Skip to main content

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης: Το Αγιασμένο και Προδομένο Εικοσιένα

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Το Αγιασμένο και Προδομένο Εικοσιένα

 

Πρόλογος

Πλησιάζουμε στη συμπλήρωση διακοσίων ετών από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821* (1821-2021), και δυστυχώς αυτά για τα οποία αγωνίσθηκαν και έχυσαν το αίμα τους οι ηρωικοί πρόγονοί μας, η χριστιανική δηλαδή πίστη και η εθνική ελευθερία, ακόμη δεν έχουν κατορθωθή. Από της πλευράς αυτής δικαιολογείται ο τίτλος Το αγιασμένο και προδομένο ’21, διότι ενώ ο αγώνας είχε αγιασμένες όντως ρίζες, γιατί προερχόταν από την αγιασμένη φύτρα της Ρωμιοσύνης των μεγάλων Αγίων και Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είχε τραφή μετά την άλωση από το αίμα των Νεομαρτύρων της Τουρκοκρατίας, και ενώ ο πόθος της εθνικής ανεξαρτησίας, “το ποθούμενον” του Αγίου Κοσμά, ήταν η κινητήρια δύναμη του αγώνος, υπήρξε σταδιακά και συστηματικά σχεδιασμένη από ξένες δυνάμεις προδοσία των δυο αυτών βασικών στόχων της Επαναστάσεως.

Απελευθερωθήκαμε από τους Τούρκους και υποδουλωθήκαμε στους Φράγκους, στους Δυτικούς δήθεν συμμάχους μας, οι οποίοι και την Ορθόδοξη πίστη αφανίζουν με ντόπιους εκκλησιομάχους συνεργάτες τους στο χώρο της πολιτικής και της εκκλησιαστικής ηγεσίας και την εθνική ανεξαρτησία έχουν εκχωρήσει σε ξένα κέντρα ανθελληνικών δυνάμεων, τώρα δε και θεσμικά στην Ενωμένη Ευρώπη και στους σχεδιασμούς των Βρυξελλών. Ο στόχος της πολιτικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης της Ελλάδος στην Δύση έχει επιτευχθή πλήρως. Σε λίγο η Ελλάδα δεν θα έχει καμμία σχέση με το πνεύμα του αγιασμένου ’21, το οποίο προδόθηκε από την πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία του τόπου. Και μόνο το γεγονός ότι επί διακόσια χρόνια δεν έχουμε εκπληρώσει το “τάμα του έθνους” το κτίσιμο δηλαδή του ναού του Σωτήρος Χριστού ως ευχαριστήρια προσφορά για την απελευθέρωσή μας από τους Αγαρηνούς του Ισλάμ, ενώ είμαστε έτοιμοι να κτίσουμε μουσουλμανικά τεμένη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και να εισαγάγουμε τις ισλαμικές σπουδές στην μέχρι τώρα Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης, μεταξύ πολλών άλλων, δείχνει το μέγεθος της προδοσίας του ΄21.

Όσα αναπτύσσονται στο ανά χείρας τεύχος της σειράς Καιρός προέρχονται από εισήγηση που ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων για τα ΚΣΤ΄ Πάτρια, στη Ράχη Πιερίας, που ήταν αφιερωμένες στην επανάσταση του 1821. Αποτελούσε την γενική εισαγωγική εισήγηση της πρώτης ημέρας του επιστημονικού συνεδρίου, στο οποίο ανακοινώθηκαν και άλλες ενδιαφέρουσες εισηγήσεις (17-21 Οκτωβρίου 2013).

Τα επίθετα του τίτλου “αγιασμένο” και “προδομένο” Εικοσιένα είναι παρμένα το πρώτο από σχετικό άρθρο του Φώτη Κόντογλου “Η αγιασμένη Επανάσταση” στο βιβλίο του Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, Αθήναι, 1980, σελ. 275-279, και το δεύτερο από το βιβλίο του Γ. Βαλέτα, Το προδομένο Εικοσιένα. Η πνιγμένη Αναγέννηση. Η επαναστατική κληρονομιά, Αθήνα, 1979, εκδ. Φιλιππότη. Ο Βαλέτας έχει δίκαιο εκτιμώντας ότι το Εικοσιένα προδόθηκε και εντοπίζει σωστά μερικούς από τους προδότες, λόγω όμως της μαρξιστικής αριστερής ιδεολογίας του επεκτείνει την προδοσία και εκεί που δεν υπάρχει, στην Εκκλησία και στους Κοτζαμπάσηδες. Η προδοσία όμως εντοπίζεται, με βάση την εκκλησιαστική και εθνική αυτοσυνειδησία, σε άλλους παράγοντες, όπως φιλοδοξούμε να δείξουμε.

 

1. Μέσα στην βάρβαρη ανθρωπότητα κιβωτός πολιτισμού το Βυζάντιο

Σε λίγο θα γιορτάσουμε τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821 που είχε σαν συνέπεια την ίδρυση του μικρού τότε σε έκταση νεοελληνικού κράτους, που διευρύνθηκε στη συνέχεια σταδιακά με την προσάρτηση αρχικά της Επτανήσου και της Θεσσαλίας, κατόπιν της Κρήτης, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης, και τελευταία της Δωδεκανήσου, χωρίς πάντως να κατορθωθεί η κρατική ενοποίηση όλων των γεωγραφικών περιοχών, όπου σταθερά ήκμασε ο Ελληνισμός επί χιλιετίες. Και προ παντός, χωρίς να επιτευχθεί η επανάκτηση της αιώνιας πρωτεύουσας του Ελληνισμού, της κοσμοξάκουστης βασιλεύουσας, της Κωνσταντινούπολης.

Καυχώμαστε για την κλασσική Ελλάδα των προχριστιανικών χρόνων και τα επιτεύγματα των αρχαίων προγόνων μας στην φιλοσοφία, την επιστήμη, την τέχνη. Καυχώμαστε για το γιγάντιο εκπολιτιστικό έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και όλης της ελληνιστικής περιόδου, που προετοίμασε και διευκόλυνε με την χρήση της ελληνικής γλώσσης το κήρυγμα και την διάδοση του Ευαγγελίου σε όλη την ελληνίζουσα τότε Οικουμένη. Καυχώμαστε, γιατί κατά θεία ρύθμιση και πρόνοια ο τέλειος λόγος του Θεού ενυλώθηκε και εκφράσθηκε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης με το τελειότερο μέχρι σήμερα γλωσσικό όργανο, την ελληνική γλώσσα. Μα περισσότερο καυχώμαστε, γιατί ο διεσπασμένος πάντοτε και διηρημένος Ελληνισμός, ακόμη και μετά την ολιγοχρόνια ενοποίησή του από τον Μακεδόνα στρατηλάτη, ενοποιήθηκε για πρώτη φορά και δοξάσθηκε και μεγαλούργησε όχι σε ένα μικρό κράτος-πόλη, αλλά σε μια οικουμενικών διαστάσεων με μεγαλειώδη πνευματικά κατορθώματα ελληνική αυτοκρατορία, την Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου.

Ο Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο εξαιρετικό ποίημά του για τον μαρτυρικό εθνάρχη της Κύπρου Κυπριανό, ο οποίος μαρτύρησε το 1821, συμπαριστάμενος στην εξέγερση, βάζει στo στόμα του τα εξής λόγια, που εκφράζουν την συνείδηση και την περηφάνεια όλων των αγωνιστών του ΄21 για τις εθνικές και πολιτιστικές τους ρίζες, για την πολιτική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Τα απευθύνει προς τον Τούρκο πασά που τον ανέκρινε και τον βασάνιζε:

Ἡ Ρωμιοσύνη ἔν φυλή συνόκαιρη τοῦ κόσμου.
Κανένας δέν εὑρέθηκε γιά νά τήν ἐξαλείψῃ,
κανένας, γιατί σκέπει την ᾿πό τἄψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ρωμιοσύνη θά χαθῇ, ὄντας ὁ κόσμος λείψει.

Ο Εθνομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός (1756 – 1821).

Πέρασε δύσκολες ιστορικές περιόδους ο Ελληνισμός. Απέφυγε τον εκρωμαϊσμό μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση και με την δύναμη την πνευματική που διέθετε παρ’ ολίγον να εξελληνίσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, πολλοί λόγιοι της οποίας, ιδιαίτερα ποιηταί, διαμαρτύρονται, διότι η στρατιωτικά και πολιτικά κατακτημένη Ελλάδα, κατέκτησε και ενίκησε πολιτιστικά τον κατακτητή.¹ Ό,τι δεν κατορθώθηκε τότε με ανθρώπινες δυνάμεις κατορθώθηκε στην Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου, με την εξ΄ ύψους δύναμη του Τιμίου Σταυρού και την ουρανόθεν, από τα ύψη, ενθάρρυνση του Μ. Κωνσταντίνου να ιδρύσει την ελληνική Ανατολή, με πωτεύουσα το ελληνικό μικρό Βυζάντιο, την μετέπειτα Κωνσταντινούπολη, το πρώτο χριστιανικό κράτος, το οποίο γρήγορα εξελληνίσθηκε.

Κατά τον Φώτη Κόντογλου, “μέσα στη βάρβαρη ανθρωπότητα το Βυζάντιο ήτανε η κιβωτός η σφραγισμένη, που φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικό θησαυρό, αποχτημένον με τον πόνο και την πίστη. Σαν χάλασε αυτή η κιβωτός, και σκορπιστήκανε οι θησαυροί της, ο κόσμος θράφτηκε πνευματικά από τα ψίχουλα που μαζέψανε κάποιοι Έλληνες και τα πήγανε στα δυτικά έθνη”.²

Και αν τα δυτικά έθνη ετράφησαν εν μέρει πνευματικά με τα αγαθά της παιδείας που κουβάλησαν οι φυγάδες Έλληνες λόγιοι, πριν και μετά την άλωση του 1453, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η αρξάμενη ήδη εκεί ανθρωπιστική αναγέννηση, ενωρίτερα, μέχρι την εμφάνιση των Γερμανών-Φράγκων στο ιστορικό προσκήνιο τον 9ο αιώνα, ολόκληρη η λατινική Δύση ήταν προσκολλημένη και προσαρτημένη στην ελληνική Ανατολή, στην ενιαία ελληνορωμαϊκή αυτοκρατορία, τρεφόμενη όχι με τα ελάχιστα ψίχουλα των φυγάδων λογίων, αλλά με τον επιούσιο άρτο της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής, ο οποίος κουβαλούσε συνθετικά και αφομοιωτικά και τα υγιή στοιχεία της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπως αυτά είχαν προσληφθή ήδη από την εποχή της Καινής Διαθήκης και διατηρήθηκαν και αυξήθηκαν από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας. Μέχρι την εμφάνιση των Φράγκων η Δύση ήταν μαθήτρια της Ανατολής στα δόγματα, στη λατρεία, στην πνευματική ζωή. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι μεγάλες σύνοδοι, οι μεγάλοι Άγιοι Πατέρες, ο μεγαλειώδης θεσμός του Μοναχισμού, η εκκλησιαστική γραμματεία, η λατρεία, η υμνογραφία, η τέχνη και πολλά άλλα, στην Ανατολή κυρίως εμφανίσθηκαν και άνθισαν και από εκεί εφώτισαν και την “δυτικήν αμαυρότητα”³ κατά υμνογραφική έκφραση.

Ο ίδιος πνευματικά ζωοποιός άρτος μεταδόθηκε από το Βυζάντιο, ιδιαίτερα από την εποχή του Μ. Φωτίου και προς τους σλαβικούς λαούς του Βορρά, η προς τους οποίους επέκταση της Ορθοδοξίας διηύρυνε τα πνευματικά και γεωγραφικά όρια της Ρωμιοσύνης, έδωσε ανάσα ζωής στον Ελληνισμό, νέο ζωτικό χώρο, απέναντι δυο ισχυρών εχθρών που επιδίωκαν να συρρικνώσουν την αυτοκρατορία. Απέναντι στο Ισλάμ των Αράβων και κατόπιν των Τούρκων από την Ανατολή και απέναντι των Γερμανών-Φράγκων από τη Δύση. Είναι άκρως χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο που οι Τούρκοι αφαιρούν ανατολικές επαρχίες από τα ανατολικά της αυτοκρατορίας, την ίδια εποχή οι Φράγκοι όχι μόνον αποκτούν εδάφη και ιδρύουν φραγκικά κρατίδια, αλλά κατακτούν στρατιωτικά την Κωνσταντινούπολη το 1204 κατά τη διάρκεια των επαίσχυντων σταυροφοριών. Πριν από την άλωση του 1453, η Ρωμιοσύνη γνώρισε την άλωση του 1204, η οποία, κατά γενική σχεδόν εκτίμηση των ιστορικών συνετέλεσε, με την εξασθένηση που επέφερε, να πέσει τελικά η αυτοκρατορία στα χέρια των Τούρκων.

Eugène Delacroix, Entrée des Croisés à Constantinople (Είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη), 1840 Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Πάντως ούτε οι Φράγκοι, καθοδηγούμενοι από τον πάπα, παρά τις βιαιότητες και τις πιέσεις και τις υποσχέσεις βοηθείας, κατώρθωσαν να εκλατινίσουν, να φραγκέψουν τους Ορθοδόξους, γιατί αντέδρασαν μεγάλες μορφές του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ο Μ. Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός, ούτε να τους εξισλαμίσουν οι Τούρκοι μετά την άλωση της Πόλης το 1453, γιατί και πάλι εμποδίστηκαν από την εθναρχούσα Εκκλησία, που ανέλαβε να συντηρήσει το Γένος και το επέτυχε με μεγάλες μορφές αγίων κληρικών και διδασκάλων, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οι Άγιοι Κολλυβάδες, ο Ηλίας Μηνιάτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης και πλείστοι άλλοι. Έχει μάλιστα παρατηρηθή ότι, μολονότι ο Ελληνισμός του Βυζαντίου μεταξύ του 1204 και του 1453 πολιτικά είναι αδύναμος και εξασθενημένος, πολιτιστικά και πνευματικά παρουσιάζει επί της εποχής των Παλαιολόγων αξιοσημείωτο δυναμισμό σε όλους τους τομείς του πνευματικού βίου, ιδιαίτερα στον χώρο της Θεολογίας, όπου λόγω του κινήματος του Ησυχασμού και της προφητικής και δυναμικής παρουσίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτυγχάνει η Δύση να εκδυτικίσει, να φραγκέψει την Ανατολή, με τις ιδέες που μετέφερε εκείθεν ο ουμανιστής λόγιος μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός.⁴ Δεν ήσαν ευκαταφρόνητες οι δυνάμεις που επεδίωκαν από τότε τον εκδυτικισμό της Ανατολής, όπως φάνηκε στην συνέχεια από την διαμάχη μεταξύ Λατινοφρόνων και Ορθοδόξων, που κακώς από δυτική επίδραση τους ονομάζουμε ενωτικούς και ανθενωτικούς,⁵ που κατέληξε στην ταπεινωτική για τους Ορθοδόξους υπογραφή του όρου της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438-39, δεκατέσσερα μόνο χρόνια πριν από την άλωση, η οποία ευτυχώς έμεινε στα χαρτιά, γιατί απορρίφθηκε από την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Αυτό οφείλεται στον πνευματικό δυναμισμό του Ορθοδόξου πολιτισμού, και ήταν συγχρόνως ένα σημάδι πως αυτός θα άντεχε, ακόμη και αν, όπως όλα έδειχναν, υπέκυπταν οι Ρωμιοί στους πολιτιστικά λιγώτερο επικίνδυνους Τούρκους. Ήταν μία άσκηση αντοχής των Ορθοδόξων, που τα κατάφερναν, όταν ο Θεός, λόγῳ της αξιωσύνης των, τους έστελνε άξιους ηγέτες. Η αποφυγή αυτή του εκλατινισμού, του φραγκέματος, αποτελεί την τρίτη νίκη του Ελληνισμού, μετά την αποφυγή του εκρωμαϊσμού και μετά τον εξελληνισμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, για να ακολουθήσει και τέταρτη νίκη, η αποφυγή του εξισλαμισμού και ο παρ’ ολίγον εξελληνισμός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Πριν περάσουμε σ’ αυτήν την περίοδο που οδηγεί κατά αγιαστικό και εξιλαστήριο τρόπο στην Επανάσταση του 1821, δεν πρέπει σημειολογικά να παραλείψουμε την επισήμανση, που έχει σχέση με κάποιες προδοτικές ισχυρές κινήσεις μετά το 1821, που επεδίωκαν την εις βάρος του χριστιανικού Ελληνισμού της Ορθοδοξίας αναβίωση του παγανιστικού Ελληνισμού της αρχαίας Ελλάδος. Αναφερόμαστε στην ουτοπική προσπάθεια του Ιουλιανού του Παραβάτη, τον 4ο αιώνα, να επαναφέρει τον παγανιστικό Ελληνισμό της αρχαίας Ελλάδος στην αρχή του βίου της ελληνορωμαϊκής βυζαντινής αυτοκρατορίας, την οποία επιτυχώς αντιμετώπισαν οι Τρεις Ιεράρχαι και άλλοι Πατέρες,⁶ και στην παρόμοια προσπάθεια στο τέλος του βίου της αυτοκρατορίας, του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού, τον 15ο αιώνα, που επιτυχώς και ακινδύνως αντιμετώπισε επίσης η μεγάλη προφητική φυσιογνωμία του Ελληνισμού, ο Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος από Θεού πατριάρχης και εθνάρχης μετά την άλωση.⁷ Με την δική του θεμελιώδη και αποφασιστική συμβολή η άλωση περιορίσθηκε στο σώμα της αυτοκρατορίας, στην στρατιωτική μόνο κατάκτηση, και δεν αφάνισε την ψυχή, το πνεύμα, τον πολιτισμό της. Τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους υπόσταση, αλλά όταν χάσουν τον πολιτισμό, την ψυχή τους. Το Βυζάντιο επεβίωσε κατά την Τουρκοκρατία όχι μόνο πνευματικά, αλλά και πολιτικά. Η Εκκλησία ξαναέστησε την αυτοκρατορία κάτω από τη διοίκηση των Οθωμανών, ανέστησε το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, και εδημιούργησε ως εθναρχικό Κέντρο το Φανάρι, ένα από τα ισχυρότερα κέντρα εξουσίας που εγνώρισε ο κόσμος, όπως αναπτύσσει ο Ρουμάνος ιστορικός Γιόργκα στο βιβλίο του Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, εννοώντας την Ρωμιοσύνη της Τουρκοκρατίας.⁸

 

2. Η πονεμένη Ρωμιοσύνη. Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο. Θρύλοι και παραδόσεις

Αυτό το Βυζάντιο, αυτή η πονεμένη Ρωμιοσύνη του Κόντογλου, έφθασε, ακέραια και ατόφια, εξαγιασμένη μέσα στα αίματα των νεομαρτύρων και στην κακοπάθεια την ασύλληπτη από τους διωγμούς και την βαρβαρότητα των απολίτιστων Αγαρηνών, μέχρι το 1821, χωρίς να σκύψει το κεφάλι της και να παραδοθεί, χωρίς να προδώσει την πίστη της στον Χριστό και να λησμονήσει μέσα στην καταφρόνια και στην ταπείνωση την εθνική της αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια. Ακόμη και με τους βίαιους εξισλαμισμούς και την αφαίμαξη των δυνάμεων του Γένους με το φοβερό θεσμό του παιδομαζώματος και τα τάγματα των Γενιτσάρων, όχι μόνο αποφεύχθηκε η πολιτιστική, η αληθινή άλωση, αλλά τονώθηκε η πίστη της και αυξήθηκαν οι πνευματικές της δυνάμεις, ώστε ποτέ, ούτε μία στιγμή, να παύσει να πιστεύει ότι με την βοήθεια του Θεού θα αναστηθεί ο μαρμαρωμένος βασιληάς, ο παπάς που είναι κρυμμένος μέσα στ’ Άγιο Βήμα θα τελειώσει την λειτουργία στην Αγία Σοφία, που είχε μείνει ατέλειωτη, και θα βγη να κοινωνήσει τα ευζωνάκια που θα πάρουν την Πόλη. Την Παναγιά την Δέσποινα, που δάκρυσε, όταν πάρθηκε η Πόλη, την παρηγορεί ο αδάμαστος Έλληνας Ρωμιός: “Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θάναι”.

Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς που στον Δωδεκάλογο του Γύφτου ύμνησε το μεγαλείο της Κωνσταντινούπολης, όπου με ερωτόπαθη μανία, λαχτάριζαν κόσμοι αντίμαχοι να αγκαλιάσουν την πανώρια Βοσπορίτισσα, τη μία, και όπου οι βάρβαροι δυσκολοταίριαστοι στη Ρωμαία των Κωνσταντίνων πολεμούσαν κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων,⁹ στην Φλογέρα του Βασιληά αναφέρεται στον Μαρμαρωμένο βασιληά και στην Κόκκινη Μηλιά:

“Τι κι’ αν τον κρατάς, δεν τον έφαγες άδη.
Δεν πέθανε. Μαρμάρωσε. Κοιμάται. Θα ξυπνήση.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς και θα ξυπνώ απ’ το μνήμα
το μυστικό και το άβρετο που θα με κλιή, θα βγαίνω
και την χτιστή Χρυσόπορτα ξεχτίζοντας θα τρέχω.
Και καλιφάδων νικητής και τσάρων κυνηγάρης
πέρα στην Κόκκινη Μηλιά θα παίρνω την ανάσα.”

Οι μύθοι του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς.

Λεπτομερέστερα για την Κόκκινη Μηλιά και ο ποιητής Γεώργιος Στρατήγης θα μας τραγουδήσει την ελπίδα του Γένους:

Το παραμύθι του παππού μου αλήθεψε,
Των δόλιων σκλάβων τ’ όνειρο κ’ ελπίδα,
Στην Κόκκινη Μηλιά θα φύγης, τύραννε,
Στην σκοτεινή, την πρώτη σου πατρίδα.
Το δέντρο εκείνο ο Σατανάς το φύτεψε
Και κόκκινα σαν αίμα έχει τα φύλλα
Και τον κορμό και τ’ άνθη και τους κλάδους του
Κι’ είναι σαν σάρκα ανθρώπινη τα μήλα.
Εκεί θα πας να στήσης τα τσαντήρια σου
Κι’ αυτών των Ατσιγγάνων καταφρόνια
Ώσπου μια μέρα το όνομά σου το άτιμο
Στην Ιστορία θα σβύση αιώνια, αιώνια.
Γιατί η Μηλιά που πέντε αιώνες θέριεψε,
Της μάννας σας της Κόλασης το θρέμμα,
Σαν πάψη να ρουφάη των σκλάβων δάκρυα
Και των παπάδων και παιδιών το αίμα
Μιά μέρα θα λιμάζη, κι’ απ’ την πείνα τους
Οι κλάδοι μύριες όχεντρες θα γείνουν
Και κάθε φύλλο βδέλλα, κι’ απ’ τις φλέβες σου,
Μαύρη γενιά, θα πίνουνε, θα πίνουν”.¹º

Για την “Κόκκινη Μηλιά”, τοποθεσία την οποία η φαντασία των υποδούλων έθετε στα βάθη της Μ. Ασίας, απ’ όπου ξεκίνησαν οι Τούρκοι, είναι γνωστή και η προφητεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού που λέγει: “Οι Τούρκοι θα φύγουν, αλλά θα ξανάρθουν πάλι και θα φθάσουν ως τα Εξαμίλια. Στο τέλος θα τους διώξουν εις την Κόκκινη Μηλιά. Από τους Τούρκους το 1/3 θα σκοτωθή, το άλλο τρίτο θα βαπτισθή, και μονάχα το 1/3 θα πάη στην Κόκκινη Μηλιά”. Σχολιάζοντας την προφητεία αυτή του Αγίου Κοσμά, άλλη προφητική μορφή των καιρών μας, ο όσιος Γέροντας μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης γράφει: “Και μήπως η ανωτέρω προφητεία δεν επλησίαζε να γίνη πραγματικότης, ότε το 1921 ο ελληνικός στρατός κατά την εις Μ. Ασίαν προέλασίν του έφθασε μέχρι των προθύρων της Αγκύρας; Όλοι τότε είχαν την εντύπωσιν, ότι επέκειτο η εκπλήρωσις της προφητείας. Αλλ’ αλλοίμονον!!! Η διχόνοια, η οποία κατά τον εθνικόν ποιητήν κρατεί το σκήπτρον, εματαίωσε τας ελπίδας”.¹¹

 

3. Η αληθινή άλωση μετά το 1821. Ο εκδυτικισμός της Ελλάδος

Εμείς ας προσθέσουμε ότι η ματαίωση των ελπίδων, εκτός από τη διχόνοια, οφείλεται και στο σχεδιασμό των Μεγάλων Δυνάμεων, των Φράγκων και των διαδόχων τους, οι οποίοι, αφού εσμίκρυναν τη Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου, και λίγο πριν από την άλωση ήταν η σκιά του εαυτού της, με ελάχιστη εδαφική έκταση στην Θράκη, σε μερικά νησιά του Αιγαίου, στον Μυστρά και στην Τραπεζούντα, την άφησαν και μετά το 1821 μικρή και αδύναμη μέχρι σήμερα. Την εξασθενούν από τότε με δάνεια και οικονομική αφαίμαξη, ώστε να αναγκασθεί να υποκύψει, να ταπεινωθεί, να ασχολείται με την φτώχεια και την καθημερινή της επιβίωση, να λησμονήσει την μεγαλωσύνη της Αρχαίας Ελλάδος, της Ρωμιοσύνης του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας, και να καταντήσει μια φτωχή επαρχία των Βρυξελλών με τους πολίτες της ευχαριστημένους να περιποιούνται τους ξένους τουρίστες έναντι ενός πινακίου φακής, δούλοι των Δυτικών και Ανατολικών, από υπερήφανοι αφέντες και αρχόντοι. Και το χειρότερο, όπως θα δούμε και θα αναπτύξουμε, είναι ότι, ενώ στην Τουρκοκρατία με πολύ κόστος κρατήσαμε τον πολιτισμό μας, έμεινε άφθαρτη η φύτρα και έδωσε νέους βλαστούς και το δένδρο ξαναβλάστησε το 1821, εκτιμάται από πολλούς ότι τώρα κινδυνεύει και η φύτρα μας, ότι διανύουμε την χειρότερη περίοδο του ιστορικού μας βίου, ότι η αληθινή άλωση δεν έγινε το 1453 από τους Τούρκους. Η αληθινή άλωση και η προδοσία του 1821 άρχισε να γίνεται σταδιακά μετά το 1821 με πολλούς τους παράγοντες που προσπάθησαν και προσπαθούν να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του 1821, να το αποκόψουν από τις αγιασμένες ρίζες της Ρωμιοσύνης του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας, να πλήξουν κυρίως την Εκκλησία και την Ορθόδοξη πίστη, η οποία διέσωσε την εθνική αυτοσυνειδησία των υποδούλων, ώστε αλλοτριωμένοι οι Έλληνες από το ιστορικό τους παρελθόν να είναι ευάλωτοι στις αντεθνικές και αντιεκκλησιαστικές επιδιώξεις, και προ παντός χωρίς αντιστάσεις στις αφομοιωτικές διαδικασίες και στους σχεδιασμούς των Μεγάλων.¹²

Προκαλεί εντύπωση η ειλικρίνεια σύγχρονων κοινωνιολόγων ότι “η ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού θα μπορούσε να ιδωθεί ως μία διαδικασία αποσύνδεσης της πολιτικής από την πολιτιστική ταυτότητα”¹³ και ότι “στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες το νέο φυτρώνει επάνω στο παλιό, και ο εκσυγχρονισμός σέβεται τις παραδόσεις και οικοδομεί επάνω τουςΣτην Ελλάδα αντίθετα η ίδια η έννοια της παράδοσης είναι προβληματική…επιδιώκεται μία ρήξη με το παρελθόν και ex nihilo κατασκευή μιας σύγχρονης ιδεατής δομής”.¹⁴ Και για να μην υπάρχει αμφιβολία που απέβλεπε και που αποβλέπει η διαδικασία αποσύνδεσης των Ελλήνων από την πολιτιστική τους ταυτότητα, η ρήξη με το παρελθόν και η εκ του μηδενός δημιουργία μιας σύγχρονης ιδεατής δομής, έρχεται άλλος πολιτικός επιστήμων και διπλωμάτης να μας εξηγήσει ότι αυτή η ρήξη με το παρελθόν πέτυχε, και ότι η Ελλάδα έπαυσε πλέον να είναι ένας ξεχωριστός χώρος με τις δικές του πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Ακούστε τι γράφει με αφοπλιστική όντως ειλικρίνεια ο Χ. Ροζάκης, ο οποίος βέβαια απαξιωτικά βλέπει τις αντιστάσεις των ντόπιων δομών, γιατί παραμόρφωσαν τις εκσυγχρονιστικές επεμβάσεις: “Μέσα στον δέκατο ένατο αιώνα και ως τις αρχές του εικοστού το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το δίλημμα περιγράφεται σαφώς: είναι η Ελλάδα μια χώρα δυτικού προσανατολισμού που ασπάζεται και ενσωματώνει δυτικές αξίες και αρχές ή είναι μια ιδιότυπη περίπτωση, είναι χωριστός χώρος, με τις δικές του πολιτικές, κοινωνικές και βεβαίως πολιτιστικές ιδιαιτερότητες;…Οι απαντήσεις ευνοούσαν τον δυτικό προσανατολισμό, την δυτική της μοίρα και αφοσίωση. Η ελληνική πολιτική του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνος διακρίθηκε κυρίως για τη σαφή προτεραιότητα που έδωσε στον εκδυτικισμό των δομών του ελληνικού κράτους…Αν και αντιστάθηκαν οι ντόπιες δομές, που παραμόρφωσαν τις εκσυγχρονιστικές επεμβάσεις, ο δυτικός προσανατολισμός φαίνεται να επιβλήθηκε στην Ελλάδα”.¹⁵

Πριν από είκοσι χρόνια σε μία συλλογή άρθρων μου, που εξέφραζαν τους προβληματισμούς μου και της δεκαετίας του 1980 και της προηγουμένης έδωσα τον τίτλο “Φραγκέψαμε. Η ευρωπαϊκή μας αιχμαλωσία”,¹⁶ η νέα δηλαδή Φραγκοκρατία εντός της οποίας πορευόμαστε. Σεβαστός φίλος Αγιορείτης Μοναχός, ευγενικά μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε το “Φραγκέψαμε” του τίτλου να είχε ερωτηματικό, γιατί είχε την γνώμη ότι δεν είχαμε φραγκέψει ολοκληρωτικά. Οι εκφρασθείσες πιο πάνω γνώμες εγκύρων κοινωνιολόγων και πολιτειολόγων συνηγορούν υπέρ του Φραγκέψαμε χωρίς ερωτηματικό· απλώς υπάρχουν κάποιες ντόπιες αντιστάσεις, που δείχνουν την άλλη Ελλάδα με τον δικό της ξεχωριστό χώρο, τις δικές της αρχές και αξίες, τις δικές της πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Οι αντιστάσεις, όμως αυτές διαρκώς μειώνονται και σήμερα, μετά από τριάντα και σαράντα χρόνια, που αυτός ο εκδυτικισμός έχει επιβληθή και θεσμικά με την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, τείνουν σχεδόν να εξαλειφθούν.

 

4. Ο Γεννάδιος Σχολάριος μεγάλη προφητική φυσιογνωμία

Πριν, όμως σας παρουσιάσω και τις άλλες πλευρές της προδοσίας του Εικοσιένα και της αποκοπής του από τις ιστορικές και εθνικές συντεταγμένες, επιτρέψτε με ενδεικτικά να αναφερθώ στην διαφύλαξη της φύτρας που το εγέννησε χρησιμοποιώντας εισαγωγικά την σχετική φρασεολογία του Φώτη Κόντογλου από το άρθρο του “Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα”: “Η Ρωμιοσύνη”, γράφει, “βγήκε από το Βυζάντιο ή, για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία χρόνια του στάθηκε η ίδια η Ρωμιοσύνη… Ωστόσο, μ’ όλο που κόπηκε το μεγάλο εκείνο δέντρο της Ρωμιοσύνης, η φύτρα σώθηκε και πέταξε καινούριους βλαστούς, που λουλουδίσανε, κι’ ας πλάκωνε τον ραγιά η φοβέρα του θανάτου”.¹⁷

Ο πρώτος και καλύτερος που διαφύλαξε αυτήν την φύτρα μέσα στο χαλασμό και στο σκοτάδι μετά την άλωση ήταν ο πρώτος πατριάρχης-εθνάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, η μεγάλη αυτή προφητική φυσιογνωμία του Γένους, της Ρωμιοσύνης, του οποίου την μορφή και το έργο σχεδιασμένα κακοποίησε η δυτική ιστοριογραφία, την οποία άκριτα ακολούθησαν μερικοί δικοί μας αφελείς ή στρατευμένοι ιστορικοί και γραμματολόγοι, γιατί ήταν μεγάλος αντίπαλος του εκδυτικισμού, όπως με τη χάρη του Θεού αποδείξαμε στην μεγάλη μονογραφία που γράψαμε γι’ αυτόν και εκδώσαμε το 1980.¹⁸ Έκανε το παν για να αποτρέψει την ανανέωση του προδοτικού όρου της Φερράρας-Φλωρεντίας και να ξυπνήσει την ηγεσία και τον λαό, που πίστευαν στον μύθο πως η Πόλη θα σωθεί με την δυτική βοήθεια, ενώ εκείνος συνιστούσε να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις και στη βοήθεια του Θεού. Απευθύνεται πολλές φορές στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και στον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά, αλλά και προς τον λαό, για να εξηγήσει ότι η Πόλη μπορεί να σωθεί χωρίς την προδοσία της Πίστεως, οπότε θα πρόκειται περί διπλής σωτηρίας, και από τον τουρκικό κίνδυνο και από τον εκλατινισμό. Χρειάζεται απλώς να ξυπνήσουν οι κάτοικοι που κοιμούνται και περιμένουν να τους σώσει ο πάπας· να διαθέσουν τα χρήματα και τις σωματικές τους δυνάμεις και να παύσουν να πιστεύουν σε υπερόριους μύθους και σκιές, αν χρειασθεί να δώσουν και την ίδια την ζωή τους.¹⁹

Κανένα έθνος δεν θέλησε ποτέ να προδώση την πίστη του, μόνο και μόνο για να ευημερεί. Αντιθέτως πολλά έθνη εγκατέλειψαν τις παλαιές θρησκευτικές τους δοξασίες μέσα σε διωγμούς και βασανιστήρια, για να ακολουθήσουν την αληθινή θρησκεία του Χριστού. Και όταν δεν κατάφερε να αποτρέψει την προδοτική ενωτική λειτουργία, το συλλείτουργο με τους παπικούς, που έγινε πέντε μήνες πριν από την άλωση στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, κλείσθηκε μέσα στο κελλί του, όπου προσευχόταν για την σωτηρία του Γένους, χωρίς να αναμιγνύεται καθόλου εις τα κοινά· ανήρτησε απλώς στην θύρα του κελλιού του το ελεγκτικό κείμενο, όπου επεσήμαινε ότι μαζί με την πατρίδα χάνουν και την πίστη τους.²º Εθρήνησε πικρά για την πτώση και την άλωση και, όταν θεόθεν παρακινηθείς ο Μωάμεθ του παρεχώρησε τα γνωστά προνόμια, προφητικά διέβλεψε ότι το Γένος θα επανεύρει την πνευματική του υγεία και θα αναστηθεί.

Ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος και ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής.

Είναι συγκλονιστική αυτή του η προφητεία, που επαληθεύθηκε πλήρως με την επανάσταση του 1821 και την πρωτοπορία του κλήρου και των μοναχών στην πνευματική εξυγίανση και στην μετά από αυτήν εθνεγερσία: “Ὃθεν, εἰ μέλλει ποτέ το δείλαιον ἡμῶν γένος τόν ἣλιον εὐτυχέστερον ὁρᾶν αὐτοῖς ἐπιλάμποντα, ἐξ ἡμῶν αὖθις τῶν ἱερωμένων καί μοναχῶν ἀνατεῖλαι δεῖ την τῆς πνευματικῆς ὑγείας ἀρχήν, ἐρρωμένως και μετά σπουδῆς τήν τοιαύτην ἀναλαβομένων προαίρεσιν, και πολλή ἐλπίς ἐστιν ἐπί τῇ θείᾳ φιλανθρωπίᾳ το γένος ἡμῶν ἃπαν παντοίως ἀναρρωσθήσεσθαι”.²¹

Και η ανάρρωση αυτή του πνευματικά ασθενήσαντος Γένους, όπως την ασθένεια αυτή περιγράφει καλύτερα από κάθε άλλον, μπροστά στην πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία της Κωνσταντινούπολης, ο μεγάλων επίσης διαστάσεων ηγέτης μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος,²² άρχισε με το έργο του Γενναδίου Σχολαρίου ως πατριάρχου και ιδιαίτερα με την ίδρυση της Πατριαρχικής Ακαδημίας, συνεχίσθηκε δε αδιάκοπα μέχρι το 1821. Από το σύνολο αυτής της πνευματικής και συγχρόνως εθνικής προσφοράς της Εκκλησίας, μέσα στην οποία προέχει η ίδρυση κρυφών και φανερών σχολείων, ανάλογα με τη δυσκολία των καιρών και των τόπων, προέχουν δυο μεγάλοι σταθμοί· το έργο του ισαποστόλου Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και την ίδια εποχή, το δεύτερο μισό του 18ου αιώνος, το αναγεννητικό ησυχαστικό κίνημα των Κολλυβάδων Αγίων, του Αγίου Μακαρίου Νοταρά, του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και του Αγίου Αθανασίου του Παρίου.

Νικόλαος Γύζης, Το κρυφό σχολειό, 1885-1886, ιδιωτική συλλογή.

Με τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό ασχοληθήκαμε σε συνέδριο και εδώ στη Ράχη,²³ υπάρχουν μάλιστα εκδεδομένα και τα πρακτικά του, ενώ με τους Κολλυβάδες Αγίους ασχολήθηκαν πολλά συνέδρια, ιδιαίτερα στις πατρίδες των δυο, την Νάξο και την Πάρο, αλλά και στην Αθήνα και σε φερώνυμη του Αγίου Νικοδήμου Μονή,²⁴ εκατοντάδες δε μελετών εφώτισαν την προσφορά και του Αγίου Κοσμά και των Κολλυβάδων. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Κοσμάς με τις απλοϊκές αλλά δυνατές και καρποφόρες διδαχές του, ως και με την ίδρυση πολυαρίθμων σχολείων αναχαίτισε το κύμα των εξισλαμισμών και ενίσχυσε την αυτοσυνειδησία των υποδούλων απέναντι στον βάρβαρο κατακτητή. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Σαρδελής στο βιβλίο του Το Συναξάρι του Γένους Ολόκληρα χωριά που είχαν εξισλαμιστεί επανέρχονται στην Ορθοδοξία, χιλιάδες Έλληνες που μιλάνε βλάχικα, που έχουν χάσει τον Εθνισμό τους, ξαναμιλάνε ελληνικά, ξαναγίνονται Έλληνες και πυκνώνουν τις τάξεις του σιωπηλού αγώνα για το ποθούμενο…ο συγκλονιστικός αυτός ιεραπόστολος και εθναπόστολος αποτελεί την μεγαλύτερη λαοπαιδευτική μορφή της τουρκοκρατίας, την αδευτέρωτη και ανεπανάληπτη, τον Άγιο της Παιδείας, τον μεγάλο μύστη της Λευτεριάς, τον κορυφαίο αναγεννητή του Γένους”.²⁵

Σε άλλο επίπεδο, αλλά με τα ίδια αποτελέσματα, οι Άγιοι Κολλυβάδες διέγνωσαν τον εκ της Δύσεως κίνδυνο με την ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, του αθεϊστικού και εκκλησιομάχου, και συγχρόνως την ευρεία δράση των παπικών και προτεσταντικών ιεραποστολών, και όπως έπραξε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα, εξουδετερώνουν και αυτοί, ιδιαίτερα με την πληθωρική συγγραφική και εκδοτική παραγωγή έργων Πατέρων της Εκκλησίας, τον κίνδυνο του εκδυτικισμού, είτε ως εκλατινισμού και εκπροτεσταντισμού στην πίστη, είτε ως επαναφωτισμού του Γένους, με επιστροφή στην αρχαία Ελλάδα, όπως επεδίωξε ο Κοραής και οι συν αυτώ και οι μετ’ αυτόν, είτε του αθεϊστικού και εκκλησιομάχου Ορθολογισμού, χωρίς να αδιαφορήσουν βέβαια και για την αναχαίτιση των εξισλαμισμών, όπως ιδιαίτερα έπραξε ο Άγιος Νικόδημος ως αλείπτης νεομαρτύρων και συγγραφεύς του Νέου Μαρτυρολογίου. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και για τον Άγιο Κοσμά, που δεν παρέλειπε να προβάλλει την Ορθόδοξη Πίστη έναντι των αιρετικών της Δύσεως, ιδιαίτερα εναντίον του πάπα με την γνωστή ρήση του “τον πάπα να καταράσθε, αυτός είναι η αιτία” και με την άλλη θέση του, που συνθέτει τους δυο κινδύνους, λέγοντας ότι ο Μωάμεθ και ο πάπας είναι πρόδρομοι του Αντιχρίστου.²⁶

Θα μνημονεύσουμε από όλα αυτά την γνωστή ρήση του Αγίου Κοσμά, η οποία συνδέει το Βυζάντιο με την Τουρκοκρατία και πιο πέρα με το 1821 και επισημαίνει τον μεγάλο, τον χειρότερο κίνδυνο που διέτρεχαν οι υπόδουλοι από τους Δυτικούς σε σχέση με την Τουρκοκρατία: “Τριακοσίους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μάς έστειλε ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του έδωσε δια ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον· διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρκος άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις”.²⁷

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

 

5. Από την φύτρα του Βυζαντίου οι κλάδοι των αγωνιστών

που έφεραν την άνοιξη του ΄21

Από αυτήν την φύτρα του χριστιανικού βασιλείου εβλάστησαν κατά τον Φώτη Κόντογλου οι Αρματωλοί και οι Κλέφτες οι οπλαρχηγοί του αγώνος στην επανάσταση του 1821. Μνημονεύει κατ’ αρχήν όσα γράφει ο αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης στο έργο του Ενθυμήματα Στρατιωτικά: “Από τα διάφορα ιστορικά και εκκλησιαστικά συγγράμματα και από αυτά τα πράγματα γνωρίζοντες ότι η Ελληνική γλώσσα, ο χαρακτήρ και τα έθιμα του ελληνικού λαού, μετά την πτώσιν του Βασιλείου μας, εδιατηρήθησαν υπό την επαγρύπνησιν του Κλήρου μας και των διαφόρων πεπαιδευμένων του Έθνους μας και δια της κοινής ευλαβείας προς την αγίαν ημών Θρησκείαν”.

Γράφει ο Κασομούλης πως αρχαίο χειρόγραφο στο μοναστήρι του Κλιβονού, στην επαρχία Ασπροποτάμου, έγραφε πως ο αρχαιότερος και περιφανέστερος από όλους τους αρματωλούς ήτανε ο Μεγδάνης ή Μεϊντάνης από την Κοζάνη (1660-1690), την ζωγραφιά του οποίου, συμπληρώνει ο Κόντογλου, “έβαλαν στην εκκλησιά της Κατούνας μαζί με τους άγιους, κι’ ίσως και τ’ άρματά του. Τις ζωγραφιές των Καπετανέων που σκοτωνόντανε για τη λευτεριά συνηθίζανε να τις βάζουνε στις εκκλησίες, όπως βρισκότανε η ζωγραφιά του Αντρούτσου, του πατέρα του Οδυσσέα, στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα, κι’ άλλων οπλαρχηγών στην Ήπειρο και σε άλλα μέρη”.²⁸

Αναφέρει στη συνέχεια ο Κασομούλης πολλά ονόματα οπλαρχηγών που ηγήθηκαν στα προεπαναστατικά κινήματα, ανάμεσα στους οποίους μνημονεύει και τον Λάζο από τον Όλυμπο. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον παπα-Θύμιο τον Βλαχάβα και στον ηρωικό του θάνατο, όπως επίσης και στον Νίκο Τσιάρα, ο οποίος ξεμπαρκάρισε στο Λιτόχωρο με τριακόσιους άντρες, περικυκλώθηκε όμως από τον τουρκικό στρατό, μα πολέμησε σαν λιοντάρι και στο τέλος τους νίκησε και τους κυνήγησε. Για να επιταχύνει την εκδίωξή τους όρμησε απροφύλακτα εναντίον τους, τον πυροβόλησαν όμως θανάσιμα και τον πλήγωσαν “εις το υπογάστριον και εις τρία άλλα μέρη, ώστε να χυθούν τα έντερά του κατά γης· βαστών αυτά εις τας χείρας του, και επιστρέψας αταράχως εις το πλοιάριον, μετά μίαν ώραν εξεψύχησε. Απέθανεν ούτως ηρωικώς ο Νίκος Τσιάρας, τριάντα εξ ετών, εις το άνθος της ανδρικής του ηλικίας και άφησε την μεγαλυτέραν λύπην προς όλους τους συναδέλφους του, το 1807, περί τον Φεβρουάριον ή Μάρτιον. Άφησε την σύζυγον με μίαν θυγατέραν και έναν υιόν εις τα σπάργανα”. Και κλείνει ο Κόντογλου με τα εξής:

Τέτοιοι άντρες, απλοί και ταπεινοί που πεθάνανε
για της πατρίδος την ελευθερίαν
για του Χριστού την πίστην την αγίαν
με τέτοια απλά και αληθινά λόγια πρέπει να ιστορηθούν”.²⁹

Ο Νικόλαος Κασομούλης και τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά.

