Skip to main content

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Eνθερμος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και σκληρός αντίπαλος του ανατολικού συνασπισμού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, o Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, πρώην υπουργός των Εξωτερικών, είχε ήδη καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Κεντροδεξιάς. Η αντιπαλότητα που μια τέτοια προσωπικότητα έδειξε απέναντι στη χούντα ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς, καθώς του στερούσε αυτόματα τις προσβάσεις στην συντηρητική κοινή γνώμη. Ο Αβέρωφ υπερασπίστηκε από την αρχή την τιμή του πολιτικού κόσμου απέναντι στις συκοφαντίες των δικτατόρων – και το ύφος του, όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει πολύ επιθετικό. Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για πραγματοποίηση συγκέντρωσης στο σπίτι του χωρίς άδεια. Ηταν, έτσι, αδρανοποιημένος την ώρα της διενέργειας του βασιλικού αντικινήματος τον Δεκέμβριο του 1967, κάτι που ο C.M. Woodhouse θεώρησε στοιχείο που συνέβαλε στην αποτυχία του εγχειρήματος. Η αγωνιώδης αναζήτηση για μια ρεαλιστική διέξοδο χαρακτήρισε τη στάση του Αβέρωφ στα επόμενα χρόνια.

Οι διαπιστώσεις του, όπως διαφαίνονται από τις επιστολές του αυτής της περιόδου, ιδίως προς τον Κων. Καραμανλή στο Παρίσι, ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ο Αβέρωφ έδινε μεγάλη έμφαση στον αγώνα εξουσίας μεταξύ του Γ. Παπαδόπουλου και των περισσότερο ακραίων στοιχείων του καθεστώτος: υποψιαζόταν ότι ειδικά τα τελευταία, με τις τριτοκοσμικές τάσεις τους, δεν θα δίσταζαν να διακυβεύσουν τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο. Αγωνιούσε για τη συνεχιζόμενη αποκοπή της Ελλάδας από τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, και τον Φεβρουάριο του 1971 σημείωνε προς τον Καραμανλή: «Με την εξέλιξιν και των πραγμάτων μας εκτός της Κοινής Αγοράς δεν ξέρω πού θα βρεθούμε αν, όπως φαίνεται, τούτη η δουλειά διαρκέση. Κυριολεκτικά φοβούμαι». Ακόμη, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αδυναμία του καθεστώτος να αντιληφθεί τις διεθνείς σχέσεις, η οποία πάντως επέτρεπε στους χουντικούς, με έναν περίεργο τρόπο, να αγνοούν την πραγματικότητα: «Τον παχυδερμισμόν, στοιχείον απαίσιον διά το έθνος, θεωρώ μεγάλον στοιχείον δυνάμεως για την διάρκειάν τους».

Ο Κων. Καραμανλής από το Παρίσι έγραφε στον Αβέρωφ ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία.

Σταθερή διαπίστωσή του ήταν ότι τη λύση στο αδιέξοδο μπορούσε να δώσει μόνον ο Καραμανλής. Οπως ανέφερε στις αρχές του 1971, σε απεσταλμένους της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, «κατ’ ουσίαν υπάρχει μόνον Καραμανλής καλύπτων σχεδόν όλον τον χώρον και κονιορτός δυνάμεων που, και συγκολλούμενος, άνευ Καραμανλή δεν σημαίνει πολλά πράγματα».

Τρία ήταν, συνεπώς, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την οπτική του Ευ. Αβέρωφ για τη χούντα: η ανάγκη για άμεση επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό· ο φόβος ότι, χωρίς τούτο, θα επερχόταν μία εθνική καταστροφή· και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διέβλεπε για τον Κ. Καραμανλή.

Δύο απαραίτητες προϋποθέσεις

Φοβούμενος, όπως έγραψε στον Καραμανλή, ότι η χώρα πορευόταν προς έναν «κακόν σαλαζαρισμόν» –αναφορά στην πορτογαλική δικτατορία με τη μακρά διάρκειά της– ο Αβέρωφ πρόβαλε αρχικά, το δεύτερο εξάμηνο του 1968, την ιδέα για ίδρυση ενός «κόμματος αντιπολίτευσης» προς το καθεστώς, ώστε να αποφευχθεί αυτό που αποκάλεσε «δημοκρατικώς “μασκέ” ολοκληρωτισμό». Αλλά ο Καραμανλής διαφώνησε: τόνισε ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία. Και τον συμβούλευσε να μην ανοίξει διάλογο με το καθεστώς: «Ούτε στο κύρος σου στέκει ούτε και γενικώτερα ωφελεί». Οι επιφυλάξεις του Καραμανλή έστρεψαν τον Αβέρωφ στην αναζήτηση μιας λύσης με την οποία θα παρέδιδαν οι δικτάτορες την εξουσία.

Παράλληλα, από την άνοιξη του 1968, έπειτα από βολιδοσκόπηση του ταγματάρχη (μετέπειτα βουλευτή της Ν.Δ.) Α. Πνευματικού, ο Αβέρωφ δέχθηκε να λειτουργήσει ως πολιτικός σύμβουλος σε μία προσπάθεια ανατροπής της δικτατορίας από τον στρατό. Επιπλέον, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσιριμώκο και στελέχη της νεολαίας της ΕΡΕ, οργάνωσε ένα δίκτυο που συνέτασσε προκηρύξεις –δήθεν γραμμένες από «υποστηρικτές της Επαναστάσεως»– και τις κυκλοφορούσε, ως ένα «πόλεμο νεύρων» κατά του καθεστώτος. Αλλά ο Πνευματικός σύντομα συνελήφθη, ενώ το δίκτυο των προκηρύξεων εξαρθρώθηκε και ο ίδιος ο Αβέρωφ ανακρίθηκε στα τέλη του 1969.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του αφορούσε την ιδέα της «γέφυρας», που προβλήθηκε με τον σκοπό να απομακρυνθεί η χούντα από την εξουσία, και όχι να συμπηχθεί κάποια συνεργασία μαζί της. Οι όροι για τη «γέφυρα» –ανόθευτη δημοκρατία, σύντομη μετάβαση– δεν ήταν τυχαίοι· συμφωνούσαν με τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Καραμανλής στην αλληλογραφία τους το 1968, και είχαν σε γενικές γραμμές προβληθεί από τον Αβέρωφ και νωρίτερα, σε άρθρα του, ορισμένα από τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν έπειτα από απαγόρευση της λογοκρισίας ή δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο (όπως το άρθρο του στους Sunday Times της 17ης Αυγούστου 1969).

Η πρώτη διατύπωση της ιδέας έγινε με την επιστολή του της 16ης Απριλίου 1969 προς τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο. Ο Αβέρωφ τόνιζε στον δικτάτορα ότι το καθεστώς είχε ήδη αποτύχει, ενώ η νεολαία στρεφόταν προς την Αριστερά και η χώρα είχε φθάσει «εις μίαν απομόνωσιν ομοίαν της οποίας ουδέποτε εγνώρισεν». Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Κ. Καραμανλή, καθώς και στον διεθνή Τύπο. Περιείχε τη βασική ιδέα της «γέφυρας», δηλαδή την ανάγκη να τερματιστεί η ανωμαλία και να αποκατασταθούν οι ελευθερίες του ελληνικού λαού, κατά τρόπο «ανώδυνο δι’ όλους» (δηλαδή και για τους συνταγματάρχες). Η προτροπή του Ευ. Αβέρωφ, όμως, περιείχε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν πραγματικά την εξουσία· και να την παραδώσουν στον ίδιο τον Καραμανλή.

Κατά τη διάρκεια κάποιων πρώτων διαβουλεύσεων, το 1970, με πρωτοβουλία παραγόντων του καθεστώτος (που δεν κατονομάζονται στη σχετική επιστολή του προς τον Καραμανλή), ο Αβέρωφ διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και άρα η ομαλοποίηση δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ξεκινήσει. Ωστόσο, επέμεινε.

Οπως σημείωνε στον πρέσβη Λ. Παπάγο, συνεργάτη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν έβλεπε άλλη λύση, «εκτός αν μεσολαβήσει εθνική καταστροφή ή αλληλοεξόντωση».

Η θέση των ΗΠΑ και το ναυάγιο του εγχειρήματος

Την άνοιξη του 1971, σε μια εποχή κατά την οποία ο Παπαδόπουλος διενήργησε επαφές με πολιτικά πρόσωπα, ο Αβέρωφ προώθησε πλέον έντονα την ιδέα της «γέφυρας». Επέμεινε, όμως, και πάλι ότι προϋπόθεση ήταν η ειλικρίνεια των προθέσεων των δικτατόρων για παράδοση της εξουσίας και για δημιουργία αληθινά δημοκρατικού καθεστώτος. Εξακολουθούσε να μην έχει μεγάλες ελπίδες. Τον Απρίλιο του 1971 διεμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του δικτάτορα, που φαινόταν να επιζητεί απλώς κάποιες προσχωρήσεις πολιτικών ή μία βελτίωση της εικόνας του στο εξωτερικό και όχι την παύση της ανωμαλίας. Κατόπιν, το καλοκαίρι του 1971, ο Αβέρωφ ταξίδευσε στο εξωτερικό, όπου τόνισε στους ξένους συνομιλητές του την ανάγκη να αναδειχθεί ο πρωταρχικός ρόλος του Καραμανλή και του Κωνσταντίνου. Αλλά η απροθυμία των δικτατόρων να ικανοποιήσουν τη βασική προϋπόθεση – την αποκατάσταση πραγματικής δημοκρατίας – οδήγησε σε ναυάγιο.

Στην επιστολή του προς τον Παπαδόπουλο, ο Αβέρωφ έθετε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν την εξουσία στον Καραμανλή. Σύντομα διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε.

Εξάλλου, ο Αβέρωφ είχε πλέον συζητήσει για την ιδέα της «γέφυρας» και με τους Αμερικανούς, και συγκεκριμένα με τον πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Αρχικά φάνηκε ότι ίσως υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο να ενστερνιστούν οι ΗΠΑ την πολιτική του. Αλλά οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της «γέφυρας» μειώνονταν δραματικά, ακριβώς επειδή ουσιώδης όρος της ήταν η επάνοδος του Κ. Καραμανλή, τον οποίο εχθρευόταν κατά τρόπο απόλυτο η χούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1971, ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Νίξον, επέβαλε και έναντι του State Department τη θέση του ότι πιέσεις προς το καθεστώς δεν συμβιβάζονταν με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, ο Κίσινγκερ απέτρεψε πρόσκληση του Ευ. Αβέρωφ στις ΗΠΑ ώστε να συζητηθεί η πολιτική της «γέφυρας», και έτσι της κατάφερε ένα μείζον πλήγμα.

Με τους δικτάτορες απρόθυμους και την αμερικανική πολιτική να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, η πρωτοβουλία του Ευ. Αβέρωφ δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν που τον έστρεψε στη διερεύνηση άλλων επιλογών, για τη βίαιη ανατροπή της χούντας, κάτι που θα τον οδηγήσει στο κίνημα του Ναυτικού το 1973.

Η πρόταση της «γέφυρας» κόστισε στον Ευ. Αβέρωφ σημαντικά στα επόμενα χρόνια, καθώς έγινε η αφορμή να παρουσιαστεί ως υπερσυντηρητικός πολιτικός, ακόμη και «ύποπτος». Ο ίδιος ενέμεινε στην ορθότητα της επιλογής του και παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως αποτέλεσμα ρεαλιστικής αποτίμησης των πραγμάτων. Για τις προθέσεις του δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, όπως και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τελικά ο φόβος του για εθνική καταστροφή επαληθεύθηκε. Ωστόσο, στην πολιτική πράξη –και τούτο το γνώριζε καλά ο ίδιος– το μέτρο του ρεαλισμού μιας ιδέας εξαρτάται από την επιτυχία της. Συνεπώς, και εάν ακόμη η σύλληψη της ιδέας της «γέφυρας» υπήρξε, κατ’ αρχάς, απόρροια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης των πραγμάτων, η αποτυχία της καταδεικνύει ότι δεν είχε, στην πράξη, ιδιαίτερα ρεαλιστικές προοπτικές.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Η Καθημερινή

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού  Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Στα Ομηρικά Έπη δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ λόγου και μύθου. Ο ποιητής χρησιμοποιεί δύο φορές μόνον την λέξη «λόγος» και μάλιστα στον πληθυντικό, ίσως χάριν του μέτρου (IL.15.393, OD.1.56) και εκατοντάδες φορές την λέξη «μύθος» (147 φορές στην Ιλιάδα και 151 στην Οδύσσεια). Στην πραγματικότητα η λέξη «μύθος» στον Όμηρο έχει όλες τις σημασίες, που προσέλαβε αργότερα η λέξη «λόγος», και η ακριβής κάθε φορά έννοια της λέξης εξαρτάται από τα συμφραζόμενα. Έτσι, σε κάποια από αυτά σημαίνει λόγια, κουβεντούλα, αφήγηση ή ακόμη αγόρευση,  συμβουλή, συνομιλία,  γνώμη και  λογικό επιχείρημα.

Η σημαντική σχέση μεταξύ μύθου και λόγου φαίνεται στην αναφορά του  Πλουτάρχου: «῞Οτι μεν ούν η παλαιά φυσιολογία και παρ’ ῞Ελλησι και βαρβάροις λόγος ην φυσικός εγκεκαλυμμένος μύθοις, τα πολλά δι’ αινιγμάτων και υπονοιών επίκρυφος, και μυστηριώδης θεολογία τα τε λαλούμενα των σιγωμένων ασαφέστερα τοις πολλοίς έχουσα και τα σιγώμενα των λαλουμένων υποπτότερα, κατάδηλόν εστιν» (Περ τῶν ἐν Πλαταιαῖς Δαιδάλων, Fragmentum 157).

[Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι η παλαιά φυσική επιστήμη και στους Έλληνες και στους βαρβάρους ήταν φυσικός λόγος κρυμμένος βαθειά μέσα σε μύθους και απόκρυφη και μυστηριώδης θεολογία, που εκφράζεται ως επί το πλείστον με αινιγματικά λόγια και υπονοούμενα, και η οποία κάνει για τους πολλούς και τα λεγόμενα να είναι ασαφέστερα από όσα αποσιωπώνται και τα αποσιωπώμενα να είναι πιο αμφίβολα από τα λεγόμενα].

Είναι γνωστή η άποψη της αρχαιολόγου E.S. Sherrat (1990) ότι τα έπη περιέχουν αναχρονισμούς και βρίθουν από παραδοξότητες.  Ο Finley (1974),  αναφέρει,  ότι ο Όμηρος ήταν μόνον ποιητής και όχι ιστορικός. Δεν θα μπορούσε  να δει την θαμμένη Τροία. Επομένως ότι περιγράφει είναι πλήρης φαντασία. Αποδεικνύεται όμως, όπως θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες αργότερα, από τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν γίνει, μέχρι το 2012, ότι είναι ακριβής σε μερικά σημεία παρ΄ ότι ήταν ποιητής και προφανώς η Τροία ήταν θαμμένη. Ωστόσο ο Finley (1974) αποδέχεται ότι ο Όμηρος μπορεί να επισκέφτηκε την Τρωάδα κατά τον 9ο αιώνα π.Χ. και παρ’ότι δεν ήταν ιστορικός την περιγράφει με ακρίβεια διότι την είδε. Επίσης είναι γνωστή και η άποψη του αρχαιολόγου Eric Klein (2013) ο οποίος ωστόσο έλαβε υπ’ όψιν τόσο τα  Ομηρικά όσο και τα Χετιτικά κείμενα.  Από τον συνδυασμό τους με βάση τα αρχαιολογικά αλλά και αρχαιομετρικά αποτελέσματα, από το 1990 και μετά, στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Τροίας προέκυψαν νεότερα στοιχεία υποδεικνύοντα σπαράγματα  ιστορικής  πραγματικότητας του Τρωικού Πολέμου παρά το γεγονός της ύπαρξης μερικών αναχρονισμών και ανακριβειών. Είναι ακόμη γνωστή και η άποψη του γεωλόγου John Kraft et al (2003), ο οποίος μαζί με τον ιστορικό John Luce, της ίδιας συγγραφικής ομάδας, έδωσαν συγχαρητήρια στον Όμηρο για την ακρίβεια μερικών εκ των εξετασθέντων χωρίων του, που αφορούν θέματα ιστορικής τοπογραφίας και γεωμορφολογίας της Τρωάδος, μετά από γεωλογικές έρευνες πεδίου  είκοσι και πλέον χρόνων. Την πλούσια βιβλιογραφία σχετική με τις αρχαιολογικές και τις γεωφυσικές έρευνες που έχουν γίνει στην Τροία,  δεν την παραθέτουμε στο άρθρο αυτό διότι είναι εκτός του σκοπού του. Όμως την τελευταία  μπορεί να την εντοπίσουν εύκολα οι αναγνώστες στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Archaeology 108 (2004) 615-30. Εκεί  θα παρακολουθήσουν την μεγίστη διαφωνία μεταξύ των στελεχών της αρχαιολογικής ομάδας Manfrend Korfmann και Charles Brian Rose και της επίσης αρχαιολογικής ομάδας του Frank Kolb επί των ευρημάτων των πρώτων.

Είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλές απόψεις, διαφορετικές μεταξύ τόσο αρχαιολόγων όσο και μεταξύ αρχαιολόγων, ιστορικών  και φυσικών επιστημόνων, στην ερμηνεία των  Ομηρικών Επών. Αναγνωρίζουμε γιατί μερικοί αρχαιολόγοι δεν μπορούν να δεχθούν ότι ο δεύτερος Τρωικός Πόλεμος, δηλαδή του Οδυσσέως και των συμπολεμιστών του,  πρώτον υπήρξε και πολύ περισσότερο ότι διήρκεσε 10 χρόνια! Θα διαπιστώσει ο αναγνώστης αργότερα ότι δεν έχουν δίκιο όπως ο Finley. Ο Όμηρος έζησε μεν 400 χρόνια αργότερα από τον Τρωικό Πόλεμο  αλλά θα έπρεπε να είχε την τεχνολογία  του John Kraft του εικοστού αιώνος ώστε να ανταπεξέλθει τις γεωλογικές μεταβολές, κυρίως στις ακτές εκεί που εξέβαλαν οι ποταμοί και χείμαρροι, που επήλθαν μετά από 400 χρόνια από τον πόλεμο αυτό ώστε να έχει τέτοια ακρίβεια στις περιγραφές του. Με άλλα λόγια δεν αρκεί να ήταν περιπατητής στην Τρωάδα. Επιπλέον ο Matthew (2003) επιχειρεί μία ανάλυση βάθους στο έργο του «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8 και εξηγεί κατ’ αρχήν γιατί έγινε ο Τρωικός Πόλεμος. O λόγος ήταν ο οικονομικός πόλεμος που επέβαλαν οι Χετταίοι ώστε να προκαλέσουν διατάραξη διοικητική εντός του Ελλαδικού χώρου μέσω της διακοπής της ροής του εμπορίου προς τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Αποδεικνύεται από τις ανασκαφές ότι πράγματι αυτό συνέβη, (Μathew 2003), και άρχισε να έχει συνέπειες στα βασίλεια των Αχαιών. Παρά την διατάραξη στην οικονομία, που υπήρξε, οι Αχαιοί και οι σύμμαχοι τους μπόρεσαν τελικώς να συγκροτήσουν την εκστρατεία τους.

  1. Ομηρικά  Έπη  και  Αστρονομικά  Φαινόμενα

Στα Ομηρικά Έπη υπάρχουν αναφορές σε αστερισμούς, αστέρες και αστρονομικά φαινόμενα. Αναφερόμενοι στα τελευταία, ο Ηράκλειτος εκ Πόντου (Ὁμηρικά Προβλήματα, εις α περί θεών Όμηρος ηλληγόρησεν (75,1,1–9,3), ο Πλούταρχος (Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης (931F) και ο Ευστάθιος  (Παρεκβολαί εις την Ομήρου Οδύσσειαν (2,67,11-14,  2,84,29-31,  2,204,3-5,  2,241, 3-6 και 2,241,11-13) επισημαίνουν ότι στην Οδύσσεια, κατά την μνηστηροφονία,  περιγράφεται μία ηλιακή έκλειψη (ΟD.20.350-357). Στους στίχους αυτούς, ο μάντης Θεοκλύμενος, λίγη ώρα πριν συμβεί η μνηστηροφονία, αναφέρει ότι ο ήλιος έχει χαθεί από τον ουρανό και έχει κάνει την εμφάνιση της μια ‘κακή αχλύς’, δηλαδή μια κακή καταχνιά (και όχι μια απλή συννεφιά) – «ηέλιος δε ουρανού εξαπόλωλε, κακή δ’ επιδέδρομεν αχλύς»  (ΟD.20.350-357). Τα αναφερόμενα γεγονότα συμβαίνουν μεσημεριανή ώρα σύμφωνα με το κείμενο, διότι το συμβάν λαμβάνει χώρα μετά το μεσημεριανό φαγητό και πριν το απογευματινό ‘δόρπον’, δηλαδή πριν να νυχτώσει. Η εμφάνιση ‘κακής’ καταχνιάς και όχι συνηθισμένης καταχνιάς ή έστω βαρυσυννεφιάς ή σκότους υποδηλώνει ότι η ηλιακή έκλειψη είναι μερική και όχι ολική, καθόσον στην ολική έκλειψη επικρατεί σκότος για λίγα λεπτά της ώρας κατά το μέγιστο του φαινομένου ενώ το όλον του φαινομένου διαρκεί ώρες.

Εικών 1. Αναπαράσταση της ημέρας της μνηστηροφονίας υπό ηλιακή έκλειψη.

Λόγω της περιοδικότητας των εκλείψεων, ένας ερευνητής μπορεί με κατάλληλους αλγορίθμους να εντοπίσει εκλείψεις, που συνέβησαν από το έτος 4500 π.Χ. και μέχρι την σημερινή εποχή, αρκεί να έχει κάποια στοιχεία. Και αυτά δίδονται από τον Όμηρο και είναι τα εξής:

  1. Η εποχή είναι Φθινόπωρο
  2. Η ώρα της έκλειψης είναι μεσημεριανή
  3. Πέντε μέρες πριν την ημέρα της έκλειψης, κατά την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, η Αφροδίτη ήταν ορατή στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Επίσης, η απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να υπάρξει η ηλιακή έκλειψη, είναι να είναι η προηγούμενη νύχτα ασέληνη, δηλαδή να υπάρχει η προϋπόθεση για την φάση της Νέας Σελήνης. Η τελευταία δηλώνεται με σαφήνεια στο χωρίο ΟD.14.161-164 όταν αναφέρεται ότι εκείνη την ημέρα ήταν «του μεν φθίνοντος μηνός, του δε ισταμένοιο». Αυτή η συγκεκριμένη παρατήρηση, μάλιστα, ανήκει επίσης στον Ηράκλειτο εκ Πόντου. Για έναν μάντη-οιωνοσκόπο όπως ο Θεοκλύμενος, του οποίου το όνομα σημαίνει ‘ο ακούν τα θεία’ και ο οποίος ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας μάντεων των Μελαμπιδών, η παρατήρηση του ουρανού την νύχτα, ήταν μέσα στις συνήθεις δραστηριότητες του. Συνεπώς ο Θεοκλύμενος γνώριζε εκ του ασφαλούς ότι μετά την άσέληνη’ νύκτα δηλαδή μετά από μία μαύρη νύκτα χωρίς ορατή σελήνη θα γίνει ηλιακή έκλειψη την αμέσως επόμενη μέρα. Το γεγονός αυτό το διαπίστωσε μετά το μεσημέρι της επόμενης μέρας όταν άρχισε η κακή αχλύς να εμφανίζεται.

Επελέγη το χρονικό διάστημα 1400-1130 π.Χ. ως το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης για λόγους, που εξηγούνται παρακάτω.

  1. Χρονολογήσεις Τρωικού Πολέμου βάσει ηλιακών εκλείψεων στα Ομηρικά Έπη

Η επιστημονική ομάδα χρονολόγησε την εν λόγω ηλιακή έκλειψη με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία, όπως περιγράφονται στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, με χρήση του προγράμματος Starry Night και του καταλόγου των εκλείψεων της NASA (Espenak and Meuus 2006, 2009a,b,c).

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι πρώτες προσπάθειες εντοπισμού αυτής της ηλιακής έκλειψης έγιναν από τον Schoch (1926) και από τους Baikouzis και Magnasco (2008), οι οποίοι την ταύτισαν με την ολική ηλιακή έκλειψη της 16ης Απριλίου 1178 π.Χ. Στην δημοσίευση της ομάδας [Papamarinopoulos et al (2012)], απορρίπτεται τεκμηριωμένα  για πολλούς λόγους, η προταθείσα ημερομηνία, διότι μεταξύ άλλων, η καταχνιά-‘ἀχλύς’ και όχι σκότος-‘ἠήρ’, υποδηλώνει μερική και όχι ολική ηλιακή έκλειψη και επιπλέον οι προηγούμενοι ερευνητές δεν ερμήνευσαν σωστά την εποχή, η οποία πασιφανώς ήταν Φθινόπωρο και όχι Άνοιξη. Τούτο αποδεικνύεται από πληθώρα ομηρικών περιγραφών, οι οποίες αφορούν το κλίμα, τις συνήθειες των ανθρώπων, τις αγροτικές και βουκολικές ασχολίες, τα οπωροφόρα δένδρα, την μεγάλη διάρκεια των νυχτών κλπ. Στο χωρίο ΟD.15.391-392, ο Όμηρος αναφέρει,  παραδείγματος χάριν, ότι οι νύκτες ήταν ‘ἀθέσφατοι’ [μεγάλης διάρκειας]. Αυτό σημαίνει ότι ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία η οποία στο τέλος της εποχής του Χαλκού, περί το 1200 π.Χ.  ήταν η 4η Οκτωβρίου.

Η προσεκτική ανάγνωση της Οδύσσειας επέτρεψε στην ομάδα να εντοπίσει την ύπαρξη ψυχρών συνθηκών, την χρήση βαριών σκεπασμάτων, το άναμμα φωτιάς για να ζεσταθούν οι άνθρωποι στην Ιθάκη κλπ.

Επίσης όλα τα περιγραφόμενα φυτά (αχλαδιές, μηλιές, συκιές, ροδιές, κληματαριές γεμάτες με σταφύλια κλπ) και οι γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες (ΟD.5.68-69, ΟD.5.72-73, ΟD.7.114-116, ΟD.7.122, ΟD.7.124-126, ΟD.24.234, ΟD.24.246-247, ΟD.24.340-344), όπως τρύγος και πατητήρια, πιστοποιούν το  Φθινόπωρο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει η ομάδα και από τα πολλά πεσμένα φύλλα, που συναντά ο Οδυσσέας στην Σχερία (ΟD.5.480-487).

Επίσης, οι αστερισμοί, που αναφέρονται από τον Όμηρο (ΟD.5.270-277) και οδηγούν τον Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής (Άρκτος, Πλειάδες, Βοώτης, Ωρίων), συνάδουν με νυκτερινό φθινοπωρινό ουρανό για γεωγραφικά πλάτη Μεσογείου Θαλάσσης είτε εντός, είτε εκτός αυτής. Η Μεγάλη Άρκτος παρουσιάζεται ως αειφανής αστερισμός, που βοηθούσε στον προσδιορισμό του Βορρά, όπως αναφέρει ο Άρατος στο έργο του ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’. Επειδή η Μεγάλη Άρκτος έπρεπε να είναι στα αριστερά του πλοίου του Οδυσσέα, υποχρεωτικώς  η πορεία του τελευταίου ήταν από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Οι Πλειάδες, οι οποίες είναι αστρικό σμήνος, αναφέρονται ως αστερισμός από τον Ερατοσθένη και τον Άρατο στα έργα τους ‘Καταστερισμοί’ (Leipzig, 1987) και ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’ (La Nueva Italia Editrice, 1956), αντιστοίχως. Επίσης το ομηρικό κείμενο αναφέρεται στον  Ωρίωνα και στον ‘ὀψέ δύοντα’ Βοώτη.

Αλλά, η ταυτόχρονη παρουσία στον νυχτερινό ουρανό του Βοώτη και των Πλειάδων συμβαίνει δύο συγκεκριμένες περιόδους: την Άνοιξη και το Φθινόπωρο. Η Άνοιξη απoκλείεται λόγω των προαναφερθεισών ομηρικών περιγραφών και ειδικά λόγω της μεγάλης διάρκειας της νύχτας. Επίσης, η αναφορά στον Βοώτη ως ‘ὀψέ δύοντα’, σύμφωνα με τον Άρατο, αφορά το Φθινόπωρο (‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’, 579-585).  Επιπλέον, οι Πλειάδες την Άνοιξη είναι δυτικά στον ορίζοντα και δύουν λίγες ώρες μετά την δύση του Ηλίου. Συνεπώς δεν  μπορεί να είναι ορατές όλη την νύκτα όπως αναφέρει ο Όμηρος. Ωστόσο, το Φθινόπωρο οι Πλειάδες φαίνονται όλη την νύχτα να κινούνται από τα ανατολικά προς τα δυτικά.

Ο Βοώτης την Άνοιξη είναι προς τα ανατολικά, ενώ το Φθινόπωρο είναι προς τα δυτικά, οδεύοντας αργά προς την δύση, δηλαδή είναι, ‘ὀψέ δύων Βοώτης’. Όπως έδειξε το πρόγραμμα Starry Νight, σε εκείνο τον παρελθόντα χρόνο, ο Βοώτης δεν έδυε τελείως στον φθινοπωρινό ουρανό σε γεωγραφικά πλάτη της Μεσογείου Θαλάσσης  μέχρι και σε πλάτη νοτίως των Βρετανικών νήσων. Τα δύο αστέρια του (β και γ) παρέμεναν οριακά πάνω από τον ορίζοντα, ενώ ολόκληρος ο αστερισμός φαινόταν να κινείται όλη την νύχτα από τα ΒΔ προς τα ΒΑ. Με άλλα λόγια, ενισχύεται και αστρονομικώς, η εκδοχή του Φθινοπώρου επιπροσθέτως τόσο από τις Πλειάδες, όσο και από τον μη δύοντα πλήρως Βοώτη. Ας σημειωθεί ότι η συμπεριφορά του Βοώτη, στις μέρες μας, ως προς το «οψέ δύοντα» δεν ισχύει σήμερα! Με άλλα λόγια το ομηρικό κείμενο διαθέτει μία προϊστορική μοναδική αστρονομική πληροφορία της συμπεριφοράς του αστερισμού η οποία αποδείχθηκε με το λογισμικό Starry Night ότι ίσχυε μόνον τότε.

Το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης, κατά το ομηρικό κείμενο ήταν αρχικά από το 1300 έως το 1130 π.Χ. Το τελευταίο καθορίζεται αφ’ ενός από τα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών στην Τροία καθώς και από τα αποτελέσματα, τα οποία προκύπτουν από τις επίμονες επιστημονικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι χρονολογούν τις γεωλογικές ζώνες καταστροφής της Τροίας, τις καλούμενες Troy VI (από σεισμό) και Τroy VIIa (από πυρκαγιά) μετά το 1300 π.Χ.  και αφ’ ετέρου από την καταστροφή των Μυκηναϊκών κέντρων και την έναρξη των λεγομένων ‘σκοτεινών χρόνων’. Επισημαίνεται ότι στο ίδιο περίπου χρονικό πλαίσιο κυμαίνονται και οι αναφορές διαφόρων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ως προς την χρονολόγηση του Τρωικού πολέμου.

Εικών 2. Τροία VIIa: Οι ανασκαφές έδειξαν ότι τουλάχιστον τα εσωτερικά τείχη είναι κεκλιμένα. Στην Ιλιάδα (ΙL.XVI.702-3) αναφέρεται ότι ο Πάτροκλος αποπειράθηκε τρεις φορές να φτάσει στην κορυφή των εξωτερικών τειχών και τρείς φορές απωθήθηκε από τον ‘Απόλλωνα’. Το κείμενο του Ομήρου δείχνει ότι κάποιος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει στα τείχη. Οι ανασκαφείς Η.Schlieman, W.Dorpfeld και Carl Blegen βρήκαν ότι τα τείχη της Τροίας VI είχαν κλίση και ανοίγματα σε τουλάχιστον σε μερικά σημεία. Αυτήν την χαρακτηριστική λεπτομέρεια δεν θα μπορούσε να την γνωρίζει ο Όμηρος αν είχε ζήσει είτε τον 9ο είτε τον 8ο είτε τον 7ο αιώνα π.Χ. και είχε επισκεφτεί την Τροία σε κάποιον από αυτούς τους αιώνες διότι τα τείχη αυτά ήταν ήδη θαμμένα βαθειά αιώνες πριν γεννηθεί (Cline, 2013).
  1. Ηλιακές εκλείψεις στην Ιθάκη και την Τροία

Σύμφωνα με τον κατάλογο των ηλιακών εκλείψεων της NASA (Espenak και Meeus 2006, 2009), 64 ηλιακές εκλείψεις (ολικές, μερικές και δακτυλιοειδείς) ορατές στα Ιόνια Νησιά έλαβαν χώρα μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο. Εάν όμως περιοριστούμε στο Φθινόπωρο, όπου μας οδηγεί υποχρεωτικώς o Όμηρος, οι εκλείψεις αυτές μειώνονται σε 14.  Όμως το ομηρικό κείμενο δίνει άλλη μια χρήσιμη αστρονομική πληροφορία, η οποία ελήφθη υπ’ όψη από την επιστημονική ομάδα. Ο πλανήτης Αφροδίτη κατά την άφιξη του Οδυσσέα, – πέντε μέρες πριν την μνηστηροφονία, μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας της μνηστηροφονίας – ήταν καλά ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ήλιου (ΟD.13.93-95).

O Όμηρος αναφέρει σε διαφορετικά αποσπάσματα της Οδύσσειας πέντε πλήρη ημερόνυχτα ως χρονικά διαστήματα ποικίλων δραστηριοτήτων στην Ιθάκη και την Πελοπόννησο, μετά τον ερχομό του Οδυσσέα. H επιστημονική ομάδα εντόπισε αυτά τα αντίστοιχα ομηρικά αποσπάσματα διαδοχικών χαραυγών, δηλαδή των χρονικών διαστημάτων πριν την Ανατολή του Ηλίου μέχρι και την ημέρα της μνηστηροφονίας, τα οποία είναι τα εξής: (ΟD.13.93-95, ΟD.15.56, ΟD.15.189-193, ΟD.15.495-500, ΟD.17.1-5, ΟD. 20.91-97).

Ο έλεγχος των 14 ημερομηνιών ηλιακών εκλείψεων σε σχέση και με την εμφάνιση της Αφροδίτης στον ανατολικό ορίζοντα έδειξε ότι μόνον πέντε από αυτές τις ημερομηνίες είχαν αυτή την ομηρική προϋπόθεση. Εξ αυτών, οι τρεις, δεν έγιναν καν αντιληπτές, καθόσον η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν μόλις 1-2% ή διότι  το συμβάν έγινε μετά την δύση του Ηλίου. Η τέταρτη συνέβη γύρω στις 8 π.μ., γεγονός το οποίο δεν είναι συμβατό με την ομηρική περιγραφή της μνηστηροφονίας, η οποία έγινε μετά το μεσημεριανό φαγητό.

Όμως, η πέμπτη ημερομηνία ηλιακής έκλειψης είναι σύμφωνη με όλες τις ομηρικές περιγραφές. Πρόκειται για την μερική ηλιακή έκλειψη της 30ης  Οκτωβρίου 1207 π.Χ. με σημαντική κάλυψη των ¾ του ηλιακού δίσκου (74.7%). Το φαινόμενο ξεκίνησε στις 14.31, κορυφώθηκε στις 16.03 και τελείωσε στις 17.23. Η ηλιακή έκλειψη συνέβη στα δυτικά, σε ύψος 20 μοιρών από τον ορίζοντα, στην περιοχή του αστερισμού του Σκορπιού. Λίγη ώρα μετά, στις 17.58, ο Ήλιος έδυσε και για αυτό, όπως περιγράφεται στο ομηρικό κείμενο, αμέσως οι υπηρέτριες έφεραν φως (ΟD.22.497). Την θέση της εν λόγω ηλιακής έκλειψης στον ουρανό των Ιονίων νήσων την απεικονίζει η Εικών 3.

Εικών 3. Η μερική ηλιακή έκλειψη, με κάλυψη κατά 74.7% του ηλιακού δίσκου,  της 30ης Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., ορατή στον ουρανό των Ιονίων Νήσων, οριοθετείται σε περιοχή του ουρανού από τους αστερισμούς του Σκορπιού, του Ζυγού   (ή  Χηλών του Σκορπιού) και του Οφιούχου.

Επιπλέον, η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι δύο αστρονομικά φαινόμενα, η ηλιακή έκλειψη και μια βροχή διαττόντων αστέρων (πεφταστέρια), περιγράφονται στην Οδύσσεια, ως προφητείες του μάντη Θεοκλύμενου που το όνομα του σημαίνει ‘ο ακούων τα θεία’, καθώς σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της εποχής, τα έκτακτα αυτά αστρονομικά φαινόμενα συνεδέοντο με θεότητες [Papamarinopoulos et al (2013)].

Ο Όμηρος αναφέρει πολλές φορές ότι ο Τρωικός Πόλεμος διήρκεσε δέκα έτη και ότι ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη είκοσι έτη μετά από την αναχώρηση του. Τρία χωρία της Ιλιάδος (IL.2.328-330, IL.2.134-138, IL.2.295-296) αναφέρουν τον Κάλχα, τον Αγαμέμνονα και τον Οδυσσέα, να επαναλαμβάνουν την δεκαετή διάρκεια του πολέμου και να προσθέτουν ότι τα περιγραφόμενα γεγονότα στην Ιλιάδα, έγιναν στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’ στην Τροία.

Στην συνέχεια, εντοπίστηκε και άλλη μία ηλιακή έκλειψη, που περιγράφεται στην Ιλιάδα (στο χρονικό πλαίσιο αναζήτησης 1400 – 1130 π.Χ.). Τα στοιχεία που δίνονται από τον Όμηρο για τον εντοπισμό της είναι:

  1. Η εποχή ήταν καλοκαίρι (περιγραφή πολλής ζέστης και παρουσίας ερωδιού)
  2. Η ώρα της έκλειψης ήταν αργά το μεσημέρι (θάνατος Πατρόκλου)
  3. Η Αφροδίτη ήταν στον ανατολικό ορίζοντα ορατή πριν την ανατολή του Ήλιου, τρεις μέρες μετά την έκλειψη και τον θάνατο του Πατρόκλου, κατά την ημέρα που ξημέρωσε μετά την καύση της σορού του.
  4. Η έκλειψη αυτή έπρεπε να είχε προϋπάρξει δέκα χρόνια πριν από την έκλειψη, που αναφέρεται στην Οδύσσεια.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές κατά την μελέτη του Ομηρικού κειμένου εντόπισαν την περιγραφή μίας ακόμη μερικής ηλιακής έκλειψης ορατής στην Τροία κατά την προϊστορική εποχή  και την επιβεβαίωσαν στους καταλόγους των εκλείψεων της NASA [Papamarinopoulos et al, 2014]. Η περιγραφόμενη απόλυτη σκοτεινιά της νύχτας (ΙL.8.500-511, ΙL.10.275-277, ΙL.10.297, ΙL.10.394, ΙL.10.468) πριν από την ημέρα θανάτου του Πατρόκλου είναι συμβατή με την απαραίτητη προϋπόθεση της φάσεως Νέας Σελήνης, προκειμένου να συμβεί μια ηλιακή έκλειψη. Επιπλέον η ύπαρξη του ερωδιού (ΙL.10.274-275), που είναι μεταναστευτικό πτηνό, καθώς και οι σκηνές που αναφέρονται και αντιστοιχούν σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας (ΙL.20.572-575, ΙL.21.621-622, ΙL.21.642-643, ΙL.21.811-812), υποδηλώνουν ότι η εποχή ήταν είτε προχωρημένη Άνοιξη, είτε αρχή Καλοκαιριού.

  1. Η ηλιακή έκλειψη στην Τροία και ο θάνατος του Πατρόκλου

Παρακολουθώντας την ομηρική αφήγηση της μάχης, φαίνεται ότι περιγράφεται ένα σταδιακό σκοτείνιασμα (το οποίο προκαλεί ο Ζευς), που ξεκινά το μεσημέρι, την ώρα θανάτου του Σαρπηδόνα (ΙL.16.567-568), και αυξάνεται την ώρα θανάτου του Πατρόκλου (ΙL.17.269-270).

Δεν πρόκειται για ολική ηλιακή έκλειψη, καθώς υπάρχει ορατότητα και η σκληρότατη μάχη συνεχίζεται κανονικά γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου. Μάλιστα στους στίχους: «῝Ως οἳ μέν μάρναντο δέμας πυρός, οὐδέ κε φαίης οὔτέ ποτ’ ἠέλιον σῶν ἔμμεναι οὔτε σελήνην» (ΙL.17.366-377), υποδηλώνεται η ‘συνύπαρξη’ Ηλίου και Σελήνης. Θα ήταν λογικό να γίνει αναφορά μόνο στον Ήλιο και όχι και στην Σελήνη μέσα στο μεσημέρι, που γίνεται αυτή η μάχη. Βεβαίως μπορεί κανείς να διακρίνει αχνά και την Σελήνη σε ημερήσιο φως, αλλά όχι κάτω από τον έντονο ηλιακό φωτισμό ενός ζεστού καλοκαιρινού μεσημεριού, όπως αυτό που περιγράφεται. Συνδυάζοντας τις παραπάνω περιγραφές έγινε αντιληπτό ότι ο ποιητής περιγράφει μια μερική ηλιακή έκλειψη, όπου ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης βρίσκεται ακριβώς δίπλα και εν μέρει καλύπτει τον φωτεινό ηλιακό δίσκο. Η περιγραφή μάλιστα συνεχίζεται (ΙL.17.366-377) με την διευκρίνιση ότι το φαινόμενο της συνύπαρξης των δύο ουρανίων σωμάτων δεν γίνεται αντιληπτό από τους μαχόμενους σκληρά, γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο, οι οποίοι βρίσκονται ενδιάμεσα των στρατευμάτων, καθώς «ἠέρι γάρ κατέχοντο μάχης ἐπί θ’ ὅσσον ἄριστοι ἕστασαν ἀμφί Μενοιτιάδῃ κατατεθνηῶτι». Δηλαδή, αυτούς τους κάλυπτε το σκοτάδι της μάχης (‘ἠέρι μάχης)’, συνεκδοχικά η σκοτεινιά του πολέμου, και δεν αντιλαμβάνονται το ουράνιο φαινόμενο.

Σε αντίθεση με όλους τους άλλους μαχόμενους, στην ίδια βεβαίως πεδιάδα, οι οποίοι πολεμούν κάτω από αίθριο ουρανό, με οξύ, διαπεραστικό, εκτυφλωτικό ηλιακό φως, ενώ ‘δεν φαίνεται πουθενά σύννεφο, ούτε στη γη, ούτε στα όρη’ («οι δ’ άλλοι Τρώες και εϋκνήμιδες ᾿Αχαιοί εύκηλοι πολέμιζον υπ’ αιθέρι, πέπτατο δ’ αυγή ηελίου οξεία, νέφος δ’ ου φαίνετο πάσης γαίης ουδ’ ορέων»). Η τελευταία επισήμανση υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ‘σκοτεινιάς’, όπως όταν υπάρχει νέφωση, χωρίς όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, την ύπαρξη νεφών. Πρόκειται για το σκοτείνιασμα, που επιφέρει μία μερική ηλιακή έκλειψη. Το οξύ εκτυφλωτικό ηλιακό φως προέρχεται από το εναπομείναν μικρό τμήμα του ηλιακού δίσκου, που δεν έχει καλυφθεί από τον σεληνιακό δίσκο.

Στην συνέχεια και ενώ η μάχη συνεχίζεται, η θεά Αθηνά ως μια ‘πορφυρή νεφέλη’ κατέβηκε από τον ουρανό επί του εδάφους (ΙL.17.545-555), καλύπτοντας τα στρατεύματα, οπότε η μάχη διακόπτεται λόγω μη ορατότητας, όπως δηλώνεται δια στόματος του Αίαντα (ΙL.17.644-651). Δηλαδή, το μειωμένο ηλιακό φως, λόγω της έκλειψης, επιβαρύνεται από την προσθήκη αυτού του κόκκινου νέφους.

Για την ερμηνεία αυτού του κόκκινου νέφους καθώς και για την πτώση στην γη ‘αιμάτινων δροσοσταλίδων’ [αιματοέσσας δε ψιάδας κατέχευεν έραζε] (IL.16.459), που προηγήθηκαν στο πεδίο της μάχης, παρέχεται επιστημονική εξήγηση σε όρους Αστροφυσικής και Ατμοσφαιρικής Φυσικής σε πρόσφατη δημοσιευμένη εργασία της ομάδας (Papamarinopoulos et al., 2016). Η εξήγηση η οποία δίδεται αφορά την δημιουργία συνθηκών (οι οποίες αναλύονται), προγενεστέρως της ηλιακής έκλειψης, που οδήγησαν στην παρουσία ενός ερυθρού σύννεφου και την κάθοδό του επί του εδάφους, ως ομίχλη στο πεδίο της μάχης, την ώρα της μέγιστης φάσης της ηλιακής έκλειψης, λόγω της απότομης μεταβολής  της θερμοκρασίας και της υγρασίας στην πεδιάδα των μαχών, εξ αιτίας ακριβώς της ύπαρξης της ηλιακής έκλειψης. Η συνύπαρξη των δύο φαινομένων τονίζεται μέσα στο ομηρικό κείμενο, ως η αιτία της έλλειψης παντελούς ορατότητας για λίγα λεπτά.

Ο Αίας προσεύχεται στον Δία να επαναφέρει το φως και εκείνος ανταποκρίνεται άμεσα. Πράγματι, η μέγιστη φάση μιας ηλιακής έκλειψης κρατά μόνο μερικά λεπτά. Έτσι ο Ζευς επιφέρει δύο συμβάντα, καθώς υπήρχαν δύο φαινόμενα, ‘ἠέρα μέν σκέδασε καί άπωσεν ὁμίχλην’ (ΙL.18.649-650). Δηλαδή σκόρπισε το σκοτάδι (λόγω της έκλειψης) και απομάκρυνε και την ομίχλη. Οπότε ‘ἠέλιος δέ ἐπέλαμψε’, δηλαδή ο Ήλιος έλαμψε ψηλά στον ουρανό.

Εικών 4. Ο Αχιλλέας θρηνεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Μαρμάρινη σαρκοφάγος, Museo archeologico ostiense.

Ο ποιητής, όμως, δίνει και άλλη μία χρήσιμη αστρονομική πληροφορία. Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου (μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας θανάτου του) σε διαφορετικά αποσπάσματα του κειμένου αναφέρονται τρεις χαραυγές. Η ομάδα εντόπισε αυτές τις τρεις διαδοχικές χαραυγές, οι οποίες περιγράφονται σε αντίστοιχα αποσπάσματα (ΙL.19.1-2, ΙL.23.109-110 και ΙL.23.226-228). Στο πρώτο και στο δεύτερο εξ αυτών περιγράφεται η πρώτη και η δεύτερη χαραυγή αντιστοίχως μετά τον θάνατο του Πατρόκλου. Στο τρίτο περιγράφεται η χαραυγή μετά το τέλος της διά πυρός καύσης της σορού του Πατρόκλου, οπότε επισημαίνεται η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Με δεδομένη την ύπαρξη μιας ακόμη ηλιακής έκλειψης που αναφέρεται στην Οδύσσεια, θα πρέπει η έκλειψη της Ιλιάδας να προηγείται κατά δέκα έτη πολέμου, σύμφωνα με τον ίδιο τον Όμηρο. Συνεπώς, η επιστημονική ομάδα όφειλε να αναζητήσει δύο ηλιακές εκλείψεις (μέσα στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ.), που να ικανοποιούν τις εξής ομηρικές προϋποθέσεις:

  • Μια έκλειψη ορατή στην Τροία, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη προχωρημένη Άνοιξη ή Καλοκαίρι. Επί πλέον ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, τρεις μέρες μετά την ηλιακή έκλειψη.
  • Μετά μία δεκαετία, μια έκλειψη ορατή στην Ιθάκη, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη το Φθινόπωρο. Επιπροσθέτως ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, πέντε μέρες πριν την ηλιακή έκλειψη.
  1. Το πρόγραμμα Starry Night και οι κατάλογοι εκλείψεων της NASA

Με χρήση του προγράμματος Starry Night και των καταλόγων των εκλείψεων της NASA, ελέγχθηκε όλη η χρονική περίοδος, από το 1400  έως το 1130 π.Χ.  Επρεπε να ληφθεί υπ’ όψη η έναρξη της άνθησης του  Πολιτισμού των Αχαιών, το 1400 π.Χ., δηλαδή η ακμή και το τέλος του κόσμου τους το 1130 π.Χ.. Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι θα ήταν φοβερά ριψοκίνδυνο να πραγματοποιηθεί εκστρατεία των Αχαιών εναντίον της Τροίας κατά την ακμή της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας, αλλά μόνον όταν η τελευταία έχασε την δύναμη της μετά την ήττα της από τους Αιγυπτίους στην μάχη του Kadesh το 1275/4 π.Χ. (Spalinger, 2005)   και κυρίως μετά την ήττα της από τους Ασσυρίους στην μάχη Nihriya το 1237 π.Χ. (Liverani, 2001). Αφού ελήφθησαν  υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, εντοπίστηκε η ημερομηνία αυτής της μερικής ηλιακής έκλειψης που ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ.  Η θέση της συγκεκριμένης ηλιακής έκλειψης παρουσιάζεται στην Εικόνα 5 στην αριστερή πλευρά της.

Εικών 5. Η έκλειψη Ηλίου της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τρωάδα με κάλυψη του ηλιακού δίσκου 75.2%, έγινε σε περιοχή του ουρανού, η οποία οριοθετείται από τους αστερισμούς του Ταύρου, του Ωρίωνος και της Μεγάλης Άρκτου και εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά της εικόνας. Αυτοί ακριβώς οι αστερισμοί περιγράφονται στην δεύτερη ασπίδα του Αχιλλέα!

Η μερική ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τροία, η οποία μετά από έναν έως δύο μήνες αλώθηκε, ικανοποιεί και την αναφορά του Ομήρου να προηγείται μία δεκαετία από την επιστροφή του Οδυσσέα που έγινε την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και στη συνέχεια ακολούθησε η έκλειψη της Ιθάκης πέντε μέρες μετά, δηλαδή την 30η Οκτωβρίου 1207 π.Χ. Το ζεύγος αυτών των δύο ηλιακών εκλείψεων είναι το μοναδικό, που ικανοποιεί αυτόν τον ομηρικό όρο, στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ..

Η μερική ηλιακή έκλειψη στην Τρωάδα συνέβη μεσημέρι, με έναρξη στις 14.10, μέγιστη φάση στις 15.45 και λήξη στις 17.07, ενώ η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν 75.2%. Ο συγχρονισμός της με τον θάνατο του Πατρόκλου είναι εμφανής.

Τρεις μέρες μετά την έκλειψη, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου, η Αφροδίτη ήταν πολύ καλά ορατή στον ανατολικό ορίζοντα, καθώς ανέτειλε στις 3.12, ενώ ο Ήλιος ανέτειλε στις 4.48, όπως φαίνεται στην Εικόνα 6 στην δεξιά πλευρά του χάρτη.

Εικών 6. Η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα του ουρανού της Τροίας, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου του 1218 π.Χ., τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, φαίνεται στην δεξιά πλευρά της εικόνας.

Η ευρεθείσα ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου του 1218 π.Χ. οριοθετείται, σε περιοχή του ουρανoύ της Τρωάδος, από τους αστερισμούς του Ωρίωνος, του Ταύρου (με τα νεφελώματα Πλειάδες και Υάδες) και της Μεγάλης Άρκτου. Το χωρίο της Ιλιάδος ΙL.18.483-489 αναφέρει αυτούς ακριβώς τους αστερισμούς, οι οποίοι δίκην στεφάνου κυκλώνουν την ουράνια περιοχή, όπου έγινε ή έκλειψη. Οι αστερισμοί αυτοί αναφέρονται στην περιγραφή της δεύτερης ασπίδας του Αχιλλέα, δεδομένου ότι η πρώτη λαφυραγωγήθηκε από τους Τρώες, όταν σκότωσαν τον Πάτροκλο. Η ήδη παρουσιασθείσα Εικών 5 δείχνει τον ουρανό της Τροίας την ώρα της έκλειψης, η οποία έλαβε χώρα στον αστερισμό των Διδύμων και είναι οριοθετημένη από τους συγκεκριμένους αστερισμούς, οι οποίοι αναφέρεται ότι απεικονίζονταν πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα!

Εικών 7. Η ασπίδα του Αχιλλέα σε αναπαράσταση του 18ου αιώνα.

Eπιπροσθέτως, στην δημοσίευση της ομάδας Papamarinopoulos et al (2014) απορρίπτεται τεκμηριωμένα και για πολλούς λόγους η ολική ηλιακή έκλειψη της 11ης Ιουνίου 1312 π.Χ. ή της 24ης Ιουνίου του 1312 π.Χ., σε Γρηγοριανό και Ιουλιανό ημερολόγιο αντιστοίχως, την οποία πρότεινε ο Henriksson (2012). Η όλη περιγραφή του ομηρικού κειμένου αντιστοιχεί σε μερική και όχι σε ολική ηλιακή έκλειψη, όπως προτείνει ο εν λόγω ερευνητής. Επίσης υπάρχουν επιστημονικώς ασυγχώρητες ασυμβατότητες στο όλο σκεπτικό, που παρουσιάζει, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιλογή του.

Η περιγραφόμενη στο ομηρικό κείμενο ζέστη και η εμφάνιση του μεταναστευτικού πτηνού ερωδιού (ΙL.10.275-277),ταιριάζουν απόλυτα στις  αρχές Ιουνίου, ένα περίπου μήνα πριν το θερινό ηλιοστάσιο, που τότε (λόγω του φαινομένου της μετάπτωσης) ήταν την 4η Ιουλίου.

Ως γνωστόν, η κοινή αποδοχή της χρονικής αναφοράς της πρώτης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων το έτος 776 π.Χ. εκ μέρους του κράτους της Ήλιδος, έγινε προς τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Η ομάδα παραθέτει εννέα αποσπάσματα, τα οποία αφορούν την χρονολόγηση γεγονότων με βάση τις Ολυμπιάδες από τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Συγκεκριμένα, τρία από τον Διόδωρο Σικελιώτη, (Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη 1,4,7-1,68,6-7,5,1), τρία από τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα, (Ῥωμαϊκαὶ Ἀρχαιότητες, 1, 74, 1-1,74,4-3,1,4) και τρία από τον Πολύβιο Μεγαλοπολίτη, (Ἱστορίαι, 3,17,1 – 4,26,1-5,105,3).

Κατά την κλασσική εποχή στην Ελλάδα οι χρονολογικές αφετηρίες ήταν διαφορετικές. Στην Αθήνα π.χ., τα έτη καθορίζονταν από τον επώνυμο Άρχοντα, στην Σπάρτη  από τον επώνυμο Έφορο και στο Άργος  από την ισόβια ιέρεια της Ήρας.

Επίσης για την ύπαρξη διαφορετικής αρχής του έτους στις ελληνικές πόλεις κατά  τους αιώνες πριν από την χρονολόγηση με βάση τις Ολυμπιάδες, παρατίθενται τα  εξής αποσπάσματα: Φώτιος, Λεξικόν, 291 και Πλούταρχος, Πελοπίδας, 25. Επί πλέον υπάρχουν και πολλά άλλα περιγραφόμενα στην βιβλιογραφία, όπως λόγου χάριν αναφέρονται από τους Μάνο Δανέζη και Στράτο Θεοδοσίου, στο βιβλίο τους “Οδύσσεια των Ημερολογίων”, (Αθήνα, 1995).

Είναι αναμενόμενο ότι για τους προγενέστερους αιώνες, όπως για το τέλος του 13ου αιώνος π.Χ. και τις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. παραδείγματος χάριν, δεν υπήρχε κοινό ημερολόγιο για τα Βασίλεια των Αχαιών. Συνήθως η πρωτοχρονιά είχε σχέση με κάποιο ηλιοστάσιο ή κάποια ισημερία, αλλά διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Κατά συνέπεια ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να δίνει την δεκαετία του πολέμου με βάση ένα κοινό ημερολόγιο, με μία κοινή πρωτοχρονιά. Ως εκ τούτου ο κοινός χρόνος για όλους τους μαχόμενους ήταν ‘πόσα έτη πολεμούν’, δηλαδή τα ‘έτη πολέμου’. Πράγματι, ο Κάλχας, ο Αγαμέμνων και ο Οδυσσέας (ΙL.2.134-135, ΙL.2. 295-296, ΙL.2.328-329), αντιστοίχως, αλλά και άλλοι, αναφέρουν ότι έχουν ήδη πολεμήσει 9 έτη και τώρα βρίσκονται στην αρχή του 10ου έτους του πολέμου.

Επιπροσθέτως, η ομάδα στηριζόμενη σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας των μεταγενέστερων περιόδων αποδεικνύει ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν μετά την Άνοιξη. Παραθέτει δε πολλά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών και άλλων συγγραφέων και συγκεκριμένα: Δύο από τον Ηρόδοτο, (Ἱστορία, 6,106 -107 και 7,206), δεκαεπτά από τον Θουκυδίδη, (Ξυγγραφή, 5,26,1 – 5,20,3 – 2,2,1 – 2,103,1 -4,117,1 – 6,8,1 – 6,88,6 – 6,94,1 – 7,15,2 – 7,17,1 – 8,2,4 – 8,7,1 – 8,61,1 – 1,30,4 -2,34,1 – 2,102,2 – 6,88,5), δύο από τον Ξενοφώντα (Ἑλληνικά, 3,2,6 – 5,3,1), επτά από τον Αρριανό (Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις,1,1,4 – 1,11,3 – 3,6,1 – 4,18,4 – 4,22,3 -4,7,1 – 4,18,2) και τρία από τον Δίωνα τον Κάσσιο (Ῥωμαϊκαὶ ἱστορίαι, 36,5,1 – 49, 31,4 – 54,33,1).

Από όλα αυτά αποδεικνύεται ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν κατά κανόνα την Άνοιξη. Κατά συνέπεια η ίδια λογική της διεξαγωγής των πολέμων και της επιμελητείας των εκστρατειών κατά την κλασσική, την ελληνιστική και την ρωμαϊκή εποχή θα πρέπει να προεκταθεί και κατά την μυκηναϊκή περίοδο, που συμπίπτει με την ύστερη εποχή του Χαλκού.

Ένα, λοιπόν, έτος πολέμου’ στην Τροία άρχιζε την Άνοιξη ενός έτους και τελείωνε την Άνοιξη του επομένου έτους.

Συνεπώς, με σημερινή χρονολόγηση, το πρώτο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1227-1226 π.Χ. και το δέκατο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1218-1217 π.Χ. Η άλωση της Τροίας έλαβε χώρα στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’, όπως γράφει ο Όμηρος, δηλαδή το καλοκαίρι του 1218 π.Χ., όπως προτείνει η ομάδα. Ο Οδυσσέας αναχώρησε από την Ιθάκη το 1228-1227 π.Χ. και επέστρεψε το 20ο έτος, δηλαδή το 1208-1207 π.Χ.

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει στον  Πίνακα 1 τα έτη πολέμου (από Άνοιξη σε Άνοιξη) και το έτος επιστροφής του Οδυσσέα.

               Πίναξ 1. Τα έτη του πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα

  • 1227-1226 π.Χ.  Πρώτο έτος πολέμου 
  • 1218-1217 π.Χ.  Δέκατο έτος πολέμου
  • 1208-1207 π.Χ.  Εικοστό έτος – Επιστροφή Οδυσσέα στην Ιθάκη
  1. Χρονολογήσεις του Τρωικού Πολέμου από ιστορικούς και αρχαιολόγους

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 2 o οποίος περιέχει τις απόψεις των αρχαίων ιστορικών για την χρονολόγηση του Τρωικού Πολέμου. Οι ιστορικοί  χρονολογούν τον Τρωικό Πόλεμο που περιγράφεται από τον Όμηρο στο χρονικό διάστημα από το 1514 π.Χ. μέχρι το 1171 π.Χ.

Πίναξ 2. Οι απόψεις των αρχαίων ιστορικών

Όνομα συγγραφέως

 

Έτος π.Χ.
 Δούρις Σάμιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1454 ή 1514
 Κλείταρχος Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,

1960)

 

1274 ή 1334
Τίμαιος Ταυρομενίτης (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1274 ή 1334
Ερατοσθένης Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1184 ή 1228 ή 1288
 Έφορος Κυμαίος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1189 ή 1249
 Φανίας Ερέσιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1169 ή 1229
 Ηρόδοτος Αλικαρνασσεύς (Ἱστορία, 1968)

 

περί το 1250
 Δικαίαρχος Σικελιώτης (Fragmenta, 1888-1906)

 

1212
 Πάριον Χρονικόν (Παράγραφος 24 του κειμένου, 2001)

 

1208
 Σωσίβιος Λάκων (Censorinus, De die natali, 1810)

 

1171

Σημείωση: Εντός παρενθέσεων είναι οι πηγές, που αναφέρουν  τους αρχαίους συγγραφείς.

Η ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 3, στον οποίο παρουσιάζονται οι απόψεις των αρχαιολόγων σχετικώς με την καταστροφή  της Τροίας,  που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το 1270 μέχρι το 1180 π.Χ., ιδιαίτερα όσον αφορά την γεωαρχαιολογική ζώνη Τroy VIIa, η οποία φέρει σαφή ίχνη καταστροφής από πυρκαγιά η οποία ήταν σαφής εμπρησμός και όχι ένα ατύχημα που οπωσδήποτε συνέβη σε προγενέστερο αιώνα στην ίδια πόλη αλλά αυστηρώς τοπικώς και χωρίς μαρτυρίες εισβολής.  Για ένα μεγάλο μέρος των αρχαιολόγων αντιστοιχεί στην ομηρική Τροία. Στην τελευταία, στην περιοχή της κατώτερης Τροίας πέραν των ανακτόρων, έχουν βρεθεί κεφαλές βελών, δηλαδή μαρτυρία στρατιωτικής εισβολής καθώς και σωροί από στρογγυλές πέτρες κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν από σφενδόνες, δηλαδή μαρτυρία άμυνας της πόλης εν κινδύνω καθώς και σκελετοί. Ένας εξ αυτών αντιστοιχεί σε νεαρή γυναίκα ηλικίας 16 ή 17 ετών. Ο σκελετός είναι εν μέρει καμένος σε βιαστική ταφή σε δημόσιο χώρο (Cline,2013) ! Ούτε ο αποθανών  M.Korfmann ούτε ο διαπρεπής αρχαιολόγος Ε.Cline λαμβάνουν θέση σε ποιόν ανήκαν οι άκρες των βελών με βάση το επιχείρημα ότι δεν θα μπορούσαν οι Αχαιοί να οργανώσουν μία τέτοια εκστρατεία τότε. Ας σημειωθεί ότι δεν έχει γίνει ακόμη μη καταστροφική φυσικοχημική μελέτη ως προς την σύσταση τους ώστε να αποδειχθεί αν έχουν ή όχι παραμέτρους αντίστοιχες των βελών των Αχαιών η των Ανθρώπων της Θάλασσας.   Στην Εικόνα 8 παρουσιάζονται άκρες βελών καθώς και πέτρες για χρήση σφεντόνας. Η θέση αυτών καθώς και όλων των ευρημάτων στην Τροία περιγράφεται καλώς στην  απάντηση των στελεχών της ομάδας του Tubingen και του Πανεπιστημίου του Cincinnati προς την κριτική του Frank Kolb,(Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630) η οποία είναι εύκολα προσιτή στο ψηφιακό χώρο.

Εικών 8. Άκρες βελών του επιτιθέμενου εισβολέως και πέτρες για χρήση σφενδόνης του αμυνόμενου. Οι πέτρες βρέθηκαν υπό μορφή σωρού στην γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη εμπρησμού TroyVIIa.

Πίναξ 3. Oι απόψεις των αρχαιολόγων

 Όνομα συγγραφέως Γεω-Αρχαιολογική ζώνη  (στρώμα) Η καταστροφή της Τροίας σε έτος π.Χ.

 

C. Nylander (1963)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

M. Finley et al (1964)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

W. Dörpfeld ( Zengel, 1990)

 

Τροία VI

 

περίπου 1250, αλλά μετά την μάχη της Kadesh

 

C. Blegen ( Zengel, 1990)

 

Τροία VIIa

 

1270-1240

 

V. R. d’A.  Desborough (1966)

 

Τροία VIIa

 

1230-1250

 

M. Wood (1998) Τροία VI

 

1250-1260

 

S. Hiller (1991) Τροία VIh

Τροία VIIa

 

Στο μέσον του 13ου αιώνα

Στο τέλος του 13ου και στην αρχή του 12ου αιώνα

 

G. Mylonas (1964)

 

Τροία VIIa

 

περίπου 1200

 

P. Moutnzoy (1999a,b)

 

Τροία VIIa

Τροία VIh

περίπου 1210

περίπου 1300

 

M. Korfmann (2004a,b)

 

Τροία VIIa /VIIb1

 

1200 – 1180

 

S. Hood (1998)

 

Τροία VIIb2

 

10ος αιώνας

 

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους αρχαιολόγους Νylander (1963) και Finley (1964) οι οποίοι δεν αποδέχονται την ιστορικότητα του Τρωικού Πολέμου.

Η δεύτερη αποτελείται από τους Dörpfeld (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Blegen (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Desborough (1966), Wood (1998) και Ηiller (1991), οι οποίοι χρονολογούν την καταστροφή της Τροίας  περί το 1250 π.Χ.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τους Μυλωνά (1964), την Mountzoy (1999a και 1999b), τον Korfmann (2004a και 2004b) και τον Hood (1998), οι οποίοι χρονολογούν  την καταστροφή της Τροίας περί το 1200 π.Χ., περί το 1210 π.Χ., μεταξύ του 1200 και 1180 π.Χ. και τον 10ο αιώνα π.Χ. αντιστοίχως.

Eικών 9. Μέρος της στρωματογραφίας της Τροίας από το βιβλίο Troia and the Troad-Scientific Approaches (Wagner G.A, Pernicka E και Uerpmann H.P. (2003). Οι προσθήκες με το ερυθρό και το γαλάζιο βέλος καθώς και το κείμενο στα δεξιά έγιναν από τον γράφοντα και αποτελούν τμήμα μελλοντικής δημοσιευσης στον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Cambridge το 2019. Yποδεικνύονται τα δύο γεωαρχαιολογικά στρώματα τα οποία τα οποία συνδεονται με τις δύο καταλήψεις της Τροίας με διαφορά μιας γεννιάς μεταξύ τους δηλαδή εκείνη του Αχιλλέως και των συντρόφων του, του δεύτερου Τρωικού Πολέμου, και εκείνη, η προηγηθείσα, των πατερων τους του πρώτου Τρωικού Πολέμου, Papamarinopoulos (2019).
Εικών 10. Λέκυθος του 6ου π.Χ. αιώνα, απεικονίζουσα την πρόσδεση της σορού του Έκτορα στο άρμα του Αχιλλέα

Συμπεράσματα

H επισήμανση του Πλουτάρχου ότι ‘η παλαιά φυσική επιστήμη’ ήταν ‘φυσικός λόγος’ κρυμμένος μέσα σε ‘μύθους’ και ‘μυστηριώδη θεολογία’ ισχύει και για τα ομηρικά έπη, που περιγράφουν γεγονότα, που συνέβησαν στο τέλος του 13ο αιώνα π.Χ.  Η ‘φυσική επιστήμη’ και στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αστρονομικό φαινόμενο της ηλιακής έκλειψης, υποκρύπτεται μέσα στην ποιητική αφήγηση και αποδίδεται σε θεότητες, στον Δία, στην Αθηνά ή στον Απόλλωνα.

Η εν θέματι επιστημονική ομάδα σε σειρά εργασιών της (Papamarinopoulos et al (2012, 2013, 2014 και 2016)) στο περιοδικό Mediterranean Archaeology and Archaeometry, χρονολόγησε την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την πτώση της Τροίας με βάση τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών. Η τελευταία, επιπροσθέτως, παρουσίασε τις απόψεις της στο διεθνές συνέδριο στην αρχαία Ολυμπία το 2016, ‘Η αρχαία Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος’, και τις έθεσε υπ ‘ όψιν του διεθνούς ακροατηρίου ως είθισται. Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζεται όλος ο τόμος των πρακτικών έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να διαβάσουν ότι επιθυμούν:

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_sm.pdf

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_print.pdf

Η ομάδα με όρους Αστροφυσικής, Ατμοσφαιρικής Φυσικής και Γεωφυσικής εντόπισε, ανέλυσε και ερμήνευσε και άλλα φαινόμενα, που υπάρχουν εντός των ομηρικών επών.

Η αστρονομική χρονολόγηση της πτώσης της Τροίας, το 1218 π.Χ. είναι πολύ κοντά στην ομάδα των ιστορικών, όπως του Δικαιάρχου από την Σικελία, ο οποίος την χρονολογεί το 1212 π.Χ. και του Πάριου Χρονικού, όπου άγνωστος ιστορικός, την χρονολογεί το 1208 π.Χ.

Το έτος 1218 π.Χ. είναι επίσης πολύ κοντά στην χρονολόγηση  της ομάδας των   αρχαιολόγων, όπως του αειμνήστου ακαδημαϊκού  Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος χρονολογεί το στρώμα Troy VIIa, δηλαδή την γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη  καταστροφής από πυρκαγιά, περίπου το 1200 π.Χ. και της P. Mountzoy, η οποία το χρονολογεί περίπου το 1210 π.Χ.

H ομάδα επισημαίνει, ότι η ‘μέση τιμή’ χρονολόγησης αυτής της γεωαρχαιολογικής ζώνης Troy VIIa, η οποία φέρει ίχνη πυρκαγιάς, είναι περίπου το 1250 π.Χ. Η μέση αυτή τιμή  έχει προκύψει από τις ανασκαφικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι στηρίχθηκαν κυρίως στην κεραμική και εν μέρει σε χρονολογήσεις με άνθρακα 14. Αυτή η τιμή έχει εύρος σφάλματος, δηλαδή ένα + και ένα – μερικών ετών ή μερικών δεκαετιών, το οποίο υποχρεωτικώς είτε προστίθεται, είτε αφαιρείται από το 1250 π.Χ.. Το σφάλμα υποδηλώνει τον βαθμό αβεβαιότητας των εκτιμήσεων και οφείλεται  στον τρόπο, με τον οποίο γίνονται οι χρονολογήσεις. Η χρονολόγηση όμως,  η οποία προέκυψε από τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών έχει μηδαμινό σφάλμα αβεβαιότητας και βρίσκεται εντός των πλαισίων χρονολόγησης της αρχαιολογικής έρευνας και των αναφορών των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Eπιπροσθέτως ελέγχθηκαν οι αιώνες 9ος, 8ος και 7ος π.Χ., διότι είναι δυνατόν να έζησε ο Όμηρος τότε και να είχε γνώση του ζεύγους των μερικών εκλείψεων ηλίου ορατών στην Τρωάδα και τα Ιόνια νησιά αντιστοίχως, οι οποίες να απείχαν δέκα χρόνια η μία από την άλλη. Αποδείχθηκε, με βάση τους καταλόγους της ΝΑΣΑ,  ότι η ομηρική προϋπόθεση της δεκαετίας ως χρονικής απόστασης, μεταξύ τους, δεν ικανοποιείται σε αυτούς τους αιώνες παρά μόνον στο τέλος του 13ου αιώνος και αρχές του 12ου αιώνος π.Χ. όπου υποχρεωτικώς μας οδηγεί ο Όμηρος ο οποίος δεν ζούσε τότε και επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη αυτού του ζεύγους τότε.

Ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ., όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος, υπό την σκιά μιας μερικής ηλιακής έκλειψης, ενώ η πτώση της Τροίας έγινε περίπου μετά ένα-δύο μήνες. Ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και φόνευσε τους διεκδικητές του θρόνου του την 30η  Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., υπό την σκιά μιας άλλης μερικής ηλιακής έκλειψης. Τα γεγονότα αυτά σημαντικά από μόνα τους, συνδέθηκαν αναπόφευκτα με τα αστρονομικά φαινόμενα των εκλείψεων, σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της μακρινής εποχής και παρέμειναν έντονα χαραγμένα στην μνήμη των ανθρώπων ως ένα παρελθόν ηρώων, το οποίο προφορικώς και εμμέτρως το μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Ήταν φυσικό επακόλουθο η Μούσα να παραλάβει τους θρύλους και να τους μετατρέψει σε επικό έμμετρο ποίημα. Άλλωστε η επική ποίηση, περιγράφει κατορθώματα ηρώων και γεγονότα, που συνέβησαν σε παρελθόντα χρόνο.

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου – Σταύρος Παπαμαρινόπουλος

Ο Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος είναι Καθηγητής της Γεωφυσικής του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ισόβιος Εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών και Πρόεδρος της Εταιρίας Μελέτης Αρχαίας Μυθολογίας.

Σημείωση: Σύνδεσμοι όπου βρίσκονται ανηρτημένες οι εργασίες της ομάδας στον ιστότοπο της ΝΑSΑ.

The SAO/NASA Astrophysics Data System

(http://adsabs.harvard.edu/)

http://adsabs.harvard.edu/abs/2014MAA….14…93P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2013MAA….13…69P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2012MAA….12..117P

Αφιέρωση

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στον αείμνηστο Ακαδημαϊκό, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Ισόβιο Εταίρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών Σπύρο Ιακωβίδη πραγματικό δάσκαλο που φαινότανε στις πολλές συζητήσεις που κάναμε στο γραφείο του στις Μυκήνες πάνω στα θέματα του πολιτισμού των Αχαιών

Βιβλιογραφία

  1. Ομήρου  Ἰλιάς, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 1998.
  2. Ομήρου Οδύσσεια, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 2002.
  3. Plutarchus, Moralia vol. 7, Fragmentum 157 (16-21), Ed. Sandbach, Teubner, Leipzig, (1967).
  4. Sherrat, E.S., (1990), “Reading the Texts: Archaeology and the Homeric Question”, in Antiquity 64: 807-824.
  5. Cline, E., The Trojan War, a Very S hort I ntroduction, Oxford University Press, Oxford 2013
  6. Finley, M. 1974. Schliemann’s Troy – One Hundred Years After. Mortimer Wheeler Archaeological Lecture,London: Oxford University Press.
  7. Kraft J. C., Rapp G., Kayan I., Luce J.V. (2003), “Harbor areas at ancient Troy: Sedimentology and geomorphology complement Homer’s Iliad”, in Geology, vol. 31, No 2, 163-166.
  8. Maher, Matthew (2003) «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8.
  9. Ἡράκλειτος ἐκ Πόντου, Allégories d’Homère, (75, 1, 1-9, 3), Les Belles Lettres, Paris, (1962).
  10. Πλούταρχος, De facie quae in orbe lunae apparet, Harold Cherniss, Loeb Classical Library (1957).
  11. Ευστάθιος, Παρεκβολαὶ εἰς Ὁμήρου δύσσειαν, ed. G. Stallbaum, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, Leipzig 1825-1826 (repr. Hildesheim, 1970).
  12. Starry Night User’s Guide (2006) Imaginova Corp. Toronto, Canada.

13 .Espenak F., Meeus J. (2006) Five Millennium Canon of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2006-214141.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009a) Five Millennium Canon of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214172.

15 .Espenak F., Meeus J. (2009b) Five Millennium Catalog of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214173.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009c) Five Millennium Catalog of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214174.
  2. Schoch C. (1926) “The eclipse of Odysseus”, The Observatory vol. 49, 19-21.

18 .Baikouzis, C. and Magnasco M.O. (2008) “Is an eclipse described in the Odyssey?” in  Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A., vol. 105(26), pp. 8823-8828.

  1. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema P., Mitropetros P., Antonopoulos P., Mitropetrou E., Tsironi A., (2012) “A new astronomical dating of Odysseus’ return to Ithaca”, in Mediterranean Archaeology & Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 117-128.
  2. Ἄρατος, Φαινόμενα, ed. Martin, Florence, La Nuova Italia Editrice, (1956).
  3. Ἐρατοσθένης, Καταστερισμοί, ed. A. Olivieri, Leipzig, Teubner, (1987).
  4. Kουνάδης, Α. (2018). “Αστρονομικές χρονολογήσεις του τέλους του Tρωϊκού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα”, Επιστημονική ανακοίνωση του Σταύρου Παπαμαρινόπουλου, της Παναγιώτας Πρέκα Παπαδήμα, του Παναγιώτη Μητροπέτρου, της Έλενας Μητροπέτρου, των Παναγιώτη Αντωνόπουλου, Γιώργου Σαραντίτη, Κοσμά Γαζέα, Παναγιώτη Νάστου, Κώστα Κυριακόπουλου, και της Αλεξάνδρας Τσιρώνη, δια του Ακαδημαϊκού Αντώνη Κουνάδη, εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τ.92 Α’(2017)
  5. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Mitropetrou, E., Antonopoulos, P., and Tsironi, A. (2013) “The anatomy of a complex astronomical phenomenon described in the Odyssey”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 13(2), pp. 69-82.
  6. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Antonopoulos, P., Mitropetrou, E. and Saranditis, G. (2014) “A new astronomical dating of the Trojan War’s end”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 14(1), pp. 93-102.
  7. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema, P., Gazeas K., Nastos P. and Kiriakopoulos K. G. (2016) “Extreme Physical Phenomena during the Trojan War” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 16, No 3, pp. 135-155.
  8. Spalinger,J. (2005) War in Ancient Egypt: the New Kingdom, Oxford, UK.
  9. Liverani Mario. (2001), International Relations in the Ancient Near East, 1600-1100 BC, New York, USA.
  10. Henriksson G. (2012), “The Trojan War dated by two solar eclipses” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 63-76.
  11. Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορική Βιβλιοθήκη (lib. 1-20), ed. F. Vogel and K.T. Fischer Leipzig: Teubner, (1888-1906), (repr. Stuttgart: 1964).
  12. Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς, Ῥωμαϊκαί Ἀρχαιότητες, ed. K. Jacoby, Leipzig: Teubner, (1885 – 1905), (repr. Stuttgart: 1967).
  13. Πολύβιος Μεγαλοπολίτης, Ἱστορίαι, T. Büttner-Wobst, Leipzig: Teubner, (1889 -1904), (repr. Stuttgart: 1962).
  14. Φώτιος Λεξικόν, (Α—Δ), ed. C. Theodoridis, Berlin: De Gruyter, (1982), και (Ε—Ω), ed. Porson, Cambridge: Cambridge University Press, (1822).
  15. Πλούταρχος, Πελοπίδας, K. Ziegler, Leipzig: Teubner, (1968).
  16. Δανέζης Μ. και Θεοδοσίου Σ., (1995), Οδύσσεια των Ημερολογίων, τόμος Α΄ και Β΄, Αθήνα, Εκδόσεις Δίαυλος.
  17. Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, Les Belles Lettres, Paris, (1968).
  18. Θουκυδίδης, στορίαι, ed. H.S. Jones and J.E. Powell, Oxford: Clarendon Press. (1942).
  19. Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, E.C. Marchant, Oxford: Clarendon Press, (1900), (repr. 1968).
  20. Ἀρριανός, Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, Roos A.G. and Wirth G. (Eds.), Teubner, Leipzig. (1967).
  21. Δίων Κάσσιος, Ῥωμαϊκαί ἱστορίαι, ed. U.P. Boissevain, Berlin: Weidmann, (1895-1901), (repr. 1955).
  22. Κλήμης Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, Stählin O., Früchtel L. and Treu U. (Eds.), Akademie-Verlag, Berlin, (1960).
  23. Δικαίαρχος, Fragmenta, ed. F. Wehrli, Basel, (1967).
  24. Πάριον Χρονικόν, Ashmolean Museum of Art and Archaeology, Oxford, (2001).
  25. Censorinus, De die natali, Oxford, (1810).
  26. Nylander C. (1963), “The Fall of Troy”, Antiquity, XXXVII, 6 – 11.
  27. Finley M. I., Caskey J. L., Kirk G. S., Page D.L. (1964), “The Trojan War”, Journal of Hellenic Studies, 84, 1 – 20.
  28. 46. Dörpfeld, Wilhelm. (1902). Troja und Ilion. Athens: Beck & Barth, 1902.
  29. Zengel E. (1990), “Troy”, in Troy, Mycenae, Tiryns, Orchomenos. Heinrich Schliemann the 100th Anniversary years from his Death. Demakopoulou K. (Ed.) (Exhibition of the Athens Archaeological Museum in cooperation with the Berlin Alters Museum), 51-79.
  30. Blegen, C. (1963) Troy and the Troyans, London: Thames and Hudson.

49 .Desborough V. R. d’ A. (1966), The Last Mycenaeans and Their Successors, An Archaeological Survey c. 1200 – c. 1000 B.C., Clarendon Press, Oxford.

  1. Wood M. (1998), In Search of the Trojan War, University of California Press, Los Angeles.
  2. Hiller S. (1991), “Two Trojan Wars? On the Destructions of Troy VI h and Troy VII a”, in Studia Troica 1, 145 – 149.
  3. Mylonas G. E. (1964), “Priam’s Troy and the Date of its Fall”, in Hesperia, XXXIII, 352 – 380.
  4. Mountzoy P.A. (1999a), “The Destruction of Troia VIh”, in Studia Troica, 9, 253 – 294.
  5. Mountzoy P.A. (1999b), “Troia VII Reconsidered”, in Studia Troica, 9, 295 – 346.
  6. Korfmann M. (2004a), “Was There A Trojan War?”, in Archaeology, 57(3), 36 – 41.
  7. Korfmann M. (2004b), „Die Arbeiten in Troia/Wilusa 2003 – Work at Troia/Wilusa“, in Studia Troica 14, 3–31.
  8. Hood S. (1998), “The Bronze Age Context of Homer”, in The Ages of Homer, A Tribute to Emily Townsend Vermeule, E J. B. Carter, S. P. Morris (Eds.), University of Texas, Austin, 25- 32.
  9. Wagner A.G., Pernicka E.,Uerpmann.H-P.,(2003).Troia and the Troad. Scientific Approaches. Editor: Springer, p.p.448
  10.  Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose, American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630
  1. Papamarinopoulos, St.P., (2019). Astronomical dating of the Trojan War and Odysseus’ return to Ithaca, Cambridge Publications (in print).

 

 

 

Πριν 55 χρόνια ο Γιώργος Σεφέρης γινόταν ο πρώτος Έλληνας που κέρδιζε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ 55 ΧΡΟΝΙΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΝΟΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΖΕ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους»

Στις 24 Οκτωβρίου 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά με Νόμπελ Λογοτεχνίας τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ.

O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.
O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.

Σε επίσημο δείπνο που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, μετά την τελετή απονομής του Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου, ο Γιώργος Σεφέρης εκφωνεί την παρακάτω ομιλία:

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα».

Κείμενο: ελc team

Email: info@elculture.gr

Πηγή: elculture.gr

H προϊστορική Μακεδονία έλαμψε στην 56η διάλεξη της Ελληνικής Αρχαιολογικής Επιτροπής της Μ. Βρετανίας

To Λονδίνο ήταν καταστόλιστο, με αέρα Χριστουγέννων, βροχή και τσουχτερό κρύο, την Τρίτη 20 Νοεμβρίου. Ομως στην εντυπωσιακή αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου King’s College, η ατμόσφαιρα ήταν θερμότατη και κυριολεκτικά δεν έπεφτε καρφίτσα. Επρόκειτο για την πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη για τη Μακεδονία και τον πολιτισμό της στα προϊστορικά χρόνια, που διοργάνωσε η Ελληνική Αρχαιολογική Επιτροπή της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι ένας θεσμός που μακροημερεύει από το 1986 χάρις στην υψηλότατη ποιότητα των εκδηλώσεών του.

Μετά το καλωσόρισμα της επικεφαλής του Centre for Hellenic Studies του Πανεπιστημίου από την καθηγήτρια Γκόντα Βαν Στιν, πήρε τον λόγο η πρόεδρος της Επιτροπής δρ Ζέττα Θεοδωροπούλου-Πολυχρονιάδη. Διαβίβασε τους χαιρετισμούς της ιδρύτριας της Επιτροπής, Μάτι Εγκον, η οποία δεν μπόρεσε να παραστεί. Αναφέρθηκε στο έργο και στους σκοπούς της Επιτροπής: Στα 32 χρόνια λειτουργίας της έγιναν 56 διαλέξεις στο Λονδίνο από επιφανείς αρχαιολόγους και δόθηκαν 64 υποτροφίες σε Ελληνες και Κυπρίους για μεταπτυχιακές σπουδές στην ελληνική αρχαιολογία σε δεκαεπτά διακεκριμένα βρετανικά πανεπιστήμια, με πρωτιά στην Οξφόρδη. Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν πέντε πρώην υπότροφοι, οι οποίοι ανέβηκαν στο βήμα και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για την ευκαιρία που τους δόθηκε να ολοκληρώσουν τις διδακτορικές τους διατριβές με ιδιαίτερη μνεία στην αμέριστη προσφορά της Μάτι Εγκον, των άλλων χορηγών και της προέδρου. Ισως ήταν η πιο συγκινητική στιγμή της βραδιάς.

Η πρόεδρος της Επιτροπής δρ Ζέττα Θεοδωροπούλου-Πολυχρονιάδη στο βήμα της εκδήλωσης.

Ομιλητής εφέτος ήταν ο καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Στέλιος Ανδρέου, που αναφέρθηκε στη Μακεδονία πριν από τη λάμψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ομιλία του είχε τίτλο «Η περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου κατά την ύστερη προϊστορική περίοδο: πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και στην κοιλάδα του Ανθεμούντα». Η ακαδημαϊκή πορεία του ομιλητή επικεντρώνεται στην Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο έως την Πρώιμη του Σιδήρου, με έμφαση σε θέματα της προϊστορικής εποχής της Βορείου Ελλάδας. Μέχρι τώρα είχαμε αρκετές παρουσιάσεις για διάφορες ιστορικές περιόδους της Μακεδονίας αλλά αυτή ήταν η πρώτη που αφορούσε την εποχή αυτή.

Η πρέσβειρα του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αθήνα Κέιτ Σμιθ με τον λόρδο Κόλιν Ρένφριου.

Στις πρώτες σειρές, η πρέσβειρα του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα Κέιτ Σμιθ και ο πρώην Βρετανός πρέσβης Τζον Κίτμερ, ο πρέσβης ε.τ. Ηλίας Γούναρης, ο Σύμβουλος Α΄ της ελληνικής πρεσβείας Νικόλαος Παπαγεωργίου καθώς και ο γραμματέας Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος, ο ακόλουθος Πολιτικών Υποθέσεων της Κυπριακής Αρμοστείας στο Λονδίνο Ανδρέας Ηλιάδης και ο πολιτιστικός ακόλουθος δρ Μάριος Ψαράς. Παρευρέθησαν, επίσης, η Ειρήνη Λαιμού, καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας στην Οξφόρδη, ο λόρδος Κόλιν Ρένφριου, ο ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών Ρόντρικ Μπίτον, η καθηγήτρια της Οξφόρδης Κάθριν Μόργκαν, ο δημοσιογράφος των F.T. Μάρτιν Γουλφ, ο καθηγητής στο SOAS Τσαρλς Τριπ κ.ά.

Πηγή: Η Καθημερινή

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η ανακωχή της Γερμανίας (11 Νοεμβρίου 1918): Η αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής;

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

 Η ανακωχή της Γερμανίας (11 Νοεμβρίου 1918): Η αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής;

Η 11η Νοεμβρίου του 1918, ημέρα κατά την οποία ο στρατάρχης Ferdinand Foch και ο Matthias Erzberger υπέγραψαν το κείμενο της ανακωχής εκ μέρους των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων[1] και της Γερμανίας, θεωρείται πως έθεσε την επιτύμβια πλάκα στον πλέον αιματοβαμμένο και «αγριότερο», ως τότε, πόλεμο στην ιστορία, που είχε ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1914. Στην τετραετή και πλέον διάρκειά του, ο πόλεμος αντέστρεψε τον ρου της ιστορίας, εξαναγκάζοντάς την σε οπισθοδρόμηση, άφησε πίσω του εκατόμβες νεκρών, στρατιωτών και αμάχων, υπολογιζόμενων σε 15.000.000, ανάπηρων, εξαθλιωμένων ανθρώπων, ανήμπορων να αντιμετωπίσουν τη ζωή, πόλεις κατεστραμμένες, υπαίθρους μολυσμένες, οικονομίες και κοινωνίες αφανισμένες. Επόμενο ήταν και ο ψυχισμός των ανθρώπων να μην παραμείνει αμετάβλητος και αλώβητος από τις θηριωδίες του πολέμου, σε βαθμό τέτοιο, που να επιτρέπει σε Γάλλο στρατιώτη του μετώπου του Βερντέν να δηλώνει πως «η μακρά περίοδος των συντριπτικά ισχυρών συναισθημάτων έληξε τελικά με τον θάνατο του συναισθήματος».

Την αναγέννηση του συναισθήματος στις ψυχές των ανθρώπων επιχείρησε να υποστασιοποιήσει η ανακωχή της 11ης  Νοεμβρίου του 1918, η τελευταία στη σειρά από τις ανακωχές, με τις οποίες τερματίστηκε ο  Μεγάλος Πόλεμος, μια και αφορούσε την πρωταίτια της πολεμικής ανάφλεξης, Γερμανία, και η οποία άνοιγε τον δρόμο στους νικητές του πολέμου, για την έναρξη των ειρηνευτικών διαβουλεύσεων,  θέτοντας  τις βάσεις για την επαναφορά της ευρωπαϊκής, και γενικότερα πλανητικής, ειρήνης στην πρότερη του πολέμου κατάσταση. Αυτό το πνεύμα απέπνεε και η αθηναϊκή εφημερίδα Έθνος, της 30ής Οκτωβρίου 1918, όταν σε πρωτοσέλιδο άρθρο, με τίτλο «Το τέλος του Πολέμου», ανάφερε, μεταξύ άλλων, σημαντικών, πως : «Από της ενδεκάτης πρωινής της χθες, η Ειρήνη ήπλωσε τας πτέρυγάς της εφ’ ολοκλήρου της γης. Η κάθαρσις του μεγάλου πολεμικού δράματος, του διαρκέσαντος επί 4 έτη και ισαρίθμους περίπου μήνας επήλθε ραγδαίως εντός ολίγων μηνών, ομού με την εκκαθάρισιν εκείνων, που το προεκάλεσαν. Ο πόλεμος λήγει με την πλήρη, την ολοκληρωτικήν υποταγήν της Γερμανίας και του ομίλου των συνενόχων της. Η κατάρρευσίς της υπήρξεν όντως κεραυνοβόλος, απροσδόκητος, καταπληκτική»[2].

Το ξέφωτο της Rethondes στο δάσος της Κομπιένης, όπου υπογράφηκε η πράξη της ανακωχής με τη Γερμανία.

Η γερμανική ανακωχή, έκλεινε τον κύκλο των ομολόγων της, με τις οποίες τερματίστηκε ο Μεγάλος Πόλεμος και σηματοδοτήθηκε η νίκη των Δυνάμεων της Αντάντ επί των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ειδικότερα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1917, η Γερμανία είχε υπογράψει ανακωχή με τη Ρουμανία και ακολούθησε εκείνη με τη Ρωσία, στα μέσα του ίδιου μήνα, η οποία οδήγησε στην γερμανορωσική Συνθήκη Ειρήνης του  Μπρεστ-Λιτόβσκ, που ισοδυναμούσε με ανακωχή. Οι Δυνάμεις της Αντάντ, προσήλθαν σε ανακωχή με τη Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ένα μήνα αργότερα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, και με την Αυστροουγγαρία, στις 3 Νοεμβρίου 1918, ενώ η οριστική λήξη του πολέμου, στο στρατιωτικό πεδίο, επήλθε με την ανακωχή, που υπέγραψε η θεωρηθείσα ως πρωταίτια του πολέμου, Γερμανία, με τις Δυνάμεις της Συνεννόησης, στις 11 Νοεμβρίου 1918. Δυο μέρες αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανάλογο κείμενο με την Ουγγαρία, στο Βελιγράδι.

Το “ντόμινο” των ανακωχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε καρτ-ποστάλ εποχής

Ο προτελευταίος χρόνος του πολέμου είχε αντιστρέψει απροσδόκητα και συθέμελα τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στους δύο αντιμαχόμενους, στον Πόλεμο, συνασπισμούς Δυνάμεων, της Τριπλής Συνεννόησης και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ένα από τα σοβαρότατα πλήγματα, που υπέστη το στρατόπεδο της Αντάντ, επήλθε με την απομάκρυνση της τσαρικής Ρωσίας από τον όμιλο, γεγονός,που ήταν απόρροια των δυσχερειών, οι οποίες είχαν αναφυεί και στην εσωτερική πολιτική της σκηνή, με αποτέλεσμα να διευκολύνουν την εκδήλωση της επανάστασης του Μαρτίου 1917, την ανατρέψασα τον Οίκο των Romanoff και το εγκαθιδρυθέν, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους,μπολσεβικικό καθεστώς στην χώρα.

Ξέχωρα από την αντιτσαρική επανάσταση, το 1917, που χαρακτηρίστηκε, από όλους τους εμπόλεμους, ως «η μαύρη χρονιά του πολέμου», εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη πως εντείνονται οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις, με κεντρικό στόχο το τέλος του πολέμου, οι οποίες διήρκεσαν επί μακρόν. Σ’ αυτές τις επαφές συγκαταλέγονται και οι ανεπιτυχείς συνομιλίες, στα μέσα Δεκεμβρίου 1917, στο Σπα, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στον Jan Smuts, ο οποίος αντιπροσώπευε τη Βρετανία και τον Αυστριακό διπλωμάτη, Albert Mensdorff, που αποσκοπούσαν στην συνομολόγηση συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Αντάντ και Αυστροουγγαρίας. Είναι η εποχή, κατά την οποία οι Σύμμαχες Δυνάμεις της Αντάντ προσβλέπουν στην υπογραφή μιας ξεχωριστής συνθήκης ειρήνης με την Αυστροουγγαρία, με την προϋπόθεση την αυτονομία των εθνοτήτων της Αυτοκρατορίαςτων Αψβούργων. Οι καταιγιστικές, όμως, νίκες των Κεντρικών Δυνάμεων στη Ρουμανία, κυρίως, αναπτέρωσαν τις ελπίδες στο στρατόπεδό τους για τη νίκη τους, καθώς και ένα διπλωματικό επεισόδιο, ανάμεσα στον Αυστριακό υπουργό Εξωτερικών και τον Georges Clemenceau, τερμάτισε άδοξα τις προσπάθειες εκείνες. Αργότερα, τον Μάιο του 1918, ο Κάρολος Α΄ συναντά τον Γουλιέλμο Β΄ στο Σπα και υπογράφουν Συνθήκη Συμμαχίας, Αμυντική και Επιθετική, με δωδεκαετή διάρκεια. Λίγους μήνες νωρίτερα, η Γερμανία είχε πετύχει την υπογραφή της διμερούς γερμανορωσικής Συνθήκης Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ, στις 3 Μαρτίου του 1918, η οποία λίγο έλειψε να γείρει την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ της κατίσχυσης των Κεντρικών Αυτοκρατοριών επί των Δυνάμεων της Αντάντ. Είναι προφανές πως η Γερμανία, ενισχυμένη, την εποχή εκείνη, από τη σύμπραξή της με τη Ρωσία, από την οποία αποκόμισε εδαφικά και οικονομικά οφέλη, επιθυμούσε να μην απολέσει την πρόσκαιρη εταίρο της, προσβλέποντας και πιστεύοντας στην οριστική νίκη.

Την άνοιξη, όμως, του 1917, η Αντάντ μπορεί να έχασε έναν ισχυρό παίκτη στο παιχνίδι της διεθνούς πολιτικής και της πολεμικής μηχανής, αλλά κέρδισε έναν υπολογίσιμο εταίρο. Δεν ήταν άλλος από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος των οποίων, Woodrow Wilson  αποφάσιζε τη συμμετοχή της χώρας του στον πόλεμο. Δύο μήνες νωρίτερα η Γερμανία είχε κηρύξει τον υποβρυχιακό πόλεμο σε όλα τα κράτη, εμπόλεμα και ουδέτερα. Στις αρχές Φεβρουαρίου διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις Γερμανίας-ΗΠΑ και στις 2 Απριλίου οι τελευταίες εξερχόταν στον πόλεμο, με τις «επευφημίες»  του Κογκρέσου. Οι προθέσεις, ωστόσο, του Wilson, όταν εγκατέλειπε, προσκαίρως, την απομονωτική πολιτική της χώρας του και παρενέβαινε στις υποθέσεις του πολέμου, στοχεύοντας  στον τερματισμό του και στην αποκατάσταση της ειρήνης,  δεν ήταν ολωσδιόλου ανιδιοτελείς. Φαίνεται πως απώτερος στόχος του ήταν η επιθυμία του να την επιβάλει με τον αμερικανικό τρόπο, διότι πίστευε πως, όταν τέλειωνε ο πόλεμος, η χώρα του θα είχε βάλει «στο χέρι» τους ευρωπαίους ηγέτες «από οικονομικής πλευράς», όπως είχε εξηγήσει, από τις αρχές του 1917, στον συνταγματάρχη House. Δεν είναι παράδοξη η ρήση του Αμερικανού προέδρου, αν αναλογιστεί κανείς πως οι ΗΠΑ είχαν δεσμεύσει, οικονομικώς, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και την Ελλάδα, χορηγώντας πολεμικά δάνεια. Ήταν και αυτός ένας από τους λόγους, που ενέπλεξε την χώρα του στον πόλεμο, διότι ενδεχόμενη λήξη του υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων θα συνεπέφερε αφενός μεν πιθανή απώλεια των αμερικανικών κεφαλαίων, αφετέρου δε την ανάδειξη της Γερμανίας σε ευρωπαϊκή-πλανητική υπερδύναμη, ικανή να στερήσει από τις ΗΠΑ τα όποια διεθνή πρωτεία τους.

Ένα χρόνο αργότερα, και ενώ οι δοξασίες του Lenin και του Trotsky για καθολική ανατροπή της αστικής τάξης έβρισκαν ευήκοα ώτα στην κουρασμένη κοινή γνώμη των Συμμάχων, είχαν οδηγήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Wilson, να ανακοινώσει ενώπιον του Κογκρέσου, στις 8 Ιανουαρίου 1918, το Υπόμνημά του, γνωστό ως 14 Σημεία, στην προσπάθειά του να διατρανώσει πως οι ΗΠΑ «ήσαν διατεθειμέναι να εφαρμόσουν πλέον φιλελεύθερον πρόγραμμα ή οι κομμουνισταί δια την μελλοντικήν ειρήνην». Παραλλήλως, οι Σύμμαχοι, οκτώ μέρες μετά τη σύναψη της προαναφερθείσας γερμανορωσικής ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ, από την οποία εξήλθε ισχυροποιημένη η Γερμανία, επενέβησαν στη Ρωσία στρατιωτικώς: οι Βρετανοί, στον Αρχάγγελο και στο παγωμένο Μουρμάνσκ, οι Γάλλοι στη Σιβηρία και την Υπερκαυκασία, οι Ιάπωνες στο Βλαδιβοστόκ, κυρίως, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα τη διατήρηση του Ανατολικού μετώπου και όχι την πάταξη του κομμουνισμού. Έχοντας να αντιμετωπίσει ο στρατός των Συμμάχων, τον Κόκκινο Στρατό, οργανωμένο από τον Trotsky, αλλά και την άρνηση του λαού να συμβάλει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην επαναφορά του τσαρισμού, δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Στην αποτυχία της συμμαχικής επέμβασης στη Ρωσία έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και άλλοι δύο παράγοντες: η άρνηση του Wilson να συναινέσει στη «βίαιη επιβολή της θέλησης των Μεγάλων Δυνάμεων», στις υποθέσεις της Ρωσίας, όπως και η, με την άμεση ανάμιξή του, επίτευξη της ανακωχής με τη Γερμανία, η οποία κατέστησε το «στρατηγικό […] νόημα» της επέμβασης, κενό περιεχομένου.

Le Quesnoy (Aμερικανικός τομέας του μετώπου), 11 Νοεμβρίου 1918. Λειτουργία των Ευχαριστιών.

Η ανάμιξη των ΗΠΑ στον πόλεμο, τους παρείχε την ευκαιρία να παίξουν σημαίνοντα ρόλο,  «πρωταγωνιστικό», όπως σημειώνει o John Horne, στα διεθνή δρώμενα, «για πρώτη φορά στην ιστορία τους», και «η προοπτική αποστολής [στην Ευρώπη] ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918, σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας». Έτσι, η ενίσχυση της Αντάντ, στρατιωτική και ηθική, θα οδηγήσει στην κατάρρευση του μετώπου των Κεντρικών Δυνάμεων, που υπήρξε το αποτέλεσμα της συμμαχικής επίθεσης, της 15ης Ιουλίου 1918 και επήλθε στις 8 Αυγούστου. Είναι η απαρχή της περιόδου, την οποία επικαλέστηκε ο Γάλλος πρόεδρος, Raymond Poincaré, στην επιστολή, την οποία έστειλε, την 8η πρωινή, της 11ης Νοεμβρίου, στον Georges Clemenceau, τρεις ώρες μετά την υπογραφή της ανακωχής με τη Γερμανία, όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Από της 15ης Ιουλίου, η Γαλλία ακολούθησε με ασθμαίνουσα συγκίνηση τις λαμπρές, καθημερινές επιτυχίες, που σημείωσαν τα συμμαχικά στρατεύματα και τα οποία, μάλιστα, επέσπευσαν την απόσυρση του γερμανικού στρατού»[3].  

Παρά ταύτα, ο στρατηγός Ludendorff επιμένει, στη Διάσκεψη του Σπα, στις 14 Αυγούστου, να συνεχιστεί ο πόλεμος, ανακόπτοντας τις προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας, του καγκελάριου Hertling και του υπουργού Εξωτερικών Hintze, ο οποίος από τις 3 Ιουλίου έχει αντικαταστήσει τον Kühlmann, για τερματισμό του πολέμου και έναρξη διαπραγματεύσεων με εκπροσώπους της Αντάντ. Ωστόσο, περί τα τέλη Αυγούστου, υπογράφεται και η γερμανορωσική Συνθήκη, η οποία περιλάμβανε, ανάμεσα σε άλλα, και την αρωγή της Γερμανίας στη σοβιετική κυβέρνηση, ώστε να δυνηθεί να αντιμετωπίσει τον αντεπαναστατικό στρατό, αλλά και το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα.

Την ίδια περίοδο, ο Κάρολος Α΄, επηρεασμένος από την συνεχώς οξυνόμενη επισιτιστική κρίση, που βίωνε ο λαός του σε τμήμα της αυτοκρατορίας, συνέπεια της οποίας υπήρξε και ο κοινωνικός αναβρασμός, αλλά και η περαιτέρω έξαρση των αποσχιστικών, εθνοτικών κινημάτων, θα στραφεί προς τον Γουλιέλμο Β΄, στον οποίο ανακοινώνει την απόφασή του για σύναψη χωριστής ειρήνης. Η απόφασή του εμπεδώνεται στη βεβαιότητα πως οι δυνατότητες της χώρας του θα είχαν εξαϋλωθεί ως τον χειμώνα.  Οι ενέργειές του θα πέσουν και πάλι στο κενό: ο Hintze ταξιδεύει στη Βιέννη, ώστε να περιφρουρήσει την ακεραιότητα της συμμαχίας, τη στιγμή που η Αντάντ επιμένει στη συνθηκολόγηση άνευ όρων. Ο Κάρολος πρέπει να περιμένει. Θα επανέλθει στο αίτημά του για τερματισμό του πολέμου, μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, στις 4 Οκτωβρίου, υποβάλλοντας σχετικό έγγραφο στον Wilson. Το διάταγμά του, της 16ης Οκτωβρίου, που προέβλεπε τη μετάβαση της αυτοκρατορίας σε ομοσπονδία, δεν γίνεται δεκτό από τους εκπροσώπους της σλαβικής εθνότητας. Στην Πράγα, στη Βουδαπέστη, στο Ζάγκρεμπ και στη Βιέννη σχηματίζονται προσωρινές κυβερνήσεις. Η ανακωχή θα υπογραφεί με την Ιταλία, στις 3 Νοεμβρίου, μετά την κατατρόπωση των αυστροουγγρικών στρατιωτικών δυνάμεων, στο Πιάβε, από τον ιταλικό στρατό.

Οι εξελίξεις, όμως, και στο νοτιοαντολικό θέατρο του πολέμου είναι απογοητευτικές για το στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Σ’ αυτό συνηγορούν και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βαλκανικό μέτωπο. Η συντριπτική ήττα του βουλγαρικού στρατού, κατά τον Σεπτέμβριο του 1918, από τις μεραρχίες του συμμαχικού στρατού της Στρατιάς της Ανατολής, με τις οποίες συμπολεμούσε και ο αξιόμαχος ελληνικός στρατός, υπό τις διαταγές του αρχιστρατήγου Franchet d’ Espèrey και η δεινή θέση, στην οποία περιήλθε η βουλγαρική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να ζητήσει εσπευσμένως ανακωχή, στις 27 Σεπτεμβρίου και να υπογράψει αυτή δυο μέρες αργότερα, στις 29 του μηνός, στη Θεσσαλονίκη, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τελειωτική αποδυνάμωση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών[4]. Κατ’ αυτό τον τρόπο,  «από ένα δευτερεύον μέτωπο προήλθε μια επίθεση, η οποία αποδείχθηκε κεφαλαιώδης για τον τερματισμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» (Mourélos, 2015, p. 271).Τούτο, εξάλλου, διαπιστώνεται και από τα όσα παραδέχθηκε ο Ludendorff, όταν διευκρίνιζε: «Μετά την βουλγαρικήν ανακωχήν…., ο Χίντεμπουργκ και εγώ επείσθημεν ότι ήτο απόλυτος ανάγκη προς το συμφέρον του στρατού μας να τεθεί τέρμα εις τας εχθροπραξίας». Η απόφαση του Ludendorff να στραφεί προς την Ουάσινγκτον και να ζητήσει τη σύναψη ανακωχής, ξάφνιασε τα μέλη της κυβέρνησης, το Κοινοβούλιο αλλά και την γερμανική κοινή γνώμη, οι οποίοι πίστευαν ακόμα στη νίκη, εφόσον το Επιτελείο συνέχιζε να τους τροφοδοτεί με το όραμα των επιτυχιών της άνοιξης του 1918 (Soutou, 2008), δηλ. με τη Γερμανία της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόβσκ και της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου με τη Ρουμανία, της 7ης Μαΐου του ίδιου χρόνου.

Όντως, μετά τη βουλγαρική ήττα, οι γερμανικές, πολιτικές δυνάμεις έπρεπε να διαχειριστούν το αίτημα για συνθηκολόγηση. Ο Hertling αποχωρεί από την καγκελαρία, τα ηνία της οποίας αναλαμβάνει ο  Μαξιμιλιανός της Βάδης. Στις 4 Οκτωβρίου, μέσω της κυβέρνησης της ουδέτερης Ελβετίας, η οποία αναλαμβάνει ρόλο μεσολαβητή, απευθύνεται στον Wilson, με το αίτημα της έναρξης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, βασιζόμενων στα 14 Σημεία, στις αρχές δηλ. του ουιλσονικού Υπομνήματος. Στο σχετικό έγγραφο, το οποίο φτάνει στην αμερικανική πρωτεύουσα ύστερα από δυο μέρες, περιλαμβάνεται και η πρόταση, υπό μορφή ερωτήματος, για σύναψη ανακωχής. Η στάση του Ουίλσον είναι απογοητευτική. Ζητά να προσέλθει σε συνομιλίες μόνο με εκπροσώπους του γερμανικού κράτους, οι οποίοι θα έχουν εκλεγεί από τον λαό. Ο Ludendorff αντιδρά αλλά ο Μαξιμιλιανός θα προτιμήσει να στείλει έγγραφο στην Ουάσιγκτον, δηλώνοντας πως συναινεί στην καθολική αποδοχή των όρων. Η ώρα, όμως, για την οριστική αποδέσμευση της Γερμανίας από τον πόλεμο δεν έχει ακόμα σημάνει.

Η γραμμή του μετώπου το φθινόπωρο του 1918.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έπρεπε να συνδιαλλαγεί και με τους ηγέτες της Αντάντ. Οι συνομιλίες του με τον David Lloyd George και τον Georges Clemenceau υπήρξαν δυσχερείς, εξαιτίας των απαιτήσεων των εκπροσώπων των δυο κύριων Δυνάμεων της Συνεννόησης, οι οποίοι, επιπρόσθετα, βρίσκονταν και σε σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ τους.  Η άρνηση του Wilson στα προβαλλόμενα αιτήματά τους, για τροποποίηση ορισμένων παραμέτρων, στρατιωτικών και πολιτικών, εμπεριεχομένων στα 14 Σημεία του Υπομνήματός του, το οποίο είχε γίνει κατ’ αρχήν αποδεκτό, στις 23 Οκτωβρίου, υπήρξε καθολική. Ο Γάλλος πρωθυπουργός απαιτούσε, μεταξύ άλλων, περισσότερες εγγυήσεις από τους Γερμανούς, τις οποίες μετέφραζε σε κατοχή εδαφών καθώς και κατάργηση του όρου περί μυστικής διπλωματίας, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός, όπως και Αμερικανοί Αξιωματούχοι, φοβούμενος κλιμάκωση των επαναστατικών εξελίξεων, με πιθανή επέκταση του κομμουνιστικού καθεστώτος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, φαινόταν αντίθετος στην επιβολή δυσβάσταχτων υποχρεώσεων στην μεγάλη ηττημένη του πολέμου. Επιπλέον, αντετίθετο στην ελευθερία των θαλασσών, παρεπόμενο της οποίας θα ήταν η κατάργηση του μέτρου του αποκλεισμού, ενώ ο Sonnino, επιμένει στην εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου, του Απριλίου 1915.  Οι Αμερικανοί ήταν ανένδοτοι. Ο House επιμένει στην επιβολή των όρων του ουιλσονικού Υπομνήματος και  δηλώνει: «Ή αποδοχή […] ή τίποτα». Ειδάλλως, ξεχωριστή ειρήνη με την Γερμανία. Οι εταίροι αποδέχονται, αναγκαστικά, τους όρους του Wilson και στις 30 Οκτωβρίου στέλνουν κοινή διακοίνωση προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ, διατηρώντας, όμως, επιφυλάξεις για το ζήτημα της ελευθεροπλοῒας και των επανορθώσεων, που σήμαινε πολεμικές αποζημιώσεις και εκφράστηκε με αυτόν τον όρο στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, με το διαβόητο άρθρο 231.

8 – 10 Ιανουαρίου 1918: ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson εξαγγέλλει ενώπιον του Κογκρέσου τα 14 Σημεία.

Μια μέρα νωρίτερα, υπογράφηκε και η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη στιγμή, που η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία προοιωνιζόταν δυσχερής, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της τελικής απόφασης, που θα σηματοδοτούσε το οριστικό τέλος του πολέμου. Οι μονάρχες παραιτούνταν και στις 9 Νοεμβρίου ο αυτοκράτωρ, Γουλιέλμος B΄, εγκατέλειπε το αξίωμά του, τη στιγμή, που δύο στρατιωτικοί αυτοκτονούσαν, αδυνατώντας να σηκώσουν το ηθικό βάρος της ήττας της πατρίδας τους και της διάψευσης των προσδοκιών τους, ενώ οι τύχες της χώρας περιέρχονταν στα χέρια των Σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι διόριζαν επικεφαλής της κυβέρνησης τον Friedrich Ebert. Σύμφωνα με πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις, της 31ης Οκτωβρίου, ο αυτοκράτωρ, αναγκάστηκε να παραιτηθεί «όχι ως αντισοσιαλιστής, αλλ’ ως ο πρώτος υπεύθυνος δια τα διπλωματικά και στρατιωτικά λάθη τα υπό της επισήμου Γερμανίας διαπραχθέντα. Και ακόμη ως μη αντλήσας  εκ του Συντάγματος του διέποντος την Αυτοκρατορίαν την πλήρη υπόστασιν της υπουργικής και κοινοβουλευτικής ευθύνης, αλλ’ ως ανακατώσας αυτήν μετά της ιδικής του». Ωστόσο, συνέχιζε ο αρθρογράφος, συνυπεύθυνος ήταν και ο γερμανικός λαός, ο οποίος, μέσω του αντιπροσωπεύοντος αυτόν Ράιχσταγκ, συναίνεσε στην «κήρυξιν ή την μη παρεμπόδισιν του πολέμου».

Οι εξελίξεις στη Γερμανία και η ανάληψη διαχείρισης της εξουσίας από σοσιαλιστική κυβέρνηση, χαιρετίστηκε θερμά, όπως επισημαινόταν στη εφημερίδα Μακεδονία, της 30ής Οκτωβρίου, από ορισμένους, οι οποίοι εξήραν την νίκη του λαού, τον οποίο η ήττα της χώρας του βοήθησε να «εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία». Αξιόλογες ήταν οι επισημάνσεις και η αναφορά στην προ εβδομήντα ετών ήττα της Γαλλίας, όπου μετά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο, ο Victor Hugo, μιλώντας στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, στη διάρκεια συζήτησης, σχετικής με την υπογραφή της συνθήκης, που ταπείνωσε την χώρα του, ανέφερε πως μπορεί η Γαλλία να είχε χάσει τον πόλεμο αλλά είχε εξέλθει από αυτόν ως δημοκρατία. Είχε, δε, τονίσει πως η Γαλλία «επιφυλάσσεται να πληρώση εις τον γερμανικόν λαόν την ευεργεσίαν, αποδίδουσα και εις αυτόν μιαν ημέραν την δημοκρατίαν του». Η ώρα είχε φτάσει∙ η ολοκληρωτική εξασθένιση και ο αφανισμός της στρατιωτικής Γερμανίας, «διευκόλυνε την γερμανικήν Επανάστασιν και επέφερε την γερμανικήν δημοκρατίαν». Οι επιπτώσεις του γεγονότος ανά τον κόσμο θα ήταν εξόχως σημαντικές, διότι με την ανακωχή θα δρομολογούνταν και θα επιταχύνονταν οι διαδικασίες για την έναρξη των συνομιλιών, των σχετικών με την μέλλουσα να εγκαθιδρυθεί ειρήνη και, επιπλέον, η απομάκρυνση του αυτοκράτορα από τον θρόνο του, θα συνέβαλε στην κατάργηση της βασιλείας, παντού, παγκοσμίως. Το επαναστατικό πνεύμα θα συμπαρέσυρε και τις νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις: τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία[5].

Ο επαναστατικός αναβρασμός στη Γερμανία είναι γεγονός πως επιτάχυνε άμεσα τις διαδικασίες για την τελική συμφωνία, που θα συνεπέφερε την οριστική λήξη των εχθροπραξιών και θα επέτρεπε την έναρξη των διπλωματικών διαβουλεύσεων, με σκοπό την αναδιάταξη και περιφρούρηση της ειρήνης, ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με την αθηναϊκή εφημερίδα Έθνος, της 29ης Οκτωβρίου 1918, «Οι Γερμανοί πληρεξούσιοι ευρισκόμενοι εις το γαλλικόν Στρατηγείον, μετά την διαβίβασιν των όρων του Φος εις το εν Σπα γερμανικόν Στρατηγείον και εις την νέαν κυβέρνησιν του Βερολίνου και κατόπιν της λήψεως σχετικών οδηγιών παρεδέχθησαν άπαντες τους όρους της ανακωχής».H προθεσμία για την αποδοχή των όρων έληγε το ξημέρωμα της 11ης Νοεμβρίου και συγκεκριμένα στις 3 π.μ.

Τα ξημερώματα της 11ης Νοεμβρίου, την 5η π.μ., υπεγράφη, τελικώς, η ανακωχή με τη Γερμανία, από τον στρατάρχη Ferdinand Foch, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων και του Matthias Erzberger, ο οποίος εκπροσωπούσε την νέα, γερμανική κυβέρνηση. Η ανακωχή αυτή έχει μείνει γνωστή στην ιστορία ως η ανακωχή της Rethondes ή ανακωχή της Κομπιένης, από το ομώνυμο δάσος στο ξέφωτο του οποίου βρισκόταν η Rethondes. Υπεγράφη στο βαγόνι-στρατηγείο του στρατάρχη Ferdinand Foch. Η εφημερίδα του Clemenceau, LHomme Libre, ανέγραφε, όμως, τον όρο «συνθηκολόγηση».

The Coach That Made History

 

Η αντιπροσωπεία των Συμμάχων φωτογραφίζεται στην είσοδο του βαγονιού. Διακρίνονται μεταξύ άλλων οι στρατάρχης Ferdinand Foch (1), ο ναύαρχος Sir Rosslyn Erskine Wemyss (2), o στρατηγός Maxime Weygand (3) και ο ναύαρχος Sir George Price Webley Hope (4).

Το Παρίσι γιόρτασε το γεγονός, με 1200 κανονιοβολισμούς, οι οποίοι ακούστηκαν μεταξύ 11 και 11.40 πμ. Ήταν η ώρα, που είχε οριστεί από το κείμενο της ανακωχής, ως ώρα κατάπαυσης του πυρός. Ο γηραιός Clemenceau, πρωθυπουργός από τις 20 Νοεμβρίου 1917, μετέβη, ύστερα από λίγες ώρες, στην εθνική αντιπροσωπεία, την οποία ενημέρωσε για το ευτυχές γεγονός και απευθυνόμενος στο σώμα τόνισε: «οι αντιπρόσωποι της Γερμανίας αναγνώρισαν πως η συζήτηση [διεξήχθη] σ’ ένα μεγάλο πνεύμα συνδιαλλαγής». Δίνοντας «την εντύπωση ενός ανθρώπου συντετριμμένου από τη συγκίνηση, που τον διακατείχε», δήλωσε ικανοποιημένος, επειδή «αυτή τη μεγάλη ώρα, επίσημη και τρομερή, το καθήκον μου ολοκληρώθηκε». Τόνισε πως οι Γερμανοί, έμειναν ικανοποιημένοι από το «πνεύμα συνδιαλλαγής», που επικράτησε στη διάρκεια των συζητήσεων, και σκέπτονταν να συντάξουν ένα κείμενο, ένα «μανιφέστο»,  «σε ένδειξη σεβασμού προς τη Γαλλία και τους εταίρους της». Σε συνέντευξη τύπου, που έδωσε σε δημοσιογράφους και σε εκπροσώπους του υπουργείου Πολέμου, ο Γάλλος πρωθυπουργός εξήγησε πως οι Γερμανοί επέμεναν, κυρίως, στο πρόβλημα του επισιτισμού, δεδομένου ότι τόσο ο γερμανικός όσο και ο αυστριακός λαός, αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

H είδηση της υπογραφής της ανακωχής στον Γαλλικό Τύπο.
Η ημέρα της νίκης στο Παρίσι

Στην Μεγάλη Βρετανία, ο Lloyd George ενημέρωσε τη Βουλή των Κοινοτήτων για την ανακωχή, η οποία ερμηνεύθηκε από τον γαλλικό τύπο ως «ο πρόλογος της ειρήνης, που θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες»[6]. Η Συνδιάσκεψη των Παρισίων ξεκίνησε τις εργασίες της δυο μήνες αργότερα, τον  Ιανουάριο του 1919.

Η ημέρα της νίκης στο Λονδίνο.

Το κείμενο της ανακωχής εκτεινόταν σε 34 άρθρα και διαιρείτο σε έξι  μέρη. Το πρώτο μέρος περιλάμβανε τα άρθρα 1-11 και αφορούσε το Δυτικό σύνορο της Γερμανίας, το δεύτερο, τα Ανατολικά σύνορα της Γερμανίας και περιλάμβανε τα άρθρα 12 έως 16, το τρίτο μέρος, με ένα μόνο άρθρο, το 17, όριζε τα της εκκένωσης της Ανατολικής Αφρικής από τα γερμανικά στρατεύματα. Το τέταρτο μέρος, με το 18ο άρθρο, όριζε τους γενικούς όρους, ενώ με το 19ο, τους οικονομικούς.  Το πέμπτο μέρος αφορούσε στους ναυτικούς όρους και εκτεινόταν από το άρθρο 20 έως 33, ενώ το τελευταίο μέρος, το έκτο, περιλάμβανε ένα άρθρο, το 34, το οποίο ήταν αφιερωμένο στη διάρκεια ισχύος του κειμένου της ανακωχής και καθόριζε την χρονική διάρκειά της. Ταυτοχρόνως, βάσει αυτού προχωρούσε στη σύσταση μιας Διαρκούς Διεθνούς Επιτροπής Ανακωχής, έργο της οποίας θα ήταν η διασφάλιση της καλύτερης δυνατής εκτέλεσης των όρων της Συμφωνίας Ανακωχής.

Αξίζει να αναφερθεί πως στον τύπο, συνήθως, διατυπώνονταν αντίθετες γνώμες για την ώρα υπογραφής του κειμένου της ανακωχής. Άλλοτε αναφέρεται η 6η πρωινή, άλλοτε η 5η, άλλοτε η 7η. Και τούτο έχει σημασία, διότι η ώρα υπογραφής είχε άμεση σχέση με την ώρα τερματισμού των εχθροπραξιών. Στο 1ο άρθρο οριζόταν πως αυτές θα σταματήσουν έξι ώρες μετά την υπογραφή. Το ίδιο το κείμενο, στην ακροτελεύτια φράση του ανέφερε ως ώρα υπογραφής την 5η πρωινή και το στοιχείο αυτό ήταν γραμμένο με το χέρι και όχι στο πληκτρολόγιο. Επομένως, αυτή είναι και η ορθή ώρα, αν υπολογιστεί πως οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν, επισήμως, στις 11 π.μ. Αλλά είναι αναγκαία και μια άλλη διασαφήνιση: στο γαλλικό κείμενο, που προέρχεται από το Service historique de la Défense, της Γαλλίας, την ακροτελεύτια φράση, ακολουθεί η διευκρίνιση, «γαλλική ώρα», χειρόγραφη κι’ αυτή.

Η ανακωχή της Γερμανίας με τους Συμμάχους είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την καθολική παύση των εχθροπραξιών ανάμεσα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, 36 ημερών, σε όλα τα πεδία των μαχών[7]. Στο συμβατικό κείμενο της ανακωχής ήταν προσαρτημένα δυο παραρτήματα. Το πρώτο αναφερόταν στον τρόπο και τις προθεσμίες εκκένωσης του Βελγίου, της Γαλλίας, του Λουξεμβούργου αλλά και της Αλσατίας-Λορένης από τα γερμανικά στρατεύματα. Το δεύτερο, στην εκκένωση των περιοχών της Ρηνανίας. Το δεύτερο παράρτημα, προσαρτημένο στη σύμβαση ανακωχής, αφορούσε στο συγκοινωνιακό δίκτυο και τις επικοινωνίες και περιλάμβανε πέντε άρθρα.

Matthias Erzberger, επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας στη Rethondes.

Ύστερα από τη λήξη της ημερομηνίας ισχύος της ανακωχής, προβλέφθηκε η επέκτασή της, διαδοχικά, με άλλες τρεις Συμφωνίες, τον Δεκέμβριο του 1918 και τον Ιανουάριο του 1919, λίγο μετά την έναρξη των διαβουλεύσεων στο Παρίσι, για τη νομική εμπέδωση της ειρήνης,  και τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου.  Με την πρώτη, πρόσθετη πράξη για την επιμήκυνση της ανακωχής, της 13ης Δεκεμβρίου 1918, επεκτεινόταν η ισχύς της ως τις 17 Ιανουαρίου 1919 και προσετίθετο συγκεκριμένος όρος, που αφορούσε στη δυνατότητα των Συμμάχων να καταλάβουν την ουδέτερη ζώνη του Ρήνου, από τη γέφυρα του Ρήνου ως τα ολλανδικά σύνορα. Η πρόσθετη πράξη περιλάμβανε και οικονομικούς όρους. Ακολούθησε η δεύτερη, πρόσθετη στην ανακωχή πράξη, της 16ης  Ιανουαρίου 1919, η οποία περιλάμβανε  επτά άρθρα και επεξέτεινε τη διάρκεια της ανακωχής του Νοεμβρίου ως τις 17 Φεβρουαρίου 1919. Αναφερόταν στους σιδηροδρόμους και στους αιχμαλώτους πολέμου.  Ιδιαίτερη σημασία εμφάνιζε το άρθρο 7, σύμφωνα με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση όφειλε να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα, ώστε, διαρκούσης της ανακωχής, να θέσει στη διάθεση των Συμμάχων και υπό την εποπτεία τους, ολόκληρο τον εμπορικό της στόλο, με στόχο τον επισιτισμό της Γερμανίας αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης. Η τελευταία, πρόσθετη πράξη επιμήκυνσης της ανακωχής του Νοεμβρίου, υπογράφηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1919 και αναφερόταν στην Πολωνία. Το άρθρο 2 αφορούσε  στην επέκταση της ισχύος της ανακωχής του Νοεμβρίου και των άλλων πρόσθετων πράξεων. Η επιμήκυνση ήταν μικρής διάρκειας, δεν ανέφερε ημερομηνία εκπνοής των όρων της και οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις επιφυλάσσονταν του δικαιώματος να την καταγγείλουν, προαναγγέλλοντας αυτό τρεις μέρες νωρίτερα[8]

Είναι γεγονός πως η κατάρρευση της Γερμανίας υπήρξε απροσδόκητη, διότι αναγκάσθηκε, υπό το βάρος των ραγδαίων στρατιωτικών, ιδίως, αλλά και πολιτικών εξελίξεων, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό τοπίο, να συναινέσει στην υπογραφή της ανακωχής ή, σύμφωνα με ορισμένες, ανυπόστατες, ίσως, δοξασίες μεταγενέστερων  Γερμανών ηγετών, να «οδηγηθεί με δόλο» σ’ αυτήν. Όταν πίστευε ικανές τις πιθανότητες να κερδίσει τον πόλεμο, στράφηκε προς τη Ρωσία, υπαγορεύοντάς της τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, στις 3 Μαρτίου του 1918, και μόνο όταν τα αμερικανικά στρατεύματα συνενώθηκαν με τα στρατεύματα της Αντάντ, έτοιμα να εισέλθουν σε γερμανικό έδαφος, εξουθενωμένη πια, δέχθηκε τις ουιλσονικές αρχές και συναίνεσε στην ανακωχή. Επομένως, είναι γεγονός αδιαπραγμάτευτο, όπως είχε υποστηρίξει ο Pierre Renouvin, το 1957, στο διάσημο βιβλίο του, Histoire des relations internationales,  πως «η στρατιωτική αποτυχία επιβάλλει τη συνθηκολόγηση» της Γερμανίας, αφ’ ης στιγμής η κυβέρνησή της  «κατανόησε πλήρως πως κάθε απόπειρα περαιτέρω αντίστασης θα ήταν απατηλή». Ωστόσο, δεν πρέπει να παρορώνται και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι, συνυπολογιζόμενοι αθροιστικά με τον στρατιωτικό τομέα, οδήγησαν την πρωταίτια του πολέμου σ’ αυτό το άδοξο, για την ίδια, τέλος. Έτσι, ο Edward H. Carr θεωρεί πως ο οικονομικός παράγοντας και η προπαγάνδα έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στη συντριβή της Γερμανίας, όταν τονίζει πως «ο συμμαχικός αποκλεισμός και οι συμμαχικές νίκες στο πεδίο της μάχης παρέλυσαν τις γερμανικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, η συμμαχική προπαγάνδα κατέστη εξαιρετικά αποτελεσματική και έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην τελική κατάρρευση της Γερμανίας. Η νίκη του 1918 επιτεύχθηκε με έναν επιδέξιο συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος, οικονομικής ισχύος και ισχύος πειθούς».

Η τελική πράξη της ανακωχής.

Από την άλλη πλευρά, ο Ian Kershaw, θεωρεί, άποψη, που και ο Renouvin αφήνει ανοιχτή,  πως η συνθηκολόγηση της Γερμανίας είχε να κάνει με την επανάσταση, που ξεκίνησε στα τέλη Οκτωβρίου του 1918, στο Wilhelmshaven και στο Κίελο και την ημέρα, που παραιτήθηκε ο Κάιζερ, στις 9 Νοεμβρίου, έφτασε στο Μόναχο, και ήταν απόρροια της έκθυμης επιθυμίας του γερμανικού λαού να τελειώσει ο πόλεμος, να τερματισθεί η «πείνα» και η «αθλιότητα», αλλά «και να απαλλαγεί από μια μοναρχία που δεν ήταν ικανή να προσφέρει τίποτα σε κανέναν»∙ μια επανάσταση, την οποία ο ακόμα άσημος και ανίσχυρος Hitler, αποκάλεσε «συμμορία άθλιων εγκληματιών», που στόχο είχε «να βάλει την πατρίδα στο χέρι».

Ας υπενθυμισθεί πως οι Δυνάμεις της Αντάντ, προσήλθαν σε ανακωχή με τη Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ένα μήνα αργότερα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 30 Οκτωβρίου 1918 και με την Αυστροουγγαρία, στις 3 Νοεμβρίου 1918. Δυο μέρες μετά την ανακωχή με τη Γερμανία, οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανάλογο κείμενο με την Ουγγαρία, στο Βελιγράδι, στις 13 Νοεμβρίου 1918.Τις τρεις πρώτες ανακωχές, με τη Βουλγαρία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αυστροουγγαρία και, ιδιαιτέρως,  εκείνη με τη Γερμανία, ο Soutou, τις αποκαλεί «πολιτικο-στρατιωτικές» και μιλάει για «πολιτικοποίηση των ανακωχών», εξηγώντας πως οι ισχυρές Δυνάμεις της Συνεννόησης θέλησαν να «εγγράψουν [στο] κείμενο της ανακωχής όρους, που θα τους προσκόμιζαν θεμελιώδεις πολιτικές εγγυήσεις εν όψει των [επερχόμενων] διαπραγματεύσεων της ειρήνης».

Είναι αξιομνημόνευτο το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών, που έχουν εντρυφήσει στην ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπερνά τα της ανακωχής, δίνοντας έμφαση στα όσα προηγήθηκαν αυτής και στα μετέπειτα, εστιάζοντας, ιδίως, στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων και στις σχετικές Συνθήκες, βάσει των οποίων τερματίστηκε ο πόλεμος. Ωστόσο, ο Soutou, ένας εκ των οποίων έχουν εντρυφήσει σ’ αυτή την ιδιαίτερη και πολυσήμαντη καμπή του εκλαμβανόμενου ως το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, θεωρεί ως ημερομηνία λήξης του, την 10η Ιανουαρίου 1920, ημέρα επικύρωσης της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών, υποστηρίζοντας πως, από την ημέρα υπογραφής της ανακωχής έως την 10η Ιανουαρίου, υπήρξε μια περίοδος, που την αποκαλεί «καθεστώς ανακωχής». Η συγκεκριμένη ερμηνεία δύναται να θεμελιωθεί, εν μέρει, και στο γεγονός πως καθ’ όλη, σχεδόν, τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη της ειρήνης, δεν έγινε αποστράτευση. Η επαναφορά, δε, της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στα προ τα πολέμου επίπεδα ήταν ένας στόχος δυσεπίτευκτος. Και αυτό επιτεινόταν από τις κοινωνικές και εθνικές αναστατώσεις, που προέκυψαν μετά το τέλος του πολέμου (Berger, 2011), οι οποίες υπήρξαν απόρροια και των σαθρών θεμελίων,  επί των οποίων βασίστηκε το συμβατικό οικοδόμημα της ειρήνης, με προεξάρχουσα τη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών.

Από την άλλη πλευρά, εδώ και χρόνια, ιδίως, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν αρχίσει να πληθαίνουν οι φωνές, οι οποίες αμφισβητούν, ακόμα, και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκλαμβάνοντας τη μακρά περίοδο του μεσοπολέμου, ως μια περίοδο ανακωχής και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως προέκταση του Πρώτου. Ερωτήματα, που έχουν τεθεί στην επιστημονική κοινότητα και ανοίγουν προοπτικές για περαιτέρω έρευνα. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να λησμονούμε πως μεσολάβησαν εικοσιένα χρόνια ειρήνης, «ανάπηρης»,  όμως, μια και οι συμβατικές ρυθμίσεις, που την εγκαθίδρυσαν φιλοδόξησαν να τερματίσουν τον «der des der», τον τελευταίο όλων των πολέμων, αλλά εμπεριείχαν το «σπέρμα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η συνοπτική, ωστόσο, σημερινή αναφορά στα της ανακωχής με τη Γερμανία, τον Νοέμβριο του 1918, που φιλοδόξησε να σημάνει μια ειρηνική περίοδο, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ατελής, αν δεν προσπερνούσαμε την μεσοπολεμική περίοδο και επιχειρώντας ένα άλμα δεν φτάναμε σε μια άλλη ανακωχή, που υπεγράφη είκοσι δυο, σχεδόν, χρόνια αργότερα, στην ίδια τοποθεσία, στο δάσος της Κομπιένης, στο ξέφωτο της Rethondes, στο ίδιο βαγόνι, μέσα στο οποίο η Γερμανία είχε συναινέσει στην κατάπαυση των εχθροπραξιών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από απαίτηση του Adolf Hitler, ο οποίος βιάστηκε να πάρει την εκδίκηση για την «ατίμωση», που είχε υποστεί η χώρα του, τότε. Μόνο, που η φορά της ιστορίας είχε αντιστρέψει τους ρόλους. Στον ρόλο του νικητή, τώρα, ήταν η Γερμανία, ο στρατός της οποίας είχε εισβάλει στο γαλλικό έδαφος και ο Φύρερ της υποχρέωσε την υποταγμένη Γαλλία να συναινέσει σε μια ταπεινωτική, όπως πίστευε ο ίδιος, ανακωχή, τερματίζοντας τον πόλεμο, που είχε κηρύξει στη χώρα του, συγχρόνως με τους Βρετανούς, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1939.

Ο Αδόλφος Χίτλερ μπροστά από το βαγόνι της ανακωχής τον Ιούνιο του 1940. Η υπέρτατη εκδίκηση.

Στις 16 Ιουνίου 1940, παραιτείτο η κυβέρνηση του Paul Reynaud και αναλάμβανε ο Philippe Pétain, ο οποίος προωθώντας τον συμβιβασμό με τη Γερμανία, ζήτησε τη σύναψη ανακωχής. Η Ιταλία είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία, στις 10 Ιουνίου, με αποτέλεσμα, η δεύτερη, να βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση και με τις δυο, κύριες, Δυνάμεις του Άξονα. Οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ανακωχής, με τη Γερμανία, ξεκίνησαν στις 19 Ιουνίου και στις 23 Ιουνίου, με την Ιταλία. Στις 22 Ιουνίου, υπεγράφη η γαλλογερμανική ανακωχή από τον στρατάρχη, Wilhelm Keitel, ο οποίος ενεργούσε κατ’ εντολή του Hitler, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, και από τον στρατηγό Charles Huntziger, εκπρόσωπο της γαλλικής κυβέρνησης, με ειδική εξουσιοδότηση για τον συγκεκριμένο σκοπό. Την επόμενη μέρα, οι ίδιοι Γάλλοι αντιπρόσωποι μετέβαιναν στη Ρώμη, όπου, στις 24 του μηνός, έθεταν την υπογραφή τους, για λογαριασμό της χώρας τους, στο κείμενο της ανακωχής με την Ιταλία. Η έναρξη ισχύος των δυο ανακωχών ήταν ταυτόχρονη∙ ξεκίνησε την επομένη, 25 Ιουνίου.

Το γαλλογερμανικό κείμενο περιλάμβανε 24 άρθρα, βάσει του πρώτου, η Γαλλία έπρεπε να τερματίσει τις εχθροπραξίες εναντίον του Γ΄ Ράιχ, σε ολόκληρο το γαλλικό έδαφος, όπως και σε όλες τις κτήσεις, στα προτεκτοράτα, τις αποικίες καθώς και στα υπό εντολή εδάφη και στη θάλασσα. Τα γαλλικά στρατεύματα, που βρίσκονταν περικυκλωμένα από γερμανικά, όφειλαν να καταθέσουν, άμεσα, τα όπλα τους. Ιδιαίτερη σημασία, παρουσιάζει το τελευταίο άρθρο, βάσει του οποίου οριζόταν η ισχύς της ανακωχής έως την υπογραφή Συνθήκης Ειρήνης, με δυνατότητα καταγγελίας, εκ μέρους της Γερμανίας, αν η Γαλλία δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της, που περιγράφονταν στο κείμενο της ανακωχής[9]. Με άλλα λόγια, ο χρόνος εκπνοής της ανακωχής, ήταν απροσδιόριστος και, συγχρόνως, «προδιέγραφε», εμμέσως, τη νίκη της Γερμανίας στον διεξαγόμενο πόλεμο.

Αν θέλουμε να αντιπαραβάλουμε τις δύο, γαλλογερμανικές ανακωχές, του 1918 και του 1940, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο χρόνος και μόνο της υπογραφής τους, υποδηλώνει την τεράστια διαφορά τους. Η πρώτη, τερμάτιζε έναν πόλεμο, ολέθριο και απάνθρωπο, και άνοιγε την πόρτα, ή ένα παράθυρο, στην ειρήνη, η δεύτερη επισφράγιζε και πριμοδοτούσε έναν πόλεμο, που είχε ξεκινήσει δέκα μήνες νωρίτερα, προαναγγέλλοντας λαθεμένα τον νικητή του πολέμου. Και μόνο αυτό το γεγονός, θεωρούμε, πως είναι αρκετό για να θέσει έναν προβληματισμό: επρόκειτο για Ανακωχή ή για Συνθηκολόγηση;

Armistice (World War 1 Documentary) | Timeline


                 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Υποσημειώσεις

[1]Ας υπενθυμισθεί, ότι ο όρος «Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις», ανήκει στον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος επιδίωξε να διευκρινίσει πως οι ΗΠΑ συνεταιρίστηκαν, μεν, με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις της Αντάντ, αλλά εκείνες πολέμησαν για «δικούς τους λόγους» και επιδίωκαν να επιτύχουν τους δικούς τους «σκοπούς του πολέμου». http://mjp.univperp.fr/traites/1918armistice.htm

[2]Έθνος, 30 Οκτωβρίου 1918. Σημειώνεται πως οι ημερομηνίες στις ελληνικές εφημερίδες είναι σύμφωνες με το Iουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε τότε ακόμα στην Ελλάδα.

[3] LHomme Libre, 12 novembre 1918.

[4]Σημειωτέον, πως οι ΗΠΑ, παρά την εκδηλωθείσα και εμπράκτως επιθυμία τους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στις διεργασίες της Αντάντ με τη Βουλγαρία, για την επίτευξη συμβατικής ειρήνης, παρεμποδίστηκαν από τον Clemenceau, ο οποίος δήλωσε στον Wilson πως δεν είχε κηρυχθεί εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στις δυο χώρες. Λεονταρίτης, 2000, 372.

[5]Μακεδονία, 30 Οκτωβρίου 1918.

[6]LHumanité, 12 novembre 1918, όπου δημοσιευόταν το περιεχόμενο των όρων της Ανακωχής. Στην ίδια εφημερίδα και το άρθρο, Marchel Cachin, « La signature de l’armistice ». Επίσης, Le Temps, L’Homme Libre, 12 novembre 1918.

[7]Οι επισημάνσεις αυτές προκύπτουν από έναν ορισμό του όρου «Ανακωχή»: «L’ armistice est l’ accord qui a pour effet la suspension totale ou partielle des hostilités, pour un temps déterminé ou indéterminé, sur tout le théâtre de guerre ou bien sur une partie de ce dernier». Monaco, 1947, p.323.

[8]http://mjp.univ-perp.fr/traites/1918armistice.htm  Επίσης, Service historique de la Défense. La Convention d’armistice du 11 novembre 1918. servicehistorique.sga.defense.gouv.fr .

[9]http://mjp.univ-perp.fr/france/1940armistice.htm

Βιβλιογραφία

 Αρχειακές-Διαδικτυακές Πηγές

http://mjp.univperp.fr/traites/1918armistice.htm

Service historique de la Défense. La Convention d’armistice du 11 novembre 1918. servicehistorique.sga.defense.gouv.fr .

http://mjp.univ-perp.fr/france/1940armistice.htm

Εφημερίδες

Ακρόπολις

Αστήρ

Έθνος

Εμπρός

Homme Libre (L’)

Humanité(L’)

Μακεδονία

Temps (Le)

Βιβλία και Μελέτες.

Albrecht-Carrié René, A Diplomatic History of Europe Since The Congress of Vienna, London, Methuen & Co LTD-London, 1961.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Τόμος Δεύτερος, Αθήναι, 1970.

Berger Françoise, «L’armistice de 1940 : négociations et conséquences», Revue de la Société des Amies du Musé de l’Armée, 2011, pp. 57-65. <halshs-00693149>

Berstein Serge – Milza Pierre, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης. 1919 έως Σήμερα, μετάφραση, Μιχάλης Κοκαλάκης, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1997.

Berstein Serge, Δημοκρατίες, αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα στον 20ό αιώνα, Μετάφραση Ηρακλεία Στροίκου-Σοφία Βόικου, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα-Hachette, 2004.

Carr Edward H., Η Εικοσαετής Κρίση, 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων, Μετάφραση Ηρακλεία Στροίκου, Αθήνα, Τρίτη Έκδοση, Εκδόσεις Ποιότητα, 2004.

Driault Édouard et Lhéritier Michel, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, T. V, Paris, Les presses Universitaires de France, 1926.

Droz Jacques, Histoire diplomatique de 1648 à 1919, Troisième édition, Paris, Dalloz, 1972.

Goemans H.E., War and Punishment: the causes of War Termination and the First World War, Princeton, Princeton University Press, 2012.

Kershaw Ian, Χίτλερ 1889-1936: Ύβρις, Αθήνα, Scripta, 2000.

Kershaw Ian, Στην Κόλαση των δύο Πολέμων, Ευρώπη, 1914-1949, μετ. Ελένη Αρσενίου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2016.

Kissinger Henry, Διπλωματία, Αθήνα, «Νέα Σύνορα»-Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1995.

Κοραντής Α. Ι., Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1955), Τόμος Πρώτος, Θεσσαλονίκη, 1968.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000.

Monaco Riccardo, « Les conventions entre belligérants », Recueil des Cours de l’Académie de droit international de la Haye, T. 75, 1947, pp.273-362.

Mourélos Yannis, L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre, Athènes, Institut Français d’ Athènes, 1983.

Mourélos Yannis, «Le front d’Orient dans la Grande Guerre. Enjeux et Stratégies», Colloque. La Grèce et la Guerre. Actes. Philippe Contamine, Jacques Jouanna  et Michel Zink éd., Cahiers da la Villa « Kérylos», No 26, Beaulieu-sur-Mer (Alpes-Maritimes), Paris, Diffusion de  Boccard, 2015, pp. 260-272, 271.

Renouvin Pierre, Histoire des relations Internationales, Tomes Septième, Les crises du XXe siècle, I. De 1914 à 1929, Paris, Librairie Hachette, 1957.

Renouvin Pierre, L’armistice de Rethondes : 11 novembre 1918, Paris, Gallimard, 2006.

Roucaud Michel, «La convention d’armistice du 11 novembre 1918. Une première étape pour sortir de la guerre», Revue historique des armées. En ligne], 245|2006, mis en ligne le 13 novembre 2008, consulté le 10 juillet 2018. URL:http://journals.openedition.org/rha/5672.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992.

Σφέτας Σπυρίδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, Από την Οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1934-1918), Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας, 2009.

Soutou Georges-Henri, « 1918: la fin de la Première Guerre mondiale ? », Revue historique des armées [en ligne], 251|2008, consulté le 30 septembre 2016. URL :http://rha.revues.org/288

Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, Διπλωματική Ιστορία. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες (1815-1919), Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 1991.

Jean – Claude Allain: Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Jean – Claude Allain

Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου

(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

O συνασπισμός των Κεντρικών Δυνάμεων αποσυντίθεται ακολουθώντας συμμετρικά αντίστροφη φορά από εκείνη της συγκρότησής του. Η Βουλγαρία, τέταρτη και τελευταία χώρα, που προσχώρησε τον Σεπτέμβριο του 1915, είναι η πρώτη, η οποία εγκαταλείπει τον συνασπισμό ακριβώς τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1918. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε ενεργοποιήσει στις 29 Αυγούστου του 1914 τη μυστική συμφωνία, την οποία είχε συνάψει στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους με την Γερμανία, ακολουθεί το παράδειγμα της Βουλγαρίας τον Οκτώβριο του 1918. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ο αρχαιότερος και πλέον αξιόπιστος σύμμαχος της Γερμανίας, με την οποία ήταν συνδεδεμένη με στρατιωτικές δεσμεύσεις ήδη από το 1879, καταθέτει τα όπλα στις 4 Νοεμβρίου 1918, δίχως, ωστόσο, να καταφέρει να αποφύγει τελικά τη διάλυσή της. Η ίδια η Γερμανία, απομονωμένη, αναγκάζεται να ζητήσει ανακωχή, προκειμένου να μην υποστεί στρατιωτική εισβολή εντός του εθνικού της εδάφους. Η ανακωχή υπογράφεται στις 11 Νοεμβρίου 1918. Η διαδικασία, η οποία ολοκληρώνει εντός χρονικού διαστήματος έξι, μόλις, εβδομάδων, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επαληθεύει την περίφημη θεωρία του “ντόμινο”, πολύ προτού αυτή εμφανιστεί τo 1954.

Πώς διαγραφόταν, το φθινόπωρο του 1918, η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο; Η σκέψη για ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας σε βάρος μιας Βουλγαρίας, η οποία εκπέμπει μηνύματα αδυναμίας και πολιτικής αστάθειας, άρχισε να διαμορφώνεται από τον μήνα Ιούνιο. Στόχος ήταν να εξαναγκαστεί η χώρα να εγκαταλείψει τη συμμαχία της και να αποσυρθεί από τον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, Georges Clemenceau, διέταξε στις 23 τον στρατηγό Franchet d’ Espèrey, ανώτατο διοικητή του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης, να αυξήσει την πίεση κατά μήκος του μετώπου με τη Βουλγαρία και να εκπονήσει ένα σχέδιο γενικής επίθεσης. Προς την ίδια κατεύθυνση έκλινε και το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 2ας Ιουλίου 1918, στις Βερσαλλίες. Από την πλευρά των Βρετανών, ο  υπουργός Εξωτερικών Arthur Balfour και ο υφυπουργός Robert Cecil, υπογράμμισαν, κατά την ίδια συνεδρίαση, τις αποσταθεροποιητικές παρενέργειες επί της ασταθούς Βουλγαρικής κυβέρνησης, οι οποίες μπορούσαν να προκύψουν από μια ενδεχόμενη επίθεση. Οι αρχές της Σόφιας θα βρίσκονταν ενώπιον δυο επιλογών: α) μιας συνθηκολόγησης και β) του κινδύνου μιας γενικευμένης εξέγερσης στο εσωτερικό της χώρας. Αμφότερα τα ενδεχόμενα μπορούσαν να αποβούν ιδιαίτερα επωφελή για τους Συμμάχους. Ο προκάτοχος του  Franchet d’ Espèrey στη Θεσσαλονίκη, στρατηγός Guillaumat, είχε διαβλέψει προ πολλού μια τέτοια προοπτική, δίχως, ωστόσο, να τρέφει φιλοδοξίες προέλασης των στρατευμάτων του έως την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ο Clemenceau αξιοποίησε το επιχείρημα αυτό, πείθοντας τελικά το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο να ρίξει το βάρος στον τομέα της Θεσσαλονίκης. Έτσι, μέσω διαφορετικών αναλύσεων, προέκυψε ομοφωνία μεταξύ των δυνάμεων της Συνεννοήσεως σχετικά με την προπαρασκευή μιας γενικής επίθεσης σε βάρος της Βουλγαρίας, η οποία θα εξανάγκαζε την τελευταία να αναλάβει πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της αναστολής των εχθροπραξιών.¹

Στρατηγός Louis Franchet d’ Espèrey.

Στις 5 Αυγούστου 1918, έναν, μόλις, μήνα έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης του μετώπου, ο  Franchet d’ Espèrey εξέθεσε το σχέδιο επίθεσης. Θεωρούσε το φθινόπωρο ως κατάλληλη εποχή, υπό την προϋπόθεση ενός διαρκούς και επαρκούς ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του.² Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του αντιπάλου στον σερβικό τομέα, κατά μήκος της γραμμής Οχρίδας-Μοναστηρίου-Καϊμάκτσαλαν, με αξιοποίηση του ρήγματος προς την κατεύθυνση του οδικού άξονα Πρίλεπ-Βελεσών-Σκοπίων (έδρας της ΧΙης Γερμανικής Στρατιάς του στρατηγού von Scholz). Το βάρος της επίθεσης επρόκειτο να επωμιστούν οι Γάλλοι και οι Σέρβοι. Μια δεύτερη, ταυτόχρονη, ενέργεια του ιδίου είδους προβλεπόταν στον τομέα του ποταμού Αξιού, στο ύψος της λίμνης Δοϊράνης. Την πρωτοβουλία στο σημείο αυτό θα αναλάμβαναν οι Βρετανοί και οι Έλληνες. Παρά ταύτα, οι οδηγίες σχετικά με την προοπτική αξιοποίησης ενός πιθανού ρήγματος σε βάρος των γραμμών του αντιπάλου, παρέμεναν γενικές και αόριστες: “Να τεθούν υπό έλεγχο μακρινά και κομβικής σημασίας στρατηγικά σημεία του εχθρού”³, προσδιόριζε χαρακτηριστικά η σχετική οδηγία του Γενικού Επιτελείου.⁴

Η επίθεση της 14ης Σεπτεμβρίου 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Το καλοκαίρι του 1918, τα γαλλικά στρατεύματα στο Θέατρο της Θεσσαλονίκης ανέρχονται σε 258.000 άνδρες (16 Αυγούστου)⁵ και σε 196.000 (15 Σεπτεμβρίου, ημέρα εξαπόλυσης της επίθεσης).⁶ Η μείωση του αριθμού είναι συνεχής (έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής το δυναμικό πέφτει στους 150.000 άνδρες) και θεωρείται φυσιολογικό φαινόμενο, παρά την ενεργό συμμετοχή αποικιακών στρατευμάτων, προερχομένων από τις αφρικανικές κτήσεις (Σενεγαλέζοι και Μαροκινοί). Μάλιστα, η αριθμητική κάμψη των Γαλλων παρατηρείται ακριβώς τη στιγμή, που η συνολική ισχύς των Συμμάχων αγγίζει το υψηλότερο σημείο: 570.000 άνδρες, εκ των οποίων 130.000 Βρετανοί και Ινδοί, 40.000 Ιταλοί, 140.000 Σέρβοι και 150.000 Έλληνες.⁷ Αντιστρόφως ανάλογη φορά ακολουθεί η αριθμητική ισχύς των Ελλήνων και των Σέρβων. Σημειώνει συνεχή ανοδική πορεία, γεγονός που εκτιμάται και με πολιτικά δεδομένα στην έδρα του Ανώτατου Συμμαχικού Στρατηγείου, στο Chantilly. Οι οδηγίες του Clemenceau τόσο πριν, όσο και έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης, είναι ενδεικτικές: “Το βάρος της όλης προσπάθειας αναλογεί ουσιαστικά στα βαλκανικά στρατεύματα, τα οποία έχουμε συμφέρον να ενεργοποιήσουμε κατά προτίμηση εντός του εθνικού τους εδάφους και οργανωμένα σε μονάδες υπό την υψηλή εποπτεία Γάλλων και Βρετανών αξιωματικών”.⁸ Με αυτό, ακριβώς, το πνεύμα, ο  Franchet d’ Espèrey είχε προχωρήσει στην εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης.

Παρόλες τις αντιρρήσεις των Βρετανών, οι οποίοι δεν έκρυβαν την προτίμησή τους για μια επίθεση προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης, που θα ανακούφιζε τα στρατεύματα του στρατηγού Allenby στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, το σχέδιο του Franchet d’ Espèrey υιοθετήθηκε τελικά από όλες τις πλευρές. Δεν απέμενε παρά η επιλογή της κατάλληλης ημερομηνίας. Όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες διέφυγαν της προσοχής του εχθρού, το ηθικό του οποίου εκτιμάτο μέτριο (πρόκειται, ωστόσο, για έναν λανθασμένο υπολογισμό, με γνώμονα πληροφορίες αποσπασμένες από λιποτάκτες και αιχμαλώτους πολέμου). Αντίθετα, εκείνο των Συμμάχων εθεωρείτο άριστο και ενισχυμένο από τις πρόσφατες στρατιωτικές επιτυχίες των Γάλλων στο Δυτικό μέτωπο.⁹ Η έκπληξη ως προς τον απρόσμενα αποφασιστικό βαθμό αντίστασης των Βουλγάρων την κρίσιμη στιγμή θα είναι μεγάλη αργότερα, με αποτέλεσμα στις διάφορες αναφορές, με αποδέκτες τα ανώτατα κλιμάκια της ηγεσίας, να καταβληθεί προσπάθεια προκειμένου να υποβαθμιστεί.

Πάντως, για την ώρα, όλα τα δεδομένα συνηγορούν πως οι συνθήκες είναι ιδανικές συμπεριλαμβανομένων και των μετεωρολογικών προβλέψεων. Στις 5 και 9 Σεπτεμβρίου, ο Franchet d’ Espèrey ζητεί επίμονα άδεια για έναρξη της επίθεσης: “Χρειαζόμαστε καλές καιρικές συνθήκες ούτως ώστε να επιτεθούμε, κυρίως δε, προκειμένου να συνεχίσουμε την προέλαση και να οργανώσουμε τις επικοινωνίες μας σε μια ορεινή περιοχή (…). Η επιχείρηση είναι ώριμη και οποιαδήποτε καθυστέρηση κινδυνεύει να αποβεί μοιραία”.¹º Στις 10 του μηνός, ο Clemenceau, εφοδιασμένος με τη συγκατάθεση Βρετανών και Ιταλών, διαβίβασε προς τη Θεσσαλονίκη την πολυπόθητη άδεια (“Μπορείτε να εξαπολύσετε την επίθεση όποτε εσείς το κρίνετε σκόπιμο”).¹¹ Τελικά, επελέγη η 14η Σεπτεμβρίου ως ημερομηνία έναρξης των προπαρασκευαστικών βομβαρδισμών από το πυροβολικό (εκ των υστέρων τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν πενιχρά εξαιτίας της καλής οχύρωσης των Βουλγάρων σε βραχώδες έδαφος).

Η επίθεση αυτή καθεαυτή ορίστηκε για την επομένη, 15 Σεπτεμβρίου 1918.¹² Την εξαπέλυσαν στον κεντρικό τομέα η ΙΙη Σερβική Στρατιά και δυο Μεραρχίες του Γαλλικού στρατού (η 122α Πεζικού και η 17η Ιππικού). Με τη δύση του ηλίου, το ρήγμα στις εχθρικές θέσεις ανέρχεται σε 7 χλμ. βάθους, σε ένα μέτωπο μήκους 25 χλμ. Οι δυο Βουλγαρικές Μεραρχίες (2η και 3η) καθώς και ένα Γερμανικό Τάγμα, που είχαν αναλάβει την κάλυψη της περιοχής, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τα βόρεια.¹³ Το αποκτηθέν από τη μάχη του Σόκολ πλεονέκτημα, επιτρέπει στους Συμμάχους να εξαπολύσουν, στις 18 Σεπτεμβρίου, την δεύτερη προγραμματισμένη επίθεση, στον τομέα της Δοϊράνης, με τη σύμπραξη δύο Ελληνικών και δύο Βρετανικών Μεραρχιών.¹⁴ Πέντε ημέρες αργότερα, η υποχώρηση των Γερμανο-Βουλγάρων είναι γενική, μεταξύ Μοναστηρίου και  Δοϊράνης. Στον κάθετο άξονα Μοναστηρίου-Πρίλεπ-Βελεσών επικρατεί συμφόρηση εξαιτίας των υποχωρούντων στρατευμάτων, ενώ η σύγχυση στις γραμμές του αντιπάλου επιτείνεται από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς, στους οποίους προβαίνει η Συμμαχική αεροπορία.¹⁵ Το Πρίλεπ καταλαμβάνεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 29, τα Συμμαχικά στρατεύματα εισέρχονται στα Σκόπια. Στον ανατολικό τομέα του μετώπου, η προέλαση είναι εξίσου νικηφόρα. Η κατάληψη της Στρώμνιτσας στις 26 Σεπτεμβρίου, σηματοδοτεί την είσοδο των Συμμαχικών στρατευμάτων εντός του Βουλγαρικού εδάφους.¹⁶

Η μάχη του Σόκολ (15 Σεπτεμβρίου 1918)

Ο  Franchet d’ Espèrey θριαμβολογεί: “Πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη νίκη”, τηλεγραφεί προς το Παρίσι στις 23 Σεπτεμβρίου, απαριθμώντας αιχμαλώτους και πυροβόλα, που έπεσαν στα χέρια των Συμμάχων. “Η υποχώρηση του εχθρού έπειτα από δεκατρείς ημέρες στρατιωτικών επιχειρήσεων, έχει προσλάβει διαστάσεις πανωλεθρίας”, διαπιστώνει την 1η Οκτωβρίου.¹⁷ Την ίδια, ακριβώς, αίσθηση έχει και ο Ludendorff στο αρχηγείο του Γερμανικού στρατού, στην πόλη Σπα. Επιθυμώντας να γεφυρώσει ένα ρήγμα, που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο τόσο για την ασφάλεια της Σόφιας όσο και για εκείνη της Κωνσταντινούπολης, διέταξε τη μεταφορά της 217ης Γερμανικής Μεραρχίας από την Ουκρανία και τη συγκέντρωση άλλων πέντε γύρω από την Νις. Ο τσάρος Φερδινάνδος εγκαταλείπει τα Σκόπια και αναζητεί την προστασία των Γερμανών, επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας.¹⁸ Ωστόσο, οι εξελίξεις τον ξεπερνούν, καθώς η κυβέρνηση της Σόφιας ενεργοποιεί τη διαδικασία της ανακωχής.

Είναι γεγονός πως, πέρα από τις επιτυχίες στο πεδίο των μαχών, η Συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου εκπλήρωσε και τον πολιτικό της στόχο, θέτωντας τέλος σε μια ολόκληρη σειρά από παρασκηνιακές διεργασίες. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ, οι οποίες δεν τελούν υπό καθεστώς πολέμου με τη Βουλγαρία, βρίσκονται, από τον Ιανουάριο του 1918, σε επαφή μαζί της μέσω της πρεσβείας τους στη Βέρνη. Χρέη μεσάζοντος εκτελεί ο Teodor Sipkov, πρόσωπο του αμέσου περιβάλλοντος του τσάρου Φερδινάνδου. Οι Γερμανοί διατηρούσαν έναν δεύτερο δίαυλο επικοινωνίας με έναν Αμερικανό παρατηρητή, ονόματι George Herron. Η όλη υπόθεση αποκαλύφθηκε από την Washington Post. Τον Ιούνιο, οι Βρετανοί υπολογίζουν σε μια εξέγερση του Βουλγαρικού λαού, εάν όχι και σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και η τελική ευθυγράμμισή τους με την σχεδιαζόμενη επίθεση  του Franchet d’ Espèrey.¹⁹ Από τη δική τους πλευρά, Γάλλοι, Ιταλοί και Βαλκάνιοι είναι ιδιαίτερα σκεπτικοί και επιφυλακτικοί. Ειδικότερα, φοβούνται τους Βούλγαρους. Τους θεωρούν ειδήμονες στον τομέα της μηχανορραφίας. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Stephen Pichon, τυγχάνει να γνωρίζει προσωπικά τον Φερδινάνδο. Δεν τρέφει καθόλου εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Vittorio Emanuele Orlando, είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικός: H Βουλγαρία “είναι η πιο αναξιόπιστη χώρα αυτού του πολέμου. Λίγο δύσκολο, βέβαια, με την παρουσία της Γερμανίας στο πλευρό της. Πέρα ως πέρα αληθινό, ωστόσο”. Προσηλωμένος στον στόχο, δηλαδή τη θέση της Βουλγαρίας εκτός του συνασπισμού των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Robert Cecil, είναι της άποψης πως οι Σύμμαχοι οφείλουν να δείξουν κάποιου είδους κατανόηση προς αυτήν. Προβαίνει, επομένως, σε έναν διαχωρισμό μεταξύ ηθικής και πολιτικής (“Ο δόλιος χαρακτήρας του βασιλέα δεν πρέπει να μας τυφλώνει”). Αντίθετα, ο Pichon είναι της άποψης πως, των όποιων διαπραγματεύσεων, οφείλει να προηγηθεί μια στρατιωτική ήττα.²º

Την ίδια την ημέρα εκδήλωσης της Συμμαχικής επίθεσης (15 Σεπτεμβρίου), η πρεσβεία της Ισπανίας στο Παρίσι διεμήνυσε πως ήδη από τις 9 του ιδίου μήνα, η κυβέρνηση της Σόφιας είχε εκφράσει επιθυμία για έναρξη διαπραγματεύσεων στη Βέρνη, με αντικείμενο την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου. Ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Jules Cambon, γενικού γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών, συστήνει προσοχή (“Η πρόταση αυτή είναι πιθανό να υποκρύπτει προσπάθεια έναρξης διαπραγματεύσεων”).²¹ Η καθυστέρηση διαβίβασης όλων των παραπάνω έμμεσων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την ταχύτατη εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατέστησαν ανενεργά τα όποια ανοίγματα. Οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, σε βαθμό που προκαταλαμβάνουν κι αυτό, ακόμη, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο.

Πράγματι, στις 26 Σεπτεμβρίου, στον βρετανικό τομέα της Στρώμνιτσας, παρουσιάστηκε ένας Βούλγαρος αξιωματικός. Ήταν κομιστής ενός μηνύματος από τον ανώτατο διοικητή, στρατηγό Todorov, ο οποίος ζητούσε 48ωρη αναστολή των εχθροπραξιών, που θα επέτρεπε την αποστολή δυο επίσημων εκπροσώπων, εξουσιοδοτημένων για έναρξη διαπραγματεύσεων. Ο  Franchet d’ Espèrey δεν απέκλειε μια εξέλιξη αυτού του είδους. Διαπιστώνοντας, τρεις ημέρες νωρίτερα, τους ρυθμούς της Συμμαχικής προέλασης, είχε διαμηνύσει προς τους διοικητές των μονάδων της πρώτης γραμμής ότι έπρεπε να υποδεχθούν ενδεχόμενους απεσταλμένους του αντιπάλου, δίχως, ωστόσο, να μειώσουν την στρατιωτική πίεση. Φοβούμενος μήπως επρόκειτο για ενέργεια αντιπερισπασμού με στόχο τη διασφάλιση πολύτιμου χρόνου, ο οποίος θα επέτρεπε στους Βούλγαρους να ανασυνταχθούν, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης απάντησε, στις 27, προς τον Todorov, μέσω του ιδίου μεσάζοντα, πως, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε πλήρη εξέλιξη, δεν ήταν δυνατό να συναινέσει σε αναστολή εχθροπραξιών, πόσο μάλλον σε υπογραφή ανακωχής. Πρόσθεσε όμως, ότι θα υποδεχόταν με τον προσήκοντα σεβασμό τους δυο εντεταλμένους της Βουλγαρικής κυβέρνησης.Δεν έχουν παρά να παρουσιαστούν μπροστά από τις βρετανικές γραμμές”.²²

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν την ίδια ημέρα και σε άλλους τομείς του μετώπου. Έλληνες διοικητές μονάδων υπήρξαν αποδέκτες μηνυμάτων με το ερώτημα εάν και κατά πόσο η Βουλγαρική πρωτοβουλία της προηγουμένης είχε γίνει αποδεκτή. Ταυτόχρονα, καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη μέσω της διπλωματικής οδού, ένα αίτημα εκ μέρους της κυβέρνησης της Σόφιας περί διαμεσολάβησης των ΗΠΑ. Συντάκτης είναι ο Robert Murphy, επιτετραμμένος της Αμερικανικής πρεσβείας στη βουλγαρική πρωτεύουσα. Το αίτημα αποστέλλεται στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να διαβιβασθεί, κατόπιν, στην Ουάσινγκτον. Πρόκειται για τη δεύτερη, κατά σειρά, έκκληση του πρωθυπουργού Malinov. Είχε προηγηθεί, στις 21 Σεπτεμβρίου, η αποστολή, προς όλους τους εμπολέμους, μιας πρότασης για ειρήνη καθώς και ένα αίτημα για μεσολάβηση των ΗΠΑ. Το τελευταίο στάλθηκε προς τον πρόεδρο Wilson, δια μέσου της Αμερικανικής πρεσβείας στη Βέρνη. Ο Malinov δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς την τελική έκβαση των επιχειρήσεων. Είχε, προηγουμένως, ζητήσει ενημέρωση από τους στρατιωτικούς συμβούλους του. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει τα όπλα, οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες και η Υψηλή Πύλη του υποσχέθηκαν, στις 22 του μηνός, την προσάρτηση της Δοβρουτσάς, την οποία ανέκαθεν διεκδικούσε η Βουλγαρία από τη Ρουμανία. Στις 25 Σεπτεμβρίου, αμέσως έπειτα από την απώλεια του Πρίλεπ, ο Malinov απηύθυνε προς τις ΗΠΑ νέα έκκληση. Συνοδευόταν από μια ένθερμη επιχειρηματολογία του Murphy, σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία εμφανιζόταν πως ευθύς εξαρχής είχε εναντιωθεί στο όλο πρόγραμμα της Γερμανίας, ειδικότερα δε έπειτα από τους λόγους του προέδρου Wilson, του οποίου οι αρχές “έχουν υιοθετηθεί άνευ επιφυλάξεων από το σύνολο του Βουλγαρικού λαού”. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Malinov ήταν η έμπρακτη απόδειξη! Ο Murphy υποστήριζε, δίχως να μπορεί να αποφύγει τις αντιφάσεις, πως “η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να θεωρεί ως διακοπείσες τις σχέσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις, από τη στιγμή που οι τελευταίες δεν είχαν εκπληρώσει τις δεσμεύσεις τους έναντι της Βουλγαρίας”. Ο καταπονημένος και άσχημα καθοδηγημένος αυτός λαός ήταν, πάντοτε και με όλη του την καρδιά, αφοσιωμένος στις ΗΠΑ (“have always at heart been with US”). Έπρεπε, επομένως, να αισθανθεί κάποιου είδους ικανοποίηση, πόσο μάλλον “από τη στιγμή που είναι έτοιμος να ακολουθήσει με ενθουσιασμό τη γραμμή της Αμερικής”. Προφανώς, η εν γένει στάση του Murphy ήταν εκείνη που έπεισε τον υπουργό Οικονομικών Liaptchev να του προτείνει να συνοδεύσει την επιτροπή ανακωχής.²³

Robert Daniel Murphy.

Ευθύς εξαρχής, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως διέβλεψαν στην πρωτοβουλία του Murphy ένα σχέδιο συνομολόγησης χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Επρόκειτο για μια προοπτική, την οποία απέρριπταν τόσο ο Clemenceau όσο και το Foreign Office, όπου ο Balfour και ο Cecil εκτιμούν πως “ο εν λόγω κατώτερος υπάλληλος παρενέβη στην υπόθεση των διαπραγματεύσεων δίχως να διαθέτει εξουσιοδότηση από τους προϊσταμένους του”. Αυτό ακριβώς διαβεβαίωσε την ίδια ημέρα ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing, προς τον πρέσβυ της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Αμερικανική πρωτεύουσα, Jules Jusserand. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του, ο Murphy ενεπλάκη αυτοβούλως, δίχως την παραμικρή οδηγία. Κατόπιν τούτου, η Κεντρική Υπηρεσία προχώρησε στην ανάκλησή του από τη Σόφια. Ενέργεια επιτακτική, προκειμένου να εξευμενιστούν οι Γάλλοι.²⁴ Όμως, πρόκειται για μια επίπληξη, η οποία έλαβε χώρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με την Βουλγαρία. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Wilson, μόλις πληροφορήθηκε το αίτημα της κυβέρνησης της Σόφιας, τηλεγράφησε προς τον Murphy τη σύμφωνη γνώμη του για μια Αμερικανική διαμεσολάβηση υπό όρους. Μεταξύ των όρων αυτών συμπεριλαμβάνονταν η πλήρης απόσυρση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από τη Σερβία και η ελεύθερη χρήση του εδάφους της Βουλγαρίας από τους Συμμάχους για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Το παραπάνω κρυπτογράφημα του Wilson έφτασε στον προορισμό του με καθυστέρηση και ενώ είχε, εν τω μεταξύ, υπογραφεί η πράξη της ανακωχής.²⁵

Αδιαφορώντας για τις παραπάνω ζυμώσεις, ο  Franchet d’ Espèrey υπέβαλε, προς έγκριση, στο Παρίσι τις προτάσεις του για ανακωχή. Συνάμα ζήτησε την αποστολή εξειδικευμένου προσωπικού για να μπορέσει να παρασύρει εκ νέου την, απαλλαγμένη πλέον από τον Βουλγαρικό κίνδυνο, Ρουμανία στον πόλεμο. Τη νύκτα της 27ης προς 28η Σεπτεμβρίου, ο Clemenceau τηλεγράφησε την πλήρη συναίνεσή του, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να τηρηθούν υπό έλεγχο στρατηγικής σημασίας σημεία. Συνέστησε την αποφυγή οποιασδήποτε συζήτησης γύρω από τη Ρουμανία.²⁶ Ως προς τη χώρα αυτή, στις 30 Σεπτεμβρίου στάλθηκε στο Ιάσιο ειδική αντιπροσωπεία υπό τον στρατηγό Berthelot.²⁷ Εκείνο, που προκαλεί εύλογα ερωτηματικά, είναι το περιεχόμενο ενός δευτέρου τηλεγραφήματος εκ μέρους του Clemenceau και αποδέκτη τον Franchet d’ Espèrey, με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου, όπου ο Γάλλος πρωθυπουργός επιφυλάσσεται να στείλει νέες οδηγίες κατόπιν συνεννοήσεως με τους υπόλοιπους Συμμάχους. Στο ίδιο τηλεγράφημα δεν παραλείπει να…συγχαρεί τον στρατηγό για την υπογραφή της ανακωχής και να τον ενημερώσει για την επικείμενη παρασημοφόρησή του!²⁸ Πρόκειται, πιθανότατα, για άλλοθι έναντι των Συμμάχων, καθώς η συναίνεση στις προτάσεις του  Franchet d’ Espèrey, δυο μέρες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί δίχως τη συγκατάθεση των τελευταίων. Όπως και να έχει το ζήτημα, στη Θεσσαλονίκη τα πάντα ήταν έτοιμα όταν, στις 16.00 μ.μ. της 28ης Σεπτεμβρίου κατέφθασε η Βουλγαρική αντιπροσωπεία. Στελέχη της ήταν ο υπουργός Οικονομικών  Liaptchev, ο στρατηγός Lukov, διοικητής της ΙΙης Στρατιάς, ο πληρεξούσιος υπουργός Radev και δυο αξιωματικοί. Χρειάστηκαν μόλις τρεις συνεδριάσεις κατά την επόμενη μέρα, 29 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να συνταχθεί η τελική πράξη της ανακωχής. Υπογράφηκε στις 23.00 μ.μ. με έναρξη ισχύος την 30ή Σεπτεμβρίου 1918 στις 12 το μεσημέρι.²⁹

Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου 1918. Άφιξη του στρατηγού Lukov.

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σφαιρικά. ³º Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Η όλη διαδικασία λειτουργούσε στη συνείδηση των Συμμάχων ως προπομπός των όσων ανέμεναν πως θα  ακολουθούσαν αργότερα, με τα σύμμαχα κράτη της Βουλγαρίας. Δεν ήταν, επομένως, προς το συμφέρον τους να δουν τις συνομιλίες να ναυαγούν από λάθος ή εξαιτίας επίδειξης αδιαλλαξίας. Αντίθετα, η ευόδωση των διαπραγματεύσεων πίστευαν ότι θα είχε μεταδοτική επίδραση πάνω στις κυβερνήσεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αν μη τι άλλο, θα τις θορυβούσε. Κατά δεύτερο λόγο, το είδος των σχέσεων της διασυμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης της Θεσσαλονίκης με τις Βουλγαρικές αρχές δεν μπορούσε κατά κανένα τρόπο να αντιπαραβληθεί με το πνεύμα, το οποίο χαρακτήριζε τις διμερείς Γαλλο-Γερμανικές ή Αυστρο-Ιταλικές σχέσεις. Ενδεχομένως το κλιμα να ήταν πιο βεβαρυμένο εάν στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν εκπρόσωποι της Ελλάδας και της Σερβίας, κάτι που, όμως, δεν συνέβη τελικά. Η υποδοχή εκ μέρους του  Franchet d’ Espèrey είναι παραπάνω από τυπική. Στην εναρκτήρια παρέμβασή του δεν κρύβει την ικανοποίησή του για την επιλογή της Βουλγαρικής κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας πως η στάση της τελευταίας υπήρξε ανέκαθεν “έντιμη έναντι των Γάλλων”. Αυτές οι φιλοφρονήσεις συνοδεύονταν, πάντως, και από απειλές: η Βουλγαρία δεν είχε άλλη επιλογή εάν επιθυμούσε να αποφύγει την εισβολή, την κατάληψη του εθνικού της εδάφους και την επιβολή μιας νέας κυβέρνησης. Βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος του νικητή. Η δευτερεύουσα συμβολή της στον πόλεμο επέτρεπε να της επιδειχθεί κάποιο είδος επιείκιας, μόνο και μόνο προκειμένου οι Σύμμαχοι να εξοικονομήσουν δυνάμεις αποφεύγοντας μια παράταση των εχθροπραξιών μαζί της. Κυρίως όμως, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένος να παρασυρθεί από την επιδέξια διαλεκτική των συνομιλητών του.

Πράγματι, ο Liaptchev ξεδίπλωσε ολόκληρη επιχειρηματολογία με επίκεντρο την επάνοδο της Βουλγαρίας σε καθεστώς ουδετερότητας. Η χώρα θα επέστρεφε στα προ του πολέμου σύνορά της, επιτρέποντας τη διάβαση από το έδαφός της των Συμμαχικών στρατευμάτων. Σκοπός ήταν, σε ένα δεύτερο στάδιο η πράξη της ανακωχής να μεταλλαχθεί σε πραγματική ανατροπή των συμμαχιών. “Πρακτικά, γινόμαστε σύμμαχοί σας”, υποστήριξε. Ο  Franchet d’ Espèrey διέκρινε την παγίδα. Η Βουλγαρία είναι ηττημένη και οφείλει να πληρώσει. Εάν επιθυμούσε ειλικρινά να τηρήσει στάση ουδετερότητας, για ποιό λόγο δεν το είχε πράξει πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου; Εξακολουθεί δε  να παραμένει στρατιωτική ζώνη. “Ούτε ουδέτεροι, ούτε σύμμαχοι. Είστε ηττημένοι”. Ο  Liaptchev αναγκάζεται να το παραδεχθεί. Οι διαπραγματευτικοί του ελιγμοί δεν θα τραβήξουν σε μάκρος. Το μόνο, που ενδεχομένως πέτυχαν, είναι κάποια ανεπαίσθητη μείωση τις πίεσης ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων της ανακωχής.

Όταν οι συνομιλίες στράφηκαν στο ζήτημα της αποστράτευσης και της άμεσης εκκένωσης των Σερβικών και Ελληνικών εδαφών,  ο στρατηγός Lukov ζήτησε την παραμονή υπό τα όπλα του συνόλου των μονάδων του Βουλγαρικού ιππικού. Ήταν ο μόνος τρόπος, υποστήριξε, προκειμένου η χώρα του να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο επίθεσης από τον Οθωμανικό στρατό, καθώς το τουρκικό επιτελείο είχε συγκεντρώσει δύναμη 100.000 ανδρών βορείως της Αδριανούπολης. Ειδάλλως, αργά ή γρήγορα, τις δυνάμεις αυτές θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι οι Σύμμαχοι. Από την άλλη πλευρά, μια πλήρης αποστράτευση και εκκένωση των Σερβικών εδαφών θα ενθάρρυνε Γερμανούς και Αυστριακούς να επεκτείνουν την κατοχή τους σε περιοχές, οι οποίες θα παρέμεναν άνευ προστασίας, καθώς τα Συμμαχικά στρατεύματα βρίσκονταν ακόμη σε μεγάλη απόσταση από αυτές. Πρόκειται για ένα επιχείρημα, το οποίο δεν στερείται λογικής. Ο Franchet d’ Espèrey αντέδρασε ακαριαία. Τρια σώματα Βουλγαρικού ιππικού θα παρέμεναν σε επιφυλακή πλησίον των συνόρων με την Τουρκία. Η ΧΙη Γερμανική Στρατιά, η οποία είχε πολεμήσει στο πλευρό των Βουλγάρων, επρόκειτο να αφοπλιστεί και να αιχμαλωτιστεί. Οι διπλωματικοί και προξενικοί υπάλληλοι της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, καθώς και όλοι οι υπήκοοι των δυο παραπάνω χωρών θα είχαν διορία τεσσάρων εβδομάδων, προκειμένου να αποσυρθούν. Πρόκειται για το άρθρο 7 της πράξης ανακωχής, το οποίο πλαισιώνεται από μια μυστική διάταξη: την πλήρη διακοπή κάθε είδους σχέσεων της Βουλγαρίας με τους μέχρι τούδε συμμάχους της. Πρόκειται για καλυμμένη διακοπή διπλωματικών σχέσεων, διχως να απαιτείται η ανάκληση των διαπιστευμένων εκπροσώπων.

Η παράδοση του πολεμικού υλικού ενεργοποίησε νέο γύρο θρήνων εκ μέρους του  Liaptchev, ο οποίος θεώρησε τις διατάξεις αυτές ως σκλήρυνση των όρων της ανακωχής, με συνακόλουθο τον κίνδυνο πρόκλησης ταραχών στη Σόφια και εισβολής της χώρας από τα στρατεύματα του Mackensen. Το όλο πρόβλημα τέθηκε με αφορμή την παράδοση, στους Έλληνες, του υλικού του, έγκλειστου στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας,  Δ΄ Σώματος Στρατού. Από το παραπάνω υλικό είχε παραμείνει στα χέρια των Βουλγάρων ο βαρύς οπλισμός. Ο  Franchet d’ Espèrey υπήρξε ανένδοτος και οι συζητήσεις περιορίστηκαν, μοιραία, στην επιλογή των σημείων εκείνων, κοντά στα σύνορα, όπου θα συντελείτο η παράδοση.

Μέλη της Βουλγαρικής αντιπροσωπείας. Στο κέντρο διακρίνεται ο Andrei Liaptchev.

Ένα θέμα, το οποίο απασχολούσε σοβαρά τους Βούλγαρους εντεταλμένους, ήταν η προοπτική μιας στρατιωτικής κατοχής της χώρας τους. Για τον  Franchet d’ Espèrey κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτοσκοπός. Εκείνο, που τον ενδιέφερε ήταν η εξασφάλιση επιχειρησιακών βάσεων για τα Συμμαχικά στρατεύματα. Επομένως, συνόδευσε την κατ αρχήν απαίτηση περί στρατιωτικής κατοχής, με την απαρίθμηση των μέτρων εκείνων, τα οποία θα καθιστούσαν την τελευταία λιγότερο επαχθή. Συγκεκριμένα, επικέντρωσε την πίεσή του στην πλήρη θέση υπό έλεγχο του σιδηροδρομικού δικτύου καθώς και ορισμένων σημείων της Βουλγαρικής επικράτειας με στρατηγική αξία. Στόχος ήταν η διασφάλιση της δυνατότητας διάβασης των Συμμαχικών στρατευμάτων προς βορρά και προς ανατολάς, καθώς και η απρόσκοπτη μεταφορά τους δια μέσου της χώρας. Ο διπλωμάτης Radev πρότεινε απλή άσκηση ελέγχου επί του σιδηροδρομικού δικτύου. Δίχως να απορρίψει την προοπτική της κατάληψης των στρατηγικών σημείων από τους Συμμάχους, ζήτησε να εξαιρεθεί η Ελλάδα από το μέτρο αυτό. Ο   Franchet d’ Espèrey αρνήθηκε μια διάκριση τέτοιου είδους. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που έδειξε να χάνει την αυτοκυριαρχία του. Πόσο μάλλον που το συγκεκριμένο επιχείρημα του Radev πλαισιώθηκε από τον ελιγμό να εμφανιστεί η Βουλγαρία ως ουδέτερη. Ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου της Θεσσαλονίκης δήλωσε πως οι Σύμμαχοι είναι “ένα σύμπλεγμα ελεύθερων λαών” και όχι “μια συμμορία δουλοπρεπών” όπως οι Κεντρικές Δυνάμεις. Ως εκ τούτου, Έλληνες και Σέρβοι θα συμμετείχαν επί ίσοις όροις στο ζήτημα της στρατιωτικής κατοχής.

Η ανακοίνωση της ανακωχής στο γαλλικό τύπο

Το όλο θέμα αναβλήθηκε για την απογευματινή συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου. Ο λόγος ήταν η αναζήτηση μιας φόρμουλας, υπό την μορφή μιας μυστικής προσθήκης στο τελικό κείμενο, που να καθησυχάζει τους φόβους των Βουλγάρων για ξέσπασμα εσωτερικών ταραχών ή, ακόμη, και για μια δυναμική αντίδραση εκ μέρους της Γερμανίας. Στη δημοσιοποιημένη σύμβαση δεν θα γινόταν χρήση του όρου  “στρατιωτική κατοχή”, παρά το γεγονός ότι θα υπήρχε τέτοια κατοχή, περιορισμένη στα στρατηγικά σημεία, ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση των συμβατικών δεσμεύσεων. Θα απαγορευόταν στις αρχές κατοχής η χρήση κατασταλτικών μέτρων ή το δικαίωμα προσφυγής σε αυθαίρετες επιτάξεις, με βάση μια διατύπωση, η οποία άφηνε ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για διαφορετικές, μεταξύ τους, ερμηνείες. Στην πόλη της Σόφιας δεν επρόκειτο να επιβληθεί στρατιωτική κατοχή, παρά μόνο εφόσον το απαιτούσαν οι συνθήκες. Στο μυστικό παράρτημα της σύμβασης ανακωχής, απαριθμούνταν όλα τα δίκτυα συγκοινωνιών, επικοινωνιών και κοινής οφέλειας, τα οποία επρόκειτο να τεθούν υπό Συμμαχικο έλεγχο: οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες και δίκτυο ύδρευσης. Τα πλοία των Συμμάχων και των ουδετέρων κρατών θα  έκαναν ελεύθερη χρήση των λιμενικών εγκαταστάσεων (το σημείο αυτό συμπεριλήφθηκε στο μυστικό παράρτημα εξαιτίας της εγγύτητας με το τουρκικό μέτωπο). Ωστόσο, το κείμενο δεν προβαίνει σε λεπτομερείς περιγραφές: ο τρόπος χρήσης π.χ. των σιδηροδρόμων, του μακρόθεν σημαντικότερου από τα παραπάνω δίκτυα, θα αποτελούσε αντικείμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων με τις Βουλγαρικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύχθηκαν άσκοπες καθυστερήσεις στην όλη διαδικασία υπογραφής της ανακωχής, μιας πράξης, την οποία αποζητούσαν, σε τελευταία ανάλυση, αμφότερα τα μέρη.

Τηρουμένων των αναλογιών, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τη Βουλγαρία. Οι όροι της ανακωχής αποτελούσαν το λιγότερο, που μπορούσε να απαιτήσει κανείς από αυτήν. Το μελλον διαγραφόταν ανοικτό, καθώς τίποτε δεν προδιέγραφε, για την ώρα, τις προθέσεις των νικητών σχετικά με το περιεχόμενο της μελλοντικής Συνθήκης Ειρήνης, με εξαίρεση την αποκατάσταση των συνόρων με τη Σερβία και με την Ελλάδα, έτσι όπως αυτά είχαν πριν από την παρέμβαση της Βουλγαρίας στον πόλεμο. Κατά τα άλλα, η ανακωχή ήταν στρατιωτικής και μόνο φύσεως. Επιπρόσθετα, η γεωπολιτική της αξία, μόνο πλεονεκτήματα της εξασφάλιζε προς ανατολάς. Οι Σύμμαχοι προσέβλεπαν στη χρήση του εδάφους της. Δεν είχαν ανάγκη από την ίδια. Η χρήση αυτή ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί δίχως την ενεργό συνδρομή της χώρας, εάν χρειαζόταν δε, ακόμα και ενάντια στη θέλησή της. Το ίδιο, ουσιαστικά, είχαν πράξει τρία χρόνια νωρίτερα οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες, αντικειμενικός στόχος των οποίων ήταν ο πλήρης έλεγχος των δυο στρατηγικής σημασίας οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων προς βορρά (Ρουμανία) και προς τα νοτιοανατολικά (Κωνσταντινούπολη). Οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως επέδειξαν ανάλογη μετριοπάθεια. Ο Αλέξανδρος της Σερβίας και ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέστησαν σαφές προς τον  Franchet d’ Espèrey πως δεν σκόπευαν να επιμείνουν σε μια στρατιωτική κατάληψη της Σόφιας, αλλά ούτε και να συμμετάσχουν στον έλεγχο των στρατηγικών σημείων.³¹ Άλλωστε, αυτή ήταν και η επιθυμία του στρατηγού, παρά τις δηλώσεις του περί ισότιμης συμμετοχής των Συμμάχων. Το συμφέρον καθώς και η κοινή λογική υπαγόρευαν ότι η Βουλγαρία δεν έπρεπε να υποστεί άσκοπη ταπείνωση πληρώνοντας το τίμημα της ήττας. Το Παρίσι εξέπεμπε στο ίδιο μήκος κύματος. Ο Clemenceau τηλεγράφησε προς τη Θεσσαλονίκη πως η ελληνική στρατιωτική παρουσία έπρεπε να περιοριστεί στα εδάφη εκείνα, τα οποία ανήκαν προπολεμικά στην Ελλάδα. Το ίδιο θα ίσχυε, αντίστοιχα, και για τους Σέρβους. Ο  Franchet d’ Espèrey ήταν εκείνος, ο οποίος θα όριζε τις συνθήκες της στρατιωτικής κατοχής του υπόλοιπου εδάφους, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά στρατεύματα ανήκοντα στη Συνεννόηση. Μόνο έτσι ήταν δυνατό να αποσοβηθούν εθνοτικές συγκρούσεις, αλλά και μια αρνητική αντίδραση της Βουλγαρικής κοινής γνώμης σε βάρος των Συμμάχων. “Εννοείται πως δεν πρέπει σε καμία στιγμή και με κανένα τρόπο να παρέμβετε στις εσωτερικές υποθέσεις της Βουλγαρίας, παρά μόνο αν κάτι τέτοιο θεωρηθεί απαραίτητο για στρατιωτικούς λόγους”, συνέχιζε το τηλεγράφημα. Αλλά ακόμα και ως προς αυτό, το Παρίσι έπρεπε να τηρηθεί ενήμερο εγκαίρως.³² Με άλλα λόγια, ο Clemenceau εξουδετέρωνε προληπτικά οποιαδήποτε ενδεχόμενη πρόθεση του στρατηγού να συμπεριφερθεί ως ανθύπατος. Ούτε ήταν σκοπός να προκριθεί το πολιτικό μέλλον της χώρας. Οι Σύμμαχοι δεν επιθυμούσαν να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους τις υπάρχουσες ενδοκυβερνητικές τριβές. “Στόχος μας δεν είναι να προκαλέσουμε μια επανάσταση, ούτε καν ταραχές, αλλά ούτε και να προωθηθούμε περισσότερο εντός της Βουλγαρικής επικράτειας”³³. Απόλυτα κατανοητό εφόσον το ζητούμενο ήταν απλώς η χρήση του εδάφους της για περαιτέρω επιχειρήσεις προς τα βόρεια και τα νοτιοανατολικά. Τελικά, οι ίδιοι οι Βούλγαροι διευκόλυναν τις εξελίξεις κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου. Ο τσάρος Φερδινάνδος, αφού προηγουμένως εξέτασε το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος με τη συνδρομή της Γερμανίας, παραιτήθηκε από το αξίωμά του στις 3 Οκτωβρίου, προς όφελος του διαδόχου Βόριδος του Γ΄. Πρόκειται για μια ενέργεια, η οποία επέφερε κάποια εκτόνωση στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνταγματάρχη Trousson, ο οποίος είχε σταλεί στη Σόφια προκειμένου να επιβλέψει την ορθή εφαρμογή των όρων της ανακωχής, όσον καιρό ο πόλεμος εμαίνετο στα σύνορα της χώρας, κυρίως δε όσο τα γερμανικά στρατεύματα δεν είχαν εκκενώσει πλήρως το Βουλγαρικό έδαφος, η κατάσταση παρέμενε ρευστή: “Οι Βούλγαροι παλινδρομούν ανάμεσα στον φόβο που τους εμπνέουν οι Γερμανοί και τη διάθεση να συγχωρεθούν από την Αντάντ”.³⁴ Εξ ου και η αμοιβαία σχετική ευκαμψία, η οποία διέκρινε τις διμερείς γαλλο-βουλγαρικές σχέσεις, τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά τις αμέσως επόμενες εβδομάδες. Πάντως, ο χρόνος κυλά εις βάρος της Βουλγαρικής πλευράς, η οποία δεν διαθέτει απολύτως καμιά εναλλακτική λύση. Αντίθετα, τίποτα δεν εμποδίζει τους Συμμάχους από το να επιβάλλουν έναν ακόμα πιο ανισομερή    συσχετισμό δυνάμεων. “Θα μπορούμε να επανέλθουμε δριμύτεροι αργότερα” επισημαίνει ο  Franchet d’ Espèrey την επομένη της υπογραφής της ανακωχής.³⁵

Salonika – Away from the Western Front

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1968 τιμώντας την πεντηκοστή επέτειο της υπογραφής της ανακωχής της Θεσσαλονίκης.

Εκείνο που επείγει, για την ώρα, είναι η άμεση επαναλειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Νίς-βουλγαροτουρκικής μεθορίου μέσω Σόφιας και Αδριανούπολης στον βορρά και μέσω Θεσσαλονίκης στο νότο. Τα παραπάνω, βεβαίως, με την προοπτική μιας επίθεσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Θράκη, με ανάπτυξη χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων καθώς και τη δημιουργία μιας βάσης ανεφοδιασμού και αποβίβασης στρατευμάτων στο λιμάνι του Δεδεαγάτς. Η Τουρκία θεωρείται εύκολος αντίπαλος, ευρισκόμενη στα όρια αντοχής. Όμως, αυτό ισχύει στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής, όπου οι Βρετανοί ασκούν τον πλήρη έλεγχο. Έχουν εκχωρήσει στους Γάλλους την αρμοδιότητα των διαπραγματεύσεων με τη Βουλγαρία με λευκή επιταγή. Θεωρούν αυτονόητη μια αμοιβαιότητα στο ζήτημα της υπογραφής ανακωχής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε την υπέρμετρη ματαιοδοξία των αξιώσεών τους. Πρόκειται για κάτι, που θα ενεργοποιήσει την ανάγκη δημιουργίας μιας ενοποιημένης Συμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης. Το όλο πρόβλημα θα εξομαλυνθεί στα υπόλοιπα μέτωπα εν όψει της ανακωχής με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Θα τεθεί, πάντως, με αφορμή τις αγγλοτουρκικές διαπραγματεύσεις, που θα οδηγήσουν στην υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου.

Μπορεί η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κεντρική διοίκηση να βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Τουρκία, σε εξάρτηση, τρόπον τινα, από το Βαλκανικό Μέτωπο, όμως ο πόλεμος, τον οποίο διεξάγει νικηφόρα ο στρατηγός Allenby, συνεπικουρούμενος από τον αραβικό στρατό του πρίγκηπα Fayçal, λαμβάνει χώρα στα ασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας. Εκεί ασκείται η αποφασιστική πίεση σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Ωστόσο, η Συρία βρίσκεται μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Με την απόσυρση δε της Βουλγαρίας από τον πόλεμο, η πρωτεύουσα βρίσκεται ξαφνικά υπό την άμεση απειλή της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής. Μια απειλή, που πρέπει να λάβει σάρκα και οστά μέσω μιας επίθεσης ικανής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Clemenceau στις οδηγίες της 7ης Οκτωβρίου προς τον Franchet d’ Espèreyνα απομονώσει την Τουρκία και να την εξαναγκάσει, με τη σειρά της, σε υπογραφή ανακωχής”.³⁷ Συνεπώς, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και εκτέλεσης, η όλη επιχείρηση ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των Γάλλων, κατά το πρότυπο εκείνης της Μακεδονίας. Πέραν από τα Γαλλικά, Σερβικά, Ελληνικά και Ιταλικά στρατεύματα, ο  Franchet d’ Espèrey ασκεί την ανώτατη διοίκηση και επί των τριών Βρετανικών Μεραρχιών του στρατηγού Milne. Με τη διαταγή, την οποία εξέδωσε στις 5 Οκτωβρίου, ο διοικητής του μετώπου διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος από τις  Βρετανικές δυνάμεις στον Σερβικό τομέα των επιχειρήσεων. Αντίθετα, στο νεοπαγές Μέτωπο της Θράκης, πέραν από την 122α Γαλλική Μεραρχία Πεζικού, μεταφέρθηκε μόνο μια αντίστοιχη Βρετανική (η 22α). Το γενικό πρόσταγμα ανήκε εκ νέου στους Γάλλους και συγκεκριμένα στον στρατηγό Anselme.³⁸ Αποστολή του τελευταίου, ήταν ο από ξηράς έλεγχος της εισόδου των Στενών και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ενόψει μιας προώθησης του Συμμαχικού στόλου έως την Κωνσταντινούπολη. “Πρόκειται για μια επιχείρηση, που προβλέπεται να τραβήξει σε μάκρος”, εκτιμούν στο Παρίσι.³⁹ Όταν, ξαφνικά, έφτασε από τη γαλλική πρωτεύουσα η διαταγή, που ανέθετε τη διοίκηση του Θρακικού Μετώπου στον στρατηγό Milne, με όλα τα απαραίτητα μέσα ούτως ώστε να φέρει εις πέρας την επίθεση. Πρόκειται για μια απόφαση, που υπαγορεύτηκε από πολιτικά κριτήρια και έναντι της οποίας ο  Franchet d’ Espèrey δεν μπορούσε να πράξει το παραμικρό, παρά μόνο να εκφράσει την εκτίμηση ότι μια αλλαγή διοίκησης του είδους αυτού “θα καθυστερούσε μοιραία την εκτέλεση του όλου σχεδίου”.⁴⁰ Ελήφθη από τις κυβερνήσεις των τριών χωρών της Συνεννοήσεως και μέσω αυτής επιβεβαιώνεται η πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας στους κόλπους του συνασπισμού, σε οτιδήποτε άπτεται των υποθέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου 1918 συνήλθε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο. Ο David Lloyd George κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να αποσύρει από τα Βαλκάνια τα ευρισκόμενα υπό Γαλλική διοίκηση Βρετανικά στρατεύματα, ειδικότερα εκείνα, που προορίζονταν για τις επιχειρήσεις κατά της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για μια έκφραση δυσαρέσκειας καθώς, παρά τη σημαντική συμβολή τους στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης από τη διάνοιξη του τελευταίου, το 1915, και κατόπιν, και ενόψει της τελικής έκβασης, “ουδέποτε σχεδόν τα Βρετανικά στρατεύματα ελήφθησαν σοβαρά υπόψιν”. Ο Franchet d’ Espèrey είχε ενεργήσει περισσότερο ως πολιτικός και λιγότερο ως διοικητής ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, σε αντιδιαστολή με τον ομόλογό του Ferdinand Foch στο Δυτικό Μέτωπο. Ανάλογη θέση υποστήριξε και ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Sidney Sonnino σχετικά με την προέλαση των Γαλλικών στρατευμάτων εντός του Αλβανικού εδάφους. Η προέλαση αυτή προσέβλεπε σε πολιτικά οφέλη, από τη στιγμή που, από επιχειρησιακής απόψεως, ο συγκεκριμένος τομέας του μετώπου είχε από κοινού συμφωνηθεί ότι ανήκε στη δικαιοδοσία των Ιταλών. Έχοντας αιφνιδιαστεί από τη διπλή επίθεση, την οποία υπέστη, ο Clemenceau υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας πως η επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά “ένα απλό σχέδιο ευρισκόμενο σε προκαταρκτικό στάδιο”, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ενεργοποιηθεί εφόσον δεν έχαιρε της ομόφωνης στήριξης των τριών κυβερνήσεων, τέλος, πως ήταν πολύ εύκολο να εγκαταλειφθεί.

Υπό τις παραπάνω, επομένως, συνθήκες συντάχθηκε το περίφημο τηλεγράφημα, το οποίο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Βρετανικών στρατευμάτων στη Θράκη, την ανάθεση της διοίκησης του τομέα στον στρατηγό Milne και την απόσυρση των Γαλλικών δυνάμεων από το Αλβανικό έδαφος. Στο εξής, τον πρώτο λόγο στην Ανατολή θα έχουν οι Βρετανοί, στον Βορρά οι Γάλλοι και στη Δύση οι Ιταλοί.⁴¹ Πρόκειται για μια λογιστική αναπροσαρμογή, η οποία δικαίωνε τη Μεγάλη Βρετανία.  Επιπρόσθετα ενίσχυε την εξίσου δίκαιη προσδοκία της να είναι εκείνη, που θα διαπραγματευόταν, εξ ονόματος των Συμμάχων, τους όρους της ανακωχής με τους Οθωμανούς. Τέλος, ενίσχυε την εικόνα της και ως ναυτικής δύναμης. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι τουρκικές βολιδοσκοπήσεις για σύναψη ανακωχής προήλθαν τελικά από τη θάλασσα και όχι από την ξηρά, όπως αναμενόταν.

Το HMS Agamemnon, επί του οποίου υπογράφηκε η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον όρμο του Μούδρου.

Οι διατάξεις του αγγλο-γαλλικού συμφώνου του 1915, όριζαν, σε ό,τι αφορά τη διεύθυνση των ναυτικών επιχειρήσεων της Μεσογείου, πως ο ανώτατος διοικητής θα ήταν Γάλλος (επρόκειτο για τον ναύαρχο Gauchet, εγκατεστημένο στην Κέρκυρα), όπως, άλλωστε, και ο ομόλογός του για τις χερσαίες επιχειρήσεις, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Από το παραπάνω σχήμα εξαιρείτο το Αιγαίο Πέλαγος, το οποίο καταχωρίστηκε στους Βρετανούς (ναύαρχος Seymour, με έδρα τη Λήμνο)⁴². Συνεπώς, οι Γάλλοι ήταν ιεραρχικά αρμόδιοι να υποδεχθούν, εκείνοι, τους απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης και να διαπραγματευτούν μαζί τους για τις επιχειρήσεις σε ξηρά και θάλασσα. Όμως, αυτή η κατανομή ευθυνών δεν ανταποκρινόταν με τον πραγματικό συσχετισμό των ισορροπιών στο Αιγαίο. Στις 3 Οκτωβρίου, ο ναύαρχος Arthur Calthorpe διατάχθηκε από την κυβέρνηση του Λονδίνου να μεταβεί στον όρμο του Μούδρου, στη Λήμνο, προκειμένου να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους τους όρους της ανακωχής. Έφθασε επιτόπου δέκα ημέρες αργότερα, στις 13 του μηνός. Παρόλες τις διαμαρτυρίες του υπουργείου Ναυτικών και της κυβέρνησης, στο Παρίσι, οι Βρετανοί είχαν θέσει τους συμμάχους τους προ τετελεσμένου.

Στις 2 Οκτωβρίου 1918, λιγότερο από τρία εικοσιτετράωρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με τη Βουλγαρία, επιχειρήθηκε, από την πλευρά της Υψηλής Πύλης, μια πρώτη (έμμεση) κρούση. Ο βαλής της Σμύρνης φαίνεται πως είχε βολιδοσκοπήσει τους Συμμάχους, προκειμένου να παραδώσει την πόλη. Αυτή, τουλάχιστον, υπήρξε η αρχική εκτίμηση του διαβήματος. Η πληροφορία είχε ως προέλευση την Αθήνα. Πρώτοι ενημερώθηκαν οι Ιταλοί, οι οποίοι έσπευσαν να την κοινοποιήσουν στους υπόλοιπους Συμμάχους. Ανάλογες φήμες έφτασαν στις 6 Οκτωβρίου από τη Λέσβο στη Θεσσαλονίκη. Δυο εκπρόσωποι του βαλή κατέφθασαν εκεί με μια ατμάκατο, φέρουσα λευκή σημαία. Ζήτησαν να οδηγηθούν, δίχως χρονοτριβή, στη ναυτική διοίκηση της Λήμνου και από εκεί στη Βρετανική πρεσβεία της Αθήνας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην ελληνική πρωτεύουσα, Robert de Billy, επιβεβαιώνει το γεγονός στα κρυπτογραφήματα, που αποστέλλει προς το Παρίσι. Παραμένει, ωστόσο, επιφυλακτικός. Μήπως πρόκειται για κάποιου είδους σκευωρία; Ο φερόμενος ως εντολοδόχος, Rahmi μπέης, είναι ορκισμένος εχθρός του Μεγάλου Βεζύρη και πρώην υπουργού Εσωτερικών, Talaat. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η πρωτοβουλία του προσβλέπει σε δημιουργία κλίματος αμφισβήτησης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο και (γιατί όχι) σε ανατροπή της κυβέρνησης Talaat. Ως βάση διαπραγμάτευσης προτείνει την απόσυρση από τα αραβικά εδάφη της Μέσης Ανατολής και από την Αρμενία, την επάνοδο στα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα του 1911, την ελεύθερη ναυσιπλοία τα Στενά, όπου θα διατηρούνταν τα οχυρωματικά έργα.⁴⁴

Οι πραγματικοί όροι της ανακωχής συντάχθηκαν μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου στο Παρίσι, από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των κρατών της Συνεννοήσεως.⁴⁵ Σε δυο περιπτώσεις, στις 6 και 8, ο Lloyd George ενημέρωσε τους συνομιλητές του για το διάβημα του Rahmi. Οι όροι, τους οποίους ο τελευταίος είχε προτείνει, απορρίφτηκαν ως απαράδεκτοι. Ουδεμία συνέχεια δόθηκε. Οι Σύμμαχοι δεν διαπραγματεύονταν με πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα. Ο σουλτάνος Mehmet ΣΤ΄, είχε διαμηνύσει, μέσω του ιδίου διαύλου επικοινωνίας, ότι, ουσιαστικα, δεν έθετε παρά δυο, μονάχα, όρους: την ανεξαρτησία της χώρας και τη διατήρησή του στον θρόνο.⁴⁶ Χρήσιμες ενδείξεις για τη συνέχεια, που, όμως, άπτονται της Συνθήκης Ειρήνης και όχι μιας απλής πράξης ανακωχής. Το ζητούμενο, για την ώρα, είναι η διακοπή των εχθροπραξιών, δίχως τη συμμετοχή (οφείλουμε να τονίσουμε) των ΗΠΑ. Όλοι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν προκαταβολικά με δέος τη στιγμή, κατά την οποία ο Woodrow Wilson θα λάμβανε γνώση των μυστικών συμφωνιών της διετίας 1915-1917 περί μεταπολεμικού διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁴⁷ Στο κείμενο, που συνέταξε, και στο οποίο προσέδωσε τον χαρακτηρισμό του προσχεδίου, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο προσπέρασε με προσοχή τους παραπάνω σκοπέλους. Το κείμενο στάλθηκε προς  στρατηγούς και ναυάρχους για παρατηρήσεις επί του τεχνικού μέρους, προτού επιστρέψει στο Παρίσι για την τελική έγκριση. Συμπεριλάμβανε 25 άρθρα.⁴⁸

Η ποικιλία του περιεχομένου οφείλεται στην αχανή έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Οι διατάξεις ταξινομήθηκαν κατά γεωγραφική σειρά, ούτως ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή υπόνοια για υπεκφυγή του αντιπάλου από την εφαρμογή των όρων. Το όλο πνεύμα παραπέμπει, ωστόσο, στην ανακωχή, που είχε συναφθεί, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, με τη Βουλγαρία. Η άμεση διακοπή των εχθροπραξιών ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με την παράδοση των στρατιωτικών μονάδων της Μέσης Ανατολής και της Τριπολίτιδας, εκείνη των πολεμικών πλοίων (άρθρα 16, 18 και 6), την αποχώρηση των Οθωμανικών στρατευμάτων από την Περσία, τον Καύκασο και την Κιλικία (άρθρα 11 και 16), την γενική αποστράτευση με μέριμνα για την ασφάλεια των συνόρων και την τήρηση της δημόσιας τάξης (άρθρο 5), τέλος, την στρατιωτική κατάληψη στρατηγικής σημασίας θέσεων όπως τα οχυρά των Στενών και οι σήραγγες του Ταύρου (άρθρα 1, 7 και 10). Η συνέχιση του πολέμου με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες επιβάλλει το άνοιγμα των Στενών και την ελεύθερη ναυσιπλοία στην περιοχή (άρθρα 1-3), τη διάθεση των λιμένων, των ναυπηγείων, των επικοινωνιών (τηλέγραφος και ασύρματος), την παράδοση του συνόλου του οπλισμού και εν γένει του πολεμικού υλικού, των υποδομών ανεφοδιασμού σε καύσιμα καθώς και των αποθεμάτων σε τρόφιμα (άρθρα 8, 9, 13, 14, 20 και 21). Όλοι οι υπήκοοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών έπρεπε να απελαθούν δίχως χρονοτριβή. Η Υψηλή Πύλη όφειλε να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τους μέχρι τούδε συμμάχους της (άρθρα 19 και 23). To Σύμφωνο Ανακωχής προέβλεπε την άμεση αποφυλάκιση των αιχμαλώτων πολέμου, όχι όμως των Τούρκων (άρθρα 4 και 22), καθώς και εκείνη των Αρμενίων εγκλείστων. Σε περίπτωση εκδήλωσης ταραχών μέσα στην ίδια την Αρμενία, οι Σύμμαχοι θα προέβαιναν στην άμεση στρατιωτική της κατάληψη (άρθρα 4 και 24). Στις 2 Νοεμβρίου, τρεις μέρες μετά την υπογραφή, ο Βενιζέλος ζήτησε να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των υπό απελευθέρωση πληθυσμών οι Έλληνες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, κατόπιν πιέσεων της Γερμανίας, είχαν απελαθεί στα βάθη της Ανατολίας. Η συμπερίληψη της παραπάνω κατηγορίας στο κείμενο της τελικής πράξης δεν ήταν εφικτή εφόσον είχε προηγηθεί χρονικά η συνομολόγηση. Παρά ταύτα, οι διατάξεις της ανακωχής ίσχυσαν de facto και για τους Έλληνες απελαθέντες.⁴⁹

Ο έλεγχος των στρατηγικών θέσεων (Στενά, Ταύρος) διαθέτει μια διάσταση, η οποία ξεπερνά τη συγκυρία του πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να θέσουν υπό έλεγχο τη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ των λιμένων Μπατούμ (Εύξεινος Πόντος) και Μπακού (Κασπία Θάλασσα). Με αυτή την προοπτική, προβλεπόταν η προώθηση Συμμαχικών στρατευμάτων και η στρατιωτική κατοχή των δυο αυτών περιοχών (άρθρα 12 και 15). Πρόκειται για έδαφος, το οποίο βρίσκεται εκτός τουρκικών συνόρων, κάτι που είχε επισημάνει προς το Foreign Office, ήδη από το 1916, και ο Sir Marc Sykes, τη στιγμή που υπέγραφε το γνωστό Σύμφωνο Sykes-Picot περί διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁵⁰ Οι Τούρκοι είχαν εκμεταλλευτεί προς όφελός τους τη γενικότερη αστάθεια, που επικρατούσε σε αυτά τα δυο περιφερειακά εδάφη της Ρωσικής επικράτειας. Με τη συνδρομή των Αζέρων, κατέλαβαν, τον Σεπτέμβριο του 1918, την πόλη του Μπακού προχωρώντας σε εκτεταμένες σφαγές εις βάρος των εκεί Αρμενίων. Την ίδια περιοχή εποφθαλμιούν και οι Βρετανοί. Πρόκειται για ιδανικό ανάχωμα κατά της επέκτασης, προς νότο, της κομμουνιστικής απειλής.⁵¹ Μια διατήρηση της Οθωμανικής στρατιωτικής παρουσίας επιτόπου, εξυπηρετούσε το όλο σχέδιο. Για το λόγο αυτό, παρά τη συμπερίληψη στην τελική πράξη της ανακωχής, ειδικής διάταξης περί εκκένωσης της εν λόγω περιοχής από τα τουρκικά στρατεύματα, η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν επέμεινε προς μια τέτοια κατεύθυνση. “Πρέπει να μεταχειριστούμε την Τουρκία λιγότερο σκληρά από ότι τη Βουλγαρία”, δήλωσε στις 4 Οκτωβρίου ο λόρδος Robert Cecil. Η ερμηνεία του Βρετανού υφυπουργού Εξωτερικών κοινοποιήθηκε άμεσα στον Μούδρο, όπου βρισκόταν ήδη ο ναύαρχος Calthorpe, αλλά και στο Παρίσι, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Pichon, επιχειρεί εις μάτην να εκμαιεύσει μια εκπροσώπηση της χώρας του στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.

Στρατηγός Sir Charles Vere Townshend.
Ναύαρχος Sir Somerset Arthur Gough-Calthorpe.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 21 Οκτωβρίου, στον Μούδρο, έφτασε ένας νέος Τούρκος απεσταλμένος, ονόματι Tewfick μπέης. Συνοδευόταν από τον Βρετανό στρατηγό Sir Charles Townshend, ο οποίος, το 1916, είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια της μάχης του Kut el Amara και ελευθερωθεί τώρα, ειδικά για την περίσταση. Δυο μέρες νωρίτερα, προτού αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, είχε γίνει δεκτός σε ακρόαση από τον νέο πρωθυπουργό, Izzet πασά, πρώτιστη προτεραιότητα του οποίου ήταν να φέρει εις πέρας τις διαπραγματεύσεις περί ανακωχής. Ο Townshend είχε επίσης συνάντηση με τον υπουργό Ναυτικών Reouf μπέη. Αμφότεροι εξέφρασαν την ευχή να δουν την ειρήνη να αποκαθίσταται. Φθάνοντας στον Μούδρο, ο Βρετανός στρατηγός και ο Τούρκος απεσταλμένος συναντήθηκαν με δυο Γάλλους αξιωματικούς: τον υποναύαρχο Amet και τον πλοίαρχο Laurens. Στις 22 Οκτωβρίου, ο Tewfick πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Κωνσταντινούπολη μέσω Χίου και Σμύρνης. Η εικόνα, την οποία περιέγραψε ήταν ήδη γνωστή στους Συμμάχους. Οι οθωμανικές αρχές επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Γερμανίας. Ήταν αποφασισμένες να απαγορεύσουν τη διέλευση των Στενών στις μονάδες του Γερμανικού πολεμικού στόλου, που ναυλοχούσαν στην Κωνσταντινούπολη, εγκλωβίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τις τελευταίες στον Εύξεινο Πόντο, πόσο μάλλον από τη στιγμή, που ο Συμμαχικός στόλος ετοιμαζόταν να διέλθει από τα Στενά.⁵³ Το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου έφθασαν στον Μούδρο οι πληρεξούσιοι της Υψηλής Πύλης για διενέργεια διαπραγματεύσεων. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας ήταν ο υπουργός Ναυτικών Reouf μπέης. Τον πλαισίωναν ο Rechad Hikmi, υφυπουργός Εξωτερικών, και ο συνταγματάρχης Saadullah μπέης, εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου.⁵⁴ Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν δίχως τη συμμετοχή των Γάλλων. Οι προσπάθειες των τελευταίων, μεταξύ 26 και 30 Οκτωβρίου, δεν ευοδώθηκαν. Η πληροφόρησή τους, ενόσω διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις, υπήρξε αποσπασματική. Ενημερώθηκαν για τους όρους της ανακωχής μόνο όταν, εκ των υστέρων, κλήθηκαν να συνυπογράψουν την τελική πράξη.⁵⁵

Στις 30 Οκτωβρίου 1918, ημέρα της υπογραφής, ο πρώτος από τους όρους της ανακωχής (διέλευση του Συμμαχικού στόλου από τα Στενά) υπαγορευόταν από στρατιωτικές σκοπιμότητες. Αντικειμενικός στόχος ήταν η εξουδετέρωση του Γερμανικού στόλου μέσα στη Μαύρη Θάλασσα. Ο τελευταίος αριθμούσε πέντε θωρηκτα τύπου Dreadnought, καθώς και το βαρύ καταδρομικό πρώην Goeben. Μαζί με τα πολεμικά του Οθωμανικού ναυτικού, που τα συνόδευαν, η όλη δύναμη ξεπερνούσε τις 20 μονάδες επιφανείας.⁵⁶ Ένας δεύτερος στόχος ήταν η διάνοιξη μιας οδού επικοινωνίας, δια θαλάσσης, με τη Ρουμανία. “Ωστόσο, τίθεται ένα θέμα γοήτρου, σχετικά με τη διέλευση των Στενών”, δήλωσε στις 30 Οκτωβρίου ο Clemenceau. Επιθυμία του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν να εισέλθει ταυτόχρονα ο αγγλο-γαλλικός στόλος, και όχι, μάλιστα, ακολουθώντας τη βρετανική ναυαρχίδα. Η άφιξη και παρουσία του στόλου στην Κωνσταντινούπολη είχαν, επίσης, ύψιστη συμβολική σημασία. Παράλληλα, έπρεπε να τηρηθούν όλοι οι απαραίτητοι κανόνες ασφαλείας.

Οι συνθήκες διάπλου των Στενών από τα πλοία του Συμμαχικού στόλου προσδιορίστηκαν την 1η Νοεμβρίου. Θα εφαρμόζονταν “οι στοιχειώδεις κανόνες προτεραιότητας, που ίσχυαν σε περίπτωση εμπλοκής με ναυτικές δυνάμεις του αντιπάλου”. Η πρόταση του Λονδίνου προέβλεπε τη διάβαση από τον βρετανικό στόλο. Ο γαλλικός, θα ακολουθούσε με μια ώρα διαφορά. “Αδικαιολόγητη καθυστέρηση”, υπήρξε η απάντηση από πλευράς Παρισιού, στις 6 Νοεμβρίου. Η διέλευση έπρεπε να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα και με σχηματισμούς ίσης δυναμικότητας, οι οποίοι να εγγυώνται την ασφάλεια του στόλου. “Η γαλλική σημαία πρέπει να κυματίζει στον Κεράτειο κόλπο δίπλα στην αντίστοιχη βρετανική”. Γεγονός πάντως είναι πως έως ότου ολοκληρωθεί, τελικά, η αποστρατικοποίηση και η στρατιωτική κατοχή των Δαρδανελλίων και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ο πόλεμος στο δυτικό μέτωπο είχε τερματιστεί. Συνεπώς, η επικείμενη προώθηση του στόλου έως την Κωνσταντινούπολη προσλάμβανε διαστάσεις νικηφόρου ναυτικής παρέλασης.

Βρετανικά στρατεύματα στη σημαιοστολισμένη με την γαλανόλευκη Κωνσταντινούπολη.

Στις 12 Νοεμβρίου, υπό εξαιρετικές καιρικές συνθήκες και με ταχύτητα δεκαπέντε κόμβων, ο  στόλος εισήλθε στα Στενά, επευφημούμενος από τα Βρετανικά στρατεύματα, που είχαν προηγουμένως απασφαλίσει τα οχυρά και παραταχθεί κατά μήκος και των δυο ακτών. Το πρωί της επομένης, 13 Νοεμβρίου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Η κάθε χώρα του συνασπισμού της Συνεννοήσεως, (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) συμμετείχε με δύναμη τριών θωρηκτών, τα οποία διασκορπίστηκαν στον Βόσπορο. Ο υπόλοιπος στόλος, υπό ελληνική διοίκηση, αγκυροβόλησε μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό Haydarpaşa . Οι οθωμανικές αρχές υπέβαλαν τα σέβη τους στον ναύαρχο Calthorpe. Ακούγοντας τον τελευταίο να διευκρινίζει πως δεν εκπροσωπούσε παρά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ο υπουργός Ναυτικών  Reouf μπέης έσπευσε να στείλει αντιπροσώπους και στους Γάλλο και Ιταλό ναυάρχους. Με την παραπάνω πρωτοβουλία, ο Calthorpe φρόντισε να αποσοβήσει εγκαίρως άσκοπες αντιπαραθέσεις μεταξύ Συμμάχων, που πήγαζαν από λόγους γοήτρου και μόνο. Παρά ταύτα, ο Γάλλος ναύαρχος Amet, τον οποίο η κυβέρνηση του Παρισιού αναγόρευσε σε Ύπατο Αρμοστή, δεν έκρυβε την καχυποψία του για τον Βρετανό συνάδελφό του (“η εν γένει διαγωγή του Calthorpe επιβεβαιώνει την πρόθεσή του να καταστήσει τη Μεγάλη Βρετανία ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολή”) αλλά ούτε και τον φθόνο του για τα μέσα, τα οποία ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του: έναν υποναύαρχο, δυο ανώτατους διπλωμάτες και έναν δραγουμάνο. Το Παρίσι θα ανταποκριθεί άμεσα, στέλνοντας επιτόπου τρεις διπλωμάτες, έναν γενικό επιθεωρητή Οικονομικών, έναν μηχανικό του υπουργείου Δημοσίων Έργων, και έναν αντισυνταγματάρχη, με την ιδιότητα του διευθυντή της Régie des Tabacs, αποκαθιστώντας, έτσι, τη συνέχεια με την προπολεμική πραγματικότητα.⁵⁷ Η κυβέρνηση πράττει τα πάντα, προκειμένου να διασφαλιστεί μια ισοδύναμη παρουσία, ή, τουλάχιστον, να δοθεί η εντύπωση για κάτι τέτοιο. Το θέαμα δεν εγγυάται, ασφαλώς, την ισχύ. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο η ισχύς δύναται να αποστασιοποιηθεί από το θέαμα.

Blood & Oil: The Ottoman Empire Surrenders

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

Εργογραφία του συγγραφέα              

Agadir 1911 : une crise impérialiste en Europe pour la conquête du Maroc, Université Paris I, coll. « Publications de la Sorbonne », « série internationale » no 7, Paris, 1976, X-471 σελ.

Joseph Caillaux 1. Le Défi victorieux : 1863-1914, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 537 σελ.

Joseph Caillaux 2. L’Oracle : 1914-1944, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 589 σελ.

Jean-Claude Allain, Pierre Guillen et Georges-Henri Soutou, Histoire de la diplomatie française. II, De 1815 à nos jours, Paris, Perrin, 2007, 636 σελ.

La Moyenne puissance au XXe siècle: recherche d’une définition, Paris, IHCC, 1989, 401 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Présences et images franco-marocaines au temps du protectorat, Paris, l’Harmattan, 2003, 250 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Représentations du Maroc et regards croisés franco-marocains, Paris, l’Harmattan, 2004, 270 σελ.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το άρθρο παρουσιάστηκε ως ανακοίνωση στο πλαίσιο διεθνούς επιστημονικού συμποσίου και δημοσιεύτηκε στα πρακτικά των εργασιών με τίτλο: “La France et les armistices de 1918 en Orient” στο (επιμ. Γιάννη Μουρέλου) La France et la Grèce dans la Grande guerre, Actes du colloque organisé par le Département d’ Histoire et d’ Archéologie de l’ Université Aristote de Thessalonique et l’ Institut d’ Histoire des Conflits contemporains, Paris, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 25-44.

Συντομογραφίες

SHD/Marine: Service Historique de la Défense, section Marine (Ναυτικά Αρχεία της Γαλλίας).

SHD/Armée de Terre: Service Historique de la Défense, section  Armée de Terre (Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

ΜΑΕ: Ministère des Affaires étrangères (Aρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας).

AFGG: Les armées françaises dans la Grande Guerre (η επίσημη ιστορία της γαλλικής στρατιωτικής συμμετοχής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, έκδοση του υπουργείου Εθνικής Αμύνης).

¹ ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά.

² SHD/Armée de Terre, σειρά 6N τόμος 204, φάκελος “Κωνσταντινούπολη”, 3 Αυγούστου 1918, αρ.4695-3. Βλ. επίσης Charles Villain, Les 4 armistices de 1918. Salonique, Moudros, Padoue, Rethondes, Παρίσι, 1968, κεφάλαια 1 και 2.

³ Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”, 5 Αυγούστου 1918, αρ. 4713-3 και 4726-3.

Ibid., 16Ν3026, Σημείωμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αρ. 12878, 6 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”,, αρ. 2688-89, 2 Σεπτεμβρίου 1918.

Ibid., 6N204, Η μηνιαία έκθεση αρ. 6176 της 1ης Νοεμβρίου 1918, εκτιμά το δυναμικό των γαλλικών στρατευμάτων σε 182.000 άνδρες.

Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, έκθεση Guillaumat, 2 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 16Ν3026,  αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, αρ.4714 της 5ης Αυγούστου και αρ.5001 της 6ης Σεπτεμβρίου 1918. Αναφορά στο χαμηλό, σχετικά, ηθικό υπάρχει και στις 11 Αυγούστου (αρ.4790) και 19 Αυγούστου 1918 (αρ.4859).

¹º Ιbid., 16Ν3147, αρ.5023, 9 Σεπτεμβρίου 1918 (απάντηση στο αρ.11849 με προέλευση το Παρίσι).

¹¹ AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 910.

¹² Ibid., 6N201, αρ.5169, 23 Σεπτεμβρίου 1918. Βλ. επίσης Mermeix, Le commandement unique, τόμος Β’, Sarrail et les armées d’ Orient, Παρίσι, 1910, σελ. 148-158.

¹³ Ibid., 6N201, αρ.5097, 16 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁴ Ibid., αρ. 5112, 18 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁵ Ibid., αρ. 2867-71, 23 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁶ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου και 3013, 2 Οκτωβρίου 1918.

¹⁷ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου 1918.

¹⁸ Charles Villain, οπ.π., σελ.24.

¹⁹ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, αρ.847 και 852, Βέρνη, 26 Ιουνίου 1918. Βλ. επίσης Victor S. Mamatey, “The U.S. and Bulgaria in World War I”, στο American Slavic and East European Review, τεύχος αρ. ΧΙΙ-2, Απρίλιος 1953, σελ. 242-250.

²º  Ibid., σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά. Παρόμοια εκτίμηση του Pichon στο αρ. 1270, 3 Αυγούστου 1918 με προορισμό την Βέρνη, το Λονδίνο και την Ουάσινγκτον, ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150.

²¹  Ibid., σειρά Α, τόμος 150.

²² SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 5571, 23 Σεπτεμβρίου 1918 και 6Ν301, αρ.11736-2CH (πρωτότυπο και μεταφρασμένο), 28 Σεπτεμβρίου 1918.

²³ Ibid. και V. Mamatey, οπ.π., σελ. 252-253.

²⁴ Ibid., 4Ν76, Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 1162 και 1354, 2 Οκτωβρίου 1918. ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Ο Clemenceau αρνείται τη συμμετοχή του Murphy στις διαπραγματεύσεις της Θεσσαλονίκης και προβαίνει σε σχετικό διάβημα διαμαρτυρίας προς την Ουάσινγκτον. O ίδιος ο Murphy στην αυτοβιογραφία του  Diplomat Among Warriors, αποσιωπά το εν λόγω επεισόδιο.

²⁵ V. Mamatey, οπ.π., σελ. 253-255. Σύμφωνα με τον συντασματάρχη House, ο  Franchet d’ Espèrey είχε εισηγηθεί τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην στρατιωτική κατοχή της Βουλγαρίας, πρόταση, την οποία απέρριψε ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing.

²⁶ SHD/Armée de Terre, 4N76 Φάκελος “Βουλγαρία”, αρ. 12524-BS3, 27 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁷ Ibid.,Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 12662-BS3, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁸ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁹ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11755, 29 Σεπτεμβρίου, αρ. 5252, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Τα ίδια έγγραφα βρίσκονται και στον φάκελο 6Ν201.

³º Ακολουθούμε πιστά το υπόμνημα που κατέθεσε στις 24 Οκτωβρίου 1918 ο  Franchet d’ Espèrey στο ibid., 16N3147, αρ. 2332-2CH. Το τελικό κείμενο της Σύμβασης Ανακωχής στάλθηκε τηλεγραφικά προς το Παρίσι στις 30 Σεπτεμβρίου 1918 με αρ. 5255 (φάκελος 6Ν201). Βλ. επίσης Livre Jaune. Guerre européenne, Δεκέμβριος 1918, Conventions d’ armistice.

³¹  Ibid., αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³² AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 1244, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

³³ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³⁴ Ibid.,6Ν201, αρ. 12076-2CH, 13 Οκτωβρίου 1918.

³⁵ Ibid., 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918

³⁶ Ibid.,4N4 αρ. καταχώρισης 3 και ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμοι 13 και 14.

³⁷ Ibid.,16N3026, αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

³⁸ Ibid., 16Ν3147, αρ. 5346, 5 Οκτωβρίου 1918.

³⁹ Ibid.,6Ν201, δίχως αριθμό, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁰ Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, 9 Οκτωβρίου 1918 (αυτόγραφο κείμενο του  Franchet d’ Espèrey, σχετικά με το τροποποιηθέν σχέδιο δράσης).

⁴¹ MAE, σειρά Υ, τόμος 14 (fol. 85-91 και 128).

⁴² SHD/Armée de Terre, 4Ν76, Φάκελος “Ανακωχή με Τουρκία”, αρ. 10139, 10 Οκτωβρίου, αρ. 1729, 28 Οκτωβρίου 1918, SHD/Marine, SS-A29, αρ. 23827, 27 Οκτωβρίου 1918.

⁴³ SHD/Marine, SS-C95, αρ. 604, 8 Οκτωβρίου 1918, SHD/Armée de Terre, 6Ν201, αρ. 11918/2, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁴  ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 164, αρ. 390, 7 οκτωβρίου 1918.

⁴⁵ Ibid., σειρά Υ, τόμος 14 (δυσανάγνωστες φωτοτυπίες).

⁴⁶ Ibid., αρ. καταχώρησης 6 (fol. 134-140), 7 (fol.1020) και για τη σύντομη συνομιλία της 6ης Οκτωβρίου 1918 βλ. fol.75.

⁴⁷ Ibid., αρ. 1177, 4 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁸ Ibid., με 21 διατάξεις (fol. 80-81 στα γαλλικά και fol. 129-130 στα αγγλικά). Με τις χειρόγραφες επιπρόσθετες διατάξεις της 9ης Οκτωβρίου 1918, στα αγγλικά, βλ. fol. 177-178 και AFGG, τόμος VIII-3,3, αρ. 1686 με τρεις κενές διατάξεις (12, 15 και 17).

⁴⁹ SHD/Armée de Terre, 4Ν3, Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου 1918, σύντομη συνομιλία μεταξύ Βενιζέλου και Clemenceau με αφορμή τη συζήτηση για την ανακωχή με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

⁵⁰ Ibid., 4Ν76, αρ. 2593, 3 Νοεμβρίου 1918.

⁵¹ Anais Ter Minassian, “Indépendance et soviétisation des Républiques transcaucasiennes”, διάλεξη της 4ης Νοεμβρίου 1989, Bulletin de la société d’ histoire moderne, 17η σειρά, αρ.2, Ιούνιος 1990, σελ.6.

⁵² MAE, σειρά Υ, τόμος 14, Παρίσι προς Λονδίνο, 14 και 23 Οκτωβρίου 1918.

⁵³ SHD/Marine, SS-C95, αρ.1142 και 1145, 21 Οκτωβρίου 1918,  SHD/Marine, SS-Α45, αρ.9066Α, 24 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁴ Ibid., SS-A29, αρ. 23901, 26 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁵ Βλ. Jean-Claude Allain, “Le commandement unifié sur le front d’ Orient: théorie et pratique en 1918”, Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος αρ. 168, Οκτώβριος 1992, σελ. 37-50.

⁵⁶ SHD/Marine, SS-C114, αριθμός καταχώρισης 56, 10 Σεπτεμβρίου 1918.

⁵⁷ Ibid., αρ. καταχώρισης 58, 1η Νοεμβρίου 1918., SHD/Marine, SS-A29, αρ. 25229 και 25392, 6 Νοεμβρίου, SHD/Marine, SS-E156, Φάκελος “1918-1919”, Calthorpe προς Λονδίνο, 18 Νοεμβρίου 1918.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

Πάρτι ουσιών στο Τρίτο Ράιχ

«Τα ναρκωτικά δεν άλλαξαν τον Χίτλερ, απλώς διατήρησαν αυτό που ήταν», λέει ο Νόρμαν Ολερ, που αποκαλύπτει στο βιβλίο τις ενέσεις με οπιούχα και διεγερτικά που έκανε ο Φύρερ πριν πάρει σημαντικές αποφάσεις.

«Με κάλεσε το πρωί στις 4.30: Ο Φύρερ έχει πάλι σπασμό. Eudokal – Eupaverin ε.φ. Οι συναρπαστικότερες μέρες μιας ολόκληρης ζωής. Πρέπει να κερδίσουμε τη μεγάλη νίκη! […] Σοβαρές ενέσεις στο τρένο όχι δυνατές, λόγω απαραίτητης φρεσκάδας κατά την αποβίβαση, αλλά σύμφωνα με την αντίληψή του απολύτως απαραίτητη ακόμα μία ενδοφλέβια ένεση».

Το παραπάνω κωδικοποιημένο αλλά γλαφυρό απόσπασμα προέρχεται από τις σημειώσεις του δρος Τέο Μορέλ, του προσωπικού γιατρού του Αδόλφου Χίτλερ, που γέμιζε τις φλέβες και το αίμα του «Ασθενή Α» με ένα κοκτέιλ διεγερτικών φαρμάκων, ζωικών ορμονών και ναρκωτικών, όπως αναλυτικά περιγράφει ο Γερμανός συγγραφέας Νόρμαν Ολερ στο βιβλίο του «Υπερδιέγερση: Τα ναρκωτικά στο Τρίτο Ράιχ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση των Χρήστου Κοκκολάτου και Βασίλη Τσαλή.

Τη στιγμή που μοιάζει να έχουν όλα ειπωθεί για τη σκοτεινή πλευρά της Γερμανίας, ο 48χρονος συγγραφέας φωτίζει για πρώτη φορά μια άγνωστη πλευρά της Ιστορίας, με την οποία οι μελετητές δεν είχαν ασχοληθεί στο παρελθόν. «Οι ιστορικοί δεν είναι εκπαιδευμένοι να ψάχνουν για πράγματα, όπως τα ναρκωτικά, και μάλλον δεν είχαν καταλάβει ότι μπορεί να άφησαν ένα σημαντικό αποτύπωμα», μας λέει κ. Ολερ στη συνάντησή μας στην Αθήνα. Ο ίδιος είχε πειραματιστεί για λίγο με τις επιδράσεις των ουσιών στην εφηβεία του και όταν ένας φίλος του ντι-τζέι του μίλησε για τη σύνδεση των ναζί με τα ναρκωτικά, ο ψηλόλιγνος 48χρονος συγγραφέας πέρασε πέντε χρόνια έρευνας στα κρατικά αρχεία της Γερμανίας και των ΗΠΑ για να μάθει για το τοξικό, από κάθε άποψη, ναζιστικό καθεστώς.

Η στροφή του 1936

Η «Υπερδιέγερση» ξεκινάει με την ανακάλυψη της μορφίνης από τον Φρίντριχ Βίλχελμ Ζέρτιρνερ στις αρχές του 19ου αιώνα και την εξάπλωση των ναρκωτικών στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν «το έθνος είχε ανάγκη από τόνωση». Το ναζιστικό κόμμα όμως εφάρμοσε μια σκληρή πολιτική κατά των ναρκωτικών, στέλνοντας εξαρτημένους σε στρατόπεδα εξόντωσης.

Τα πράγματα άλλαξαν μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 και την αμερικανική αμφεταμίνη που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στους Αγώνες. Η απάντηση της φαρμακοβιομηχανίας Τέμλερ ήταν η πρώτη γερμανική μεθαμφεταμίνη με την εμπορική ονομασία «Περβιτίν», το «ναρκωτικό του λαού», όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, που καταναλώθηκε σε μεγάλες ποσότητες και ανεξέλεγκτα από τους Γερμανούς στρατιώτες, ανάμεσα στους οποίους και ο εξαρτημένος νομπελίστας Χάινριχ Μπελ. To «τριπ» όμως ήταν μόλις στην αρχή του και ξεκίνησε με την πτώση της Γαλλίας.

Το σχέδιο για τη διάσπαση του συμμαχικού μετώπου προϋπέθετε την εισβολή μιας αρμάδας τεθωρακισμένων από την απροσπέλαστη, έως τότε, οροσειρά των βελγικών Αρδενών και την επίθεση με «κεραυνοβόλο πόλεμο», τον λεγόμενο «Blitzkrieg». Το πρόβλημα ήταν ο χρόνος. Η προέλαση έπρεπε να γίνει ταχύτατα για να μην προλάβουν να αντιδράσουν οι Σύμμαχοι. Επειτα από συζητήσεις το διεγερτικό Περβιτίν έγινε «μέρος του υγειονομικού εξοπλισμού» με επίσημη διαταγή και τη νύχτα της εισβολής «χιλιάδες στρατιώτες έβγαλαν το σκεύασμα από το ρεβέρ του δίκοχου» και η μεθαμφεταμίνη έβαλε «φωτιά στον εγκέφαλο». Θα είχε πέσει η Γαλλία χωρίς ναρκωτικά;

«Τα ναρκωτικά ήταν το τέλειο μέσο για αυτό το σχέδιο. Είναι πολύ πιθανό ότι χωρίς αυτά η επιχείρηση θα κατέρρεε, αλλά δεν μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Το σχέδιο απαιτούσε από τους στρατιώτες να μείνουν ξύπνιοι για τρία μερόνυχτα. Είναι φανερό ότι τα ναρκωτικά βοήθησαν και ήταν σημαντικό κομμάτι της εκστρατείας τους», μας λέει ο Νόρμαν Ολερ. Στο βιβλίο περιγράφεται η σταδιακή εξάρτηση του στρατού από τα διεγερτικά και οι ακρότητες στις οποίες υπέβαλαν όχι μόνο τους στρατιώτες αλλά και κρατούμενους.

Δύο περιστατικά ξεχωρίζει ο ίδιος ως τα πλέον σοκαριστικά καθώς άνοιξαν τον δρόμο για νέες πολεμικές τακτικές: το πρώτο ήταν το σχέδιο του ναυτικού να επιτεθεί με μίνι υποβρύχια σε στρατηγικούς στόχους, όπως στον Τάμεση, χορηγώντας υπερδιεγερτικά σε νεαρούς εθελοντές για να μείνουν ξύπνιοι τέσσερις μέρες, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να πνιγούν αποτρελαμένοι και με ισχυρές παραισθήσεις.

Το δεύτερο ήταν οι δοκιμές των Ες Ες σε κρατούμενους στρατοπέδων συγκέντρωσης για την ανάπτυξη τεχνικών πλύσης εγκεφάλου. «Είναι πολύ σκοτεινά περιστατικά γιατί σχετίζονται με μεταπολεμικά γεγονότα. Οι Αμερικανοί ανέπτυξαν περαιτέρω τις τεχνικές πλύσης εγκεφάλου, ενώ πολλοί στρατοί στον κόσμο πειραματίστηκαν με διάφορες μεθόδους για να κρατάνε τους στρατιώτες σε εγρήγορση».

Ο γιατρός Τέο Μορέλ

Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στη σχέση του Αδόλφου Χίτλερ με τον γιατρό του Τέο Μορέλ και περιγράφει τα διεγερτικά κοκτέιλ που δεχόταν στο σώμα του σε ολοένα και αυξανόμενες ποσότητες. Οσο ο πόλεμος κλιμακωνόταν και η ήττα της Βέρμαχτ φαινόταν αναπόφευκτη τόσο ο «Ασθενής Α» στρεφόταν στον προσωπικό του γιατρό για μια ένεση «ευφορίας».

«Ο Χίτλερ δεν εμπιστευόταν τους ειδικούς, τους ανθρώπους που ήξεραν πιο πολλά από τον ίδιο. Ο Μορέλ ήταν ένας παχουλός, φιλικός, όχι ειδικός γιατρός, που στην πραγματικότητα δεν εξέτασε ποτέ τον Χίτλερ αλλά με μια ένεση τον έκανε να αισθάνεται όμορφα. Ηταν, θα λέγαμε σήμερα, ένας γιατρός των σελέμπριτις, ένας Dr. Feelgood», μας λέει ο κ. Ολερ.

Οπιοειδή, τεστοστερόνη, διεγερτικά, μέχρι και ορμόνες για αυξημένη σεξουαλική απόδοση έκαναν πάρτι στον οργανισμό του Χίτλερ, με αποκορύφωμα τα δύο τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό του.

«Το οπιούχο που έπαιρνε ο Χίτλερ τότε και τώρα υπάρχει στην Αμερική κάνει τον χρήστη να νιώθει ήρεμος, έξυπνος, αυτοπεποίθηση και αυτό τον βοήθησε να διατηρήσει την πορεία του παρά τις αντιρρήσεις των στρατηγών του που έβλεπαν την καταστροφή της Γερμανίας. Τα ναρκωτικά δεν άλλαξαν τον Χίτλερ, απλώς διατήρησαν αυτό που ήταν, αυτό προκύπτει από την έρευνα».

Το σκοτεινό παρελθόν

Το ζήτημα του παρελθόντος απασχόλησε νωρίς τον 48χρονο συγγραφέα. Η σκοτεινή γερμανική περίοδος ήταν κομμάτι της δημόσιας εκπαίδευσης και όταν ο μαθητής Νόρμαν ρώτησε τον παππού του για εκείνα τα χρόνια «εκείνος πήγε στο σπίτι κι έφερε έναν φάκελο που είχε μέσα τα ναζιστικά διακριτικά του και ένα κομματικό δελτίο με τις σφραγίδες ότι πλήρωνε τη συνδρομή του». Αντιδρώντας, μίσησε κάθε τι γερμανικό στην εφηβεία του, τον τράβηξε η ριζοσπαστική αριστερά και ξεκίνησε να γράφει ως δημοσιογράφος στην αρχή και ως συγγραφέας στη συνέχεια.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε το 2015, αποσπώντας θετικές εντυπώσεις από τον διακεκριμένο ιστορικό και μελετητή της περιόδου, Ιαν Κέρσοου, και έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες. Μέσα από το βιβλίο φαίνονται επίσης τα σαθρά θεμέλια του ναζιστικού ιδεολογήματος το οποίο για να στηρίξει ο αρχηγός του κατέφυγε στη χημεία. Αν και η άκρα δεξιά απολαμβάνει μια ιδιαίτερη δυναμική στη Γερμανία, ο ίδιος δεν ανησυχεί για την «επικινδυνότητα» της AfD. Πολιτικά πιστεύει ότι χρειάζονται πιο οικολογικές, σοσιαλιστικές πολιτικές στην Ευρώπη, καθώς το πολιτικό πρόβλημα για τον ίδιο είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στην ερώτηση για το πιο διαχρονικό «ιδεολογικό ναρκωτικό», ο Ολερ απαντά με μια φράση: «Ο φόβος για τον άλλον».

Πηγή: Η Καθημερινή

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου: Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67) Μέρος Β΄: Η διαφυγή προς την Αλεξάνδρεια

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου

Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67)

Μέρος Β΄: Η διαφυγή προς την Αλεξάνδρεια

Σε περίπου ένα μήνα από της προσαράξεως είχαν σχεδόν αποπερατωθεί οι επισκευές μας. Βεβαίως το πλοίον είχε την ανάγκην περισσοτέρων επισκευών, αλλά η εκτέλεσις των θα μας καθυστερούσε τόσον ώστε ν’ αναγκασθούμε ν’ αποπλεύσωμεν εν μέσω χειμώνος και κακοκαιριών, όπου το τραυματισμένον πλοίον μας – που ήταν προχείρως επισκευασθέν – δεν θα ηδύνατο ν’ ατεπεξέλθη. Ούτως ή άλλως οι χρόνοι ήσαν ήδη οριακοί και έτσι, σαν ημερομηνία απόπλου απεφασίσθη η 1η Δεκεμβρίου.

Βεβαίως, έπρεπε τώρα να ετοιμαστή ένα πολύ προσεκτικό σχέδιο φυγής. Οι πληροφορίες μας ανέφερον ότι στην περιοχήν υπήρχαν 3 ή 4 Γερμανικά Α/Τ και 10 Τ/Κ, η δε μία εξ αυτών συχνά περιέπλεεν έξωθεν του όρμου του ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ. Η από αέρος υπεροχή του εχθρού, όπως ήδη εγνωρίζαμεν, ήταν απόλυτος και επίσης στην Κω και στη Ρόδο υπήρχαν ισχυρότατοι προβολείς και εγκαταστάσεις ΡΑΝΤΑΡ. Εάν μας εντόπιζαν προτού εισέλθομεν εντός της ακτίνος των συμμαχικών καταδιωκτικών, δηλαδή κατά το πέρασμα για την Κύπρον, δεν θα είχαμε καμμίαν ελπίδαν…

Το σχέδιον φυγής που τελικώς εξεπονήθη είχεν ως εξής. Κατά το κρίσιμον σημείον της νυκτερινής εξόδου μας από τον όρμον του ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, θα έπρεπε να γίνη παράλληλος αεροπορική επιδρομή με βομβαρδιστικά στην Κω, ούτως ώστε ν’ αποφευχθή η αφή του εκεί προβολέως και να επικεντρωθή η προσοχή των Γερμανών στην δική τους προστασία. Όλος ο πλους της φυγής μας θα εγένετο πάντα κατά την διάρκειαν νυκτός και όσον το δυνατόν πιό κοντά στις Τουρκικές ακτές ώστε να μην μας διακρίνουν τα Γερμανικά ΡΑΝΤΑΡ.

Η κίνησις του πλοίου θα εγένετο με την πρύμναν και επομένως θα ήταν ιδιαιτέρως αργή, αλλά έπρεπε να προστατευθή το ευπαθές πρωραίον μέρος του. Επειδή τμήμα των δεξαμενών πετρελαίου είχε καταστραφή κατά την αποκοπήν της πρώρας, δεν θα ήταν δυνατόν να φορτωθή επαρκές πετρέλειο για να φτάσωμεν στην Κύπρον και για τούτο θα έπρεπε να επανα-πετρελαιεύσωμεν στο Καστελλόριζον. Δεδομένης της μικράς ταχύτητος προχωρήσεως του πλοίου, υπελογίσθη ότι στο πρώτο σκέλος της φυγής μας το φώς της ημέρας θα μας κατελάμβανε περίπου στο ύψος της Ρόδου. Έτσι επελέγη ο όρμος Λώρυμα – που είναι ακριβώς απέναντι της – για να διημερεύσωμεν και με το σκότος, πάλιν να συνεχίσωμεν προς το Καστελλόριζον.

Αφού στο πλοίο μας δεν υπήρχαν ναυτιλιακά βοηθήματα και θα έπρεπε να πλεύσουμε με μεγάλην ακρίβειαν σε υπερβολικά μικρήν απόστασιν από τις ακτές, ήταν οπωσδήποτε αναγκαίον κάποιος να μας πλοηγήση. Προς τούτο θα έπρεπε να διατεθή ακτοφυλακίς που να προπορεύεται και για μίαν στοιχειώδη προστασίαν, θα εχρειάζοντο μία ή δύο ακόμη ακτοφυλακίδες.

Το Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ στην αρτιμελή του μορφή.

Τέλος, κατά την νύκτα του απόπλου μας θα έπρεπε να απενεργωποιήσωμεν το Τ/Φ του Σταθμού Χωροφυλακής του ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, ώστε ν’ αποκοπή η επικοινωνία με το ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ όπου υπήρχον Γερμανοί πράκτορες σε επαφή με την Κω. Το σχέδιον αυτό εστάλη στην Αλεξάνδρεια και ενεκρίθη ως είχεν.

Την 30ην Νοεμβρίου, δηλαδή την παραμονήν του απόπλου μας, είχε προσκληθεί από την Σμύρνην ιερεύς για να ψαλή επιμνημόσυνος δέησις και ν’ αποχαιρετίσωμεν τους νεκρούς μας.

Τα χαράματα της 1ης Δεκεμβρίου παρέβαλε μία Αγγλική ακτοφυλακίς. Ο Κυβερνήτης της επεβιβάσθη του ΑΔΡΙΑ, όπου του εξηγήθη λεπτομερώς το σχέδιον φυγής και αυτός με την σειράν του μας επληροφόρησεν ότι δύο επί πλέον ακτοφυλακίδες θα μας συναντούσαν κατά την έξοδον μας από τον όρμον.

Καθώς ο απόπλους μας επλησίαζεν, η εντολή προς όλους ήταν να μην αλλάξουν καθόλου οι καθημερινές συνθήκες της ζωής του πλοίου, κυρίως για να μην προϊδεάσωμεν τυχόν εχθρικούς παρατηρητές. Έτσι, όλοι οι εκτός υπηρεσίας άνδρες εξήλθον του πλοίου κανονικώς και περπατούσαν στην παραλία ή επήγαν στο μοναδικό καφενείο του χωριού. Δηλαδή, “σαν να μην τρέχει τίποτε”…

Ολίγον πρό του απόπλου, μία ομάς απενεργοποίησε αιφνιδιαστικώς το Τ/Φ της Χωροφυλακής και εν συνεχεία επέβη επί του πλοίου. Επίσης επέβησαν ο Άγγλος ναυπηγός που εβοήθησεν κατά την επισκευήν και ένας ειδικός ναυαγοσώστης. Όταν πλέον αρχίσαμεν να λύωμεν τους κάβους, τότε το χωριό αντελήφθη ότι φεύγομε και πολλοί Τουρκοκρήτες έσπευσαν στην παραλίαν και ήρχισαν να μας αποχαιρετούν ενθέρμως, κουνώντας τα χέρια τους και ευχόμενοι συγκινητικώς: “Η Παναγιά μαζί σας”…

Ήταν η ώρα 21:00 όταν τελικώς απεπλεύσαμεν, αφήνοντας πίσω μας το φιλόξενο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ να επανέλθη στην ήσυχη ζωήν του. Ο ΑΔΡΙΑΣ όμως αντιμετώπισε μεγάλην δυσκολίαν κατά την έξοδον του από τον όρμον και ήταν προφανές ότι το πλοίο δεν εκυβερνάτο κινούμενο με την πρύμναν. Χωρίς τον παραμικρόν δισταγμόν ο Κυβερνήτης απεφάσισεν να στρέψη το πλοίον ώστε η κίνησις από τούδε και στο εξής να γίνεται με την πρώραν. Τούτο βεβαίως ενείχεν τον μεγάλον κίνδυνον να μην ανθέξη το επισκευασθέν πρωραίο μέρος και η όλη προσπάθεια μας ν’ αποβή ματαία…

Έτσι ο ΑΔΡΙΑΣ ήρχισε να προχωρή με την πρώραν του και με μίαν παράξενον μεγαλοπρέπειαν κατευθύνετο αργά-αργά προς τον όρμον Λώρυμα. Η μία ακτοφυλακίς προεπορεύετο, με τις δύο άλλες να καλύπτουν την δεξιάν μας πλευράν και αριστερά μας. Πολύ κοντά ήσαν τα Μικρασιατικά παράλια. Η νύκτα ήταν σκοτεινή, με χαμηλήν νέφωσιν και υπήρχε αρκετός κυματισμός. Η ορατότης ήταν σχετικώς περιορισμένη και ο καιρός έδειχνε ότι μάλλον θα επεδεινούτο.

Πρέπει εδώ να σας αναφέρω παρενθετικώς ότι καθ’ όλην την διάρκειαν του πλού μας κοντά στις ακτές της Τουρκίας και μέχρις ότου εβγήκαμε επιτέλους ανοικτά για την Κύπρο, τα Τουρκικά φυλάκια σποραδικώς έβαλον εναντίον μας. Ευτυχώς, οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα, αν βεβαίως εξαιρέσωμεν την συχνήν όχλησιν και μερικές μικρές οπές στην υπερκατασκευήν μας.

Καθώς επλησιάζαμεν με πολύ μεγάλην προσοχήν την περιοχήν της Κω, αίφνης ήναψεν ο ισχυρότατος προβολέας της και παρ’ ολίγον να μας φωτίση καθώς ηρεύνα επιμόνως προς την πλευράν μας. Προφανώς οι καιρικές συνθήκες είχαν ματαιώσει τον προγραμματισμένο αεροπορικό βομβαρδισμό που θα εκάλυπτε την διαφυγήν μας από εκείνο το δύσκολο σημείο και είμεθα πραγματικώς έκθετοι. Ευτυχώς η αγωνία μας αυτή έληξε συντόμως, με την ξαφνικήν εμφάνισιν ενός κατάφωτου Γερμανικού νοσοκομειακού πλοίου. Αφήνοντας αμέσως την έρευνα, ο προβολεύς – προς διευκόλυνσιν του νοσοκομειακού – επεκεντρώθη στον φωτισμόν του διαύλου και έτσι εμείς διεφύγαμεν της προσοχής. Βέβαια, διερωτάται κανείς και πάλιν πόσον τυχαίον ήτο αυτό…

Μόλις ηρεμήσαμε απ’ αυτήν την λαχτάρα, ήρθε η επιδείνωσις των μετωρολογικών συνθηκών. Αν και η χειροτέρευσις της ορατότητος συνέβαλε στην απόπειρα να περάσωμεν κυριολεκτικώς “κάτω από την μύτη του εχθρού”, η σύγχρονος επίτασις της θαλασσοταραχής μας προσέθεσεν μεγάλην ανησυχίαν για την αντοχήν του πλοίου. Το επισκευασθέν τμήμα της πρώρας είχεν ήδη αρχίσει να διαρρέη και να καθιστά τον ΑΔΡΙΑΝ έμπρωρον. Όλες οι αντλίες είχαν τεθεί σε λειτουργία, ακόμη και οι χειροκίνητες.

Φωτογραφία με αφιέρωση. Φέρει τις υπογραφές του Κυβερνήτη και των Αξιωματικών του ΑΔΡΙΑ.

Καθώς η ευστάθεια εχειροτέρευε, ο Άγγλος ναυπηγός ανέφερεν πιεστικώς στον Κυβερνήτην ότι το πλοίον αποκλείεται ν’ ανθέξη άλλο και θα έπρεπε να εγκαταλειφθή. Όταν όμως η εμμονή του σ’ αυτήν την άποψιν κατέστη όχλησις, ο Κυβερνήτης με πολύ αυστηρό τόνο του είπεν: “Σας ήκουσα κύριε και σας ευχαριστώ, αλλά ο Κυβερνήτης είμαι εγώ, πηγαίνετε!”.

Το μόνο που δεν χρειαζόταν εκείνην την στιγμήν ο Κυβερνήτης μας ήταν κάποιον που επιμόνως να του επαναλαμβάνη κάτι για το οποίον όλοι αγωνιούσαμε, αλλά ηρνούμεθα να πιστέψωμεν ότι ήταν δυνατόν να συμβή. Δηλαδή, το να χαθή ο ΑΔΡΙΑΣ μας…

Ήταν η ώρα 06:00 καθώς προέβαλε αδύναμο το λυκαυγές, η νέφωσις ήταν ακόμη πιο χαμηλή από την προηγούμενη νύκτα και η ορατότης πολύ κάτω των 200 μέτρων. Την στιγμήν εκείνην απήχαμε μόλις 20 λεπτά από τον πρώτον προορισμόν μας και τώρα έπρεπε “με νύχια και με δόντια” να κρατήσωμεν το καράβι έως ότου καταφέρομεν να το προσαράξωμεν στον όρμον Λώρυμα. Καθώς θα είχαμε μίαν ολόκληρον ημέραν εκεί, θα επαναεπισκευάζοντο κατά το μέτρον του δυνατού οι ζημίες και έπειτα, ο Θεός βοηθός…

Στις 06:20 την πρωϊαν της 2ας Δεκεμβρίου ο ΑΔΡΙΑΣ προσήραξε για μίαν ακόμη φοράν στα Τουρκικά παράλια. Σαν μανιακοί και χωρίς να αναμείνουν διαταγήν, οι άνδρες του αγήματος αποκαταστάσεως βλαβών ώρμησαν στο πρωραίον τμήμα. Εκείνη την ημέρα άπαντες, υπό τις οδηγίες του Πρώτου Μηχανικού, του Άγγλου ναυπηγού και του ναυαγοσώστη, επεδόθησαν με πολύ μεγάλην ψυχήν στο έργον της αποκαταστάσεως του αναπήρου, αλλά ακόμη περήφανου ΑΔΡΙΑ.

Επίσης, ήλθαμε σε επαφή και με τους ολίγους κατοίκους της περιοχής του όρμου, που ήσαν 5 Έλληνες Μικρασιάτες βοσκοί και ένας Άγγλος πράκτωρ. Μέσω του τελευταίου διεμηνύσαμεν στην Αλεξάνδρειαν ότι το πρώτον σκέλος του σχεδίου φυγής είχεν ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Περί την μεσημβρίαν με ανησυχίαν ηκούσαμε βόμβον Α/Φ, αλλά η χαμηλή νέφωσις μας εκάλυψεν πλήρως. Αργά το απόγευμα οι πυρετώδεις επισκευές μας εσταμάτησαν και ό,τι ήτο δυνατόν να γίνη έπρεπε τώρα να επαρκέση. Η κακή ορατότης που επικρατούσε ευλόγως ενεθάρρυνε τον Κυβερνήτην να διακινδυνεύση ενωρίτερον απόπλουν για το Καστελλόριζο, δηλαδή καθώς θα έδυεν ο ήλιος. Έτσι θα προελάμβανε ο ΑΔΡΙΑΣ να περάση από την περιοχή εμβέλειας του προβολέα της Ρόδου ακριβώς κατά το λυκόφως, όταν δηλαδή θα ήταν οι συνθήκες ιδανικές για να μην μας διακρίνουν οι Γερμανοί.

Καθώς εξερχόμεθα του όρμου ο άνεμος είχε κάπως κοπάσει, αλλά υπήρχε ακόμη αρκετή θαλασσοταραχή. Ενώ διαπλέαμεν από το πλέον κρίσιμον σημείον, ο προβολεύς της Ρόδου ήναψε και ήρχισεν να ερευνά επισταμένως προς την πλευράν μας. Το αίμα μας επάγωσεν όταν μας εφώτισεν δύο ή τρίς φορές, αλλά και πάλι για καλήν μας τύχην δεν μας διέκριναν. Στο λυκόφως, το γκρίζο χρώμα του πλοίου με το γκρίζο της θαλάσσης και του νεφοσκεπούς ουρανού μας είχεν κάνει σχεδόν αόρατους.

Έτσι διεφύγαμεν τον μεγάλον κίνδυνον εντοπισμού από την Ρόδο και καθώς η τύχη εξηκολούθησε να μας ευνοή, η θάλασσα ήρχισεν να ημερεύη και ο πλούς μας να γίνεται άνετος. Βεβαίως όχι όσον θα ήθελεν κανείς, αφού οι Τ/Κ του εχθρού περιπολούσαν διαρκώς στην περιοχή αυτή και οπωσδήποτε δεν ήσαν μακρυά μας.

Επίσης, για να μην απαλλαγούμε τελείως από το άγχος, υπήρχε και η ακανθώδης έγνοια του κατά πόσον θα επαρκούσε το πετρέλαιον μας μέχρι το Καστελλόριζον. Αυτό γιατί εκείνα τα τελευταία αγωνιώδη 20 λεπτά προ της προσαράξεως μας στον όρμο Λώρυμα, είχεν απορριφθεί αρκετόν πετρέλαιον στην θάλασσαν για να κρατηθή το πλοίον. Άν δεν μας έφθανε τώρα, είμεθα εντελώς καταδικασμένοι…

Καθώς εχάραζεν το λυκαυγές, εφάνησαν στην πρώραν μας δυο Α/Τ που ήσαν τα ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΕΝΝ. Ο Διοικητής του 14ου Στολίσκου – που επέβαινε στο πρώτον – μας εσήμανε να πλεύσωμεν αμέσως στον Τουρκικόν όρμον ΚΑΚΑΒΑ, μόλις ολίγα μίλια ανατολικώς του Καστελλορίζου. Εκεί τους συναντήσαμεν κατά την 9ην πρωϊνήν της 3ης Δεκεμβρίου και παρεβάλαμεν στο ΤΖΕΡΒΙΣ για να παραλάβωμεν πετρέλαιον. Στον όρμο ήταν επίσης αγκυροβολημένο και ένα μεγάλο ρυμουλκό ανοικτής θαλάσσης, που είχε σταλεί εκεί από την Αλεξάνδρεια για να μας ρυμουλκήση.

Στις 2:00 μ.μ. ένα Γερμανικόν αναγνωριστικόν επέταξεν πολύ χαμηλά από επάνω μας και η ακριβή θέσις μας ήταν πλέον γνωστή στον εχθρόν. Τότε απεφασίσθη – αντί της νυκτός – ο απόπλους για την Κύπρον να γίνη ενωρίς το απόγευμα, με απ’ ευθείας έξοδον προς το ανοικτόν πέλαγος. Τοιουτοτρόπως, μέχρι της δύσεως του ηλίου θα μας εδίδετο η ευκαιρία – αν και ρυμουλκούμενοι – να έχωμεν απομακρυνθή όσον το δυνατόν περισσότερον από την περιοχήν εντοπισμού μας. Η ριψοκίνδυνος αυτή απόφασις εστηρίχθη στην απλήν λογικήν ότι οι Γερμανοί δεν θα εφαντάζοντο ποτέ ότι ένα πλοίον στην κατάστασιν του ΑΔΡΙΑ θα ετόλμα – και μάλιστα μήνα Δεκέμβριον – να επιχειρήση έξοδον στο ανοικτόν πέλαγος, οπότε βέβαιοι θ’ ανέμεναν μίαν νυκτερινήν απόπειραν διαφυγής του κατά μήκος των Τουρκικών ακτών.

HMS Jervis  (κάτω) και HMS Penn. Τα δυο αντιτορπιλλικά, που συνόδευσαν τον ΑΔΡΙΑ κατά την πορεία του από το Καστελλόριζο προς τη Λεμεσσό, παρέχοντας την προστασία τους.

Στις 16:30 και καθώς οι Γερμανοί θα εσχεδίαζαν με ακρίβειαν την νυκτερινήν τους επίθεσιν, ο ΑΔΡΙΑΣ απέπλευσεν ρυμουλκούμενος από την πρύμναν και εξήλθε του όρμου συνοδευόμενος από τα δύο Α/Τ και τις τρείς ακτοφυλακίδες. Συντόμως διεπιστώθη ότι η από πρύμνης ρυμούλκησις ήταν πολύ βραδεία και δυσχερής, κυρίως λόγω των παραμορφωμένων ελασμάτων. Ευτυχώς η θάλασσα ήταν ήρεμος, αλλά με την βελτίωσιν των καιρικών συνθηκών το αυτό ίσχυε και για την ορατότητα, πράγμα πολύ ανησυχητικό για μας. Έφθανε άλλο ένα αναγνωριστικόν Α/Φ για να προδοθή το σχέδιον μας, αλλά οι Γερμανοί ευτυχώς επέδειξαν την αναμενόμενην συμπεριφοράν και ήδη γνωρίζοντες την θέσιν μας, απλώς εθεώρουν ότι δεν θα εκινούμεθα από εκεί προτού επέλθει το σκότος.

Όταν περί ώραν 20:00 μία μεγάλη έκτασις κατά μήκος των Τουρκικών ακτών έλαμψεν με τα φωτιστικά του εχθρού, εμείς ήδη ευρισκόμεθα μόλις μερικά μίλια Δυτικώς από την περιοχήν ερεύνης του. Περισσότερον ακόμη και από όσον είχαμεν φανταστεί, οι μεθοδικοί Γερμανοί επεκέντρωσαν την προσοχήν τους μόνον στις πλέον πιθανολογούμενες κατ’ αυτούς θέσεις μας, επιδεικνύοντας απόλυτον βεβαιότητα για τον νυκτερινόν απόπλουν του ΑΔΡΙΑ και την κίνησιν του κατά μήκος των ακτών. Άν και δεν ευρισκόμεθα ακόμη σε απολύτως ασφαλήν απόστασιν, η υπόθεσις του Κυβερνήτου μας επεβεβαιώθη πλήρως, αφού ουδείς από την πλευράν του εχθρού εσκέφθη να ερευνήση ολίγον Δυτικότερον και προς το ανοικτόν πέλαγος.

Μη δυνάμενοι λοιπόν να μας εντοπίσουν, οι Γερμανοί δυστυχώς έστρεψαν την οργήν τους προς το Καστελλόριζον και το εσφυροκόπησαν με μεγάλην αγριότητα. Ακριβώς την ώραν που διεδραματίζετο η επίθεσις αυτή και ο εχθρός ευρίσκετο εν πλήρη εγρηγόρσει, αίφνης ανέτειλε μία φωτεινοτάτη σελήνη και για ακόμη μίαν φοράν είμεθα ευάλωτοι στον εντοπισμόν. Ευτυχώς, πάλιν δεν μας είδαν και μέσα μας όλοι προσευχηθήκαμεν για τους άτυχους νησιώτες που εκείνην την νύκτα εισέπραξαν αυτό που προωρίζετο για εμάς. Αλλά αυτή είναι η τραγωδία του πολέμου, που στην δίνη του παρασύρει όλους – αθώους και μή – και πολύ συχνά η ευτυχία του ενός γίνεται δυστυχία του άλλου…

Το Καστελλόριζο την επομένη του βομβαρδισμού.

Ο πλούς μας συνεχίσθη όλην την νύκτα χωρίς άλλα επεισόδια και όταν η παρ’ ολίγον προδοτική σελήνη ήρχισεν να δύη, τότε ηκούσθη ένας ναύτης μας να λέγη μεγαλοφώνως: “Μην ξανακούσω κανένα κερατά να μιλάει για φεγγάρια και ρομάντζες γιατί θα τον…” και σταματώ εκεί…

Την πρωϊαν της 4ης Δεκεμβρίου, με μεγάλην ανακούφισιν είδαμε δύο καταδιωκτικά ΣΠΙΤΦΑΪΕΡ και ένα αεροσκάφος ανθυποβρυχιακής ερεύνης και είχαμε επιτέλους εισέλθει εντός ακτίνος συμμαχικής αεροπορικής καλύψεως. Η δυσχερής ρυμούλκησις του ΑΔΡΙΑ  συνεχίζετο με την ίδιαν απελπιστικώς βραδείαν πρόοδον, αφού από το προηγούμενο απόγευμα μόλις είχαμε καλύψει 65 μίλια. Τότε ο Κυβερνήτης του ΑΔΡΙΑ εζήτησεν την άδειαν του Διοικητού να πλεύσωμεν δι’ ιδίων μέσων. Η άδεια εδόθη και ελεύθερος από το ρυμουλκόν ο ΑΔΡΙΑΣ επέτυχεν ταχύτητα 10,5 κόμβων. Ήταν ευτυχώς γαλήνη και το πρωραίον τμήμα άντεχε καλώς.

Στις 19:30 καταπλεύσαμεν στην Λεμεσόν. Αμέσως παρεβάλαμεν σε πετρελαιοφόρον και σε ολίγες μόνον ώρες θα απεπλέαμεν για την Αλεξάνδρεια. Τα δύσκολα είχαν πλέον περάσει, πράγμα που επιβεβαίωσεν και ο Κυβερνήτης στην γενικήν κλήσιν που διέταξε, όπου συνεχάρη τους πάντες για την καλήν εκτέλεσιν του καθήκοντος των.

Είναι πολύ δύσκολον να περιγράψω τα συναισθήματα εκείνης της ημέρας. Πάντως, το απίθανον του τι επετεύχθη σίγουρα δεν είχεν ακόμη πλήρως συνειδητοποιηθεί από εμάς τους νεώτερους, αλλά όταν είναι κανείς νέος δεν εμβαθύνει και τόσον στην σκέψιν του. Απλώς δρά και μεταθέτει τις μεγάλες αναλύσεις των εμπειριών του δι’ αργότερον στην ζωήν του. Έτσι, παρά την τετραήμερον αϋπνίαν και τις έντονες συγκινήσεις που όλοι ζήσαμε κατά την διάρκειαν αυτής της μικρής Οδύσσειας, τώρα στα καταστρώματα έβλεπες νεαρά παιδιά με πρόσωπα γελαστά και χαρούμενα.

Την 4ην πρωϊνήν της 5ης Δεκεμβρίου και συνοδεία των άλλων Α/Τ, απεπλεύσαμεν για την Αλεξάνδρειαν, Όταν τα Α/Τ ΕΞΜΟΥΡ και ΩΝΤΕΝΑΜ ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν τα ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΕΝΝ, ο αποχωρών Διοικητής έστειλεν το ακόλουθο σήμα στον ΑΔΡΙΑ: “Καλό ταξείδι. Όλοι θαυμάζομεν την υπέροχον προσπάθειαν να φυγαδεύσετε το πλοίον σας”. Παρόμοιο σήμα εστάλη και από το ΠΕΝΝ.

Ο πλούς μας προς την Αλεξάνδρειαν εχαρακτηρίσθη από έναν πραγματικόν οργασμόν μπουγάδας. Άν εξαιρέσωμε μίαν σχετικήν λαχτάραν κατά την διάρκειαν της ημέρας – όταν επεδεινώθη ο καιρός και εχρειάσθησαν πάλιν οι αντλίες – η μπουγάδα συνεχίσθη ολημερίς και η νύκτα μας ηύρεν να πλέωμεν ηρέμως και με τον στάζοντα ιματισμόν να κρέμεται κυριολεκτικά από παντού. Έπρεπε την επομένην όλοι να είμεθα καθαροί γιά να παραταχθούμε αξιοπρεπώς κατά την είσοδον μας στην Αλεξάνδρεια, όπως αρμόζει σ’ ένα πολεμικόν πλοίον.

Η 6η Δεκεμβρίου εξημέρωσεν ηλιόλουστος και τολμώ να πώ πως όλοι μας νοιώθαμε την μεγάλην χάριν του Αγίου Νικολάου ολίγον περισσότερον από κάθε άλλον εκείνο το πρωινό. Με τον παραδοσιακόν σημαιοστολισμόν να κυματίζη προς τιμήν του προστάτη μας και με την Αλεξάνδρεια να φαίνεται ευκρινώς στο βάθος, ο ΑΔΡΙΑΣ είχεν επιτέλους σχεδόν φθάσει.

Εισερχόμενοι στον δίαυλον και κινούμενοι προς τον λιμένα, διετάχθη το “εις τάξιν αγκυροβολίας”. Βεβαίως άγκυρες δεν υπήρχαν δίχως την πρώραν, αλλά η διαταγή εσήμαινε παράταξιν του πληρώματος επί του καταστρώματος σαν να επρόκειτο να γίνη αγκυροβολία. Το πλήρωμα, με απαστράπτοντα ιματισμόν, κατέλαβε τις θέσεις του άψογον και υπερήφανον.

Ο ΑΔΡΙΑΣ εισέρχεται στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας με το πλήρωμα παρατεταγμένο στο κατάστρωμα.

Στην καλυτέραν των περιπτώσεων αναμέναμεν με την άφιξιν μας κάποιαν θερμήν υποδοχήν από τους Έλληνες συμπολεμιστές μας, που επί 40 ημέρες με αγωνίαν παρηκολούθουν από εκεί την περιπέτειάν μας. Κανείς όμως από εμάς δεν εφαντάσθη ποτέ αυτά που επηκολούθησαν.

Κατ’ αρχάς και καθ’ όν χρόνον είμεθα ακόμη στον δίαυλον, μας επλησίασεν το ναρκαλιευτικόν ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ. Στο κατάστρωμα του ήσαν παρατεταγμένοι πολλοί ένστολοι Έλληνες υψηλόβαθμοι ναυτικοί και διεκρίναμε αμέσως τον Διοικητήν Αντιτορπιλλικών, τους άλλους Ανωτέρους Διοικητάς, τον Αρχιεπιστολέα Στόλου και το Επιτελείον του Αρχηγού. Περνώντας δίπλα μας ηκούσθησαν 3 βροντερές ζητωγραυγές κατά παραγγελίαν του Διοικητού Αντιτορπιλλικών και στην συνέχειαν οι Αξιωματικοί κινούσαν ζωηρώς τα πηλίκια των. Αμέσως το ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ αναστρέφει και μας ακολουθεί τιμητικώς, ενώ εδέχθημεν καταιγισμόν πολύ τιμητικών συγχαρητηρίων σημάτων από ολόκληρον την ηγεσίαν του Ναυτικού μας.

Καθώς επλησιάζαμεν στην είσοδον του λιμένος, είδαμε δύο βενζινακάτους που ήρχοντο ολοταχώς και μόλις μας έφθασαν, ανέστρεψαν και μας ηκολούθουν δεξιά και αριστερά μας στο ύψος της γεφύρας. Στην δεξιάν επέβαινε ο τότε Υπουργός Ναυτικών Σοφοκλής Βενιζέλος με τους αξιωματούχους του Υπουργείου του και στην αριστεράν ο Άγγλος Ναύαρχος ΠΟΛΑΝΤ με το Επιτελείο του.

Ο ΑΔΡΙΑΣ αμέσως εσήμανε ακινησίαν για ν’ αποδοθούν οι συνήθεις τιμές και κάποιοι από εμάς τους νεωτέρους ήρχισαν κάπως να συνειδητοποιούν ότι η αυτονόητος ως εκείνη την στιγμήν προσπάθεια μας να σώσουμε το πλοίον και τις ζωές μας ίσως να ήταν ένα ιδιαίτερον επίτευγμα. Οπωσδήποτε ήταν πρωτοφανές και συγκινητικόν να μας υποδέχονται με τόσον τιμητικόν τρόπον ο Υπουργός των Ναυτικών και όλη η Ελληνική Ναυτική ηγεσία, αλλά εδώ ήρθεν και ο Άγγλος Ναύαρχος της Αλεξανδρείας. Και δεν είχαμε δεί τίποτε ακόμη…

Καθώς εισερχόμεθα στον λιμένα, ο σηματοφορικός σταθμός της Αλεξανδρείας – ακριβώς απέναντι μας – ήρχισε να μεταβιβάζη το ακόλουθον σήμα από τον Αρχηγόν Στόλου της Μέσης Ανατολής, Ναύαρχον ΟΥΪΛΛΙΣ: “Πολύ ευτυχής που σας ξαναβλέπω. Η αποφασιστικότης σας να σώσετε το πλοίον σας παρηκολουθήθει με θαυμασμόν και σας συγχαίρω για το λαμπρόν κατόρθωμα”.

Η συγκινησιακή μας φόρτησις είχεν πλέον αρχίσει να γίνεται πολύ μεγάλη καθώς εξετυλίσσετο το μέγεθος της υποδοχής που μας επεφυλάσσετο απ’ όλους τους συμμάχους. Είναι ένα πράγμα να σε τιμούν οι δικοί σου, αλλά όταν σε παραδέχονται με τέτοιον μεγαλειώδη τρόπον και οι ξένοι, τότε νοιώθεις ότι συνέβαλες στο να τιμηθή η Ελλάς ολόκληρος. Τα πρόσωπα όλων μας ήρχισαν κυριολεκτικώς να λάμπουν από υπερηφάνειαν και πολλών τα μάτια ήταν βουρκωμένα.

Παραπλέοντες ένα Αγγλικόν καταδρομικόν ακριβώς κατά την είσοδον μας στον λιμένα, είδαμε το πλήρωμα του παρατεταγμένον και απαστράπτον. Πριν προλάβουμε να σημάνουμε ακινησίαν για να το τιμήσωμεν, τα μεγάφωνά του έδωσαν ένα παράγγελμα και χίλια καπέλα σηκώθηκαν ψηλά στον αέρα καθώς ηκούσθη βροντερώς “ΧΟΥΡΑ!” τρείς φορές. Δίπλα και αριστερά μας ένα Πολωνικόν Α/Τ, το ίδιο…και πάλι το ίδιο όπου και να επήγαινε το βλέμμα μας, όταν πλέον είχαμεν εισέλθει για τα καλά εντός του λιμένος.

Πρέπει να φανταστήτε τον λιμένα της Αλεξανδρείας το 1943 κατάμεστον από συμμαχικά πολεμικά και εμπορικά πλοία και όλα, εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι του Αγίου Νικολάου, να έχουν φορέση τα καλά τους για να μας υποδεχθούν. Παντού πληρώματα αψόγως παρατεταγμένα με Άγγλους, Ολλανδούς, Πολωνούς και Έλληνες ναύτες και αξιωματικούς ηνωμένους σε μίαν εορτήν που όμοια της δεν έχω ξαναδεί σ’ όλην την μετέπειτα ναυτικήν μου σταδιοδρομίαν. Εκπληκτικώς, με τον ίδιον ενθουσιασμόν μας υπεδέχθησαν ακόμη και κάποια Γαλλικά πολεμικά πλοία που ευρίσκοντο εκεί αιχμάλωτα και παρωπλισμένα, καθ’ ότι πιστά στην φιλοναζιστικήν Κυβέρνησιν του Βισσύ.

Ο Γεώργιος Τασσάς, τελευταίος επιζών του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, φωτογραφίζεται μπροστά από τον πίνακα του Αντώνη Κανά.

Καθώς προσέδεεν ο ΑΔΡΙΑΣ σε προβλήτα δίπλα από το πλωτόν συνεργείον ΡΗΣΟΡΣ, ο καταιγισμός των συγχαρητηρίων σημάτων δεν είχεν ακόμη κοπάσει, ούτε οι ζητωκραυγές και τα σφυρίγματα των εμπορικών πλοίων, που και αυτά ήνωσαν την φωνή τους στο καλωσόρισμα μας. Τέλος, επί του ιστού του πλοίου του Άγγλου Διοικητού Α/Τ παρετηρήθη έπαρσις με σημαίες που μετέδιδαν το μήνυμα “WELL DONE ADRIAS” δηλαδή “Εύγε Αδρία”.

Επηκολούθησεν η εξής ανταλλαγή σημάτων μεταξύ Α.Σ. Μέσης Ανατολής και Βρεττανικού Ναυαρχείου. Ο πρώτος εσήμανεν: “Ο ΑΔΡΙΑΣ κατέπλευσεν στην Αλεξάνδρεια 13:30 σήμερον, πλεύσας με τας ιδίας δυνάμεις. Επιτυχία αυτής της παρακινδυνευμένης επιχειρήσεως οφείλεται μεγίστως στην ικανότητα του Κυβερνήτου”. Σ’ αυτό απήντησεν το Βρεττανικό Ναυαρχείο: “Παρακαλώ διαβιβάσατε τα συγχαρητήρια των Λόρδων του Ναυαρχείου στον Κυβερνήτην του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, χάριν στην τόλμην και επιδεξιότητα του οποίου κατέστη δυνατόν να φθάση το πλοίον στην Αλεξάνδρειαν”.

Κλείνοντας την ομιλίαν μου αυτήν θέλω μόνο να σας πώ ότι ο ΑΔΡΙΑΣ διήνυσε από το ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ 730 ολόκληρα ναυτικά μίλια και δεν υπήρξε ούτε ένας από τους επιβαίνοντές του που δεν υπερέβη τον εαυτόν του για να επιτευχθή αυτό που σας αφηγήθηκα σήμερα. Όμως, όπως πολύ σωστά καταδεικνύει η παραπάνω ανταλλαγή σημάτων, ο ΑΔΡΙΑΣ τα κατάφερε γιατί ο Κυβερνήτης μας ήταν αυτός που ήταν.

Η σκυτάλη: Η φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού Φ/Γ ΑΔΡΙΑΣ (F 459).

ΑΔΡΙΑΣ – Η απίστευτη ιστορία του Ελληνικού αντιτορπιλικού
 

Ο αντιναυάρχος Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008) υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1949), του ζεύγους αντιτορπιλικών ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ (1956-1957), ΚΡΗΤΗ (1967), Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (1964-1967), Υπαρχηγός ΓΕΝ (1968-1970). Στις 15.01.1944, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξης, “για την εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, απτόητον και ατάραχον εμφάνισίν του, αναλαβών με πλήρη ηρεμίαν και ακρίβειαν, αν και τραυματισθείς, την διεύθυνσιν του απομείναντος οπλισμού του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, κατά την πρόσκρουσιν σε νάρκη στις 22.10.1943”.

 

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου: Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67) Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου

Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67)
Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

To ανέκδοτο κείμενο που ακολουθεί, είναι μια ομιλία του αντιναυάρχου Κωνσταντίνου Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008), ο οποίος, το 1943, υπηρέτησε με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου στο Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, βιώνοντας από κοντά μια απίστευτη περιπέτεια, από τις πλέον ένδοξες της ιστορίας του ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Η ομιλία έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2004 στην Αθήνα. Ο προφορικός λόγος, η γλώσσα, η στίξη, ο τονισμός και η ορθογραφία του πρωτοτύπου διατηρήθηκαν στο ακέραιο. Η Clio Turbata δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά τη σημαντική αυτή μαρτυρία στο σύνολό της, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη όσων συμμετείχαν σε αυτή την ηρωϊκή επιχείρηση.

Κυρίες και Kύριοι,

Ακόμη διερωτώμαι πού με θυμήθηκε ο κ. Μπελώνιας και μπήκε στον κόπο να μ’ εντοπίση, για να μου απευθύνη αυτή την τόσον τιμητικήν πρόσκλησιν. Ομολογώ ότι κατ’ αρχάς εδίστασα, αφού αμέσως εσκέφθην ότι η αποδοχή της θα εσήμαινε την διαταραχή της νιρβάνας που απορρέει από το προνόμιον της αφανείας που δικαιούται να απολαμβάνη ο κοινός πρεσβύτης. Μετά όμως μ΄εκυρίευσεν η ιδέα ότι ίσως να ήταν σκόπιμον να την αποδεχθώ, γιατί έτσι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να εκπληρώσω ένα μεγάλο χρέος. Να γίνω δηλαδή για λίγο η φωνή των αγαπημένων μου φίλων και συμπολεμιστών που χάθηκαν σε τόσον νεαράν ηλικίαν και στα 86 μου χρόνια – ίσως για τελευταία φορά δημοσίως – να θυμίσω την ιστορία τους και να τους τιμήσω για την μεγάλη τους προσφορά στην πατρίδα.
Σε μία ηλικία που οι άνθρωποι συνήθως γλεντούν την ανεμελειά της νιότης, εμείς οι ολοένα απερχόμενοι επιζώντες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ζήσαμε εμπειρίες δύσκολες και σκληρές, απ’ αυτές που σημαδεύουν για πάντα την ψυχήν του ανθρώπου. Τότε, η κάθε μας ημέρα θα μπορούσε να ήταν η τελευταία και στην πορεία εκείνου του μακροχρόνιου αγώνος, εβιώσαμε τις πλέον ακραίες εκδηλώσεις της ανθρωπίνης φύσεως.

Αν και πάντα απεύχομαι την πιθανότητα να εκτεθούν σε παρόμοιες καταστάσεις οι νεώτερες γενιές, θεωρώ ότι κάποια χρήσιμα διδάγματα που εμείς απεκομίσαμεν από τον πόλεμον ίσως δεν θα έπρεπε να τα πάρουμε μαζί μας ησύχως. Αυτό, για να μην χάνεται ποτέ από τις συνειδήσεις των νεωτέρων η επαφή με την φρίκην του πράγματος, σαν ένα μήνυμα αποτρεπτικόν ώστε να μην γίνονται πόλεμοι ελαφρά τη καρδία, σαν αυτούς που δυστυχώς βλέπομεν τελευταία. Επίσης, αλλά εξ ίσου σημαντικόν, για να μην λησμονείται από τις νέες γενιές μας η δικαιολογημένη υπερηφάνεια που θα πρέπει να διατηρούν στην ψυχή τους για το πως συμπεριεφέρθησαν τότε οι Έλληνες.

Βρέθηκα λοιπόν σήμερα εδώ για να θυμηθούμε μαζί τον ΑΔΡΙΑ, επί του οποίου είχα την τιμή σαν νεαρός Ανθυποπλοίαρχος, πριν από 60 ολόκληρα χρόνια, να υπηρετήσω στην θέσιν του Αξιωματικού Πυροβολικού. Η ομιλία μου κυρίως θα επικεντρωθή σε γεγονότα, καθώς θα σας αφηγηθώ μιά από τις πολλές ιστορίες, που σαν περιπεπλεγμένες ίνες συνθέτουν το ύφασμα της όλης εμπειρίας ενός πολέμου. Όμως, πίσω από τα ψυχρά ίσως δεδομένα της αφήγησης μου, θα πρέπει και σείς να ταξειδέψετε για λίγο μέσα στον χρόνο. Να προσπαθήσετε δηλαδή “να μπείτε στο πετσι” των ανθρώπων που ζούσαν εκείνη την εποχή και να φαντασθήτε – πράγμα σχεδόν αδύνατον σήμερα – μιαν Ελλάδα υπό Γερμανικήν και Ιταλικήν κατοχήν και ένα τότε Β.Ν. – μαζί με κάποια διαφυγόντα τμήματα του Ελληνικού Στρατού – να εξακολουθούν μίαν ένδοξον δράσιν από την Αίγυπτον.

Το Ναυτικό μας, προκειμένου να μεγιστοποιηθή η επιχειρησιακή του συμβολή, είχε προσαρτηθεί οργανικώς στον Αγγλικόν Στόλον και κάτω από την Διοίκησιν του συνέχισε να συμμετέχη σημαντικώς στον όλον συμμαχικόν αγώνα κατά του Άξονα. Έτσι, εκτός από επιχειρήσεις σ’ όλην την Μεσόγειον, Ελληνικά πολεμικά πλοία ευρέθησαν να επιχειρούν και σε πολύ μακρυνές περιοχές στον Ατλαντικό, Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανούς, σα αποστολές ακόμη και κατά των Ιαπώνων.

Όλα τα πλοία του ναυτικού και ιδιαιτέρως τα αντιτορπιλλικά – που οι Άγγλοι συνήθιζαν ν’ αποκαλούν και τσοπανόσκυλα του στόλου – ανελάμβαναν πλήθος αποστολών. Ήταν σύνηθες κατά την εκτέλεσιν των αποστολών των αυτών να υπάρχουν εμπλοκαί με εχθρικά πλοία, αλλά και να δέχονται επιθέσεις από αέρος ή ακόμη και από ξηράς, σε περιπτώσεις υποστηρίξεως αποβατικών ή επιδρομικών επιχειρήσεων.

Άν και με τον ΑΔΡΙΑ εβίωσα πολλές και επικίνδυνες αποστολές, για την σημερινή μου ομιλία επέλεξα ένα εξέχον επεισόδιο από την δράσιν του που έχει χαραχθεί πολύ βαθειά στην μνήμη μου. Ήταν η περιπέτεια του βαρύτατου τραυματισμού του πλοίου στις επιχειρήσεις των Δωδεκανήσων και ο εν συνεχεία αγωνιώδης πλούς μας προς Αλεξάνδρειαν.

Κυρίες και Kύριοι,

Ένα πολεμικό πλοίο, εκτός από την τεχνολογία που το απαρτίζει, μεταφέρει και μίαν ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινόν σκοπόν. Για να επιτευχθή όμως ο κοινός αυτός σκοπός, χρειάζεται ένας ηγέτης με την ικανότητα να προάγη ένα επίπεδο συλλειτουργίας και οργανώσεως τέτοιο, ώστε και η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων, αλλά και η εμπλοκή μεταξύ ανθρώπων και τεχνολογίας ν’ αξιοποιούνται στο έπακρον της αποδόσεως των. Είναι επίσης ευθύνη του ηγέτου αυτού να εμπνέη την ομόνοιαν ως προς την εμμονήν στον σκοπόν, αλλά και την ομοψυχίαν ακόμη και στις πλέον κρίσιμες και χαλεπές στιγμές. Το πλήρωμα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ είχε την τύχην να έχη έναν τέτοιον ηγέτην στον τότε Αντιπλοίαρχον Ιωάννην Ν. Τούμπαν, μετέπειτα Ναύαρχον.

Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας, κυβερνήτης του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ.

Στην συνέχειαν της ομιλίας μου δεν θ’ αναφερθώ σ’ άλλα ονόματα, γιατί θα ήταν άδικο να προβάλλω μόνον την δράσιν των ανδρών του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ ή να μνημονεύσω μόνον τους νεκρούς του και έτσι να κάμω μίαν ασεβήν διάκρισιν προς όλους τους άλλους άνδρες του Ναυτικού μας που εξ ίσου προσέφεραν πολλά στην πατρίδα και βέβαια, πολλοί εξ αυτών, ακόμη και την ζωήν τους.

Το στρατηγικό υπόβαθρο του επεισοδίου που θα σας αφηγηθώ είχεν ως εξής. Τον Σεπτέμβριον του 1943 η Ιταλία κατέρρευσεν, το δε Συμμαχικόν Στρατηγείον του Καϊρου – που επίστευεν στην πιθανότητα της Τουρκικής βοηθείας – εκ των πραγμάτων διεψεύσθη και θα έπρεπε στο εξής να βασιστή μόνον στις δικές του δυνάμεις για τις επιχειρήσεις του στο Αιγαίον. Δεδομένων λοιπόν όλων αυτών, ο Στρατηγός Ουϊλσων διέταξεν την άμεσον κατάληψιν των νήσων Λέρου, Κώ και Σάμου, διαβλέπων μίαν ευνοϊκήν συγκυρίαν στο εκεί υπεράριθμον των Ιταλικών Φρουρών, έναντι των Γερμανικών. Τότε, πολλές Ιταλικές μονάδες εστασίαζαν ή παρεδίδοντο και επικρατούσε μία γενική ανωμαλία στις φρουρές κατοχής που αποσπούσε την προσοχήν των Γερμανικών δυνάμεων.

Παρά ταύτα, στο σχέδιον Ουϊλσων αντέδρασεν ζωηρώς η Ναυτική ηγεσία, καθώς οι στόχοι του ήσαν εκτός ακτίνος δράσεως των συμμαχικών καταδιωκτικών Α/Φ και τα πολεμικά πλοία θα ήναγκάζοντο να επιχειρήσουν άνευ καλύψεως σε μία περιοχή πλήρους από αέρος κυριαρχίας του εχθρού. Η ανησυχία της Ναυτικής ηγεσίας δεν διεψεύσθη, αφού σ’ ένα διάστημα μόλις 2 μηνών εβυθίσθησαν 6 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, δυστυχώς με βαρειές απώλειες. Επίσης, υπέστησαν σοβαρές ζημίες 4 καταδρομικά και 3 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και ο ΑΔΡΙΑΣ.

Το σήμα βύθισης του Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Ούτως έχόντων των πραγμάτων, την 20ην Οκτωβρίου 1943 ο ΑΔΡΙΑΣ κατέπλευσεν στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί αμέσως παρεβάλαν φορτιγίδες και ήρχισεν φόρτωσις πυρομαχικών και άλλων υλικών, όπως π.χ. συρματοπλεγμάτων, προφανώς για τον ανεφοδιασμόν Αγγλικών χερσαίων δυνάμεων που συμμετείχαν στην εν εξελίξει επιχείρησιν καταλήψεως των νήσων που προανέφερα. Παρ’ όλον που δεν είχαμε ακόμη επισήμως ενημερωθεί, όλο το πλήρωμα του ΑΔΡΙΑ είχεν αντιληφθεί ότι η επόμένη αποστολή μας θα ήταν στα Δωδεκάνησα, εκεί όπου προ ολίγων ημερών χάθηκε το Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Τα χαράματα της 21ης Οκτωβρίου, τέσσαρα Α/Τ, δηλαδή τα Α/Τ Στόλου ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΑΘΦΑΪΝΤΕΡ και τα Α/Τ/ Συνοδείας ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ, απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια. Επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ επέβαινε ο Άγγλος Διοικητής του 22ου Στολίσκου Α/Τ, στον οποίον ανήκε ο ΑΔΡΙΑΣ. Ο Κυβερνήτης εκάλεσεν τους Αξιωματικούς για να τους ενημερώσει σχετικώς με το σχέδιον ενεργείας, που είχεν ως εξής:

Η πρώτη ομάς – με τα δύο Α/Τ Στόλου – θα επιχειρούσε να εισέλθη στον όρμον Λάκη της Λέρου, για να εφοδιάση την εκεί Αγγλικήν Φρουράν. Για να προσελκύσουν την προσοχήν του εχθρού μακρυά από την ενέργειαν αυτήν, τα άλλα δύο Α/Τ θα εξετέλουν παραπλανητικήν επιχείρησιν στην Κάλυμνον. Την επομένη νύκτα θα αντηλλάσσοντο οι ρόλοι, οπότε τα δύο Α/Τ Συνοδείας θα απεβίβαζαν τα δικά τους εφόδια στη Λέρο, ενώ η πρώτη ομάς θα ανελάμβανεν την παραπλάνησιν του εχθρού.

Με το σκότος της νυκτός της 21ης Οκτωβρίου είχαμε πλέον καταπλεύσει στην περιοχή των Δωδεκανήσων και οι δύο ομάδες απεχωρίσθησαν, η μεν πρώτη με κατεύθυνσιν προς Λέρον, η δε δευτέρα – με τον ΑΔΡΙΑ – προς τον όρμον του Βαθέως Καλύμνου. Οι πληροφορίες μας ανέφερον ότι στον όρμον αυτόν ήσαν 4 εμπορικά πλοία, που θα έπρεπε να βυθίσωμεν. Επί μιάμισυ ώρα ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ ηρεύνουν την περιοχή με τους μεγάλους προβολείς τους αναμμένους, αλλά δεν ευρέθη τίποτε και ούτε υπήρξεν αντίδρασις εκ μέρους του εχθρού.

Περί την 3ην πρωϊνήν ώραν ο Διοικητής μας απεφάσισεν ν’ αποσυρθούμε και να κινηθούμε προς το προκαθορισμένον σημείον συναντήσεως με την πρώτη ομάδα. Τότε ακριβώς είδαμε φώτα στο αεροδρόμιον της Κώ, πράγμα που εσήμαινεν απογείωσιν Α/Φ και επικείμενην αεροπορικήν επίθεσιν. Σχεδόν αμέσως ηκολούθησεν βόμβος Α/Φ και το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εδέχθη την πρώτην επίθεσιν. Εν συνεχεία, η συμπάθεια των αεροπόρων επεκεντρώθη στον ΑΔΡΙΑ και μιά δέσμη βομβών περιέβαλεν το πλοίον μας. Στήλαι θαλασσίου ύδατος κατέπεσαν στην πρώραν μας, αλλά καμμία άλλη ζημία δεν υπέστημεν πλην τριών ελαφρώς τραυματιών που επλήγησαν από το βάρος της πτώσεως του ύδατος.

Επί 30 λεπτά βομβαρδιζόμεθα αδιακόπως από αέρος, μαζί και με πυροβολισμούς, ευτυχώς όμως άνευ αποτελέσματος. Πλέοντες με ελιγμούς δεξιά και αριστερά καταφέραμε να δυσχεράνωμεν κατά πολύ την σκόπευσιν των αεροπόρων, αλλά στην ασφαλή διαφυγήν μας συνέβαλεν πολύ η φαεινή ιδέα του Διοικητού μας να ρίψη στην θάλασσαν έναν καπνογόνο κάδο. Εν μέσω νυκτός οι Γερμανοί πιλότοι εύλογα θεώρησαν ότι ο καπνός προήρχετο από βληθέν πλοίον και ήρχισαν να επιτίθενται λυσσωδώς κατά του κάδου, με αποτέλεσμα ν’ απωλέσουν εμάς.

Διαφυγόντες λοιπόν ασφαλώς από εκεί, λίγο αργότερα συνηντήθημεν με τ’ άλλα δύο Α/Τ και με το φως της ημέρας αγκυροβολήσαμεν στο εσωτερικόν του όρμου της ομάδος νήσων ΓΕΝΤΙ ΑΤΑΛΑ, όπου παρεμείναμεν όλην την ημέραν χωρίς ενοχλήσεις από Γερμανούς ή Τούρκους. Μετά από μιά τέτοιαν ολονύκτιον διασκέδασιν, ήταν λογικόν να επιζητηθή ολίγος χρόνος αναπαύσεως.

Το ηθικόν του πληρώματος ήταν άριστο και οι άνδρες ενεθυμήθησαν το παλαιό τραγούδι: “Δεν ξαναπάω στην Κάλυμνο”, που ετραγουδούσαν όμως σε παράφρασιν με τα λόγια: “Άλλη μια βραδυά στην Κάλυμνο”. Αυτό γιατί λόγω εχθρικής πιέσεως η πρώτη ομάς δεν είχεν καταφέρει να εισέλθη στη Λέρο την προηγούμενη νύκτα και η επιχείρησις θα έπρεπε οπωσδήποτε να επαναληφθή εξ αρχής. Τα πυρομαχικά της Αγγλικής Φρουράς της Λέρου εξηντλούντο και έπρεπε πάσει θυσία εκείνην την νύκτα να εφοδιασθούν επιτυχώς.

Εχθρικά αεροδρόμια στο νοτιο-ανατολικό Αιγαίο.

Ο Διοικητής εσήμανε τις προθέσεις του, που συνίσταντο στο αναμενόμενον ότι εμείς θα εκινούμεθα πάλι στην περιοχήν της Καλύμνου – επαληθεύοντας το τραγούδι των ναυτών μας – και μάλιστα αυτή τη φορά θα έπρεπε να προκαλέσουμε ακόμη περισσότερον θόρυβον, ώστε να προσελκύσωμεν την προσοχήν του εχθρού καθ’ ολοκληρίαν. Στο σήμα αυτό ο Κυβερνήτης μας απήντησεν προς τον Άγγλον Διοικητήν να μην ανησυχή διόλου όσον αφορά την παραγωγή θορύβου, γιατί αν είναι κάτι για το οποίον φημιζόμεθα εμείς οι Έλληνες είναι ότι είμεθα θορυβώδεις.

Πρό του απόπλου εκλήθησαν οι αξιωματικοί του ΑΔΡΙΑ. Ο Κυβερνήτης έδωσεν τις τελευταίες του οδηγίες και αποχωρών μας είπε: “Κύριοι, σας εξήγησα ότι έχουμε ν’ αντιμετωπίσωμεν εχθρικά πλοία, Τ/Κ, αεροπλάνα, πυροβολεία και ναρκοπέδια. Ειλικρινώς λυπούμαι που δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε περισσότερον”.

Με την δύσιν του ηλίου απεπλεύσαμεν και στις 22:00 ακριβώς θα ήρχιζε η διαδικασία της δημιουργίας θορύβου με βομβαρδισμούς άνευ στόχου, ρίψεις βομβών βυθού, κλπ. Όμως ο ΑΔΡΙΑΣ δεν επρόλαβεν, γιατί στις 21:56 ακριβώς και καθώς έπλεεν προς την αποστολήν του, συνεκλονίσθη από ισχυροτάτην διπλήν δόνησην. Μέσα σε ολίγα δευτερόλεπτα πραγματικής φρίκης η πρώρα του πλοίου μας απεκόπη πλήρως και ο πρώτος πύργος των πυροβόλων εξετινάχθη, προσκρούοντας βιαίως επί της γεφύρας. Παντού υπήρχαν πολλοί νεκροί και τραυματίαι, μερικοί δε εξ αυτών σε θανάσιμο εναγκαλισμό με παραμορφωμένα ελάσματα.

Σύντομα αντελήφθημεν ότι επρόκειτο περί νάρκης. Ο Κυβερνήτης, παρά τον καταιγισμό καταπιπτόντων ελασμάτων και την πρόσκρουσιν των δυο πυροβόλων του εκτιναχθέντος πύργου επι της ανοικτής γεφύρας, είχεν εκ θαύματος τραυματισθεί μάλλον ελαφρώς και μετεκινήθη ταχέως στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως. Επί του πλοίου επεκράτη απόλυτος σιγή, καθώς όλοι συνειδητοποιούσαν ότι τα πάντα εξηρτώντο από την ταχεία και ακριβή εκτέλεσιν διαταγών που θα έπρεπε να ηκούγοντο ευκρινώς. Όταν όμως η ησυχία διεκόπη από κάποια αναπόφευκτα βογγητά πόνου, ο Κυβερνήτης ανεφώνησεν: “Μην ξεχνάτε ότι είσθε Έλληνες!” και οι δυστυχείς τραυματίαι ηρωϊκώς εσίγησαν.

Εκείνην την στιγμήν ο οπτήρ αναφέρει Τ/Κ δεξιά! Αμέσως δίδεται η διαταγή στον πρυμναίο πύργο “έτοιμοι δια βολήν” και διαβιβάζεται η αναφορά του οπτήρος στο ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, που αμέσως κινείται προς τον στόχον. Δεν επρόκειτο όμως περί Τ/Κ, αλλά περί του μόλις επιπλέοντος τμήματος της αποκοπείσας πρώρας του ΑΔΡΙΑ. Εάν αντί της διαταγής “έτοιμοι δια βολήν” είχε δοθεί “αρχίσατε πυρ”, τότε θα είχε συμβή το πρωτοφανές στα παγκόσμια ναυτικά χρονικά φαινόμενο τα πρυμναία πυροβόλα να βυθίσουν την πρώραν του ιδίου πλοίου.

Με την ισχυροτάτην έκρηξιν της προσκρούσεως στην νάρκη εξετινάχθησαν στην θάλασσαν και τρεις ναύται μας, εκ των οποίων περισυνελέγησαν μόνον οι δύο και εν συνεχεία ερρίφθησαν μία σχεδία και σωσίβια για τυχόν άλλους εκτιναχθέντας. Στην περιπέτειαν του τρίτου – ο οποίος δεν περισυνελέγη – θα αναφερθώ παρακάτω.

Ο Διοικητής επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είδεν αμέσως την κακήν κατάστασιν του πλοίου μας και εσήμανε δύο φοράς: “παραβάλω δια να παραλάβω το προσωπικόν και εν συνεχεία το πλοίον θα βυθισθή”. Το σήμα όμως που έλαβεν από τον ΑΔΡΙΑ ήταν: “Να παραλάβετε τους τραυματίες, το πλοίο δεν θα βυθισθή, θα πλεύση προς τα Τουρκικά παράλια”. Τότε, καθώς το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εκινείτο προς τον ΑΔΡΙΑ για να παραβάλη, μία εκτυφλωτική λάμψις εφάνη προς το μέρος του και ύστερα από έναν ανατριχιαστικό συριγμό – κάτι σαν να ξεφυσούσε ένα τεράστιο κήτος – ήρθε να μας συγκλονίση μία εκκωφαντική έκρηξις. Το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είχεν ανατιναχθεί και στην συνέχεια βυθισθεί σχεδόν αύτανδρο…Προφανώς είμεθα παγιδευμένοι μέσα σε ναρκοπέδιον.

Το αντιτορπιλικό συνοδείας HMS Hurworth αποπλέει από το λιμάνι της Αλεξανδρείας.

Με μεγάλον κίνδυνο προσκρούσεως και σ’ άλλην νάρκην, ο κολοβός από πρώρας ΑΔΡΙΑΣ εκινήθη με μεγάλη δυσκολία προς το σημείον ανατινάξεως του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, για την περισυλλογή τυχόν επιζώντων. Όμως, συντόμως κατέστη αδύνατον να παραμείνωμεν άλλο στην περιοχήν, καθώς το πλοίον ελάμβανε μεγάλην κλίσιν προς τα δεξιά και η πλοήγησις του ήταν άκρως δυσχερής λόγω παραμορφώσεως ελασμάτων στο πρωραίον τμήμα του. Βεβαίως, πάλι ερρίφθησαν σχεδίαι και σωσίβια για τους Άγγλους ναυαγούς, εάν υπήρχαν.

Προσκλητήριο νεκρών του HMS Hurworth, από το πλήρωμα του ομώνυμου πλοίου, στο Ναυτικό Μνημείο του Southsea.

Καθώς απομακρυνόμεθα η κατάστασις του πλοίου μας ολοένα επεδεινούτο, με τα ύδατα να εισρέουν ζωντανά από το χάσμα που είχε δημιουργηθεί από την αποκοπήν της πρώρας. Η μόνη φρακτή που αντιστέκετο ήταν του λεβητοστασίου, η οποία εάν υπεχώρει τα ύδατα θα κατέκλυζαν το λεβητοστάσιον και θ’ ανετινάσσοντο οι λέβητες. Ο ΑΔΡΙΑΣ έπρεπε να πλεύση τάχιστα προς τα Τουρκικά παράλια, για να προσαράξη. Πού όμως;

Με την έκρηξιν, το γραφείον χαρτών διελύθη και χάρτες δεν υπήρχον. Επίσης η γυροσκοπική πυξίς είχεν καταστραφεί, οι μαγνητικές πυξίδες είχαν διαλυθεί, ακόμη και η μικρή επιλέμβιος πυξίς στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως είχε κατακερματιστεί. Ευτυχώς ήταν μία νύκτα σκοτεινή και έναστρος, οπότε δίδοντας μίαν απόκλισιν πορείας 90 μοιρών από του Πολικού Αστέρος εκινήθημεν με μικράν ταχύτηταν Ανατολικώς.

Αναγκαστικώς η διεύθυνσις του πλοίου εγένετο μόνον με τις μηχανές του, οπότε αυτό εκινείτο με σαρωτικούς ελιγμούς δεξιά και αριστερά, πράγμα που ενίσχυεν ανησυχητικώς την πιθανότητα να προσκρούσωμεν και σε άλλην νάρκην. Καθώς επλέαμε εναγωνίως προς την ακτήν ελπίζοντες στην ταχείαν εξεύρεσιν ασφαλούς σημείου προσαράξεως, η κλίσις του πλοίου ηύξανε με άμεσον πλέον τον κίνδυνον ανατροπής.

Μέσα στο βαθύ σκότος της νυκτός εκείνης, αίφνης παρετηρήθησαν – ως πυγολαμπίδες – κάποια μικρά φωτάκια που υπεδείκνυαν ίσως κάποιο ψαροχώρι όπου μάλλον θα υπήρχεν ομαλός αιγιαλός. Ο ΑΔΡΙΑΣ αμέσως κατευθύνθη προς τα φωτάκια αυτά και παρ’ όλο που κανείς μας δεν εγνώριζε πού ευρισκόμεθα, τελικώς προσηράξαμεν σε ομαλό αιγιαλό την πρωϊαν της 23ης Οκτωβρίου – 1:10 για την ακρίβειαν – και το πλοίον προσωρινώς εσώθη.

Όμως, ο βαρύτατα τραυματισμένος ΑΔΡΙΑΣ δεν θα εσώζετο εάν άπαντες οι μη τραυματίες και οι ελαφρώς τραυματισμένοι δεν ελειτούργουν με εντυπωσιακήν εντέλειαν και μίαν ψυχραιμίαν, σχεδόν σαν να ήταν απλό γυμνάσιο. Τα παρακάτω δύο μικρά παραδείγματα δίδουν μίαν πραγματικήν αίσθησιν αυτών που λέγω. Το ένα ήταν το επισκευαστικό θαύμα που επέτυχεν κάτω από φοβερήν πίεσιν το άγημα αντιμετωπίσεως βλαβών, με την στερέωσιν και στεγανοποίησιν της φρακτής του λεβητοστασίου. Το άλλο αφορά την εμμονή στο καθήκον του διόπου ηλεκτρολόγου υπηρεσίας. Ο άνδρας αυτός παρέμεινεν στο ηλεκτροστάσιον μέχρις ότου τα ύδατα έφθασαν στο στόμα του και έτσι το πλοίον μας δεν εστερήθη ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι της προσαράξεως του. Μόνον τότε ο αξιοθαύμαστος αυτός δίοπος εγκατέλειψε την υγράν θέσιν του.

Κυρίες και Κύριοι,

Από το σημείον αυτό ας μου επιτρέψετε ν’ αρχίσω με τον αφορισμόν “από Θεού άρξασθαι”. Η απίστευτος συρροή ευνοϊκών συγκυριών που επηκολούθησαν δεν πιστεύω ότι ήσαν απλώς τυχαίαι και η συνέχεια της διηγήσεως μου θα σας επιβεβαιώση του λόγου μου το αληθές.

Κατόπιν λοιπόν μιάς αγωνιώδους νύκτας, το πλοίο δυσκυβέρνητο και έτοιμο ν’ ανατραπή, επλεύσαμε σχεδόν στα τυφλά μέσα από ναρκοπέδιο και βρεθήκαμε προσηραγμένοι σε ομαλό αιγιαλό. Είμεθα μεν για την ώρα σώοι, αλλά χωρίς ναυτιλιακά βοηθήματα – όπως προανέφερα – η ακριβής θέσις μας ήταν άγνωστος και υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότης να είμεθα τραγικώς καθηλωμένοι στην παραλία μίας εκ των πολλών Γερμανοκρατούμενων νήσων της περιοχής. Ευτυχώς η πρόσθετος αυτή αγωνία δεν εκράτησεν πολύ, καθώς σύντομα ήρχισαν να συγκεντρώνωνται κάτοικοι στην ακτήν και με ανακούφισιν διεπιστώσαμεν ότι ωμιλούσαν Τουρκικά. Δεν γνωρίζω άν ήταν θαύμα, πάντως είμασταν επί ουδετέρου Τουρκικού εδάφους.

Ένας από τους ναύτες μας ωμιλούσε Τουρκικά και έτσι έγινε η πρώτη επικοινωνία μας με τους ντόπιους. Επληροφορήθημεν ότι ευρισκόμεθα στο χωριό ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ και μόλις δύο ώρας οδικώς από την πλησιεστέραν επαρχιακήν πόλιν, δηλαδή το ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ ή για μας την αρχαία Αλικαρνασσό. Επίσης για την ιστορία, το ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκεται στην θέσιν της αρχαίας ΜΥΝΔΟΥ, γνωστής μέχρι και τούς Βυζαντινούς χρόνους για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε, εξ ού και το όνομα του χωριού που σημαίνει στα Τουρκικά ΑΣΗΜΟΛΙΜΑΝΟ.

Καθώς η επαφή μας με τους ντόπιους προόδευε, σύντομα ανεκαλύψαμεν ότι πολλοί ωμιλούσαν καλά Ελληνικά και ήταν ιδιαιτέρως φιλικοί. Ήταν Τουρκοκρήτες που ευρέθησαν εκεί ύστερα από την τραγικήν ανταλλαγήν πληθυσμών που επηκολούθησε της Μικρασιατικής Καταστροφής του ’22. Αυτοί οι άνθρωποι, για όσους δεν γνωρίζουν, έτρεφαν μεγάλην συμπάθειαν προς τους Έλληνες και ενοσταλγούσαν πολύ την πατρίδα τους, δηλαδή την Κρήτην. Με μεγάλην προθυμίαν μας είπαν πολλά και χρήσιμα και έτσι εμάθαμεν ότι υπήρχεν Άγγλος Προξενικός υπάλληλος στο ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ, με τον οποίον βεβαίως άμεσα επικοινωνήσαμεν τηλεφωνικώς. Αυτός μας επληροφόρησεν ότι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκετο Έλλην έφεδρος αξιωματικός που υπηρετούσε ως Άγγλος πράκτωρ.

Επί του πλοίου, από την στιγμήν της προσαράξεως όλοι οι εκτός υπηρεσίας άνδρες, με επικεφαλής τον Ύπαρχον και τους Αξιωματικούς, είχαν επιληφθεί του δυσκόλου και ανατριχιαστικού έργου απεγκλωβισμού των τραυματιών που είχαν την ατυχίαν να ευρεθούν παγιδευμένοι ανάμεσα σε μάζες παραμορφωμένων ελασμάτων. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, γιατί ούτε εγώ αντέχω να τις φέρω στο μυαλό μου ξανά, αρκεί όμως να σας πώ ότι δυστυχώς υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις όπου ο απεγκλωβισμός δεν κατέστη δυνατός. Επίσης, το ιατρείον και το φαρμακείον του πλοίου είχαν πλήρως καταστραφεί και έτσι ο ιατρός μας, μαζί με έναν νοσοκόμον και μερικούς αυτόκλητους ναύτες-νοσοκόμους, ηναγκάσθη να εκτελέση σειράν από επείγουσας επεμβάσεις και ακρωτηριασμούς σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείον και δυστυχώς άνευ ναρκώσεως. Φαντασθείτε, το μόνον αντισηπτικόν που υπήρχε ήσαν κάποιες κολώνιες ξυρίσματος.

Καθ’ ον χρόνον εκείνη την νύκτα ο Κυβερνήτης επεσκέπτετο τους τραυματίες, έτυχεν η στιγμή όπου ο ιατρός ετοιμάζετο ν’ ακρωτηριάση το χέρι ενός Υπαξιωματικού Μηχανικού. Όταν ησθάνθη την ανάγκην να ενθαρρύνη τον εν λόγω Μηχανικόν, αυτός αμέσως του απήντησεν: “Τόσοι νεκροί Κύριε Κυβερνήτα, τι είναι ένα χέρι γιά την πατρίδα”.

Εν μέσω όλων αυτών, ήρθεν και κάποια στιγμή το φώς της ημέρας. Ενωρίς εκείνην την πρωϊαν μας επεσκέφθη ο ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗΣ, ο οποίος δεν ήταν άλλος παρά ο Έλλην συμμαχικός πράκτωρ. Μέσω αυτού απεκατεστάθη η επικοινωνία μας με την Αλεξάνδρειαν, όπου αμέσως αναφέραμεν την τραγικήν απώλειαν του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, την ακριβήν θέσιν του ναρκοπεδίου και την δικήν μας τύχην.

Ύστερα από μίαν τόσον δραματικήν νύκτα και παρά το αντίξοον της όλης καταστάσεως στην οποίαν ευρισκόμεθα, η λειτουργία επί του πλοίου μας έμοιαζεν εκπληκτικώς με μίαν κανονικήν εν όρμω υπηρεσίαν. Ακόμη και σήμερα διερωτώμαι για αυτήν την απίστευτον ψυχραιμίαν που επεκράτει μέσα σε τόσο δύσκολες, τραγικές, αλλά και πολύ αβέβαιες συνθήκες.

Επίσης, καθώς ανακαλώ όλα αυτά τα γεγονότα ξανά στην μνήμη μου για να σας τα αφηγηθώ, εξακολουθώ να εκπλήσσωμαι για το πόση καλή τύχην είχαμε μέσα στην φοβερήν μας ατυχίαν. Από το σημείον της προσκρούσεως στην νάρκην επετύχαμε το σχεδόν ακατόρθωτο να διανύσωμεν 16 ναυτικά μίλια και να προσαράξωμεν, εντελώς συμπτωματικώς, στην πλέον ιδανικήν – δια τα τότε δεδομένα – ακτήν. Όχι μόνον δεν επέσαμε επάνω σε μία από τις παραπλήσιες υπό Γερμανικήν κατοχήν νήσους, αλλά στο “μέσον του πουθενά” όπου ευρέθημεν έτυχε να υπήρχουν ένας Έλληνας συμμαχικός πράκτωρ και Ελληνόφωνοι κάτοικοι που ήσαν πρόθυμοι να μας βοηθήσουν. Τέλος, εξ ίσου θαυμαστόν είναι το γεγονός ότι παρ’ όλες τις πολλές και σοβαρές ιατρικές επεμβάσεις που έγιναν χωρίς στοιχειώδη ιατρικά εφόδια, ούτε ένας τραυματίας μας δεν υπέφερεν την παραμικράν επιπλοκήν. Ήσαν όλα αυτά τυχαία; Και έπεται συνέχεια…

Αργότερον την ιδίαν ημέραν μας επεσκέφθη Τούρκος Υπολοχαγός, ο οποίος μας ανέφερεν ότι εάν εντός 24 ωρών δεν αποπλεύσομεν, συμφώνως προς το Διεθνές Δίκαιον το πλοίον θα παροπλισθή. Ο Κυβερνήτης μας του απήντησεν ότι κατα το αυτόν Δίκαιον θα πρέπει να αποπλεύσωμεν όταν το πλοίον καταστή πλόϊμον. Βεβαίως η δήλωσις του αυτή δεν ήτο απολύτως ακριβής, αλλά διεμήνυεν υπαινικτικώς ότι οιαδήποτε κίνησις παροπλισμού εκ μέρους των Τούρκων θ’ αντιμετωπίζετο δι’ όλων των μέσων που διέθετεν ακόμη το πλοίον.

Η ουδετερότης της Τουρκίας και οι λεπτές γραμμές νομιμότητος της παρουσίας μας εκεί είναι μία ολόκληρος ιστορία στην οποίαν δεν θα εισέλθω για την οικονομίαν του χρόνου. Ίσως κάποιοι δισταγμοί των τοπικών αρχών, προερχόμενοι από τις πολυσύνθετες διακρατικές σχέσεις της Τουρκίας με τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, να ήταν αυτό που μας εχάρισε τον πολύτιμον χρόνον που τελικώς απολαύσαμε με σχετικήν ηρεμίαν στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ. Βεβαίως η πίεσις των αρχών για να φύγουμε δεν ήταν ποτέ πολύ μακρυά, ενώ παράλληλα ο εχθρός – με την γνωστήν Γερμανικήν του συνέπειαν – μας έστελνε καθημερινώς το αναγνωριστικόν Α/Φ του, στις 12:00 και στις 16:00 ακριβώς. Έτσι επιβεβαίωνε την θέσιν μας, καθώς μας “περίμενε στη γωνία” μόλις τολμήσουμε να εγκαταλείψουμε την ουδέτερη αγκαλιά του όρμου. Μία περίεργη και δυσάρεστη αίσθηση οπωσδήποτε…

Ο όρμος Gümüslük σήμερα.

Την επομένην της προσαράξεως ενοικιάσαμεν έναν μικρόν χώρον στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, όπου έγινεν η ταφή των νεκρών μας σε κοινόν τάφον και με λεπτομερές σχέδιον ταφής για την μελλοντικήν αναγνώρισιν των οστών. Επίσης απεδόθησαν όλες οι τιμές, με τους γνωστούς ναυτικούς συριγμούς και την ανάγνωσιν του προσκλητηρίου νεκρών.

Όλων οι καρδιές ήσαν σφιγμένες από το πένθος, αλλά καθώς ο πόλεμος χαρακτηρίζεται από έναν καταιγισμό αντικρουωμένων συγκινήσεων και συναισθημάτων, αργότερα την ιδίαν ημέραν ήρθαν και κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις για να μας απαλύνουν τον ψυχικόν μας φόρτον. Είδαμε την βενζινάκατον του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ να μας πλευρίζη με επιζώντες και στη συνέχεια, ένα καϊκι να μας φέρνη σώους τον τραυματία Άγγλον Διοικητήν και τον τρίτον ναύτη μας που δεν είχεν περισυλλεγεί την νύκταν της προσκρούσεως.

Καθώς ενωρίτερον σας υπεσχέθην την αφήγησιν της περιπέτειας του, ο ναύτης αυτός περιπλανόμενος εν μέσω σκότους με μίαν σχεδίαν, είχεν εντοπίσει τον τραυματία Διοικητήν και τον είχε μεταφέρει σώον στην παραλία κάποιας νησίδος, όπου όμως συνετρίβη η σχεδία. Έτσι ηναγκάσθη να τον αφήσει προσωρινώς εκεί. Στην συνέχειαν εκολύμβησεν μόνος όλην την νύκτα και σχεδόν όλην την επομένην ημέραν από ακτής σε ακτήν γιά να εξεύρη βοήθειαν. Ύστερα από πολλές απογοητεύσεις ανάμεσα στις ερημικές βραχονησίδες της περιοχής, επι τέλους συνήντησε ένα Ελληνικό καϊκι που προσεφέρθη να τον βοηθήση με την κάλυψιν της νυκτός. Όταν ήρθεν το σκότος, τότε ο ναύτης μας ωδήγησεν το καϊκι στο σημείον όπου ο Διοικητής – με σοβαρά κατάγματα στην σπονδυλικήν στήλην – ανέμενε στωϊκώς επί 44 ώρες. Μία συγκινητική ιστορία ανθρωπιάς, αλλά και ένας πραγματικός κολυμβητικός άθλος…

Επανερχόμενος στην τρέχουσαν αφήγησιν, ο Κυβερνήτης διέταξεν τους Αξιωματικούς, μ’ επικεφαλής τον Πρώτον Μηχανικόν, να εκπονήσουν σχέδιον επισκευών που θα καθιστούσε τον ΑΔΡΙΑ και πάλιν πλόϊμον. Εντός ολίγων ημερών το σχέδιον είχεν καταρτιστεί και απεστάλη – μέσω ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗ – στην Αλεξάνδρειαν, προς τελικήν έγκρισιν. Όταν ήρθε η έγκρισις, ο Κυβερνήτης ενήργησε δραστηρίως μέσω του Άγγλου Ναυτικού Ακολούθου που ευρίσκετο στην Σμύρνη και επετεύχθη η διάθεσις ενός ναυαγοσωστικού πλοίου. Εδώ πρέπει να διακόψω πάλι τον ειρμόν και να σας πώ δύο λόγια για τις κύριες ζημίες του πλοίου, μαζί με μία ακόμη μικρή ανθρώπινη ιστορία ανεκδοτικώς, σαν πινελιά της εποχής εκείνης.

Το πλοίον λοιπόν, εκτός από τις συνέπειες της αποκοπής της πρώρας του, είχε και ένα σοβαρό πρόβλημα με τα πυροβόλα του πρωραίου πύργου που είχαν εκτιναχθεί όρθια και κυριολεκτικώς εφάπτοντο επί της γεφύρας.

Η γέφυρα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ μετά την πρόσκρουση (Αρχείο Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος).

Εκτός λοιπόν από την στεγανοποίησιν και την ενίσχυσιν που θα έπρεπε να γίνει στο χάσμα του πρωραίου μέρους – μαζί με ένα εκτενές “μάζεμα” παραμορφωμένων ελασμάτων – θα έπρεπε επίσης να ευρεθή λύσις για τους 22 τόνους των δύο πυροβόλων μετά της βάσεως των, που όρθια σε μεγάλο ύψος συνέβαλαν πολύ στην αστάθειαν του πλοίου.

Καθώς λοιπόν εμελετάτο η όλη κατάστασις, εναυλώθη ένα καϊκι για να μεταφέρη τους Πρώτον Μηχανικόν, Αξιωματικόν Πυροβολικού και Άγγλον Σύνδεσμον του ΑΔΡΙΑ στην Σμύρνη, για να συζητήσουν τις λεπτομέριες της επισκευής με τον εκεί Άγγλον Ναυτικόν Ακόλουθον και έναν επίσης Άγγλον ναυπηγόν.

Όμως, καθ’ ον χρόνον έπλεαν προς την Σμύρνην το καϊκι εβλήθη από Τουρκικό φυλάκιο και παρεδόθη, με αποτέλεσμα η φρουρά να συλλάβη τους τρείς αξιωματικούς του ΑΔΡΙΑ και να τους παραδώση στην τοπική Χωροφυλακή. Εκεί ερρίφθησαν σ’ ένα βρωμερότατο κελί όπου οι χωροφύλακες τους συμπεριεφέρθησαν βαναύσως και τους αφήρεσαν και όλα τους τα τιμαλφή. Μπορείτε μόνοι σας να φαντασθήτε τις συνθήκες που επικρατούσαν σε μία Τουρκική φυλακή το 1943. Ευτυχώς, σε μερικές ημέρες και ύστερα από περιπεπλεγμένες διαδικασίες και απιθάνους συμπτώσεις, οι τρείς Αξιωματικοί εξηγοράσθησαν μέσω της διπλωματικής οδού και συνέχισαν την αποστολήν των στην Σμύρνη και κατόπιν στον ΑΔΡΙΑ.

Όμως το πραγματικόν ενδιαφέρον της ανεκδότου αυτής ιστορίας δεν είναι όλα τα παραπάνω, αλλά το τι συνέβη όταν τελικώς επέστρεψαν με τον ΑΔΡΙΑ στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί όλοι μας εφθάσαμεν χωρίς χρήματα, αφού το ταμείο του πλοίου είχεν ακολουθήσει την πρώραν στον βυθόν, μαζί και με το μεγαλύτερο μέρος της ενδιαίτησης πληρώματος και Αξιωματικών. Καθώς λοιπόν οι δύο Έλληνες Αξιωματικοί της μικρής ιστορίας μας έπρεπε να πληρώσουν για την αναγκαστικήν διαμονήν τους σε ξενοδοχείο και για να ξανα-αγοράσουν τις στολές που έχασαν όταν βυθίστηκαν οι καμπίνες τους, επήγαν επειγόντως για να εισπράξουν μισθούς από το ανάλογο γραφείο του Ναυαρχείου. Τότε έμαθαν με μεγάλην έκπληξιν ότι ήσαν χρεωμένοι 1000 λίρες έκαστος και αυτό, όταν ο μισθός τους ήταν τότε περίπου 30 λίρες το μήνα. Είχαν προφανώς χρεωθή τα χρήματα της εξαγοράς τους από τους Τούρκους…

Επανέρχομαι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ…Με την βοήθειαν του ναυαγοσωστικού πλοίου επετεύχθη τελικώς η αποκοπή των περισσοτέρων παραμορφωμένων ελασμάτων, η ενίσχυσις των κρισιμοτέρων αδυνάμων σημείων και ο εγκιβωτισμός του χάσματος του πρωραίου τμήματος μ’ ενισχυμένο τσιμέντο ταχείας πήξεως. Όσο για τα πυροβόλα, άν και παρέμειναν όρθια, καταφέραμεν να τα χαμηλώσωμεν τόσον, ώστε να μειωθή σημαντικώς το πρόβλημα ευσταθείας που προεκάλουν. Ο τρόπος που αυτό επετεύχθη δεν έχει αξίαν ν’ αναφερθή καθώς είναι αρκετά περίπλοκος στην εξήγησιν του. Τέλος, κατεσκευάσθη και ένα μικρόν μνημείον με σταυρόν για την σήμανσιν του κοινού τάφου των νεκρών μας, στην βάσιν του οποίου ανεγράφη:

ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ
Πεσόντες υπέρ πατρίδος εκ του πληρώματος του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ
22α Οκτωβρίου 1943

Το μνημείο του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ στο Λακκί της Λέρου.

[ Συνεχίζεται ]

Ο αντιναυάρχος Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008) υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1949), του ζεύγους αντιτορπιλικών ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ (1956-1957), ΚΡΗΤΗ (1967), Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (1964-1967), Υπαρχηγός ΓΕΝ (1968-1970). Στις 15.01.1944, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξης, “για την εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, απτόητον και ατάραχον εμφάνισίν του, αναλαβών με πλήρη ηρεμίαν και ακρίβειαν, αν και τραυματισθείς, την διεύθυνσιν του απομείναντος οπλισμού του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, κατά την πρόσκρουσιν σε νάρκη στις 22.10.1943”.

Iωάννης Σ. Παπαφλωράτος «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Εκδόσεων Λειμών, Νικηταρά 2-4, Αθήνα

Iωάννης Σ. Παπαφλωράτος

«ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)

Το βιβλίο του Δρος Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου «Γεώργιος Παπανδρέου, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)» εμπλουτίζει την ελληνική ιστοριογραφία, αναφερόμενο σε γεγονότα που καλύπτουν μία κρίσιμη περίοδο της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας. Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών συγγραφέας βιογραφεί με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα τον Αχαιό πολιτικό. Το έργο αυτό φωτίζει όλες τις πτυχές του βίου του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου» και προσφέρει, βάσει πλούσιας αρχειακής ερεύνης και πλήθους μαρτυριών, νέα στοιχεία για τον βίο και την πολιτική του σταδιοδρομία. Επίσης, στο βιβλίο αναδεικνύεται με επιστημονικό τρόπο το κοινωνικό πλαίσιο όλης της σχετικής εποχής που πραγματεύεται ο συγγραφέας.

Το έργο συμπληρώνεται με ένα εκτεταμένο παράρτημα, στο οποίο εμπεριέχονται πολλά κείμενα του Γεωργίου Παπανδρέου, που καταδεικνύουν την θέση του σε μείζονα ζητήματα, όπως αυτό υπό τον τίτλο «Ο Βασιλεύς και το Έθνος» του 1921, η προκήρυξή του προς τις Ένοπλες Δυνάμεις του Απριλίου 1944, «Ο λόγος της απελευθερώσεως» του Οκτωβρίου 1944 κ.α. Επιπλέον, παρατίθενται κείμενα και ντοκουμέντα που σημάδεψαν την πορεία του νεότερου ελληνικού κράτους όπως «Το Δημοκρατικό μανιφέστο» του 1922, το τηλεγράφημα του Churchill προς τον Άγγλο Αντιστράτηγο Scobie της 7ης Δεκεμβρίου 1944, το πόρισμα του Αντιστρατήγου Λουκάκη για το σχέδιο «Περικλής» κ.α.. Τέλος, στο βιβλίο υπάρχουν αφίσες, σπάνια φυλλάδια και φωτογραφίες της εποχής.