του 1961, εκλέχθηκε στη βαθμίδα του τακτικού καθηγητή στον τομέα της Σύγχρονης Ιστορίας, όπου υπηρέτησε έως τη συνταξιοδότησή του, το 1985. Είχε, επίσης, μακρά συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) καθώς και με το Εθνικό Ίδρυμα Δημογραφικών Ερευνών (INED) σε επίπεδο έρευνας και δημοσιεύσεων. Ειδικεύθηκε στον χώρο της Ιστορίας της Αποικιοκρατίας και σε εκείνον της Ιστορικής Δημογραφίας. Οι μελέτες του για την αποικιακή εξάπλωση της Γαλλίας επί καθεστώτος της Γ΄ Δημοκρατίας και για τις καταβολές του γαλλικού προτεκτοράτου στην Τυνησία, υπήρξαν πρωτοποριακές για την εποχή τους και θεωρούνται, ακόμα και σήμερα, ως θεμελιώδη σημεία αναφοράς.

 

Εργογραφία του συγγραφέα

 

1.  Les Origines du Protectorat français en Tunisie (1861-1881), Presses universitaires de France, 1959, 776 pages. Réédité en Tunisie par la M.T.E en 1968.

2.  La population européenne de Tunis au milieu du 19è siècle, Etude démographique, Préface de Marcel Reihnard, P.U.F, 1960, 101 pages.

3.  Une entreprise italienne de Tunisie au milieu du 19è siècle, correspondance inédite de la thonaire de Sidi Daoud, Paris, Presses universitaires de France, 1960, 171 pages.

4. Trois villages d’Ile-de-France au XVIIIe siècle, Etude démographique, I.N.E.D, Paris, Presses Universitaires de France, 1963, 143 pages.

5. L’Afrique au XXe siècle (avec la collaboration de H. Deschamps et O. Guitard),  Paris, Sirey, 1966, 908 pages.

6. L’Expansion coloniale de la France sous la IIIe République, Payot, 1968, 434 pages, avec cartes. (ouvrage couronné par l’Académie française). En cours de réédition.

7. Les affaires d’Afrique du Nord de 1930 à 1964, (1ère partie), Paris, Centre de Documentation Universitaire, 1972, 113 pages

8. Les relations internationales de 1890 à 1914, Paris, Centre de Documentation Universitaire, 1974, 214 pages, Rééditions du CNRS, Paris 1999.

9. Le Beauvaisis au XVIIIe siècle, T 1, La Campagne,  Paris, INED, «Travaux et documents», Paris, P.U.F, 1988, VI- 278 pages avec cartes.

10. Histoire contemporaine du Maghreb, Paris, Fayard, 1994, 822 pages avec cartes (ouvrage honoré d’un prix décerné par l’Académie des Sciences d’Outre-mer).

11. Beauvais au XVIIIe siècle: Cadre urbain et population, Paris, Editions du Centre National de la Recherche Scientifique, 1999, 285 pages avec cartes. (Ouvrage couronné par l’Académie des Science morales et politiques).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

*Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Les Affaires de Crète (1895-1899)” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Revue d’ Histoire diplomatique, Ιανουάριος-Ιούνιος 1974, αρ. 1 και 2, Παρίσι, 1974, σελ.1-26. Στηρίχθηκε σε ενδελεχή έρευνα του συγγραφέα στα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας (Σειρά: Τουρκία για τα έτη 1895-1896, και τους φακέλους της Νέας Σειράς – Nouvelle série – με τίτλο : Crète, établissement de l’ autonomie, guerre gréco-turque, αρ. 1 – 32, για την περίοδο από 1.1.1897 έως 31.12.1898, και Politique intérieure, αρ. 1 – 2 για τα έτη 1899-1904). Μια σύντομη αναδίφηση στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία επιβεβαίωσε την οπτική του γαλλικού υλικού. Ο πλέον δραστήριος και καλύτερα ενημερωμένος από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στα Χανιά, όπως προκύπτει από την διπλωματική αλληλογραφία, ήταν, αναμφίβολα, ο Γάλλος Paul Blanc. Ο ρόλος, τον οποίο διαδραμάτισε κατά τη διάρκεια της κρίσης, αποτελεί περίτρανη απόδειξη. Συμπληρωματικά αναφέρουμε τις ακόλουθες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές: 1) την γαλλική Κίτρινη Βίβλο (Livre Jaune: Affaires de Crète, juin 1894-février 1897), απογοητευτική σε σύγκριση με τα αρχεία, 2) Τέσσερα άρθρα του Νικολάου Πολίτη, τα οποία δημοσιεύθηκαν μεταξύ των ετών 1897 και 1898 στο περιοδικό Revue générale de droit international public υπό τον γενικό τίτλο “La guerre gréco-turque au pont de vue du droit international”, 3) την πραγματεία του Victor Bérard, Les affaires de Crète, Παρίσι, 1898. Τα ελληνικά και τα οθωμανικά αρχεία ασφαλώς θα είναι σε θέση να συμπληρώσουν με πρωτότυπα στοιχεία την προσέγγιση του Κρητικού Ζητήματος. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να προσφέρει μια πρώτη γεύση στο γαλλικό κοινό, για μια υπόθεση, η οποία δεν είναι δίχως αναλογίες με το σημερινό Κυπριακό Ζήτημα (σημ. μεταφρ. Το άρθρο δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 1974, μεσούσης της Κυπριακής κρίσης).

¹ Το κείμενο της Σύμβασης της Χαλέπας καθώς και εκείνο του Αυτοκρατορικού Διατάγματος είναι καταχωρισμένα στη Γαλλική Κίτρινη Βίβλο ( Livre Jaune: Affaires de Crète, juin 1894- février 1897, Παρίσι, Εθνικό Τυπογραφείο, 1897).

² Τα συμβάντα περιγράφονται αναλυτικά στην αλληλογραφία του Γάλλου προξένου στα Χανιά Paul Blanc (Affaires Étrangères, Turquie 1895-1896, passim.).

³ A.E., Turquie, Tηλεγρ. Paul Blanc, Χανιά, 17 Ιουλίου 1896 (συνημμένο της 15ης Ιουλίου).

⁴ Α.Ε., Nouvelle série, Crète, vol.1, Blanc προς Hanotaux, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1897, passim.

⁵ Α.Ε., Nouvelle série, Crète, vol.1, Συνομιλίες Hanotaux με Monson και Tornelli, αντίστοιχα πρέσβεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιταλίας στο Παρίσι. Αλληλογραφία με Marshall, Mouraviev και Goluchowski (Φεβρουάριος 1897).

⁶ Journal Officiel, Ολομέλεια του Γαλλικού Κοινοβουλίου, 15 Μαρτίου 1897.

Παλιγγενεσία, 5/17 Μαρτίου 1897. Αναφέρεται στο N. Politis, La guerre gréco-turque…,σελ. 9.

⁸ Politis, οπ.π., σελ. 49. Μαρτυρία ανταποκριτή της εφημερίδας Daily Telegraph.

⁹ Ibid., σελ. 53.

¹º Α.Ε. Crète, Politique intérieure, αρ. 1, Blanc προς Delcassé, Χανιά, 8 Ιουλίου 1900.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ζήσης Φωτάκης: Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

Ζήσης Φωτάκης

Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

 

Η συμπλήρωση 46 ετών από το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάιο του 1973, επαναφέρει στην επικαιρότητα την προσφορά του κλάδου αυτού στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μια προσφορά πολύτιμη και πολυσήμαντη, που εξιστορείται ευσύνοπτα στις ακόλουθες γραμμές.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες τον Απρίλιο του 1967 δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Η μετεμφυλιακή ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και κινδύνους. Η ισχυρή μεσογειακή θέση των ΗΠΑ, όμως, και η κυριαρχία της αμερικανόφιλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα κατέστησαν, μέχρι το 1964, περιττή την προσφυγή σε «ακραίες λύσεις».

Το 1964, βέβαια, αποτέλεσε ορόσημο για τη διεθνή ισορροπία ισχύος και για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Τη χρονιά εκείνη η Σοβιετική Ενωση υιοθέτησε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα εξοπλισμών, με το οποίο ξεπέρασε σε πυρηνικούς εξοπλισμούς τις ΗΠΑ. Συνάμα εκμεταλλεύθηκε τις αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί από τις δυσκολίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στην Καμπότζη και από την αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία εναντίον των Αράβων και προώθησε σημαντικά τις θέσεις της στη Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν οι έως τότε παρεχόμενες διευκολύνσεις στις αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη θάλασσα αυτή. Το ενδεχόμενο της περαιτέρω μείωσης των διευκολύνσεων αυτών από την άνοδο της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και, εν πολλοίς, δεν αντέδρασαν εναντίον του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

 

Επαφές με πολιτικούς και προετοιμασίες

Η επικράτηση των Απριλιανών δεν έλαβε χώρα απρόσκοπτα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Εγκολφόπουλος, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, αντέδρασε σθεναρά εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα την αποστράτευσή του. Λίγους μήνες αργότερα, το σύνολο σχεδόν του Πολεμικού Ναυτικού ακολούθησε το παράδειγμα του Εγκολφόπουλου συμμετέχοντας στο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Παρά την αποτυχία του κινήματος αυτού, τα στελέχη του Ναυτικού δεν εγκατέλειψαν τον αντιδικτατορικό αγώνα. Και πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να τον εγκαταλείψουν τη στιγμή που η Ελλάδα βυθιζόταν σε διεθνή απομόνωση και ανυποληψία, ενώ οι ποικίλοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς τελμάτωναν πνευματικά το έθνος. Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αξιωματικών, ο διαχωρισμός τους σε φιλικά ή μη προσκείμενους στο καθεστώς, αλλά και η φθορά που υπέστη το επαγγελματικό τους κύρος, μέσω της σύνδεσης αξιωματικών με πράξεις που δεν συνάδουν προς ελεύθερους πολίτες, επέδρασαν διαλυτικά στην ενότητα του στρατεύματος και δημιούργησαν ψυχολογικό χάσμα μεταξύ της νεολαίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, υπονομεύοντας έτσι τη μαχητική ικανότητα της Ελλάδας. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν και η υποχωρητική στάση έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο, που οδήγησε στην απώλεια τμήματος του νησιού στον Τούρκο εισβολέα.

Η διαφυγή του αντιτορπιλικού Βέλος με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Νίκο Παππά αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη χούντα.

Οι αξιωματικοί του Ναυτικού συνέχισαν λοιπόν να προετοιμάζουν νέο κίνημα ερχόμενοι σε επαφή με αξιωματικούς του Στρατού και της Αεροπορίας, με πολιτικούς (Κων/νος Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Ευ. Αβέρωφ, ο οποίος λειτούργησε συμβουλευτικά ως προς το κίνημα), επιχειρηματίες (Νικήτας Βενιζέλος, αδελφοί Βαρδινογιάννη), αλλά και απλούς πολίτες, επιθυμώντας την εξασφάλιση της διακλαδικής στήριξης του σχεδιαζόμενου κινήματος, της διοικητικής του μέριμνας και της σύμπραξης σε αυτό των φοιτητών.

 

Υπεραισιόδοξο το σχέδιο δράσης

Οι επαφές των στελεχών του ελληνικού Ναυτικού με εξωναυτικά στοιχεία είχαν περιορισμένη επιτυχία, η ιδέα, όμως, ενός Ναυτικού Κινήματος κέρδισε εύκολα έδαφος στις τάξεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ξεκινώντας από ένα πυρήνα πέντε συμμαθητών από την τάξη του 1948 της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, οι μυημένοι τις παραμονές του Κινήματος υπερέβησαν τους εκατό. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν οι κυβερνήτες της πλειοψηφίας των πλοίων του ελληνικού στόλου, καθώς και σημαίνοντα επιτελικά στελέχη όπως οι Σταθόπουλος και Δεμέστιχας που μπορούσαν να επηρεάζουν τη συγκρότηση των επιτελείων των πλοίων αλλά και τις κινήσεις τους επ’ ωφελεία του σκοπούμενου Κινήματος.

Το σχέδιο δράσης του Κινήματος οριστικοποιήθηκε έπειτα από συζητήσεις που κράτησαν πάνω από χρόνο και, σε γενικές γραμμές, αποτέλεσε επανάληψη των ναυτικών επιδείξεων που πραγματοποίησαν οι Αγγλογάλλοι στα ελληνικά παράλια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Προβλεπόταν δηλαδή ο αποκλεισμός του Λεκανοπεδίου της Αττικής μέσω του κλεισίματος του λιμένος Πειραιά και μέσω της απειλής πλήγματος του αεροδρομίου του Ελληνικού. Θα απειλούνταν επίσης οι γέφυρες των εθνικών οδών Αθηνών – Κορίνθου, Αθηνών – Λαμίας και του αντίστοιχου σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και οι κεραίες των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στο Λεκανοπέδιο. Στη συνέχεια, θα επιδιδόταν τελεσίγραφο στους δικτάτορες με το οποίο θα ζητούσαν την ανάληψη της εξουσίας από προσωρινή οικουμενική κυβέρνηση και τη διενέργεια εκλογών. Σε περίπτωση που το τελεσίγραφο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό ή έμενε αναπάντητο, θα καταλαμβανόταν η Σύρος και θα αποκλειόταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλα λιμάνια ώστε να καταστεί εντονότερη η πίεση στους δικτάτορες.

Οι εκδότες της Βραδυνής Τζώρτζης και Πάνος Αθανασιάδης περνούν από δίκη για τη δημοσίευση δηλώσεων του Καραμανλή, ο οποίος ήταν ενήμερος για το Κίνημα του Ναυτικού.

Το σχέδιο αυτό ήταν μάλλον αισιόδοξο. Η εμπειρία του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και οι ορθές επισημάνσεις των Εγκολφόπουλου και Τζεβελέκη συνέτειναν στο ότι χωρίς την εξασφάλιση της συνεργασίας τμημάτων πεζικού και του απυρόβλητου του στόλου από την αεροπορία, η έκβαση του Κινήματος θα ήταν άδηλη. Φαίνεται, όμως, ότι οι πρωτεργάτες του επιδίωκαν περισσότερο την πρόκληση ζωηρής ηθικής εντύπωσης παρά την πολεμική τους αναμέτρηση με τη χούντα. Ως προς αυτό, η μαρτυρία του Π. Μάλλιαρη ότι: «Μια από τις δυσκολίες μας ήταν ότι δεν είμαστε έτοιμοι να χύσουμε αίμα. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερα που μας πιάσανε», καθρεφτίζει τον ειρηνικό χαρακτήρα του Κινήματος και την ομοιότητά του με την ένοπλη μα ειρηνική διαμαρτυρία του Κινήματος στο Γουδί το 1909.

 

Η στάση του αντιτορπιλικού «Βέλος»

Ανεξαρτήτως πάντως της πιθανότητας επιτυχίας του σχεδίου αυτού, τελικά δεν πρόλαβε να εφαρμοσθεί, καθώς ειδοποιήθηκαν εγκαίρως οι πραξικοπηματίες και συνέλαβαν τους επίδοξους κινηματίες. Μολαταύτα, η επιδιωκόμενη ζωηρή ηθική εντύπωση και ο συνακόλουθος κλονισμός του δικτατορικού καθεστώτος επιτεύχθηκαν μέσω της διαφυγής του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία με πρωτεργάτη τον αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παππά. Οι επιπτώσεις αυτής της ενέργειας υπήρξαν σοβαρές, καθώς εμφανίστηκε στον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ότι ο έλεγχος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη δικτατορία αλλά και η συμμαχική τους αξιοπιστία ήταν προβληματικά. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την αποψίλωση της ελληνικής μεθορίου από σημαντικές στρατιωτικές μονάδες, που μεταστάθμευσαν στην περίμετρο μεγάλων αστικών κέντρων ώστε να «αστυνομεύσουν» άλλες μονάδες που είχαν ως διοικητές αξιωματικούς που δεν ήταν ένθερμοι οπαδοί της δικτατορίας.

Συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη του Α/Τ Βέλος και μελών του πληρώματος στην Ιταλία.

Η διαφυγή του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία επιτάχυνε επίσης και τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στο εσωτερικό της χώρας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελπίζοντας ότι θα διατηρούσε τη συμπάθεια πολλών στελεχών του στρατού ξηράς, που είχε ρεπουμπλικανική παράδοση. Παραχώρησε επίσης γενική αμνηστία και συναίνεσε στην άρση του στρατιωτικού νόμου, δίνοντας έτσι ώθηση στον αγώνα για τη Δημοκρατία, αφού η εκδίκαση πολιτικών αδικημάτων ξαναπέρασε στα χέρια της ελληνικής πολιτικής δικαιοσύνης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο λαός ανέκτησε το θάρρος του και ενέτεινε την αντίστασή του ενάντια στη δικτατορία.

Οι επιτυχίες, όμως, αυτές δεν ήταν δίχως κόστος για τους συλληφθέντες κινηματίες και τους συναδέλφους τους που διέφυγαν στην Ιταλία. Αντιθέτως, δεκάδες αξιωματικοί του Ναυτικού βασανίστηκαν και αποτάχθηκαν. Με την πτώση, όμως, της δικτατορίας, και την επάνοδο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η ελληνική πολιτεία τούς αντέμειψε επαναφέροντάς τους στο Ναυτικό και εμπιστευόμενή τους ύπατα αξιώματα. Η χειρονομία αυτή αποτέλεσε αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων, της αντιστασιακής δράσης τους και ένδειξη ευγνωμοσύνης καθώς επιφορτίσθηκαν από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, με την ειδική και επικίνδυνη αποστολή της περιφρούρησης της Δημοκρατίας «με πλήρη ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών σε όλους τους τομείς και προς κάθε πλευρά και ανεξάρτητα από επίσημες κρατικές ενέργειες». Την αποστολή αυτή έφεραν σε πέρας, ολοκληρώνοντας αναίμακτα αυτό που με θυσίες είχαν ξεκινήσει την άνοιξη του 1973, την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Γελοιογραφία του Αυστριακού Ρούντολφ Ντιρ αποτυπώνει το πλήγμα που δέχθηκε η χούντα από τη διαφυγή του Α/Τ Βέλος.

 

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι επίκουρος καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

 

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος» στη Θεσσαλονίκη

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου 2019, το Α/Τ “Βέλος” βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Το εμβληματικό σκάφος, το οποίο παροπλίστηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1991, έχει χαρακτηριστεί ως Μουσείο Αντιδικτατορικού Αγώνα και είναι αγκυροβολημένο στη Νέα Παραλία, στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής. Το κοινό, μπορεί να το επισκεφθεί καθημερινά, πλην της Δευτέρας, μεταξύ των ωρών 09.00-13.00 και 17.00-19.00.

 

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Πολωνία, 1987-1990. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού: Μια ανεπανάληπτη εμπειρία

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

Πολωνία, 1987-1990.
Η διαδικασία εκδημοκρατισμού.
Μια ανεπανάληπτη εμπειρία

Το 2019 συμπληρώνονται 30 χρόνια από τις καταλυτικές πολιτικές εξελίξεις στην Πολωνία, που μετέτρεψαν ριζικά τα πολιτικά δεδομένα στην Ευρώπη. Έτσι, καθίσταται επίκαιρο να ανατρέξει κανείς στις τότε εξελίξεις στη χώρα αυτή και να προβεί σε μια επανεκτίμηση των γεγονότων της εποχής εκείνης, ιδίως τώρα που σύννεφα συγκεντρώνονται πάνω από την Ευρώπη, στην οποία, προσβλέπαμε με τόση αισιοδοξία, καθώς εξελίσσετο προς μία άλλη πραγματικότητα.

Όταν μου έγινε η τιμή να μου προτείνει η Υπηρεσία την ονομασία μου ως πρέσβεως στην Πολωνία, τον Απρίλιο 1987, την οποία και απεδέχθην, ούτε με την πιο καλπάζουσα φαντασία δεν ήταν δυνατόν να σκεφθώ την εμπειρία που θα απεκόμιζα από την θητεία μου στην Βαρσοβία. Η κατάσταση στην χώρα, λίγα χρόνια μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου, τίποτε δεν προοιώνιζε τις εξελίξεις που εκκολάπτοντο, με την συγκυριακή συμβολή και των διεθνών συνθηκών. Ουσιαστικά, έζησα από πολύ κοντά την μεθόδευση της μεταπτώσεως ενός κομμουνιστικού καθεστώτος, σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Η προνομιακές επαφές μου τόσο με τον κρατικό μηχανισμό – λόγω της, ‘προκλητικής’ για την Δύση, πολιτικής ‘φιλίας’ του Ανδρέα Παπανδρέου¹ (του οποίου η μητέρα ήταν Πολωνίδα), με τον στρατηγό Jaruzelski – όσο και με την αντιπολίτευση, την Αλληλεγγύη, μετά την επισημοποίηση των σχέσεων της Ελλάδος με αυτήν, μου επέτρεψαν να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς την όλη διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας.

Ας σημειωθεί ότι οι ‘οδηγίες’ που είχαμε οι Έλληνες πρέσβεις στην Βαρσοβία ήταν να αποφεύγονται επαφές με την Αλληλεγγύη ώστε να μην ‘παρενοχλούμε’ τις επίσημες αρχές. Ήμουν ο μόνος πρέσβυς στην Πολωνική πρωτεύουσα σ’ αυτήν την οιωνεί ‘απομόνωση’. Εν πάση περιπτώσει, είχα το ‘προνόμιο’ σε κάθε επίσημη εκδήλωση, να με χαιρετά ιδιαιτέρως ο στρατηγός, ζητώντας νέα του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, προς μεγάλη «ζήλεια» των συναδέλφων μου! Έναντι του περιορισμού αυτού, μία μικρή ομάδα πρέσβεων – ο Αυστριακός, ο Γιουγκοσλάβος, ο Ισραηλινός, οι του Συμφώνου της Βαρσοβίας – είχαμε το προνόμιο μιάς ιδιαίτερης κυβερνητικής μεταχειρίσεως, με τακτικές ενημερώσεις εκ μέρους του Ενωμένου Εργατικού Κόμματος Πολωνίας, όπως απεκαλείτο το κόμμα της εξουσίας, αλλέως το κομμουνιστικό κόμμα. ‘Μοιραζόταν’ την εξουσία με το Αγροτικό Κόμμα, από το οποίο προήρχετο ο εκάστοτε Πρόεδρος της Βουλής, και με το καλούμενο Δημοκρατικό.

1980-1981: Απεργιακές κινητοποιήσεις στα Ναυπηγεία του Gdansk. Η γέννηση του συνδικάτου Αλληλεγγύη.

Λίγο μετά την επίδοση των διαπιστευτηρίων μου, έλαβα πρόσκληση σε δείπνο από τον Αμερικανό Πρέσβυ, παλαίμαχο περί τα πολωνικά πράγματα! Το ενδιαφέρον ήταν ότι οι λοιποί προσκεκλημένοι, πέραν μερικών συναδέλφων, ήσαν διαπρεπή στελέχη της Αλληλεγγύης. Απέκτησα, με τον τρόπο αυτόν, όπως προφανώς επεδίωξε ο αμερικανός συνάδελφος, μια πρώτη επικοινωνία με την ‘αντιπολίτευση’, χρήσιμη για ό,τι επηκολούθησε.

Διετήρησα επαφή κυρίως με ένα καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, με τον οποίο άρχισα να συναντώμαι με πρόσχημα συζητήσεις για τους αρxαίους Έλληνες φιλοσόφους. Ουσιαστικά για να με ενημερώνει για την Solidarnosc.

Ο χρόνος περνούσε ενώ είχαν σημειωθεί τα πρώτα δείγματα του ενδο-πολωνικού διαλόγου. Με την ευκαιρία, όμως, της επετείου από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πρόεδρος της Βουλής συνεκάλεσε, για την 1η Σεπτεμβρίου 1988 στην Βαρσοβία τους ομολόγους του από τις εμπόλεμες χώρες. Μεταξύ αυτών και τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Γιάννη Αλευρά. Αρκετά προ της εκδηλώσεως έλαβα τηλεφώνημα από τον Γενικό Γραμματέα της Βουλής, τον καθηγητή Κων. Μπέη, ότι ο Πρόεδρος θα ήθελε να συναντήσει τον στρατηγό Jaruzelski αλλά και τον Lech Walesa. Αντέδρασα λέγοντας ότι το πρώτο αίτημα δεν δημιουργούσε πρόβλημα, για την δεύτερη, όμως, συνάντηση, για την οποία, οπωσδήποτε, πλειοδοτούσα, για την τάξη θα ήθελα το πράσινο φως του Υπ. Εξωτερικών. Δεν άργησε το τηλεφώνημα από την Αθήνα, με το οποίο μου δόθηκε η σχετική έγκριση. Αφού ενημέρωσα τις πολωνικές αρχές για τις οδηγίες που είχα – οι οποίες ουδέν μου αντέταξαν -, μέσω του καθηγητού που προανέφερα ήρθα σε επαφή με τον καθηγητή Bronislav Geremek, τον πολιτικό μέντορα του Walesa, με τον οποίο ρυθμίσαμε την πρώτη συνάντηση Έλληνος αξιωματούχου με τον αρχηγό του Συνδικάτου, ένα γεύμα στην πρεσβευτική κατοικία. Ουσιαστικά, η εξέλιξη αυτή μου άνοιξε διάπλατες τις πόρτες της Αλληλεγγύης! Η συστηματική, πλέον, επικοινωνία με το Συνδικάτο, όπως παράλληλα οι σχέσεις μου με τις αρχές, μου έδωσαν την ευχέρεια να παρακολουθήσω από προνομιούχο θέση τις πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν ραγδαίες και που κατέληξαν στον «ιστορικό συμβιβασμό» και στην επιτυχία της δημοκρατικής μεταμορφώσεως της Πολωνίας. Ας σημειωθή ότι για την ηγεσία της χώρας δεν ετίθετο μόνον θέμα εκδημοκρατισμού, δεν υπήρχε μόνον η εσωτερική διάσταση. Υπήρχε και η διεθνής, η ανάκτηση δηλ. της πλήρους κυριαρχίας της, η εξουδετέρωση των ιστορικών πιέσεων από Ανατολή και Δύση, η ακύρωση διεθνών πράξεων που ρύθμιζαν ερήμην της, ζητήματα που την αφορούσαν.

Το γεύμα στην πρεσβευτική κατοικία της Βαρσοβίας. Διακρίνονται οι Lech Walesa και Γιάννης Αλευράς. Πλαισιώνονται
από τους Κωνσταντίνο Αιλιανό, Tadeusz Mazowiecki, Bronislav Geremek, Κωνσταντίνο Μπέη και Γεώργιο Βλάχο
(συλλογή Κ. Αιλιανού).

Στην γενικότερη ενημέρωσή μου βοήθησε και ένα περίεργο τρίγωνο επικοινωνίας με δύο άλλους συναδέλφους, τον Αυστριακό, και τον Γιουγκοσλάβο!

Σημειωτέον ότι όσα συνέβησαν στην Πολωνία δεν αποτελούσαν αποκλειστικότητα της Βαρσοβίας. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού, με την συνυπογραφή της Σοβιετικής Ενώσεως, εξαπλώνετο σταδιακά και σε άλλες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Όχι σε όλες. Όμως, το προβάδισμα το είχε η Πολωνία. Με κύριους πρωταγωνιστές τον στρατηγό Wojcιech Jaruzelski και τον Lech Walesa. Αυτή αποτελούσε το πρόκριμα για την έκβαση του ‘πειράματος’ στις άλλες χώρες και για τις νέες εκκολαπτόμενες ισορροπίες στην Ευρώπη.

Το πείραμα «Πολωνία» όχι μόνον επέτυχε να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη σε μία χώρα του «Σιδηρού Παραπετάσματος», εξουδετερώνοντας τα αποτελέσματα της Γιάλτας, αλλά τούτο κατέστη δυνατόν αναίμακτα και χωρίς ευρύτερους κοινωνικούς κραδασμούς. Οι συνθήκες ήταν ώριμες ώστε να απορριφθή το παρωχημένο εν ισχυί δείγμα διακυβερνήσεως. Η επιτυχία, όμως, ωφείλετο και στην ψυχραιμία και την σύνεση των δύο πρωταγωνιστών που προανέφερα και των συνοδοιπόρων τους. Οι δύο πρωταγωνισταί αποτελούσαν την ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για την μεταμόρφωση αυτή, την επίτευξη του ιστορικού συμβιβασμού, αναγκαίου για την χώρα τους.

Τρίτο καταλύτη του ’πειράματος’ αποτελούσε η Καθολική Εκκλησία. Αρκετά χρόνια πριν, όχι χωρίς υστερόβουλες σκέψεις από την Δύση, το 1978, είχε εκλεγή Πάπας ο αρχιεπίσκοπος Κρακοβίας καρδινάλιος Carol Vojtyla, με την ονομασία Ιωάννης-Παύλος Β΄. Το γεγονός τούτο προσέδωσε ιδιαίτερη νομιμοποίηση στην Πολωνική Καθολική Εκκλησία. Συγχρόνως ο νέος Πάπας, με την ισχυρή προσωπικότητά του και τον μηχανισμό του Βατικανού, υπήρξε αποφασιστικός συμπαίκτης τόσο για την χώρα του όσο και ευρύτερα. Ωστόσο, παράλληλα, καίριο ρόλο διεδραμάτισε και ο πριμάτος Glemp, ο οποίος στήριζε διακριτικά την Αλληλεγγύη και παρασκηνιακά βοήθησε με τις σταθμισμένες ενέργειές του τις κινήσεις των κυρίων παικτών.

O Πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ και ο Αρχιεπίσκοπος Βαρσοβίας Josef Glemp.

Πέραν, όμως, της παρουσίας στο προσκήνιο των τριών προαναφερθέντων πόλων, χρειαζόταν και μία άλλη «σταθερά»: η προσωπικότης του σοβιετικού ηγέτη Michael Gorbachev, με το δικό του όραμα, της περεστρόικα και της γκλάσνοστ.

Ας σημειώσω ότι η εικόνα που είχαμε τότε για τον απόκοσμο κάπως στρατηγό, με τα μαύρα γυαλιά και την αγέρωχη στάση, ιδίως μετά την επιβολή το 1981 του στρατιωτικού νόμου, ήταν πολύ αρνητική. Πάρα ταύτα, ο ίδιος, γόνος αριστοκρατικής πολωνικής οικογένειας, καθολικός, έχοντας ιησουϊτική παιδεία, εθεωρείτο γνήσιος πατριώτης, κηδόμενος πρωτίστως των συμφερόντων της πατρίδας του. Οι σοβιετικοί τον είχαν μεταχειρισθή πολύ άσχημα κατά τον πόλεμο, και τον είχαν εκτοπίσει στην Σιβηρία. Ο Hans Dietrich Genscher ανεγνώριζε ότι ήταν περισσότερο Πολωνός παρά κομμουνιστής.

Στην όλη αυτή διαδικασία, η Δύση δεν αποτελούσε απλώς ένα παρατηρητή. Πέραν του αμέσου, έστω διακριτικού, ρόλου της Ουάσιγκτων, η Δύση συνέβαλε με τον δικό της τρόπο σε ό,τι επετεύχθη, μέσω μιας μακρόπνοης στρατηγικής και τακτικής.

Την όλη διαδικασία στην Πολωνία διευκόλυνε, ασφαλώς, η πτώση του τείχους στο Βερολίνο. Οι σχέσεις Πολωνίας-Δυτ. Γερμανίας ήταν πάντα ιδιαιτέρως ευαίσθητες. Αν και η Ανατολική Γερμανία – για την οποία (ακόμη και γι’ αυτήν) η Βαρσοβία έτρεφε αισθήματα καχυποψίας – είχε τυπικά αποδεχθή τα σύνορα με την ανατολική γείτονα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους ποταμούς Oder-Neiße, η Δυτική πάντα άφηνε να πλανάται μία αοριστία. Αυτό, ήταν φυσικό, αποτελούσε ένα διαρκές αγκάθι στις διμερείς σχέσεις και ζήτημα ιδιαίτερης ευαισθησίας για τους Πολωνούς.

Τα προεόρτια. Ουσιαστικά, το έναυσμα των όσων φάνηκαν να ξεκινούν το 1987, πρέπει να αναζητηθούν στην οικονομική κρίση που είχε ξεσπάσει το 1971 και συνεχιζόταν αμείωτη ακόμη το 1980.² Η κρίση είχε ως συνέπεια την εσωτερική αστάθεια του Κόμματος και επανειλημμένες αλλαγές στην ηγεσία του. Η δυσπραγία του κόσμου, των εργατών, η σπάνις ειδών στην αγορά, οδήγησε στην ίδρυση, του παν-πολωνικού εργατικού συνδικάτου της Αλληλεγγύης/Solidarnosc, τον Σεπτέμβριο του 1980, στο Γκντάνσκ. Σταδιακά, η στάση του Συνδικάτου σκλήρυνε. Μετά την επιτυχή γενική απεργία της 28ης Οκτωβρίου 1981, προγραμμάτιζε νέα γενική απεργία για τις 12 Δεκεμβρίου με αίτημα την προκήρυξη δημοψηφίσματος συναφώς με την νομιμότητα του Κόμματος ενώ, συγχρόνως, καλούσε σε μεγάλη συγκέντρωση, για τις 17 Δεκεμβρίου, ημέρα μνήμης των αιματηρών γεγονότων του 1970. Υπό την πίεση των κινητοποιήσεων αυτών, την εξέλιξη των οποίων παρακολουθούσε με ανησυχία όλο το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ο στρατηγός Jaruzelski, πρωθυπουργός και υπουργός Αμύνης τότε, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1981 είχε εκλεγή Α΄ Γραμματεύς του Ε.Ε.Κ.Π., ανέλαβε την σημαντική πρωτοβουλία να καλέσει την 4η Νοεμβρίου τον Πριμάτο Glemp και τον αρχηγό της Αλληλεγγύης, Lech Walesa σε διαβούλευση, για να αντιμετωπισθή η κρίσιμη κατάσταση. Σκοπός του ήταν η διαμόρφωση μιας βάσεως για «εθνική συνεννόηση». Η πρωτοβουλία δεν καρποφόρησε. Δεν υπήρξε δεύτερη συνάντηση κατόπιν υπαναχωρήσεως του Walesa.Ήδη, η επιβολή στρατιωτικού νόμου αντιμετωπιζόταν στα παρασκήνια. Όμως, ως φαίνεται κατά την συνάντηση αυτή ο στρατηγός άρθρωσε την ιδέα μιας «στρογγυλής τραπέζης» και με την ιδέα αυτή κατά νου διαχειρίστηκε την κατάσταση μέχρι το 1988.

Ο στρατιωτικός νόμος κηρύχθηκε στις 12 προς 13 Δεκεμβρίου 1981. Διήρκεσε μέχρι τις 22 Ιουλίου 1983. Σημειώθηκαν θύματα. Κατά τον στρατηγό, η απόφαση ελήφθη την τελευταία στιγμή, όταν οι πληροφορίες έφεραν τις δυνάμεις του Συμφώνου να είναι έτοιμες να επέμβουν στις 14 Δεκεμβρίου. Ουδείς, ακόμη, μπορεί να το διαβεβαιώσει ή να το διαψεύσει επισήμως. Ο Jaruzelski σημειώνει ότι του το επεβεβαίωσαν αργότερα ο Shevardnadze και ο ίδιος ο Gorbachev. Στον στρατηγό είχαν περιέλθη και πληροφορίες ότι το Κρεμλίνο είχε την πρόθεση δημιουργίας «εναλλακτικής» κυβερνήσεως στην Βαρσοβία. Αλλά και στέλεχος της Αλληλεγγύης επεβεβαίωσε αργότερα τα των προθέσεων του Συμφώνου. Ο στρατιωτικός νόμος δεν εφαρμόσθηκε σκληρά. Δεν παρατηρήθηκε βία για την βία. Η καταστολή υπήρξε επιλεκτική, έστω και αν σημειώθηκαν υπερβολές από ορισμένα όργανα του κράτους.

Δεκέμβριος 1981: Η επιβολή του στρατιωτικού νόμου.

Κατά μία άλλη εκδοχή το Κόμμα είχε εξασθενήσει σημαντικά τόσο ώστε να μην διαθέτει άλλα μέσα προς ανόρθωση της καταστάσεως. Ο στρατιωτικός νόμος ήταν η διέξοδος.

Όμως, πρακτικά, κατά την περίοδο αυτή εκκολάφθηκαν οι κατοπινές εξελίξεις. Ανεφέρθη η πρωτοβουλία του στρατηγού για ένα τριμερή διάλογο. Υπήρξε προσπάθεια δημιουργίας Συμβουλίου Εθνικής Ενότητος όπως και μιας Επιτροπής Πρωτοβουλίας. Το Συνδικάτο εν τούτοις απέκρουε οποιονδήποτε διάλογο με το καθεστώς. Πιθανόν, ορθώς η Αλληλεγγύη να απέφευγε να ανταποκριθή τότε στην πρόκληση. Οι όροι για την υπέρβαση δεν επληρούντο ακόμη!

Από την άλλη πλευρά, η άρση του στρατιωτικού νόμου το 1983, βρήκε την κοινωνία και την οικονομία σε δεινή κατάσταση. Η εμπιστοσύνη του λαού στις κρατικές δομές είχε φθάσει στο ναδίρ. Τουναντίον, το Συνδικάτο νομιμοποιείτο ολοένα και περισσότερο στην συνείδηση του κόσμου. Η απονομή στον Walesa του Νόμπελ Ειρήνης, το 1983, συνέτεινε ακόμη περισσότερο στην νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης.

Από το 1984 μέχρι το 1987, έτος αναλήψεως των καθηκόντων μου στην Βαρσοβία, δεν σημειώθηκε κάποια ουσιώδης κινητικότης. Τον λαό τον χαρακτήριζε αδιαφορία. Σημειολογικά μόνον, τον Οκτώβριο 1985 ο Jaruzelski εξελέγη στην υπάτη θέση του αρχηγού του κράτους, του Πρόεδρου του Κρατικού Συμβουλίου. Αντίστοιχα, στην Μόσχα, λίγο νωρίτερα είχε εκλεγή Α΄ Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. ο Michael Gorbachev. Η στενή σχέση που ανεπτύχθη μεταξύ των δύο αυτών ανδρών θα επέτεινε την δυναμική προς την καθεστωτική υπέρβαση! Παρουσιάσθηκε ένα φαινόμενο ανατροφοδοτήσεως των διαδικασιών στην Μόσχα και στην Βαρσοβία. Έστω και αν οι δύο πρωταγωνισταί δεν φαίνεται, τότε ακόμη, να συνειδητοποιούσαν που θα οδηγούντο….

Σε επιβεβαίωση ενός αναδυομένου μεταρρυθμιστικού πνεύματος, το καθεστώς τάραξε κάπως τα νερά με νέα πρωτοβουλία του, το 1986, δημιουργίας ενός Συμβουλευτικού Συμβουλίου με σκοπό την ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων. Η Αλληλεγγύη απείχε. Έστω και αν δεν παρουσίασε κάποιο απτό έργο, το Συμβούλιο αυτό απετέλεσε ενθαρρυντικό βήμα ανταλλαγής απόψεων. Η κυβέρνηση προχώρησε σε ορισμένα μέτρα ‘φιλευθεροποιήσεως’. Τέλος, για να προκληθή κάπως το ενδιαφέρον της απαθούς κοινωνίας απεφασίσθη η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος, στις 29 Νοεμβρίου 1987, πρωτοποριακή ιδέα για ένα κομμουνιστικό καθεστώς.

Στις 13 Ιουλίου 1987 επέδωσα τα διαπιστευτήριά μου. Άρχισα να παρακολουθώ πλέον υπό την νέα μου ιδιότητα όσα συνέβαιναν στην Πολωνία. Αλλά ακόμη ήταν νωρίς να διαισθανθεί κανείς τις προαλειφόμενες εξελίξεις.

Το δημοψήφισμα απετέλεσε καταστροφή για αυτούς που το ενεπνεύσθησαν!³ Άλλα υπελόγιζαν οι τεχνοκράτες του κόμματος. Η ηγεσία παρεδέχθη την ήττα της. Όμως, η δημοκρατική διεξαγωγή του έδωσε κάποια πλεονεκτήματα στο Κόμμα και απετέλεσε ένα μήνυμα προς τον λαό: οι μεταρρυθμιστές έδωσαν ένα δείγμα των προθέσεών τους.

Η Αλληλεγγύη μποϋκόταρε την διαδικασία, αποφεύγοντας να περιέλθη σε θέση ενδο-συστημικής αντιπολιτεύσεως. Ενεθάρρυνε την αποχή, συμπλέοντας με την γενική απροθυμία του λαού.

Η Εκκλησία κινήθηκε πιο ευέλικτα. Βγήκε κερδισμένη σε αξιοπιστία. Με ανακοίνωσή της ανεγνώρισε την ανάγκη βαθειάς οικονομικής τομής σε συνδυασμό με κοινωνικό-πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Οι κρατικές προσπάθειες δεν αρκούσαν. Απητείτο η σύμπραξη ατόμων και ανεξαρτήτων οργανώσεων – βλ. Αλληλεγγύη – Ο Πριμάτος μιλούσε για κάποια επιτυχία του δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία στήριζε την εξουσία και απεδοκίμαζε, διακριτικά, την στάση του Συνδικάτου.

Οι ισορροπίες που διαμορφώθηκαν έδωσαν κάποια ικανοποίηση στο Κόμμα και, κυρίως, ανέστειλαν την λήψη των σκληρών μέτρων που ετοίμαζαν οι απαράτσνικ. Και οι δύο πόλοι, αποδυναμωμένοι, φαινόντουσαν βραχυκυκλωμένοι και αποπροσανατολισμένοι. Ακόμη και ο Walesa, με συμβουλές από δυτικές δυνάμεις, υπήρξε ήπιος στην κριτική του. Αντίστοιχα, στο παιχνίδι των εντυπώσεων, και η κυβέρνηση προέβη σε κάποιες χειρονομίες προς το Συνδικάτο, με τις διακριτικές πιέσεις του αμερικανικού παράγοντα, σε παρασκηνιακή επικοινωνία με το καθεστώς.

Ωστόσο, το όλο εγχείρημα έδωσε ευκαιρία σε ζυμώσεις. Ήταν κατανοητό και στους τρεις παίκτες ότι ένα λάθος, πέραν των επιπτώσεων σ’ αυτόν που το διέπραττε, θα έθετε υπό αμφισβήτηση την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η αναβολή λήψεως των αναγκαίων οικονομικών μέτρων ήταν μικρή μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1988. Τα μέτρα υπήρξαν, όντως, σκληρά. Όμως, ούτε ο κόσμος ούτε η Αλληλεγγύη αντέδρασαν ιδιαιτέρως έντονα. Υποστηρίζοντας την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων, το Συνδικάτο, με ικανή αυτοσυγκράτηση, ζήτησε την μείωση των αυξήσεων των τιμών των αγαθών. Ο ίδιος ο Walesa, σε πνεύμα ρεαλισμού και μετριοπάθειας, προέτρεπε να μην υπάρξουν επιθέσεις κατά των αρχών, πιθανόν με την υστεροβουλία να μην παρενοχληθή ο Gorbachev στους δικούς του χειρισμούς.

Ευχετήρια κάρτα της Αλληλεγγύης για το έτος 1987.

Οι αποχρώσες ενδείξεις μαρτυρούσαν ένα είδος αμεσώτερης επικοινωνίας μεταξύ Αλληλεγγύης και Κόμματος. Γεγονός είναι ότι η αποσύνθεση του κρατικού μηχανισμού γινόταν καθημερινά πιο αισθητή. Καθ’ όν χρόνο το εξωτερικό χρέος καθίστατο βρόγχος για τον εξορθολογισμό της οικονομίας, τα κρατικά στελέχη δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν την ηγεσία.

Εν μέσω αυτής της αοριστίας, η Εκκλησία αναλαμβάνει πρωτοβουλία: προτείνει την οργάνωση «στρογγυλής τραπέζης» με θέμα την έξοδο από την οικονομική κρίση. Και πάλι η ιδέα δεν καρποφορεί. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις εξουδετέρωσαν την προσπάθεια. Άλλωστε, το οικονομικό-κοινωνικό κλίμα επεδεινούτο με υπαιτιότητα της ηγεσίας καθ’ ον χρόνο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ηρνείτο την περαιτέρω οικονομική βοήθεια. Η πρωτομαγιά που πλησίαζε δεν αποτελούσε παράγοντα εφησυχασμού για το Κόμμα. Η κατάσταση βρισκόταν επί ξυρού ακμής. Στις απεργιακές κινητοποιήσεις παρενέβησαν οι δυνάμεις ασφαλείας, χωρίς, εντούτοις, θύματα. Με την επιδείνωση της καταστάσεως, δυτικές κυβερνήσεις αισθάνθηκαν την ανάγκη να παρέμβουν κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Η Ουάσιγκτων, με τον φόβο ότι η κρίση μπορεί να ναρκοθετούσε την προσπάθεια προσεγγίσεως Jaruzelski-Walesa αναστέλλοντας την διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας, πέραν των παροτρύνσεων για την συνέχιση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, επέμενε στην ανάγκη ενάρξεως ενός ειλικρινούς διαλόγου με στόχο την ελευθερία του Πολωνικού Λαού.

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, από την πλευράς της εξέδωσε μία δήλωση, ήπια, έστω την τελευταία στιγμή, όταν με την μεσολάβηση της Εκκλησίας τα ναυπηγεία του Γκντανσκ εκκενούντο ειρηνικά, χωρίς περαιτέρω συνέπειες.

Τα χειρότερα απεφεύχθησαν, ενώ άλλα σημάδια υπεδείκνυαν το πνεύμα φιλελευθεροποιήσεως που γινόταν πιο αισθητό. Θεωρήθηκε ότι δεν ήταν συμπτωματικό ότι τον χειμώνα 1988 κεντρικό θέατρο της πρωτεύουσας, διευθυντής του οποίου ήταν γνωστό κομματικό στέλεχος, παρουσίασε έργο για την ανεξαρτησία της Πολωνίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην σκηνή ενεφανίζετο ο στρατηγός Josef Pilsudski, ο ηγέτης της Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας, προκαλώντας τον ενθουσιασμό του κοινού. Παρηκολούθησα με τη σύζυγό μου μια παράσταση, προσπαθώντας να καταλάβουμε, με τα λίγα πολωνικά που είχαμε μάθη, τα όσα διεδραματίζοντο επί σκηνής. Ήταν εκπληκτικό ότι το κοινό, όρθιο, τραγουδούσε με τους ηθοποιούς, παλιούς, εθνικούς θούριους. Στο θέατρο κυριαρχούσε μια περίεργη ατμόσφαιρα εθνικιστικής εξάρσεως! Θεωρήθηκε ότι και η περιορισμένης εμβέλειας αυτή χειρονομία απέβλεπε ακριβώς στην αφύπνιση της Πολωνικής κοινωνίας.

Ενώ αποφάσεις των διαφόρων κομματικών plenums επανείρχοντο στην ιδέα διευρύνσεως του διαλόγου, οι εκλογές για την ανάδειξη τοπικών αρχών προσέκοψαν πάλι στην αδιαφορία του κόσμου, με 44% αποχή, υποδεικνύοντας ότι οι Πολωνοί δεν ήσαν, πάντα, ικανοποιημένοι από τις χειρονομίες της ηγεσίας. Τον Αύγουστο του 1988 οι μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για την επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως είχαν ως μόνιμη επωδό την νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης. Διαισθανόταν κανείς την κοινωνική ένταση και την επώαση εξελίξεων.

H επίσημη επίσκεψη του Mikhail Gorbachev στη Βαρσοβία (Ιούλιος 1988).

Γεγονός απετέλεσε η πρώτη επίσκεψη του Α’ Γραμματέως του Κ.Κ.Σ.Ε, του συντρόφου Michael Gorbachev, τον Ιούλιο του 1988. Η επίσκεψη ναι μεν δεν απέδωσε τα αναμενόμενα από πολωνικής πλευράς. Οι δηλώσεις του σοβιετικού ηγέτη δεν απετέλεσαν την χειρονομία που ανεμένετο. Ακόμη και για την περεστρόικα και την γκλάσνοστ οι αναφορές υπήρξαν υποτονικές. Μόνο στοιχείο άξιο αναφοράς υπήρξε η συνάντησή του με τμήμα της αντιπολιτευτικής intelligentsia, όχι όμως της Αλληλεγγύης. Ούτε για τα «λευκά σημεία» της ιστορίας μεταξύ των δύο χωρών προέβη σε κάποια αναφορά. Τουναντίον, ήταν σαφές ότι η επίσκεψη συνέβαλε στην τόνωση του προσωπικού γοήτρου του Πολωνού ηγέτη. Ουσιαστικά, αν στα λόγια σημειώθηκε υστέρηση, η ενθάρρυνση προς τις μεταρρυθμίσεις υπεδηλώθη από την έμμεση αλλά σαφή υποστήριξη προς τον στρατηγό.⁴ Ας σημειώσω την ιδιαιτερότητα ότι ο Ρώσος πρέσβυς στην Βαρσοβία, μέλος, κατά το σύνηθες, του Σοβιετικού Πολιτμπυρό, σκληροπυρηνικός κομμουνιστής, μιλούσε ανοικτά στους συναδέλφους του πρέσβεις, και σε μένα, με πύρινες εκφράσεις κατά του Α’ Γραμματέως του Κ.Κ.Σ.Ε. και της πολιτικής που προωθούσε στην Μόσχα, ένδειξη των εκεί ιδεολογικών συγκρούσεων.

Γενικώς, η εποικοδομητική χημεία των δύο ανδρών επέτρεπε την καλόπιστη αντιμετώπιση πολλών ακανθωδών ζητημάτων. Στο κλίμα αυτό, λίγο αργότερα, το 1990, ο σοβιετικός ηγέτης έκανε στον στρατηγό ένα πολύτιμο δώρο για την Πολωνία: παρεδέχθη, κατόπιν αιτήματος του Πολωνού ηγέτη, ότι η ειδεχθής δολοφονία των 14.000 αξιωματικών, αλλά και διανοουμένων, συνολικά 22.000 Πολωνών, στο δάσος του Κατύν, δεν είχε διαπραχθή από τα γερμανικά στρατεύματα το 1941, αλλά τον Μάρτιο/Ἄπρίλιο του 1940 από τις μυστικές υπηρεσίες της Σοβιετικής Ενώσεως! Έτσι εκαλύφθη ένα μεγάλο συναισθηματικό κενό των Πολωνών. Η πεποίθηση, αναπόδεικτη, ήταν εδραιωμένη στον λαό ότι το έγκλημα είχαν διαπράξει οι Ρώσοι. Η παραδοχή αυτή δεν ήταν, βέβαια, αρκετή ώστε να επουλώσει τις ψυχολογικές ουλές της Πολωνίας έναντι του ανατολικού γείτονα. Οι ουλές αυτές συνεχίζουν να χρωματίζουν έντονα τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών, επηρεάζοντας το γενικώτερο ισοζύγιο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.

Ας προσθέσω κάτι το προσωπικό: το τραγικό συναίσθημα που ένοιωσα όταν, το 1989, μετέβην και εγώ στο ετήσιο προσκύνημα του Πολωνικού λαού στο μνημείο του Κατύν, στο κεντρικό νεκροταφείο της Βαρσοβίας…. Μία μακριά, σιωπηρή, πορεία με αναμμένα καντηλάκια, για τα θύματα της σοβιετικής θηριωδίας.

Τα μηνύματα, εκατέρωθεν, πλήθαιναν, υποδηλώνοντας ότι οι ζυμώσεις προχωρούσαν. Η Εκκλησία παρέμενε ενεργός συμπαραστάτης των δύο μερών ως ηθικός εγγυητής.

Η πρώτη επίσημη επαφή Κόμματος-Αλληλεγγύης, μετά τον στρατιωτικό νόμο, πραγματοποιήθηε σε ένα κλίμα φορτισμένης αναμονής, στις 31 Αυγούστου 1988. Η συνάντηση, επιτυχής, κατέληξε στην συμφωνία πραγματοποιήσεως της «Στρογγυλής Τραπέζης». Σκοπός: η ριζοσπαστική αναθεώρηση του πολιτικού συστήματος! Συνέπεια: η νομιμοποίηση της Solidarnosc. Το καθεστώς απεδέχετο την πρόκληση! Οι δύο πόλοι, μετά πολλές, μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις στα παρασκήνια, με την υπευθυνότητα που απαιτούσαν οι συνθήκες συνεφώνησαν να προχωρήσουν στο αναγκαίο συμβιβασμό, για την σωτηρία της χώρας.

Στο τέλος του 1988, το κοινωνικό κλίμα ήταν βαρύ. Ο στρατηγός, με το στενό επιτελείο των ομοϊδεατών του, προσπαθούσε να βρη στηρίγματα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Ο νέος (Σεπτέμβριος 1988- Αύγουστος 1989) πρωθυπουργός φέρελπις – κομμουνιστής – πολιτικός Mieczyslaw Rakowski, που διατηρούσε έντονες επιφυλάξεις σε ό,τι αφορούσε την Αλληλεγγύη, δεν ήταν σε θέση να συμβάλη στην ομαλοποίηση της καταστάσεως. Με τα βαρίδια του σκληροπυρηνικού Κόμματος, η ηγεσία έπρεπε να κάνει την υπέρβαση! Αυτή προέκυψε τον Ιανουάριο του 1989, όταν ο Jaruzelski απείλησε, κατά τις εργασίες του plenum ότι θα παραιτηθή εάν το Κόμμα δεν στήριζε την σύγκληση «στρογγυλής τραπέζης» και την νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης! Το plenum αυτό απετέλεσε πράξη ηρωισμού για την Πολωνία και αυτοακρωτηριασμού για το Κόμμα!

Τον Φεβρουάριο του 1989, ένδειξη της συγκλίσεως των εκατέρωθεν θέσεων απετέλεσε άρθρο, σε καθεστωτικό περιοδικό, του καθηγητού Geremek, κεντρικής πολιτικής προσωπικότητος του Συνδικάτου, στο οποίο υπεγράμμιζε τους λόγους για τους οποίους η κατάσταση ήταν ώριμη για την έναρξη του διαλόγου.

Δύο γεγονότα σημάδεψαν θετικά την περίοδο αυτή, από πλευράς της αντιπολιτεύσεως. Ο τηλεοπτικός διάλογος (30 Νοεμβρίου 1988) τον οποίο επέτρεψε το καθεστώς, του Walesa με τον με τον «ομόλογό του» του επισήμου εργατικού συνδικάτου και κύριου μέλους του Ενιαίου Εργατικού Κόμματος, διάλογος ο οποίος απετέλεσε μια απίστευτη επιτυχία για τον ηλεκτρολόγο του Γκντανσκ. Όπως επίσης, τον Ιανουάριο του 1989, η επίσκεψη του ηγέτου της Αλληλεγγύης στο Παρίσι, κατόπιν προσκλήσεως του προέδρου Mitterrand. Έγινε δεκτός σχεδόν με τιμές αρχηγού κράτους, αποκτώντας, με τον τρόπο αυτόν, το χρίσμα ενός αποδεκτού πολιτικού αρχηγού. Δείγμα της γαλλικής διπλωματικής ευελιξίας.

Εν τέλει, στις 17 Σεπτεμβρίου 1988, άρχισε η διαδικασία της «Στρογγυλής Τραπέζης» σε ένα προάστιο της Βαρσοβίας, την Magdalenka. Η δυστοκία εντός του Κόμματος ήταν γνωστή. Η κατάσταση είχε σχεδόν ξεφύγει του ελέγχου του στρατηγού, ο οποίος, όπως προανέφερα, απείλησε με παραίτηση στο plenum του Δεκεμβρίου-Iανουαρίου. Μία δεύτερη συνάντηση, τέλη Ιανουαρίου 1989, ολοκλήρωσε τα προδικαστικά των συνομιλιών. Η ουσιαστική φάση θα άρχιζε στις 6 Φεβρουαρίου. Τα ερωτηματικά, ο φόβος μήπως οι πρωταγωνισταί παρεσύροντο σε ακρότητες, ήταν έκδηλος. Ακόμη καίριο ήταν το ερώτημα που επλανάτο στα παρασκήνια: ποια θα ήταν, τελικώς, η στάση του στρατού (έστω και αν ηλέγχετο από τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του, τον στρατηγό Jaruzelski), εφ’ όσον αυτός θα εκαλείτο να παραχωρήσει ουσιαστικό τμήμα της εξουσίας του!

Ο Ιανουάριος υπήρξε μήνας προετοιμασίας αλλά και αγωνίας. Τα δύο στρατόπεδα επεξεργαζόντο τις θέσεις τους στην πρωτόγνωρη αυτή διαδικασία. Υπελόγιζαν τις αντιδρασεις των αντιπάλων, εξεπαίδευαν τα στελέχη τους στις νέες συνθήκες και τους όρους των συνομιλιών, των διαπραγματεύσεων, αντιμετώπιζαν κάθε δυνατή παγίδα εκ μέρους της άλλης πλευράς. Συνεφωνήθη η δημιουργία τριών επιτροπών: για πολιτικά/κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, για την μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, για τα συνδικάτα και την νομιμοποίηση της Solidarnosc. Τουναντίον, δεν προεβλέπετο συζήτηση για εξωτερική πολιτική. Από πλευράς Αλληλεγγύης, προΐστατο ο ίδιος ο Walesa.Τουναντίον, ο Jaruzelski έκρινε ότι δεν έπρεπε να συμμετάσχη, ως ρυθμιστής της διαδικασίας και εγγυητής του κύρους του κράτους. Τέλος, η Εκκλησία, αν και δεν θα συμμετείχε ως μέλος της Τραπέζης, θα εξεπροσωπείτο από δύο παρατηρητές.

Όλο αυτό το διάστημα έντονης αναμονής, παρακολουθούσα την διαδικασία μέσω φίλων, πλέον, υψηλόβαθμων στελεχών της Αλληλεγγύης. Μερικοί ερχόντουσαν στην πρεσβεία, μετά τις συναντήσεις στην Magdalenka, για να με ενημερώσουν επί των τελευταίων εξελίξεων! Με άλλους, όπως τον καθηγητή Geremek, είχαμε συχνά διευρυμένα δείπνα, στην όμορφη ατμόσφαιρα της πρεσβευτικής κατοικίας. Με ιδιαίτερη χαρά φέρνω πάλι στο νου μου τις σπουδαίες εκείνες στιγμές επικοινωνίας με τους εξαιρετικούς Πολωνούς φίλους, οι οποίοι πλέον έχουν φύγει από την ζωή….

Η Πολωνική “Στρογγυλή Τράπεζα” (Φεβρουάριος – Απρίλιος 1989).

Η «Στρογγυλή Τράπεζα» διήρκεσε δύο μήνες, μέχρι την 4η Απριλίου. Οι διαπραγματεύσεις δεν ήταν εύκολες, τόσο μάλλον που το Κόμμα υπαναχωρούσε συχνά από θέσεις που είχε αποδεχθή. Όμως, η ατμόσφαιρα ήταν θετική, διαπνεόμενη από διάθεση εξευρέσεως λύσεων. Κατέληξε να είναι φιλική! Με το πέρας των εργασιών της, άνοιξε η διαδικασία αναγνωρίσεως και πάλι της Solidarnosc. Ουσιαστικά, τα αποτελέσματα της Στρογγυλής Τράπεζας απετέλεσαν το σύμβολο του τέλους του κομμουνισμού στην Πολωνία! Όπως ανεγνωρίσθη, νικητής δεν υπήρξε ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά. Νικητής ήταν ο Πολωνικός λαός.

Αίσθηση προκάλεσε η αιφνίδια πρόταση του κυρίου εκπροσώπου του Κόμματος να δημιουργηθεί θέση Προέδρου της Δημοκρατίας, με ευρείες αρμοδιότητες. Μετά την αρχική άρνηση της Αλληλεγγύης, το καθεστώς επανήλθε με την διευρυμένη πρόταση δημιουργίας και Γερουσίας. Στην άρνηση και πάλι του Συνδικάτου, ο ανερχόμενος νέος πολιτικός (και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας), Alexander Kwasnievski, επέτυχε ώστε να γίνη δεκτή η πρόταση για τον Προέδρο Δημοκρατίας έναντι μιάς ελεύθερα εκλεγόμενης Γερουσίας! Το άμεσο μέλλον απέδειξε πόσο σωστή ήταν η απόφαση του Συνδικάτου να δεχθή την πρόκληση: από τα 100 μέλη της Γερουσίας τα 99 προήρχοντο από την Αλληλεγγύη!⁵

Άλλο καίριο ζήτημα, ήταν το εκλογικό σύστημα. Θεσπίστηκε, τελικώς, ένα δύσκαμπτο σύστημα που έκρυβε παγίδες για το Κόμμα, αν και δικής του εμπνεύσεως: 65% από τον καθεστωτικό συνασπισμό, δηλ. τα τρία κόμματα της εξουσίας (Εργατικό, Αγροτικό, Δημοκρατικό), 35% προερχόμενο από ανεξαρτήτους υποψηφίους, που θα υπεδεικνύοντο από την Αλληλεγγύη, δείγμα δημοκρατικού πλουραλισμού με την κατάργηση του κομμουνιστικού προτύπου διακυβερνήσεως. Ο ηγέτης της Αλληλεγγύης δεν θέλησε να είναι υποψήφιος, ούτε για την Βουλή ούτε για την Γερουσία, διατηρώντας την υπερκομματική του φυσιογνωμία.

Λίγες ημέρες προ των εκλογών, έδωσε το παρόν και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μειοψηφική, εξ ανάγκης που εύκολα γίνεται κατανοητή, συνέπλεε με την εξουσία. Η δήλωσή της ήταν υποστηρικτική του Κόμματος.

Σε διάγγελμά του την προτεραία των εκλογών, ο στρατηγός, με ιδιαίτερη μετριοπάθεια έκανε θετικά σχόλια για την «Στρογγυλή Τράπεζα», τα αποτελέσματα της οποίας χαρακτήρισε ως σοφό και χρήσιμο συμβιβασμό.

Οι εκλογές που διεξήχθησαν στις 4 και 18 Ιουνίου, με μεγάλη αποχή και πάλι, απέδειξαν τις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις της κρατικής ηγεσίας. Τα αποτελέσματα υπήρξαν καταιγιστικά εις βάρος της. Προεκλογικά παρουσιάστηκε ασυντόνιστο και χωρίς πυγμή, ενώ το σκληροπυρηνικό κατεστημένο δυσχέραινε τους χειρισμούς. Τελικώς, όπως ανεμένετο, οι «ανεξάρτητοι» υποψήφιοι εξελέγησαν όλοι – πλην ενός – από την Αλληλεγγύη. Όμως, η έκπληξη ήταν οι «κομματικοί»! Μόνον ένας εξελέγη στον πρώτο γύρω. Η παλαιά νομενκλατούρα έμεινε εκτός Βουλής: από τους 15 υποψηφίους που θα εξελέγοντο αν ελάμβαναν άνω του 50% ουδείς εξελέγη. Στον δεύτερο προέκυψαν άλλες ανατρεπτικές εκπλήξεις, εφ’ όσον το Συνδικάτο είχε φροντίσει πολλοί από τους υποψηφίους των δύο μικρών κυβερνητικών κομμάτων να είναι συμπαθούντες προς αυτό. Αποτέλεσμα ήταν ότι το Κόμμα δεν κατάφερε να εξασφαλίση μια πραγματική πλειοψηφία!

Οι βουλευτικές εκλογές του 1989.

Από την πλευρά της η Solidarnosc δεν επεδίωξε να κατατροπώσει το Κόμμα, δεν επεδίωξε την ολοκληρωτική ήττα του στον δεύτερο γύρο. Κάτι τέτοιο μπορεί να είχε αντίθετα αποτελέσματα. Όπως προσφυώς είχε λεχθή από στέλεχος του Συνδικάτου, «δεν είναι σωστό να αποτελειώσει κανείς κάποιον που πνέει τα λοίσθια»!

Όπως προανέφερα, τα κύρια στελέχη του Κόμματος έμειναν εκτός Βουλής! Αν και οι εσωτερικές αντιδράσεις υπήρξαν έντονες και ακούστηκαν φωνές να ακυρωθούν οι εκλογές εφ’ όσον δεν ετηρήθησαν τα συμπεφωνημένα, επεδείχθη ψυχραιμία και απεφεύχθησαν ατοπήματα. Τα τραγικά αυτά αποτελέσματα έδωσαν την ευκαιρία σε μία ειλικρινή ενδοσκόπηση. Το Κόμμα απεδέχθη τα λάθη του. Τα αποτελέσματα θεωρήθηκαν ένα plebiscitum ιδιαιτέρης βαρύτητος. Και τα στελέχη συνειδητοποίησαν, εκ των υστέρων βέβαια, ότι οι ψηφοφόροι της Αλληλεγγύης ψήφιζαν πρωτίστως ένα σύμβολο, όχι πρόσωπα, ένα σύμβολο που ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στον λαό.

Γενικώς, και από τις δύο πλευρές επεδείχθη πνεύμα κατανοήσεως, ανάλογο με την σοβαρότητα του συνολικού εγχειρήματος. Συμπερασματικά, το Κόμμα, σε κάθε νέο βήμα εκδημοκρατισμού, απογυμνωνόταν από το κύρος του και την νομιμότητά του. Η νέα αυτή «ανατροπή» επεσφράγισε τις εξελίξεις.

Η Δύση, στην φάση αυτή έδωσε ένα ηχηρό παρόν στηρίξεως των εξελίξεων στην Πολωνία. Ο στρατηγός, ως πρωτεργάτης, έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες. Ο Γάλλος πρόεδρος Mitterrand επεσκέφθη επισήμως την Βαρσοβία μεταξύ των δύο γύρων, με έκδηλη την σημασία της επισκέψεως αυτής. Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο, η Βαρσοβία εδέχθη τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, George Bush, ο οποίος σημειωτέον – ιδιαίτερη χειρονομία εκ μέρους του – επεσκέφθη τους δύο Πολωνούς ηγέτες στην κατοικία τους, τον Walesa στο Gdansk!

Η αντίστοιχη χειρονομία από Γερμανικής πλευράς σημειώθηκε, λίγο αργότερα, με επίσκεψη του καγκελλαρίου Helmut Kohl στην Βαρσοβία, αρχές Νοεμβρίου 1989, που συνέπεσε με τα γεγονότα του τείχους στο Βερολίνο.

Από πλευράς Μόσχας, τέλος, τα μηνύματα ήταν καθησυχαστικά, τόσο μάλλον που, από την Βαρσοβία, ήταν σαφές ότι δεν επεδιώκετο η παρενόχληση της περεστρόϊκα. Αποτέλεσμα ήταν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες της Μόσχας, όπως η πρόσκληση του γνωστού μαρξιστή της Αλληλεγγύης Adam Michnik, αλλά, λίγο αργότερα και του Walesa, κατόπιν διακριτικής προτροπής του ιδίου του Jaruzelski.

Επόμενο βήμα προς την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ήταν η εκλογή Προέδρου της χώρας. Ήδη, από καιρό ψιθυριζόταν μία άτυπη συμφωνία στο πρόσωπο του στρατηγού. Σκοπός: η εγγύηση της ομαλής περαιτέρω διαδικασίας. Όμως, ο ίδιος ο στρατηγός κλυδωνιζόταν στην απόφασή του. Στις 2 Ιουλίου δήλωσε στο κομματικό plenum, ότι δεν θα έθετε υποψηφιότητα. Κεραυνός εν αιθρία! Εν τέλει, με την προτροπή των κομμάτων, της Μόσχας, της Ουάσιγκτων αλλά και την απόφαση, στα παρασκήνια, της Αλληλεγγύης να επιτρέψει σε στελέχη του να ψηφίσουν υπέρ αυτού, ο Jaruzelski επείσθη. Ήταν ο μόνος υποψήφιος.

Η ημέρα της εκλογής χαρακτηρίσθηκε από έκδηλο εκνευρισμό. Δεν έπρεπε η διαδικασία να διαταραχθή με ένα λάθος αποτέλεσμα και να χαθή το momentum των μεταρρυθμίσεων. Ο στρατηγός, για το καλό της Πολωνίας, έπρεπε να εκλεγή. Ο ίδιος απέβλεπε σε μια άνετη υπερψήφιση, ως ψήφο εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Το Συνδικάτο πάλι, επεδίωκε μεν την εκλογή του, όμως με την μικρότερη δυνατή πλειοψηφία, όχι ως λαοπρόβλητο ηγέτη, ώστε να μεταδοθή το κατάλληλο μήνυμα. Το εγχείρημα, εν τούτοις, δεν ήταν εύκολο. Αν θεωρητικά, η πλειοψηφία στο εκλεκτορικό σώμα – Βουλή και Γερουσία – μπορούσε να επιτευχθή, στην πράξη, δοσομετρικά, ήταν δύσκολα προσδιορίσιμη.

Έζησα την διαδικασία στο αμφιθέατρο της Βουλής, όπου έγινε η ψηφοφορία (19 Ιουλίου 1989). Μαζί με δύο-τρεις άλλους πρέσβεις. Έγιναν τρεις καταμετρήσεις. Η απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία ήταν 270 ψήφοι. Η πρώτη καταμέτρηση απέδωσε ακριβώς 270 θετικά ψηφοδέλτια! Έγινε νέα καταμέτρηση: 269! Στην τρίτη πάλι καταμετρήθηκαν 270. Η εφορευτική επιτροπή επεκύρωσε το αποτέλεσμα και η εκλογή του στρατηγού ως Προέδρου της Πολωνίας επεσφραγίσθη. Η ανακούφιση ήταν μεγάλη.

Η εκλογή του Wojcιech Jaruzelski στο ύπατο αξίωμα της χώρας (19 Ιουλίου 1989).

Οι υπολογισμοί από πλευράς της Αλληλεγγύης ήταν χειρισμοί μικρο-χειρουργικής! Με υπερψηφίσεις από κάποιους, με αποχές από άλλους, σε συνεννόηση με τα άλλα δύο κόμματα της συμπολιτεύσεως. Την επομένη με επεσκέφθη στο γραφείο φίλος, στέλεχος της Solidarnosc. Μου ενεπιστεύθη ότι η μεθόδευση και η επιτυχία της εκλογής «απετέλεσε την συμβολή της Αλληλεγγύης στην ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων στην Πολωνία»!

Η κατάσταση στην Βαρσοβία έβαινε προς την ομαλοποίηση. Απέμενε ο σχηματισμός κυβερνήσεως. Και τούτο δεν ήταν εύκολο. Ο πρωθυπουργός έπρεπε, κατά τα συμφωνηθέντα, να προέρχεται από το Κόμμα. Ο Μichnik ήταν αυτός που έλυσε τον γόρδιο δεσμό: Δικός σας Πρόεδρος, είπε, δικός μας πρωθυπουργός! Το αξίωμα περιήλθε στον γνωστό συντηρητικό Tadeusz Mazowiecki , μετά τον αποκλεισμό δύο άλλων υποψηφίων. Οι κύριοι υπουργοί προήρχοντο από το Συνδικάτο. Τρεις ήσαν από το Κόμμα, ώστε να ληφθούν υπ’ όψιν οι επιθυμίες της Μόσχας: των Εσωτερικών, της Αμύνης και των Μεταφορών.Υπουργός Εξωτερικών ονομάσθηκε ο σεβάσμιος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο τoυ Πόζναν, Krzysztof Skubiszewski, του περιβάλλοντος του Πριμάτου Glemp. Λίγο γνωστός στην πρωτεύουσα, αλλά με σημαντικές διεθνείς περγαμηνές.

Στις 12 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Mazowiecki ελάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης σχεδόν με ομοφωνία. Άλλη μία ορθή πράξη προς την ομαλοποίηση του καθεστώτος. Το τιτάνιο, πλέον, έργο διασώσεως της οικονομίας άρχιζε με την ψήφιση του προγράμματος Balcerowicz, υπουργού Oικονομικών! Περί τα τέλη του έτους ο πρωθυπουργός προσεκλήθη στην Μόσχα. Οι διμερείς σχέσεις ελάμβαναν την φυσιολογική πορεία τους. Έκπληξη προκάλεσε στην Βαρσοβία η γεμάτη συμβολισμό επίσκεψη στον νέο πρωθυπουργό του αρχηγού της K.G.B. για να τον ενημερώσει επισήμως.

Στις προγραμματικές δηλώσεις του, επικεντρωμένες στην οικονομία, ο πρωθυπουργός, αυστηρός και λιτός, υπεγράμμισε ότι η Πολωνία θα τηρούσε με εμμονή τις διεθνείς υποχρεώσεις της, όχι σαν τακτικό ελιγμό αλλά ως πεποίθηση.

Tadeusz Mazowiecki, πρωθυπουργός της Πολωνίας (1989-1991).

Αν από πλευράς Μόσχας τα τεκταινόμενα στην Πολωνία δεν αντιμετωπίζοντο αρνητικά, δεν συνέβαινε το ίδιο στα αδελφά κομμουνιστικά κόμματα της Ανατολικής Ευρώπης. Η Ρουμανία του Ceaușescu ετάσσετο αναφανδόν κατά του «πολωνικού πειράματος». Επίσης τα μηνύματα από την Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία ήσαν μη φιλικά. Εθεωρείτο, μεταξύ άλλων, ότι μία κυβέρνηση της Αλληλεγγύης, υπερέβαινε τα όρια ανοχής. Θυμούμαι την ένταση που διεγράφετο στην πολωνική πρωτεύουσα.

Στοιχείο της εξισώσεως αποτελούσε και ο Στρατός. Οι ένοπλες δυνάμεις δεν αποτελούσαν κομματικό όργανο. Ήσαν πιστές, κατ’ αρχήν, στην ηγεσία, υπό τον έλεγχο του φυσικού ηγέτη του, του στρατηγού Jaruzelski. Μερικές σειρήνες αντετάσσοντο στις μεταρρυθμίσεις, εφ’ όσον, πρόδηλα, μετά την ομαλή εξέλιξη, ο ρόλος τους εκμηδενιζόταν. Εξαναγκάσθηκαν να συμπλεύσουν. Λίγο αργότερα η μυστική αστυνομία κατηργήθη. Παράλληλα παραιτήθηκε ο στρατηγός υπουργός Εσωτερικών καθώς και ο υπουργός Αμύνης. Αντεκατεστάθησαν από μη μέλη του Κόμματος.

Σε όλη αυτή την περίοδο, η Εκκλησία διεδραμάτιζε τον ρόλο που της είχε αναγνωρισθή, στηρίζοντας εναλλακτικά κάθε πόλο. Είχε σχηματίσει στα πλαίσια των νομοθετικών σωμάτων τον δικό της κύκλο, ξεχωριστό από αυτόν της Αλληλεγγύης, μέσω του οποίου παρακολουθούσε και επηρέαζε τις εξελίξεις. Ο Πριμάτος, πάντως, μετά την ομαλοποίηση της καταστάσεως ήθελε να επαναφέρει την Εκκλησία στην καθαρά πνευματική της διάσταση, μακράν της πολιτικής.

Ουσιαστικά, η περίοδος αστάθειας για την Πολωνία είχε τερματισθή. Η Τρίτη Δημοκρατία είχε εγκαθιδρυθή! Η χώρα ονομάζετο πλέον «Δημοκρατία της Πολωνίας», έχοντας απαλείψη το «Λαϊκή»! Τα βλέμματα ήταν πλέον στραμμένα προς το μέλλον. Αυτό που χρειαζόταν ακόμη ήταν η συνέχιση της πολιτικής ισορροπιών. Για κάποιο διάστημα αυτές ετηρήθησαν. Μία συνέπεια θα ήταν η διάλυση του αποσαθρωμένου, πλέον, Ενωμένου Εργατικού Κόμματος, και η διαμόρφωση νέων κομματικών θεσμών, της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης του μεταρρυθμιστού κομμουνιστού Aleksander Kwasniewski, και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος του τέως πρωθυπουργού Mieczyslaw Rakowski.

Όμως, οι εξελίξεις δεν άφησαν ανεπηρέαστη ούτε την Αλληλεγγύη. Άρχισε, γρήγορα, να γίνεται έκδηλη η διάσταση Walesa-Mazowiecki. Έναυσμα απετέλεσε η άρνηση του πρωθυπουργού να δεχθή την ονομασία υπουργών που του υπέδειξε ο ηγέτης του Συνδικάτου. Ουσιαστικά, υπέβοσκε ένας ανταγωνισμός εκ μέρους του πρώτου, ο οποίος πλέον, εκ των πραγμάτων δεν διαδραμάτιζε κανένα θεσμικό, ουσιαστικό, ρόλο. Παρέμενε εκτός κεντρικού προσκηνίου. Αυταρχικές θέσεις που προέβαλλε προκαλούσαν δυσμενή σχόλια αξιωματούχων που τον πλησίαζαν. Η προσεχής επίσκεψή του στην Ουάσιγκτων επέτεινε τις ανησυχίες και τον προβληματισμό των στελεχών της Solidarnosc. Η εμφανής ρήξη δεν θα αργούσε.

Οι βάσεις του νέου καθεστώτος είχαν τεθή. Ο εκδημοκρατισμός παρουσίασε μια δυναμική εξέλιξη. Δρομολογήθηκαν νέες εκλογές τοπικής αυτοδιοικήσεως, προχώρησε η εκπόνηση νέου συντάγματος, έληφθησαν τα αναγκαία μέτρα για την οικονομία. Αυτή άρχισε να ανακάμπτει ικανοποιητικά. Νέοι επενδυταί συνέρρεαν, μεταξύ αυτών και Έλληνες.

Η αποστολή μου στην Βαρσοβία έληξε τον Απρίλιο του 1990, με την επιστροφή μου στην Κεντρική Υπηρεσία. Αξίζει, ωστόσο, να ολοκληρώσω την περιγραφή με μερικές ουσιαστικές πτυχές των μετέπειτα εξελίξεων.

Λίγο αργότερα ολοκληρώθηκαν οι εργασίες εκπονήσεως νέου Συντάγματος. Το νέο αυτό Σύνταγμα, με την έγκριση του Προέδρου του κράτους, υπήρξε ανατρεπτικό ως προς το παρελθόν. Μεταξύ άλλων εισήχθη και η άμεση εκλογή του Προέδρου από τον λαό. Ο στρατηγός Jaruzelski εδέχθη να παραιτήθη. Ένα μόλις χρόνο μετά την εκλογή του! Ο ρόλος του ως εγγυητού είχε ολοκληρωθή. Επιτυχώς. Αλλά, ούτε τον λαό εξέφραζε πλέον, ούτε την νέα πολιτική τάξη εκπροσωπούσε. Η νέα εκλογή Προέδρου έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο (1990). Εκεί, όμως, υπεκρύπτετο η έκπληξη! Μεταξύ άλλων, υποψηφιότητα έθεσε παρά τις αντίθετες απόψεις πολλών από τους παλαιούς συνοδοιπόρους του, και ο Lech Walesa. Πίστευε ότι την εκλογή του τού την όφειλε ο Πολωνικός λαός! Όμως, δεν εξελέγη με τον πρώτο γύρο. Χρειάστηκε και δεύτερος. Με αντίπαλο, ούτε καν τον πρωθυπουργό Mazowiecki, αλλά έναν άγνωστο, κατά τα άλλα, πλούσιο Πολωνό επιχειρηματία της διασποράς!

Για να κλείσει το κεφάλαιο του παρελθόντος, έμενε μία «λεπτομέρεια»: η πλήρης εθνική κυριαρχία, με την απομάκρυνση των σοβιετικών στρατευμάτων. Το ζήτημα είχε θέση ήδη ο Mazowiecki στην σοβιετική πλευρά από τον Μάρτιο 1990. Η συμφωνία επετεύχθη και η αποχώρηση των στρατευμάτων ολοκληρώθηκε εντός του 1993. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας είχε διαλυθή, σημειωτέον, τον Ιούλιο του 1991.

Τον Οκτώβριο 1991 έγιναν κοινοβουλευτικές εκλογές, πλήρως δημοκρατικές, με το καινούργιο καλειδοσκόπιο κομμάτων. Όμως, ο λαός δεν ετίμησε, όπως θα ενεμένετο τα διάδοχα σχήματα του Συνδικάτου. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, το 1993, εκάλεσε στην εξουσία την Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, σε συνασπισμό με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα του Kwasniewski. Οι βεβαιότητες ανετράπησαν ριζικά, αλλά δημοκρατικά. Σε σημείο που ο τελευταίος ανεδείχθη Πρόεδρος της Πολωνίας το 1995, νικώντας με μικρή διαφορά τον ίδιο τον Walesa.

Η νέα δημοκρατική χώρα, έγινε μέλος των Ευρωπαϊκών δομών: του Συμβουλίου της Ευρώπης, τον Νοέμβριο 1991, της Ε.Ο.Κ., με την Συμφωνία Συνδέσεως να υπογράφεται τον Δεκέμβριο του 1991. Έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, μαζύ με 9 άλλα κράτη, μεταξύ των οποίων και την Κύπρο, τον Μάιο του 2004. Ακούστηκαν πολλές επικρίσεις για την ομαδική και πρόωρη αυτή απόφαση. Το 1996 έγινε μέλος του Ο.Ο.Σ.Α. ενώ στο ΝΑΤΟ ενετάχθη το 1999. Η αντίδραση της Ρωσσίας στην διεύρυνση της συμμαχίας προς ανατολάς δεν ελήφθη υπ’ όψιν από τις Δυτικές Δυνάμεις.

Το «επεισόδιο» Πολωνία, στο γενικώτερο πλαίσιο της αποσταθεροποιήσεως του Ανατολικού Συνασπισμού δεν δημιουργήθηκε ερήμην της Δύσεως. Η στρατηγική της από χρόνια επηρέασε αποφασιστικά την ωρίμανση της καταστάσεως. Η πίεση του ΝΑΤΟ, η Ostpolitik της Δυτ. Γερμανίας, οι εκπομπές του Radio Free Europe, αργότερα η έναρξη των διαπραγματεύσεων MBFR (Mutual Balanced Force Reduction) και της CSCE (Conference for the Security and the Cooperation in Europe) με την τελική πράξη του Ελσίνκι (1977) αποτελούσαν φάσεις της στρατηγικής αυτής. Χωρίς βέβαια να είναι προκαθορισμένο το αποτέλεσμα κάθε μιας. Οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες συνέκλιναν στην Πολωνία, όπου όλα αυτά τα χρόνια, είχε αναπτυχθή ένα έντονο εθνικιστικό αίσθημα, σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνίας. Οι τρεις πόλοι, συνεπικουρούμενοι από τον τέταρτο, την Μόσχα, συναισθανόμενοι τα αδιέξοδα, προχώρησαν στην ανατροπή. Το αίσθημα αυτό κατηύθυνε ως οδηγός σε πολλές αποφάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο στρατηγός Jaruzelski ανελίχθηκε σε όλες τις βαθμίδες της πολιτικής ιεραρχίας. Αυτό συνέβη μεταξύ άλλων και διότι εξέφραζε το εθνικό Πολωνικό αίσθημα.

Αθήνα, 1η Μαΐου 2004. Η πράξη προσχώρησης της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπογράφεται από τους Leszek Miller, πρωθυπουργό και Włodzimierz Cimoszewicz, υπουργό Εξωτερικών.

Προς επίτευξη της απαιτουμένης συμπτώσεως στην Πολωνική σκηνή των επιδιώξεων των πρωταγωνιστών απαιτήθηκε ο συντονισμός των προθέσεων, των οραμάτων αλλά και των συμφερόντων των δύο πλευρών, με την συμπαράσταση της Καθολικής Εκκλησίας και την σύμπλευση της Μόσχας, με την προσωπικότητα του Gorbachev. Οι εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη επέτρεψαν στην ήπειρό μας να ξαναβρή την χαμένη ενότητά της και να επιτύχει την ανατροπή αποφάσεων που είχαν ληφθή στο παρελθόν υπό την πίεση δραματικών γεγονότων.

Έκτοτε παρακολουθούμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα στην μεγάλη αυτή χώρα. Τελευταίως, παρουσιάσθηκαν πολλές ακραίες τάσεις προκαλώντας σκεπτικισμό για την μακρόπνοη διατήρηση του πνεύματος της Στρογγυλής Τράπεζας.

Προτού περατώσω την ιστορία για τον εκδημοκρατισμό της Πολωνίας, θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ, δι’ ολίγων και στην εξωτερική πολιτική της νέας Δημοκρατίας, και ιδίως στις σχέσεις Πολωνίας-Γερμανίας, όπως διαμορφώθηκαν το 1989, καίριες για την ειρήνη της Ευρώπης.

Η ιστορία της Πολωνίας με τους διαδοχικούς διαμελισμούς της στο διάβα των αιώνων, αποτελεί πάντοτε ένα συναισθηματικό βάρος για τον λαό της. Έπρεπε με την νέα κατάσταση να διαμορφωθούν νέες σχέσεις ασφαλείας και ισοτιμίας με τους δύο γείτονές της, την Ρωσσία και την Γερμανία, κερδίζοντας την απόλυτη κυριαρχία της. Σε αυτό εστιαζόταν το νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής της δημοκρατικής Πολωνίας. Στόχο αποτελούσε η ακύρωση δύο επώδυνων πράξεων, της Συμφωνίας της Γιάλτας και του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Κατάλληλο πρόσωπο για να επιτύχει τα ανωτέρω ήταν η καθηγητής Skubiszewski, ο νέος υπουργός Εξωτερικών, βαθύς γνώστης του Γερμανικού προβλήματος. Αν στην Δύση η ονομασία του προκάλεσε κάποια έκπληξη, στην Μόσχα δημιούργησε έντονα ερωτηματικά: πώς θα ήταν συμβατός με τους άλλους υπουργούς Εξωτερικών στο πλαίσιο του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι πρώτες δηλώσεις του καθηγητού περί σχέσεων ισοτιμίας και καταβολής αποζημιώσεων στους Πολωνούς θύματα διώξεων στην Σοβιετική Ένωση, δεν ήσαν φύσεως να ηρεμήσουν τα πνεύματα στην Μόσχα. Γρήγορα, παρά ταύτα τα σύννεφα διελύθησαν, και οι αμφιβολίες για το πρόσωπο του νέου υπουργού ήρθησαν.

Σύντομα καθορίστηκαν οι παράμετροι της εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες ανεκοίνωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στους διαπιστευμένους πρέσβεις: συνεργασία προς πάσα κατεύθυνση, Ανατολή και Δύση, αποκατασταση της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας της χώρας, συμβάλλοντας στην διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής τάξεως πραγμάτων, σεβασμός του απαραβιάστου των συνόρων και τηρήσεως των συμφωνιών, αφοπλισμός. Ο υπουργός Εξωτερικών, διευκρινιστικά προσέθεσε την «από-ιδεολογικοποίηση» των επαφών με το εξωτερικό και διαμόρφωση των σχέσεων με την Μόσχα σε σχέσεις εταιρικής ισότητος. Από πλευρά της η Μόσχα δέχθηκε, με το κοινό ανακοινωθέν που εξεδόθη κατά την επίσκεψη του Schewarnadze στην Βαρσοβία, την αρχή της μη αναμίξεως στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Ένα πρόσθετο ουσιαστικό βήμα στην αποδέσμευση από τα βάρη του παρελθόντος και την ισότιμη ανέλιξη των διμερών σχέσεων απετέλεσε και η επίσκεψη του Πολωνού πρωθυπουργού στην Σοβιετική Ένωση, στα τέλη του 1990.

Όμως, ο φόβος εγκλωβισμού της Πολωνίας μεταξύ Ρωσσίας και Γερμανίας, δημιούργησε μια άλλη διάσταση: την ανάγκη δημιουργίας ενός αξόνων βορρά-νότου, προς την Βαλτική και την Κεντρική Ευρώπη. Αν οι πρώτες προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν, εν συνεχεία, η δημιουργία της ομάδος του Βίσεγκραντ στήριξε την πολωνική επιδίωξη.

Έμενε η διευθέτηση των σχέσεων με την Γερμανία και η οριστική αποδοχή εκ μέρους της δυτικής γείτονος των μεταπολεμικών συνόρων Oder-Neisse. Η μη οριστικοποίηση της γραμμής αυτής επέτρεπε, θεωρητικά, στην Γερμανία να διατηρεί διεκδικήσεις στα παλαιά εδάφη της, τώρα πολωνικά. Από πλευράς Βόννης, η αποδοχή της διευθετήσεως δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι σχέσεις μεταξύ της Δυτικής, ακόμη, Γερμανίας, και της Πολωνίας χαρακτηρίζοντο από ψυχρότητα και επιφυλακτικότητα. Όσο δε αφορούσε την Ανατολική Γερμανία, αν και είχε αναγνωρίσει τα σύνορα, οι σχέσεις ήσαν σχέσεις καχυποψίας. Άλλωστε η Πάνκοφ δεν συνέπλεε με τις μεταρρυθμιστικές τάσεις της Βαρσοβίας.

Και από αυτήν την πλευρά, κανείς δεν φανταζόταν τις ταχύτατες εξελίξεις. Οι Πολωνοί αξιωματούχοι ανεγνώριζαν από καιρό ότι η ένωση της Γερμανίας ήταν ζήτημα χρόνου. Δεν είχαν συνειδητοποιήσει όμως, πόσο γρήγορα θα συνετελείτο αυτή.

Ο Willy Brandt ήταν ο μόνος Γερμανός καγκελλάριος που είχε επισκεφθή, το 1970, την Βαρσοβία. Ο Helmut Kohl ανεμέτο τον Νοέμβριο του 1989, αρκετά μετά την έναρξη των εξελίξεων στην Βαρσοβία. Αλλά και οι επισκέψεις των υπουργών Εξωτερικών ήταν σπάνιες. Η επίσκεψη του καγκελλαρίου είχε προετοιμασθή με μεγάλη προσοχή, είχαν ορισθή ειδικοί διαπραγματευταί από τις δύο πλευρές, τα κείμενα ήσαν έτοιμα.

Η έκπληξη ήρθε κατά την διάρκεια της επισκέψεως του καγκελλαρίου Kohl, στις 8 Νοεμβρίου 1989. Ἠδη το πρώτο βράδυ της επισκέψεως, συμβαίνουν στο Βερολίνο τα γνωστά επεισόδια στο τείχος! Κατά την διάρκεια της δεξιώσεως που παρέθεσε ο Kohl – ήταν παρόντες οι πρέσβεις της Ε.Ε. – αιφνιδιασμένος ο ίδιος, αφού εξήγησε τι συνέβαινε στην Γερμανία, ανεκοίνωσε ότι ήταν υποχρεωμένος να δόση το παρόν στο τείχος αλλά ότι θα επέστρεφε την επομένη! Υπό το φως των γεγονότων αμφιβάλλαμε κατά πόσον θα του ήταν δυνατόν να επιστρέψει. Παρά ταύτα επανήλθε προς μεγάλη ικανοποίηση των Πολωνών. Τα δύο τμήματα της επισκέψεως τα χώριζε ουσιαστικά ένας νέος κόσμος: η επανενωμένη Γερμανία!

H υποδοχή του Helmut Kohl στο αεροδρόμιο της Βαρσοβίας λίγες ώρες, μόλις, πριν από την πτώση του τείχους
του Βερολίνου (8 Νοεμβρίου 1989).

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, σηματοδότησε την έναρξη της διαδικασίας επανενώσεως της Γερμανίας! Αν και η επίσκεψη υπήρξε επιτυχής, τα αποτελέσματα όσον αφορά την αναγνώριση των συνόρων δεν ήταν φύσεως να καθησυχάσει τους Πολωνούς. Δεν υπήρξε, κατά την επίσκεψη, σαφής τοποθέτηση εκ μέρους των Γερμανών αξιωματούχων. Και στην Βαρσοβία υπήρχε η αίσθηση, όχι αβάσιμα, ότι η Βόννη είχε αναστολές ως προς την απερίφραστη αναφορά στα εν λόγω σύνορα. Γι’ αυτό, όταν, λίγο αργότερα (2 Φεβρουαρίου 1990), άρχισαν οι διαβουλεύσεις 2+4 για την ενοποίηση της Γερμανίας, η Βαρσοβία απήτησε την συμμετοχή της στις συνομιλίες. Φοβόντουσαν ότι το κενό επιρροής που άφηνε σταδιακά η Μόσχα στην Ανατολική Ευρώπη, θα εκαλείτο να πληρώσει η ενωμένη και ισχυρή Γερμανία. Οι σκέψεις δεν ήσαν εκτός πραγματικότητος! Η ηγεσία της χώρας κινητοποιήθηκε πολύ δραστήρια. Εν τέλει, ικανοποιήθηκε εν μέρει, με την στήριξη της Γαλλίας –η οποία προβληματιζόταν ζωηρά με την προοπτική ενώσεως της Γερμανίας – και της Βρεταννίας: θα εκαλείτο να παρακαθίσει στις διαβουλεύσεις όταν οι 6 θα συζητούσαν το ζήτημα των συνόρων της ενιαίας Γερμανίας. Η υπόθεση εν τούτοις είχε πολλές άλλες σημαντικές παραμέτρους, οι οποίες δεν είναι της στιγμής να αναπτυχθούν.

Η συνθήκη μεταξύ των δύο χωρών για την αναγνώριση των συνόρων υπεγράφη στην Βαρσοβία στις 14 Νοεμβρίου 1990. Η Πολωνία αποκτούσε σύνορα με την Δυτική Ευρώπη και την Ε.Ο.Κ.

Είναι σημαντική η τελευταία λεπτομέρεια της διαδικασίας. Η Βαρσοβία ήθελε μια πανηγυρική υπογραφή της πράξεως με την παρουσία των πρέσβεων των 4 Μεγ. Δυνάμεων, εν είδη εγγυητών. Όπως, όμως, ο Genscher υπεγράμμισε,  η αποδοχή της συμφωνίας αποτελούσε μια μείζονα παραχώρηση του Βερολίνου για την ειρήνη στην Ευρώπη. Όμως, η συνθήκη άφηνε εκτός Γερμανίας μεγάλες περιοχές από τις οποίες κατήγετο σημαντικός αριθμός Γερμανών υπηκόων (μεταξύ άλλων και η σύζυγός του). Ουσιαστικά τα άτομα αυτά έχαναν την πατρίδα τους, εξανεμίζοντο οι ελπίδες τους να την ξαναβρούν. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν στον υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας, να παρευρεθή σε εορταστικές εκδηλώσεις με την ευκαιρία αυτή. Έτσι, οι προετοιμασίες των εορτασμών ακυρώθηκαν! Η εξωτερίκευση αυτή του Genscher υπήρξε αποκαλυπτική. Κατεδείκνυε ότι έναντι των δικαίων αιτημάτων της Πολωνίας, με όλες τις ουλές που είχε αφήσει η ιστορία, υπήρχε ο αντίλογος μιάς πραγματικότητος που πονούσε!

Στις 17 Ιουνίου 1991 θα υπεγράφετο στην Βόννη η Συνθήκη Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Ένα σημαντικό κεφάλαιο της μεταπολεμικής Ευρωπαϊκής ιστορίας ρυθμιζόταν οριστικά.

Η αποστολή μου στην Βαρσοβία έληξε τον Απρίλιο του 1990. Εκλήθην στην Αθήνα, Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείο του Αναπληρωτού Υπ. Εξωτερικών. Λίγο αργότερα, ο υπουργός Αντώνης Σαμαράς μου ενεπιστεύθη την Διεύθυνση Βαλκανίων και Ανατολικής Ευρώπης. Άλλες προκλήσεις με περίμεναν στην διεύθυνση αυτή, εφ΄ όσον η θητεία μου στην Δ/ση συνέπεσε με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και το «Μακεδονικό». Από την Βαρσοβία μου έμεινε η πολύτιμη εμπειρία του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης, και η φιλία με πολλά πρόσωπα της πολωνικής intelligentsia. Όπως και με τον μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Aleksander Kwasniewski. Ας προσθέσω, ως επίλογο, ότι όταν το 2007, συμμετέσχον, ως Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, σε ένα συνέδριο της Frontex στην πολωνική πρωτεύουσα, ζήτησα να επισκεφθώ τον στρατηγό Jaruzelski, τελευταία χειρονομία μου προς τον άνθρωπον αυτόν που συνέβαλε τόσο αποφασιστικά στις εξελίξεις της Ηπείρου μας. Με δέχθηκε πολύ θερμά. Ήταν μια ικανοποίηση για εμένα.

Polish Transformation

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής τον Σεπτέμβριο 1987, ο στρατηγός Jaruzelski πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα.

² Η Πολωνία είχε το υψηλότερο ποσοστό εξωτερικού χρέους στην Ευρώπη.

³ Ο λαός δεν πίστεψε στην ειλικρίνεια του Κόμματος. Για την εγκυρότητα του αποτελέσματος απητείτο η απόλυτη πλειοψηφία των εγγεγραμμένων. Τελικώς η συμμετοχή και οι θετικές ψήφοι περιορίσθηκαν κάτω του νόμιμου.

⁴ Ας σημειωθεί ότι, όπως  συνηθίζετο στην Βαρσοβία, όλο το διπλωματικό σώμα προσεκλήθη στην άφιξη και την αναχώρηση του Ρώσου ηγέτη. Αυτό που μπορέσαμε να διαισθανθούμε ήταν μία καλοπροαίρετη διάθεσή του. Τουναντίον, η αντίστοιχη παρουσία του Γάλλου προέδρου Mitterrand, υπέδειξε μια μάλλον δύσπεπτη προσωπικότητα.

⁵ Ο 100στός ήταν ένας ανεξάρτητος, Πολωνός της διασποράς.

6 Κατόπιν αιτήματος της Μόσχας για στρατηγικούς λόγους, μεταφοράς δηλ. στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού (Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

50 χρόνια από τότε

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού
(Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

Α. Προετοιμασία και οργάνωση

Το 1966, ένα χρόνο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, η οργάνωση του ΙΧ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού ανατέθηκε στην Ελλάδα. Επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη διεθνή αθλητική οργάνωση, που θα φιλοξενούσε η χώρα μας έπειτα από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και τους ενδιάμεσους Ολυμπιακούς του 1906. Η πρόκληση ήταν πολλαπλή, τόσο σε επίπεδο οργάνωσης, όπου η Ελλάδα δεν είχε να επιδείξει ιδιαίτερες περγαμηνές, όσο και σε επίπεδο υποδομών. Για τις ανάγκες των αγώνων ανακατασκευάστηκε το “Καραϊσκάκης”, το οποίο, από Ποδηλατοδρόμιο μετατράπηκε σε Στάδιο. Πέρα από τις εργασίες, αποφασίστηκε η τοποθέτηση χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Για πρώτη φορά είχε χρησιμοποιηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1968, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού, με αποτέλεσμα να μην έχουν απολύτως αξιολογηθεί οι συνέπειές του (θετικές είτε αρνητικές) πάνω στις επιδόσεις των αθλητών.

Ταυτόχρονα με την κατασκευή σταδίου συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οργανωτές είχαν αναλάβει και τη δέσμευση για την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων. Εδώ, η κατάσταση ήταν άκρως σοβαρή, καθώς η τηλεόραση στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, με αποτέλεσμα τεράστιες ελλείψεις σε κομβικούς τομείς. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ), με την ιδιότητα του οργανωτικού φορέα των αγώνων, κατέβαλε το σεβαστό, για την εποχή εκείνη, ποσό των 60 εκατομ. δραχμών, για την αγορά τεσσάρων συνεργείων Εξωτερικών Μεταδόσεων από τη Μεγάλη Βρετανία (τόσο το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας -ΕΙΡ- όσο και η Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων -ΥΕΝΕΔ- δεν διέθεταν ούτε ένα).

Το Στάδιο Καραϊσκάκη, έπειτα από την ολοκλήρωση των έργων ανακατασκευής.

Αμέσως μετά, πούλησε έναντι 34 εκατομ. τρία από αυτά στο ΕΙΡ και ένα στην ΥΕΝΕΔ. Το καθένα από τα τέσσερα παραπάνω συνεργεία τοποθετήθηκαν στο Στάδιο Καραϊσκάκη, στον Μαραθώνα (εκκίνηση του Μαραθωνίου δρόμου), στο Παναθηναϊκό Στάδιο (τερματισμό του Μαραθωνίου), τέλος, το τέταρτο ακολουθούσε τη διαδρομή των δρομέων του Μαραθωνίου. Την παραγωγή στο Στάδιο Καραϊσκάκη είχαν αναλάβει Ιταλοί της RAI. Δεν τα πήγαν και τόσο καλά, αφού, όπως διαβάζουμε στο τύπο της εποχής, το BBC διαμαρτυρήθηκε για δύο παγκόσμια ρεκόρ που δεν καταγράφηκαν από τις κάμερες. Την παραγωγή του Μαραθωνίου είχαν αναλάβει Γάλλοι τεχνικοί. Οι Έλληνες τηλεθεατές πάντως, που δεν είχαν ξαναδεί αθλητική διοργάνωση σε απ’ ευθείας σύνδεση, καθηλώθηκαν μπροστά από τους δέκτες και τη μαυρόασπρη αναμετάδοση. Για λίγες μέρες, χάρη ακριβώς σε αυτή την τηλεοπτική μετάδοση, απόκτησαν μια, στοιχειώδη έστω, επαφή με τον έξω κόσμο, έπειτα από άνω των δυο ετών στυγνής δικτατορίας, διαρκούς στρατιωτικού νόμου και ασφυκτικής λογοκρισίας. Τις περιγραφές στο ΕΙΡ έκανε ο κορυφαίος Γιάννης Διακογιάννης με τον Νίκο Γεωργόπουλο, παλιό Βαλκανιονίκη. Στην ΥΕΝΕΔ τον γενικό συντονισμό ανέλαβε ο Κώστας Σισμάνης και τις περιγραφές οι Μανώλης Βασιλαράς, Βασίλης Γεωργίου και Στάθης Γαβάκης. Το στρατιωτικό κανάλι, επειδή έπαιρνε την εικόνα του ΕΙΡ που έδινε και στην Eurovision, έστησε ένα μικρό στούντιο, μέσω του οποίου εξέπεμπε συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών αθλητών. Οι αγώνες αποτέλεσαν μια καλή ευκαιρία για να διαφημίσουν τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών τις τηλεοράσεις τους, καθώς οι αγορές αυξήθηκαν ενόψει της τέλεσης των αγώνων.

Χαρακτηριστική διαφήμιση εταιρίας ηλεκτρικών ειδών.

Όπως ήταν επόμενο, η χούντα, πιστή στην αφειδώλευτη παροχή άρτου και θεάματος, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την τέλεση των αγώνων. Οι εννέα μήνες του 1969, οι οποίοι είχαν προηγηθεί, δεν ευνοούσαν τη διεθνή εικόνα του καθεστώτος, αλλά ούτε και εκείνη, την οποία αυτό εξέπεμπε προς το εσωτερικό. Τον Ιούνιο, είχε αποδράσει από τις φυλακές του Μπογιατίου, με τη συνδρομή του δεσμοφύλακά του, ο θανατοποινίτης Αλέξανδρος Παναγούλης, ο οποίος, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Παρά το γεγονός ότι οι δυο καταζητούμενοι συνελήφθησαν λίγες μέρες αργότερα, η απόδραση υπήρξε πλήγμα για το καθεστώς. Στις 30 Σεπτεμβρίου, δηλαδή μόλις εννέα ημέρες έπειτα από τη λήξη των αγώνων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε σε ελβετική εφημερίδα, κατηγόρησε τη χούντα για “τυραννική πολιτική”, εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη το καθεστώς θεωρούσε πως είχε αποκομίσει από την τέλεση των αγώνων. Ήδη από την άνοιξη του 1969, η Ευρωπαϊκή Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ξεκινήσει έρευνα στην Αθήνα, για καταγγελίες, που είχαν διατυπωθεί σχετικά με διενέργεια βασανιστηρίων. Το δικτατορικό καθεστώς παρεμπόδιζε με κάθε τρόπο τη διενέργεια της έρευνας, με αποτέλεσμα η τελευταία να διακοπεί. Προ του κινδύνου να αποβληθεί η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η δικτατορία διά του υπουργού της των Εξωτερικών, Παναγιώτη Πιπινέλη, υπέβαλε στις 25 Αυγούστου (δηλ. τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των αγώνων) χρονοδιάγραμμα, με το οποίο υποσχέθηκε τη συγκρότηση εκλεγμένου κοινοβουλίου ως τα μέσα του 1971, δηλαδή δύο χρόνια αργότερα. Ακόμη, το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου το Νοέμβριο του 1969 και άρση της επιβολής του στρατιωτικού νόμου τον Σεπτέμβριο του 1970. Επρόκειτο για κινήσεις αποπροσανατολισμού της διεθνούς κοινότητας. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, η Ελλάδα αποβλήθηκε από μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης (το καθεστώς προσέδωσε στο γεγονός διαστάσεις ηρωϊκής εθελούσιας αποχώρησης, δίχως, όπως ήταν επόμενο, να καταφέρει να πείσει κανέναν).

Επιχειρώντας, με την αδεξιότητα που τους χαρακτήριζε, να αντιστρέψουν την παραπάνω καθόλα αρνητική εικόνα, οι Συνταγματάρχες επιδόθηκαν σε μια ανόητη επιχείρηση αυτοδιαφήμισης, με κεντρικό σύνθημα την “αναγέννηση του ελληνικού αθλητισμού”. Λίγο πριν από την έναρξη των αγώνων, οι υπηρεσίες προπαγάνδας της χούντας κυκλοφόρησαν ένα μήνυμα του πρωθυπουργού της αυτοαποκαλούμενης “Εθνικής Κυβερνήσεως” Γεωργίου Παπαδόπουλου, ενώ στην τελετή έναρξης παρέστη σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου καμάρωναν και επαίρονταν για τα επιτεύγματά τους. Στο λόγο, τον οποίον εκφώνησε, ο πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ καλωσόρισε τους αθλητές “στην Ελλάδα, την πιο δημοκρατική χώρα στον κόσμο”…Εύλογο είναι το ερώτημα, για ποιό λόγο, μετά τον Απρίλιο του 1967, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αθλητισμού δεν αφαίρεσε από την Ελλάδα την οργάνωση των αγώνων, ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταδίκης του καθεστώτος. Όλες οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις ενάντια στη χούντα, μήνες πριν, είχαν ξεκινήσει μια εκστρατεία, κάνοντας δραματική έκκληση στους Ευρωπαίους αθλητές να μποϋκοτάρουν τους αγώνες. Απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Ωστόσο, η εκ νέου ανάθεση στην Ελλάδα του ΙΓ΄ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού για το 1982, οκτώ, μόλις, χρόνια έπειτα από τη μεταπολίτευση, δύναται να εκληφθεί ως χειρονομία συγγνώμης για τη μη αφαίρεση των αγώνων του 1969.

Το μήνυμα του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Β. Το αγωνιστικό μέρος

Στο καθαρά αγωνιστικό μέρος κυριάρχησαν τα επτά παγκόσμια ρεκόρ, τα οποία σημειώθηκαν (έξι στις γυναίκες και ένα, μόνο, στους άνδρες), η αποχώρηση της ομάδας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό, από τη Διεθνή Ένωση Ομοσπονδιών Κλασσικού Αθλητισμού, του πρώην Ανατολικογερμανού αθλητή Jürgen May, που είχε αυτομολήσει στη Δύση και συμπεριληφθεί στην ομάδα της Δυτικής Γερμανίας ενάντια στους κανονισμούς (οι Δυτικογερμανοί συμμετείχαν μόνο στις τέσσερις σκυταλοδρομίες), η πρώτη, στα παγκόσμια χρονικά, τιμωρία αθλητή για χρήση αναβολικών ουσιών έπειτα από έλεγχο ντόπινγκ (πρόκειται για τον Ολλανδο δεκαθλητή Edward de Noorlander), ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός στη σκυταλοδρομία των 4X400 μέτρων γυναικών, ο ενδογαλλικός αντίστοιχος στο δρόμο 400 μέτρων γυναικών, η απαρχή της λαμπρής σταδιοδρομίας του σπουδαίου Σοβιετικού σπρίντερ Valeriy Borzov και, βέβαια, η αποτυχία του επικοντιστή Χρήστου Παπανικολάου να ανεβεί στο βάθρο των νικητών, γεγονός, το οποίο προσέλαβε διαστάσεις εθνικής συντριβής. Η ΕΣΣΔ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) έδωσαν τη μάχη των μεταλλίων. Στους άνδρες νίκησαν οι Σοβιετικοί (7-5-6), έναντι 7-4-5 της ΛΔΓ και 4-4-4 των Βρετανών. Όμως, οι Γερμανίδες ξεπέρασαν τις Σοβιετικές (4-3-2, έναντι 2-2-2). Και εδώ η Μεγάλη Βρετανία αναδείχθηκε τρίτη, με 2-0-3.

European Athletics In Athens (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.14]

Πιο συγκεκριμένα, η Σοβιετική Nadezhda Chizhova, ανέβασε το παγκόσμιο ρεκόρ της σφαιροβολίας στα 20,43 μέτρα. Η Ανατολικογερμανίδα Karin Balzer νίκησε στα 100 μ. με εμπόδια με ρεκόρ κόσμου (13.29). Παγκόσμιο ρεκόρ σημείωσαν, επίσης, η Τσεχοσλοβάκα Jaroslava Jehličková στα 1.500 μ. με 4.10.7 και η Αυστριακή Liese Prokop στο πένταθλο με 5.030 βαθμούς. Τα άλλα δύο παγκόσμια ρεκόρ γυναικών σηματοδοτούν και το δράμα της Γαλλίδας Colette Besson. Έφτασε κοντά σε δύο χρυσά μετάλλια, αλλά απέτυχε για εκατοστά του δευτερολέπτου. Στα 400 μ. έχασε πάνω στο νήμα από την συμπατριώτισσά της Nicole Duclos. Επιδόσεις: 51.72 για την Duclos, 51.74 για την Besson. Και οι δύο ανώτερες από το παγκόσμιο ρεκόρ. Το ίδιο συνέβη στα 4×400 μ. Πάνω στον τερματισμό, η Βρετανή Lillian Board, που δυο χρόνια αργότερα έχασε τη ζωή της σε ηλικία 22 ετών από καρκίνο, νικήτρια των 800 μ., ξεπέρασε την Besson (οι δυο αθλήτριες είχαν ανοικτούς λογαριασμούς από την εποχή της Ολυμπιάδας του Μεξικού, οπότε είχε επικρατήσει η Besson). Με τη νίκη της, χάρη στην εκπληκτική τελευταία κούρσα της Board, η ομάδα της Μεγάλης Βρετανίας, με 3.30.82 βελτίωσε το ρεκόρ κόσμου στα 4X400 γυναικών.

Η επική μονομαχία Board – Besson στον τελευταίο γύρο της σκυταλοδρομίας 4Χ400 μ. Γυναικών

Άξια μνείας είναι και τα τρία χρυσά μετάλια, τα οποία κέρδισε η Ανατολικογερμανίδα Petra Vogt στα 100 μ., 200 μ. και 4Χ100 μ.

Μόνο ένα παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε στους άνδρες. Σημειώθηκε από τον Σοβιετικό σφυροβόλο Anatoliy Bondarchuk, που έριξε βολή στα 74,68 μ. Το δράμα των Γάλλων δεν περιορίστηκε στα αθλήματα γυναικών. Ο Alain Sarteur τερμάτισε στα 100 μ. και πανηγύρισε. Όλοι πίστευαν πως αυτός ήταν ο νικητής. Το φωτο-φίνις, όμως, έδωσε το χρυσό μετάλλιο στον Valeriy Borzov. Ήταν το πρώτο για τον μετέπειτα κορυφαίο λευκό σπρίντερ όλων των εποχών. Οι Γάλλοι αποζημιώθηκαν με την κατάκτηση των χρυσών μεταλλίων στις δυο σκυταλοδρομίες (4Χ100 και 4Χ400) των ανδρών.

Η επικράτηση του Valeriy Borzov στο φωτο-φίνις του δρόμου 100 μ. Ανδρών

Μεγάλα ονόματα διατήρησαν το κύρος τους, δίχως, ωστόσο, να βελτιώσουν τις ατομικές τους επιδόσεις. Πρόκειται για τους Σοβιετικούς Jānis Lūsis στον ακοντισμό, Igor Ter-Ovanesyan στο μήκος, Valentin Gavrilov στο ύψος και, φυσικά, τον επεισοδιακό χρυσό Ολυμπιονίκη του Μεξικού, Viktor Saneyev. Το ίδιο ισχύει για τον Ιταλό Eddy Ottoz στα 110 μ. με εμπόδια και για τον Ανατολικογερμανό Jürgen Haase στα 10 000 μ. Τρεις Ανατολικογερμανοί (Dieter Hoffmann, Heinz-Joachim Rothenburg και Hans-Peter Gies) σάρωσαν τα μετάλλια της σφαιροβολίας. Εντυπωσίασε ο συμπατριώτης τους Joachim Kirst, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του δεκάθλου, πέρασε στο ύψος τα 2,13 μ. (ο νικητής του άλματος εις ύψος, Σοβιετικός Gavrilov, πήδηξε 2,17 μ. μόλις 4 εκατοστά ψηλότερα). Στα 5 000 μ. επικράτησε ο Βρετανός Ian Stewart. Ο Μαραθώνιος κρίθηκε μέσα στην Αθήνα, στο ύψος του Χίλτον! Σε ολόκληρη, σχεδόν, τη διαδρομή από τον Μαραθώνα, προηγείτο ο Βέλγος Gaston Roelants, για να χάσει, τελικά, την πρώτη θέση από τον Βρετανό Ron Hill.

Οι Πανευρωπαϊκοί Αγώνες στα πρωτοσέλιδα του Γαλλικού Τύπου. Αριστερά: οι προσδοκίες για τον Alain Sarteur στα 100 μ. Ανδρών. Δεξιά: η θριαμβολογία για το διπλό παγκόσμιο ρεκόρ των Duclos και Besson στα 400 μ. Γυναικών.

Το μεγάλο δράμα για την Ελλάδα και τους Έλληνες έλαβε χώρα στο τελικό αγώνισμα του άλματος επί κοντώ, όταν μια ολόκληρη χώρα και ένας ολόκληρος λαός κρέμονταν κυριολεκτικά από το κοντάρι ενός αθλητή, του Χρήστου Παπανικολάου. Οι έως τότε επιδόσεις του, άφηναν βάσιμες ελπίδες για την κατάκτηση ενός μεταλλίου, ακόμη και του χρυσού. Στους προηγούμενους Πανευρωπαϊκούς της Βουδαπέστης (1966) είχε κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) είχε καταταγεί τέταρτος, καταρρίπτοντας, ωστόσο, το ρεκόρ Ευρώπης με ένα άλμα 5.30μ. Στους Βαλκανικούς Αγώνες της Σόφιας (1969) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με 5.25μ. Ήταν η αιχμή του δόρατος της ελληνικής ομάδας (αυτόν είχε επιλέξει ο ΣΕΓΑΣ για τον όρκο των αθλητών κατά την τελετή έναρξης), γεγονός, το οποίο τον φόρτωσε με άγχος. Έχοντας στοχεύσει το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησε λάθος τακτική, αφήνοντας άλματα, τα οποία μπορούσαν να του είχαν εξασφαλίσει θέση στο βάθρο. Απέτυχε να ξεπεράσει ένα εύκολο για την κλάση του ύψος (5.20μ.) και κατετάγη τέταρτος, με επίδοση μόλις 5.00μ., με τον μεγάλο αντίπαλό του, Ανατολικογερμανό Wolfgang Nordwig, να κατακτά την πρώτη θέση με 5.30μ. και ν’ αποτυγχάνει δύο φορές να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, βάζοντας τον πήχη στο 5.45μ. Μέσα στο στάδιο επικράτησε γενικό πάγωμα (αν και οι θεατές παρότρυναν τον Nordwig στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ) και η Ελλάδα ολάκερη βυθίστηκε σε πένθος. Στις 24 Οκτωβρίου 1970, δεκατρείς μήνες αργότερα, ο Χρήστος Παπανικολάου, με ένα άλμα 5.49μ. κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ, μέσα στο ίδιο στάδιο, αποδεικνύοντας πως ήταν πρωταθλητής επιδόσεων και όχι πρωταθλητής μεγάλων αγώνων. Το ρεκόρ του άντεξε επί 531 ημέρες, έως ότου καταρριφθεί, με τη σειρά του, στις 8 Απριλίου 1972 από τον Σουηδό Kjell Gunnar Isaksson.

Ο καταποντισμός του Χρήστου Παπανικολάου στον ελληνικό ημερήσιο αθλητικό Τύπο.
Η πλήρης σειρά αναμνηστικών γραμματοσήμων, που κυκλοφόρησε με αφορμή την τέλεση των αγώνων.

European Athletics Finals (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.15]

Στον καθαρά αγωνιστικό τομέα, υπήρξαν μονομαχίες, οι οποίες καθήλωσαν τους θεατές, προσδίδοντας ρυθμό και ένταση στους αγώνες. Οργανωτικά, αν και το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά ικανοποιητικό, αναδείχθηκε ανάγλυφα η έλλειψη πείρας και υποδομών της χώρας μας σε αυτό το επίπεδο. Πάντως, το ελληνικό κοινό (θεατές και τηλεθεατές) ξέφυγε για λίγες ημέρες από τους ψυχοφθόρους περιορισμούς της χούντας και ανακάλυψε πως υπήρχε κόσμος και εκτός ελληνικών συνόρων (η συχνή ανάκρουση εθνικών ύμνων “εχθρικών”, ιδεολογικά, καθεστώτων, όπως το Σοβιετικό και το Ανατολικογερμανικό, σχολιάστηκε με αρκετή δόση ειρωνείας από τον μέσο Έλληνα). Παρόλες τις άκομψες και αδέξιες προσπάθειές τους, οι Συνταγματάρχες απέτυχαν να πιστωθούν τη διεξαγωγή των αγώνων. Δεκατρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού επανήλθε στην Αθήνα, κάτω από μια εκ διαμέτρου διαφορετική συγκυρία: σε μια Ελλάδα ελεύθερη και μέσα σε ένα νεόκτιστο Ολυμπιακό Στάδιο.

Σεπτέμβριος 1982. Στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώνονται τα τελικά αποτελέσματα του ακοντισμού, με την Άννα Βερούλη στην πρώτη θέση και τη Σοφία Σακοράφα στην τρίτη.

 

Κείμενο-Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

Νικολέττα Γιαντσή: Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία. Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Νικολέττα Γιαντσή

Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία.
Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Η ιστορία της φιλανθρωπικής συμπεριφοράς, των θεωρητικών προϋποθέσεών της και των πρακτικών της μέσα στη μεσαιωνική κοινωνική πραγματικότητα της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ενός συγκερασμού ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές πρακτικές, τις χριστιανικές θεολογικές επεξεργασίες που προήλθαν από το κήρυγμα του Ευαγγελίου και την οδυνηρή πραγματικότητα της επιλογής να είναι κάποιος χριστιανός την εποχή των διωγμών, την εποχή των βαρβαρικών επιδρομών και της κατάρρευσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση.

Η φιλανθρωπία κατά την πρώτη περίοδο του Μεσαίωνα ανέδειξε έναν πρωταγωνιστή, έναν συντονιστή και έναν οργανωτή, την Εκκλησία. Οι επίσκοποί της ανέλαβαν να καλύψουν το κενό της κοινωνικής πολιτικής μετά την κατάρρευση των ρωμαϊκών πόλεων· τα μοναστήρια της να ανακουφίσουν τους πληθυσμούς που υπέφεραν μέσα στην αχανή ευρωπαϊκή ύπαιθρο· οι θεολόγοι της να εκλαϊκεύσουν και να στηρίξουν με επιχειρηματολογίες – δυσκολότερες ή ευκολότερες κατά περίσταση – την εικόνα του φτωχού Χριστού. Ο Χριστός που ταυτίζεται με τον πένητα, τον πάσχοντα, τον πλάνητα συνιστά το ιδανικό του ίδιου του καταναγκασμένου, πεινασμένου, διψασμένου, άρρωστου και κατατρεγμένου μεσαιωνικού ανθρώπου. Και όταν οι εποχές άλλάζουν και αναδύονται οι νέοι τόποι της κοινωνικότητας – οι μεσαιωνικές πόλεις – πάλι η Εκκλησία βρίσκει τα μέσα και τους τρόπους να ανανεώσει τη θεολογία της φιλανθρωπίας και την ίδια στιγμή να τη μοιραστεί με τους νέους άρχοντες –τις δημοτικές αρχές. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους, όσο δείχνουν να σέβονται και να συνεχίζουν αυτή την εκσυγχρονισμένη εκκλησιαστική παράδοση, άλλο τόσο επιχειρούν να την αξιοποιήσουν στο πλαίσιο των δικών τους επιδιώξεων, στο πλαίσιο του δικού τους προγράμματος ανάπτυξης και εκσχυγχρονισμού της οικονομικής ζωής. Οι φτωχοί, οι άρρωστοι, οι εγκαταλειμμένοι δεν λιγόστεψαν στις μεσαιωνικές πόλεις· απλώς, η ένταξή τους στην κοινωνική ζωή ή η καταβαράθρωσή τους στο περιθώριο έγινε πιο εμφανής και οι φιλανθρωπικές πρακτικές αποκάλυψαν τα όριά τους στο ζήτημα της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής: δεν απέτρεψαν τις κοινωνικές εξεγέρσεις του 14ου αιώνα, μολονότι κάποτε τις αντιλαμβανόμαστε ως εκτονωτικές ρυθμίσεις απέναντι στη σοβούσα κοινωνική κρίση· μολονότι κάποτε τις βλέπουμε να αλλάζουν μετά από μια εξέγερση και να εμφανίζονται ως πρακτικές και συγκεκριμένες εκφράσεις των κοινωνικών αναρρυθμίσεων.

Χειρόγραφο του 1320 – 1342, με σκηνές από τον βίο του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης.

Κατά τον 20ό αιώνα η βιβλιογραφία σχετικά με τη φτώχεια ως οικονομικοκοινωνικό φαινόμενο – με ποικίλες διαστάσεις, απολήξεις και εκβλαστήσεις – έχει πολλαπλασιαστεί. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τον εκτατικό τρόπο προσέγγισης του φαινομένου της φτώχειας στις μέρες μας και συνάμα υποδεικνύει ότι οι τρόποι με τους οποίους θεωρούμε τη φτώχεια είναι πολλαπλά χρήσιμοι για τη χάραξη κοινωνικών πολιτικών και για την ενίσχυση της συνείδησής μας σχετικά με την κοινωνική αλληλεγγύη (solidarité sociale).

Histoire de la pauvreté

Οι απόπειρες ορισμού του φαινομένου της φτώχειας απέδωσαν μια σειρά από διατυπώσεις που προσέγγιζαν νοηματικά το περιεχόμενό της. Μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και πολιτικής προσέγγισης η φτώχεια ορίστηκε – με κυρίαρχο το οικονομικό κριτήριο – ως «στέρηση των μέσων για την απόκτηση α) του είδους της διατροφής, β) της συμμετοχής στις δραστηριότητες και γ) των ίδιων συνθηκών διαβίωσης και ευκολιών που είναι συνήθως ή τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό αποδεκτές από τις κοινωνίες στις οποίες ανήκουν τα πρόσωπα».[1] Εισάγοντας επιπλέον το κριτήριο της εκπαίδευσης και του επαγγέλματος: «σε κατάσταση φτώχειας βρίσκονται τα άτομα και οι οικογένειες που τα χρηματικά εισοδήματα ή άλλοι πόροι, μεταξύ των οποίων και η εκπαιδευτική και επαγγελματική τους μόρφωση, οι συνθήκες ύπαρξης και η υλική τους περιουσία είναι σαφώς χαμηλότερα από το μέσο επίπεδο της κοινωνίας στην οποία ζουν».[2] Σε μία προσπάθεια, τέλος, να περιληφθούν όλα τα πιθανά κριτήρια ένταξης ενός ατόμου σε καθεστώς φτώχειας, ορίστηκε πως «να είναι κάποιος φτωχός δεν σημαίνει να έχει απλώς εισόδημα σημαντικά χαμηλότερο από αυτό των συμπολιτών του· σημαίνει ακόμη να κατοικεί σε χειρότερες από εκείνους κατοικίες, συχνά να είναι ασθενής, και λόγω του είδους των απασχολήσεών του πιο επιρρεπής σε ατυχήματα· να έχει αισθητά χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, να κινδυνεύει πολύ συχνότερα να μένει άνεργος και για πολύ περισσότερο χρόνο· να του είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει την κατάστασή του αυτή, όντας σχεδόν σίγουρος ότι και τα παιδιά του θα ζήσουν στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνίας».[3] Οι παραπάνω ορισμοί έχουν ασφαλώς ως κεντρικό στοιχείο προσδιορισμού της κατάστασης της φτώχειας την οικονομική θέση του ατόμου, στην οποία προστίθενται άλλα στοιχεία, τα οποία οι παλαιότερες οικονομικές θεωρίες αντιμετώπιζαν ως περιφερειακά: η μόρφωση, η υγεία, η ικανότητα εργασίας, η δυνατότητα άρθρωσης κοινωνικής έκφρασης και κοινωνικής κινητικότητας, καθώς και η δυνατότητα «απόδρασης» από τη μοίρα αυτή. Μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει δύο παράγοντες, οι οποίοι θεωρείται ότι χαρακτήριζαν τις σύγχρονες κοινωνίες μας πριν από τις αλλαγές στην εργασία που επέφεραν η παγκοσμιοποίηση και η έκρηξη στην πληροφορική: την εκχρηματισμένη οικονομία τους και την ιεραρχική δομή τους.

Το Λονδίνο της εποχής του Dickens.

Αρχίζοντας, ωστόσο, να μιλούμε για τη φτώχεια, οφείλουμε να διατυπώσουμε μία γενική αρχή: υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την προσεγγίσουμε, αλλά ένας μόνον για να την κατανοήσουμε. Και ο τρόπος αυτός είναι να την αντιμετωπίσουμε στην ανθρώπινή της διάσταση. Αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τις εποχές, ο φτωχός παραμένει μια ανθρώπινη ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη σε φυσικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς περισσότερο από εκείνον που δεν χαρακτηρίζεται ως φτωχός. Και το γεγονός αυτό ισχύει, επειδή η ένδεια δεν αποτελεί φαινόμενο μίας μόνον εποχής, δεν χαρακτηρίζει ορισμένες μόνον ιστορικές συνθήκες, δεν περιορίζεται σε μία μόνον κοινωνική ομάδα, δεν πλήττει μία ορισμένη μόνον κοινωνική τάξη, όπως συνήθως υπονοούμε κάνοντας την απαραίτητη, αλλά απλουστευτική, διάκριση «πλούσιος-φτωχός». Η φτώχεια δεν εδράζεται παρά μόνον θεωρητικά και λεξιλογικά στην αντίθεση αυτή. Στην απόλυτη και έσχατη ουσία της αγγίζει τα βάθη τόσο της ανθρώπινης ιστορίας, όσο και της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιατί, ποιος μπορεί άραγε να ορίσει με απόλυτη ακρίβεια και διαχρονικά ποιος είναι ο ελλειμματικός, εκείνος που στερείται κάτι και, αντίστοιχα, τι είναι αυτό το απαραίτητο που του λείπει και που είναι τόσο ουσιαστικό, ώστε να δημιουργεί την ανάγκη για την κάλυψή του και από ποιον; Ποιος μπορεί να ορίσει με ακρίβεια το όριο που χωρίζει τον κοινωνικό ξεπεσμό από τη δυνατότητα να ζει κάποιος, έστω και με ταπεινό τρόπο; Ποιο είναι το ελάχιστο εκείνο σημείο που, ξεπερνώντας το, μετακινείται κάποιος προς τον κόσμο των αποκλεισμένων ή και των απόβλητων μιας κοινωνίας; Η φτώχεια είναι ένδεια και πενία: καλύπτει με τον τρόπο αυτόν ένα ευρύ φάσμα ποικίλων συνθηκών και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει καταστάσεις που κινούνται μεταξύ της έλλειψης ορισμένων από τα αγαθά που θεμελιώνονται και βιώνονται ως βασικά από την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα και της έσχατης ένδειας που απειλεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ένδεια, επομένως, είναι έλλειψη αγαθών και η έλλειψη αυτή μπορεί να είναι διαφορετική σε κάθε εποχή: έλλειψη τροφής, στέγης, χρημάτων, υγείας, ηθικών αρετών ή αρχών. Έλλειψη είναι η μιζέρια και η αθλιότητα, η δυστυχία και η κακομοιριά. Έλλειψη είναι η φτώχεια και η φιλαργυρία, η αδιαφορία και ο εγωισμός.

Η δυναμική, όμως, της ένδειας και των ενδεών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο άνθρωπος, ενώ κινείται σε ένα επίπεδο έλλειψης, κινητοποιεί δυνάμεις που μπορούν να τον οδηγήσουν στο επίπεδο της πλήρωσης ή ακόμη και της πλησμονής. Οι άνθρωποι, για διαφορετικούς σε κάθε εποχή λόγους, επιλέγουν να συμπαρασταθούν σε εκείνους που έχουν την ανάγκη τους και η επιθυμία τους αυτή, είτε εκφράζει το πολιτικό ιδεώδες της «φιλάνθρωπης ευεργεσίας» είτε συνδέεται με μία σωτηριολογική διδασκαλία θεολογικής προέλευσης, κατατείνει στην προσπάθεια θεραπείας, αν όχι αποκατάστασης, μιας θεωρούμενης κοινωνικής αδικίας· με τον τρόπο αυτόν η ένδεια ως έκφραση αδικίας μεταπίπτει τον λόγον περι αὐτῆς εἰς ἕτερον γένος, γίνεται πρόβλημα ηθικής, ενώ, συγχρόνως, η προσπάθεια αυτή, στην αρχή από την πλευρά του φορέα της – του ευεργέτη – και στη συνέχεια από το κοινωνικό σύνολο, χαρακτηρίζεται από την επένθεση στοιχείων ηθικού χαρακτήρα: εκείνος που προσφέρει «με τη θέλησή του κάτι που του ανήκει σε κάποιον που θεωρεί ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί»[4] τοποθετείται συμπληρωματικά απέναντι από τον ενδεή, ταυτίζεται μαζί του και συγχρόνως, χάρη σε αυτόν, διεκδικεί και εξασφαλίζει μια διακριτή θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους, εκείνους που δεν συμπαραστέκονται και δεν ελεούν. Με την έννοια αυτή, ο «έχων και κατέχων» από άποψη ηθική αναγνωρίζει πως ορισμένα αγαθά αποτελούν δικαίωμα όλων των ανθρώπων και επιδιώκει να εξισορροπήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ίδιο που τα έχει και σε εκείνους που δεν τα έχουν με την προσφορά ενός μέρους από τα δικά του. Στο σημείο αυτό υφίσταται, ανάλογα με τις εποχές, η ποσοτική και η ποιοτική διάκριση και διευκρίνιση σχετικά με το είδος της προσφοράς: άραγε, δίνει κανείς από το πλεόνασμα ή από το υστέρημά του;

Από την άλλη μεριά, η παραπάνω διαδικασία διαθέτει ένα βάρος κοινωνικό: εγκαθιστά και εδραιώνει αναγκαστικά μια σχέση αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που συμμετέχουν. Ωστόσο, από αυτή την ίδια αμοιβαιότητα και αλληλεγγύη προκύπτουν και τα αντίθετά τους, η διαφορά και η ανισότητα. Με δυο λόγια, η φιλανθρωπία λειτουργεί κοινωνικά με ελκτικό τρόπο, όπως οι βαρυτικές δυνάμεις, αλλά συγχρόνως προκαλεί κοινωνικές απώσεις, λειτουργώντας όπως οι ηλεκτρικές δυνάμεις. Κάνει τους ανθρώπους να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον και την ίδια στιγμή τους τοποθετεί σε απόσταση.[5] Μέσα στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας της συντείνει στην ανάδειξη ιεραρχικών δεσμών και σχέσεων και συνεισφέρει στη νομιμοποίησή τους ενεργώντας ως ένα στοιχείο όχι μόνον διατήρησης, αλλά και ανάδειξης και συνδιαμόρφωσης του κοινωνικού προσώπου του ευεργέτη. Επομένως, η άσκηση της φιλανθρωπίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα από τα στοιχεία πάνω στα οποία μία ορισμένη ομάδα ανθρώπων οικοδομεί την κοινωνική εξουσιαστική της ταυτότητα και ασκεί την κυριαρχική της επιρροή.

Αν όλες οι προηγούμενες διατυπώσεις συνείρονται με τους συλλογισμούς και τις αποφάνσεις που γεννά ένας σύγχρονος προβληματισμός σχετικά με τις πραγματικές διαστάσεις των εννοιών της ένδειας και της φιλανθρωπίας, οι πρόδρομες και ατελείς μορφές τους ή οι ανταγωνιστικές και διαφορετικές ως προς αυτές θεωρήσεις, που εντοπίζονται σε παλαιότερες εποχές, διαμορφώνουν έναν καμβά πάνω στον οποίον αναδύεται και αποτυπώνεται διαχρονικά ο άνθρωπος και τα ποιοτικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του. Οι συνθήκες – προφανώς – παίζουν ρόλο και αφήνουν το ευδιάκριτο ίχνος τους πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά· κοντά, όμως, σε αυτές, οι εντελώς ατομικές αντιλήψεις για την ευημερία, την ωφελιμότητα και την οικονομική αποδοτικότητα συνιστούν κάθε άλλο παρά αμελητέες μεταβλητές για ορισμένους σύγχρονους οικονομολόγους (λαμπρό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Αμάρτυα Σεν[6]), προκειμένου να αναδείξουν  τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και να επαναφέρουν τους ηθικούς κανόνες στην οικονομική πρακτική.

Ο εσωτερικός αυλόγυρος του Hôtel-Dieu στο Beaune της Βουργουνδίας. Το συγκρότημα κατασκευάστηκε το 1452 και λειτούργησε ως Νοσοκομείο.

Η ιστορία των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα νοσοκομειακά ιδρύματα, αποτελεί ένα θέμα που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη μεσαιωνική ιστορία της Ευρώπης. Η φιλανθρωπία με τις πρακτικές της εκφράσεις – ευαγή ιδρύματα (θεσμικό πλαίσιο, διοίκηση, οικονομικά κ.τ.λ.), ελεημοσύνη, κοινωνική διαστρωμάτωση των ευεργετών, κοινωνική θέση των ευεργετούμενων – έχει την ιδιαίτερη σημασία της για την κοινωνική ιστορία, την ιστορία των θεσμών και του δικαίου· με τις θεωρίες και τους προβληματισμούς που προκαλεί, συνδέεται στενά με τη θρησκευτική ιστορία, την ιστορία της φιλοσοφίας και τη λογοτεχνία· εξαιτίας της ευρύτατης διάδοσης της φιλανθρωπικής πρακτικής στον ευρωπαϊκό χώρο, παρουσιάζονται διασυνδέσεις με τις διερευνήσεις της ιστορικής γεωγραφίας, της αρχαιολογίας, της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής.

Η ανάδειξη της φιλανθρωπίας ως αντικειμένου των ιστορικών επιστημών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξιστόρηση των προσπαθειών για επιβίωση μιας κοινωνίας σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Η εξιστόρηση σχετικά με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες γίνεται με τον τρόπο αυτόν ένας εσωτερικός διάλογος, μια αφήγηση από τα μέσα, από την πλευρά δηλαδή των συλλογικοτήτων ή των ατόμων με την οικονομική τους λειτουργία, το πολιτισμικό τους έθος, στο κέντρο ή στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, την ώρα που ανακαλύπτουν ότι η συνοχή τους αποτελεί δική τους υπόθεση και ενεργούν συνειδητά προς όφελός της. Από την άποψη της ιστορικής προσέγγισης, η μελέτη της φιλανθρωπίας στις μεσαιωνικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης δεν αποτελεί παρά συστατικό στοιχείο που διευκολύνει τις ανθρωπολογικού τύπου γενικεύσεις στη μεσαιωνική κοινωνική ιστορία και αποδίδει στην καθαρή οικονομική ιστορία τη θέση που της αναλογεί δίπλα στην πολιτισμική ιστορία και στη μελέτη των νοοτροπιών της περιόδου από τον 11ο έως τον 13ο ακόμη και τον 14ο αιώνα.

Όσοι απαρτίζουν, λόγου χάρη, τους νέους αστικούς πληθυσμούς που εμφανίζονται στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας ελπίζουν, αλλά η ελπίδα τους είναι ακόμη ισχνή, μόλις θρεμμένη από την ηρωική έξοδο από την ύπαιθρο χωρίς ακόμη γνώση, μόνον με δεξιότητα χειροτεχνική και υπομονή. Η κοινωνική κινητικότητα στη Δυτική Ευρώπη σε αντίθεση με το Βυζάντιο είναι μικρή. Οι πλούσιοι στις πόλεις είναι πολύ λίγοι, στη Ντουαί οκτώ, στην Αρράς ένδεκα και επτά μόνον οικογένειες στις Βρυξέλλες τον 13ο αιώνα, και τα μέλη τους από τότε έως σήμερα γεμίζουν μόλις δύο τόμους ενός εραλδικού συγγράμματος.

Η φιλανθρωπία, βέβαια, δεν είναι μόνον των πλουσίων· σαν κλωστή διατρέχει ολόκληρη την κοινωνία και αποκτά χαρακτηριστικά αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινωνικής ομάδας, για παράδειγμα της συντεχνίας· ή αλληλεγγύης αδιαφοροποίητης που σφραγίζεται από τη χριστιανική παράδοση και ενισχύεται από την ακμαία θωμιστική θεολογία της εποχής. Υπάρχει πάντοτε, όμως, μια σειρά για την πρακτική και συγκεκριμένη έκφραση της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπικής δραστηριότητας: πρώτα προς τους έκπτωτους δικούς μας, τις χήρες, τα ορφανά, τους ξεπεσμένους· ιδίως στους αρρώστους· μετά στους άλλους, αλλά όχι όλους, παρά μόνον στους δικούς μας, δηλαδή στους συμπολίτες μας. Και πάλι οι όροι της περίθαλψης είναι η καλύτερη ένδειξη για το πού ανήκει ο άρρωστος. Μπορεί να αναλάβει τα έξοδα της φροντίδας του; Μπορεί να μεταβιβάσει την περιουσία του στο νοσοκομείο που τον στεγάζει; Μπορεί να διαθέτει πρόσωπα που τον υπηρετούν αυτές τις δύσκολες ώρες; Μπορεί να μετακινηθεί από τον τόπο του σε άλλον κοντινό ή απομακρυσμένο;

Η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς, χειρόγραφο του 1330-1340,  Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Τέτοιου τύπου ερωτήσεις υποδεικνύουν έναν πρώιμο ορθολογικό τρόπο διαχείρισης, ο οποίος θα συντελέσει αργότερα στη μετάβαση της Ευρώπης σε κοινωνικές δομές κεφαλαιοκρατικού τύπου. Η Ευρώπη ξυπνάει και το ξύπνημα αυτό συνδέεται στο οικονομικό πεδίο με την αναβίωση της εμπορικής και βιοτεχνικής της δραστηριότητας και την ανάπτυξη των πόλεων· στο πολιτικό πεδίο με την εξέλιξη και ανάπτυξη των θεσμών της διοίκησης και της άσκησης της εξουσίας, που θα προκύψει μέσα από την αντιπαράθεση και σύγκρουση των φορέων που τη διεκδικούν και οι οποίοι προκύπτουν από τις αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο· στο διανοητικό και πολιτισμικό πεδίο με την αλλαγή στις νοοτροπίες που συνόδευαν τον μεσαιωνικό άνθρωπο μέχρι εκείνη την εποχή και οι οποίες συνδέονταν με τη θέση που κατείχε στη σκέψη του και τη συγκρότηση των αντιλήψεών του η Εκκλησία, θέση που σταδιακά αλλάζει, παρασυρόμενη από τις τεράστιες αλλαγές στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Τα ευαγή ιδρύματα παρουσιάζουν ανάγλυφη την πορεία αυτή της Ευρώπης. Αντλώντας την καταγωγή τους από τη χριστιανική αντίληψη για την άσκηση της φιλανθρωπίας – η οποία βέβαια με τη σειρά της στηρίζεται στις αντιλήψεις της Αρχαιότητας για τη φιλαλληλία, το Πρόσωπο και τον Άλλο, όπως διαμορφώθηκε μέσα στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή – θα αποτελέσουν αρχικά το κύριο μέσο για την επικράτηση του χριστιανισμού και στη συνέχεια το πεδίο άσκησης της πεμπτουσίας του, που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, με αποτέλεσμα την πλήρη υπαγωγή των ιδρυμάτων πρόνοιας στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών φορέων. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζει την πρώτη μεσαιωνική εποχή και αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο επικράτησης των χαρακτηριστικών της αγροτικής και φεουδαρχικής οικονομίας.

Στη συνέχεια, όμως, καθώς οι άνθρωποι στρέφονται σε οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με την ανάπτυξη των πόλεων και την απομάκρυνσή τους από την ύπαιθρο – η οποία, ωστόσο, συνεχίζει να παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην οικονομική δραστηριότητα – η παλαιά διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας σε ευρύτερα ή στενότερα σχήματα, τις ενορίες, αρχίζει να μην είναι επαρκής για δύο λόγους: α) επειδή αλλάζει ο δημογραφικός χάρτης της Ευρώπης, με αποτέλεσμα άλλες περιοχές να ερημώνονται και να ελαχιστοποιείται το ποίμνιό τους, ενώ άλλες να αποκτούν έναν πολλαπλάσιο πληθυσμό από εκείνον που είχαν αρχικά και β) επειδή η εγκατάσταση των ανθρώπων στις πόλεις μετακινεί συγχρόνως προς τα εκεί και σε βάρος της Εκκλησίας την ικανοποίηση της ανάγκης τους για ανακούφιση από τα πάθη και για συνδρομή στη φτώχεια και την αδυναμία τους. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε βέβαια η κατάσταση της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία από τα μέσα του 11ου αιώνα επιδίωξε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτικό παράγοντα.

Η φροντίδα των αδύναμων μελών της κοινωνίας αρχίζει να μετατίθεται σταδιακά στη δικαιοδοσία των πόλεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται το έργο αυτό με διαφορετικό τρόπο. Ο αδύναμος, ο φτωχός, ο επαίτης, ο ασθενής δεν αποτελούν απλώς την εικόνα του «πάσχοντος Χριστού», προς τον οποίον η χριστιανική ηθική επέβαλλε τη συμπάθεια και παραμυθία, αλλά ένα μέλος του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, αν δεν θεραπευθεί, είναι πιθανόν να μολύνει και τα υπόλοιπα, αν δεν βοηθηθεί στη φτώχεια του, είναι πιθανόν να στραφεί εναντίον των υπολοίπων, αν δεν τον συνδράμουν στην ανάγκη του, δεν μπορεί να είναι εν τέλει παραγωγικό.

Φραγκισκανοί μοναχοί περιθάλπτουν θύματα λέπρας. Aπόσπασμα από το χειρόγραφο La Franceschina (π. 1474).

Στο τελευταίο αυτό σημείο επικεντρώνεται, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά του νοήματος της φιλανθρωπίας που διακρίνει τις δύο αυτές εποχές, καθώς η φιλανθρωπία της δεύτερης περιόδου, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των πόλεων, χωρίς να έχει απωλέσει τα χριστιανικά της χαρακτηριστικά, γίνεται στην ουσία μία φιλανθρωπία των παραγωγικών ομάδων της πόλης, οι οποίες ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση των μελών τους, και για τον λόγο αυτόν αφενός ιδρύουν νέα φιλανθρωπικά καταστήματα και αφετέρου αναλαμβάνουν να διαχειριστούν με διαφορετικό τρόπο τα ήδη υπάρχοντα.

Το αρχικό, λοιπόν, ζήτημα που τίθεται είναι η ίδια η έννοια της φιλανθρωπίας. Ο Μεσαίωνας αποτελεί μία εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα η παρουσία της Εκκλησίας. Οι πρώτες αναγνώσεις τόσο των πηγών όσο και των έργων που έχουν γραφεί για τον Μεσαίωνα μπορούν εύκολα να προσανατολίσουν τον ερευνητή προς τη διαμόρφωση μιας εκκλησιοκεντρικής αντίληψης για την εποχή. Έτσι, είναι εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η φιλανθρωπία αποτέλεσε μία αποκλειστικά εκκλησιαστική μέριμνα. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση, εμπλουτισμένη και με ανθρωπολογικά στοιχεία, θα μπορούσε να προχωρήσει ένα επιπλέον βήμα και να αντιμετωπίσει τη φιλανθρωπία ως προϊόν θρησκευτικής μέριμνας, θεωρώντας τη θρησκεία ως μία πιο εξειδικευμένη έκφραση του κοινωνικού αισθήματος των ανθρώπων, όπως και είναι. Με τον τρόπο αυτόν, οδηγούμαστε αναπόφευκτα και στη διερεύνηση των κοινωνικών απολήξεων της έννοιας της θρησκευτικότητας, επομένως όχι αποκλειστικά συνδεδεμένης με την Εκκλησία ως θεσμό.

 

Τραυματίας μεταφέρεται από μοναχούς  (π. 1480), Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Στη συνέχεια, ωστόσο, τοποθετώντας αυτή τη νέα παράμετρο, την παράμετρο της κοινωνικότητας, το θέμα της φιλανθρωπίας οδηγεί σε μία άλλου είδους ανάγνωση των πηγών, όπου το ζητούμενο είναι πλέον η διακρίβωση του σημείου εκείνου, στο οποίο ο κοινωνικός χαρακτήρας της φιλανθρωπίας υπερβαίνει το εκκλησιαστικό θεσμικό πλαίσιο και αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, γεγονός που προϋποθέτει μία ανάγνωση περισσότερο λεπτομερή ως προς τις αποχρώσεις του νοήματος που βρίσκονται στα κείμενα των πηγών, όπου πολύ συχνά ο συγγραφέας είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα τοποθετούσε τις πληροφορίες που μας έδινε μέσα στο κοινά αποδεκτό κοινωνικό πλαίσιο. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, αυτές έπρεπε να γνωρίζει κανείς το ευρύτερο, αλλά συγχρόνως και το ιδιαίτερο ιστορικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εντάσσονται και αναπτύσσονται αυτές οι απόψεις. Έτσι, αναπόφευκτα και σχεδόν αναγκαστικά, τίθεται το ζήτημα της ανάπτυξης των πόλεων στη μεσαιωνική Ευρώπη. Στο σημείο αυτό διαμορφώνεται μία νέα οπτική προσέγγισης της έννοιας της φιλανθρωπίας, όχι απλώς για να τοποθετηθεί ένα όριο τομής ανάμεσα σε μια προγενέστερη εποχή, κατά την οποία η φιλανθρωπία αποτελούσε αποκλειστικά έργο της Εκκλησίας, αλλά και σε μια μεταγενέστερη, κατά την οποία το έργο αυτό ανατέθηκε στους εξουσιαστικούς φορείς των πόλεων. Τέτοιες τομές στην ιστορία, το ξέρουμε, δεν αποτελούν παρά συμβάσεις. Το ουσιαστικό ζήτημα ήταν η εκ νέου διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης της φιλανθρωπίας, η οποία συμβαδίζει με τη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης την οποία απέκτησαν, όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν το δικαίωμα να σκέφτονται και να ενεργούν ελεύθερα και προσωπικά.

Η Νικολέττα Γιαντσή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Τμήμα  Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

     ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] J. Brown, «Σκέψεις πάνω στις εθνικές εισηγήσεις για τη φτώχεια», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 236˙ πρβλ. Ν. Πατινιώτης, «Η φτώχεια ως πρόβλημα: Ιστορική διάσταση, αναλυτικές προσεγγίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 66 (1987), σ. 211.

[2] H. Bartoli, «Η φτώχεια και η γέννησή της», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 219 κ.ε.

[3] R. Draperie, «Η φτώχεια στην Ευρώπη», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 207 κ.ε.

[4] Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ο Μ. Μως ή ο Κλ. Λεβί Στρως πραγματοποιούσαν τις ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές τους αναλύσεις σχετικά με την έννοια της προσφοράς, ωστόσο, από τον διάλογό τους μπορούμε να κρατήσουμε το συμπέρασμα, που αποτελεί και τον κλασικό ορισμό της φιλανθρωπίας, πως ο όρος αυτός περιγράφει την «εκούσια μεταβίβαση κάποιου πράγματος που μας ανήκει σε κάποιον που θεωρούμε ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί». Βλ. M. Godellier, Το αίνιγμα του δώρου, μτφρ. Αλίκη Αγγελίδου, Αθήνα 2003, σ. 31.

[5] Σημειώνω εδώ τη διαδεδομένη ανάμεσα στους ανθρωπολόγους άποψη για τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει στις συλλογικές συμπεριφορές του γύρω από τη Μεσόγειο κόσμου το αίσθημα της ντροπής. Βλ. σχετικά το άρθρο του J. Pitt-Rivers, «Honour and Social Status» και του J. Caro Barola, «Honour and Shame: a Historical Account of Several Conflicts» δημοσιευμένα και τα δύο στο Honour and Shame. The Values of Mediterranean Society, εκδ. J.C. Peristiany, Λονδίνο 1965, σ. 19-77 και 79-137 αντίστοιχα. Η σύναψη ένδεια – ντροπή εμφανίζεται επίσης στο E. LeRoy Ladurie, Montaillou, village occitan de 1294 à 1321, Παρίσι 1975, σ. 547.

[6] Sen Am., Poverty and Famines. An Essay on Entitlement and Deprivation, Νέα Υόρκη 1981, σ. 9 κ.ε.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Οι μάχες του Σαγγαρίου (Αύγ. 1921) δεν έφεραν την προσδοκώμενη νίκη και η Ελληνική Στρατιά αποχώρησε δυτικά του Σαγγαρίου, με το Βόρειο Συγκρότημα, με έδρα το Εσκί Σεχήρ, και το Νότιο με έδρα το Αφιόν Καραχισάρ. Συνολικό ανάπτυγμα 700 χιλιόμ. από τον κόλπο της Κίου ως την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Οι άνδρες της Στρατιάς επί ένα έτος Αύγ. 1921 – Αύγ. 1922 παρέμειναν σε απραξία, ενώ, από την άλλη, ο Κεμάλ οργάνωνε μεθοδικά τον στρατό του, έχοντας και την σιωπηρή ή φανερή στήριξη Γάλλων, Ιταλών, Σοβιετικών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου αυτής αδυνατούσαν να βρουν διπλωματικά και οικονομικά στηρίγματα στην Ευρώπη μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920. Επιπλέον, η Στρατιά παραμέλησε την αμυντική οργάνωση, τις επικοινωνίες, τις οδεύσεις και δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε απωλέσει το 50% της μάχιμης δύναμής της, καθόσον εκατοντάδες οπλιτών και έμπειρων αξιωματικών είχαν σκοτωθεί στις μάχες του Σαγγαρίου. Και ακόμη ότι η Στρατιά είχε διαβρωθεί από τον κομματισμό και την κομμουνιστική προπαγάνδα στο μέτωπο.

Στις 5 το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε η τουρκική επίθεση που πρώτη δέχθηκε η Ι Μεραρχία Φράγκου στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ και η γειτονική της IV του Δημαρά. Ο ελληνικός στρατός πρώτη φορά αντιμετώπιζε τέτοιας έκτασης βομβαρδισμό και νωρίς τα τμήματα των Μεραρχιών αυτών άρχισαν να υποχωρούν σχεδόν διαλυμένα. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τις στρατηγικές θέσεις Τιλκί Κιρί Μπελ και Καγιαντιμπί. Οι υποχωρήσαντες Μέραρχοι της Ι Φράγκου και VII Κουρουσόπουλου αποφάσισαν την ενίσχυση του αγώνα στο Χασάν Μπελ και την κάλυψη του κενού Τσάι Χισάρ, από το οποίο εισέδυε το τουρκικό ιππικό και κτυπούσε από τα νώτα τις ελληνικές δυνάμεις. Το βράδυ της 13 Αυγούστου βρήκε τις Ι και VII Μεραρχίες με σοβαρές απώλειες και τους άνδρες καταπονημένους από το συνεχές εχθρικό σφυροκόπημα και τον αφόρητο καύσωνα. Στην καίρια στρατηγική θέση Τουμπλού Μπουνάρ οι Τούρκοι ιππείς είχαν διασκορπίσει τα φυλάκια του σιδηροδρομικού σταθμού και διακόψει την τηλεγραφική επικοινωνία. Το παράδοξο είναι ότι η Ελληνική Στρατιά στην Σμύρνη πληροφορήθηκε την έναρξη της τουρκικής επίθεσης τρεις ώρες αργότερα.

Στις 14 Αυγούστου η Ι Μεραρχία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και περί το μεσημέρι οι I, IV, VII, XII Μεραρχίες άρχισαν να συμπτύσσονται δυτικά στην γραμμή Αϊβαλί – Μπαλ Μαχμούτ – Κιοπρουλού. Ήδη οι ελληνικές δυνάμεις και ο χριστιανικός πληθυσμός εγκατέλειπαν το Αφιόν Καραχισάρ. Ο ασύρματος, που αντί να μεταφερθεί στο Γκιόλ Χαμάμ, όπου το στρατηγείο του Α΄Σ.Σ., μεταφέρθηκε στο Εσκί Σεχήρ δημιούργησε, με την έλλειψή του, τραγικά προβλήματα επικοινωνίας.  Από τότε δεν υφίστατο επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων.

Η εχθρική πίεση εξακολουθούσε όλη την μέρα στις Ι και IV Μεραρχίες στο Μπαλ Μαχμούτ. Εκείνες τις ώρες παρατηρούνταν συνεχής διαρροή οπλιτών στις γύρω πλαγιές. Οι II, V και XII Μεραρχίες δεν είχαν υποστεί ως το βράδυ της 14 Αυγούστου σοβαρή πίεση. –Είχαν περάσει 36 ώρες από το πρωί της 13 Αυγούστου. Μεσάνυχτα της 14  Αυγούστου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στην περιοχή του Αφιόν – Ακάρ Νταγ.

Η Ι Μεραρχία την 15 Αυγούστου βρισκόταν σε πλήρη αταξία στο Μπασκιμσέ, 10 χιλιόμετρα ΒΔ του Αφιόν και 20 περίπου από το Τουμπλού Μπουνάρ. Η IV υποχωρούσε άτακτα και ακάλυπτη. Ο Πλαστήρας ήταν στο Μπαλ Μαχμούτ. Η IX Μεραρχία στις 5 το πρωί κατευθύνθηκε προς Ουλουτζάκ, περί τα 40 χιλιόμετρα Β. του Αφιόν και στις 7.15 δέχθηκε επίθεση από την 2η Μεραρχία του Τουρκικού Ιππικού. Η IV Μεραρχία στις 4-5 το πρωί κατευθύνθηκε προς το Ουλουτζάκ δεχόμενη σφοδρές εχθρικές επιθέσεις που προκάλεσαν φυγή οπλιτών προς βορράν. Δεν είχε καλυφθεί από το απόσπασμα Πλαστήρα που δεν φρόντισε να βρίσκεται στα υψώματα Κιοπρουλού, και από το απόσπασμα Λούφα που είχε αποχωρήσει από τα υψώματα βόρεια του Μπαλ Μαχμούτ.

Στις 2 το μεσημέρι, στο μοιραίο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει οι Διοικητές του Α΄Σ.Σ. Ν. Τρικούπης και Β΄Σ.Σ. Κίμων Διγενής, όπου πληροφηρήθηκαν ότι οι IV και VII Μεραρχίες συμπτύσσονταν προς Τουμπλού Μπουνάρ. Ο Διοικητής της IX Μεραρχίας Π. Γαρδίκας που έφθασε και αυτός εκεί, τους πρότεινε να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ, προκειμένου με άλλες Μεραρχίες να αποκτήσουν αμυντικές θέσεις. Οι δύο σωματάρχες απέρριψαν την πρόταση Γαρδίκα αποφασίζοντας να παραμείνουν στο Ουλουτζάκ. Το λάθος τους ήταν μοιραίο και οδήγησε στην αιχμαλωσία τους.

Ήδη είχε συγκροτηθεί το Νότιο Συγκρότημα δηλ. η Ομάδα Φράγκου με την I, II, IV (5 τάγματα), VI, του Καλλιδόπουλου με την XII, το απόσπασμα Πλαστήρα, την Μεραρχία Ιππικού και μονάδος Πυροβολικού. Το Βόρειο Συγκρότημα του Τρικούπη αποτελούνταν από την IV, V, τμήματα της IX, τμήματα της XII και της IX.

Η Μεραρχία Φράγκου, η VII του Κουρουσόπουλου και το απόσπασμα Πλαστήρα έφθασαν στο Τουμπλού Μπουνάρ το βράδυ της 15 Αυγούστου. Στο Ουλουτζάκ το βράδυ της 15 Αυγούστου οι Τρικούπης και Διγενής ήσαν απομονωμένοι χωρίς σύνδεσμο με I και II Μεραρχία, αγνοούσαν την τύχη του μεγαλύτερου μέρους της IV του Δημαρά. Στο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει η ΙΧ του Γαρδίκα, υπολείμματα της V και την επομένη η ΧΙΙΙ του Μιλτιάδη Καϊμπαλή. Δυστυχώς, ο Τρικούπης δίσταζε να κινηθεί προς το Τουμπλού Μπουνάρ, ενώ θα μπορούσε να το κάμει από τις 4.30 το απόγευμα. Αργότερα, σε έκθεσή του δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε οδηγούς, καθώς οι χωρικοί είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, έκρινε ως πολύ δύσκολη την μετακίνηση πυροβόλων την νύκτα, των νοσοκομειακών κ.λπ.

Στις 16 Αυγούστου η ΙΧ του Γαρδίκα έδωσε σκληρή μάχη με τουρκικό ιππικό στο Χαμούρκιοϊ και η ΧΙΙ του Καλλιδόπουλου στο Ιλμπουλούκ, που επέτρεψε στην V του Ρόκα να διαρρεύσει δυτικά και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Στο Ουλουτζάκ φθάνοντας ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Καϊμπαλής παρέδωσε στον Τρικούπη ερματισμένο φάκελο ελληνικού αεροπλάνου, όπου αναφερόταν ότι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς εκεί. Τούτο σήμαινε ότι το συγκρότημα Τρικούπη, γνωστό ως Βόρειο, ήταν περικυκλωμένο. Την 16 Αυγούστου οι IX, V, XII, XIII έδιναν συνεχείς αγώνες στο Κιουτσούκιοϊ, με ελάχιστα πυρομαχικά. Πολύ αργά πια, ο Τρικούπης διέταξε την πορεία των XII, V, XIII, IV προς Τουμπλού Μπουνάρ. Στις 4 το απόγευμα στο Ουλουτζάκ οι στρατηγοί Τρικούπης, Διγενής και ο συνταγματάρχης Καλλιδόπουλος είχαν συνειδητοποιήσει την περικύκλωσή τους. Η κατάσταση ήταν πέρα για πέρα τραγική από τον συνεχή βομβαρδισμό, την αταξία, τον συνωστισμό των Μεραρχιών σε περιορισμένο χώρο. Με το τελευταίο φως της 16ης Αυγούστου ο Τρικούπης και οι λοιποί ανώτατοι αξιωματικοί αποφάσισαν να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ μέσω Σάλκιοϊ, εγκαταλείποντας τα βαρέα πυροβόλα και καταστρέφοντας τον ασύρματο του Β΄Σ.Σ. που ήταν το μοναδικό μεσό επικοινωνίας. Στις 11 το βράδυ της 16 Αυγούστου η ομάδα Τρικούπη άρχισε να κινείται άτακτα και κατά το δοκούν, με τα τμήματά της χωρίς οργανικό δεσμό, πειθαρχία, καταπονημένα από την πείνα, την αγρυπνία, τις συνεχείς μάχες. Λίγο πριν από την αυγή της 17 Αυγούστου το Συγκρότημα Τρικούπη έφθασε στο Σάλκιοϊ σε άθλια κατάσταση, με κάποια εξαίρεση την ΧΙΙΙ Μεραρχία Καλλιδόπουλου. Για μιαν ακόμη φορά ο Τρικούπης απέρριψε πρόταση συνέχισης της πορείας προς Τουμπλού Μπουνάρ και μόνον προς το μεσημέρι αποφάσισε να κινηθεί προς το Ουσάκ δια μέσου της κοιλάδας Ουσάκ. Ήταν, όμως, αργά. Όλη την 17 Αυγούστου κατέφθασαν στο Σάλκιοϊ 10-15.000 στρατιώτες διαφόρων διαλυμένων μονάδων. Δεν υπήρχαν πυρομαχικά, τρόφιμα, νερό και φυσικά επικοινωνία. Το κακό επέτεινε η διαρροή οπλιτών σε χαράδρες του Σάλκιοϊ και η φυγή προς το χωριό Αλή Βεράν.

Την ίδια μέρα στην μάχη του Αλή Βεράν ο Τρικούπης είχε παρατακτή δύναμη 7.000 πεζούς, 180 ιππείς, 116 πυροβόλα. Προς το μεσημέρι της 17 Αυγούστου η Ομάδα Τρικούπη κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, Μπανάζ, Ουσάκ, σε δρόμους στενούς και δύσβατους πάνω στο βουνό Μουράτ Νταγ. Καθ’ οδόν έφθασε στον Τρικούπη ο απεσταλμένος του Ν. Πλαστήρα ανθυπολοχαγός Καραμάνος και του πρότεινε να τους οδηγήσει στο Χασάν Ντεπέ που κατείχε ο ίδιος με το 5/42 Σύνταγμά του. Στις 4 το απόγευμα ο Τρικούπης αποφάσισε να κινηθεί προς Μπανάζ διά μέσου της οδού Σάλκιοϊ-Αλή Βεράν, που λίγο πριν είχε απορρίψει. Ήταν αργά, γιατί είχαν χαθεί πολύτιμες ώρες. Η μάχη του Αλή Βεράν, που από τουρκικής πλευράς διηύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ με έξη Μεραρχίες Πεζικού και μιας Ιππικού απέναντι σε μικρή δύναμη 7.000 Ελλήνων μαχητών που έδειξαν πρωτοφανή ανδρεία. Επρόκειτο για μια μάχη που αδυνατεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Ο Χρ. Σπανομανώλης, Σμυρναίος την καταγωγή, που έλαβε μέρος σ’ αυτήν, στο βιβλίο του Αιχμάλωτος των Τούρκων έδωσε συγκλονιστική περιγραφή της.

Το βράδυ της 17 Αυγούστου, μετά την μεγάλη καταστροφή, η Ομάδα Τρικούπη, έχοντας αφήσει στο πεδίο της μάχης όλους τους τραυματίες, υλικά, 250 υγειονομικά και μεταγωγικά αυτοκίνητα, πυροβόλα, συνέχισε την πορεία της προς το Ουσάκ. Στο Συγκρότημά του περιλαμβάνονταν η IV Μεραρχία Δημαρά, η ΧΙΙ Καλλιδόπουλου, η ΧΙΙΙ του Καϊμπαλή, ενώ η ΙΧ του Γαρδίκα ακολούθησε διαφορετικό ημερολόγιο και βοηθούμενη από την V του Ρόκα απέφυγε την αιχμαλωσία. Κάθε Μεραρχία ακολούθησε δική της πορεία. Η φάλαγγα των στρατηγών Δημαρά – Καλλιδόπουλου που κινήθηκε όλη την νύκτα της 17ης Αυγούστου στο Μουράτ Νταγ, απώλεσε τον προσανατολισμό της. Την επομένη 18 και πάλι κινούνταν άσκοπα ώσπου στις 8 το βράδυ της 19 Αυγούστου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 84 αξιωματικούς και 1.600 οπλίτες. Σημειωτέον, πάντως, ότι ο επιτελάρχης της IV Μεραρχίας ταγματάρχης Γ. Τσολάκογλου, ο κατοπινός κατοχικός Πρωθυπουργός, διαφώνησε  με το δρομολόγιο της Μεραρχίας και μαζί με αξιωματικούς και οπλίτες που τον ακολούθησαν, εφθασαν στο Ουσάκ την 19 Αυγούστου και ενώθηκαν με την Ομάδα Φράγκου.

Η Ομάδα Τρικούπη κινούνταν δυτικά, αναζητώντας μάταια οδηγούς για να φθάσει στο Ουσάκ δια μέσου Μπανάζ. Πρόθεσή του ήταν να παρακάμψει το Ουσάκ, που, ομως,  ήδη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Η εξάντληση, η πείνα, η απογοήτευση, κυριαρχούσαν στην φάλαγγα του Τρικούπη. Έτσι, το απόγευμα της 20ης Αυγούστου στις 5 μ.μ. παραδόθηκε λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Ουσάκ. Το τέλος της Ομάδας: αιχμάλωτοι οι στρατηγοί Ν. Τρικούπης Διοικητής του Α΄Σ.Σ., Κίμων Διγενής Διοικητής του Β΄Σ.Σ., ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Μιλτιάδης Καϊμπαλής μαζί και 190 αξιωματικοί και 4.400 οπλίτες. Για πρώτη φορά Έλληνας αρχιστράτηγος αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό. Ο Τρικούπης είχε ανακηρυχθεί στον βαθμό αυτό από την ελληνική κυβέρνηση σε αντικατάσταση του Χατζηανέστη. Το πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, που υπηρεσίες του είχαν αποκρυπτογραφήσει τα σήματα της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι Δημαράς (διοικητής της IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) σε τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

Η Ομάδα Φράγκου υποχώρησε και βρέθηκε το μεσημέρι της 15 Αυγούστου στο Μπασκιμσέ, όπου ανέμενε την V Μεραρχία, το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Στις 4 το απόγευμα ξεκίνησε για το Τουμπλού Μπουνάρ, όπου έφθασε το πρωί της 16 Αυγούστου, μαζί και η VΙΙ του Κουρουσόπουλου. Την νύκτα στάθμευσε μεταξύ σιδηροδρομικού σταθμού Τουμπλού Μπουνάρ  και Οτουράκ Τσιφλίκ. Απέναντι τουρκικές δυνάμεις, που μπορούσε να αντιμετωπίσει, αλλά την τελευταία στιγμή ματαίωσε την επίθεσή του και έτσι άφηνε ακάλυπτη την Ομάδα Τρικούπη, που οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία, σε συνδυασμό με την επιμονή του να παραμένει στο Ολουτζάκ. Η αποχώρηση του 1/38 του Ιω. Ζήρα από το Καραγκιοζελί και του 4ου Σ.Π. επεδείνωσαν την θέση του Τρικούπη. Κατόπιν τούτων, ο Φράγκου υποχώρησε προς το Τσορούμ Νταγ, καθ’ ον χρόνον ο Πλαστήρας κατείχε το Χασάν Τεπέ. Ο Φράγκου, στο μεταξύ, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τουρκική επίθεση στο Τσορούμ Νταγ που δέσποζε στην κοιλάδα του Μπανάζ και αυτό έσβηνε κάθε ελπίδα επαφής με την Ομάδα Τρικούπη. Σημειωτέον ότι Εύζωνοι του Φράγκου στην κρίσιμη στιγμή δεν κινήθηκαν να ανακαταλάβουν το Τσορούμ, που ανακατέλαβαν, για λίγο, η IV και VII Μεραρχία. Η Ομάδα Φράγκου αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί δυτικότερα με σκοπό την κατάληψη του Ουσάκ. Είχε συμπτυχθεί στην γραμμή Κιζίλ Νταγ – Ελμά Νταγ – Καπακλάρ, ποταμός Μπανάζ Τσάι (18 – 19 Αυγ.). Η Ι Μεραρχία του Φράγκου, όμως, βρισκόταν σχεδόν σε πλήρη διάλυση, μολονότι διατασσόταν από την Στρατιά να συντρίψει τον εχθρό(!). Ήδη είχε απωλεσθεί η γραμμή Καπακλάρ, που ανακατέλαβε ο Πλαστήρας, που τέθηκε επικεφαλής του παραπαίοντος 4ου Σ.Π. Το μεσημέρι της 19 Αυγούστου οι Τούρκοι εισήλθαν στο Ουσάκ, όπου βρήκαν στις αποθήκες του ελληνικού στρατού άφθονο πολεμικό υλικό. Δυστυχώς, η ΙΙ Μεραρχία δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις θέσεις της. Η εγκατάλειψη του Ουσάκ σήμαινε πια την βέβαιη αιχμαλωσία της Ομάδας Τρικούπη. Από το βράδυ της 19 ως τις 21  Αυγούστου η Ομάδα Φράγκου κατευθυνόταν προς Κούλα – Φιλαδέλφεια, με διαταγή να φράξει την διάβαση Κούλων, ώσπου να περάσουν οι φάλαγγες. Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν το Σαλιχλί, γι’ αυτό και η Στρατιά διέταξε το πρωί της 22 Αυγούστου την ΧΙΙΙ Μεραρχία –τα υπολείμματά της δηλαδή- να κινηθεί προς Σαλιχλί, όπου θα συναντούσε την Μεραρχία Ιππικού. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία φθάνοντας στο Σαλιχλί επέβαλε την τάξη στην σύγχυση που επικρατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό και φρόντισε την επομένη για την επιβίβαση προσφύγων σε έξη συρμούς, στους οποίους επιβιβάσθηκε και η ίδια. Το απόσπασμα Λούφα στις 22 Αυγούστου νοτιοδυτικά των Κούλων δέχθηκε επιθέσεις του Τουρκικού Ιππικού, που κατέληξαν σε πεζομαχία. Στην συνέχεια κινήθηκε προς Φιλαδέλφεια. Την 22 Αυγούστου η Στρατιά διέταξε την ΙΙ Μεραρχία Γονατά να κατευθυνθεί προς Τουρμπαλί και Οδεμίσι και να αναλάβει την στρατιωτική διοίκηση Οδεμισίου. Την ίδια μέρα διέτασσε την επιβίβαση στα ελλιμενισμένα πλοία όλου του προσωπικού και των κτηνών των μη μάχιμων σχηματισμών (υπηρεσίες, νοσηλευτικά κέντρα, στρατιωτικά καταστήματα κ.ά.). Στις 2.30 της 22 Αυγούστου διέταξε τον Φράγκου να συμπτυχθούν στον χώρο Μαγνησία – Κασαμπά.

Η μάχη του Σαλιχλί στις 23 Αυγούστου ήταν η τελευταία νικηφόρα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, όπου το απόσπασμα Πλαστήρα και η Μεραρχία Ιππικού απέκρουσαν δύο τουρκικές επιθέσεις το πρωί και το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Την επομένη η Ομάδα Φράγκου κινήθηκε προς Αχμετλί με την Μεραρχία Ιππικού, η ΙΙ Μεραρχία προς Οδεμίσι και το 2ο Σ.Π. της Ι Μεραρχίας διατέθηκε στο Α΄Σ.Σ. που, μαζί με το απόσπασμα Λούφα, θα κάλυπταν τις ελληνικές δυνάμεις από τα βόρεια.

Η μάχη του Σαλιχλί (23 Αυγούστου 1922).

Την νύκτα της 23 Αυγούστου το Β΄Σ.Σ. στάθμευε με την V Μεραρχία στο Αχμετλί, η ΧΙΙ στον σιδηροδρομικό σταθμό Σάρδεων και η ΙΧ στον Κασαμπά.

Το πρωί της 25 Αυγούστου στον Κασαμπά βρισκόταν το Α΄Σ.Σ. και στην Μαγνησία το Β΄Σ.Σ. με φροντίδα του Φράγκου, κατά διαταγήν της Στρατιάς το βράδυ της 23 Αυγούστου. Πάντως, στις 24 Αυγούστου ο νέος Διοικητής της Στρατιάς Πολυμενάκος διέταξε την ΙΙ Μεραρχία να κινηθεί προς Τουρμπαλί για να καλύψει την Σμύρνη και την Χερσόνησο της Ερυθραίας. Άσχετα με τις διαταγές Πολυμενάκου το Συγκρότημα Φράγκου κινήθηκε προς τις διόδους του Νυμφαίου και της Σαπάντζας.

Στις 26 Αυγούστου το πρωί οι Μεραρχίες των Α΄ και Β΄ Σ.Σ. κινήθηκαν προς τις νέες θέσεις τους. Η VII Μεραρχία απέκρουσε τουρκική μεραρχία που επιχείρησε να αποκόψει την πορεία της προς την Σμύρνη, στην οποία έφθασε το πρωί της 27ης Αυγούστου και απ’ εκεί γρήγορα τράβηξε προς τον Τσεσμέ. Στις 11 το πρωί εισήλθαν στην ιωνική πρωτεύουσα 400 τσέτες. Η Μεραρχία Ιππικού έφθασε στην Μαινεμένη στις 6 το πρωί και το μεσημέρι βιαστικά έφυγε για το Μερσινλί, αφήνοντας ελεύθερη την οδό προς την Σμύρνη στην τουρκική 14η Μεραρχία Ιππικού, που κατέλαβε την στενωπό της Μαγνησίας το βράδυ της 26 Αυγούστου. Ο έγκυρος δημοσιογράφος Ροδής, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων γράφει ότι την 25 Αυγούστου 1922 πέρασε από τη Σμύρνη με καλπασμό η Μεραρχία Ιππικού με τον μέραρχον Καλλίνσκην, άθικτος και πάνοπλος…με την σημαίαν διπλωμένην, με τους άνδρας σιωπηλούς μέχρι θανάτου…Ήτο η Μεραρχία του Ιππικού άθικτος και πάνοπλος…και κατευθύνεται όχι προς τον  πόλεμον και την θυσίαν, αλλά προς την παραλίαν του Τσεσμέ…άθικτος και πάνοπλος. Λίγες μέρες αργότερα, ο αιχμάλωτος στρατηγός Τρικούπης έλεγε σε Τούρκο συνάδελφό του ότι στην τραγική μάχη του Αλή Βεράν, η Μεραρχία Ιππικού έβοσκε χορταράκι στο Ουσάκ.

Έλληνες στρατιώτες στο Σαλιχλί το καλοκαίρι του 1922.

Η Ομάδα Φράγκου την νύκτα της 26 προς 27 Αυγούστου πέρασε έξω από την Σμύρνη, ενώ τα Α΄ και Β΄ Σ.Σ. έφθασαν στο Ναρλί Ντερέ και Άγιο Γεώργιο της Χερσονήσου της Ερυθραίας. Το Β΄Σ.Σ. πέρασε στις 8.30 το Γκιούλ Μπαξέ, το Α΄Σ.Σ. έφθασε στα Βουρλά στις 9 το πρωί, η Μεραρχία Ιππικού στην Σκάλα Βρυούλων στις 7μ.μ. της 28 Αυγούστου. Απόσταση Σμύρνη –Βουρλά 90 χιλιόμετρα. Ο στρατηγός Ανδρέας Πλατής είχε αναλάβει την άμυνα της Ερυθραίας, που υποστήριζαν το θωρηκτό Κιλκίς, το καταδρομικό Έλλη, τα αντιτορπιλλικά Νίκη και Σφενδόνα και το εύδρομο Νάξος. Το Β΄Σ.Σ. και το Α΄Σ.Σ.  έφθασαν στα Αλάτσατα το μεσημέρι της 29 Αυγούστου. Η απόσταση Βουρλών – Αλατσάτων περί τα 80 χιλιόμετρα.

Την αμυντική γραμμή ενίσχυαν οι I, II, VII Μεραρχίες. Η Μεραρχία Ιππικού κατευθύνθηκε από την Σκάλα Βρυούλων προς το λιμάνι του Τσεσμέ. Το Β΄Σ.Σ. την αυγή της 30 Αυγούστου έφθασε στην γραμμή Λίντζα – κόλπος Αγριελιάς και στις 2 το μεσημέρι της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς τον Τσεσμέ. Ο κόλπος της Αγριελιάς βρίσκεται περί τα 10 χιλιόμετρα από τα Αλάτσατα και άλλα τόσα προς τον Τσεσμέ. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία τα μεσάνυκτα της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς Αλάτσατα και στις 2.30 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου έφθασε δυτικά του Ζεϊντελί, ενώ το Α΄Σ.Σ. συμπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε στα Αλάτσατα την 1 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου. Το Β΄Σ.Σ. είχε ήδη φθάσει στον Τσεσμέ. Η απόσταση Αλατσάτων – Τσεσμέ είναι περί τα 20 χιλιόμετρα. Το Ζεϊτενλί είναι στο μέσο της αποστάσεως Βουρλών – Τσεσμέ.

Δύο τμήματα της στρατιωτικής διοικήσεως Οδεμισίου, το πρώτο του Τάγματος Ηλία Βαμβακόπουλου με 25 αξιωματικούς και 800 οπλίτες, από το Τζιμόβασι έφθασε στο Ντεμιρτζαλή και επιβιβάσθηκε στο εξοπλισμένο εμπορικό Νάξος στις 30 Αυγούστου. Το δεύτερο με 7 αξιωματικούς και 70 οπλίτες έφθασε στην Σκάλα Βρυούλων και επιβιβάσθηκε στο Κιλκίς στις 29 Αυγούστου. Ο γηραιός διοικητής στο Οδεμίσι Ζεγγίνης αντί να στραφεί προς Τσεσμέ, ξεκίνησε από το Οδεμίσι, έφθασε έξω από την Σμύρνη και παραδόθηκε στους Τούρκους!

Το πρωί της 3 Σεπτεμβρίου απέπλευσαν από τον Τσεσμέ τα τελευταία τμήματα του Νοτίου Συγκροτήματος, καλυπτόμενα από τον Διοικητή του 1ου Σ.Π. αντισυνταγματάρχη Π.Ζ. Οδυσσέα Μιαούλη. Το ίδιο πρωί έφθασε στον Τσεσμέ ο τουρκικός στρατός. Πέρα μακριά η Σμύρνη καιγόταν ακόμη!

Οι ελληνικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στην Χίο και την Μυτιλήνη ανέρχονταν κατά Μεραρχίες ως εξής:

IV Μεραρχία: Αξιωματικοί 200, οπλίτες 3300, κτήνη 450

V Μεραρχία:  Αξιωματικοί 204, οπλίτες 3000, κτήνη 1212

VII Μεραρχία: Αξιωματικοί 240, οπλίτες 6500, κτήνη 2800, πυροβόλα 11

ΧΙΙ Μεραρχία: Αξιωματικοί 1500, οπλίτες 2200, κτήνη 1010, πυροβόλα 8

Δεν υπάρχουν στοιχεία για Ι, ΙΙ, ΙΧ, ΧΙΙΙ και Μεραρχία Ιππικού.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης.

Η σύμπτυξη του Γ΄Σ.Σ.

Το Γ΄Σ.Σ. με διοικητή τον Γ. Σουμίλα, είχε την ευθύνη του Βορείου Συγκροτήματος της Στρατιάς, δηλ. από την Κίο ως το Σεϊντή Γαζή και Ακ ιν. Συνολικό άνοιγμα 300 χιλιόμ. Έδρα του το Εσκί Σεχήρ και στην δύναμή του συμπεριλαμβάνονταν οι ΙΙΙ, Χ, ΧΙ και η Ανεξάρτητη Μεραρχία, δώδεκα αεροπλάνα αναγνώρισης και δύο καταδιωκτικά. Το Γ΄Σ.Σ. είχε πολύ καλή αμυντική οργάνωση. Την 13 Αυγούστου 1922, με την έναρξη της τουρκικής επίθεσης, διατάχθηκε από την Στρατιά να καλύψει την σιδηροδρομική γραμμή προς Προύσα και η Ανεξάρτητη Μεραρχία να κατευθυνθεί προς Τουμπλού Μπουνάρ. Το Γ΄Σ.Σ. δέχθηκε την μικρότερη σε έκταση τουρκική επίθεση, αφού οι Τούρκοι έρριψαν το βάρος της επίθεσής τους στο Νότιο Συγκρότημα. Από την 15 Αυγούστου άρχισε η εκκένωση του Εσκί Σεχήρ, η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής προς Αφιόν και η προετοιμασία φόρτωσης υλικών προς Προύσα και Κιουτάχεια. Στις 17 Αυγούστου ο στρατιωτικός διοικητής Κιουτάχειας, συγκέντρωσε την φρουρά της Κιουτάχειας, προώθησε τους Χριστιανούς στην Προύσα και κινήθηκε προς το Ουσάκ. Είχε 1.400 άνδρες που δέχθηκαν τουρκική επίθεση και διαλύθηκαν αφήνοντας πολλούς νεκρούς. Σώθηκαν 7 αξιωματικοί και 250 οπλίτες που συνάντησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία και τους ενέταξε πανικοβλημένους σε μη μάχιμο τμήμα. Ο ταγματάρχης Σωτ. Σακελλαρίου με 900 οπλίτες που συγκέντρωσε, έφθασε στο Ουσάκ και στις 19 Αυγούστου αναχώρησε σιδηροδρομικώς για την Σμύρνη.

Το πρωί της 18 Αυγούστου το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να συμπτυχθεί προς Προύσα και να μεταφέρει μεγάλη ποσότητα υλικών στο Καράκιοϊ. Τα υλικά και οι πρόσφυγες του Εσκί Σεχήρ μεταφέρθηκαν στην Προύσα με 1.000 σιδηροδρομικά οχήματα και 300 αυτοκίνητα. Η μεταφορά χαρακτηρίσθηκε αρίστη. Στην συνέχεια, το στρατηγείο μεταφέρθηκε στο Ινονού, 75 χιλιόμετρα από την Κιουτάχεια. Στις 21 και 22 Αυγούστου έλαβαν χώραν οι μάχες Κοβαλίτσας και Καράκιοϊ, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του στρατηγείου. Στις 22 και 23 Αυγούστου μεγάλα τμήματα της Στρατιάς είχαν καταλάβει την αμυντική τοποθεσία της Προύσας. Η ΧΙ, βοηθούμενη από συντάγματα που ήλθαν από την Ραιδεστό και τα πυρά των αντιτορπιλλικών Πάνθηρ και Λέων, που ήσαν ελλιμενισμένα στην Κίο, πέτυχε να διατηρήσει τις θέσεις της. Στις 23 Αυγούστου το απόσπασμα Ζήρα έφθασε τα μεσάνυκτα στην Κίο και την ίδια μέρα το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να εξασφαλίσει τα λιμάνια Πανόρμου και Αρτάκης. Τούτο σήμαινε συνεχή σύμπτυξή του προς αυτά, όπου θα φορτώνονταν τα πάσης φύσεως υλικά. Από τις 24 – 27 Αυγούστου η ΧΙ Μεραρχία συνέχισε αμυνόμενη ανατολικά της Προύσας, ενώ το απόσπασμα Ζήρα και τα 47ο και 55ο Σ.Π. μάχονταν στον τομέα της Κίου. Στην Κίο βρίσκονταν αγωνιζόμενες και οι ΧΙ, Χ και ΙΙΙ Μεραρχίες. Στις 28 Αυγούστου είχε εκκενωθεί η Κίος, χάρη στην πρωτοβουλία του Ζήρα που είχε καταλάβει την κορυφογραμμή της Κίου και το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στο Δεμιρτάς, περί τα 30 χιλιόμετρα από τα Μουδανιά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας παρουσιάσθηκε στον στρατηγό Σουμίλα επιτροπή τριών αξιωματικών, από Βρεττανό, Γάλλο και Ιταλό και του ανήγγειλε ότι ήταν επιφορτισμένη για την ασφάλεια των τεμενών της Προύσας και ότι στο λιμάνι των Μουδανιών βρίσκονταν δύο συμμαχικά πλοία. Ο στρατηγός τους απάντησε ότι, εφ’ όσον υπήρχε ελληνικός στρατός, η Προύσα θα ήταν ασφαλής. Από την επιτροπή ο Σουμίλας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Σμύρνης που καιγόταν και ότι το Α΄ και Β΄Σ.Σ. είχαν διαλυθεί. Τα 47ο και 55ο Σ.Π. είχαν διασκορπισθεί, άλλα τμήματά τους κινήθηκαν προς τα Μουδανιά και άλλα συνέχισαν μαχόμενα. Το κενό μεταξύ Χ και ΧΙ Μεραρχίας εξακολουθούσε να υφίσταται. Στις 9 το πρωί της 29 Αυγούστου αποβιβάσθηκαν στα Μουδανιά γαλλικά τμήματα για την τήρηση της τάξης. Το απόσπασμα Ζήρα έφθασε στα Μουδανιά έχοντας μαζί του και υπολείμματα μονάδων που είχαν διαλυθεί, τα άλλα είχαν παραδοθεί στους Γάλλους, τους άνδρες των οποίων παρέδωσαν στους Τούρκους. Οι Γάλλοι ζήτησαν και από τον Ζήρα να παραδοθεί κι αυτός τους απάντησε περήφανα διασπώντας τον γαλλικό κλοιό με τους άνδρες με εφ’ όπλου λόγχη. Ακολούθως, στράφηκε προς το Μιχαλίτσι. Στο μεταξύ, η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά αγνοούνταν, λίγο μετά το Γ΄Σ.Σ. θα πληροφορηθεί ότι είχε αιχμαλωτισθεί την 30 Αυγούστου. Στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση μη μεραρχικών μονάδων στα πολεμικά πλοία τα ελλιμενισμένα στην Πάνορμο και Αρτάκη. Την 1 Σεπτεμβρίου συνεχιζόταν η σύμπτυξη προς την Πάνορμο, ενώ στην Ραιδεστό είχε αφιχθεί ο στρατιωτικός διοικητής Πανόρμου, με εντολή να φροντίζει για την υποδοχή των αφικομένων τμημάτων, αρχικά των μη μεραρχικών μονάδων του Γ΄Σ.Σ. και των μεταγωγικών της ΧΙ Μεραρχίας, που είχαν διασωθεί, την τήρηση της τάξης και πειθαρχίας κ.λπ. Στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου επιβιβάσθηκαν οι υγειονομικοί, οι σχηματισμοί Μηχανικού, το απόσπασμα Ζήρα και στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις θα επιβιβασθούν στις 3, 4, 5 Σεπτεμβρίου στα λιμάνια της Πανόρμου και Αρτάκης. Το Γ΄Σ.Σ. επικοινωνούσε με την Στρατιά δια μέσου του ασυρμάτου του Στόλου. Αυτές τις μέρες η ΙΙΙ Μεραρχία και το 27ο Σ.Π., με την βοήθεια των αντιτορπιλλικών Βέλος και Αετός, έδωσαν σκληρές μάχες στην Πάνορμο. Λίγο μετά, βρέθηκαν στην Αρτάκη και κάλυπταν την γραμμή Αρτάκη – Πάνορμος για την ασφαλή επιβίβαση των τμημάτων. Στις 6 το πρωί της 4 Σεπτεμβρίου τα 12ο και 30ο Σ.Π. απέκρουσαν τουρκικές επιθέσεις που παρακολούθησε ο Αρχιστράτηγος Πολυμενάκος και ο οποίος έφθασε εκεί ατμοπλοϊκώς. Το μεσημέρι της 5 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε η επιβίβαση του Γ΄Σ.Σ. που έφθασε στην Ραιδεστό έχοντας απώλειες 12 αξιωματικούς και  84 οπλίτες νεκρούς, 45 αξιωματικούς και 446 οπλίτες τραυματίες και 119 οπλίτες αγνοούμενους. Δυστυχώς, είχε αιχμαλωτισθεί η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά. Στην Ραιδεστό αποβιβάσθηκαν 60.000 άνδρες.

Η αποβίβαση του Γ’ Σ.Σ. στο λιμάνι της Ραιδεστού.

Η αιχμαλωσία της ΧΙ Μεραρχίας Κλαδά. Η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά είχε απωλέσει την επικοινωνία με το Γ΄Σ.Σ., κατευθύνθηκε προς τα Μουδανιά, πορευόμενη σε άγνωστο και δύσβατο έδαφος, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της. Την κρίσιμη στιγμή δεν την κάλυπτε το απόσπασμα Ζήρα, που είχε φθάσει στα Μουδανιά. Την πορεία προς Μουδανιά δυσχέραινε, πλην του δύσβατου του εδάφους, και το δυσκίνητο πεδινό πυροβολικό που αρνούνταν να εγκαταλείψει ο Κλαδάς. Αν το εγκατέλειπε, θα έφθανε 6 – 7 ώρες νωρίτερα στα Μουδανιά και θα απέφευγε την αιχμαλωσία. Στις 7 το πρωί της 30 Σεπτεμβρίου η Μεραρχία πλησίαζε στα Μουδανιά, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, που της επιτέθηκαν,  με το 17ο Σ.Π. να αμύνεται απεγνωσμένα, ενώ η διαρροή οπλιτών αποδυνάμωνε την άμυνά της. Την ίδια άμυνα προέβαλλε το 47ο Σ.Π. Την 1 μ.μ. ο Κλαδάς αντιλήφθηκε ότι είχε περικυκλωθεί και παραδόθηκε,  ενώ το 47ο Σ.Π. εξακολουθούσε μαχόμενο, ώσπου παραδόθηκε και αυτό. Σύνολο αιχμαλωτισθέντων ανδρών 4.500 και 36 πυροβόλα.

Ο άθλος της Ανεξάρτητης Μεραρχίας (Α.Μ.). Το πρωί της 16 Αυγούστου η Α.Μ. κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, χωρίς, ωστόσο, να έχει επικοινωνία με καμμία μονάδα. Το βράδυ πληροφορήθηκε ότι είχε καταληφθεί η Κιουτάχεια την 15 Αυγούστου. Την 18 Αυγούστου εξακολουθούσε κινούμενη προς Ουσάκ. Κατά την πορεία της βόρεια βρέθηκε μπροστά στο φρικιαστικό θέαμα και την έκταση των απωλειών της στρατιωτικής δύναμης Κιουτάχειας. Τους διασωθέντες περισυνέλεξε η Α.Μ., όπως είδαμε παραπάνω. Την ίδια  μέρα, δέχθηκε εχθρική επίθεση, όπου διακρίθηκε το 53ο Σ.Π. Από ερματισμένο φάκελο ο Μέραρχος Θεοτόκης πληροφορήθηκε την κατάληψη από τους Τούρκους τόσο της Κιουτάχειας, όσο και του Ουσάκ (19 Αυγ.). Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ελεύθερο δρόμο Σιμάβ προς Σαλιχλί. Στο Σιμάβ έφθασε στις 22 Αυγούστου και δια μέσου Σιντιρτζί κινήθηκε προς Αξάριο, πάντα ελπίζοντας να ενωθεί με το Νότιο Συγκρότημα. Στις 24 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Σιντιρτζί και στις 27 στο Κιρκαγάτς, όπου Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, μετά από απειλές του Μεράρχου για βομβαρδισμό της πόλης, συγκέντρωσαν ποσότητες ψωμιού, τροφίμων και νομής. Το απόγευμα της 28 Αυγούστου η Α.Μ. στάθμευσε στο Κινίκ, όπου τον Διοικητή της επισκέφθηκαν Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι πρόκριτοι και του ζήτησαν να μην περάσει από την Πέργαμο και σε αντάλλαγμα του προσέφεραν τρόφιμα κ.λπ. Στις 29 Αυγούστου η Α.Μ. με τμήματά της επέβαλε την τάξη στο Ντικελί, όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός προσφύγων. Στις 30 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Ντικελί και στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση προσφύγων, επιλεγμένων κτηνών και όλων των τμημάτων της Α.Μ. Την 1 Σεπτεμβρίου το πρωί είχε συντελεσθεί η αποβίβασή τους στην Μυτιλήνη και απ’ εκεί στην Θεσσαλονίκη, όπου ανασυγκροτήθηκε και μεταφέρθηκε στην Θράκη.

Η σύμπτυξη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας.

Η σύμπτυξη της Α.Μ. υπήρξε υποδειγματική. Από τις 16 – 31 Αυγούστου η Α.Μ. διήνυσε 600 χιλιόμετρα μέσα σε δύσβατες περιοχές, χωρίς τρόφιμα, χωρίς πληροφορίες, χωρίς κανένα σύνδεσμο. Εκτός από την μάχη της Κιουτάχειας, δεν ενεπλάκη σε άλλη μεγάλη μάχη. Κατά την πορεία της δεχόταν συνεχείς προσβολές, παρενοχλήσεις και αιφνιδιασμούς τουρκικών τμημάτων και άτακτων. Η Α.Μ. με τον Διοικητή, τους αξιωματικούς, τους οπλίτες, πέτυχε αυτόν τον άθλο, χάρη στην συνοχή και την πειθαρχία της. Στο Ντικελί επιβίβασε πρώτα 6.000 Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες και όλους τους Χριστιανούς της κωμόπολης και κατόπιν επιβιβάσθηκαν οι άνδρες της.

Συμπερασματικά: Η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε πολλές αιτίες και αυτές ήσαν α. Το ανάπτυγμα της Στρατιάς που ήταν μεγαλύτερο από 700 χιλιόμετρα και που δεν μπορούσε να καλύψει. β. Τις πρώτες μέρες της τουρκικής επίθεσης υπήρχε κενό στο αριστερό της Ι Μεραρχίας και στο δεξιό της ΙV (Καλεντζίκ – Καγιαντιπί), που εκμεταλλεύθηκαν οι Τούρκοι, διεισδύοντας και καταλαμβάνοντας το στρατηγικό Τιλκί Κιρί Μπελ. γ. Το κενό στο Τσάι Χισάρ μεταξύ 1/38 Συντ. Ευζώνων και 5ου Συντ. της Ι Μεραρχίας, απ’ όπου εισήλθαν τέσσερις Μεραρχίες Τουρκικού Ιππικού και βρέθηκαν στα νώτα του Α΄Σ.Σ. δ. Η λανθασμένη εκτίμηση, που δεν έδωσε σημασία στο παραπάνω γεγονός, αφού η Στρατιά ενδιαφερόταν για την άμεση σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού προς τον Τσεσμέ. ε. Η εμμονή του Τρικούπη να παραμείνει στο Ουλουτζάκ και να μην κινηθεί εγκαίρως προς Τουμπλού Μπουνάρ, όπου με την Ομάδα Φράγκου θα μπορούσε να δώσει την τελική μάχη. στ. Το απόσπασμα Πλαστήρα αποχώρησε πρόωρα από το Μπαλ Μαχμούτ και έτσι διαλύθηκε η IV Μεραρχία. ζ. Η αποχώρηση του Φράγκου από το Τουμπλού Μπουνάρ. η. Η ανικανότητα του Χατζανέστη και ορισμένων διοικητών μονάδων που αντικατέστησαν εμπειροπόλεμους συναδέλφους τους μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, και τέλος η εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους Γάλλους και Ιταλούς και η απροκάλυπτη βοήθειά τους στον Κεμάλ.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, μέσα από μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών | Media Education Project

Ο   Αθανάσιος  Ε.  Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ενδεικτική  βιβλιογραφία

Ακτζόγλου Ιάκ., Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922, Αθήνα,1998.

Κονδύλης Γεώργ. [επιμ. Θεμ. Γ. Ζαφειρόπουλος], Ο δρόμος προς την Καταστροφήν, Αθήνα, 1979.

Μπουλαλάς Κλ., Η Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, 1957.

Μπουντούρης  Δημ., Η Ανεξάρτητος Μεραρχία, Λαμία, 1928

Πανταζής Κωνστ., Συμβολή εις την ιστορίαν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, Αθήνα, 1966.

Ρόδας Μιχ., Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία, Αθήνα, 1950.

Σπυρίδωνος Γ., Πόλεμος και Ελευθερία. Η Μικρασιατικη Εκστρατεία όπως την είδα, Αθήνα 1929.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2001.