 

6. Κοινωνική ή εθνικοθρησκευτική Επανάσταση;

Η αναφορά αυτή στα προεπαναστατικά κινήματα και στους οπλαρχηγούς, που σαν κλάδοι εβλάστησαν από την φύτρα του Βυζαντίου, και ξανάνθισε το δένδρο της Ρωμιοσύνης, μας οδηγεί συνειρμικά στην πρώτη παρεξήγηση και παρερμηνεία του Εικοσιένα, κυρίως από μαρξιστάς και αριστερούς ιστορικούς και διανοούμενους, οι οποίοι ισχυρίζονται πως δήθεν η Επανάσταση του 1821 δεν είχε εθνικοθρησκευτικό χαρακτήρα, δεν απέβλεπε δηλαδή στην εκδίωξη του αλλόθρησκου και αλλοεθνούς κατακτητού, δεν ήταν πόλεμος “για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία”, αλλά είχε κοινωνικά και υλιστικά κίνητρα, ήταν μια κοινωνική επανάσταση, ένας εμφύλιος πόλεμος, των πτωχών εναντίον των πλουσίων, των λαϊκών τάξεων εναντίον των αρχόντων, Τούρκων και ντόπιων Κοτζαμπάσηδων, και ότι οι πρωταγωνιστές του αγώνος εμπνεύσθηκαν από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Για την τελείως ανιστόρητη αυτή, αντιεπιστημονική και ιδεολογικά κατασκευασμένη άποψη είναι τόσο βέβαιοι ώστε ισχυρίζονται πως όσοι δεν την δέχονται προδίδουν το εικοσιένα, όπως τιτλοφορεί το σχετικό βιβλίο του ο Γ. Βαλέτας Το προδομένο Εικοσιένα, με την διαφορά ότι η προδοσία επιστρέφει πίσω σ’ αυτούς που την εφεύραν. Δεν θα απαριθμήσουμε εδώ όσους εκπροσωπούν αυτήν την άποψη, η οποία συνοδεύεται μάλιστα και από αντιεκκλησιαστική αθεϊστική χροιά, με το επιχείρημα πως η Εκκλησία, ο κλήρος, δεν βοήθησαν την εξέγερση και ήταν με το μέρος των Τούρκων. Χρησιμοποιούν μάλιστα και το όνομα του πρωτομάρτυρος της ελευθερίας, του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄, επικαλούμενοι τον γνωστό αναγκαστικό και διπλωματικό αφορισμό της Επαναστάσεως για το καλό των υποδούλων, τον οποίο μάλιστα σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες ο πατριάρχης κρυφά τον ακύρωσε σε κρυφή μυστική ακολουθία³º. Οι πιο γνωστοί ανάμεσα σ’ αυτούς τους στρατευμένους στην μαρξιστική ιδεολογία ιστορικούς είναι ο Γιάννης Κορδάτος και ο Γιάννης Σκαρίμπας, μεταξύ άλλων ευαρίθμων.

Οι Έλληνες όμως, όπως φάνηκε και από την μικρή μας αναφορά στα προεπαναστατικά κινήματα, δεν περίμεναν την Γαλλική Επανάσταση, για να αρχίσουν την εξέγερση εναντίον του αλλόθρησκου και αλλοεθνούς κατακτητού. Ο Κωνσταντίνος Νούσκας, στο μικρό αλλά περιεκτικό και δυνατό σε επιχειρήματα βιβλίο του Η πραγματική όψη του 1821,³¹ αριθμεί πάνω από τριάντα προεπαναστατικά κινήματα, στην συντριπτική τους πλειοψηφία πριν από την Γαλλική Επανάσταση, η οποία εκτός από ταξικό και κοινωνικό χαρακτήρα είχε και αντιχριστιανική και αθεϊστική χροιά με σφαγές κληρικών στην επαναστατική γκιλοτίνα. Ο αγώνας όμως του 1821 ήταν εθνικός και θρησκευτικός, των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων, του Σταυρού εναντίον της ημισελήνου, ευλογημένος μέσα σε εκκλησιές και μοναστήρια με πρωτοστάτες και μπροστάρηδες τους κληρικούς. Είναι αμέτρητες οι σχετικές πληροφορίες μέσα από τα ίδια τα κείμενα του αγώνος και έχουν συγκεντρωθή από την σχετική βιβλιογραφία· με αφθονία μάλιστα βρίσκει κανείς πολλές απ’ αυτές στο εξαιρετικό βιβλίο του αγαπητού συμμαθητού, συναδέλφου στην Θεολογική Επιστήμη, κ. Πέτρου Γεωργαντζή, λαμπρού εκπαιδευτικού και ιστορικού της Θράκης και ιδιαίτερα της πατρίδος του Ξάνθης, που έχει τον τίτλο Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα. Αντίδραση ή προσφορά;³²

Και μόνο η σαφέστατη γνώμη του θρυλικού γέρου του Μωριά, ανάμεσα από πάμπολλες άλλες άλλων αγωνιστών, αρκεί να συντρίψει το ιδεολογικό κατασκεύασμα των αριστερών ιστορικών και διανοουμένων. Λέγει λοιπόν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: “Η επανάσταση η ειδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις είναι εναντίον των διοικήσεών των, είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο ιδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήταν έθνος με άλλο έθνος”.³³ Και στον γνωστό λόγο του στην Πνύκα προς την σπουδάζουσα νεολαία μεταξύ άλλων είπε: “Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα…αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπόν και εκάμαμε την επανάσταση”.³⁴

Είναι τόσο αστήρικτο το ιδεολογικό κατασκεύασμα για τον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης, που κύριο στόχο βέβαια έχει να πλήξει την Εκκλησία, τους κληρικούς, που δήθεν δεν βοήθησαν στον αγώνα, ώστε σοβαροί νεώτεροι αριστεροί ιστορικοί το έχουν απορρίψει. Μνημονεύουμε από αυτούς μόνον την γνώμη που εξέφρασε ο Λέανδρος Βρανούσης, κλείνοντας τις εργασίες σχετικού συμποσίου που έγινε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1981 από το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών (Κ.Μ.Ε.): “Άκουσα ότι έγινε λόγος χτες για τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του εικοσιένα και θα είναι νομίζω θετικό απόκτημα, αν με τις εργασίες αυτού του Συμποσίου εδραιωθεί η διαπίστωση και παγιωθεί ο ορισμός ότι το εικοσιένα ήταν αγώνας πρώτιστα και βασικά εθνικοαπελευθερωτικός. Αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία. Σε αυτό έγκειται όλο το μεγαλείο του, γι’ αυτό και μόνο είναι σταθμός στην ιστορία, σύμβολο και οδηγός. Δόξα λοιπόν στο αθάνατο εικοσιένα”.³⁵ Υπάρχει μάλιστα και η πληροφορία, που την οφείλουμε στον ιστορικό και βαλκανιολόγο Αχιλλέα Λαζάρου, ότι ακόμη και ο Γιάννης Κορδάτος “διόρθωσε την αρχική του άποψη ότι η Επανάσταση του 1821 ήταν κοινωνική. Παραδέχτηκε ότι ήταν εθνική”.³⁶ Αυστηρότερος, αλλά αληθινός, ο γνωστός μας χριστιανός λογοτέχνης Γεώργιος Βερίτης είπε σχετικά: “Εκείνοι που ισχυρίστηκαν την θέση αυτή ή είχαν χάσει εντελώς την αίσθηση του γελοίου ή δεν ήλθαν ποτέ στην παραμικρή ψυχική επαφή με τους ήρωες του ΄21… Εποποιίες όπως του Αρκαδίου, της Αλαμάνας και της Γραβιάς. Ολοκαυτώματα όπως του Μεσολογγιού δεν βρίσκουν την δικαίωση, αλλ’ ούτε και τη γενεσιουργό τους αιτία παρά μονάχα στην πίστη στα μεγάλα ιδανικά”.

Παναγιώτης Ζωγράφος, Η μάχη της Αλαμάνας.

 

7. Η αρχαιοπληξία του Κοραή συνδέει το Εικοσιένα με την αρχαία Ελλάδα

Ας έλθουμε σε μία άλλη σημαντική πλευρά του θέματος που αλλοίωσε τον χαρακτήρα του Εικοσιένα και εξακολουθεί να τον αλλοιώνει μέχρι σήμερα. Πρόκειται για την προσπάθεια να συνδεθεί το ΄21 αμέσως με την αρχαία Ελλάδα, ωσάν να είχαν αποκοπή τελείως οι ρίζες του Ελληνισμού επί δύο χιλιάδες χρόνια, και οι Έλληνες είχαν εξαφανισθή από το προσκήνιο της ιστορίας ή ήσαν υπόδουλοι και στον Μ. Αλέξανδρο και στην Ελληνική αυτοκρατορία του Βυζαντίου, δουλεία που συνεχίστηκε και στην Τουρκοκρατία. Πρόκειται για τον ψευτοκλασσικισμό του Κοραή και των ομοφρόνων του, των οποίων η σημαντική προσφορά προς τα ελληνικά γράμματα μειώνεται από την διχαστική αυτή εθνοπροδοτική στάση και θεωρία, που εξαλείφει τον Μακεδονικό Ελληνισμό και την Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου από την ιστορία του Ελληνισμού. Ευτυχώς βρέθηκαν οι μεγάλοι εθνικοί ιστορικοί Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος που αποκατέστησαν την διαχρονική ιστορική ενότητα του Ελληνισμού. Παρά ταύτα, αυτή η αρχαιολατρεία ή μάλλον αρχαιοπληξία του Κοραή, που μας παραπέμπει στις παρόμοιες ουτοπικές προσπάθειες του Ιουλιανού του Παραβάτη και του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού, είχε και έχει δυσμενέστατες συνέπειες στην παιδεία και στον πολιτισμό του νέου ελληνικού κράτους μετά το 1821, αφού συνετέλεσε στην δημιουργία εχθρικού κλίματος εναντίον του Βυζαντίου, έθρεψε τον αντιβυζαντινισμό και ειρωνεύθηκε τον Βυζαντινισμό, και εξοβέλισε τα φωτισμένα και απαράμιλλα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας από την σχολική παιδεία, όπου κυριαρχικά διδάσκονται μόνο κείμενα αρχαίων Ελλήνων κλασσικών. Με ένα ιστορικό άλμα μας πήγε από τον 19ο αιώνα στον αιώνα του Περικλή, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με ένα κενό ιστορίας 2.300 ετών. Είναι φοβερό να διαβάζεις όσα ο ίδιος ο Κοραής λέγει: “Ουαί, ουαί! Τέκνα μου αγαπητά, δυστυχείς απόγονοι των Ελλήνων. Εσυντρίφθη τέλος πάντων και ο ρωμαϊκός ζυγός και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες εκρημνίσθησαν από του Βυζαντίου τον θρόνον. Αλλά τους εκρήμνισαν τίνες; Τύραννοι ασυγκρίτως και βαρβαρώτεροι και σκληρότεροι απ’ εκείνους”. Σε άλλο σημείο: “Οι Έλληνες έπαθαν δια τας διχονοίας των, την δυστυχεστάτην απ’ όλας τας πολιτικάς μεταβολάς, την στέρησιν της προγονικής αυτονομίας και ισονομίας, κ’ εδέθησαν εις τον ζυγόν των Ρωμαίων, όστις έμελλε να φέρη έπειτα τον βαρύτατον ζυγόν των Γραικορωμαίων αυτοκρατόρων και τελευταίον τον οποίον σήμερον απετινάξατε ανυπόφορον ζυγόν των Τούρκων”. Αλλού ειρωνεύεται τους απλοϊκούς Ορθοδόξους, αυτούς τους χυδαίους, όπως λέγει, “οι οποίοι δι’ άλλο δεν επιθυμούν την καταστροφήν των Τούρκων παρά δια να ακούσωσιν την λειτουργίαν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας”, εξευτελίζων δε τον Ιουστινιανό, τον κτίτορα της Αγίας Σοφίας, επιλέγει: “Α, Ιουστινιανέ, Ιουστινιανέ! Ήθελα να ξεύρω τίς ωνόμασε μέγαν τον Ιουστινιανόν τούτον”.³⁷

Αυτήν την πτώχευση της ιστορίας μας, το στένεμά της, τη μιζέρια των αρχαιοπλήκτων του Κοραή, που μέσα στην ιδεολογική τους τύφλωση βλέπουν μόνον τον Παρθενώνα και κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στην Αγιά Σοφιά, την επεσήμαναν πολλοί στο παρελθόν και ο ομιλών. Καλύτερα από όλους θα μπορούσε να την παρουσιάσει η εκλεκτή ιστορικός και γραμματολόγος κ. Μαρία Μαντούβαλου, ειδική ερευνήτρια και γνώστρια του προσώπου και του έργου του Κοραή. Αντί για δική μου περαιτέρω ανάλυση διαβάζω σχετικό κείμενο του Γιώργου Θεοτοκά: “Φτωχός λοιπόν μας φαίνεται ο ζήλος των διανοητών που πασχίζουν να περιορίσουν την παράδοσή μας σ’ ένα μικρό διάστημα χρόνου, έξαφνα στις τρεις γενεές του 5ου αιώνα π.Χ. όσο κι αν είναι περίλαμπρη και καταπληκτική και μοναδική στην ιστορία του κόσμου η πνευματική συγκομιδή της κλασικής εποχής. Φτωχός και άγονος, γιατί στηρίζεται σε μια θεωρητική αφαίρεση, σε μια σύλληψη εργαστηριακή, αντίθετη στη ζωντανή πραγματικότητα του τόπου μας, που, εξόν από το πολύδοξο κλασικό ιδανικό, περιέχει, στη μνήμη της και στις κληρονομικότητές της, το θρύλο του Μεγαλέξανδρου, το απέραντο άνθισμα του ελληνιστικού κόσμου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα χίλια χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη μεγάλη της τέχνη, τον κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούριο Κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με το άλλο σ’ ενότητα οργανική”.³⁸

 

8. Η “Νέα Εποχή” του πολιτικού και θρησκευτικού Οικουμενισμού

προδίδει το Βυζάντιο και το ΄21

Η προβληματική, διαιρετική και πτωχευμένη θεώρηση της ιστορίας από τον Κοραή και τους λοιπούς του ψευτοκλασσικισμού, η οποία εν πάση περιπτώσει ήταν πατριωτική, μολονότι κουτσούρευε και κολόβωνε τον πατριωτισμό, περιορίζοντάς τον μόνον στην αρχαία Ελλάδα, βρίσκεται σήμερα σε υποχώρηση, πιεζόμενη στη σχολική παιδεία και στον πολιτισμό, αλλά και ακόμη και στον χώρο της Εκκλησίας, από μία πολύ χειρότερη και καλά σχεδιασμένη θεωρία και πράξη της Νέας Εποχής, η οποία με την Παγκοσμιοποίηση και τον συγκρητισμό επιχειρεί να καταργήσει τα έθνη και τις πατρίδες, να γκρεμίσει τα όρια των θρησκειών και των ομολογιών και να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο κράτος, σε μία πανθρησκεία. Οι εκλεκτοί της Νέας Εποχής στελεχώνουν πλέον θέσεις κλειδιά στο κράτος και στην Εκκλησία, έχουν την ευθύνη των αναλυτικών προγραμμάτων και των σχολικών εγχειριδίων, νοθεύουν και διαστρέφουν την ιστορία και το ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο προσπαθούν να μεταβάλουν σε θρησκειολογικό, εξοβελίζουν τους Πατέρες της Εκκλησίας με την γνωστή “Μεταπατερική Θεολογία”, προστατευόμενοι από πολιτικά κόμματα και κυβερνητικούς αξιωματούχους, αλλά και από πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους. Σε τι διαφέρει η βουλευτής Ρεπούση, που νοθεύει την ιστορία, από τον θεολόγο Γιαγκάζογλου, που πρωτοστατεί εδώ και χρόνια στην κατάργηση του Ορθοδόξου μαθήματος και στην μεταβολή του σε θρησκειολογικό, ενώ εξακολουθεί να έχει επιτελικές θέσεις στην Εκκλησία, κάτω από την προστατευτική ομπρέλα του αρχιεπισκόπου; Είχα εκφράσει παλαιότερα με άρθρο μου την λύπη και την πίκρα για την επιλεκτική στάση πολλών δικών μας διανοητών με εθνικές και πατριωτικές ευαισθησίες απέναντι στον Οικουμενισμό της Νέας Εποχής, τον οποίον καταδικάζουν, γιατί καταργεί τα εθνικά όρια, τις πατρίδες, αλλά σιωπούν για τον θρησκευτικό Οικουμενισμό της Νέας Εποχής επίσης,³⁹ ο οποίος γκρεμίζει τα όρια ανάμεσα στις θρησκείες και στις χριστιανικές ομολογίες, ως διαθρησκειακός και διαχριστιανικός Οικουμενισμός, εξισώνει την αλήθεια του Χριστού με τις άλλες θρησκείες που τις θεωρεί επίσης ως οδούς σωτηρίας και την Ορθόδοξη Εκκλησία με τις αιρέσεις του Παπισμού, του Προτεσταντισμού, των Μονοφυσιτών, τις οποίες θεωρεί ως αδελφές Εκκλησίες, συνδιαχειρίστριες της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αν οι άλλες θρησκείες και το Ισλάμ αποτελούν οδούς σωτηρίας, γιατί ήλθε ο Χριστός στον κόσμο, ως αποκλειστική αλήθεια και ζωή; Και αν το Κοράνι έχει σωτηριολογική αξία και το μοιράζουν οι πατριάρχες μας ως δώρο εδώ και εκεί, τότε γιατί οι Άγιοι Νεομάρτυρες έχυσαν το αίμα τους για να μη δεχθούν το Κοράνι και εξισλαμισθούν, και γιατί οι ήρωες του ΄21 αγωνίσθηκαν μέχρις αίματος για να διώξουν τον αλλόθρησκο κατακτητή; Δεν αποτελούν αυτά προσβολή των Αγίων μαρτύρων, άρνηση της αποκλειστικότητος του Ευαγγελίου του Χριστού, και προδοσία του πνεύματος της Επαναστάσεως του Εικοσιένα που έγινε πρώτα για του Χριστού την πίστη την Αγία και έπειτα για της πατρίδος την ελευθερία;⁴º

Αν ο Παπισμός και οι άλλες αιρέσεις είναι εκκλησίες αληθινές, είχαν τότε άδικο ο Μ. Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Μάρκος Ευγενικός, όλος ο ορθόδοξος λαός που απέρριψε την σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οι Άγιοι Κολλυβάδες, οι αγιασμένοι σ’ αυτήν την παράδοση Αρματωλοί και Κλέφτες και οι αγωνιστές του αγώνα. Χωρίς αυτούς όμως και ο εξισλαμισμός θα είχε επιτευχθή και ο εκλατινισμός μας· θα είχαμε τουρκέψει και φραγκέψει όλοι, και δεν θα υπήρχε ούτε το Εικοσιένα, ούτε ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία, για να τους εκπροσωπούν αναξίως πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες.

 

Επίλογος

Έθιξα ήδη με βάση τις διαπιστώσεις κοινωνιολόγων και πολιτειολόγων ότι η Ελλάδα μετά το 1821 έχει δεχθή, με ελάχιστες αντιδράσεις, τον εκδυτικισμό της, έχει σχεδόν πλήρως φραγκέψει· εγκατέλειψε τον δικό της πολιτισμό για την αναβίωση του οποίου έγινε το Εικοσιένα. Μετά την δολοφονία του μόνου άξιου κυβερνήτη, του Ιωάννου Καποδίστρια, και τον παραμερισμό μέχρι διωγμού και φυλακίσεων των αγωνιστών, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον Κολοκοτρώνη και τον Μακρυγιάννη, το Εικοσιένα προδόθηκε, και η προδοσία αυτή κορυφώνεται και ολοκληρώνεται σήμερα με την πλήρη ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την δουλεία στους Τούρκους την ανταλλάξαμε με την δουλεία στους Φράγκους. Ας συμμερισθώ τελειώνοντας την αισιοδοξία του Ίωνος Δραγούμη, ο οποίος πιστεύει ότι και “Ένας Έλλην νάμενε και όλοι οι άλλοι να πέθαιναν και να ήρχονταν Σουηδοί ή Ιρλανδοί ή Αιγύπτιοι να κατοικούσαν στην Ελλάδα, στα νησιά και στη λεκάνη του Αιγαίου, θα γίνονταν Έλληνες. Ο ένας ζωντανός Έλλην θα τους μάθαινε τη γλώσσα, ο ελληνισμός του θα μοιράζονταν σ’ όλους, θα χύνονταν επάνω τους και κείνοι θα τον έπιναν σιγά-σιγά όπως η γη πίνει το νερό ή το στουπόχαρτο, το μελάνι”.⁴¹ Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα του Κόντογλου, ας ελπίσουμε ότι θα διασωθεί και στη νέα αυτή περίοδο σκλαβιάς που είναι όπως έλεγε πολύ χειρότερη, γιατί δεν βρισκόμαστε μπροστά σε φανερούς εχθρούς, αλλά σε ήπιους και μαλακούς, σε κρυφοδαγκανιάρηδες. Ας ελπίσουμε ότι ο Θεός θα αναδείξει κάποιους σαν τον Μ. Φώτιο, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τους Αγίους Κολλυβάδες, νέους Κλέφτες και Αρματωλούς, Κολοκοτρωναίους, Παπαφλέσσες, Διάκους, Ανδρούτσους, Καραϊσκάκηδες, Μακρυγιάννηδες και Καποδίστριες, νέες Σουλιώτισσες και Μπουμπουλίνες. Χρειάζεται πολλή δουλειά για την λαϊκή αφύπνιση. Λίγο πριν την άλωση ο Γεννάδιος Σχολάριος λειτουργούσε ως ξυπνητήρι· “Ἐξυπνίσαι την πόλιν ἃπασαν δεινῶς ὑπνώττουσαν και το δεινόν ἐπιόν οὐκ αἰσθανομένην”.⁴² “Με λένε ξυπνητήρι και μ’ αρέσει αυτό το όνομα” γράφει ο Ίων Δραγούμης· “Ξυπνώ κάθε ύπνο, ανακατώνω κάθε στάχτη και βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. Ξυπνώ, ξυπνώ, ξυπνώ”.⁴³ Να γίνουμε όλοι ξυπνητήρια, σαν αυτό που χτυπά εδώ στη Ράχη πάνω από είκοσι χρόνια, για να μη προχωρήσει περισσότερο η νέα άλωση και για να ολοκληρωθεί το ανολοκλήρωτο Εικοσιένα του π. Γεωργίου Μεταλληνού, το αγιασμένο και πολυπροδομένο, όπως παρουσιάσαμε.⁴⁴

 

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε σε πολυτονικό σύστημα στη σειρά Καιρός. Θέματα Εκκλησιαστικής Επικαιρότητος, αρ. 22, Θεσσαλονίκη, 2015, 55 σελ. Διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία.

¹ Οράτιος: “Graecia capta ferum victorem cepit et artes intruit agresti Latio” (= “Η Ελλάς κατακτηθείσα κατέκτησε τον άγριον νικητήν και εισήγαγε τας τέχνας εις το αγροίκον Λάτιον”). Ιουβεννάλιος: “Non possum fere, Quirites, graecam urbem” (= “Δεν δύναμαι να ανεχθώ, πολίται, ελληνικήν την πόλιν”, εννοώντας την εξελληνισθείσα Ρώμη).

² Βλ. Το άρθρο “Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα”, στο βιβλίο του Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, σελ. 270.

³ Βλ. Στιχηρό μικρού εσπερινού 29ης Ιουνίου, εορτής των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου: “Ἒδωκας καυχήματα τῇ Ἐκκλησίᾳ φιλάνθρωπε, τούς σεπτούς Ἀποστόλους σου, ἐν ᾗ ὑπερλάμπουσι νοητοί φωστῆρες, Πέτρος τε και Παῦλος, ὣσπερ ἀστέρες λογικοί τήν οἰκουμένην περιαυγάζοντες, δι’ ὧν ἐφωταγώγησας τήν δυτικήν ἀμαυρότητα, Ἰησοῦ παντοδύναμε, ὁ Σωτήρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν”.

⁴ Για την θαυμαστή αυτή πολιτιστική άνθηση βλ. Μεταξύ άλλων και Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1997, σελ. 206ε.

⁵ Την ορολογία “ενωτικοί” και “ανθενωτικοί” την παραλάβαμε από τους δυτικούς ιστορικούς και θεολόγους, οι οποίοι ως ένωση εννοούν την ενσωμάτωση και υποταγή των Ορθοδόξων στον πάπα. Σ’ αυτήν την κακή ένωση όντως αντέδρασαν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και πολλοί άλλοι, που χαρακτηρίζονται αρνητικά ως ανθενωτικοί. Εκτός όμως από την κακή ένωση υπάρχει και η καλή ένωση, η συνδεδεμένη με την αλήθεια, που προϋποθέτει την αποκήρυξη των καινοτομιών και των αιρέσεων εκ μέρους του Παπισμού και την επιστροφή των Λατίνων εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Από της πλευράς αυτής, της ορθοδόξου, ενωτικοί, υπέρ της αληθούς δηλαδή ενώσεως, είναι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, οι προ αυτού, οι συν αυτῴ και οι μετ’ αυτόν Άγιοι Πατέρες, και ανθενωτικοί, εναντίον της αληθούς ενώσεως, ο Βησσαρίων και η παρέα του. Επομένως οι Ορθόδοξοι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε το “ενωτικοί” και “ανθενωτικοί” των Δυτικών, αλλά το Λατινόφρονες και Ορθόδοξοι.

⁶ Βλ. σχετικώς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Ἑπόμενοι τοῖς Θείοις Πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη, 1997, το κεφάλαιο “Οι Τρεις Ιεράρχαι και η πνευματική πορεία του Γένους”, σελ. 77ε.

⁷ Για τη μεγάλη προφητική αυτή μορφή του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας βλ. Την μονογραφία Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος – Συγγράμματα – Διδασκαλία, Θεσσαλονίκη, 1988. Πρώτη έκδοση 1980.

⁸ Ν. Iorga, Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, Αθήνα 1985, εκδ. Gutenberg.

⁹ Από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου, “Ερχομός”:
Και ήταν πέρα κάπου σε μια γη,
σε πηγή λαών και χρόνων·
και ήτανε στη Θράκη.
Και ήταν όπου κόσμου αντίμαχοι
με την ίδια ερωτόπαθη μανία
ν’ αγκαλιάσουνε λαχτάριζαν
την πανώρια Βοσπορίτισσα, τη μία,
και κατάλαμπρα ντυμένοι καταστάλαζαν
και φιλούσανε τα χώματα
και τα πόδια της πατούσαν·
σαν ακρίδες πέφταν οι λαοί,
μέλισσες εκεί οι λαοί πετούσαν.
Και ήτανε η πανώρια, δυο γιαλών
αφροκάμωτη νεράιδα,
κι ήσουν εσύ Πόλη ω Πόλη!
Και ήτανε της γης το περιβόλι,
και ήταν όπου σε μία δόξα
των Εθνών εταίριαζαν οι πόλοι,
και ήταν όπου από τα πέρατα του κόσμου
βάρβαροι δυσκολοταίριαστοι
στη Ρωμαία των Κωνσταντίνων
πολεμούσαν κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων.”

¹º Ολόκληρο το ποίημα για την “Κόκκινη Μηλιά”, βλ. εις Χαριλάου Αθανασιάδου, Η Μεγάλη Ιδέα, Αθήναι, 1977, σελ. 152.

¹¹ Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου, μητροπολίτου Φλωρίνης, Κοσμάς ο Ατωλος, Αθήναι, 2005, εκδ. “Ο Σταυρός”, σελ. 342-343, υποσημ. 111.

¹² Για τη μετά το 1821 αληθινή άλωση βλ. εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι, Θεσσαλονίκη, 1997, το κεφάλαιο “Η αληθινή άλωση”, σελ. 136εε.

¹³ Δ. Τσαούση, “Ελληνισμός και Ελληνικότητα” εις Ελληνισμός-Ελληνικότητα, Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Αθήναι, 1982, εκδ. Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, σελ. 24.

¹⁴ Κ. Τσουκαλάς, “Παράδοση κει Εκσυγχρονισμός: Μερικά γενικότερα ερωτήματα” εις Ελληνισμός-Ελληνικότητα, ενθ’ανωτ., σελ.38.

¹⁵ Χρ. Ροζάκης, “Η Ελλάδα στο διεθνή χώρο”, εις Ελληνισμός-Ελληνικότητα, ενθ’ανωτ., σελ. 110-111.

¹⁶ Πρωτοπρεσβύτέρου Θεοδώρου Ζήση, Φραγκέψαμε. Η ευρωπαϊκή μας αιχμαλωσία, Θεσσαλονίκη, 1994.

¹⁷ Φώτη Κόντογλου, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, Αθήναι, 1984, Εκδοτικός οίκος “Αστήρ”. Σελ. 270.

¹⁸ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, ένθ’ ανωτ., σελ 31ε.

¹⁹ Αυτόθι σελ. 176ε. Και μόνο το χωρίο που παραθέτουμε στη συνέχεια ανάμεσα από πολλά άλλα, συντρίβει τα μυθεύματα περί μοιρολατρικής δήθεν αντιμετωπίσεως του κινδύνου εκ μέρους του Σχολαρίου και αποθαρρύνσεως του λαού: “ Ἐξυπνίσαι την πόλιν ἅπασαν δεινῶς ὑπνώττουσαν καί τό δεινόν ἐπιόν οὐκ αἰσθανομένην, οὗ τήν ἀπαλλαγήν καί σώμασι καί χρήμασι καί πᾶσι τρόποις ἐξωνησάμενοι ἄν ὡς οἱ ἀπανταχοῦ σωφρονοῦντες, τοῖς μέν ἐντρυφῶσιν ὡς ἀπόνως σφίσι σωθησομένοις, σκιαῖς δέ τισι, καί μύθοις ὑπερορίοις τήν σωτηρίαν πιστεύουσιν, ὧν το μάλιστα προὒργου ἡ μετά τήν προδοσίαν τῆς ἀληθείας ἐκ τῶν παπικῶν χρημάτων ἐλπίς ἐστιν”. Άπαντα IV, 499. Περισσότερα για τη στάση του Γενναδίου πριν από την άλωση και κατ αυτήν βλ. εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, “Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο”, Θεοδρομία 8 (2006) 219εε.

²º Το κείμενο του ελεγκτικού λιβέλλου, εξαιρετικό και παραδειγματικό κείμενο ορθοδόξου ομολογίας και παρρησίας, το οποίο διέστρεψε ο λατινόφρων ιστορικός Δούκας για να διαβάλει τον Γεννάδιο, δείχνει ότι όχι μόνο δεν επηρέαζε τον λαό τους τελευταίους μήνες προ της αλώσεως, αλλά εκινδύνευε ο ίδιος από τον λαό, που περίμενε την σωτηρία από την παπική βοήθεια, όπως τον είχαν πείσει οι άρχοντες βλ. εις Άπαντα ΙΙΙ, 165-166 και εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, “Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο”, Θεοδρομία 8 (2006) 234-235.

²¹ Άπαντα Ι, 182.

²² Βλ. από το έργο του Κεφάλαια επτάκις επτά το κεφ. ΜΣΤ΄ “Περί των επιτεθέντων ημιν δεινών και τις ο τούτων σκοπός”, εις Ιωσήφ Μοναχού του Βρυέννιου, Τα Παραλειπόμενα, τομ. Γ., σελ. 126-132, εκδ. Βας. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη, 1991. Σχετικώς βλ. και Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, “Ο πρώτος μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος και ο τούτου διδάσκαλος Ιωσήφ Βρυέννιος Μοναχός”, εις Θεοδρομία 8 (2006) 252ε.

²³ Βλ. Πολιτιστικός Σύλλογος Ράχης Πιερίας “Τα Πάτρια”, ΙΓ΄ Πάτρια, Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Προσφορά στην Εκκλησία και το Γένος, Πρακτικά Δ΄ Επιστημονικού Συνεδρίου (Ράχη, 14 Οκτωβρίου 2000).

²⁴ Το Ιερό Κοινόβιο του Οσίου Νικοδήμου στον Πεντάλοφο Παιονίας (Γουμένισσα) οργάνωσε δυο επιστημονικά συνέδρια, το Α΄ στις 21-23 Σεπτεμβρίου 1999, του οποίου τα Πρακτικά εξεδόθησαν σε δυο τόμους, και το B; στις 3-5 Σεπτεμβρίου 2009, του οποίου τα Πρακτικά εξεδόθησαν σε ένα τόμο, όπου θα βρει κανείς παλαιά και νεώτερη βιβλιογραφία. Για τον Άγιο Κοσμά την μέχρι το 1973 βιβλιογραφία καλύπτει το έργο του Κώστα Σαρδελή, Αναλυτική βιβλιογραφία Κοσμά του Αιτωλού (1965-1973), ενώ υπάρχουν και πολλές έκτοτε μελέτες που πρέπει να καταγραφούν σε συμπληρωματική βιβλιογραφία. Για τον Άγιο Μακάριο Νοταρά, ενημερωμένες βιβλιογραφικά είναι οι νεώτερες μελέτες των Στ. Παπαδόπουλου, Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Ο Γενάρχης του Φιλοκαλισμού, Αθήνα, 2000 και Αντ. Χαροκόπου, Ο Άγιος Μακάριος Νοταράς, Μητροπολίτης Κορίνθου (1731-1805), Αθήνα, 2001. Για τον Άγιο Αθανάσιο Πάριο βλ. τις εισηγήσεις που ανακοινώθηκαν σε συνέδριο της Πάρου, εις Πρακτικά Επιστημονικού ΣυνεδρίουΗ Εκατονταπυλιανή και η Χριστιανική Πάρος”, Πάρος, 1998 και Χρ. Αραμπατζή, Αθανασίου του Παρίου Βιβλιογραφικά, Θεσσαλονίκη, 1998.

²⁵ Κωστα Σαρδελή, Το Συναξάρι του Γένους, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα, σελ. 212.

²⁶ Βλ. Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, μητροπολίτου Φλωρίνης, Κοσμάς ο Αιτωλός, ένθ’ ανωτ., σελ. 286: “Ο αντίχριστος είνε· ο ένας είνε ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός οπού είνε εις το κεφάλι μας, χωρίς να ειπώ το όνομά του· το καταλαμβάνετε”. Επίσης σελ. 348/90: “Τον πάπαν να καταράσθε, διότι αυτός είναι η αιτία”.

²⁷ Αυτόθι, σελ. 154 και Ιωάννου Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές. Φιλολογική μελέτη-Κείμενα, Αθήνα, εκδ. “Τήνος”, σελ. 269-270. Στο κείμενο που εκδίδει ο Μενούνος μνημονεύεται και η “Κόκκινη Μηλιά”: “Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, οπού ήτον τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινη Μηλιά, και του το εχάρισε;”.

²⁸ Φώτη Κόντογλου, Πονεμένη Ρωμιοσύνη, στο κεφάλαιο “Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα”, σελ. 272.

²⁹ Αυτόθι, 273-274.

³º Σχετικώς βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ στη συνείδηση του Γένους, Θεσσαλονίκη, 1986, εκδ. Αφών Κυριακίδη. Του αυτού, Ιεράρχες Εθνάρχες, Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 34ε.

³¹ Κωνσταντίνου Νούσκα, Υποστρατήγου ε.α., Η πραγματική όψη του 1821, εκδ. “Λυδία”, Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 24ε.

³² Πέτρου Γεωργαντζή, Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα. Αντίδραση ή προσφορά;, Ξάνθη, 1985. Πλούσιο υλικό από τις πηγές υπάρχει επίσης στο βιβλίο: Κείμενα Πίστεως και ελευθερίας (Αυθεντικαί μαρτυρίαι επωνύμων και ανωνύμων Ελλήνων περί της Εθνεγερσίας του 1821, επιμ. Ηλ. Β. Οικονόμου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήναι, εκδ. περιοδικού Εκκλησία.

³³ Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, “Πάπυρος Πρες”, Αθήναι, σελ. 159.

³⁴ Βλ. Γεωργίου Τερτσέτη, Άπαντα, Αθήναι, 1953, τόμ. Γ΄, σελ. 255.

³⁵ Βλ. εις Πέτρου Γεωργαντζή, ενθ’ ανωτ., σελ. 241.

³⁶ Βλ. Χριστιανική Ένωσις Εκπαιδευτικών Λειτουργών, Η Εθνική μας ταυτότητα, Αθήναι, 1985, σελ. 42.

³⁷ Βλ. περισσότερα και πηγές εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι, σελ. 88-90.

³⁸ Βλ. Η Ελληνική Παράδοση, Αθήνα, 1979, Ευθύνη. Κείμενα της Μεθορίου 2, σελ. 51.

³⁹ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, “Πολιτικός και Θρησκευτικός Οικουμενισμός”, Θεοδρομία 9 (2007), σελ. 3-9.

⁴º Περισσότερα εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Διαθρησκειακές Συναντήσεις: Άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων Μαρτύρων, Θεσσαλονίκη, 2003.

⁴¹ Ίων Δραγούμης, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες, εκδ. Ελεύθερη Σκέψη, Αθήναι 1984, σελ. 3.

⁴² Βλ. υποσημ. 19 παρούσης μελέτης.

⁴³ Ίων Δραγούμης, Αυτόθι 15.

⁴⁴ π. Γεωργίου Μεταλληνού, Παράδοση και αλλοτρίωση, Αθήνα, 2001. Υπάρχει κεφάλαιο με τίτλο “Το ανολοκλήρωτο ‘21”. Του αυτού, 1821, η κορύφωση της ιστορικής πορείας του Ελληνικού Έθνους, εκδ. “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη, 2011.

Dominique de Font-Réaulx: O Delacroix και η Ελλάδα. Το ιστορικό μιας εικαστικής στράτευσης

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

 

Dominique de Font-Réaulx

O Delacroix και η Ελλάδα.

Το ιστορικό μιας εικαστικής στράτευσης

 

Το παρακάτω κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή διάλεξης στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών στις 14 Δεκεμβρίου 2016, με τίτλο: “Delacroix et la Grèce. Un engagement pictural”. H διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο της έκθεσης “Ο Delacroix σκηνοθετεί το ΄21”. Η Clio Turbata εκφράζει τις ευχαριστίες της προς τη διακεκριμένη ομιλήτρια για την ευγενή παραχώρηση του κειμένου και προς την Γενική Γραμματέα του ΤΙΤ, Ομότιμη Καθηγήτρια του ΑΠΘ κ. Αλεξάνδρα Γουλάκη – Βουτυρά, χάρη στην μεσολάβηση της οποίας καθίσταται σήμερα δυνατή η ανάρτηση του τελευταίου στον διαδικτυακό τόπο μας.

Είναι γνωστό πως ο Eugène Delacroix (1798 – 1863) ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στη βούληση των Ελλήνων για ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Αφιέρωσε στους αγώνες, αλλά και στις δοκιμασίες των τελευταίων δυο σημαντικούς πίνακες: Σκηνές των Σφαγών της Χίου το 1824 και Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου δυο χρόνια αργότερα, το 1826. Πέραν, όμως, αυτού, η ελληνική αρχαιότητα, όπως άλλωστε και η σύγχρονη για την εποχή του Ελλάδα, έτσι όπως εκφραζόταν δια μέσου της λογοτεχνίας και της απεικόνισης διατρέχουν το έργο του έως το τέλος. Η στράτευσή του υπήρξε εξολοκλήρου εικονογραφική. Προσκολλημένος στην πατρίδα του, δεν πραγματοποίησε παρά δυο, μονάχα, ταξίδια στο εξωτερικό, ένα πρώτο στην Αγγλία το 1825 και ένα δεύτερο στο Μαρόκο το 1832. Δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα, ούτε την Ιταλία. Κι όμως, το ενδιαφέρον του για την αρχαιότητα, ελληνική και ρωμαϊκή, υπήρξε συνεχές. Οι παραστάσεις που διέθετε ήταν μουσειακής, λογοτεχνικής και φωτογραφικής προέλευσης. Το πάθος του για την αρχαία και τη νεώτερη Ελλάδα τροφοδοτήθηκε από τις επισκέψεις του στα μεγάλα μουσεία (το Λούβρο, κυρίως, αλλά και το Βρετανικό Μουσείο), στις βιβλιοθήκες (υπήρξε τακτικός επισκέπτης της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, ειδικότερα δε του τμήματος Νομισμάτων της τελευταίας) και από τα διαβάσματά του (διέθετε ο ίδιος κλασσική παιδεία και έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία για τα κείμενα του Byron). Συνεπώς, χάρη στα παραπάνω, ο Delacroix κατασκεύασε μέσα στο νου του ένα ελληνικό όραμα, όπου συχνά η αρχαιότητα επικαλύπτεται με την πραγματικότητα της εποχής του, με αποτέλεσμα οι προσλήψεις της πρώτης, να διαπερνώνται από τις παραστάσεις της δεύτερης και αντίστροφα. Στα παραπάνω συμπεριέλαβε, με έναν αρκετά πρωτοπόρο τρόπο, το στοιχείο του οριενταλισμού. Όπως θα διαφανεί παρακάτω, εν τέλει κατάφερε να εντάξει στο έργο του, αναμιγνύοντάς τις, τόσο την αρχαία όσο και τη νεώτερη Ελλάδα.

Eugène Delacroix, Αυτοπροσωπογραφία, 1837, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.
Φωτογραφία του καλλιτέχνη από τον Félix Nadar, 1858.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένας από τους λόγους που εξηγούν τα απειροελάχιστα ταξίδια εκτός των συνόρων της Γαλλίας, τα οποία ο Delacroix πραγματοποίησε σε ολόκληρη τη ζωή του, είναι η κλίση του καλλιτέχνη προς το φαντασιακό. Κατά κάποιο τρόπο δίσταζε να μεταβεί επί τόπου, φοβούμενος μήπως η πραγματικότητα διαψεύσει την εικόνα που ο ίδιος είχε τόσο επιμελώς πλάσει για τον εαυτό του. Άλλωστε, δεν έκρυψε την απογοήτευση που ένιωσε στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Στη θέση της Αγγλίας του Shakespeare και του Walter Scott, που είχε κατά νου, συνάντησε εκείνη της βιομηχανικής επανάστασης (“Δεν υπάρχει τίποτα για να ζωγραφίσει κανείς εδώ”, δήλωσε χαρακτηριστικά). Αντίθετα, στο δεύτερο και τελευταίο του ταξίδι στο Μαρόκο, όχι μόνο συνάντησε την Ανατολή, έτσι όπως την φανταζόταν, αλλά και την Αρχαιότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πάντρεμα της φαντασίας με την πραγματικότητα υπήρξε απόλυτο. Παρά ταύτα, ο Delacroix απέφυγε επιμελώς να επισκεφθεί την Ελλάδα και την Ιταλία, επικαλούμενος εύθραυστη υγεία, κόπωση και κάθε άλλη προσφερόμενη δικαιολογία προκειμένου να πείσει πρωτίστως τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία, επομένως, πως η Ελλάδα του Delacroix υπήρξε αποκύημα της φαντασίας του καλλιτέχνη. Όχι αποκλειστικά, ωστόσο, καθώς φρόντιζε συστηματικά να συλλέγει πληροφορίες γι’ αυτήν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξέφραζε για τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, που, με αξιοσημείωτη συχνότητα, η σκαπάνη έφερνε στο φως. Πέραν αυτού όμως, η Ελλάδα του Delacroix διαμορφώθηκε μέσα από ένα σύνολο στοιχείων που είχε στην κατοχή του.

Eugène Delacroix, Cavaliers arabes, Ιδιόχειρες σημειώσεις από την επίσκεψη του καλλιτέχνη στο Μαρόκο, Παρίσι, Μου-
σείο του Λούβρου.

Ανάμεσα στις πηγές έμπνευσης του καλλιτέχνη, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι λιθογραφίες, που κοσμούσαν το βιβλίο του φιλέλληνα ζωγράφου και αρχαιολάτρη Louis Dupré (1789 – 1837). Σε μια από αυτές απεικονίζεται ο πρόξενος της Γαλλίας [σημ. μεταφρ. και γνωστός αρχαιοκάπηλος] Louis-Sébastien Fauvel καθιστός μπροστά από ένα καβαλέτο στη βεράντα της οικίας του. Στο βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη. Σε περίοπτη θέση, ακουμπισμένο στον τοίχο της βεράντας, αναδεικνύεται ανάγλυφα ένα τμήμα προερχόμενο από τη νότια ζωφόρο του Παρθενώνα. Πρόκειται για ένα θραύσμα, το οποίο φαίνεται πως είχε αποτελέσει στο παρελθόν αντικείμενο θυελλωδών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Fauvel και τον λόρδο Elgin, προτού καταλήξει τελικά στα χέρια του πρώτου. Πραγματεύεται τη σύγκρουση μεταξύ Λαπίθων και Κενταύρων, ένα θέμα υψίστης συμβολικής σημασίας για τους αρχαίους Έλληνες, καθώς εκπροσωπούσε γι αυτούς την αντιπαράθεση του πολιτισμένου κόσμου με τους βαρβάρους. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι στην περίπτωση του συγκεκριμένου έργου του Dupré, το ίδιο θέμα υπαινισσόταν το ενδιαφέρον της δυτικής Ευρώπης έναντι της Ελλάδας.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υδατογραφία του κόμη Palatiano με σουλιώτικη περιβολή, μιας παράξενης προσωπικότητας, που είχε το προνόμιο να αποθανατιστεί από καλλιτέχνες όπως ο Delacroix, ο Richard Parkes Bonington, o Paul Huet, ο Louis Boulanger, ο Alexandre Colin και, στην περίπτωση, ο ο Jules-Robert Auguste (1789-1850).

Ο νεαρός και πολλά υποσχόμενος Δημήτριος, κόμης Palatiano (1794-1849), γόνος γνωστής Κερκυραϊκής οικογένειας, ταξίδεψε αρχικά στην Αλβανία, στην Ήπειρο και στα νησιά του Ιονίου πελάγους προτού καταλήξει στην Ιταλία και στη Γερμανία. Εν συνεχεία εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου αναγορεύτηκε σε πρέσβη. Συνήψε δυο επωφελείς γάμους, το 1826 και το 1834, προτού επιστρέψει στη γενέτειρά του. Πέθανε βυθισμένος στα χρέη στην αυλή του βασιλείου της Νεαπόλεως. Όλες οι απεικονίσεις χρονολογούνται από την εποχή μιας επίσκεψης που πραγματοποίησε στο Παρίσι και τον εμφανίζουν με περιβολή των Σουλιωτών ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης. Σε αντίθεση με τον Delacroix, o Jules-Robert Auguste ταξίδεψε πολύ και δημιούργησε μια πλούσια συλλογή από αντικείμενα και ενδυμασίες. Μέσω της τελευταίας, ο Delacroix πήρε μια γεύση της Ανατολής και σε αυτό το επίπεδο.

Αριστερά: Louis Dupré, L’Acropolis, vue de la maison du consul de France, M. Fauvel, 1819. Δεξιά: Jules-Robert Auguste, Portrait présumé du Comte Palatiano en costume souliote, 1825, Παρίσι, Μουσείο Delacroix.

Πηγή έμπνευσης υπήρξε και ο ζωγράφος Alexandre Colin (1798-1875). O Colin ξεκίνησε σπουδές το 1814 στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εντάχθηκε στο εργαστήρι της Anne-Louis Girodet-Trioson, παλαιάς μαθήτριας του επίσημου ζωγράφου του Ναπολέοντα Α΄, Jacques-Louis David. Εκεί γνωρίστηκε περί το 1819 με τους Delacroix, Géricault και Bonington. Τον Μάιο του 1825, ο Colin συνόδευσε τον Delacroix στην Αγγλία. Οι δυο άνδρες συνδέθηκαν με βαθειά φιλία και αντάλλαξαν μια πλούσια αλληλογραφία έως τον θάνατο του δευτέρου, το 1863. Σε ηλικία μόλις 21 ετών, ο Alexandre Colin έκανε την πρώτη δημόσια εμφάνιση στο Σαλόνι Ζωγραφικής του 1819, με ένα έργο που έφερε τον τίτλο: Προσωπογραφία γυναίκας. Έκτοτε, εξέθετε τακτικά την δουλειά του στο Σαλόνι, με τελευταία φορά το έτος 1868. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές όπου απέσπασε βραβεία. Το ενδιαφέρον στοιχείο στην περίπτωση του Colin, είναι το ότι εμπνεύστηκε κατ’ επανάληψη από την Ελληνική Επανάσταση. Το 1826, όπως άλλωστε και ο Delacroix, συμμετείχε σε έκθεση εν είδει εράνου “Για την ενίσχυση των Ελλήνων”, την οργάνωση της οποίας είχε αναλάβει η γκαλερί Lebrun. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τρεις πίνακες: Επεισόδιο από τον τρέχοντα πόλεμο της Ελλάδας (Épisode de la Guerre actuelle en Grèce), Το Ελληνόπουλο (L’ Enfant grec) και Ο Γκιαούρης (Le Giaour). Το τελευταίο θέμα, εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Byron, αξιοποιήθηκε αργότερα και από τον Delacroix.

Alexandre Colin, Le Giaour, 1826.
Eugène Delacroix, Combat du Giaour et du Pacha, 1835, δεύτερη εκδοχή, Παρίσι, Petit Palais.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η συγκεκριμένη έκθεση, συνοδευόμενη από έκδοση ειδικού καταλόγου, γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Μέσα σε έξι μήνες, την τίμησαν με την παρουσία τους περί τους 29.000 επισκέπτες, γεγονός, το οποίο αποκαλύπτει το ζωηρό ενδιαφέρον της γαλλικής κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα, την ίδια ακριβώς εποχή, στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο πίνακας του Colin Επεισόδιο από τον τρέχοντα πόλεμο της Ελλάδας, υπήρξε από τους πόλους έλξης της έκθεσης, από κοινού με το μεγαλειώδες έργο του Delacroix, που έφερε τον τίτλο: Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου (La Grèce sur les ruines de Missolonghi).

Συνεπώς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1820, ο νεαρός Delacroix, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς του, γοητεύτηκε από την Ανατολή, τα ήθη, τις συνήθειες, τις ενδυμασίες και τον τρόπο της εκεί ζωής. Το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός του αυξήθηκαν κατακόρυφα από τις συχνές επισκέψεις του στο εργαστήρι του Jules-Robert Auguste, έναν χώρο γεμάτο από αντικείμενα, τα οποία ο ζωγράφος και γλύπτης είχε φέρει από το ταξίδι του στην Ελλάδα και στη Μέση Ανατολή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Delacroix άρχισε να ασκείται στη ζωγραφική ανατολίτικων ενδυμάτων. Ως πηγή έμπνευσης χρησιμοποιήθηκαν επίσης περσικές και μογγολικές μικρογραφίες που φυλάσσονταν στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, καθώς και χαρακτικά, τα οποία ανήκαν στην οικογένειά του. Ο ζωγράφος Charles Cournault, ο μετέπειτα κάτοχος των αντικειμένων που ο Delacroix συγκέντρωσε κατά την επίσκεψή του στο Μαρόκο το 1832, αλλά και γενικότερα ολόκληρης της ανατολίτικης συλλογής του καλλιτέχνη, αναφερόμενος στο φόρεμα της κεντρικής φιγούρας του πίνακα Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου, το περιγράφει ως ακολούθως: “Ελληνικό καφτάνι από μπλε βελούδο, με σειρήτι από χρυσό. Αυτό, ακριβώς, το φόρεμα χρησιμοποιήθηκε για τον πίνακα της Ελλάδας, ο οποίος βρίσκεται στο Bordeaux”. Πέραν πάσης αμφιβολίας, ο Delacroix δανείστηκε το εν λόγω όμορφο φόρεμα από τη συλλογή του φίλου του, Jules-Robert Auguste. Με αυτό έντυσε την υπερήφανη και αλληγορική φυσιογνωμία της Ελλάδας.

Αριστερά: Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi, (λεπτομέρεια), 1826, Bordeaux, Μουσείο Καλών Τεχνών. Δεξιά: Eugène Delacroix, Scènes des Massacre de Scio, (λεπτομέρεια), 1824, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Στις Σκηνές των Σφαγών της Χίου (Scènes des massacres de Scio), τον μεγάλο πίνακα που αφιέρωσε στην επαναστατημένη Ελλάδα και τον οποίον εξέθεσε για πρώτη φορά στο Σαλόνι Ζωγραφικής του 1824, ο Delacroix επέλεξε να εμφανίσει τις γυναικείες μορφές με πουκάμισα από μουσελίνα μπαγιαντέρα, τουρμπάνι, πόρπη, γιλέκο και καφτάνι. Σε όλη του τη ζωή, ο Delacroix διατήρησε τα ανατολίτικα αντικείμενα και τα ρούχα που χρησιμοποίησε ως πρότυπα στους πίνακές του μέσα σε ένα σεντούκι. To είχε αγοράσει με αφορμή την επίσκεψή του στο Μαρόκο και τον ακολουθούσε παντού. Συνεπώς, τo είχε δίπλα του και στο ατελιέ της οδού Fürstenberg, στη συνοικία του Saint-Germain-des-Prés, στο έκτο διαμέρισμα του Παρισιού, όπου σήμερα βρίσκεται το μουσείο. Το 1952, το φόρεμα της Ελλάδας, καθώς και όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα, επέστρεψαν στον αρχικό τους χώρο, χάρη στη γενναιοδωρία της οικογένειας Cournault.

Το εργαστήρι του καλλιτέχνη στο Παρίσι, σήμερα Εθνικό Μουσείο Eugène Delacroix.

Πηγή έμπνευσης, όμως, για τον καλλιτέχνη υπήρξε και η αρχαιότητα. Στα διάφορα εργαστήρια του Delacroix, όπως άλλωστε και στα περισσότερα από εκείνα των συναδέλφων του, ήταν αισθητή η παρουσία εκμαγείων από αρχαία ευρήματα, τα οποία χρησίμευαν ως πρότυπα για άσκηση. Ο πίνακας του Archibald Archer (1791–1848 ) με τίτλο The Temporary Elgin Room in 1819 with portraits of staff, a trustee and visitors, αποτελεί μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών προκειμένου να αντιληφθούμε πως ακριβώς ήταν διαμορφωμένη η αίθουσα των Γλυπτών του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, την οποία ο Delacroix επισκέφτηκε κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην βρετανική πρωτεύουσα το 1825. Η ίδια η αίθουσα, η οποία έφερε το όνομα “Αίθουσα Elgin”, λειτούργησε προσωρινά από το 1817 έως το 1835, οπότε τα εκθέματα μεταφέρθηκαν στο χώρο όπου βρίσκονται σήμερα. Στην αρχική αίθουσα, οι μετώπες είχαν τοποθετηθεί ψηλά, με σκοπό να αναπαραγάγουν την αίσθηση του χώρου προέλευσης. Ακριβώς κάτω από τις μετώπες, κατά μήκος των τοίχων, ξεδιπλωνόταν η ζωφόρος, με τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η αφηγηματική διάσταση και αφετέρου, προκειμένου να διατηρείται η ενότητα του συνόλου. Τα μερικά αγάλματα που μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα, όπως εκείνο του Θησέα, τοποθετήθηκαν βιαστικά και επιπόλαια μέσα στην υπόλοιπη αίθουσα. Στον πίνακα που φιλοτέχνησε, ο Archer συμπεριέλαβε τους επισκέπτες του Μουσείου (διακρίνονται στο βάθος). Το προσκήνιο καταλαμβάνουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ευρισκόμενα σε σύσκεψη. Όλα τα παραπάνω πρόσωπα, από τον απλό τουρίστα έως τον επαγγελματία του κόσμου των μουσείων, αποπνέουν το ζωηρό ενδιαφέρον που προκάλεσε η άφιξη των Μαρμάρων του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο, ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός για το Λονδίνο.

Archibald Archer, The Temporary Elgin Room in 1819 with portraits of staff, a trustee and visitors, 1819, Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

Τα γλυπτά του Παρθενώνα ενέπνευσαν και τον ίδιο τον Delacroix. Το παρακάτω σχέδιο, είναι μια μελέτη με πρότυπο τη νότια μετώπη του Παρθενώνα, όπου απεικονίζεται η σύγκρουση μεταξύ Λαπίθων και Κενταύρων. Το θραύσμα είχε μεταφερθεί από τον λόρδο Elgin στο Λονδίνο το 1806 και αγοραστεί από την βρετανική κυβέρνηση δέκα χρόνια αργότερα, το 1816. Σύμφωνα με τη γραπτή αναφορά στο πίσω μέρος του σχεδίου, ο Delacroix το είχε φιλοτεχνήσει κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Λονδίνο, στο χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Μαΐου και Αυγούστου 1825, όταν ο καλλιτέχνης είχε μεταβεί στο Βρετανικό Μουσείο και ειδικότερα στην αίθουσα των Μαρμάρων.

Πολλά σχέδια που συμπεριλαμβάνονται σε ένα σημειωματάριο, το οποίο φυλάσσεται στο Μουσείο του Λούβρου, το αποδεικνύουν. Ωστόσο, σε κάποιο σημείο του Ημερολογίου του, ο Delacroix αναφέρει πως στις 30 Ιουνίου 1824 (προτού δηλαδή επισκεφθεί τη βρετανική πρωτεύουσα), είχε επισκεφθεί το εργαστήρι του φίλου του ζωγράφου Jules-Robert Auguste, όπου δεν έκρυψε τον θαυμασμό του αντικρίζοντας “τις όμορφες μελέτες του τελευταίου, εμπνευσμένες από τα Ελγίνεια Μάρμαρα”. Προσθέτει δε: “Τι εξαίσιοι ανδρικοί και γυναικείοι μηροί! Πόση ομορφιά δίχως ψεγάδια. Οι όποιες ατέλειες ούτε που γίνονται αντιληπτές”. Ας επανέλθουμε, όμως, στο συγκεκριμένο ανάγλυφο, το οποίο κέντρισε το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη, καθώς επέλεξε να το εκδώσει σε μορφή λιθογραφίας, την ίδια ακριβώς χρονιά που φιλοτέχνησε τη σειρά των αρχαίων νομισμάτων (βλ. παρακάτω). Η ανακάλυψη των Μαρμάρων του Παρθενώνα, ταυτόχρονα και εκείνη μιας τέχνης, που εισήγαγε για πρώτη φορά την κίνηση και το αφηγηματικό στοιχείο στο χώρο της γλυπτικής, είχε γοητεύσει τους καλλιτέχνες της δεκαετίας του 1820, γαλουχημένους με τη νεοκλασική γαλλική παράδοση της σχολής David, η οποία αντλούσε την έμπνευσή της από ένα ελληνικό ιδεώδες πολύ πιο αυστηρό. Ο Delacroix επανέρχεται πολύ αργότερα στο Ημερολόγιό του στο συγκεκριμένο θέμα, αναπαράγοντας ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του κριτικού τέχνης Louis Vitet, όπου ο τελευταίος κατακεραυνώνει τους Caylus, Barthélémy, Winckelmann, ακόμα και τον ίδιο τον David, επειδή δεν είχαν επιδείξει ενδιαφέρον παρά μόνο για την αρχαϊκή Ελλάδα, με αποτέλεσμα το έργο τους να διέπεται “από ακηδία και πνευματική ξηρασία”. Αλλά και το θέμα της σύγκρουσης, βλέπουμε να επανέρχεται συχνά στο έργο του Delacroix, έως τις μνημειώδεις δημιουργίες της τελευταίας περιόδου: την τοιχογραφία του παρεκκλησιού των Αγίων Αγγέλων στην εκκλησία του Αγίου Σουλπικίου του Παρισιού, που έχει ως αντικείμενο την αναμέτρηση του Ιακώβ με τον άγγελο, την θεματολογία και τον σχεδιασμό της μετώπης, η οποία κοσμεί την πρόσοψη του εργαστηρίου της οδού Fürstenberg και την ιδιαίτερα φιλόδοξη και απαιτητική φιλοτέχνηση των πέντε θόλων της βιβλιοθήκης του κτηρίου του Γαλλικού Κοινοβουλίου.

Eugène Delacroix, Thésée, vainqueur du centaure Euryte, 1825, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Delacroix et l’Antique par Dominique de Font-Réaulx

Μεταξύ των ετών 1824 και 1825, ο Delacroix, τακτικός επισκέπτης της συλλογής νομισμάτων και μεταλλίων της Βασιλικής (μετέπειτα Εθνικής) Βιβλιοθήκης της Γαλλίας, φιλοτέχνησε μια σειρά σχεδίων, εμπνευσμένων από αρχαία ελληνικά μετάλλια. Στα σχέδια αυτά, ο καλλιτέχνης εκχωρεί στον εαυτό του ελευθερίες, μεγεθύνοντας αισθητά τις διαστάσεις των πρωτοτύπων. Ο τρόπος, με τον οποίο λειτουργεί καθώς και η άνεση, με την οποία κινείται ως προς το σχέδιο και τη σκίαση, αποκαλύπτουν τη βαθειά γνώση που είχε για το αντικείμενο. Στο Μουσείο του Λούβρου ανήκει μια σειρά από δέκα λιθογραφίες, σχετικές με το παραπάνω θέμα. Γνωστότερη είναι εκείνη, όπου απεικονίζονται δώδεκα μετάλλια της περιόδου 450 – 180 π.Χ.

Eugène Delacroix, Feuille de douze médailles grecques (2η εκδοχή, 1825), Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Όμως, το γεγονός εκείνο, το οποίο συνέδεσε άρρηκτα το έργο του Delacroix με την Ελλάδα, ήταν ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία της τελευταίας. Λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης δυο μεγάλων έργων, ενόσω ο αγώνας των Ελλήνων βρισκόταν σε εξέλιξη: Σκηνές των Σφαγών της Χίου – Scènes des massacres de Scio: familles grecques attendant la mort ou l’esclavage (1824) και Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου – La Grèce sur les ruines de Missolonghi (1826). Μια μορφή, η οποία, χάρη στoν γραπτό της λόγο αλλά και τη στράτευση στο πλευρό των Ελλήνων εξεγερθέντων, επηρέασε τα μέγιστα τον Delacroix, υπήρξε αναμφίβολα εκείνη του Byron. Μεγαλοαστικής προέλευσης (κυκλοφορούσαν ακόμα και φήμες πως ήταν νόθος γιός του Ταλλεϋράνδου), ο Delacroix αισθανόταν και κοινωνικά συγγενής με τον μεγάλο Βρετανό ποιητή. Τέλος, διόλου ευκαταφρόνητο, ο κάθε άλλο παρά πολυταξιδεμένος Γάλλος καλλιτέχνης, είχε εντυπωσιαστεί από τον παράτολμο χαρακτήρα του τελευταίου, μέχρι του σημείου να απωλέσει τη ζωή του στο Μεσολόγγι.

Επιλέγοντας ως πρότυπο ένα ποίημα του Byron, με θέμα την πάλη ανάμεσα σε έναν Γκιαούρη – χαρακτηρισμό που οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν αναφερόμενοι στους μη Μουσουλμάνους – και τον Πασά Hassan, υπεύθυνο για τον θάνατο της Leila, μιας από τις σκλάβες του, η οποία είχε δοθεί στον Γκιαούρη, γεγονός που έκανε τον τελευταίο να αναζητήσει εκδίκηση, ο Delacroix φιλοτέχνησε έναν πρώτο πίνακα το 1826. Έντεκα χρόνια αργότερα, το 1835, αμέσως έπειτα από την επιστροφή του από το Μαρόκο, τελειοποίησε τον πίνακα (βλ. σχετική εικόνα παραπάνω), προσθέτοντας ανατολίτικα εξαρτήματα (σέλες, αναβολείς, θήκες, όπλα), ορισμένα εκ των οποίων είχε ο ίδιος στο μεταξύ προμηθευτεί. Το γιαταγάνι και το σπασμένο σπαθί στο κάτω μέρος του πίνακα, θυμίζουν επίσης εκείνα που ανήκαν στην προσωπική συλλογή του καλλιτέχνη. Όσο για τη βίαιη έφιππη αντιπαράθεση που το έργο απεικονίζει, ο Delacroix είχε παραστεί στη διάρκεια της πρόσφατης σύντομης περιπλάνησής του σε μια παρεμφερή αναμέτρηση, την οποία πολύ αργότερα, γύρω στο 1847, περιέγραψε με τα ακόλουθα λόγια: “Όλα αυτά συνέθεταν ένα τέτοιο θέαμα […], που ούτε ο Gros ούτε ο Rubens, επιστρατεύοντας το σύνολο του παρορμητισμού της φαντασίας τους, θα ήταν ποτέ δυνατό να διανοηθούν”. Ο πίνακας εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1848.

Ο πρώτος μεγάλος πίνακας, εμπνευσμένος από τον ελληνικό Αγώνα Ανεξαρτησίας, υπήρξαν, το 1824, οι Σκηνές των Σφαγών της Χίου. Η πρόθεση του Delacroix, να αποθανατίσει εικαστικά το γεγονός, χρονολογείται από τις απαρχές της εξέγερσης. Συντασσόμενος με το ρεύμα του φιλελληνισμού, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, διέβλεψε μια ευκαιρία να αποσπάσει την προσοχή του κοινού και ταυτόχρονα να εντυπωσιάσει.

Eugène Delacroix, Scènes des massacres de Scio, 1824, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1821, εκφράστηκε ως εξής, απευθυνόμενος στον φίλο του Charles Soulier: “Για το επόμενο Σαλόνι, σκοπεύω να φιλοτεχνήσω έναν πίνακα με θέμα την πρόσφατη αναμέτρηση των Ελλήνων με τους Τούρκους. Πιστεύω πως, δεδομένων των περιστάσεων, και στο ποσοστό, βέβαια, που ο πίνακας αυτός θα έχει κάποια αξία, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να προσελκύσω την προσοχή του κόσμου”. Το έναυσμα προσέφερε, τον Απρίλιο του 1822, η σφαγή της Χίου, στο πλαίσιο της οποίας υπολογίζεται πως 25.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 45.000 πουλήθηκαν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Ο Delacroix είχε επιτέλους στη διάθεσή του το θέμα που τόσο πολύ αποζητούσε.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από δυο πηγές: τον Τύπο και τα Απομνημονεύματα του τρέχοντος πολέμου των Ελλήνων (Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs) του συνταγματάρχη Voutier, που κυκλοφόρησαν το 1823. Στις αρχές του επομένου έτους, ο Delacroix συναντήθηκε με τον συγγραφέα, ο οποίος τον εφοδίασε με επιπρόσθετα στοιχεία για τη σύνθεση, την οποία ετοίμαζε. Πολλαπλασιάζοντας τα προσχέδια (τόσο σε επίπεδο επιμέρους λεπτομερειών, όσο και σε επίπεδο συνόλου), ο καλλιτέχνης εργάστηκε ακατάπαυστα, κρατώντας, σχεδόν καθημερινά, σημειώσεις σχετικά με την πρόοδο του έργου. Αξίζει να σημειωθεί, πως, ενόσω ο καλλιτέχνης βρισκόταν εν ζωή, τα διάφορα προσχέδια, στα οποία προέβαινε, δεν ήταν προσβάσιμα στο κοινό της εποχής. Πρόκειται για μια ιδιαιτερότητα, που τον χαρακτηρίζει. Σε αντιδιαστολή με τον μεγάλο ανταγωνιστή του, τον ζωγράφο Jean-Auguste-Dominique Ingres, o οποίος εξέθετε σε δημόσια θέα πουλώντας, ακόμη, τα προσχέδιά του, ο Delacroix φύλαγε ερμητικά τα δικά του για προσωπική χρήση. Παρά ταύτα, διαισθανόταν πως τα προσχέδια (όπως και τα κείμενά του, άλλωστε, καθώς ήταν δεινός συγγραφέας), θα κυκλοφορούσαν κάποια στιγμή έπειτα από τον θάνατό του. Πράγματι, το 1864, έναν μόλις χρόνο έπειτα από τον θάνατό του, θα αρχίσουν να γίνονται ευρέως γνωστά, με αποτέλεσμα καλλιτέχνες όπως ο Edgar Degas και ο Paul Césanne να σπεύδουν να τα αγοράσουν. Επομένως, ο Delacroix, ως σχεδιαστής, ήταν παντελώς άγνωστος στο κοινό της εποχής του.

Μελέτη και αρχιτεκτονική των Σκηνών των Σφαγών της Χίου.

Η παραπάνω συνολική μελέτη (αριστερή εικόνα), αποκαλύπτει το έργο σε αρκετά προχωρημένο στάδιο. Ωστόσο, σε συνάρτηση με την τελική σύνθεση, το κενό στο κέντρο του πίνακα δείχνει μικρότερο. Ούτε έχει ακόμη επινοηθεί η τρομακτική φιγούρα της νεκρής μητέρας, με το παιδί της να προσπαθεί να θηλάσει, που καλύπτει το κάτω δεξιό άκρο του πίνακα. Ήδη διακρίνονται, όμως, σε πυραμιδοϊδές σχήμα (δεξιά εικόνα), οι διάφορες ομάδες προσώπων. Στο δεξί ήμισυ του προσχεδίου, το προσκήνιο καταλαμβάνει μια γυναικεία μορφή, η οποία κοιτάζει προς τα κάτω (σε πιο προχωρημένη ηλικία, ανάλογη μορφή κοιτάζει μακριά στον τελικό πίνακα). Αντίστοιχα, στο αριστερό ήμισυ, διακρίνεται ήδη σε πρώτο πλάνο ένα ζευγάρι, με την ανδρική φιγούρα να αναζητεί στήριγμα από τη γυναικεία σύντροφό της. Σε δεύτερο πλάνο, υφίστανται ήδη η μορφή του Έλληνα που περιστοιχίζεται από παιδιά, το ζευγάρι που αγκαλιάζεται και, βέβαια, ο Τούρκος καβαλάρης.

Ο Delacroix σκηνοθετεί το ’21- Σκηνές των Σφαγών της Χίου

https://www.youtube.com/watch?v=zwLrcV_K6sY

Από αισθητικής και υφολογικής απόψεως, ως πρόδρομος των Σκηνών των Σφαγών της Χίου μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ο πίνακας Ο Βοναπάρτης επισκέπτεται τους πανουκλιασμένους της Γιάφας. Φιλοτεχνήθηκε το 1804 από τον Antoine-Jean Gros, μαθητή του “επίσημου” ζωγράφου του αυτοκράτορα Jacques-Louis David, έπειτα από παραγγελία του ιδίου του Ναπολέοντα, ο οποίος επιθυμούσε να αποθανατιστεί με αυτό τον τρόπο ένα επεισόδιο από την εκστρατεία του στην Αίγυπτο (1798-1801). O Gros, για τον οποίο ο Delacroix έτρεφε μεγάλη εκτίμηση (πολύ αργότερα, το 1849, συνέγραψε γι’ αυτόν ένα μακροσκελές άρθρο στη Revue des Deux Mondes), θεωρείται από τους κορυφαίους καλλιτέχνες, τους κινούμενους στο μεταίχμιο μεταξύ κλασικισμού και ρομαντισμού. Ο συγκεκριμένος πίνακας του Gros αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στην Τέχνη και την τρέχουσα Ιστορία, καθώς προβάλλει ανάγλυφα την προσωπικότητα εκείνου, που σύντομα έμελλε να ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο. Δυο είναι τα κεντρικά θέματα, στα οποία εστιάζει το έργο αυτό: 1) η ελπίδα της ίασης (την ενσαρκώνει ο ίδιος ο Βοναπάρτης, ο οποίος δεν διστάζει να αγγίξει έναν ασθενή, πιστός σε μια παράδοση που απέδιδε στους Γάλλους ηγεμόνες θαυματουργές, σχεδόν, ιδιότητες, ικανές να θεραπεύσουν δια της αφής ακόμα και ασθένειες) και 2) η εικόνα του πόνου και της απόγνωσης που αποπνέει η θέα των ημιθανών και νεκρών κορμιών σε πρώτο πλάνο.

Antoine-Jean Gros, Bonaparte visitant les pestiférés de Jaffa, 1804, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Όταν εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Σαλόνι Ζωγραφικής του 1824, οι Σκηνές των Σφαγών της Χίου προκάλεσαν θυελλώδεις αντιδράσεις. Δεν θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την αιτία στην επιλογή του θέματος (άλλωστε, κι άλλοι πίνακες, τόσο στο Σαλόνι του 1824 όσο και σε εκείνο του 1827, είχαν αντλήσει τη θεματολογία τους από τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων), αλλά ούτε και στις μεγάλες διαστάσεις του έργου (4,19 x 3,54 μ.). Ως προς αυτό το τελευταίο, ο David είχε ήδη ανοίξει διάπλατα το δρόμο. Το πρόβλημα συνίσταται στην εν γένει επεξεργασία. Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι καλλιτέχνες εξακολουθούσαν να λειτουργούν με γνώμονα τα δεδομένα της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Οι ισχύοντες, ακόμα, ακαδημαϊκοί κανόνες, υπαγόρευαν πως κάθε σύνθεση όφειλε να συγκλίνει προς τον ήρωα. Στην περίπτωση των Σκηνών των Σφαγών της Χίου ωστόσο, η σύνθεση συγκλίνει προς το κεντρικό κενό. Πρόκειται, επομένως, για έναν ζωγραφικό πίνακα, εμπνευσμένο από ένα ιστορικό γεγονός, δίχως ύπαρξη και παρουσία κάποιου ήρωα. Η δε κίτρινη, αρρωστημένη σχεδόν, απόχρωση, η οποία κυριαρχεί στο σύνολο του έργου, υπογραμμίζει το απάνθρωπο βίωμα που η μοίρα είχε επιφυλάξει στους κατοίκους του νησιού. Σε ηλικία 26 μόλις ετών, ο Delacroix καθιερώθηκε ως αιχμή του δόρατος μιας νέας σχολής. Αντλεί στοιχεία από το παρελθόν (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συγκεκριμένων μορφών, τις οποίες δανείζεται από πίνακες του Gros και άλλων καλλιτεχνών), επεξεργάζοντάς τα, κατόπιν, με έναν τρόπο εντελώς πρωτοποριακό για την εποχή του. Εγκαταλείπει την παραδοσιακή οριζόντια φόρμα προς όφελος μιας εντυπωσιακής, σε ύψος, σύνθεσης, η οποία, παρά ταύτα, στερείται κεντρικής σκηνής, κάτι που οι κριτικοί θα σπεύσουν ο ένας μετά τον άλλον να του προσάψουν. Αντιστρέφει τα δεδομένα, προτάσσοντας την έκφραση της οδύνης, της απελπισίας και της απόγνωσης των θυμάτων αντί της επιλογής μιας σκηνής στείρας και ωμής βίας. Θεωρώντας τους Έλληνες του 1824 ως κληρονόμους και συνεχιστές του αρχαίου παρελθόντος τους, αντιτάσσει στη βαρβαρότητα το ανάχωμα της σοφίας και της γνώσης, προσδίδοντας στην όλη σύνθεσή του διαστάσεις στοχασμού επάνω στην άνοδο και την παρακμή των πολιτισμών. Παρά το γεγονός ότι αγοράστηκαν τελικά από το κράτος, οι Σκηνές των Σφαγών της Χίου προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, κάτι που με τα τότε δεδομένα πρέπει να θεωρείται μάλλον αναμενόμενο. Από την άλλη πλευρά, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της όλης κατάστασης, ο νεαρός ακόμη Delacroix, δεν έγινε μόνο ευρύτερα γνωστός. Το όνομά του αντιπαραβλήθηκε από τους κριτικούς με εκείνα μεγάλων και καταξιωμένων δημιουργών της εποχής, όπως του Ingres, o οποίος συμμετείχε επίσης στο Σαλόνι του 1824, με έναν πίνακα ιστορικής θεματολογίας (Le Vœu de Louis XIII – Η ευχή του Λουδοβίκου ΙΓ΄).

Επιμελής αναγνώστης και θαυμαστής του Byron, o Delacroix συνέθεσε το 1826 τον δεύτερο μεγάλο του πίνακα εμπνευσμένο από τον αγώνα των Ελλήνων. Πρόκειται για την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Ελλάδα προσλαμβάνει τη μορφή μιας αποφασισμένης γυναίκας, μοντέρνας παραλλαγής της αρχαίας Νίκης, η οποία υψώνεται περήφανα πάνω από τα ερείπια που έχει προκαλέσει ο πόλεμος.

Την άνοιξη του ιδίου έτους, η αίθουσα Τέχνης Lebrun οργάνωσε στο Παρίσι μια έκθεση, τα έσοδα της οποίας από την πώληση των έργων επρόκειτο να διατεθούν προς ενίσχυση των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο πίνακας του Delacroix υπήρξε το καταστάλαγμα μιας μακρόχρονης περιόδου προσπάθειας και στοχασμού. Αυτό προκύπτει και από τα διασωθέντα προσχέδια και μελέτες. Με ελάχιστες γραμμές, διαγράφονται γρήγορα τα χαρακτηριστικά της γυναικείας μορφής, η οποία υψώνεται υπεράνω όσων την περιστοιχίζουν. Η Ελλάδα του καλλιτέχνη είναι μια όμορφη γυναίκα με τραβηγμένα χαρακτηριστικά, η οποία υπομένει με μεγαλοπρέπεια, αρχοντιά και αξιοπρέπεια τον αβάστακτο πόνο, τον οποίον η μοίρα της επιφυλάσσει. Ωστόσο, η στάση των χεριών υποδηλώνει μια αίσθηση θλίψης και απόγνωσης. Η σύνθεση επικεντρώνει στη γεμάτη συμβολισμό γυναικεία αυτή μορφή, η οποία ξεπροβάλλει αγέρωχη μέσα από το χάος των ερειπίων και του θανάτου, κάτω από έναν σκοτεινό και απειλητικό ουρανό. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια Ελλάδα, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έχουσα ηττηθεί. Παραμένει ωστόσο εν ζωή χάρη στη στάση του σώματος. Από τη θεματολογία και μόνο, το έργο αποτελεί επίσης σπονδή στον Byron. Τέλος, διαφαίνονται ήδη από τώρα οι καταβολές ενός από τους γνωστότερους πίνακες του καλλιτέχνη (La Liberté guidant le peuple – Η Ελευθερία οδηγεί τον Λαό) που φιλοτεχνήθηκε λίγους μήνες έπειτα από την εξέγερση του Ιουλίου 1830 στη Γαλλία και εκτέθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Σαλόνι του 1831. Συνεπώς, για τον Delacroix, είτε επρόκειτο για την ελληνική είτε για τη γαλλική επανάσταση, η Ελευθερία διέθετε τα χαρακτηριστικά και την πνοή μιας Ελληνίδας γυναίκας, απογόνου της αρχαίας Νίκης.

Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi, 1826, Bordeaux, Μουσείο Καλών Τεχνών.
Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi (προσχέδιο), Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο Delacroix δεν ανήκε, ως χαρακτήρας, στην κατηγορία των ανθρώπων εκείνων που έπαιρναν τα όπλα προκειμένου να αγωνιστούν στις επάλξεις, στα οδοφράγματα ή όπου αλλού. Ήταν, ωστόσο, σε θέση να ασπαστεί τις αρχές και τις αξίες ενός δίκαιου και ευγενούς αγώνα με τον δικό του μοναδικό τρόπο: την απαράμιλλη πνοή του χρωστήρα του. Πάνω από όλα ήταν ζωγράφος. Ήξερε να διαχειρίζεται τον χρόνο όπως εκείνος έκρινε σκοπιμότερο, να αναμένει, να στοχάζεται, να επιτρέπει στην σκέψη του να ωριμάζει, με άλλα λόγια, να ερευνά, να δημιουργεί και να επεξεργάζεται σχολαστικά την αισθητική φόρμουλα εκείνη, η οποία σε επίπεδο σύνθεσης, χρώματος και ύλης, επέτρεπε στο κοινό να συμμεριστεί τα συναισθήματα, που ο ίδιος είχε νωρίτερα βιώσει.

Όπως Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου, έτσι και Η Ελευθερία οδηγεί τον Λαό εκπροσωπείται από μια αλληγορική γυναικεία μορφή, η οποία δεσπόζει στο κέντρο του πίνακα. Ανεμίζει τo τρίχρωμo λάβαρο των επαναστατών των τριών “ένδοξων ημερών” (Les trois Glorieuses – 27, 28 και 29 Ιουλίου 1830), το οποίο, λίγο αργότερα, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος έμελλε να καθιερώσει ως επίσημη σημαία της Γαλλίας. Στην περίπτωση, ο Delacroix συνδυάζει τον συμβολισμό με την ιστορική πραγματικότητα εφόσον ο πίνακας απεικονίζει ένα ηρωικό στιγμιότυπο των συγκρούσεων των ημερών εκείνων στα παρισινά οδοφράγματα. Το αποδίδει με τόση μεγάλη πειστικότητα, ώστε κοινή υπήρξε αργότερα η πεποίθηση πως ήταν ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς του συμβάντος, κάτι που δεν ισχύει. Στον πίνακα αυτόν, διακρίνονται στοιχεία και τεχνοτροπίες που παραπέμπουν ευθέως στη Σχεδία της Μέδουσας (Le radeau de la Méduse) του Théodore Géricault, στους Πανουκλιασμένους της Γιάφας του Gros και, φυσικά, στα δυο μεγάλα προαναφερθέντα έργα που ο Delacroix είχε αφιερώσει στον Αγώνα των Ελλήνων.

Eugène Delacroix, La Liberté guidant le peuple, 1830, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο πίνακας αποκτήθηκε το 1831 από το κράτος. Ένα μόλις έτος αργότερα, τα ίχνη του χάθηκαν στις αποθήκες, καθώς το καθεστώς της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830-1848) προσέλαβε αυταρχική μορφή, διαψεύδοντας τις αρχικές προσδοκίες. Επανεκτέθηκε στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1855, προτού καταλάβει, το 1873 (δυο χρόνια έπειτα από την Παρισινή Κομμούνα και την ίδια ακριβώς στιγμή της τοποθέτησης, εκεί, της Νίκης της Σαμοθράκης), τη θέση, την οποία κατέχει έως σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου θεωρεί πως το εξαιρετικά δημοφιλές αυτό έργο (συμπεριλαμβάνεται στα σχολικά εγχειρίδια του κόσμου ολόκληρου σχεδόν, ενώ τυπώθηκε και σχετικό χαρτονόμισμα ευρείας κυκλοφορίας στη Γαλλία) αναφέρεται στην Επανάσταση του 1789, ίσως επειδή η τελευταία υπήρξε περισσότερο θεαματική από εκείνη του 1830. Κι εδώ θίγεται ένα αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο: εκείνο της αναγνώρισης του έργου ενός καλλιτέχνη ενόσω αυτός βρίσκεται εν ζωή, που συχνά τυγχάνει να είναι δυσανάλογα μικρότερη της απήχησης, την οποία γνωρίζει μετά θάνατον.

Εν κατακλείδι, στο έργο του Delacroix η πρόσληψη της Ελλάδας της εποχής του τρέφει το όραμα που ο ίδιος καλλιεργoύσε συστηματικά για την ελληνική αρχαιότητα (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μήδεια, πίνακας του 1838, όπου για μια ακόμη φορά ο καλλιτέχνης ανατρέχει και αξιοποιεί προσχέδια και μελέτες των προαναφερθέντων έργων) και αντίστροφα. Αντιπαραβάλλοντας τη μορφή της Ελλάδας στα ερείπια του Μεσολογγίου, καθώς και εκείνη της Ελευθερίας του Delacroix με τη Νίκη της Σαμοθράκης, διαπιστώνουμε τα πολλά κοινά σημεία που ενώνουν τις τρεις αυτές μεγαλοπρεπείς γυναίκες που μας εμπνέουν, μας οδηγούν και οι οποίες λειτουργούν συνάμα ως σύμβολα της εποχής τους, που, όπως κάθε εποχή, έχει απόλυτη ανάγκη ανεύρεσης σημείων αναφοράς. Το γεγονός ότι η εικόνα της Ελευθερίας έχει τις καταβολές της στους πίνακες τους αφιερωμένους στον Αγώνα των Ελλήνων, υπήρξε τελικά ο μεγαλύτερος φόρος τιμής που ο Delacroix μπορούσε να αποτίσει προς τη μαχόμενη Ελλάδα.

Les grands maîtres de la peinture: Delacroix – Toute L’Histoire

 

 

Η Dominique de Font-Réaulx είναι επιμελήτρια του Μουσείου του Λούβρου. Μέχρι πρόσφατα διετέλεσε διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Eugène Delacroix.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου: Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου

Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν απέφυγε τη συμμετοχή της στις  διεθνείς αντιπαραθέσεις, για παράδειγμα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, στον Ψυχρό Πόλεμο ή ακόμα υπέστη τη δοκιμασία ενός στον εμφυλίου σπαραγμού (1943-1949), εντούτοις υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία  που σχετίζεται με την Iστορία της Eκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, μολονότι η ιστορία της εκπαίδευσης αποτελεί αποδεδειγμένα  αναπόσπαστο τμήμα της Νεοελληνικής Ιστορίας. Τα επιστημονικά άρθρα που σχετίζονται με την επιλογή του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος  (ΚΚΕ) να ιδρύσει μειονοτικά σλαβομακεδονικά σχολεία στις σλαβόφωνες  κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας είναι λιγοστά.[1]  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει σημαντική ακαδημαϊκή συμβολή στην περιγραφή της  διπλωματικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου στην Ελλάδα, [2] και στο θεματικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου, που αναφέρεται στον αντικομουνισμό και στην αμερικανική επεμβατική πολιτική, [3] με ιδιαίτερη εστίαση στη Δυτική Μακεδονία. [4] Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες μελέτες σχετικές με την καλλιέργεια της ιδεολογίας της «εθνικοφροσύνης» στην Ελλάδα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. [5] Ωστόσο, το επιστημονικό πεδίο της Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. [6]

Η παρούσα έρευνα εκτείνεται χρονικά από το 1944 έως το 1967. Το 1944  είναι το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο θεσμός του  σλαβομακεδονικού σχολείου  στην περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Πρόκειται για τα σχολεία τα οποία υπάγονταν στην   διοίκηση του ΕΑΜ / ΚΚΕ. Η έρευνα τελειώνει το 1967, έτος κατάλυσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα  και επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, της χούντας των συνταγματαρχών.

Η συγκεκριμένη μελέτη στοχεύει στην εξέταση της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ελλάδα της περιόδου 1944-1945. Εστιάζει ακόμα  στην αντικομμουνιστική εκπαίδευση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967). Ειδικότερα διεξέρχεται πρώτα  τους σκοπούς και τους στόχους της ίδρυσης των σλαβομακεδονικών σχολείων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ, με εστίαση στα χαρακτηριστικά τους. Έπειτα καθορίζει τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού αντικομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου και  τις επιπτώσεις του στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της ελληνικής εκπαίδευσης: εστιάζει δηλαδή στην προσπάθεια για ανασύσταση του ελληνικού έθνους, στην απόπειρα συγκρότησης του αντικομμουνιστικού νομοθετικού πλαισίου, στο αίτημα για την  προώθηση μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό  των δομών του κράτους και στην προαγωγή του στόχου της τεχνολογικής και οικονομικής προόδου. Σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιήθηκε πρωτογενές αρχειακό υλικό, το οποίο εντοπίστηκε σε δημόσια και τοπικά αρχεία και εξετάστηκε διεξοδικά. [7]

 

Η κομμουνιστική εκπαίδευση στην κατεχόμενη Ελλάδα (1944-1945)

Το συγκείμενο

Η επανάσταση των μπολσεβίκων επικράτησε, την ώρα που η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα της οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης. Η Σοβιετική Ένωση ίδρυσε δύο μεγάλες οργανώσεις προκειμένου να προωθήσει την πολιτική της ατζέντα και να μεγιστοποιήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια από τη μια και στο διεθνές προσκήνιο από την άλλη:  τη «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (1920/21-1939) και την «Κομμουνιστική Διεθνή (Comintern)» (1919–1943 ). [8]

Αφίσα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Στην πραγματικότητα, το 1935, η στρατηγική της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» -η οποία αργότερα υιοθετήθηκε και από το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) – ήταν να ενθαρρύνει την πολιτική συνεργασία μεταξύ των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών, με σκοπό τη δημιουργία μετώπου κατά του φασισμού.[9]

Αυτή η στρατηγική δημιούργησε ένα ευφάνταστο, ευέλικτο πρόγραμμα, στο οποίο οι κομμουνιστές είχαν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα σύμβολα του πατριωτισμού και να αναλάβουν τον ρόλο των υπερασπιστών της εθνικής ανεξαρτησίας, προκειμένου να επιτεθούν στον φασισμό. [10]  Κατά συνέπεια, η 7η σύνοδος της «Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας» αποδέχθηκε τη νέα πολιτική πλατφόρμα της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», η οποία σχετιζόταν με την παροχή ίσων δικαιωμάτων στις μειονότητες, εντός των εθνικών ορίων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1935, το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα[11] αναγνώρισε την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας και διεκδίκησε  την παροχή ίσων δικαιωμάτων σε αυτήν, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους. [12]

Νέος Ριζοσπάστης, 19 Σεπτεμβρίου 1932.

Έμμεση συνέπεια της αναγνώρισης ήταν η ίδρυση, τον Οκτώβριο του 1944, από το ΕΑΜ / ΚΚΕ, των σλαβομακεδονικών σχολείων στη Δυτική Μακεδονία,  παρά το γεγονός ότι  δεν τεκμηριώνεται ότι είχε τεθεί   ανάλογο θέμα στο πλαίσιο της αναγνωρισμένης τότε από το ΕΑΜ/ΚΚΕ «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας». Πραγματικά το θέμα της ίδρυσης σλαβομακεδονικών σχολείων υλοποιήθηκε από την  περιφερειακή επιτροπή του ΚΚΕ της Φλώρινας-Καστοριάς, με πρωτοβουλία του τοπικού κομισάριου της παιδείας Γιάννη Καλαϊτζίδη.  Εικάζουμε ότι το συγκεκριμένο γεγονός  αποτελεί πολιτική επιλογή του  τοπικού κομισάριου που αποσκοπούσε στο να δοθεί απτή διαβεβαίωση στους σλαβόφωνους της Δυτικής  Μακεδονίας που είχαν συμμαχήσει  με το ΕΑΜ/ΚΚΕ ότι εκπληρώνονταν έμπρακτα οι δεσμεύσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ απέναντί τους  στην ουσία όμως ως δέλεαρ για να αποτραπεί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η προσχώρησή τους  στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους των Τέμπο-Τίτο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην Ελληνική Μακεδονία (1941-1944)

Τα κύρια χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου ήταν τα εξής:

α) Η κατασκευή της «σλαβομακεδονικής μειονότητας»  με εργαλείο τον εκπαιδευτικό μηχανισμό: Στην Τριανταφυλλιά, στις 24 Οκτωβρίου 1944, οι αξιωματικοί του επαρχιακού γραφείου του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ενημέρωσαν τους Έλληνες δασκάλους ότι έπρεπε να παραδεχτούν και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη «σλαβομακεδονικής μειονότητας με τα έθιμα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία και τον χαρακτήρα της, ως μειονότητας διαφορετικής από το ελληνικό έθνος.» [13]

β) H αναζήτηση του «σλαβομακεδόνα δασκάλου» ανάμεσα στους δασκάλους με σλαβόφωνη καταγωγή: Σύμφωνα με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το ζήτημα της καθιέρωσης της  «μειονοτικής εκπαίδευσης» παρουσιάστηκε στους εκπαιδευτικούς κατά την «1η Εκπαιδευτική Συνάντηση» που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πολυπόταμο, ένα χωριό της Φλώρινας. [14]

Στο επόμενο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Τριανταφυλλιά, οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που είχαν σλαβόφωνη προέλευση, σύμφωνα με την εφημερίδα Εκπαιδευτικός Ακρίτας, ήταν οι ακόλουθες : « (α) Εμείς, οι εκπαιδευτικοί, που συμμετείχαμε στο εκπαιδευτικό συνέδριο, απορρίπτουμε τη σλαβομακεδονική  ταυτότητα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας αποκαλεί έτσι, επειδή είμαστε Έλληνες (β) Το σλαβομακεδονικό έθνος δεν υπάρχει (γ) Η γλώσσα στη Μακεδονία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κριτήριο της εθνικής συνείδησης κάποιων (δ) Η επιμονή των αγροτών να αυτοαποκαλούνται Σλαβομακεδόνες δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μάσκα για να καλύψουν τα βουλγαρικά, αυτονομιστικά και γενικά ανθελληνικά αισθήματά τους…» [15]

Λαοκρατία, Φλώρινα 3 Αυγούστου 1944.

γ) Η επιλογή των  εκπαιδευτικών εγχειριδίων: Τα μέλη του ΕΑΜ / ΚΚΕ παρουσίασαν ένα «Βουλγαρικό Αλφαβητάριο», το οποίο είχε εκδοθεί το 1936 στη Σόφια και προοριζόταν για τα σλαβομακεδονικά σχολεία της περιοχής. Ο Επιθεωρητής Καλαϊτζίδης πρότεινε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση Επιτροπής για τη σύνταξη ενός Αλφαβήτου στη σλαβομακεδονική γλώσσα για τους μαθητές των σλαβομακεδονικών σχολείων.

δ) Οι δημιουργία σχολής για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των σλαβομακεδονικών σχολείων: Η έλλειψη εκπαιδευτικών για τα σλαβομακεδονικά σχολεία αντιμετωπίστηκε με τη βραχύβια λειτουργία του Φροντιστηρίου στο Άργος Ορεστικό. Το «Φροντιστήριο» προετοίμασε δασκάλους  για τα σλαβομακεδονικά σχολεία, οι οποίοι φαίνεται ότι προέρχονταν από τα σλαβόφωνα χωριά, κυρίως της περιφέρειας  της Καστοριάς. [16]

Χαιρετισμός του Νίκου Ζαχαριάδη στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) στις 25-26 Μαρτίου 1949 στο χωριό Ψαράδες των Πρεσπών.

Η αντικομμουνιστική εκπαίδευση την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Το συγκείμενο

Η κυριαρχία ενός διπολικού πολωτικού λόγου  ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον αντικομμουνισμό καθόρισε τις επιλογές του ελληνικού κράτους στην διάρκεια της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου. [17] Ο Εμφύλιος Πόλεμος τελείωσε με τη νίκη της Δεξιάς, χάρις και στην αμερικανική παρέμβαση[18] που ξεκίνησε με το «Δόγμα  Τρούμαν»,[19] το οποίο θεωρήθηκε ως ουσιαστικό σημείο καμπής της Νεοελληνικής Ιστορίας. [20] Στην πραγματικότητα, η διακήρυξη του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Χάρυ Τρούμαν το 1947[21] υπογράμμισε τη δέσμευση των ΗΠΑ  να προστατέψουν τους λαούς και να τους στηρίξουν στον αγώνα τους για την «ανάσχεση του κομμουνιστικού κινδύνου» [22]

Επομένως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ο αντικομμουνισμός ως ιδεολογία συσπείρωνε έναν κόσμο στον οποίο τα ανεξάρτητα έθνη, όπως το ελληνικό, ενώνονταν ενάντια στην κομμουνιστική απειλή. [23] Σε αυτό το πλαίσιο, το «Σχέδιο Μάρσαλ» [24]εκπονήθηκε ως ένα σχέδιο οικονομικής βοήθειας που στόχευε στο να βοηθήσει τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης.[25]Έτσι, δημιουργήθηκε η συμμαχία του «Δυτικού Μπλοκ» ή του «Ελεύθερου Κόσμου»[26]  ή του «Δυτικού κόσμου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες[27] και το ΝΑΤΟ,[28] ενάντια στην απειλή που αντιπροσώπευε η  Σοβιετική Ένωση. [29]

Η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947).

Τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής αντικομμουνιστικής εκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν: α) Ο επαναπροσδιορισμός  της έννοιας του ελληνικού έθνους[30]:Η εφαρμογή του αντικομμουνιστικού μοντέλου οδήγησε στην κυριαρχία ενός εθνικιστικού μοντέλου εκπαίδευσης. [31] Η κυριαρχία του εθνικισμού ως αξίας του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου είναι ένα προϊόν που εισάγεται στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σχετίζεται άμεσα με την ιδεολογία, η οποία είχε επικρατήσει σε ολόκληρο το δυτικό μπλοκ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε «να αντιμετωπιστεί και να ανασχεθεί η απειλή του κομμουνισμού»

Στην περίπτωση του ελληνικού αντικομμουνισμού, όπως αποδεικνύεται από μελέτες, τόσο του αμερικανικού όσο και του ιταλικού εκπαιδευτικού μοντέλου, η αναβίωση του ελληνικού εθνικισμού είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει «το έθνος», ως ασπίδα για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού διεθνισμού. Συμπερασματικά, στην Ελλάδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ο εθνικισμός  θεωρήθηκε ως  η ισχυρότερη συλλογική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία. Για αυτό τον λόγο  είχε  εξελιχτεί σε σημείο σύγκλισης για ένα ευρύ φάσμα εθνικών ελίτ. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις συγκροτήθηκε το αντικομμουνιστικό μέτωπο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε μια άλλη διάσταση του ελληνικού αντικομμουνιστικού μοντέλου, τον «πατριωτισμό» ο οποίος στην ελληνική περίπτωση θεωρήθηκε κυρίαρχη εθνική και υπερεθνική αξία. Μπορούμε ακόμα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αντικομμουνιστικό μέτωπο υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης,   η οποία θεωρήθηκε  ως  βασική συνιστώσα του ελληνικού έθνους και  της  ελληνικής εθνικής ταυτότητας, αφού το 1951 ψηφίστηκε ένας νόμος από το ελληνικό κοινοβούλιο[32] που διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό από το δημόσιο εκείνων που δεν είχαν  ενστερνιστεί τις αξίες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νέου Συντάγματος του 1952, ο ελληνορθόδοξος προσανατολισμός της εκπαίδευσης θεωρήθηκε καθοριστικός.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η ιδιαιτερότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου έγκειται κυρίως στην έμφαση που δίνεται στον αντισλαβισμό ο οποίος θεωρείται  συνιστώσα του αντικομμουνισμού. [33] Η ταυτοποίηση του εσωτερικού εχθρού, των κομμουνιστών, με τον εξωτερικό εχθρό, τους Σλάβους, προσλήφθηκε εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα, επειδή βασίστηκε στις μακροχρόνιες αξιώσεις των Σλάβων  για τη διεκδίκηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Αναμόρφωσις, 2 Οκτωβρίου 1948.

β) Η Ανασυγκρότηση του κράτους[34]: το μοντέλο της αμερικανικοποίησης[35] ή της δυτικοποίησης[36] Όσον αφορά στον πολιτικό τομέα, αξίζει να σημειωθεί ότι το αντικομμουνιστικό πολιτικό μέτωπο είχε σαφή φιλοδυτικό προσανατολισμό και ως εκ τούτου υποστήριξε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στα όργανα της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, η αντικομμουνιστική ιδεολογία στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου υποστήριξε τις στρατηγικές της δυτικής συμμαχίας και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Κατά συνέπεια, κατά την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήθηκαν ως η Μεγάλη Δύναμη του Προστατευτισμού που περιφρουρούσε  το νόμο, την τάξη και την ασφάλεια της Ελλάδας και η οποία διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξή της.

Οι κύριοι στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης ή της προστατευτικής πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα καταβλήθηκε προσπάθεια να ενσωματωθούν άμεσα στην ελληνική κοινωνία. Οι στόχοι αυτοί ήταν οι εξής: α) η επιστροφή και η αποκατάσταση των παιδιών που μεταφέρθηκαν από τον εθνικό στρατό κατά τη διάρκεια εμφύλιων συγκρούσεων από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και παράλληλα η επιστροφή των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις κομμουνιστικές χώρες από τους αντάρτες.[37] β) η παροχή γεωργικής και τεχνικής εκπαίδευσης που στόχευε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων γ) η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, [38] δ) η δημιουργία συνθηκών σωματικής και ψυχικής υγιεινής, ε) η βελτίωση  των υποδομών.

Προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την αμερικανική πολιτισμική διείσδυση, κατασκευάστηκε μια ελίτ τεχνοκρατών επιφορτισμένη με  τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την προώθηση του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης.[39] Επιπλέον στον πολιτικό τομέα προετοιμάστηκε μια φιλοαμερικανική ηγεσία,  η οποία εκμεταλλεύτηκε ένα ευρύ δίκτυο εκπαιδευτικών δομών, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ.[40] Οι δραστηριότητες οι οποίες αναπτύχθηκαν, ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του «Σχέδιο Marshal» από την δράση «Εξωτερική Βοήθεια», η οποία παρεχόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ομοιότητες αυτού του εκπαιδευτικού μοντέλου με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την συνδρομή του αμερικανικού παράγοντα και της παρέμβασής του  στη χώρα είναι καθοριστικές. Όπως έγραψε ο Andrea Mariuzzo, [41]σχετικά με την ιταλική εκπαιδευτική πολιτική τη δεκαετία του 1950, μια ομάδα συμβούλων χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Ford το 1960 για τη στήριξη των  εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, οι αρχές των οποίων βασίστηκαν στον «αξιοκρατικό εκδημοκρατισμό» της εκπαίδευσης. [42]

γ) Η προώθηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και η απαίτηση για τεχνολογική και οικονομική πρόοδο: Η δημιουργία των συνθηκών για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης  ωρίμασε μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο στην ελληνική κοινωνία. Η  ανάδυση της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με τη σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, κατά την περίοδο Καραμανλή (1955-1961), η οποία οδήγησε στην επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την περίοδο  1979-1981, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις στροφής της χώρας  προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση.

Κατά συνέπεια, τα μέτωπα που σχηματίστηκαν στην κοινωνία ήταν δύο: το μέτωπο της φιλελεύθερης αστικής τάξης και το μέτωπο των συντηρητικών. Οι φιλελεύθεροι υποστήριξαν την ανάγκη για θεσμικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί στις  νέες κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις. Οι συντηρητικοί αντίθετα προέκριναν  την ανάγκη προστασίας της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Ακόμα οι ίδιοι υπερεκτίμησαν την χρήση  της καθαρεύουσας γλώσσας ως επίσημης γλώσσας  του κράτους,  προκειμένου να διασφαλισθεί «η ενότητα του Ελληνισμού». [43]

Η άνοδος της φιλελεύθερης αστικής τάξης στην εξουσία το 1963,  κατέστησε κυρίαρχο το αίτημα για θεσμικές και διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία,  και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964. [44] Η ορμή της μεταρρύθμισης αυτής ανακόπηκε το 1967,   εξαιτίας  της επιβολής της «δικτατορίας των συνταγματαρχών», όπως είναι ευρύτερα γνωστή η στρατιωτική χούντα. [45]

δ) Η συγκρότηση του αντικομουνιστικού νομοθετικού πλαισίου[46] :Παρά το γεγονός ότι η οικοδόμηση νομικών κανόνων υπήρξε ανέκαθεν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση του κράτους, στο ελληνικό αυταρχικό κράτος της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε στον έλεγχο μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού  των φρονημάτων των πολιτών. Προέκυψαν έτσι οι νόμοι που έλεγχαν τη νομιμοφροσύνη των εκπαιδευτικών και τιμωρούσαν αυτούς που εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες.

Εκπαιδευτικός Ακρίτας, 23.6.1945.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκαθάριση της εκπαίδευσης από τους αριστερούς δασκάλους ήταν η δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου που θα εναρμονιζόταν με τις αξίες του αντικομμουνισμού. Αρχικά η δημιουργία ενός κατάλληλου ιδεολογικού κλίματος για την αποδοχή των διώξεων κατά  των αριστερών δασκάλων προετοιμάστηκε από τις εφημερίδες των εθνικοφρόνων. Συγκεκριμένα, μέσω των άρθρων του Εκπαιδευτικού Ακρίτα κατασκευάστηκε  το μοντέλο του αντικομμουνιστή δασκάλου που προοριζόταν να πραγματοποιήσει «μια ανώτατη εθνική αποστολή». [47][48]

Είναι προφανές ότι σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου,[49] διαμόρφωσαν ένα καθεστώς στέρησης της ατομικής ελευθερίας: Σε αυτό το σημείο  πρέπει να συμπεριληφθεί το «Γ Ψήφισμα», [50] το οποίο σηματοδότησε την αρχή της δίωξης των κομμουνιστών [51] και το οποίο συνέχισε την παράδοση του «Ιδιωνύμου» του Ελευθέριου Βενιζέλου ή τη νομοθεσία του Ιωάννη Μεταξά. [52]

Τέλος, το κράτος   της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού προσπάθησε να εκκαθαρίσει τον δημόσιο τομέα, μέσω της έκδοσης των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων»,  τα οποία παρέχονταν αυστηρά στον κόσμο των «εθνικοφρόνων πολιτών». Βάσει του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Παπάγου προχώρησε το 1953 σε εκτεταμένη απόλυση των «μη εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών«. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος χαρακτήρισε την κατάσταση ως απαράδεκτη. [53]

 

Αντικρουόμενα συνθήματα στις προσόψεις κτηρίων στην ύπαιθρο.

Συμπεράσματα

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΕΑΜ / ΚΚΕ σχετικά με την ίδρυση των σλαβoμακεδονικών σχολείων κατά το τελευταίο έτος της γερμανικής κατοχής ήταν απόλυτα σύμφωνη με την απόφαση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» το 1935 που αφορούσε στην αναγνώριση σλαβομακεδονικής μειονότητας  εντός του ελληνικού κράτους.

Το εγχείρημα της κομμουνιστικής αριστεράς για την λειτουργία αυτών των σχολείων απέβη εξαιρετικά δυσχερές και ανατράπηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις. Στη συνέχεια τα σχολεία αυτά θεωρήθηκαν προϊόντα του κομμουνιστικού διεθνισμού και ενίσχυσαν την πεποίθηση του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, ότι μια πιθανή νίκη του κομμουνισμού θα σήμαινε απώλεια εθνικών ελληνικών εδαφών και απειλή για την εθνική ακεραιότητα της χώρας.

Συμπερασματικά, στον ιδεολογικό τομέα, οι δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών αποτέλεσαν μια επιτυχημένη κοινωνική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας, με επίκεντρο κυρίως τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η αμερικανική παρέμβαση και η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενοποιήθηκαν και έγιναν δεκτές, όχι μόνο χάρις σε μια σειρά οικονομικών πακέτων, υποσχέσεων  που αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη στρατηγικών βοήθειας για τον «εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και χάρις στο γεγονός ότι είχε προωθηθεί η δημιουργία των προϋποθέσεων οικονομικής και κοινωνικής προόδου, βάσει του «δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου». [54]

Εντούτοις σε ότι αφορά στο αντικομμουνιστικό εκπαιδευτικό μοντέλο, πρέπει να επισημάνουμε ότι  πρωταρχικός στόχος της  πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε ο μετασχηματισμός της Ελλάδας σε πρότυπο εφαρμογής των δυτικών θεσμών και  περιφρούρησης της αμερικανικής και δυτικής κουλτούρας, στο πλαίσιο της «πολιτισμικής διπλωματίας». [55]

Κατά συνέπεια πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ελληνική εκπαίδευση στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου είχε ως στόχο, αφενός, την πολιτισμική αφομοίωση της νέας γενιάς βάσει των αμερικανικών προτύπων και, αφετέρου,  τον συνδυασμό αυτών των προτύπων με την ελληνική παράδοση της ορθοδοξίας και  του εθνικισμού.

Ειδικότερα, το μοντέλο του αντικομμουνισμού, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνική εκπαίδευση, περιείχε μια εγγενή αντίφαση: ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τα αμερικανικά πρότυπα εκσυγχρονισμού, φάνηκε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα  σε αυτά και στα ξεπερασμένα πρότυπα του νεοελληνικού εθνικισμού και της παραδοσιακής Ορθοδοξίας. Έτσι η σύγκρουση μεταξύ της αμερικανικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού από την μια και του ελληνικού εθνικισμού από την άλλη, απέβη καταλυτική για την ελληνική εκπαίδευση: η αντιμεταρρυθμιστική τάση κυριάρχησε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με κύρια χαρακτηριστικά την υιοθέτηση των παρωχημένων αντιλήψεων, την επιβράδυνση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, την παρεμπόδιση  της προόδου.

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πολλή προσπάθεια για να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από τα αντικομμουνιστικά της σύνδρομα και να προχωρήσει προς το μέλλον.

 

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Εκπαίδευσης στη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2008);  Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας, «Από το παιδομάζωμα στην βασιλική προστασία του παιδιού: μεταπολεμικές όψεις κοινωνικής δικαιοσύνης στις βόρειες επαρχίες της χώρας» στο  Σήφης Μπουζάκης (εκδ). Πρακτικά του 5ου επιστημονικού συμποσίου της Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Εκπαίδευση και κοινωνική δικαιοσύνη. (Patra, 2009) http// www. eriande. elemedu. upatras. Gr (accessed June 7, 2008); Andreas Andreou, Sofia Iliadou-Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Inclusive Education as a Concept of Social Inclusion or a method of Assimilation? The case of Frederica’s Children’, in Proceedings of 12th International Conference of BASOPED, Athina Sipitanou and N. Galevska-Angeloska (ed). Inclusive Education in the Balkan Countries: Policy and Practice, (Thessaloniki: Kyriakidis, 2011), 709-718; Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία. Τα σχολεία της εκπαίδευσης των σλαβοφώνων», στο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Βλάσης Βλασίδης (επιμ), Πρακτικά του Διεθνούς συνεδρίου Δυτική Μακεδονία. Από την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα.  (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2014), 253-275; Sofia Iliadou – Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Children in the Maelstrom of the Greek Civil War. Educational and Social Practices at the Beginning of the Cold War’, in Pantelis Kiprianos, Jean Pierre Pourtois (eds) Actes du XVeme Congres de l’ AIFREF a Patras en Mai 2013, Family, School, and Local Societies: Policies and Practices for Children, (Patra 2015), 221-229.

[2] Mark Mazaower. “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”. In Deák I., Gross J., & Judt T. (Eds.), The Politics of Retribution in Europe: World War II and Its Aftermath. (Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 2000), 212-232, http://www.jstor.org/stable/j.ctt7s01h.12;  Andreas Stergiou, (2008). ‘Greece during the cold war’. Southeast European and Black Sea Studies, 8, 1, (2008): 67–73; Pelt Mogens, Tying Greece to the West: US–West German–Greek Relations, 1949–1974. (Copenhagen: Museum Tusculanum Press, 2006); Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War: Frontline state, 1952–1967, London and New York: Routledge, 2006).

[3] Ricci Van Boeschoten, ‘Enemies of the Nation—A Nation of Enemies: The Long Greek Civil War’. In Kissane B. (Ed.), After Civil War: Division, Reconstruction, and Reconciliation in Contemporary Europe  (University of Pennsylvania Press, 2015), 93-120, http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x1ntm.7; James Miller, ‘The Right (1953-1963)’. In The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950-1974, (Chapel hill: University of North Carolina Press, 2009), 66-83, http://www.jstor.org/stable/10.5149/9780807887943_miller.1 (accessed February 3, 2020); Polymeris Voglis, ‘The Civil War: A Case of Nation-State Rebuilding’,  in Becoming a Subject: Political Prisoners during the Greek Civil War, 1945-1950, (New York; Oxford: Berghahn Books,2002), 52-73; Neni Panourgia, ‘1945–1946: White Terror’,  in Dangerous Citizens: The Greek Left and the Terror of the State, (New York: Fordham University 2009), 78-80,  http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x011k.12, (accessed February 3, 2020); Efi Avdela, ‘Youth in moral danger: (re)conceptualizing delinquency in post-Civil-War Greece’, Social History, 42 no 1 (2017): 73-93; Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών. (Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018).

[4] Ricci Van Boeschoten, ‘When difference matters: sociopolitical dimensions of ethnicity in the district of Florina’, in Jane Cowan  (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 28-46; Piero Vereni, ‘Os Ellin Makedonas: Autobiografy, memory and national identity in western Greek Macedonia’, in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference, (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 47-67; Iakovos Michailidis, ‘On the other side of the river: the defeated slavophones and Greek history’,  in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 68-84;

[5]Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στην Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου (1945-1949). (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρo, 2005).

[6] Χαράλαμπος Νούτσος, Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα 1944-1946. (Αθήνα:Βιβλιόραμα, 2003); Loukianos Hassiotis, ‘The views of Franco’s regime on the ‘children’s issue’ during the Greek civil war’, Byzantine and Modern Greek Studies, 33 no 2 (2009): 204-218, Andrea Mariuzzo,  ‘American cultural diplomacy and post-war educational reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960’, History of Education, 45, no 3 (2016): 352-371; Zinovia Lialiouti, ‘American cultural diplomacy in Greece, 1953–1968’, Journal of Transatlantic Studies, 15 no 3  (2017); 229-250; Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Πολιτικές των Βασιλικών Ιδρυμάτων σχετικά με την νεολαία, την έρευνα και την εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο. Η εφαρμογή του αμερικανικού μοντέλου της πολιτισμικής αφομοίωσης» στο Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών.(Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018), 259-275.

[7] Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας»; ΦΕΚ 407/τ. Α,  Νοέμβριος 14, 1941,   ΦΕΚ 67,τ.Α,  Μάρτιος 21, 1941, ΦΕΚ 93, τ. Α, Απρίλιος 13, 1945;

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (=ΑΣΚΙ), Φάκελος ΚΚΕ, F 23/8/253, 1944. Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, Θάνος στον Αλέκο, F : 23. 8. 221 a, Σημείωση του Θάνου στον Θεόφιλο (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F:23.8.75α, Σημείωση, του Περικλή στο Μακεδονικό γραφείο, (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F :23. 8. 258, Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, «Οργανωτική Κατάσταση 1944«, Θάνος προς Αλέκο, Ιανουάριος 10, 1945;

Electronical sources, http://www.yourarticlelibrary.com/international-politics/study-of-international-politics-areas-and-scope/48466, University of Siena, Department of Social, Political and Cognitive Sciences European Union National, Institutes for Culture / EUNIC, Cultural diplomacy “… should be something that is limited to what state actors do, that is what government, government agents, or governmental institutions do to pursue diplomatic goals through cultural tools.

In https://www.cultureinexternalrelations.eu/2017/01/20/cultural-diplomacy-as-discipline-and-practice-concepts-training-and-skills/, http://www.marxists.org/history/international/comintern/7th-congress/index.htm The Seventh Congress, Marxist Inernet Alliance, http://libcom.org/library/1914-1946-third-camp-internationalists-france-during-world-war-ii .

[8]Leften Stavros Stavrianos, Balkan Federation: A History of the Movement toward Balkan Unity in Modern Times (1942, 1944), (Smith College studies in history: Archon Books, 1964).

[9]Archie Brown, the rise and fall of communism, (New York: Paperback, 2011), 88-100; Peter Joyce, ‘The Liberal Party and the Popular Front: an assessment of the arguments over progressive unity in the 1930sJournal of Liberal Democrat History 28 (2000): 11-16.

https://liberalhistory.org.uk/wp-content/uploads/2014/10/28_joyce_the_liberal_party_and_the_popular_front.pdf (Accessed September 24, 2018).

[10]Kermit E. McKenzie, Comintern and World Revolution, 1928-1943: The Shaping of a Doctrine, (London and New York: Columbia University Press, 1964), 159-160.

[11]Ελληνικό Κομουνιστικό Κόμμα  (=KKE)

[12]Evaggelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, (Thessaloniki: Institute for Balkan studies, 1964).

[13]  Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας».

[14] Ηλιάδου-Τάχου κα., «Όψεις της Εαμικής εκπαιδευτικής πολιτικής»; Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απρίλιος 21, 1945, «Περί του ιστορικού συνεδρίου της Τριανταφυλλιάς».

[15] Στο ίδιο

[16] Στο ίδιο.

[17] David Close, ‘Conservatism, authoritarianism and fascism in Greece, 1915-45’, in Martin Blinkhorn (ed.), Fascists and Conservatives. The radical right and the establishment in twentieth-century Europe. (London: Routledge, 1990), 200-217.

[18] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945. (London: Routledge, 2002); Robert Frazier, British and American policy with regard to Greece 1943-1947: the transition from British to American patronage, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[19] Robert Frazier, (1984). ‘Did Britain Start the Cold War? Bevin and the Truman Doctrine’ The Historical Journal, 27 no 3 (1984): 715-727.

[20] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945…, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[21] Michael Cox, ‘From the Truman Doctrine to the Second Superpower Detente: The Rise and Fall of the Cold War’, Journal of Peace Research, 27 no 1 (1990): 25-41;

[22] Leften S. Stavrakis, (1989). Moscow and Greek Communism, 1944–1949, (Ithaca and London: Cornell University Press, 1989); Matthias Esche, Die kommunistische Partei Griechenlands 1941–1949, (Munich, Germany: Oldenburg, 1982); John Lewis Gaddis, ‘Containment: Its Past and Future’, International Security, 5, no 4 (1981): 74-102; David Mayers, ‘Containment and the Primacy of Diplomacy: George Kennan’s Views, 1947-1948, International Security, 11 no 1(1986): 124-162; John Lewis Gaddis, Strategies of containment, (Oxford University Press: New York, 2005); Fredrik Logevall, ‘A Critique of Containment’, Diplomatic History, 28 no 4 (2004): 473-499.

[23] Walter LaFeber, America, Russia, and the Cold War, 1945-1966. (New York: Wiley, 1967); Simon J. Ball, The cold war. (London: Arnold, 2004), Melvyn P. Leffler and David S., Origins of the Cold War. (London: Routledge, 2002); John W. Mason, The Cold War, 1945-1991, (London: Routledge, 1996).

[24] Apostolos Vetsopoulos, The economic dimensions of the Marshall Plan in Greece, 1947-1952, (Doctoral thesis , University of London, 2002) ; Stephen Mc  Glinchey, The Marshall Plan, the Truman Doctrine, and the Division of Europe, (2009) in https://www.e-ir.info/2009/10/13/the-marshall-plan-the-truman-doctrine-and-the-division-of-europe; Edwin Borchard, ‘The Truman Doctrine and the Marshall Plan’, The American Journal of International Law, 41 no 4 (1947):  885-888, Kathleen Burk, ‘The Marshall Plan: Filling in Some of the Blanks’, Contemporary European History, 10 no 2 (2001): 267-294; William C. Cromwell, ‘The Marshall Non Plan, Congress and the Soviet Union’, The Western Political Quarterly, 32 no 4 (1979):  422-443.

[25] Michael Cox, and Caroline Kennedy-Pipe, ‘The Tragedy of American Diplomacy? Rethinking the Marshall Plan’, Journal of Cold War Studies, 7, no 1(2005): 97-134.

[26] John Spanier, American foreign policy since World War II. (Washington, D.C.: CQ Press, 1988).

[27] Warren I. Cohen, America in the age of Soviet power, 1945-1991. (Cambridge: Cambridge University Press, 1993); James Edward Miller, The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950–1974. (Chapel Hilll. University of North Carolina Press, 2009); Alexander Kitroef. ‘Greece and the U.S. during the Cold War’, Diplomatic History, 35, no 5, (2011):  929–932.

[28]  Diego A. Ruiz Palmer, Constancy on purpose and Strategy-Making in NATO, 1949-2019. Research Division, n.3, June 2019.NDC Research paper-NATO defense College-Rome, in NDC_RP_03pdf. Accessed 22.8.2020.

[29] Francesca Gori and Silvio Pons, The Soviet Union and Europe in the Cold War, 1943-53. (New York: St. Martin’s Press, 1996); Caroline Kennedy-Pipe, Stalin’s Cold War, (Manchester: Manchester University Press, 1995); Vojtech Mastny, The Cold War and Soviet insecurity, (New York: Oxford University Press., 1996)

[30] Mazower Marc, Μετά τον Πόλεμο. Η ανακατασκευή της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960. (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004).

[31] Β. Anderson, Imagined communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism, London 1983, p. 3;

[32] Αναγκαστικός Νόμος 1811, ΦΕΚ 141, τ. Α, Μάιος 16, 1951 «Σχετικά με τον κώδικα κατάστασης των υπαλλήλων δημόσιας διοίκησης».

[33] Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών… (Θεσσαλονίκη Επίκεντρο, 2005).

[34] Mazower Marc. Μετά τον Πόλεμο…Στο ίδιο.

[35]Volker R. Berghahn, ‘The Debate on “Americanization” among Economic and Cultural Historians’, Cold War History 10 (2010); 107-130, Constantina Botsiou (2007), ‘The interface between Politics and Culture in Greece’ in Alexander Stefan (ed). The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945. (New York: Berghahn, 2007): 277-306.

[36] Holger Nehring, ‘Westernization’: A new paradigm for interpreting west European History in a cold war context’, Cold war History 4 (2004); 175-191.

[37]Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας «Από το παιδομάζωμα..» στο ίδιο.

[38]Στο ίδιο

[39]Μπέτσας, Ηλιάδου, Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων..», στο ίδιο, 259-275.

[40]Στο ίδιο

[41] Andrea Mariuzzo (2016) «American cultural diplomacy and post-war educational

reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960», History of Education, 45:3, 352-371, Fabio Pruneri (2016) ibid.

[42]Στο ίδιο

[43] Αλέξης Δημαράς. Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε: τεκμήρια Ιστορίας, τ. B, 1895-1967, (Athens: Εστία), 1973-1974, 229-233.

[44] Διάταγμα 4379/1964. «Σχετικά με τον Οργανισμό Γενικής Στοιχειώδους και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», ΦΕΚ, τ. Α, Μάϊος  1965. Περί της τεχνικής εκπαίδευσης και της καθιέρωσής της στα πανεπιστήμια.

[45] Σήφης Μπουζάκης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1998). (Αθήνα: Gutenberg, 2002),  118-119.

[46] Νίκος Αλιβιζάτος, Πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. (Αθήνα: Θεμέλιο, 1995).

[47]Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απριλίου 21, 1945, «ο δάσκαλος, ως φορέας των ιδεών του νέου ελληνικού κράτους, ο οποίος πρέπει να συμμετάσχει στον αγώνα της δικής του ανοικοδόμησης»

[48]Στο ίδιο

[49]John V. Kofas, (1983). Authoritarianism in Greece. The Metaxas-Regime. (New York; Columbia University Press, 1983); Heinz Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (1936 – 1946). (Europäische Verlagsanstalt, 1973)

[50]Mark Mazower, The Policing of Politics in the 20th century. Historical Perspectives. (Providence: Berghahn Books, 1997)

[51]Evi Gkotzaridis, A pacifist’s life and death. Grigorios Lambrakis and Greece in the long shadow of the Civil War, (Cambridge Scholar Publishing, 2016), 173.

[52] Kofas, (1983). Authoritarianism; Richter, Griechenland zwischen Revolution…, Στο ίδιο

[53] Χρήστος Κάτσικας, Κώστας Θεριανός, Ιστορία της Σύγχρονης Ελληνικής Εκπαίδευσης.  (Αθήνα: Σαβάλας, 2007).

[54] George Politakis, The Post-War Reconstruction of Greece: A History of Economic Stabilization and development 1944-1952. (New York: Palgrave Macmillan, 2018);  Evanthis Hatzivassiliou, Cold War Allegiances and Societal Pressures: Post-war Reconstruction and Greece’s Position in the International Economic System, in https://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/10413/3465_02_2.5.1 (accessed February 3, 2020).

[55]Richard T. Arndt, The First Resort of Kings.: American cultural Diplomacy in the 20th century, (Potomac Books Inc, Dulles Va, 2005); Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων…», Στο ίδιο

Ελλάδα και Πολωνία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:Κατά κλαδο περιπτωσιολογική εξέταση της πολεμικής προπαρασκευής δυο ευρωπαϊκών κρατών του Μεσοπολέμου

Ελλάδα και Πολωνία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Κατά κλαδο περιπτωσιολογική εξέταση της πολεμικής προπαρασκευής δυο ευρωπαϊκών κρατών του Μεσοπολέμου

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Πολεμικού Μουσείου ένας συλλογικός τόμος με αντικείμενο την αντιπαραβολή της πολεμικής προπαρασκευής δυο κρατών, τα οποία θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως λειτουργούσαν με γνώμονα έναν κοινό παρονομαστή σε ζητήματα σχεδιασμού εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, αλλά και γενικότερης (αν)ασφάλειας και υπαρξιακής αγωνίας στο πλαίσιο της διαρκούς κλιμακούμενης διεθνούς έντασης κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Πολωνίας, ένα case study, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να επεκταθεί με άλλους πρωταγωνιστές (Τσεχοσλοβακία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία κλπ.) μέσα στην ίδια πάντοτε εκρηκτική συγκυρία.

Ο τόμος περιλαμβάνει τρία εκτενή άρθρα. Ένα πρώτο  είναι αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος αλλά με έντονο πολωνικό άρωμα. Ένα δεύτερο αμιγώς πολωνικού. Μόνο το τρίτο (πρώτο κατά σειρά εμφάνισης) επιχειρεί μια συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στις δυο περιπτώσεις, ελληνική και πολωνική.

Στο πρώτο άρθρο (Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης) με τίτλο Εξοπλισμοί Πολωνίας-Ελλάδας και ο αγγλογαλλικός παράγοντας προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχειρείται μια συγκριτική προσέγγιση, από την οποία προκύπτουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές. Κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση στην (όχι δεδομένα γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό) πολωνική πραγματικότητα, ο συγγραφέας, αφού σκιαγραφεί προηγουμένως την ιστορική διαδρομή του νεότευκτου Πολωνικού κράτους από γενέσεώς του (1918) έως το 1935, επικεντρώνει εν συνεχεία στην εξοπλιστική πολιτική της χώρας μέσα στο διαταραγμένο διεθνές γίγνεσθαι των ετών 1936-1939 σε επίπεδο επιτελικού σχεδιασμού, δομής και επιχειρησιακής ετοιμότητας των τριών όπλων, εξοπλισμών και εκσυγχρονισμού, τέλος, αναζήτησης και ανεύρεσης πόρων. Το όλο πρόγραμμα ανακόπηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 εξαιτίας της γερμανικής εισβολής. Ωστόσο, η έως τότε υλοποίησή του υπήρξε μάλλον απογοητευτική. Ο λόγος συνίστατο στο αγεφύρωτο χάσμα που υφίστατο ανάμεσα σε μεγαλεπήβολα σχέδια αφενός και περιορισμένες δυνατότητες αφετέρου, τα πάντα μέσα σε ένα σαθρό διεθνές στερέωμα. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των τεθωρακισμένων (το 1939 η Πολωνία ήταν σε θέση να αντιτάξει μόλις 119 ελαφρά άρματα και τεθωρακισμένα σε ένα στόλο 2.600 αντιστοίχων γερμανικών, εκ των οποίων 440 περίπου σύγχρονης τεχνολογίας) της πολεμικής αεροπορίας (στα τέλη Ιουλίου 1939, λίγες ημέρες πριν από την εισβολή, εγκαταλείφθηκε λόγω συναλλαγματικών περιορισμών η παραγγελία 143 αεροσκαφών) και του πολεμικού ναυτικού (τον κρίσιμο Σεπτέμβριο η δύναμη των κυρίων μονάδων μάχης περιορίζονταν σε 4 αντιτορπιλικά και 5 υποβρύχια σε αντιδιαστολή με τον αρχικό προγραμματισμό, ο οποίος προέβλεπε την προμήθεια θωρηκτών, καταδρομικών και δεκάδων αντιτορπιλικών). Σημαντικότερη όλων πρέπει να θεωρηθεί η αποκρυπτογράφηση του γερμανικού συστήματος Enigma από Πολωνούς ειδικούς, χάρη στην ανακάλυψη των οποίων οι βρετανικές υπηρεσίες κατόρθωσαν εν συνεχεία καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και μέσα σε απόλυτη μυστικότητα να διαβλέπουν κινήσεις και επιλογές του αντιπάλου.

Αντίστοιχη πορεία μέσα στο χρόνο ακολουθεί ο συγγραφέας και για την περίπτωση της Ελλάδας την ίδια εποχή. Μια χώρα, η οποία καλείτο να αντιμετωπίσει διπλή απειλή: βαλκανικών διαστάσεων από την αναθεωρητική Βουλγαρία και, από την άνοιξη του 1939 και κατόπιν, μεσογειακών διαστάσεων με προέλευση την Ιταλία και το αλβανικό ορμητήριο της τελευταίας. Ένα από τα κύρια διακριτικά γνωρίσματα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου αποτελεί η αντίφαση, η οποία διαπιστώνεται ανάμεσα στην εκφορά ενός φασιστικού λόγου και τη στρατηγική ένταξη της χώρας στο πλευρό των δημοκρατικών κρατών της Δύσης (Βρετανία, Γαλλία). Υπό αυτή την οπτική, η γαλλοβρετανική παρέμβαση στη εν γένει πολεμική προετοιμασία δεν πρέπει να εκπλήσσει, αν και με γνώμονα διμερή διακρατική συμφωνία με τη Γερμανία, κατά τα έτη 1936 και 1937 αγοράστηκαν οπλικά συστήματα με χρήση, από ελληνικής πλευράς, του πιστωτικού υπολοίπου (1,3 δισ. δραχμές), που οφειλόταν στην στη μαζική εξαγωγή καπνών προς τη Γερμανία. Πέραν όμως από την κάλυψη των εξοπλιστικών αναγκών σε συνάλλαγμα, υπήρξε πρόνοια προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης επιπρόσθετων πόρων στο εσωτερικό με τη διενέργεια εράνων και δωρεών. Το άρθρο ολοκληρώνεται με μια άκρως εμπεριστατωμένη συγκριτική προσέγγιση της γαλλοβρετανικής εξοπλιστικής συνδρομής προς την Πολωνία και την Ελλάδα κατά τα έτη 1938-1939, ειδικότερα δε μετά την άνοιξη του 1939, οπότε, ως επακόλουθο της κατάληψης του συνόλου της Τσεχοσλοβακίας από τα ναζιστικά στρατεύματα, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία προχώρησαν μονομερώς στην παροχή εγγυήσεων προς τις Πολωνία, Ρουμανία και Ελλάδα και στις δυτικές καγκελαρίες άρχισε να σκιαγραφείται η φρούδα προοπτική δημιουργίας ενός βαλκανικού μετώπου με τη επιπλέον συνδρομή της Γιουγκοσλαβίας, της Τουρκίας ακόμα και της ΕΣΣΔ, με στόχο την ανάσχεση της γερμανικής και ιταλικής επιρροής στο σύμπλεγμα Βαλκανίων – ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Με αφορμή, πάντοτε, το ζήτημα των εξοπλισμών, ο συγγραφέας επιχειρεί μια διεξοδική ανάλυση του διπλωματικού και στρατιωτικού πλαισίου, αναδεικνύοντας τις αποκλίνουσες προτεραιότητες μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, τις πολλαπλές αντιφάσεις και το χάσμα μεταξύ λόγου και πράξεων, που οδήγησε τελικά τον Σεπτέμβριο 1939 στην ουσιαστική εγκατάλειψη της Πολωνίας στη μοίρα της και στις αρχές του 1941 σε μια δονκιχωτική βρετανική στρατιωτική παρέμβαση στον ελλαδικό χώρο, εκ προοιμίου καταδικασμένη να μετεξελιχθεί σε πραγματική πανωλεθρία.

Polish Army Manoeuvres (1939) – British Pathé Film ID: 1021.16

Η Πολωνία βρίσκεται στο επίκεντρο και του δευτέρου άρθρου (Νίκος Χατζηϊωακείμ) με τίτλο: Η ναυτική υπόσταση της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας και οι απειλές που αντιμετώπισε. Το πολιτικό και διπλωματικό υπόβαθρο της λεγομένης “Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας” (1918-1939) αναλύεται σε ένα χρήσιμο, για την κατανόηση των όσων έπονται, εισαγωγικό μέρος. Ακολουθούν, πάντοτε για την ίδια εικοσαετία, οι ναυτικοί σχεδιασμοί αλλά και οι γερμανικές και σοβιετικές σκέψεις για εξουδετέρωση του πολεμικού ναυτικού της χώρας.

Το πολεμικό ναυτικό της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 1918. Τα πληρώματα στελέχωναν αξιωματικοί και ναύτες, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στις τάξεις του ρωσικού, του γερμανικού  και του αυστροουγγρικού ναυτικού διαρκούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (η τριμερής αυτή προέλευση ίσχυε επίσης και για τον στρατό ξηράς). Αρχικά, η νεότευκτη δημοκρατία στερείτο πρόσβασης στη Βαλτική. Μόλις η τελευταία οριστικοποιήθηκε μέσω του περίφημου διαδρόμου του Δάντσιχ, τέθηκε σε ισχύ ένα φιλόδοξο (και εν πολλοίς εξωπραγματικό) πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα: προμήθεια μονάδων επιφανείας και υποβρυχίων, εκπαίδευση στελεχών, προοπτική εγχώριας ναυπήγησης, δημιουργία και ανάπτυξη ναυτικής αεροπορίας, παράκτια οχύρωση. Το άρθρο διεισδύει διεξοδικά σε όλους τους παραπάνω τομείς, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβατικής πολιτικής της βρετανικής Ναυτικής Αποστολής και των επαφών της κυβέρνησης της Βαρσοβίας με το Παρίσι με την προοπτική διακοπής της συνεργασίας με τους Βρετανούς και αντικατάστασής τους από τους Γάλλους (οι τελευταίοι αναζητούσαν περιφερειακούς συμμάχους και εξαγωγικούς πελάτες για την πολεμική τους βιομηχανία). Τελικά, οι πολωνικές αρχές ενέκριναν ένα τετραετές πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης, το οποίο, πέρα από την αναβάθμιση των υποδομών του λιμένα της Γδύνιας, περιλάμβανε τη ναυπήγηση εννέα υποβρυχίων. Οι Πολωνοί εξάρτησαν την επιλογή του αναδόχου από την εξασφάλιση δωρεάν εκπαίδευσης, παροχή πιστώσεων και εγγύηση προσφοράς βάσης για τα υποβρύχια σε περίπτωση απώλειας του ορμητηρίου της Γδύνιας. Ο τελευταίος όρος εκχωρούσε σαφές προβάδισμα στους Γάλλους χάρη στην υφιστάμενη διμερή συνθήκη συμμαχίας με την Πολωνία. Το άρθρο αναφέρεται αναλυτικά στις διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους και στα διαφόρου φύσεως προβλήματα και δυσκολίες που προέκυψαν στην πορεία υλοποίησης του προγράμματος. Γεγονός πάντως είναι ότι ο γαλλικός παράγοντας μετεξελίχθηκε σε κομβική διάσταση χάρη στο πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης. Ναυπηγήθηκαν 3 υποβρύχια, αγοράστηκαν 2 αντιτορπιλικά, η επέκταση των ναυτικών εγκαταστάσεων ανατέθηκε σε γαλλική κοινοπραξία, ενώ εξίσου ενεργό συμμετοχή είχαν οι Γάλλοι και στην ίδρυση και λειτουργία της Ακαδημίας Ναυτικών Δοκίμων. Την άνοιξη του 1932 η Βαρσοβία ανακοίνωσε τον τερματισμό της δραστηριότητας της γαλλικής Ναυτικής Αποστολής, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οι Γάλλοι εκμεταλλεύονταν ασύστολα την όλη κατάσταση από οικονομικής απόψεως, ενώ στρατηγικά η συμμαχία αποδεικνυόταν στην πράξη ετεροβαρής εις βάρος της Πολωνίας. Μεταξύ των ετών 1936 και 1939 δημοσιοποιήθηκαν εξωπραγματικές προθέσεις απόκτησης μεγάλου στόλου (2 θωρηκτά, βαριά καταδρομικά, δεκάδες αντιτορπιλικά, υποβρύχια, τορπιλάκατοι, ναρκαλιευτικά και βοηθητικά σκάφη). Ζητούμενο ήταν η συγκρότηση δύναμης ίσης με το 1/3 του γερμανικού πολεμικού στόλου. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1939, κανενός από τα σκάφη που τελικά παραγγέλθηκαν δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή.

Ο πρόεδρος της Πολωνικής Δημοκρατίας  Ignacy Mościcki (αριστερά) και ο ναύαρχος Józef Unrug, ανώτατος διοικητής του πολεμικού ναυτικού, στο κατάστρωμα της κανονιοφόρου ORP Mazur το 1937.

Εν συνεχεία, το κείμενο υπεισέρχεται σε θέματα ευρύτερου επιχειρησιακού σχεδιασμού (διοικητική διάρθρωση, αποστολές του στόλου θαλάσσης, προβλήματα ηγεσίας, παράκτια οχυρά, εμπορική ναυτιλία, δυνητικοί σύμμαχοι), καθώς με την πάροδο του χρόνου παρατηρείτο κάθετη αύξηση της διεθνούς έντασης και τα σύννεφα του πολέμου διακρίνονταν πυκνά στον ορίζοντα.Έπεται μια συνοπτική παρουσίαση της ναυτικής ισχύος των δυο κυριοτέρων αντιπάλων: της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ. Πέραν, όμως, από την πολωνική οπτική, το κείμενο προσφέρει μια επιπρόσθετη, εξίσου άγνωστη στο ευρύ ελληνικό κοινό, διάσταση. Πρόκειται για το ναυτικό σκέλος της “Λευκής Υπόθεσης” (Fall Weiss), με άλλα λόγια της επιχείρησης εισβολής στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939. Εσφαλμένα έχει δημιουργηθεί η αίσθηση πως το σύνολο των επιχειρήσεων έλαβαν χώρα στην ξηρά και στους αιθέρες. Υπάρχει και μια σημαντική ναυτική διάσταση (άλλωστε, τα πρώτα πυρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξαπολύθηκαν τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου από μονάδες του γερμανικού πολεμικού ναυτικού σε βάρος του λιμένα του Δάντσιχ). Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστοριογραφία προσφέρεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε διεξοδικά τον γερμανικό ναυτικό σχεδιασμό ενόψει της εισβολής, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους και μετά, αλλά και τη διαφυγή πολωνικών υποβρυχίων και μονάδων επιφανείας σε σουηδικά, αρχικά, και βρετανικά, τελικά, λιμάνια από όπου συνέχισαν στο πλευρό των Συμμάχων τη δράση τους καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του υποβρυχίου ORP Orzel.

Τα πρώτα πυρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το γερμανικό θωρηκτό Schleswig-Holstein βάλει κατά του λιμένα του Δάντσιχ τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939.

The Extraordinary Voyage of the Polish Submarine Orzeł

Το τρίτο και τελευταίο άρθρο του τόμου (Ηλίας Καλύβας) με τίτλο: Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία στην Κρίση του Μεσοπολέμου. Η Περίπτωση Εξοπλισμού της με τα Πολωνικά Αεροπλάνα PZL P.24, εστιάζει στην εξέταση και παρουσίαση των συνθηκών που διαμόρφωσαν το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας με αφορμή την απόκτηση του παραπάνω τύπου αεροσκαφών στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930. Το άρθρο διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο από αυτά εξετάζονται τα επιδράσαντα επί της περιόδου φαινόμενα (οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, εξέλιξη της Πολεμικής Αεροπορίας, πολιτικές εξελίξεις και διεργασίες της εποχής, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην εξελικτική διαδικασία της Αεροπορίας). Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας μέσα στη δεκαετία του 1930 (ίδρυση του Υπουργείου Αεροπορίας και ανεξαρτητοποίηση του όπλου, συνεξέταση και ερμηνεία του νέου θεσμού με την εν γένει πολιτική κατάσταση και αστάθεια της κρίσιμης αυτής δεκαετίας, ενέργειες και διαπραγματεύσεις για την απόκτηση των πολωνικών αεροσκαφών τύπου PZL P.24 και η σημαντική συνδρομή των τελευταίων στο πλαίσιο της διενέργειας του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Το τρίτο και τελευταίο μέρος συγκροτείται από ένα παράρτημα εικόνων.

Αεροσκάφος τύπου PZL P. 24 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Ειδικότερα με την προμήθεια του μονοθέσιου και μονοπτέρυγου καταδιωκτικού, που αποτελεί και τον συνδετικό κρίκο με την πολωνική διάσταση του τόμου,  πληροφορούμαστε ότι στις 9 Ιανουαρίου 1936 (επί υπηρεσιακής κυβέρνησης Κων/τίνου Δεμερτζή), πραγματοποιήθηκε επίδειξη στο αεροδρόμιο Τατοΐου ενώπιον της πολιτειακής, πολιτικής και στρατιωτικής  ηγεσίας της χώρας. Συγκεκριμένα, ο Πολωνός πιλότος πραγματοποίησε πτήσεις οριζόντιας και ανοδικής ταχύτητας, ακροβατικούς ελιγμούς. Έως τότε, η Αεροπορία είχε ενισχυθεί με γαλλικά και τσεχοσλοβακικά αεροσκάφη. Τον Απρίλιο του 1936 (υπηρεσιακή κυβέρνηση Μεταξά), με πρωτοβουλία του Υπουργείου Αεροπορίας συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή για να περιοδεύσει σε ευρωπαϊκές χώρες με προηγμένη αεροπορική βιομηχανία. Απώτερος στόχος ήταν η επιλογή του κατάλληλου τύπου αεροπλάνου διώξεως.Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους αποφασίστηκε η προμήθεια 36 πολωνικών αεροπλάνων, εφοδιασμένων με γαλλικούς κινητήρες, υπό την προϋπόθεση πως θα επιτυγχάνονταν όροι πληρωμής με ανταλλαγή (ελληνοπολωνικό κλήρινγκ), εξασφαλίζοντας το ελληνικό δημόσιο. Ωστόσο, η ανταλλαγή καπνών ως εξόφληση και η υπό του οίκου PZL ανάληψη της προμήθειας των κινητήρων επιβάρυναν το ελληνικό δημόσιο με τα έξοδα της ανταλλαγής και εκείνα της αποστολής και διαμονής στη Γαλλία Πολωνών ειδικών, επιφορτισμένων με την παραλαβή των κινητήρων. Κατά τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης, η πολωνική πλευρά είχε ζητήσει προκαταβολή ύψους 30% επί του συνολικού κόστους. Με την αύξηση της παραγγελίας από 24 σε 36 αεροσκάφη αιτήθηκε προκαταβολή 50%, για να συμβιβαστεί τελικά στο 40%, πληρωτέο τον Απρίλιο του 1937, λίγο πριν την παραλαβή των αεροσκαφών. Η ελληνική πλευρά διεκδίκησε και πέτυχε την ελεύθερη μετασκευή στην Ελλάδα οποιουδήποτε αριθμού ανταλλακτικών. Το τελικό κόστος του PZL ανήλθε στα 4.357.594 δρχ., πλήρες και με όλες τις επιβαρύνσεις. Στο πλαίσιο του προγράμματος τυποποίησης (καθώς για λόγους πολιτικούς, διπλωματικούς και οικονομικούς η Ελλάδα ήταν αναγκασμένη να προμηθεύεται αεροπλάνα από διάφορες χώρες), τα PZL εξοπλίστηκαν με γερμανικούς ασύρματους, αμερικανικό σύστημα οξυγόνου, τσεχοσλοβακικά και βρετανικά πολυβόλα.

PZL P 24 με τα διακριτικά της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Με τα παραληφθέντα PZL P 24 εξοπλίστηκαν οι τρεις Μοίρες Διώξεως, οι οποίες υπάγονταν στη Διοίκηση Αεροπορίας Διώξεως. Πρόκειται για τις υπ αρ. 21, 22 και 23 με αντίστοιχες έδρες τα Τρίκαλα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα. Στο πλαίσιο διεξαγωγής του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, η απόδοση των PZL υπήρξε εξαιρετική, καθώς κλήθηκαν να σηκώσουν ουσιαστικά το κύριο βάρος των εναερίων μαχών. Μοναδικό μειονέκτημα αποδείχθηκε στην πράξη ο περιορισμένος επιχειρησιακός χρόνος (30΄-35΄) υπέρθεν του μετώπου από τη στιγμή που ο συνολικός χρόνος πτήσης ήταν 60΄ κατά μέσο όρο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ανθυποσμηναγού Μαρίνου Μητραλέξη, ο οποίος, στις 2 Νοεμβρίου 1940, με αεροσκάφος PZL αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά του καταρρίπτοντας ένα αντίπαλο ιταλικό, εμβόλισε με την έλικά του το ουραίο πηδάλιο ενός δεύτερου, το οποίο ως εκ τούτου εισήλθε σε περιδίνηση και συνετρίβη στο έδαφος. Εν συνεχεία, ο Μητραλέξης πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση και συνέλαβε, με τη βοήθεια κατοίκων της περιοχής, τα διασωθέντα μέλη του πληρώματος.

Μαρίνος Μητραλέξης 

 

Το ανδραγάθημα του Μαρίνου Μητραλέξη σε γραμματόσημο του 1968.

Εν κατακλείδι, η έκδοση του Πολεμικού Μουσείου προσφέρει σημαντικές (άγνωστες ως επί το πλείστον) πτυχές της πολεμικής προπαρασκευής δυο κρατών με κοινά χαρακτηριστικά, χάρη στην αντιπαραβολή ανάμεσα στις περιπτώσεις Πολωνίας και Ελλάδας. Η ουσιαστική συνεισφορά στην ελληνική ιστοριογραφία οφείλεται, όπως είναι επόμενο, στην παρουσίαση και ανάλυση της πολωνικής διάστασης. Εκείνη είναι που κατέχει, αναμφίβολα τα σκήπτρα. Η αντίστοιχη ελληνική, αν και υπεισέρχεται συχνά στο κείμενο (ειδικότερα στο πρώτο και τρίτο άρθρο) θεωρείται εκ προοιμίου γνωστή. Η αξία της έκδοσης συνίσταται στο ό,τι και στις τρεις περιπτώσεις οι συγγραφείς δεν περιχαρακώθηκαν πίσω από την εύκολη λύση μιας μονομερούς ελληνοκεντρικής θεώρησης, αλλά αντέστρεψαν συνειδητά την προοπτική, προσφέροντας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα πρωτότυπο αποτέλεσμα με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Εδώ ακριβώς συνίσταται και η πολύτιμη συμβολή τους στην ήδη υπάρχουσα ελληνόγλωσση ιστοριογραφία.

 

Γιάννης Μουρέλος

Ομότιμος Καθηγητής Τμήματος Ιστορίας

 και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

Dušan T. Bataković: Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (1941 – 1945)

Dušan T. Bataković

Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους
(1941 – 1945)

 

Η επίσημη ανακήρυξη του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (Nezavisna Država Hrvatska – NDH), υπό την προστασία του Γ΄ Ράιχ, πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου 1941 στο Ζάγκρεμπ, τέσσερις ημέρες έπειτα από την επίθεση του Hitler κατά του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και μια εβδομάδα πριν από τη συνθηκολόγηση του τελευταίου. Η ανακήρυξη του NDH ενισχύθηκε και από την άφιξη των γερμανικών προφυλακών. Η ανάγνωση του σχετικού κειμένου έγινε μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού του Ζάγκρεμπ από τον Slavko Kvaternik, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού, εξ ονόματος του Ante Pavelić, αρχηγού των Ούστασε (Ustaša – Hrvatski revolucionarni pokret) – επρόκειτο για τους Κροάτες φασίστες- ο οποίος τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή βρισκόταν στη Φλωρεντία. Αμέσως κατόπιν διαβάστηκε και το διάγγελμα του Δρ. Vladko Maček, προέδρου του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος και αντιπροέδρου της βασιλικής γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο ζητούσε από τον κόσμο να επιδείξει σεβασμό προς τις νέες αρχές. Στο μεταξύ, ο Mussolini έδωσε εντολές, προκειμένου ο Pavelić και οι περίπου 250 Ούστασε, οι οποίοι είχαν παραμείνει στην Ιταλία υπό την προστασία του, να μεταφερθούν στην Κροατία. Ως αντάλλαγμα ζήτησε την διαβεβαίωση ότι η Δαλματία θα εκχωρείτο στην Ιταλία.

Στις 15 Απριλίου ο Pavelić αφίχθη στο Ζάγκρεμπ και ανέλαβε την εξουσία. Με γνώμονα τις διατάξεις του Συμφώνου της Ρώμης της 18ης Μαΐου 1941 “Περί εγγυήσεων και συνεργασίας ανάμεσα στα Βασίλεια της Κροατίας και της Ιταλίας”, το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είχε καταστεί προτεκτοράτο της Ιταλίας. Το στέμμα του βασιλέα Zvonimir (1075-1089) προσφέρθηκε στον δούκα του Σπολέτο του οίκου της Σαβοΐας. Η στέψη επρόκειτο να λάβει χώρα στη Μπάνια Λούκα, την πόλη, την οποία ο Pavelić είχε επιλέξει ως πρωτεύουσα του NDH. Ωστόσο, ο δούκας του Σπολέτο, που επρόκειτο να βασιλεύσει ως Tomislav Β΄, αρνήθηκε την προσφορά. Η πραγματική εξουσία στο Ζάγκρεμπ ασκείτο από τον στρατιωτικό απεσταλμένο του Ράιχ, τον στρατηγό Edmund Glaise von Horstenau, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού. Παρά τη συμφωνία ανάμεσα στους Hitler και Mussolini, το νεότευκτο κράτος θα υπαγόταν στην ιταλική σφαίρα επιρροής. Σύμφωνα πάντοτε με το παραπάνω σύμφωνο, το NDH θα αποτελείτο από τις ακόλουθες επαρχίες: Κροατία, Σλοβενία, τμήμα της Δαλματίας από το Σπλιτ έως το Ντουμπρόβνικ καθώς και τρία νησιά της Αδριατικής. Στις 23 Απριλίου 1941, ο γερμανικός στρατός παραχώρησε στο νέο κράτος ολόκληρη τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, προσθέτοντας το Σρεμ και το νοτιοδυτικό τμήμα της Βοϊβοντίνας μέχρι την κωμόπολη Ζέμουν, που μόνο ο ποταμός Σάβας χώριζε από την πρωτεύουσα της Σερβίας, το Βελιγράδι.¹

Χάρτης του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους.

Σύμφωνα με κροατική στατιστική του 1941, η εθνολογική σύνθεση του κράτους είχε ως εξής:

 Κροάτες                 3.069.000       50.78%
Σέρβοι                    1.847.000       30,56%
Μουσουλμάνοι         717.000       11,86%
Άλλες εθνότητες      410.000       6,80% ²

Το μεγάλο πρόβλημα για τις νέες αρχές ήταν το ψηλό ποσοστό των Σέρβων. Σύμφωνα με την απογραφή του 1931, οι Σέρβοι πλειοψηφούσαν οριακά στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (44,3%) και υπερτερούσαν αδιαμφισβήτητα στην περιοχή της Κράινας (σερβικός θύλακας εντός του κροατικού εδάφους) καθώς και στην περιοχή του Σρεμ, όπου εκπροσωπούνταν με ποσοστό ανώτερο του 50%. Στην πραγματικότητα, όμως, τα πληθυσμιακά δεδομένα υπέρ των τελευταίων ήταν ανώτερα από εκείνα που δημοσιοποιούνταν μέσω των επίσημων στατιστικών. Μέσα στα γεωγραφικά όρια του μελλοντικού NDH, το 1921 κατοικούσαν 1.570.000 Σέρβοι ορθόδοξοι. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1931, ο συνολικός αριθμός είχε ανέλθει στους 1.850.000. Με έναν μέσο όρο ετήσιας αύξησης της τάξεως του 1,8%, το 1941 λογικά έπρεπε να κατοικούν στην περιοχή 2.180.000 Σέρβοι, σύμφωνα δε με ορισμένες άλλες εκτιμήσεις, ο αριθμός ξεπερνούσε τα 2.200.000.³

Στις 7 Ιουνίου 1941, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνάντησης, ο Hitler είχε συμβουλέψει τον Pavelić να επιλύσει το πρόβλημα των εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους Σέρβων με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος είχε χειριστεί το ζήτημα των Πολωνών, οι οποίοι ζούσαν στις παρυφές των ανατολικών συνόρων του Γ΄ Ράιχ. Ο Pavelić δήλωνε και εκείνος οπαδός της θεωρίας περί φυλετικής ανωτερότητας. Μάλιστα, διέθετε πρότυπα για την επίλυση των προβλημάτων που πήγαζαν από τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων, αποφασισμένος να τα εφαρμόσει στη χώρα του. Μέχρι την αναχώρησή του, το 1929, από την Γιουγκοσλαβία, ήταν μέλος του Κροατικού Κόμματος Δικαιοσύνης (Hrvatska stranka prava).

Ο Hitler υποδέχεται τον Pavelić στο Μπερχτεσγκάντεν στις 7 Ιουνίου 1941.

Εμφανιζόταν ως θεματοφύλακας της θεωρίας του Ante Starčević (1823-1896), ιδρυτή και κορυφαίου ιδεολόγου του συγκεκριμένου κόμματος. Σε αντίθεση με την κίνηση προσέγγισης μεταξύ Σέρβων και Κροατών, ο Starčević αμφισβητούσε την ίδια την ύπαρξη της σερβικής εθνότητας εντός της Κροατίας. Την θεωρούσε ως “εισβολέα” κάνοντας χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών όπως “ράτσα σκύλων αλητών”. Η ιδεολογία αυτή ενσωματώθηκε από τον Pavelić στις Αρχές του Κινήματος Ούστασε, μόλις δε ο τελευταίος ανέλαβε την εξουσία φρόντισε να δημοσιεύσει με κάθε επισημότητα τα έργα του μέντορά του.⁴ Τα Χριστούγεννα του 1941, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος του Σαράγεβου Ivan Sarić συνέθεσε μια Ωδή προς τον Poglavnik (= Αρχηγό κατά το πρότυπο του Φύρερ και του Ντούτσε), μέσα στην οποία συμπεριέλαβε την ακόλουθη στροφή: “O Ante Starčević υπήρξε εκείνος που σε ενέπνευσε/ Εκείνος υπήρξε το ίνδαλμά σου”.⁵

Οι Ούστασε, αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα του Starčević, υιοθέτησαν την άποψη ότι οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας αποτελούσαν την πλέον αυθεντική έκφανση του κροατικού έθνους: “Ανήκουν στην κροατική φυλή, αποτελούν την παλαιότερη και περισσότερο ανόθευτη αριστοκρατία που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη”.⁶ Ο υπουργός Jozo Dumančić, σε λόγο, τον οποίον εκφώνησε στις 25 Μαΐου στην πρωτεύουσα Μπάνια Λούκα, επισήμανε πως: “Ο Αρχηγός μας τρέφει για τους Μουσουλμάνους αδελφούς μας τα ίδια ακριβώς αισθήματα αγάπης που έτρεφε γι’ αυτούς παλαιότερα ο Starčević”.⁷ Μέρος της πολιτικής ηγεσίας των τελευταίων (Osman και Džafer Kulenović) εισήλθε στην κυβέρνηση των Ούστασε. Σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων της Βοσνίας οργανώθηκε στους κόλπους της Μεραρχίας SS Handžar, η οποία προέβη σε σειρά εκτεταμένων εγκλημάτων σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Παρά ταύτα, ένα άλλο τμήμα της ηγεσίας των Μουσουλμάνων τήρησε αποστάσεις από το νέο καθεστώς από την πρώτη κιόλας στιγμή, καταδικάζοντας τα εγκλήματα κατά των Σέρβων και των Εβραίων και καταγγέλλοντας όσους συμμετείχαν ενεργά σε αυτά.⁸

Ο Μέγας Μουφτής της Ιερουσαλήμ Haj Amin al-Hussein, απευθύνει ναζιστικό χαιρετισμό σε τιμητικό άγημα εθελοντών της Μεραρχίας SS Handžar, τον Νοέμβριο του 1943.

 

Η πυραμίδα των φυλετικών διακρίσεων

Αμέσως έπειτα από την ανάληψη της εξουσίας, το καθεστώς Ούστασε εξήγγειλε τους κανόνες φυλετικής διάκρισης. Στις 30 Απριλίου 1941 εκδόθηκαν: 1) Ο νόμος περί φυλετικής προέλευσης και 2) ο νόμος περί προστασίας του άριου αίματος και της τιμής του κροατικού έθνους. Στα παραπάνω κείμενα προσδιοριζόταν η ρητή απαγόρευση τέλεσης γάμου μεταξύ των Εβραίων, αλλά και μεταξύ ατόμων, των οποίων η καταγωγή δεν προερχόταν από την Αρία φυλή. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους ανήκοντες στην Αρία φυλή, οι οποίοι, ωστόσο, καταμετρούσαν Εβραίους ή ανήκοντες σε άλλη φυλή προγόνους μέχρι τη δεύτερη γενιά.⁹ Σε ό,τι αφορούσε τους Σέρβους, στις 3 Μαΐου θεσπίστηκε νόμος, ο οποίος προέβλεπε την μεταπήδηση από το ένα δόγμα στο άλλο. Επρόκειτο για το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του βίαιου προσηλυτισμού των Σέρβων στην καθολική θρησκεία. Ο νόμος περί προστασίας του έθνους και του κράτους (17 Απριλίου 1941) προσέβλεπε στην ίδρυση ειδικών εθνικών δικαστηρίων. Ιδού η μαρτυρία του Κροάτη δημοσιογράφου Sime Balen αναφορικά με τη λειτουργία των παραπάνω δικαστηρίων: “Αρκούσε μια απλή καταγγελία σε βάρος ενός Εβραίου ή ενός Σέρβου καταστηματάρχη, προκειμένου αυτός να κατηγορηθεί για δολιοφθορά, να συρθεί ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς χρονοτριβή τον καταδίκαζε ως ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον εκτελούσε. Όσο για τον Ούστασε, ο οποίος τον είχε καταγγείλει, το κατάστημα περιερχόταν σε αυτόν”.¹º Σύντομα τέθηκαν σε λειτουργία και έκτακτα στρατοδικεία, κύρια θύματα των οποίων υπήρξαν Σέρβοι και Εβραίοι.¹¹

Με το που έφτασε στο Ζάγκρεμπ, ο Pavelić, αναφερόμενος στη δολοφονία του βασιλέα Αλέξανδρου της Γιουγκοσλαβίας το 1934 στη Μασσαλία δήλωσε χαρακτηριστικά: “Έκοψα το δέντρο. Σε εσάς εναπόκειται τώρα να πράξετε το ίδιο με τα κλαδιά του (τον σερβικό λαό)”. Την επομένη του λόγου του της 21ης Μαΐου, όπου εξέθεσε το πρόγραμμά του για την “νέα Κροατία”, οι πλησιέστεροι συνεργάτες του, οι υπουργοί και οι ιθύνοντες του καθεστώτος ανέπτυξαν τις θέσεις του Αρχηγού σχετικά με το ζήτημα των Σέρβων. Ο υπουργός Εξωτερικών του NDH Milovan Žanić δήλωσε: “Ούστασε! Μιλώ ξεκάθαρα, αυτό το κράτος, η πατρίδα μας, πρέπει να είναι κροατικό και να μην ανήκει σε κανέναν άλλο. Για το λόγο αυτό, όσοι ήρθαν εδώ, οφείλουν να φύγουν. Τα τεκταινόμενα ανά τους αιώνες και ειδικότερα κατά τα είκοσι τελευταία χρόνια (η διάρκεια του βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας), απέδειξαν ότι αποκλείεται κάθε είδους συμβιβασμός. Το μέρος αυτό πρέπει να είναι η γη των Κροατών και κανενός άλλου. Για εμάς τους Ούστασε, δεν υπάρχει άλλη προσφερόμενη μέθοδος προκειμένου η γη αυτή να παραμείνει κροατική από το να την απαλλάξουμε από τους Σέρβους, οι οποίοι μας έθεσαν σε κίνδυνο εδώ και αιώνες ολόκληρους και που συνεχίζουν να μας εκθέτουν ευκαιρίας δοθείσης. Δεν πρόκειται για κανένα μυστικό. Πρόκειται για την πολιτική αυτού του κράτους. Μόλις την ολοκληρώσουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει όσα ανταποκρίνονται στις αρχές μας”.¹² Συνέχισε δε απειλώντας: “Ο κροατικός λαός οφείλει να εξαγνιστεί από όλα τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη δυστυχία του, που είναι ξένα προς αυτόν και που επί αιώνες τον είχαν σπρώξει από το ένα κακό στο άλλο. Πρόκειται για τους Εβραίους και για τους Σέρβους”.¹³

Ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Mile Budak, σε δικό του λόγο που εκφώνησε στο Σλαβόνσκι Μπροντ, υποστήριξε ότι: “Έχουμε όχι μόνο δικαίωμα αλλά και χρέος να απαιτήσουμε από τον εδώ ορθόδοξο πληθυσμό να καταλάβει ποιος ακριβώς είναι και να πορευτεί δεόντως. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να λέμε: εάν κάποιος είναι Σέρβος, υπάρχει και η Σερβία. Εκεί βρίσκεται η πατρίδα του.”¹⁴ Στο Γκόσπιτς, εκφράστηκε ενώπιον του Μεγάλου Κοινοβουλίου των Ούστασε, όπου εξέθεσε με μεγάλη ευκρίνεια τον τρόπο, με τον οποίο επρόκειτο να ενεργοποιηθεί η “τελική λύση” του ζητήματος των Σέρβων: “Θα εξοντώσουμε ένα μέρος του σερβικού πληθυσμού, θα εκτοπίσουμε ένα άλλο και θα προσηλυτίσουμε τους εναπομείναντες στον καθολικισμό μετατρέποντάς τους σε Κροάτες.”¹⁵

Από την πρώτη στιγμή, οι Σέρβοι υπέστησαν τα πάνδεινα. Απαγορεύτηκε η χρήση του κυριλλικού αλφαβήτου, η όποια αναφορά στην σερβορθόδοξη θρησκεία, η μετακίνηση στη διάρκεια της νύκτας. Όλοι οι Σέρβοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε αστικές συνοικίες των πόλεων, εκδιώχθηκαν από τις οικίες τους. Γενικότερα, οι Σέρβοι, όπως και οι Εβραίοι, ήταν αναγκασμένοι να φέρουν στο πίσω μέρος του ενδύματός τους μια λωρίδα κυανού χρώματος με το κεφαλαίο αρχικό “P” (Pravoslavni – ορθόδοξος). Σχεδόν αμέσως ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις και λίγο αργότερα μαζικές εκτελέσεις.¹⁶

Προπαγανδιστική αφίσα με αντισημιτικό περιεχόμενο
Προκήρυξη, η οποία καλεί Σέρβους και Εβραίους να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ομαδικές εκτελέσεις

H ιστορικός Filektra Jelić-Butić από την Κροατία, κάνοντας χρήση αυθεντικού υλικού, προερχομένου από τους Ούστασε, αποκατέστησε τη χρονολογία των διώξεων εις βάρος των Σέρβων κατά τους πρώτους μήνες ζωής του NDH. Εκτός από τον εγκλεισμό ολοένα και περισσότερων ατόμων στα στρατόπεδα, όπου άρχισαν να λαμβάνουν χώρα ομαδικές εκτελέσεις, παρατηρήθηκαν φαινόμενα σφαγών και μέσα σε ορισμένες κατοικημένες περιοχές. Μεταξύ 27 και 28 Απριλίου 1941, στο χωριό Γκούντοβατς, πλησίον του Μπγιέλοβαρ, οι Ούστασε εκτέλεσαν 184 Σέρβους χωρικούς. Στο Μπλαγκάζ, στην ευρύτερη περιοχή του Κόρντουν, αφού κάλεσαν τους Σέρβους των γύρω οικισμών να συγκεντρωθούν σε εκείνο το σημείο, σκότωσαν περί τα 250 άτομα, τα οποία είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 και 12 Μαΐου, 300 περίπου Σέρβοι σφαγιάστηκαν στη Γκλίνα. Κατά τον μήνα Ιούνιο, σημειώθηκαν εκτελέσεις ευρύτερης κλίμακας στην Ερζεγοβίνη. Στα προάστια της κωμόπολης Λιουμπίνιε, στις 2 Ιουνίου, πραγματοποιήθηκε ομαδική σφαγή 140 περίπου Σέρβων. Τρεις ημέρες αργότερα, οι Ούστασε εξολόθρευσαν 180 κατοίκους του χωριού Κορίτα, πλησίον του Γκάτσκο. Στις 23 του ιδίου μήνα, πάντοτε στην παραπάνω περιοχή, 240 συνολικά άνδρες, γυναίκες και παιδιά βρήκαν τον θάνατο. Στις 25, σε χωριά της περιοχής του Στόλατς, σφαγιάστηκαν 260 άνδρες. Στις 30, στο Λιουμπούσκο, περί τους 90 Σέρβοι, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί εκεί εκτελέστηκαν. Τον Ιούνιο πάντοτε, έλαβε χώρα και η εξόντωση των Σέρβων της βορείου Δαλματίας. Οι σφαγές ξεκίνησαν με ομαδικό εγκλεισμό στις περιοχές Ντρνις και Κνιν. Γύρω στους 60 χωρικοί φυλακίστηκαν στο κάστρο του Κνιν, όπου εκτελέστηκαν. Ανάλογη μοίρα επιφυλάχθηκε σε μια ομάδα 50 ατόμων κατά μήκος του οδικού άξονα μεταξύ Κνιν και Γκράκατς. Τη νύκτα της 19ης προς 20ή Ιουνίου συνελήφθησαν 76 Σέρβοι του Κνιν και Κνίνσκο-Πόλιε και τουφεκίστηκαν κοντά στην Προμίνα. Σε πολλά χωριά του τριγώνου Βρλίκα-Ντρνις-Προμίνα 250 χωρικοί, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός γυναικών και παιδιών, βρήκαν τραγικό θάνατο. Σε τέσσερα χωριά πέριξ του Κνιν, 70 Σέρβοι είχαν εκτελεστεί πριν τις 12 Ιουλίου. Ανάλογη τύχη είχαν άλλα 90 άτομα του χωριού Προσόϊ, αφού προηγουμένως συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν.¹⁷

Οι ομαδικές σφαγές συνεχίστηκαν στη διάρκεια του θέρους του 1941. Τον Ιούλιο – σύμφωνα πάντοτε με την Jelić-Butić – οργανώθηκε σειρά ολόκληρη ανάλογων εκτρόπων, η οποία κορυφώθηκε στο τέλος του μήνα. Η συγκυρία συμπίπτει με εκείνη της ένοπλης εξέγερσης κατά των αρχών τόσο στην Κροατία όσο και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Την 1η Ιουλίου, εκτελέστηκαν πλησίον του Γκράκατς περί τους 300 άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στις 24 και 25 Ιουλίου, οι Ούστασε σφαγίασαν γύρω στα 1.200 άτομα. Ανάλογα περιστατικά σημειώθηκαν στο Πρίγιεμποζ την εβδομάδα μεταξύ 20 και 27 Ιουλίου. Τη νύκτα της 27ης προς 28η του ιδίου μήνα 80 άνδρες φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν στο Πριμίσλιε. Την επομένη, 28 Ιουλίου, ανάλογη τύχη είχαν περί τους 180 Σέρβοι κοντά στο Βόγνιτς. Την ίδια ημέρα εκτελέστηκαν 50 άνδρες και γυναίκες του χωριού Πολάτσε, πλησίον του Κνιν. Στις 29, έλαβε χώρα η μεγάλη σφαγή πολλών εκατοντάδων Σέρβων στην εκκλησία της Γκλίνα. Ταυτόχρονα σημειώθηκαν ανάλογα έκτροπα με 500 περίπου θύματα στο Γκράκατς και την ευρύτερη περιοχή. Οι μεγαλύτερες σφαγές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί του βοσνιακού εδάφους έλαβαν χώρα στο δυτικό τμήμα στο τέλος του μήνα. Υπολογίζεται πως τότε εκτελέστηκαν γύρω στους 20.000 Σέρβοι στις περιφέρειες Μπίχατς, Μποζάνσκα Κρούπα και Καζίν, από 6.000 σε εκείνες του Σάνσκι Μοστ, Πρίγιεντορ και Μποζάνσκι Μπροντ. Οι Ούστασε σκότωσαν περί τα 250 άτομα, κατοίκους των σερβικών χωριών του Ντούβνο. Στις 29 Ιουλίου ξεκίνησε γύρος μαζικών εκκαθαρίσεων στην περιοχή του Λίβνο, όπου κατά τους αμέσως επόμενους μήνες καταμετρήθηκαν άνω των 1.000 θύματα.¹⁸ Στα χωριά Πρεμπίλοβσι και Σουρμάνσι της Ερζεγοβίνης εκτελέστηκαν 559 Σέρβοι, ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά. Οδηγήθηκαν στο χείλος ενός γκρεμού, όπου σφαγιάστηκαν, οι δε σοροί τους ρίχτηκαν από τον γκρεμό. Οι θηριωδίες συμπεριέλαβαν και την περιοχή του Σρεμ. Έπειτα από τις σφαγές του 1941, ένα έτος αργότερα, στις 12 Αυγούστου 1942, εκτελέστηκαν 60 άτομα στη Ρούμα και στις 25 Αυγούστου άλλα 140 στο Βούκοβαρ.¹⁹

Το εύρος και η συχνότητα των θηριωδιών εξέπληξαν ακόμη και τους διαπιστευμένους στο Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος διπλωματικούς αντιπροσώπους της Ιταλίας και της Γερμανίας. Στις 28 Ιουνίου, ο Glaise von Horstenau σημείωνε πως “σύμφωνα με αξιόπιστες εκθέσεις προερχόμενες από μεγάλο αριθμό Γερμανών παρατηρητών, κατά τις τελευταίες ημέρες τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο οι Ούστασε έχουν κυριολεκτικά παραφρονήσει”.²º Στις αρχές του μηνός Ιουλίου, ο στρατηγός von Horstenau πάντοτε δήλωνε έκπληκτος ότι “οι Κροάτες έχουν απελάσει από το Ζάγκρεμπ όλους τους Σέρβους διανοούμενους”. Στις 10 του ιδίου μήνα έκανε λόγο περί “απολύτως απάνθρωπης μεταχείρισης σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Κροατίας”. Ταυτόχρονα, περιέγραφε και την ενόχληση των Γερμανών, οι οποίοι παρά τα έξι συντάγματα πεζικού που διατηρούσαν επιτόπου, δεν μπορούσαν να πράξουν κάτι διαφορετικό από το να είναι απλοί μάρτυρες “της τυφλής και αιμοσταγούς οργής των Ούστασε”.²¹

Ο Ιταλός συνταγματάρχης Umberto Salvatore σημείωνε την 1η Αυγούστου 1941 ότι “το Γκράκατς θύμιζε την κόλαση του Δάντη. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί, γυναίκες και παιδιά ούρλιαζαν, ενώ παντού περιφέρονταν ένστολοι Ούστασε, προκλητικοί και αλαζόνες, με πρόσωπα δημίων”.²² Αναλυτικές πληροφορίες των ιταλικών στρατιωτικών αρχών κάνουν λόγο για μεγάλο αριθμό θυμάτων το 1941. Σε ένα υπόμνημα με τίτλο Τεκμήρια σχετικά με τις παράνομες και βίαιες πράξεις των Ούστασε σε βάρος του γιουγκοσλαβικού πληθυσμού, αναφέρονται 141 περιπτώσεις ομαδικών σφαγών, συνοδευόμενες από αναλυτική ονομαστική κατάσταση 46.286 νεκρών. Γενικότερα για το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1941 ο συνολικός αριθμός των θυμάτων – οι περισσότεροι Σέρβοι – ξεπερνά τις 80.000.²³

Τεκμήρια ομαδικών εκτελέσεων προερχόμενα από το περιφερειακό αρχείο της Βοϊβοντίνας (Νόβι Σαντ).

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης

Ήδη από το καλοκαίρι του 1941 δημιουργήθηκαν στρατόπεδα προσωρινού εγκλεισμού, τα οποία, μιμούμενα το ναζιστικό πρότυπο, μετεξελίχθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα μεγαλύτερα “στρατόπεδα του θανάτου” βρίσκονταν στο Γιασένοβατς, στο Γιάντοβνο, στη Στάρα Γκράντισκα και στο Γιαστρέμπαρσκο. Η Filektra Jelić-Butić επισημαίνει πως τα κυριότερα από αυτά ήταν το πρώτο και το τελευταίο από τα προαναφερθέντα. Το στρατόπεδο του Γιασένοβατς είδε το φως της ημέρας στη διάρκεια του καλοκαιριού, οπότε οι Ούστασε άρχισαν να συγκεντρώνουν εκεί ομάδες Σέρβων και Εβραίων (στρατόπεδο αρ.1). Η συνεχόμενη άφιξη νέων αιχμαλώτων οδήγησε στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων (στρατόπεδο αρ.2). Από τον μήνα Νοέμβριο και κατόπιν, το στρατόπεδο συνέχισε να επεκτείνεται (στρατόπεδα αρ.3 και αρ.4).²⁴

Η Jelić-Butić αναφέρει επίσης ότι ο μεγαλύτερος αριθμός φονευθέντων ατόμων εντός των συνόρων του NDH – πολλές εκατοντάδες χιλιάδες – παρατηρήθηκε στα στρατόπεδα του Γιασένοβατς, στη συμβολή των ποταμών Ούνα και Σάβα. Ο συνολικός αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 500.000 και 600.000, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κροατικής εθνικής επιτροπής για την εκτίμηση των εγκλημάτων των δυνάμεων κατοχής και των συνεργατών τους. Οι επιτόπιες έρευνες στα νεκροταφεία της περιοχής απέδειξαν ότι άνω των 360.000 έγκλειστοι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν σε μια επιφάνεια 57.000 τετραγωνικών μέτρων. Οι σχετικές αναφορές συμπεριλαμβάνονται στο φυλλάδιο Το Γιασένοβατς και τα στρατόπεδά του (Γιασένοβατς, 1974) με συντάκτη τον R. Trivunćić. Στο συγκεκριμένο φυλλάδιο, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως “Με γνώμονα τα ευρήματα στην επιφάνεια της γης καθώς και τις μαρτυρίες των επιζώντων κρατουμένων, ο αριθμός των 700.000 εκτελεσθέντων φαντάζει ως πολύ αξιόπιστος.”²⁵

Ο Edmond Paris υποστηρίζει ότι μόνο μεταξύ των ετών 1941 και 1942, έχασαν τη ζωή τους στο Γιασένοβατς περί τους 200.000 άντρες. Το 1942 γύρω στα 24.000 παιδιά βρίσκονταν έγκλειστα στο ίδιο στρατόπεδο. Τα μισά από αυτά έχασαν τη ζωή τους: “Ομάδες ολόκληρες παιδιών εβραϊκής προέλευσης κάηκαν ζωντανά στους φούρνους του παλαιού κεραμοποιείου, το οποίο είχε για την περίσταση μετατραπεί σε κρεματόριο”.²⁶ Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Vjekoslav Luburić, επικεφαλής του στρατοπέδου και υπεύθυνου για τη λειτουργία του, ενώπιον της αφρόκρεμας του NDH στις 9 Οτωβρίου 1942 “Φέτος, στο Γιασένοβατς, σφάξαμε περισσότερους άντρες από όσους η Οθωμανική αυτοκρατορία σε ολόκληρη τη διάρκεια της παρουσίας της στην Ευρώπη”.²⁷

Παραμορφωμένες σοροί εκτελεσθέντων στο στρατόπεδο του Γιασένοβατς.

Οι έρευνες της Jelić-Butić απέδειξαν πως, όταν τον Αύγουστο του 1941 διακόπηκε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Γιάντοβνο, 35.000 άτομα, σε μεγάλο ποσοστό Σέρβοι και Εβραίοι, είχαν απωλέσει τη ζωή τους. Επίσης, σημαντικός αριθμός γυναικών σερβικής καταγωγής, από κοινού με 1.300 Εβραίες και τα παιδιά τους, μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο του Λόμπογκραντ (προτού αυτό κλείσει το 1942) προς εκείνο του Άουσβιτς. Στο στρατόπεδο της Στάρα Γκράντισκα, το προσωπικό είχε ειδικευθεί στην εξόντωση γυναικοπαίδων.²⁸ Άλλοι 4.500 Σέρβοι και 2.400 Εβραίοι είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Παγκ. Την παραμονή της εκχώρησης της τελευταίας στους Ιταλούς, οι Ούστασε προέβησαν στην εκτέλεση 4.500 κρατουμένων.²⁹ Το 1942, στο Γιαστρέμπαρσκο, μεταφέρθηκαν 1.200 παιδιά από το βόρειο τμήμα της Κράινας. Έπεσαν θύματα της χειρότερης βίας. Τα 486 από αυτά υπέκυψαν αμέσως λόγω ασιτίας και μόνο ένας μικρός αριθμός κατόρθωσε τελικά να αποφύγει την εξόντωση.³º

Ο στρατιωτικός απεσταλμένος του Γ΄ Ράιχ, στρατηγός Glaise von Horstenau, σε έκθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1942 με αποδέκτη το Βερολίνο, εκτιμά πως ο συνολικός αριθμός των θυμάτων εντός του NDH κυμαινόταν μεταξύ 200.000 και 700.000 ατόμων. Ο ίδιος θεωρούσε ως περισσότερο ακριβή τον αριθμό των 300.000. Μέλη της κροατικής κυβέρνησης επαίρονταν πως πριν από την είσοδο του 1942 είχαν ήδη εκτελεστεί 250.000 Κροάτες και 200.000 Σέρβοι. Ο Horstenau ήταν της άποψης ότι η πρώτη εκτίμηση ήταν υπερβολική, η δε δεύτερη κατά πολύ κατώτερη της πραγματικότητας.³¹ Οι μαζικές σφαγές επεκτάθηκαν και στα επόμενα χρόνια. Μια από τις σημαντικότερες έλαβε χώρα στην Κοζάρα, στο βορειοδυτικό τμήμα της Βοσνίας, όταν, στο πλαίσιο κοινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ούστασε με τους Γερμανούς, δεκάδες χιλιάδες Σέρβοι, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά, έχασαν τη ζωή τους.³²

Edmund Glaise von Horstenau.
Vjekoslav Luburić, ο δήμιος του Γιασένοβατς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προνομιακός στόχος των διώξεων υπήρξαν και οι λειτουργοί της σερβικής ορθόδοξης εκκλησίας. Σε ολόκληρη την επικράτεια του NDH υπήρχαν 9 επισκοπές, 1.100 ναοί, 31 μονές, 800 ιερείς και 160 μοναχοί. Τρεις από τους σημαντικότερους επισκόπους, οι Platon Jovanović της Μπάνια Λούκα, Petar Zimonjić του Σαράγεβου και Sava Trlajić του Κάρλοβατς δολοφονήθηκαν με βίαιο τρόπο. Ο μητροπολίτης του Ζάγκρεμπ Dositej εκτοπίστηκε στο Βελιγράδι, αφού προηγουμένως υπέστη βασανιστήρια. Εντός των ορίων της επισκοπής του Κάρλοβατς, 175 ναοί κάηκαν, καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Μόνο 14 παρέμειναν άθικτοι. Στην επισκοπή του Πάκρατς, σε σύνολο 99 ναών, 53 πυρπολήθηκαν και άλλοι 22 υπέστησαν ζημιές. Στην επισκοπή της Δαλματίας, σε σύνολο 109 ναών, 18 κατεδαφίστηκαν και 55 υπέστησαν ζημιές. Από τις 12 ναούς, τους οποίους διέθετε η επισκοπή της Μποσάνσκα Δντούμπιτσα 7 κατεδαφίστηκαν και άλλοι 6 υπέστησαν ζημιές. Στην ίδια επισκοπή, ο συνολικός αριθμός των Σέρβων από 32.687 κατήλθε σε 13.286. Στα πέντε χρόνια που διήρκησε το καθεστώς των Ούστασε, στο σύνολο της επικράτειας καταμετρήθηκαν περί τις 400 κατεδαφίσεις σερβικών ναών και μοναστηριών. Πολλοί μετατράπηκαν σε στάβλους, αποθήκες, σφαγεία ζώων, ακόμη και δημόσια αποχωρητήρια. Προτού καταστραφεί πλήρως, η εκκλησία του Γιασένοβατς λειτούργησε ως ιπποφορβείο. Από την εκδικητική μανία των Ούστασε δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα ορθόδοξα νεκροταφεία, πολλά από τα οποία βεβηλώθηκαν, καταστράφηκαν και εν συνεχεία χρησίμευσαν ως καλλιεργήσιμη γη. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιπτώσεις των νεκροταφείων πέριξ της Μπάνια Λούκα, καθώς και των περιοχών Κάινιτσε, Μπρτσκο, Τράβνικ, Μόσταρ, Λιουμπίνιε, Σλαβόνσκι Μπροντ, Μπόροβο, Τένια και πολλών άλλων.³³

 

Οι μαζικές εκτοπίσεις

Αρμόδιο όργανο για τις εκτοπίσεις των Σέρβων ήταν η Κρατική Διεύθυνση για την Αναβίωση. Η αποστολή της συνίστατο στην υποδοχή και εγκατάσταση πληθυσμών από τη γερμανοκρατούμενη Σλοβενία με τον συνακόλουθο εκπατρισμό των Σέρβων κατοίκων του NDH.³⁴ Ο εν λόγω εκπατρισμός πραγματοποιείτο κατά κύματα και δίχως να υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Σύμφωνα με γερμανικές πηγές, 137.000 Σέρβοι είχαν φύγει οικειοθελώς ή αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την επικράτεια του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους ήδη πριν από το τέλος Ιουνίου 1941. Τα δεδομένα, τα οποία διέθετε την ίδια εποχή η Γενική Διεύθυνση Προσφύγων της Σερβίας, έκαναν λόγο για αριθμό που ξεπερνούσε τα 200.000 άτομα.³⁵

Σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στη γερμανική εφημερίδα Neue Ordnung, ο Ante Pavelić είχε δηλώσει επί λέξει: “Έχει προκύψει μια σύγχυση σχετικά με τους Σέρβους. Στην Κροατία κατοικούν λίγοι μόνο πραγματικοί Σέρβοι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ορθόδοξους Κροάτες και για Βλάχους. Το όλο πρόβλημα θα λυθεί με τον πλέον ενδεδειγμένο προσφερόμενο τρόπο. Κατόπιν συνεργασίας με τις γερμανικές αρχές, 250.000 Σέρβοι πρόκειται να σταλούν στη Σερβία, ενώ στους υπόλοιπους θα επιτραπεί να παραμείνουν εδώ”.³⁶ Στην ίδια, πάντοτε, συνέντευξη, ο αρχηγός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους αναπαρήγαγε την προσφιλή, αναπόδεικτη ωστόσο, θεωρία του Starčević, σύμφωνα με την οποία οι ορθόδοξοι Σέρβοι της Κροατίας ήταν κροατικής ή βλάχικης προέλευσης Ρουμάνοι κτηνοτρόφοι που χείμαζαν στις Δειναρικές Άλπεις και οι οποίοι, με την πάροδο του χρόνου, είχαν μετεξελιχθεί σε Σέρβους ασπασθέντες το ορθόδοξο δόγμα. Με την είσοδο του 1942, οι Ούστασε προχώρησαν στην ίδρυση μιας κροατικής ορθόδοξης Εκκλησίας, τοποθετώντας επικεφαλής έναν Ρώσο μοναχό. Προφανής τους στόχος ήταν να εξαλείψουν κάθε σερβικό ίχνος.

Ο Ante Pavelić ενώπιον του κροατικού κοινοβουλίου τον Νοέμβριο του 1942.

To σχέδιο του Pavelić δεν κατάφερε να υλοποιηθεί στον βαθμό, τουλάχιστον, που οραματιζόταν ο επικεφαλής του NDH, εξαιτίας της αντίδρασης των γερμανικών αρχών κατοχής της Σερβίας. Μέχρι τις 25 Αυγούστου 1941 είχαν καταμετρηθεί 13.343 περιστατικά Σέρβων, οι οποίοι είχαν “νομίμως” εκπατριστεί στη Σερβία. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, οι Γερμανοί δήλωσαν πως επιχειρήσεις αυτού του είδους έπρεπε να διακοπούν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσαν 3.200 περίπου Σέρβοι, που είχαν συγκεντρωθεί στα στρατόπεδα του Μπγέλοβαρ, της Σλαβόνσκα Ποζέγκα και του Κάμπραγκ, εν αναμονή της μεταφοράς τους στη Σερβία. Παρά ταύτα, οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν και στους επόμενους μήνες, μόνο που δεν καλύπτονταν από τον μανδύα της “νομιμότητας”. Μέχρι το τέλος του 1941, υπολογίζεται ότι οι Ούστασε είχαν εκδιώξει 118.000 άτομα.³⁷

 

Ο προσηλυτισμός στην Καθολική θρησκεία

H ηγεσία της καθολικής εκκλησίας της Κροατίας καλλιέργησε στενές σχέσεις συνεργασίας με το καθεστώς των Ούστασε. Επικεφαλής της ιεραρχίας βρισκόταν ο αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac, ο οποίος, όχι μόνο χαιρέτισε την άνοδο των τελευταίων στην εξουσία, αλλά έσπευσε να δώσει την ευλογία του στον Ante Pavelić. Οι πλειοψηφία των επισκόπων (πρόκειται για τους καρδινάλιους Sarić στο Σαράγεβο, Bonefaćić στο Σπλιτ, Pusić στο Χβαρ, Srebrenić στο Κρκ, Burić στο Σένι, Aksamović στο Ντιάκοβο, Garić στη Μπάνια Λούκα, Mileta στο Σίμπερνικ) συνέβαλαν ενεργά στην εξάπλωση του καθεστώτος. Πολλοί, μάλιστα, ιερείς και μοναχοί φορούσαν στολές των Ούστασε, ειδικότερα οι φραγκισκανοί της Βοσνίας, οι οποίοι ουδόλως απέκρυπταν τη συμμετοχή τους στα εγκλήματα.³⁸

Στους κόλπους της Κρατικής Διεύθυνσης για την Αναβίωση ιδρύθηκε ένας τομέας, αρμόδιος για τα θρησκευτικά ζητήματα. Ως κύρια αποστολή είχε τον προσηλυτισμό ενός εκατομμυρίου Σέρβων στον καθολικισμό. Αξίζει να σημειωθεί πως η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε ρητά τον αναγκαστικό προσηλυτισμό. Οι μαζικές αιτήσεις για δήθεν οικειοθελή αλλαγή θρησκείας ήταν απόρροια πιέσεων και φόβου για αντίποινα. Ο φραγκισκανός αδελφός Dionizije Jurcev, ο οποίος ηγείτο μέχρι τον Νοέμβριο του 1941 της όλης εκστρατείας προσηλυτισμού των Σέρβων, δήλωσε πως “Σε τούτη τη χώρα, μόνο οι Κροάτες δικαιούνται να ζουν. Όσους αρνηθούν να ασπαστούν την Καθολική θρησκεία γνωρίζουμε πολύ καλά που θα τους στείλουμε. (…) Το να σκοτώσει κανείς σήμερα ένα παιδί 7 ετών, επειδή θεωρείται εμπόδιο στο κίνημά μας των Ούστασε, δεν αποτελεί αμάρτημα. (…) Αγνοείστε το γεγονός ότι φορώ ιερατική αμφίεση. Να ξέρετε πως ανά πάσα στιγμή, εάν χρειαστεί, είμαι έτοιμος να πιάσω ένα πολυβόλο και να εξοντώσω οποιονδήποτε αντιμάχεται το Κράτος και τις κροατικές αρχές”.³⁹

Αριστερά: ο επικεφαλής της κροατικής καθολικής εκκλησίας και αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac. Δεξιά: ο ειδικός απεσταλμένος του Βατικανού στην Κροατία μεταξύ των ετών 1941-1945, Μονσινιόρ Ramiro Marcone (δεξιά στη φωτογραφία), στο πλευρό του Ante Pavelić.

Ο υπουργός των Ούστασε Mirko Puk, επισήμαινε εμφατικά πως το NDH “υποστηρίζει τις ενέργειες προσηλυτισμού των ορθοδόξων στην καθολική θρησκεία, στο ποσοστό που αυτός ακριβώς ο προσηλυτισμός συνιστά επάνοδο στη θρησκεία των προγόνων”, κατέληγε δε λέγοντας, αναφερόμενος σε όποιον αντιστεκόταν σε αυτή την ιστορικά αποδεδειγμένη, όπως έλεγε, πραγματικότητα, “δεν του απομένει παρά να εγκαταλείψει το έδαφος αυτού εδώ του Κράτους”.⁴° Όπου η εκστρατεία εξαναγκασμού στον προσηλυτισμό δεν απέδιδε τα αναμενόμενα, ακολουθούσαν εγκλεισμοί στη φυλακή και σφαγές. Τον Φεβρουάριο του 1942, στα περίχωρα της Μπάνια Λούκα, υπολογίζεται πως εξολοθρεύτηκαν 2.300 Σέρβοι από μονάδες των Ούστασε. Καταγράφηκαν ακόμα και περιπτώσεις ατόμων που μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρά το γεγονός ότι, νωρίτερα, είχαν ασπαστεί τον καθολικισμό. Το ίδιο ακριβώς συνέβη περί τα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους, όταν σύσσωμος ο σερβικός πληθυσμός της Μποσάνσκα Ντούμπιτσα στάλθηκε στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, υπολογίζεται ότι κατά τα έτη 1941 και 1942, περί τους 240.000 Σέρβοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν θρησκεία.⁴¹

Ο δρ. Rusinović, ειδικός απεσταλμένος της κροατικής κυβέρνησης στο Βατικανό, σε έκθεση της 9ης Μαΐου 1942 επισήμαινε ότι είχε ενημερώσει την τελευταία “πως η Αγία Έδρα διαθέτει τουλάχιστον οκτώ χιλιάδες φωτογραφίες, όπου αποτυπώνονται οι σφαγές των Σέρβων ορθοδόξων”. Ο Γάλλος καρδινάλιος Eugène Tisserant εξέφρασε τον αποτροπιασμό του, πληροφορούμενος την εξαφάνιση 350.000 Σέρβων καθώς και την αξιοθρήνητη διαγωγή των φραγκισκανών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.⁴²

 

 Ο γενικός απολογισμός

Μέχρι σήμερα, δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς ο συνολικός αριθμός των Σέρβων, θυμάτων της τρομοκρατίας των Ούστασε. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη συστηματικής έρευνας στους τόπους εκείνους, όπου τα εγκλήματα διαπράχτηκαν. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 300.000 και 700.000 ατόμων. Οι αριθμοί των Εβραίων και Αθίγγανων θυμάτων (35.000 και 25.000 αντίστοιχα) παραμένουν αναλλοίωτοι. Αντίθετα, εκείνοι των Σέρβων επί δεκαετίες υπήρξαν αντικείμενο παραποίησης για πολιτικούς λόγους. Μειώνοντας την έκταση του ολοκαυτώματος των Σέρβων, η ύπαρξη του τελευταίου είτε διαψεύδεται πλήρως, είτε περιορίζεται δραστικά, εμφανιζόμενο ως φαινόμενο αντεκδίκησης για έκτροπα σε βάρος των Μουσουλμάνων της ανατολικής Βοσνίας, ή ακόμα και για ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλωτισθέντων Ούστασε. Πρόσφατα, ο Robert Fink, αποκτώντας ο ίδιος πρόσβαση σε χιλιάδες φακέλους των αρχείων της Μπάνια Λούκα, απέδειξε πως η εθνική κάθαρση των Σέρβων της Βοσνίας ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων.⁴³

 

Sons of Herod (genocide in independent state of Croatia WWII)

 

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957- Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβης της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Σε δυτικές γλώσσες η πιο πλήρης πραγματεία για το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είναι εκείνη των Ladislaus Hory – Martin Broszat, Der Kroatische Ustasha Staat 1941-1945, Stuttgart, Deutche Verlags-Anstalt, 1964. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε βλ. Edmond Paris, Genocide in Satellite Croatia 1941-1945. A Record of Racial and Religious Persecutions and massacres, translated from the French by Louis Perkins, The Institute for Balkan Affairs, Chicago 1962, V. Dedijer, The Yugoslav Auschwitz and the Vatican. The Croatian Massacre of the Serbs during World War II, Prometheus Books Buffalo-New York and Ahriman Verlag Freiburg Germany, 1992, H. Laurière, Assasins au nom de Dieu, Paris 1951, Kruno Meneghello-Dincić, “L’Etat ‘Oustacha’ de Croatie (1941-1945)”, Revue d’histoire de la Deuxième Guerre mondiale, N° 74, avril 1969, pp.43-65, Xavier de Montclos, Les chrétiens face au nazisme et au stalinisme. L’épreuve totalitaire, 1939-1945, Editions Complexe, 1991, pp.151-179. Στην κροατική γλώσσα: F. Jelić-Butić, Ustase i NDH, Globus-Skolska knjiga, Zagreb 1977, B.Krizman, Pavelić izmedju Hitlera i Musolinija, Globus, Zagreb 1983.

² B.Krizman, op. cit., σ. 129.

³ E.Paris, op. cit., σ. 47 υποσ. 7. Βλ. Carlo Falconi, Le silence de Pie XII 1939-1945, Monaco, editions du Rocher, 1965, σ. 274.

⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 14, 15, 23.

Hrvatski narod, Zagreb, 25 Δεκεμβρίου 1941. Βλ. H. Laurière, op. cit., σ. 88.

⁶ Ante Starčević, Izabrana djela (επιμ. Blaz Jurisić), Zagreb 1942, σ. 430.

Hrvatska krajina, Banja Luka, 28 Μαΐου 1941.

⁸ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 196-201.

Hrvatski narod, Zagreb, 17 Απριλίου 1941, N° 64 et 67.

¹º Sime Balen, Pavelić, Zagreb 1952, σ. 65.

¹¹ B. Krizman, op.cit., σ. 120-121.

¹² B. Krizman, op. cit., σ. 120-121.

¹³ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 164, note 95.

¹⁴ B.Krizman, op. cit., σ. 123-124.

¹⁵ Viktor Novak, Magnum Crimen. Pola vijeka klerikalizma u Hrvatskoj, Zagreb 1948, σ. 605.

¹⁶ B. Krizman, op.cit., σ. 124.

¹⁷ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 166.

¹⁸ Ibid., σ. 167. Ανάλογο διαφωτιστικό υλικό με αναλυτική κατάσταση των διώξεων στο E.Paris, op.cit., σ. 59-60, 80-87, 104-107. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε στην Ερζεγοβίνη βλ. Savo Skoko, Pokolji hercegovackih Srba 1941, Beograd 1991. Μαρτυρία ιδίοις όμμασι αποτελεί η πραγματεία του Jean Hussard, Vu en Yougoslavie 1939-1944, Lausanne 1944.

¹⁹ E.Paris, op. cit., σ. 103, 127.

²º Johnatan Steinberg, All or Nothing. The Axis and the Holocaust 1941-1945, Ruthledge, London and New York 1990, σ. 29-30.

²¹ Ibid., σ. 30.

²² Ibid., σ. 38.

²³ Stato Maggiore Generale, Ufficio informazioni, Doc. Nos 00001-00129. L. Maliković (ed.), Krvavi bilans Nezavisne Hrvatske. Iz tajnih dokumenata italijanske armije, Revija 92, Beograd 1991, σ. 1-55.

²⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 186.

²⁵ Ibid., σ. 187, υποσ. 214.

²⁶ E.Paris, op. cit., σ. 132-133.

²⁷ Ibid.

²⁸ F.Jelić-Butić, op. cit., σ. 186-187.

²⁹ E.Paris, op. cit., σ. 129.

³º Ibid., σ. 130.

³¹ Antun Miletić, Koncentracioni logor Jasenovac, Beograd 1986, τ. Α΄, σ. 161.

³² Dragoje Lukić, Rat i djeca Kozare, Beograd 1990, με κατάσταση των 11.196 παιδιών, τα οποία εκτελέστηκαν από τους Ούστασε μεταξύ των ετών 1941-1945.

³³ Dragoslav Stranjaković, Najveci zlocini sadasnjice. Patnje i stradanje srpskog naroda u Nezavisnoj drzavi Hrvatskoj, Decje Novine – Jedinstvo, Gornji Milanovac και Pristina, 1991, σ. 127-185.

³⁴ B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁵ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 172.

³⁶ Neue Ordnung, Berlin, 24 Αυγούστου 1941.

³⁷ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 170-171, B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁸ V. Novak, op. cit., σ. 450-700; F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 214-221.

³⁹ V. Novak, op. cit., σ. 627.

⁴° F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 175. Βλ. Dokumenti o protunarodnom radu i zlocinima jednog dijela katolickog klera, Zagreb 1946, passim, Dragoljub R. Zivojinovic-Dejan Lucić, Varvarstvo u ime Hristovo. Prilozi za Magnum Crimen, Beograd 1988, passim.

⁴¹ F. Jelić-Butić, op. cit., p. 175. Cf. Sima Simić, Prekrstavanje Srba u Drugom svetskom ratu, Titograd 1958, passim.

⁴² X. de Montclos, op. cit., σ. 178.

⁴³ Robert Fisk, ‘Cleansing Bosnia at the Camp called Jasenovac’, The Independent, 15 Αυγούστου 1992. Βλ. επίσης Richard West, ‘Convert a third, kill a third’, The Guardian, 20 Αυγούστου,1992.

 

Το παρόν άρθρο βρίσκεται στην αρχική του μορφή με τίτλο Le Génocide dans l’ État Indépendant Croate, 1941-1945 στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.rastko.rs/rastko-bl/istorija/batakovic/batakovic-ustase_fr.html

Μια συνοπτική εκδοχή έχει δημοσιευτεί στο Hérodote, N° 67, Paris 1992, σ. 70-80.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Γεωργία Μπακάλη: Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Γεωργία Μπακάλη

Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Η απονομή του «Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος» στον Καβάφη από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, το 1926, είναι ένα γεγονός για το οποίο, έως σήμερα, δεν γνωρίζουμε πολλά. Καταγράφεται στην χρονογραφία των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (2002):

Μάιος (;): Η δικτατορική  κυβέρνηση του Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη, αλλά και στην ισπανίδα χορεύτρια Αούρεα, το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μόνη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε.  Πίσω από τη βράβευση βρίσκεται ο φίλος και θαυμαστής του Καβάφη, Γ. Χαριτάκης, υπουργός στην τότε κυβέρνηση. Το θέμα συζητιέται πολύ στην Αλεξάνδρεια και άλλοι πιέζουν τον ποιητή να το δεχτεί , άλλοι να το επιστρέψει. Ο ίδιος απαντά «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, γι’ αυτό και το κρατώ».

Από τις σελίδες της αλεξανδρινής εφημερίδας Ταχυδρόμος μπορούμε να εξακριβώσουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη βραδιά της Κυριακής, 23 Μαΐου 1926, στο κοσμικό Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας. Τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα παρέθεσαν δείπνο, προς τιμήν του γενικού προξένου Μαρίνου Σιγούρου, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του· την ανάμνηση αυτής της τιμητικής βραδιάς αφηγείται, χρόνια μετά, ο Μ. Σιγούρος σε συνέντευξή του στον Μαν. Γιαλουράκη (Ταχυδρόμος, 19.07.1953). Στο δείπνο εκείνο, παρευρίσκονταν όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι της ελληνικής Αλεξάνδρειας, σαράντα τέσσερις αντιπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Αγγελική Παναγιωτάτου (ιατρός, διευθύντρια του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Ελληνικού Νοσοκομείου και ποιήτρια, με το ψευδώνυμο Ίσις), η Θάλεια Φλωρά-Καραβία,  η Ρίκα Αγαλλιανού (μετέπειτα Σεγκοπούλου, ποιήτρια, κληρονόμος του Καβάφη), ο Στέφανος Πάργας (εκδότης των Γραμμάτων) κ.ά. Την επομένη, το εκτενές ρεπορτάζ μετέφερε στιγμιότυπο από τις προπόσεις:

[…] ο κ. Σιγούρος διά του επιλόγου της αντιφωνήσεώς του μετέτρεψε το δοθέν υπέρ αυτού γεύμα, εις τιμητικόν υπέρ του ποιητού μας κ. Κ. Καβάφη, του οποίου, είπε, το όνομα θα παραμείνει και όταν ακόμη ουδέν θα έχει εκ της ακμαίας και ανθούσης σήμερον ελληνικής αποικίας.

Ταχυδρόμος-Ομόνοια, 24.05.1926.

Κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Ο Μ. Σιγούρος, οικουμενική προσωπικότητα (ελληνοϊταλικής καταγωγής, ποιητής, μεταφραστής, διπλωμάτης), αν και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, προτίμησε να τιμήσει κατά την πρόποσή του τον Καβάφη, παρόμοια και οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες: «Στη γενική συμμετοχή πρωτοστάτησε ο Καβάφης και στην ανταλλαγή των προπόσεων έκρινα πως έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή στον Αλεξανδρινό ποιητή», λέγει ο Σιγούρος στη συνέντευξή του. Συνεπώς, την Κυριακή 23 Μαΐου 1926, στο Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας, τίμησε τον Καβάφη ο Σιγούρος – όχι ο Πάγκαλος στην Αθήνα, όπως ίσως αφήνεται να εννοηθεί στο Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Τσίρκα.

Ως προς την επίσημη τιμή προς τον Καβάφη: στις 12.07.1926 υπογράφτηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλο δίπλωμα «εις πίστωσιν» της απονομής του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος. Δύο περίπου μήνες μετά (08.09.1926), ο Μ. Σιγούρος διαβίβασε στον Καβάφη το δίπλωμα αυτό του παράσημου «προς ένδειξιν τιμής διά το ποιητικόν υμών έργον», εκφράζοντας με την ευκαιρία την ιδιαίτερη υπόληψή του προς τον ποιητή (βλ. Ίδρυμα Ωνάση/ Αρχείο Καβάφη/Νομικά έγγραφα). Η σύνδεση της απονομής με τον φίλο του Καβάφη Γ. Χαριτάκη και υπουργό στην τότε κυβέρνηση (σύμφωνα με το χρονολόγιο των Δ. Δασκαλόπουλου – Μ. Στασινοπούλου), δεν αποκλείει τη σύνδεση και με τον Σιγούρο, αν λάβουμε υπόψη τον θεσμικό του ρόλο, ως προξένου στην Αλεξάνδρεια.

Αριστερά: Μαρίνος Σιγούρος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (πηγή: Ελληνικό Λογτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το δίπλωμα του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικα που απονεμήθηκε στον ποιητή από την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας με χρονολογική ένδειξη 12/7/1926 (© 2016-2018 Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση).

Με τη βράβευση του Καβάφη δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αθηναϊκός Τύπος· η είδηση πέρασε μόνο στα ψιλά της Πρωίας (23.07.1926):

Εις τον Έλληνα ποιητήν της Αλεξανδρείας κ. Κ. Καβάφην απενεμήθη το Αργυρούν Παράσημον του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο Καβάφης είναι γνωστότατος μεταξύ των διανοουμένων μας και τιμάται ιδιαζόντως υπό της μορφωμένης Ελληνικής κοινωνίας της Αιγύπτου διά την εξαιρετικήν του μόρφωσιν και το ισχυρόν του ποιητικόν ταλέντο. 

Το, μάλλον, άνευρο αυτό δημοσίευμα ο (φιλοκαβαφικός) Ταχυδρόμος (28.07.1926) σχολίαζε ειρωνευόμενος: «Οι άσπονδοι φίλοι του κ. Καβάφη, οι ανησυχήσαντες μήπως η είδησις της παρασημοφορίας του ήτο ψευδής, παρακαλούνται να ησυχάσουν». Άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δεν αναφέρονται στην απονομή (θα έλεγε κανείς, ενθυμούμενος τον καβαφικό «Οροφέρνη», πως «ίσως η ιστορία να το πέρασε, και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει»).

Στην Αλεξάνδρεια, την απονομή χαιρέτισε πρώτος ο Ταχυδρόμος (24.07.1926). Στο αθησαύριστο (όσο διαπίστωσα) πρωτοσέλιδο άρθρο του, ο αρχισυντάκτης και χρονογράφος Αγησίλαος Αριστοκλής (Αριστό) συνθέτει έναν υπέρ του Καβάφη λόγο. Επιδοκιμάζεται εξαρχής το γεγονός της παρασημοφορίας «[…] αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, που ανεγνωρίσθη συμπολίτης μας ποιητής από κυβέρνησιν ελληνικήν», με το σκεπτικό ότι κάθε παρασημοφορία «Έλληνος λογίου, πρέπει να θεωρείται γεγονός παρήγορον διά τα Ελληνικά γράμματα […]». Ειδικότερα για τον Καβάφη τονίζεται ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, πως δεν είναι «πλασμένος για να συγκινεί», αλλά είναι ποιητής που «αναγκάζει τον άλλον να σκέπτεται», χαρακτηριστικό που, σκόπιμα, όπως φαίνεται, συνδέεται με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό: «γενικώς, οι άνθρωποι μάλιστα δε οι εξ αυτών Έλληνες, προτιμούν να συγκινούνται φιλολογικώς παρά να σκέπτονται…». Και παρότι, συνεχίζει, ο Καβάφης «θέλησε να μπει στο μυαλό του άλλου» και γι’ αυτό «τα ηύρε μπαστούνια απ’ τους πολλούς», που προτιμούν να συγκινούνται «οσάκις στρέφονται προς τα γράμματα […] παρά να σκέφτονται», αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι ολιγότερον άξιος τιμής». Σημαντικό, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι, μολονότι ο Καβάφης γράφει ποίηση «εγκεφαλική» και γι’ αυτό «δεν κατόρθωσε παρά τους ολίγους να απασχολήσει», η ελληνική πολιτεία τον βράβευσε. Ο συντάκτης εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρασημοφόρηση και για τον λόγο ότι εφεξής θα προσέχουν αυτοί που διασύρουν ανευλαβώς τον ποιητή των Κεριών, τη φήμη του οποίου προσπαθεί να αποκαταστήσει:

«Ο Καβάφης δεν εννοεί ν’ απασχολεί διαρκώς τον πνευματικόν κόσμον […] Σχολιάζεται πάνω εις τα ολίγα που έδωσε και δίδει. Και πώς τα δίδει! Ουδέποτε ποιητής υπήρξε τόσον καουτσουκέ [sic], τόσον αθόρυβος, τόσον διακριτικός και εις τούτο: γράφει το ποίημά του, το τυπώνει αμέσως και σου το βάζει στη τσέπη σου, όπως σου ρίχνουν εκεί, με πολλάς προφυλάξεις, ερωτικήν επιστολήν μπρος σε κόσμον».

Η ιδιότυπη εκδοτική πρακτική του Καβάφη είναι κι αυτή απόδειξη του ξεχωριστού ήθους του· όμως, όπως γράφει, «[…] είναι ανάγκη ο ποιητής της Αλεξανδρείας να παραδώσει εις το τυπογραφείον το ποιητικόν του άπαντον […] Ο Καβάφης είναι καιρός να βρίσκεται και εις το βιβλιοπωλείον, όχι δε μόνον στις τσέπες των φίλων του σαν καπνοσακούλα ή στας στήλας περιοδικών και εφημερίδων […]». Τότε μόνο, αν δηλαδή διαβαστεί από το πλατύ κοινό, ο κόσμος δεν θα σκεφτεί, «όπως δυνατόν να σκεφθεί σήμερον, ότι το Κράτος ετίμησεν έναν ποιητήν του τελείως ερήμην του κοινού…».

Εντύπωση, ωστόσο, θα προξενούσε στον αναγνώστη του Ταχυδρόμου η αλλαγή της στάσης του στο θέμα του παράσημου. Ο ανοιχτά αντιπαγκαλικός Ταχυδρόμος είχε ειρωνευτεί αρχικά (20.05.1926) τόσο την ιδέα του Πάγκαλου να συστήσει νέο παράσημο (απορώντας αν ήθελε με τον Φοίνικα να αναγεννήσει την Ελλάδα σαν άλλος Καποδίστριας) όσο και λίγο αργότερα (17.06.1926) την, πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανταλλαγή Μεγαλόσταυρων «μεταξύ των δικτατόρων» Πάγκαλου και Μουσολίνι. Η απονομή του Καβάφη είναι προφανές ότι για τον Ταχυδρόμο αποτελούσε μια ηθική δικαίωση και μια ευκαιρία αναγνώρισης και επανεκτίμησης του ποιητικού έργου του. Εντέλει μετρούσε ως εξαιρετική τιμή της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ελληνισμού.

Το θέμα της απονομής συζητήθηκε πολύ στην Αλεξάνδρεια. Από το άρθρο της εφημερίδας Ομόνοια-Ταχυδρόμος (13.08.1926) με τον παιγνιώδη τίτλο: «Το παράσημον της … Αρουραίας», μαθαίνουμε ότι η (αλεξανδρινή) Εφημερίς συσχέτισε την απονομή του Καβάφη με εκείνη της Áurea. Η συσχέτιση αυτή έδωσε αφορμή σε μερικούς άσπονδους φίλους του ποιητή να παρακινήσουν το περιοδικό Οθόνη, να διερευνήσει τη γνώμη διανοουμένων της παροικίας για τη στάση του Καβάφη απέναντι στην κυβέρνηση που τον τίμησε. Ο Ταχυδρόμος θεωρεί άστοχη τόσο τη συσχέτιση όσο και την έρευνα της Οθόνης, για τον εξής λόγο: «Διότι ο κ. Καβάφης δεχθείς μετά θερμών ευχαριστιών την προσγενομένην αυτώ τιμήν, δεν οφείλει ουδέ δικαιούται να κρίνει και να επικρίνει την κυβέρνησιν διότι ετίμησε αύτη και ανάξια τοιαύτης τιμής πρόσωπα. Πολύ δε ολιγότερον να επιστρέψει το παράσημο». Έτσι, η Ομόνοια-Ταχυδρόμος κρατάει μακριά τον Καβάφη από τους όποιους ειρωνικούς συσχετισμούς ή δηκτικούς υπαινιγμούς, μη παραλείποντας όμως να εκφράσει την αγανάκτησή του για την παρασημοφόρηση ανάξιων προσώπων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πάγκαλου παρασημοφόρησε διαδοχικά δύο ανθρώπους της τέχνης, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο άξιοι να τιμηθούν, έδωσε λαβές ώστε να συζητηθεί έντονα στην Αλεξάνδρεια η παρασημοφόρηση του Καβάφη. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Áurea (όπως την υπαινίσσεται η εφημερίδα): «την οποίαν εγνωρίσαμεν μεν ημείς εδώ, οι εν Αθήναις όμως εξέλαβον ως μεγάλη καλλιτέχνιδα». Άλλη μία έμμεση βολή για το κοινό της Αθήνας. Παρόμοια στάση, αποσύνδεσης των δύο απονομών, κρατάει και η Αργώ (Σεπτέμβριος 1926), παρότι, κρίνοντας από πολιτική σκοπιά την παρασημοφόρηση, την αποκηρύσσει:

«Η κυβέρνηση της δικτατορικής “κατάστασης” παρασημοφόρησε τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Νομίζουμε πως ένα τέτοιο διάβημα κάθε άλλο παρά τιμή αποτελεί για τον ποιητή…»

«Μα θαρρούμε πολύ αδικαιολόγητα μερικοί απαιτούν από τον κ. Καβάφη να αρνηθεί το παράσημο, μόνο και μόνο γιατί δόθηκε και στην Αουρέα».

Με σατιρική διάθεση, η αιχμηρή γελοιογραφία του Ν. Παπά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ίσις (Δασκαλόπουλος – Στασινοπούλου, σ. 122-123), φέρει τον  τίτλο: «Οι δύο παρασημοφορηθέντες και οι αναρίθμητοι μνηστήρες». Απεικονίζεται ημίγυμνη η Áurea, σαν κοινή γυναίκα ή χορεύτρια σε καμπαρέ, με ένα πέπλο πίσω της, ο Καβάφης ντυμένος σαν ταυρομάχος, κι οι δυο τους σε χορευτική πόζα κρατώντας φύλλα φοίνικα. Απέναντί τους παράταξη λογίων της εποχής (Σικελιανός, Καζαντζάκης κ.ά) στην ουρά για το παράσημο(;). Γελοία αναπαράσταση της απονομής και υποτίμηση του τιμώμενου Καβάφη.

Η επίμαχη γελοιογραφία.

Θα άξιζε εδώ να ειπωθούν λίγα λόγια για την Áurea, η παρασημοφόρηση της οποίας συνδέθηκε τόσο κακόπιστα με του Καβάφη. Η Áurea de Sarrá (1884-1974) ήταν γνωστή για τους πλαστικούς χορούς της, που αναπαρίσταναν περιπέτειες και δράματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας (όπως η αναπαράσταση του θρήνου της θεάς Δήμητρας στην Ελευσίνα). Μάλιστα, θεωρήθηκε, στον τομέα του χορού, η καλύτερη εκπρόσωπος του πολιτιστικού κινήματος της Καταλονίας, του Νoucentisme (κυρίαρχο στοιχείο του η επιστροφή στον κλασικό και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό). Παρά την όποια φήμη της, η αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός (15.05.1926) εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της για την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων σε ξένες χορεύτριες, υποστηρίζοντας πως είναι μια ανήθικη και εμπορικότατη εκμετάλλευση που έπρεπε να σταματήσει – ένα ζήτημα με προϊστορία που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο! Η Áurea απαντώντας υπερασπίστηκε την τέχνη της, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι της παραχωρήθηκε ο ναός του Καρνάκ (Εμπρός, 19.05.1926) κατά την περιοδεία της στην Αίγυπτο (ενδεχομένως το πρόσφατο πέρασμα της Áurea από την Αλεξάνδρεια να προκάλεσε στους κύκλους πόλης συνειρμούς, ώστε να συσχετιστούν οι δύο απονομές). Οι παραστάσεις της στο Ηρώδειο και στην Ελευσίνα τελούσαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού και προέδρου της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλου (συνήθης η προβολή δικτατόρων μέσα από το κλασικό παρελθόν) καθώς και του Ισπανού πρεσβευτή (Ελεύθερος Τύπος, 28.05.1926). Επιπλέον, ο (αντικαβαφικός) Κωστής Παλαμάς και ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, παρόντες κι αυτοί στις παραστάσεις της, την τιμούσαν με τη φιλία τους. Θα μπορούσε να δει κάποιος μια σειρά από ειρωνικές συμπτώσεις στη συγκυρία της τιμής προς τον Καβάφη.

Áurea de Sarrá

Για αρκετό διάστημα μετά την απονομή ζωήρευε η δημόσια συζήτηση στην Αλεξάνδρεια γύρω από τον ποιητή. Φαίνεται πως κορυφώθηκε με τη δημοσίευση (στο περιοδικό Οθόνη) της συνέντευξης του Κ. Παλαμά στον λόγιο του Καΐρου Λουκά Χριστοφίδη (το επίμαχο απόσπασμα όπου ο Παλαμάς αμφισβητεί απαξιωτικά την καβαφική ποίηση αναδημοσίευσε η Ομόνοια-Ταχυδρόμος (18.10.1926). Οι συζητήσεις αυτές στάθηκαν αφορμή να γεννηθεί, αντίβαρο στην καβαφική πολεμική, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, η Αλεξανδρινή Τέχνη (Ταχυδρόμος, 02.12.1926), υποστηριζόμενο από τον Καβάφη, σύμφωνα με τον Τσίρκα. Στο πρώτο μάλιστα τεύχος (Δεκέμβριος 1926) και στη στήλη Σημειώματα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, σχολιάζεται η απονομή σύντομα μεν αλλά με τρόπο ρητό και απόλυτο. Δίνεται έτσι μια απάντηση σε όσα επικριτικά είχαν μέχρι τότε γραφεί, ίσως και για να κατασιγάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί στην Αλεξάνδρεια: 

«Η Ελληνική Πολιτεία έκαμε άριστη εκλογή απονέμοντας στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη τον Φοίνικά της».

«Παίρνοντάς το για σύμβολο της άφθαρτης αξίας του Ποιητή, διαδηλώνομε σ’ αυτόν την βαθειά εκτίμηση και τον αμείωτο σεβασμό που τρέφομε στο έργο του».

Ο Κ.Π. Καβάφης με το βλέμμα του Στρατή Τσίρκα.

 

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Βιβλιογραφία, δικτυογραφία

«Σημειώματα», περ. Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1/1 (Δεκ. 1926) 21.

«Σημειώματα», περ. Αργώ, Αλεξάνδρεια, τχ. 3/3 (Σεπτ. 1926) 119.

Στρατής Τσίρκας, «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Επιθεώρηση Τέχνης, 108 (12/1963) 699.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002.

Χ. Λ. Καράογλου, «Καβαφικά βιβλιογραφικά πελεκούδια και ροκανίδια», Κονδυλοφόρος, 12 (2013) 241-249.

 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Μόσχο Μορφακίδη Φυλακτό για τη μετάφραση του άρθρου:

https://www.raco.cat/index.php/RevistaGirona/article/view/99469/125498

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Χ. Κ. Καράογλου, ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ, για τα λήμματα της βράβευσης και τις χρησιμότατες υποδείξεις στο κείμενο.

Πάνος Καπετανίδης: Το φως της σκιάς. Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

Πάνος Καπετανίδης

Το φως της σκιάς.

Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

 

Πόσες φορές δεν παίξαμε με τη σκιά μας, που μία μεγαλώνει και μία μικραίνει!
Πόσες φορές δεν την κυνηγήσαμε, δεν τρέξαμε να την ξεπεράσουμε, δεν κοντοσταθήκαμε να μην την πατήσουμε, δεν κρυφτήκαμε από το φως, για να σταματήσει να μας παρακολουθεί!…

Ποιος τη γεννάει τη σκιά μας; ΤΟ ΦΩΣ.
Όταν έχουμε φως, έχουμε και σκιά.
Το φως είναι η πηγή της δημιουργίας, της ύπαρξής μας.
Πρώτα ο ήλιος, και μετά η φωτιά.
Σήμερα στο παιχνίδι με τη σκιά, βοηθάνε και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες.
Τόσο παλιά είναι η ύπαρξη της σκιάς. Μαζί με την γέννηση του ήλιου.

Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως, και την παρουσία μιας τρισδιάστατης ύπαρξης, έμψυχης ή άψυχης. Πολλές θρησκείες έδωσαν θρησκευτική σημασία στη σκιά.

Το βασίλειο των σκιών δεν είναι παρά ένα συνώνυμο, για το βασίλειο των νεκρών, ενώ ονομάζουν τους πεθαμένους σκιές του παρελθόντος, και αναφέρονται στις σκιές των νεκρών που περιφέρονται κυρίως τη νύχτα, έξω, ή μέσα σ’ ερειπωμένα σπίτια.

Το πέσιμο της σκιάς και η αλλαγή διαστάσεων, σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, κρύβει μιά … μαγική διφορούμενη έννοια.

Σ’ ορισμένα κράτη της Αφρικής, το μεσημέρι θεωρείται η πιο …δαιμονική ώρα, μιας και ο ήλιος είναι κατακόρυφος, εξαφανίζοντας τέλεια τις σκιές.

Να γιατί το Θέατρο Σκιών έχει τόσο παλιές ρίζες, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, και οι πηγές δημιουργίας του τόσο σκοτεινές, όσο σκοτεινή είναι και η σκιά. Οι διάφορες θεωρίες, τοποθετούν την αρχή του στην Ινδία την Ιάβα ή την Κίνα. Όμως όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι κατάγεται από την Ασία.

Οι παλαιότερες αποδείξεις εμπεριέχονται στα έπη της Μαχαμπαράτα και της Τεριγκάτα. Μα και τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών της Ιάβας, της Κεϋλάνης, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης, προέρχονται από την Μαχαμπαράτα και τη Ραμαγιάνα.

Mahābhārata: Χειρόγραφη απεικόνιση της μάχης της Kurukshetra.

Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία εντοπίζεται γύρω στα 200 π.Χ.

Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. από ένα μάγο, που για να παρηγορήσει τον Βασιλιά Βού – Τί, που έχασε τη γυναίκα του, αναπαριστάνει τη σκιά της πίσω από μία οθόνη.

Το Κινέζικο Θέατρο Σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και απαράμιλλη αισθητική ποιότητα, γιατί ενσωματώνει διαφορετικές Τέχνες, όπως: η ζωγραφική, η χαρακτική, η μουσική, η μιμητική, δένοντάς τες, σε μια καινούργια έκφραση.

Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα και λεπτοδουλειά μ` αυτές της Κίνας. Δουλεμένες με κοφτερά μαχαίρια, πάνω σε δέρμα γαϊδάρου συνδυάζουν μαστοριά και φαντασία. Λεπτοκομμένες και χαραγμένες φιγούρες, έχουν ύψος γύρω στους 33 πόντους και είναι καμωμένες από 11 κομμάτια: το κεφάλι, το πάνω και κάτω μέρος του σώματος, δύο μπράτσα, δύο βραχίονες, δύο παλάμες και δύο πόδια.

Η οθόνη είναι καμωμένη από χαρτί βατόμουρου ή καθαρή άσπρη γάζα, τεζαρισμένη πάνω σε σκελετό μπαμπού, μήκους 8 μέτρων. Βρίσκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος, διακοσμημένη με μεταξωτά, που κρέμονται και από τις δύο πλευρές.

Στην παράσταση παίρνουν μέρος: ο παρουσιαστής, ο βοηθός, και τρεις μουσικοί, που χρησιμοποιούν διάφορα όργανα.

Οι παλαιότερες φιγούρες προβάλλονταν απάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος, όπως οι ψυχές των νεκρών που συμβόλιζαν. Η παράσταση είχε θρησκευτικό χαραχτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι Νταλάγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη και οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και κίνηση. Οι παραστάσεις, διαρκούν μέχρι και τέσσερις ώρες.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας, του Μπαλί και της Ιάβας μπορεί να είναι τα πιο γνωστά, με παγκόσμια απήχηση, όμως και άλλες χώρες της Άπω Ανατολής έχουν αναπτύξει αυτή τη Λαϊκή Τέχνη, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές, όπως η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη.

Στο ταξίδι του από την Άπω Ανατολή προς τα Δυτικά, η Περσία είναι ο πρώτος φυσικός σταθμός. Στο Ιράν, τα έργα Σκιών είναι γνωστά μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Απ’ όλες τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, μόνο η Αίγυπτος μας παρέχει τα πρώτα τεκμήρια για Θέατρο Σκιών, παρόλο που κάπου – κάπου τ’ αχνάρια του παρουσιάζονται στα μεγάλα Αραβικά αστικά κέντρα όπως η Βαγδάτη και η Δαμασκός.

Μα και στην Αλγερία, από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι το Θέατρο Σκιών, ήταν ή αγαπημένη διασκέδαση των κατοίκων, όπου κάποιος Καραγκούς παρουσιαζόταν σαν ένας φοβερός πατριώτης και εθνεγέρτης, που χτυπούσε με προσβλητικό τρόπο τους Γάλλους τότε αποικιοκράτες.

Garagouz. Παράσταση Θεάτρου Σκιών στο Αλγέρι το 1843.

Εκτός της Αλγερίας, η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν να επιδείξουν ένα δικό τους Θέατρο Σκιών.

Η μόνη απ’ όλες τις χώρες, που κατέχει τα πρώτα γραπτά κείμενα παιγμένα σε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών, είναι η Αίγυπτος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το θέμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών, ανάμεσα στους ερευνητές, της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό ταξιδεύει Δυτικά, φθάνει στη Μεσόγειο, και καταλήγει στην Τουρκία και την Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι να ταξίδεψε μαζί με τους Τσιγγάνους από την Ινδία.

Για το πώς ξέφυγε το Θρησκευτικό Θέατρο Σκιών από σοβαρό να γίνει κωμικό, ένας από τους πολλούς – γοητευτικούς θρύλους λέει πως ο Χατζηαβάτης είναι εργολάβος στην Προύσα και χτίζει το σαράι του Πασά. Ο Καραγκιόζ δουλεύει εκεί σαν αρχιμάστορας – μαραγκός, και διηγείται χιλιάδες ιστορίες στους εργάτες. Εκείνοι ακούν τον Καραγκιόζ μ’ ανοιχτό το στόμα, …. και το σαράι δεν λέει να τελειώσει.

Όταν ο Πασάς ανακαλύπτει το λόγο της αργοπορίας, διατάζει να θανατώσουν τον Καραγκιόζ. Αργότερα όμως ο Πασάς είχε τύψεις για το έγκλημά του αυτό, κι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ τον Καραγκιόζ, κόβει ένα χαρτόνι, του δίνει τη μορφή του Καραγκιόζ, και κάνοντας τη φωνή του παίζει σ’ ένα άσπρο σεντόνι τις αστείες ιστορίες του Καραγκιόζ.

Karagöz και Hacivat: το Θέατρο Σκιών της Τουρκίας.

Αυτός και άλλοι πολλοί θρύλοι, δείχνουν την σύγχυση που υπάρχει για την είσοδο του θεάματος στην Τουρκία, ή αλλιώς την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στα 1841 στο Ναύπλιο όπου σε μια εφημερίδα της εποχής, γίνεται λόγος για τον Καραγκιόζη.

Ο πρώτος Καραγκιοζοπαίκτης στην Ελλάδα, ήταν ο μπάρμπα – Γιάννης Βράχαλης. Αμέσως ο Καραγκιόζης γίνεται δεκτός και αγαπητός στην ελεύθερη Ελλάδα, και όπου παίζεται παράστασή του γεμίζει από απλό κόσμο.

 

Η απαλλαγή του Καραγκιόζη από τα τούρκικα στοιχεία, θα γίνει με πολλή σοφία από τον Δημήτριο Σαρδούνη ή Μίμαρο στα 1890, στην Πάτρα. Μεγάλος μάστορας και μίμος ο … Μίμαρος, χτενίζει από τα αισχρά λόγια και άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη, και σιγά – σιγά του δίνει τη φόρμα που βλέπουμε και σήμερα.

Με τον καιρό, ο Καραγκιόζης γίνεται πια Σατυρικό Θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (Πασά, Βεζυροπούλα, Βεζίρη, Βεληγκέκα), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τούρκικο Θέατρο Σκιών, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο, προσθέτονται νέοι χαρακτήρες, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα.

Δημήτριος Σαρδούνης ή Μίμαρος (1859-1912).

Στην Αθήνα, τον πρωτοβλέπουμε στα 1852 σε συνοικία της Πλάκας.

Όπως στον τούρκικο Καραγκιόζη, έτσι και στον ελληνικό, τα γυναικεία πρόσωπα είναι λιγοστά, γιατί ο παίκτης που κάνει όλες τις φωνές, είναι άνδρας. Το ίδιο συμβαίνει και στο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί ήταν άνδρες, που έκαναν και τους γυναικείους ρόλους.

Ο Πάνος Καπετανίδης και το κιούπι με τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει και με τα πρόσωπα της αρχαίας Αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Καραγκιόζης φαίνεται σαν ο απόγονος των δούλων των Αριστοφανικών κωμωδιών. Ακόμα λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την Κομέντια ντε λ` άρτε. Ο ήρωας της Κομέντια Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.

Ανακεφαλαιώνοντας το μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε διάρκεια αιώνων και απόσταση ηπείρων οδοιπορικό μας, πρέπει να θυμηθούμε:

 Σκοτεινές και βαθιές είναι οι ρίζες του Θεάτρου Σκιών.

       Οι  μελετητές συγκρούονται ως προς την καταγωγή  του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών.

Ο Καραγκιόζης μας και τα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν, είναι καθαρά     

           ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΛΑΪΚΟ – ΘΕΑΤΡΟ.

 Σήμερα στη Μεσόγειο μόνο στην Ελλάδα παίζεται Θέατρο Σκιών, σε τόσο μεγάλο  ακροατήριο.

 

Και λίγα λόγια για τους Έλληνες παίκτες

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Μόνος του κατασκευάζει τις φιγούρες του, τις ζωγραφίζει και τις σκαλίζει από δέρμα μεγάλου ζώου. Μόνος του φτιάχνει τα σκηνικά. Μόνος του κάνει όλες τις φωνές, και τα έργα που παίζει δεν είναι γραμμένα σε κείμενο, αλλά στη μνήμη κάθε Καραγκιοζοπαίχτη, από τον καιρό που ήτανε βοηθός! Δηλαδή από στόμα σε στόμα, από Καραγκιοζοπαίχτη σε βοηθό, σαν το Δημοτικό τραγούδι, ανήκει κι αυτό στον Παραδοσιακό – λαϊκό λόγο.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική επιμέλεια, προετοιμάζει με τη φαντασία του τα διάφορα εφέ. Επίσης εκείνος μόνος του κατασκευάζει τη σκηνή του, δίνοντας τη δική του αρχιτεκτονική. Δηλαδή, ο Καραγκιοζοπαίκτης πρέπει να είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο.

Ο Βάγγος (Ευάγγελος Κορφιάτης) στην είσοδο του θεάτρου του Ποσειδώνιον.

Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Σκιών είναι από το 1915 μέχρι το 1950, οπότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα απ’ αυτά που παίζονται και σήμερα και γεννιούνται οι μεγαλύτεροι Καραγκιοζοπαίχτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι που γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας. Τη δυναμική πορεία του θεάματος την ανακόπτει βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της 7ηςτέχνης, του Κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης. Σήμερα, το θέαμα βρίσκεται και πάλι σε άνοδο, χωρίς όμως τα κλασσικά μαντράκια με τον κισσό και το αγιόκλημα, χώρος όπου ξεκίνησαν οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες.

Οι Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες, παλεύουν σήμερα, για την δημιουργία Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών. Για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η τόσο σπουδαία τέχνη: η τέχνη του Ελληνικού – Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

 

Αφιέρωμα στον Πάνο Καπετανίδη

 

Ο Πάνος Καπετανίδης είναι καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Σπούδασε θέατρο και από πολύ μικρός έμαθε την τέχνη του Καραγκιόζη κοντά στον μεγάλο καραγκιοζοπαίκτη Ευάγγελο Κορφιάτη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.karagkiozis.com

 

Έλληνες Καραγκιοζοπαίκτες – Ονομαστική Κατάσταση

 

http://www.karagkiozis.com/paiktes1.htm

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
(με αντίστροφη χρονολογική σειρά)

 

Κορφιάτης, Ευάγγελος, Ο Βάγγος στον Παράδεισο. Αναμνήσεις Ευάγγελου Κορφιάτη (Βάγγου) παίκτη του Θεάτρου Σκιών, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2019.

Ντζαβολάκη, Ελένη, Μπροστά από τον μπερντέ. Ενσαρκώσεις του Καραγκιόζη στην Ελληνική Δραματουργία στον 20ό και τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Αιγόκερως, 2019.

Νταγιάκος, Γιάννης, Ελάτε να παίξουμε Καραγκιόζη, Αθήνα, Ωρίων, 2005.

Χαριτάτου, Αλεξάνδρα (επιμ.), Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Φιγούρες από φως και ιστορία, Αθήνα, ΕΛΙΑ, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004.

Χοτζάκογλου, Ανθούλα, “Το Θεματολόγιο του Κυπριακού Θεάτρου Σκιών και η παρουσία της Κύπρου στα έργα Ελλαδιτών Καραγκιοζοπαικτών”, Δελτίο Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμος ΞΣτ΄, Λευκωσία, 2004, σ. 21-246.

Χατζάκης, Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών. Θεωρία και πράξη, Αθήνα, Προσκήνιο, 2003.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (επιμ.), Θέατρο Σκιών και Εκπαίδευση, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003.

Τσίπηρας, Κώστας, Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες πίσω από τα φώτα του μπερντέ, Αθήνα, Κοχλίας, 2003.

Μόλλας, Δημήτρης, Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2002.

Κοτοπούλης, Γεώργιος Κ., Ο Καραγκιόζης στην Πάτρα 1890-1906. Η περίπτωση του Μίμαρου, Πάτρα, Περί Τεχνών, 2000.

Ιερωνυμίδης, Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Άμμος, 1998.

Οφλίδης, Σίμος – Καλαϊτζή-Οφλίδη, Λένα, Τα Καραγκιόζικα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996.

Κιουρτσάκης, Γιάννης, Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1996.

Βογιατζής, Φώτης Ν., Το Θέατρο Σκιών στην Θεσσαλία, Καρδίτσα, Εκτυπωτική Καρδίτσας, 1995.

Σπαθάρης, Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 1992.

Πούχνερ, Βάλτερ, “Η θέση του Καραγκιόζη στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου”, Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, 1988, σ. 409-418.

Πούχνερ, Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, Αθήνα, Στιγμή, 1985.

Χατζηπανταζής, Θεόδωρος, Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890, Αθήνα, Στιγμή, 1984.

Μόλλα – Γιοβάνου, Αρετή, Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας. Η κόρη του θυμάται, Αθήνα, Κέδρος, 1981.

Πετρόπουλος, Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Γράμματα, 1978.

Φωτιάδης, Θανάσης, “Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Στοιχεία για την προέλευση του Καραγκιόζη”, Άνθρωπος, Αθήνα, Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1974, σ. 69-90.

Βενάρδος, Σωκράτης, Με τον Σωτήρη Σπαθάρη, Αθήνα, Τυπογραφείο Εμμ. Ροδάκη, 1975.

Puchner, Walter, Das Neugriechische Shattentheatre Karagiozis, München, Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie, 1975.

Μπίρης, Κώστας Η., “Ο Καραγκιόζης: Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”, Νέα Εστία, τόμος 52, Αθήνα, 1952, σ. 3-67.

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης (1839-1923)

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης
(1839-1923)

 

Προλεγόμενα

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί – σύμβολο της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τον κοσμικό κεμαλισμό και τη Δύση απέχει μία μόλις δεκαετία από τον αντίθετο συμβολισμό των εκδηλώσεων και εκδόσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως «Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης». Σε αυτές ανήκαν η περιοδεύουσα έκθεση «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και το ομότιτλο βιβλίο με κείμενα σε τρεις γλώσσες (ελληνικά – τουρκικά και ελληνικά – αγγλικά) που παρουσίασαν το έργο των αρχιτεκτόνων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην πολυεθνική πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέραν της συμβολής του στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης, κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού –έως την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923–, το έργο αυτό κάνει ακόμη και σήμερα αισθητή την παρουσία του. Πολλά από τα κτίρια των ρωμιών αρχιτεκτόνων κατοικούνται άνετα μέχρι σήμερα ή άλλαξαν επιτυχώς χρήση, ενώ αρκετά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία.

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στο Πανεπιστήμιο Ωραίων Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniνersitesi) της Κωνσταντινούπολης με έργα του Περικλή Φωτιάδη, ενός από τους κυριότερους εκφραστές της ελληνοορθόδοξης αρχιτεκτονικής (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Cité de Péra – Κτίριο καταστημάτων και διαμερισμάτων με στοά στην ιστορική συνοικία του Πέραν / σήμερα Beyoğlu, 1876, έργο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη Ζάννου εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Στο άρθρο παρουσιάζονται η έκθεση και το βιβλίo για το έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του εξευρωπαϊσμού της, αφού γίνει λόγος για τις ευνοϊκές συνθήκες δημιουργίας αυτού του έργου και ανάδειξής του.

 

Οι ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 1839-1923

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και παραχώρησαν πολλά δικαιώματα στις μη μουσουλμανικές εθνότητες, άρχισαν το 1839 με το αυτοκρατορικό φιρμάνι Χάττ-ι Σερίφ του Γκιούλχανε. Συμπληρώθηκαν το 1856 με το Χαττ-ι Χουμαγιούν και ολοκληρώθηκαν με την ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος του 1876.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της παιδείας και της οικονομίας διευκόλυναν, μεταξύ άλλων, τη διάδοση των νέων τεχνοτροπιών και κατασκευαστικών μεθόδων της Δύσης, που ήταν άγνωστες στην οθωμανική αρχιτεκτονική. Έτσι, άρχισαν να εμφανίζονται οι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες με σκοπό την κατασκευή των πρεσβειών των χωρών τους, πολλοί από τους οποίους θα παραμείνουν στην Πόλη. Ακολουθούν οι αρχιτέκτονες οθωμανικής υπηκοότητας, όπως Λεβαντίνοι, Έλληνες και Αρμένιοι, που είχαν κατά κανόνα επαφές με την Ευρώπη και γνώριζαν καλά ξένες γλώσσες (Kuruyazici, 2019: 9).

Ένας από τους λόγους της κυριαρχίας των ξένων αρχιτεκτόνων στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης ήταν το γεγονός ότι οι νεαροί Μουσουλμάνοι προτιμούσαν να γίνουν στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι ή θεολόγοι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα μεγάλο μέρος των φοιτητών της αρχιτεκτονικής στη Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών –της μετέπειτα Σχολής Ωραίων Τεχνών– ήσαν Έλληνες και Αρμένιοι (Kuruyazici, 2019: 9).

 

Η αισιοδοξία της ρωμαίικης κοινότητας στην αυγή του 21ου αιώνα

Η ιδέα της πρωτοποριακής έκθεσης και του βιβλίου για την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ρωμιών της Πόλης ανήκει στον ομογενή κ. Λάκη Βίγκα, του οποίου ο πατέρας ήταν αρχιτέκτων. Η ανάδειξη της αξίας αυτής της κληρονομιάς  συνδέθηκε  με τη βούληση της  ρωμαίικης κοινότητας να επαναπροσδιορίσει την παρουσία της στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη της οικονομικά αναπτυσσόμενης Τουρκίας. Τη βούληση αυτή εξέφρασε σε εισήγηση-μανιφέστο, δημοσιευμένη στα Πρακτικά Συνεδρίου με θέμα «Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον» (30.6.-2.7.2006), ο εμπνευστής της έκθεσης και του βιβλίου Λάκης Βίγκας: «Η ομογένεια της Πόλης αναμετρά σήμερα τις δυνατότητές της … Κουράστηκε να επιβιώνει μέσα σε μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας, που μας εμβολιάζεται επί δεκαετίες από παντού… Θέλουμε να αγωνιστούμε για τη λειτουργικότητα και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης των ιδρυμάτων μας… ώστε να πετύχουμε την ανοικοδόμηση ή ανάπλαση των κοινοτικών μας ακινήτων, για την επιμόρφωση και την ενθάρρυνση της νεολαίας μας, για τις σπουδές της και τον επαγγελματικό της προσανατολισμό, στο πλαίσιο των νέων προοπτικών που ανοίγονται από την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και την έλευση στη χώρα μας ελληνικών εταιρειών…Επιθυμούμε να συμβάλλουμε στο διάλογο της Ελλάδας με την Τουρκία, όντας ταυτόχρονα μέλη μιας ιστορικής κοινότητας με ελληνικό πολιτισμό και Τούρκοι πολίτες… Θέλουμε να προσαρμοστούμε στην εξελισσόμενη ευρωπαϊκή κοινωνία…, να επωφεληθούμε από τις εμποροβιομηχανικές ευκαιρίες της χώρας μας… Υπάρχει μια νέα γενιά που παραμένει εδώ στην Πόλη τα τελευταία δέκα χρόνια, είναι προσαρμοσμένη στις καθημερινές συνθήκες της ζωής και ενταγμένη στα κοινωνικά και εμπορικά δεδομένα της Πόλης. Αυτοί οι νέοι θα ενισχυθούν και με την έλευση άλλων, από την Ελλάδα, την Κύπρο και τις ΗΠΑ, και θα είναι δυναμικοί παράγοντες του μέλλοντός μας.» (Βίγκας, 2009 και Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, 2009: 295-297).

Η έκθεση και το βιβλίο «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» πραγματοποιήθηκαν από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τη συνδρομή ελλήνων και τούρκων ειδικών επιστημόνων και με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Την έκθεση επιμελήθηκε ο ακάματος ερευνητής του έργου των ρωμιών και αρμενίων αρχιτεκτόνων της Πόλης δρ Hasan Kurayazici, ο οποίος ανέλαβε και την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου μαζί με την δρα Εύα Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης του Πανεπιστημίου Ισίκ. Πολύτιμη υπήρξε η συμβολή των μελών της επιτροπής του προγράμματος και συγκεκριμένα του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη και της δρος αρχιτέκτονος και λέκτορος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Μαρίκας Παντελάρα, της διεθνολόγου Μαρίνας Δρυμαλίτου, του προέδρου του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου Άρη Τσόκωνα και του καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κώστα Γαβρόγλου.

 

Η έκθεση

Τα εγκαίνια της περιοδεύουσας έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στην οποία παρουσιάστηκε και το βιβλίο, έγιναν παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010, στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar üniversitesi) της συνοικίας Φιντικλί. Η επιλογή του πρώτου χώρου της περιοδεύουσας έκθεσης είχε συμβολική σημασία. Από αυτό το ιστορικό Πανεπιστήμιο αποφοίτησε η πλειονότητα των ρωμιών αρχιτεκτόνων, όταν το ίδρυμα λειτουργούσε ως Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών (Sanayi-i Nefise) και αργότερα ως Ακαδημία Ωραίων Τεχνών (Güzel Sanatlar Akademisi). Το πολυπληθές και πολυεθνικό κοινό των εγκαινίων υποδέχτηκαν με σύντομες ομιλίες τους ο Πρόεδρος του Οργανισμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 κ. Σεκίπ Αβντάτζιτς και ο κ. Λάκης Βίγκας, εκ μέρους του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου. Χαιρετισμό απηύθυνε και η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Στιγμιότυπα από τα εγκαίνια της έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και την ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniversitesi), στις 22 Νοεμβρίου 2010 (Πηγή: αρχείο Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου).

Στην έκθεση τιμήθηκαν 105 ρωμιοί καλφάδες και αρχιτέκτονες, για τους οποίους οι πληροφορίες που έχουμε είναι λιγοστές. Πρόκειται για τους: Πετράκη Κάλφα Αδαμαντίδη, Βίκτωρα Αδαμαντίδη, Αχιλλέα Αλεξίου, Αλέξανδρο Αλβανόπουλο, Σταύρο Αλβανόπουλο, Δημήτριο Βασιλειάδη, Θεοχάρη Γ. Βασιλειάδη, Χαρίλαο Βλαδίκα, Μιχάλη Βλασσιάδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Νικόλα Γιαγτζιόγλου, Αθανάσιο Γιάκα, Αλέξανδρο Δ. Γενίντουνια, Γεώργιο Γεωργιάδη, Δημήτριο Γεωργιάδη, Στέφανο Γεωργιάδη, Κωνσταντίνο Γιολασιγμάζη, Ευάγγελο Ν. Δεβετζιάδη, Χρήστο Δημάδη, Κωνσταντίνο Δημάδη, Νικόλαο Δημάδη, Χρήστο Δημάδη, Αντώνη Φ. Δημητρακόπουλο, Βασίλειο Δημητρίου, Χρήστο Δημόπουλο,, Γ. Εμμανουηλίδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γεώργιο Ζαχαριάδη, Κλεάνθη Ζάννο, Νικόλαο Ζήκο, Βασιλάκη Ιωαννίδη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γιάγκο Κάλφα, Νικόλα Γκιργκιτζή, Θεόδωρο Κάλφα, Θεόγνωστο Κάλφα, Καντακουζηνό Κάλφα, Κώστα Κάλφα του Σισονίου, Μακρή Κάλφα, Μάρκο Κάλφα, Μήτσο Κάλφα, Παναγιώτη Κάλφα, Χατζή-Κομνηνό Κάλφα, Πάτροκλο Καμπανάκη, Κωνσταντίνο Κάντζο, Καπετανάκη, Ιωάννη Καραγιάννη, Κοσμά Καραγιάννη, Κωνσταντίνο Καρατζά, Λύσανδρο Καυταντζόγλου, Νίκο Κεφάλα, Ι. Κιουπετζόγλου, Κλεόβουλο Κλωναρίδη, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Γ. Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Κόββα, Ευθύμο Κοτζαμπασούλη, Γεώργιο Κούλουθρο, Βασίλειο Κουρεμένο, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Ε. Λαδόπουλο, Μάρκο Γ. Λάγγα, Καλούδη Λάσκαρη, Ν. Λάτσo, Βελισάριο Μακρόπουλο, Χατζηκωστή Μαλτεζάκη, Αχιλλέα Μανούσο, Απόστολο Μαυροδόγλου, Αχιλλέα Μαυρομμάτη, Πέτρο Μεϊμαρίδη, Ι.Π. Μελίδη, Απόστολο Μεπάρλο, Ιωάννη Μογακοτή, Γρηγόριο Μόσχο, Χατζηνικολή Νικηταΐδη, Οικονόμου,,Δημήτριο Παναγιωτίδη, Μπ.Γ. Παπάζογλου, Κωνσταντίνο Παππά, Νικόλαο Γ. Πάρλο, Φ. Παρτάλη, Αριστείδη Πασαδαίο, Γ. Πασχάλη, Δημήτριο Ν. Πετσίλα, Απόστολο Κοσμά Πίστικα, Αχιλλέα Πολίτση, Ποτεσάρο, Οδυσσέα Πουσκουλού, Αριστείδη Ραζή, Ιωάννη Σωτήρη, Γιουβανάκη Ταστσιόγλου, Νικόλαο Τζελέπη, Βασίλειο Τσιλένη, Δημήτριο Τσιλένη, Μ. Δ. Τσουρβίδα,, Ιωάννη Τσουβαλά, Σταμάτη Φαλιέρο, Δημήτριο Φαρδή, Ε. Φαραντζή, Περικλή Φωτιάδη, Μ.Ι. Φραγκιά, Αντώνη Κάλφα Χατζηκώστα, Χατζηπέτρο, Ι. Χρηστίδη, Σταύρο Σ. Χρηστίδη, Αλφρέδο Ψάλτη.

Το Banner της έκθεσης (Φωτογραφία
Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

Οι 42 από αυτούς τους αρχιτέκτονες και καλφάδες αναφέρονταν μόνο στο μπάννερ της έκθεσης. Το έργο των υπολοίπων —120 εμβληματικά ή χαρακτηριστικά κτίριά τους— παρουσιάστηκε με φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και αρκετά πορτρέτα αρχιτεκτόνων και καλφάδων, καθώς και από ενημερωτική βιντεοταινία. Με την πρωτοβουλία αυτή του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου, άνοιξε ο δρόμος για τη συγκέντρωση νέων στοιχείων και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα της προστασίας της αρχιτεκτονικής αυτής κληρονομιάς.

Οι βασικοί κτιριακοί τύποι που παρουσιάστηκαν στην έκθεση είναι οι Ναοί, τα κτίρια εκπαίδευσης, πολιτισμού και ψυχαγωγίας, οι πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα χάνια (κτίρια καταστημάτων, γραφείων και εργαστηρίων),οι εμπορικές στοές και οι εξοχικές κατοικίες.

Μερικά από τα εμβληματικά έργα της έκθεσης φέρουν την υπογραφή διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί και στην Ελλάδα. Το αρχικό και σήμερα κατεδαφισμένο κτίριο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (έτος ίδρυσης 1861) ήταν έργο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου (Θεσσαλονίκη 1811 – Αθήνα 1885), ηγετικής φυσιογνωμίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα (Loyer, 1966: 75,82, 108-114, 177, 179, Loyer, 1983: 74 και Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 58—75, 114-115, 371-375). Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή (1880-1882) ανεγέρθηκε με σχέδια του γερμανοσπουδασμένου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (; – 1901), καταγόμενου πιθανώς από τον Λαύκο του Πηλίου. Άλλα σημαντικά έργα του Kωνσταντίνου Δημάδη στην Κωνσταντινούπολη είναι: το Zωγράφειο Παρθεναγωγείο, μετέπειτα Aστική Σχολή Nεοχωρίου στο Bόσπορο (1872) και το θέρετρο Tριανταφυλλίδη στη Πρίγκηπο (Τσιλένης 2004, 2009: 331-341 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2002).

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή στη συνοικία Μουχλίου, 1880-1883, έργο του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (Πηγή: https://www.offlinepost.gr/2020/02/η-μεγάλη-του-γένους-σχολή-μέχρι σήμερα/).

Τη σφραγίδα του στο κέντρο του Γαλατά θα αφήσει με την εμβληματική Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han, 1911-1913) ο Βασίλειος Κουρεμένος (Βουλιαράτες Β. Ηπείρου 1875 – Αθήνα 1957), διπλωματούχος αρχιτέκτων της Ecole des beaux-arts του Παρισιού και ακαδημαϊκός, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Αξιόλογα κτίρια έχουν την υπογραφή αποφοίτων της Σχολής Ωραίων Τεχνών της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Περικλής Φωτιάδης (Κωνσταντινούπολη 1859 – Αθήνα 1960), αρχιτέκτων της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1894-1896), του Ζωγραφείου Γυμνασίου (1890-1893) και τμημάτων του ρωμαίικου Νοσοκομείου Βαλουκλί, οι αρχιτέκτονες της πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane Κωνσταντίνος Κυριακίδης (Κωνσταντινούπολη 1881 – Αθήνα 1942) και Αλέξανδρος Γενίντουνια, καθώς και ο Αχιλλέας Μανούσος, αρχιτέκτων των ξενοδοχείων Grand Hôtel de Londres και Bristol, στο Τεπέμπασι (Τσιλένης, 2009: 295-330 και Φεσσά-Εμμανουήλ – Μαρμαράς, 2005 & 2013: 46-59)

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης…»: αριστερά η Τράπεζα Αθηνών / Minerva Han, σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, 1911-1913, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στο οποίο η νεωτερικότητα εναρμονίστηκε με την παράδοση του κλασικισμού και το πνεύμα του τόπου· στο κέντρο και δεξιά οι πολυκατοικίες κ.λπ. κτίρια των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Η Θεολογική Σχολή Χάλκης, 1894-1896, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη νεοβυζαντινής μορφολογίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, 1890-1893, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη όψιμης νεοκλασικής μορφολογίας(Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009).

 

Λεπτομέρεια της εκλεκτικιστικής πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane, έργο των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009)

 

To ξενοδοχείο Bristol στο Τεπέμπασι, 1893, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αχιλλέα Μανούσου στο πνεύμα ενός ακαδημαϊκού εκλεκτικισμού (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Οι επόμενοι σταθμοί της έκθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν το Σισμανόγλειο Μέγαρο του Ελληνικού Προξενείου στη λεωφόρο Istiklal (πρώην Grande rue de Péra), όπου παρέμεινε από την 17η Δεκεμβρίου 2010 έως την 16η Ιανουαρίου 2011 και το Πανεπιστήμιο Μπαχτεσεχίρ (Φεβρουάριος 2011). Μετά την Κωνσταντινούπολη η έκθεση φιλοξενήθηκε στη Θεσσαλονίκη (Κτίριο Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας – Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, Απρίλιος 2011), στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία (Μάιος – Ιούλιος 2011), στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων (Φεβρουάριος 2012), στη Μαρίνα της Μυτιλήνης (Αύγουστος 2012), στα Οθωμανικά Λουτρά του Κάστρου της Χίου (Σεπτέμβριος 2012), στη Δημοτική Πινακοθήκη της Ξάνθης (Φεβρουάριος 2013), στο Loyola University, Chicago (Οκτώβριος 2013), στο κτίριο της Turkish American Society of Chicago (Μάϊος 2014), στο Clarke University, Dubuque, Iowa (Νοέμβριος 2014) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ίμβρου, Παναγία (Μάιος 2015).

 

Το βιβλίο

Με το βιβλίο Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού αξιοποιήθηκε επιστημονικά ένα μικρό μέρος των στοιχείων που έφεραν στο φως οι πολυετείς έρευνες και δημοσιεύσεις του δρα αρχιτέκτονα Hasan Kurayazici (Kurayazici, 2010, 2010) και του δρα αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Σάββα Τσιλένη (Τσιλένης, 1998, 1999, 2000, 2002, 2004, 2005α,β, 2009α,β), το βιβλίο του καθηγητή Βασίλη Κολώνα “Έλληνες αρχιτέκτονες στην Οθωμανική αυτοκρατορία”, αλλά και το ερευνητικό έργο των συγγραφέων του συλλογικού αυτού τόμου, τα ονόματα και τα άρθρα των οποίων αναφέρονται στη συνέχεια.

Το βιβλίο αυτό ανοίγει ένα ουσιαστικά αδιερεύνητο κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νεότερη ιστορία της ελληνικής, τουρκικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για την ανάδειξη του έργου των ρωμιών αρχιτεκτόνων και της συμβολής του στον εκσυγχρονισμό της όψης της Κωνσταντινούπολης. Ο εκσυγχρονισμός αυτός πραγματοποιήθηκε υπό την επήρεια των νέων ρευμάτων της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων: του νεοκλασικισμού, του ιστορισμού, του εκλεκτικισμού, της art nouveau (Jugendstil / Arte Nuova) και της art déco (Batur, 2005). Στη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της Κωνσταντινούπολης, η οποία έλαβε χώρα σε μια από τις πιο πολυτάραχες περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των ξένων καλφάδων και αρχιτεκτόνων – Ρωμιών, και Λεβαντίνων (Kuruyazici, 2010:9).

Ο συλλογικός τόμος εκδόθηκε στα ελληνικά και τουρκικά από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Περιλαμβάνει εισαγωγικό κείμενο του υπεύθυνου της έκθεσης Λάκη Βίγκα, πρόλογο του επιστημονικού επιμελητή της έκδοσης Hasan Kurayazici, δρα αρχιτέκτονα και διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέσεχιρ, και 13 άρθρα Ελλήνων και Τούρκων ειδικών, τα οποία παρουσιάζονται εδώ με τη σειρά που δημοσιεύτηκαν.

Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα τουρκικά.
Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα αγγλικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Στο άρθρο του με τίτλο «Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Κωνσταντινούπολης στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Από την αναδιοργάνωση στον κοσμοπολιτισμό», ο Βαγγέλης Κεχριώτης, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου του Μπογάζιτσι, αφού αναφερθεί στη διαμάχη του εθνοκεντρικού μεγαλοϊδεατισμού της Αθήνας με την ιδεολογία του οικουμενισμού της Πόλης, καταλήγει στην εξής καίρια παρατήρηση: «Ωστόσο, η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη, με τις δομές του Πατριαρχείου και τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, ένα άτυπο Υπουργείο Παιδείας για τους Ελληνο-οθωμανούς, ήταν σε θέση να διαμορφώσει το δικό της πολιτικό και πολιτισμικό όραμα… Το πολιτισμικό, που πρωτίστως μας ενδιαφέρει με αφορμή την έκθεση, … έγκειται σε μια γόνιμη όσμωση ευρωπαϊκών επιρροών με τη ντόπια βυζαντινή και οθωμανική κληρονομιά, με άλλα λόγια έναν εκλεκτικισμό που σφράγισε αποκαλυπτικά τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα και την κοινωνική αυτοπεποίθηση των ηγετικών αυτών ομάδων έως την κατάρρευση της αυτοκρατορίας που σήμαινε το τέλος μιας δημιουργικής περιόδου για τους Ρωμιούς της Πόλης».

2. Ο Κώστας Γαβρόγλου, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και η Έφη Κάννερ, λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, στο άρθρο τους με τίτλο «Από την καθημερινή ζωή των Ρωμιών της Πόλης: Αρχεία κοινοτήτων και τεκμήρια κατοίκησης», επικεντρώνονται στην ιστορική αξία της αρχειακής αυτής τεκμηρίωσης για την ανασυγκρότηση της καθημερινότητας του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της πόλης.

3. Η Ayşe Özil, δρ ιστορικός και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμο του Μπογάζιτσι, στο άρθρο της «Δύο αναγνωστήρια, ένας νάρθηκας: Μια ιστορική και κοινωνική ματιά στα ρωμαίικα κοινοτικά κτίρια (1856-1914)», συσχετίζει το εκσυγχρονιστικό έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων στην εντός και εκτός των τειχών Κωνσταντινούπολη με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν στους κόλπους της ελληνορθόδοξης κοινότητας κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια αλλαγή ήταν η άνοδος της αστικής τάξης, στην οποία οφείλεται η ίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ο εκδημοκρατισμός και εκσυγχρονισμός της παιδείας κ.ά.

4. Τα σχολεία, ως δημόσια κτίρια που απηχούν τις νεωτεριστικές απόψεις της εποχής και εκφράζουν με τον πλέον ηχηρό τρόπο τις προσπάθειες της ελληνικής κοινότητας να προωθήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, προσεγγίζονται στο άρθρο του Pınar Εrkan, δρα αρχιτέκτονα μηχανικού και λέκτορα, με τίτλο «Τα ελληνικά σχολεία της περιοχής Γαλατά Πέρα στα τέλη του 19ου αιώνα».

5. Το άρθρο του Σάββα Τσιλένη, δρα αρχιτέκτονα-μηχανικού – πολεοδόμου, με τίτλο «Η προβολή των ρωμιών αρχιτεκτόνων στα ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (τέλος 19ου – αρχές 20ού αιώνα)», δεν περιορίζεται στην αναφορά ονομάτων και πληροφοριών που προέκυψαν από τη συστηματική αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της Πόλης, ενός ελληνόφωνου στόλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ναυαρχίδα του οποίου ήταν ο Νεολόγος (Α’ περίοδος 1867-1897) του Σταύρου Βουτυρά. Φωτίζει τα δυσμενή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεδομένα του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα — πανσλαβική κίνηση, καθολική και προτεσταντική προπαγάνδα κ.ά. Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία δημοσιογραφικού οργάνου, το οποίο, εκτός του μορφωτικού του ρόλου, αποσκοπούσε στην προβολή των απόψεων του οικουμενισμού προς την οθωμανική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδας. Πρόκειται για το περιοδικό που εκδιδόταν κατά την πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ Γ’ (1880-1923) με τίτλο Εκκλησιαστική Αλήθεια, εκτός του πρώτου έτους κατά το οποίο είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο Αλήθεια.

6. Με γνώση και αντικειμενικότητα ο Uğur Tanyeli, καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γιλδίζ, προσεγγίζει βασικά ιστοριογραφικά ζητήματα με το εκτενές άρθρο του «Η εθνοθρησκευτική πολυμορφία στην Κωνσταντινούπολη και η οθωμανική αρχιτεκτονική (15ος-19ος αιώνας), Ρωμιοί, Αρμένιοι, Τούρκοι». Κρατώντας αποστάσεις από τις συνήθεις προσεγγίσεις, στις οποίες ανήκουν η εθνοκεντρική προσέγγιση (ταύτιση της εθνοθρησκευτικής ποικιλομορφίας με την ποικιλομορφία της αρχιτεκτονικής), η ερμηνεία της μνημειώδους αρχιτεκτονικής ως προϊόντος της οθωμανικής διακυβέρνησης, η οποία αποσιωπά την εθνοθρησκευτική διάσταση και η ιστορία των κτιρίων που αγνοεί ή υποτιμά τους δημιουργούς τους, ο Tanyeli υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «Με λίγα λόγια, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν η εθνικότητα και η θρησκεία (ή απλά η ποικιλομορφία των ταυτοτήτων) είναι δύσκολο να γραφτεί η ιστορία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής». Απορρίπτει όμως και την αντίθετη κατεύθυνση. Την προσπάθεια τεκμηρίωσης ότι «η κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα έχει τη δική της αρχιτεκτονική», ότι δηλαδή «υπάρχει Τουρκικό (ή Οθωμανικό) σπίτι, Ελληνορθόδοξο σπίτι, Αρμένικο σπίτι κ.ο.κ .»

7. Ακολουθεί το άρθρο της Εύας Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Ισίκ, με τίτλο «Οι ελληνικές ορθόδοξες τρουλαίες εκκλησίες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα». Σε αυτό αναλύονται οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί ενός μέρους των ελληνικών ορθόδοξων εκκλησιών της Πόλης που υπάγονται στο Πατριαρχείο και ανεγέρθηκαν κατά την περίοδο του εξευρωπαϊσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τους τρουλαίους ναούς του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα για τη ρυθμολογική προσέγγιση των προσόψεων και των εσωτερικών τους χώρων.

8. Το άρθρο «Εμπορικά κτίρια και κτίρια διαμερισμάτων στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του εξευρωπαϊσμού» του Βασίλη Κολώνα, καθηγητή Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, είναι μια ιστορικοκριτική παρουσίαση του έργου των ελλήνων αρχιτεκτόνων της πόλης, επικεντρωμένη στις δύο βασικές κατηγορίες πολυώροφων κτιρίων της περιόδου 1890-1910 —τα χάνια (καταστήματα, γραφεία, εργαστήρια) και τα κτίρια διαμερισμάτων—, τα οποία άλλαξαν την εικονογραφία της Κωνσταντινούπολης. Επισημαίνονται οι όροι που ευνόησαν την κυριαρχία του εκλεκτικισμού ως αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και ιδεολογίας, καθώς και η υπολογίσιμη παρουσία του νεοκλασικισμού σε κτίρια ελλήνων ιδιοκτητών, αλλά και σε κτίρια άλλων εθνοτήτων που έχουν σχεδιαστεί από ρωμιούς αρχιτέκτονες.

9. Το άρθρο του Αhmet Ersoy, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μπογάζιτσι, με τίτλο «Ο κρυφός κάλφας του ασύμβατου κτιρίου: Το Χαμιντιγέ Τζαμί και ο Νικόλαος Τζελέπης», δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της πατρότητας του κτιρίου και την επιστημονική σκιαγράφηση του πορτρέτου του άγνωστου αρχιτέκτονά του Νικόλαου Τζελέπη ή Τζελεπόπουλου, ο οποίος στα οθωμανικά έγγραφα αναφέρεται ως Νικολάκης Εφέντης, κρατικός υπάλληλος και κάλφας. Ο Ersoy ερμηνεύει την τυπολογική και μορφολογική ασυμβατότητα του τζαμιού ως προσωπική αναζήτηση του δημιουργού της, ο οποίος ανέμειξε με εκλεκτικιστική διάθεση ιστορικά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής και στοιχεία της ευρωπαϊκής οριενταλιστικής τεχνοτροπίας που ήταν τότε του συρμού. Επρόκειτο, δηλαδή, για πειραματική έκφραση της τοπικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της διαφορετικότητας με μια διεθνή γλώσσα — τον εκλεκτικισμό και οριενταλισμό.

10. Το έργο του αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκού Βασιλείου Κουρεμένου (1875-1957) στην Πόλη, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1905-1940, προσεγγίζεται από την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ιστορικό της αρχιτεκτονικής και ομ. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο της, καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας, έχει τίτλο «Εκσυγχρονισμός και αυθεντικότητα στο πλαίσιο της παράδοσης του κλασικισμού: Το έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη, 1911-1915». Περιλαμβάνει: (α) ένα εισαγωγικό για την αρχιτεκτονική κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία του αρχιτέκτονα, πριν εγκατασταθεί στην οθωμανική πρωτεύουσα, (β) καταγραφή των άγνωστων μέχρι πρότινος κτιρίων και μελετών του στην Κωνσταντινούπολη και (γ) συγκριτική ιστορική προσέγγιση δύο επαρκώς τεκμηριωμένων έργων του —του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών στον Γαλατά και του τάφου της οικογένειας Γαλίτση, στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli. Τα δύο αυτά έργα αποτελούν χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανανεωτικής, εκλεπτυσμένης, συμβολικής και εναρμονισμένης προς το περιβάλλον της αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου.

11. Καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας είναι και το άρθρο της δρος αρχιτέκτονος Λίλας Θεοδωρίδου-Σωτηρίου, καθηγήτριας Τ.Ε.Ι. Σερρών και του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη με τίτλο «Το αρχιτεκτονικό όραμα του Πάτροκλου Καμπανάκη». Σε αυτό σκιαγραφούνται η επαγγελματική πορεία, ο ιδεολογικός πλουραλισμός και το άγνωστο έργο του διανοούμενου–καλλιτέχνη, ο οποίος κινήθηκε έξω από τα όρια της ομογένειας. Εκτός από τη δραστηριότητά του στο Κάιρο και την Αθήνα, ο Καμπανάκης δοκίμασε τις δυνάμεις του στις διεθνείς αρένες, συμμετέχοντας στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς για τον Πύργο του Λονδίνου (1890), το Αρχαιολογικό Μουσείο Καϊρου (1890), το μέγαρο της Κοινωνίας των Εθνών (1928) και τον Φάρο του Κολόμβου (1929).

12. Η εισαγωγή της καινοτόμου τεχνικής του οπλισμένου σκυροδέματος στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα της παρισινής φίρμας Bureau Technique de François Hennebique και τα σημαντικότερα κτίρια με οπλισμένο σκυρόδεμα πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα οποία συμμετείχαν έλληνες τεχνικοί, είναι το θέμα του άρθρου της Βίλμας Χαστάογλου-Μαρτινίδη, καθηγήτριας Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει τίτλο «Η έλευση του μπετόν αρμέ στην Πόλη και οι έλληνες αρχιτέκτονες, μηχανικοί και εργολάβοι, 1902-1913». Στο άρθρο παρέχεται πίνακας των 37 έργων, που μελετήθηκαν ή κατασκευάστηκαν στη Πόλη με το σύστημα Hennebique από το 1902 έως τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα 26 ήταν έργα ελλήνων αρχιτεκτόνων —Ερ. Βουτσίνου, Μ. Λάγγα κ.ά.— ή εργοληπτών και τα σημαντικότερα από αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά από τη συγγραφέα.

13. Το άρθρο του Στέλιου Ροΐδη, αρχιτέκτονα-μηχανικού του Πολυτεχνείου Κωνσταντινουπόλεως, έχει τίτλο «Μια παράδοση του 20ού αιώνα: Οι ρωμιοί αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η προσφορά τους στην πόλη». Βασίζεται στη βιβλιογραφία (Τσιλένης, Κολώνας κ.ά.), σε στοιχεία που έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, και σε δικές του αναζητήσεις. Στο πρώτο μέρος του άρθρου, υπάρχουν πληροφορίες για τις σπουδές και το έργο ορισμένων από τους 230 ρωμιούς αρχιτέκτονες της Πόλης, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1923. Στοιχεία για τα ονόματα, τις σπουδές και τη σταδιοδρομία των ρωμιών αρχιτεκτόνων μετά το 1923 δίνονται στο δεύτερο μέρος του άρθρου.

 

Greek Architects of Istanbul exhibition film

 

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

  • Batur, Afife (ed., 2005), Architectural Guide to Istanbul. Galata, Chamber of Architects of Turkey – Istanbul Metropolitan Branch, Istanbul.

  • Βίγκας, Λάκης (2009), «Εισήγηση 21. Επισημάνσεις και αποτιμήσεις», σε: Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, σ. 295-297

  • Κuruyazici, Hasan και Sarlak, Eva (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Rum Mimarları / Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Ermeni Mimarları / Οι Αρμένιοι Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού (δίγλωσσο βιβλίο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ομώνυμης έκθεσης), Uluslararası Hrant Dink Vakfı (Διεθνές Κοινωφελές Ίδρυμα Χραντ Ντινκ), Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (2010), «Πρόλογος», Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη, σ. 9.

  • Loyer, François (1983), “Lysandre Caftanzoglou. L’ architecture néoclassique dans la Grèce de l’ Indépendence, Archives d’Architecture Moderne, 25/1983, σ. 74-102.

  • Loyer, François (1966), Αrchitecture la Grèce contemporaine, διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, πολυγραφημένη, Παρίσι, σ. 75, 82, 108-114, 177, 179.

  •  Μαρμαράς, Εμμανουήλ Β. (2005 & 2013), «Κωνσταντίνος Κυριακίδης», σε: Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. και Μαρμαράς, Εμ. Β., Δώδεκα ΄Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου / Twelve Greek Architects of the Interwar Period, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 46-59.

  • Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου (2009), Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα.

  • Τσιλένης, Σάββας (1998), «Η Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα, το πέρασμα από την παράδοση στον κοσμοπολιτισμό», επιθεώρηση Η καθ’ ημάς Ανατολή, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, 4/1998, σ. 251-272.

  • Τσιλένης, Σάββας (1999), «Τα έργα και οι ημέρες ενός Κωνσταντινοπολίτη Κάλφα, του Περικλή Δημητρίου Φωτιάδη», σε: Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, σ. 189 – 244.

  • Τσιλένης, Σάββας (2000), «Οι Ρωμιοί ‘αρχιτέκτονες’ καλφάδες της Πόλης, 1869-1945», Σύγχρονα Θέματα, 74-75/2000, σ. 166 – 179.

  • Τσιλένης, Σάββας (2002), «Ο αιώνας του εξευρωπαϊσμού στην πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης, 1840-1950» / «The century of Europeanization in the urban development of Constantinople», σε: Γιαννακόπουλος, Γ. (επιμ.), Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Πόλεων / Constantinople. City of Cities, Έφεσος, Αθήνα, σ. 89- 114.

  • Τσιλένης, Σάββας (2004), «Το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και ο δημιουργός της K.  Δημάδης», σε: Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, Πρακτικά της τέταρτης επιστημονικής ημερίδας, Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα, σ. 323-366.

  • Τσιλένης, Σάββας (2005), «Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στη διαμόρφωση της πόλης (1878-1908), το παράδειγμα του κάλφα Περικλή Δ. Φωτιάδη», σε: Σαπουνάκη-Δρακάκη, Λ. (επιμ.), Η Ελληνική Πόλη σε ιστορική προοπτική, εκδόσεις Διονικός με συνεργασία του European Association for Urban History, Αθήνα, σ. 70-81.

  • Τσιλένης, Σάββας (2006), «Οι Έλληνες αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή τους στη δημιουργία του αστικού περιβάλλοντος», σε: Πρακτικά πρώτου παγκόσμιου συνεδρίου Κωνσταντινουπολιτών, 27, 28, 29 Μαΐου 2005, Ένωσις Κωνσταντινουπολιτών, Αθήνα, σ. 161-177.

  • Τσιλένης, Σάββας (2009), Η διαμόρφωση του χώρου στην Κωνσταντινούπολη και ο ρόλος των   ομογενών αρχιτεκτόνων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διδακτορική διατριβή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Αθήνα 2009.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2002), «Αρχιτέκτονες του Βόλου και του Πηλίου. Μια πρώτη καταγραφή», εν Βόλω, περιοδική έκδοση Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου, 6/2002, σ. 42-49.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2017), Βασίλειος Κουρεμένος, Αρχιτέκτων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2017.

Masaki Miyake: Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Masaki Miyake

Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που συνοδεύουν την διαδοχή των γεγονότων του παρελθόντος είναι ασφαλώς η λεγόμενη “ανεκπλήρωτη πιθανότητα” (unfulfilled possibility) μιας δεδομένης στιγμής. Ο Γερμανός μελετητής συνταγματικού δικαίου και πολιτικής Carl Schmitt, στην πραγματεία του με τίτλο Politische Romantik (1919) επισημαίνει πως το κάθε δευτερόλεπτο καθορίζει τον χρόνο ενός ανθρώπου  ψαλιδίζοντας τη δυναμική της βούλησής του. Υπό αυτή την έννοια η κάθε στιγμή ισοδυναμεί με τη διαρκή απόρριψη των αναρίθμητων εναλλακτικών επιλογών, τις οποίες και τελικά εξουδετερώνει.¹ Εάν υποτεθεί, λόγου χάρη, ότι σε κάποια συγκεκριμένη συγκυρία υφίσταντο οι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ πολιτικές επιλογές, αλλά από αυτές υιοθετήθηκε μόνο η Α΄, η μελέτη και ανάλυση των υπολοίπων δεν στερείται ενδιαφέροντος. Αν μη τι άλλο, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους που υπαγόρευσαν την προτίμηση της Α΄ επιλογής αλλά και να υπολογίσουμε επακριβώς την αξία της τελευταίας. Διαφορετικά, η πρόσληψη εκ μέρους μας της συγκεκριμένης εκείνης στιγμής θα ήταν ελλιπής.²

Ένας επαναπροσδιορισμός του παρελθόντος του είδους αυτού θα μπορούσε κάλλιστα να βαπτιστεί “αντισταθμιστική ιστορία” (counterfactual history). Συμπεριλαμβάνει το σκεπτικό “εάν…τότε…”. Ένα σκεπτικό, το οποίο θα μπορούσε να ευσταθεί και στην περίπτωση της πορείας της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor. Ως εναρκτήρια αιτία της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ θεωρείται γενικότερα η ιαπωνική εισβολή στην Μαντζουρία τον Σεπτέμβριο του 1931. Κατέστησε αναπόφευκτη την μετέπειτα ρήξη μεταξύ των δυο κρατών, στρεφόμενη ενάντια στην Διπλωματία των Ανοικτών Θυρών της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία σφυρηλατήθηκε με αφορμή την συνομολόγηση, το 1922, της Συνθήκης των Εννέα Δυνάμεων (Nine-Power Treaty). Εξάλλου, η Ιαπωνία συγκαταλεγόταν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της προαναφερθείσας Συνθήκης. Η Συνθήκη των Εννέα Δυνάμεων λειτουργούσε ως πυρήνας της Συνθήκης της Ουάσινγκτον, η οποία με τη σειρά της υποκαθιστούσε το καθεστώς εκείνης των Βερσαλλιών στην Ασία.

Σεπτέμβριος 1931. Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία.

Ένας από τους λόγους της ιαπωνικής εισβολής στη Μαντζουρία ήταν η οικονομική κρίση, η οποία επί δυο χρόνια ήδη μάστιζε τις ΗΠΑ έχοντας καταστήσει αναπόφευκτη την δραστική μείωση των εισαγωγών από την Ιαπωνία, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορούσε το ακατέργαστο μετάξι, που ήταν και το κυριότερο από τα προϊόντα τα οποία εξήγαγε η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στη μελέτη του World Economy and World Politics 1924-1931 ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Gilbert Ziebura αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό:

Οι συνέπειες εις βάρος της ιαπωνικής οικονομίας και κοινωνίας δύνανται εύκολα να  αξιολογηθούν εφόσον ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά τα έτη 1930 και 1931 οι ΗΠΑ απορροφούσαν το 96% των εξαγωγών της Ιαπωνίας σε μετάξι. Αντίστροφα, τα κέρδη από τις εξαγωγές επέτρεπαν την κάλυψη κατά 40% της δαπάνης αγοράς πρώτων υλών και μηχανημάτων που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε η χώρα. Σημειωτέον πως το μετάξι αποτελούσε το μοναδικό προϊόν που η Ιαπωνία ήταν σε θέση να εξαγάγει σε μεγάλες ποσότητες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κοπεί το “μεταξένιο νήμα”, επί του οποίου στηριζόταν το σύνολο της ιαπωνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, οι εξαγωγές προς τον δεύτερο καλύτερο πελάτη, την Κίνα, γνώρισαν και εκείνες μείωση κατά 50%. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι πολλοί Ιάπωνες συμπέραναν τότε πως το καθεστώς της Συνθήκης της Ουάσινγκτον αποτελούσε πλέον νεκρό γράμμα.”.³

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει εύγλωττα την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ιαπωνία όταν η στρατιά του Κουαντούνγκ, τμήμα των στρατευμάτων που στάθμευαν ήδη στην Μαντζουρία και στη χερσόνησο Λιαοτούνγκ, ανέλαβαν δράση ευελπιστώντας την άρση του αδιεξόδου.

Παρά την αναπόφευκτη, κατά τα φαινόμενα, ρήξη με τις ΗΠΑ, υπήρχαν πιθανότητες αποτροπής της σύγκρουσης. Η υπογραφή, στις 23 Αυγούστου 1939, του Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας άνοιξε νέους ορίζοντες στην ιαπωνική διπλωματία.

Michinomiya Hirohito, Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας(1926-1989).
Fumimaro Konoe, Πρωθυπουργός (1937–39, 1940–41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στρατηγός Hideki Tojo, Πρωθυπουργός (1941-44)
Yōsuke Matsuoka, Υπουργός Εξωτερικών (1940-41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λεγομένη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο (αριστοκρατικό προάστιο του Τόκιο) του Ιουλίου 1940 κατέδειξε την προθυμία των πολιτικών αρχηγών υπέρ μιας ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Σοβιετική Ένωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιλογή αυτή απέρρεε από την ολοκληρωτική ήττα την οποία είχαν υποστεί οι Ιάπωνες από τους Ρώσους το 1939 στο Νομονχάν, στη μεθόριο μεταξύ Μαντζουρίας και Μογγολίας. Ένας δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ φάνταζε πλέον ως συνεταίρος της Γερμανίας, συμμάχου της Ιαπωνίας από την εποχή της συνομολόγησης του Συμφώνου Αντι-Κομιτέρν, τον Νοέμβριο του 1936. Παρόντα στη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο ήταν τέσσερα επιφανή στελέχη της δεύτερης κατά σειρά κυβέρνησης Konoe, η οποία λιγες ημέρες μόλις αργότερα (22 Ιουλίου 1940) έμελλε να αναλάβει καθήκοντα. Επρόκειτο για τους Fumimaro Konoe (1891-1945), εν αναμονή πρωθυπουργό, αντιστράτηγο Hideki Tojo (1884-1948), μελλοντικό υπουργό Στρατιωτικών και πρωθυπουργό, υποναύαρχο Zengo Yoshida (1885-1966), εν ενεργεία υπουργό Ναυτικών και Yōsuke Matsuoka (1880-1946), μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών. Όλοι τους υιοθέτησαν ως κοινή πολιτική γραμμή της υπό εκκόλαψη κυβέρνησης ένα κείμενο με συντάκτη τον Matsuoka, το οποίο έθιγε, μεταξύ άλλων, δυο σημεία που επρόκειτο σύντομα να λειτουργήσουν ως θεμελιώδεις προτεραιότητες: α) την ενδυνάμωση του Άξονα μεταξύ Ιαπωνίας, Γερμανίας και Ιταλίας και β) τη συνομολόγηση ενός Συμφώνου μη Επιθέσεως πενταετούς ή δεκαετούς διάρκειας ανάμεσα στην Ιαπωνία, το κρατίδιο του Μαντσούκουο και την Εσωτερική Μογγολία αφενός, την ΕΣΣΔ αφετέρου. Το κείμενο αυτό διανθίστηκε με δυο ακόμη προσθήκες. Η πρώτη αναφερόταν στην Ανατολική Ασία και η δεύτερη στις ΗΠΑ.⁴

Ήδη από το καλοκαίρι του 1938, η ιαπωνική ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την προοπτική σύναψης μιας νέας αμυντικής συμμαχίας με τη Γερμανία και την Ιταλία. Μια συμμαχία αυτού του είδους θα είχε μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει και η Ιταλία. Οι σχετικές συζητήσεις δεν καρποφόρησαν εξαιτίας της αντίθεσης του ιαπωνικού Ναυτικού.⁵ Η είδηση της υπογραφής του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου του Αυγούστου 1939 έπεσε σαν κεραυνός στο Τόκιο. Για κάποιο χρονικό διάστημα το όλο σχέδιο παρέμεινε στο περιθώριο. Ωστόσο, η διαφαινόμενη επικράτηση της Γερμανίας στην Ευρώπη έπεισε τους Ιάπωνες να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις. Η Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο δρομολόγησε την πορεία προς το Τριμερές Σύμφωνο.

Ως υπουργός Εξωτερικών πλέον, ο Yōsuke Matsuoka έσπευσε να συνομολογήσει το παραπάνω Σύμφωνο έπειτα από συνoμιλίες που είχε τον Σεπτέμβριο του 1940 στο Τόκιο με τον Heinrich Stahmer, ειδικό απεσταλμένο του Γερμανού ομολόγου του, Joachim von Ribbentrop. Στο πλαίσιο των συζητήσεων σχημάτισε την εντύπωση πως η Γερμανία ήταν πρόθυμη να επωμιστεί έναν ρόλο έντιμου διαμεσολαβητή μεταξύ Τόκιο και Μόσχας καθώς οι διμερείς σχέσεις με την ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να είναι προβληματικές και να εγείρουν ανησυχία στην Ιαπωνία.

Ορισμένες επισημάνσεις του Stahmer έχουν περισωθεί σε ένα έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται “Θεμελιώδη σημεία του ενημερωτικού διαλόγου μεταξύ Matsuoka και Stahmer, παρουσία του Γερμανού πρέσβη (9 και 10 Σεπτεμβρίου 1940)”.⁶

Μεταξύ άλλων ο Γερμανός απεσταλμένος, ο οποίος αργότερα ο αναβαθμίστηκε σε πρέσβη του Γ΄ Ράιχ στο Τόκιο (1943-1945), απευθύνθηκε προς τον Ιάπωνα υπουργό Εξωτερικών με τα ακόλουθα λόγια:Θεωρώ προτιμότερο να προηγηθεί η υπογραφή ενός Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία και αμέσως κατόπιν να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη Σοβιετική Ένωση. Η Γερμανία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ειλικρινής διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Ιαπωνία και την ΕΣΣΔ. Δεν διακρίνει να παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια και πιστεύει πως η όλη διαδικασία δύναται να ολοκληρωθεί δίχως μεγάλη δυσκολία. Σε αντίθεση με τα όσα διατυμπανίζει η βρετανική προπαγάνδα, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις είναι καλές, η δε ΕΣΣΔ ανταποκρίνεται σε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντί μας προς μεγάλη μας ικανοποίηση”.

 

Οι Yōsuke Matsuoka, Wilhelm Keitel και Heinrich Stahmer στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 1941 (Πηγή:  Bundesarchiv Bild 183-B01910).

Λέγοντας τα παραπάνω, ο Stahmer διαβεβαίωσε τον συνομιλητή του πως αντανακλούσαν τις απόψεις του ιδίου του Ribbentrop προσωπικά. Παίρνοντας τον λόγο, ο Matsuoka διεύρυνε το όλο σκεπτικό προς την κατεύθυνση ενός μεγαλειώδους οράματος: τη συνομολόγηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου με τη συμμετοχή σε αυτό και της ΕΣΣΔ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενδυνάμωνε τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ και θα απομάκρυνε τον κίνδυνο μιας πολεμικής εμπλοκής με αυτές στο Ειρηνικό Ωκεανό, την οποία στο Τόκιο χαρακτήριζαν με δέος ως πραγματικό “Αρμαγεδδώνα”.⁷  Οι βιογράφοι του Matsuoka διαβεβαιώνουν ότι ήδη από τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Καλιφόρνια και στο Όρεγκον (1893-1902), ο τελευταίος είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως οι ΗΠΑ είχαν εισέλθει σε τροχιά ανέλιξης σε Μεγάλη Δύναμη. Μοναδικός τρόπος, ούτως ώστε η Ιαπωνία να μπορέσει να αποφύγει την απομόνωση ενισχύοντας συνάμα τη θέση της, ήταν η συνομολόγηση του Τριμερούς Συμφώνου με απώτερη προσχώρηση της ΕΣΣΔ σε αυτό. Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του εκμαίευσε από τον Γερμανό πρέσβη, στρατηγό Eugen Ott, την περίφημη δέσμευση περί έντιμης διαμεσολάβησης του Βερολίνου στην όλη υπόθεση. Πράγματι, σε ιδιωτική επιστολή με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1940, ο Ott ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Matsuoka ως εξής:Αναφορικά με τις σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Σοβιετική Ρωσία, η Γερμανία προτίθεται να προσφέρει ανά πάσα στιγμή τις καλές της υπηρεσίες και να πράξει ό,τι δυνατόν για την προαγωγή ενός κλίματος αμοιβαίας και φιλικής κατανόησης μεταξύ των δυο μερών”.⁸ Η Johanna Menzel Meskill ισχυρίζεται πως ο Stahmer δεν φιλοτιμήθηκε καν να στείλει στον Ribbentrop αντίγραφο της επιστολής.⁹ Εάν κάτι τέτοιο αληθεύει, τότε το όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια απλή ψευδαίσθηση.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Ribbentrop οραματιζόταν τη σφυρηλάτηση ενός ηπειρωτικού συνασπισμού, αποτελούμενου από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες και με προοπτική προσχώρησης της Ισπανίας. Συχνά έκανε λόγο για μια συμμαχία, η οποία θα εκτεινόταν από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Γιοκοχάμα.¹º Ο συνασπισμός αυτός θα στρεφόταν πρωτίστως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Ribbentrop καλλιεργούσε συστηματικά την ιδέα εδώ και αρκετό καιρό. Σε σημείωμα, το οποίο είχε υποβάλλει στις 2 Ιανουαρίου 1938 στον Hitler, υποστήριζε ήδη τη δημιουργία ενός τριγώνου Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο.¹¹ Στη μελέτη του για τη διπλωματία του Ribbentrop,  o Wolfgang Michalka φτάνει μέχρι σημείου να ισχυριστεί πως το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν του 1936 ήταν αντικομμουνιστικό τύποις μόνο. Στην ουσία στρεφόταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας.¹² Διακαής πόθος του Ribbentrop ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα. Στις οδηγίες του προς τον Γερμανό πρέσβη στη σοβιετική πρωτεύουσα, κόμη Werner von Schulenburg, ο Ribbentrop επανέρχεται στην ιδέα της γερμανικής έντιμης διαμεσολάβησης. Το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939 ήταν, επομένως, το επιστέγασμα της φιλορωσικής πολιτικής του επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας.¹³

Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι ο Hitler αποφάσισε να επιτεθεί κατά της ΕΣΣΔ έπειτα από την ολοκλήρωση των συνομιλιών, τις οποίες είχε στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1940 στο Βερολίνο με τον Vyacheslav Molotov, κομισάριο του λαού για τις εξωτερικές υποθέσεις και επικεφαλής της σοβιετικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, επρόκειτο, τότε, για το ουσιαστικό τέλος του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939. Είναι η άποψη τόσο του George F. Kennan, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στη Μόσχα,¹⁴ όσο και του James F. Byrnes, πρώην υπουργού Εξωτερικών. Ειδικότερα ο Byrnes γράφει σχετικά:Στους ιστορικούς εναπόκειται να εντοπίσουν πότε ακριβώς ο Hitler έλαβε την τελική απόφαση. Η σκέψη τον απασχολούσε από νωρίς. Ωστόσο, μέχρις αποδείξεως του εναντίον, είμαι πεπεισμένος πως η κρίσιμη καμπή ήταν οι συνομιλίες με τον Molotov. Είναι προφανές ότι έπειτα από εκείνη τη μοιραία 13η Νοεμβρίου και μετά, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις ακολούθησαν μια σταδιακή φθίνουσα πορεία.”¹⁵

Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Vyacheslav Molotov στο Βερολίνο και οι συνομιλίες κορυφής με τη γερμανική ηγεσία (12 – 13 Νοεμβρίου 1940).

Στην πρόσκληση του Hitler να προσχωρήσει στο Τριμερές Σύμφωνο, ο Stalin απάντησε με προκλητικό τρόπο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε να μοιραστούν η Γερμανία με την ΕΣΣΔ τον κόσμο, ύστερα από την επικείμενη κατάρρευση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.¹⁶ Κατά την άποψή του, ο Hitler προέβη σε μια πρόταση αυτού του είδους προκειμένου να τον παρασύρει σε διαπραγματεύσεις γύρω από ευαίσθητα ζητήματα. Με τη σειρά του απάντησε ζητώντας υψηλό αντίτιμο όντας διατεθειμένος πάντως να μετριάσει τους όρους στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μετατροπή του Τριμερούς Συμφώνου σε Τετραμερές.¹⁷

Τα κυριότερα σημεία της απάντησης του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 είχαν ως εξής:

Η σοβιετική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να εξετάσει ευμενώς το σχέδιο περί συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου με αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές δεσμεύσεις, κάτω από τους ακόλουθους όρους:

  • Υπό την προϋπόθεση της άμεσης απόσυρσης των γερμανικών στρατευμάτων από την Φινλανδία εφόσον η τελευταία ανήκε πλέον στη ρωσική σφαίρα επιρροής· η ΕΣΣΔ δεσμευόταν από την πλευρά της να προστατέψει τα εκεί οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας (προμήθεια ξυλείας και νικελίου).
  • Υπό την προϋπόθεση ότι μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες θα διασφαλιζόταν η προστασία της ΕΣΣΔ στα Στενά μέσω της υπογραφής ενός διμερούς Συμφώνου με την Βουλγαρία και της εκχώρησης μιας ναυτικής βάσης στην ευρύτερη περιοχή του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων με καθεστώς μακροχρόνιας μίσθωσης.
  • Υπό την προϋπόθεση αναγνώρισης της ζώνης νοτίως του Μπατούμ και του Μπακού με γενική κατεύθυνση προς τον Περσικό Κόλπο ως ζώνης αποκλειστικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ.
  • Υπό την προϋπόθεση αποποίησης εκ μέρους της Ιαπωνίας κάθε δικαιώματος εκχώρησης στους τομείς του άνθρακα και του πετρελαίου στο βόρειο τμήμα της νήσου Σαχαλίνης.¹⁸

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σφυρηλάτηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου (ή μιας Τετραμερούς Συνεννόησης, κατά τον προσφιλή όρο του Matsuoka) θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ, πόσο μάλλον εάν η πρωτοβουλία αυτή είχε μακροχρόνια διάρκεια. Η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον, ευρισκόμενη προ τετελεσμένων, θα δίσταζε να εμπλακεί σε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από τη δική της πλευρά, η Κίνα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ciang Kai-shek, θα αποδεχόταν μια ειρηνική διευθέτηση της πολεμικής της διαφοράς με την Ιαπωνία. Απόρροια όλων των παραπάνω θα ήταν μια αποκλιμάκωση της έντασης στον τομέα των διμερών αμερικανο-ιαπωνικών σχέσεων. Εξυπακούεται πως η ιδέα περί Τετραμερούς Συνεννόησης φάνταζε ως μακιαβελική για όποιον δεν προσμετρούσε τις ιδεολογικές διαφορές. Ήταν σε θέση, παρά ταύτα, να αποτρέψει τον κίνδυνο ενός πολέμου εναντίον των ΗΠΑ. Άλλωστε, το εναλλακτικό αυτό σχήμα παρέμεινε αξιόπιστο έως τις συνομιλίες Hitler-Molotov (12-13 Νοεμβρίου) και την επίσημη απάντηση του Stalin (25 Νοεμβρίου). Μια απάντηση, η οποία έθεσε την ταφόπλακα στην βραχύβια αυτή ιδέα. Ο Hitler δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να διαπραγματευθεί με την ΕΣΣΔ την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Φινλανδία. Αντίθετα, την ίδια ακριβώς στιγμή αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Με την οδηγία της 18ης Δεκεμβρίου 1940, διέταξε την  έναρξη των προετοιμασιών για την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

Ο Gerhard L. Weinberg μας εφιστά την προσοχή στο Ημερολόγιο του στρατηγού Franz Halder, αρχηγού του επιτελείου του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με αυτό (καταχώριση της 31ης Ιουλίου 1940), η απόφαση για την εισβολή είχε ληφθεί από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράιχ πολύ νωρίτερα. Μάλιστα, την είχε κοινοποιήσει σε συνάντησή του με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στις 31 Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν. Η θεωρία του Weinberg μας δυσκολεύει να κατανοήσουμε τους λόγους της αποστολής, ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο, του Stahmer στο Τόκιο με τη προτροπή του Ribbentrop προς την Ιαπωνία να προσχωρήσει στον Άξονα Βερολίνου-Ρώμης με προοπτικές περαιτέρω διεύρυνσης χάρη στη συμμετοχή και της  ΕΣΣΔ σε αυτόν.¹⁹

Εάν η θεωρία του Weinberg ευσταθεί, τότε το όραμα του Matsuoka έτσι όπως το περιέγραψε τον Σεπτέμβριο του 1940 για μια Τετραμερή Συνεννόηση αποτελεί αυταπάτη, η οποία ουδέποτε ενεργοποίησε το ενδιαφέρον της Γερμανίας. Εάν, αντίθετα, ισχύουν τα όσα υποστηρίζει ο Byrnes, η ιδέα του Matsuoka αντιστοιχούσε με τη γερμανική αντίληψη περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού, η οποία προωθήθηκε από τον Ribbentrop στο σχέδιο για Τετραμερές Σύμφωνο και  επιδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου στον Molotov από τον Hitler προσωπικά.²º Σε περίπτωση δε που ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ έτρεφε κάποιες αμυδρές ελπίδες, ακόμα και μετά τη σύσκεψη της 31ης  Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν, να προσεταιριστεί την ΕΣΣΔ, τότε το όραμα του Matsuoka συγκέντρωνε  πιθανότητες επιτυχίας σε ποσοστό 50%. Όπως προαναφέρθηκε, οι μαξιμαλιστικοί όροι τους οποίους έθεσε ο Stalin στην απάντησή του της 25ης Νοεμβρίου, υπήρξαν εκείνοι που έθεσαν απότομο και αμετάκλητο τέλος στην όλη υπόθεση, στρέφοντας τον Hitler προς την επιλογή της δυναμικής λύσης.

Αποκαλυπτική ως προς όλα αυτά είναι η εκδοχή του Klauss Hildebrand. Υποστηρίζει πως στους κόλπους του Γ΄ Ράιχ υπήρχαν δυο αντικρουόμενες πολιτικές. Η πρώτη από αυτές ήταν αντιβρετανική και φιλορωσική με κύριους εκφραστές τους κύκλους του υπουργείου Εξωτερικών, του Πολεμικού Ναυτικού, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τον Ribbentrop, τον ναύαρχο Erich Raeder και τον Hjalmar Schacht. Επρόκειτο ουσιαστικά για την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Γερμανίας ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Δεύτερη τάση ήταν η αγγλόφιλη και αντισοβιετική πολιτική του ιδίου του Hitler.²¹ Η θεωρία του Hildebrand επιτρέπει να κατανοήσουμε την αδυναμία του Matsuoka να αντιληφθεί τον δισυπόστατο χαρακτήρα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον πρωθυπουργό Fumimaro Konoe και άλλους Ιάπωνες ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ παράμεινε αινιγματική και μυστηριώδης έως το τέλος του πολέμου.

Βερολίνο, 27 Σεπτεμβρίου 1940: η τελετή υπογραφής του Τριμερούς Συμφώνου. Διακρίνονται οι Saburō Kurusu, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Γερμανία, Galeazzo Ciano, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Adolf Hitler και Joachim von Ribbentrop (όρθιος στο βήμα).

Στο Τόκιο κοινή ήταν η πεποίθηση ότι οι θέσεις του Ribbentrop αντανακλούσαν εκείνες του Hitler, κάτι που κάθε άλλο παρά συνέβαινε στην πραγματικότητα.²² Σύμφωνα με τους Hildebrand και Andreas Hillgruber, ο Γερμανός καγκελάριος ουδέποτε ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό το σχήμα ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού που προωθούσε ο Ribbentrop.²³ Στο σημείο ακριβώς αυτό εντοπίζονται οι ρίζες της λανθασμένης εκτίμησης, εκ μέρους των Ιαπώνων, της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο τότε πρέσβης στο Βερολίνο, Hiroshi Oshima, εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα προς τον γράφοντα τη θλίψη, την οποία του εξέφρασε τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ribbentrop, επειδή η οριστική επιλογή του Hitler έκλινε προς την κατεύθυνση της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Σχετικά με όλα αυτά, ο Hildebrand γράφει τα ακόλουθα:

Αν και ο Hitler έδειχνε ολοένα και περισσότερο απορροφημένος από την ιδέα της εισβολής, ο Ribbentrop κατάφερε προς στιγμή να τον κάνει να στραφεί προς τη δική του αντίληψη. Στόχος του ήταν να τερματιστεί νικηφόρα ο πόλεμος το ταχύτερο δυνατό. Ο Hitler, έστω και δίχως ενθουσιασμό, συμφώνησε με την ιδέα του υπουργού του να εξαναγκάσει τη Μεγάλη Βρετανία να καταθέσει τα όπλα μέσω της σφυρηλάτησης ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού εκτεταμένου από τη Μαδρίτη έως τη Μόσχα. Το σχήμα αυτό απασχόλησε εκ νέου τους δυο άνδρες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1940. Η υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της πολιτικής του Ribbentrop…Το σχέδιο περί δημιουργίας ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού θα οδηγούσε, έστω και προσωρινά, στην απομόνωση των ΗΠΑ και στη διατήρηση της ουδετερότητας της Ρωσίας. Θα γονάτιζε τη Βρετανία και θα εξασφάλιζε υπερπόντια εδαφικά κέρδη προς όφελος της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως ο Hitler κατέληξε στις δικές του επιλογές επιθυμώντας να προσελκύσει το Λονδίνο σε αυτές. Όμως, η προσέγγιση με την Ιαπωνία, τον συνεταίρο από την Άπω Ανατολή στους κόλπους του Τριμερούς Συμφώνου, δεν γνώρισε εφαρμογή στην πράξη. Άλλο τόσο δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια ευθυγράμμισης των Mussolini, tain και Franco με τους ευσεβείς πόθους του Γερμανού καγκελαρίου. Πάντως, το όραμα του Ribbentrop δεν καρποφόρησε. Ο Φύρερ απέφυγε να αποκλείσει την ιδέα έως το τέλος Οκτωβρίου, οπότε τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της “Ανατολικής πολιτικής”. Η αποτυχία των συνομιλιών με τον Molotov τον Νοέμβριο του 1940 αφήνει να διαφανεί πως έπεισε τον Hitler να επιλέξει τη στρατιωτική λύση σε βάρος της ΕΣΣΔ, μια σκέψη, με την οποία ερωτοτροπούσε εδώ και αρκετό καιρό. Το ίδιο ισχύει σχετικά και με την πεποίθηση ότι η Βρετανία ήταν εφικτό να εξαναγκαστεί σε υποταγή.²⁴

Η απάντηση του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 και η έκδοση της σχετικής διαταγής από τον Hitler στις 18 Δεκεμβρίου, διέλυσαν κάθε προοπτική περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού και μαζί με αυτό κάθε ελπίδα αποφυγής, για την Ιαπωνία, ενός πολέμου στον Ειρηνικό. Μη έχοντας την παραμικρή ενημέρωση σχετικά με την τελική επιλογή του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, η κυβέρνηση Konoe ανέμενε εις μάτην την υποσχεθείσα έντιμη διαμεσολάβηση της Γερμανίας όσον αφορά τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ. Όταν ο Matsuoka υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το Σύμφωνο Ουδετερότητας στις 13 Απριλίου 1941 στη Μόσχα, η έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα πλησίαζε επικίνδυνα. Υπάρχουν δε και ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες και ο Stalin προετοιμαζόταν, με τη σειρά του, για μια δυναμική αναμέτρηση με την Γερμανία.²⁵ Εάν αυτό ευσταθεί, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε πως ουδέποτε υπήρξαν πραγματικές προϋποθέσεις, οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου. Έπειτα από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στις 22 Ιουνίου 1941 εντός του σοβιετικού

Μόσχα, 13 Απριλίου 1941: Ο Yōsuke Matsuoka υπογράφει το Σύμφωνο Ουδετερότητας με την ΕΣΣΔ. Όρθιοι διακρίνονται οι Joseph Stalin και Vyacheslav Molotov.

εδάφους, οι προοπτικές αποφυγής ενός πολέμου ανάμεσα στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ αποδείχθηκαν ισχνές έως μηδαμινές. Μια από αυτές ήταν η αποφυγή στρατιωτικής παρέμβασης στη γαλλική κτήση της Ινδοκίνας. Ο Matsuoka είχε ταχθεί απροκάλυπτα εναντίον, προφητεύοντας πως μια πρωτοβουλία αυτού του είδους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μια αμερικανο-ιαπωνική πολεμική αντιπαράθεση. Αντ΄ αυτού, συνέστησε επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, σε συντονισμό με τη σύμμαχο Γερμανία. Δυο Ιάπωνες ιστορικοί, οι Sumio Hatano και Sadao Asada περιγράφουν την κατάσταση ως εξής:

Το μεγάλο εμπόδιο στην περίπτωση ήταν ο Matsuoka. Τις παραμονές της έναρξης των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Γερμανία και την ΕΣΣΔ αντέστρεψε τις αρχικές του προτεραιότητες και τάχθηκε κατά μιας προέλασης προς νότο. Αντίθετα, υποστήριξε μια επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανώτατες ηγεσίες του Στρατού Ξηράς και του Ναυτικού, οι οποίες μέχρι τότε τον θεωρούσαν ως υπέρμαχο της παρέμβασης στην Ινδοκίνα, αδυνατούσαν να κατανοήσουν αυτή τη μεταστροφή. Αργότερα, μετά το πέρας του πολέμου, ο Matsuoka κατέθεσε πως είχε αντιταχθεί στη ιδέα μιας προέλασης προς νότο επειδή φοβόταν ότι θα οδηγούσε σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η εξήγηση μένει να επιβεβαιωθεί. Είναι προφανές πως έτρεφε επίσης μεγάλη εκτίμηση στο Τριμερές Σύμφωνο, στη σύναψη του οποίου είχε ο ίδιος διαδραματίσει σημαντικό ρόλο…Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ στις 22 Ιουνίου θρυμμάτισε το μεγάλο όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου και έριξε τους Ρώσους στις αγκάλες των Βρετανών και των Αμερικανών. Ωστόσο, η παραπάνω εξέλιξη δεν οδήγησε σε μονομερή καταγγελία του Τριμερούς Συμφώνου εκ μέρους της Ιαπωνίας. Το αντίθετο μάλιστα: η ιαπωνική ηγεσία συνέχισε να το υποστηρίζει. Προέβλεψε κατά κράτος επικράτηση της Γερμανίας στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, γεγονός, το οποίο θα απάλλασσε την Ιαπωνία από τον σοβιετικό κίνδυνο, επιτρέποντάς της, συνάμα, να καταφέρει απρόσκοπτα ένα αποφασιστικό κτύπημα προς νότο. Έκτοτε, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας υιοθέτησε ένα νέο σχέδιο: ιαπωνικά στρατεύματα θα στάθμευαν στην Ινδοκίνα. Ταυτόχρονα, θα προετοιμαζόταν επίθεση προς βορρά (εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης), στο ποσοστό που οι συνθήκες για κάτι τέτοιο θα ήταν “ιδιαίτερα ευνοϊκές”. Το Ναυτικό εξέφραζε αντιρρήσεις, μη επιθυμώντας μια ένοπλη σύγκρουση με την ΕΣΣΔ. Τελικά, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί έπειτα από την διαβεβαίωση πως η πολεμική προετοιμασία ενάντια στη Βρετανία και τις ΗΠΑ δεν επρόκειτο να επηρεαστεί. Αυτός υπήρξε ο συμβιβασμός, στον οποίο κατέληξε το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο της 2ας Ιουλίου 1941. Την επομένη, διατάχθηκε επιστράτευση. Στρατός και Ναυτικό προετοιμάστηκαν για ειρηνική ή ένοπλη προέλαση, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι, στις 28 Ιουλίου, 40.000 άνδρες  εισήλθαν “ειρηνικά” στο νότο της Ινδοκίνας.²⁶

Η προέλαση του ιαπωνικού στρατού στη νότια Ινδοκίνα.

Οι ΗΠΑ απάντησαν στην ιαπωνική κατοχή της Ινδοκίνας με την επιβολή πλήρους πετρελαϊκού εμπάργκο που με τη σειρά της οδήγησε τις δυο χώρες σε πόλεμο. Ύστατη ευκαιρία αποτροπής του τελευταίου θα μπορούσε να ήταν, ενδεχομένως, μια συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Konoe και τον πρόεδρο Franklin D. Roosevelt.²⁷ Οι Hatano και Asada συνεχίζουν επ’ αυτού: Η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια του Konoe συνίστατο σε μια συνάντηση κορυφής με τον Roosevelt. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός ήταν διατεθειμένος να προβεί σε δραστικές παραχωρήσεις, παραβλέποντας τις προτεραιότητες της στρατιωτικής και ναυτικής ηγεσίας. Σκόπευε να αποσπάσει μια ειρηνική διευθέτηση των εκκρεμών υποθέσεων και με τη συνδρομή του Αυτοκράτορα να διατάξει κατόπιν τον υπουργό Στρατιωτικών Tojo να αποφύγει κάθε πρωτοβουλία ικανή να οδηγήσει σε πόλεμο. Στις αρχές Οκτωβρίου η πρόταση περί συνάντησης κορυφής απορρίφτηκε από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Cordell Hull, ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση την επίτευξη μιας προκαταρκτικής συμφωνίας επάνω σε βασικές αρχές. Οι Ιάπωνες ιστορικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να εκτιμήσουν κατά πόσο μια αποδοχή της πρότασης Konoe ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αποφυγή πολέμου. Υπάρχει η άποψη πως εάν οι Konoe και Roosevelt κατέληγαν σε κάποιο είδος modus vivendi κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, οι ίδιες οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες θα καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Pearl Harbor.²⁸

Τέλος, ως μια ανεπαίσθητη ευκαιρία αναχαίτισης του πολέμου θα μπορούσε να εκληφθεί και η στιγμή της επιλογής, εκ μέρους του αυτοκράτορα, του διαδόχου του Konoe στον πρωθυπουργικό θώκο. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο πανίσχυρος υπουργός Σφραγιδοφύλακας Koichi Kido τάχθηκε υπέρ της επιλογής του στρατηγού Hideki Tojo με την ελπίδα πως ο τελευταίος θα συγκρατούσε τις πολεμοχαρείς τάσεις των αξιωματικών και θα απέφευγε μια πολεμική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ. Στις 18 Οκτωβρίου 1941 ο Tojo διορίστηκε πρωθυπουργός. Το αυτοκρατορικό διάταγμα διορισμού συνοδευόταν από ένα προσωπικό μήνυμα του αυτοκράτορα, σύμφωνα με το οποίο καλείτο να επανεξετάσει την απόφαση της Αυτοκρατορικής Σύσκεψης της 2ας Ιουλίου περί πολεμικής προπαρασκευής και να προσπαθήσει να αποφύγει τον πόλεμο. Έως τότε, ο Tojo δήλωνε οπαδός της εξάντλησης κάθε διπλωματικού περιθωρίου με τις ΗΠΑ πριν από την προσφυγή στα όπλα. Ήταν επίσης αντίθετος στην ιδέα της απόσυρσης των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Κίνα. Ο Kido ήλπιζε ότι ο νέος πρωθυπουργός θα παρέμενε συνεπής στις απόψεις του και πως θα συμμορφωνόταν με το περιεχόμενο του αυτοκρατορικού μηνύματος. Δεν χρειάστηκε να συμπληρωθούν δυο, μόλις, μήνες έως ότου οι προσδοκίες του Kido διαψευστούν παταγωδώς. Η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor εκδηλώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1941 [ώρα Ιαπωνίας].

Koichi Kido.
Ναύαρχος Koshiro Oikawa.

                                                                                                

 

 

 

 

 

7 Δεκεμβρίου 1941: η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor.

Ο υπολογισμός του Kido αποδείχθηκε πέρα ως πέρα εξωπραγματικός. Σε περίπτωση σύρραξης με τις ΗΠΑ, επόμενο ήταν ότι το μεγαλύτερο βάρος αναλογούσε στο Ναυτικό. Εκείνο προοριζόταν να διεξαγάγει τις αποφασιστικές μάχες. Υπό αυτές τις συνθήκες φάνταζε προτιμότερο να είχε επιλεγεί για τη θέση του πρωθυπουργού ένα άτομο προερχόμενο από τις τάξεις του Ναυτικού. Ο ναύαρχος Koshiro Oikawa, υπουργός Ναυτικών της απελθούσας κυβέρνησης Konoe, ήταν εξίσου καλά ενημερωμένος για την όλη κατάσταση χάρη στο αξίωμα, το οποίο κατείχε.²⁹ Επιπρόσθετα, ο Oikawa ήταν πολέμιος μιας δυναμικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Ο συλλογισμός του Kido στηριζόταν στην πεποίθηση πως ο Tojo θα παρέμενε νομοταγής στις υποδείξεις του αυτοκράτορα. Παράλληλα, ήταν ένας τρόπος να κτυπηθεί το κακό με το κακό. Αντ’αυτού, στις 18 Οκτωβρίου ο Tojo επέβαλε ένα αμιγώς δικτατορικό καθεστώς. Στην υποθετική περίπτωση επιλογής του Oikawa, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί το μοιραίο ακόμη και εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα του ναυάρχου, διαμετρικά αντίθετου με εκείνον του Tojo. Όπως και να έχει το ζήτημα, η προτίμηση του Kido στράφηκε προς το πρόσωπο του Tojo και με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκε κάθε υπόνοια ελπίδας αποφυγής του πολέμου.³º

The Road to War – Japan


 

Ο Masaki Miyake είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιαπωνικής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Meiji του Τόκιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Possibilities for Avoiding War on Japan’s Road to Pearl Harbor» δημοσιεύτηκε στον τόμο L’ année ’41. La mondialisation du conflit, Conférence Internationale, C.R.H.Q Université de Caen – Mémorial de Caen “Un musée pour la paix”, Caen, Éditions du Lys, 1992, σ. 185-193.

¹  Carl Schmitt, Politische Romantik, β΄ έκδοση, Μόναχο, 1932, σ. 102.

² Masaki Miyake, “Kita Ikki’s Political Ideas and the February Mutiny of 1936”, International Studies, 1987/II.

³ Gilbert Ziebura, World Economy and World Politics 1924-1931. From Reconstruction to Collapse, μτφ. από τα γερμανικά Bruce Little, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη / Μόναχο, 1990, σ. 161.

⁴ Σχετικά με τη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο βλ. James W. Morley (επιμ.), Deterrent Diplomacy. Japan, Germany and the USSR, 1935-1940, New York, 1976, σ. 216-219 και Gerhard Krebs, Japans Deutschlandpolitik 1935-1941. Eine Studie zur Vorgeschichte des Pazifischen Krieges, τόμος Α΄, Αμβούργο, 1984, σ. 438-440.

⁵ Το θέμα αναλύεται διεξοδικά στο Morley (επιμ.), οπ.π., κεφ. Α΄ και Krebs, οπ.π., κεφ. Β’ και Γ΄. Βλ. επίσης Theo Sommer, Deutschland und Japan zwischen den Mächten 1935-1940 Tübingen,1962, κεφ. Γ΄ και Bernd Martin, “Die deutsch-japanischen Beziechungen während des Dritten Reiches” στο Manfred Funke (επιμ.), Deutschland und die Mächte, Ντύσσελντορφ, 1976.

International Military Tribunal for the Far East, τεκμήριο αρ. 549. Βλ. επίσης Ernst L. Presseisen, Germany and Japan. A Study in Totalitarian Diplomacy 1933-1941, Χάγη, 1958, σ. 260.

⁷ Masaki Miyake, “Die Achse Berlin-Rom-Tokyo im Spiegel der Japanischen Quellen”, Mitteilungen des Österreichischen Staatsarchivs, αρ. 21, 1968 (Βιέννη, 1969), του ίδιου, Nichi-doku-i sangoku domei no kenkyu (A Study on the Tripartite Alliance Berlin-Rome-Tokyo), Tokyo, 1975 (στα ιαπωνικά με περίληψη στην αγγλική γλώσσα).

⁸ Kimitada Miwa, Matsuoka Yōsuke. Sono ningen to gaiko (Yōsuke Matsuoka. His Personality and Diplomacy), Tokyo, 1971, σ. 36.

⁹  Johanna Menzel Meskill, “Der geheime deutsch-japanische Notenaustausch zum Dreimächtepakt. Documentation”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1957,2 και της ιδίας, Hitler and Japan. The Hollow Alliance, Νέα Υόρκη, 1966, σ. 20.

¹º Wolfgang Michalka, Ribbentrop und die deutsche Weltpolitik 1933-1940. Aussenpolitische Konzeptionen und Entscheindungsprozesse im Dritten Reich, Μόναχο, 1980, σ. 255.

¹¹ Akten zur Deutschen Auswärtigen Politik 1918-1945 (στο εξής ADAP), σειρά Δ΄, τόμος 1, έγγραφο αρ.93.

¹² Michalka, οπ.π., σ. 138.

¹³ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 6, έγγραφο αρ. 441.

¹⁴ George F. Kennan, Russia and the West under Lenin and Stalin, Βοστώνη, 1960, κεφ. 22.

¹⁵ James F. Byrnes, Speaking Family, Νέα Υόρκη, 1947, σ. 289.

¹⁶ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ.325 και τόμος 11/2, έγγραφο αρ. 404.

¹⁷ Andreas Hillgruber, Hitlers Strategie. Politik und Kriegführung 1940-1941, Φρανκφούρτη, 1965, σ. 305-309.

¹⁸ Raymond J. Sontag – James S. Beddie (επιμ.), Nazi-Soviet Relations 1939-1941. Documents from the Archives of the German Foreign Office, Westpoint, 1976, σ. 258-259.

¹⁹ Gerhard L. Weinberg, “Hitlers Entschluss zum Angriff auf Russland”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1953, 4. Weinberg, Germany and the Soviet Union, β΄ έκδοση, Λάιντεν, 1972. Franz Halder, Kriegstagebuch, τόμος 2, Στουτγάρδη, 1963, σ. 49. Philipp W. Fabry, Der Hitler-Stalin Pakt 1939-1941. Ein Beitrag zur Methode Sowjetischer Aussenpolitik, Ντάρμσταντ, 1962, σ. 498 σημ. 272.

²º R. Sontag – J. Beddie, οπ.π., σ. 255-258. Το γερμανικό πρωτότυπο του σχεδίου περιλαμβάνεται στο ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ. 309.

²¹ Klaus Hildebrand, The Foreign Policy of the Third Reich, Translated by Anthony Fothergill, Λονδίνο, 1973, εισαγωγή.

²² Ibid., κεφ. 4.

²³ Hillgruber, Hitlers Strategie..., σ. 238-242.

²⁴ Hildebrand, The Foreign Policy…, σ. 102-103.

²⁵ Viktor Suvorov, Der Eisbrecher: Hitler in Stalin’s Kalkül, Στουτγάρδη, 1989.

²⁶ Sumio Hatano – Sadao Asada, “The Japanese Decision to Move South (1939-1941)” στο Robert Boyce και Esmonde M. Robertson (επιμ.), Paths to War. New Essays on the Origins of the Second World War, Λονδίνο, 1989, σ. 398-399.

²⁷ Chihiro Hosoya, “Taiheiyo senso wa sakeraretaka?” Rekishi to Jinbutsu, Τόκιο, Ιούλιος 1973, σ. 30-47.

²⁸ Hatano και Asada, οπ.π., σ. 401-402.

²⁹ Yoshitake Oka, Konoe Fumimaro. A Political Biography, Translated by Shumpei Okamoto and Patricia Murray, Τόκιο, 1983, σ. 158.

³º Kido Koichi kankei bunsho, Τόκιο, 1966, σ. 35-35. Hearings before the Joint Committee on the Investigation of the Pearl Harbor Attack, Congress of the United States, Seventy-Ninth Congress, Washington D.C. 1946, Part 20, Joint Committee Exhibits Nos. 173 – 179. Masaki Miyake, “Theories of Civil-Military Relations as related to Japan and a Comparison with Germany’s Case”, Sekei Ronso, τόμος 59, σ. 1-2, Τόκιο, Αύγουστος 1990.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος