Skip to main content

Γεωργία Μπακάλη: Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Γεωργία Μπακάλη

Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Η απονομή του «Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος» στον Καβάφη από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, το 1926, είναι ένα γεγονός για το οποίο, έως σήμερα, δεν γνωρίζουμε πολλά. Καταγράφεται στην χρονογραφία των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (2002):

Μάιος (;): Η δικτατορική  κυβέρνηση του Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη, αλλά και στην ισπανίδα χορεύτρια Αούρεα, το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μόνη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε.  Πίσω από τη βράβευση βρίσκεται ο φίλος και θαυμαστής του Καβάφη, Γ. Χαριτάκης, υπουργός στην τότε κυβέρνηση. Το θέμα συζητιέται πολύ στην Αλεξάνδρεια και άλλοι πιέζουν τον ποιητή να το δεχτεί , άλλοι να το επιστρέψει. Ο ίδιος απαντά «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, γι’ αυτό και το κρατώ».

Από τις σελίδες της αλεξανδρινής εφημερίδας Ταχυδρόμος μπορούμε να εξακριβώσουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη βραδιά της Κυριακής, 23 Μαΐου 1926, στο κοσμικό Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας. Τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα παρέθεσαν δείπνο, προς τιμήν του γενικού προξένου Μαρίνου Σιγούρου, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του· την ανάμνηση αυτής της τιμητικής βραδιάς αφηγείται, χρόνια μετά, ο Μ. Σιγούρος σε συνέντευξή του στον Μαν. Γιαλουράκη (Ταχυδρόμος, 19.07.1953). Στο δείπνο εκείνο, παρευρίσκονταν όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι της ελληνικής Αλεξάνδρειας, σαράντα τέσσερις αντιπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Αγγελική Παναγιωτάτου (ιατρός, διευθύντρια του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Ελληνικού Νοσοκομείου και ποιήτρια, με το ψευδώνυμο Ίσις), η Θάλεια Φλωρά-Καραβία,  η Ρίκα Αγαλλιανού (μετέπειτα Σεγκοπούλου, ποιήτρια, κληρονόμος του Καβάφη), ο Στέφανος Πάργας (εκδότης των Γραμμάτων) κ.ά. Την επομένη, το εκτενές ρεπορτάζ μετέφερε στιγμιότυπο από τις προπόσεις:

[…] ο κ. Σιγούρος διά του επιλόγου της αντιφωνήσεώς του μετέτρεψε το δοθέν υπέρ αυτού γεύμα, εις τιμητικόν υπέρ του ποιητού μας κ. Κ. Καβάφη, του οποίου, είπε, το όνομα θα παραμείνει και όταν ακόμη ουδέν θα έχει εκ της ακμαίας και ανθούσης σήμερον ελληνικής αποικίας.

Ταχυδρόμος-Ομόνοια, 24.05.1926.

Κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Ο Μ. Σιγούρος, οικουμενική προσωπικότητα (ελληνοϊταλικής καταγωγής, ποιητής, μεταφραστής, διπλωμάτης), αν και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, προτίμησε να τιμήσει κατά την πρόποσή του τον Καβάφη, παρόμοια και οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες: «Στη γενική συμμετοχή πρωτοστάτησε ο Καβάφης και στην ανταλλαγή των προπόσεων έκρινα πως έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή στον Αλεξανδρινό ποιητή», λέγει ο Σιγούρος στη συνέντευξή του. Συνεπώς, την Κυριακή 23 Μαΐου 1926, στο Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας, τίμησε τον Καβάφη ο Σιγούρος – όχι ο Πάγκαλος στην Αθήνα, όπως ίσως αφήνεται να εννοηθεί στο Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Τσίρκα.

Ως προς την επίσημη τιμή προς τον Καβάφη: στις 12.07.1926 υπογράφτηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλο δίπλωμα «εις πίστωσιν» της απονομής του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος. Δύο περίπου μήνες μετά (08.09.1926), ο Μ. Σιγούρος διαβίβασε στον Καβάφη το δίπλωμα αυτό του παράσημου «προς ένδειξιν τιμής διά το ποιητικόν υμών έργον», εκφράζοντας με την ευκαιρία την ιδιαίτερη υπόληψή του προς τον ποιητή (βλ. Ίδρυμα Ωνάση/ Αρχείο Καβάφη/Νομικά έγγραφα). Η σύνδεση της απονομής με τον φίλο του Καβάφη Γ. Χαριτάκη και υπουργό στην τότε κυβέρνηση (σύμφωνα με το χρονολόγιο των Δ. Δασκαλόπουλου – Μ. Στασινοπούλου), δεν αποκλείει τη σύνδεση και με τον Σιγούρο, αν λάβουμε υπόψη τον θεσμικό του ρόλο, ως προξένου στην Αλεξάνδρεια.

Αριστερά: Μαρίνος Σιγούρος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (πηγή: Ελληνικό Λογτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το δίπλωμα του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικα που απονεμήθηκε στον ποιητή από την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας με χρονολογική ένδειξη 12/7/1926 (© 2016-2018 Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση).

Με τη βράβευση του Καβάφη δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αθηναϊκός Τύπος· η είδηση πέρασε μόνο στα ψιλά της Πρωίας (23.07.1926):

Εις τον Έλληνα ποιητήν της Αλεξανδρείας κ. Κ. Καβάφην απενεμήθη το Αργυρούν Παράσημον του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο Καβάφης είναι γνωστότατος μεταξύ των διανοουμένων μας και τιμάται ιδιαζόντως υπό της μορφωμένης Ελληνικής κοινωνίας της Αιγύπτου διά την εξαιρετικήν του μόρφωσιν και το ισχυρόν του ποιητικόν ταλέντο. 

Το, μάλλον, άνευρο αυτό δημοσίευμα ο (φιλοκαβαφικός) Ταχυδρόμος (28.07.1926) σχολίαζε ειρωνευόμενος: «Οι άσπονδοι φίλοι του κ. Καβάφη, οι ανησυχήσαντες μήπως η είδησις της παρασημοφορίας του ήτο ψευδής, παρακαλούνται να ησυχάσουν». Άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δεν αναφέρονται στην απονομή (θα έλεγε κανείς, ενθυμούμενος τον καβαφικό «Οροφέρνη», πως «ίσως η ιστορία να το πέρασε, και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει»).

Στην Αλεξάνδρεια, την απονομή χαιρέτισε πρώτος ο Ταχυδρόμος (24.07.1926). Στο αθησαύριστο (όσο διαπίστωσα) πρωτοσέλιδο άρθρο του, ο αρχισυντάκτης και χρονογράφος Αγησίλαος Αριστοκλής (Αριστό) συνθέτει έναν υπέρ του Καβάφη λόγο. Επιδοκιμάζεται εξαρχής το γεγονός της παρασημοφορίας «[…] αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, που ανεγνωρίσθη συμπολίτης μας ποιητής από κυβέρνησιν ελληνικήν», με το σκεπτικό ότι κάθε παρασημοφορία «Έλληνος λογίου, πρέπει να θεωρείται γεγονός παρήγορον διά τα Ελληνικά γράμματα […]». Ειδικότερα για τον Καβάφη τονίζεται ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, πως δεν είναι «πλασμένος για να συγκινεί», αλλά είναι ποιητής που «αναγκάζει τον άλλον να σκέπτεται», χαρακτηριστικό που, σκόπιμα, όπως φαίνεται, συνδέεται με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό: «γενικώς, οι άνθρωποι μάλιστα δε οι εξ αυτών Έλληνες, προτιμούν να συγκινούνται φιλολογικώς παρά να σκέπτονται…». Και παρότι, συνεχίζει, ο Καβάφης «θέλησε να μπει στο μυαλό του άλλου» και γι’ αυτό «τα ηύρε μπαστούνια απ’ τους πολλούς», που προτιμούν να συγκινούνται «οσάκις στρέφονται προς τα γράμματα […] παρά να σκέφτονται», αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι ολιγότερον άξιος τιμής». Σημαντικό, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι, μολονότι ο Καβάφης γράφει ποίηση «εγκεφαλική» και γι’ αυτό «δεν κατόρθωσε παρά τους ολίγους να απασχολήσει», η ελληνική πολιτεία τον βράβευσε. Ο συντάκτης εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρασημοφόρηση και για τον λόγο ότι εφεξής θα προσέχουν αυτοί που διασύρουν ανευλαβώς τον ποιητή των Κεριών, τη φήμη του οποίου προσπαθεί να αποκαταστήσει:

«Ο Καβάφης δεν εννοεί ν’ απασχολεί διαρκώς τον πνευματικόν κόσμον […] Σχολιάζεται πάνω εις τα ολίγα που έδωσε και δίδει. Και πώς τα δίδει! Ουδέποτε ποιητής υπήρξε τόσον καουτσουκέ [sic], τόσον αθόρυβος, τόσον διακριτικός και εις τούτο: γράφει το ποίημά του, το τυπώνει αμέσως και σου το βάζει στη τσέπη σου, όπως σου ρίχνουν εκεί, με πολλάς προφυλάξεις, ερωτικήν επιστολήν μπρος σε κόσμον».

Η ιδιότυπη εκδοτική πρακτική του Καβάφη είναι κι αυτή απόδειξη του ξεχωριστού ήθους του· όμως, όπως γράφει, «[…] είναι ανάγκη ο ποιητής της Αλεξανδρείας να παραδώσει εις το τυπογραφείον το ποιητικόν του άπαντον […] Ο Καβάφης είναι καιρός να βρίσκεται και εις το βιβλιοπωλείον, όχι δε μόνον στις τσέπες των φίλων του σαν καπνοσακούλα ή στας στήλας περιοδικών και εφημερίδων […]». Τότε μόνο, αν δηλαδή διαβαστεί από το πλατύ κοινό, ο κόσμος δεν θα σκεφτεί, «όπως δυνατόν να σκεφθεί σήμερον, ότι το Κράτος ετίμησεν έναν ποιητήν του τελείως ερήμην του κοινού…».

Εντύπωση, ωστόσο, θα προξενούσε στον αναγνώστη του Ταχυδρόμου η αλλαγή της στάσης του στο θέμα του παράσημου. Ο ανοιχτά αντιπαγκαλικός Ταχυδρόμος είχε ειρωνευτεί αρχικά (20.05.1926) τόσο την ιδέα του Πάγκαλου να συστήσει νέο παράσημο (απορώντας αν ήθελε με τον Φοίνικα να αναγεννήσει την Ελλάδα σαν άλλος Καποδίστριας) όσο και λίγο αργότερα (17.06.1926) την, πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανταλλαγή Μεγαλόσταυρων «μεταξύ των δικτατόρων» Πάγκαλου και Μουσολίνι. Η απονομή του Καβάφη είναι προφανές ότι για τον Ταχυδρόμο αποτελούσε μια ηθική δικαίωση και μια ευκαιρία αναγνώρισης και επανεκτίμησης του ποιητικού έργου του. Εντέλει μετρούσε ως εξαιρετική τιμή της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ελληνισμού.

Το θέμα της απονομής συζητήθηκε πολύ στην Αλεξάνδρεια. Από το άρθρο της εφημερίδας Ομόνοια-Ταχυδρόμος (13.08.1926) με τον παιγνιώδη τίτλο: «Το παράσημον της … Αρουραίας», μαθαίνουμε ότι η (αλεξανδρινή) Εφημερίς συσχέτισε την απονομή του Καβάφη με εκείνη της Áurea. Η συσχέτιση αυτή έδωσε αφορμή σε μερικούς άσπονδους φίλους του ποιητή να παρακινήσουν το περιοδικό Οθόνη, να διερευνήσει τη γνώμη διανοουμένων της παροικίας για τη στάση του Καβάφη απέναντι στην κυβέρνηση που τον τίμησε. Ο Ταχυδρόμος θεωρεί άστοχη τόσο τη συσχέτιση όσο και την έρευνα της Οθόνης, για τον εξής λόγο: «Διότι ο κ. Καβάφης δεχθείς μετά θερμών ευχαριστιών την προσγενομένην αυτώ τιμήν, δεν οφείλει ουδέ δικαιούται να κρίνει και να επικρίνει την κυβέρνησιν διότι ετίμησε αύτη και ανάξια τοιαύτης τιμής πρόσωπα. Πολύ δε ολιγότερον να επιστρέψει το παράσημο». Έτσι, η Ομόνοια-Ταχυδρόμος κρατάει μακριά τον Καβάφη από τους όποιους ειρωνικούς συσχετισμούς ή δηκτικούς υπαινιγμούς, μη παραλείποντας όμως να εκφράσει την αγανάκτησή του για την παρασημοφόρηση ανάξιων προσώπων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πάγκαλου παρασημοφόρησε διαδοχικά δύο ανθρώπους της τέχνης, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο άξιοι να τιμηθούν, έδωσε λαβές ώστε να συζητηθεί έντονα στην Αλεξάνδρεια η παρασημοφόρηση του Καβάφη. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Áurea (όπως την υπαινίσσεται η εφημερίδα): «την οποίαν εγνωρίσαμεν μεν ημείς εδώ, οι εν Αθήναις όμως εξέλαβον ως μεγάλη καλλιτέχνιδα». Άλλη μία έμμεση βολή για το κοινό της Αθήνας. Παρόμοια στάση, αποσύνδεσης των δύο απονομών, κρατάει και η Αργώ (Σεπτέμβριος 1926), παρότι, κρίνοντας από πολιτική σκοπιά την παρασημοφόρηση, την αποκηρύσσει:

«Η κυβέρνηση της δικτατορικής “κατάστασης” παρασημοφόρησε τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Νομίζουμε πως ένα τέτοιο διάβημα κάθε άλλο παρά τιμή αποτελεί για τον ποιητή…»

«Μα θαρρούμε πολύ αδικαιολόγητα μερικοί απαιτούν από τον κ. Καβάφη να αρνηθεί το παράσημο, μόνο και μόνο γιατί δόθηκε και στην Αουρέα».

Με σατιρική διάθεση, η αιχμηρή γελοιογραφία του Ν. Παπά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ίσις (Δασκαλόπουλος – Στασινοπούλου, σ. 122-123), φέρει τον  τίτλο: «Οι δύο παρασημοφορηθέντες και οι αναρίθμητοι μνηστήρες». Απεικονίζεται ημίγυμνη η Áurea, σαν κοινή γυναίκα ή χορεύτρια σε καμπαρέ, με ένα πέπλο πίσω της, ο Καβάφης ντυμένος σαν ταυρομάχος, κι οι δυο τους σε χορευτική πόζα κρατώντας φύλλα φοίνικα. Απέναντί τους παράταξη λογίων της εποχής (Σικελιανός, Καζαντζάκης κ.ά) στην ουρά για το παράσημο(;). Γελοία αναπαράσταση της απονομής και υποτίμηση του τιμώμενου Καβάφη.

Η επίμαχη γελοιογραφία.

Θα άξιζε εδώ να ειπωθούν λίγα λόγια για την Áurea, η παρασημοφόρηση της οποίας συνδέθηκε τόσο κακόπιστα με του Καβάφη. Η Áurea de Sarrá (1884-1974) ήταν γνωστή για τους πλαστικούς χορούς της, που αναπαρίσταναν περιπέτειες και δράματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας (όπως η αναπαράσταση του θρήνου της θεάς Δήμητρας στην Ελευσίνα). Μάλιστα, θεωρήθηκε, στον τομέα του χορού, η καλύτερη εκπρόσωπος του πολιτιστικού κινήματος της Καταλονίας, του Νoucentisme (κυρίαρχο στοιχείο του η επιστροφή στον κλασικό και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό). Παρά την όποια φήμη της, η αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός (15.05.1926) εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της για την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων σε ξένες χορεύτριες, υποστηρίζοντας πως είναι μια ανήθικη και εμπορικότατη εκμετάλλευση που έπρεπε να σταματήσει – ένα ζήτημα με προϊστορία που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο! Η Áurea απαντώντας υπερασπίστηκε την τέχνη της, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι της παραχωρήθηκε ο ναός του Καρνάκ (Εμπρός, 19.05.1926) κατά την περιοδεία της στην Αίγυπτο (ενδεχομένως το πρόσφατο πέρασμα της Áurea από την Αλεξάνδρεια να προκάλεσε στους κύκλους πόλης συνειρμούς, ώστε να συσχετιστούν οι δύο απονομές). Οι παραστάσεις της στο Ηρώδειο και στην Ελευσίνα τελούσαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού και προέδρου της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλου (συνήθης η προβολή δικτατόρων μέσα από το κλασικό παρελθόν) καθώς και του Ισπανού πρεσβευτή (Ελεύθερος Τύπος, 28.05.1926). Επιπλέον, ο (αντικαβαφικός) Κωστής Παλαμάς και ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, παρόντες κι αυτοί στις παραστάσεις της, την τιμούσαν με τη φιλία τους. Θα μπορούσε να δει κάποιος μια σειρά από ειρωνικές συμπτώσεις στη συγκυρία της τιμής προς τον Καβάφη.

Áurea de Sarrá

Για αρκετό διάστημα μετά την απονομή ζωήρευε η δημόσια συζήτηση στην Αλεξάνδρεια γύρω από τον ποιητή. Φαίνεται πως κορυφώθηκε με τη δημοσίευση (στο περιοδικό Οθόνη) της συνέντευξης του Κ. Παλαμά στον λόγιο του Καΐρου Λουκά Χριστοφίδη (το επίμαχο απόσπασμα όπου ο Παλαμάς αμφισβητεί απαξιωτικά την καβαφική ποίηση αναδημοσίευσε η Ομόνοια-Ταχυδρόμος (18.10.1926). Οι συζητήσεις αυτές στάθηκαν αφορμή να γεννηθεί, αντίβαρο στην καβαφική πολεμική, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, η Αλεξανδρινή Τέχνη (Ταχυδρόμος, 02.12.1926), υποστηριζόμενο από τον Καβάφη, σύμφωνα με τον Τσίρκα. Στο πρώτο μάλιστα τεύχος (Δεκέμβριος 1926) και στη στήλη Σημειώματα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, σχολιάζεται η απονομή σύντομα μεν αλλά με τρόπο ρητό και απόλυτο. Δίνεται έτσι μια απάντηση σε όσα επικριτικά είχαν μέχρι τότε γραφεί, ίσως και για να κατασιγάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί στην Αλεξάνδρεια: 

«Η Ελληνική Πολιτεία έκαμε άριστη εκλογή απονέμοντας στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη τον Φοίνικά της».

«Παίρνοντάς το για σύμβολο της άφθαρτης αξίας του Ποιητή, διαδηλώνομε σ’ αυτόν την βαθειά εκτίμηση και τον αμείωτο σεβασμό που τρέφομε στο έργο του».

Ο Κ.Π. Καβάφης με το βλέμμα του Στρατή Τσίρκα.

 

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Βιβλιογραφία, δικτυογραφία

«Σημειώματα», περ. Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1/1 (Δεκ. 1926) 21.

«Σημειώματα», περ. Αργώ, Αλεξάνδρεια, τχ. 3/3 (Σεπτ. 1926) 119.

Στρατής Τσίρκας, «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Επιθεώρηση Τέχνης, 108 (12/1963) 699.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002.

Χ. Λ. Καράογλου, «Καβαφικά βιβλιογραφικά πελεκούδια και ροκανίδια», Κονδυλοφόρος, 12 (2013) 241-249.

 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Μόσχο Μορφακίδη Φυλακτό για τη μετάφραση του άρθρου:

https://www.raco.cat/index.php/RevistaGirona/article/view/99469/125498

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Χ. Κ. Καράογλου, ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ, για τα λήμματα της βράβευσης και τις χρησιμότατες υποδείξεις στο κείμενο.

Πάνος Καπετανίδης: Το φως της σκιάς. Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

Πάνος Καπετανίδης

Το φως της σκιάς.

Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

 

Πόσες φορές δεν παίξαμε με τη σκιά μας, που μία μεγαλώνει και μία μικραίνει!
Πόσες φορές δεν την κυνηγήσαμε, δεν τρέξαμε να την ξεπεράσουμε, δεν κοντοσταθήκαμε να μην την πατήσουμε, δεν κρυφτήκαμε από το φως, για να σταματήσει να μας παρακολουθεί!…

Ποιος τη γεννάει τη σκιά μας; ΤΟ ΦΩΣ.
Όταν έχουμε φως, έχουμε και σκιά.
Το φως είναι η πηγή της δημιουργίας, της ύπαρξής μας.
Πρώτα ο ήλιος, και μετά η φωτιά.
Σήμερα στο παιχνίδι με τη σκιά, βοηθάνε και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες.
Τόσο παλιά είναι η ύπαρξη της σκιάς. Μαζί με την γέννηση του ήλιου.

Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως, και την παρουσία μιας τρισδιάστατης ύπαρξης, έμψυχης ή άψυχης. Πολλές θρησκείες έδωσαν θρησκευτική σημασία στη σκιά.

Το βασίλειο των σκιών δεν είναι παρά ένα συνώνυμο, για το βασίλειο των νεκρών, ενώ ονομάζουν τους πεθαμένους σκιές του παρελθόντος, και αναφέρονται στις σκιές των νεκρών που περιφέρονται κυρίως τη νύχτα, έξω, ή μέσα σ’ ερειπωμένα σπίτια.

Το πέσιμο της σκιάς και η αλλαγή διαστάσεων, σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, κρύβει μιά … μαγική διφορούμενη έννοια.

Σ’ ορισμένα κράτη της Αφρικής, το μεσημέρι θεωρείται η πιο …δαιμονική ώρα, μιας και ο ήλιος είναι κατακόρυφος, εξαφανίζοντας τέλεια τις σκιές.

Να γιατί το Θέατρο Σκιών έχει τόσο παλιές ρίζες, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, και οι πηγές δημιουργίας του τόσο σκοτεινές, όσο σκοτεινή είναι και η σκιά. Οι διάφορες θεωρίες, τοποθετούν την αρχή του στην Ινδία την Ιάβα ή την Κίνα. Όμως όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι κατάγεται από την Ασία.

Οι παλαιότερες αποδείξεις εμπεριέχονται στα έπη της Μαχαμπαράτα και της Τεριγκάτα. Μα και τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών της Ιάβας, της Κεϋλάνης, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης, προέρχονται από την Μαχαμπαράτα και τη Ραμαγιάνα.

Mahābhārata: Χειρόγραφη απεικόνιση της μάχης της Kurukshetra.

Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία εντοπίζεται γύρω στα 200 π.Χ.

Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. από ένα μάγο, που για να παρηγορήσει τον Βασιλιά Βού – Τί, που έχασε τη γυναίκα του, αναπαριστάνει τη σκιά της πίσω από μία οθόνη.

Το Κινέζικο Θέατρο Σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και απαράμιλλη αισθητική ποιότητα, γιατί ενσωματώνει διαφορετικές Τέχνες, όπως: η ζωγραφική, η χαρακτική, η μουσική, η μιμητική, δένοντάς τες, σε μια καινούργια έκφραση.

Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα και λεπτοδουλειά μ` αυτές της Κίνας. Δουλεμένες με κοφτερά μαχαίρια, πάνω σε δέρμα γαϊδάρου συνδυάζουν μαστοριά και φαντασία. Λεπτοκομμένες και χαραγμένες φιγούρες, έχουν ύψος γύρω στους 33 πόντους και είναι καμωμένες από 11 κομμάτια: το κεφάλι, το πάνω και κάτω μέρος του σώματος, δύο μπράτσα, δύο βραχίονες, δύο παλάμες και δύο πόδια.

Η οθόνη είναι καμωμένη από χαρτί βατόμουρου ή καθαρή άσπρη γάζα, τεζαρισμένη πάνω σε σκελετό μπαμπού, μήκους 8 μέτρων. Βρίσκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος, διακοσμημένη με μεταξωτά, που κρέμονται και από τις δύο πλευρές.

Στην παράσταση παίρνουν μέρος: ο παρουσιαστής, ο βοηθός, και τρεις μουσικοί, που χρησιμοποιούν διάφορα όργανα.

Οι παλαιότερες φιγούρες προβάλλονταν απάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος, όπως οι ψυχές των νεκρών που συμβόλιζαν. Η παράσταση είχε θρησκευτικό χαραχτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι Νταλάγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη και οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και κίνηση. Οι παραστάσεις, διαρκούν μέχρι και τέσσερις ώρες.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας, του Μπαλί και της Ιάβας μπορεί να είναι τα πιο γνωστά, με παγκόσμια απήχηση, όμως και άλλες χώρες της Άπω Ανατολής έχουν αναπτύξει αυτή τη Λαϊκή Τέχνη, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές, όπως η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη.

Στο ταξίδι του από την Άπω Ανατολή προς τα Δυτικά, η Περσία είναι ο πρώτος φυσικός σταθμός. Στο Ιράν, τα έργα Σκιών είναι γνωστά μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Απ’ όλες τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, μόνο η Αίγυπτος μας παρέχει τα πρώτα τεκμήρια για Θέατρο Σκιών, παρόλο που κάπου – κάπου τ’ αχνάρια του παρουσιάζονται στα μεγάλα Αραβικά αστικά κέντρα όπως η Βαγδάτη και η Δαμασκός.

Μα και στην Αλγερία, από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι το Θέατρο Σκιών, ήταν ή αγαπημένη διασκέδαση των κατοίκων, όπου κάποιος Καραγκούς παρουσιαζόταν σαν ένας φοβερός πατριώτης και εθνεγέρτης, που χτυπούσε με προσβλητικό τρόπο τους Γάλλους τότε αποικιοκράτες.

Garagouz. Παράσταση Θεάτρου Σκιών στο Αλγέρι το 1843.

Εκτός της Αλγερίας, η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν να επιδείξουν ένα δικό τους Θέατρο Σκιών.

Η μόνη απ’ όλες τις χώρες, που κατέχει τα πρώτα γραπτά κείμενα παιγμένα σε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών, είναι η Αίγυπτος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το θέμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών, ανάμεσα στους ερευνητές, της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό ταξιδεύει Δυτικά, φθάνει στη Μεσόγειο, και καταλήγει στην Τουρκία και την Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι να ταξίδεψε μαζί με τους Τσιγγάνους από την Ινδία.

Για το πώς ξέφυγε το Θρησκευτικό Θέατρο Σκιών από σοβαρό να γίνει κωμικό, ένας από τους πολλούς – γοητευτικούς θρύλους λέει πως ο Χατζηαβάτης είναι εργολάβος στην Προύσα και χτίζει το σαράι του Πασά. Ο Καραγκιόζ δουλεύει εκεί σαν αρχιμάστορας – μαραγκός, και διηγείται χιλιάδες ιστορίες στους εργάτες. Εκείνοι ακούν τον Καραγκιόζ μ’ ανοιχτό το στόμα, …. και το σαράι δεν λέει να τελειώσει.

Όταν ο Πασάς ανακαλύπτει το λόγο της αργοπορίας, διατάζει να θανατώσουν τον Καραγκιόζ. Αργότερα όμως ο Πασάς είχε τύψεις για το έγκλημά του αυτό, κι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ τον Καραγκιόζ, κόβει ένα χαρτόνι, του δίνει τη μορφή του Καραγκιόζ, και κάνοντας τη φωνή του παίζει σ’ ένα άσπρο σεντόνι τις αστείες ιστορίες του Καραγκιόζ.

Karagöz και Hacivat: το Θέατρο Σκιών της Τουρκίας.

Αυτός και άλλοι πολλοί θρύλοι, δείχνουν την σύγχυση που υπάρχει για την είσοδο του θεάματος στην Τουρκία, ή αλλιώς την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στα 1841 στο Ναύπλιο όπου σε μια εφημερίδα της εποχής, γίνεται λόγος για τον Καραγκιόζη.

Ο πρώτος Καραγκιοζοπαίκτης στην Ελλάδα, ήταν ο μπάρμπα – Γιάννης Βράχαλης. Αμέσως ο Καραγκιόζης γίνεται δεκτός και αγαπητός στην ελεύθερη Ελλάδα, και όπου παίζεται παράστασή του γεμίζει από απλό κόσμο.

 

Η απαλλαγή του Καραγκιόζη από τα τούρκικα στοιχεία, θα γίνει με πολλή σοφία από τον Δημήτριο Σαρδούνη ή Μίμαρο στα 1890, στην Πάτρα. Μεγάλος μάστορας και μίμος ο … Μίμαρος, χτενίζει από τα αισχρά λόγια και άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη, και σιγά – σιγά του δίνει τη φόρμα που βλέπουμε και σήμερα.

Με τον καιρό, ο Καραγκιόζης γίνεται πια Σατυρικό Θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (Πασά, Βεζυροπούλα, Βεζίρη, Βεληγκέκα), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τούρκικο Θέατρο Σκιών, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο, προσθέτονται νέοι χαρακτήρες, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα.

Δημήτριος Σαρδούνης ή Μίμαρος (1859-1912).

Στην Αθήνα, τον πρωτοβλέπουμε στα 1852 σε συνοικία της Πλάκας.

Όπως στον τούρκικο Καραγκιόζη, έτσι και στον ελληνικό, τα γυναικεία πρόσωπα είναι λιγοστά, γιατί ο παίκτης που κάνει όλες τις φωνές, είναι άνδρας. Το ίδιο συμβαίνει και στο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί ήταν άνδρες, που έκαναν και τους γυναικείους ρόλους.

Ο Πάνος Καπετανίδης και το κιούπι με τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει και με τα πρόσωπα της αρχαίας Αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Καραγκιόζης φαίνεται σαν ο απόγονος των δούλων των Αριστοφανικών κωμωδιών. Ακόμα λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την Κομέντια ντε λ` άρτε. Ο ήρωας της Κομέντια Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.

Ανακεφαλαιώνοντας το μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε διάρκεια αιώνων και απόσταση ηπείρων οδοιπορικό μας, πρέπει να θυμηθούμε:

 Σκοτεινές και βαθιές είναι οι ρίζες του Θεάτρου Σκιών.

       Οι  μελετητές συγκρούονται ως προς την καταγωγή  του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών.

Ο Καραγκιόζης μας και τα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν, είναι καθαρά     

           ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΛΑΪΚΟ – ΘΕΑΤΡΟ.

 Σήμερα στη Μεσόγειο μόνο στην Ελλάδα παίζεται Θέατρο Σκιών, σε τόσο μεγάλο  ακροατήριο.

 

Και λίγα λόγια για τους Έλληνες παίκτες

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Μόνος του κατασκευάζει τις φιγούρες του, τις ζωγραφίζει και τις σκαλίζει από δέρμα μεγάλου ζώου. Μόνος του φτιάχνει τα σκηνικά. Μόνος του κάνει όλες τις φωνές, και τα έργα που παίζει δεν είναι γραμμένα σε κείμενο, αλλά στη μνήμη κάθε Καραγκιοζοπαίχτη, από τον καιρό που ήτανε βοηθός! Δηλαδή από στόμα σε στόμα, από Καραγκιοζοπαίχτη σε βοηθό, σαν το Δημοτικό τραγούδι, ανήκει κι αυτό στον Παραδοσιακό – λαϊκό λόγο.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική επιμέλεια, προετοιμάζει με τη φαντασία του τα διάφορα εφέ. Επίσης εκείνος μόνος του κατασκευάζει τη σκηνή του, δίνοντας τη δική του αρχιτεκτονική. Δηλαδή, ο Καραγκιοζοπαίκτης πρέπει να είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο.

Ο Βάγγος (Ευάγγελος Κορφιάτης) στην είσοδο του θεάτρου του Ποσειδώνιον.

Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Σκιών είναι από το 1915 μέχρι το 1950, οπότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα απ’ αυτά που παίζονται και σήμερα και γεννιούνται οι μεγαλύτεροι Καραγκιοζοπαίχτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι που γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας. Τη δυναμική πορεία του θεάματος την ανακόπτει βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της 7ηςτέχνης, του Κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης. Σήμερα, το θέαμα βρίσκεται και πάλι σε άνοδο, χωρίς όμως τα κλασσικά μαντράκια με τον κισσό και το αγιόκλημα, χώρος όπου ξεκίνησαν οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες.

Οι Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες, παλεύουν σήμερα, για την δημιουργία Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών. Για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η τόσο σπουδαία τέχνη: η τέχνη του Ελληνικού – Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

 

Αφιέρωμα στον Πάνο Καπετανίδη

 

Ο Πάνος Καπετανίδης είναι καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Σπούδασε θέατρο και από πολύ μικρός έμαθε την τέχνη του Καραγκιόζη κοντά στον μεγάλο καραγκιοζοπαίκτη Ευάγγελο Κορφιάτη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.karagkiozis.com

 

Έλληνες Καραγκιοζοπαίκτες – Ονομαστική Κατάσταση

 

http://www.karagkiozis.com/paiktes1.htm

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
(με αντίστροφη χρονολογική σειρά)

 

Κορφιάτης, Ευάγγελος, Ο Βάγγος στον Παράδεισο. Αναμνήσεις Ευάγγελου Κορφιάτη (Βάγγου) παίκτη του Θεάτρου Σκιών, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2019.

Ντζαβολάκη, Ελένη, Μπροστά από τον μπερντέ. Ενσαρκώσεις του Καραγκιόζη στην Ελληνική Δραματουργία στον 20ό και τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Αιγόκερως, 2019.

Νταγιάκος, Γιάννης, Ελάτε να παίξουμε Καραγκιόζη, Αθήνα, Ωρίων, 2005.

Χαριτάτου, Αλεξάνδρα (επιμ.), Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Φιγούρες από φως και ιστορία, Αθήνα, ΕΛΙΑ, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004.

Χοτζάκογλου, Ανθούλα, “Το Θεματολόγιο του Κυπριακού Θεάτρου Σκιών και η παρουσία της Κύπρου στα έργα Ελλαδιτών Καραγκιοζοπαικτών”, Δελτίο Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμος ΞΣτ΄, Λευκωσία, 2004, σ. 21-246.

Χατζάκης, Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών. Θεωρία και πράξη, Αθήνα, Προσκήνιο, 2003.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (επιμ.), Θέατρο Σκιών και Εκπαίδευση, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003.

Τσίπηρας, Κώστας, Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες πίσω από τα φώτα του μπερντέ, Αθήνα, Κοχλίας, 2003.

Μόλλας, Δημήτρης, Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2002.

Κοτοπούλης, Γεώργιος Κ., Ο Καραγκιόζης στην Πάτρα 1890-1906. Η περίπτωση του Μίμαρου, Πάτρα, Περί Τεχνών, 2000.

Ιερωνυμίδης, Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Άμμος, 1998.

Οφλίδης, Σίμος – Καλαϊτζή-Οφλίδη, Λένα, Τα Καραγκιόζικα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996.

Κιουρτσάκης, Γιάννης, Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1996.

Βογιατζής, Φώτης Ν., Το Θέατρο Σκιών στην Θεσσαλία, Καρδίτσα, Εκτυπωτική Καρδίτσας, 1995.

Σπαθάρης, Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 1992.

Πούχνερ, Βάλτερ, “Η θέση του Καραγκιόζη στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου”, Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, 1988, σ. 409-418.

Πούχνερ, Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, Αθήνα, Στιγμή, 1985.

Χατζηπανταζής, Θεόδωρος, Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890, Αθήνα, Στιγμή, 1984.

Μόλλα – Γιοβάνου, Αρετή, Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας. Η κόρη του θυμάται, Αθήνα, Κέδρος, 1981.

Πετρόπουλος, Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Γράμματα, 1978.

Φωτιάδης, Θανάσης, “Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Στοιχεία για την προέλευση του Καραγκιόζη”, Άνθρωπος, Αθήνα, Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1974, σ. 69-90.

Βενάρδος, Σωκράτης, Με τον Σωτήρη Σπαθάρη, Αθήνα, Τυπογραφείο Εμμ. Ροδάκη, 1975.

Puchner, Walter, Das Neugriechische Shattentheatre Karagiozis, München, Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie, 1975.

Μπίρης, Κώστας Η., “Ο Καραγκιόζης: Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”, Νέα Εστία, τόμος 52, Αθήνα, 1952, σ. 3-67.

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης (1839-1923)

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης
(1839-1923)

 

Προλεγόμενα

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί – σύμβολο της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τον κοσμικό κεμαλισμό και τη Δύση απέχει μία μόλις δεκαετία από τον αντίθετο συμβολισμό των εκδηλώσεων και εκδόσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως «Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης». Σε αυτές ανήκαν η περιοδεύουσα έκθεση «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και το ομότιτλο βιβλίο με κείμενα σε τρεις γλώσσες (ελληνικά – τουρκικά και ελληνικά – αγγλικά) που παρουσίασαν το έργο των αρχιτεκτόνων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην πολυεθνική πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέραν της συμβολής του στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης, κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού –έως την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923–, το έργο αυτό κάνει ακόμη και σήμερα αισθητή την παρουσία του. Πολλά από τα κτίρια των ρωμιών αρχιτεκτόνων κατοικούνται άνετα μέχρι σήμερα ή άλλαξαν επιτυχώς χρήση, ενώ αρκετά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία.

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στο Πανεπιστήμιο Ωραίων Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniνersitesi) της Κωνσταντινούπολης με έργα του Περικλή Φωτιάδη, ενός από τους κυριότερους εκφραστές της ελληνοορθόδοξης αρχιτεκτονικής (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Cité de Péra – Κτίριο καταστημάτων και διαμερισμάτων με στοά στην ιστορική συνοικία του Πέραν / σήμερα Beyoğlu, 1876, έργο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη Ζάννου εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Στο άρθρο παρουσιάζονται η έκθεση και το βιβλίo για το έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του εξευρωπαϊσμού της, αφού γίνει λόγος για τις ευνοϊκές συνθήκες δημιουργίας αυτού του έργου και ανάδειξής του.

 

Οι ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 1839-1923

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και παραχώρησαν πολλά δικαιώματα στις μη μουσουλμανικές εθνότητες, άρχισαν το 1839 με το αυτοκρατορικό φιρμάνι Χάττ-ι Σερίφ του Γκιούλχανε. Συμπληρώθηκαν το 1856 με το Χαττ-ι Χουμαγιούν και ολοκληρώθηκαν με την ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος του 1876.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της παιδείας και της οικονομίας διευκόλυναν, μεταξύ άλλων, τη διάδοση των νέων τεχνοτροπιών και κατασκευαστικών μεθόδων της Δύσης, που ήταν άγνωστες στην οθωμανική αρχιτεκτονική. Έτσι, άρχισαν να εμφανίζονται οι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες με σκοπό την κατασκευή των πρεσβειών των χωρών τους, πολλοί από τους οποίους θα παραμείνουν στην Πόλη. Ακολουθούν οι αρχιτέκτονες οθωμανικής υπηκοότητας, όπως Λεβαντίνοι, Έλληνες και Αρμένιοι, που είχαν κατά κανόνα επαφές με την Ευρώπη και γνώριζαν καλά ξένες γλώσσες (Kuruyazici, 2019: 9).

Ένας από τους λόγους της κυριαρχίας των ξένων αρχιτεκτόνων στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης ήταν το γεγονός ότι οι νεαροί Μουσουλμάνοι προτιμούσαν να γίνουν στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι ή θεολόγοι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα μεγάλο μέρος των φοιτητών της αρχιτεκτονικής στη Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών –της μετέπειτα Σχολής Ωραίων Τεχνών– ήσαν Έλληνες και Αρμένιοι (Kuruyazici, 2019: 9).

 

Η αισιοδοξία της ρωμαίικης κοινότητας στην αυγή του 21ου αιώνα

Η ιδέα της πρωτοποριακής έκθεσης και του βιβλίου για την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ρωμιών της Πόλης ανήκει στον ομογενή κ. Λάκη Βίγκα, του οποίου ο πατέρας ήταν αρχιτέκτων. Η ανάδειξη της αξίας αυτής της κληρονομιάς  συνδέθηκε  με τη βούληση της  ρωμαίικης κοινότητας να επαναπροσδιορίσει την παρουσία της στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη της οικονομικά αναπτυσσόμενης Τουρκίας. Τη βούληση αυτή εξέφρασε σε εισήγηση-μανιφέστο, δημοσιευμένη στα Πρακτικά Συνεδρίου με θέμα «Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον» (30.6.-2.7.2006), ο εμπνευστής της έκθεσης και του βιβλίου Λάκης Βίγκας: «Η ομογένεια της Πόλης αναμετρά σήμερα τις δυνατότητές της … Κουράστηκε να επιβιώνει μέσα σε μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας, που μας εμβολιάζεται επί δεκαετίες από παντού… Θέλουμε να αγωνιστούμε για τη λειτουργικότητα και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης των ιδρυμάτων μας… ώστε να πετύχουμε την ανοικοδόμηση ή ανάπλαση των κοινοτικών μας ακινήτων, για την επιμόρφωση και την ενθάρρυνση της νεολαίας μας, για τις σπουδές της και τον επαγγελματικό της προσανατολισμό, στο πλαίσιο των νέων προοπτικών που ανοίγονται από την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και την έλευση στη χώρα μας ελληνικών εταιρειών…Επιθυμούμε να συμβάλλουμε στο διάλογο της Ελλάδας με την Τουρκία, όντας ταυτόχρονα μέλη μιας ιστορικής κοινότητας με ελληνικό πολιτισμό και Τούρκοι πολίτες… Θέλουμε να προσαρμοστούμε στην εξελισσόμενη ευρωπαϊκή κοινωνία…, να επωφεληθούμε από τις εμποροβιομηχανικές ευκαιρίες της χώρας μας… Υπάρχει μια νέα γενιά που παραμένει εδώ στην Πόλη τα τελευταία δέκα χρόνια, είναι προσαρμοσμένη στις καθημερινές συνθήκες της ζωής και ενταγμένη στα κοινωνικά και εμπορικά δεδομένα της Πόλης. Αυτοί οι νέοι θα ενισχυθούν και με την έλευση άλλων, από την Ελλάδα, την Κύπρο και τις ΗΠΑ, και θα είναι δυναμικοί παράγοντες του μέλλοντός μας.» (Βίγκας, 2009 και Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, 2009: 295-297).

Η έκθεση και το βιβλίο «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» πραγματοποιήθηκαν από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τη συνδρομή ελλήνων και τούρκων ειδικών επιστημόνων και με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Την έκθεση επιμελήθηκε ο ακάματος ερευνητής του έργου των ρωμιών και αρμενίων αρχιτεκτόνων της Πόλης δρ Hasan Kurayazici, ο οποίος ανέλαβε και την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου μαζί με την δρα Εύα Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης του Πανεπιστημίου Ισίκ. Πολύτιμη υπήρξε η συμβολή των μελών της επιτροπής του προγράμματος και συγκεκριμένα του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη και της δρος αρχιτέκτονος και λέκτορος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Μαρίκας Παντελάρα, της διεθνολόγου Μαρίνας Δρυμαλίτου, του προέδρου του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου Άρη Τσόκωνα και του καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κώστα Γαβρόγλου.

 

Η έκθεση

Τα εγκαίνια της περιοδεύουσας έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στην οποία παρουσιάστηκε και το βιβλίο, έγιναν παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010, στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar üniversitesi) της συνοικίας Φιντικλί. Η επιλογή του πρώτου χώρου της περιοδεύουσας έκθεσης είχε συμβολική σημασία. Από αυτό το ιστορικό Πανεπιστήμιο αποφοίτησε η πλειονότητα των ρωμιών αρχιτεκτόνων, όταν το ίδρυμα λειτουργούσε ως Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών (Sanayi-i Nefise) και αργότερα ως Ακαδημία Ωραίων Τεχνών (Güzel Sanatlar Akademisi). Το πολυπληθές και πολυεθνικό κοινό των εγκαινίων υποδέχτηκαν με σύντομες ομιλίες τους ο Πρόεδρος του Οργανισμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 κ. Σεκίπ Αβντάτζιτς και ο κ. Λάκης Βίγκας, εκ μέρους του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου. Χαιρετισμό απηύθυνε και η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Στιγμιότυπα από τα εγκαίνια της έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και την ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniversitesi), στις 22 Νοεμβρίου 2010 (Πηγή: αρχείο Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου).

Στην έκθεση τιμήθηκαν 105 ρωμιοί καλφάδες και αρχιτέκτονες, για τους οποίους οι πληροφορίες που έχουμε είναι λιγοστές. Πρόκειται για τους: Πετράκη Κάλφα Αδαμαντίδη, Βίκτωρα Αδαμαντίδη, Αχιλλέα Αλεξίου, Αλέξανδρο Αλβανόπουλο, Σταύρο Αλβανόπουλο, Δημήτριο Βασιλειάδη, Θεοχάρη Γ. Βασιλειάδη, Χαρίλαο Βλαδίκα, Μιχάλη Βλασσιάδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Νικόλα Γιαγτζιόγλου, Αθανάσιο Γιάκα, Αλέξανδρο Δ. Γενίντουνια, Γεώργιο Γεωργιάδη, Δημήτριο Γεωργιάδη, Στέφανο Γεωργιάδη, Κωνσταντίνο Γιολασιγμάζη, Ευάγγελο Ν. Δεβετζιάδη, Χρήστο Δημάδη, Κωνσταντίνο Δημάδη, Νικόλαο Δημάδη, Χρήστο Δημάδη, Αντώνη Φ. Δημητρακόπουλο, Βασίλειο Δημητρίου, Χρήστο Δημόπουλο,, Γ. Εμμανουηλίδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γεώργιο Ζαχαριάδη, Κλεάνθη Ζάννο, Νικόλαο Ζήκο, Βασιλάκη Ιωαννίδη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γιάγκο Κάλφα, Νικόλα Γκιργκιτζή, Θεόδωρο Κάλφα, Θεόγνωστο Κάλφα, Καντακουζηνό Κάλφα, Κώστα Κάλφα του Σισονίου, Μακρή Κάλφα, Μάρκο Κάλφα, Μήτσο Κάλφα, Παναγιώτη Κάλφα, Χατζή-Κομνηνό Κάλφα, Πάτροκλο Καμπανάκη, Κωνσταντίνο Κάντζο, Καπετανάκη, Ιωάννη Καραγιάννη, Κοσμά Καραγιάννη, Κωνσταντίνο Καρατζά, Λύσανδρο Καυταντζόγλου, Νίκο Κεφάλα, Ι. Κιουπετζόγλου, Κλεόβουλο Κλωναρίδη, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Γ. Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Κόββα, Ευθύμο Κοτζαμπασούλη, Γεώργιο Κούλουθρο, Βασίλειο Κουρεμένο, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Ε. Λαδόπουλο, Μάρκο Γ. Λάγγα, Καλούδη Λάσκαρη, Ν. Λάτσo, Βελισάριο Μακρόπουλο, Χατζηκωστή Μαλτεζάκη, Αχιλλέα Μανούσο, Απόστολο Μαυροδόγλου, Αχιλλέα Μαυρομμάτη, Πέτρο Μεϊμαρίδη, Ι.Π. Μελίδη, Απόστολο Μεπάρλο, Ιωάννη Μογακοτή, Γρηγόριο Μόσχο, Χατζηνικολή Νικηταΐδη, Οικονόμου,,Δημήτριο Παναγιωτίδη, Μπ.Γ. Παπάζογλου, Κωνσταντίνο Παππά, Νικόλαο Γ. Πάρλο, Φ. Παρτάλη, Αριστείδη Πασαδαίο, Γ. Πασχάλη, Δημήτριο Ν. Πετσίλα, Απόστολο Κοσμά Πίστικα, Αχιλλέα Πολίτση, Ποτεσάρο, Οδυσσέα Πουσκουλού, Αριστείδη Ραζή, Ιωάννη Σωτήρη, Γιουβανάκη Ταστσιόγλου, Νικόλαο Τζελέπη, Βασίλειο Τσιλένη, Δημήτριο Τσιλένη, Μ. Δ. Τσουρβίδα,, Ιωάννη Τσουβαλά, Σταμάτη Φαλιέρο, Δημήτριο Φαρδή, Ε. Φαραντζή, Περικλή Φωτιάδη, Μ.Ι. Φραγκιά, Αντώνη Κάλφα Χατζηκώστα, Χατζηπέτρο, Ι. Χρηστίδη, Σταύρο Σ. Χρηστίδη, Αλφρέδο Ψάλτη.

Το Banner της έκθεσης (Φωτογραφία
Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

Οι 42 από αυτούς τους αρχιτέκτονες και καλφάδες αναφέρονταν μόνο στο μπάννερ της έκθεσης. Το έργο των υπολοίπων —120 εμβληματικά ή χαρακτηριστικά κτίριά τους— παρουσιάστηκε με φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και αρκετά πορτρέτα αρχιτεκτόνων και καλφάδων, καθώς και από ενημερωτική βιντεοταινία. Με την πρωτοβουλία αυτή του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου, άνοιξε ο δρόμος για τη συγκέντρωση νέων στοιχείων και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα της προστασίας της αρχιτεκτονικής αυτής κληρονομιάς.

Οι βασικοί κτιριακοί τύποι που παρουσιάστηκαν στην έκθεση είναι οι Ναοί, τα κτίρια εκπαίδευσης, πολιτισμού και ψυχαγωγίας, οι πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα χάνια (κτίρια καταστημάτων, γραφείων και εργαστηρίων),οι εμπορικές στοές και οι εξοχικές κατοικίες.

Μερικά από τα εμβληματικά έργα της έκθεσης φέρουν την υπογραφή διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί και στην Ελλάδα. Το αρχικό και σήμερα κατεδαφισμένο κτίριο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (έτος ίδρυσης 1861) ήταν έργο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου (Θεσσαλονίκη 1811 – Αθήνα 1885), ηγετικής φυσιογνωμίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα (Loyer, 1966: 75,82, 108-114, 177, 179, Loyer, 1983: 74 και Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 58—75, 114-115, 371-375). Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή (1880-1882) ανεγέρθηκε με σχέδια του γερμανοσπουδασμένου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (; – 1901), καταγόμενου πιθανώς από τον Λαύκο του Πηλίου. Άλλα σημαντικά έργα του Kωνσταντίνου Δημάδη στην Κωνσταντινούπολη είναι: το Zωγράφειο Παρθεναγωγείο, μετέπειτα Aστική Σχολή Nεοχωρίου στο Bόσπορο (1872) και το θέρετρο Tριανταφυλλίδη στη Πρίγκηπο (Τσιλένης 2004, 2009: 331-341 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2002).

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή στη συνοικία Μουχλίου, 1880-1883, έργο του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (Πηγή: https://www.offlinepost.gr/2020/02/η-μεγάλη-του-γένους-σχολή-μέχρι σήμερα/).

Τη σφραγίδα του στο κέντρο του Γαλατά θα αφήσει με την εμβληματική Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han, 1911-1913) ο Βασίλειος Κουρεμένος (Βουλιαράτες Β. Ηπείρου 1875 – Αθήνα 1957), διπλωματούχος αρχιτέκτων της Ecole des beaux-arts του Παρισιού και ακαδημαϊκός, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Αξιόλογα κτίρια έχουν την υπογραφή αποφοίτων της Σχολής Ωραίων Τεχνών της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Περικλής Φωτιάδης (Κωνσταντινούπολη 1859 – Αθήνα 1960), αρχιτέκτων της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1894-1896), του Ζωγραφείου Γυμνασίου (1890-1893) και τμημάτων του ρωμαίικου Νοσοκομείου Βαλουκλί, οι αρχιτέκτονες της πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane Κωνσταντίνος Κυριακίδης (Κωνσταντινούπολη 1881 – Αθήνα 1942) και Αλέξανδρος Γενίντουνια, καθώς και ο Αχιλλέας Μανούσος, αρχιτέκτων των ξενοδοχείων Grand Hôtel de Londres και Bristol, στο Τεπέμπασι (Τσιλένης, 2009: 295-330 και Φεσσά-Εμμανουήλ – Μαρμαράς, 2005 & 2013: 46-59)

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης…»: αριστερά η Τράπεζα Αθηνών / Minerva Han, σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, 1911-1913, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στο οποίο η νεωτερικότητα εναρμονίστηκε με την παράδοση του κλασικισμού και το πνεύμα του τόπου· στο κέντρο και δεξιά οι πολυκατοικίες κ.λπ. κτίρια των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Η Θεολογική Σχολή Χάλκης, 1894-1896, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη νεοβυζαντινής μορφολογίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, 1890-1893, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη όψιμης νεοκλασικής μορφολογίας(Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009).

 

Λεπτομέρεια της εκλεκτικιστικής πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane, έργο των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009)

 

To ξενοδοχείο Bristol στο Τεπέμπασι, 1893, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αχιλλέα Μανούσου στο πνεύμα ενός ακαδημαϊκού εκλεκτικισμού (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Οι επόμενοι σταθμοί της έκθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν το Σισμανόγλειο Μέγαρο του Ελληνικού Προξενείου στη λεωφόρο Istiklal (πρώην Grande rue de Péra), όπου παρέμεινε από την 17η Δεκεμβρίου 2010 έως την 16η Ιανουαρίου 2011 και το Πανεπιστήμιο Μπαχτεσεχίρ (Φεβρουάριος 2011). Μετά την Κωνσταντινούπολη η έκθεση φιλοξενήθηκε στη Θεσσαλονίκη (Κτίριο Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας – Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, Απρίλιος 2011), στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία (Μάιος – Ιούλιος 2011), στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων (Φεβρουάριος 2012), στη Μαρίνα της Μυτιλήνης (Αύγουστος 2012), στα Οθωμανικά Λουτρά του Κάστρου της Χίου (Σεπτέμβριος 2012), στη Δημοτική Πινακοθήκη της Ξάνθης (Φεβρουάριος 2013), στο Loyola University, Chicago (Οκτώβριος 2013), στο κτίριο της Turkish American Society of Chicago (Μάϊος 2014), στο Clarke University, Dubuque, Iowa (Νοέμβριος 2014) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ίμβρου, Παναγία (Μάιος 2015).

 

Το βιβλίο

Με το βιβλίο Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού αξιοποιήθηκε επιστημονικά ένα μικρό μέρος των στοιχείων που έφεραν στο φως οι πολυετείς έρευνες και δημοσιεύσεις του δρα αρχιτέκτονα Hasan Kurayazici (Kurayazici, 2010, 2010) και του δρα αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Σάββα Τσιλένη (Τσιλένης, 1998, 1999, 2000, 2002, 2004, 2005α,β, 2009α,β), το βιβλίο του καθηγητή Βασίλη Κολώνα “Έλληνες αρχιτέκτονες στην Οθωμανική αυτοκρατορία”, αλλά και το ερευνητικό έργο των συγγραφέων του συλλογικού αυτού τόμου, τα ονόματα και τα άρθρα των οποίων αναφέρονται στη συνέχεια.

Το βιβλίο αυτό ανοίγει ένα ουσιαστικά αδιερεύνητο κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νεότερη ιστορία της ελληνικής, τουρκικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για την ανάδειξη του έργου των ρωμιών αρχιτεκτόνων και της συμβολής του στον εκσυγχρονισμό της όψης της Κωνσταντινούπολης. Ο εκσυγχρονισμός αυτός πραγματοποιήθηκε υπό την επήρεια των νέων ρευμάτων της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων: του νεοκλασικισμού, του ιστορισμού, του εκλεκτικισμού, της art nouveau (Jugendstil / Arte Nuova) και της art déco (Batur, 2005). Στη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της Κωνσταντινούπολης, η οποία έλαβε χώρα σε μια από τις πιο πολυτάραχες περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των ξένων καλφάδων και αρχιτεκτόνων – Ρωμιών, και Λεβαντίνων (Kuruyazici, 2010:9).

Ο συλλογικός τόμος εκδόθηκε στα ελληνικά και τουρκικά από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Περιλαμβάνει εισαγωγικό κείμενο του υπεύθυνου της έκθεσης Λάκη Βίγκα, πρόλογο του επιστημονικού επιμελητή της έκδοσης Hasan Kurayazici, δρα αρχιτέκτονα και διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέσεχιρ, και 13 άρθρα Ελλήνων και Τούρκων ειδικών, τα οποία παρουσιάζονται εδώ με τη σειρά που δημοσιεύτηκαν.

Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα τουρκικά.
Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα αγγλικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Στο άρθρο του με τίτλο «Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Κωνσταντινούπολης στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Από την αναδιοργάνωση στον κοσμοπολιτισμό», ο Βαγγέλης Κεχριώτης, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου του Μπογάζιτσι, αφού αναφερθεί στη διαμάχη του εθνοκεντρικού μεγαλοϊδεατισμού της Αθήνας με την ιδεολογία του οικουμενισμού της Πόλης, καταλήγει στην εξής καίρια παρατήρηση: «Ωστόσο, η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη, με τις δομές του Πατριαρχείου και τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, ένα άτυπο Υπουργείο Παιδείας για τους Ελληνο-οθωμανούς, ήταν σε θέση να διαμορφώσει το δικό της πολιτικό και πολιτισμικό όραμα… Το πολιτισμικό, που πρωτίστως μας ενδιαφέρει με αφορμή την έκθεση, … έγκειται σε μια γόνιμη όσμωση ευρωπαϊκών επιρροών με τη ντόπια βυζαντινή και οθωμανική κληρονομιά, με άλλα λόγια έναν εκλεκτικισμό που σφράγισε αποκαλυπτικά τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα και την κοινωνική αυτοπεποίθηση των ηγετικών αυτών ομάδων έως την κατάρρευση της αυτοκρατορίας που σήμαινε το τέλος μιας δημιουργικής περιόδου για τους Ρωμιούς της Πόλης».

2. Ο Κώστας Γαβρόγλου, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και η Έφη Κάννερ, λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, στο άρθρο τους με τίτλο «Από την καθημερινή ζωή των Ρωμιών της Πόλης: Αρχεία κοινοτήτων και τεκμήρια κατοίκησης», επικεντρώνονται στην ιστορική αξία της αρχειακής αυτής τεκμηρίωσης για την ανασυγκρότηση της καθημερινότητας του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της πόλης.

3. Η Ayşe Özil, δρ ιστορικός και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμο του Μπογάζιτσι, στο άρθρο της «Δύο αναγνωστήρια, ένας νάρθηκας: Μια ιστορική και κοινωνική ματιά στα ρωμαίικα κοινοτικά κτίρια (1856-1914)», συσχετίζει το εκσυγχρονιστικό έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων στην εντός και εκτός των τειχών Κωνσταντινούπολη με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν στους κόλπους της ελληνορθόδοξης κοινότητας κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια αλλαγή ήταν η άνοδος της αστικής τάξης, στην οποία οφείλεται η ίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ο εκδημοκρατισμός και εκσυγχρονισμός της παιδείας κ.ά.

4. Τα σχολεία, ως δημόσια κτίρια που απηχούν τις νεωτεριστικές απόψεις της εποχής και εκφράζουν με τον πλέον ηχηρό τρόπο τις προσπάθειες της ελληνικής κοινότητας να προωθήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, προσεγγίζονται στο άρθρο του Pınar Εrkan, δρα αρχιτέκτονα μηχανικού και λέκτορα, με τίτλο «Τα ελληνικά σχολεία της περιοχής Γαλατά Πέρα στα τέλη του 19ου αιώνα».

5. Το άρθρο του Σάββα Τσιλένη, δρα αρχιτέκτονα-μηχανικού – πολεοδόμου, με τίτλο «Η προβολή των ρωμιών αρχιτεκτόνων στα ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (τέλος 19ου – αρχές 20ού αιώνα)», δεν περιορίζεται στην αναφορά ονομάτων και πληροφοριών που προέκυψαν από τη συστηματική αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της Πόλης, ενός ελληνόφωνου στόλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ναυαρχίδα του οποίου ήταν ο Νεολόγος (Α’ περίοδος 1867-1897) του Σταύρου Βουτυρά. Φωτίζει τα δυσμενή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεδομένα του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα — πανσλαβική κίνηση, καθολική και προτεσταντική προπαγάνδα κ.ά. Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία δημοσιογραφικού οργάνου, το οποίο, εκτός του μορφωτικού του ρόλου, αποσκοπούσε στην προβολή των απόψεων του οικουμενισμού προς την οθωμανική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδας. Πρόκειται για το περιοδικό που εκδιδόταν κατά την πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ Γ’ (1880-1923) με τίτλο Εκκλησιαστική Αλήθεια, εκτός του πρώτου έτους κατά το οποίο είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο Αλήθεια.

6. Με γνώση και αντικειμενικότητα ο Uğur Tanyeli, καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γιλδίζ, προσεγγίζει βασικά ιστοριογραφικά ζητήματα με το εκτενές άρθρο του «Η εθνοθρησκευτική πολυμορφία στην Κωνσταντινούπολη και η οθωμανική αρχιτεκτονική (15ος-19ος αιώνας), Ρωμιοί, Αρμένιοι, Τούρκοι». Κρατώντας αποστάσεις από τις συνήθεις προσεγγίσεις, στις οποίες ανήκουν η εθνοκεντρική προσέγγιση (ταύτιση της εθνοθρησκευτικής ποικιλομορφίας με την ποικιλομορφία της αρχιτεκτονικής), η ερμηνεία της μνημειώδους αρχιτεκτονικής ως προϊόντος της οθωμανικής διακυβέρνησης, η οποία αποσιωπά την εθνοθρησκευτική διάσταση και η ιστορία των κτιρίων που αγνοεί ή υποτιμά τους δημιουργούς τους, ο Tanyeli υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «Με λίγα λόγια, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν η εθνικότητα και η θρησκεία (ή απλά η ποικιλομορφία των ταυτοτήτων) είναι δύσκολο να γραφτεί η ιστορία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής». Απορρίπτει όμως και την αντίθετη κατεύθυνση. Την προσπάθεια τεκμηρίωσης ότι «η κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα έχει τη δική της αρχιτεκτονική», ότι δηλαδή «υπάρχει Τουρκικό (ή Οθωμανικό) σπίτι, Ελληνορθόδοξο σπίτι, Αρμένικο σπίτι κ.ο.κ .»

7. Ακολουθεί το άρθρο της Εύας Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Ισίκ, με τίτλο «Οι ελληνικές ορθόδοξες τρουλαίες εκκλησίες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα». Σε αυτό αναλύονται οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί ενός μέρους των ελληνικών ορθόδοξων εκκλησιών της Πόλης που υπάγονται στο Πατριαρχείο και ανεγέρθηκαν κατά την περίοδο του εξευρωπαϊσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τους τρουλαίους ναούς του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα για τη ρυθμολογική προσέγγιση των προσόψεων και των εσωτερικών τους χώρων.

8. Το άρθρο «Εμπορικά κτίρια και κτίρια διαμερισμάτων στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του εξευρωπαϊσμού» του Βασίλη Κολώνα, καθηγητή Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, είναι μια ιστορικοκριτική παρουσίαση του έργου των ελλήνων αρχιτεκτόνων της πόλης, επικεντρωμένη στις δύο βασικές κατηγορίες πολυώροφων κτιρίων της περιόδου 1890-1910 —τα χάνια (καταστήματα, γραφεία, εργαστήρια) και τα κτίρια διαμερισμάτων—, τα οποία άλλαξαν την εικονογραφία της Κωνσταντινούπολης. Επισημαίνονται οι όροι που ευνόησαν την κυριαρχία του εκλεκτικισμού ως αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και ιδεολογίας, καθώς και η υπολογίσιμη παρουσία του νεοκλασικισμού σε κτίρια ελλήνων ιδιοκτητών, αλλά και σε κτίρια άλλων εθνοτήτων που έχουν σχεδιαστεί από ρωμιούς αρχιτέκτονες.

9. Το άρθρο του Αhmet Ersoy, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μπογάζιτσι, με τίτλο «Ο κρυφός κάλφας του ασύμβατου κτιρίου: Το Χαμιντιγέ Τζαμί και ο Νικόλαος Τζελέπης», δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της πατρότητας του κτιρίου και την επιστημονική σκιαγράφηση του πορτρέτου του άγνωστου αρχιτέκτονά του Νικόλαου Τζελέπη ή Τζελεπόπουλου, ο οποίος στα οθωμανικά έγγραφα αναφέρεται ως Νικολάκης Εφέντης, κρατικός υπάλληλος και κάλφας. Ο Ersoy ερμηνεύει την τυπολογική και μορφολογική ασυμβατότητα του τζαμιού ως προσωπική αναζήτηση του δημιουργού της, ο οποίος ανέμειξε με εκλεκτικιστική διάθεση ιστορικά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής και στοιχεία της ευρωπαϊκής οριενταλιστικής τεχνοτροπίας που ήταν τότε του συρμού. Επρόκειτο, δηλαδή, για πειραματική έκφραση της τοπικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της διαφορετικότητας με μια διεθνή γλώσσα — τον εκλεκτικισμό και οριενταλισμό.

10. Το έργο του αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκού Βασιλείου Κουρεμένου (1875-1957) στην Πόλη, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1905-1940, προσεγγίζεται από την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ιστορικό της αρχιτεκτονικής και ομ. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο της, καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας, έχει τίτλο «Εκσυγχρονισμός και αυθεντικότητα στο πλαίσιο της παράδοσης του κλασικισμού: Το έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη, 1911-1915». Περιλαμβάνει: (α) ένα εισαγωγικό για την αρχιτεκτονική κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία του αρχιτέκτονα, πριν εγκατασταθεί στην οθωμανική πρωτεύουσα, (β) καταγραφή των άγνωστων μέχρι πρότινος κτιρίων και μελετών του στην Κωνσταντινούπολη και (γ) συγκριτική ιστορική προσέγγιση δύο επαρκώς τεκμηριωμένων έργων του —του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών στον Γαλατά και του τάφου της οικογένειας Γαλίτση, στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli. Τα δύο αυτά έργα αποτελούν χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανανεωτικής, εκλεπτυσμένης, συμβολικής και εναρμονισμένης προς το περιβάλλον της αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου.

11. Καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας είναι και το άρθρο της δρος αρχιτέκτονος Λίλας Θεοδωρίδου-Σωτηρίου, καθηγήτριας Τ.Ε.Ι. Σερρών και του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη με τίτλο «Το αρχιτεκτονικό όραμα του Πάτροκλου Καμπανάκη». Σε αυτό σκιαγραφούνται η επαγγελματική πορεία, ο ιδεολογικός πλουραλισμός και το άγνωστο έργο του διανοούμενου–καλλιτέχνη, ο οποίος κινήθηκε έξω από τα όρια της ομογένειας. Εκτός από τη δραστηριότητά του στο Κάιρο και την Αθήνα, ο Καμπανάκης δοκίμασε τις δυνάμεις του στις διεθνείς αρένες, συμμετέχοντας στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς για τον Πύργο του Λονδίνου (1890), το Αρχαιολογικό Μουσείο Καϊρου (1890), το μέγαρο της Κοινωνίας των Εθνών (1928) και τον Φάρο του Κολόμβου (1929).

12. Η εισαγωγή της καινοτόμου τεχνικής του οπλισμένου σκυροδέματος στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα της παρισινής φίρμας Bureau Technique de François Hennebique και τα σημαντικότερα κτίρια με οπλισμένο σκυρόδεμα πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα οποία συμμετείχαν έλληνες τεχνικοί, είναι το θέμα του άρθρου της Βίλμας Χαστάογλου-Μαρτινίδη, καθηγήτριας Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει τίτλο «Η έλευση του μπετόν αρμέ στην Πόλη και οι έλληνες αρχιτέκτονες, μηχανικοί και εργολάβοι, 1902-1913». Στο άρθρο παρέχεται πίνακας των 37 έργων, που μελετήθηκαν ή κατασκευάστηκαν στη Πόλη με το σύστημα Hennebique από το 1902 έως τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα 26 ήταν έργα ελλήνων αρχιτεκτόνων —Ερ. Βουτσίνου, Μ. Λάγγα κ.ά.— ή εργοληπτών και τα σημαντικότερα από αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά από τη συγγραφέα.

13. Το άρθρο του Στέλιου Ροΐδη, αρχιτέκτονα-μηχανικού του Πολυτεχνείου Κωνσταντινουπόλεως, έχει τίτλο «Μια παράδοση του 20ού αιώνα: Οι ρωμιοί αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η προσφορά τους στην πόλη». Βασίζεται στη βιβλιογραφία (Τσιλένης, Κολώνας κ.ά.), σε στοιχεία που έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, και σε δικές του αναζητήσεις. Στο πρώτο μέρος του άρθρου, υπάρχουν πληροφορίες για τις σπουδές και το έργο ορισμένων από τους 230 ρωμιούς αρχιτέκτονες της Πόλης, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1923. Στοιχεία για τα ονόματα, τις σπουδές και τη σταδιοδρομία των ρωμιών αρχιτεκτόνων μετά το 1923 δίνονται στο δεύτερο μέρος του άρθρου.

 

Greek Architects of Istanbul exhibition film

 

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

  • Batur, Afife (ed., 2005), Architectural Guide to Istanbul. Galata, Chamber of Architects of Turkey – Istanbul Metropolitan Branch, Istanbul.

  • Βίγκας, Λάκης (2009), «Εισήγηση 21. Επισημάνσεις και αποτιμήσεις», σε: Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, σ. 295-297

  • Κuruyazici, Hasan και Sarlak, Eva (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Rum Mimarları / Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Ermeni Mimarları / Οι Αρμένιοι Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού (δίγλωσσο βιβλίο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ομώνυμης έκθεσης), Uluslararası Hrant Dink Vakfı (Διεθνές Κοινωφελές Ίδρυμα Χραντ Ντινκ), Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (2010), «Πρόλογος», Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη, σ. 9.

  • Loyer, François (1983), “Lysandre Caftanzoglou. L’ architecture néoclassique dans la Grèce de l’ Indépendence, Archives d’Architecture Moderne, 25/1983, σ. 74-102.

  • Loyer, François (1966), Αrchitecture la Grèce contemporaine, διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, πολυγραφημένη, Παρίσι, σ. 75, 82, 108-114, 177, 179.

  •  Μαρμαράς, Εμμανουήλ Β. (2005 & 2013), «Κωνσταντίνος Κυριακίδης», σε: Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. και Μαρμαράς, Εμ. Β., Δώδεκα ΄Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου / Twelve Greek Architects of the Interwar Period, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 46-59.

  • Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου (2009), Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα.

  • Τσιλένης, Σάββας (1998), «Η Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα, το πέρασμα από την παράδοση στον κοσμοπολιτισμό», επιθεώρηση Η καθ’ ημάς Ανατολή, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, 4/1998, σ. 251-272.

  • Τσιλένης, Σάββας (1999), «Τα έργα και οι ημέρες ενός Κωνσταντινοπολίτη Κάλφα, του Περικλή Δημητρίου Φωτιάδη», σε: Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, σ. 189 – 244.

  • Τσιλένης, Σάββας (2000), «Οι Ρωμιοί ‘αρχιτέκτονες’ καλφάδες της Πόλης, 1869-1945», Σύγχρονα Θέματα, 74-75/2000, σ. 166 – 179.

  • Τσιλένης, Σάββας (2002), «Ο αιώνας του εξευρωπαϊσμού στην πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης, 1840-1950» / «The century of Europeanization in the urban development of Constantinople», σε: Γιαννακόπουλος, Γ. (επιμ.), Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Πόλεων / Constantinople. City of Cities, Έφεσος, Αθήνα, σ. 89- 114.

  • Τσιλένης, Σάββας (2004), «Το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και ο δημιουργός της K.  Δημάδης», σε: Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, Πρακτικά της τέταρτης επιστημονικής ημερίδας, Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα, σ. 323-366.

  • Τσιλένης, Σάββας (2005), «Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στη διαμόρφωση της πόλης (1878-1908), το παράδειγμα του κάλφα Περικλή Δ. Φωτιάδη», σε: Σαπουνάκη-Δρακάκη, Λ. (επιμ.), Η Ελληνική Πόλη σε ιστορική προοπτική, εκδόσεις Διονικός με συνεργασία του European Association for Urban History, Αθήνα, σ. 70-81.

  • Τσιλένης, Σάββας (2006), «Οι Έλληνες αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή τους στη δημιουργία του αστικού περιβάλλοντος», σε: Πρακτικά πρώτου παγκόσμιου συνεδρίου Κωνσταντινουπολιτών, 27, 28, 29 Μαΐου 2005, Ένωσις Κωνσταντινουπολιτών, Αθήνα, σ. 161-177.

  • Τσιλένης, Σάββας (2009), Η διαμόρφωση του χώρου στην Κωνσταντινούπολη και ο ρόλος των   ομογενών αρχιτεκτόνων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διδακτορική διατριβή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Αθήνα 2009.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2002), «Αρχιτέκτονες του Βόλου και του Πηλίου. Μια πρώτη καταγραφή», εν Βόλω, περιοδική έκδοση Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου, 6/2002, σ. 42-49.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2017), Βασίλειος Κουρεμένος, Αρχιτέκτων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2017.

Masaki Miyake: Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Masaki Miyake

Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που συνοδεύουν την διαδοχή των γεγονότων του παρελθόντος είναι ασφαλώς η λεγόμενη “ανεκπλήρωτη πιθανότητα” (unfulfilled possibility) μιας δεδομένης στιγμής. Ο Γερμανός μελετητής συνταγματικού δικαίου και πολιτικής Carl Schmitt, στην πραγματεία του με τίτλο Politische Romantik (1919) επισημαίνει πως το κάθε δευτερόλεπτο καθορίζει τον χρόνο ενός ανθρώπου  ψαλιδίζοντας τη δυναμική της βούλησής του. Υπό αυτή την έννοια η κάθε στιγμή ισοδυναμεί με τη διαρκή απόρριψη των αναρίθμητων εναλλακτικών επιλογών, τις οποίες και τελικά εξουδετερώνει.¹ Εάν υποτεθεί, λόγου χάρη, ότι σε κάποια συγκεκριμένη συγκυρία υφίσταντο οι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ πολιτικές επιλογές, αλλά από αυτές υιοθετήθηκε μόνο η Α΄, η μελέτη και ανάλυση των υπολοίπων δεν στερείται ενδιαφέροντος. Αν μη τι άλλο, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους που υπαγόρευσαν την προτίμηση της Α΄ επιλογής αλλά και να υπολογίσουμε επακριβώς την αξία της τελευταίας. Διαφορετικά, η πρόσληψη εκ μέρους μας της συγκεκριμένης εκείνης στιγμής θα ήταν ελλιπής.²

Ένας επαναπροσδιορισμός του παρελθόντος του είδους αυτού θα μπορούσε κάλλιστα να βαπτιστεί “αντισταθμιστική ιστορία” (counterfactual history). Συμπεριλαμβάνει το σκεπτικό “εάν…τότε…”. Ένα σκεπτικό, το οποίο θα μπορούσε να ευσταθεί και στην περίπτωση της πορείας της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor. Ως εναρκτήρια αιτία της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ θεωρείται γενικότερα η ιαπωνική εισβολή στην Μαντζουρία τον Σεπτέμβριο του 1931. Κατέστησε αναπόφευκτη την μετέπειτα ρήξη μεταξύ των δυο κρατών, στρεφόμενη ενάντια στην Διπλωματία των Ανοικτών Θυρών της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία σφυρηλατήθηκε με αφορμή την συνομολόγηση, το 1922, της Συνθήκης των Εννέα Δυνάμεων (Nine-Power Treaty). Εξάλλου, η Ιαπωνία συγκαταλεγόταν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της προαναφερθείσας Συνθήκης. Η Συνθήκη των Εννέα Δυνάμεων λειτουργούσε ως πυρήνας της Συνθήκης της Ουάσινγκτον, η οποία με τη σειρά της υποκαθιστούσε το καθεστώς εκείνης των Βερσαλλιών στην Ασία.

Σεπτέμβριος 1931. Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία.

Ένας από τους λόγους της ιαπωνικής εισβολής στη Μαντζουρία ήταν η οικονομική κρίση, η οποία επί δυο χρόνια ήδη μάστιζε τις ΗΠΑ έχοντας καταστήσει αναπόφευκτη την δραστική μείωση των εισαγωγών από την Ιαπωνία, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορούσε το ακατέργαστο μετάξι, που ήταν και το κυριότερο από τα προϊόντα τα οποία εξήγαγε η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στη μελέτη του World Economy and World Politics 1924-1931 ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Gilbert Ziebura αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό:

Οι συνέπειες εις βάρος της ιαπωνικής οικονομίας και κοινωνίας δύνανται εύκολα να  αξιολογηθούν εφόσον ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά τα έτη 1930 και 1931 οι ΗΠΑ απορροφούσαν το 96% των εξαγωγών της Ιαπωνίας σε μετάξι. Αντίστροφα, τα κέρδη από τις εξαγωγές επέτρεπαν την κάλυψη κατά 40% της δαπάνης αγοράς πρώτων υλών και μηχανημάτων που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε η χώρα. Σημειωτέον πως το μετάξι αποτελούσε το μοναδικό προϊόν που η Ιαπωνία ήταν σε θέση να εξαγάγει σε μεγάλες ποσότητες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κοπεί το “μεταξένιο νήμα”, επί του οποίου στηριζόταν το σύνολο της ιαπωνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, οι εξαγωγές προς τον δεύτερο καλύτερο πελάτη, την Κίνα, γνώρισαν και εκείνες μείωση κατά 50%. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι πολλοί Ιάπωνες συμπέραναν τότε πως το καθεστώς της Συνθήκης της Ουάσινγκτον αποτελούσε πλέον νεκρό γράμμα.”.³

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει εύγλωττα την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ιαπωνία όταν η στρατιά του Κουαντούνγκ, τμήμα των στρατευμάτων που στάθμευαν ήδη στην Μαντζουρία και στη χερσόνησο Λιαοτούνγκ, ανέλαβαν δράση ευελπιστώντας την άρση του αδιεξόδου.

Παρά την αναπόφευκτη, κατά τα φαινόμενα, ρήξη με τις ΗΠΑ, υπήρχαν πιθανότητες αποτροπής της σύγκρουσης. Η υπογραφή, στις 23 Αυγούστου 1939, του Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας άνοιξε νέους ορίζοντες στην ιαπωνική διπλωματία.

Michinomiya Hirohito, Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας(1926-1989).
Fumimaro Konoe, Πρωθυπουργός (1937–39, 1940–41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στρατηγός Hideki Tojo, Πρωθυπουργός (1941-44)
Yōsuke Matsuoka, Υπουργός Εξωτερικών (1940-41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λεγομένη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο (αριστοκρατικό προάστιο του Τόκιο) του Ιουλίου 1940 κατέδειξε την προθυμία των πολιτικών αρχηγών υπέρ μιας ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Σοβιετική Ένωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιλογή αυτή απέρρεε από την ολοκληρωτική ήττα την οποία είχαν υποστεί οι Ιάπωνες από τους Ρώσους το 1939 στο Νομονχάν, στη μεθόριο μεταξύ Μαντζουρίας και Μογγολίας. Ένας δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ φάνταζε πλέον ως συνεταίρος της Γερμανίας, συμμάχου της Ιαπωνίας από την εποχή της συνομολόγησης του Συμφώνου Αντι-Κομιτέρν, τον Νοέμβριο του 1936. Παρόντα στη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο ήταν τέσσερα επιφανή στελέχη της δεύτερης κατά σειρά κυβέρνησης Konoe, η οποία λιγες ημέρες μόλις αργότερα (22 Ιουλίου 1940) έμελλε να αναλάβει καθήκοντα. Επρόκειτο για τους Fumimaro Konoe (1891-1945), εν αναμονή πρωθυπουργό, αντιστράτηγο Hideki Tojo (1884-1948), μελλοντικό υπουργό Στρατιωτικών και πρωθυπουργό, υποναύαρχο Zengo Yoshida (1885-1966), εν ενεργεία υπουργό Ναυτικών και Yōsuke Matsuoka (1880-1946), μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών. Όλοι τους υιοθέτησαν ως κοινή πολιτική γραμμή της υπό εκκόλαψη κυβέρνησης ένα κείμενο με συντάκτη τον Matsuoka, το οποίο έθιγε, μεταξύ άλλων, δυο σημεία που επρόκειτο σύντομα να λειτουργήσουν ως θεμελιώδεις προτεραιότητες: α) την ενδυνάμωση του Άξονα μεταξύ Ιαπωνίας, Γερμανίας και Ιταλίας και β) τη συνομολόγηση ενός Συμφώνου μη Επιθέσεως πενταετούς ή δεκαετούς διάρκειας ανάμεσα στην Ιαπωνία, το κρατίδιο του Μαντσούκουο και την Εσωτερική Μογγολία αφενός, την ΕΣΣΔ αφετέρου. Το κείμενο αυτό διανθίστηκε με δυο ακόμη προσθήκες. Η πρώτη αναφερόταν στην Ανατολική Ασία και η δεύτερη στις ΗΠΑ.⁴

Ήδη από το καλοκαίρι του 1938, η ιαπωνική ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την προοπτική σύναψης μιας νέας αμυντικής συμμαχίας με τη Γερμανία και την Ιταλία. Μια συμμαχία αυτού του είδους θα είχε μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει και η Ιταλία. Οι σχετικές συζητήσεις δεν καρποφόρησαν εξαιτίας της αντίθεσης του ιαπωνικού Ναυτικού.⁵ Η είδηση της υπογραφής του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου του Αυγούστου 1939 έπεσε σαν κεραυνός στο Τόκιο. Για κάποιο χρονικό διάστημα το όλο σχέδιο παρέμεινε στο περιθώριο. Ωστόσο, η διαφαινόμενη επικράτηση της Γερμανίας στην Ευρώπη έπεισε τους Ιάπωνες να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις. Η Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο δρομολόγησε την πορεία προς το Τριμερές Σύμφωνο.

Ως υπουργός Εξωτερικών πλέον, ο Yōsuke Matsuoka έσπευσε να συνομολογήσει το παραπάνω Σύμφωνο έπειτα από συνoμιλίες που είχε τον Σεπτέμβριο του 1940 στο Τόκιο με τον Heinrich Stahmer, ειδικό απεσταλμένο του Γερμανού ομολόγου του, Joachim von Ribbentrop. Στο πλαίσιο των συζητήσεων σχημάτισε την εντύπωση πως η Γερμανία ήταν πρόθυμη να επωμιστεί έναν ρόλο έντιμου διαμεσολαβητή μεταξύ Τόκιο και Μόσχας καθώς οι διμερείς σχέσεις με την ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να είναι προβληματικές και να εγείρουν ανησυχία στην Ιαπωνία.

Ορισμένες επισημάνσεις του Stahmer έχουν περισωθεί σε ένα έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται “Θεμελιώδη σημεία του ενημερωτικού διαλόγου μεταξύ Matsuoka και Stahmer, παρουσία του Γερμανού πρέσβη (9 και 10 Σεπτεμβρίου 1940)”.⁶

Μεταξύ άλλων ο Γερμανός απεσταλμένος, ο οποίος αργότερα ο αναβαθμίστηκε σε πρέσβη του Γ΄ Ράιχ στο Τόκιο (1943-1945), απευθύνθηκε προς τον Ιάπωνα υπουργό Εξωτερικών με τα ακόλουθα λόγια:Θεωρώ προτιμότερο να προηγηθεί η υπογραφή ενός Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία και αμέσως κατόπιν να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη Σοβιετική Ένωση. Η Γερμανία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ειλικρινής διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Ιαπωνία και την ΕΣΣΔ. Δεν διακρίνει να παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια και πιστεύει πως η όλη διαδικασία δύναται να ολοκληρωθεί δίχως μεγάλη δυσκολία. Σε αντίθεση με τα όσα διατυμπανίζει η βρετανική προπαγάνδα, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις είναι καλές, η δε ΕΣΣΔ ανταποκρίνεται σε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντί μας προς μεγάλη μας ικανοποίηση”.

 

Οι Yōsuke Matsuoka, Wilhelm Keitel και Heinrich Stahmer στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 1941 (Πηγή:  Bundesarchiv Bild 183-B01910).

Λέγοντας τα παραπάνω, ο Stahmer διαβεβαίωσε τον συνομιλητή του πως αντανακλούσαν τις απόψεις του ιδίου του Ribbentrop προσωπικά. Παίρνοντας τον λόγο, ο Matsuoka διεύρυνε το όλο σκεπτικό προς την κατεύθυνση ενός μεγαλειώδους οράματος: τη συνομολόγηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου με τη συμμετοχή σε αυτό και της ΕΣΣΔ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενδυνάμωνε τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ και θα απομάκρυνε τον κίνδυνο μιας πολεμικής εμπλοκής με αυτές στο Ειρηνικό Ωκεανό, την οποία στο Τόκιο χαρακτήριζαν με δέος ως πραγματικό “Αρμαγεδδώνα”.⁷  Οι βιογράφοι του Matsuoka διαβεβαιώνουν ότι ήδη από τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Καλιφόρνια και στο Όρεγκον (1893-1902), ο τελευταίος είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως οι ΗΠΑ είχαν εισέλθει σε τροχιά ανέλιξης σε Μεγάλη Δύναμη. Μοναδικός τρόπος, ούτως ώστε η Ιαπωνία να μπορέσει να αποφύγει την απομόνωση ενισχύοντας συνάμα τη θέση της, ήταν η συνομολόγηση του Τριμερούς Συμφώνου με απώτερη προσχώρηση της ΕΣΣΔ σε αυτό. Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του εκμαίευσε από τον Γερμανό πρέσβη, στρατηγό Eugen Ott, την περίφημη δέσμευση περί έντιμης διαμεσολάβησης του Βερολίνου στην όλη υπόθεση. Πράγματι, σε ιδιωτική επιστολή με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1940, ο Ott ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Matsuoka ως εξής:Αναφορικά με τις σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Σοβιετική Ρωσία, η Γερμανία προτίθεται να προσφέρει ανά πάσα στιγμή τις καλές της υπηρεσίες και να πράξει ό,τι δυνατόν για την προαγωγή ενός κλίματος αμοιβαίας και φιλικής κατανόησης μεταξύ των δυο μερών”.⁸ Η Johanna Menzel Meskill ισχυρίζεται πως ο Stahmer δεν φιλοτιμήθηκε καν να στείλει στον Ribbentrop αντίγραφο της επιστολής.⁹ Εάν κάτι τέτοιο αληθεύει, τότε το όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια απλή ψευδαίσθηση.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Ribbentrop οραματιζόταν τη σφυρηλάτηση ενός ηπειρωτικού συνασπισμού, αποτελούμενου από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες και με προοπτική προσχώρησης της Ισπανίας. Συχνά έκανε λόγο για μια συμμαχία, η οποία θα εκτεινόταν από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Γιοκοχάμα.¹º Ο συνασπισμός αυτός θα στρεφόταν πρωτίστως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Ribbentrop καλλιεργούσε συστηματικά την ιδέα εδώ και αρκετό καιρό. Σε σημείωμα, το οποίο είχε υποβάλλει στις 2 Ιανουαρίου 1938 στον Hitler, υποστήριζε ήδη τη δημιουργία ενός τριγώνου Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο.¹¹ Στη μελέτη του για τη διπλωματία του Ribbentrop,  o Wolfgang Michalka φτάνει μέχρι σημείου να ισχυριστεί πως το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν του 1936 ήταν αντικομμουνιστικό τύποις μόνο. Στην ουσία στρεφόταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας.¹² Διακαής πόθος του Ribbentrop ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα. Στις οδηγίες του προς τον Γερμανό πρέσβη στη σοβιετική πρωτεύουσα, κόμη Werner von Schulenburg, ο Ribbentrop επανέρχεται στην ιδέα της γερμανικής έντιμης διαμεσολάβησης. Το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939 ήταν, επομένως, το επιστέγασμα της φιλορωσικής πολιτικής του επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας.¹³

Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι ο Hitler αποφάσισε να επιτεθεί κατά της ΕΣΣΔ έπειτα από την ολοκλήρωση των συνομιλιών, τις οποίες είχε στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1940 στο Βερολίνο με τον Vyacheslav Molotov, κομισάριο του λαού για τις εξωτερικές υποθέσεις και επικεφαλής της σοβιετικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, επρόκειτο, τότε, για το ουσιαστικό τέλος του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939. Είναι η άποψη τόσο του George F. Kennan, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στη Μόσχα,¹⁴ όσο και του James F. Byrnes, πρώην υπουργού Εξωτερικών. Ειδικότερα ο Byrnes γράφει σχετικά:Στους ιστορικούς εναπόκειται να εντοπίσουν πότε ακριβώς ο Hitler έλαβε την τελική απόφαση. Η σκέψη τον απασχολούσε από νωρίς. Ωστόσο, μέχρις αποδείξεως του εναντίον, είμαι πεπεισμένος πως η κρίσιμη καμπή ήταν οι συνομιλίες με τον Molotov. Είναι προφανές ότι έπειτα από εκείνη τη μοιραία 13η Νοεμβρίου και μετά, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις ακολούθησαν μια σταδιακή φθίνουσα πορεία.”¹⁵

Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Vyacheslav Molotov στο Βερολίνο και οι συνομιλίες κορυφής με τη γερμανική ηγεσία (12 – 13 Νοεμβρίου 1940).

Στην πρόσκληση του Hitler να προσχωρήσει στο Τριμερές Σύμφωνο, ο Stalin απάντησε με προκλητικό τρόπο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε να μοιραστούν η Γερμανία με την ΕΣΣΔ τον κόσμο, ύστερα από την επικείμενη κατάρρευση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.¹⁶ Κατά την άποψή του, ο Hitler προέβη σε μια πρόταση αυτού του είδους προκειμένου να τον παρασύρει σε διαπραγματεύσεις γύρω από ευαίσθητα ζητήματα. Με τη σειρά του απάντησε ζητώντας υψηλό αντίτιμο όντας διατεθειμένος πάντως να μετριάσει τους όρους στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μετατροπή του Τριμερούς Συμφώνου σε Τετραμερές.¹⁷

Τα κυριότερα σημεία της απάντησης του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 είχαν ως εξής:

Η σοβιετική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να εξετάσει ευμενώς το σχέδιο περί συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου με αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές δεσμεύσεις, κάτω από τους ακόλουθους όρους:

  • Υπό την προϋπόθεση της άμεσης απόσυρσης των γερμανικών στρατευμάτων από την Φινλανδία εφόσον η τελευταία ανήκε πλέον στη ρωσική σφαίρα επιρροής· η ΕΣΣΔ δεσμευόταν από την πλευρά της να προστατέψει τα εκεί οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας (προμήθεια ξυλείας και νικελίου).
  • Υπό την προϋπόθεση ότι μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες θα διασφαλιζόταν η προστασία της ΕΣΣΔ στα Στενά μέσω της υπογραφής ενός διμερούς Συμφώνου με την Βουλγαρία και της εκχώρησης μιας ναυτικής βάσης στην ευρύτερη περιοχή του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων με καθεστώς μακροχρόνιας μίσθωσης.
  • Υπό την προϋπόθεση αναγνώρισης της ζώνης νοτίως του Μπατούμ και του Μπακού με γενική κατεύθυνση προς τον Περσικό Κόλπο ως ζώνης αποκλειστικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ.
  • Υπό την προϋπόθεση αποποίησης εκ μέρους της Ιαπωνίας κάθε δικαιώματος εκχώρησης στους τομείς του άνθρακα και του πετρελαίου στο βόρειο τμήμα της νήσου Σαχαλίνης.¹⁸

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σφυρηλάτηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου (ή μιας Τετραμερούς Συνεννόησης, κατά τον προσφιλή όρο του Matsuoka) θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ, πόσο μάλλον εάν η πρωτοβουλία αυτή είχε μακροχρόνια διάρκεια. Η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον, ευρισκόμενη προ τετελεσμένων, θα δίσταζε να εμπλακεί σε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από τη δική της πλευρά, η Κίνα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ciang Kai-shek, θα αποδεχόταν μια ειρηνική διευθέτηση της πολεμικής της διαφοράς με την Ιαπωνία. Απόρροια όλων των παραπάνω θα ήταν μια αποκλιμάκωση της έντασης στον τομέα των διμερών αμερικανο-ιαπωνικών σχέσεων. Εξυπακούεται πως η ιδέα περί Τετραμερούς Συνεννόησης φάνταζε ως μακιαβελική για όποιον δεν προσμετρούσε τις ιδεολογικές διαφορές. Ήταν σε θέση, παρά ταύτα, να αποτρέψει τον κίνδυνο ενός πολέμου εναντίον των ΗΠΑ. Άλλωστε, το εναλλακτικό αυτό σχήμα παρέμεινε αξιόπιστο έως τις συνομιλίες Hitler-Molotov (12-13 Νοεμβρίου) και την επίσημη απάντηση του Stalin (25 Νοεμβρίου). Μια απάντηση, η οποία έθεσε την ταφόπλακα στην βραχύβια αυτή ιδέα. Ο Hitler δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να διαπραγματευθεί με την ΕΣΣΔ την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Φινλανδία. Αντίθετα, την ίδια ακριβώς στιγμή αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Με την οδηγία της 18ης Δεκεμβρίου 1940, διέταξε την  έναρξη των προετοιμασιών για την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

Ο Gerhard L. Weinberg μας εφιστά την προσοχή στο Ημερολόγιο του στρατηγού Franz Halder, αρχηγού του επιτελείου του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με αυτό (καταχώριση της 31ης Ιουλίου 1940), η απόφαση για την εισβολή είχε ληφθεί από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράιχ πολύ νωρίτερα. Μάλιστα, την είχε κοινοποιήσει σε συνάντησή του με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στις 31 Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν. Η θεωρία του Weinberg μας δυσκολεύει να κατανοήσουμε τους λόγους της αποστολής, ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο, του Stahmer στο Τόκιο με τη προτροπή του Ribbentrop προς την Ιαπωνία να προσχωρήσει στον Άξονα Βερολίνου-Ρώμης με προοπτικές περαιτέρω διεύρυνσης χάρη στη συμμετοχή και της  ΕΣΣΔ σε αυτόν.¹⁹

Εάν η θεωρία του Weinberg ευσταθεί, τότε το όραμα του Matsuoka έτσι όπως το περιέγραψε τον Σεπτέμβριο του 1940 για μια Τετραμερή Συνεννόηση αποτελεί αυταπάτη, η οποία ουδέποτε ενεργοποίησε το ενδιαφέρον της Γερμανίας. Εάν, αντίθετα, ισχύουν τα όσα υποστηρίζει ο Byrnes, η ιδέα του Matsuoka αντιστοιχούσε με τη γερμανική αντίληψη περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού, η οποία προωθήθηκε από τον Ribbentrop στο σχέδιο για Τετραμερές Σύμφωνο και  επιδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου στον Molotov από τον Hitler προσωπικά.²º Σε περίπτωση δε που ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ έτρεφε κάποιες αμυδρές ελπίδες, ακόμα και μετά τη σύσκεψη της 31ης  Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν, να προσεταιριστεί την ΕΣΣΔ, τότε το όραμα του Matsuoka συγκέντρωνε  πιθανότητες επιτυχίας σε ποσοστό 50%. Όπως προαναφέρθηκε, οι μαξιμαλιστικοί όροι τους οποίους έθεσε ο Stalin στην απάντησή του της 25ης Νοεμβρίου, υπήρξαν εκείνοι που έθεσαν απότομο και αμετάκλητο τέλος στην όλη υπόθεση, στρέφοντας τον Hitler προς την επιλογή της δυναμικής λύσης.

Αποκαλυπτική ως προς όλα αυτά είναι η εκδοχή του Klauss Hildebrand. Υποστηρίζει πως στους κόλπους του Γ΄ Ράιχ υπήρχαν δυο αντικρουόμενες πολιτικές. Η πρώτη από αυτές ήταν αντιβρετανική και φιλορωσική με κύριους εκφραστές τους κύκλους του υπουργείου Εξωτερικών, του Πολεμικού Ναυτικού, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τον Ribbentrop, τον ναύαρχο Erich Raeder και τον Hjalmar Schacht. Επρόκειτο ουσιαστικά για την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Γερμανίας ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Δεύτερη τάση ήταν η αγγλόφιλη και αντισοβιετική πολιτική του ιδίου του Hitler.²¹ Η θεωρία του Hildebrand επιτρέπει να κατανοήσουμε την αδυναμία του Matsuoka να αντιληφθεί τον δισυπόστατο χαρακτήρα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον πρωθυπουργό Fumimaro Konoe και άλλους Ιάπωνες ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ παράμεινε αινιγματική και μυστηριώδης έως το τέλος του πολέμου.

Βερολίνο, 27 Σεπτεμβρίου 1940: η τελετή υπογραφής του Τριμερούς Συμφώνου. Διακρίνονται οι Saburō Kurusu, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Γερμανία, Galeazzo Ciano, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Adolf Hitler και Joachim von Ribbentrop (όρθιος στο βήμα).

Στο Τόκιο κοινή ήταν η πεποίθηση ότι οι θέσεις του Ribbentrop αντανακλούσαν εκείνες του Hitler, κάτι που κάθε άλλο παρά συνέβαινε στην πραγματικότητα.²² Σύμφωνα με τους Hildebrand και Andreas Hillgruber, ο Γερμανός καγκελάριος ουδέποτε ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό το σχήμα ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού που προωθούσε ο Ribbentrop.²³ Στο σημείο ακριβώς αυτό εντοπίζονται οι ρίζες της λανθασμένης εκτίμησης, εκ μέρους των Ιαπώνων, της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο τότε πρέσβης στο Βερολίνο, Hiroshi Oshima, εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα προς τον γράφοντα τη θλίψη, την οποία του εξέφρασε τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ribbentrop, επειδή η οριστική επιλογή του Hitler έκλινε προς την κατεύθυνση της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Σχετικά με όλα αυτά, ο Hildebrand γράφει τα ακόλουθα:

Αν και ο Hitler έδειχνε ολοένα και περισσότερο απορροφημένος από την ιδέα της εισβολής, ο Ribbentrop κατάφερε προς στιγμή να τον κάνει να στραφεί προς τη δική του αντίληψη. Στόχος του ήταν να τερματιστεί νικηφόρα ο πόλεμος το ταχύτερο δυνατό. Ο Hitler, έστω και δίχως ενθουσιασμό, συμφώνησε με την ιδέα του υπουργού του να εξαναγκάσει τη Μεγάλη Βρετανία να καταθέσει τα όπλα μέσω της σφυρηλάτησης ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού εκτεταμένου από τη Μαδρίτη έως τη Μόσχα. Το σχήμα αυτό απασχόλησε εκ νέου τους δυο άνδρες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1940. Η υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της πολιτικής του Ribbentrop…Το σχέδιο περί δημιουργίας ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού θα οδηγούσε, έστω και προσωρινά, στην απομόνωση των ΗΠΑ και στη διατήρηση της ουδετερότητας της Ρωσίας. Θα γονάτιζε τη Βρετανία και θα εξασφάλιζε υπερπόντια εδαφικά κέρδη προς όφελος της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως ο Hitler κατέληξε στις δικές του επιλογές επιθυμώντας να προσελκύσει το Λονδίνο σε αυτές. Όμως, η προσέγγιση με την Ιαπωνία, τον συνεταίρο από την Άπω Ανατολή στους κόλπους του Τριμερούς Συμφώνου, δεν γνώρισε εφαρμογή στην πράξη. Άλλο τόσο δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια ευθυγράμμισης των Mussolini, tain και Franco με τους ευσεβείς πόθους του Γερμανού καγκελαρίου. Πάντως, το όραμα του Ribbentrop δεν καρποφόρησε. Ο Φύρερ απέφυγε να αποκλείσει την ιδέα έως το τέλος Οκτωβρίου, οπότε τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της “Ανατολικής πολιτικής”. Η αποτυχία των συνομιλιών με τον Molotov τον Νοέμβριο του 1940 αφήνει να διαφανεί πως έπεισε τον Hitler να επιλέξει τη στρατιωτική λύση σε βάρος της ΕΣΣΔ, μια σκέψη, με την οποία ερωτοτροπούσε εδώ και αρκετό καιρό. Το ίδιο ισχύει σχετικά και με την πεποίθηση ότι η Βρετανία ήταν εφικτό να εξαναγκαστεί σε υποταγή.²⁴

Η απάντηση του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 και η έκδοση της σχετικής διαταγής από τον Hitler στις 18 Δεκεμβρίου, διέλυσαν κάθε προοπτική περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού και μαζί με αυτό κάθε ελπίδα αποφυγής, για την Ιαπωνία, ενός πολέμου στον Ειρηνικό. Μη έχοντας την παραμικρή ενημέρωση σχετικά με την τελική επιλογή του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, η κυβέρνηση Konoe ανέμενε εις μάτην την υποσχεθείσα έντιμη διαμεσολάβηση της Γερμανίας όσον αφορά τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ. Όταν ο Matsuoka υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το Σύμφωνο Ουδετερότητας στις 13 Απριλίου 1941 στη Μόσχα, η έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα πλησίαζε επικίνδυνα. Υπάρχουν δε και ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες και ο Stalin προετοιμαζόταν, με τη σειρά του, για μια δυναμική αναμέτρηση με την Γερμανία.²⁵ Εάν αυτό ευσταθεί, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε πως ουδέποτε υπήρξαν πραγματικές προϋποθέσεις, οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου. Έπειτα από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στις 22 Ιουνίου 1941 εντός του σοβιετικού

Μόσχα, 13 Απριλίου 1941: Ο Yōsuke Matsuoka υπογράφει το Σύμφωνο Ουδετερότητας με την ΕΣΣΔ. Όρθιοι διακρίνονται οι Joseph Stalin και Vyacheslav Molotov.

εδάφους, οι προοπτικές αποφυγής ενός πολέμου ανάμεσα στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ αποδείχθηκαν ισχνές έως μηδαμινές. Μια από αυτές ήταν η αποφυγή στρατιωτικής παρέμβασης στη γαλλική κτήση της Ινδοκίνας. Ο Matsuoka είχε ταχθεί απροκάλυπτα εναντίον, προφητεύοντας πως μια πρωτοβουλία αυτού του είδους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μια αμερικανο-ιαπωνική πολεμική αντιπαράθεση. Αντ΄ αυτού, συνέστησε επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, σε συντονισμό με τη σύμμαχο Γερμανία. Δυο Ιάπωνες ιστορικοί, οι Sumio Hatano και Sadao Asada περιγράφουν την κατάσταση ως εξής:

Το μεγάλο εμπόδιο στην περίπτωση ήταν ο Matsuoka. Τις παραμονές της έναρξης των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Γερμανία και την ΕΣΣΔ αντέστρεψε τις αρχικές του προτεραιότητες και τάχθηκε κατά μιας προέλασης προς νότο. Αντίθετα, υποστήριξε μια επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανώτατες ηγεσίες του Στρατού Ξηράς και του Ναυτικού, οι οποίες μέχρι τότε τον θεωρούσαν ως υπέρμαχο της παρέμβασης στην Ινδοκίνα, αδυνατούσαν να κατανοήσουν αυτή τη μεταστροφή. Αργότερα, μετά το πέρας του πολέμου, ο Matsuoka κατέθεσε πως είχε αντιταχθεί στη ιδέα μιας προέλασης προς νότο επειδή φοβόταν ότι θα οδηγούσε σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η εξήγηση μένει να επιβεβαιωθεί. Είναι προφανές πως έτρεφε επίσης μεγάλη εκτίμηση στο Τριμερές Σύμφωνο, στη σύναψη του οποίου είχε ο ίδιος διαδραματίσει σημαντικό ρόλο…Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ στις 22 Ιουνίου θρυμμάτισε το μεγάλο όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου και έριξε τους Ρώσους στις αγκάλες των Βρετανών και των Αμερικανών. Ωστόσο, η παραπάνω εξέλιξη δεν οδήγησε σε μονομερή καταγγελία του Τριμερούς Συμφώνου εκ μέρους της Ιαπωνίας. Το αντίθετο μάλιστα: η ιαπωνική ηγεσία συνέχισε να το υποστηρίζει. Προέβλεψε κατά κράτος επικράτηση της Γερμανίας στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, γεγονός, το οποίο θα απάλλασσε την Ιαπωνία από τον σοβιετικό κίνδυνο, επιτρέποντάς της, συνάμα, να καταφέρει απρόσκοπτα ένα αποφασιστικό κτύπημα προς νότο. Έκτοτε, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας υιοθέτησε ένα νέο σχέδιο: ιαπωνικά στρατεύματα θα στάθμευαν στην Ινδοκίνα. Ταυτόχρονα, θα προετοιμαζόταν επίθεση προς βορρά (εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης), στο ποσοστό που οι συνθήκες για κάτι τέτοιο θα ήταν “ιδιαίτερα ευνοϊκές”. Το Ναυτικό εξέφραζε αντιρρήσεις, μη επιθυμώντας μια ένοπλη σύγκρουση με την ΕΣΣΔ. Τελικά, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί έπειτα από την διαβεβαίωση πως η πολεμική προετοιμασία ενάντια στη Βρετανία και τις ΗΠΑ δεν επρόκειτο να επηρεαστεί. Αυτός υπήρξε ο συμβιβασμός, στον οποίο κατέληξε το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο της 2ας Ιουλίου 1941. Την επομένη, διατάχθηκε επιστράτευση. Στρατός και Ναυτικό προετοιμάστηκαν για ειρηνική ή ένοπλη προέλαση, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι, στις 28 Ιουλίου, 40.000 άνδρες  εισήλθαν “ειρηνικά” στο νότο της Ινδοκίνας.²⁶

Η προέλαση του ιαπωνικού στρατού στη νότια Ινδοκίνα.

Οι ΗΠΑ απάντησαν στην ιαπωνική κατοχή της Ινδοκίνας με την επιβολή πλήρους πετρελαϊκού εμπάργκο που με τη σειρά της οδήγησε τις δυο χώρες σε πόλεμο. Ύστατη ευκαιρία αποτροπής του τελευταίου θα μπορούσε να ήταν, ενδεχομένως, μια συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Konoe και τον πρόεδρο Franklin D. Roosevelt.²⁷ Οι Hatano και Asada συνεχίζουν επ’ αυτού: Η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια του Konoe συνίστατο σε μια συνάντηση κορυφής με τον Roosevelt. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός ήταν διατεθειμένος να προβεί σε δραστικές παραχωρήσεις, παραβλέποντας τις προτεραιότητες της στρατιωτικής και ναυτικής ηγεσίας. Σκόπευε να αποσπάσει μια ειρηνική διευθέτηση των εκκρεμών υποθέσεων και με τη συνδρομή του Αυτοκράτορα να διατάξει κατόπιν τον υπουργό Στρατιωτικών Tojo να αποφύγει κάθε πρωτοβουλία ικανή να οδηγήσει σε πόλεμο. Στις αρχές Οκτωβρίου η πρόταση περί συνάντησης κορυφής απορρίφτηκε από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Cordell Hull, ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση την επίτευξη μιας προκαταρκτικής συμφωνίας επάνω σε βασικές αρχές. Οι Ιάπωνες ιστορικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να εκτιμήσουν κατά πόσο μια αποδοχή της πρότασης Konoe ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αποφυγή πολέμου. Υπάρχει η άποψη πως εάν οι Konoe και Roosevelt κατέληγαν σε κάποιο είδος modus vivendi κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, οι ίδιες οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες θα καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Pearl Harbor.²⁸

Τέλος, ως μια ανεπαίσθητη ευκαιρία αναχαίτισης του πολέμου θα μπορούσε να εκληφθεί και η στιγμή της επιλογής, εκ μέρους του αυτοκράτορα, του διαδόχου του Konoe στον πρωθυπουργικό θώκο. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο πανίσχυρος υπουργός Σφραγιδοφύλακας Koichi Kido τάχθηκε υπέρ της επιλογής του στρατηγού Hideki Tojo με την ελπίδα πως ο τελευταίος θα συγκρατούσε τις πολεμοχαρείς τάσεις των αξιωματικών και θα απέφευγε μια πολεμική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ. Στις 18 Οκτωβρίου 1941 ο Tojo διορίστηκε πρωθυπουργός. Το αυτοκρατορικό διάταγμα διορισμού συνοδευόταν από ένα προσωπικό μήνυμα του αυτοκράτορα, σύμφωνα με το οποίο καλείτο να επανεξετάσει την απόφαση της Αυτοκρατορικής Σύσκεψης της 2ας Ιουλίου περί πολεμικής προπαρασκευής και να προσπαθήσει να αποφύγει τον πόλεμο. Έως τότε, ο Tojo δήλωνε οπαδός της εξάντλησης κάθε διπλωματικού περιθωρίου με τις ΗΠΑ πριν από την προσφυγή στα όπλα. Ήταν επίσης αντίθετος στην ιδέα της απόσυρσης των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Κίνα. Ο Kido ήλπιζε ότι ο νέος πρωθυπουργός θα παρέμενε συνεπής στις απόψεις του και πως θα συμμορφωνόταν με το περιεχόμενο του αυτοκρατορικού μηνύματος. Δεν χρειάστηκε να συμπληρωθούν δυο, μόλις, μήνες έως ότου οι προσδοκίες του Kido διαψευστούν παταγωδώς. Η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor εκδηλώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1941 [ώρα Ιαπωνίας].

Koichi Kido.
Ναύαρχος Koshiro Oikawa.

                                                                                                

 

 

 

 

 

7 Δεκεμβρίου 1941: η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor.

Ο υπολογισμός του Kido αποδείχθηκε πέρα ως πέρα εξωπραγματικός. Σε περίπτωση σύρραξης με τις ΗΠΑ, επόμενο ήταν ότι το μεγαλύτερο βάρος αναλογούσε στο Ναυτικό. Εκείνο προοριζόταν να διεξαγάγει τις αποφασιστικές μάχες. Υπό αυτές τις συνθήκες φάνταζε προτιμότερο να είχε επιλεγεί για τη θέση του πρωθυπουργού ένα άτομο προερχόμενο από τις τάξεις του Ναυτικού. Ο ναύαρχος Koshiro Oikawa, υπουργός Ναυτικών της απελθούσας κυβέρνησης Konoe, ήταν εξίσου καλά ενημερωμένος για την όλη κατάσταση χάρη στο αξίωμα, το οποίο κατείχε.²⁹ Επιπρόσθετα, ο Oikawa ήταν πολέμιος μιας δυναμικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Ο συλλογισμός του Kido στηριζόταν στην πεποίθηση πως ο Tojo θα παρέμενε νομοταγής στις υποδείξεις του αυτοκράτορα. Παράλληλα, ήταν ένας τρόπος να κτυπηθεί το κακό με το κακό. Αντ’αυτού, στις 18 Οκτωβρίου ο Tojo επέβαλε ένα αμιγώς δικτατορικό καθεστώς. Στην υποθετική περίπτωση επιλογής του Oikawa, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί το μοιραίο ακόμη και εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα του ναυάρχου, διαμετρικά αντίθετου με εκείνον του Tojo. Όπως και να έχει το ζήτημα, η προτίμηση του Kido στράφηκε προς το πρόσωπο του Tojo και με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκε κάθε υπόνοια ελπίδας αποφυγής του πολέμου.³º

The Road to War – Japan


 

Ο Masaki Miyake είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιαπωνικής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Meiji του Τόκιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Possibilities for Avoiding War on Japan’s Road to Pearl Harbor» δημοσιεύτηκε στον τόμο L’ année ’41. La mondialisation du conflit, Conférence Internationale, C.R.H.Q Université de Caen – Mémorial de Caen “Un musée pour la paix”, Caen, Éditions du Lys, 1992, σ. 185-193.

¹  Carl Schmitt, Politische Romantik, β΄ έκδοση, Μόναχο, 1932, σ. 102.

² Masaki Miyake, “Kita Ikki’s Political Ideas and the February Mutiny of 1936”, International Studies, 1987/II.

³ Gilbert Ziebura, World Economy and World Politics 1924-1931. From Reconstruction to Collapse, μτφ. από τα γερμανικά Bruce Little, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη / Μόναχο, 1990, σ. 161.

⁴ Σχετικά με τη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο βλ. James W. Morley (επιμ.), Deterrent Diplomacy. Japan, Germany and the USSR, 1935-1940, New York, 1976, σ. 216-219 και Gerhard Krebs, Japans Deutschlandpolitik 1935-1941. Eine Studie zur Vorgeschichte des Pazifischen Krieges, τόμος Α΄, Αμβούργο, 1984, σ. 438-440.

⁵ Το θέμα αναλύεται διεξοδικά στο Morley (επιμ.), οπ.π., κεφ. Α΄ και Krebs, οπ.π., κεφ. Β’ και Γ΄. Βλ. επίσης Theo Sommer, Deutschland und Japan zwischen den Mächten 1935-1940 Tübingen,1962, κεφ. Γ΄ και Bernd Martin, “Die deutsch-japanischen Beziechungen während des Dritten Reiches” στο Manfred Funke (επιμ.), Deutschland und die Mächte, Ντύσσελντορφ, 1976.

International Military Tribunal for the Far East, τεκμήριο αρ. 549. Βλ. επίσης Ernst L. Presseisen, Germany and Japan. A Study in Totalitarian Diplomacy 1933-1941, Χάγη, 1958, σ. 260.

⁷ Masaki Miyake, “Die Achse Berlin-Rom-Tokyo im Spiegel der Japanischen Quellen”, Mitteilungen des Österreichischen Staatsarchivs, αρ. 21, 1968 (Βιέννη, 1969), του ίδιου, Nichi-doku-i sangoku domei no kenkyu (A Study on the Tripartite Alliance Berlin-Rome-Tokyo), Tokyo, 1975 (στα ιαπωνικά με περίληψη στην αγγλική γλώσσα).

⁸ Kimitada Miwa, Matsuoka Yōsuke. Sono ningen to gaiko (Yōsuke Matsuoka. His Personality and Diplomacy), Tokyo, 1971, σ. 36.

⁹  Johanna Menzel Meskill, “Der geheime deutsch-japanische Notenaustausch zum Dreimächtepakt. Documentation”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1957,2 και της ιδίας, Hitler and Japan. The Hollow Alliance, Νέα Υόρκη, 1966, σ. 20.

¹º Wolfgang Michalka, Ribbentrop und die deutsche Weltpolitik 1933-1940. Aussenpolitische Konzeptionen und Entscheindungsprozesse im Dritten Reich, Μόναχο, 1980, σ. 255.

¹¹ Akten zur Deutschen Auswärtigen Politik 1918-1945 (στο εξής ADAP), σειρά Δ΄, τόμος 1, έγγραφο αρ.93.

¹² Michalka, οπ.π., σ. 138.

¹³ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 6, έγγραφο αρ. 441.

¹⁴ George F. Kennan, Russia and the West under Lenin and Stalin, Βοστώνη, 1960, κεφ. 22.

¹⁵ James F. Byrnes, Speaking Family, Νέα Υόρκη, 1947, σ. 289.

¹⁶ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ.325 και τόμος 11/2, έγγραφο αρ. 404.

¹⁷ Andreas Hillgruber, Hitlers Strategie. Politik und Kriegführung 1940-1941, Φρανκφούρτη, 1965, σ. 305-309.

¹⁸ Raymond J. Sontag – James S. Beddie (επιμ.), Nazi-Soviet Relations 1939-1941. Documents from the Archives of the German Foreign Office, Westpoint, 1976, σ. 258-259.

¹⁹ Gerhard L. Weinberg, “Hitlers Entschluss zum Angriff auf Russland”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1953, 4. Weinberg, Germany and the Soviet Union, β΄ έκδοση, Λάιντεν, 1972. Franz Halder, Kriegstagebuch, τόμος 2, Στουτγάρδη, 1963, σ. 49. Philipp W. Fabry, Der Hitler-Stalin Pakt 1939-1941. Ein Beitrag zur Methode Sowjetischer Aussenpolitik, Ντάρμσταντ, 1962, σ. 498 σημ. 272.

²º R. Sontag – J. Beddie, οπ.π., σ. 255-258. Το γερμανικό πρωτότυπο του σχεδίου περιλαμβάνεται στο ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ. 309.

²¹ Klaus Hildebrand, The Foreign Policy of the Third Reich, Translated by Anthony Fothergill, Λονδίνο, 1973, εισαγωγή.

²² Ibid., κεφ. 4.

²³ Hillgruber, Hitlers Strategie..., σ. 238-242.

²⁴ Hildebrand, The Foreign Policy…, σ. 102-103.

²⁵ Viktor Suvorov, Der Eisbrecher: Hitler in Stalin’s Kalkül, Στουτγάρδη, 1989.

²⁶ Sumio Hatano – Sadao Asada, “The Japanese Decision to Move South (1939-1941)” στο Robert Boyce και Esmonde M. Robertson (επιμ.), Paths to War. New Essays on the Origins of the Second World War, Λονδίνο, 1989, σ. 398-399.

²⁷ Chihiro Hosoya, “Taiheiyo senso wa sakeraretaka?” Rekishi to Jinbutsu, Τόκιο, Ιούλιος 1973, σ. 30-47.

²⁸ Hatano και Asada, οπ.π., σ. 401-402.

²⁹ Yoshitake Oka, Konoe Fumimaro. A Political Biography, Translated by Shumpei Okamoto and Patricia Murray, Τόκιο, 1983, σ. 158.

³º Kido Koichi kankei bunsho, Τόκιο, 1966, σ. 35-35. Hearings before the Joint Committee on the Investigation of the Pearl Harbor Attack, Congress of the United States, Seventy-Ninth Congress, Washington D.C. 1946, Part 20, Joint Committee Exhibits Nos. 173 – 179. Masaki Miyake, “Theories of Civil-Military Relations as related to Japan and a Comparison with Germany’s Case”, Sekei Ronso, τόμος 59, σ. 1-2, Τόκιο, Αύγουστος 1990.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920. Μια πανδημία την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920.
Μια πανδημία την επαύριο
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Η πανδημία της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 1918, προτού καν λήξουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκλήρωσε τον κύκλο της τον Απρίλιο του 1920 αφήνοντας πίσω της 500 εκατομμύρια κρούσματα – το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης τότε – μεταξύ των οποίων περί τα 50 εκατομμύρια θανάτους. Διεκδικεί επάξια τον χαρακτηρισμό μιας από τις φονικότερες πανδημίες στην ιστορία της Ανθρωπότητας.

Σε αντιδιαστολή με ό,τι υπονοεί το όνομα, ο συγκεκριμένος τύπος γρίπης δεν εκδηλώθηκε στην Ισπανία, ούτε η παραπάνω χώρα έχει να επιδείξει στατιστικά δεδομένα τέτοια, που να την κάνουν να ξεχωρίζει. Ο πραγματικός λόγος της ετυμολογίας πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η Ισπανία, ως χώρα ουδέτερη στο πλαίσιο του πολέμου, δεν γνώρισε το φαινόμενο της λογοκρισίας σε αντίθεση με τα εμπόλεμα κράτη, ούτε συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις εν εξελίξει τη στιγμή κατά την οποία ξέσπασε η πανδημία. Αποτέλεσμα ήταν να χρεωθεί την επιλογή της να δημοσιοποιήσει τα πραγματικά στοιχεία και όχι την πλαστή (σαφώς υποβαθμισμένη) εικόνα που παρήγαγαν για λογαριασμό της χώρας τους οι υπηρεσίες λογοκρισίας των εμπολέμων κρατών.

Η επέλαση της πανδημίας πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα διαδοχικά κύματα (αρχές 1918, τέλος 1918 – το φονικότερο, αρχές 1919 και άνοιξη 1920). Η απαρχή του φαινομένου εντοπίζεται στις 4 Μαρτίου 1918 σε στρατόπεδο του Κάνσας, όπου εκπαιδεύονταν οπλίτες με προορισμό τη Γαλλία και την πρώτη γραμμή του μετώπου. Σε αυτό, άλλωστε, οφείλεται και η διασπορά του ιού σε άλλα στρατόπεδα αλλά και από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Ξεκινώντας από τη Βρέστη (λιμένα υποδοχής των αμερικανικών ενισχύσεων αλλά και κύρια ναυτική βάση του γαλλικού πολεμικού ναυτικού) ο ιός διαδόθηκε ταχύτατα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Μέχρι τον Μάιο είχαν πληγεί η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία.

Το στρατόπεδο Funston του Kansas, όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα σε παγκόσμια κλίμακα (πηγή: National Museum of Health AP httpswww.vintag.es2020031918-spanish-flu.html).
Το Ναυτικό Νοσοκομείο της Βρέστης. Θάλαμος ασθενών.

Οι αιχμάλωτοι της πρώτης γραμμής υπήρξαν φορείς μετάδοσης και στο αντίπαλο στρατόπεδο (Γερμανία – Αυστροουγγαρία). Την επομένη της συνθήκης ειρήνης του Brest-Litovsk, Ρώσοι αιχμάλωτοι, έγκλειστοι στα γερμανικά στρατόπεδα, μετέφεραν τον ιό στη χώρα τους. Πρόβλημα ανέκυψε επίσης με την αποστράτευση των αποικιακών στρατευμάτων που επαναπατρίστηκαν στις γενέτειρές τους (Αυστραλία-Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Ινδοκίνα, Καναδάς, Νότια Αφρική, χώρες του Μαγκρέμπ και της κεντρικής Αφρικής) έπειτα από τη λήξη των εχθροπραξιών στην Ευρώπη.

Συνεπώς, η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε καταλυτικά στην ταχύτατη εξάπλωση της επιδημίας σε δυο επίπεδα. Το πρώτο ήταν η μεταφορά του ιού από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στις διάφορες αποικιακές κτήσεις. Το δεύτερο σχετίζεται με τις κακουχίες του ιδίου του πολέμου (συνωστισμός και άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, βεβαρημένο αναπνευστικό σύστημα εκατοντάδων χιλιάδων μαχητών εξαιτίας της εισπνοής χημικών αερίων, ασιτία και ανεπαρκής υγειονομική περίθαλψη στα μετόπισθεν, κόπωση και γενικότερη κατάθλιψη του πληθυσμού από την παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων). Η ίδια η ταυτότητα των κρουσμάτων επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωση. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1918, ο αριθμός των θανάτων στις ΗΠΑ (75.000) μόλις που ξεπερνούσε εκείνον του προηγουμένου έτους (63.000). Γενικότερα δεν υιοθετήθηκαν για την ώρα περιοριστικά μέτρα. Αντίθετα, η επιδημία έπληξε τα στρατεύματα που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Τα τρία τέταρτα του γαλλικού στρατού, ο μισός αντίστοιχος βρετανικός και περί το ένα εκατομμύριο Γερμανοί στρατιώτες προσβλήθηκαν από τον ιό μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Seattle, Δεκέμβριος 1918. Άνδρες του 39ου συντάγματος μετακινούνται φορώντας προστατευτικές μάσκες (πηγή:
Everett Historical Shutterstock).

Το δεύτερο και μακρόθεν φονικότερο κύμα εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του 1918 και σχετίζεται επίσης με τον επαναπατρισμό των στρατευμάτων. Οι ομαδικοί πανηγυρισμοί, οι οποίοι μέσα στο φθινόπωρο πλαισίωσαν τη λήξη του πολέμου, επιδείνωσαν, όπως ήταν επόμενο, την όλη κατάσταση. Το φαινόμενο εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα στους κόλπους του άμαχου πληθυσμού. Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο με Δεκέμβριο καταμετρήθηκαν 292.000 θάνατοι στις ΗΠΑ έναντι 26.000 δυο χρόνια νωρίτερα στο ίδιο, πάντοτε, χρονικό διάστημα (δεν υπολογίζονται οι απώλειες του πολέμου). Η Νέα Υόρκη βίωσε τα πρώτα θανατηφόρα περιστατικά, ενώ στη Φιλαδέλφεια μια παρέλαση με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τις ανάγκες του πολέμου (Philadelphia Liberty Loans Parade) στις 28 Σεπτεμβρίου είχε ως τραγικό απολογισμό την απώλεια 12.000 ατόμων. Από το δεύτερο κύμα επλήγησαν επίσης χώρες της λατινικής Αμερικής (ειδικότερα η Βραζιλία), της Ασίας (Οθωμανική Αυτοκρατορία, Περσία, Κίνα, Ιαπωνία), της δυτικής και της ανατολικής Αφρικής (Αιθιοπία). Στην υπερπληθή και ανέκαθεν προβληματική Ινδία καταμετρήθηκαν πάνω από 12,5 εκατομμύρια θάνατοι μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 1918.

Ενημερωτική εκστρατεία ανά τον κόσμο

Η επέλαση του τρίτου κύματος διαδέχθηκε σχεδόν αμέσως εκείνη του δευτέρου. Με την είσοδο του 1919 πρώτη κτυπήθηκε η Αυστραλία και εν συνεχεία η Ευρώπη (Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Σερβία) και η Αμερική (ΗΠΑ, Μεξικό). Η θνησιμότητα δεν κυμάνθηκε στα επίπεδα του δευτέρου κύματος. Παρά ταύτα, υπήρξε υψηλότερη από εκείνη του πρώτου. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους.

Το τέταρτο και τελευταίο κύμα (Ιανουάριος – Απρίλιος 1920), αν και μικρότερης έντασης, κτύπησε μεμονωμένα με αξιοσημείωτες συνέπειες. Πόλεις των ΗΠΑ όπως η Νέα Υόρκη (6.372 θάνατοι), το Ντητρόιτ, το Κάνσας, η Μινεάπολη κατέγραψαν ποσοστά, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούσαν το σύνολο των θανάτων ολόκληρου του 1918. Κράτη όπως η Ισπανία, η Δανία, η Γερμανία, η Φινλανδία, η Ελβετία, το Περού και η Ιαπωνία γνώρισαν μια καθυστερημένη έξαρση με καταβολές από το τέλος του προηγουμένου έτους.

Διασπορά της πανδημίας (1918-1920).

Ο συνολικός απολογισμός της πανδημίας σε πλανητική κλίμακα δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως. Τα κρούσματα υπολογίζονται γύρω στα 500 εκατομμύρια, δηλαδή το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης. Περισσότερο δύσκολη είναι η εκτίμηση των θανάτων, αν και είναι γενικότερα αποδεκτό ότι πρόκειται για μια από τις πλέον θανατηφόρες πανδημίες στην Ιστορία. Μελέτες, οι οποίες χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους ως προς το σημείο αυτό. Συγκεκριμένα κυμαίνονται μεταξύ 21,6 και 100 εκατομμυρίων ατόμων. Οι περισσότερες, ωστόσο, κατεβάζουν τον πήχη αρκετά κάτω από τα 50 εκατομμύρια, κάτι που αντιστοιχεί στο 1 έως 6% του συνολικού πληθυσμού.

Στην Ελλάδα, τα πρώτα κρούσματα της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 1918. Το δεύτερο κύμα του φθινοπώρου υπήρξε κατά πολύ βαρύτερο τόσο ως προς τα συμπτώματα (ρινική αιμορραγία, πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, υψηλός πυρετός, πνευμονικό οίδημα νεφρίτιδα, αιματουρία και κώμα – ουσιαστικά δεν υπήρχε όργανο του ανθρώπινου οργανισμού που να μην έχει προσβληθεί από τον ιό) όσο και σε ποσοστά θανάτων. Μέσα στον Οκτώβριο μόνο, στην Αθήνα καταμετρήθηκαν 1.726 περιστατικά εκ των οποίων κατέληξαν τα 616 (ποσοστό 35,5%). Τον Νοέμβριο το ποσοστό κινήθηκε σε ανάλογο επίπεδο (634 θάνατοι, 36,7%). Η Θεσσαλονίκη θρήνησε 5.284 θύματα, η Πάτρα πάνω από 800, ο Βόλος 86. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα επλήγησαν η δυτική Μακεδονία (πεδίο εχθροπραξιών μέχρι πρότινος με 4.436 θανάτους) ενώ η Σκύρος αποδεκατίστηκε στην κυριολεξία: κατέγραψε 1.000 θύματα, που ισοδυναμούσαν με το ένα τρίτο των κατοίκων της. Από τον Δεκέμβριο, ωστόσο, η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά. Εν ολίγοις, η Ελλάδα κτυπήθηκε από το δεύτερο και φονικότερο κύμα της επιδημίας δίχως να υποφέρει περισσότερο από τα επόμενα δυο του 1919 και 1920, σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες. Τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν τη στιγμή της έξαρσης του φαινομένου, περιλάμβαναν δεκαπενθήμερη αναστολή λειτουργίας δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών, σχολείων, δημοσίων θεαμάτων, απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 17.00 μ.μ. έως τις 5.00 π.μ., απαγόρευση συναθροίσεων κ.ά.. Η ποινή για τους παραβάτες ήταν η επιτόπου σύλληψη. Η οικονομική ζωή της χώρας (η οποία είχε σχετικά πρόσφατα βιώσει έναν εμπορικό αποκλεισμό και ήταν βαθειά διχασμένη ήδη από το 1915) υπέστη καταχείμωνα βαρύ πλήγμα. Στην κακή ψυχολογία του πληθυσμού θα πρέπει να προσθέσει κανείς και την φοβία ενάντια στην επέλαση της πανδημίας και τον ενδεχόμενο θάνατο.

[Ειδικότερα για την Ελλάδα βλ. https://www.infezmed.it/media/journal/Vol_23_1_2015_14.pdf, https://www.spandidos-publications.com/10.3892/etm.2019.7515, https://www.athenssocialatlas.gr/en/article/the-spanish-flu-in-athens/ ].

Καμπύλη των θανάτων στην Αθήνα κατά το έτος 1918.
Αθήνα: κατανομή των θανάτων ανά ενορία.

Δημοσιεύματα Τύπου.

Η διαχείριση της δημόσιας υγείας σε παγκόσμια κλίμακα θυμίζει περισσότερο αυτοσχεδιασμό και λιγότερο οργανωμένη πολιτική πρόληψης. Το ίδιο το γεγονός της εκδήλωσης της πανδημίας ενόσω ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη αποτελεί, ίσως, μια αξιόπιστη εξήγηση. Παρά ταύτα, ορισμένα μέτρα όπως ήταν η θαλάσσια καραντίνα σε χώρες που προσφέρονταν γεωγραφικά (Αυστραλία, Ισλανδία), η αναστολή λειτουργίας σχολείων, θεάτρων και τόπων λατρείας, η απαγόρευση συναθροίσεων και ο περιορισμός της κυκλοφορίας συνέβαλαν σε μια σχετική άμβλυνση του φαινομένου, υιοθετήθηκαν, ωστόσο, με καθυστέρηση. Παρατηρήθηκε επίσης η χρήση προστατευτικής μάσκας σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, δίχως να εκλείψουν και αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, το 1918 οργανώθηκε στο Σαν Φρανσίσκο κίνηση διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση (Anti-Mask League of San Francisco). Η διάρκεια ζωής της κίνησης δεν ξεπέρασε τον ένα μήνα. Έτσι εξηγείται και ο μικρός αριθμός των εγγεγραμμένων μελών (υπολογίζονται περί τα 4.000 – 5.000 άτομα).

Εκστρατεία υπέρ της χρήσης μάσκας.
Προσαγωγή για πλημμελή χρήση μάσκας (πηγή: California State Library).

Τέλος, κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναπτύχθηκαν εμβόλια, τα οποία όμως είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα καθώς επικεντρώθηκαν σε βακτήρια και όχι στον ιό αυτόν καθεαυτόν. Κατά συνέπεια συνέδραμαν μόνο στην αντιμετώπιση δευτερογενών λοιμώξεων.

Ποια υπήρξε, άραγε, η κληρονομιά της μεγάλης αυτής περιπέτειας; Το κύριο διακριτικό γνώρισμα είναι η αλληλεξάρτηση της τελευταίας με τη διενέργεια της τελικής φάσης του πολέμου, της οποίας υπήρξε κατά κάποιο τρόπο παράπλευρη απώλεια. Τα ανοικτά τραύματα που άφησε πίσω της η ανθρωποσφαγή των ετών 1914-1918 και η έξοδος από την τελευταία, ήταν επόμενο να επισκιάσουν την επέλαση του ιού της ισπανικής γρίπης. Δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι στις ονομαστικές καταστάσεις θανάτων που δημοσιεύονταν σε καθημερινή κλίμακα στις εφημερίδες, την προσοχή προσέλκυαν οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες απώλειες εξαιτίας του πολέμου και όχι τα θύματα της πανδημίας. Επιπρόσθετα, η τελευταία εκδηλώθηκε κατά κύματα με μικρή ύφεση στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα. Αντίθετα, ο πόλεμος, για τον οποίον όλοι πίστευαν στην αρχή πως δεν επρόκειτο να ξεπεράσει χρονικά λίγους μήνες, διήρκεσε πάνω από τέσσερα χρόνια, βυθίζοντας την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο σε μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία. Όταν επιτέλους τερματίστηκε, το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν δύσκολο να υποκατασταθεί από μια υγειονομική ταλαιπωρία, έστω και αν η τελευταία προσέλαβε διαστάσεις πανδημίας. Ίσως για τον λόγο αυτό δεν κυοφορήθηκαν φαινόμενα ομαδικής ψύχωσης και υπάρχουν ειδικοί σήμερα που κάνουν λόγο περί “ξεχασμένης γρίπης”.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Άνω Μακεδονία

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Άνω Μακεδονία

 

Η ιδέα για τη συγκεκριμένη μελέτη προέκυψε μετά την ενασχόληση του γράφοντος με τους όρους “κοινότητα” και “ταυτότητα” στην αρχαία Μακεδονία.Περιττό να σημειωθεί ότι με τους παραπάνω όρους συνδέονται κι άλλοι, όπως “όρια”, “σύνορα” και “τόποι”, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους ανθρωπολόγους κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα, μετά από την έκδοση από τον F. Barth του πρωτοποριακού για την εποχή του συλλογικού έργου Ethnic Groups and Boundaries.2 Κίνητρο για την επανεξέταση των πηγών που αφορούν στην Άνω Μακεδονία και τους πληθυσμούς της απετέλεσε η λεγόμενη “ανθρωπολογία των συνόρων”, η οποία θα μπορούσε πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως ένα μεθοδολογικό εργαλείο για την πρόσληψή τους, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο υποβοηθείται από τις μαρτυρίες που διαθέτουμε. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η θέση ότι «οι παραμεθόριες περιοχές συχνά έχουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό εθνών και κρατών».3 Μολονότι η άποψη αφορά σε σύγχρονους όρους, ίσως το σχήμα να έχει εφαρμογή και στην Αρχαιότητα. Τέλος, θα ληφθούν υπόψη, έστω και ακροθιγώς, οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικόνα.

Η γεωγραφική ενότητα, η οποία περικλείεται από τους ορεινούς όγκους του Βόρα Βερμίου στα ανατολικά, του Demir-Hissar, του Plakenska, της Πίνδου και του Βαρνούντα στα δυτικά, των Χασίων, Πιερίων και Καμβουνίων στα νότια και των Dautica, Babuna και Dren στα βόρεια, είναι γνωστή ως Άνω Μακεδονία.4 Ο όρος απαντά για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο (7.173.4 και 8.137) και αργότερα στον Θουκυδίδη (2.99) ενώ τα εδάφια είναι γνωστά και έχουν σχολιασθεί επανειλημμένα.5 Ως περιοχές που περιλαμβάνονταν στην Άνω Μακεδονία θα πρέπει να θεωρηθούν η Ορεστίδα, η Ελίμεια, η Λυγκηστίδα, η Πελαγονία, η Εορδαία και η Δερρίοπος.6 Ωστόσο, στα ρωμαϊκά χρόνια οι εν λόγω περιοχές θεωρούνταν πλήρως ενταγμένες στο μακεδονικό βασίλειο.7

Χάρτης της Άνω Μακεδονίας κατά τον 4º αιώνα π.Χ.

O γεωγραφικός καταμερισμός, ο οποίος επιτείνεται από την ύπαρξη και άλλων, μικρότερων ορεινών όγκων στο εσωτερικό αυτής της περιοχής, δημιουργεί ακόμη και σήμερα ένα έντονο αίσθημα διαφοροποίησης στον επισκέπτη, ο οποίος προκαλείται να ανακαλύψει τον τόπο και να εικάσει σε μεγάλο βαθμό (ελλείψει πηγών) την πρόσληψή του από τους νότιους Έλληνες αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους του. Η γεωμορφολογία της περιοχής σε συνδυασμό με τα λιγοστά αρχαιολογικά κατάλοιπα είχε οδηγήσει αρχικά στην άποψη περί μερικής απομόνωσής της, όχι μόνον από τις νοτιότερες περιοχές του ελληνικού κόσμου αλλά και από την υπόλοιπη Μακεδονία, άποψη η οποία φαίνεται να διασκεδάζεται μερικώς τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, θα πρέπει να θεωρούμε βέβαιη τη διατήρηση της κώμης, ενός ανοχύρωτου οικισμού, ως βασικού τύπου εγκατάστασης, παρά το γεγονός ότι στη γειτονική Κάτω Μακεδονία η ύπαρξη αστικών σχηματισμών επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά ήδη από τα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ.8 Όπως, ωστόσο, αποδεικνύεται από τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, αυτή η απομόνωση φαίνεται ότι απετέλεσε μεν έναν παράγοντα καθοριστικό για την πρόσληψη των κατοίκων της από τρίτους, όχι όμως και για τις ιστορικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές εξελίξεις.9 Άλλωστε η αστικοποίηση ήταν ένα πρώιμο και αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο, λ.χ. στην Ελίμεια, όπως φανερώνει η περίπτωση της Αιανής, πρωτεύουσας της Ελίμειας.10

Το κύριο ερώτημα που προκύπτει είναι το αν τα φύλα τα οποία κατοικούσαν στην περιοχή ήταν ελληνικά. Ή, για να θέσουμε αλλιώς το ζήτημα, αφορούσε τους κατοίκους της το συγκεκριμένο ερώτημα και, αν ναι, τότε το έθεταν για λόγους εσωτερικής ή εξωτερικής πρόσληψης; Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση, αφού προηγηθεί μία σύντομη αναφορά σε εκείνα τα φύλα της Άνω Μακεδονίας για τα οποία σώζονται οι ιδρυτικοί τους μύθοι.

 

I. Ορεστίδα και Ορέστες

Οι διαθέσιμες για τους Ορέστες πηγές είναι εξαιρετικά ευάριθμες. Ο Στράβων θεωρεί ότι οι Ορέστες ήταν ένα ηπειρωτικό φύλο, αντλώντας προφανώς την πληροφορία του από τον Εκαταίο,11 το οποίο προσαρτήθηκε βίαια στο μακεδονικό βασίλειο μαζί με τους Πελαγόνες και τους Ελιμιώτες.12 Ο Hammond τους αποδέχεται ως Μολοσσούς και θεωρεί ότι κατοικούσαν κάποτε στη δυτική πλευρά των υψιπέδων στα νότια της κοιλάδας του Αώου και σταδιακά κινήθηκαν προς τα ανατολικά, στην κοιλάδα του Άνω Αλιάκμονα.13 Ο Zahrnt πιστεύει πως ο Θουκυδίδης θεωρεί όλα τα ἐπάνωθεν ἔθνη ως μακεδονικής καταγωγής.14 Ο θεσμός της βασιλείας ήταν επίσης γνώρισμα αυτού του φύλου, όπως προκύπτει από τον Θουκυδίδη και την αναφορά του στον βασιλέα των Ορεστών, Αντίοχο.15 Δεν συμπεριλαμβάνονται ονομαστικά και αυτοί στα φύλα της Άνω Μακεδονίας από τον ιστορικό, όπως οι Ελιμιώται και οι Λυγκησταί. Ωστόσο, μένει ανοιχτό το θέμα της ένταξής τους στο βασίλειο του Περδίκκα, καθώς η φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν θα μπορούσε κάλλιστα να τους συμπεριλαμβάνει.

Ανεξάρτητα από το ότι στην εποχή του Εκαταίου θεωρούνταν μολοσσικό φύλο,16 ο Πολύβιος τους συμπεριλαμβάνει στους Μακεδόνες, όταν γράφει ότι οι Ρωμαίοι, μετά τη νικηφόρα για αυτούς έκβαση του Β’ Μακεδονικού πολέμου εναντίον του Φιλίππου Ε’, Μακεδόνων μέν οὖν τούς Ὀρέστας καλουμένους διά τό προσχωρῆσαι σφίσι κατά τόν πόλεμον αὐτονόμους ἀφεῖσαν, ἠλευθέρωσαν δέ Περραιβούς καί Δόλοπας καί Μάγνητας.17 Προφανώς, είχε επέλθει η πολιτική αφομοίωση των Ορεστών με τους Μακεδόνες, μετά την προσάρτησή τους στο μακεδονικό κράτος από τον Φίλιππο Β’18 και ο Πολύβιος τους προσέδιδε την πολιτική έννοια του Μακεδόνος.19 Ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο να εξηγείται και η αναφορά του εθνικού Ὀρεστός Μολοσός σε επιγραφή του 164 π.Χ. από τη Δωδώνη.

Ο Ορέστης στο μαντείο των Δελφών περιστοιχιζόμενος από την Αθηνά και τον Πυλάδη. Ερυθρόμορφος κρατήρας, c. 330 π.Χ.

Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές διασώζουν τον σχετικό μύθο περί της ονοματοδοσίας της περιοχής από τον διωκόμενο από την Πελοπόννησο Ορέστη, ο οποίος ίδρυσε μάλιστα και την πόλη Ἄργος Ὀρεστικόν στη Μακεδονία.20 Μολονότι η ιστορική αξία του μύθου δεν αναγνωρίζεται,21 η επιβίωσή του δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ελληνική καταγωγή των Ορεστών και, κυρίως, για την επιθυμία τους να εμφανίζονται ως Έλληνες. Εάν ο Ορέστης αντιπαραβάλλεται προς το δωρικό Άργος, τότε γιατί να ιδρύσει στο μακεδονικό έδαφος μία ομώνυμη προς την “εχθρική” του πόλη;22 Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, επειδή ο επώνυμος ήρωάς τους δεν συνδέεται με τον αντίστοιχο των Μακεδόνων, οι Ορέστες διαχωρίζονταν από τους Μακεδόνες και με αυτόν τον τρόπο αναδεικνυόταν ο «ξεχωριστός χαρακτήρας των Ορεστών μεταξύ των εθνών της Άνω Μακεδονίας και έναντι των Μακεδόνων της παραθαλάσσιας χώρας».23 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ανεξάρτητα από το αν οι Ορέστες ήταν μολοσσικό ή μακεδονικό φύλο, εντάσσονται στην ίδια ευρύτερη ελληνική εθνική ομάδα. Από την άλλη, ανεξάρτητα από την ιστορική αξία του ιδρυτικού μύθου, η τάση των Ορεστών να αποδώσουν την καταγωγή τους σε έναν Έλληνα της νότιας Ελλάδας εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι σαφώς και διαφοροποιούνταν ως φύλο από τους Τημενίδες Μακεδόνες, χωρίς να θέτουν, ωστόσο, θέμα ελληνικότητας των τελευταίων. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της Ηπείρου, όπου τα διαφορετικά μολοσσικά φύλα, πιεζόμενα μεταξύ τους, κατέληξαν σε κάποιον ελληνικό προσδιορισμό της εθνότητάς τους (ή, τουλάχιστον, των βασιλικών τους οίκων) μέσω ενός μύθου.24 Απόδειξη των παραπάνω είναι, πιστεύω, το γεγονός ότι στον τέταρτο αιώνα ο Περδίκκας είχε υποκατασταθεί στον ιδρυτικό μύθο των Μακεδόνων από τον Κάρανο, πρόσωπο στενά δεμένο προς την Ορεστίδα.25 Εδώ θα πρέπει να ανιχνεύσουμε μάλλον την πολιτική του Φιλίππου Β’, ειδικά μετά την προσάρτηση της Ορεστίδος στο μακεδονικό βασίλειο. Η συνοχή του νέου βασιλείου απαιτούσε αλλαγές στην ιδρυτική του παράδοση, προκειμένου τα φύλα που είχαν προσαρτηθεί πρόσφατα να εγκολπωθούν και ιδεολογικά σε αυτό.

 

ΙΙ. Ελιμιώτιδα και Ελιμιώτες

Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος αντλεί την πληροφορία από τον Στράβωνα, στην περιοχή της Ελιμιώτιδας υπήρχε η πόλη της Ἐλιμίας, την οποία αναφέρει ρητά ως “πόλιν Μακεδονίας”. Η συγκεκριμένη πόλη είχε ιδρυθεί είτε από τον Τρώα ήρωα Έλυμο, νόθο γιο του Αγχίση και αδελφό του Αινεία, είτε από τον Έλενο, γιο του Πριάμου.26 Άσχετα με την αποδοχή ύπαρξης της εν λόγω πόλεως,27 προκύπτει η εύλογη απορία γιατί να υιοθετηθεί ένας Τρώας ως ιδρυτής μιας πόλεως στη Μακεδονία. Η έρευνα κατέληξε στο ότι οι Τρώες δεν αποτελούσαν τον απόλυτο βάρβαρο Άλλο πριν από την περίοδο των Περσικών Πολέμων.28 Εμφανίζονται να μιλούν ελληνικά, με ακριβώς τα ίδια ήθη και έθιμα αλλά και κανόνες ηθικής (φιλοπατρία). Επομένως, η ίδρυση πόλεων ή γενικότερα η παρουσία Τρώων σε περιοχές όπως η Μακεδονία (αλλά και η Ήπειρος), καθιστούσε αυτούς τους τόπους πιο οικείους για τους Έλληνες της Νότιας Ελλάδας.

Ενδεχομένως, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μαρτυρία για την καταγωγή του φύλου αλλά για την ίδρυση μιας πόλης από τον συγκεκριμένο ήρωα, οι Ελιμιώτες να θεωρούσαν τους εαυτούς τους Μακεδόνες. Ωστόσο, οι γραμματειακές πηγές μας δεν βοηθούν στη διαλεύκανση του ζητήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από τις επιγραφικές μαρτυρίες, οι κάτοικοι της Ελίμειας διατήρησαν και τα δύο εθνικά επίθετα, ένδειξη ίσως του ισχυρού τοπικού αυτοσυναισθήματος,29 ενώ ο Hatzopoulos υποστήριξε ότι “το αρχαίο έθνος των Ελιμιωτών επιβίωσε όχι μόνον ως μονάδα επιστράτευσης, αλλά και σαν μία πολιτική οργάνωση μετά την κατάλυση της αρχαίας του βασιλείας και την προσάρτησή του στο βασίλειο των Τημενιδών, επί Περδίκκα Β’”.30 Ανεξάρτητα από τη σημασία αυτού του γεγονότος, η Ελιμιώτιδα παρέμεινε ανεξάρτητη ως την εποχή του Φιλίππου Β’. Η δράση των βασιλέων της (κυρίως του Δέρδα) ανιχνεύεται αδρά στον Θουκυδίδη31 καθώς και στην προαναφερθείσα επιγραφή που αφορά στη συνθήκη Περδίκκα και Αθηναίων.32 Ύστερα από την υπαγωγή της στο βασίλειο της Μακεδονίας, επί Φιλίππου Β, η Ελίμεια θεωρούνταν ως μακεδονική περιοχή.

Εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου Αιανής. Αριστερά: Κεραμικό του 14ου αιώνα π.Χ. Δεξιά: Χρυσή περόνη του δεύτερου ημίσεος του 6ου αιώνα π.Χ.

 

ΙΙΙ. Λύγκος και Λυγκηστές

Στο ήδη αναφερθέν εδάφιο του Θουκυδίδη (2.99.2), εμφανίζονται για πρώτη φορά στις πηγές μας οι Λυγκηστές. Αναφέρονται ως Μακεδόνες, με τον δικό τους βασιλέα (τον Αρραβαίο) και ήταν σύμμαχοι και υπήκοοι των Αργεαδών, ενώ η φυλετική τους οργάνωση αποτυπώνεται και στην ύπαρξη κωμών, όπως διαφαίνεται από ένα άλλο εδάφιο του Θουκυδίδη, στο οποίο αναφέρεται στην εισβολή του Βρασίδα και του Περδίκκα ἐς Λύγκον και τη δήωση των τοπικών κωμών από τους στρατιώτες του Περδίκκα.33 Ο Αρραβαίος απαντά σε τρία εδάφια στον Θουκυδίδη34 καθώς και στο κείμενο της συνθήκης μεταξύ των Αθηναίων και του Περδίκκα Β’.35 Η περιοχή αναφέρεται ως Λυγκηστίς για πρώτη φορά από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο.36

Σύμφωνα με τον Hammond, παρά το μικρό μέγεθος της περιοχής που ήλεγχαν, οι Λυγκηστές ήταν το πλέον ισχυρό φυλετικό κράτος στα μέρη αυτά, τουλάχιστον κατά το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα, ενώ η δύναμή του σχετίζεται με την ίδρυση ενός βασιλικού οίκου στα μέσα του αιώνα.37 Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η βασιλική οικογένεια ανήγαγε την καταγωγή της στους Βακχιάδες της Κορίνθου, παράδοση η οποία επιβίωνε ως την εποχή του Στράβωνος.38 Επρόκειτο, προφανώς, για μία παράδοση που εκπορευόταν από την ίδια τη βασιλική οικογένεια των Λυγκηστών, αντίστοιχη προς εκείνη των Τημενιδών. Οπωσδήποτε, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία η ύπαρξη κορινθιακών αποικιών στα παράλια της Αδριατικής με την κατασκευή αυτού του μύθου.39 Θα πρέπει να θεωρήσουμε και τους Λυγκηστές Μακεδόνες με την πολιτική έννοια του όρου. Άλλωστε, στην έρευνα εντάσσονται φυλετικά στους Ηπειρώτες.40

Αγγείο-κύπελλο σε σχήμα κεφαλής κριού και ερυθρόμορφη διακόσμηση με φύλλα κισσού στον λαιμό (6ος-4ος αι. π.Χ.) που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην αρχαία Λυγκηστίδα της Aνω Μακεδονίας. Πρόκειται για μια ανέλπιστη σημαντική αποκάλυψη, καθώς, μέχρι πρόσφατα, λόγω έλλειψης δεδομένων, επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι η περιοχή την περίοδο εκείνη ήταν κοινωνικά και πολιτισμικά απομονωμένη.

 

IV. Πελαγονία και Πελαγόνες

Ως επώνυμος ήρωας των Πελαγόνων αναφέρεται ο Πηλεγών, γιος του ποταμού Αξιού και της νύμφης Περιβοίας, πατέρας του Αστερόπαιου.41 Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας όπου η καταγωγή ανάγεται σε έναν ομηρικό ήρωα, γιο ποταμού, ενδεικτικό της αυτοχθονίας του φύλου.42 Οι πρώτες μαρτυρίες για τους Πελαγόνες χρονολογούνται μόλις στον τέταρτο αιώνα π.Χ. και, κατά παράδοξο τρόπο, είναι επιγραφικές. Όπως επισημαίνει η Papazoglou, θα έπρεπε να περάσουν άλλοι δύο αιώνες μέχρις ότου να εμφανισθούν οι Πελαγόνες στις γραμματειακές πηγές.43 Η πρώτη από αυτές τις μαρτυρίες αφορά στον Π[…6 τὸν Πε]λαγόνων βα|[σιλέα,44 ο οποίος τιμάται από τον δήμο των Αθηναίων ως πρόξενος καί εὐεργέτης. Το όνομα του τιμώμενου βασιλέα των Πελαγόνων δεν σώζεται, αντίθετα με την περίπτωση απονομής του τίτλου του ευεργέτη στον “ομοεθνή” του βασιλέως Μενέλαο, δύο χρόνια αργότερα (362 π.Χ.).45 Πιθανότατα, ο Μενέλαος ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας των Πελαγόνων, ίσως αδελφός του προαναφερθέντος βασιλέως. Όπως έχει ήδη τονισθεί, η σημασία των δύο επιγραφών έγκειται στο ότι διαχωρίζεται η πολιτική οργάνωση των Πελαγόνων από εκείνη των Λυγκηστών.46 Έκτοτε, και ως την εποχή των Αντιγονιδών, η Πελαγονία δεν μαρτυρείται. Έχει υποστηριχθεί πως η Πελαγονία, ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, αποτελούσε τμήμα της Παιονίας και επομένως βρισκόταν εκτός των συνόρων της κυρίως Μακεδονίας.47

 

Η ταυτότητα

Η Papazoglou θεωρεί ότι η φράση του Θουκυδίδη τῶν γάρ Μακεδόνων εἰσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιῶται καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, σχετικά με τα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία, δεν υπονοεί την πολιτική υπαγωγή όλων των φύλων που εννοούνται στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά την εθνική τους καταγωγή.48 Θεωρεί ότι επρόκειτο για Μακεδόνες, οι οποίοι δεν ήταν ενταγμένοι στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά είχαν τις δικές τους μοναρχίες.49 Δεν νομίζω ότι ήταν αμιγούς μακεδονικής καταγωγής φύλα. Θα πρέπει ενδεχομένως να θεωρήσουμε ότι οι πληθυσμοί αυτών των περιοχών ήταν από εθνολογική άποψη μεικτοί, υπό την έννοια ότι μολοσσικά φύλα αναμείχθηκαν με τους Μακεδόνες, δημιουργώντας ένα «ετερογενές υπόστρωμα».50 Η άποψη της Papazoglou περί μακεδονικής καταγωγής θα ευσταθούσε, αν στην ξεχωριστή τους αναφορά από τον Θουκυδίδη υπήρχε μόνον η διευκρίνιση ότι επρόκειτο για ξύμμαχα φύλα. Ο ιστορικός, όμως, τα χαρακτηρίζει και ως ὑπήκοα, ένδειξη ότι αυτά είχαν υπαχθεί στη μακεδονική κυριαρχία κάποια στιγμή στο πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα.51

Ο Hammond ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης δεν άφησε τυχαία απροσδιόριστη τη φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, καθώς θεωρούσε ότι τα υπόλοιπα φύλα της περιοχής δεν ανήκαν στην άμεση εξουσία του Περδίκκα εκείνη την περίοδο,52 επισημαίνοντας παράλληλα και το εδάφιο από το τέταρτο βιβλίο του ιστορικού, στο οποίο αναφέρεται ο Αρραβαίος ως βασιλεύς των Λυγκηστών Μακεδόνων, όμορων του μακεδονικού βασιλείου.53 Σημειώνει ότι οι Ορέστες, οι Πελαγόνες και οι Ελιμιώτες εντάσσονταν από τον Στράβωνα (ο οποίος αντλούσε τις πληροφορίες του από τον Εκαταίο) ξεκάθαρα στα μολοσσικά φύλα,54 δείγμα ότι την εποχή του Εκαταίου αυτά τα φύλα θεωρούνταν «Μολοσσοί»,55 ενώ αργότερα, την εποχή του Θουκυδίδη, κάποια από αυτά (οι Ελιμιώτες και οι Λυγκηστές αλλά όχι και οι Πελαγόνες) χαρακτηρίζονται ως «Μακεδόνες». Η αιτία της αλλαγής για τον Hammond, όπως προαναφέρθηκε, ήταν καθαρά πολιτική, ενώ το εδάφιο του ιστορικού ερμηνεύεται ως αναγνώριση από την πλευρά του Θουκυδίδη των αξιώσεων του μακεδονικού βασιλείου στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας, αξιώσεις που δεν έγιναν πραγματικότητα παρά μόνο κατά τον τέταρτο αιώνα.56

O ιστορικός Nicholas Hammond (1907-2001) σε φωτογραφία του 1931.

Δεν μπορούμε να διακρίνουμε με ακρίβεια σε τι συνίστατο η διαφορά μεταξύ πόλεως και ἔθνους κατά τον πέμπτο αιώνα. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν επρόκειτο για δύο αντιθετικούς πόλους, αλλά ότι αποτελούσαν διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής οργάνωσης.57 Αφενός, χωρίς να αποτελούν πόλεις με την έννοια της πόλεως-κράτους, αυτά τα έθνη της Άνω Μακεδονίας δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσουν αυτόνομα στον τομέα των «διεθνών» σχέσεων, τουλάχιστον όσο ήταν ενταγμένα στο μακεδονικό βασίλειο.58 Η φράση του Στράβωνος, πιστεύω ότι απηχεί αυτήν την πραγματικότητα: καί δή καί τά περί Λύγκον καί Πελαγονίαν καί Ὀρεστιάδα καί Ἐλίμειαν τήν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ’ ὕστερον καί ἐλευθέραν·59

Αφετέρου, καθ’ όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής εποχής, «η αίσθηση του ανήκειν σε ένα έθνος, το οποίο κατοικούσε σε μία ευρύτερη περιοχή, ήταν πιο δυνατή από την αντίστοιχη του ανήκειν σε μία συγκεκριμένη κοινότητα καθορισμένη να ξεχωρίζει από τους γείτονές της».60 Τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία. Υπό αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ερμηνευθεί και το ότι εκεί οι κάτοικοί της έφεραν το εθνικό επίθετο του γεωγραφικού συνόλου από το οποίο κατάγονταν και που είχε διαμορφωθεί πριν από την ενσωμάτωση αυτών των περιοχών στο βασίλειο των Αργεαδών.61

Παρόμοια με την εικόνα που συναντούμε στη Μακεδονία ήταν και εκείνη στη γειτονική Ήπειρο. Η πολιτική οργάνωση των εθνών της Άνω Μακεδονίας μπορεί να συγκριθεί άνετα με εκείνη των Μολοσσών, για τους οποίους διαθέτουμε και τα περισσότερα στοιχεία.62 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι σχετικές μαρτυρίες από τις περιοχές της Άνω Μακεδονίας φανερώνουν την ύπαρξη μιας πολιτικής οργάνωσης βασισμένης στις κώμες, την οποία αναγνωρίζει και ο Θουκυδίδης (1.5.1: πόλεσιν ἀτειχίστοις καί κατά κώμας οἰκουμέναις).63 Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η σχέση μεταξύ αυτών των οικισμών και των μεγάλων αστικών κέντρων ή της πρωτεύουσας, μέσω μιας εμπειρικής προσέγγισης και μιας ανάλυσης στην οποία δεν θα υπερτερεί (ελλείψει πηγών) η κρίση.64

 

Οι μύθοι καταγωγής

Ένα από τα στοιχεία που αποτελούν κοινό παρονομαστή στα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία είναι οι παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή της βασιλικής οικογένειας του κάθε φύλου. Αντιστοιχία υπάρχει όχι μόνον με τους Τημενίδες Μακεδόνες αλλά και με τους Μολοσσούς. Είναι γνωστή η προσπάθεια του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας να πείσει τους Ελλανοδίκες στην Ολυμπία για την καταγωγή του από τους Τημενίδες του Άργους, έτσι ώστε να του επιτραπεί να αγωνισθεί (Ηρόδ. 5.22). Επίσης, οι Μολοσσοί ανήγαγαν την καταγωγή τους στον Πύρρο, γιο του Αχιλλέα, ο οποίος είχε βιάσει τη Λάνασσα, εγγονή του Ηρακλή, στη Δωδώνη.65 Έχει υποστηριχθεί ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο παραδόσεων συνεπάγεται ότι αυτές συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, δίχως όμως αυτός να προσδιορίζεται.66 Η παρουσία του Ηρακλή στον ιδρυτικό μύθο των Μολοσσών καθώς και το γεγονός ότι είναι ο μυθικός προπάτορας των Μακεδόνων δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία. Ο I. Malkin, γράφοντας για τους κατοίκους της Ηπείρου, θεωρούσε ότι ο βασιλικός οίκος των Μολοσσών (όπως και οι αντίστοιχοι οίκοι των υπολοίπων Ελλήνων) δεν στόχευε στον εξελληνισμό των «εθνικών» ριζών των λαών τους αλλά στην αναγωγή της καταγωγής τους σε κάποιον ήρωα, γεγονός σύνηθες στην Ελλάδα της Αρχαϊκής εποχής.67 Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι Μολοσσοί -με παρόμοιο τρόπο- υιοθέτησαν την ηρωική τους καταγωγή και τα συμπεριέλαβαν ως αποφασιστικό κριτήριο για την ταυτότητά τους, όταν θεώρησαν τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, ως τον μυθικό τους προπάτορα.68

Αυτό το οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί με βεβαιότητα είναι ότι και η μοναδική ομοιότητα αφορά στην επιθυμία των βασιλικών οίκων για αναγνώριση της ελληνικότητάς τους. Για την Άνω Μακεδονία αντίστοιχοι μύθοι υπάρχουν, όπως είδαμε, για τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Ελιμιώτες και τους Πελαγόνες. Μολονότι οι μύθοι αυτοί δεν συνδέονται ρητά σε όλες τις περιπτώσεις με τις βασιλικές οικογένειες αυτών των φύλων, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κατάσταση θα ήταν όμοια, δεδομένων των ομοιοτήτων στις φυλετικές δομές τους. Όλοι οι παραπάνω βασιλικοί οίκοι χρησιμοποιούσαν αυτούς τους μύθους ως «πολιτιστικά διαβατήρια» της ελληνικότητάς τους.69 Αν δεχθούμε ότι αυτά τα φύλα δεν υπολογίζονταν ως ελληνικά από τους Έλληνες της νότιας Ελλάδας, τότε αυτή η ενέργεια είναι απόλυτα κατανοητή από την πλευρά των βασιλικών οικογενειών: προσπαθούσαν να συμπεριληφθούν στον ελληνικό κόσμο, επομένως η χρήση του μύθου για τη δόμηση μιας συλλογικής συνείδησης ήταν σχεδόν επιβεβλημένη. Αυτοί οι μύθοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης και για την πολιτισμική και “εθνική” διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλήνων και ντόπιων και συνέβαλαν τελικά στην δημιουργία της συλλογικής ταυτότητας των γηγενών λαών και την αυτοπρόσληψή τους.70

Ωστόσο, όλες αυτές οι παραδόσεις υιοθετούνται άκριτα από τον Εκαταίο (πηγή για τον Στράβωνα αλλά και τον Στέφανο) και τον Ηρόδοτο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήταν ήδη διαδεδομένες στα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ. Επίσης, δεν θα ήταν δυνατή η επιβίωση (ή η κατασκευή) αυτών των παραδόσεων δίχως την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών ιστορικών στοιχείων. Μολονότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε αυτή η διεύρυνση του όρου Ἕλλην ώστε να συμπεριλάβει και όσους κατοικούσαν στις εν λόγω περιοχές,71 θα πρέπει να θεωρήσουμε ως βέβαιο ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης της εποχής θα θεωρούσε τους βασιλικούς οίκους αυτών των φύλων ως ελληνικούς.72 Σύμφωνα με τις γενεαλογίες, ο Δευκαλίων και η Πύρρα τοποθετούνται να κατοικούν στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου, ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο ξεκινά η «εθνογένεση»73 όλων των Ελλήνων. Η γεωγραφική διεύρυνση της περιπλάνησης των Ηρακλειδών από τον Ηρόδοτο (Ι.56.2-3) στα βόρεια του Ολύμπου δεν είναι συμπτωματική. Οι απόγονοι του Ηρακλή (σημειωτέον, μυθικού προπάτορα των Μακεδόνων) εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο και βρίσκουν καταφύγιο αρχικά (επί Δευκαλίωνος) στη Φθιώτιδα, στη συνέχεια -επί Δώρου, γιου του Έλληνος (!)- στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου. Από εκεί, διωγμένοι από τους Καδμείους, καταφεύγουν στην Πίνδο, όπου ονομάζονται Μακεδνόν έθνος, για να καταλήξουν μέσω της Δρυοπίδας στην Πελοπόννησο. Στους Έλληνες συμπεριλαμβάνονται φυσικά όχι μόνον τα φύλα της νότιας Ελλάδας αλλά και εκείνα της Άνω Μακεδονίας, όπως επίσης οι Μολοσσοί και οι Αργεάδες Μακεδόνες, καθώς όλες αυτές οι παραδόσεις εξαπλώνονται σε ένα εξαιρετικά μεγάλο γεωγραφικό εύρος της βόρειας πλευράς της ελληνικής χερσονήσου, από τα παράλια του Ιονίου ως τον Θερμαϊκό κόλπο.

Αρχαιολογικά ευρήματα στο Καστρί Γρεβενών.

Την προφορική παράδοση έρχονται να ενισχύσουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Πρόσφατες ανασκαφές στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας καταδεικνύουν την ύπαρξη πόλεων (αστικών κέντρων), με ιερά, μεγαλεπήβολα κτίρια και γενικότερα στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε μια αναθεώρηση της άποψης ότι η Μακεδονία αποτελούσε μία περιοχή ξένη προς τον ελληνικό κόσμο. Αντίθετα, όλα φαίνεται να ενισχύουν την πεποίθηση ότι η Μακεδονία αποτελούσε την εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού κόσμου. Τα πρόσφατα αρχαιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν ισχυρές επαφές με τα μυκηναϊκά κέντρα, τουλάχιστον από την Ύστερη Εποχή Χαλκού, αν όχι νωρίτερα.74 Στην περιοχή του Ολύμπου και της Πιερίας αποκαλύφθηκαν σαφή δείγματα μυκηναϊκής παρουσίας, όπως και στην κοιλάδα του Αλιάκμονα.75 Επιπλέον, και οι αναφορές του Θουκυδίδη για την ενεργό συμμετοχή Αθηναίων και Σπαρτιατών κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου στην περιοχή, ενισχύουν τη θέση αυτή. Μολονότι ο ιστορικός δεν παρουσιάζει αναλυτικά το πολιτειακό καθεστώς των φύλων αυτών εντάσσοντάς τα στους Μακεδόνες, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε άστοχη την άποψη που διατυπώθηκε ότι τους θεωρούσε τμήμα του μακεδονικού βασιλείου.

Όσον αφορά στην ομοιογένεια που εμφάνιζαν τα φύλα που κατοικούσαν εκεί, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαία η αναφορά του Στράβωνος ότι η όλη περιοχή θεωρούνταν Μακεδονία, εξαιτίας των ομοιοτήτων στη γλώσσα, την ενδυμασία και την κουρά (7.7.8: ἔνιοι δέ καί σύμπασαν τήν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αἰτιολογοῦντες ἅμα ὅτι καί κουρᾷ καί διαλέκτῳ καί χλαμύδι καί ἄλλοις τοιούτοις χρῶνται παραπλησίως). Επίσης, οι βασιλικοί οίκοι των Αργεαδών και των Μολοσσών ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου επί Φιλίππου Β’. Αυτό βέβαια συνέβαινε και με άλλους οίκους για πολιτικούς λόγους, ωστόσο η εν λόγω ένωση θα πρέπει να είχε μία ιδιαίτερη σημασία.

*

Η κατασκευή / επινόηση των παραπάνω ιδρυτικών μύθων τοποθετείται, όπως είδαμε, στον έβδομο αιώνα. Ωστόσο, ως και την υπαγωγή αυτών των περιοχών στο βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β’, αυτοί χρησιμοποιούνται ευρέως. Τι αναγκάζει τη διατήρησή τους ως τα μέσα του τέταρτου αιώνα; Ίσως το γεγονός ότι η περιοχή της Άνω Μακεδονίας συγκεντρώνει χαρακτηριστικά στοιχεία ενός ενδιάμεσου, αν όχι βαρβαρικού τόπου. Άξιο λόγου, ωστόσο, είναι ένα εδάφιο που απαντά στον Θεόπομπο, σύμφωνα με το οποίο ἐν † Λυγκήστωι φησί πηγήν εἶναι, τῆι μέν γεύσει ὀξίζουσαν, τούς δέ πίνοντας μεθύσκεσθαι ὡς ἀπό οἴνου.76 Είναι, κατά τη γνώμη μας, ενδεικτικό της πρόσληψης αυτών των περιοχών από τους νότιους Έλληνες. Συνήθως, παρόμοιες απόψεις παραπέμπουν σε αποτυπώσεις του βαρβαρικού στοιχείου, καθώς οι κάτοικοι αυτών των περιοχών εντάσσονταν σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο της Νότιας Ελλάδας. Δεν ήταν βάρβαροι, με την έννοια της πλήρους πολωτικής αντίθεσης μεταξύ αυτών και των Ελλήνων, αλλά ήταν τμήμα του ημιεξωτικού Άλλου.

Ακόμη και ο Θουκυδίδης προσπάθησε να καθορίσει τον πολιτιστικό προσδιορισμό της ελληνικότητας, αλλά με διαφορετικούς όρους από τον Ηρόδοτο. Η πολιτιστική πρόσληψη της ελληνικής ταυτότητας από τον τελευταίο λειτουργούσε πάνω σε μία αδιαμφισβήτητη βάση αποδοχής/αποκλεισμού. Αντίθετα, ο Θουκυδίδης θεωρούσε τους Έλληνες (δηλ. τους Αθηναίους) και τους βαρβάρους ως πολωτικά αντίθετους. Σε ένα εδάφιό του, όπου γίνεται αναφορά στους Ευρυτάνες, που αποτελούσαν ένα μεγάλο τμήμα του αιτωλικού ἔθνους, αφήνονται μέσω της διήγησης να διαφανούν οι ευρύτερες αθηναϊκές προκαταλήψεις απέναντι στους κατοίκους της κεντρικής και βόρειας Ελλαδικής χερσονήσου ως σύνολο. Το σχόλιο του Θουκυδίδη ότι οι Ευρυτάνες «μιλούσαν μία τελείως άγνωστη γλώσσα και κατανάλωναν ωμό κρέας» τονίζει εμφατικά τα γλωσσικά και πολιτισμικά κριτήρια της διαφοροποίησης ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ευρυτάνες «άλλους».77 Ο Θουκυδίδης διακήρυξε στην Αρχαιολογία του ότι, κατά τη γνώμη του, «οι αρχαίοι Έλληνες ζούσαν έτσι όπως ζουν οι σημερινοί βάρβαροι»,78 άποψη που υπονοεί ότι οι σύγχρονοί του Έλληνες ήταν κατά τεκμήριο ανώτεροι από τους βαρβάρους και ότι ήταν αδύνατο για τους τελευταίους να φτάσουν το ελληνικό επίπεδο διαβίωσης. Άρα, ένας βασικός σκοπός της Αρχαιολογίας ήταν να «δείξει τη βαθμίδα της πολιτιστικής προόδου στην οποία είχαν φτάσει ορισμένα τουλάχιστον μέρη της Ελλάδος το 431 και, ως εκ τούτου, να προβάλει έντονα την ηθική εξαχρείωση που είχε επιφέρει ο πόλεμος στον ελληνικό κόσμο».79 Γίνεται αντιληπτή η ύπαρξη μιας διπολικότητας στην εισαγωγή του, η οποία απουσιάζει από το υπόλοιπο έργο του. Αλλά αυτή η διπολικότητα δεν είναι μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων (με τους οποίους, σημειωτέον, δεν ασχολείται καθόλου στη συγγραφή του). Από τη στιγμή που ονομάζει ως πολιτιστικά καθυστερημένους τους Λοκρούς, τους Ακαρνάνες και τους Αιτωλούς, πρόκειται ουσιαστικά για μία αντίθεση ανάμεσα σε εκείνους που είχαν φτάσει στο αθηναϊκό πολιτιστικό επίπεδο και σε όλους τους υπολοίπους.

Αρχαία Έδεσσα.

Αυτή η διαπίστωση μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο Θουκυδίδης επηρεαζόταν από συγκεκριμένες παραμέτρους. Καταρχάς, από την λεγόμενη «οπτική του αποικιστού», μέσω της οποίας οι συμπολίτες του Αθηναίοι, όπως και άλλοι Έλληνες της Νότιας Ελλάδας, αντιμετώπιζαν τους κατοίκους όλων των υπολοίπων περιοχών, από την Αιτωλία ως τα παράλια του βορείου Αιγαίου. Οι ελληνικές αποικίες στις ακτές της Πιερίας και της Χαλκιδικής θα πρέπει να συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αντίληψης ότι αυτές οι περιοχές κατοικούνταν από βαρβάρους. Όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στις αποικιακές κοινωνίες, οι εγχώριοι που κατοικούν στις νεοανακαλυφθείσες περιοχές προσλαμβάνονται από τους αποίκους ως «άλλοι», με τους οποίους έπρεπε είτε να συνεργαστούν (μέσω εμπορικών συναλλαγών, για παράδειγμα), είτε να εμπλακούν σε διαμάχες, ίσως και πόλεμο. Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αποικιακή εμπειρία των Ελλήνων έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση τόσο της συνολικής όσο και της αντιθετικής αίσθησης της ελληνικότητας. Σε αυτήν τη διαδικασία, οι γηγενείς εθνικές ομάδες είχαν μία αντιθετική χροιά.80 Επιπρόσθετα, συγκεκριμένα στοιχεία αυτών των γηγενών πληθυσμών πρέπει να είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη της εικόνας του βαρβαρικού: όλα αυτά τα έθνη είχαν βεβαίως τον δικό τους υλικό πολιτισμό, τη δική τους γλώσσα, θρησκεία καθώς και άλλα έθιμα.81 Η δεύτερη παράμετρος, που θα μπορούσε σαφώς να έχει επηρεάσει λ.χ. τον Θουκυδίδη ως προς τις αναφορές του στους λαούς της περιοχής, ήταν η ύπαρξη της πόλεως-κράτους. Η βάση της σκέψης του ήταν εκείνη της πόλεως με τον διαφορετικό πολιτισμό και τον τρόπο ζωής αλλά και τους διαφορετικούς θεσμούς. Αν στα παραπάνω προστεθούν και οι διενέξεις μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας με τους Μακεδόνες,82 τότε η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ρευστή για έναν εξωτερικό παρατηρητή.

Επομένως, η κατασκευή και χρήση των ιδρυτικών μύθων από τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εξυπηρετούσε και αυτήν την ανάγκη: τη διασκέδαση οποιωνδήποτε υπονοιών περί μη ελληνικότητάς τους. Παράλληλα, λειτουργούσαν ενωτικά και στο εσωτερικό τους, καθιστώντας τα συμπαγή και με μία ισχυρή ελληνική αυτοσυνείδηση. Άλλωστε, επρόκειτο για μικρές περιοχές, όπου όλοι σχεδόν γνωρίζονταν μεταξύ τους και όπου ο όρος περιφερειακός σήμαινε σχεδόν τοπικός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταυτότητα βασίζεται στην καθημερινή εμπειρία, σε ό,τι αφορά αυτό που γίνεται κατανοητό ως “κοινά συμφέροντα” ή “το κοινό μας παρελθόν”.

 

Ο Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Xydopoulos, 2007, 1-22.

2. Barth 1969, 9.

3. Wilson-Donnan 1998, 3.

4. Για τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας, βλ. Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11 και σημ. 1.

5. Ηρόδοτ. 7.173.4: δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδίη ἦν τό πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καί ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολήν ἐς Θεσσαλούς κατά τήν ἄνω Μακεδονίην διά Περραιβῶν κατά Γόννον πόλιν, τῇ περ δή καί ἐσέβαλε ἡ στρατιή ἡ Ξέρξεω και 8.137: τοῦ δέ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστί ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τήν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριούς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί, Γαυάνης τε καί Ἀέροπος καί Περδίκκης, ἐκ δέ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τήν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. Βλ και Θουκ. 2.99.1 κεξ.: ξυνηθροίζοντο ον ν τΔοβήρκαί παρεσκευάζοντο, πως κατά κορυφήν σβαλοσιν ς τήν κάτω Μακεδονίαν, ς Περδίκκας ρχεντν γάρ Μακεδόνων εσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιται καί ἄλλα θνη πάνωθεν, ξύμμαχα μέν στι τούτοις καί πήκοαβασιλείας δχει καθ’ ατά. Βλ. Classen-Steup 19145, 190. Gomme 1956, 247Kleinknecht 1966, 134-146. Hammond 1967, 422 και 1979, 28. Zahrnt 1984, 341. Hornblower 1991, 374-375.

6. Με την εξαίρεση της Τυμφαίας, ακολουθώ τον χωρισμό του Hatzopoulos 1996, 77-104. Ο Zahrnt 1984, 346 επισημαίνει τη δυσκολία προσδιορισμού των ορίων της Άνω Μακεδονίας, ενώ οι Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11, δεν συμπεριλαμβάνουν σε αυτήν τη Δερρίοπο. Πιστεύω ότι δεν θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Τυμφαία στις μακεδονικές περιοχές (ενν. πριν την προσάρτησή της στο μακεδονικό βασίλειο από τον Φίλιππο Β’), ακολουθώντας τον Στράβωνα, όπως υποστήριξε και η Papazoglou (1988, 229-234), αλλά σε εκείνες που ανήκαν στο βασίλειο των Μολοσσών. Οι Τυμφαίοι συμπεριλήφθηκαν στο μακεδονικό βασίλειο μετά το 350, αποτελώντας έκτοτε αναπόσπαστο τμήμα του, επομένως δεν συγκαταλέγονταν στα έθνη για τα οποία κάνει λόγο ο ΘουκυδίδηςΗ Papazoglou εξαιρεί τη Δασαρρήτιδα από την Άνω Μακεδονία, με το επιχείρημα ότι οι Δασσαρέτες ήταν ένα ιλλυρικό φύλο, το οποίο βρισκόταν στο εθνικό και πολιτικό όριο ανάμεσα στους Ιλλυριούς και τους Μακεδόνες (Papazoglou 1988, 227-228). Αντίθετα, η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 73 κεξ., συμπεριλαμβάνει τη Δασσαρήτιδα.

7. Όπως δέχεται η Papazoglou 1988, 276.  Για την αντίθετη άποψη, ότι δηλ. τα επιμέρους βασίλεια της Άνω Μακεδονίας (και ειδικά η Ορεστίδα) δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στο μακεδονικό βασίλειο, βλ. Bosworth 1971, 105.

8. Hatzopoulos 2003, 55 και σημ. 30.

9. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008, 7.

10. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990, 75-92 ib., 2008.

11. Hammond 1967, 447 κεξ. Για τον Εκαταίο, βλ. πρκ. σημ. Στράβων 7.7.8: πειρται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τος λλυρικος ρεσι, τραχεαν οκοντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμνες καΑθικες καί Τυμφαοι καί Ὀρέσται Παρωραοί τε καί τιντνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τος Μακεδόσι μλλον οδέ τῷ Ἰονίῳ κόλπ.

12. Στράβων 9.5.11: διά γάρ τήν πιφάνειάν τε καί τήν πικράτειαν τν Θετταλν καί τν Μακεδόνων οπλησιάζοντες ατος μάλιστα τν πειρωτν, ομέν κόντες οδ’ κοντες, μέρη καθίσταντο Θετταλν Μακεδόνων, καθάπερ θαμνες καί Αθικες καί Τάλαρες Θετταλν, ρέσται δέ καί Πελαγόνες καί Ἐλιμιται Μακεδόνων.

13. Hammond 1972, 310.

14. Zahrnt 1984, 345.

15. Θουκ. 2.80.6: Μολοσσούς δέ ἦγε καί τιντνας Σαβύλινθος πίτροπος ν Θάρυπος τοβασιλέως τι παιδός ντοςκαί Παραυαίους ροιδος βασιλεύων. ρέσται δέ χίλιοι, ν βασίλευεν ντίοχος, μετά Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο ροίδῳἈντιόχου πιτρέψαντος. Ο Αντίοχος απαντά επίσης και στη συνθήκη μεταξύ Περδίκκα Β’ και Αθήνας (IG I3, 89, στ. 69). Το γεγονός ότι οι βασιλείς των Ορεστών, Λυγκηστών και πιθανότατα των Ελιμιωτών αναφέρονται ως σύμμαχοι του Περδίκκα επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Θουκυδίδη, περί ξυμμάχων καί ὑποτελῶν. Δεν θα πρέπει να θεωρούμε απίθανο το ότι ο αναφερόμενος στην ίδια επιγραφή Δέρδας, είναι ο ηγέτης της Ελίμειας (Θουκ. 1.57.3, 59.2), άποψη που έχουν διατυπώσει ήδη οι Geyer 1930, 78 και Hammond 1979, 18 και αφήνει ανοιχτή ως πιθανότητα ο Zahrnt 1984, 341, σημ. 53. Η επιγραφή χρονολογείται από τον Hammond 1979, 134 κεξ. γύρω στα 415 π.Χ. Ο Hatzopoulos 1986, 285 και σημ. 29 παραθέτει τη σχετική βιβλιογραφία Ο Μάλλιος 2011, 176-177, πιθανολογεί συμμαχία του Περδίκκα Β’ με τον Αντίοχο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους «φυγόκεντρους» Ελιμιώτες και Λυγκηστές, κάτι που προφανώς -κρίνοντας από την παραπάνω επιγραφή- στέφθηκε από επιτυχία.

16. Ο Hammond 1972, 439, σημειώνει ότι ο Στράβων τους αναφέρει ως ηπειρωτικά φύλα, χρησιμοποιώντας προφανώς έναν όρο που είχε εισαγάγει ο Έφορος.

17. Πολύβ. 18.47.6. Ο Walbank 1967, 616, απλά αναφέρει για τους Ορέστες ότι σύμφωνα με τον Στράβωνα (7.323.326) και τον Θουκ.(2.80.6) ήταν ηπειρωτικά φύλα, ενώ ο Εκαταίος τους αναφέρει ως Μολοσσούς (FGrHist 1, F 107). Ωστόσο, ήδη στον τέταρτο αιώνα οι Ορέστες είχαν συμπεριληφθεί στη Μακεδονία, δεδομένου ότι αποτελούν μια από τις έξι τάξεις στα Γαυγάμηλα, υπό την ηγεσία του Περδίκκα (Διόδ. 17.5.2). Βλ. Schmidt 1939, 960-965. Δεν θεωρώ ότι έχει δίκιο η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 96, η οποία επιχειρηματολογεί υπέρ της μακεδονικής τoυς προέλευσης. Το ότι ονομάζονται Μακεδόνες στις πηγές σχετίζεται με το ότι είχαν υπαχθεί στο μακεδονικό βασίλειο. Βλ. και Zahrnt 1984, 353, ο οποίος θεωρεί ότι οι Ορέστες, όπως και τα άλλα ἔθνη ἐπάνωθεν «ανήκαν στους Μακεδόνες», εννοώντας την πολιτική τους ταυτότητα.

18. Ο Hammond 1972, 439 σημειώνει την αλλαγή στις αναφορές των Ορεστών, των Πελαγόνων και των Ελιμιωτών ως Μολοσσσών από τον Εκαταίο και ως «Μακεδόνων» την εποχή του Θουκυδίδη, την οποία βασίζει σε πολιτικούς λόγους (την προσάρτησή τους, δηλ. στο μακεδονικό βασίλειο). Στην κατεύθυνση αυτή κλίνει και ο Hornblower 1991, 363, ο οποίος θεωρεί ότι κατά τον πέμπτο αιώνα η Ορεστίδα λογιζόταν ως τμήμα της Ηπείρου, ακολουθώντας το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.80.6).

19. Η αναφορά στον Hammond 1972, 111.

20. Στράβων 7.7.8: λέγεται δέ τήν ρεστιάδα κατασχεν ποτε ρέστης φεύγων τόν τς μητρός φόνον καί καταλιπεν πώνυμον αυτοτήν χώραν κτίσαι, δέ καί πόλιν, καλεσθαι δ’ αὐτήν ργος ρεστικόνΟ Hatzopoulos 2004, 796, την συμπεριλαμβάνει στους προελληνιστικούς οικισμούς, οι οποίοι μαρτυρούνται ως πόλεις.

21. Hammond 1972, 311.

22. Όπως ισχυρίζεται ο Hammond 1979, 44-45. Βλ. για την αντίθετη άποψη, Μάλλιος 2011, 173.

23. Μάλλιος 2011, 169.

24. Malkin 1998, 141.

25. Ο Μάλλιος 2011, 174 κεξ, θεωρεί ότι ο Ορέστης ως μυθικός προπάτορας των Ορεστών αντιπαραβάλλεται προς τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα και ιδρυτή του κράτους των Μολοσσών.

26. Στέφ. Βυζ. σ. 266, στ. 13: <Ἐλιμία,πόλις Μακεδονίας, Στράβων ἑβδόμῳ. ἀπό Ἐλύμου τοῦ ἥρωος ἢ ἀπό Ἑλένου ἢ ἀπό Ἐλύμα τοῦ Τυρρηνῶν βασιλέως. τό ἐθνικόν Ἐλιμιώτης.

27. Η εν λόγω πόλη δεν αναφέρεται καν στον συνολικό κατάλογο των πόλεων της Μακεδονίας από τον Hatzopoulos, 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

28. Για την παρουσία των Τρώων στο έπος και την τραγωδία, βλ. γενικά την E. Hall 1989. Πρβλ. και J. Hall 1997, 46
και ib. 2007, 346-350.

29.  Αυτό ισχυρίζεται η Papazoglou ότι προκύπτει από το ψήφισμα των Δελφών, η οποία το χρονολογεί στο 222 π.Χ. Βλ. FD III 4, 417, III, 1  κεξ (εκεί δίνεται η χρονολόγηση 257/6 π.Χ.): θεοί· | Δελφοί ἔδωκαν Φιλάρχωι Ἑλλανίωνος Μακεδόνι Ἐ[λ]ειμιώτ[ηι] | ἐκ Πυθείου αὐτῶι καί ἐκγόνοις προξενίαν, προμαντείαν προεδρί|αν προδικίαν, ἀσυλίαν, ἀτέλειαν πάντων καί τἆλλα ὅσα καί τοῖς ἄλ|λοις προξένοις καί εὐεργέταιςΤο Πύθ(ε)ιο απουσιάζει επίσης στον Hatzopoulos 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

30. Hatzopoulos 1996, 89.

31. Θουκ. 1.57 και 59.

32. Βλ. πρπ., σημ. 15.

33. Θουκ. 4.124.4.

34. Θουκ. 4.79.2, 4.83, 4.124 κεξ.

35. IG I3, 89, στ. 55 -χρονολογημένη στη διάρκεια του Αρχιδάμειου Πολέμου.

36. Πτολεμ. 3.12.30: Λυγκηστίδος ράκλεια.

37. Hammond 1972, 103.

38. Στράβων 7.7.8: οδέ Λυγκσται π‘ ρραβαίῳ ἐγένοντο τοῦ Βακχιαδν γένους ντι·

39. Malkin 1998, 136.

40. Ο Malkin 1998, 136 και σημ. 83, τους χαρακτηρίζει ως Ηπειρώτες (παραπέμποντας στον Hammond 1967, 439).

41. Ομήρου, Ιλιάδος Φ, 141.

42. Μάλλιος 2011, 204.

43. Papazoglou 1988, 276.

44. IG II/III2, 190.

45. IG II/III2, 110.

46. Papazoglou 1988, 278-279.

47. Hatzopoulos 1996, 91

48. Papazoglou 1988, 228.

49. Papazoglou 1988, 232.

50. Papazoglou 1988, σ. 227. 

51. Ο Hammond 1972, 439, ισχυρίζεται ότι αυτό συνέβη κάποια στιγμή μετά το 500 π.Χ., και θα μπορούσε να τοποθετηθεί πιθανότατα στην εποχή του Αλεξάνδρου Α’, καθώς ο Θουκυδίδης αναφέρει μόνον αυτόν ανάμεσα στους επτά διαδόχους του Περδίκκα Α’. Ο Hammond 1989, 51, σημ. 4, σημειώνει ότι μεταφράζει τον όρο ξύμμαχα ως «υπόχρεους να πολεμούν μαζί με τους Μακεδόνες», καθώς η κυριολεκτική σημασία του δεν συμβαδίζει νοηματικά με τον όρο ὑπήκοα. Βασίζει τη μετάφρασή του στο εδάφιο 2.100.5, όπου οι Μακεδόνες αναζήτησαν ιππείς από τους συμμάχους στο εσωτερικό.

52. Hammond 1972, 436. Λίγο πιο κάτω (439), ο Hammond σημειώνει: «Το 429 π.Χ. η Μακεδονία ήταν περιορισμένη επειδή οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες και τα άλλα φύλα είχαν τις δικές τους μοναρχίες και συμπεριφέρονταν κατά καιρούς ανεξάρτητα, όπως στην περίπτωση των Λυγκηστών».

53. Θουκ. 4.83.1: Περδίκκας δέ Βρασίδαν καί τήν στρατιάν εθύς λαβών μετά τς αυτοδυνάμεως στρατεύει πί ρραβαον τόν ΒρομεροΛυγκηστν Μακεδόνων βασιλέα μορον ντα, διαφορς τε ατοσης καί βουλόμενος καταστρέψασθαι.

54. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.7.8: Ἠπειρῶται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τοῖς Ἰλλυρικοῖς ὄρεσι, τραχεῖαν οἰκοῦντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμᾶνες καί Αἴθικες καί Τυμφαῖοι καί Ὀρέσται Παρωραῖοί τε καί Ἀτιντᾶνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τοῖς Μακεδόσι μᾶλλον οἱ δέ τῷ Ἰονίῳ κόλπῳ (…). πρός δέ τούτοις Λυγκῆσταί τε καί ἡ Δευρίοπος καί ἡ τρίπολις Πελαγονία καί Ἐορδοί καί Ἐλίμεια καὶ Ἐράτυρα.

55. Εκαταίος, FGrHist 1, 107: ρέσται. Μολοσσικόν θνος.

56. Hammond 1972, 439. Ο Hornblower 1991, 374-375, αφού σημειώνει ότι είναι παράξενο ότι ο Θουκυδίδης, ο οποίος και στο 2.99.2 και στο 4.83 είναι ξεκάθαρος ότι αυτοί οι βασιλείς της Άνω Μακεδονίας ήταν ανεξάρτητοι, τους αποκαλεί παρόλα αυτά “Μακεδόνες””, συντάσσεται με την άποψη του Hammond.

57. Archibald 2000, 214.

58. Hatzopoulos 1996, 81.

59. Στράβων 7.7.8.

60. Osborne 1996, 286.

61. Hatzopoulos 1996, 81. Kalléris 1988, 597.

62. Hatzopoulos 1996, 104.

63. Hatzopoulos 1996, 101.

64. Archibald 2000, 214-215.

65. Η όλη ιστορία στον Ιουστίνο, 17.3.1-22.

66. Davies 2000, 242.

67. Malkin 1998, 135.

68. Malkin 1998, 136.

69. Davies 2000, 242.

70. Malkin 1998 1 κεξ . Antonaccio 2001, 122 κεξ.

71. Όπως υποστήριξε σωστά ο Heuß 1962, 108, οι απαρχές αυτής της διεύρυνσης του όρου Ἕλλην θα πρέπει να τοποθετηθούν στο δεύτερο μισό του έβδομου αιώνα π.Χ. 

72. Για τους Αργεάδες, βλ. Ξυδόπουλος 20062, 54 και σημ. 87. Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε αυτήν την αποδοχή αντίστοιχη με εκείνη που εννοεί ο S. Hornblower , σε ένα πρόσφατο άρθρο του, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες άποικοι κατά τον όγδοο αιώνα, “επανακατηγοριοποιούσαν ως Έλληνες τους λαούς που έβρισκαν εκεί” (Hornblower 2008, 39).

73. Ο όρος απαντά στον Ulf 1996, 269-270.

74. Για την μυκηναϊκή παρουσία στην Μακεδονία βλ. Tiverios 2008, σ. 11  και σημ. 55, όπου και η σχετική πρόσφατη βιβλιογραφία.

75. Για την παρουσία Μυκηναίων στην κοιλάδα του Αλιάκμονα βλ. Karamitrou-Mentessidi 2007. Για τις ανασκαφές στην Πιερία και τον Όλυμπο βλ. Tiverios 2008, σ. 19 και σημ. 84-85.

76.  FGrHist 115, F 278d.

77. Θουκ. 3.94.5.

78. Θουκ. 1.6.6.

79. Cartledge 1993 [2002], 84.

80. Antonaccio 2001, 120-121.

81.  Antonaccio 2001, 121.

82.  Για την σχέση ανάμεσα στην Μακεδονία των Τημενιδών και την Άνω Μακεδονία βλ. ενδεικτικά Hammond 1978, 14 κεξ. Επίσης βλ. Zahrnt 1984, 341 κεξ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Antonaccio 2001 C. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, Irad Malkin (εκδ.), Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London, 2001, 112-157.
Archibald 2000 Z.H. Archibald, “Space, Hierarchy, and Community in Archaic and Classical Macedonia, Thessaly, and Thrace”, στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 212-233.

 

Barth 1969

 

F. Barth, “Introduction”, in F. Barth (εκδ.), Ethnic Groups and Boundaries. The Social organization of Culture Difference, Boston 1969.

 

Bosworth 1971

 

A.B. Bosworth, “Philip II and Upper Macedonia”, The Classical Quarterly 21 (1971), 93-105.

 

Cartledge 1993 [2002] P. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge: Cambridge University Press, 1993 (ελλ. μτφ. 2002).
Classen-Steup 19145

 

J. Classen – J. Steup, Thukydides, II, Berlin 19145.

 

Davies 2000

 

J.K. Davies, “A Wholly Non-Aristotelian Universe” στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 234-258.

 

Geyer 1930

 

F. Geyer, Makedonien bis zur Thronbesteigung Philipps II. [HZ 19], München 1930.

 

Gomme 1956

 

A.W. Gomme, A Historical Commentary on Thucydides, vol. II, Books II-III, Oxford, 1956.

 

E. Hall 1989

 

E. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford, 1989.

 

J. Hall 1997 J.M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge, 1997.
J. Hall 2002

 

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago, 2002.

 

Hammond 1967

 

N.G.L. Hammond, Epirus, Oxford 1967.

 

Hammond 1972

 

N.G.L. Hammond, A History of Macedonia I. Historical Geography and Prehistory,
Oxford 1972.
Hammond 1979

 

N.G.L. Hammond – G.T. Griffith, A History of Macedonia, II, Oxford, 1979.

 

Hammond 1989

 

N.G.L. Hammond, The Macedonian State, Oxford 1989.

 

Hansen–Nielsen 2004

 

M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004.
Hatzopoulos 1986

 

M.B. Hatzopoulos, “Succesion and Regency in Classical Macedonia”, Αρχαία Μακεδονία IV, Θεσσαλονίκη 1986, 279-292.

 

Hatzopoulos 1996

 

Μ.Β. Hatzopoulos, Macedonian Institutions Under the Kings I (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 22), Athens 1996.

 

Hatzopoulos 2003

 

M. B. Hatzopoulos, “Polis, Ethnos and Kingship in Northern Greece” στο K. Buraselis – K. Zoumboulakis (εκδ.), The Idea of European Community in History, vol. II, Athens 2003, 51-64.

 

Hatzopoulos 2004

 

Μ.Β. Hatzopoulos, “Makedonia” στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004, 794-809.

 

Heuß 1962

 

A. Heuß, “Hellas” στο G. Mann – A. Heuß (εκδ.), «Griechenland. Die hellenistische Welt», Propyläen Weltgeschichte, III, Berlin / Frankfurt a.M. / Wien 1962, 69-400.

 

Hornblower 1991

 

S. Hornblower, A Commentary on Thucydides, vol. I, Oxford, 1991.

 

Hornblower 2008

 

S. Hornblower, “Greek Identity in the Archaic and Classical Periods”, in K. Zacharia (εκδ.), Hellenisms. Culture, Identity, and Ethnicity from Antiquity to Modernity, Hampshire 2008, 37-58.

 

 

Kalléris 1988

 

J. Kalléris, Les Anciens Macédoniens, I-II.1, Athènes, 1954-ανατ. 1988.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, “Ανασκαφή Αιανής 1990, ”ΑΕΜΘ 4 (1990), 75-92.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόιον-Νότια Ορεστίς. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
Karamitrou-Mentessidi 2007 Karamitrou-Mentessidi, G., «The Late Bronze Age in Aiani», Aegeo-Balkan Prehistory, ανάρτηση της 16ης Μαρτίου 2007, (www.aegeobalkanprehistory.net).
Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Αιανή. Αρχαιολογικοί χώροι και Μουσείο, Αιανή 2008.
Kleinknecht 1966

 

H. Kleinknecht, “Herodot und die makedonische Urgeschichte”, Hermes 94 (1966), 134-146.

 

Malkin 1998

 

I. Malkin, The Returns of Odysseus. Colonization and Ethnicity, Berkeley and Los Angeles 1998.

 

Μάλλιος (υπό έκδ.)

 

Γ. Μάλλιος, Μύθος και Ιστορία. Η περίπτωση της Αρχαίας Μακεδονίας, Διδ. Διατρ., Θεσσαλονίκη (υπό έκδοση).

 

Osborne 1996

 

R. Osborne, Greece in the Making 1200-479 BC, London 1996.

 

Papazoglou 1988

 

F. Papazoglou, Les villes de Macédoine à l’époque romaine (BCH Suppl. XIV), Paris 1988.

 

Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985

 

Θ. Ριζάκης – Ι. Τουράτσογλου, Ἐπιγραφές Ἄνω Μακεδονίας Ι, Αθήνα 1985.
Schmidt 1939

 

J. Schmidt, RE XVIII.1 (1939), s.v. ‘Orestai’, 960-965.

 

Tiverios 2008

 

M. Tiverios, “Greek Colonization of the Northern Aegean” στο G.R. Tsetskhladze (ed.), Greek Colonization. An Account of Greek Colonies and Other Settlements Overseas, vol. 2, Leiden-Boston 2008, 1-154.

 

Ulf 1996

 

C. Ulf, “Griechische Ethnogenese versus Wanderungen von Stämmen und Staamstaaten”, στο C. Ulf (εκδ.), Wege zur Genese griechischer Identität. Die Bedeutung der frügriechischen Zeit, Berlin 1996, 240-280.

 

Walbank 1967

 

F.W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius II, Oxford 1967.

 

Wilson-Donnan 1998 T.M. Wilson and H. Donnan, “Nation, State and identity at International frontiers” in T.M. Wilson and H. Donnan (eds.), Border identities. Nation and State at International frontiers, Cambridge 1998, 1-30.
Ξυδόπουλος 20062 Ι.Κ. Ξυδόπουλος, Κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων και των Νοτίων Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 20062.
Xydopoulos 2007 I.K. Xydopoulos, “The Concept and Representation of Northern Communities in Ancient Greek Historiography: The Case of Thucydides”, in J. PanMontojo and F. Pedersen (eds.), Communities in European History: Representations, Jurisdictions, Conflicts, Pisa 2007, 1-22.
Zahrnt 1984

 

M. Zahrnt, ‘Die Entwicklung des makedonischen Reiches bis zu den Persenkriegen’, Chiron 14 (1984), 325-368.

 

Γιώργος Β. Νικολάου: Η πραγματεία του Ευγένιου Βούλγαρη “Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Κράτους τοῦ Ὀθωμανικοῦ”. Ιστορική συγκυρία συγγραφής και πολιτική στόχευση

 Γιώργος Β. Νικολάου

Η πραγματεία του Ευγένιου Βούλγαρη “Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Κράτους τοῦ Ὀθωμανικοῦ”. Ιστορική συγκυρία συγγραφής και πολιτική στόχευση [1] 

Ο Ευγένιος Βούλγαρης είναι περισσότερο γνωστός για το τεράστιο θεολογικό, φιλοσοφικό και εκπαιδευτικό του έργο στα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού[2]. Με το παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε ένα πολιτικό του κείμενο, την πραγματεία Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Κράτους τοῦ Ὀθωμανικοῦ, εστιάζοντας στην ιστορική συγκυρία της συγγραφής και στην πολιτική του στόχευση. Ας σημειωθεί ότι στο έργο αυτό δεν αναφέρεται το όνομα του Βούλγαρη ως συγγραφέα ούτε ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής του, γίνεται όμως δεκτό από τους ειδικούς ερευνητές ότι είναι δικό του έργο και ότι συντάχθηκε και εκδόθηκε στην Αγία Πετρούπολη[3] –όπου ζούσε τότε- το 1772, κατά τη διάρκεια δηλαδή του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774. Μεταγενέστερες εκδόσεις του κυκλοφόρησαν στην Κέρκυρα το 1851 και το 1854[4]. Ας σημειωθεί δε ότι μεταφράστηκε και εκδόθηκε, ανώνυμα, στα γαλλικά με τον τίτλο  Reflexions sur l’état ctitique actuel de la puissance ottomane, με βάση την οποία έγιναν δύο μεταφράσεις στα ρωσικά, το 1780 και το 1788[5]

Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης των Στοχασμών.

Οι μεταφράσεις αυτές, σε σύντομο χρόνο μετά την ελληνική έκδοση, δείχνουν ότι οι Στοχασμοί θεωρήθηκαν ως ένα σημαντικό κείμενο για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ότι εξυπηρετούσαν τα ρωσικά σχέδια, προσφέροντας το κατάλληλο ιδεολογικό υπόβαθρο για τη θεμελίωση της ρωσικής επεκτατικής πολιτικής. Προφανώς, η γαλλική μετάφραση[6] απέβλεπε στην ενημέρωση του δυτικού κόσμου για το τι συνέβαινε στο κράτος του σουλτάνου, σε μία εποχή που στις ευρωπαϊκές Αυλές καταστρώνονταν σχέδια επί σχεδίων για τον διαμελισμό του και για το ποια εδαφικά οφέλη θα μπορούσε να αποκομίσει καθεμιά[7]. Είναι λοιπόν εντελώς απαραίτητο, πριν δούμε τις βασικές πολιτικές συνιστώσες αυτού του έργου και το που στόχευε, να αναφερθούμε, με κάθε δυνατή συντομία, στην ιστορική συγκυρία της συγγραφής του.

Είναι σε όλους γνωστό ότι κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Ρωσία κατέστη σταδιακά μία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, με την οικοδόμηση ενός ισχυρού κράτους, οι βάσεις του οποίου τέθηκαν από τον Μεγάλο Πέτρο, τσάρο από το 1689 ως το 1725. H απομονωμένη και όχι ισχυρή έως τότε Pωσία θα γίνει, χάρη σ’ ένα μεγαλόπνοο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, μια πολύ υπολογίσιμη και με επεκτατική πολιτική ευρωπαϊκή δύναμη[8], προς την οποία, στο «ξανθό γένος», θα στρέψουν της ελπίδες τους για απελευθέρωση οι Έλληνες, αλλά και άλλοι Ορθόδοξοι Βαλκάνιοι, ύστερα από τις πολλές απογοητεύσεις που είχαν γνωρίσει από Δυτικούς ηγεμόνες κατά τους προηγούμενους αιώνες. Δεν είναι διόλου τυχαίο το ότι με την άνοδο του Πέτρου στο ρωσικό θρόνο απλώνεται στα Bαλκάνια η φήμη του ως ισχυρού ηγεμόνα που στοχεύει στην απελευθέρωση των υπό οθωμανικό ζυγό ομόδοξων βαλκανικών λαών και το ότι δημιουργούνται γύρω από το πρόσωπό του πολλοί θρύλοι και προφητείες που συγκινούσαν ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα[9]. Από την πλευρά τους οι Ρώσοι θα χρησιμοποιήσουν τους Έλληνες (καθώς και τους Αλβανούς, τους Σλάβους και τους Αρμένιους) για την πραγμάτωση των επεκτατικών τους σχεδίων σε βάρος της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Την ίδια περίοδο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μία σειρά εσωτερικών προβλημάτων, διατηρούσε ειρηνικές σχέσεις με τους γείτονές της, έχοντας συνάψει, το 1739 στο Βελιγράδι, μία συνθήκη ειρήνης με την Αυστρία, ενώ λίγο αργότερα έληξαν οι τουρκοπερσικοί πόλεμοι[10]. Πολλοί μάλιστα ιστορικοί πιστεύουν πως η χαλάρωση των εξωτερικών απειλών επέσπευσε τη διάβρωση του κράτους και επέτρεψε στις ηγετικές του ομάδες να αναβάλουν τη λύση των πολλών προβλημάτων, που θα προσπαθήσουν να τα επιλύσουν, στο τελευταίο τέταρτο αυτού του αιώνα και στις αρχές του 19ου, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμήτ Α΄ (1774-1789), με τη βοήθεια του Ούγγρου βαρώνου de Tott, που είχε εγκατασταθεί στην Τουρκία, και ο σουλτάνος Σελήμ Γ΄ (1789-1807), με μία σειρά ανεπιτυχών εν πολλοίς μεταρρυθμίσεων, κυρίως στο στρατό[11]. Για να επανέλθουμε στη Ρωσία, στα χρόνια της βασιλείας της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄ (1762-1796) η δύναμη του Βορρά θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα, έχοντας σαφείς επεκτατικούς προσανατολισμούς σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις ευρωπαϊκές κτήσεις της οποίας –ιδίως στον ελλαδικό χώρο- συντελούνταν μεγάλες κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις και ιδεολογικές ζυμώσεις. Σταθερός στόχος της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η προσάρτηση της Κριμαίας και η επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο[12], κάτι για το οποίο εθεωρείτο απαραίτητη η σύμπραξη των Ορθόδοξων βαλκανικών λαών, με αντάλλαγμα τις υποσχέσεις για απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό.

Johann Baptist von Lampi der Ältere, Προσωπογραφία της Αικατερίνης Β΄, Kunsthistorisches Museum, Wien.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ρωσικών υποσχέσεων και ελληνικών ελπίδων, με σαφή επίδραση από Δυτικούς στοχαστές και με βάση το ευρωπαϊκό μοναρχικό πρότυπο της πεφωτισμένης δεσποτείας, ο Βούλγαρης επεξεργάστηκε μία θεωρία της ρωσικής φωτισμένης δεσποτείας. Σαφή δήλωση αυτών των πολιτικών απόψεων του Βούλγαρη συνιστά η ελληνική μετάφραση της περίφημης Εισήγησης της Αικατερίνης προς την επιτροπή των αντιπροσώπων, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τη σύνταξη του νέου νομοθετικού κώδικα για τη Ρωσική Αυτοκρατορία[13]. Με τη μετάφραση αυτή ο Βούλγαρης εξέφρασε και τις δικές του πολιτικές απόψεις για μία μορφή διακυβέρνησης, η οποία χαρακτηριζόταν από τη μέριμνα του φωτισμένου μονάρχη για τους υπηκόους του. Μ’ άλλα λόγια, στη σκέψη του η απελευθέρωση των ομοεθνών του ταυτιζόταν με την επέκταση της ρωσικής κυριαρχίας στις ορθόδοξες εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[14].

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Ευγένιου, την περίοδο που είχε αρχίσει ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768-1774, βρισκόταν πρώτα η απελευθέρωση της πατρίδας του και εν συνεχεία η πολιτισμική της αναμόρφωση[15]. Το ενδιαφέρον του για την υπόδουλη Ελλάδα εκφράζεται, αρχικά, στην Ἰκετηρία τοῦ γένους τῶν Γραικών πρὸς πᾶσαν τὴν χριστιανικὴν Εὐρώπην, με την οποία εκλιπαρούσε τις χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης να συνδράμουν τους Έλληνες, η οικτρή τύχη των οποίων, ύστερα από την εισβολή Αλβανών μουσουλμάνων, μισθοφόρων του σουλτάνου, στην Πελοπόννησο απεικονίζεται σε μία συγκλονιστική περιγραφή. Ανεξάρτητα από το αν ήταν ο συντάκτης ή ο μεταφραστής της, η Ἰκετηρία ανήκει στον κύκλο του Βούλγαρη, συνοψίζει δε με τον εναργέστερο τρόπο την ιδεολογική και πολιτική σημασία με την οποία είχαν επενδύσει οι Έλληνες λόγιοι τις προσδοκίες τους για ρωσική συνδρομή κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αι. Σ’ αυτό το κείμενο, στο οποίο εκφράζονταν οι ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού για την Ελλάδα, τονιζόταν η πολιτισμική προσφορά της προς τους Ευρωπαίους, οι οποίοι καλούνταν τώρα να την συνδράμουν ώστε ν’ απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό και να βγει από την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Στο ίδιο κείμενο τονιζόταν ότι η αντιμετώπιση των Οθωμανών ήταν προς το συμφέρον και των Δυτικών[16]. Αλλά το έργο του Βούλγαρη το οποίο είναι σίγουρο εκείνο στο οποίο φανερώνονται με καθαρότητα οι πολιτικές αντιλήψεις του είναι οι Στοχασμοί.

Όπως σημειώνει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο καλύτερος μελετητής των πολιτικών ιδεών του αιώνα των Φώτων στον ελλαδικό χώρο, οι Στοχασμοί είναι το κατεξοχήν πολιτικό έργο του Επτανήσιου σοφού, στο οποίο αποπειράται να πραγματευθεί με τους όρους της πολιτικής θεωρίας του 18ου αι. για την ισορροπία των Δυνάμεων[17] –της «ἀντιρροπίας», όπως αποδίδει αυτόν τον όρο- τη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας μέσα στο πλαίσιο των γεωπολιτικών σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Στο δοκίμιο αυτό –συνεχίζει ο ίδιος- ο Βούλγαρης αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ισορροπίας των δυνάμεων, που αποτελούσε εξέλιξη της πολιτικής σκέψης στο πέρασμα από τον 17ο στον 18ο αι., την οποία μάλιστα αγνοεί ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της θεωρίας των διεθνών σχέσεων τον 17ο αι., ο Hugo Grotius. Την θεωρεί μάλιστα ανώτερη από το περίφημο δοκίμιο του David Hume, Of the balance of the Power, το οποίο εκδόθηκε το 1752, λόγω της οξύτητας και της ωριμότητας με την οποία ανέλυε τη διεθνή πολιτική της εποχής του[18]. Θα συμπληρώσω ότι πρόκειται για ένα έργο που προσφέρεται για πολύπλευρες αναγνώσεις. Για παράδειγμα, για να διερευνήσουμε την εικόνα που είχαν σχηματίσει οι Έλληνες λόγιοι του Διαφωτισμού για την οθωμανική εξουσία, για τους Οθωμανούς Τούρκους και για τη μουσουλμανική θρησκεία, για τον πολιτικό ρόλο του Ισλάμ στο οθωμανικό κράτος κλπ.[19].

Ivan Aivazovsky, Η Ναυμαχία του Τσεσμέ τη νύκτα, 1848, Aivazovsky National Art Gallery, Feodosia, Crimea.

Αναμφίβολα, η ανάλυση των διεθνών σχέσεων της εποχής του από τον Επτανήσιο σοφό βρήκε τη γονιμότερη έκφρασή της σ’ αυτό το πολιτικό δοκίμιο, η συγγραφή του οποίου δεν είναι, προφανώς, άσχετη με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο που είχε ξεσπάσει τότε. Σ’ αυτό, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αποπειράται να πραγματευθεί με τους όρους της θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών, που εκφραζόταν σε πολιτικό επίπεδο με το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα[20].

Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκαλύπτει έναν πολιτικό ρεαλισμό και καλή γνώση της οθωμανικής διοίκησης, ο συγγραφέας ανασκευάζει λαθεμένες –κατά τη γνώμη του- αντιλήψεις στη σύγχρονή του ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη ότι η οθωμανική εξουσία είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και παρακμή. Μάλιστα, για να ενισχύσει αυτή του τη θέση, μεταφράζει από τα γαλλικά και χρησιμοποιεί πολλά αποσπάσματα έργων γνωστών Γάλλων Διαφωτιστών[21]. Κατά τη γνώμη μου τούτο δεν είναι άσχετο με το ότι στα έργα όλων σχεδόν των Γάλλων Διαφωτιστών καταδικάζεται κάθε δεσποτικό και τυραννικό καθεστώς μεταξύ αυτών, και μάλιστα πολύ έντονα (για παράδειγμα, τις Περσικές Επιστολές του Μοντεσκιέ) ο οθωμανικός «δεσποτισμός» και η «βαρβαρότητα»[22].

Από το έργα του Βολταίρου χρησιμοποιεί ο Βούλγαρης στην εξεταζόμενη πραγματεία του τα Nouveaux mélanges philosophiques, historiques, critiques etc., [Νέα φιλοσοφικά, ιστορικά, κριτικά και λοιπά σύμμεικτα] με βάση την έκδοση της Γενεύης, το 1765, στα οποίο παραπέμπει κατά τρόπο δυσνόητο. Χάρη σε σχετική μελέτη του ιστορικού Δημήτρη Αποστολόπουλου, γνωρίζουμε σήμερα ότι πίσω από τη λέξη μισγάγκεια, που χρησιμοποιεί ο Βούλγαρης, προσφεύγοντας στην προσφιλή του μέθοδο της δημιουργίας νεολογισμών, κρύβεται η γαλλική mélanges[23]. Από αυτό το έργο χρησιμοποιεί το τρίτο μέρος, που φέρει τον τίτλο De lutilité de lhistoire. [Περί της χρησιμότητας της ιστορίας], προκειμένου να αναλύσει την έννοια της ἀντιρροπίας στις σχέσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία[24]. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μία φιλοσοφία της ιστορίας με τη χρήση παραδειγμάτων από την παγκόσμια ιστορία. Η αντιπαραβολή του αποσπάσματος από αυτό το έργο του Βολταίρου με το αντίστοιχο των Στοχασμών δείχνει ότι ο Βούλγαρης χρησιμοποιεί προγενέστερες πραγματείες με τρόπο ελεύθερο και δημιουργικό προκειμένου να ενισχύσει της θέσεις του για την επικίνδυνη για την Ευρώπη στρατιωτική ενδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σε μία απλή μετάφραση προγενέστερων έργων του αιώνα των Φώτων[25]. Τη θέση του  Γάλλου σοφού ότι «Un avantage que l’histoire moderne a sur l’ancienne, est d’apprendre à tous les Potentats que depuis le quinziéme siècle on s’est toûjours réuni contre une Puissance trop prépodérante. Ce système d’équilibre a toûjours été inconnu des Anciens, et c’est la raison du succès Romain, qui ayant formé une malice supérieure à celle des autres peuples, les subjuga l’ un après l’autre du Tibre jusqu’à l’Euphrate»[26] την μεταφράζει και την αξιοποιεί ο Βούλγαρης ως εξής: « Ἀντιῤῥοπία (λέγει ἕνας περιβόητος Συγγραφεὺς) εἶναι ἕναἐφεύρημα τὸ ὁποῖον ἐπενοήθη ἀπὸ τὸν ΙΕ΄ αἰῶνα καὶ ἐδῶ” (πιθανώτατα ἐννοεῖ τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος τὰ τέλη διότι μέσα εἰς αὐτὸν τὸν αἰῶνα Αὐτοκρατορία τῶν Ὀθωμανῶν συνεστήθη). “Ὑφίσταται (sic) δὲ Ἀντιῤῥοπίαἀκολουθεῖ αὐτὸς Συγγραφεὺςεἰς τοῦτο ὅτι ἅπασαι αἱ Δυνάμεις συνάπτονται κατὰ μιᾶς τινὸς ὑπερβριθεστέρας Δυνάμεως”. Μὰ εἰς τοὺς δύο ἐφεξῆς αἰώνας, τὸν ΙΣΤ΄ καὶ ΙΖ΄ ποῦ ἦτον αὐτὴ Ἀντιῤῥοπία καὶ διὰ ταύτην συνάφεια τῶν Ἄλλων Δυνάμεων διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν ὑπερβριθεστάτην; Αὐτό τὸ σύστημα (προσθέτει Συγγραφεὺς) ἦτον ἀγνοούμενον εἰς τοὺς παλαιούς, καὶ διά τοῦτο λαός τῆς Ρώμης ἔχων τὸ στρατιωτικὸν ὑπέρ τὰ λοιπὰ πάντα ἔθνη γεγυμνασμένον, τὰ καθυπέταξεν ἄλλα μετἄλλα, ἀπὸ τὸν Τίβεριν ποταμόν, ἕως εἰς τὸν Εὐφράτην»[27]. Από τον ίδιο συγγραφέα, τον Οὐολταίρο, όπως τον αποκαλεί χρησιμοποιεί, σε δική του μετάφραση, και το έργο του Annales de lEmpire depuis Charlemagne [Χρονικά της Αυτοκρατορίας από την εποχή του Καρλομάγνου], από μία έκδοση αυτού του έργου που έγινε στη Βασιλεία το 1753[28].

Χρησιμοποιεί, επίσης, ορισμένα αποσπάσματα από το έργο Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de leur décadence [Σκέψεις πάνω στις αιτίες του μεγαλείου των Ρωμαίων και της παρακμής τους] του άλλου επιφανούς εκπροσώπου του γαλλικού Διαφωτισμού, του Montesquieu[29]. Στο έργο αυτό ο Γάλλος Διαφωτιστής κάνει εκτενή αναφορά στην πτώση του κράτους του Βυζαντίου και στην, εν συνεχεία, ανάδυση-εδραίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως παγκόσμιας δύναμης. Προκειμένου να καταδείξει ο Βούλγαρης το ποσό αφελείς ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι δεν υπήρχε κανείς κίνδυνος για την Ευρώπη από τους Οθωμανούς παραθέτει ένα απόσπασμα από το συγκεκριμένο έργο του Montesquieu. Αντίθετα με ό,τι πίστευε ο Montesquieu και άλλοι Ευρωπαίοι πολιτικοί ή διανοούμενοι ότι το οθωμανικό κράτος βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή και, συνεπώς, ήταν ακίνδυνο για την Ευρώπη, ο Βούλγαρης υποστήριζε ότι ο εφησυχασμός συνιστούσε μία λαθεμένη πολιτική-στρατιωτική αντιμετώπιση των πραγμάτων και ότι, αντίθετα, το κράτος του σουλτάνου αποτελούσε έναν εν δυνάμει κίνδυνο για όλη την Ευρώπη[30].  Γράφει «Ἐγὼ δὲν ἡμπορῶ νὰ μὴ ἀναφέρω ἐδῶ τὰ λόγια τοῦ Περιβλέπτου ἄλλως ἀνδρὸς, ὅστις ἔκαμε τὴν κρίσιν αὐτὴν τὴν παράλογον. Ἡ Αὐτοκρατορία τῶν Τούρκων λέγει “εἶναι κατὰ τὸ παρὸν, εἰς τὸν αὐτὸν σχεδὸν βαθμὸν τῆς ἀδυναμίας, εἰς ὅν ἦτον ἄλλοτε ἡ τῶν Γραικῶν∙ πλὴν θέλει διαρκέσει χρόνον πολύν∙ διατὶ ἐὰν τις Βασιλεύς, ὅστις ποτὲ τύχῃ, φέρῃ αὐτὸ τὸ κράτος εἰς κίνδυνον, ἀκολουθὼν νὰ κατακυριεύῃ τὰς χώρας του, αἱ τρεῖς Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης αἱ Ἐμπορικαὶ[31] γνωρίζουσι πάρα πολλά (sic) τὸ συμφέρον τους τὸ ἴδιον, διὰ νὰ μὴ φροντίσουν παρευθὺς νὰ ἐμποδίσουν”»[32].

Ο Επτανήσιος σοφός προειδοποιούσε τους Ευρωπαίους ότι οι Οθωμανοί, παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές ήττες τους, διδάσκονταν από τις προόδους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, επωφελούμενοι και από τις γνώσεις ειδικών (στρατιωτικών ή άλλων) που κατέφευγαν στο κράτος του σουλτάνου[33]. Έτσι δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη, συνιστώντας τη μεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή ισορροπία Δυνάμεων[34]. Όπως γράφει σ’ ένα σημείο των Στοχασμῶν του, «Εἶναι λοιπὸν οἱ Τοῦρκοι μιμητικοί, ὡς εἴδομεν, καὶ δὲν εἶναι τόσον ἐχθροὶ τῆς καινοτομίας καὶ τοῦ νεωτερισμοῦ, καθὼς τοὺς ὑπολαμβάνουσι. Μάλιστα αὐτοὶ οὐ μόνον ἐκαινοτόμησαν πολλάκις μιμούμενοι τὰς τῶν ἄλλων πολιτικὰς τε καὶ πολεμικὰς τέχνας, ἀλλ’ ἐφάνησαν καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν ἐφευρέται, καὶ ἐνίοτε ἀνεδείχθησαν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς Εὐρωπαίους πολεμικῆς ἐμπειρίας καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι. […]  Ἄς μὴ ἀποκοιμήση τὴν Εὐρώπην ὅλην τὸ κοινῶς λεγόμενον ὅτι αὐτὸ τὸ γένος, ὡς δυσπειθὲς φύσει καὶ ἀνυπότακτον, εἶναι πάντη μεταῤῥυθμίσεως καὶ διορθώσεως ἀνεπίδεκτον. Βάρβαροι εἶναι οἱ Τοῦρκοι. ἀπαίδευτοι, δυσάγωγοι, ἄτακτοι. ὅσον θέλεις∙ ἀλλὰ πρὸ τινῶν ἑκατοντάδων χρόνων, δὲν ἦσαν τοιαῦτα τὰ περισσότερα γένη τῆς Εὐρώπης; Τὰ γένη τὰ ὁποῖα τώρα θαυμάζομεν διὰ τὰς μαθήσεις καὶ τέχνας, διὰ τὴν κοσμιότητα καὶ ευταξίαν; Διὰ πολεμικὴν ἐμπειρίαν καὶ δεξιότητα;»[35].

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Βούλγαρης μιλάει προφητικά για τις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις που επιχείρησαν να εφαρμόσουν στο κράτος τους –με τη βοήθεια ξένων στρατιωτικών- οι σουλτάνοι Αβδούλ Χαμήτ Α΄ (1774-1789) και Σελήμ Γ΄ (1789-1807)[36]. Μεταρρυθμίσεις οι οποίες αφενός συνάντησαν τις αντιδράσεις από συντηρητικούς κύκλους (ουλεμάδες κ. ά.) και από τους γενίτσαρους και αφετέρου δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την προϊούσα παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αποδίδεται στον Ferdinando Tonioli, Προσωπογραφία του Αβδούλ Χαμήτ Α΄,  Bibliothèque Νationale de France.
Joseph Warnia-Zarzecki, Sultan Selim III, Pera Museum, Κωνσταντινούπολη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προς επίρρωση της θέσης του ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, χάρη στις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, εξακολουθούσε να είναι μία πολύ σοβαρή απειλή για την Ευρώπη, χρησιμοποιεί πολλά αποσπάσματα από τη γαλλική μετάφραση, που εκδόθηκε το 1769 στη Βιέννη, ενός συγγράμματος του εξισλαμισμένου Ούγγρου Ibrahim Muteferrika με τον τίτλο Traité de la tactique ou méthode artificielle pour lordonance des troupes [Πραγματεία για την τακτική ή ερασιτεχνική μέθοδο για την οργάνωση των σωμάτων]. Το σύγγραμμα αυτό είχε εκδοθεί αρχικά στα τουρκικά, στο τυπογραφείο που είχε εγκαταστήσει ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη[37]. Στο εν λόγω έργο ο Muteferrika κάνει λεπτομερείς προτάσεις για τις αλλαγές που έπρεπε να λάβουν χώρα στον οθωμανικό στρατό προκειμένου να μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, ύστερα από μία σειρά ηττών που υπέστη στα τέλη του 17ου αι. Τονίζει δε ότι οι Οθωμανοί θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του Μεγάλου Πέτρου, χάρη στις στρατιωτικές και λοιπές μεταρρυθμίσεις του οποίου η Ρωσία κατέστη μεγάλη δύναμη[38].

Αναφερόμενος στις οξυδερκείς διαπιστώσεις που έκανε ο Muteferrika για τις αιτίες παρακμής του οθωμανικού κράτους και τις προτάσεις του πάνω στα στρατιωτικής υφής ζητήματα, ο Βούλγαρης επιχειρεί να δείξει ότι οι Οθωμανοί πίστευαν πως η δύναμή του ήταν ακατάλυτη και ότι το κράτος περνούσε μία φάση πρόσκαιρης μόνο παρακμής. Αυτή του την πεποίθηση την τονίζει από την αρχή κιόλας του έργου του[39]. Ο Muteferrika, πίστευε πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα ξεπερνούσε σύντομα τις όποιες εγγενείς αδυναμίες της και θα επανερχόταν δριμύτερη στα ευρωπαϊκά πράγματα, πιο επικίνδυνη όσο ποτέ για την ευρωπαϊκή ισορροπία εξ ου και η ανάγκη έγκαιρης αντιμετώπισής της. Ποια ήταν τα αίτια της πρόσκαιρης παρακμής και τι πίστευαν γι’ αυτά οι Οθωμανοί διανοούμενοι;

Ο Βούλγαρης δίνει απάντηση σ’ αυτό το σημαντικό ερώτημα παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Muteferrika:  «Ἐὰν πότε καὶ πότε (λέγουσι) κατὰ θέλησιν τοῦ ὑψίστου, τὸ Μουσουλμανικὸν στράτευμα πταίῃ, ἤ καὶ ὁλοσχερῶς τροποῦται, αἰτίαι τοῦ δυστυχήματος εἶναι ἡ τῶν νόμων παράβασις, ἡ τῆς δικαιοσύνης κατάργησις, ἡ τῶν ποινῶν καὶ τῶν ἀντιδόσεων ἀμέλησις, ὁ τῶν ἀναξίων εἰς τὰ ἀξιώματα προβιβασμός, ἡ ἀβουλία περὶ τὰς ἐπιχειρήσεις, ἡ παρακοὴ τοῦ παραγγέλματος τῶν συνετῶν ἀνδρῶν, ἡ βραδύτης τῶν πολεμικῶν βουλευμάτων, ἡ ἀπραξία περὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἐν ταῖς μάχαις ὀργάνων, ἡ θρασύτης καὶ ἡ ἀπείθεια τῶν στρατιωτῶν, καὶ τὸ ἔτι χεῖρον, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ ἀξιοκατάκριτος ἄγνοια καὶ ἀνεπιστημοσύνη τῶν Κανόνων καὶ τῶν Μεθόδων. […] Πλήν, μὲ ὅλα ταῦτα, ἡ γνώμη τῶν Ὀθωμανῶν πάντοτε μένει ἡ αὐτή∙ ὅτι τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος εἶναι ἀκατάλυτον∙ αὐτὸς (sic) κατ’ αὐτοὺς εἶναι ἕνας ἥλιος, ὅπου ἄν πάσχῃ κατὰ καιροὺς τινὰς προσωρινὰς ἐκλείψεις, ποτὲ ὅμως δὲν θέλει ὁλοσχερῶς σκοτασθεῖ, ἀλλὰ μέλλει μάλιστα εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀναλάμψῃ ἀσυγκρίτως λαμπρότερος»[40]. Ας σημειωθεί ότι οι επισημάνσεις του Muteferrika αναφορικά με τα αίτια παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –που έγιναν και από άλλους Οθωμανούς διανοητές την ίδια περίοδο ή λίγο νωρίτερα[41]– βρίσκουν, σε γενικές γραμμές, σύμφωνους και τους σύγχρονούς μας οθωμανολόγους[42].

Ibrahim Müteferrika.

Όπως φαίνεται, ο Βούλγαρης πίστευε ότι μια εκσυγχρονισμένη στρατιωτικά Οθωμανική Αυτοκρατορία θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Γι’ αυτό το λόγο οι χριστιανικές χώρες της Ευρώπης δεν έπρεπε να εφησυχάσουν, ούτε να ελπίζουν ότι θα μπορούσαν να συνάψουν με τους Οθωμανούς σταθερές συμμαχίες και να διατηρούν μόνιμες φιλικές σχέσεις. Αντίθετα, θα έπρεπε να τους εξουδετερώσουν πριν προλάβουν να ανασυγκροτηθούν και γίνουν επικίνδυνοι για την ευρωπαϊκή ισορροπία[43]∙ Συμπλήρωνε δε ότι η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν πλήρως[44].

Με επιχειρήματα που δείχνουν έναν πολιτικό ρεαλισμό όχι συνηθισμένο, αλλά και πολύ καλή γνώση της κατάστασης που επικρατούσε στο κράτος του σουλτάνου, ο Βούλγαρης ανασκευάζει τις πεποιθήσεις όσων υποστήριζαν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση πλήρους παρακμής. Αντίθετα, αν και εντοπίζει και τα τρωτά της σημεία, με συχνές και πολύ αρνητικές αναφορές και στη μουσουλμανική θρησκεία[45], πιστεύει ότι οι Οθωμανοί δέχονταν πολύ ευεργετικές πολιτιστικές και τεχνολογικές επιρροές από τη Δύση και ότι δεν θ’ αργούσαν να ανασυγκροτηθούν αποτελώντας, έτσι, τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών Δυνάμεων[46].

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Βούλγαρης πίστευε ότι η Ρωσία της Μεγάλης Αικατερίνης είχε να διαδραματίσει μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία έναν πολύ σημαντικό ρόλο, ως αντίπαλο δέος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελέγχοντάς την προκειμένου να μην διαταραχθεί η ευρωπαϊκή ισορροπία και να μην συνιστά πλέον κίνδυνο για τα ευρωπαϊκά κράτη. Με άλλα λόγια, η πολύ ισχυρή τότε Ρωσία θα λειτουργούσε ως αιχμή του ευρωπαϊκού δόρατος. Σ΄ όσους δε φοβούνταν ότι θα μπορούσε να καταστεί, με τη σειρά της, επικίνδυνη για την ευρωπαϊκή ισορροπία και ειρήνη ο Βούλγαρης απαντούσε ότι η Δύναμη του βορρά γνώριζε τα όριά της και δεν είχε πρόθεση να διαταράξει τη διεθνή ἀντιρροπία (δηλ. την ισορροπία Δυνάμεων και την ειρήνη), αλλά, αντίθετα, συντελούσε στη διατήρησή της με το να κρατεί τους Οθωμανούς υπό έλεγχο.

Χρησιμοποιώντας ο φωτισμένος Επτανήσιος ιεράρχης στέρεα και, νομίζω, πολιτικά ορθά –μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία-, με σαφή βέβαια φιλορωσικό προσανατολισμό επιχειρήματα, προσπαθεί να δείξει ότι ήταν πολύ εσφαλμένη η θέση εκείνων που υποστήριζαν ότι συνέφερε την Ευρώπη η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προκειμένου να διαφυλάσσεται η ευρωπαϊκή ισορροπία[47]. Ας παρακολουθήσουμε την επιχειρηματολογία του: «Πρῶτον ἡ Ρωσία ὅσον μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ εὑρεθῆ, ποτὲ δὲν θέλει γένει εἰς τὴν Εὐρώπην τόσον φοβερὰ, ὅσον φοβερὰ καὶ ἄλλοτε ἐφάνη, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δύναται πάλιν νὰ φανῇ τῶν Τουρκῶν ἡ δύναμις. […] Δεύτερον, ἡ Ῥωσία κυριεύει τόπους καὶ χώρας ἀπεράντους, […] ἡ Ῥωσία δὲν χρειάζεται οἰκήσεις, χρειάζεται οἰκήτορας […] Τρίτον, ἡ Ῥωσία πολλὰ καλὰ τὸ ἠξεύρει ὅτι ἡ ὑπερβολικὴ ἐξάπλωσις μιᾶς δυνάμεως δὲν ἡμπορεῖ παρὰ νὰ προξενήςῃ εἰς αὐτὴν ἕως τέλους μίαν ἀτονίαν, ἤ μίαν παράλυσιν. […] Τέταρτον, διὰ τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, ἄλλαι ἴσως Χριστιανικαὶ ἐξουσίαι ἠδύναντο νὰ ὠφεληθοῦν πολὺ περισσότερον παρὰ ἡ Ῥωσία καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον, ἕνας ἀνάλογος διαμερισμὸς τῶν ἐν Εὐρώπῃ τοῦ Τούρκου ἐπαρχιῶν, μὲ τὴν σύστασιν μιᾶς μετρίας μέν, ἀπολύτου δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους ἡγεμονίας ἤθελε φυλάττῃ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὴν ἐπιζητουμένην τῆς Εὐρώπης Ἰσοῤῥοπίαν»[48]. Στο τελευταίο επιχείρημα-πρόταση θα επανέλθουμε αμέσως παρακάτω. Οι σαφείς φιλορωσικοί προσανατολισμοί του Βούλγαρη τον έκαναν να θεωρεί τη Ρωσία της πεφωτισμένης δεσποτείας, στα χρόνια της φιλόδοξης αυτοκράτειρας Μεγάλης Αικατερίνης, ως τη μόνη εγγύηση αφενός για την εξουδετέρωση του κινδύνου που συνεπαγόταν για την Ευρώπη η ενίσχυση της δύναμης των Οθωμανών και αφετέρου για τη διατήρηση της ισορροπίας στη γηραιά ήπειρο.

Μιλώντας με λεπτή ειρωνεία, παρατηρεί πως αδυνατούσε να κατανοήσει τις καλές σχέσεις που διατηρούσαν οι μεγάλες Δυνάμεις της δυτικής Ευρώπης με το κράτος του σουλτάνου. Κατά τη γνώμη του, τα κέρδη που αποκόμιζαν από το εμπόριο που διεξήγαν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία οι ευρωπαϊκές χώρες (ιδίως η Γαλλία) δεν μπορούσαν να ισοσκελίσουν τις πολύ αρνητικές συνέπειες που αποτελούσε για την Ευρώπη η διατήρηση αυτής της Αυτοκρατορίας: «Πλὴν τὸ ἐκ τῆς ἐμπορίας κέρδος μόνης τῆς Γαλλίας, ἐμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινὰς ὅτι εἶναι τῆς Εὐρώπης τὸ ὄφελος; Καὶ αὐτὸ τὸ κέρδος ἔχει τινὰ σύγκρισιν ὅλως μὲ τὰς φρικτὰς καὶ ἀνεκδιηγήτους ζημίας, ὅσας ἡ Εὐρώπη ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἔπαθε, καὶ ἔτι εἰς τὸ ἑξῆς κινδυνεύει νὰ πάθῃ, ἕως ὁποῦ αὐτό τὸ ἀπάνθρωπον θηριῶδες καὶ ἄπιστον ἔθνος μέσα εἰς τὴν Εὐρώπην καταστηρίζεται[49].

Σ’ αυτό το πλαίσιο των πολιτικών του στοχασμών εντάσσει ο Βούλγαρης τις ελπίδες του για την εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων «μὲ τὴν σύστασιν μιᾶς μετρίας μέν, ἀπολύτου δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους Ἡγεμονίας»[50]. Ήταν πεπεισμένος ότι με τη βοήθεια της ομόδοξης Ρωσίας θα μπορούσε να δημιουργηθεί μία ανεξάρτητη ελληνική ηγεμονία, με περιορισμένη εδαφική έκταση και υπό την σκέπη της, κάτι που θα ενίσχυε ταυτόχρονα και την ευρωπαϊκή ισορροπία. Η λύτρωση, λοιπόν, του Γένους αποτελούσε τον τελικό στόχο του πολιτικού του προβληματισμού[51]. Το γένος των Γραικών υπέφερε κάτω από την οθωμανική τυραννία –ο κοινός τόπος των Ελλήνων Διαφωτιστών- και γι’ αυτό εκλιπαρούσε τη βοήθεια του «ξανθού γένους» και, γενικά των χριστιανών ηγεμόνων, οι οποίοι όμως έμεναν ασυγκίνητοι μπρος στα όσα υπέφεραν οι Έλληνες[52].

Γι’ αυτό είναι διάχυτη η πικρία του για την αδιαφορία των ευρωπαϊκών κρατών για όσα υφίσταντο οι συμπατριώτες του στην Ελλάδα. Όπως γράφει, «Οἱ Γραικοί, ἄν καὶ πρότερον εἶχον ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύονται, εἰς τὸν παρόντα πόλεμον τελειώτατα πληροφοροῦνται ὅτι ο ζῆλος οὗτος εἶναι εἰς αὐτοὺς περιττὸς καὶ ἡ ἐλπὶς ἐκείνη [εννοεί την ελπίδα για απελευθέρωση με τη συνδρομή των ευρωπαϊκών Δυνάμεων] ματαία. Οἱ Γραικοὶ βλέπουσιν ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα Χριστιανικὰ ἔθνη δὲν ἔχουσιν τὸν αὐτὸν ζῆλον ὑπὲρ τῆς τοῦ Χριστοῦ πίστεως»[53].

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768-1774 και τα Ορλωφικά.

Ποια απήχηση είχαν, τελικά, αυτοί οι Στοχασμοί στην Αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης, αλλά και στις άλλες ευρωπαϊκές Αυλές; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι πολύ δύσκολη. Κρίνοντας κανείς βιαστικά τα πολιτικά και τα στρατιωτικά συμβάντα εκείνου του καιρού θα έλεγε ότι η ελληνορωσική προσέγγιση, όπως αυτή επιχειρήθηκε από τον Βούλγαρη, δεν συνδύαζε με αποτελεσματικό τρόπο τα οράματα των Ελλήνων για απελευθέρωση και τα επεκτατικά σχέδια της Αικατερίνης Β΄ στον ευρύτερο χώρο της βαλκανικής χερσονήσου. Αυτό τουλάχιστον δείχνει ο τρόπος με τον οποίο υποκίνησε και διαχειρίστηκε η Ρωσία την εξέγερση των Ελλήνων το 1770 στην Πελοπόννησο και αλλού όπως και οι τραγικές συνέπειές της. Αν κρίνουμε όμως με βάση την πολιτική που ακολούθησε η Ρωσία στις σχέσεις της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, μέσα σ’ έναν διαφορετικό, εν πολλοίς, συσχετισμό ευρωπαϊκών Δυνάμεων, νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι πολιτικές σκέψεις και προτροπές του Βούλγαρη έπαιξαν –μαζί με πολλούς άλλους βέβαια παράγοντες- σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής. Αυτό φαίνεται, κυρίως, στο περίφημο «ελληνικό σχέδιο» («projet grec») που συνέλαβε η Μεγάλη Αικατερίνη στις αρχές της δεκαετίας 1780-1790, σύμφωνα με το οποίο σχεδίαζε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, να απελευθερώσει τα υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικά εδάφη και να ανασυστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, προορίζοντας μάλιστα για διάδοχο τον εγγονό της, στον οποίο έδωσε το συμβολικό όνομα Κωνσταντίνος[54].

Η αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών (1770)

Ο Γιώργος Β. Νικολάου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής, Οικονομικής και  Κοινωνικής Ιστορίας (16ος – 19ος αι.) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο δημοσιεύθηκε το 2018, στα Πρακτικά Συνεδρίου της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών για τα 200 χρόνια από τη γέννησή του Ευγένιου Βούλγαρη.

[2] Βλ., επιλεκτικά, για την προσωπικότητα και το έργο του Βούλγαρη: Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 4η έκδοση, Ερμής, Αθήνα 1985, σ. 15-17, 181-183, 234-235 κ. αλ.∙ Π. Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 53-66, 178-188, 192-197, 526-530 κ. αλ.∙ G. Podskalsky, Η ελληνική θεολογία επί τουρκοκρατίας 1453-1821, ΜΙΕΤ. Αθήνα 2005, σ. 428-442 κ. αλ.∙ Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, (επιμ.), Ευγένιος Βούλγαρης, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Κέρκυρα 1-3 Δεκ. 2006), Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2009.  Η πιο πρόσφατη μελέτη για τον Βούλγαρη είναι αυτή του Αθ. Ι. Καλαμάτα, Ευγένιος Βούλγαρης. Σκιαγράφηση των πολιτισμικών αλλαγών και των ιδεολογικών ζυμώσεων στον 18ο αιώνα, ανέκδοτη διδ. διατριβή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2011, όπου και η εργογραφία του Ευγένιου και πλούσια σχετική βιβλιογραφία.

[3] Πρβλ. St. K. Batalden, Catherine IIs Greek Prelate Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806, Νέα Υόρκη 1982, σ. 29-30, 157∙ Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 183∙ Β. Μακρίδης, «Συμπληρωματικά περί των “Στοχασμών” του Ευγενίου Βούλγαρη», Ο Ερανιστής 23 (2001), σ. 316 κ. εξ.

[4] Οι επανεκδόσεις αυτές των Στοχασμών έχουν αρκετές αλλαγές στη γλώσσα και στο περιεχόμενο∙ βλ. Β. Μακρίδης, «Η γαλλική μετάφραση και η έκδοση των “Στοχασμών” του Ευγένιου Βούλγαρη», Ο Ερανιστής 22 (1999), σ. 265, σημ. 7. Παρά τις προσπάθειές μας, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε σε Δημόσιες βιβλιοθήκες και σε παλαιοπωλεία την πρώτη έκδοση∙ γι’ αυτό χρησιμοποιούμε την έκδοση του 1851, η οποία φέρει ελαφρά παραλλαγμένο τίτλο, Στοχασμοί εἰς τούς παρόντας κρισίμους Καιρούς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, Τυπογραφείον Σχερία, Κέρκυρα 1851.

[5] Βλ. γι’ αυτές τις μεταφράσεις, St. Batalden, Catherine IIs, ό. π., σ. 157∙ Φ. Ηλιού, Προσθήκες στην ελληνική βιβλιογραφία, Αθήνα 1973, σ. 310∙ Β. Μακρίδης, «Η γαλλική μετάφραση», ό. π., σ. 263-270.

[6] Η γαλλική μετάφραση φέρει τον τίτλο, Rélexions sur l’état critique actuel de la Puissance Ottoman∙ βλ. γι’ αυτήν Β. Μακρίδης, «Η γαλλική μετάφραση», ό. π., σ. 367-369.

[7] Βλ. γι’ αυτό το ζήτημα (στη διάρκεια του 18ου αι.) την παλαιά, αλλά πάντα χρήσιμη μελέτη του T. G. Djuvara, Cents projets de partage de la Turquie, Παρίσι 1914, σ. 240 κ. εξ.∙ επίσης, Ιω. Xασιώτης, Oι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Oθωμανική Aυτοκρατορία. Tο πρόβλημα της κυριαρχίας στην Aνατολική Mεσόγειο από τα μέσα του 15ου ως τις αρχές του 19ου αι., Θεσσαλονίκη 1976.

[8] Βλ. για τον Μεγάλο Πέτρο και την πολιτική του, L. Hughes, Russia in the Age of Peter the Great, New Haven 2000, ελλ. μτφρ., H Pωσία την εποχή του Mεγάλου Πέτρου, εκδ. Λιβάνη, Aθήνα 2007. Γενικά για την ανάδειξη της Ρωσίας σε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη τον 18ο αι. βλ., Η. Ragsdale, «Russian Projects of Conquest in the Eighteenth Century», στο H. Ragsdale (επιμ.), Imperial Russian Foreign Policy, Καίμπριτζ 1993, σ. 75-102 και A. Kamenskii, The Russian Empire in the Eighteenth Century. Searching for a Place in the World, Νέα Υόρκη 1997, σ. 191-264∙ Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση και εθνογένηση. Ορλωφικά και εθνική ιστοριογραφία, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 171 κ. εξ. Ειδικότερα για την πολιτική του έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βλ. B. H. Summer, Peter the Great and the Ottoman Empire, Οξφόρδη 1949.

[9] Για το πώς είδαν τον Μ. Πέτρο οι Έλληνες και γενικά όλοι οι Βαλκάνιοι βλ., Απ. Βακαλόπουλος, «Ο Μέγας Πέτρος και οι Έλληνες κατά τα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνος», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 11 (1971), σ. 247-259∙ P. Cernovodeanu, «Pierre le Grand dans l’historiographie roumaine et balkanique du XVIIIe siècle», Revue des Etudes du SudEst Européennes 13 (1975), σ. 77-95 και Ν. Πίσσας, «Τροπές της “ρωσικής προσδοκίας” στα χρόνια του Μεγάλου Πέτρου, Μνήμων 30 (2009), σ. 33-59.

[10] Βλ., πρόχειρα, Μ. Κοκολάκης, «Μία Αυτοκρατορία σε κρίση: κρατική οργάνωση – παλαιοί θεσμοί – νέες προσαρμογές», στο Β. Παναγιωτόπουλος επιμ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τ. 1ος, Αθήνα 2003, σ. 41-58 (βλ. σ. 42-43).

[11] Πρβλ. R. Mantran (dir.), Histoire de l’ Empire Ottoman, ed. Fayard, Παρίσι 1989, σ. 423-428∙ Μ. Κοκολάκης, «Μία Αυτοκρατορία σε κρίση», ό. π., σ. 43-45.

[12] Τα εμπορικά και άλλα προνόμια που απέκτησε η Ρωσία με τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) δεν ικανοποίησαν παρά πρόσκαιρα μόνο τα πολύ φιλόδοξα επεκτατικά σχέδια της Μεγ. Αικατερίνης∙ βλ. Isabel de Madariaga, La Russie au temps de la Grande Catherine, [Λονδίνο 1981], traduction française, éd. Fayard, Παρίσι 1987, σ. 412 κ. εξ.

[13] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 178.

[14] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, ό. π., σ. 181-182. Ο Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση, ό. π., σ. 221-222, τονίζει, από την πλευρά του, ότι η προσδοκία της απελευθέρωσης συνδέθηκε την εποχή της Αικατερίνης αφενός με την πεφωτισμένη δεσποτεία και αφετέρου με τις προνοιακές αντιλήψεις των υπόδουλων στην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λαών (ιδίως των Ελλήνων) από το «ξανθό γένος».

[15] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, ό. π., σ. 182∙ πρβλ. Αθ. Καλαμάτας, Ευγένιος Βούλγαρης, σ. 202-217, όπου κάνει λόγο για πολιτική και εθνική δράση του Βούλγαρη στη Ρωσία.

[16] Σύμφωνα με τον St. Batalden, Catherine IIs, ό. π., σ. 161-162, πρόκειται για μετάφραση ιταλικού πρωτοτύπου, που αποδίδεται στον Αντώνιο Γκίκα∙ βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 554, σημ. 48∙ πρβλ. Αθηνά Κονταλή, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης και η πορεία του Έθνους προς την ελευθερία», στο Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, (επιμ.), Ευγένιος Βούλγαρης, ό. π., σ. 166-167. Εξαιρετική ανάλυση αυτής της έκκλησης κάνει ο Ν. Ροτζώκος, Εθναφύπνιση, ό. π., σ. 232 κ. εξ. Για τις τραγικές συνέπειες (δημογραφικές, οικονομικές κ. ά.) της επανάστασης του 1770  στην Πελοπόννησο, την κυριώτερη εστία της, βλ. Τάσος Γριτσόπουλος, Tα Oρλωφικά. H εν Πελοποννήσω επανάστασις του 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Aθήνα 1967.

[17] Η βιβλιογραφία για την ισορροπία των Δυνάμεων είναι πολύ πλούσια∙ βλ., επιλεκτικά, δύο πρόσφατες μελέτες: M. Sheehan, The balance of Power. History & Theory, ed. Routledge, Νέα Υόρκη 2000∙ R. Little, The balance of Power in International Relations. Metaphors, Myths and Models, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 2007.

[18] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 183∙ P. Kitromilides, Enlightenment and Revolution. The making of Modern Greece, Harvard University Press, Καίμπριτζ – Λονδίνο 2013, σ. 126-133, με μία πολύ κατατοπιστική ανάλυση των πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες γράφτηκε αυτό το δοκίμιο (σ. 130-131) για τους Στοχασμούς), και, κυρίως, ο ίδιος, «Η πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη», Τα Ιστορικά, τ. 7/τχ. 12-13 (Ιουν. – Δεκ. 1990), σ. 167-178 (βλ. σ. 175-176). Ο όρος «ἀντιρροπία», με τον οποίο ο Βούλγαρης μεταφράζει τον γαλλικό όρο «équilibre», δεν αποτελεί νεολογισμό του, αλλά προέρχεται από το αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο∙ βλ. Δ. Γ. Αποστολόπουλος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης αναγνώστης των Nouveaux Mélanges του Βολταίρου», στου ιδίου Voltaire – Οὐαλταίρος, Montesquieu – Μοντεσκιού,  Réal de Curban – Ρεάλ. Νεότερες έρευνες για την παρουσία τους στον ελληνικό ιδεολογικό χώρο τον 18ο αιώνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών / Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2007, σ. 27-28.

[19] Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα το οποίο δεν έχει μελετηθεί ακόμη από τους ιστορικούς.

[20] Η βιβλιογραφία για το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα είναι ογκώδης∙ βλ., επιλεκτικά: την κλασική μελέτη του Μ. S. Anderson, The Eastern Question 1774-1923. A Study of International Relations, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1966, για την περίοδο που μας απασχολεί εδώ σ. 2-27∙ επίσης, Ed. Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα από τις αρχές του έως τη συνθήκη των Σεβρών, Μέρος πρώτο, μτφρ. Λίνα Σταματιάδη, εκδ. Ιστορητής, Αθήνα 1997 [α΄ γαλλική έκδοση 1921], σ. 156-204 για το Ανατολικό Ζήτημα τον 18ο αι.∙ K. Roiter, Austria’s Eastern Question 1700-1790, Princeton University Press, Πρίνστον 1982∙ J. Droz, Histoire diplomatique de 1640 à 1919, 3e éd., Dalloz, Παρίσι 1982.

[21] Ο Βούλγαρης μεταφράζει και χρησιμοποιεί και έργα άλλων Ευρωπαίων διανοητών, κάτι που δείχνει τη γλωσσομάθειά του και την ευρυμάθειά του.

[22] Πρβλ., πρόχειρα, Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 130.

[23] Δ. Γ. Αποστολόπουλος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης αναγνώστης των Nouveaux Mélanges του Βολταίρου», ό. π., σ. 19-22.

[24] Voltaire, Nouveaux mélanges philosophiques, historiques, critiques etc., troisième partie, M. DCC. LXV [1765], σ. 187 κ. εξ.

[25] Πρβλ. Δ. Γ. Αποστολόπουλος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης», ό. π., σ. 25.

[26] Voltaire, Nouveaux mélanges, ό. π., σ. 188. Διατηρούμε την ορθογραφία της έκδοσης.

[27] Ε. Βούλγαρης  Στοχασμοί, ό. π.,, σ. 41-42.

[28] Annales de l’Empire depuis Charlemagne par l’Auteur du siècle de Luis XIV, A Basle, Chez Jean Henri Decker, 1753. Βλ. Annales, τ. 1ος, σ. 5-6∙ Στοχασμοί, ό. π., σ. 15-16, σημ. (1), Οὐoλτέρος ἐν τοῖς Χρονικοῖς τοῦ Ιμπερίου.

[29] Montesquieu, Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de leur décadence, A Amsterdam et à Leipsick, Chez Arkstée et Merkus, M. DCC. LXIV [1734]. Η πρώτη πλήρης μετάφραση αυτού του έργου στα ελληνικά έγινε αργότερα, το 1795 στη Λειψία με τον τίτλο, Ἔρευνα περὶ τῆς προόδου καὶ τῆς πτώσεως τῶν Ρωμαίων. Ο μεταφραστής του παραμένει άγνωστος∙ βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 286, 566 σημ. 71.

[30] Πρβλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 184.

[31] Όπως φαίνεται απ’ όσα γράφει παρακάτω, ως τρεις εμπορικές Δυνάμεις θεωρούσε ο Βούλγαρης τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ολλανδία.

[32] Στοχασμοί, ό. π., σ. 44. Μάλιστα αμέσως παρακάτω ( σ. 45-46) ο Βούλγαρης παρατηρεί ότι τα κέρδη που είχαν τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη από το εμπόριο στο κράτος του σουλτάνου δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν «τὰς τόσον μεγάλας τῆς Εὐρώπης ζημίας». Το σχετικό απόσπασμα από το έργο του  Montesquieu: «L’Empire des Turcs est à present à peu près dns le même degré de foiblesse oừ étoit autrefois celui des Grecs: mais il subsistera long-tems; car si quelque Prince que ce fût mettroit cet Empire en peril en poursuivant ses conquêtes, les trois Puissances commerçantes de l’Europe connoissent trop leurs affaires pour n’en pas prendre la defense sur le champ»∙ Montesquieu, Considérations, ό. π., σ. 230.

[33] Στοχασμοί, ό. π., σ. 18. Πιο γνωστός απ’ όλους είναι ο Γάλλος μηχανικός του στρατού κόμης de Bonneval (1675-1747) ο οποίος, αφού υπηρέτησε πρώτα στον στρατό του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και μετά στον στρατό του πρίγκιπα της Σαβοΐας, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεταστράφηκε στο ισλάμ, παίρνοντας τον τίτλο Khumbardji Ahmed Pacha. Tου ανατέθηκε από τον σουλτάνο Μαχμούτ Α΄ (1730-1754) η αναδιοργάνωση του πυροβολικού. Ο Μποννεβάλ επιθυμούσε να κάνει γενικότερες μεταρρυθμίσεις στον οθωμανικό στρατό, αλλά αυτό το σχέδιό του συνάντησε την αντίδραση των γενιτσάρων. Επρόκειτο για τον πρώτο ξένο ειδικό από τον οποίο ένας σουλτάνος ζήτησε βοήθεια προκειμένου να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις στο κράτος του∙ βλ. R. Mantran (dir.), Histoire de l’ Empire Ottoman, ό. π., σ. 278. Ο Βούλγαρης γνώριζε το έργο του Bonneval για το οποίο γράφει, μεταξύ άλλων: «[…] καὶ εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν, ὅτι Σουλτὰν ἐκεῖνος τὸν Βοννεβάλην τὸν ἤκουσεν εἰς πολλὰ, καὶ διαφόρους στρατηγικὰς συμβουλὰς τε καὶ ὑποθήκας παρἐκείνου ἐδέχθη καὶ διαὐτοῦ ἔφερεν εἰς πολλὰ τελειοτέραν κατάστασιν  τῶν πυροτηλεβόλων τὴν μεταχείρησιν μηχανημάτων, καὶ μάλιστα τῶν Βομβαρδών […»] (Στοχασμοί, σ. 18-19).

[34] Πρβλ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό. π., σ. 184.

[35] Στοχασμοί, ό. π., σ. 22-24.

[36] Βλ., σύντομα, R. Mantran (dir.), Histoire de lEmpire Ottoman, ό. π., σ. 423-428 και τη σημ. 10.

[37] Σύμφωνα με ορισμένες αβέβαιες πληροφορίες, ο Μουτεφερίκα αιχμαλωτίστηκε στην Ουγγαρία και μεταφέρθηκε, ως αιχμάλωτος πολέμου, στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξισλαμίστηκε παίρνοντας το όνομα Ιμπραήμ. Το τυπογραφείο που εγκατέστησε στην Κωνσταντινούπολη, το 1727, ήταν το πρώτο τυπογραφείο της πόλης. Ως το θάνατό του, το 1745, εξέδωσε, εκτός από τα τουρκικά, αραβικά και περσικά βιβλία, καθώς και μεταφράσεις αγγλικών και γαλλικών βιβλίων για την ιστορία, τη γεωγραφία και άλλες επιστήμες. Όμως οι φανατικοί και οπισθοδρομικοί ουλεμάδες επωφελήθηκαν από τον θάνατό του για να σταματήσουν τη λειτουργία του∙ βλ. Vefa Erginibas, Forerunner of the Ottoman Enlightenment Ibrahim Muteferika and his Intellectual Landscape, Sabanci University 2005 και R. Mantran (dir.), Histoire de l’ Empire Ottoman, ό. π., σ. 278.

[38] Βλ. Ibrahim Muteferika, Traité, ό. π., κυρίως σ. 158 κ. εξ. και σ. 216.

[39] Στοχασμοί, ό. π., σ.  3.

[40] Στοχασμοί, ό. π., σ.  5. Παραπέμπει στον Ibrahim Muteferika, Traité, ό. π., σ. 151.

[41] Για παράδειγμα, ο Kuçi Bey (σε μία πραγματεία του το 1630) και ο Kâtib çelebi (1609-1757),ένας από τους μεγαλύτερους εκφραστές της τουρκικής σκέψης της εποχής του∙  βλ. Ιωάννης Γιαννόπουλος, «Η παρακμή του οθωμανικού κράτους. Η προσαρμογή των θεσμών στη νέα πραγματικότητα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΑ΄, Αθήνα 1975, σ. 99. Αντίστοιχο χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον 18ο αι. είναι ο πελοποννησιακής καταγωγής Οθωμανός διανοητής Πενάχ Εφέντη∙ βλ. Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος από το χειρόγραφο του Σουλεϊμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), εκδ. Ηρόδοτος, 3η έκδοση, Αθήνα 2005, σ. 210 κ. εξ.

[42] Για τα αίτια παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αποδυνάμωση της κεντρικής διοίκησης, αγοραπωλησία αξιωμάτων, άνοδος σε υψηλά αξιώματα ανίκανων, συχνά, ατόμων, παραμέληση του στρατού, επαναστάσεις των γενιτσάρων, κυριαρχία του ξένου εμπορίου, επικράτηση της μεγάλης ιδιωτικής γαιοκτησίας, δηλ. των τσιφλικιών, αλλαγές στη φορολογία με την υπενοικίαση των φόρων κλπ., αυθαιρεσίες κατά την είσπραξή τους κ. ά.) βλ., ενδεικτικά, R. Mantran (dir.), Histoire de lEmpire Ottoman, ό. π., σ. 228-241, 247-253, 281-286∙ P. Sugar, Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από οθωμανική κυριαρχία (1354-1804, μτφρ. Παυλίνα Μπαλουξή, εκδ. Σμίλη, τ. Β΄, Αθήνα 1994, σ. 145-159∙ G. Castellan, Hstoire des Balkans, XIVeXXe siècle, éd. Fayard, Παρίσι 1991, σ. 204-210. Για τις αλλαγές που συντελούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 17ο αι. και κυρίως τον 18ο βλ. Soraiya Faroqhi (επιμ.), The Cambridge history of Turkey, vol. 3, The Later Ottoman Empire 1603-1839, Cambridge University Press, 2006, σ. 63 κ. εξ.

[43] Στοχασμοί, ό. π., σ.  8-9, «Οἱ Χριστιανοὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀμελοῦν τὴν εὐκαιρίαν, καθἥν ἡμποροῦν νὰ τοὺς ἰδοῦν τέλειον ταπεινωμένους, δὲν πρέπει βέβαια νὰ ἐλπίσουν παραῦτῶν ἐπιμονὴν εἰς τὰς συνθῆκας πίστιν εἰς τὰς ὑποσχέσεις εἰς τὴν φιλίαν βεβαιότηταθέλει τοὺς ἔχουν πάντοτε, ὅλοι ἐπίσης, ἐχθροὺς ἀσπόνδους […] καὶ ἐχθροὺς φοβεροὺς καὶ ἐπικινδύνους» (σ. 9)∙ πρβλ. σ. 27.

[44] Στοχασμοί, ό. π., σ. 25.

[45] Βλ., ενδεικτικά, Στοχασμοί, ό. π., σ. 7-8, 40,  45.  Ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για έρευνα είναι το πώς είχε προσλάβει ο Βούλγαρης το ισλάμ.

[46] Στοχασμοί, ό. π., σ. 18-20, 22.

[47] Στοχασμοί, ό. π., σ. 42.

[48] Στοχασμοί, ό. π., σ. 42-44. Όπως παρατηρεί ο Δ. Τζάκης στη μελέτη του «Ρωσική παρουσία στο Αιγαίο. Από τα Ορλωφικά στον Λάμπρο Κατσώνη», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (επιμ. Β. Παναγιωτόπουλος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τ. 3ος, Αθήνα 2003, σ. 119, κυριαρχεί η ιδέα ότι η εξευρωπαϊσμένη Ρωσία θα εισερχόταν στο ευρωπαϊκό σύστημα σχέσεων κατακτώντας τη θέση άλλων παρηκμασμένων κρατών, εκπολιτίζοντας την Ανατολή και καταλύοντας την κυριαρχία της εξασθενημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

[49] Στοχασμοί, ό. π., σ. 44-45.

[50] Στοχασμοί, ό. π., σ. 44.

[51] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης «Η πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη», ό. π., σ. 176,.

[52] Κάνοντας ο Βούλγαρης μία αναδρομή στο παρελθόν παρατηρεί ότι «Τρία πράγματα ἐκίνουν ἕως τώρα τοὺς Γραικοὺς νὰ κλίνουν ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν Βασιλέων, κάθε φορὰν ὁποῦ οὗτοι ἔλαβον πολέμους κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν. ἡ θλίψις τῆς βαρείας καὶ ἀνυποφόρου Τυραννίδος∙ ἡ ἐλπὶς τῆς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ γένους ἀποκαταστάσεως∙ ὁ ζῆλος ὁ ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως»∙ Στοχασμοί, ό. π., σ. 39. πρβλ. Αθηνά Κονταλή, «Ο Ευγένιος Βούλγαρης», ό. π., σ. 169. Ο Βούλγαρης βλέπει λοιπόν το ζήτημα της απελευθέρωσης με όρους καθαρά εθνικοθρησκευτικούς.

[53] Στοχασμοί, ό. π., σ. 39-40.

[54] Βλ. γι’ αυτό το ζήτημα: Μ. S. Anderson, The Eastern Question, ό. π., σ. 8-9  Απ. Βακαλόπουλος, «Στροφή των Ελλήνων προς τους Ρώσους. Η άνοδος της ρωσικής δυνάμεως», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, ό. π., σ. 86-88∙ Isabel de Madariaga, La Russie, ό. π., σ. 417-418∙ J. Droz, Histoire diplomatique, ό. π., σ. 147.

Γιάννης Κοντάκης: Το ζήτημα του Καστελόριζου στις σχέσεις Ιταλίας – Τουρκίας. Από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Γιάννης Κοντάκης

Το ζήτημα του Καστελόριζου στις σχέσεις Ιταλίας – Τουρκίας. Από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Τους τελευταίους μήνες βιώνουμε μια ένταση στις σχέσεις με την Άγκυρα. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η υφαλοκρηπίδα του Καστελόριζου. Με αφορμή τα ενεργειακά κοιτάσματα στην Ανατολική Μεσόγειο, Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν ως προς την έκταση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και κατά συνέπεια ως προς την κυριότητά της και τα δικαιώματα εκμετάλλευσής της.

Η πολιτική και οικονομική σημασία του Καστελόριζου για την Ελλάδα είναι προφανής. Το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης (με το Καστελόριζο ή Μεγίστη να είναι το μεγαλύτερο από τα νησιά, με έκταση 9,1 τ. χλμ και μόλις 1,25 ν. μ. από τις τουρκικές ακτές) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα από την Ιταλία (όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα) στις 10 Φεβρουαρίου 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων που διαμόρφωνε τις σχέσεις των νικητών Συμμάχων και της ηττημένης Ιταλίας στον μεταπολεμικό κόσμο.

Από την ιταλική κατάκτηση στη Χάγη (1912-1929)

Η Ιταλία κατείχε τα Δωδεκάνησα από το 1912, οπότε και τα είχε καταλάβει στο πλαίσιο του Ιταλο – τουρκικού πολέμου του 1911-1912. Το Καστελόριζο ωστόσο αποτέλεσε εξαίρεση.  Μέχρι και το 1913 το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης παρέμενε υπό οθωμανική κατοχή. Τότε, με αφορμή τις επιτυχίες του ελληνικού στόλου στο πλαίσιο του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (Οκτώβριος 1912-Μάιος 1913) οι νησιώτες εξεγέρθηκαν, εκδίωξαν την τοπική φρουρά και κήρυξαν την ένωσή τους με την Ελλάδα. Ωστόσο για διπλωματικούς και στρατιωτικούς λόγους η ένωση δεν ήταν εφικτή και το νησί απέκτησε ένα αυτοδιοίκητο καθεστώς το οποίο συνεχίστηκε μέχρι το 1915. Τότε, στο πλαίσιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) η Γαλλία κατέλαβε το νησιωτικό σύμπλεγμα με σκοπό να το χρησιμοποιήσει ως βάση παρατήρησης και καταστολής του οθωμανικού και του γερμανικού ναυτικού που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή. Η γαλλική κατοχή συνεχίστηκε μέχρι το 1921 οπότε το Παρίσι πούλησε το νησί στην Ιταλία [1].

Ο ναύαρχος Frédéric Paul Moreau (δεύτερος από τα αριστερά στην πρώτη σειρά) διοικητής της μοίρας του γαλλικού πολεμικού ναυτικού που κατέλαβε το Καστελόριζο το 1915 (πηγή: https://fr.wikipedia.org/wiki/Fr%C3%A9d%C3%A9ric_Paul_Moreau#/media/Fichier:Commandement_en_chef_de_la_2e_escadre.png ).

Μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη της Ελβετίας (1922-1923) ανάμεσα στους νικητές- συμμάχους του πολέμου και την Τουρκία, διάδοχο κράτος της διαλυμένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παρά την αρχική συμφωνία,  η Τουρκία προέβαλλε ξαφνικά αντιρρήσεις ως προς την παραχώρηση του Καστελόριζου στην Ιταλία. Η τουρκική διπλωματία ισχυριζόταν ότι η παραχώρηση του συμπλέγματος σε μια «ξένη» δύναμη (η ίδια η Τουρκία ήταν ξένη ως προς το νησί καθώς αυτό κατοικούταν εξολοκλήρου από Έλληνες και μια εβραϊκή μειονότητα)[2] θα προκαλούσε αντιδράσεις στην τουρκική κοινή γνώμη λόγω της εγγύτητας με τις τουρκικές ακτές.

Στην πραγματικότητα οι αντιρρήσεις αυτές ήταν ένα διπλωματικό τέχνασμα. Είχαν στόχο την δημιουργία ενός τεχνητού προβλήματος με σκοπό την παροχή ανταλλαγμάτων και την διασπορά διχόνοιας ανάμεσα στους συμμάχους. Παρόλα αυτά, η τακτική απέτυχε και με βάση το Άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923, σε ισχύ από τις 6 Αυγούστου του 1924) το σύνολο των Δωδεκανήσων παραχωρήθηκε στην Ιταλία. Σύμφωνα ακόμη με το Άρθρο 16, τυχόν προβλήματα που θα προέκυπταν από τον διακανονισμό θα επιλύονταν με διμερείς συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών[3].

Στην περίπτωση του Καστελόριζου αυτό συνέβη άμεσα. Η ασάφεια ως προς την κυριότητα επί των νησίδων γύρω από το νησί δημιούργησε προστριβές ανάμεσα σε Ρώμη και Άγκυρα[4]. Αμφότερες οι πλευρές προέβησαν σε περιορισμένες κινήσεις επίδειξης ισχύος στην περιοχή με τους Τούρκους μάλιστα να αποβιβάζουν φρουρά στις νησίδες προκαλώντας την οργή του Μουσολίνι αλλά ταυτόχρονα τη συνετή του αντίδραση και την επιδίωξη διαλόγου, εφόσον πρώτα αποχωρούσαν οι τουρκικές δυνάμεις[5]. Πράγματι, η ένδειξη καλής θέλησης από τη Ρώμη είχε αντίκτυπο στην Άγκυρα. Η φρουρά αποχώρησε και η Τουρκία δείχνοντας την πρόθεσή της να μην οξύνει τις σχέσεις της με την Ιταλία, ξεκίνησε τον διάλογο[6].

Στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν οι Τούρκοι ήθελαν το ζήτημα να διευθετηθεί σύντομα και επισήμαναν ότι υπάρχουν δύο τρόποι επίλυσης: είτε με έναν φιλικό διακανονισμό ανάμεσα στις δύο χώρες, επιλογή την οποία προέκριναν είτε με την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης[7]. Μάλιστα, θεωρούσαν ότι η παραχώρηση ορισμένων νησίδων στην Τουρκία εκ μέρους της Ιταλίας, ως ένδειξη καλής θέλησης, θα ήταν μια αρκετά συμφέρουσα κίνηση για τη Ρώμη και θα βελτίωνε την εικόνα της Ιταλίας στην τουρκική κοινή γνώμη, περισσότερο από ό,τι μια γραπτή συνθήκη[8]. Πίστευαν δε ότι οι Γάλλοι παραχώρησαν το νησί στην Ιταλία, ώστε να υπάρχει μια πηγή τριβών ανάμεσα στη Ρώμη και την Άγκυρα και ότι κάποια στιγμή «(Ο (Τούρκος) Υπουργός Εξωτερικών είναι πεπεισμένος ότι η Ιταλία μια μέρα, ως ανταμοιβή σε άλλους τομείς, θα επιστρέψει φιλικά το Καστελόριζο στην Τουρκία, απαλλάσσοντας τον εαυτό της από μια απειλή, αν και υποτιθέμενη και από μια περιττή επιβάρυνση που θα μπορούσε ίσως να τροφοδοτηθεί από παρεξηγήσεις.» (μετάφραση από τα ιταλικά) [9].

Γενική άποψη του Καστελόριζου στις αρχές του 20ού αιώνα (πηγή: https://4.bp.blogspot.com/-2wZaURh25Bc/UV7o9dg11sI/AAAAAAAAJew/tRFVH6ul-tw/s400/bianconero.jpg).

Για τους Ιταλούς μια τέτοια κίνηση ήταν εκτός σχεδίου. Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές η διαμάχη για την κυριαρχία επί των νησίδων γύρω από το Καστελόριζο ήταν δευτερεύον ζήτημα και δεν έπρεπε να επηρεάσει τις σχέσεις των δύο χωρών αλλά σε καμία περίπτωση οι νησίδες δεν ήταν δυνατό απλά να παραχωρηθούν  στην Τουρκία. Επιπρόσθετα ήταν επιτακτικό να κατοχυρωθούν και τα δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης των νησίδων (για ξυλεία και βοσκή) από τους νησιώτες, στα οποία η Τουρκία παρέθετε προσκόμματα[10]. Η προσφυγή στη Χάγη φαινόταν περισσότερο συμφέρουσα στην ιταλική διπλωματία, εφόσον το ζήτημα παρέμενε στο δικό του ειδικό πλαίσιο και δεν αποκτούσε ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις, καθώς μάλιστα θεωρούταν πιθανό ακόμη και το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικών μέσων από την Άγκυρα για την προσάρτηση των νησίδων σε περίπτωση κλιμάκωσης[11]. Ήταν μια περίοδος προσέγγισης με την Άγκυρα και για τον λόγο αυτό επιδιωκόταν και η επίλυση των όποιων διαφορών ανάμεσα στα δύο κράτη[12].  Παρόλα αυτά, οι Ιταλοί εκτιμούσαν ότι η προσφυγή δεν θα επηρέαζε σημαντικά τις σχέσεις με την Τουρκία αποδεικνύοντας ότι το φασιστικό καθεστώς χρησιμοποιούσε τους διεθνείς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Μάλιστα, υπολόγιζαν ότι το χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν μέχρι τελικά να ξεκινήσουν οι διαδικασίες από το Διεθνές δικαστήριο, θα συνέπιπτε με την ανάληψη της προεδρίας του από Ιταλό δικαστή.  Σε καμία περίπτωση ωστόσο το ζήτημα δεν έπρεπε να προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις και για τον λόγο αυτόν έπρεπε να καταστεί σαφές στην Άγκυρα ότι δεν θα ήταν αποδεκτό να χρησιμοποιηθεί ως διπλωματικό εργαλείο στις διαπραγματεύσεις για άλλα ζητήματα των διμερών σχέσεων[13].

Σύντομα δόθηκε οδηγία στον κυβερνήτη της Ρόδου και τον Ιταλό πρέσβη στην Άγκυρα να απέχουν από τυχόν προκλητικές ενέργειες[14] και τον Ιανουάριο του 1928 κοινοποιήθηκε στις τουρκικές αρχές η πρόθεση των Ιταλών να προσφύγουν στη Χάγη, η οποία έγινε αποδεκτή. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους υποσχέθηκαν να μην προβούν σε ενέργειες, ικανές να διαταράξουν το υπάρχον καθεστώς[15]. Τελικά στις 30 Μαΐου 1929 κατατέθηκε επίσημα η προσφυγή στην Χάγη. Φαίνεται μάλιστα ότι συμφωνήθηκε μυστικά με τους Τούρκους διπλωμάτες να μην λειτουργήσουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησιωτικό σύμπλεγμα μέχρι την οριστική διευθέτηση της διαφοράς[16].

Η έδρα του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης στη Χάγη.

 Η Σύμβαση της Άγκυρας (1932)

Για τις δύο χώρες ήταν μια περίοδος διπλωματικής προσέγγισης. Η Τουρκία ήταν χρήσιμη για την φασιστική Ιταλία και τις πολιτικές της βλέψεις σε Ανατολική Μεσόγειο και Βαλκάνια και από την πλευρά της η Τουρκία επιθυμούσε την συνεργασία με τη Ρώμη για οικονομικούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους[17]. Στο πλαίσιο αυτό και παρά τη συμφωνία για προσφυγή στη Χάγη, έγινε προσπάθεια να επιτευχθεί μια κοινά αποδεκτή λύση[18]. Πράγματι, έπειτα από διαπραγματεύσεις έγινε δυνατή η επίλυση του ζητήματος χωρίς την εμπλοκή του Διεθνούς Δικαστηρίου. Στις 4 Ιανουαρίου του 1932 ο Ιταλός πρέσβης στην Τουρκία, Βαρόνος Pompeo Aloisi συνυπέγραψε με τον Τούρκο υπουργό των Εξωτερικών Tevfik Rustu Bey, τη Σύμβαση της Άγκυρας βάσει της οποίας ρυθμίστηκε η κυριαρχία επί των νησίδων με έναν παράδοξο τρόπο: στην Ιταλία παραχωρούνταν οι νησίδες που βρίσκονταν εντός ενός νοητού κύκλου με κέντρο τον θόλο της μητρόπολης Καστελόριζου και ακτίνα την απόσταση από τον θόλο έως το ακρωτήριο του Αγ. Στεφάνου ενώ οι νησίδες εκτός του κύκλου θα τελούσαν υπό τουρκική κυριαρχία (Άρθρα 1 και 3). Η Συμφωνία απέδιδε επίσης την ιταλική κυριαρχία στις νησίδες Ρω και Στρογγύλη (Άρθρο 3) γύρω από το Καστελόριζο και στην Τουρκία τη νήσο Kara Ada (Αρκόνησος) στον κόλπο της Αλικαρνασσού (Άρθρο 2). Επιπλέον ρυθμίζονταν τα χωρικά ύδατα των δύο χωρών, όπως προέκυπταν από τις παραπάνω διατάξεις (Άρθρο 5)[19].  Η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ ακόμη και σήμερα και πρόσφατα έγινε αντικείμενο διαστρέβλωσης από τον εμπνευστή της «Γαλάζιας Πατρίδας», ναύαρχο εν αποστρατεία, Τσιχάτ Γιαϊτζι (Cihat Yayci)[20].

Τα σύνορα Τουρκίας –  ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων μετά την υπογραφή της Σύμβασης της Άγκυρας του 1932 (πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Convention_between_Italy_and_Turkey_(1932).

Λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, σε συνέχεια του Συμφώνου της Άγκυρας καθορίστηκαν με πρακτικό και τα θαλάσσια σύνορα ανάμεσα στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα και την Τουρκία. Χαρακτηριστική είναι η διάταξη υπ’ αριθμό 30 βάσει της οποίας η κυριαρχία των Ιμίων αποδιδόταν στην Ιταλία (και επομένως στην Ελλάδα ως διάδοχο κράτος). Σύμφωνα με την διεθνή πρακτική τότε, για να αποκτήσει ισχύ μια συμφωνία έπρεπε να σταλεί στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Η Σύμβαση της Άγκυρας πράγματι εστάλη ενώ το Πρακτικό θεωρήθηκε συμπληρωματικό αυτής και επομένως δεν κρίθηκε αναγκαίο να σταλεί ξεχωριστά. Μέχρι το 1995 η Άγκυρα δεν αμφισβητούσε την ισχύ του Πρακτικού. Σήμερα όμως το θεωρεί άκυρο με το επιχείρημα ότι δεν είχε σταλεί στη ΚτΕ, παρά τις διαβεβαιώσεις τόσο της Ελλάδας όσο και της Ιταλίας ότι παραμένει σε ισχύ καθώς δεν ήταν απαραίτητη η αποστολή του[21].

Στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Ιταλού Βασιλιά Vittorio Emanuele III και της βασίλισσας Έλενας στο Καστελόριζο τον Ιούνιο του 1929 (πηγή: Luce, Archivio).

Από τον Πόλεμο της Αιθιοπίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Παρά ταύτα, τα προβλήματα συνεχίστηκαν. Σύμφωνα με αναφορά ανώτερου Ιταλού διπλωμάτη προς τον τότε αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών της Ιταλίας, Fulvio Suvich, οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να εμποδίζουν τους κατοίκους του Καστελόριζου να ασκήσουν το συμφωνημένο δικαίωμα οικονομικής δραστηριότητας (ξυλείας και βοσκής) στις τουρκικές ακτές[22]. Ωστόσο η κυριότερη πηγή παραπόνων από την Άγκυρα ήταν οι στρατιωτικές ενέργειες των Ιταλών στα νησιά και ειδικότερα στη Λέρο, στη Ρόδο και στο Καστελόριζο. Από τα τέλη του 1934 οι Ιταλοί άρχιζαν να προετοιμάζονται για την επιχείρηση εναντίον της Αιθιοπίας (Β΄ Ιταλο – αιθιοπικός πόλεμος, Οκτώβριος 1935 – Μάιος 1936). Άμεση συνέπεια ήταν η ενίσχυση της στρατιωτικής τους παρουσίας στα Δωδεκάνησα ως προκεχωρημένης βάσης στην Ανατολική Μεσόγειο[23]. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε περιορισμένη στρατιωτική παρουσία και στο Καστελόριζο, το οποίο για ακόμη μια φορά βρέθηκε στο προσκήνιο της διπλωματικής αρένας. Για τα επόμενα χρόνια επανειλημμένα οι Ιταλοί διπλωμάτες καθησύχαζαν την Τουρκία για τις προθέσεις τους, ενώ η Άγκυρα εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται και να ανησυχεί γι’ αυτές μέχρι και το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου[24].

Για την Ιταλία το ζήτημα του Καστελόριζου είχε ρυθμιστεί και είχαν δοθεί επανειλημμένες διαβεβαιώσεις στην Άγκυρα ότι η στρατιωτική δραστηριότητα στα νησιά δεν στρέφεται εναντίον της[25]. Μάλιστα, στην κηδεία του Κεμάλ Ατατούρκ το 1938, όταν ο επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας, υπουργός Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ (Konstantin von Neurath), ρώτησε τον Τούρκο ομόλογό του για ποιο λόγο η στάση της Τουρκίας ήταν εχθρική προς την Ιταλία, έλαβε έκπληκτος την απάντηση ότι οι Τούρκοι ανησυχούσαν λόγω της στρατιωτικής παρουσίας στο Καστελόριζο επειδή, σε αντίθεση με τις εγκαταστάσεις σε Ρόδο και Λέρο (που αποτελούσαν τις κύριες στρατιωτικές θέσεις των Ιταλών στα Δωδεκάνησα) η παρουσία ενόπλων δυνάμεων εκεί δεν θα μπορούσε να έχει άλλον στόχο πέρα από μια απόβαση στις τουρκικές ακτές[26].

Στην πράξη,  η πραγματική απειλή για την Τουρκία από την στρατιωτική παρουσία των Ιταλών στα Δωδεκάνησα δεν ήταν στις ακτές απέναντι από το Καστελόριζο αλλά η δυνατότητα της Ιταλίας να απειλήσει με τα μέσα που διέθετε επιτόπου τις θαλάσσιες οδούς και ειδικότερα την ασφάλεια των Στενών του Ελλησπόντου[27]. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1936 η Τουρκία διαπραγματεύτηκε και πέτυχε την αλλαγή του καθεστώτος των Στενών με την Συνθήκη του Μοντρέ, η οποία είναι ακόμη σε ισχύ, επιτρέπει την στρατικοποίηση τους και προσδίδει στην Τουρκία τον ρόλο του «φύλακα» των Στενών[28]. Η ασφάλεια των Στενών απειλήθηκε ακόμη περισσότερο μετά την κατάκτηση της Αλβανίας από την Ιταλία τον Απρίλιο του 1939, γεγονός που οδήγησε την Τουρκία σε σύναψη συμμαχίας με την Βρετανία και τη Γαλλία (Οκτώβριος 1939) και στην ανάπτυξη στρατευμάτων στα παράλια απέναντι από τα Δωδεκάνησα[29]. Στα διπλωματικά έγγραφα μάλιστα φαίνεται ότι οι προστριβές μεταξύ των δύο χωρών για το Καστελόριζο αποτέλεσαν τον πρώτο σταθμό των ενεργειών που κατά τους Τούρκους στρέφονταν κατά της ασφάλειας της χώρας τους[30].

Υδροπλάνα της Air France στο λιμάνι του Καστελόριζου, όταν το νησί αποτελούσε σταθμό στο ταξίδι Μασσαλία – Βυρηττός. (πηγή φωτογραφίας: «Η Ρόδος στην εποχή 1912-1945, https://www.facebook.com/giannis1912/ . Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του νησιού ως επικοινωνιακού κόμβου https://www.rodiaki.gr/article/379368/otan-sto-kastellorizo-phgainan-ta-ydroplana )

Παρά τα σχέδια για άμεση κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Συμμάχους με την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας τη στιγμή που η Ιταλία θα εξερχόταν στον πόλεμο, η κατάρρευση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, δύο μόλις εβδομάδες μετά την έξοδο της Ιταλίας σε αυτόν, η αδυναμία των Βρετανών να ανταποκριθούν στις συμμαχικές τους υποχρεώσεις απέναντι στην Άγκυρα και η αδράνεια των ιταλικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα, ματαίωσαν τα σχέδια της Τουρκίας. Το σχέδιο περί απόβασης δεν πραγματοποιήθηκε, με την Τουρκία να παραμένει ουδέτερη κατά τη διάρκεια του πολέμου, ωστόσο δραστήρια διπλωματικά προκειμένου να επιτύχει την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων [31]. Ωστόσο, μετά από έναν έντονο διπλωματικό αγώνα, τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα, η οποία με τον τρόπο αυτό κληρονόμησε ό,τι κατείχε πριν η Ιταλία, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης, της Σύμβασης και του Πρακτικού της Άγκυρας[32].

Γραμματόσημα αρχών του 20ου αιώνα από το Καστελόριζο (Ελληνικής, Γαλλικής και Ιταλικής διακυβέρνησης). (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Kastellorizo-stamp1.jpg ).

Επίλογος

Για την Τουρκία το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου από τότε που έπαψε να είναι υπό τον έλεγχό της αποτελεί ένα μόνιμο «αγκάθι» στα πλευρά της Μικράς Ασίας. Η κατοχή του από μια ξένη δύναμη αποτελεί μια συνεχή πηγή δυσαρέσκειας και ανησυχίας για την Άγκυρα. Ο προφανής λόγος κατά τον Μεσοπόλεμο ήταν η εγγύτητα μιας άλλης δύναμης στις τουρκικές ακτές, γεγονός που περιόριζε την ελευθερία πρόσβασης της Τουρκίας στη θάλασσα και κατά συνέπεια καθιστούσε ευάλωτες τις θαλάσσιες οδούς από και προς τις ακτές της. Για τον λόγο αυτό η Τουρκία, παρά του ότι δεν αμφισβήτησε την ιταλική κατοχή στο ίδιο το νησί, δεν έχασε την ευκαιρία να διεκδικήσει και να οξύνει (ελεγχόμενα) το ζήτημα της κυριότητας των νησίδων γύρω από το Καστελόριζο, διατηρώντας με τον τρόπο αυτό ένα (ελάσσονος σημασίας) διπλωματικό ζήτημα με την Ιταλία με την ελπίδα ότι τελικά θα της παραχωρηθεί σε ένδειξη καλή θέλησης[33].

Η κατοχή έγινε περισσότερο επώδυνη με την εγκατάσταση φρουράς στο νησί. Σαφώς η στρατιωτική δύναμη της Τουρκίας ήταν μακράν ανώτερη από τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να σταθμεύσουν σε ένα νησί του μεγέθους του Καστελόριζου και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν σοβαρή ή ανυπέρβλητη απειλή. Ωστόσο η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων περιέπλεκε το ζήτημα τόσο διπλωματικά, καθώς επιβεβαιωνόταν έμπρακτα η εξουσία της Ιταλίας εκεί όσο και (δευτερευόντως) στρατιωτικά επειδή δυνητικά ήταν ευκολότερη η παρενόχληση των θαλάσσιων οδών και η δημιουργία δυσχερειών στην ίδια την Τουρκία, σε μια εποχή μάλιστα που ήταν έκδηλες οι επεκτατικές διαθέσεις του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος. Έτσι, όταν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί χρησιμοποιούσαν τα Δωδεκάνησα ως (μεταπολεμικό) δόλωμα για να προτρέψουν την Τουρκία να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων και όταν αργότερα σκιαγραφήθηκε φανερή η ήττα της Ιταλίας, η Άγκυρα δεν έχασε την ευκαιρία να διεκδικήσει την κυριότητα όχι μόνο του Καστελόριζου αλλά του συνόλου των Δωδεκανήσων[34]. Για τους λόγους αυτούς, διαχρονικά, παρά το μέγεθός του, ο έλεγχος του Καστελόριζου από μια άλλη χώρα απειλεί, περιορίζει και αποτελεί ένα μείζον ζήτημα για την Τουρκία. Ένα ενοχλητικό διπλωματικό πρόβλημα, το οποίο διατίθεται να συντηρεί και να φέρνει στο προσκήνιο έως ότου επιτύχει τις όποιες επιδιώξεις της.

Ο Γιάννης Κοντάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Z.N. Tsirpanlis, “Camille Barrère and the Italo-Turkish dispute over Kastellorizo in 1923”, Balkan Studies, Vol. 39, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-30339, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-294.

[2] Tsirpanlis, ο.π., σ. 295 και Λένα Διβάνη, Η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας, 1830-1947 (απόπειρα πατριδογνωσίας), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000, σ. 660.

[3] Για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το Καστελόριζο βλ. A. Cassel, Mussolini’s early diplomacy, Princeton , New Jersey, Princeton University Press, 1970, σσ. 40-43. Για το πλήρες κείμενο της Συνθήκης της Λωζάννης βλ. https://s.kathimerini.gr/resources/article-files/syn8hkh_lwzannhs_plhres_keimeno.pdf

[4] Διβάνη, ο., σσ. 660-661.

[5] Documenti Diplomatici Italiani (DDI), Serie 7, Volume (Vol.) V, Documento (D). 294, Mussolini – Orsini Baroni, Ρώμη, 25 Ιουνίου 1927, σ. 287.

[6] DDI, 7, D. 308, Orsini Baroni – Mussolini, Κωνσταντινούπολη, 30 Ιουνίου 1927, σσ. 298-299.

[7] DDI, 7 , Vol. V, D. 563, Orsini Baroni – Mussolini, Κωνσταντινούπολη, 18 Νοεμβρίου 1927, σ. 530 και D. 567, Orsini Baroni – Mussolini, Άγκυρα, 18 Νοεμβρίου 1927, σ. 534.

[8] DDI, ο. π.

[9] DDI, 7, Vol. V, D. 567, Orsini Baroni – Mussolini, Άγκυρα, 18 Νοεμβρίου 1927, σ. 534.

[10] DDI, 7, Vol. V, D. 584, Mussolini – Lago, Orsini Baroni, Ρώμη, 22 Νοεμβρίου 1927, σ. 549.

[11] DDI, o.π.

[12] Barlas Dilek, “Friends or Foes? Diplomatic Relations between Italy and Turkey, 1923-1936”, International Journal of Middle East Studies, Vol. 36, No. 2, Cambridge: Cambridge University Press, May, 2004, pp. 237-243.

[13] DDI, 7, Vol. V, D. 689, Guariglia – Orsini Baroni, Ρώμη, 20 Δεκεμβρίου 1927, σ. 628.

[14] DDI, 7, Vol. VI, D. 16, Grandi – Orsini Baroni, Lago, 12 Ιανουαρίου 1928, σ. 11.

[15] DDI, 7, Vol. VI, D. 35, Orsini Baroni – Mussolini, Άγκυρα, 20 Ιανουαρίου 1928, σσ. 39-40.

[16] J. M. Van Dyke (2005) An Analysis of the Aegean Disputes under International Law, Ocean Development & International Law, 36:1, 63-117, http://dx.doi.org/10.1080/00908320590909088, σσ. 67, 102 (note 15) και DDI, 7, Vol. VII, D. 334, Mussolini – Orsini Baroni, Ρώμη, 22 Μαρτίου 1929, σ. 347, υποσημείωση 3.

[17] Barlas, ο.π., σσ. 237-243.

[18] DDI, 7, Vol. IX, D. 116, Programma di azione poltica in Turchia, σσ. 150-151.

[19] Για το πλήρες κείμενο της Σύμβασης: https://www.dodecaneso.org/content/convenzione-italo-turca-1932/  και http://www.hri.org/MFA/foreign/bilateral/italturc.htm#agr1 .

[20] Για τις δηλώσεις το Γιαϊτζι στην τουρκική εφημερίδα Sӧzcü:

βλ.https://www.sozcu.com.tr/2020/gundem/tartismali-adalar-yunanistana-devredilmedi-5984583/

σε ελληνική μετάφραση, βλ. ενδεικτικά https://www.protothema.gr/politics/article/1034646/ellinotourkika-tourkiko-edafos-ro-kai-strogguli-leei-o-gourou-tis-galazias-patridas/ .

[21] Λ. Καλλιβρετάκης (επιμ.), Υπόμνημα περί των νησίδων «Λιμνιά – Ίμια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, Νοέμβριος 1996, σσ. 3-4ˑ  Διβάνη, ο.π., σσ. 660-661, 677ˑ J. M. Van Dyke, ο.π., σσ. 67-68ˑ Για το πλήρες κείμενο της Σύμβασης, βλ. υποσημείωση αριθ. 19.

[22] DDI, 7, Vol. XIII, D. 977, Buti – Suvich, Ρώμη, 11 Ιουλίου 1933, σ. 1032.

[23] Ενδεικτικά: DDI, 7, Vol. XV, D. 36, Lojacono – Mussolini, Ρώμη, 21 Απριλίου 1934, σ. 150ˑ DDI, 7, Vol. XVI, D. 563, Attolico – Mussolini, Μόσχα, 7 Φεβρουαρίου 1935, σσ. 594-595ˑ Millman Brock, “Turkish foreign and strategic policy 1934-1942”, Middle Eastern Studies, Vol. 31, No. 3 (Jul., 1995), Taylor & Francis, Ltd, pp. 485-486.

[24] Ενδεικτικά: DDI, 7, Vol. XV, Lojacono – Mussolini, Άγκυρα, 26 Μαΐου 1934, σ. 321-322ˑ DDI, 7, Vol. XVI, D. 59, Aloisi  – Mussolini, Ρώμη, 15 Οκτωβρίου 1934, σ. 52ˑ DDI, 8, Vol. III, D. 689, Galli – Mussolini, Άγκυρα, 17 Απριλίου 1936, σ. 740-41ˑ DDI, 8, Vol. V, D. 278, Bastianini – Ciano, Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1936, σσ. 321-322ˑ

DDI, 8, Vol. XIII, D. 590, Da Peppo – Ciano, Άγκυρα, 2 Σεπτεμβρίου 1939, σσ. 359-360ˑ DDI, 9, Vol. I, D. 45, Ciano – Von Ribbentrop, Ρώμη, 5 Σεπτεμβρίου 1939, σ. 26.

[25] DDI, 8, Vol. III, D. 689, Galli – Mussolini, Άγκυρα, 17 Απριλίου 1936, σ. 741.

[26] DDI, 8, Vol. X, D. 529, Attolico – Ciano, Βερολίνο 10 Δεκεμβρίου 1938, σσ. 575-576.

[27] DDI, 7, XVI, D. 135, Lojacono  – Mussolini, Άγκυρα, 12 Νοεμβρίου 1934, σσ. 145-147 και DDI, 9, Vol. X, D. 259, Guariglia – Bastianini, Άγκυρα, 24 Απριλίου 1943, σσ. 337-340ˑ Brock, ο.π., pp. 485-486ˑ Barlas, ο.π., pp. 247-248.

[28] Για την ανάγκη αναθεώρησης του καθεστώτος των Στενών βλ. Barlas, ο.π., σσ. 247-248. Για τα προβλήματα που προέκυψαν στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας μετά την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών βλ. Van Dyke, ο.π., σσ. 68, 73-75. Το πλήρες κείμενο της Συνθήκης του Μοντρέ:  http://hellas0099.com/TREATIES/MONTREUX%20TREATY.pdf και για την μερική αναθεώρησή του: http://www.mfa.gov.tr/implementation-of-the-montreux-convention.en.mfa .

[29] Ενδεικτικά: DDI, 8, Vol. XII, D. 690, De Pepo – Ciano, Κωνσταντινούπολη, 26 Ιουλίου 1939, σ. 524ˑ Brock, ο.π., pp. 485-487, 492, 495-497ˑ Guclu, Yucel, “Turco-British relations on the Eve of the Second World War”, Middle Eastern Studies, Vol. 39, No. 4, (Oct., 2003), Taylor & Francis, Ltd, pp. 163-164, 183, 189.

[30] DDI, 9, Vol. VIII, D. 267, Alfieri – Ciano, Βερολίνο, 14 Φεβρουαρίου 1941, σ. 299.

[31] Brock, ο.π., pp. 502-503ˑ Διβάνη, ο.π., σσ. 661-678.

[32] Διβάνη, ο.π., σσ. 677, 678-689. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα ζητήματα των ελληνο-τουρκικών σχέσεων βλ. https://www.mfa.gr/zitimata-ellinotourkikon-sheseon/eidikotera-keimena/tourkikes-diekdikeseis.html.

[33] Βλ. υποσημείωση αριθ. 9.

[34] Βλ. Διβάνη, ο.π., σσ. 661-678.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α) Αρχειακές πηγές

Documenti Diplomatici Italiani:

  • Serie 7, Vol. V, ( 7 febbraio – 31 dicembre 1927), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXVII.
  • Serie 7, Vol. VI, (1 gennaio – 23 settembre 1928), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXVII.
  • Serie 7, Vol. VII, (24 settembre 1928 – 12 settembre 1929), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXX.
  • Serie 7, Vol. IX, (15 aprile – 31 dicembre 1930), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXXV.
  • Serie 7, Vol. XIII, (1 gennaio – 15 luglio 1933), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMLXXXIX.
  • Serie 7, Vol. XV, (18 marzo – 27 settembre 1934), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMXC.
  • Serie 7, Vol. XVI, (28 settembre – 14 aprile 1935), Instituto Poligrafico e Zecca dello Stato, Libreria dello Stato, Roma, MCMXC.
  • Serie 8, Vol. III, (1 gennaio – 9 maggio 1936), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMXCII.
  • Serie 8, Vol. V, (1 settembre – 31 dicembre 1936), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMXCIV.
  • Serie 8, Vol. X, (12 settembre – 31 dicembre 1938), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, ΜΜΙΙΙ.
  • Serie 8, Vol. XΙΙ, (23 maggio – 11 agosto 1939), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMLII.
  • Serie 8, Vol. XIII, (12 agosto – 3 settembre 1939), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMLIII.
  • Serie 9, Vol. I, (4 settembre – 24 ottobre 1939), La Libreria Dello Stato – Roma, MCMLIV
  • Serie 9, Vol. VIII, (12 dicembre 1941 – 20 luglio 1942), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMLXXXVIII.
  • Serie 9, Vol. X, Volume X (7 febbraio 1943 – 8 settembre 1943), Instituto Poligrafico Dello Stato e Zecca Dello Stato, Libreria Dello Stato, Roma, MCMXC.

Β) Δευτερογενείς πηγές

  • N. Tsirpanlis, “Camille Barrère and the Italo-Turkish dispute over Kastellorizo in 1923”, Balkan Studies, Vol. 39, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-30339, No 2, Thessaloniki, 1998, σσ. 289-303.
  • Λένα Διβάνη, Η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας, 1830-1947 (απόπειρα πατριδογνωσίας), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.
  • Cassel, Mussolini’s early diplomacy, Princeton , New Jersey, Princeton University Press, 1970.
  • Barlas Dilek, “Friends or Foes? Diplomatic Relations between Italy and Turkey, 1923-1936”, International Journal of Middle East Studies, 36, No. 2, Cambridge: Cambridge University Press, May, 2004, pp. 231-252.
  • M. Van Dyke (2005) An Analysis of the Aegean Disputes under International Law, Ocean Development & International Law, 36:1, 63-117, http://dx.doi.org/10.1080/00908320590909088
  • Λ. Καλλιβρετάκης (επιμ.), Υπόμνημα περί των νησίδων «Λιμνιά – Ίμια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, Νοέμβριος 1996.
  • Millman Brock, “Turkish foreign and strategic policy 1934-1942”, Middle Eastern Studies, 31, No. 3 (Jul., 1995), Taylor & Francis, Ltd, pp. 483-508.
  • Guclu, Yucel, “Turco-British relations on the Eve of the Second World War”, Middle Eastern Studies, 39, No. 4, (Oct., 2003), Taylor & Francis, Ltd, pp. 159-205.

Γ) Ιστοσελίδες

François Bédarida: O στρατηγός de Gaulle, η Ελεύθερη Γαλλία και η Ελλάδα (1940 – 1941)

130 χρόνια από τη γέννηση, 50 χρόνια από τον θάνατο του Charles de Gaulle

François Bédarida

O στρατηγός de Gaulle, η Ελεύθερη Γαλλία και η Ελλάδα
(1940 – 1941)

 

Μπορεί μεν οι σχέσεις του στρατηγού de Gaulle με την Ελλάδα την περίοδο Οκτωβρίου 1940 – Μαΐου 1941 να είναι ένα ελάσσονος σημασίας επεισόδιο του πολέμου, δεν παύουν ωστόσο να διαθέτουν το δικό τους ειδικό βάρος, καθώς συνδυάζουν την πολιτική με τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη διπλωματία, βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εκφορά του λόγου και την πράξη, ανάμεσα στη μνήμη και τον συμβολισμό, τέλος, ανάμεσα στον μύθο και την απομυθοποίηση.

Οι προσφερόμενες πηγές είναι αποσπασματικές: 1) διπλωματικά έγγραφα της Ελεύθερης Γαλλίας, 2) δημοσιευμένα κατάλοιπα του ιδίου του στρατηγού, 3) εκπομπές του BBC, 4) γαλλικά έντυπα, τα οποία κυκλοφορούσαν στο Λονδίνο, 5) πολεμικά απομνημονεύματα.¹ To ελληνικό παράδειγμα εντάσσεται στο εν γένει όραμα του στρατηγού de Gaulle για τους τρεις ακόλουθους λόγους: Κατ’ αρχήν παρουσιάζει μια πρώτης τάξεως αφορμή για την Ελεύθερη Γαλλία να κάνει την ύπαρξή της αισθητή, να κινητοποιηθεί και να παρέμβει μέσα στους πρώτους κρίσιμους μήνες της ύπαρξής της. Κατά δεύτερο λόγο, συνιστά ένα σημείο αναφοράς, συνάμα όμως και ένα πικρό μάθημα, ικανό από μόνο του να αφυπνίσει τους Γάλλους. Τέλος, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των άμεσων προτεραιοτήτων. Το επίκεντρο του γκωλικού οράματος στρέφεται προς άλλη κατεύθυνση.

 

Η συνέργεια της μαχόμενης Γαλλίας με τη μαχόμενη Ελλάδα

Η ιταλική εισβολή της 28ης Οκτωβρίου 1940 κατά της Ελλάδας, μια μάλλον απρόσμενη εξέλιξη, λειτούργησε ως έναυσμα για τους Ελεύθερους Γάλλους, ανοίγοντας στους τελευταίους αναπάντεχες, αξιοποιήσιμες ωστόσο, προοπτικές τόσο στον ψυχολογικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα. Η εν γένει υπόθεση στηρίζεται σε μια απλή διαπίστωση στην οποία προέβη ο de Gaulle ταυτόχρονα με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου: “Η Ελλάδα είναι σήμερα το μοναδικό επιχειρησιακό θέατρο σε ολόκληρη την Ευρώπη”.² Με άλλα λόγια, μια ιδανική ευκαιρία προς αξιοποίηση.

Στο σημείο αυτό οφείλει κανείς να προσθέσει μια δεύτερη παράμετρο: την εύθραυστη κατάσταση της Ελεύθερης Γαλλίας το φθινόπωρο του 1940. Η οριακή κατάσταση της τελευταίας ωθεί εκ των πραγμάτων τον de Gaulle να σπεύσει προς στήριξη της Ελλάδας μόνο και μόνο προκειμένου να κάνει αισθητή την παρουσία και ύπαρξή του. Για να επιβιώσει, οφείλει πάση θυσία να τοποθετηθεί δημόσια, να εξασφαλίσει συμμάχους και να σφυρηλατήσει μαζί τους ένα κοινό μέτωπο. Στα “Πολεμικά Απομνημονεύματά του” (Μémoires de guerre) επανέρχεται συχνά στην “φρικτή αδυναμία, στην οποία βρισκόμασταν”, αλλά και στη ειλημμένη απόφασή του σε κάθε εμφανιζόμενη ευκαιρία “να ομιλεί εξ ονόματος της Γαλλίας όπως, άλλωστε, άρμοζε”.³ Επρόκειτο για μια κατάσταση που ο Maurice Schumann, στενός συνεργάτης του στρατηγού, περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο από το μικρόφωνο του BBC: “Για μια ακόμη φορά, οι ορφανοί λαοί αναζητούσαν την Γαλλία και θα αδυνατούσαν να την βρουν εάν ο στρατηγός de Gaulle δεν ήταν εκεί για να μιλήσει εξ ονόματός της”.⁴

Λονδίνο, 4, Carlton Gardens, Whitehall. Το Αρχηγείο της Ελεύθερης Γαλλίας.
Ελευθερία ή Θάνατος”, προπαγανδιστική αφίσα της Ελεύθερης Γαλλίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H αργή κυοφορία της Επιτροπής της Ελεύθερης Γαλλίας στην Ελλάδα

Η δραστηριότητα της Ελεύθερης Γαλλίας εντός της ελληνικής επικράτειας είχε ξεκινήσει προτού ακόμα εκδηλωθεί η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου. Οι πρώτες ενέργειες μιας αυτοσχέδιας επιτροπής χρονολογούνται από τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1940. Ωστόσο, οι ρυθμοί υπήρξαν εξοργιστικά αργοί. Ο λόγος οφειλόταν στο γεγονός ότι η γαλλική παροικία, συμπαγής κατά τα άλλα, ήταν βαθιά διχασμένη ως προς το ζήτημα της στάσης της χώρας έναντι του πολέμου. Στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς κατοικούσαν περί τα 800 άτομα κάτοχοι γαλλικού διαβατηρίου. Τα 200 περίπου από αυτά διέθεταν πραγματική γαλλική συνείδηση. Σύμφωνα με μια εκτίμηση του Ιανουαρίου 1941, περί τους 150 είχαν ταχθεί υπέρ της κίνησης των Ελευθέρων Γάλλων του στρατηγού de Gaulle. Αντίθετα, οι κύκλοι της πρεσβείας διακατέχονταν από συμπάθεια προς το καθεστώς του Βισύ. Με εξαίρεση του ιδίου του πρεσβευτή Gaston Maugras, άτομα όπως ο στρατιωτικός ακόλουθος (αντισυνταγματάρχης de Lobit) και ο ναυτικός ακόλουθος (πλοίαρχος Lahalle) έτρεφαν σφοδρά αντι-γκωλικά αισθήματα.⁵ Την ίδια εποχή, ο αριθμός των Γάλλων, οι οποίοι διαβιούσαν στη Θεσσαλονίκη, δεν ξεπερνούσε τα 190 άτομα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν εκπαιδευτικοί, κληρικοί απασχολημένοι στα καθολικά ιδρύματα και δάσκαλοι απασχολημένοι στη Λαϊκή Αποστολή (Mission Laique).⁶

Το κτήριο της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας.

Οι πρώτες πρωτοβουλίες με σκοπό τη συγκρότηση, στην Αθήνα, μιας Επιτροπής της Ελεύθερης Γαλλίας κατ’ εικόνα και ομοίωση των αντιστοίχων οι οποίες άρχισαν να σχηματίζονται σε πολλά μέρη⁷ υπολογίζεται πως ξεκίνησαν κατά τον μήνα Ιούλιο του 1940. Το παραπάνω συμπέρασμα συνάγεται από ένα τηλεγράφημα του πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Michael Palairet, με αποδέκτη το Foreign Office στις αρχές Αυγούστου. Στο τηλεγράφημα αναφέρεται πως μια ομάδα συμπαθούντων την Ελεύθερη Γαλλία, ξεκίνησε ενέργειες με σκοπό τη συγκρότηση στην ελληνική πρωτεύουσα μιας επιτροπής. Ένας μάλιστα από αυτούς, ονόματι Jean Germain, ο οποίος πολύ γρήγορα παραγκωνίστηκε και δεν διαδραμάτισε κανέναν απολύτως ρόλο, φαίνεται πως είχε έρθει σε επαφή με τον στρατηγό de Gaulle. Η δραστηριότητα συνεχίστηκε μέσα στον Σεπτέμβριο, προσέλαβε όμως περισσότερο συγκεκριμένη μορφή στις αρχές Οκτωβρίου. Τότε ακριβώς, ο Palairet τηλεγράφησε προς τον de Gaulle πως ο στρατιωτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας, αντισυνταγματάρχης J. S. Blunt, είχε προχωρήσει στη δημιουργία “ενός γραφείου συνδέσμου με τους οπαδούς της Ελεύθερης Γαλλίας”.⁸ Ο de Gaulle ανταποκρίθηκε,προτρέποντας την υπό εκκόλαψη επιτροπή να τελεί σε συνεχή επικοινωνία με τη βρετανική πρεσβεία, μέσω της οποίας σχεδίαζε να στέλνει τις εντολές του.⁹

Μια επιπλέον επιβεβαίωση της συγκρότησης της επιτροπής αποτελεί η επιστολή, με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου, του λοχαγού Lapie, επικεφαλής της υπηρεσίας εξωτερικών και αποικιακών υποθέσεων της Ελεύθερης Γαλλίας προς τον Χαράλαμπο Σιμόπουλο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάφθηκε ένα τηλεγράφημα της Επιτροπής Ελευθέρων Γάλλων της Ελλάδας, όπου εξυμνούνταν η θαρραλέα στάση του βασιλέα Γεωργίου Β΄ και της ελληνικής κυβέρνησης έπειτα από την ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου. Ένα νέο τηλεγράφημα την ίδια ημέρα από την Αθήνα, με αποστολέα τον Palairet, αναφέρεται επίσης στη δραστηριότητα της επιτροπής.¹º

Ωστόσο, στην έδρα του κινήματος των Ελευθέρων Γάλλων στο Λονδίνο, επί αρκετές ημέρες επικρατούσε σύγχυση ως προς τα ονόματα των στελεχών της επιτροπής. Χαρακτηριστικά, στις 4 Δεκεμβρίου ακόμα, ο Geoffroy de Courcel, μέχρι πρότινος γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας στην ελληνική πρωτεύουσα, αναλώνεται σε προτάσεις και αντιπροτάσεις. Τελικά, η κατάσταση εξομαλύνθηκε λίγες ημέρες αργότερα με την ανάληψη της προεδρίας από τον Tufféry, παλαίμαχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γόνο γαλλικής οικογένειας εγκατεστημένης από παλιά στην Αθήνα. Πλαισιωνόταν από τους Coignard, διευθυντή της Σχολής Ξένων Γλωσσών Berlitz, Cardanot, επίσης βετεράνο του προηγούμενου πολέμου και Daste.

Τον Ιανουάριο του 1941 η επιτροπή με την παραπάνω ηγεσία αναγνωρίστηκε επίσημα από την κεντρική διοίκηση του κινήματος των Ελευθέρων Γάλλων. Δίχως άλλη καθυστέρηση, επιδόθηκε στην έκδοση και κυκλοφορία ενημερωτικού δελτίου ενώ τα γυναικεία μέλη άρχισαν να πλέκουν συστηματικά μάλλινες κάλτσες για τους Έλληνες στρατιώτες που μάχονταν στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων. Η δραστηριοποίηση της επιτροπής έφερε σε λεπτή θέση την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθούσε να διατηρεί πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με το καθεστώς του Βισύ ακόμα και μετά την έναρξη του πολέμου με την Ιταλία.¹¹ Το σχετικό σχόλιο του Palairet είναι χαρακτηριστικό: “Κατόπιν παράκλησης των ελληνικών αρχών, η επιτροπή της Αθήνας οφείλει να ενεργεί διακριτικά. Ο Τύπος και το ραδιόφωνο έχουν λάβει εντολή να μην αναφέρουν την παραμικρή πληροφορία σχετικά με την ύπαρξη και λειτουργία της”.¹²

Χαράλαμπος Σιμόπουλος, πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο.
Sir Michael Palairet, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στη Αθήνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η επίθεση του Άξονα κατά της Ελλάδας και ο στρατηγός de Gaulle. Αφύπνιση της
ελληνογαλλικής φιλίας και προοπτικές αποστολής μαχητών της Ελεύθερης Γαλλίας

To κίνημα των Ελευθέρων Γάλλων εξέφρασε τη συμπαράστασή του προς την Ελλάδα από την πρώτη κιόλας στιγμή. Από το ραδιόφωνο της Μπραζαβίλ, όπου ο de Gaulle βρισκόταν στις 28 Οκτωβρίου 1940, μεταδόθηκε πως “η Ελεύθερη Γαλλία απευθύνει χαιρετισμό προς τη μαχόμενη Ελλάδα”.¹³ Την ίδια ημέρα στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της εκπομπής του BBC “Οι Γάλλοι μιλούν στους Γάλλους” ακούστηκε το ακόλουθο ειρωνικό σχόλιο: “Ο Ντούτσε παρουσιάζει στον κόσμο το τελευταίο του κατόρθωμα: τη Ρώμη να βομβαρδίζει την Αθήνα”.¹⁴ Στις 29 Οκτωβρίου, ο Maurice Schumann, εκπρόσωπος Τύπου της Ελεύθερης Γαλλίας, αναφώνησε πάντοτε από το μικρόφωνο του BBC: “Η φωνή η οποία μας έρχεται από την Αθήνα είναι η φωνή της Γαλλίας. Εμείς, τα μαχόμενα μέλη της Ελεύθερης Γαλλίας υποδεχόμαστε με άπλετη ευγνωμοσύνη στο στρατόπεδο της ελευθερίας και στο όνομα της πατρίδας μας τους γενναίους πολεμιστές της αιώνιας Ελλάδας”.¹⁵ Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το σκίτσο του Maurice Van Moppès, το οποίο δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 30ής Οκτωβρίου της γαλλόφωνης εφημερίδας France που την ίδια εποχή κυκλοφορούσε στη βρετανική πρωτεύουσα. Έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο: Η Αιώνια Ελλάδα. Το πνεύμα των Θερμοπυλών (La Grèce éternelle. L’ esprit des Thermopyles).

Στιγμιότυπο από το ελληνοϊταλικό μέτωπο της Ηπείρου.
Η Αιώνια Ελλάδα. Το πνεύμα των Θερμοπυλών. Σκίτσο του Maurice Van Moppès στην εφημερίδα France, 30
Οκτωβρίου 1940.

Στις 2 Νοεμβρίου, από την Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής (Afrique Équatoriale Française) και της Ελεύθερης Γαλλίας, ο de Gaulle έστειλε ένα θερμό προσωπικό τηλεγράφημα προς τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά: “Απoτείνω προς την Εξοχότητά σας, την κυβέρνηση και τον ελληνικό λαό φόρο τιμής, μεταφέροντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό όλων μας. Οι Έλληνες, υψώνοντας το ανάστημά τους για μια ακόμη φορά υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία τους, αποτελούν άξιο παράδειγμα της αρχαίας τους παράδοσης”. Η απάντηση του Μεταξά, δυο ημέρες αργότερα, κινήθηκε σε ανάλογο μήκος κύματος: “Το μέγα γαλλικό έθνος, το οποίο τόσες φορές ακολούθησε το παράδειγμα των προγόνων μας και που μας στήριξε γενναία στους αγώνες για την ανεξαρτησία μας, δεν μπορούσε παρά να σταθεί στο πλευρό μας και στη σημερινή συγκυρία”.¹⁶ Πέραν όμως από τις όποιες δηλώσεις συμπαράστασης και τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε το τηλεγράφημα της 7ης Νοεμβρίου με αποστολέα τον Χαράλαμπο Σιμόπουλο και αποδέκτη το υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα: “Εμπιστευτικό. Με επισκέφτηκε σήμερα στην πρεσβεία ο εκπρόσωπος του στρατηγού de Gaulle. Ήρθε να μου αναγγείλει πως όσοι οπαδοί της Ελεύθερης Γαλλίας βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε γειτονικά με την Ελλάδα κράτη και επιθυμούν να προσχωρήσουν στις τάξεις των στρατιωτικών δυνάμεων του στρατηγού, έλαβαν εντολή να μεταβούν στο Κάιρο ή στην Αθήνα. Στην Αθήνα βρίσκεται τη στιγμή αυτή ο υπασπιστής του, Geoffroy de Courcel, πρώην γραμματέας της εκεί γαλλικής πρεσβείας. Για την ώρα εκτιμώ πως πρόκειται για μια συμβολική χειρονομία της Ελεύθερης Γαλλίας προς την Ελλάδα. Ευελπιστώ ωστόσο ότι σύντομα θα πλαισιωθεί με συγκεκριμένες ενέργειες”.¹⁷

Πολύ γρήγορα τα πράγματα από λόγια μετουσιώθηκαν σε βούληση για ανάληψη δράσης υπό τη μορφή αποστολής στρατιωτικής συνδρομής. Αρχική ιδέα του στρατηγού ήταν η συγκρότηση ενός σώματος εθελοντών. Στις 3 Νοεμβρίου τηλεγραφούσε από την Μπραζαβίλ προς το War Office: “Η συγκρότηση μιας λεγεώνας Γάλλων εθελοντών προκειμένου να πολεμήσουν στο πλευρό της Ελλάδας είναι επιτακτική ανάγκη. Η λεγεώνα αυτή θα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των Γαλλικών Ελευθέρων δυνάμεων. Είναι δυνατό να στελεχωθεί από Γάλλους, οι οποίοι είτε βρίσκονται ήδη επιτόπου, είτε από συμπατριώτες μας φίλους της Ελλάδας που διαβιούν στα Βαλκάνια, ειδικότερα δε στη Γιουγκοσλαβία”. Το ίδιο τηλεγράφημα συνέχιζε με την ακόλουθη, προσεκτικά διατυπωμένη, φράση: “Η λεγεώνα αυτή θα είναι συμβολική, για την ώρα τουλάχιστον”.¹⁸ Με άλλο τηλεγράφημα αποσταλθέν την επομένη, ο de Gaulle ενημέρωνε σχετικά τις Επιτροπές της Ελεύθερης Γαλλίας στην Αίγυπτο και στα Βαλκάνια καθώς και τον πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα. Στις 11 του ιδίου μήνα, η Επιτροπή της Ελεύθερης Γαλλίας στην ελληνική πρωτεύουσα εξέφρασε την ευχή της για την αποστολή ενός γαλλικού σώματος, έστω και περιορισμένου σε μέγεθος “προκειμένου να ενωθούν οι σημαίες δυο χωρών με κοινές πολιτισμικές καταβολές”. Την είδηση επιβεβαίωνε αυθημερόν ο Palairet, σε νέο τηλεγράφημα προς το Λονδίνο.¹⁹

24 Οκτωβρίου 1940. Άφιξη του στρατηγού de Gaulle στη Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής και της Ελεύθερης Γαλλίας.
Geoffroy Chodron de Courcel.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ιδέα της συγκρότησης επιτόπου μιας λεγεώνας εθελοντών εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Ο λόγος ήταν το περιορισμένο μέγεθος των γαλλικών παροικιών στην Ελλάδα και γενικότερα στα Βαλκάνια. Κατόπιν τούτου, περί τα τέλη Νοεμβρίου ο de Gaulle επανήλθε με ένα δεύτερο σχέδιο: τη μεταφορά στην Ελλάδα μιας μονάδας, τμήματος του στρατιωτικού δυναμικού που οι Ελεύθεροι Γάλλοι διατηρούσαν στην Αίγυπτο. Ξεκίνησε να το εφαρμόζει με μεγάλη αποφασιστικότητα, όπως αποδεικνύεται από ολόκληρη σειρά από έγγραφα, έστω και αν γίνεται λόγος για την αποστολή ενός μόνο λόχου παρά τις όποιες αντιρρήσεις του βρετανικού Γενικού Επιτελείου. Προκειμένου να πετύχει, απευθύνθηκε προς την κορυφή της ιεραρχίας. Στις 27 Νοεμβρίου ζήτησε από τον Churchill να παρέμβει προσωπικά προκειμένου να υπερκεραστούν οι αντιδράσεις του War Office: “Για σημαντικούς στρατιωτικούς και ηθικούς λόγους είναι απόλυτη ανάγκη μια μονάδα του στρατού της Ελεύθερης Γαλλίας (ένας λόχος π.χ.) να σταλεί από την Αίγυπτο στην Ελλάδα και να τεθεί στη διάθεση της ελληνικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας”.²º Ταυτόχρονα στράφηκε και προς τον αρχηγό του βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου, Sir John Dill, σε μια προσπάθεια να κάμψει τις διαμαρτυρίες του War Office και να αναδείξει την ύψιστη σημασία “από πολιτικής και ηθικής απόψεως για τη Γαλλία” μιας γαλλικής συμμετοχής στον αγώνα των Ελλήνων.²¹ Τέλος, ανέθεσε στον στρατηγό Georges Catroux, Ύπατο Αρμοστή της Ελεύθερης Γαλλίας στη Μέση Ανατολή, να πείσει τον στρατηγό Sir Archibald Wavell, ανώτατο διοικητή του επιχειρησιακού θεάτρου, να περάσει δίχως χρονοτριβή στην εκτέλεση του σχεδίου.²²

Λίγες ημέρες αργότερα, περί τις 5-10 Δεκεμβρίου, βλέποντας το σχέδιό του να προσκρούει επάνω σε συνεχή εμπόδια, άρχισε να προωθεί μια τρίτη εναλλακτική λύση. Την αποστολή εναερίων δυνάμεων στη θέση χερσαίων, αποσύροντας αεροσκάφη και πιλότους της Ελεύθερης Γαλλίας από τις Βρετανικές Νήσους.²³ Για μια ακόμη φορά όμως η υπόθεση παρέμεινε στα χαρτιά.

Ποιοι λόγοι εξηγούν την αποτυχία; Στην πραγματικότητα, η ιδέα του στρατηγού προσέκρουσε επάνω σε τρία εμπόδια. Το πρώτο από αυτά ανυψώθηκε μέσα στους κόλπους της Ελεύθερης Γαλλίας. Ο Catroux υπήρξε εκείνος, ο οποίος κωλυσιεργούσε συστηματικά εκφράζοντας διαρκώς επιφυλάξεις. Επιφυλάξεις ως προς την αριθμητική ανεπάρκεια των δυνάμεων των Ελευθέρων Γάλλων στην Αίγυπτο (δεν ξεπερνούσαν τα δυο τάγματα) σε στιγμή επιχειρησιακού οργασμού (βρισκόμαστε στη στιγμή της νικηφόρου επίθεσης των Συμμάχων κατά του Σίντι Μπαράνι, το οποίο κατελήφθη λίγο αργότερα). Επιφυλάξεις ως προς τον εξοπλισμό (απαιτούνταν ημίονοι και ημιονηγοί για τα βουνά της Ηπείρου, που εξέλειπαν από την έρημο της Β. Αφρικής). Τέλος, ο Catroux ενημέρωσε πως είχε ήδη στείλει στην Αθήνα τον λοχαγό de Chevigné με αποστολή να βολιδοσκοπήσει τις ελληνικές αρχές παρότι γνώριζε εκ των προτέρων τις σοβαρότατες επιφυλάξεις της κυβέρνησης και του Γενικού Επιτελείου.²⁴

Η άρνηση για τη μεταφορά στην Ελλάδα έστω και μιας μονάδας του στρατού των Ελευθέρων Γάλλων ήταν κατηγορηματική και από βρετανικής πλευράς. Ήδη από τις 26 Νοεμβρίου, ο Sir John Dill είχε δηλώσει ότι καμιά μαχόμενη μονάδα (ακόμα και βρετανική) δεν επρόκειτο να σταλεί στην Ελλάδα, προσθέτοντας πως εκείνες της Ελεύθερης Γαλλίας έκαναν εξαιρετική δουλειά στην Κυρηναϊκή ενάντια στους Ιταλούς και πως ο στρατηγός Wavell συμμεριζόταν πλήρως την ίδια άποψη.²⁵ Επρόκειτο για μια δήλωση, η οποία εκ των πραγμάτων καταδίκαζε σε αποτυχία την όποια προσπάθεια του de Gaulle.

Υπεράνω όλων όμως, υπήρχε μια τρίτη, ουσιαστική, άρνηση. Εκείνη της ελληνικής κυβέρνησης. Επιφορτισμένη με τη διενέργεια ενός άνισου εις βάρος της πολέμου κατά της Ιταλίας, η τελευταία είχε υιοθετήσει μια ιδιαίτερα προσεκτική πολιτική προς αποφυγή αθέμιτων επιπλοκών στις σχέσεις της με τη Γερμανία. Τη στιγμή ακριβώς (18 Δεκεμβρίου) που οι αρχές της Ελεύθερης Γαλλίας ζητούσαν τηλεγραφικά από τον Palairet να βολιδοσκοπήσει την ελληνική κυβέρνηση, οι προερχόμενες από τους Έλληνες εκπροσώπους στο Κάιρο και στο Λονδίνο πληροφορίες ήταν αποθαρρυντικές. Ταυτόχρονα ο Palairet κατέστησε σαφές πως η αποστολή του Chevigné στην Αθήνα δεν ήταν θεμιτή από τη στιγμή που η κυβέρνηση Μεταξά διατηρούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις τόσο με το καθεστώς του Βισύ όσο και με τη Γερμανία, ενώ ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, χαρακτήρισε εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη τη παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων της Ελεύθερης Γαλλίας στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων.²⁶

Ο de Gaulle, αν και ευρισκόμενος σε μειονεκτική θέση, δεν απεμπόλησε την κυρίαρχη αρχή του: η Ελεύθερη Γαλλία όφειλε να είναι παρούσα παντού όπου διεξαγόταν ο πόλεμος και αποφασιζόταν το μέλλον του πλανήτη. Πόσο μάλλον εφόσον επρόκειτο για έναν γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο, όπως ήταν η Ελλάδα, όπου η Γαλλία διατηρούσε μακροχρόνιες φιλίες και ερείσματα. Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκε και την επομένη της εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης σε βάρος της Ελλάδας, τον Απρίλιο του 1941. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε από την Αλεξάνδρεια στις 7 Απριλίου, δήλωσε εμφατικά πως “έχω λόγους να ελπίζω ότι οι δυνάμεις της Ελεύθερης Γαλλίας θα συμμετάσχουν ενεργά στον αγώνα που διεξάγεται τη στιγμή αυτή στα Βαλκάνια. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να μεταβώ αυτοπροσώπως επιτόπου”.²⁷ Λίγες ημέρες αργότερα, στην Αθήνα, η Ακρόπολις δημοσίευσε περίληψη μιας συνέντευξης του στρατηγού προς την εφημερίδα Νίκη της Αλεξάνδρειας: “Διακαής επιθυμία μου είναι να μεταβώ στην Ελλάδα προκειμένου να πολεμήσω στο πλευρό των γενναίων Ελλήνων. Το ίδιο επιθυμεί και ο στρατηγός Catroux. Στην πραγματικότητα, από ανάλογα συναισθήματα διακατέχονται όλοι οι Ελεύθεροι Γάλλοι, οι οποίοι δεν προσβλέπουν σε τίποτε άλλο παρά στο να συνεισφέρουν στην απελευθέρωση του κόσμου πολεμώντας στο πλευρό των Ελλήνων”.²⁸

Ο René Cassin, νομικός σύμβουλος της Ελεύθερης Γαλλίας (με πολιτική περιβολή), στο Λονδίνο.

Την ίδια περίπου εποχή στο Λονδίνο, κατόπιν εντολής του de Gaulle, ο διαπρεπής καθηγητής του Δικαίου και νομικός σύμβουλος της Ελεύθερης Γαλλίας, René Cassin, προσέφερε πολύτιμη βοήθεια στον πρεσβευτή Χαράλαμπο Σιμόπουλο στον χειρισμό δύσκολων υποθέσεων, εν αναμονή της έλευσης στη βρετανική πρωτεύουσα του βασιλέως Γεωργίου Β΄ και της εξόριστης πλέον ελληνικής κυβέρνησης.²⁹

Προς το τέλος της άνοιξης του 1941, ο ηγέτης των Ελευθέρων Γάλλων, αν και γνωστός για τη διορατική του ικανότητα, προέβη σε μια λανθασμένη εκτίμηση. Εξέλαβε τη γερμανική επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας ως προοίμιο για μια περαιτέρω επέκταση της επιρροής του Γ΄ Ράιχ κατά μήκος του άξονα Βαλκανίων-Δαμασκού-Σουέζ. Ουδείς διανοείτο ακόμη τις πραγματικές προθέσεις του Adolf Hitler σε βάρος της ΕΣΣΔ.³º

 

Μεταξύ ρητορικής και γεωπολιτικής: η Ελλάδα εκτοπίζεται από το κέντρο στην περιφέρεια

Οποιοσδήποτε ιστορικός ερευνήσει την περίοδο 1940-1941 είναι δεδομένο ότι θα προσκρούσει επάνω σε μια θεμελιώδη αντίφαση. Σε καθαρά ρητορικό και συναισθηματικό επίπεδο, οι κύκλοι της Ελεύθερης Γαλλίας δεν χάνουν ευκαιρία να εξυμνήσουν τον ελληνικό λαό και την ελληνογαλλική φιλία. Ως προς αυτό, η Ελλάδα καταλαμβάνει πράγματι περίοπτη θέση στη σκέψη και στο λόγο τους. Από την άλλη πλευρά όμως, σε επίπεδο Realpolitik, η χώρα περιθωριοποιείται και υποβαθμίζεται σε δευτερεύουσα κλίμακα.

1. Η Ελλάδα στη ρητορική της Ελεύθερης Γαλλίας: παράδειγμα και δίδαγμα

Η ενθουσιώδης στήριξη των Ελευθέρων Γάλλων στον αγώνα των Ελλήνων ξεκινά με μια επιστράτευση μνήμης στο ψηλότερο επίπεδο της ιεραρχίας. Ο στρατηγός de Gaulle, πέραν από το θερμό τηλεγράφημα προς τον Ιωάννη Μεταξά της 2ας Νοεμβρίου 1940 (βλ. παραπάνω) εξήρε το θάρρος του ελληνικού λαού με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου: “Η φετινή επέτειος της ανεξαρτησίας της βρίσκει την Ελλάδα στο απόγειο της δόξας και του αγώνα, τον οποίο δίνει. Ουδέποτε άλλοτε, από την εποχή της Σαλαμίνας και κατόπιν, υπήρξε τόσο μεγαλειώδης όσο σήμερα”.³¹ Ορμώμενος από την ίδια αφορμή, ο στρατηγός Catroux τηλεγραφούσε από το Κάιρο: “Επί αιώνες ολόκληρους οι πρόγονοί σας έδωσαν στον κόσμο την ψυχή του. Θεμελίωσαν την τάξη και την ελευθερία. Σήμερα ήρθε η σειρά σας να προσφέρετε ένα ανεπανάληπτο παράδειγμα. Καμιά άλλη χώρα δεν υπήρξε άξια της ανεξαρτησίας, της οποίας τιμάτε σήμερα την ένδοξη μνήμη. Την δικαιούστε περισσότερο και από άλλους, ισχυρότερους λαούς, επειδή γνωρίζετε πως να την εκτιμήσετε, να την υπερασπιστείτε και να τη σώσετε”.³² Είναι γεγονός πως τόσο ο ελληνοϊταλικός όσο και ο ελληνογερμανικός πόλεμος απασχόλησαν τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας France καθώς και τις γαλλόφωνες εκπομπές του BBC.

Ο στρατηγός Georges Catroux στο Κάιρο το 1941.

Στην ουσία, η μνήμη που οι Ελεύθεροι Γάλλοι ενεργοποίησαν, ήταν δισυπόστατη. Από τη μια πλευρά συναντά κανείς τις αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα (το ελληνικό θαύμα, οι Θερμοπύλες και η Σαλαμίνα). Από την άλλη, κυριαρχεί ο αγώνας ανεξαρτησίας του 1821 με ολόκληρο το κύμα του φιλελληνισμού, το οποίο συμπαρέσυρε. Γίνονται συγκεκριμένες αναφορές στη δράση του στρατηγού Maison, του συνταγματάρχη Favier και των Γάλλων εθελοντών που ήρθαν να αγωνιστούν για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Διαβάζεται το ποίημα του Victor Hugo L’ enfant grec (1828), το οποίο παραπέμπει στη σφαγή της Χίου. Περιέργως, το Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης της τριετίας 1915-1918 δεν θίγεται σχεδόν καθόλου. Παραποιώντας την Ιστορία, εκθειάζεται η μετά την 4η Σταυροφορία εποχή, όταν οι Φράγκοι κυριαρχούσαν στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Μνημονεύεται ο στρατάρχης Lyautey, ο οποίος, στη διάρκεια μιας σύντομης διαμονής του στην Αθήνα το 1893, είχε δηλώσει για τους Έλληνες πως “Τίποτε δεν τους πτοεί. Έχουν την ψυχή της πατρίδας ενσωματωμένη στο κορμί τους”.³³ Τέλος, δεν μπορούσε να εκλείψει ο Charles Péguy, ο οποίος είχε εξυμνήσει παλαιότερα στα ποιήματά του τις “αιώνιες ελληνικές αρχές και αξίες”.³⁴

Όμως, τον πιο συγκινητικό φόρο τιμής απότεινε αναμφίβολα προς την Ελλάδα ο Maurice Schumann από το μικρόφωνο του BBC, στις 29 Οκτωβρίου 1940: “Από χθες, οι δικτάτορες ξεχύθηκαν να καταλάβουν την Ακρόπολη, ένα τρόπαιο που απουσίαζε μέχρι στιγμής από τη συλλογή τους. Φαίνεται πως δεν τους αρκεί το γεγονός ότι στράφηκαν, εδώ και καιρό, ενάντια σε είκοσι αιώνες χριστιανικού πολιτισμού. Παρασυρμένοι από την αλαζονεία τους, η οποία τους οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή, προκαλούν τον πολιτισμό μέσα στην ίδια του την κοιτίδα. Πως είναι δυνατό να λησμονήσουμε ότι πριν από εκατόν δέκα χρόνια, τα γαλλικά όπλα συνέδραμαν στο να φέρουν πίσω την Ελλάδα στην ανθρωπότητα; Πως να παραγνωρίσουμε ότι η Γαλλία δεν θα ήταν η Γαλλία εάν η Ελλάδα [σημ. χρησιμοποιείται επιδεικτικά ο αρχαιοπρεπής όρος Hellade και όχι Grèce] δεν ήταν η Ελλάδα, εάν η αιώνια Αντιγόνη δεν ενσάρκωνε απέναντι στον Κρέοντα την ακατανίκητη υπεροχή της ηθικής έναντι της τυφλής βίας;”.³⁵

Maurice Schumann.

Υπό την οπτική του Λονδίνου, το ελληνικό παράδειγμα έχει να επιδείξει μια επιπρόσθετη αρετή: οφείλει να προβληθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνεισφέρει στην ανύψωση του ηθικού του γαλλικού λαού. Ο χειμώνας του 1940 προς 1941 αποτελεί μια σκοτεινή περίοδο για τον τελευταίο. Στον αντίκτυπο της στρατιωτικής ήττας και της γερμανικής κατοχής του μητροπολιτικού εδάφους, ήρθαν να προστεθούν οι πρώτες δυσκολίες και στερήσεις της καθημερινής πραγματικότητας. Την ίδια εποχή, οι δοκιμασίες φαντάζουν ατελείωτες. Μέσα σε αυτό το καθ’ όλα απαισιόδοξο κλίμα, η ελληνική αντίσταση στον Ιταλό εισβολέα ήρθε να επιφέρει κάποιου είδους ανακούφιση και ελπίδα χάρη, κυρίως, στην πανωλεθρία του κυρίου συμμάχου της Γερμανίας απέναντι σε έναν υποδεέστερο από πλευράς ισχύος αντίπαλο. Στις γαλλόφωνες εκπομπές του BBC γίνεται λόγος περί αποτυχίας του κεραυνοβόλου πολέμου.³⁶ Τονίζονται οι επιπτώσεις της ελληνοϊταλικής διένεξης επάνω στην περαιτέρω εξέλιξη του πολέμου.³⁷ Οι ελληνικές επιτυχίες αναπτερώνουν το ηθικό αλλά και τις ελπίδες των Γάλλων. Για πολλοστή φορά, χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Maurice Schumann: “Είθε η νικηφόρα αντίσταση του ελληνικού λαού να εμφυσήσει ζωή στις ελπίδες και στο κουράγιο μας. Οι Έλληνες, όχι μόνο ανέκοψαν την ιταλική προέλαση, αλλά κατάφεραν να μεταφέρουν τις εχθροπραξίες εντός του εχθρικού εδάφους”.³⁸ Ο ίδιος αισιόδοξος λόγος διατηρήθηκε και την άνοιξη του 1941, οπότε εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας. Στην περίπτωση αυτή, τα σχόλια επικεντρώνονται στο βαρύ τίμημα, το οποίο επέφερε στη Βέρμαχτ η στρατιωτική κατάκτηση και κατάληψη της χώρας.³⁹

Άλλο προσφιλές και άμεσα αξιοποιήσιμο θέμα της προπαγάνδας των Ελευθέρων Γάλλων ήταν η ενίσχυση του αντι-ιταλικού φρονήματος του γαλλικού λαού. Από την ημέρα της “πισώπλατης μαχαιριάς” (πρόκειται για την κήρυξη του πολέμου της Ιταλίας κατά της Γαλλίας στις 10 Ιουνίου 1940 και ενώ βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη η γερμανική εισβολή), το μίσος και η περιφρόνηση των Γάλλων για τους αποκαλούμενους “μακαρονάδες” δεν είχε σταματήσει να αυξάνεται με ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς. Το συναίσθημα ήταν κοινό, είτε επρόκειτο για την μαχόμενη Γαλλία, για τους κατοίκους της ελεύθερης ζώνης (γαλλικός νότος), για εκείνους των γερμανοκρατούμενων περιοχών ή ακόμα και για τους ίδιους τους κύκλους του καθεστώτος του Βισύ. Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού προσλάμβαναν ενίοτε τη μορφή εκδίκησης για την πρόσφατα καταπατηθείσα αξιοπρέπεια του γαλλικού λαού. Το BBC φρόντισε να αναμεταδίδει κατ’ επανάληψη ένα περιστατικό, το οποίο είχε λάβει χώρα στην κωμόπολη Μεντόν της νότιας Γαλλίας, κοντά στα σύνορα με την Ιταλία. Συγκεκριμένα επρόκειτο για την ανάρτηση μιας πινακίδας με ειρωνικό περιεχόμενο: “Έλληνες στρατιώτες αλτ! Εδώ είναι γαλλικό έδαφος”. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, ο αναπόφευκτος Maurice Schumann δήλωνε περιπαιχτικά στις 21 Ιανουαρίου 1941: “Η Ιταλία ουδέτερη; Χρειάζονται τρεις μεραρχίες για να την επιτηρεί κανείς. Η Ιταλία εχθρός; Χρειάζονται 6 μεραρχίες για να την κατατροπώσει. Η Ιταλία σύμμαχος; Χρειάζονται 12 μεραρχίες για να τη σώσει”.⁴º

Τέλος, ο αγώνας του ελληνικού λαού χρησιμεύει ως όπλο ενάντια στο καθεστώς του Βισύ, στη σύναψη ανακωχής με τη Γερμανία και λειτουργεί ως προσκλητήριο για οργανωμένη αντίσταση κατά του φασισμού και του ναζισμού. Η ρητορική επιστρατεύεται σε ολόκληρο το μεγαλείο της για την εξύμνηση του ηρωισμού των Ελλήνων. Είναι πασίγνωστη η ρήση του Jean Marin: “Ο κόσμος ολόκληρος δεν θα λέει πλέον “Οι Έλληνες μάχονται σαν ήρωες” αλλά “Οι ήρωες μάχονται σαν Έλληνες”.⁴¹ Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας France της 9ης Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται μια έκκληση πασχόντων από φυματίωση προς τον Ιωάννη Μεταξά: “Εφόσον είμαστε ήδη καταδικασμένοι σε θάνατο, επιτρέψτε μας να πολεμήσουμε στην πρώτη γραμμή στελεχώνοντας μονάδες αποφασισμένες για κάθε θυσία”.⁴²

Είναι εμφανές πως οι Έλληνες παρέδιδαν ένα αξιοθαύμαστο δίδαγμα. Εκείνο της μάχης ενάντια στην υποταγή. Επρόκειτο για μια ουρανοκατέβατη ευκαιρία προκειμένου να χαλυβδωθεί το πνεύμα των Γάλλων για αντίσταση. Οι ενέργειες του μηχανισμού προπαγάνδας των Ελευθέρων Γάλλων εστιάζουν στον παραπάνω στόχο από την πρώτη κιόλας ημέρα της ιταλικής εισβολής της 28ης Οκτωβρίου. “Τι μεγαλειώδες θέαμα, τι αξιοθαύμαστο παράδειγμα για τον κόσμο ολόκληρο, εκείνο μιας μικρής χώρας, η οποία επιλέγει συνειδητά τον δρόμο των θυσιών έναντι εκείνου της υποταγής, προσβλέποντας σε μια νίκη με τεράστιο τίμημα και έπειτα από μακρύ και οδυνηρό αγώνα!”.⁴³ Λίγο αργότερα, ο Maurice Schumann διαβεβαιώνει γεμάτος υπερηφάνεια: “Η αυθεντική Γαλλία στέκεται στο πλευρό της Ελλάδας γιατί η αυθεντική Γαλλία δεν βρίσκεται στο Βισύ”.⁴⁴ Στην πηγαία χαρά που προκαλούν οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού, έρχεται να προστεθεί και κάποιου είδους πίκρα. Ο André Labarthe επισημαίνει πως η σύναψη ανακωχής με τη Γερμανία δεν επέτρεψε στους Γάλλους να παραδώσουν ανάλογο μάθημα στους Ιταλούς (ο γαλλικός στρατός δεν είχε σημειώσει μέχρι τότε παρά μόνο θετικά αποτελέσματα σε βάρος των Ιταλών στο μέτωπο των Άλπεων).⁴⁵ Η κατάρρευση της Ελλάδας την άνοιξη του 1941 δεν πτόησε την μαχόμενη Γαλλία: “Όσοι πολεμούν για την επιβίωση του πολιτισμού θα ξαναδώσουν στην Ελλάδα την ελευθερία και την ανεξαρτησία της”.⁴⁶

Ο στρατηγός de Gaulle επιθεωρεί άγημα των Ελευθέρων Γάλλων στο Λονδίνο.

2. Οι περιορισμοί της γεωπολιτικής

Η, κατά τα άλλα, ενθουσιώδης φιλελληνική ρητορική περνά ωστόσο σε ελάσσονα μοίρα όταν γίνεται λόγος περί γεωπολιτικής, οπότε το συναίσθημα παραχωρεί τη θέση του στην ψυχρή λογική. Η πραγματικότητα υπαγορεύει πως για την Ελεύθερη Γαλλία, η Ελλάδα δεν αποτελεί παρά ένα δευτερεύον περιφερειακό θέατρο. Τα δεδομένα είναι αδιαμφισβήτητα. Στον τόμο των Απομνημονευμάτων του στρατηγού de Gaulle για την περίοδο 1940-1942 (L’ Appel), σε σύνολο 260 σελίδων, η Ελλάδα καταλαμβάνει μετά βίας μιάμιση. Ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος χαρακτηρίζονται ως επεισόδια περιορισμένου βεληνεκούς. Στο παράρτημα του ιδίου τόμου, όπου αναπαράγονται εκατοντάδες έγγραφα, τέσσερα μόνο αναφέρονται στις ελληνικές υποθέσεις. Στα βιβλία και στις έντυπες μαρτυρίες των πρωτοστατών της Ελεύθερης Γαλλίας (Passy, Soustelle, Oberlé, Aron κλπ.), δεν εντοπίζει κανείς παρά μια και μοναδική μνεία έκτασης τεσσάρων σειρών στα απομνημονεύματα του René Cassin.⁴⁷ Οριακά θα μπορούσε, επίσης, να αναφερθεί το Ημερολόγιο της Tereska Torrès, εθελόντριας της Ελεύθερης Γαλλίας, με τη διαφορά του ότι καλύπτει μόνο την χρονική περίοδο τέλους Οκτωβρίου με αρχή Νοεμβρίου του 1940.⁴⁸ Αποκαλυπτική είναι μια άλλη σιωπή. Εκείνη της France Libre, κυρίου οργάνου του γκωλικού κινήματος και δεξαμενή πολιτικού και στρατηγικού στοχασμού, το οποίο κυκλοφορούσε υπό τη διεύθυνση των Raymond Aron και André Labarthe. Σε αντιδιαστολή με την εφημερίδα France και τις γαλλόφωνες εκπομπές του BBC, δεν αφιερώνει ούτε μια γραμμή στην ελληνική περίπτωση.

Πως ερμηνεύεται άραγε το γεγονός ότι στο όλο όραμα του de Gaulle η Ελλάδα περιθωριοποιείται κατά τέτοιο τρόπο και υποβιβάζεται σε ελάσσονα κλίμακα; Στο σημείο αυτό οφείλει κανείς να ανασύρει στην επιφάνεια τις προτεραιότητες και τις επιταγές, τις οποίες η Ελεύθερη Γαλλία καλείτο να διαχειριστεί μέσα στο φθινόπωρο και στον χειμώνα του 1940 προς 1941. Μόνο έτσι μπορεί να βρεθεί η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Τα διακυβεύματα βρίσκονται αλλού. Ξεδιπλώνοντας τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων μέσα σε εκείνο το χρονικό διάστημα, διαπιστώνουμε πως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της Ελεύθερης Γαλλίας στρέφεται προς την Αφρική. Η διαδικασία προσχώρησης της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής στο γκωλικό κίνημα είχε ξεκινήσει ήδη από το καλοκαίρι του 1940 (το Τσαντ στις 26 Αυγούστου, το Καμερούν στις 27, το Κονγκό στις 28, το Ουμπανγκί στις 29 του ιδίου μήνα). Εξακολουθούσε να παραμένει εκτός το Γκαμπόν (προσχώρησε τελικά στις 12 Νοεμβρίου κατόπιν αιματοχυσίας). Τον Σεπτέμβριο, η προσπάθεια απόσπασης της Σενεγάλης από το καθεστώς του Βισύ (επιχείρηση Menace) κατέληξε σε φιάσκο, οδηγώντας την Ελεύθερη Γαλλία στα πρόθυρα της διάλυσης. Με την είσοδο του 1941, οι προσπάθειες επικεντρώνονται στην προσχώρηση του Ντζιμπουτί στην Ερυθρά Θάλασσα, το οποίο υπερασπιζόταν φρουρά 10.000 ανδρών, πιστών στον στρατάρχη Pétain. Από τον Απρίλιο του ιδίου έτους και μετά, η ευρισκόμενη υπό γαλλική εντολή (καθεστώς Βισύ) Συρία, μπαίνει με τη σειρά της και εκείνη στο στόχαστρο των Ελευθέρων Γάλλων.

Η προέλαση του στρατηγού Leclerc στην έρημο της Λιβύης (Ιανουάριος 1941).

Όσο καιρό μαίνονται ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος, τα βλέμματα των Ελευθέρων Γάλλων είναι στραμμένα προς τρία άλλα μέτωπα, όπου μάχονται οι δυνάμεις τους. Πρώτο από αυτά είναι το μέτωπο της Κυρηναϊκής. Οι σχετικά πενιχρές δυνάμεις των Ελευθέρων Γάλλων, προερχόμενες από την Αίγυπτο, το αγγλοκρατούμενο Σουδάν και το Τσαντ ενώθηκαν με τα στρατεύματα του Wavell κατά των Ιταλών. Δεύτερο μέτωπο είναι εκείνο της Ερυθραίας και της Αιθιοπίας,σε συνεργασία με τους Βρετανούς, πάντοτε κατά των Ιταλών. Οι μεγαλύτερες, ωστόσο, επιτυχίες σημειώνονται στην έρημο της Λιβύης από την 1η Μεραρχία του στρατηγού Philippe Leclerc de Hauteclocque (μετέπειτα ελευθερωτή του Παρισιού), με την διαδοχική κατάληψη των οάσεων Μουρζούκ και Κουφρά καθώς και την προέλαση προς το Φεζάν (τέλος Ιανουαρίου 1941).

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν δυο ακόμη παράμετροι, αρχής γενομένης από τα εσωτερικά προβλήματα της Γαλλίας. Η συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον Hitler και τον στρατάρχη Pétain (η πρώτη έπειτα από τη συνθηκολόγηση της χώρας) στην κωμόπολη Μοντουάρ, κοντά στα σύνορα με την Ισπανία, πραγματοποιήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1940, δηλαδή τέσσερις μόλις ημέρες πριν από την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας. Στις 27 Οκτωβρίου (άμεση παραμονή της ιταλικής εισβολής) δημοσιοποιήθηκε το μανιφέστο του de Gaulle από την Μπραζαβίλ. Την ίδια εποχή, στο Λονδίνο, βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Winston Churchill και τον ειδικό απεσταλμένο του Βισύ, τον καθηγητή Rougier.

“La poignée de mains de Montoire” (η χειραψία της Μοντουάρ), 24 Οκτωβρίου 1940. Μια εικόνα που πόνεσε τους Γάλλους. Πρόκειται για την απαρχή της συνεργασίας του καθεστώτος του Βισύ με τη Ναζιστική Γερμανία.

Πρόκειται για μια περίοδο, κατά την οποία ο de Gaulle βρίσκεται σε συνεχή κινητικότητα. Ξεκινώντας από το Λονδίνο στις 31 Αυγούστου, μεταβαίνει έπειτα από το φιάσκο της επιχείρησης Menace στη Ντουάλα του Καμερούν και εν συνεχεία στη Μπραζαβίλ, όπου παραμένει μεταξύ 24 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου. Εκεί θα πληροφορηθεί την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης σε βάρος της Ελλάδας. Επιστρέφει στο Λονδίνο στις 24 Νοεμβρίου. Αναχωρεί εκ νέου στις 14 Μαρτίου 1941 με προορισμό την Γαλλική Ισημερινή Αφρική, το Σουδάν, την Αίγυπτο, και πάλι την Μπραζαβίλ, τέλος, το Κάιρο (28 Μαΐου έως 8 Ιουλίου 1941). Μέσα σε ένα τόσο βεβαρημένο πρόγραμμα επόμενο ήταν τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια να έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα.

Όμως, αγκυλώσεις υπήρξαν και από ελληνικής πλευράς. Αναφέρθηκαν ήδη οι σφοδρές επιφυλάξεις της κυβέρνησης της Αθήνας σχετικά με την πρόταση περί αποστολής Ελευθέρων Γάλλων εθελοντών στα βουνά της Ηπείρου, οι οποίες, όχι μόνο είναι αποθαρρυντικές, αλλά φτάνουν μέχρι σημείου να εξουδετερώσουν το εγχείρημα εν τη γενέσει του. Όπως στο Λονδίνο, έτσι και στην ελληνική πρωτεύουσα η έμφαση δίνεται στη ρητορική και όχι στην πράξη. Η Ελεύθερη Γαλλία δεν προσελκύει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Η Μεγάλη Βρετανία είναι εκείνη που μετρά.

Εν κατακλείδι, η κυριότερη παράμετρος συνίσταται στο ότι για τους Ελεύθερους Γάλλους η Ελλάδα δεν αποτελεί προτεραιότητα. Η γεωπολιτική της ιδιαιτερότητα την εντάσσει στη βρετανική σφαίρα επιρροής πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Επιχειρώντας μια προβολή στο χώρο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, θα λέγαμε πως ο κοινός αγώνας συμβολίζεται από τη μορφή του Άτλαντα, σε μια προσπάθεια η αδυναμία να μετουσιωθεί σε ισχύ. Ο de Gaulle, ως Άτλας, σηκώνει την αιώνια Γαλλία στους ώμους του. Ο δεύτερος Άτλας, η αιώνια Ελλάδα, σηκώνει, από τη δική της πλευρά, την ελευθερία της Ευρώπης. Ωστόσο, στην εναλλαγή ρητορικής – γεωπολιτικής, εάν η πρώτη παραπέμπει στο τρίπτυχο της Μνημοσύνης, του Ορφέα και της Θέμιδος, η Ανάγκη είναι εκείνη που το 1940-1941 σφραγίζει τη μοίρα.

 

O François Bédarida (Lyon 1926 – Fontaine-le-Pont 2001) διετέλεσε Καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών (Institut d’ études politiques) του Παρισιού. Υπήρξε ο ιδρυτής του Ινστιτούτου Ιστορίας του Παρόντος Χρόνου (Institut d’ Histoire du Temps Présent) το οποίο και διηύθυνε από το 1978 έως το 1990. Διετέλεσε γενικός γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (Comité International des Sciences Historiques) από το 1990 έως το 2000.

 

                                                       Εργογραφία του συγγραφέα

•    La Grande-Bretagne – L’Angleterre triomphante (1832-1914), Hatier, coll. « Histoire Contemporaine », Paris, 1974

•   La Politique nazie d’extermination, Albin Michel, Paris, 1989

•   La Société anglaise du milieu du XIXe siècle à nos jours (1851-1975), Seuil, Paris, 1990

•   Le Nazisme et le génocide – Histoire et enjeux, Nathan, Paris, 1991

•   Le Nazisme et le génocide – Histoire et témoignage, Pocket, Paris, 1992

•   La France des années noires, sous la direction de Jean Pierre Azéma et François Bédarida,  Seuil, Paris, 1993

⦁   L’Histoire et le métier d’historien en France 1945-1995, Éditions de la Maison des sciences de l’homme, Paris, 1995

⦁   Churchill, Fayard, Paris, 1999

⦁   Histoire, critique et responsabilité, IHTP-CNRS/Complexe, coll. « Histoire du temps présent », Paris/Bruxelles, 2003

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο: “Le général de Gaulle, la France Libre et la Grèce 1940-1941” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941) / Greece and the War in the Balkans (1940-1941), Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1992, σ. 23-37.

¹ Για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου, εκφράζω τις ευχαριστίες μου προς τη διεύθυνση και το προσωπικό του Διπλωματικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας καθώς και στην κυρία Maryvonne Le Pulloch, στέλεχος του Ινστιτούτου Ιστορίας του Παρόντος Χρόνου, η ο οποία αναδίφησε για δικό μου λογαριασμό στον Τύπο της Ελεύθερης Γαλλίας και στις εκπομπές του BBC.

² Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας (εφεξής ΜΑΕ), “Λονδίνο, Γαλλική Εθνική Επιτροπή”, τ. 255, fol. 6: Τηλεγράφημα αρ. 2006 του λοχαγού de Courcelles προς το War Office (Ismay και Spears). Εστάλη κατόπιν διαταγής του de Gaulle από την Brazaville, δίχως ημερομηνία. Παρελήφθη στο Λονδίνο στις 3 Νοεμβρίου 1940.

³ Charles de Gaulle, Μémoires de guerre, τ.1, L’ appel, Παρίσι, Plon, 1954, σ. 135-136 (εφεξής MG).

⁴ BBC, “La leçon de la Grèce”, 5 Νοεμβρίου 1940.

⁵ Σχετικά με την γαλλική παροικία της Αθήνας βλ. ΜΑΕ, 89, τηλεγρ. του πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα Sir Michael Palairet προς τον στρατηγό de Gaulle, 22 Ιανουαρίου 1941. Σχετικά με το προσωπικό της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα, ibid., 32-35: Υπόμνημα του λοχαγού Schmittlein, 2 Οκτωβρίου 1940 (o Raymond Schmittlein, διαπιστευμένος στη γαλλική πρεσβεία της Στοκχόλμης, προσχώρησε στο γκωλικό κίνημα μεταβαίνοντας στο Κάιρο μέσω Αθηνών). Βλ. επίσης σχόλια του Geoffroy de Courcel σχετικά με το παραπάνω υπόμνημα. Ειδικότερα για τον ναυτικό ακόλουθο Lahalle, ο Courcel εκφράζεται ως εξής: “Ως ναυτικός, είναι ο πιο λυσσασμένος από όλους τους υπόλοιπους” (ο Courcel είχε χρηματίσει γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας μεταξύ των ετών 1938 και 1939, έχοντας ιδία άποψη για τη γαλλική παροικία).

Ibid., 255: Υπόμνημα του προξένου Eugène Harmet, Απρίλιος 1943.

⁷ Πρώτη κατά σειρά εμφάνισης υπήρξε εκείνη του Καΐρου στις 7 Ιουλίου 1940. Βλ. σχετικά Charles de Gaulle, Lettres, notes et carnets, Juin 1940-Juillet 1941, Παρίσι, Plon, 1981, σ. 30 (εφεξής LCN). Στη ΝΑ Ευρώπη ακολούθησαν οι επιτροπές Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου, Σόφιας και Αγκύρας.

⁸ ΜΑΕ, 1: σχέδιο τηλεγραφήματος, 4 Οκτωβρίου 1940. ΜΑΕ, 4: τηλεγράφημα Palairet, αρ. 1721, 8 Οκτωβρίου 1940.

⁹ ΜΑΕ, 5: σημείωμα της 24 Οκτωβρίου 1940.

¹º ΜΑΕ, 19-20: επιστολή Lapie προς Σιμόπουλο, 11 Νοεμβρίου 1940. Τηλεγράφημα Palairet, 11 Νοεμβρίου. Την επομένη, 12 Νοεμβρίου, ο Palairet επισημαίνει πως ήδη από τις 7 Οκτωβρίου, ο ναυτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας είχε ενημερώσει το Λονδίνο σχετικά με τη δραστηριότητα της Επιτροπής Ελευθέρων Γάλλων Ελλάδας.

¹¹ Οι διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με το καθεστώς του Vichy θα παραμείνουν ενεργές και έπειτα από την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς την άνοιξη του 1941. Η γαλλική πρεσβεία της Αθήνας θα αναστείλει τελικά τη λειτουργία της στις 7 Απριλίου 1943, ενώ θα διατηρηθεί σε προξενικό επίπεδο μια γαλλική εκπροσώπηση στη Θεσσαλονίκη, παρά το κλείσιμο του προξενείου στις 15 Δεκεμβρίου 1942 κατόπιν εντολής του Βερολίνου. Βλ. ΜΑΕ, 295 και J.-B. Duroselle, L’ Abîme, Παρίσι, Imprimerie Nationale, 1982, σ. 447.

¹² ΜΑΕ, 63: τηλεγράφημα αρ. 1330 Palairet “προς τον στρατηγό de Gaulle”, 15 Δεκεμβρίου 1940.

¹³ C. de Loverdo, La Grèce au combat (1940-1941), Παρίσι, Calmann-Lévy, 1966, σ. 78.

¹⁴ BBC, 28 Οκτωβρίου 1940.

¹⁵ Les Voix de la Liberté, 29 Οκτωβρίου 1940. Ο Maurice Schumann δράττεται της ευκαιρίας να επαναλάβει προς πάσα κατεύθυνση πως η Ελεύθερη Γαλλία κινείται στους αντίποδες του καθεστώτος του Vichy, το οποίο την ίδια στιγμή δήλωνε πως η μοίρα της Ελλάδας ουδόλως ενδιέφερε τη Γαλλία. Ibid.

¹⁶ MG, 322.

¹⁷ Αναφέρεται στο Basile Mathiopoulos, “De Gaulle et la Résistance hellénique pendant la Seconde Guerre mondiale” in De Gaulle en son siècle, Παρίσι 19-24 Νοεμβρίου 1990, σ. 2-3.

¹⁸ ΜΑΕ, 6: τηλεγράφημα αρ. 2006 του λοχαγού de Courcelles προς το War Office (Ismay και Spears). Εστάλη κατόπιν διαταγής του de Gaulle από την Brazaville, δίχως ημερομηνία. Παρελήφθη στο Λονδίνο στις 3 Νοεμβρίου 1940.

¹⁹ ΜΑΕ,7: τηλεγραφήματα αρ. 129 και 881 του στρατηγού de Gaulle, 4 Νοεμβρίου 1940. ΜΑΕ, 19-20: επιστολή του λοχαγού Lapie, 11 Νοεμβρίου 1940. Τηλεγράφημα Palairet, 11 Νοεμβρίου 1940.

²º LNC, 179.

²¹ MG, 324.

²² LNC, 181: τηλεγράφημα de Gaulle προς Catroux, 29 Νοεμβρίου 1940.

²³ ΜΑΕ, 48: τηλεγράφημα Palairet προς Κάιρο, αρ. 1282, 6 Δεκεμβρίου 1940: “Έχω την αίσθηση πως η ελληνική κυβέρνηση θα απέρριπτε ένα επίσημο αίτημα προς την κατεύθυνση αυτή, δεν θα αντιδρούσε, ωστόσο, μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός”. Βλ. επίσης σχετική εισήγηση του Catroux στο τηλεγράφημα αρ. 1692 προς τον de Gaulle, 9 Δεκεμβρίου 1940.

²⁴ ΜΑΕ, 51: τηλεγράφημα Sir Miles Lampson “από τον στρατηγό Catroux προς τον στρατηγό de Gaulle”, αρ. 1692, 9 Δεκεμβρίου 1940.

²⁵ MG, 324 και 136.

²⁶ ΜΑΕ, 60-63: τηλεγράφημα προς Palairet, 18 Δεκεμβρίου 1940.Τηλεγράφημα Sir Miles Lampson “από τον στρατηγό Catroux προς τον στρατηγό de Gaulle”, 13 Δεκεμβρίου 1940. Σχέδιο τηλεγραφήματος προς Sir Miles Lampson “προς τον στρατηγό Catroux”,19 Δεκεμβρίου 1940.

²⁷ “Les FFL dans les Balkans”, France, 8 Απριλίου 1940.

²⁸ “Les FFL désirent combattre en Grèce?”, France, 16 Απριλίου 1940.

²⁹ René Cassin, Les hommes partis de rien, Παρίσι, Plon, 1974, σ. 265.

³º Jean Lacouture, De Gaulle, τ. 1, Le rebelle, Παρίσι, Seuil, 1984, σ. 465. Αόριστες αναφορές υπάρχουν και στα Mémoires de guerre.

³¹ LNC, 281.

³² Les Voix de la Liberté, σ. 207.

³³ L. H. Lyautey, Lettres de jeunesse, Παρίσι, Grasset, 1942, σ. 178-179, επιστολή της 13ης Ιουνίου 1893.

³⁴ Roger Milliex, Á l’ écoute du peuple grec, 1940-1944, Παρίσι, Beffroi, 1946, όπου αναφορά στον Charles Péguy και τις αιώνιες ελληνικές αρχές και αξίες.

³⁵ La Voix de la Liberté, σ. 132.

³⁶ Εκπομπή του Pierre Bourdan, 5 Νοεμβρίου 1940.

³⁷ Εκπομπή του Pierre Labarthe, 1η Δεκεμβρίου 1940.

³⁸ “La leçon de la Grèce”, 5 Νοεμβρίου 1940.

³⁹ Εκπομπές του BBC, 24, 28 και 30 Απριλίου 1941.

⁴º Ένα άλλο ανέκδοτο κυκλοφόρησε την ίδια εποχή στο άγρια δοκιμαζόμενο από αεροπορικούς βομβαρδισμούς Λονδίνο: “Μεγάλη ησυχία απόψε! Ούτε μια βόμβα! Φαίνεται πως είναι η σειρά της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας”. Αναφέρεται στο André Gillois, Histoire secrète des Français libres à Londres de 1940 à 1944, Παρίσι, Hachette, 1973, από την εφημερίδα France της 2ας Νοεμβρίου 1940.

⁴¹ BBC, 14 Μαρτίου 1941.

⁴² Στην εξύμνηση του ηρωισμού των Ελλήνων είναι επίσης αφιερωμένες και οι γαλλόφωνες εκπομπές του BBC των 6 Νοεμβρίου, 2,3,6,7,22 Δεκεμβρίου 1940, 14 Ιανουαρίου, 29 Μαρτίου, 8 και 30 Απριλίου 1941.

⁴³ BBC, 28 Οκτωβρίου 1940.

⁴⁴ BBC, “La leçon de la Grèce”, 5 Νοεμβρίου 1940. Βλ. επίσης την εκπομπή του Maurice Schumann “Vive la Grèce”, BBC, 23 Απριλίου 1941.

⁴⁵ BBC, 1η Δεκεμβρίου 1940.

⁴⁶ BBC, 30 Απριλίου 1941.

⁴⁷ René Cassin, Les hommes partis de rien, Παρίσι, Plon, 1974, σ. 265.

⁴⁸ Tereska Torrès, Les années anglaises, Παρίσι, Seuil, 1981, σ. 76-77, 79.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος