Skip to main content

Ο «κόκκινος» Απρίλης του Χάρβαρντ

Ο «κόκκινος» Απρίλης του Χάρβαρντ

Ανοιξη του 1969. Ο χείμαρρος των φοιτητικών εξεγέρσεων στις ΗΠΑ συμπαρασύρει και το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Στις 8 Απριλίου του 1969 περίπου 300 μέλη του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία, αντανακλώντας τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αναρτούν στην πόρτα του σπιτιού του προέδρου του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ μία λίστα με αιτήματα, δίνοντας έτσι την ταυτότητα των κινητοποιήσεων. Φοιτητές καταλαμβάνουν κτίρια του πανεπιστημίου και απέχουν από τα μαθήματά τους. Απεργούν για τον χτυπημένο συγκάτοικο από κλομπ, για την επιστροφή των υποτροφιών Paine Hall, για την κατάργηση του ROTC (Σώμα Εκπαίδευσης Εφέδρων Αξιωματικών), για να συντριβούν οι εταιρείες, για να ενταχθούν οι αφροαμερικανικές σπουδές.

«Απεργία επειδή δεν υπάρχει ποίηση στις διαλέξεις, επειδή τα μαθήματα είναι βαρετά, επειδή προσπαθούν να στραγγίξουν τη ζωή από μέσα σου, για να γίνεις άνθρωπος» είναι μερικά από τα αιτήματα που αναρτούν σε χειροποίητες αφίσες, συνήθως πάνω σε φύλλα εφημερίδων. Η κόκκινη γροθιά που σχεδίασε ο Χάρβεϊ Χάκερ γίνεται το εμβληματικό σύμβολο της εξέγερσης.

Ο Αλέξανδρος Τζώνης, νεαρός τότε καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, δεν είναι μόνο παρατηρητής αλλά ενεργός συμμέτοχος. Παραμένει δίπλα στους φοιτητές και συλλέγει ντοκουμέντα της εξέγερσης. Πενήντα χρόνια μετά, επαναφέρει καρέ-καρέ την ιστορική εκείνη απεργία στο Χάρβαρντ, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης το αρχειακό υλικό της συλλογής «Αλέξανδρου Τζώνη και Liane Lefaivre» στην έκθεση «Ανοιξιάτικοι Χείμαρροι».

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

Το αρχείο

Πενήντα τέσσερις (54) χειροποίητες αφίσες που τύπωσαν οι φοιτητές κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεών τους στο τυπογραφείο της Σχολής Ντιζάιν του Πανεπιστημίου αναδεικνύουν την πολιτική, πολιτισμική και καλλιτεχνική τους αξία δίπλα στο αρχείο του Γιώργου Κωστάκη με τις πειραματικές καλλιτεχνικές και προπαγανδιστικές εκτυπώσεις της Ρωσικής Πρωτοπορίας πριν και μετά την Επανάσταση του 1917.

Πώς θυμάται τις ημέρες της απεργίας ο ομότιμος –σήμερα– καθηγητής του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Delft, Αλέξανδρος Τζώνης; Ως «μια συναρπαστική περίοδο ακτιβισμού, ονειροπόλησης, δημιουργικής ανοιχτής συζήτησης, ημερών κοινότητας, σπάνιες εμπνευσμένες στιγμές δημόσιας έκστασης που συμβαίνουν περιοδικά αλλά όχι τόσο συχνά.

Θυμάμαι έντονα τη φρενίτιδα να προλάβω πολλές δουλειές, ενώ ακολουθούσα τις πολιτιστικές-πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο ως παρατηρητής ή ως ιστορικός αλλά ως ενεργός συμμέτοχος.

«Ζούσα σε ένα διαμέρισμα ακριβώς απέναντι από την αυλή του Χάρβαρντ, η οποία συχνά γέμιζε με δακρυγόνα που πετούσε η αστυνομία στους διαδηλωτές. Το γραφείο μου βρισκόταν στο Hunt Hall (ένα θαυμάσιο νεοκλασικό κτίριο που σήμερα είναι κατεδαφισμένο) στην καρδιά της αυλής, όπου έγραφα άρθρα για τα γεγονότα και συμπλήρωνα κομμάτια για ένα νέο βιβλίο. Δίδασκα κοντά στο Robinson Hall και ταυτόχρονα καθοδηγούσα μια μικρή ομάδα φοιτητών να εκδώσουν ειδικό τεύχος περιοδικού (Ανοιξη 1969) των ριζοσπαστικών εκδόσεων της εποχής».

Ο Αλέξανδρος Τζώνης στο διαμέρισμά του στη λεωφόρο Massachusetts, στο Harvard Yard, Απρίλιος 1969.

– Πώς ήταν το κλίμα που πυροδότησε την απεργία;

– Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, τίποτα το επαναστατικό δεν έμοιαζε να παρενοχλεί την ακαδημαϊκή ρουτίνα στις αρχές του 1960. Ωστόσο, έπειτα από μία αλυσίδα δολοφονιών (Μάλκολμ Χ, Κινγκ, Ρόμπερτ Κένεντι), αστικών ταραχών και φυλετικής βίας, η σωρεία ειδήσεων από τον χαμένο, βάρβαρο πόλεμο του Βιετνάμ, το άγνωστο κόστος του Ψυχρού Πολέμου, η αυξανόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος άλλαξαν ραγδαία το κλίμα τέλη της δεκαετίας του 1960.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Είχε προηγηθεί ποτέ παρόμοια κινητοποίηση στο Χάρβαρντ;

– Τίποτα παρόμοιο σε κλίμακα και σε ένταση όπως τα γεγονότα της δεκαετίας του ’60. Ωστόσο, ποτέ στις ΗΠΑ δεν είχαν αντιμετωπίσει ένα τέτοιο πλήθος κρίσεων, οι οποίες συνέπεσαν με ακατάλληλες ηγεσίες, πολιτικές, πνευματικές και ακαδημαϊκές, συντηρητικές, αδρανείς και αλαζονικές, ανίκανες να διαχειριστούν την αυξανόμενη στρατιωτική, φυλετική, πολιτική και περιβαλλοντική κρίση της εποχής εκείνης.

– Η απεργία σε ένα κορυφαίο διεθνώς πανεπιστήμιο τι αντίκτυπο είχε στην εκπαιδευτική κοινότητα, στην κοινωνία και στην κυβέρνηση;

– Το Χάρβαρντ δεν ήταν το πρώτο που εξεγέρθηκε. Αρχές της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκαν πρωτόγνωρες διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, σχεδόν ταυτόχρονα στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στο Αν Αρμπορ, όπου εισήγαγαν έναν νέο θεσμό ανοιχτού δημόσιου διαλόγου-διδασκαλίας εστιασμένο στα παγκόσμια επίκαιρα προβλήματα. Ωστόσο, η πιο σημαντική διαμαρτυρία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη προκάλεσε την άνοδο των φοιτητικών διαμαρτυριών σε ολόκληρο το έθνος και τον κόσμο. Μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και γαλλικός Μάης του ’68 ήταν επακόλουθο των γεγονότων στο Κολούμπια. Τα πρώτα σημαντικά αντιπολεμικά επεισόδια του Χάρβαρντ συνέβησαν στις 25 Οκτωβρίου του 1967 και στις 12 Δεκεμβρίου του 1968. Οι ομιλίες διαμαρτυρίας, οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων καθώς και η επιθετική δράση της αστυνομίας κατάφεραν να ριζοσπαστικοποιήσουν τους περισσότερους από τους «ασυνείδητους» φοιτητές μέχρι εκείνη τη στιγμή.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Τι πέτυχαν οι φοιτητές από την εξέγερση; Πόσο σημαντική αποδεικνύεται σήμερα;

– Αυτό είναι ένα μάλλον αμφιλεγόμενο ζήτημα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, φαινόταν ότι οι φοιτητές των ΗΠΑ είχαν κερδίσει. Αλλά ήταν μόνο μια βραχυπρόθεσμη νίκη. Στις ΗΠΑ, όπως και στη Γαλλία, οι φοιτητικές διαμαρτυρίες πυροδότησαν την άνοδο των συντηρητικών. Οι πιο ριζοσπαστικές πολιτικές που προωθούνται με θόρυβο από τους «επαναστάτες της δεκαετίας του ’60» προσαρμόστηκαν αθόρυβα στους παραδοσιακούς τρόπους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και οι περισσότεροι πρώην ριζοσπάστες έγιναν επιχειρηματίες. Εξετάζοντας αντικειμενικά την κατάσταση στις ΗΠΑ σήμερα, ο ρατσισμός, ο αρσενικός σοβινισμός, η αστική βία, η έλλειψη στέγης, η απειλή της παγκόσμιας καταστροφής, η οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανισότητα δεν φαίνεται να έχουν μειωθεί.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Διακρίνονται το ίδιο πάθος και η ίδια ορμή στις σημερινές φοιτητικές κινητοποιήσεις;

– Νομίζω ότι δεν υπάρχει σήμερα φοιτητικό κίνημα που να μοιάζει με τον εξαιρετικά δημιουργικό ακτιβισμό της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Δεν είναι περίεργο, δεδομένου ότι οι γεωπολιτικές, δημογραφικές, κοινωνικοοικονομικές ή ακόμα και οικολογικές συνθήκες είναι τόσο εντυπωσιακά διαφορετικές.

– Πόσο πρωτοποριακό ήταν το τυπογραφείο του Χάρβαρντ όπου τυπώθηκαν οι αφίσες;

– Ηταν μια χαλαρή ομάδα αποφασισμένων διαδηλωτών αυτοαποκαλούμενων Συνεταιρισμός Απεργούντων Καλλιτεχνών, των Strike Artists. Σε κάποιο βαθμό τους συντόνιζε ο Χάρβεϊ Χάκερ, ο φοιτητής που έκανε τη σφιχτή γροθιά διαχρονικό εμβληματικό σήμα της Απεργίας του Χάρβαρντ αλλά και ολόκληρης της δεκαετίας του 1960 σε όλον τον κόσμο. Οι φοιτητές τότε δεν δημιουργούσαν για να κάνουν «τέχνη» ή «πολιτισμό». Εργάζονταν με οργή και με την ελπίδα «να αλλάξουν τον κόσμο», με την πεποίθηση ότι η τέχνη τους μπορεί να τον αλλάξει.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

– Πώς ξεκίνησε η δική σας συλλογή;

– Δεν είμαι συλλέκτης. Συγκέντρωσα τις αφίσες μαζί με ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό «μυστικών» ντοκουμέντων, εξαιτίας μιας εκδοτικής αποστολής που μου ανέθεσαν για να φτιάξω ένα είδος «εγκυκλοπαίδειας» επαναστατικών εγγράφων ανταρτών όχι μόνο των Αμερικανών αλλά και Ολλανδών, Γερμανών, Αγγλων, Ιταλών και Γάλλων.

– Στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης έχουν θέση τα τυπωμένα μηνύματα;

– Ολες οι προφητείες για το τέλος της χειροποίητης τέχνης και του φυσικού τυπωμένου βιβλίου έχουν αποδειχθεί λανθασμένες. Οι τιμές τους αυξάνονται. Μαζί και η αξία των αφισών

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

Η απόφαση του Αλέξανδρου Τζώνη να παρουσιάσει τη συλλογή στη Θεσσαλονίκη δεν είναι τυχαία. Οι δεσμοί του με την πόλη ως εγγονός του αρχιτέκτονα του μεσοπολέμου Αλέξανδρου Τζώνη που άφησε την υπογραφή του (Μέγαρο Εράτυρα, ξενοδοχείο «Αστόρια») στον ανασχεδιασμό της μετά την πυρκαγιά του 1917, είναι ισχυροί. «Η ιδέα να εκτεθούν δίπλα δίπλα δημιουργίες που καθοδηγούνται από το όραμα για απελευθέρωση, με συγκίνησε» ομολογεί.

© ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΖΩΝΗ ΚΑΙ LIANE LEFAIVR

«Η Θεσσαλονίκη έχει τεράστιες δυνατότητες»

Μπορεί να τον κέρδισε η Αρχιτεκτονική αλλά η αγάπη του ως φοιτητής ήταν το θέατρο και ο κινηματογράφος. Εργάστηκε σε θρυλικές παραστάσεις (της Κάλλας, «Ορνιθες» του Κουν) ως βοηθός του Τσαρούχη και ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Πήγε στο Γέιλ (1961) για να σπουδάσει Δραματική. Επέστρεψε, όμως, στην Αρχιτεκτονική. Πώς βλέπει την αρχιτεκτονική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης. «Εζησα μισό χρόνο (άνοιξη του ’45) στο Μέγαρο Εράτυρα. Πήγα στο Πειραματικό Νηπιαγωγείο που σχεδίασε ο Πικιώνης μαζί με τον παππού μου. Αξέχαστες παραμένει η ανάμνηση της πόλης, η συμπαγής χωρική της διαμόρφωση, η κρυμμένη της τάξη που ένιωθα. Ποτέ δεν σταμάτησα να θεωρώ τη Θεσσαλονίκη ως μία πόλη με τεράστιες δυνατότητες».

Δίπλα στο αρχείο του Γιώργου Κωστάκη με τις εκτυπώσεις τις Ρωσικής Πρωτοπορίας (πάνω, Γκούσταβ Κλούτσις, εξώφυλλο για το περιοδικό «Μπριγάδα Καλλιτεχνών», 1931) εκτίθενται 54 αφίσες από την εξέγερση του Χάρβαρντ. © ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ – ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΩΣΤΑΚΗ

Πηγή: Η Καθημερινή

Jean Delmas : Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Jean Delmas

Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Διαρκούντος του Μεσοπολέμου, η Γαλλία και η Ελλάδα προχώρησαν στην κατασκευή μιας σειράς μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων στα σύνορα εκείνα, που έκριναν ότι ήταν περισσότερο  ευάλωττα για εκδήλωση εισβολής σε βάρος της εθνικής επικράτειας. Πρόκειται αντίστοιχα α) για τη γραμμή Maginot ανάμεσα στις Αρδέννες και τον Ρήνο και β) για τη γραμμή Μεταξά κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα έργα δεν επεκτάθηκαν προς Δυσμάς, δηλαδή μέχρι τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου στην πρώτη περίπτωση, μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας στη δεύτερη. Τόσο το Βέλγιο όσο και η Γιουγκοσλαβία δεν αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει αντίπαλοι των δυο χωρών.

Ωστόσο, τον Μάϊο-Ιούνιο του 1940 και τον Απρίλιο του 1941, τα δυο αυτά συστήματα οχυρώσεων κατελήφθησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα όχι εξαιτίας κατά μέτωπο επιθέσεων εις βάρος τους, αλλά επειδή παρακάμφθηκαν από Δυσμάς από τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία κινήθηκαν μέσω του βελγικού και του γιουγκοσλαβικού εδάφους αντίστοιχα. Αιχμή του δόρατος του εισβολέα σε αμφότερες τις περιπτώσεις ήταν οι τεθωρακισμένες μεραρχίες (Panzerdivisionen), οι οποίες προέβαλαν αιφνιδιαστικά από εδάφη που θεωρούνταν δύσβατα και αποτρεπτικά για μηχανοκίνητες μονάδες: τις βελγικές και γαλλικές Αρδέννες αφενός, τις ορεινές περιοχές μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας αφετέρου. Η αντίσταση της φρουράς των οχυρών απέδειξε την τεχνική ποιότητα των έργων αλλά και την μαχητική αξία των αμυνομένων. Δεν παύουν, όμως, να είναι μάχες για την τιμή των όπλων, από τη στιγμή που τα πάντα κρίθηκαν σε άλλους τομείς του μετώπου.

  1. Προς τί η κατασκευή τόσο δαπανηρών έργων;

Ως προς τη Γαλλία, τα έργα αυτά αποτελούν άμεσο επακόλουθο της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ναι μεν η χώρα εξήλθε νικήτρια, υπέστη, ωστόσο, ανυπολόγιστη φθορά, σε μεγάλο ποσοστό εξαιτίας των ολικώς κατεστραμμένων βορείων και βορειοδυτικών γεωγραφικών διαμερισμάτων, τα οποία είτε τέλεσαν υπό γερμανική κατοχή, είτε λειτούργησαν ως πρώτη γραμμή του μετώπου, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη δημιουργία μιας αίσθησης, η οποία λειτούργησε ως κοινός παρονομαστής σε ολόκληρο το κοινοβουλευτικό στερέωμα της χώρας: να αποκλειστεί οποιαδήποτε προοπτική μελλοντικής εισβολής μέσω της μετάλλαξης της εθνικης επικράτειας σε απόρθητο έδαφος. Άλλωστε, η επιλογή αυτή συνάδει με το εν γένει πνεύμα της αποστρατικοποίησης, το οποίο διαμορφώθηκε περί το 1925. Οχυρωμένη και ασφαλής, η Γαλλία θα υιοθετούσε μια αμυντική πολιτική. Θα ήταν, ωστόσο, σε θέση, εφόσον παρίστατο ανάγκη, να προστατέψει αποτελεσματικά τη διενέργεια μιας γενικής επιστράτευσης κατά τα κρίσιμα πρώτα εικοσιτετράωρα μιας ενδεχόμενης ένοπλης αντιπαράθεσης με τη Γερμανία. Υπουργός Στρατιωτικών το 1930, όταν ψηφίστηκαν από τη βουλή τα κονδύλια, τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή των σχετικών οχυρωματικών έργων σε βάθος πενταετίας, ήταν ο André Maginot. Χάρη σε αυτή τη χρονική συγκυρία, ο τελευταίος υπήρξε, ουσιαστικά, ο ανάδοχος της ομώνυμης γραμμής.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, πρωταρχική έγνοια του Γενικού Επιτελείου αποτελούσε η βουλγαρική απειλή και η διαχρονική πρόθεση της κυβέρνησης της Σόφιας περί πρόσβασης στο Αιγαίο. Άλλωστε, η απόσταση ανάμεσα στην ελληοβουλγαρική μεθόριο και τη θάλασσα είναι μικρή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση περί κατασκευής μιας οχυρωματικής γραμμής κατά μήκος των συνόρων (επρόκειτο για τη μελλοντική Γραμμή Μεταξά), προκειμένου να προστετευθεί η ανατολική Μακεδονία, ήταν αναπόφευκτη. Υπήρξε μεταγενέστερη της αντίστοιχης γαλλικής.

Οι δυο “ανάδοχοι”: Ιωάννης Μεταξάς (1871–1941) και André Maginot (1877–1932).
  1. Οχυρωματικά έργα και διεθνείς σχέσεις.                                        

Εξυπακούεται πως η κατασκευή δυο τόσο μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τον συσχετισμό των ισορροπιών της εποχής στο χώρο των διεθνών σχέσεων, ειδικότερα δε με τα υφιστάμενα, τότε, συστήματα συμμαχιών.

Καταληκτικό σημείο της Γραμμής Maginot προς βορρά, ήταν τα σύνορα της Γαλλίας με το Βέλγιο. Δεν υπήρχε λόγος, που να υπαγορεύει μια προέκταση των έργων έως τις ακτές της Μάγχης, από τη στιγμή που οι δυο χώρες συνδέονταν μεταξύ τους μέσω μιας συνθήκης συμμαχίας, την οποία είχαν υπογράψει το 1921.  Πρώτη γραμμή, σε περίπτωση εχθροπραξιών με τη Γερμανία, θα ήταν τη βελγογερμανική μεθόριος, μέχρι το ύψος της οποίας θα προωθούνταν τα γαλλικά στρατεύματα. Με άλλα λόγια, η διαφαινόμενη στον ορίζοντα νέα μάχη της Γαλλίας θα διεξαγόταν επί του βελγικού εδάφους, από κοινού με τους βόρειους γείτονες και συμμάχους. Το σκηνικό μεταβλήθηκε άρδην το 1936, όταν για λόγους εσωτερικής πολιτικής (χειρονομία καλής θελήσεως έναντι της φλαμανδόφωνης κοινότητας), ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ εξήγγειλε την ουδετερότητα της χώρας. Αναπόφευκτη συνέπεια υπήρξε η ταυτόχρονη διακοπή των επαφών σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων, που οι δυο πλευρές καλλιεργούσαν συστηματικά μέχρι τότε. Εξωθούμενοι σε επανασχεδιασμό των στρατηγικών τους προτεραιοτήτων, οι Γάλλοι άρχισαν να αναζητούν το νέο υποψήφιο σημείο, προορισμένο να υποστεί το εχθρικό πλήγμα: τη γαλλοβελγική μεθόριο, η οποία θα έπρεπε να διασφαλιστεί ταχύτατα με τη διενέργεια μικρής κλίμακας οχυρωματικών έργων, ή την αρχική επιλογή των βελγογερμανικών συνόρων. Στην τελευταία περίπτωση όμως, τα γαλλικά στρατεύματα θα ήταν αναγκασμένα να προωθηθούν έως την πρώτη γραμμή διερχόμενα μέσω του εδάφους ενός κράτους, το οποίο μόλις είχε ασπαστεί την ουδετερότητα. Μια επιχείρηση αυτού του είδους ήταν άμεσα εξαρτώμενη από τη συγκατάθεση της κυβέρνησης των Βρυξελλών. Άνευ αυτής, η Γαλλία θα ήταν υπόλογη έναντι του Διεθνούς Δικαίου.  Η αβεβαιότητα παρέμεινε έως το 1939.

Η Γραμμή Maginot και η συγκριτικά αφύλακτη γαλλοβελγική μεθόριος.

Οι θέσεις της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ήταν διχασμένες. Η τήρηση στάσης αναμονής κατά μήκος των βορείων συνόρων με το Βέλγιο, όπου είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία κατασκευής οχυρωματικών έργων, με αποφυγή, πάση θυσία, μιας κατά μέτωπο σύγκρουσης με τα γερμανικά στρατεύματα, σε περίπτωση που τα τελευταία εισέβαλαν εντός του βελγικού εθνικού εδάφους, ήταν μια πρώτη προσφερόμενη επιλογή. Ταχύτατη προώθηση δια μέσου του Βελγίου για παροχή στρατιωτικής συνδρομής (επάνοδος δηλ. στο αρχικό σχέδιο) ήταν η δεύτερη. Αρχικά, φάνηκε να υπερισχύει η πρώτη εκδοχή. Γρήγορα, ωστόσο, η προτίμηση άλλαξε για λόγους ενδοσυμμαχικών συσχετισμών αλλά και διεθνούς κύρους. Συγκεκριμένα, δεν ήταν μόνο η Γαλλία εκείνη που δεν επιθυμούσε μια κατάληψη του Βελγίου από τα γερμανικά στρατεύματα. Ήταν και η Μεγάλη Βρετανία, για την οποία το βελγικό εθνικό έδαφος λειτουργούσε ως προκεχωρημένο φυλάκιο για την ίδια την ασφάλεια των Βρετανικών Νήσων. Μια ενδεχόμενη πτώση των λιμενικών εγκαταστάσεων της Αμβέρσας στα χέρια των Γερμανών, ήταν σε θέση να προκαλέσει στο Λονδίνο οξύτατους περισπασμούς. Από την άλλη πλευρά, μια εγκατάλειψη του Βελγίου στη μοίρα του, θα ισοδυναμούσε με ένα δεύτερο σύμφωνο του Μονάχου, όταν Βρετανοί και Γάλλοι άφησαν την Τσεχοσλοβακία αβοήθητη στο έλεος των Γερμανών. Ο αντίκτυπος σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας θα ήταν μεγάλος και η ηθική (και όχι μόνο) ζημιά ανυπολόγιστη. Εξ ορισμού, επομένως, η προτίμηση στράφηκε προς την παραδοσιακή επιλογή, δηλαδή την είσοδο του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Μόνο που τα πράγματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει. Το Βέλγιο δεν ήταν πλέον ένα σύμμαχο κράτος. Είχε επιλέξει τη τήρηση ουδέτερης στάσης. Συνεπώς, για τη διάβαση των συνόρων από τον γαλλικό στρατό, απαραίτητη προῡπόθεση ήταν η υποβολή σχετικού αιτήματος προς την κυβέρνηση των Βρυξελλών. Διαδικασία, η οποία, με τη σειρά της, συνεπαγόταν απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ακόμα και αν οι αρχές του Βελγίου συναινούσαν σε κάτι τέτοιο, τα βελγικά στρατεύματα ήταν εκείνα που θα υφίσταντο εξ ολοκλήρου το αρχικό βάρος της γερμανικής επίθεσης έως ότου οι Γάλλοι καταφέρουν να προστρέξουν σε βοήθεια στην πρώτη γραμμή. Το όλο σχέδιο στηριζόταν επάνω σε αβέβαιο υπόβαθρο, εφόσον η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκε, πλέον, στους Βέλγους. Πάντως, όταν στις 10 Μαΐου 1940 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση σε βάρος του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου, τα γαλλικά στρατεύματα ήταν χωρισμένα στα δυο: τη φρουρά των οχυρών, κατα μήκος της Γραμμής Maginot και της φυσικής διαχωριστικής γραμμής του Ρήνου, και μια ομάδα στρατιών, συγκεντρωμένη στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας, εν αναμονή της πολυπόθητης πρόσκλησης των Βρυξελλών περί εισόδου και χρήσης του βελγικού εθνικού εδάφους.

Το οχυρό Hackenberg με τα 19 πυροβολεία, και τα 10 χλμ. υπογείων στοών, υπήρξε από τα σημαντικότερα της Γραμμής Μaginot. Κάλυπτε μια συνολική έκταση 160 εκταρίων.

Όπως συνέβαινε με τη Γαλλία, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας, το μέλλον της Γραμμής Μεταξά βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τις επιλογές ενός γείτονα, της Γιουγκοσλαβίας. Το όλο πρόβλημα τέθηκε ακόμη πιο επιτακτικά το φθινόπωρο του 1940, όταν δημιουργήθηκε στην Αλβανία ένα ελληνοῑταλικό επιχειρησιακό θέατρο, όπου το ελληνικό επιτελείο αναγκάστηκε να αποσπάσει μέρος από τη φρουρά των οχυρών, αποδύναμώνοντας αισθητά την αμυντική ισχύ της τελευταίας. Όσο ποτέ άλλοτε, η Γραμμή Μεταξά φάνταζε ως προμαχώνας ενάντια σε μια ενδεχόμενη βουλγαρική εισβολή. Η απειλή πολλαπλασιάστηκε θεαματικά στις αρχές του 1941, με την είσοδο και στάθμευση εντός της Βουλγαρίας του γερμανικού στρατού. Αξιολογώντας την κατάσταση με γνώμονα τα νέα δεδομένα, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος θεωρούσε πως οι επιλογές του Βελιγραδίου στρέφονταν γύρω από τους ακόλουθους τρεις άξονες:

  • Παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο, στο πλευρό Βρετανών και Ελλήνων. Στην περίπτωση αυτή, μια ταχεία συγκέντρωση των γιουγκοσλαβικών στρατευμάτων εκμηδένιζε σχεδόν τον κίνδυνο παράκαμψης από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά και καθιστούσε δυσχερή μια κάθοδο του εχθρού μέσω της κοιλάδας του Στρυμώνα. Φυσικό επακόλουθο θα ήταν η μετατόπιση προς Ανατολάς του κέντρου βάρους της γερμανικής επίθεσης. Απαραίτητη ήταν η προώθηση των βρετανικών ενισχύσεων κατά μήκος των οχυρών του όρους Μπέλες έως τις εκβολές του ποταμού Νέστου. Επρόκειτο για μια ενέργεια, η οποία επέτρεπε την αποτελεσματική άμυνα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, μοναδικού πνεύμονα της Γιουγκοσλαβίας σε επίπεδο απρόσκοπτου ανεφοδιασμού. Σε περίπτωση τήρησης στάσης ουδετερότητας από πλευράς Τουρκίας (επρόκειτο για την εκδοχή, που συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες), οι ελληνικές δυνάμεις της Δυτικής Θράκης θα μπορούσαν να μεταφερθούν στη Μακεδονία.
  • Τήρηση ουδετερότητας με απαγόρευση διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων δια μέσου του γιουγκοσλαβικού εθνικού εδάφους. Σε μια τέτοια περίπτωση, έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας ασφαλούς τακτικής υποχώρησης των ελληνοβρετανικών δυνάμεων κατά μήκος του άξονα Βερμίου-Ολύμπου. Ήδη αντιμετωπίζεται η προοπτική μιας εγκατάλειψης της Γραμμής Μεταξά, ανήμπορης να ανταπεξέλθει στο βάρος μιας συντονισμένης γερμανοβουλγαρικής επίθεσης. Επιπρόσθετα δεν αποκλειόταν ο κίνδυνος μιας παράκαμψης από Δυσμάς μέσω μιας περιορισμένων διαστάσεων εισβολής του αντιπάλου εντός του εδάφους της Γιουγκοσλαβίας.
  • Τήρηση ουδετερότητας με παροχή άδειας διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων. Επρόκειτο, αναμφίβολα, για το χειρότερο και από κάθε άποψη απευκταίο σενάριο. Σε μια περίπτωση του είδους αυτού, η αμυντική γραμμή Βερμίου-Ολύμπου δεν παρείχε καμία απολύτως προστασία, από τη στιγμή που τα νώτα των συγκεντρωμένων εκεί στρατευμάτων, όπως και εκείνα των δυνάμεων, που μάχονταν κατά των Ιταλών στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων, θα ήταν εκτεθειμένα σε μια γερμανική προέλαση δια μέσου του άξονα Μοναστηρίου-Φλώρινας.

Οι παραπάνω επιλογές αναδεικνύουν ανάγλυφα τις λιγοστές προοπτικές, που προσφέρονταν για τη Γραμμή Μεταξά. Η τελευταία μπορούσε να αποβεί επαρκής μόνο στην περίπτωση της πρώτης επιλογής, με την επιπρόσθετη προῡπόθεση μιας ταχείας επιστράτευσης του γιουγκοσλαβικού στρατού και αποστολής ικανών ενισχύσεων στα σύνορα με την Ελλάδα. Άραγε, ήταν εφικτό κάτι τέτοιο, κάτω από οριακές, μάλιστα, περιστάσεις; Η Αθήνα δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. Πόσο μάλλον, που οι Γερμανοί είχαν αποδείξει από την αρχή, ήδη, του πολέμου, πως είχαν υιοθετήσει ασυνήθιστους ρυθμούς ανάπτυξης των δυνάμεών τους, εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατον να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά.
  1. Οι οχυρώσεις εν καιρῴ μάχης.

Στη Γαλλία, αρχής γενομένης από τις 10 Μαΐου 1940, ημέρα εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης, φάνηκε ξεκάθαρα πως η Γραμμή Maginot δεν διαδραμάτιζε κανέναν απολύτως ρόλο στoν όλο σχεδιασμό της Wehrmacht. Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν σε βάρος της Ολλανδίας και του Βελγίου από την Ομάδα Στρατιών Β΄, στη δεξιά πτέρυγα των γερμανικών γραμμών. Επρόκειτο για μια ιδιοφυή κίνηση αντιπερισπασμού, η οποία παρέσυρε αυθημερόν την αφρόκρεμα του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 13  Μαΐου,  εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά μια νέα επίθεση. Ως κέντρο βάρους (Schwerpunkt) είχε επιλεγεί ο ασθενέστερος τομέας της αμυντικής διάταξης των Γάλλων, μεταξύ των πόλεων Dinant και Sedan, ανάμεσα στις βόρειες παρυφές της οχυρωματικής γραμμής και τις δυνάμεις, που ήδη μάχονταν εντός του Βελγίου. Τα γερμανικά τεθωρακισμένα ξεπρόβαλαν από ένα σημείο που ουδείς ανέμενε, την έξοδο προς Δυσμάς του πυκνού δάσους των Αρδεννών, το οποίο εθεωρείτο απροσπέλαστο. Τη διάσπαση του μετώπου στο ύψος του ποταμού Μεύση διαδέχθηκε μια φρενήρης προέλαση της Ομάδας Στρατιών Α΄ του στρατάρχη Gerd von Rundstedt μέσα από της πεδιάδες της βορείου Γαλλίας. Μια, μόλις, εβδομάδα αργότερα (20  Μαΐου) οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στις ακτές της Μάγχης. Η λαβίδα είχε κλείσει, εγκλωβίζοντας το σύνολο του βελγικού στρατού, εκείνο του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος (British Expeditionary Force – BEF) και το μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού στρατού εντός του Βελγίου. Φυσικό επακόλουθο υπήρξε η συνθηκολόγηση των Βέλγων, η εκκένωση βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων από τον θύλακα της Δουνκέρκης κάτω από δραματικές συνθήκες και η αιχμαλωσία εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών. Το υλικό της BEF (της καλύτερα εξοπλισμένης μηχανοκίνητης στρατιάς στον κόσμο), έπεσε σχεδόν ανέπαφο στα χέρια των Γερμανών.

Η πρώτη φάση της Μάχης της Γαλλίας και η κυκλωτική κίνηση των γερμανικών στρατευμάτων έως την ολοκλήρωση της εκκένωσης της Δουνκέρκης  (20 Μαΐου – 4 Ιουνίου 1940).
H διέλευση του δάσους των Αρδεννών από τα γερμανικά τεθωρακισμένα.

Σε ολόκληρη την πρώτη αυτή φάση της Μάχης της Γαλλίας, δεν εκδηλώθηκε η παραμικρή επιθετική ενέργεια σε βάρος της Γραμμής Maginot. Η Ομάδα Στρατιών Γ΄ του στρατάρχη Wilhelm Ritter von Leeb (η λιγότερο ισχυρή από τις τρεις), παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας απέναντι ακριβώς από τα γαλλικά οχυρά. Στο απέναντι στρατόπεδο, εν όψει της διαφαινόμενης πανωλεθρίας, σημαντικό μέρος από τη φρουρά των οχυρών αποσπάστηκε από εκεί και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Βέλγιο, όπου το μόνο, το οποίο κατάφερε, ήταν να αιχμαλωτιστεί!

Αμέσως έπειτα από την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, ο Γάλλος αρχιστράτηγος Maxime Weygand, δεν διέθετε παρά ελάχιστο χρόνο προκειμένου να προχωρήσει στην οργάνωση μιας νέας συνεχόμενης αμυντικής γραμμής, από τη Μάγχη έως τη Γραμμή Maginot, κατά μήκος του ρου του ποταμού Somme. Αυτή ακριβώς η νέα αμυντική γραμμή υπέστη από τις 5 Ιουνίου και κατόπιν το δεύτερο κύμα της γερμανικής επίθεσης. Πέντε ημέρες αργότερα, το μέτωπο διασπάστηκε και τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Heinz Guderian ξεχύθηκαν ανενόχλητα στις πεδιάδες της κεντρικής Γαλλίας, επιχειρώντας κυκλωτική κίνηση με κατεύθυνση Ν-ΝΑ, σε βάρος της γραμμής των οχυρών και των δυνάμεων του γαλλικού στρατού, που ήταν επιφορτισμένες με την άμυνα της Αλσατίας και της οροσειράς των Βοσγίων. Στις 17 Ιουνίου, οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στη μεθόριο της Γαλλίας με την Ελβετία, έχοντας αποκόψει πλήρως τη Γραμμή Maginot από την ενδοχώρα. Ταυτόχρονα με την παραπάνω εξέλιξη, η Ομάδα Στρατιών Γ΄ εξήλθε από την αδράνεια και επιτέθηκε κατά μέτωπο εναντίον των οχυρών. Τα τελευταία βρέθηκαν, επομένως, εγκλωβισμένα μεταξύ δυο πυρών. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες δυσκολίες για τους υπερασπιστές της Γραμμής Maginot προκλήθηκαν από την προσπέλαση από Δυσμάς και όχι τόσο από την κατά μέτωπο επίθεση, την οποία υπέστησαν από τα ανατολικά. Φοβούμενος την πλήρη περικύκλωση, ο Weygand διέταξε γενική υποχώρηση. Μέρος της φρουράς των οχυρών παρήκουσε τις άνωθεν διαταγές και συνέχισε να μάχεται με ανδρεία και πέραν της υπογραφής της ανακωχής στις 22 Ιουνίου. Χρειάστηκε ολόκληρο το κύρος του νέου ηγέτη της Γαλλίας, στρατάρχη Pétain, προκειμένου οι μονάδες αυτές να πειστούν να καταθέσουν τελικά τα όπλα την 1η Ιουλίου 1940.

Les secrets de la Ligne Maginot

Από τους πρώτους μήνες του 1941, η 12η Γερμανική Στρατιά του στρατάρχη Wilhelm List είχε συγκεντρωθεί στη Βουλγαρία με την προοπτική να εισβάλλει στην Ελλάδα. Στις 27 Μαρτίου εκδηλώθηκε πραξικόπημα στο Βελιγράδι. Η κυβέρνηση, που μόλις είχε υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τους Ναζί, ανατράπηκε. Αντικαταστάθηκε από μια άλλη, η οποία τάχθηκε δίχως χρονοτριβή στο πλευρό των Βρετανών και των Ελλήνων. H αντίδραση του Hitler ήταν ακαριαία: ταυτόχρονη εισβολή της Wehrmacht στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, το τεθωρακισμένο Σώμα του στρατηγού von Kleist διατάχθηκε να εγκαταλείψει τα περίχωρα της Σόφιας, όπου στάθμευε, και να εισβάλλει εντός του γιουγκοσλαβικού εδάφους προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις: την κοιλάδα του ποταμού Μοράβα, το Βελιγράδι και τη Νις.

Επιχείρηση Marita: Οι τέσσερις άξονες της γερμανικής εισβολής κατά της Ελλάδας.

Για την εισβολή κατά της Ελλάδας επιστρατεύθηκαν τρία Σώματα της 12ης Στρατιάς. Δυο από αυτά (30ό και 18ο) προορίζονταν, το μεν πρώτο να διαβεί την ελληνοβουλγαρική μεθόριο στο ύψος της Ροδόπης και κατόπιν να συνεχίσει προς την Αλεξανδρούπολη και την Ξάνθη, το δε δεύτερο να κατέλθει έως τις ακτές του Αιγαίου μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα, έχοντας προηγουμένως διασπάσει τη Γραμμή Μεταξά. Την ίδια στιγμή, η τεθωρακισμένη μεραρχία του 18ου Σώματος, διερχόμενη μέσα από το έδαφος της νότιας Γιουγκοσλαβίας και την κοιλάδα του Αξιού, θα παρέκαμπτε τα οχυρά έχοντας ως αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Ένα τρίτο Σώμα (11ο μηχανοκίνητο) ήταν επιφορτισμένο με μια ευρεία κυκλωτική κίνηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Από την κοιλάδα του Άνω Αξιού θα κατευθυνόταν προς Νότο, κάνοντας χρήση του οδικού άξονα Σκοπίων-Μοναστηρίου-Φλώρινας. Το ζητούμενο ήταν η πλήρης αποκοπή του μακεδονικού επιχειρησιακού θεάτρου από το αντίστοιχο αλβανικό.

Στις 3 Απριλίου, στο ύψος της μεθορίου, σημειώθηκε επαφή μεταξύ Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων για έναν καλύτερο συντονισμό των μεταξύ τους ενεργειών έναντι της γερμανικής απειλής. Οι Γιουγκοσλάβοι σχεδίαζαν να αναθέσουν την υπεράσπιση του νοτίου τμήματος της χώρας σε τέσσερις μεραρχίες. Όμως, η Wehrmacht προκατέλαβε τους πάντες. Τη νύκτα της 5ης προς 6η Απριλίου 1941, αναπτύχθηκε κατά μήκος των αξόνων, που περιγράφονται παραπάνω, εκπληρώνοντας ταχύτατα το σύνολο των αντικειμενικών στόχων ως προς το σκέλος του σχεδίου, το οποίο προέβλεπε την παράκαμψη από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά. Η 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία κατέλαβε τη Στρώμνιτσα, παρόλη την εδαφική μορφολογία της περιοχής, η οποία εθεωρείτο δύσβατη για τα άρματα μάχης. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Απριλίου, εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. Ήδη από τις 7, είχε προηγηθεί η κατάληψη των Σκοπίων, των Βελεσσών και του Μοναστηρίου χάρη στις ενέργειες της δεξιάς πτέρυγας της γερμανικής ανάπτυξης. Η διπλή διείσδυση (ειδικότερα εκείνη, που προκλήθηκε από τη 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία) έπεισε τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, να προσεγγίσει τους Γερμανούς. Η υπογραφή του πρωτοκόλλου συνθηκολόγησης το μεσημέρι της 9ης Απριλίου στο Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, ανάγκασε τη φρουρά των οχυρών να καταθέσει τα όπλα τρεις, μόλις, ημέρες έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης. Η παράδοση δεν οφειλόταν σε στρατιωτική ήττα. Ήταν προϊόν της διπλής υπερκέρασης, η οποία είχε προηγηθεί στον δυτικό τομέα του μετώπου.  Η συνθηκολόγηση περιλάμβανε εξαιρετικά έντιμους όρους για τους Έλληνες. Εν συνεχεία, ο διοικητής του ΤΣΑΜ διέταξε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, κάτι που προκάλεσε δυσαρέσκεια στις μονάδες που διεξήγαγαν τον αγώνα τους με επιτυχία (κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με την περίπτωση της Γαλλίας).

Η μετωπική επίθεση σε βάρος της Γραμμής Μεταξά δεν απέφερε σημαντικά αποτελέσματα και κόστισε ακριβά στους Γερμανούς σε επίπεδο ανθρωπίνων απωλειών.  Οι διάφορες γερμανικές αναφορές αποκαλύπτουν τις ανυπέρβλητες, σχεδόν, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες οι δυο ορεινές μεραρχίες του 18ου Σώματος του στρατηγού Böhme. Η πληροφόρηση, που διέθεταν ως προς την οργάνωση του συστήματος των οχυρών αποδείχθηκε ανεπαρκής. Όσο για τις αναγνωριστικές αποστολές, στις οποίες οι Γερμανοί προέβησαν για τον ίδιο σκοπό επί ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο προτού εκδηλωθεί η επίθεση, δεν απέφεραν τίποτα το ουσιώδες. Ειδικότερα η 5η Μεραρχία Πεζικού του στρατηγού Ringel, που επιχειρούσε δυτικά του ορεινού αυχένα του Ρούπελ και ήταν επιφορτισμένη με την κατάληψη των γεφυρών του Στρυμόνα, προσέκρουσε επάνω σε οχυρώσεις από ενισχυμένο σκυρόδεμα, σκαμένες μέσα στον βράχο και οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγειες στοές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του οχυρού Ιστίμπεη, με 29 πολυβολεία και φρουρά 13 αξιωματικών και 472 ανδρών. Η ισχύς πυρός του αποτελείτο κυρίως από πολυβόλα, 2 ελαφρά πυροβόλα και 4 αντιαεροπορικά, καθώς εξέλειπε πλήρως ο βαρύς οπλισμός. Νωρίς το πρωί της 6ης Απριλίου, το Ιστίμπεη δέχτηκε σφοδρά προπαρασκευαστικά πυρά. Είχε προηγηθεί βομβαρδισμός από αέρος με αεροσκάφη καθέτου εφορμήσεως (Stukas). Στόχος των τελευταίων ήταν τα επιφανειακά έργα της όλης κατασκευής και συγκεκριμένα οι πολεμίστρες, καθώς και η εξουδετέρωση των θωρακισμένων πολυβολείων. Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε πενιχρό. Αποτελεσματικά καμουφλαρισμένοι μέσα στη φύση, οι στόχοι εντοπίζονταν με δυσκολία. Η προσέγγιση των εχθρικών αεροσκαφών ενεργοποιούσε τα συντονισμένα αντιαεροπορικά πυρά των αμυνομένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ένας Γερμανός παρατηρητής να ομολογήσει αργότερα πως “ουδέποτε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με παρόμοια κατάσταση στην Πολωνία και στη Γαλλία”.

Μόλις κατέπαυσε ο σφοδρός βομβαρδισμός, εκδηλώθηκε η επίθεση στην περιοχή της Κερκίνης από την 5η Ορεινή Μεραρχία (85ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 100ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 95ο Σύνταγμα Μηχανικού, 95ο Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού κ.ά.). Διεξήχθη σκληρός και φονικός αγώνας και ολόκληρα τμήματα των εισβολέων αποδεκατίστηκαν. Επανειλημμένες προσπάθειες των Γερμανών για την κατάληψη του οχυρού απέτυχαν με βαρύτατες απώλειες. Γύρω στις 14.00 μ.μ., περί τους 200 Γερμανοί δυναμιστές είχαν επικαθήσει στην επιφάνεια του οχυρού και με ηλεκτρικά τρυπάνια προσπάθησαν να ανοίξουν τρύπες στο σκυρόδεμα και με εκρηκτικές ύλες και δέσμες δυναμίτιδας να καταστρέψουν τα έργα.  Ωστόσο εξουδετερώθηκαν. Έτσι, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις, το οχυρό εξακολουθούσε να αντέχει στο σκληρό και άνισο αυτόν αγώνα. Με τη σειρά τους, πρωτοβουλίες για ελληνική αντεπίθεση ή αποστολή ενισχύσεων από εφεδρικά τμήματα δεν καρποφόρησαν.

Τομή του οχυρού Ιστίμπεη (Θεσσαλονίκη, Πολεμικό Μουσείο).
Πολυβολείο στην κορυφή του όρους Μπέλες (υποτομέας Ρουμπέσκο – υψόμετρο 1 919 μέτρα).

Παρά το γεγονός ότι ορισμένα πολυβολεία είχαν τεθεί εκτός μάχης, το κεντρικό στεγανό παρέμενε άθικτο, τα δε παρακείμενα πολυβολεία σφυροκοπούσαν με συντονισμένα πυρά όσους Γερμανούς βρίσκονταν στην οροφή. Το ΙΙΙ/85 Τάγμα εξουδετερώθηκε πλήρως.  Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας της βροχής και της ελαφράς χιονόπτωσης, που δυσχαίρεναν τη ρύθμιση από αέρος των πυρών του πυροβολικού. Η πτώση της νύκτας υπήρξε τελικά εκείνη, που επέτρεψε την απόσυρση του Τάγματος. Εξουθενωμένο, εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης, αφήνοντας επί τόπου 40 νεκρούς. Αντικαταστάθηκε από το ΙΙ/85 Τάγμα, ενισχυμένο με μια μονάδα του Μηχανικού, ειδικευμένη στα εκρηκτικά και εξοπλισμένη με φλογοβόλα. Η εν λόγω μονάδα κατάφερε να διοχετεύσει εντός του οχυρού ασφυξιογόνα αέρια, καπνογόνα, βενζίνη, κροτίδες, δέσμες δυναμίτιδας και εκρηκτικές ύλες, καθιστώντας τις συνθήκες ανυπόφορες για τους αμυνόμενους. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Απριλίου, διεξήχθησαν μάχες σώμα με σώμα μέσα στις ίδιες τις στοές. Γύρω στις 11.00 π.μ., ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης ΠΖ Ξάνθος Πικουλάκης, κρίνοντας την κατάσταση μη αναστρέψιμη, διέταξε την παράδοση. Ωστόσο, τα παραπλήσια οχυρά συνέχισαν να βάλουν κατά του εχθρού, με αποτέλεσμα να μην έχει επιτευχθεί η διάσπαση της Γραμμής Μεταξά και η διείσδυση των Γερμανών προς νότο μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα όταν, στις 9 Απριλίου, υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Αντίθετα, τα οχυρά Εχίνου και Νυμφαίας είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών. Επρόκειτο για μεμονωμένα έργα στη Θράκη, τα οποία βρίσκονταν ανατολικά της Γραμμής Μεταξά.

Η επίθεση των Γερμανών στο οχυρό Ιστίμπεη.

        Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα Η μάχη των οχυρών Η Μηχανή του Χρόνου ΕΤ-1

Συμπερασματικά, η μοίρα επιφύλαξε κοινή τραγική έκβαση στα δυο μεγάλα αυτά οχυρωματικά έργα. Υψηλού κόστους, προϊόντα επίπονης κατασκευής, δεν κατάφεραν, τελικά, να ανταποκριθούν στις προσδοκίες και να αντεπεξέλθουν στην αποστολή τους. Αναγκάστηκαν να παραδοθούν μέσα σε λίγες ώρες μόλις, επειδή είχαν υπερκεραστεί από τα δυτικά. Ωστόσο, δύναται κανείς να κάνει λόγο για αρνητικό απολογισμό; Ως προς αυτό θέμα, η απάντηση είναι σχετική. Αμφότερα τα οχυρωματικά συστήματα εκπλήρωσαν την αποτρεπτική αποστολή, η οποία εκ των πραγμάτων τους αναλογούσε, εξαναγκάζοντας τον αντίπαλο να επιχειρήσει κυκλωτική κίνηση δια μέσου ουδετέρου εδάφους. Η Wehrmacht εισέβαλε στις 10 Μαΐου 1940 στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, ακριβώς επειδή επιθυμούσε να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση με την πανίσχυρη Γραμμή Maginot. Από τη δική της πλευρά, έντεκα μήνες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, η 12η Στρατιά του List έκανε  χρήση του εδάφους της νοτίου Γιουγκοσλαβίας, προκειμένου να μη ριψοκινδυνέψει πιθανή καθυστέρηση, που θα επέβαλε μια σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των οχυρών της Γραμμής Μεταξά. Επιπρόσθετα, τα οχυρωματικά συστήματα προσφέρουν το πλεονέκτημα της εξοικονόμησης ανθρώπινου δυναμικού. Η Γραμμή Μεταξά ανταποκρίθηκε σε αυτή την αποστολή στην εντέλεια. Από τον Οκτώβριο 1940 έως τον Απρίλιο 1941, όταν η ενεργοποίηση του αλβανικού θεάτρου επιχειρήσεων κατά του ιταλικού στρατού απαιτούσε το μέγιστο της αποστολής και συγκέντρωσης εκεί των εφεδρειών, την περιφρούρηση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η φρουρά των οχυρών.

Στην περίπτωση της Γραμμής Maginot η κατάσταση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ήταν διαφορετική. Εάν εξετάσει κανείς από κοντά την κατανομή των αγγλογαλλικών δυνάμεων, έτσι όπως την είχε αποφασίσει πριν από την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης ο στρατηγός Gamelin από τα σύνορα της Γαλλίας με την Ελβετία έως τις ακτές της Μάγχης, διαπιστώνει ότι το μέγεθος και το δυναμικό της φρουράς της Γραμμής Maginot δεν υστερούσε καθόλου σε σχέση με εκείνα των μονάδων, οι οποίες, συγκεντρωμένες στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, τελούσαν εν αναμονή της διαταγής εισόδου στο Βέλγιο.

Η ίδια η διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων απέδειξε πως και στις δυο περιπτώσεις, τα εν λόγω οχυρωματικά συστήματα διέθεταν ποιοτικές αρετές υψηλού επιπέδου, παρά τις εμφανείς ελλείψεις σε ισχύ πυροβολικού στην περίπτωση της Ελλάδας. Το δράμα ενός οχυρωματικού συστήματος συνίσταται στο ότι το τελευταίο είναι στατικό και στερείται ευελιξίας. Μπορεί να ανταποκρίνεται στο έπακρο στις προδιαγραφές, με τις οποίες έχει κατασκευαστεί καθώς και στην αποστολή, που του αναλογεί. Συνάμα, όμως, η ίδια η ύπαρξή του απειλείται από μια ολόκληρη σειρά αστάθμητων παραμέτρων, ικανών να επιφέρουν το τέλος με βίαιο τρόπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Papagos (Alexander), The battle of Greece, 1940-1941, Athens, 1949.

Terkazis (Angelos), The Greek epic, 1940-1941, Athens, 1990.

Das Deutsche Reichund der zweite Weltkrieg, vol. 3: Der Mittelmeerraum und Südosteuropa von der “non belligeranza” Italiens bis zum Kriegseintritt der vereinigten staaten, Suttgart, 1984.

Buchner(Alex), “Kampf um die Metaxas-Linie”, in Allgemeine Schweizerische Militär Zeitschrift, October 1957, p. 727-737.

Le Goyet (Pierre), La défaite (10 mai – 25 juin 1940), Paris, 1990.

Delmas (Jean), Mai – juin 40, les combattants de l’ honneur, Paris, 1980.

http://www.maginot.org/

http://metaxasline.org/                        

Το παρόν άρθρο με τίτλο: “Ligne Maginot, Ligne Métaxas,  même combat, même destin” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941) /  Greece and the War in the Balkans (1940-1941), Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1992, σ. 67-76.

O στρατηγός Jean Delmas (Bois-Colombes 1925 – Παρίσι 2018), διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, διετέλεσε διευθυντής σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου της Γαλλίας (1989-1997), διευθυντής των Γαλλικών Στρατιωτικών Αρχείων (1980-1986), πρόεδρος της Γαλλικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (1989-1999) και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Υπήρξε μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre (Somme), του Mémorial de Caen (Νορμανδία), του Musée du Général Leclerc de Hauteclocque et de la Libération de Paris και του Musée Jean Moulin του Παρισιού. Τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση (παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής – Légion d’ Honneur). Επισκέφθηκε κατ επανάληψη τη χώρα μας, συμμετέχοντας σε διεθνή συνέδρια στρατιωτικής ιστορίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ο Iντι Αμίν Νταντά στην εξουσία

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Iντι Αμίν Νταντά στην εξουσία

Ένας από τους πιο διάσημους Αφρικανούς δικτάτορες, ο Ιντι Αμίν Νταντά της Ουγκάντας, ταύτισε το όνομά του με τη θηριωδία, τον ρατσισμό και την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Ουγκάντα Τόμας Μέλαντι θα τον χαρακτήριζε αργότερα «Χίτλερ της Αφρικής».

Στις 15 Ιανουαρίου του 1971 ο Αμίν Νταντά ανέτρεψε με πραξικόπημα και σχετική ευκολία τον πρόεδρο Μίλτον Ομπότε, που βρήκε καταφύγιο στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Το πραξικόπημα, όπως παρατηρούσε η CIA, εκδηλώθηκε ως συνέχεια των διαφωνιών των δύο ανδρών που είχαν ξεκινήσει μερικούς μήνες νωρίτερα με πιθανή αφορμή τον ανασχηματισμό της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, που αποδυνάμωνε τη θέση του Αμίν ως αρχηγού του στρατού. Ως στόχος του πραξικοπήματος παρουσιαζόταν η κάθαρση της Ουγκάντας από διεφθαρμένους κρατικούς αξιωματούχους, η εκδίωξη του Ομπότε, που μαζί με τη φυλή του, τους Langi, κατηγορούνταν ότι πλούτιζαν εις βάρος του «κοινού ανθρώπου», και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση. Σύντομα υποτίθεται ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι θα απελευθερώνονταν και η χώρα θα οδηγούνταν σε ελεύθερες εκλογές.

Γεννημένος το 1925 στο Koboko, μια επαρχία του Δυτικού Νείλου, από πατέρα Kakwa και μητέρα Lugbara, μετά τον χωρισμό των γονιών του ο Αμίν εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στο Lugazi της Ουγκάντας. Εχοντας φοιτήσει στο σχολείο μέχρι την τετάρτη τάξη, κατετάγη το 1946 ως στρατιώτης στον βρετανικό αποικιακό στρατό (King’s African Riffles) και πολέμησε εναντίον των εθνικιστών Μάου-Μάου στην Κένυα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Επιστροφή ομήρων στο Ισραήλ μετά την επιχείρηση «Εντεμπε». ASSOCIATED PRESS

Στις 9 Οκτωβρίου του 1962 η Ουγκάντα κέρδιζε την ανεξαρτησία της από τους Βρετανούς και λίγο αργότερα ο Μίλτον Ομπότε σχημάτιζε κυβέρνηση. Ενα έτος νωρίτερα, ο Αμίν είχε γίνει σταδιακά ένας από τους μόλις δύο υπολοχαγούς της Ουγκάντας. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, παρά τη βρετανική βούληση να ασκηθεί στον Αμίν δίωξη για παράβαση στρατιωτικών εντολών και για θηριωδίες στα σύνορα Ουγκάντας – Κένυας, ο Ομπότε τον προστάτευσε και το 1962 αυτός προήχθη σε λοχαγό και το επόμενο έτος σε ταγματάρχη, οπότε και επελέγη για εκπαίδευση στη βρετανική σχολή πεζικού Wiltshire. Η στάση του στρατεύματος το 1964 με αίτημα τη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, όμοια της Force Publique στο Κονγκό μετά την ανεξαρτησία του 1960, αναβάθμισε τη θέση του στρατού στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ο Αμίν προήχθη σε συνταγματάρχη και τελικά, το 1970, σε αρχηγό του στρατού. Και το 1971 κατέλαβε την εξουσία.

Καταστροφή της εγχώριας ελίτ και εκδίωξη των ξένων

Η άνοδος του Αμίν στην εξουσία οδήγησε σε τρομερές διώξεις στο εσωτερικό. Σύμφωνα με έκθεση της CIA, το βασικότερο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησής του ήταν η καταστροφή της εγχώριας ελίτ, δηλαδή των δικαστών, των ανώτατων κρατικών υπαλλήλων, των ακαδημαϊκών, της (περιορισμένης) επαγγελματικής ελίτ, των υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας που προέρχονταν από αντίπαλες φυλές.

Τον Αύγουστο του 1972 ο Αμίν διέταξε τους Ασιάτες της Ουγκάντας να εγκαταλείψουν τη χώρα, κατηγορώντας τους για σαμποτάζ της οικονομίας και ενθάρρυνση της διαφθοράς. Αυτοί είχαν έρθει από την Ινδία, το Πακιστάν και τη Βεγγάλη με τους Αγγλους αποικιοκράτες, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου της Ανατολικής Αφρικής και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας της 1960 διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στον εμπορικό και επιχειρηματικό τομέα της χώρας, προκαλώντας την εχθρότητα των γηγενών. Ετσι, τα διαβατήρια και οι άδειες παραμονής ανακαλούνταν «για κάθε άτομο ασιατικής καταγωγής και υπηκοότητας Ηνωμένου Βασιλείου, Ινδίας, Πακιστάν ή Μπανγκλαντές» και πολλοί από αυτούς κακοποιήθηκαν ή σκοτώθηκαν στα σπίτια τους από τον στρατό.

Παράλληλα, στα μέσα του 1972, οι Βρετανοί φοβούνταν για σφαγές 7.000 υπηκόων τους στην Ουγκάντα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον, σε συνομιλία του με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ, εμφανίστηκε εξαγριωμένος καθώς θεωρούσε ότι οι Δυτικοευρωπαίοι δεν έκαναν τίποτα για να προστατεύσουν τους λευκούς στην Αφρική.

Η οκτάχρονη παραμονή του Ιντι Αμίν Νταντά στην εξουσία χαρακτηρίστηκε από θηριωδίες και ρατσισμό. ASSOCIATED PRESS

Σε υπόμνημά του προς τον Νίξον δύο μήνες αργότερα, ο Κίσινγκερ εξέφραζε φόβους ότι έχοντας εκδιώξει τους Εβραίους και 45.000 Ασιάτες από την Ουγκάντα, ο Αμίν βάδιζε προς μία «κάθαρση της χώρας του από ξένες επιρροές» ώστε να οικοδομήσει τη φυλετική μουσουλμανική χώρα που ονειρευόταν. Οι Βρετανοί, που είχαν μειωθεί από 7.000 σε 3.400 μέσα σε τρεις μήνες, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και οι ιεραπόστολοι της Ουγκάντας αποτελούσαν τους επόμενους στόχους.

Οι διώξεις αυτές είχαν καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας, καθώς την απογύμνωναν από απολύτως αναγκαίο τεχνικό προσωπικό, που θα ήταν αδύνατον να αναπληρωθεί σε λιγότερο από μία γενιά.

Περιφερειακές πιέσεις και εξωτερικές σχέσεις

Η Ανατολική Αφρική είχε αποτελέσει μία υποσχόμενη περιφέρεια της ηπείρου και οι Δυτικοί παρέμεναν αισιόδοξοι για τη σταθερότητα και την ανάπτυξή της. Η συνεργασία μεταξύ Κένυας, Ουγκάντας, Τανζανίας και Ζάμπιας είχε θεσμοθετηθεί υπό την Κοινότητα Ανατολικής Αφρικής (EAC). Η αλλαγή καθεστώτος στην Ουγκάντα επέβαλε μία νέα πραγματικότητα στην περιοχή και προκάλεσε ανησυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Αμερικανοί έπρεπε πλέον να ασχοληθούν με τον «ρατσιστή, αλλοπρόσαλλο και απρόβλεπτο, βίαιο, ανόητο, φιλοπόλεμο, ανορθολογικό, γελοίο μιλιταριστή» Αμίν. Οι ΗΠΑ διερευνούσαν μία πιθανή προσέγγιση των Βρετανών με την Κένυα και τον ορισμό ενός διαμεσολαβητή (πιθανώς τον πρόεδρο της Κένυας, Τζόμο Κενυάτα) με σκοπό τη διασφάλιση της «αποτελεσματικής EAC» και άλλων περιφερειακών οργανισμών. Ομως, η αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο σε τηλεγράφημά της προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν εξαιρετικά αποθαρρυντική σχετικά με την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς υποστήριζε ότι τα βρετανικά συμφέροντα απαιτούσαν μία κυβέρνηση χωρίς τον Ομπότε.

Παράλληλα, η Σοβιετική Ενωση παρείχε μαζική στήριξη στο καθεστώς: κατά το διάστημα 1973-1978 υπήρξε ο βασικός προμηθευτής όπλων στην Ουγκάντα. Την ίδια στιγμή, οι μυστικές υπηρεσίες της Ουγκάντας είχαν οργανωθεί από την Ανατολική Γερμανία και τους Παλαιστίνιους και ασκούσαν τρομοκρατία στο εσωτερικό. Η σοβιετική βοήθεια άρχισε να φθίνει το 1975, όταν ο Αμίν αρνήθηκε να πολεμήσει στην Ανγκόλα.

Το 1972, ενώ ο Αμίν κατηγορούσε τον πρόεδρο της Τανζανίας Τζούλιους Νιερέρε για στήριξη στον Ομπότε, ο Μουαμάρ αλ Καντάφι της Λιβύης έστειλε στην Ουγκάντα στρατεύματα και όπλα, στο όνομα της «ισλαμικής αλληλεγγύης». Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ υποσχέθηκε το ίδιο. Η Ζάμπια και η Γκάνα αντέδρασαν έντονα. Μια εφημερίδα, φιλικά προσκείμενη στην κυβέρνηση της τελευταίας, έγραφε ότι ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας (OAU) πέθαινε λόγω των Αράβων και ο Καντάφι κάρφωνε το φέρετρό της. Τον Οκτώβριο του 1973, εν μέσω του πολέμου του Γιομ Κιπούρ, ο Αμίν δήλωνε ότι τελικά «ο Χίτλερ είχε δίκιο που έκαψε έξι εκατομμύρια Εβραίους», και καλούσε τη Σοβιετική Ενωση να παράσχει στους Αραβες πολεμικό υλικό «εναντίον της σιωνιστικής επιθετικότητας».

Εκτέλεση αντικαθεστωτικού. ASSOCIATED PRESS

Αποδυνάμωση και πτώση εν μέσω πολέμου το 1979

Στις 27 Ιουνίου του 1976, οι σχέσεις Ουγκάντας – Ισραήλ περιπλέχθηκαν περισσότερο. Ενα αεροσκάφος της Air France που πετούσε από το Τελ Αβίβ με προορισμό το Παρίσι έπεσε θύμα αεροπειρατείας από Παλαιστινίους του PFLP και Γερμανούς των Επαναστατικών Πυρήνων, που είχαν επιβιβαστεί σε ενδιάμεση στάση στο Ελληνικό. Το αεροσκάφος πέταξε προς τη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ανεφοδιάστηκε και συνέχισε για την Καμπάλα της Ουγκάντας, στο έδαφος της οποίας ανέπτυσσε έντονη δραστηριότητα η παλαιστινιακή PLO. Αίτημα ήταν η απελευθέρωση Παλαιστινίων φυλακισμένων. Οι Ισραηλινοί αρνήθηκαν τη διαπραγμάτευση με τρομοκράτες και οργάνωσαν την υποδειγματική επιχείρηση

«Εντεμπε» της Μοσάντ, απελευθερώνοντας τους Ισραηλινούς ομήρους.

Τελικά, μετά την εισβολή στην Τανζανία, που οδήγησε σε πόλεμο, εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης και εσωτερικής αποδυνάμωσής του, ο Αμίν αναγκάστηκε να καταφύγει στη Λιβύη στις 11 Απριλίου του 1979, μετά την κατάληψη της Καμπάλα από τις δυνάμεις του Νυερέρε.

Οπως παρατηρούσαν για την εξουσία του Αμίν οι Αμερικανοί, «αυτό που συμβαίνει στην Ουγκάντα (…) δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την αποικιοκρατία, τον εθνικισμό ή με την ιδεολογική διαμάχη Ανατολής και Δύσης, αλλά είναι μόνο ένας ωμός φυλετισμός». Αν και αρχικά υποστηρίχθηκε από τους Βρετανούς, ο Αμίν υπήρξε εχθρικός προς τη Δύση. Παρότι αρχικά συζητούσε με τον δικτάτορα του Κονγκό, Μομπούτου Σέσε-Σέκο, τη δημιουργία μιας ζώνης αντικομμουνιστικών, αντιαραβικών κρατών (Αιθιοπία, Κένυα, Ουγκάντα, Κονγκό) που θα συγκρατούσε τον ριζοσπαστισμό προς τον Νότο, η πολιτική του υπήρξε αποσταθεροποιητική τόσο για την Ανατολική Αφρική όσο και για την αφρικανική ενότητα γενικότερα, καταλήγοντας να εκφράζει τον αραβικό εξτρεμισμό και έναν ακραίο αντισημιτισμό. Για τους Αμερικανούς υπήρξε «ό,τι πιο ριζοσπαστικό, με την έννοια του εξτρεμιστή και όχι του αριστερού», είχε αναδείξει η μετα-αποικιακή Αφρική. Ο Αμίν Νταντά θα έμενε στην ιστορία ως ένας από τους πιο αιμοσταγείς Αφρικανούς δικτάτορες της δεκαετίας του 1970, με το όνομά του δίπλα σε αυτά των Ζαν Μπεντέλ Μποκάσα και Μομπούτου Σέσε-Σέκο.

* Ο κ. Αναστάσιος Πανουτσόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ.

Πηγή: Η Καθημερινή

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βάλλια Ράπτη: Αλληλογραφία με τον Αλή πασά. Τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά, οι ρόλοι

Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βάλλια Ράπτη

Αλληλογραφία με τον Αλή πασά. Τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά, οι ρόλοι

«Υψηλώτατε και πολυχρονημένε τεβλετλού, ιναγετλού μερχαμετλού Βεζήρ Αλή πασιά εφέντημ, σκλαβηκώς σε προσκυνώ και το χρυσό σου μέστι φιλώ, τον μεγαλοδύναμον Θεόν παρακαλώ δια να σου χαρίσει ζωήν πολυχρόνιον με όλα τα χαϊρλί μουράτια της καρδιάς σας αμήν».

Τα παραπάνω προτάσσονται σε αρτζουχάλι, σε μια γραπτή δηλαδή αναφορά, προς τον Αλή πασά. Το συγκεκριμένο έγγραφο είχε συντάξει ένας χαμηλόβαθμος Οθωμανός αξιωματούχος, αποτελεί όμως έναν τυπικό –αν και όχι μοναδικό– τρόπο προσφώνησης του Αλή πασά. Ανάλογοι τρόποι αποτυπώνονται στην πλειονότητα των σωζόμενων εγγράφων που απευθύνονται προς αυτόν και συνιστούν μια ένδειξη του τρόπου επικοινωνίας με έναν βεζίρη της οθωμανικής διοίκησης. Στο αρχείο του Αλή πασά σώζονται λοιπόν τεκμήρια που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αλληλογραφία του Αλή πασά», με την έννοια των επιστολών ή έστω των κειμένων που έλαβε ή απέστειλε ο Αλή πασάς σε διάφορους παραλήπτες. Το περιεχόμενο όμως και ο χαρακτήρας του υλικού δεν επιτρέπει πάντοτε τη σαφή διάκριση μεταξύ των διάφορων αυτών τύπων κειμένων. Μια βασική ασάφεια προκύπτει από την αδυναμία διάκρισης μεταξύ των προσωπικών επιστολών και των επίσημων εγγράφων. Για παράδειγμα, σε μία επιστολή που του στέλνει ο γιός του Βελής, ως πασάς των Τρικάλων, με πληροφορίες σχετικά με προσόδους του πασαλικίου, ποια ιδιότητα υπερισχύει του γιού ή του πασά ενός γειτονικού πασαλικίου; Ανάλογα προβλήματα οριοθέτησης των κειμένων παρουσιάζει μεγάλο μέρος του σωζόμενου αρχειακού υλικού.[1]

Αξίζει να σημειωθεί ότι το υλικό αυτό αποτελεί τμήμα μόνο του αρχείου που φαίνεται ότι διατηρούσε ο βεζίρης των Ιωαννίνων. Η πυκνότητα των επιστολών, οι τόποι αποστολής και άλλα στοιχεία του τεκμηριωτικού υλικού συνιστούν ισχυρή ένδειξη ότι το αρχικό σύνολο ήταν πολλαπλάσιο του διασωθέντος. Παράλληλα όμως, το γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα το διασωθέν τμήμα του αρχείου είναι αποτέλεσμα τύχης και όχι επιλογής, βάσει της σπουδαιότητας ή άλλου κριτηρίου, επιτρέπει να διαμορφωθεί μια πιο ευκρινής, αληθινή εικόνα του περιεχομένου της αλληλογραφίας του.

George de la Poer Beresford, Άποψη των Ιωαννίνων. Στο βάθος το Μιτσικέλι, λιθογραφία του 1855.

Όσον αφορά τον χαρακτήρα των γραμμάτων που λαμβάνει ο Αλή πασάς μια τομή μπορεί να επιχειρηθεί με βάση την αιτία σύνταξής τους. Μια πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει γράμματα με τα οποία οι αποστολείς υποβάλλουν κάποιο αίτημα, ζητούν την παρέμβασή του για την επίλυση ενός συλλογικού ζητήματος ή και κάποιου προσωπικού θέματος. Μία δεύτερη ομάδα επιστολών είναι εκείνες που του παρέχουν πληροφόρηση για κάποιο ζήτημα εντός ή εκτός των ορίων του πασαλικίου του, καλύπτοντας μια ευρύτατη θεματολογία υποθέσεων. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών επιστολών είναι σαφής ως προς την πρόθεση του αποστολέα, δηλαδή την αιτία σύνταξης του γράμματος, αλλά δεν είναι απόλυτη, καθώς συχνότατα του αιτήματος προτάσσονται και χρήσιμες πληροφορίες, ενώ και οι ενημερωτικές επιστολές καταλήγουν κάποτε σε κάποιας μορφής αίτημα. Η θεματολογία ποικίλει, κυριαρχούν όμως τα σχετικά με την οικονομία θέματα, είτε ρητά είτε έμμεσα, όταν ανάμεσα σε άλλα ζητήματα που συζητούνται, αναδεικνύεται και κάποια οικονομική τους πλευρά.

Χαρακτηριστικό της αληπασαδικής αλληλογραφίας είναι η αδιαμεσολάβητη σχέση. Όλοι απευθύνονται στον Αλή πασά προσωπικά, μοιάζει σαν να μην υπήρχαν ενδιάμεσοι. Συνέβαινε άραγε έτσι; Διάβαζε ο Αλή πασάς όλα τα γράμματα ο ίδιος; Του τα διάβαζαν άλλοι ή τα διάβαζαν άλλοι για εκείνον; Και κατόπιν, απαντούσε σε ένα εύρος θεμάτων που αφορούσε σπουδαίες υποθέσεις της Αυτοκρατορίας έως μικρούς ασήμαντους οικισμούς χαμένους κάπου στην Αλβανία ή στα ελληνικά βουνά; Η απάντηση σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω δεν μπορεί να δοθεί εδώ, εκτός των άλλων γιατί απαιτεί μια ειδική μελέτη της επιστολογραφίας προσανατολισμένη στη διερεύνηση αυτών των θεμάτων. Η εύρεση πάντως στο αρχείο, ανάμεσα σε σημαντικά έγγραφα, και επιστολών που αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα και προσωπικές υποθέσεις αποδεικνύει ότι όλα τα έγγραφα είχαν με κάποιο τρόπο διαβαστεί και επιλεγεί να διατηρηθούν.

Η γενική εικόνα της αλληλογραφίας αποκαλύπτει ένα πλέγμα σχέσεων με ανθρώπους ποικίλων προελεύσεων διάσπαρτων σε μια εκτεταμένη γεωγραφική περιφέρεια. Χαρακτηριστικό της δικτύωσης αυτής είναι ότι έχει ως επίκεντρο τον Αλή πασά, απουσιάζει όμως η ιεραρχική συγκρότηση ή μια ορισμένη δομή. Βέβαια, η φύση των επιστολών που απευθύνονται προσωπικά στον Βεζίρη επιτείνει την εικόνα και ίσως λειτουργεί παραμορφωτικά. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι από την αλληλογραφία δεν προκύπτουν ενδιάμεσοι στις επιστολές. Σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει ειδική μνεία ότι ο μεταφορέας της επιστολής θα ενημερώσει και προφορικά τον Αλή πασά για την υπόθεση («έρχεται [να] συ τα κάμειν ιφαντέ δια στόματος», όπως σημειώνουν σε επιστολή τους πρόκριτοι της Τσαριτσάνης).[2] Εντούτοις δεν υπάρχουν παραπομπές ή αναφορές σε επιστολές άλλων προσώπων· δεν φαίνεται να υπάρχει διαμεσολάβηση. Η κουλτούρα της επιστολικής συνέχειας στην επικοινωνία είναι ασθενική, καθώς οι μνείες προγενέστερων επιστολών σε μεταγενέστερες είναι ελάχιστες, ακόμη και σε περιπτώσεις που η συνάφεια είναι χρονικά και θεματολογικά προφανής.

Το πανόραμα των «συνομιλητών» του Αλή πασά αποκαλύπτει ένα ευρύ φάσμα προσώπων, που βρίσκονται σε κάποιου είδους σχέση μαζί του.

Η οικογένεια – οι γιοι του Βελής και Μουχτάρ

Ο Αλή πασάς μέσω των γιων του, των εγγονών του και άλλων στενών συγγενών είχε καταφέρει να επεκτείνει και να διασπείρει την εξουσία του πολύ πέραν του πασαλικίου Ιωαννίνων. Η οικογενειακή δικτύωση στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο βεζίρης των Ιωαννίνων, λειτουργούσε με δύο βασικούς πόλους, τους γιους του Βελή και Μουχτάρ, οι οποίοι όχι μόνο καταλαμβάνουν θέσεις πασάδων σε όμορα πασαλίκια (Ναύπακτος, Τρίκαλα, Πελοπόννησος, Μπεράτι). Παράλληλα μέσω της ενοικίασης προσόδων και της τσιφλικοποίησης οικισμών έχουν εκτείνει τα όρια της οικογενειακής περιουσίας και επιρροής.

Όπως φαίνεται από ένα τεκμήριο του έτους 1811, δηλαδή της περιόδου ακμής της δύναμης του Αλή, ο ίδιος ο βεζίρης των Ιωαννίνων επιχειρεί να αποτυπώσει γραπτά την κατανομή αξιωμάτων, αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ των μελών της οικογένειάς του, ενώ αυτοί βρίσκονται σε εκστρατεία στη Σόφια.[3] Η κατανομή αυτή, παρότι ο Αλής επικαλείται την ηλικία του, δεν έχει χαρακτήρα διανομής της κληρονομιάς, αλλά κατανομής της εξουσίας και της ευθύνης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας που τα μέλη της λειτουργούν ενιαία, πιθανότατα μάλιστα με κοινό ταμείο. Αν και δεν έχει διασαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος λειτουργίας της προσωπικής οικονομικής διαχείρισης του βεζίρη των Ιωαννίνων, μια ισχυρή ένδειξη στην κατεύθυνση της τήρησης κοινού ταμείου από όλα τα μέλη της οικογένειας παρέχει ο Βελή πασάς, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1818, σε μια έμμεση παρότρυνση του πατέρα του να τον συνδράμει οικονομικά στην ανοικοδόμηση του σαραγιού του στο Τεπελένι, όταν αυτό  καταστράφηκε από πυρκαγιά, του δηλώνει ότι κάτι τέτοιο ποτέ δεν θα το σκεφτόταν διότι «η υψηλότης σας είστε νοικοκύρης εις όλα, και εις το χέρι σας στέκονται, όποιο θέλετε βάλτε εις το ένα μέρος, όποιο θέλετε βάλτε εις το άλλο».[4]

Έχουν εντοπιστεί 57 επιστολές του Βελή πασά, 27 του Μουχτάρ, 6 του Σελήχ και 4 από τα εγγόνια του, που επίσης κατέχουν τοπικά διοικητικά αξιώματα.

Διασπορά προεστών που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά.

Οι επιστολές χρονολογούνται από το 1797 έως το 1820, δεν είναι όμως ισομερώς κατανεμημένες στον χρόνο. Η αλληλογραφία πυκνώνει έντονα σε περιόδους που συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα, στα οποία έχει εμπλοκή ο αποστολέας, ο Βελής, για παράδειγμα, στα 1802-1803 την εποχή πολιορκίας του Σουλίου και ο Μουχτάρ το 1807 στην εποχή της εκστρατείας του κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Γενικότερα όμως οι επιστολές των γιων του Αλή πασά προσφέρουν αποσπασματικό αλλά πλούσιο πληροφοριακό υλικό για πρόσωπα και πράγματα της αληπασαδικής πραγματικότητας, διάσπαρτα κομμάτια της δικτύωσης που είχε δημιουργήσει.

Ο κύριος όγκος των επιστολών όμως δεν προέρχεται από συγγενείς του Αλή. Θα σταθούμε σε ορισμένες από τις κατηγορίες αποστολέων.

Χριστιανοί πρόκριτοι

Εντοπίστηκαν 44 επιστολές χριστιανών προκρίτων, κυρίως από πόλεις της Ρούμελης και της Θεσσαλίας. Όπως είναι εύλογο το βασικό θέμα που τους απασχολεί είναι δημοσιονομικά ζητήματα της περιοχής τους, όπως η ανάληψη είσπραξης των φόρων και η διαχείρισή τους στο εσωτερικό της κοινότητας, το γαιοκτητικό καθεστώς και η φορολογική επιβάρυνση της αγροτικής παραγωγής. Σχετικό με τη φορολογία –μια και αυτό αποτελούσε μια συμπληρωματική έμμεση μορφή της– είναι και το ζήτημα της διάθεσης εργατών για έργα που εκτελούσε ο Αλή πασάς ή το θέμα της φυγής κατοίκων, καθώς είχε άμεση επίπτωση στη φορολογική επιβάρυνση των εναπομενόντων.[5] Η ασφάλεια και το ζήτημα των ενόπλων κλεφτών που δρουν στην περιοχή τους επανέρχεται επίσης στα γράμματά τους, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς ο Αλή πασάς, ως επόπτης των δερβενίων, είχε άμεσα λόγο για το θέμα.[6] Τοπικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ομάδων προκρίτων, διαμαρτυρίες και παράπονα για τη συμπεριφορά αξιωματούχων της οθωμανικής διοίκησης γνωστοποιούνται επίσης μέσω των επιστολών στον βεζίρη των Ιωαννίνων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύνοια ή η παρέμβασή του.[7]

Διασπορά μουσουλμάνων αξιωματούχων που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά.

Τέλος, στις επιστολές συχνά παρεισφρέουν μικρά θέματα, εξυπηρετήσεις και χάρες ενδεικτικές του τρόπου λειτουργίας του διοικητικού συστήματος που είχε ο Αλής εγκαθιδρύσει στην ευρύτερη περιοχή. Για παράδειγμα, στα 1793 οι πρόκριτοι της Λειβαδιάς, αν και τυπικά βρίσκονται εκτός της διοικητικής δικαιοδοσίας του, σε επιστολή τους τον ενημερώνουν ότι φρόντισαν προστατευόμενός του να αγοράσει «πραγμάτεια» σε προνομιακή τιμή («με είκοσι παράδες κάτου από ότι πουλείται», όπως γράφουν).[8] Ή ένας πρόκριτος της Σιάτιστας, που κλείνει την επιστολή του με την ακόλουθη φράση, αποκαλυπτική του καθεστώτος φόβου που βίωνε: «και σε παρακαλώ με δάκρυα να με προστάξης πώς να ακολουθήσω, επειδή και φοβούμαι το γαζέπι σου (οργή σου)».[9]

Μουσουλμάνοι αξιωματούχοι και έμπιστοι του Αλή πασά

Με τον Αλή πασά αλληλογραφούν στην ελληνική γλώσσα μια σειρά Οθωμανοί που κατέχουν διαφορετικά αξιώματα στην τοπική και κεντρική διοίκηση. Ορισμένοι από αυτούς ανήκουν στο στενό περιβάλλον του Αλή στα Γιάννενα και ενημερώνουν γραπτά τον κύριό τους, όταν βρίσκονται σε αποστολή εκτός της έδρας του πασαλικίου, όπως ο θησαυροφύλακάς του Ισούφ Αράπης ή οι άνθρωποί του Άγος Μουχουρντάρης, Μέτζε Μπόνος, Σελήμ μπέης Κόκας κ.ά. Ακόμη επιστολές του στέλνουν μουσουλμάνοι πρόκριτοι από πόλεις με ισχυρό μουσουλμανικό πληθυσμό (πχ. Δέλβινο, Βέροια, Πατρατζίκι, Σάλωνα, Τρίκαλα) ή περιοχές με Αλβανούς μουσουλμάνους με τους οποίους διατηρούσε στενή επικοινωνία (όπως οι αγάδες της Τσαμουριάς).

Πρόκειται για πολυπληθή ομάδα προσώπων που αποστέλλουν περίπου 203 επιστολές ποικίλης θεματολογίας, όπου βέβαια και εδώ κυριαρχεί το οικονομικό στοιχείο. Πρόκειται για ανθρώπους που λειτουργούν δορυφορικά στον Αλή πασά, αφού η σχέση τους μαζί του, τους προσπορίζει χρήματα, κύρος και εξουσία στην τοπική κοινωνία. Το προφίλ τους ποικίλει:

  • έμπιστοι άνθρωποί του που διατηρούν συχνή επαφή μαζί του και αντίστοιχη αλληλογραφία όταν δεν είναι στον ίδιο τόπο,
  • πρόσωπα, τα οποία χάρη στον Αλή πασά έχουν πάρει κάποιο τοπικό αξίωμα (βοεβοδαλίκι, διαχείριση τελωνείου, ενοικίαση φορολογικής προσόδου),
  • επιτηρητές ή διαχειριστές σε κτήματα και τσιφλίκια του,
  • επικεφαλής επαγγελματικών ομάδων ή συντεχνιών.

 Οι άνθρωποί του στην Κωνσταντινούπολη

Ο Αλή πασάς διατηρεί πυκνή αλληλογραφία με έμπιστούς του στην Κωνσταντινούπολη που λειτουργούν με την επίσημη ιδιότητα του εκπροσώπου του στην Υψηλή Πύλη (καπουτζοχαντάρηδες), ενώ υπάρχουν και ορισμένα πρόσωπα που αναλαμβάνουν επιμέρους ρόλους με σκοπό την πληροφόρηση του βεζίρη. Η πλειονότητα των επιστολών που λαμβάνει από την Κωνσταντινούπολη προέρχεται από τους καπουτζοχαντάρηδές του Χασάν εφέντη (10), Χουσεΐν μπέη (30), Ελμάζ Μέτζε (18), οι οποίοι τον ενημερώνουν αναλυτικά για όσα συμβαίνουν στο στενό περιβάλλον του σουλτάνου, αλλά του μεταφέρουν επίσης και καίριες πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν τα συμφέροντά του σε περιοχές που εκτείνονται πολύ πέραν του πασαλικίου του, και ιδίως για θέματα που σχετίζονται με την αγορά των δημοσίων αξιωμάτων και κρατικών προσόδων.

Όχι όμως και πάντοτε. Κάποτε αφορούν θέματα πιο προσωπικά, όπως η αποστολή γυναικών για ψυχαγωγία του Αλή. Διαβάζουμε έτσι σε επιστολή του έτους 1808 που έγραψε ο Διβάν εφέντης από την Κωνσταντινούπολη: «Τη σκλάβα την εδιόρθωσα με καράβι καλόν και την στέλω κατά την προσταγήν σας μέσα εις την κάμαραν με όλα τα ρεχάτια της (: ανέσεις). … Η άλλη σκλάβα οπού εχόρευε, η αμαρτία, και έβγαλε την ψώρα, και ήρθε ο Ραζής (: ο γιατρός Δημήτρης Ραζής) και μου λέγει, ευθύς να την δώσεις οπίσω και την έδωσα και χάλια (: έως τώρα) μου λείπουν και τα άσπρα [δηλαδή δεν του έχουν επιστρέψει τα χρήματα που έδωσε να την αγοράσει]. Στέλνω και μίαν άλλη γυναίκα, η οποία είναι Λαρσινή, είναι όμως αξημένη (: μεγαλωμένη) εδώ και τερπετλήτισα πολύ (: καλής ανατροφής). Και όσον θέλετε την κρατείτε αυτού και ύστερα ή εδώ την στέλετε ή εις την Λάρισαν».[10]

Στο αρχείο δεν έχει διασωθεί επίσημη αλληλογραφία της Υψηλής Πύλης με τον Αλή πασά. Άραγε δεν υπήρξε; Δεν μοιάζει πολύ πιθανό. Ενδεχομένως η απουσία των σχετικών τεκμηρίων θα πρέπει να αποδοθεί στις τύχες και στη διαδρομή του αρχείου από τα Γιάννενα στην Κωνσταντινούπολη και τελικά στην Αθήνα, όπου τα έγγραφα αυτά, ως ειδικής σημασίας, αφαιρέθηκαν ίσως από κάποιον από τους διαδοχικούς κατόχους του. Εντοπίζονται όμως λίγες επιστολές (7) στην ελληνική γλώσσα από τοπικούς πασάδες της Αλβανίας, ουσιαστικά τον πασά Μπερατίου και Αυλώνας και εκείνον του Δελβίνου, στα πρώτα χρόνια της θητείας του.

Αρτζουχάλι του Ισμαήλ Πασόμπεη προς τον Αλή πασά, 21 Μαρτίου 1802. [Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά συλλογής Ι. Χότζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικάνικης Σχολής Αθηνών, τ. Α΄, Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007].

Επιστολές προς τον Αλή πασά απευθύνουν και πρόσωπα που προΐστανται στην ιεραρχία της Ορθόδοξης εκκλησίας (17 συνολικά). Ανάμεσά τους ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ορισμένοι μητροπολίτες, για θέματα σχετικά με τη διανομή θέσεων στην ιεραρχία της εκκλησίας. Ξεχωρίζουν οι επιστολές του Ιγνάτιου τότε μητροπολίτη Άρτας, που έχουν όμως διαφορετικό χαρακτήρα, αφού διαδραμάτιζε ρόλο συμβούλου του βεζίρη των Ιωαννίνων σε πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις, και ιδίως στην υπόθεση της Πρέβεζας.                

Οι επικεφαλής των ενόπλων

Επικεφαλής στρατιωτικών σωμάτων και ενόπλων ομάδων επικοινωνούν απευθείας με τον Αλή πασά. Πρόκειται για αξιωματικούς των στρατιωτικών του δυνάμεων που μετέχουν σε πολεμικές ενέργειες, όπως στο Σούλι και στην Πρέβεζα, αλλά και επικεφαλής στρατιωτικών αποσπασμάτων που αναλαμβάνουν την καταδίωξη κλεφτών. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ενταχθούν και επιστολές που του απευθύνουν αρματολοί της Ρούμελης και της Κεντρικής Μακεδονίας για ζητήματα ασφάλειας. Το αξίωμα του επόπτη των Δερβενίων που κατείχε ο Αλή πασάς από το 1787, του επέτρεψε να διατηρεί αρματολικά σώματα σε μία εκτεταμένη γεωγραφικά περιοχή και να συγκροτήσει ένα ισχυρό δίκτυο οπλαρχηγών που είχαν αναπτύξει μαζί του στενούς δεσμούς. Ο μηχανισμός αυτός αποτέλεσε βασικό στοιχείο για την εδραίωση της ισχύος του.

Αξιωματούχοι άλλων κρατικών δυνάμεων

Ο Αλή πασάς διατηρούσε επίσημη αλληλογραφία με ευρωπαίους αξιωματούχους, κυρίως τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς διοικητές των εκάστοτε κυρίαρχων των Επτανήσων (Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι). Εδώ κυριαρχούν οι ρυθμίσεις –και οι απαιτήσεις– του Αλή πασά για τις πρώην βενετικές κτήσεις στην ηπειρωτική ακτή και ιδίως για την Πάργα, η κατάληψη της οποίας συνιστούσε βασική του επιδίωξη. Πυκνή αλληλογραφία υπάρχει με τους επιτρόπους των Αυτοκρατορικών Γάλλων στα Ιόνια την περίοδο 1807-1809, μια εποχή δηλαδή που ο Αλή πασάς επιδιώκει να προσεταιριστεί τον Ναπολέοντα. Δείγμα της εποπτείας που επιδίωκε να έχει ο Αλή πασάς είναι η λεπτομερής ενημέρωση που εξασφάλιζε από τους ανθρώπους του, για ζητήματα που αφορούν τόσο το σύνολο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και τα συμβαίνοντα σε όλη την Ευρώπη. Μια μικρή ένδειξη του κύρους του είναι και μια επιστολή που του απευθύνει το 1812 ο ηγεμόνας της Σερβίας Καραγεώργης, σε σερβική γλώσσα και με κυριλλική γραφή, σχετικά με το χαρακτήρα της εξέγερσης στη Σερβία.[11]

George de la Poer Beresford, Η αίθουσα ακροάσεων στο ανάκτορο του Αλή πασά στα Ιωάννινα, λιθογραφία του 1855.

Επιστολές διαφόρων

Στην αλληλογραφία εντοπίζεται ακόμη και ένας αριθμός γραμμάτων που στέλνουν στον Αλή πασά άσημοι κάτοικοι χωριών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του για να υποβάλουν προσωπικά αιτήματα, να ζητήσουν βοήθεια, επιείκεια ή δικαίωση. Ο βεζίρης των Ιωαννίνων καλείται λοιπόν να επιλύσει ζητήματα της καθημερινότητας των «ραγιάδων» του. Για παράδειγμα:

  • ένας καλλιεργητής από χωριό της Φιλιππιάδας ζητά από τον Αλή πασά να διατάξει έναν άλλο καλλιεργητή να μαζέψει από την οικία του τα φύλλα καπνού, που τα έχει απλωμένα και δυσχεραίνουν τη διαβίωσή του στον χώρο,[12]
  • ένας αγρότης σε τσιφλίκι του παραπονείται γιατί ο τοπικός μπουλούκμπασης του κατακρατεί «εφτά φορτώματα γέννημα»,[13]
  • ή ένας μάστορας από το Τεπελένι τον παρακαλεί για «ολίγον χαρτζηλίκι».[14]

Γυναίκες

Κλείνοντας, την περιήγηση στα πρόσωπα που αλληλογραφούν με τον Αλή πασά να σταθούμε σε ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Έχουν εντοπιστεί 11 προσωπικές επιστολές γυναικών προς τον βεζίρη της Ηπείρου. Το προφίλ τους ποικίλει: η σύζυγος του Μουχτάρ, σύζυγοι άλλων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων που προβάλλουν οικογενειακά αιτήματα, γυναίκες του χαρεμιού που εκφράζουν την στενοχώρια τους για την απουσία του, πτωχές κάτοικοι χωριών που διεκτραγωδούν τα χρέη και τα παθήματά τους, χήρες που ζητούν οικονομική βοήθεια να θρέψουν τα ορφανά τους. Οι επιστολές είναι ίσως λίγες –ένα μικρό μόνο δείγμα– αλλά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς προσφέρουν ένα παράθυρο θέασης της καθημερινότητας, των συμπεριφορών και των νοοτροπιών, ικανό να προσφέρει μία διαφορετική από τη συνήθη προσέγγιση για τη θέση των γυναικών –χριστιανών και μουσουλμάνων– στην κοινωνία μιας επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

 

Γράμμα της «Χάνκως πάσιας», συζύγου του Ιμπραχήμ πασά του Μπερατίου, 25 Ιουλίου 1809.
[Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά συλλογής Ι. Χότζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικάνικης Σχολής Αθηνών, τ. Β΄, Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007].

Θα σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε μία αχρονολόγητη επιστολή της η Μίνγκα, γυναικαδελφή του Βασίλη όπως προσδιορίζεται η ίδια ονομαστικά, μαζί με την θυγατέραν της, τη Ζωίτζα, απευθύνεται στον βεζίρη των Ιωαννίνων προκειμένου να φανερώσει το παράπονο που έχει από το γαμπρό της. Όπως καταγγέλλει, είναι πάνω από οκτώ χρόνια που έχει παντρέψει τη θυγατέρα της με τον γαμπρό της «και δεν ανταμώθηκαν σαν ο κόισμος αντρόγυνο … ο πεθερός και η πεθερά την αγαπούσαν με το παραπάνου την θυγατέραν μου και αυτός για γυναίκα δεν την θέλει». Όπως επισημαίνει η κόρη της έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, όμως αυτός την εγκατέλειψε φεύγοντας για τα Τρίκαλα και όταν γύρισε την έδιωξε από το σπίτι, αφήνοντάς τη γυμνή και απελπισμένη.  Η γυναίκα προσπίπτει στα πόδια του Αλή πασά ζητώντας του να αποδώσει δικαιοσύνη «δια τούτα τα άστρατα (: παράλογα) που ‘κανεν ο γαμπρός μου», γιατί «Και ζώο να ήτανε να τη κρατεί οχτώ χρόνους και απέ να τη διώξει κανένας δεν τα βρίσκει τζαΐζι (: πρέπον)». Και καταλήγει: «Εγώ σαν γυναίκα που είμαι ουδέ ξέρω πώς να κάμω, ουδέ ξέρω πώς να φερθώ, ότα[ν] όλοι οι ανθρώποι είναι εις το κορπέτι (: κουρμπέτι, στην ξενιτιά) και σκλάβοι σου είμεστε και όλα τα γνωρίζεις και όλα τα σιάζεις και ορισμός του αφεντός μας και οι χρόνοι σου πολλοί».[15]

Πρόκειται οπωσδήποτε για αναπάντεχη επιστολή, παραστατική και πλούσια σε πληροφορίες, που κοινοποιεί λεπτομέρειες της οικογενειακής και σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού, ζητώντας την παρέμβασή του Αλή πασά, με το ασαφές αίτημα να παρέμβει και να «σιάξει», να διορθώσει δηλαδή τα πράγματα. Μια εξαιρετική μαρτυρία, για τη ζωή στην επικράτεια του Αλή, το βαθμό παρέμβασης της εξουσίας στην καθημερινότητα των κατοίκων, τη νοοτροπία των ανθρώπων, την παρουσία των γυναικών στα κοινωνικά καθέκαστα, και βέβαια τους πολλαπλούς ρόλους που επιφύλασσε ο Αλής για τον εαυτό του, καθώς επίσης και εκείνες τις αρμοδιότητες που του αναγνώριζαν με τη σειρά τους, οι «υπήκοοί» του. Όσο όμως και αν η επιστολή αυτή είναι αποκαλυπτική των λεπτών και άγνωστων εν πολλοίς νημάτων που συνδέουν τον Αλή με όσους ζουν στην επικράτειά του, συνιστά μία ιδιαιτερότητα· αποτελεί εξαίρεση στο ύφος και στο χαρακτήρα της αλληλογραφίας του, εκείνης τουλάχιστον που έχει διασωθεί μέχρις εμάς.

George de la Poer Beresford, Το ανάκτορο του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, λιθογραφία του 1855.

Η αλληλογραφία του Αλή πασά, επιτρέπει λοιπόν να ανιχνευτεί ένα τμήμα τουλάχιστον από το παζλ της εκτεταμένης δικτύωσης που είχε δημιουργήσει. Εντάσσοντας σε αυτήν ποικίλα πρόσωπα, διαφορετικής οικονομικής κατάστασης και κοινωνικής αναγνώρισης, θρησκεύματος, ακόμη και φύλου, ο βεζίρης της Ηπείρου είχε διαμορφώσει ένα σύστημα σχέσεων, επαφών και συνεργειών που οι απολήξεις του εξακτινώνονταν στα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στα υπό ευρωπαϊκή κυριαρχία Επτάνησα. Το πλέγμα αυτό λειτούργησε σαν ένας μηχανισμός που επέτρεπε στον Αλή πασά και στους ανθρώπους που ανήκαν στο περιβάλλον του να διατηρήσει, να τροφοδοτήσει και να επεκτείνει την οικονομική ισχύ και την εξουσία του μέσα από ένα εντυπωσιακό εύρος δραστηριοτήτων, που κάλυπταν το σύνολο της οικονομικής ζωής των περιοχών ελέγχου του. Αν όμως η οικονομία, ο προσπορισμός κέρδους, αποτελούσε τον στόχο, το μέσο για την επίτευξή του ήταν η βία, η δύναμη των ενόπλων σωμάτων του Αλή πασά, στα οποία προληπτικά και κατασταλτικά κατέφευγε για την επίτευξη των στόχων του.

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Η Βάλλια Ράπτη είναι  υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Υποσημειώσεις

[1] Τα αριθμητικά δεδομένα και οι αποτιμήσεις του παρόντος άρθρου είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας που έγινε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου «Κύρτου Πλέγματα» του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, το οποίο διενεργήθηκε στο πρόγραμμα «Κρηπίς» της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Αφορούν την επεξεργασία 1.469 εγγράφων του Αρχείου Αλή πασά που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και έχει εκδοθεί σε τέσσερις τόμους από το ΙΙΕ από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο με τη συνεργασία του Παναγιώτη Μιχαηλάρη και του Δημήτρη Δημητρόπουλου. Ένα τμήμα της ίδιας αρχειακής πηγής, της Συλλογής Ιωάννη Χώτζη, αποτελούμενο από 221 έγγραφα, έχει εντοπιστεί στα ΓΑΚ και στο Μουσείο Μπενάκη και αποτελεί τον πέμπτο τόμο της έκδοσης του Αρχείου Αλή πασά, που κυκλοφόρησε το 2018, δεν έχει συμπεριληφθεί εδώ. Στην αποδελτίωση και επεξεργασία των δεδομένων συνεργάστηκε η Βάλλια Ράπτη.

[2] Αρχείο Αλή πασά Συλλογής Ι. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, επιμέλεια: Βασίλης Παναγιωτόπουλος με τη συνεργασία των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, τ. Α΄, Αθήνα 2007, έγγρ. 212. Κάτι ανάλογο αναφέρεται και σε έγγραφο προεστών της Λιβαδειάς· ό.π., τ. Γ΄, έγγρ. 1186.

[3] Αρχείο Αλή πασά, τ. Β΄, έγγρ. 571.

[4] Στο ίδιο, τ. Γ΄, έγγρ. 1126, σ. 175.

[5] Σχετικές αναφορές βλ. στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 165, 252, τ. Β. έγγρ. 442 κ.ά.

[6] Ενδεικτικά, στο ίδιο τ. Α΄, εγγρ. 155, 381, τ. Β΄ έγγρ. 903.

[7] Χαρακτηριστικά παραδείγματα στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 61, 94, 97, 390, κ.λπ.

[8] Στο ίδιο, τ. Α΄ έγγρ. 17.

[9] Στο ίδιο, τ. Γ΄ έγγρ. 1169.

[10] Στο ίδιο τ. Α΄ έγγρ. 375

[11] Στο ίδιο, τ. Β΄ έγγρ. 638.

[12] Στο ίδιο τ. Γ΄ έγγρ. 1440

[13] Στο ίδιο τ. Γ΄ έγγρ. 1461

[14] Στο ίδιο τ. Γ  έγγρ. 1179.

[15] Αρχείο Αλή πασά, τ. Γ΄ έγγρ. 1357.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα:

Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Το διπλωματικό ενδιαφέρον για το αρμενικό πρόβλημα εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος στα 1876-1878. Ωστόσο, μολονότι η κρίση εκείνη ξεκίνησε από τα Βαλκάνια, η ιστοριογραφική εξέταση της αρμενικής της παραμέτρου περιορίστηκε ουσιαστικά από άποψη γεωγραφική στον μικρασιατικό χώρο, εκεί δηλαδή όπου είχαν συμβεί και οι μεγάλες διώξεις των Αρμενίων (οι σφαγές της δεκαετίας του 1890 και του 1909 και, κυρίως, η Γενοκτονία του 1915). Στη σχετική λοιπόν βιβλιογραφία η βαλκανική διάσταση του αρμενικού ζητήματος δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Δεν απουσιάζει πάντως εντελώς: εκδόθηκαν κάποιες –ελάχιστες– μελέτες για τη διασύνδεση του αρμενικού εθνικού κινήματος με το βουλγαρικό, αλλά κι αυτές, παρά τις κάποιες πληροφορίες τους, είτε είναι ιδεολογικά φορτισμένες είτε ατελείς στην τεκμηρίωσή τους. Στην εργασία αυτή θα περιοριστώ σε ένα γενικό περίγραμμα, επισημαίνοντας τους κύριους τομείς, όπου τέμνονται το αρμενικό ζήτημα με τα βαλκανικά διπλωματικά ζητήματα, ιδιαίτερα με τις φάσεις τους που αφορούσαν τον χώρο της μείζονος Μακεδονίας.

Η διασύνδεση του αρμενικού με το Ανατολικό Ζήτημα ξεκίνησε με τη Συνθήκη ειρήνης του Παρισιού του 1856 που έθεσε τέλος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Ωστόσο οι εξελίξεις που αφορούν τη Μακεδονία επιταχύνθηκαν με την Ανατολική Κρίση του 1876-1878. Τότε διεθνοποιήθηκε ουσιαστικά και το αρμενικό ζήτημα, με κύριους διπλωματικούς σταθμούς τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878) και του Βερολίνου (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878, ν.η.): Στο πολυσυζητημένο άρθρο 16 της πρώτης συνθήκης συνδυαζόταν η εκκένωση από τα ρωσικά στρατεύματα των «κατακτημένων περιοχών της Αρμενίας» (δηλαδή οι ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας που είχαν συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς, τα λεγόμενα «αρμενικά βιλαέτια») με την εφαρμογή εκ μέρους της Υψηλής Πύλης «χωρίς καθυστέρηση» (sans plus de retard) των διοικητικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούσε η ασφαλής διαβίωση των χριστιανών κατοίκων. Στο Βερολίνο, παρά τις διαμαρτυρίες του Αρμενίου ιεράρχη Khrimian, εκπροσώπου του Αρμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο,  η ισχύς του άρθρου αυτού περικόπηκε δραστικά με το άρθρο 61, αφού παρέπεμπε την εφαρμογή του στη διακριτική ευθύνη (à garantir) –ολέθρια, όπως αποδείχτηκε σύντομα– του σουλτάνου, χωρίς πια την εγγύηση της στρατιωτικής παρουσίας των Ρώσων. Ανάλογες, αλλά ασαφέστερες ρυθμίσεις (με το άρθρο 23 της βερολίνειας συνθήκης) αφορούσαν και τη Μακεδονία, μόνιμο στόχο από το 1870 της βουλγαρικής βαλκανικής πολιτικής. Η Σόφια προσπάθησε κι αυτή να εντάξει στο ίδιο πεδίο τις δικές της απαιτήσεις για «μεταρρυθμίσεις» στη Μακεδονία και να προωθήσει έτσι τα σχέδιά της για τη μετέπειτα ενσωμάτωση ολόκληρης της περιοχής στη βουλγαρική επικράτεια (κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας του 1886).

To Συνέδριο του Βερολίνου. Στο μέσο της εικόνας διακρίνεται ο οικοδεσπότης Otto von Bismarck, καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τότε λοιπόν και για μια τουλάχιστον τριακονταπενταετία εμφανίζονται αλληλένδετες οι εθνικές διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Βουλγάρων, και μάλιστα χωρίς την παρέμβαση αυτή τη φορά του εχθρικού πλέον ρωσικού παράγοντα. Οι Αρμένιοι ζητούσαν την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» που είχαν αποφασιστεί στο Βερολίνο για τα «αρμενικά βιλαέτια», και οι Βούλγαροι ανάλογες ρυθμίσεις στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Από την ίδια επίσης εποχή χρονολογούνται και ορισμένα μέτρα της Σόφιας υπέρ των Αρμενίων που κατέφευγαν στο βουλγαρικό έδαφος. Οι βουλγαρικές αρχές μάλιστα φρόντιζαν και για την εκπαίδευση δεκάδων Αρμενόπουλων στην πρόσφατα (1879) ιδρυμένη στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Μέσα στο κλίμα αυτό ήταν επόμενο να αρχίσει η συνεργασία των αρμενικών επαναστατικών «κομιτάτων» με τα βουλγαρικά. Από την πλευρά τους και οι Αρμένιοι της Διασποράς άρχισαν να συνηγορούν για την αναγνώριση ως ανεξάρτητου τού ως τότε αυτόνομου βουλγαρικού κράτους, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη στα Βαλκάνια θα συνιστούσε θετικό προηγούμενο για μιαν ανάλογη εξέλιξη στην ανατολική Μ. Ασία. Μαζί με τους Αρμενίους συντάχθηκαν σύντομα και οι φιλοαρμενικοί και φιλοβουλγαρικοί πολιτικοί κύκλοι της δυτικής Ευρώπης, με κινητοποιήσεις που πρόβαλλαν σχεδόν ταυτόχρονα την ανάγκη των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» και τη «Μακεδονία».

Οι εκτεταμένες αρμενικές σφαγές του 1894-1896 ενδυνάμωσαν την αρμενο-βουλγαρική προσέγγιση. Γι’ αυτό και οι αναπόφευκτες μαζικές μετοικεσίες των Αρμενίων από την Κωνσταντινούπολη προς τη Βάρνα και άλλες πόλεις της Βουλγαρίας δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στη γεωγραφική γειτνίαση, αλλά και στη σχετικά καλή μεταχείριση που έβρισκαν εκεί οι φυγάδες και οι πρόσφυγες. Σε αντίθεση λοιπόν με την εχθρική πολιτική που ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η Σόφια έναντι του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας (που κορυφώθηκε στα πογκρόμ του 1906), οι Βούλγαροι καλλιέργησαν συστηματικά την πολιτική συνεργασία τους με τους Αρμενίους.

 

Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και οι σφαγές των Αρμενίων στα πρωτοσέλιδα του γαλλικού Τύπου.

Όλα αυτά προκάλεσαν την καχυποψία έναντι των Αρμενίων εκμέρους όλων σχεδόν των κυβερνήσεων των άλλων βαλκανικών κρατών: της Σερβίας, της Ρουμανίας και βέβαια και της Ελλάδας. Η καχυποψία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη όταν τα βουλγαρικά επαναστατικά κομιτάτα, παράλληλα με τη στρατολόγηση «κομιτατζήδων» για τη Μακεδονία, ήρθαν σε επαφή με αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις.  Στην απεγνωσμένη αναζήτηση συμμάχων, οι ηγεσίες των Αρμενίων επαναστατών (αρχικά του ριζοσπαστικού Henchakian και στη συνέχεια της μακροβιότερης σοσιαλδημοκρατικής Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας/Dashnaktsutiun), δεν απέκλεισαν τους Έλληνες: Αρχικά στράφηκαν προς τους Κρητικούς, που είχαν αρχίσει κι αυτοί τις εξεγέρσεις τους μετά την ακύρωση των αποφάσεων του συνεδρίου του Βερολίνου, που έδιναν σχετική διοικητική αυτονομία στο νησί. Αλλά ενώ οι αρμενο-κρητικές επαφές παρέμεναν για ποικίλους λόγους στο επίπεδο των μυστικών –και στάσιμων– συνεννοήσεων, οι αρμενο-βουλγαρικές έγιναν περισσότερο χειροπιαστές: Οι Βούλγαροι μάλιστα άρχισαν να εκπαιδεύουν στρατιωτικά και τους Αρμενίους αντάρτες (fedayi) στο βουλγαρικό έδαφος. Σπεύδω πάντως να υπογραμμίσω ότι οι προσπάθειες των Βουλγάρων  να στρατολογήσουν Αρμενίους εθελοντές για τις ένοπλες ομάδες τους στη Μακεδονία και τη Θράκη, δεν βρήκαν απήχηση· το υπογραμμίζει τον Σεπτέμβριο του 1896 σε ανταπόκριση από τη Σόφια η φιλοαρμενική Daily News, που σημειώνει ότι μεταξύ των χιλιάδων Αρμενίων που αναζήτησαν πρόσφατα καταφύγιο στο βουλγαρικό έδαφος δεν βρέθηκε ούτε ένας πρόθυμος να συνενωθεί με τους «κομιτατζήδες» που δρούσαν στη Μακεδονία.

Η αρμενο-βουλγαρική αντιτουρκική συνεργασία είχε αρχίσει να προβάλλεται στον ευρωπαϊκό τύπο ανοιχτά από το φθινόπωρο του 1895, και μάλιστα με τις ευλογίες της Αγγλο-αρμενικής Εταιρείας του Λονδίνου, της ισχυρότερης τότε φιλοαρμενικής οργάνωσης της Ευρώπης. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη κοινές συνεδριάσεις Αρμενίων και Βουλγάρων επαναστατών. Οι συζητήσεις επισφραγίστηκαν με τη συμφωνία ανάμεσα στον Boris Sarafov, ηγετική μορφή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO), και την Αρμενική Επαναστατικής Ομοσπονδία/Dashnaktsutiun.

Μολονότι οι περισσότερες από τις ενέργειες αυτές εντάσσονταν σε προπαγανδιστικά παιχνίδια, οι Βούλγαροι κατάφεραν να αξιοποιήσουν συστηματικά το αρμενικό ζήτημα, όπως έκαναν και με το κρητικό κατά τις περιόδους έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι στη διάρκεια των αρμενικών σφαγών και των αιματηρών γεγονότων στην Κρήτη, η Σόφια έσπευσε να προωθήσει, εκμεταλλευόμενη και την κατακραυγή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εναντίον του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ , τα δικά της σχέδια στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, καταρχήν με την απόσπαση σουλτανικών βερατιών για την ίδρυση νέων εξαρχικών επισκοπών στη Μακεδονία, στη συνέχεια με τη ρύθμιση επιμέρους ζητημάτων στις σχέσεις της με την Υψηλή Πύλη με ευνοϊκούς για τη βουλγαρική (και μάλλον δυσμενείς για την ελληνική) πλευρά όρους. Αλλά το σταθερό πεδίο για την εκμετάλλευση του αρμενικού ζητήματος ήταν η επίμονη διασύνδεση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» με ανάλογες στη Μακεδονία στο όνομα του άρθρου 23 της βερολίνειας συνθήκης (σύμφωνα πάντοτε με τη φιλοβουλγαρική ερμηνεία του). Ας σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση του άρθρου αυτού δεν ήταν ομόθυμη στον ελληνικό πολιτικό κόσμο· αυτό φαίνεται από τις αντιπαραθέσεις που με αφορμή τις αρμενικές σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1895 καταγράφτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες με τη συμμετοχή –σε επώνυμες, ψευδώνυμες και ανώνυμες συνεντεύξεις– διπλωματών, πρώην υπουργών και δημοσιογράφων, όλων σχεδόν άριστα ενημερωμένων στο μακεδονικό ζήτημα.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αυγή του 20ού αι.

Από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες δεν αντιλαμβάνονταν την ελληνική ευαισθησία στην αρμενο-βουλγαρική συνεργασία, επειδή προσέβλεπαν με σχετική αφέλεια στη συσπείρωση των χριστιανικών λαών της οθωμανικής Ανατολής εναντίον του σουλτάνου. Aνάλογες ιδέες, που είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, συχνά μάλιστα με Έλληνες εμπνευστές, είχαν επανέλθει στην επικαιρότητα με τις κινήσεις για τη σύμπηξη της λεγόμενης Ανατολικής Ομοσπονδίας. Η Αθήνα βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ενστερνιστεί τις ιδεαλιστικές αυτές προσεγγίσεις, ακόμα και όταν εκφράζονταν από ένθερμους φιλέλληνες. Γενικά η σύζευξη στον διπλωματικό και προπαγανδιστικό τομέα του αρμενικού με το μακεδονικό ζήτημα προδιέθετε αρνητικά τη στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευε άρθρα (επώνυμα, ανώνυμα ή ψευδώνυμα) Ελλήνων διπλωματών, που υπογράμμιζαν τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας η επιβολή εκεί διοικητικών μεταρρυθμίσεων, ανάλογων με εκείνες που καταστρώνονταν για τα «αρμενικά βιλαέτια». Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν μόνον εκεί: Ήδη η Υψηλή Πύλη, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1890, κατά την εφαρμογή της αδυσώπητης αρμενικής της πολιτικής, είχε αρχίσει να εφαρμόζει επιδεικτικά τακτική διακρίσεων υπέρ των Ελλήνων υπηκόων της. Και όταν ξέσπασαν οι μαζικές σφαγές των Αρμενίων το φθινόπωρο του 1895, οι Έλληνες εξαιρέθηκαν από το αιματηρό πρόγραμμα με τέτοια ακρίβεια και σχολαστικότητα, προπάντων στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία ότι δεν επρόκειτο για αυθόρμητη συμπεριφορά των μουσουλμάνων (όπως θέλησε να παραστήσει το καθεστώς), αλλά για την τήρηση αυστηρών εντολών της κεντρικής εξουσίας. Γι’ αυτό και στο τελικό ισοζύγιο των σφαγών της περιόδου 1894-1896 το ελληνικό στοιχείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε παρά ελάχιστες μόνο αμυχές: Ο αριθμός των καταγραμμένων τουλάχιστον Ελλήνων νεκρών και βαριά τραυματισμένων δεν ξεπέρασε τις δεκάδες, την ίδια εποχή που ο αρμενικός πληθυσμός πλήρωνε βαρύτατο τίμημα με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες. Οι αναλογίες ισχύουν και στο πεδίο των υλικών καταστροφών, παρ’ όλο που οι διακρίσεις στις λεηλασίες των χριστιανικών περιουσιών δεν εφαρμόστηκαν με την ίδια πάντοτε ευστοχία.

Οι σφαγές του 1895 σε βάρος των Αρμενίων.

Η ευμενής μεταχείριση των Ελλήνων –που θα πρέπει βέβαια να αποδοθεί και στους φόβους του σουλτάνου για ενδεχόμενη επέμβαση των Ρώσων υπέρ των «προστατευόμενων» ομοδόξων– εκδηλώθηκε με χειρονομίες και προς την κορυφή (στον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄) και προς τη βάση (με οικονομικές παροχές προς τα ελληνικά σχολεία, αλλεπάλληλους διορισμούς Ελλήνων σε επίζηλες δημόσιες θέσεις κ.ά.). Ας σημειωθεί ότι την εξέλιξη αυτή την είχαν προβλέψει προπολλού οι Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης· γι’ αυτό και δίσταζαν να συμμετάσχουν στο εθνικό κίνημα των συμπατριωτών τους, αφού την ίδια τακτική –αλλά αντίστροφα– την είχαν ήδη ακολουθήσει οι σουλτάνοι μισόν αιώνα νωρίτερα, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821: Τότε το «πιστό» αρμενικό στοιχείο όχι μόνο είχε ξεφύγει από τις σφαγές, αλλά και είχε επωφεληθεί, αντικαθιστώντας στις κρατικές θέσεις το τότε «στασιαστικό» ελληνικό.

Η υποκριτική τακτική της Υψηλής Πύλης υπέρ των Ελλήνων είχε δυο στόχους: Ο πρώτος (και κύριος) ήταν η διάσπαση ανάμεσα στις δυο εθνότητες, ώστε να υπονομευθεί εξαρχής ο ενδεχόμενος σχηματισμός κοινού χριστιανικού μετώπου. Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ προσδοκούσε και άμεσα πολιτικά ωφέλη: την ενδεχόμενη, βραχυπρόθεσμη για τις περιστάσεις, προσέγγιση με τους Έλληνες ή τουλάχιστον την ουδετερότητά τους στην αρμενική κρίση. Γι’ αυτό, παράλληλα προς τη «φιλελληνική» συμπεριφορά του, που την υπογράμμιζε με τρόπο πομπώδη και επιδεικτικό στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος άρχισε να καλλιεργεί το έδαφος για μια διπλωματική προσέγγιση με την Ελλάδα: Τον Μάρτιο του 1895, για να επιτύχει την εκτόνωση της αντιτουρκικής έντασης στην Κρήτη, έστειλε εκεί ως βαλή τον ελληνικής καταγωγής Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Καρπός αυτής της τακτικής ήταν να επικρατήσει τον Μάιο του 1895 στην Κρήτη απατηλό κλίμα ευφορίας. Έτσι η αρμενικἠ κρίση συνδυάστηκε με το κρητικό ζήτημα, που για ένα μικρό διάστημα φάνηκε να ρυθμίζεται με αντίτιμο τις αρμενικές εκατόμβες. Ένα χρόνο αργότερα ο σουλτάνος προχώρησε σε τολμηρότερα σχέδια: πρότεινε στην Αθήνα τη σύμπηξη «βαλκανικής» συμμαχίας, με πρώτα μέλη της βέβαια την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η ανταπόκριση των ελληνικών κυβερνήσεων στα σουλτανικά στρατηγήματα ήταν ψυχρή: Η Αθήνα ούτε συνεργάστηκε με την Υψηλή Πύλη στα Βαλκάνια ούτε αρνήθηκε να φιλοξενήσει στην Αττική χιλιάδες Αρμενίους πρόσφυγες και δεκάδες πολιτικούς φυγάδες. Όπως ήταν επόμενο, η τακτική αυτή –που υποστηριζόταν βέβαια και από την ελληνική κοινή γνώμη με πρωτοστάτη την εφημερίδα Εστία– προκαλούσε τις αντιδράσεις των Οθωμανών. Στα 1895-1896 ο σουλτάνος απέδιδε τη συνεχή αναζωπύρωση του αρμενικού ζητήματος σε δυο παράγοντες: στην υποστήριξη των Αρμενίων από τη Μ. Βρετανία και στην ανοχή της Ελλάδας έναντι των Αρμενίων ακτιβιστών που είχαν καταφύγει στο έδαφός της.

Αριστερά: Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αττική Δεξιά: Η ειλικρίνεια του σουλτάνου, δημοσίευμα της εφημερίδας Εστία.

Η έκρηξη του ελληνοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1897 συνδέθηκε και πάλι με το αρμενικό ζήτημα, τουλάχιστον στο πεδίο της προπαγάνδας. Οι φιλελληνικοί κύκλοι διατύπωσαν την υποψία ότι ο σουλτάνος, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο, δικαιολογούνταν απόλυτα να κλείσει ένα άλλο· να αναβάλει δηλαδή για αργότερα (ουσιαστικά να ακυρώσει) την εφαρμογή των προτεινόμενων αρμενικών μεταρρυθμίσεων. Και πραγματικά: Οι θεαματικές επιτυχίες των οθωμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλία αναπτέρωσαν τόσο πολύ το ηθικό και την αυτοπεποίθηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αλλά και το κύρος του ίδιου του σουλτάνου-χαλίφη), ώστε να γίνει ακόμα πιο δύσκολη, αν και όχι αδύνατη, η επιβολή εκμέρους των Δυνάμεων των σχεδίων τους για τις «αρμενικές» επαρχίες. Τον Οκτώβριο του 1897 ο Αβδούλ Χαμίτ δήλωσε στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι το αρμενικό ζήτημα «είχε επιτέλους κλείσει».

Η Ελλάδα ηττημένη στα 1897 με φόντο τα θύματα των αρμενικών σφαγών.

Με το πέρασμα στον 20ό αιώνα η αρμενική εμπλοκή στα βαλκανικά ζητήματα συνδέθηκε και πάλι με τον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό για τη Μακεδονία. Οι μαζικότερες φιλοαρμενικές και φιλοβουλγαρικές εκδηλώσεις («υπέρ της Μακεδονίας καί της Αρμενίας») στη Δυτική Ευρώπη στα 1902 και 1903 προκάλεσαν αμηχανία στην Αθήνα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε στην ελληνική κοινή γνώμη η στάση του Γάλλου ελληνιστή Victor Bérard, ο οποίος, παρά τις φιλελληνικές του περγαμηνές, επέμεινε ως τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων (1912) ότι το μακεδονικό αδιέξοδο θα έβρισκε τη λύση του μόνο στο πλαίσιο μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Οι περισσότερες πάντως καταγγελίες εναντίον της Ελλάδας προέρχονταν από τους Βρετανούς που συνδέονταν με τη «Balkan Committee» του Λονδίνου, μια οργάνωση που είχε στο ενεργητικό της σημαντικές φιλοβουλγαρικές επιδόσεις.

Η ελληνική αντίδραση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά όπως φαίνεται από ποικίλα δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, οι Έλληνες δεν είχαν καταφέρει να κάνουν κατανοητή στη δυτική κοινή γνώμη τη διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ελληνική Μακεδονία και τον τρέχοντα –τότε– γεωγραφικό και πολιτικό της όρο (που περιελάμβανε και το βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου). Μόνο στα επόμενα χρόνια η δυσμενής για τις ελληνικές θέσεις στάση της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής διανόησης άρχισε να αλλάζει· το ίδιο αφορά και τις βουλγαρικές και τις αρμενικές εθνικές διεκδικήσεις, οι οποίες μάλιστα άρχισαν και να αποσυνδέονται η μια από την άλλη, με το επιχείρημα ότι η συνολική τους λύση ήταν πλέον ανέφικτη. Πάντως μερικοί προσέγγιζαν το μακεδονικό και το αρμενικό συγκριτικά, προτείνοντας στο πρώτο τη συνεννόηση ανάμεσα σε Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους με βάση τα αποτελέσματα των στατιστικών για τη γλώσσα, την εθνική συνείδηση και τα σχολεία, και στο δεύτερο τα δημογραφικά δεδομένα των επιμέρους μικρασιατικών επαρχιών.

Οι κατηγορίες εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν άσχετες με ένα ακόμα δεδομένο: ότι η Αθήνα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση στη Μακεδονία, άρχισε να προσεγγίζει την Υψηλή Πύλη. Η προσέγγιση εκείνη –αλλόκοτη με τα μέτρα της εποχής– αιτιολογήθηκε με δυο τουλάχιστον δεδομένα: Το γεγονός ότι ο τότε ηγεμόνας της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Α΄ βολιδοσκοπούσε τον σουλτάνο για κάποιας μορφής πολιτική συνεννόηση, και, κυρίως, η έξαρση της ένοπλης δράσης των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία και στην ανατολική Θράκη. Η διατήρηση κάτω από τις τρέχουσες συνθήκες του οθωμανικού status quo στη Μακεδονία ήταν για την Ελλάδα της εποχής εκείνης προτιμότερη για την προστασία τού πιστού στο Οικουμενικό Πατριαρχείο πληθυσμού από την αιματοχυσία. Η Αθήνα (που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα και στις σχέσεις της με τη Ρουμανία) επικαλέστηκε το δικαίωμά της στη Realpolitik, προπάντων όταν ξέσπασε η «εξέγερση» του Κρουσόβου (Ilinden) της 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, ένα αιματηρό γεγονός που έκανε την κατάσταση στη Μακεδονία ανεξέλεγκτη. Η ελληνοτουρκική συνεργασία βέβαια ήταν περιστασιακή και μονοδιάσταση· αφορούσε μόνο το μακεδονικό.

Μακεδονικός αγώνας (1904-1908). Ελληνικό ένοπλο σώμα Χαλκιδικής.

Με την ανακήρυξη του οθωμανικού Συντάγματος στα 1908, το ολοένα και συγκεντρωτικότερο νεοτουρκικό καθεστώς άρχισε να αμφισβητεί –στο όνομα της εκκοσμίκευσης του κράτους– την κοινοτική οργάνωση των μη μουσουλμανιών κοινοτήτων, χωρίς ωστόσο να θίξει αντίστοιχες κατεστημένες παραδόσεις στη μουσουλμανική πλειονότητα. Έτσι τα δυο Πατριαρχεία της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό και το Αρμενικό, αλλά και η βουλγαρική Εξαρχία, άρχισαν έναν απεγνωσμένο αγώνα για να διασώσουν τα παραδοσιακά «προνόμια» των χριστιανικών κοινοτήτων και συνεπώς και την εθνικο-θρησκευτική τους ταυτότητα από τη διακηρυσσόμενη ενσωμάτωση σε ένα κοινό «πατριωτικό» σώμα όλων των Οθωμανών υπηκόων της Αυτοκρατορίας. Αλλά στο μεταξύ προστέθηκαν και νέες αφορμές, που έπεισαν το νεοτουρκικό κομιτάτο να σκληρύνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική του πολιτική: Ήταν η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Βουλγαρία και η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστρουγγαρία (5-6 Οκτωβρίου 1908). Και όταν άρχισαν ανάλογες κινήσεις για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το καθεστώς άρχισε για εκφοβισμό τη συστηματική δίωξη του ελληνικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας και το ανηλεές μποϊκοτάζ του ελλαδικού εμπορίου. Στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις άρχισε σταδιακά η προσέγγιση της Αθήνας με τη Σόφια και το Βελιγράδι. Επιπλέον συνέκλιναν, για πρώτη φορά, και οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της βουλγαρικής Εξαρχίας για τη διάσωση της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής τουλάχιστον αυτονομίας των κοινοτήτων τους.

Η αρμενική ανταπόκριση στις προσπάθειες αυτές ήταν μάλλον αναιμική. Το γεγονός οφειλόταν καταρχήν στην έλλειψη κατά την περίοδο εκείνη εκκλησιαστικής ηγεσίας: Στο διάστημα από τις αρχές του 1909 ως το τέλος του 1911 το Αρμενικό Πατριαρχείο διοικούνταν ουσιαστικά από Τοποτηρητές ή με βραχύχρονες πατριαρχικές θητείες. Αλλά το κυριότερο εμπόδιο ήταν η διάσταση ανάμεσα στην εκκλησιαστική ηγεσία και τα αρμενικά επαναστατικά κόμματα, ιδιαίτερα το Dashnak. Οι ντασνακιστές εξακολουθούσαν να συνεργάζονται σταθερά με το καθεστώς ακόμα και

Ένοπλο σώμα ντασνακιστών. Στο λάβαρο διακρίνεται η φράση  Azatutyun kam Mah (Ελευθερία ή θάνατος).

μετά τις μαζικές σφαγές των Αρμενίων της Κιλικίας στα 1909· δεν διέρρηξαν επίσης τις σχέσεις τους με το νεοτουρκικό κομιτάτο παρά τη συστηματική αρπαγή των αρμενικών αγροτικών περιουσιών. Το ίδιο έπραξαν όταν τα ανθελληνικά πογκρόμ του 1909-1911 συμπεριελάμβαναν –κατά λάθος– και αρμενικούς πληθυσμούς. Στις διακηρύξεις φανατικών εκπροσώπων του μουσουλμανικού ιερατείου για τα προγκρόμ αυτά, αλλά και των εκφραστών του αναδυόμενου τουρκικού εθνικισμού, ο αντίπαλος δεν καθοριζόταν εθνικά, αλλά θρησκευτικά: το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί με την οικονομική εξουθένωση όλων των απίστων. Μόνον έτσι θα επικρατούσε  οικονομικά το «τουρκικό» στοιχείου έναντι του μη μουσουλμανικού (ελληνικού, αρμενικού και εν μέρει και ιουδαϊκού), το οποίο διαμεσολαβούσε επί αιώνες στις αποικιοκρατικές παρεμβάσεις της χριστιανικής Δύσης στην οθωμανική επικράτεια.

Το κλίμα αυτό επικράτησε ως τους βαλκανικούς πολέμους στα 1912-1913. Οι ντασνακιστές κρατήθηκαν στην μετριοπαθή τακτική τους έναντι των Νεοτούρκων, επειδή έβλεπαν ως έσχατη λύση στο εθνικό τους πρόβλημα τη μελλοντική ειρηνική συμβίωση του αρμενικού στοιχείου με το μουσουλμανικό. Τελικά η τακτική αυτή το μόνο που κατάφερε ήταν, όπως αποδείχτηκε σύντομα, η ἀναβολή τοῦ επερχόμενου δεινοῦ. Αυτό φάνηκε ήδη από τις αρχές τού 20ού αιώνα, όταν την ενδημική ανασφάλεια της οθωμανικής ενδοχώρας την επιδείνωσε ένας νέος παράγοντας: οι χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες (muhacirler), που κατέφθαναν αθρόοι αρχικά από τη Βουλγαρία και στη συνέχεια από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι πρόσφυγες, αφού πρώτα κατέφυγαν πανικόβλητοι στη Θράκη και τη Μακεδονία, στη συνέχεια υποχρεώθηκαν, εξαιτίας των νέων εδαφικών οθωμανικών αναδιπλώσεων, να μετακινηθούν και πάλι προς τα ανατολικοθρακικά και ιωνικά παράλια και στη συνέχεια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αλλά στις παρεμβάσεις των αρχών για την «αποκατάσταση» των προσφύγων διακρίνει κανείς, εκτός από τους ανθρωπιστικούς, και πολιτικούς στόχους: τη δημογραφική αύξηση του μουσουλμανικού στοιχείου έναντι του χριστιανικού, του ελληνικού (και εν μέρει του βουλγαρικού) στην ανατολική Θράκη και την Ιωνία, του αρμενικού στη μικρασιατική ενδοχώρα.

Με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και οι Αρμένιοι υπήκοοι του σουλτάνου θα αρχίσουν να δοκιμάζονται με την αναπόφευκτη εμπλοκή τους στην αναμέτρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους πέραν των συνόρων ομόθρησκους και ομοεθνείς τους. Η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα δεν ήταν καθόλου εύκολη, ιδιαίτερα για τους Αρμενίους. Καταρχήν όσοι προωθήθηκαν στο μέτωπο της Θράκης (οι περισσότεροι), βρέθηκαν συχνά απέναντι σε βουλγαρικές δυνάμεις στις οποίες συμμετείχαν, ως εθελοντές ή επιστρατευμένοι, εκατοντάδες ομοεθνείς τους. Συνολικά οι Αρμένιοι που εντάχθηκαν σε διάφορες μονάδες του βουλγαρικού στρατού υπολογίστηκαν σε 1.000 άνδρες. Οι σχέσεις άλλωστε των αρμενικών επαναστατικών οργανώσεων με τους Βουλγάρους ήταν, όπως αναφέρθηκε, και στενές και μακροχρόνιες. Συνεπώς ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι στα μέτωπα της Θράκης σημειώθηκαν και αρκετές αρμενικές λιποταξίες από την οθωμανική προς τη βουλγαρική πλευρά.

Αλλά οι βαλκανικοί πόλεμοι και ιδιαίτερα ο πρώτος έδωσαν την αφορμή να επανέλθει στη διπλωματική επικαιρότητα το αρμενικό ζήτημα. Καταρχήν η δραματική αλλαγή του καθεστώτος κυριαρχίας στην Μακεδονία με την εκδίωξη των Οθωμανών ακύρωσε de facto τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου που συνδέονταν με τις πολυσυζητημένες, αλλά ανεκτέλεστες διοικητικές μεταρρυθμίσεις στα «αρμενικά βιλαέτια». Δεν ήταν τυχαίο ότι στον ευρωπαϊκό τύπο διατυπώνονταν φόβοι ότι σύντομα οι Οθωμανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν, εκτός από το βαλκανικό, και ένα ακόμα εσωτερικό μέτωπο στις αρμενικές τους επαρχίες. Εξάλλου η εκκλησιαστική και εθνική ηγεσία των Αρμενίων άρχισε να κινητοποιείται για τη διπλωματική αναψηλάφηση του αρμενικού ζητήματος, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί στις διαπραγματεύσεις που άρχιζαν στο Λονδίνο (Δεκέμβριος 1912) για τη ειρήνευση των εμπολέμων του πρώτου βαλκανικού πολέμου. Αλλά ο παράγοντας που επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν αναμφίβολα ο ρωσικός: Τον Ιούνιο του 1913 η ρωσική κυβέρνηση είχε ετοιμάσει ένα προσχέδιο για τις «αρμενικές μεταρρυθμίσεις», το οποίο και θα παρουσίαζε σύντομα σε ειδική πρεσβευτική συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Οι Οθωμανοί αντέδρασαν, αντιπροτείνοντας ένα δικό τους σχέδιο διοικητικών μεταρρυθμίσεων για ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια. Αλλά δεν έπεισαν πια κανέναν: Οι βαλκανικοί πόλεμοι δεν είχαν μόνο αλλάξει τον πολιτικό χάρτη στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· είχαν αναθερμάνει ως καταλύτες, το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την οριστική λύση και της αρμενικής εκκρεμότητας. Ταυτόχρονα, με τους πολέμους του 1912-13 έσβησε οριστικά και η ουτοπία του «οθωμανισμού» (osmanlılik) και των διλημμάτων που αυτό είχε εκθρέψει μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων θιασωτών του. Ακόμα και οι νομοταγείς ως τότε ντασνακιστές δεν ήταν πια διατεθειμένοι –με κάποιες εξαιρέσεις– να δώσουν νέα παράταση στις ως τότε «καλές» (αλλά δοκιμαζόμενες) σχέσεις τους με τους Νεότουρκους.

Έντυπο για το αρμενικό και μακεδονικό ζήτημα.

Τον Ιούλιο του 1913 η πρεσβευτική συνδιάσκεψη, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει το αρμενικό αποφάσισε τον χωρισμό των «αρμενικών» βιλαετιών σε δυο μεγάλες διοικητικές ενότητες, την αποστολή σ’ αυτές ευρωπαϊκής χωροφυλακής (κατά το προηγούμενο της Μακεδονίας), τον διορισμό εκεί δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών» (inspecteurs généraux) με αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά και τη συμμετοχή των χριστιανών στις νομαρχιακές συνελεύσεις των δυο «επιθεωρητειών» σε ποσοστό 50%. Οι διεθνείς αυτές εγγυήσεις για την ασφάλεια των Αρμενίων στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας ήταν αυτή τη φορά ρεαλιστικές σε σύγκριση με τις ασταθείς προϋποθέσεις που είχε δημιουργήσει για το ίδιο ζήτημα πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου το συνέδριο του Βερολίνου. Ωστόσο η τουρκική κυβέρνηση αναζητούσε στρατηγήματα για να εξουδετερώσει και το νέο σχέδιο. Με πρόφαση λοιπόν τις εκκρεμότητες του δευτέρου βαλκανικού πολέμου (που έληξαν με τις συνθήκες ειρήνης των Οθωμανών με τους Βουλγάρους και τους Έλληνες στις 17/30 Σεπτεμβρίου και 1/14 Νοεμβρίου 1913) άρχισε παρελκυστικές διαπραγματεύσεις για την τελική διαμόρφωση του σχεδίου. Παράλληλα δεν σταμάτησε και τις οργανωμένες μαζικές διώξεις των ελληνικών πληθυσμών της Θράκης και της Ιωνίας. Ήταν φανερό ότι, μετά τις τραυματικές εμπειρίες στα Βαλκάνια, οι Νεότουρκοι δεν ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τα αρχικά τους σχέδια για τον μετασχηματισμό της Αυτοκρατορίας σε εθνικά ομογενοποιημένο τουρκικό κράτος. Αποδέχτηκαν βέβαια εκόντες άκοντες (8 Φεβρουαρίου 1914) τις αποφάσεις των Δυνάμεων για τις αρμενικές τους επαρχίες, καθώς επίσης, μερικούς μήνες αργότερα τον διορισμό των δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών». Ωστόσο πολύ σύντομα (2 Αυγούστου 1914) θα υπογράψουν τη μυστική γερμανοτουρκική συνθήκη συμμαχίας, που θα τους εντάξει στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Με την έκρηξη λοιπόν του Μεγάλου Πολέμου δεν θα αναβάλουν απλώς την εφαρμογή του νόμου για τη διοικητική αναδιοργάνωση της οθωμανικής Αρμενίας· θα τον καταργήσουν (16 Δεκεμβρίου), εκδιώκοντας ταυτόχρονα και τον έναν από τους δυο Ευρωπαίους «επιθεωρητές» που είχε στο μεταξύ σπεύσει να αναλάβει τα καθήκοντά του. Τέλος, για να απαλλαγούν ολοκληρωτικά από την επανεμφάνιση στο μέλλον του φάσματος ενός νέου αρμενικού προβλήματος, θα θέσουν σε εφαρμογή στα 1915 την από χρόνια κυοφορούμενη στους κλειστούς κύκλους του νεοτουρκικού κομιτάτου τελική «λύση»: τη μαζική εξόντωση του συνόλου σχεδόν του αρμενικού πληθυσμού της οθωμανικής επικράτειας. Η εκτέλεση του εφιαλτικού αυτού σχεδίου, το οποίο θα ολοκληρωθεί στα επόμενα χρόνια με την εκμηδένιση και των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα επισκιάσει με την έκταση και την αγριότητά του όλες τις ανθρώπινες εκατόμβες των προηγούμενων δεκαετιών.

Armenian Genocide Museum – Institute, Yerevan. Virtual Tour

O Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Επίτιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης  Διετέλεσε, επίσης, επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας του απένειμε το χρυσό μετάλλιο Τιμής και  η ισπανική κυβέρνηση το παράσημο του Ταξιάρχη. Η Δημοκρατία της Αρμενίας, με σχετική πράξη του Προέδρου της, τον τίμησε με το «Μετάλλιο Μοβσές Χορενατσί» για το πολύτιμο επιστημονικό έργο του περί του Αρμενικού ζητήματος .
  • Ελληνική διασκευή της μελέτης του συγγραφέα “La dimensón balcánica de la cuestión armenia (1856-1914)”, στο: Balcanes. Procesos históricos y desafíos actuales, επιμ. D. M. Morfakidis Motos – J. A. Ruiz Jiménez, Γρανάδα 2017, σ. 197-216.

 

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Argyriadès, «Ceux qui luttent pour leur liberté. Crète et Macédoine», Almanach de la Question Sociale […] pour 1897, Παρίσι, 1897, σ. 232-236.

André Barre, L’esclavage blanc (Arménie et Macédoine), Παρίσι, L. Michaud, χ.χ. [1909].

Dogan Y. Çetinjaya, The Young Turks and the Boycott Movement: Nationalism, Protest and the Working Classes in the Formation of Modern Turkey, Λονδίνο, I.B. Tauris, 2013.

Vahakn N. Dadrian, The History of the Armenian Genocide. Ethnic Conflict from the Balkans to Anatolia to the Caucasus, Providence, RI, Berghahn, 1995.

Louise Nalbandian, The Armenian Revolutionary Movement. The Development of Armenian Political Parties through the Nineteenth Century, Berkeley, Calif., Univ. of California Press, 1963.

Surik V. Ovnanian, Armiano-bolgarskie istoričeskie sviazi i armianskie kolonii ν Bolgarii vo vtoroi polovine XIX veka (Οι αρμενοβουλγαρικές ιστορικές σχέσεις και οι αρμενικές παροικίες στη Βουλγαρία στο δεύτερο μισό του 19ου αι.), Εριβάν, Izdatelstvo Akademii Nauk Armianskoi SSR, 1968.

Duncan M. Perry,  «The Macedonian Revolutionary Organization’s Armenian Connection», Armenian Review, 42/1 (1989), 61-70.

Armand J. Kirakossian, British Diplomacy and the Armenian Question: From the 1830s to 1914, Princeton N.J., The Gomidas Institute, 2003.

Ivan Savev, «Victor Bérard et la Macédoine», Cahiers balkaniques, 38-39 (2011), 149-166.

Ronald Grigor Suny – Fatma Müge Göçek – Norman M. Naimark (επιμ.), A Question of Genocide: Armenians and Turks at the End of the Ottoman Empire, Νέα Υόρκη, Oxford Univ. Press, 2011.

Stéphane Yérasimos, «Comment furent tracées les frontières actuelles au Proche-Orient. Des crayons, des gommes, des cartes, des ratures», Hérodote, 41 (1986), 123-161.

K. Χασιώτης, Ἀδελφά ἔθνη ἐν μέσ θυέλλης. Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2015.

Αλκης Χαραλαμπίδης: Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Άλκης Χαραλαμπίδης

Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Η αισθητική παίδευση υπήρξε και παραμένει ένα από τα πλέον υποβαθμισμένα κεφάλαια του σχολικού προγράμματος στην Ελλάδα. Μια συμπυκνωμένη γεύση των αποτελεσμάτων αυτής της ακατανόητης επιμονής θα μπορούσε να έχει κανείς ξεφυλλίζοντας τη συλλογική έκδοση-«αφιέρωμα» στη νεοελληνική κακογουστιά «Κάτι το Ωραίον» (1984). Όλα θα ήταν ίσως διαφορετικά αν δεν ξεθώριαζε το όραμα που γεννήθηκε την αυγή κιόλας του εθνικού μας κράτους. Το 1843, ενώ ο Όθων αναγκαζόταν να παραχωρήσει Σύνταγμα και με Βασιλικό Διάταγμα θεσμοθετούσε το Σχολείον των Ωραίων Τεχνών, ο φιλόλογος, ιστορικός και πολιτικός Ανδρέας Μουστοξύδης δημοσίευε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Ελληνομνήμων μια μελέτη για τον ζωγράφο Παναγιώτη Δοξαρά (1662-1729)1, το πρώτο εμπεριστατωμένο κείμενο ιστορίας της τέχνης στη γλώσσα μας. Είναι ασφαλώς αξιοπαρατήρητο το ότι, έχοντας γνωρίσει προσωπικά τον Κοραή και ακολουθώντας προφανώς την προτροπή του «…να μετακενώνωμεν εις του έθνους τας κεφαλάς, τας ωριμασμένας ιδέας των φωτισμένων εθνών»2, αναγνώρισε στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη έναν καλό αγωγό διοχέτευσης αποσταγμάτων πνευματικής δημιουργίας. Ήταν ένα έντονο σημείο στίξης στο κεφάλαιο του ελληνικού Διαφωτισμού.

Ο Δοξαράς, έχοντας από μικρός διδαχθεί «την προφεσιόν της αγιογραφοσύνης» και για ένα διάστημα προσφέρει τις στρατιωτικές του υπηρεσίες στους Ενετούς, μετέφρασε πρώτα από τα ιταλικά «εις απλήν ημετέραν διάλεκτον, χωρίς να σπουδάξει εις Ελληνικά σπουδαστήρια» την πραγματεία του Leonardo da Vinci Trattato della pittura και μερικά ακόμη «πάνυ ωραία» κείμενα του Leon Battista Alberti για τη ζωγραφική –δηλαδή δύο εμβληματικών εκπροσώπων του προτύπου homo universalis– και στη συνέχεια συνέγραψε μία μελέτη Περί Ζωγραφίας (1726), ακολουθώντας και πάλι ιταλικά πρότυπα, «εν η εποχή ολίγοι ησχολούντο περί την θεωρίαν της τέχνης, έτι δ’ ολιγώτεροι έγραφον περί αυτής»3. Η διδακτική του πρόθεση είναι πρόδηλη: «Έχοντας υποκάτω εις τα όμματα άπειρα υποδείγματα, και από κάποιάν μου σπουδήν, και εις πολλά πράγματα οπού εστοχάστηκα, επιδεξιούμαι να φανερόσω κάποιον τι, εις εκείνο το καλίτερον οπού να ηξεύρω… Πλην καλίτερον από κάθε άλλω είναι να δουλεύεσε από το Φυσικόν, και αληθινόν, το οποίον τυχένει να το έχης αενάως κατ’ έμπροσθεν εις τα όμματα , ωσάν υπόδειγμα πρωτότυπον και βέβαιον Διδάσκαλον»4. Αυτά απευθύνονται «υπό χειρός ολίγον εμπείρου την ορθογραφίαν» ως «νουθεσία εις τους νέους, όταν προάγονται εις το Σχέδιον» και «εις ζήτησιν των φιλομαθών».

Στη μεγάλων διαστάσεων (2,40  x 1,89 μ.) Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg (εικ. 1), αρχιστράτηγου των ενετικών δυνάμεων κατά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1716, επιγραφή μας πληροφορεί ότι πρόκειται για έργο του Παναγιώτη Δοξαρά. «ιππέως Λακεδαιμονίου» υπενθυμίζοντας τον τίτλο που του είχε προσφέρει η Γαληνοτάτη σε αναγνώριση των υπηρεσιών του. Ακολούθησε το opus magnum του, οι μνημειακές σκηνές από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα στην ουρανία του φερώνυμου ναού της Κέρκυρας (1726-29) που σήμερα σώζονται σε πιστά (;) αντίγραφα (1852-71) του Νικόλαου Ασπιώτη. Με αυτά τα δεδομένα, ο Παν. Δοξαράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ως θεωρητικός, ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και ως καλλιτέχνης εκείνος που καθόρισε το νέο πλαίσιο στο οποίο θα διέγραφαν την τροχιά τους τέσσερις τουλάχιστον γενιές ζωγράφων της Επτανησιακής Σχολής. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, υπερβάλλοντας ίσως, τον αποκαλεί «σχολάρχην της νεοελληνικής τέχνης»5.

Εικ.1.  Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg,1719, Αθήνα, Συλλογή Γιάννη Περδίου.

Σήμερα, μετά την καθοριστικής σημασίας παρέμβαση των διανοητών και καλλιτεχνών της «Γενιάς του ‘30», είμαστε πλέον βέβαιοι, όπως παρατηρεί ο Χρήστος Γιανναράς, ότι «ο λαός των Ελλήνων τους αιώνες της Τουρκοκρατίας, υπόδουλος, βασανισμένος, φτωχός, αγράμματος, δεν έπαψε να παράγει πολιτισμό: Αρχιτεκτονική, ποίηση, μουσική, κάλλος λαϊκής φορεσιάς, λειτουργικούς κοινωνικούς θεσμούς… εμπόριο δικτυωμένο σε ολόκληρο τον χώρο της Μεσογείου αλλά και της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης»6. Αν αυτές οι διαπιστώσεις αφορούν τον πληθυσμό της κυρίως Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου, στα Επτάνησα προστίθεται μία θετική παράμετρος που σχετίζεται βέβαια και πάλι με την παρουσία ενός κατακτητή, των Ενετών, όμως εντελώς διαφορετικής πολιτισμικής στάθμης. Οι Επτανήσιοι καλλιτέχνες ήταν φυσικό στην Ιταλία να αναζητήσουν πρότυπα ζωής και πνευματικού προσανατολισμού. Το επέβαλε η ίδια η ιστορική πραγματικότητα.

Όπως είναι γνωστό, η διοικητική παρουσία της Γαληνοτάτης στα Επτάνησα άρχισε στα τέλη του 14ου αιώνα με τους «προβλεπτές». Η διαστρωμάτωση του πληθυσμού διαμορφωνόταν σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους ευγενείς, τους αστούς και τους ποπολάρους. Στην πρώτη ανήκαν Ενετοί αλλά και Έλληνες που είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη Βενετία, συγκεντρώνοντας στα χέρια τους όλα τα αγαθά και τα τοπικά αξιώματα και αποκλείοντας ταυτόχρονα από την εξουσία τις άλλες δύο τάξεις. Σταδιακά, ωστόσο, σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της Βενετικής Δημοκρατίας, η οικονομική ανάπτυξη των νησιών έδωσε την ευκαιρία στους αστούς να συσπειρωθούν σε συντεχνίες και να προσπαθήσουν να μειώσουν στο ελάχιστο την εξάρτηση από τους ξένους και εντόπιους μεγαλογαιοκτήμονες. Το 1797 τα νησιά πέρασαν στους Γάλλους και τρία χρόνια αργότερα στους Ρώσους, συγκροτώντας την «Ιόνιο Πολιτεία», υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Κάθε πολιτική αλλαγή συνοδευόταν από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις  και, όχι σπάνια, από ταραχές. Ακολούθησε δεύτερη ρωσική και άλλη μία γαλλική κυριαρχία που το 1814 κατέληξε στην αγγλική προστασία, ως το 1864, όταν η Επτάνησος ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό.

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν την Επτανησιακή Σχολή «κλειστό» φαινόμενο7 αναγνωρίζοντάς της έτσι μια αυτοτέλεια, αλλά χρεώνοντάς της συγχρόνως την αδυναμία μεταφύτευσης των κατακτήσεών της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στην πραγματικότητα την τοποθετούν σε ένα γεωγραφικό και χρονολογικό στεγανό ή, διαφορετικά, ανάμεσα σε δύο άλλες σχολές, την Κρητική και εκείνη του Μονάχου. Σχολή, ως γνωστόν, είναι μια ομάδα καλλιτεχνών που εργάζονται υπό την επίδραση ενός δασκάλου ή που παρουσιάζουν ομοιότητα επειδή προέρχονται από την ίδια περιοχή ή διέπονται από το ίδιο τοπικό στυλ.

Ο όρος «Σχολή» έχει καθιερωθεί στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μάλλον περιοριστικός. Καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία η επίδραση της δυτικής τέχνης στην επτανησιακή είναι πρόδηλη, αφήνοντας όμως εκτός την προηγούμενη φάση, τη μεταβυζαντινή, που προεκτείνει τον βίο της τέχνης στα Επτάνησα κατά περίπου τρεις αιώνες προς τα πίσω, μέχρι τον 15ο αιώνα, αλλά και ένα άλλο κεφάλαιο που την προωθεί μέχρι τον 20ό. Για μια περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα, οι πέντε περίπου αιώνες αδιάλειπτης και, παρά τις φυσικές καταστροφές, επαρκώς τεκμηριωμένης καλλιτεχνικής ζωής στα Επτάνησα, σε σύγκριση με εκείνη της πρωτεύουσας, που μόλις ξεπερνά τον ενάμιση αιώνα, είναι ένα ζήτημα κλίμακας αξιοσημείωτο.

Αντί των όρων «Eπτανησιακή τέχνη» ή «Η τέχνη των Επτανήσων» σωστότερο ίσως είναι να γίνεται λόγος για «Τέχνη στα Επτάνησα», που παραπέμπει όχι μόνο στην εντόπια καλλιτεχνική παραγωγή αλλά και σε ό,τι εισήχθη σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο τόσο πριν όσο και μετά τον 18ο και 19ο αιώνα. Αν επομένως κρατήσουμε τον terminus technicus «Σχολή» σε εισαγωγικά να παραπέμπει σε μια περίοδο πέντε περίπου αιώνων, τότε  αυτή η Σχολή μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό Σχολείο όπου πολλά θα ήταν δυνατό να διδαχθούμε και να μελετήσουμε. Συγκεκριμένα: α. Να δούμε πώς συμπλέκεται η γεωγραφική, ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα με την καλλιτεχνική δημιουργία. β. Να έχουμε, παρά τις απώλειες, μια πολύ καλή εποπτεία της ζωγραφικής και πιο περιορισμένη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής. γ. Να εξετάσουμε πώς σε αυτόν τον τόπο διαμορφώθηκε ένας ορίζοντας υποδοχής όπου έγιναν αποδεκτές οι διακυμάνσεις της κατεξοχήν θρησκευτικής μεταβυζαντινής ζωγραφικής και στη συνέχεια κατακτήσεις της πολυθεματικής ζωγραφικής της Αναγέννησης, του Μανιερισμού, του Μπαρόκ, του Ροκοκό, του Νατουραλισμού του  19ου αιώνα, ακόμα και του Εξπρεσιονισμού του 20ού. δ. Να διαπιστώσουμε πώς, σε αντίθεση με την Αθήνα, εξασφαλίστηκε μια οργανική συνέχεια της τέχνης και μάλιστα σε μεγάλο χρονικό φάσμα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Αθήνα πέρασε με ένα είδος σοκ από την απονευρωμένη μεταβυζαντινή και τη ζωντανή ακόμη τότε λαϊκή ζωγραφική της κυρίως Ελλάδας στη λόγια· από τον Ζωγράφο του Μακρυγιάννη στον Βρυζάκη και τον Νικηφόρο Λύτρα. Αντίθετα, τα Επτάνησα γνώρισαν το καλύτερο ίσως πρόσωπο της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, έργα της Κρητικής Σχολής, και σταδιακά υιοθέτησαν ιταλικά και άλλα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ας δούμε όμως πώς αυτό τεκμηριώνεται μέσα από τα ίδια τα έργα.

Σε κάποιον προικισμένο Κρητικό ζωγράφο των μέσων του 15ου αιώνα αποδίδεται η σχετικά μεγάλων διαστάσεων (1,10 x 0,78 μ. περ.) εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας του Μουσείου Ζακύνθου (εικ.2) . Η εναρμόνιση του καστανοπόρφυρου χρώματος με το γαλάζιο και το χρυσό, η αναγωγή των πτυχώσεων σε ένα αφηρημένο σύστημα γραμμών και σχημάτων, η ιδιότυπη πλαστικότητα των γυμνών μερών και η έκφραση των προσώπων που συναιρεί την ανθρώπινη θλίψη μπροστά στο προδιαγεγραμμένο Πάθος με τη θεϊκή αταραξία καθιστούν αυτή την εικόνα έξοχο δείγμα της ζωγραφικής των χρόνων γύρω από την Άλωση. Από τη στιγμή που τοποθετήθηκε στον ναό του Αγίου Γερασίμου των Κήπων Ζακύνθου θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους γηγενείς καλλιτέχνες.

Εικ..2. Παναγία Γλυκοφιλούσα, μέσα 15ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου.

Με ένα άλμα τρεισήμισι περίπου αιώνων συναντούμε την Θεοτόκο στον εικονογραφικό τύπο της Mater Dolorosa (εικ.3), που μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή πλαισίωναν τον Εσταυρωμένο στην επίστεψη του τέμπλου της Παναγίας Επισκοπιανής Ζακύνθου. Εδώ, το μοναδικό στοιχείο που δίνει θρησκευτικό τόνο είναι η άλως γύρω από το κεφάλι της Παναγίας, η οποία απεικονίζεται σε μια απόλυτα γήινη εκδοχή. Καθιστή σε έντονο contrapposto, με πληθωρικά πτυχωμένα ενδύματα και ακάλυπτο ένα τμήμα του στέρνου, ατενίζει τον Εσταυρωμένο με μάτια πνιγμένα στα δάκρυα, το στόμα ανοιχτό και τα χέρια σφιχτοδεμένα. Το αριστερό μάτι, το στόμα και τα χέρια μαζί με τη γωνιώδη απόληξη του μαφορίου στο κεφάλι και την ανάλογη του αποπτύγματος του χιτώνα στο στήθος στοιχίζονται επάνω σε έναν ανήσυχο διαγώνιο άξονα που παρακολουθεί τον αντίστοιχο νοητό άξονα του βλέμματος. Ο έντονος σκιοφωτισμός επιτείνει τον δραματικό χαρακτήρα της ατμόσφαιρας παραπέμποντας σε πρακτικές του θεάτρου.

Εικ..3. Mater Dolorosa, ca. 1800, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.4. Ν. Βεντούρας, Βρεφοκρατούσα Ι, ca. 1970.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρεαλισμός αυτού του έργου, που προϋποθέτει την εμπειρία του Μπαρόκ και που θα πρέπει να αποδοθεί σε κάποιον μαθητή του Νικόλαου Κουτούζη (1741-1813), βρίσκεται στον αντίποδα της Βρεφοκρατούσας Ι (εικ. 4), του Κερκυραίου Νικόλαου Βεντούρα (1899-1990), μιας χαλκογραφίας που χαράχτηκε γύρω στο 1970. Έχουμε φτάσει πλέον στην τελευταία φάση της τέχνης στα Επτάνησα, στην κορύφωση των δυτικών επιδράσεων και από στυλιστική άποψη στο πεδίο συνάντησης Εξπρεσιονισμού και Αφαίρεσης. Εδώ η Παναγία-Μητέρα υποδηλώνεται με ένα πλέγμα καμπύλων περιγραμμάτων που, παρά τις μικρές διαστάσεις του έργου (0,24 x 0,175 μ.), προκαλούν το αίσθημα μνημειακής λειτουργίας της μορφής, καθώς αναπτύσσεται σε ολόκληρη την επιφάνεια. Αυτή η Πλατυτέρα των Ουρανών στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να κρατάει στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος, αλλά ένα διάπυρο μάγμα που διαχέεται στο σύμπαν και το διαποτίζει φέρνοντας στον νου το «χαίρε, θρόνε  πύρινε του Παντοκράτορος» του Ακαθίστου Ύμνου. Η εκμετάλλευση των εκφραστικών δυνατοτήτων της οξυγραφίας από τον Βεντούρα είναι εξαιρετική και επιβεβαιώνεται σε μια δεύτερη παραλλαγή του ίδιου θέματος.

Όμως το κεφάλαιο της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μπορεί να κλείσει εδώ. Πρέπει να σταθούμε οπωσδήποτε στους επτά Προφήτες (1727-28) (εικ. 5) από τον ναό της Φανερωμένης Ζακύνθου, του Ιερώνυμου Πλακωτού (c. 1670-1728), ενός αινιγματικού ζωγράφου και γιατρού που προσβλήθηκε από πανώλη στην προσπάθειά του να βοηθήσει κάποιον ασθενή, με συνέπεια να κάψουν οι υγειονομικές αρχές το εργαστήριο και όλα τα υπάρχοντά του. Οι προφήτες απεικονίζονται κατά το επάνω ήμισυ περίπου του σώματός τους σε εικονογραφικά ασυνήθιστες στάσεις πλαισιωμένοι από τμήματα οικοδομημάτων. Η ψυχική τους ένταση είναι ολοφάνερη όσο και η μνημειακή τους επιβολή. Τα περιγράμματα είναι αυστηρά, οι φόρμες κοφτερές, σαν από μέταλλο, και σχεδόν αφηρημένες, τα χρώματα δυνατά, σε αλληλοσυγκρουόμενους τόνους. Ο Πλακωτός, συνθέτοντας στοιχεία από το μορφοπλαστικό λεξιλόγιο του Μιχαήλ Αγγέλου και των μανιεριστών, ζωγράφισε ίσως ό,τι  πιο πρωτοποριακό θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στην Ελλάδα του 18ου αιώνα.

Εικ.5. I. Πλακωτός, Μωυσής, 1727-28, Μουσείο Ζακύνθου.

Παράδειγμα πλήρους επιβολής του ρεαλισμού στη θρησκευτική ζωγραφική θα μπορούσε να θεωρηθεί η εικόνα του Αποστόλου Πέτρου (εικ. 6) του Κουτούζη. Ο φλογερός Μαθητής απεικονίζεται τη στιγμή της έσχατης συντριβής, μετά και την τρίτη άρνηση, όταν «αλέκτωρ εφώνησεν». Το φως της φωτιάς όπου «ην εστώς και θερμαινόμενος» έρχεται από τα αριστερά και του κοκκινίζει το πρόσωπο, σχεδόν το ματώνει υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα κάθε λεπτομέρεια· τις βαθιές ρυτίδες, τον ιδρώτα, τα δάκρυα. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ο Κουτούζης, ορθόδοξος ιερέας αλλά συνάμα ανήσυχο και κριτικό πνεύμα, παρουσιάζει τον Πέτρο σε μια στιγμή αδυναμίας, κάτι που απέφυγε συστηματικά η ρωμαιοκαθολική εικονογραφική παράδοση. Αυτό έχει τη σημασία του αν ληφθεί  υπ’ όψιν ότι λατινική προπαγάνδα υπήρξε έντονη στα Επτάνησα.

Ποια ήταν η στάση του κοινού, όπως λέμε ο ορίζοντας υποδοχής, απέναντι στο φαινόμενο της μετάβασης από τον βυζαντινό στον δυτικό τρόπο; Ενδεικτικά παρατίθενται οι παρακάτω πληροφορίες:

  • Ο Σπύρος Δε Βιάζης γράφει στο περιοδικό Πινακοθήκη το 1903: «Ο Δυτικισμός εν Επτανήσω απερροφήθη υπό της Ορθοδοξίας…», αλλά παράλληλα υπογραμμίζει: «Οι ιεράρχαι και εν γένει ο Επτανήσιος κλήρος ουδέποτε εφάνη εχθρός της προόδου της τέχνης και δεν εκάλουν τα αριστουργήματα ‘φράγκικα κονίσματα’»8. 2. Ο Γεράσιμος Μαυρογιάννης αντίθετα παρατηρεί: «…Η ιταλική τέχνη εν Κεφαλληνία και έν τισι των άλλων νήσων δεν ηδυνήθη να εισχωρήσει και να γενικευθεί εν ταις εκκλησίας. Εύρε μάλιστα το κοινόν προκατειλημμένον κατά των φραγκικών αγίων, το οποίον ουχί μόνον δεν ηυλαβείτο τοιούτους αγίους, αλλά και εχλεύαζεν αυτούς»9. 3. Ο Δε Βιάζης πάλι μνημονεύει τα λόγια του Νικόλαου Καντούνη (1767-1834) σε κάποιον που του παρήγγειλε έναν Εσταυρωμένο σε βυζαντινή τεχνοτροπία: «Δεν είμαι κολοραδώρος αλλ’ αρτίστας, και η επιστήμη και η τέχνη γνωρίζουνε πώς ξεψυχάνε οι άνθρωποι στο σταυρό»10.

 

 

Εικ.6. Ν. Κουτούζης, Ο Απόστολος Πέτρος, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.7. Εσταυρωμένος, αρχές 19ου αιώνα,
Μουσείο Ζακύνθου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι τελικά ισχύει; Πιθανότατα και τα δύο. Δηλαδή ένα τμήμα του πληθυσμού υπήρξε συντηρητικότερο ενώ ένα άλλο δεκτικότερο απέναντι στις δυτικότροπες προκλήσεις. Του ζήτησαν του Καντούνη να ζωγραφίσει έναν Εσταυρωμένο κατά τον βυζαντινό τρόπο, αλλά εκείνος τον ζωγράφισε «φράγκικο». Στον ναό τελικά τοποθετήθηκε ο δεύτερος. Για να έχει κανείς μια οπτική τεκμηρίωση αυτής της πορείας θα μπορούσε να συγκρίνει έναν βυζαντινής τεχνοτροπίας Εσταυρωμένο των αρχών του 16ου αιώνα με έναν Εσταυρωμένο του Καντούνη των αρχών του 19ου αιώνα, αποδομένο ρεαλιστικά μεν αλλά συνάμα και με μια διάθεση εξιδανίκευσης και, τέλος, με έναν άλλον Εσταυρωμένο (εικ. 7) της ίδιας περιόδου που, μέσω των ανατομικών παραμορφώσεων και των έντονων αντιθέσεων φωτός και σκιάς, βρίσκεται στα όρια ρεαλισμού-εξπρεσιονισμού.

Το τοπίο σε θρησκευτικές παραστάσεις, δηλαδή σε παραπληρωματικό ρόλο, το συναντούμε σε έναν σημαντικό αριθμό έργων, με την απόδοσή του να κυμαίνεται ανάμεσα στο σχηματοποιημένο και το φυσιοκρατικό. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά είναι: Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος  του ζωγράφου Βίκτορος (1670, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Ιησούς και ο Ιωάννης (17ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Η εμφάνιση του Ιησού στον δέσμιο Παύλο (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Ο διάπλους του Νείλου ποταμού (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Η Αγία Βαρβάρα καταδιώκεται από τον ειδωλολάτρη πατέρα της, (μικρογραφική σκηνή από την εικόνα της αγίας, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Βιβλική σκηνή (18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Προφήτης Ιωνάς (εικ. 8).

Εικ.8. Ο Προφήτης Ιωνάς, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αναπτύσσεται μια κοσμική θεματολογία αμιγής όσο και εκείνη της Σχολής του Μονάχου, που την καλλιεργούν πλέον ζωγράφοι «αποκλειστικής απασχόλησης» και όχι ζωγράφοι-στρατιωτικοί, όπως ο Παναγιώτης Δοξαράς και ο γιός του Νικόλαος ή ζωγράφοι-κληρικοί, όπως ο Κουτούζης και ο Καντούνης. Το στίγμα της ανεξάρτητης τοπιογραφίας δίνουν τρεις Κερκυραίοι καλλιτέχνες γεννημένοι γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα: ο Χαράλαμπος Παχής (1844-1891), ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης (1856-1932) και ο Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939). Αντιπροσωπευτικά μπορούν να αναφερθούν έργα όπως: Τοπίο της Κέρκυρας (1873, Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη) του Παχή, Κέρκυρα (Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη), Αμυγδαλιές και Ελαιώνες (εικ. 9) του Μποκατσιάμπη, Τοπίο με ρυάκι (εικ. 10) και Το Θησείο και η Ακρόπολη (1893, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη) του Γιαλλινά.  Η τοπιογραφία των προαναφερθέντων κινείται, θα έλεγε κανείς, στο φυσικό της πλαίσιο, δηλαδή στο κλίμα του νατουραλισμού, του «Φυσικού και αληθινού» του Π. Δοξαρά. Η αποφασιστική απομάκρυνση από αυτό το κλίμα συντελείται και πάλι στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ν. Βεντούρα, με  μια πορεία που αρχίζει από την εξπρεσιονιστική πραγμάτευση του τοπίου και καταλήγει σε μια δραματική αφαίρεση. Μερικά έργα-οδοδείκτες σε αυτή τη διαδρομή είναι: Ελαιώνας στη Δαφνίλλα (1938), Ελαιώνας με πρόβατα (1935-40), Ελαιόδεντρα (1939), Στον κάμπο των Βελονάδων στ’ Αγύρου (1966), Νοέμβριος στη Γαρίτσα (1972), Στον κάμπο του Σιδάρι (εικ. 11), Παλαιϊκό τοπίο. Κάτω Κορακιάνα (1969), Φθινοπωρινό τοπίο (1969), Στην Παντάνασσα. Κάτω Κορακιάνα (1974). Μετά το 1969 είναι φανερό ότι ο Βεντούρας επιχειρεί να αναχθεί σε ένα υπερκόσμιο επίπεδο. Χρησιμοποιεί το γνωστό και κοντινό σαν αφορμή για απόδραση στο άγνωστο και μακρινό.

Εικ.9. Β. Μποκατσιάμπης, Ελαιώνες.
Εικ.10. Α. Γιαλλινάς, Τοπίο με ρυάκι, Αθήνα, Συλλογή Κουτλίδη.
Εικ.11. Ν. Βεντούρας, Στον κάμπο του Σιδάρι, 1969.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με δεδομένη πλέον την εμπειρία της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μας εκπλήσσει η κλιμάκωση του ρεαλισμού στην προσωπογραφία. Με αφετηρία τη δοξαστική ή και πομπώδη, κατά τα πρότυπα του Μπαρόκ,  Προσωπογραφία του κόμη Johannes Matthias von der Schulenburg  του Παναγιώτη Δοξαρά περνάμε στην Αυτοπροσωπογραφία (ca. 1800, Ζάκυνθος, Αρχοντικό Δ. Ρώμα) του Κουτούζη και από εκεί στις προσωπογραφίες της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκο (1833, Ζάκυνθος, Μουσείο Σολωμού) και του Φαρμακοποιού Δικόπουλου (εικ. 12) του Καντούνη, όπου η ρεαλιστική αποτύπωση των λεπτομερειών – στο τελευταίο έργο ανελέητη, θα έλεγε κανείς – συνδυάζεται και με μια αξιοπαρατήρητη ψυχογραφική ικανότητα.

Εικ.12. Ν. Καντούνης, Προσωπογραφία του φαρμακοποιού Δικόπουλου, ca. 1825,  Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι εμποτισμένοι από την ιταλική παιδεία Επτανήσιοι αριστοκράτες και αστοί αδιαφόρησαν για τις άλλες θεματικές κατηγορίες της κοσμικής ζωγραφικής, επειδή λόγω φυσικών κυρίως καταστροφών ελάχιστα μόνο δείγματά τους έχουν φτάσει ως εμάς. Ο Τώνης Σπητέρης παρατηρεί: «Η εμφάνιση του κοσμικού θέματος τον 18ο αιώνα στα Επτάνησα δεν είναι παρά η παρουσία στον χώρο της ζωγραφικής της βαθιάς εκείνης αλλαγής στο πνεύμα και στον τρόπο ζωής αυτή την περίοδο που ευγενείς και κατακτητές θέλουν να επιδείξουν τον πλούτο και τη ματαιοδοξία τους, ενώ ταυτόχρονα μια καινούρια τάξη εμπόρων και διανοουμένων αποκτά αυτοσυνειδησία και θέλει να κατοχυρώσει τη θέση της»11. Όσον αφορά τα ηθογραφικά θέματα και τη νεκρή φύση, σώζονται περισσότερες πληροφορίες παρά έργα – Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα (εικ. 13) του Χ. Παχή και η Γυναίκα με παιδί που προσπαθεί να σβήσει ένα κερί (Αργοστόλι, Ιστορικό και Λαογραφικό  Μουσείο) του Γεωργίου Μηνιάτη (ca. 1820-1895). Και εδώ φαίνεται πως πρωταγωνίστησε ο Ιερώνυμος Πλακωτός. Οι πηγές μας πληροφορούν ότι “έστεκε άριστος πιτόρος [ζωγράφος] εις το νατουράλε” , ότι “εσώζοντο διάφοροι εικόνες, εν αις οι δώδεκα μήνες και έτεραι παριστώσαι οπώρας και ποικιλόχρωα άνθη έχοντα μεγίστην φυσικότητα” και ακόμη ότι “αμπειλίρησε [διακόσμησε] κάμποσους ναούς, σπίτια, με φιγούρες, φιόρια, ζώα και πουλιά… καθώς και αγίους στο ξερόν και στο φράγκικον και πολλαίς άλλαις φιγούραις προφάναις [κοσμικές] ”12.  Ενδεικτικά, από την κατηγορία αυτή, θα μπορούσαν να αναφερθούν επίσης Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη (1756, Μουσείο Ζακύνθου) του Ιωάννη Κοράη (1799-1841) και Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (εικ. 14)  του Κουτούζη. Στη Λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο (εικ. 15) μία από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, ο Βεντούρας αποκαλύπτει με την οξύτητα της εξπρεσιονιστικής γραφίδας πως ό,τι για άλλους μπορεί να είναι εορταστική, λυτρωτική διαδικασία για εκείνον εμπεριέχει μεταφυσική αγωνία, πέρα ίσως από τα όρια της χριστιανικής πίστης. Όπως στα τοπιογραφικά θέματά του η δραματική ένταση υποκαθιστά τον ειδυλλιακό χαρακτήρα των τοπιογραφιών του Παχή, του Μποκατσιάμπη ή του Γιαλλινά, έτσι και στις Λιτανείες  του η αφηγηματική και καταγραφική πρόθεση του Κοράη ή του Κουτούζη δίνει τη θέση της στην εργώδη προσπάθεια διατύπωσης υπαρξιακών ερωτημάτων και αισθητοποίησης προσωπικών βιωμάτων. Όμως ήδη φτάσαμε στο ακρότατο σημείο μιας πορείας πέντε αιώνων της τέχνης στα Επτάνησα, ο χαρακτήρας της οποίας αποτυπώνεται υποδειγματικά στα λόγια του Ελύτη: «Είναι μια πρωτοπορία ίσως, αλλά μια πρωτοπορία που η ανθρώπινη εγγύησή της είναι ο μικρός εφτανησιώτικος πληθυσμός και που, από τη γέφυρα της Βενετιάς, με πρώτους σημαιοφόρους τους Δοξαράδες, οδηγεί ολόισια στη Δύση»13.

Εικ.13. Χ Παχής, Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα, 1875-80, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.
Εικ.14. Ν Κουτούζης, Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (Τμήμα), 1766, Ζάκυνθος, ναός Αγίου Διονυσίου.
Εικ.15. Ν. Βεντούρας, Η λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο, 1973.

Σημειώσεις

¹Α. Μουστοξύδης, «Παναγιώτης Δοξαράς», Ελληνομνήμων, Ι (1843), σ. 17-40.

2 Α. Κοραής, «Το είδος και τα μέσα της παιδείας, (1814)», Άπαντα Ι, Αθήνα 1969, σ. 327.

3 Από τον πρόλογο του Σπυρίδωνος Λάμπρου στην πρώτη έκδοση του χειρογράφου του Παναγιώτη Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. λέ.

Π. Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. 4, 27.

5 Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», αναδημοσιευμένο με τη φροντίδα του Ντίνου Κονόμου από το περιοδικό Πινακοθήκη του 1902-1903, Ζάκυνθος 1968, σ. 28.

6  Χ. Γιανναράς, Η Ευρώπη γεννήθηκε από το “Σχίσμα”, Αθήνα 20183 (2015), σ. 255.]

7   Βλ. ενδεικτικά Σ. Λυδάκης, Η Ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής, Αθήνα 1976, σ. 35.

8  Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», Πινακοθήκη Β’ (1902-3), σ. 5.

9  Γ. Μαυρογιάννης, «Η τέχνη εν Κρήτη και εν Επτανήσω», Αττικόν Ημερολόγιον 1890, σ. 286.

10 Σ. Δε Βιάζης, ό.π., σ. 210.

11 T. Spitéris, Influences occidentales sur la peinture néo-hellenique, Αθήνα 1955, σ. 2.

12 Ν. Κατραμής, Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1880, σ. 328, 371 · Σ. Δε Βιάζης, περιοδ. Καλλιτεχνικός Κόσμος, έτος Α΄, αρ. 3 (1892).

13 Ο. Ελύτης, «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα 1987, σ. 289.

Ο Άλκης Χαραλαμπίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

«Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός!», αναφώνησε ο διαπρεπής αρχαιολόγος μην κρύβοντας την έκπληξή του όταν η σκαπάνη του σκόνταψε πάνω στον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο που πρωτοαντίκριζε ποτέ.

«Στηριγμένος λοιπόν σε ισχυρές αρχαιολογικές ενδείξεις, νομίζω πως έχω το δικαίωμα να πω ότι ο μεγάλος μακεδονικός τάφος μπορεί να ανήκει στον Φίλιππο Β’», δήλωσε λίγες μέρες αργότερα, στέλνοντας την Ελλάδα για πολλούς μήνες στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου.

Ήταν στις 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος και η ομάδα του βρέθηκαν μπροστά στο αρχαιολογικό εύρημα που θα προκαλούσε οικουμενική συγκίνηση αλλά και μια πρωτόγνωρη κινητοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Τα νέα των επόμενων εβδομάδων θα έκαναν πολλές φορές τον γύρο της υφηλίου, μιας και μέσα στον ασύλητο μακεδονικό τάφο που αποκάλυψε η αρχαιολογική εμμονή του Ανδρόνικου των 26 ολόκληρων ετών θα βρισκόταν μια ολόχρυση λάρνακα, η οποία είχε αποθηκεύσει για τόσους και τόσους αιώνες τα οστά του μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Στις 24 Νοεμβρίου, ο Ανδρόνικος προβαίνει με την απροσχημάτιστη απλότητά του στην ανακοίνωση της ανακάλυψης στην αίθουσα τελετών της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αφήνοντας άπαντες με το στόμα ανοιχτό. Πριν από την ανακοίνωση, ο διαπρεπής αρχαιολόγος έχει κάνει δύο τηλεφωνήματα: στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Η ανασκαφή της Βεργίνας έμελλε να σφραγίσει την επιστημονική διαδρομή του Ανδρόνικου, αν και ο ίδιος ήταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο από την κολοσσιαίας αρχαιολογικής σημασίας ανακάλυψή του. Ο επίμονος αρχαιολόγος ήταν ταυτοχρόνως ένας πολύ μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος, ένας συνειδητοποιημένος πολίτης και ένας άνθρωπος που σημάδεψε γενικά όλους όσοι είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του ή να ακούσουν τις διαλέξεις του.

Η δήλωση του Μανόλη Ανδρόνικου το πρωινό της 24ης Νοεμβρίου 1977 σφράγισε τη μοίρα της μακεδονικής ιστορίας και άλλαξε τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας. Μετά τη μέρα αυτή, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο στα αρχαιολογικά πράγματα της χώρας μας…

Πρώτα χρόνια

Ο Μανόλης Ανδρόνικος (που επιθυμούσε να αναγράφεται το όνομά του με «όμικρον») γεννιέται στις 23 Οκτωβρίου 1919 στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, παρά μόνο ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 κατέφτασε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου και γράφτηκε το 1936 στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Ήδη από παιδί αγάπησε τις τέχνες και τα γράμματα, καθώς η ποίηση ήταν γι’ αυτόν το διαχρονικό καταφύγιο από τις δυσκολίες της προσφυγιάς, και ίδρυσε κάποια στιγμή τον καλλιτεχνικό και φιλολογικό όμιλο «Η Τέχνη». Και τότε τον κερδίζει η αρχαιολογία, μέσω μιας σειράς σημαδιών της μοίρας. Ας τον ακούσουμε: «Τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο άκουσα όλους τους καθηγητές που είχα τότε, τον Κακριδή, τον Θεοδωρακόπουλο, τον Αποστολάκη, τον Θεοδωρίδη. Αλλά ανάμεσα σ’ όλους ήταν ένας παράξενος θα ’λεγα δάσκαλος, ο Ρωμαίος. Ήταν κακός ομιλητής, δεν ήταν όμορφος, δεν είχε τίποτα εξωτερικά γοητευτικό. Αλλά μέσα από τη δυσκολία του λόγου του και τη μονότονη θα έλεγα διδασκαλία του, σου κάρφωνε ορισμένα πράγματα. Μας δίδασκε για τους Κούρους, κάτι που δεν το ήξερα καθόλου. Παράλληλα, ήρθε μια άλλη περίεργη σύμπτωση: Ένας συμφοιτητής και φίλος μου, ο Θηστέρης ο Γιώργος, ήταν αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα που ήταν χορεύτρια κλασικού χορού. Καθώς μια μέρα μελετούσαμε με τον Γιώργο στα εκμαγεία και ήρθε να τον πάρει, μας είπε τι πόνο έχει το χέρι του γλύπτη και μας εξήγησε με το ίδιο της το κορμί τι σημαίνει χαρά, πόνος, λύπη, ενθουσιασμός. Μας τα έδειξε και στα αρχαία αγάλματα. Αυτή η περίεργη συγκυρία μ’ έκανε να βλέπω με άλλο μάτι και τα αρχαία αγάλματα και να ακούω και με άλλο αυτί τη διδασκαλία του Ρωμαίου».

Και τότε τον καλεί η Βεργίνα, χωρίς ακόμα να το γνωρίζει ο ίδιος: «Ακόμη μια συγκυρία, ήταν ότι ο Ρωμαίος από την πρώτη κιόλας χρονιά με πήρε μαζί του στην ανασκαφή της Βεργίνας. Αυτό μπορώ να πω ότι σφράγισε τη ζωή μου. Τελείωσα το πανεπιστήμιο το 1941. Από το 1938, τότε με το δάσκαλο μου, τον Ρωμαίο, πηγαίναμε στη Βεργίνα στην ανασκαφή του ανακτόρου δύο φορές το χρόνο. Αυτές ήταν οι πρώτες αρχαιολογικές μου εμπειρίες, μαζί με τις εμπειρίες που είχα και από τη διδασκαλία του στο πανεπιστήμιο, αλλά και από όσα μας έλεγε στα ξενύχτια που κάναμε στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Βεργίνας, όπου έμενε».

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1941, διορίζεται φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου, αν και σύντομα θα τον καλούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Ανδρόνικος κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πήρε μέρος σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, υπηρετώντας το στράτευμα ως λοχίας. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη το 1945, πιάνει δουλειά στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια «Σχοινά»: «Ήταν μια ωραία εμπειρία για μένα. Είχα καλά παιδιά, μαθήτριες -ήταν γυμνάσιο θηλέων- και θυμούμαι με συγκίνηση που μπόρεσα και δίδαξα όπως ήθελα και τα αρχαία ελληνικά και τα νια ελληνικά. Και έτσι αισθάνομαι μια ικανοποίηση, όταν θυμάμαι ότι το 1946 πρωτοδίδαξα τον Ελύτη. Το “Άσθμα πένθιμον και ηρωικό”, που μόλις γύρισα από τη Μέση Ανατολή το είχα βρει στο Τετράδιον Δεύτερον. Δίδαξα και Σεφέρη και “Ερωτόκριτο’’ και άλλη ποίηση, την οποία πάντα αγαπούσα».

Αφού περάσει μερικά χρόνια ως εκπαιδευτικός, ο Ανδρόνικος διορίζεται το 1949 επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας και το 1952 αναλαμβάνει πανεπιστημιακή θέση στο Αριστοτέλειο (καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας). Η δίψα του για γνώση θα τον φέρει τη διετία 1954-1955 με υποτροφία στην Οξφόρδη, όπου θα βρεθεί δίπλα στον μεγάλο αρχαιολόγο sir John Beazley, που «ήταν ο μεγαλύτερος αρχαιολόγος ασφαλώς του 20ού αιώνα, αλλά ίσως και όλων των εποχών».

Ο φωτισμένος δάσκαλος, ο «πατέρας» της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας, ενσταλάζει στον Ανδρόνικο ακόμα μεγαλύτερο πάθος για την κλασική αρχαιολογία και εκείνος τον ανταμείβει με τη διατριβή του «Λακωνικά ανάγλυφα», με την οποία και θα εκλεγεί υφηγητής Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ το 1957. Από το 1964, ο Ανδρόνικος ήταν τακτικός πια καθηγητής της έδρας.

Τα χρόνια που εργαζόταν ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στη Θράκη του χάρισαν ωστόσο και τη γυναίκα της ζωής του. Το 1949 παντρεύεται την Ολυμπία Κακουλίδου, την ακούραστη συμπαραστάτριά του στην ανασκαφική οδύσσεια της Βεργίνας, που όπου να ’ναι θα ξεκινήσει: «Στη σχολή Σχοινά είχα μιαν άλλη τύχη. Γνώρισα τη γυναίκα μου, την Όλια, η οποία μου παραστάθηκε πάρα πολύ σε όλη την ανασκαφική προσπάθεια, γιατί μοιράστηκε μαζί μου τις ταλαιπωρίες. Τουλάχιστον τις ταλαιπωρίες των πρώτων χρόνων που ήταν πολύ μεγάλες. Υπάρχει και μια ακόμα σύμπτωση, ότι διορίστηκα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία αμέσως μετά το γάμο μου»…

Η αρχαιολογική ανασκαφή της Βεργίνας

Παλιός γνώριμος της Βεργίνας ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Ανδρόνικος πρωτοστάτησε αρχαιολογικά σε διάφορες ανασκαφές της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη, Βέροια, Νάουσα, Κιλκίς, Χαλκιδική κ.α.), αν και σύντομα θα έστρεφε το επιστημονικό του ενδιαφέρον στη Βεργίνα. Ο αγώνας του τιτάνιος και γεμάτος εμπόδια. Στο ξεκίνημα θα ανασκάψει 32 τύμβους της πρώιμης εποχής του σιδήρου, ενώ θα ολοκληρώσει και την ανασκαφή του ανακτόρου της Βεργίνας. Το 1952 αρχίζει τις ανασκαφές της Μεγάλης Τούμπας. Αρχικά απογοητεύεται, αφού ανακαλύπτει τρεις τάφους που έχουν όμως συληθεί. «Η πρώτη άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν μια έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμιά διακόσμηση», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Λίγο πιο βαθιά όμως θα ανακαλύψει την αριστουργηματική τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης! Με το πάθος του οραματιστή που κυνηγάει απέλπιδα τη δική του Ιθάκη, ψάχνει αδιάκοπα στο χώμα, παλεύοντας τόσο με τη γη όσο και με τον εαυτό του. Τα κονδύλια αλλά και ο χρόνος φτάνουν στο τέλος τους, όχι όμως και το πείσμα του. Στις τρεις απόπειρες που προηγήθηκαν του 1977 (το 1951, το 1962 και το 1963), ο Ανδρόνικος κατέληξε πως ο τεράστιος τύμβος στην ανατολική άκρη της Βεργίνας ήταν τεχνητός και κάλυπτε έναν -τουλάχιστον- τάφο.

Έπειτα από αναγκαστική διακοπή 13 χρόνων, επέστρεψε λοιπόν σε αυτόν απερίσπαστος, έχοντας ολοκληρώσει την πανεπιστημιακή ανασκαφή στο ανάκτορο της Βεργίνας, ελεύθερος τώρα να αφοσιωθεί στο φιλόδοξο νεανικό του όνειρο και να αποκρυπτογραφήσει το μυστικό της Μεγάλης Τούμπας! Στις 8 Νοεμβρίου 1977, που έμελλε να γίνει η σημαντικότερη μέρα της ζωής του, ανακαλύπτει χωρίς καμία αμφιβολία και με τεκμηριωμένες πια αποδείξεις τον τάφο του βασιλιά των Μακεδόνων Φιλίππου Β’! Τα ευρήματα πολλά: χρυσή λάρνακα με ανάγλυφο το δεκαεξάκτινο αστέρι και οστά, λαμπρές τοιχογραφίες, σιδερένιοι θώρακες, ψηφιδωτά, ανάγλυφα μέλη, κλίνες από ελεφαντοστό και άλλα πολλά.

Λίγο καιρό πριν από τη σπουδαία ανακάλυψη, γράφει στο σημειωματάριό του: «Οι προσδοκίες για την ανασκαφή της Μ. Τούμπας είναι εξαιρετικές. Ακόμα και η απίστευτη ελπίδα πως κάτω από την τεράστια επίχωσή της καλύπτει τάφους Μακεδόνων Βασιλέων. Τίποτα δεν αποκλείεται!». Την πρώτη μέρα της ανακάλυψης, σημειώνει: «Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου. Έπιασα με τα χέρια μου το λείψανο του Φιλίππου».

Η ανασκαφή του 1976 ταύτισε στη θεωρητική συλλογιστική του Ανδρόνικου τον αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα και βασιλική νεκρόπολη των Τημενιδών, υποθέτοντας πια με σχετική ασφάλεια ότι ενδέχεται να υπάρχουν βασιλικοί τάφοι κάτω από την επίχωση του τύμβου. Τον Νοέμβριο του 1977, έπειτα από μια μακρά και εντατική ανασκαφική περίοδο που έγινε δυνατή χάρη στα κονδύλια από τον προϋπολογισμό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, ο Μανόλης Ανδρόνικος παρουσίασε στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Παλαιού Κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής το μεγάλο του εύρημα: τρεις τάφους, ανάμεσά τους δύο ασύλητους μακεδονικούς, που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής αρχαιολογίας και έστρεψαν το ενδιαφέρον και τη στήριξη της πολιτείας στα αποτελέσματά της.

Το ημερολόγιο έγραφε 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος πραγματοποίησε τη σημαντικότερη ίσως αρχαιολογική ανακάλυψη του 20ού αιώνα επί ευρωπαϊκού εδάφους: τον τάφο του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Β’. Τα εντυπωσιακά ευρήματα, όπως η χρυσή λάρνακα διακοσμημένη με τον δεκαεξάκτινο ήλιο, το χρυσό στεφάνι που αναπαριστά φύλλα και καρπούς δρυός, η πανοπλία του ηγεμόνα και το χρυσό δόρυ, κάνουν για πρώτη φορά παγκόσμια γνωστό τον λαμπρό μακεδονικό πολιτισμό.

Ο ίδιος ο Ανδρόνικος εξιστορεί στο «Χρονικό της Βεργίνας» την περιπέτεια της κοσμοϊστορικής ανακάλυψης: «Πήρα το τσαπάκι της ανασκαφής, που έχω μαζί μου από το 1952, έσκυψα στο λάκκο και άρχισα να σκάβω με πείσμα και αγωνία το χώμα κάτω από το κλειδί της καμάρας. Ολόγυρα ήταν μαζεμένοι οι συνεργάτες μου. (…) Συνέχισα το σκάψιμο και σε λίγο ήμουν βέβαιος. Η πέτρα του δυτικού τοίχου ήταν στη θέση της, απείραχτη, στέρια. (…) -Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός! Ήμουν ευτυχισμένος βαθιά. Είχα λοιπόν βρει τον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο. Εκείνη τη στιγμή δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε άλλο. Εκείνη τη νύχτα -όπως και όλες τις επόμενες- στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ περισσότερο από δυο τρεις ώρες. Γύρω στις 12, τα μεσάνυχτα, πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να βεβαιωθώ αν οι φύλακες ήταν στη θέση τους. Το ίδιο έγινε και στις 2 και στις 5 το πρωί. Οπωσδήποτε, συλλογιζόμουν, μέσα στη σαρκοφάγο πρέπει να κρύβεται μια ωραία έκπληξη. Η μόνη δυσκολία που συναντήσαμε ήταν πως την ώρα που ανασηκώναμε το κάλυμμα, είδαμε καθαρά πια το περιεχόμενο και έπρεπε να μπορέσουμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, μόλο που τα μάτια μας είχαν θαμπωθεί απ’ αυτό που βλέπαμε και η καρδιά μας πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση. Μέσα στη σαρκοφάγο υπήρχε μια ολόχρυση λάρνακα. Επάνω στο κάλυμμά της ένα επιβλητικό ανάγλυφο αστέρι με δεκάξι ακτίνες, και στο κέντρο του ένας ρόδακας. Με πολλή προσοχή και περισσότερη συγκίνηση ανασήκωσα το κάλυμμα με το αστέρι πιάνοντάς το από τις δυο γωνίες της μπροστινής πλευράς. Όλοι μας περιμέναμε να δούμε μέσα σ’ αυτήν τα καμένα οστά του νεκρού. Όμως αυτό που αντικρίσαμε στο άνοιγμά της μας έκοψε για μιαν ακόμη φορά την ανάσα, θάμπωσε τα μάτια μας και μας πλημμύρισε δέος: πραγματικά μέσα στη λάρνακα υπήρχαν τα καμένα οστά. (…) Αλλά το πιο απροσδόκητο θέαμα το έδινε ένα ολόχρυσο στεφάνι από φύλλα και καρπούς βελανιδιάς που ήταν διπλωμένο και τοποθετημένο πάνω στα οστά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί τέτοια ασύλληπτη εικόνα. Μπορώ να φέρω στη συνείδησή μου ολοκάθαρα την αντίδραση που δοκίμασα καθώς έλεγα μέσα μου: “Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική”. Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε»….

Η πολιτεία τον εμπιστεύεται και πλέον είναι στο πλευρό του. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μόλις ενημερώνεται για το κατόρθωμα του Ανδρόνικου, του ξεκαθαρίζει: «Θα σας δώσω ό,τι θέλετε. Πείτε τι θέλετε και θα το έχετε. Δώσατε φωνή και υπόσταση στην ιστορία της Ελλάδος».

Ο απολογισμός της αποκάλυψης του Ανδρόνικου ήταν χονδρικά ένα Ηρώο, ένας κιβωτιόσχημος τάφος με καταπληκτική ζωγραφική διακόσμηση, δύο ασύλητοι μακεδονικοί τάφοι και ένας κατεστραμμένος. Η ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας ολοκληρώθηκε το 1981 και ο Ανδρόνικος δημοσίευσε το 1984 το σύγγραμμά του «Οι βασιλικοί τάφοι και άλλες αρχαιότητες», όπου εξέθεσε τα δεδομένα, τους προβληματισμούς, τις σκέψεις και τις ερμηνείες του σχετικά με τα ευρήματα, εγκαινιάζοντας μια αρχαιολογική συζήτηση που δεν έχει κοπάσει μέχρι και σήμερα.

Την επόμενη χρονιά, το 1978, ο Ανδρόνικος ανακάλυψε και τον λεγόμενο «Τάφο του Πρίγκιπα». Ήταν το τρίτο μυστικό που έκρυβε η Μεγάλη Τούμπα: ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος. Το 1982, η ανασκαφική πανεπιστημιακή ομάδα αφήνει πίσω της τη Μεγάλη Τούμπα, αφού βέβαια πρώτα ο Ανδρόνικος φρόντισε για τη συντήρηση των μνημείων. Η ιδιαίτερη ευαισθησία και το αίσθημα ευθύνης του για το ταφικό μνημείο της Βεργίνας συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια, έως ότου να κατασκευαστεί το μεγάλο στέγαστρο των βασιλικών τάφων από το υπουργείο Πολιτισμού (1992). Τότε ήταν που άνοιξε έναν νέο κύκλο ανασκαφικών εργασιών στη Βεργίνα, γύρω από το νεκροταφείο, και εντόπισε -σε άμεση σχέση με το ανάκτορο- το αρχαίο θέατρο της πόλης και αμέσως βορειότερα το Ιερό της Εύκλειας (αγορά).

Το 1987 ανακαλύπτεται πλάι στον τάφο του «Ρωμαίου», ο τάφος της «Ευρυδίκης», ένας πιο πρώιμος μακεδονικός τάφος που ενίσχυσε τον συλλογισμό που είχε αναπτύξει ο Ανδρόνικος σχετικά με την τυπολογική και μορφολογική εξέλιξη των μακεδονικών ταφικών μνημείων, ενώ την επόμενη χρονιά ακολουθούν και άλλοι τάφοι στην ίδια περιοχή. Το 1990 ξεκίνησε την ανασκαφή του «Μητρώου» (Ιερό της Μητέρας των θεών)…

Κατοπινά χρόνια

Ο διαπρεπής αρχαιολόγος και φωτισμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, μετρώντας συνεχή παρουσία στην πνευματική ζωή της Ελλάδας. Τιμήθηκε εκτεταμένα για το έργο του και έλαβε αναρίθμητους επαίνους και διακρίσεις, διατελώντας πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του εθνικού συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής της UNESCO, μέλος και πρόεδρος του αρχαιολογικού συμβουλίου και ισόβιος εταίρος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Το 1980 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τον Μάρτιο του 1992, λίγες μέρες πριν φύγει από τον κόσμο, η ελληνική πολιτεία τίμησε τον κορυφαίο αρχαιολόγο με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα. Ο Ανδρόνικος διαχειρίστηκε υποδειγματικά ένα πολύπλευρο και πολυσήμαντο εύρημα, φρόντισε για την προστασία και την ανάδειξή του και μάγεψε το ευρύ κοινό με τις ανακαλύψεις του, διατηρώντας πάντα στο ακέραιο το ακαδημαϊκό ήθος και την επιστημονική σεμνότητα που προσιδιάζουν στους μεγάλους άντρες.

Έφυγε από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 1992 αναγνωρισμένος από την πολιτεία, το κοινό, ακόμα και τους επιστημονικούς αντιπάλους του. Στο «Χρονικό της Βεργίνας», ένα μόνο σύγγραμμα από την πλούσια εργογραφία του, παρατηρούσε για την ανακάλυψη που συγκλόνισε την οικουμένη: «Δεν φαντάζομαι να έχει γίνει δεκτή ποτέ άλλοτε μια αρχαιολογική ανακοίνωση με τόσο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Ήταν φανερό πως τα ευρήματα λειτουργούσαν κιόλας πολύ πέρα από την αυστηρά επιστημονική περιοχή. Για μιαν ακόμη φορά, ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου είχε αγγίξει τις καρδιές των Μακεδόνων. Και όχι μόνο αυτών»…

Πηγή: Newsbeast 30/04/2015


Πηγή: H Μηχανή του Χρόνου

Điện Biên Phủ

Điện Biên Phủ

 

Η πολιορκία του Điện Biên Phủ διήρκεσε 57 ημέρες (13 Μαρτίου – 7 Μαΐου 1954) και ισοδυναμεί με το τέλος της γαλλικής παρουσίας στην Ινδοκίνα. Πρόκειται για την κορυφαία και συνάμα τελευταία ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στο γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα της Ινδοκίνας και τις δυνάμεις του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος  Việt Minh. Πρόθεση των Γάλλων ήταν να παρασύρουν τους αντιπάλους τους, οι οποίοι επιδίδονταν σε έναν ανορθόδοξο πόλεμο φθοράς εκμεταλλευόμενοι την άριστη γνώση της μορφολογίας του εδάφους και των κλιματικών ιδιαιτεροτήτων της περιοχής, σε μια και μόνη αποφασιστική αναμέτρηση, με σκοπό να τους συντρίψουν χάρη στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή τους σε τεχνολογία και ισχύ πυρός. Προκειμένου να εκπληρώσουν τον αντικειμενικό τους στόχο, πίστευαν πως αρκούσε να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων τους μέσω του γειτονικού Λάος εξαναγκάζοντάς τους, με τον τρόπο αυτό, σε μια αναμέτρηση σε ανοικτό έδαφος και με γνώμονα τους κανόνες ενός τακτικού πολέμου. Με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν το φθινώπορο του 1953 στην κατασκευή ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου στη θέση  Điện Biên Phủ, κοντά στα σύνορα με το Λάος. Η βάση του  Điện Biên Phủ βρισκόταν βαθειά απομονωμένη εντός του εχθρικού εδάφους. Καθώς τα στρατεύματα του  Việt Minh στερούνταν παντελώς αεροπορίας και αντιαεροπορικού πυροβολικού (αυτή, τουλάχιστον, ήταν η εκτίμηση της γαλλικής στρατιωτικής ηγεσίας), ο ανεφοδιασμός του περιχαρακωμένου στρατοπέδου θα διενεργούνταν αποκλειστικά από αέρος. Ο παραπάνω σχεδιασμός ανατράπηκε πλήρως, όταν η γαλλική φρουρά βρέθηκε περικυκλωμένη από υπεράριθμες δυνάμεις και βαρύ πυροβολικό (συμπεριλαμβανομένων και αντιαεροπορικών μονάδων), που μεταφέρθηκε μέσα από δύσβατα μονοπάτια της πυκνής ζούγκλας. Ο αιφνιδιασμός στις τάξεις των Γάλλων υπήρξε πλήρης, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν ούτε μια στιγμή να αποκτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, περιοριζόμενοι σε έναν εφιαλτικό πόλεμο χαρακωμάτων, ο οποίος ενεργοποίησε μέσα τους σύνδρομα της εποχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πτώση του  Điện Biên Phủ και η παράδοση σύσσωμης της φρουράς προκάλεσε κυβερνητική κρίση στη Γαλλία και επηρρέασε αποφασιστικά τις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, οι οποίες κατέληξαν, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, στη δημιουργία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ στον βορρά και του κράτους του Βιετνάμ στο νότο, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο. Μια δεκαετία αργότερα, οι ΗΠΑ υπέπεσαν σε ανάλογα σφάλματα υπεροψίας και υπέρμετρης αλαζονείας, έχοντας απέναντι τον ίδιο ακριβώς αντίπαλο. Το τίμημα και η τελική έκβαση είναι γνωστά.

 Η Γαλλική Ινδοκίνα

Η Γαλλική Ινδοκίνα (Union indochinoise), ιδρύθηκε το 1887 ενσωματώνοντας στους κόλπους της, όλες τις γαλλικές κτήσεις της Άπω Ανατολής από το 1858 και μετά. Πρόκειται για την αποικία της Cochinchine (νότιο τμήμα της σημερινής Δημοκρατίας του Βιετνάμ), τα προτεκτοράτα του Αννάμ και του Τονκίνου (κεντρικό και βόρειο τμήμα αντίστοιχα), της Καμπότζης και του Λάος, το οποίο αποσπάσθηκε από το γειτονικό Σιάμ (σημερινή Ταϊλάνδη). Σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της, η Ινδοκίνα ουδέποτε λειτούργησε ως χώρος μαζικού εποικισμού, αλλά ως ζώνη οικονομικής εκμετάλλευσης χάρη στις πλούσιες πρώτες ύλες, που διέθετε και με τις οποίες τροφοδοτούσε ακατάπαυστα τη Μητρόπολη. Έτσι εξηγείται ο μικρός, σχετικά, αριθμός Γάλλων εποίκων, οι περισσότεροι εκ των οποίων στελέχωναν την αποικιακή διοίκηση ή επιδίδονταν σε επιχειρηματικές και εμπορικές δραστηριότητες. Όσο δε για τον αυτόχθονα πληθυσμό, πέρα από μια υποτυπώδη αλλά εύπορη αστική τάξη, το μεγαλύτερο μέρος ζούσε κάτω από σκληρές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η αποικιακή διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με περιοδικές εξεγέρσεις, ειδικότερα στην περιοχή του σημερινού Βιετνάμ. Η σημαντικότερη από τις εξεγέρσεις αυτές υπήρξε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα Việt Minh, κομμουνιστικής απόκκλισης, το οποίο εκμεταλλεύθηκε το 1945 το κενό, που άφησε πίσω της η ιαπωνική κατοχή έως ότου αποκατασταθούν οι γαλλικές διοικητικές αρχές. Σημειωτέον πως από το 1949 και κατόπιν, το  Việt Minh έχαιρε της ηθικής και υλικής υποστήριξης της Μαοϊκής Κίνας, με την οποία οι περιοχές, που είχε θέσει υπό έλεγχο, διέθεταν εκτεταμένα σύνορα.  Στη συνείδηση του γαλλικού λαού, πάντως, η Ινδοκίνα για πολλά χρόνια εθεωρείτο υπόδειγμα αποικιακού μεγαλείου, κύρους και ισχύος. Προφανώς για το λόγο αυτό της δόθηκε η προσωνυμία  “μαργαριτάρι της αυτοκρατορίας” (Perle de l’ Empire) κατά το πρότυπο της Ινδίας  (“πετράδι του στέμματος” – Jewel of the Crown). Για τον ίδιο λόγο η απώλειά της και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συντελέστηκε, στοίχισαν τόσο ακριβά σε μια γαλλική κοινωνία , που δεν είχε καταφέρει να απαλλαγεί από το στίγμα  του Vichy και η οποία, την ίδια εποχή, αντιμετώπιζε ανάλογους κραδασμούς στις βορειοαφρικανικές της κτήσεις.

Η κατάκτηση του Τονκίνου και η δημιουργία της Γαλλικής Ινδοκίνας το 1887.
Κεντρική αρτηρία του Ανόι στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο βάθος διακρίνεται το κτήριο του Δημοτικού Θεάτρου.
Το pousse-pousse, δημοφιλές μέσο μετακίνησης.
Το ξενοδοχείο Saigon Palace.
Προτροπή για εθελοντική κατάταξη στον αποικιακό στρατό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναυτικό απόσπασμα επανδρωμένο με αυτόχθονες
Η ιαπωνική κατοχή (1940-1945)

Ο πόλεμος της Ινδοκίνας (1946 – 1954)

Κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιάπωνες, παρά το γεγονός ότι εγκατέστησαν ένα προτεκτοράτο στην Ινδοκίνα, διατήρησαν τη γαλλική διοίκηση  έως το 1945 και αρκέστηκαν στην κατασκευή και χρήση στρατιωτικών βάσεων. Από το 1941 ωστόσο, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του Βιετνάμ (Việt Minh), το οποίο εστρέφετο εξίσου και κατά των Γάλλων του Vichy. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, την επομένη ακριβώς της συνθηκολόγησης της Ιαπωνίας, ο ηγέτης του  Việt Minh,  Hồ Chí Minh ανακύρηξε στο Ανόι την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ. Ωστόσο, στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ (Αύγουστος 1945), είχε αποφασιστεί ανάμεσα στους νικητές του πολέμου η στρατιωτική κατοχή της Ινδοκίνας. Κατόπιν τούτου, στο βορρά (Τονκίνο) εγκαταστάθηκαν δυνάμεις της εθνικιστικής Κίνας, ενώ ο νότος, η Καμπότζη και το Λάος περιήλθαν στον έλεγχο των Βρετανών. Από το τέλος Σεπτεμβρίου, οι Βρετανοί άρχισαν να εξοπλίζουν τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία είχαν νωρίτερα αφοπλιστεί από τους Ιάπωνες. Επιπρόσθετα, κατέφθασε από τη Μητρόπολη ένα Εκστρατευτικό Σώμα, υπό τον στρατηγό Leclerc de Hauteclocque. Με τον τρόπο αυτό, η Γαλλία ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της Ινδοκίνας. Δεν είχε αντίρρηση να εκχωρήσει πολιτική αυτονομία στο σύνολο των κτήσεών της στην Άπω Ανατολή, υπό την προϋπόθεση πως οι τελευταίες θα προσχωρούσαν στη λεγόμενη Γαλλική Ένωση (Union Française). Τον Μάρτιο του 1946, υπογράφηκε στο Παρίσι η σχετική συμφωνία ανάμεσα στον  Hồ Chí Minh και τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του Félix Gouin.

Μάρτιος 1946. Ο ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Việt Minh, Hồ Chí Minh στο Παρίσι, διαπραγματεύεται την ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Δίπλα του εικονίζεται ο εντολοδόχος της γαλλικής κυβέρνησης Maurice Moutet, πρώην υπουργός Αποικιών.

Η όλη κατάσταση εκτραχύνθηκε γρήγορα με ευθύνη αμφοτέρων των πλευρών. Οι ακραίοι κύκλοι του Việt Minh, ανέχονταν ολοένα και λιγότερο την παρουσία των Γάλλων, ενώ οι τελευταίοι, παραβιάζοντας τη συμφωνία του Μαρτίου, ανακήρυξαν στο νότο μια Δημοκρατία του Βιετνάμ, η οποία, με ηγέτη τον πρώην αυτoκράτορα του Αννάμ,  Bao-Daï , προσχώρησε στη Γαλλική Ένωση. Τον Νοέμβριο, μια σειρά εκτρόπων σε βάρος της γαλλικής παροικίας της Haiphong, επινείου του Ανόι, οδήγησε στον βομβαρδισμό της πόλης από το πολεμικό ναυτικό. Στις 19 Δεκεμβρίου 1946, στο Ανόι, το Việt Minh προχώρησε σε ανοικτή εξέγερση, σηματοδοτώντας την έναρξη του πολέμου της Ινδοκίνας. Από την αρχή διαφάνηκε ανάγλυφα η αναντιστοιχία και η διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη. Καλά εξοπλισμένο, το γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα επέμενε να διεξαγάγει επιχειρήσεις με συνθήκες τακτικού πολέμου, σαν να επρόκειτο να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο, που λειτουργούσε με ανάλογα δεδομένα. Αντ’ αυτού, είχε απέναντί του έναν εχθρό, άρτια εξασκημένο σε συνθήκες ανορθόδοξου πολέμου, ο οποίος κατάφερνε επιλεγμένα πλήγματα, προτού αποσυρθεί μέσα στην προστασία της ζούγκλας. Αναμενόμενη συνέπεια ήταν η είσπραξη μιας σειράς αποτυχιών μεταξύ των ετών 1950 και 1953 (μάχη της αποικιακής οδού αρ.4, μάχη της Cao Bang, μάχη της Hoa Binh), που κατέστησαν το  Việt Minh ουσιαστικό κυρίαρχο των βορείων επαρχιών, κατά μήκος των συνόρων με την κομμουνιστική Κίνα. Με μοναδική εξαίρεση την πόλη του Ανόι και το Δέλτα του Ερυθρού ποταμού, ολόκληρο το υπόλοιπο Τονκίνο είχε περιελθει υπό τον έλεγχο των επαναστατών. Η άφιξη στην Ινδοκίνα του στρατηγού Henri Navarre, συνέπεσε με τον σχεδιασμό μιας σειράς εκκαθαριστικών επιχειρήσεων (κωδικές ονομασίες Hirondelle, Brochet και Mouette), με στόχο την ανάκτηση του απωλεσθέντος ελέγχου στην ευαίσθητη, από στρατηγικής απόψεως, βόρεια περιοχή. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά έως μηδαμινά. Περί το τέλος του 1953, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αναζήτηση του τρόπου εκείνου, που θα παρέσυρε τις δυνάμεις του Việt Minh έξω από τις κρυψώνες τους και θα τις εξανάγκαζε στην πολυπόθητη αποφασιστική αντιπαράθεση σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι διέθεταν αναμφίβολα την υπεροπλία.

Ο στρατηγός Henri Navarre (στο κέντρο), διοικητής των γαλλικών στρατευμάτων στην Ινδοκίνα, εικονίζεται με το επιτελείο του τον Ιούνιο του 1953
Ναυτική περίπολος στο Δέλτα του Ερυθρού ποταμού (Sông Hοng)
Η επιχείρηση “Χελιδόνι” (Hirondelle) στην περιοχή Lang Son, Ιούλιος 1953.

Η επιχείρηση “Castor” και η πολιορκία του  Điện Biên Phủ

Η επιχείρηση “Castor”.

Τον Οκτώβριο του 1953, ο στρατηγός  Võ Nguyên Giáp, διοικητής του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εγκατέλειψε κάθε προοπτική κατάληψης του Δέλτα του Τονκίνου. Οι στρατηγικές του προτεραιότητες στράφηκαν προς τον έλεγχο του βορείου τμήματος του Λάος, γεγονός, το οποίο θα του επέτρεπε να παρακάμψει τις γαλλικές θέσεις και δημιουργώντας έναν συνεχή διάδρομο ανεφοδιασμού με αφετηρία τα σύνορα με την κομμουνιστική Κίνα, να πλήξει την κεντρική και νότια Ινδοκίνα. Πληροφορούμενοι εγκαίρως το παραπάνω σχέδιο, οι Γάλλοι αποφάσισαν να προλάβουν τη θέση σε εφαρμογή του καταλαμβάνοντας την κομβικής στρατηγικής σημασίας θέση του  Điện Biên Phủ, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη μεθόριο με το βόρειο Λάος. Ο έλεγχος του  Điện Biên Phủ μπορούσε να αποβεί διπλά οφέλιμος. Εκτός από την παρεμπόδιση μιας εισβολής  Việt Minh εντός του εδάφους του Λάος, ήταν σε θέση να προκαλέσει προβλήματα στον ανεφοδιασμό και στην ανάπτυξη του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εξαναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την τακτική του ανταρτοπολέμου και να επιδιώξει μια αναμέτρηση απελπισίας σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι υπερείχαν σε οπλισμό και ισχύ πυρός. Η επιχείρηση “Κάστορας” (Castor), δηλαδή η κατάληψη του Điện Biên Phủ από αέρος και η δημιουργία επιτόπου ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με γνώμονα την πεποίθηση πως ο αντίπαλος στερείτο παντελώς αεροπορίας (είναι γεγονός) και αντιαεροπορικού οπλισμού (ως προς το σημείο αυτό, οι πληροφορίες των Γάλλων αποδείχθηκαν αργότερα εσφαλμένες). Οι πρώτες δυνάμεις αλεξιπτωτιστών έπεσαν το πρωί της 20ης Νοεμβρίου 1953, διαθέτοντας κάλυψη από βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Στις τάξεις του Việt Minh ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης και εντός 48 ωρών εξαρθρώθηκε κάθε μορφής αντίσταση. Δίχως χρονοτριβή, το μηχανικό κατασκεύασε έναν διάδρομο προσγείωσης (αργότερα κατασκευάστηκε και ένας εφεδρικός), με αποτέλεσμα πέντε ημέρες, μόλις, έπειτα από την έναρξη της επιχείρησης Castor, να μπορέσει να προσγειωθεί το πρώτο αεροπλάνο. Έκτοτε, και μέχρι την έναρξη της μάχης (13 Μαρτίου 1954), ο ανεφοδιασμός του  Điện Biên Phủ υπήρξε ακατάπαυστος.

Προκειμένου να μπορέσει κανείς να κατανοήσει την εξέλιξη και την έκβαση της μάχης του  Điện Biên Phủ είναι απαραίτητο να επικεντρώσει την προσοχή του σε ορισμένες θεμελιώδεις παραμέτρους. Πρώτη από αυτές δεν είναι η στρατηγική σημασία της περιοχής (αυτή είναι ούτως ή άλλως δεδομένη), αλλά η μορφολογία του εδάφους της τελευταίας. Το  Điện Biên Phủ είναι μια λεκάνη, η οποία περιβάλλεται από οκτώ συν ένα υψώματα, ο έλεγχος των οποίων ήταν επιτακτικός για την ασφάλεια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου και των δυο διαδρόμων προσγείωσης-απογείωσης. Το καθένα από τα παραπάνω υψώματα έφερε το όνομα μιας από τις ερωμένες του διοικητή της βάσης, στρατηγού Christian de Castries. Τα πρώτα οκτώ (Gabrielle, Béatrice, Dominique, Éliane, Claudine, Huguette, Françoise, Anne-Marie), σχημάτιζαν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον κύριο διάδρομο προσγείωσης. Το ένατο ύψωμα (Isabelle), δέσποζε πάνω από τον εφεδρικό διάδρομο. Αναμφίβολα, η ύπαρξη τόσων πολλών εδαφικών ανωμαλιών δυσχέραινε την προσέγγιση των αεροσκαφών. Από την άλλη πλευρά όμως, η πεποίθηση των Γάλλων περί του απόρθητου των υψωμάτων και της παντελούς έλλειψης του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ σε αντιαεροπορικό οπλισμό, καθιστούσε, σύμφωνα πάντοτε με τον σχεδιασμό τους, λειτουργικό τον ομφάλιο λώρο, δηλαδή τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό του περιχαρακωμένου στρατοπέδου από αέρος. Άλλωστε, η προοπτική σχετικά με το  Điện Biên Phủ δεν ήταν να περιοριστεί σε αμυντικής φύσεως επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα, να χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα για την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών.

Η λεκάνη του Điện Biên Phủ.
Οι δυο διάδρομοι προσγείωσης και τα γύρω υψώματα.

Η δεύτερη (και κυριότερη) παράμετρος για την κατανόηση των όσων επακολούθησαν, είναι η οπτική  του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εφόσον, επί 57 ημέρες, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου εξαναγκάστηκε σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Ευθύς εξαρχής, αντικειμενικός στόχος του Giap υπήρξε η αντίπαλη αεροπορία. Σε βάρος της τελευταίας συγκέντρωσε τα πυρά του, γνωρίζοντας καλά (όπως, άλλωστε, και ο Castries), πως η αερογέφυρα, η οποία συνέδεε το  Điện Biên Phủ με τα μετόπισθεν, αποτελούσε το κρίσιμο διακύβευμα, συνάμα δε και την αχίλλειο πτέρνα των Γάλλων. Άλλωστε, οι επιλογές του ήταν εμφανείς προτού καν ξεκινήσει η πολιορκία. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 1954, ομάδες δολιοφθορέων του  Việt Minh παρείσφρησαν σε αεροπορικές βάσεις στο Δέλτα του Τονκίνου, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Οι επόμενες κινήσεις επιβεβαίωσαν ότι κύρια προτεραιότητα του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ ήταν το αεροπορικό δυναμικό (βομβαρδιστικά και μεταγωγικά αεροσκάφη) των Γάλλων. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή της έναρξης της πολιορκίας, τα πυρά των Βιετναμέζων επικεντρώθηκαν εναντίον των υψωμάτων, τα οποία βρίσκονταν στο βόρειο άκρο του κυρίου διαδρόμου προσγείωσης. Από την πρώτη κιόλας ημέρα (13 Μαρτίου), η γαλλική αεροπορική διοίκηση επέστησε την προσοχή των πληρωμάτων των αεροσκαφών στον κίνδυνο, που ενείχε, πλέον, η προσέγγιση του  Điện Biên Phủ. Ο μύθος περί απρόσκοπτου ανεφοδιασμού καταρρίφτηκε ταχύτατα. Ο Giap είχε συνειδητοποιήσει πως το μυστικό της επιτυχίας ήταν η απαγόρευση του εναερίου χώρου στους Γάλλους. Ο Λαϊκός Στρατός του Βιετνάμ δεν είχε αεροπλάνα προκειμένου να αντιτάξει. Διέθετε, ωστόσο, αντιαεροπορικό οπλισμό (τον είχαν εγκαταλείψει οι Ιάπωνες το 1945), τον οποίο εγκατέστησε στα υψώματα  Béatrice και  Gabrielle, μόλις αυτά  κυριεύτηκαν τις νύκτες της 13ης και 14ης Μαρτίου αντίστοιχα. Ήδη από τις δυο πρώτες ημέρες, όχι μόνο ο εναέριος χώρος αλλά και ο ίδιος ο διάδρομος προσγείωσης βρέθηκαν εντός του βεληνεκούς του εχθρικού πυροβολικού. Τις συνέπειες υπέστησαν και τα αεροσκάφη, που ήταν σταθμευμένα εντός της βάσης και τα οποία αποτελούσαν, πλέον, ιδανικό στόχο. Η αναπάντεχη απώλεια των δυο υψωμάτων προκάλεσε κρίση ηθικού στις τάξεις των Γάλλων, καθώς μπροστά στα μάτια τους καταρρίφτηκε και ένας δεύτερος μύθος. Ο μύθος περί του απόρθητου περιχαρακωμένου στρατοπέδου. Στις 15 Μαρτίου, ο συνταγματάρχης Charles Piroth, διοικητής του συνόλου των μονάδων πυροβολικού, αυτοκτόνησε μέσα στο καταφύγιό του. Ο συνταγματάρχης Keller, επιτελάρχης του Castries, εκκενώθηκε στα μετόπισθεν με βαριάς μορφής νευρικό κλονισμό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η χαμηλή νέφωση και οι ισχυρές καταιγίδες (σύνηθες φαινόμενο σε εποχή μουσώνων), καθήλωσαν τη γαλλική αεροπορία στο έδαφος. Στις 17 Μαρτίου, έπεσε και το τρίτο ύψωμα (Anne-Marie). Μέσα σε μια εβδομάδα, οι δυνάμεις του Giap ήταν κυρίαρχες της πρόσβασης από βορρά.

Ρίψη αλεξιπτωτιστών στον κεντρικό τομέα του Điện Biên Phủ.
Γαλλικό πυροβολικό καλύπτει τον κύριο διάδρομο προσγείωσης.
Στρατιώτες Việt Minh στα χαρακώματα γύρω από τις γαλλικές θέσεις
Ο στρατηγός Christian de Castries, διοικητής του περιχαρακωμένου στρατοπέδου (κάτω) και ο λοχαγός François Pichelin, από τα πρώτα θύματα στο ύψωμα Dominique, όταν αυτό καταλήφθηκε από τους Việt Minh
Η εκκένωση των τραυματιών.

Την απώλεια των τριών πρώτων υψωμάτων διαδέχθηκε ένα δεκαπενθήμερο σχετικής ηρεμίας, κατά τη διάρκεια του οποίου η κάθε πλευρά προχώρησε σε ανασύνταξη των δυνάμεών της. Ο Giap αναπλήρωσε τις δικές του, που είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες. Οι Γάλλοι ενέτειναν τους ρυθμούς ανεφοδιασμού, αποστολής ενισχύσεων και εκκένωσης των τραυματιών. Η προσέγγιση από αέρος δυσχέραινε ολοένα και περισσότερο, οι δε προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροσκαφών πραγματοποιούνταν υπό τα σφοδρά πυρά του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ. Στο τέλος Μαρτίου, ο διάδρομος προσγείωσης αχρηστεύτηκε πλήρως. Το τελευταίο αεροσκάφος κατάφερε να απογειωθεί στις 27 του μήνα. Κατόπιν τούτου, οι προσπάθειες στράφηκαν προς την κατεύθυνση της διασφάλισης του άξονα, ο οποίος συνέδεε τον εφεδρικό διάδρομο με την πρόσβαση, από νότο, του περιχαρακωμένου στρατοπέδου, ειδικότερα δε, την οργάνωση της άμυνας του υψώματος Isabelle. Η όλη επιχείρηση κόστισε ακριβά σε ανθρώπινες ζωές, δίχως πρακτικό αποτέλεσμα. Το ύψωμα Isabelle άντεξε μέχρι τέλους, πλήρως αποκομμένο, ωστόσο, από την υπόλοιπη βάση. Η όποια λειτουργία του εφεδρικού διαδρόμου δεν είχε, πλέον, κανένα νόημα με αυτά τα δεδομένα. Με την είσοδο του Απριλίου, το στρατόπεδο του  Điện Biên Phủ ήταν απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Ο ανεφοδιασμός εξακολουθούσε να συντελείται μέσω ρίψεων από μεγάλο ύψος, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος του υλικού να πέφτει πίσω από τις γραμμές του αντιπάλου. Η εκκένωση των τραυματιών ήταν αδύνατη, ενώ οι σοβαρές ελλείψεις σε ιατροφαρμακευτική υποδομή καθιστούσαν το όλο πρόβλημα ασύγκριτα πιο οξύ και δραματικό.

Οι δυο ήρωες του Điện Biên Phủ. Ο αντισυν/ρχης Marcel Bigeard (πάνω), υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση τα υψώματα Éliane 1 και 2. Ο συν/ρχης Pierre Langlais ανέλαβε την τελευταία στιγμή τον μεγάλης στρατηγικής σημασίας κεντρικό τομέα, έπειτα από την απομάκρυνση του επιτελάρχη συν/ρχη Keller, που εκκενώθηκε λόγω νευρικού κλονισμού και την αυτοκτονία του συν/ρχη Piroth, διοικητή των μονάδων πυροβολικού. Οι Bigeard και Langlais συντόνισαν τις προσπάθειές τους άψογα και υπερασπίστηκαν τις θέσεις τους ως το τέλος. Αμφότεροι αιχμαλωτίστηκαν μετά από την παράδοση.

Στις 30 Μαρτίου, ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος των συγκρούσεων, η ονομαζόμενη “μάχη των πέντε υψωμάτων”. Ένα προς ένα, όλα τα υψώματα καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του  Việt Minh, με εξαίρεση την Éliane, η οποία αντιστάθηκε μέχρι τέλους, καταφέροντας σημαντικές απώλειες στον αντίπαλο. Οι προσπάθειες των Γάλλων για ανακατάληψη της Dominique (του υψηλότερου από όλα τα υψώματα), απέτυχαν, επίσης με μεγάλο κόστος. Επρόκειτο για έναν ανελέητο πόλεμο χαρακωμάτων, τον οποίο  ο Castries περιέγραψε με εύστοχο τρόπο: “Το  Điện Biên Phủ είναι ένα είδος Verdun, χωρίς στρατηγικό βάθος και δίχως την Ιερά Οδό [τον οδικό άξονα, που διασφάλιζε την επικοινωνία με τα μετόπισθεν]”. Εντός του Απριλίου, η γαλλική πολεμική αεροπορία προέβη σε βομβαρδισμούς με εμπρηστικές βόμβες (napalm), όποτε το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες. Οι σκληρές μάχες σώμα με σώμα, οδήγησαν αρκετούς Γάλλους σε λιποταξία. Οι τελευταίοι αναζήτησαν καταφύγιο στη γύρω ζούγκλα. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι βαρειές απώλειες ανάγκασαν τον Giap να απαλλάξει από τα καθήκοντά τους μεγάλο αριθμό διοικητών μονάδων. Με την είσοδο του Μαΐου, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου είχε υπερβεί κάθε όριο αντοχής. Μπροστά στη διαφαινόμενη πανωλεθρία, η στρατιωτική ηγεσία της Ινδοκίνας κατέβαλε μια ύστατη προσπάθεια. Οργάνωσε την αποστολή μιας δύναμης διάσωσης 2.000 ανδρών, με αφετηρία το βόρειο Λάος (επιχείρηση D από τη λέξη Desperado). Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του εχθρού και ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων. Δυστυχώς, όταν η δύναμη D έφτασε πλησίον του  Điện Biên Phủ, η φρουρά είχε ήδη παραδοθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να εντοπίσει καμιά εκατοστή λιποτάκτες, οι οποίοι είχαν κρυφτεί μέσα στη ζούγκλα.

Ο πόλεμος των χαρακωμάτων
Το τέλος της πολιορκίας (7 Μαϊου 1954). Η σημαία του Việt Minh κυματίζει στα γαλλικά χαρακώματα
Ο δρόμος προς την αιχμαλωσία. Από ένα σύνολο 11.720, μόνο οι 3.920 επαναπατρίστηκαν τέσσερις μήνες αργότερα, εκ των οποίων 853 βαριά τραυματίες. Οι υπόλοιποι έχασαν τη ζωή τους από τραύματα, εξάντληση, ασθένειες και απόγνωση
Η αναφορά στον γαλλικό Τύπο
Ο νικητής του Điện Biên Phủ, στρατηγός Võ Nguyên Giáp (1911-2013).

Η πολιτική έκβαση

Στις 26 Απριλίου 1954, κι ενώ η πολιορκία του Điện Biên Phủ είχε εισέλθει στο τελικό στάδιο, ξεκίνησαν στη Γενεύη οι εργασίες της διεθνούς συνδιάσκεψης για την επίλυση των ζητημάτων της Άπω Ανατολής (Κορέα, Ινδοκίνα). Συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών John Foster Dulles (ΗΠΑ), Vyacheslav Molotov (ΕΣΣΔ),  Anthony Eden (Μεγ. Βρετανία),  Georges Bidault και μετά την κυβερνητική μεταβολή, Pierre  Mendès-France (Γαλλία),  Zhou Enlai (Κίνα). Ως συνέπεια της παράδοσης του  Điện Biên Phủ, η κυβέρνηση του Παρισιού υπέγραψε μια σειρά πράξεων με το  Việt Minh. Σύμφωνα με αυτές, δεσμεύτηκε να αποσύρει το σύνολο των στρατιωτικών και ναυτικών της δυνάμεων από την Ινδοκίνα. Στη θέση της τελευταίας δημιουργήθηκαν δυο προσωρινά κράτη του Βιετνάμ, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο και μια αποστρατικοποιημένη ζώνη βάθους 5 χλμ. ανάμεσά τους. Το βόρειο τμήμα, με πρωτεύουσα το Ανόι, περιερχόταν στο  Việt Minh, το δε νότιο, με πρωτεύουσα τη Σαϊγκόν και πρόεδρο τον πρώην αυτοκράτορα του Αννάμ  Bao Dai, είχε φιλοδυτικό προσανατολισμό. Ο λαός του Βιετνάμ θα αποφάσιζε για το μελλοντικό πολίτευμα της ενοποιημένης χώρας μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος, η διεξαγωγή του οποίου ορίστηκε εντός του 1956. Το Σύμφωνο της Γενεύης έθεσε τέλος στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Έναν πόλεμο διάρκειας οκτώ ετών, που στοίχισε στη Γαλλία 92.000 νεκρούς (εκ των οποίων 30.000 Αφρικανοί και Λεγεωνάριοι των Ξένων), 114.000 τραυματίες και 30.000 αιχμαλώτους. Στις τάξεις των αντιπάλων, οι απώλειες ανέρχονταν σε 500.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι ΗΠΑ αποστασιοποιήθηκαν από την τελική πράξη της Γενεύης, διατηρώντας το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης σε περίπτωση κομμουνιστικής επίθεσης. Το  Việt Minh διέθετε ισχυρά ερρείσματα στο νότο και αποτελούσε ευθεία απειλή για το καθεστώς της  Σαϊγκόν. Ο πρωθυπουργός του τελευταίου,  Ngo Dinh Diem, αρνήθηκε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις σχετικά με τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό, εκμηδενίστηκαν οι προοπτικές για μια ειρηνική ενοποίηση. Το χάσμα ανάμεσα στα δυο κράτη του Βιετνάμ άρχισε να γίνεται αγεφύρωτο. Κατάσταση, η οποία επρόκειτο να οδηγήσει, κατά τη δεκαετία του ’60, τις εξελίξεις σε έναν δεύτερο πόλεμο, ακόμα πιο αιματηρό, με την ενεργό εμπλοκή των ΗΠΑ. Για τη Γαλλία, η απαλλαγή από το φορτίο της Ινδοκίνας αποδείχτηκε βραχύβια. Την 1η Νοεμβρίου του ιδίου έτους (1954), ξεκίνησε ο πόλεμος της Αλγερίας.

Οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης.
Η υπογραφή της τελικής πράξης (20 Ιουλίου 1954). Στο κέντρο ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Pierre Mendès-France.
Εκκένωση πληθυσμών από το βόρειο προς το νότιο Βιετνάμ (Αύγουστος 1954).
Η είσοδος των δυνάμεων Việt Minh στο Ανόι (12 Οκτωβρίου 1954).

Η μνήμη

Το πάρκο της μνήμης
Γαλλικό άρμα Μ-24 Bison
Στρατιωτικό κοιμητήριο στο Điện Biên Phủ
Η επάνοδος του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης.

Two Vietnam Wars: The French War (1/2)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Erwan Bergot, Les 170 jours de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1992.

– Erwan Bergot, Convoi 42 – La marche à la mort des prisonniers de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1986.

– Marcel Bigeard, Ma guerre d’Indochine, Hachette, 1994

– Bernard B.Fall , The Viet-Minh Regime, 1954.

– Bernard B. Fall., The Two Vietnams. A Political and Military Analysis, Praeger, 1965.

– André Galabru, La victoire avortée, Atlante Éditions, 2004.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 1, La résistance encerclée, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 2, Le chemin menant à Diên Biên Phu, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 3, Diên Biên Phu le rendez-vous historique, Anako, 2004.

– Frédéric Guelton,  La bataille de Điện Biên Phủ – De l’opération Castor à la libération des camps, Soteca, 2014.

– Pierre Langlais, Diên Biên Phu, France Empire, 1963.

– Henri Navarre, Le temps des vérités, Plon, 1979.

– Jules Roy, La bataille de Dien Bien Phu, Julliard, 1963, Albin Michel, 1989.

– Alain Ruscio et Serge Tignères, Dien Bien Phu, Mythes et réalités 1954-2004, Les Indes Savantes, 2005.

– Ban tổng kết-biên soạn lịch sử, BTTM, Lịch sử Bộ Tổng tham mưu trong kháng chiến chống Pháp 1945-1954, Ha Noi, Nhà xuất bản Quân Đội Nhân Dân, 1991, p. 799 (Service Historique de L’État Major, L’Histoire de L’État Major dans la Guerre de Résistance contre La France 1945-1954, Ha Noi, Éditions Armée Populaire, 1991).

– Ted Morgan, Valley of death. The tragedy at Dien Bien Phu that led America into the Viêt Nam war, Random House, 2010.

– John R.Nordell , The undetected enemy. French and American miscalculations in Diên Biên Phu, 1953, Texas A&M University Press, 1995.

– Martin Windrow, The last valley. Dien Bien Phu and the french defeat in Viêt Nam, Weidenfeld & Nicolson, 2004.

– Philippe de Maleissye, La vallée perdue, Indo-Éditions, 2013.

– Mirmont Franck, en collaboration avec Heinrich Bauer, Jean Carpentier, Jean Guêtre, Pierre Latanne, Bernard Ledogar, Jean-Louis Rondy, Les chemins de Diên Biên Phu, Nimrod, 2015.

–  Diên Biên Phu, Dossier de la Revue Guerres mondiales et Conflits contemporains, No 211, Juillet-Septembre 2003, p. 3-121.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Điện Biên Phủ, 1992, σκηνοθεσία Pierre Schoendoerffer

Ο σκηνοθέτης μεταφέρει προσωπικό βίωμα, καθώς πολέμησε στη μάχη του Điện Biên Phủ ως εικονολήπτης  της Κινηματογραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Τραυματίστηκε στις 13 Μαρτίου 1954 και στάλθηκε στα μετόπισθεν. Μια εβδομάδα αργότερα, επέστρεψε πέφτοντας με αλεξίπτωτο, προκειμένου να αποθανατίσει την τελική αναμέτρηση, καθώς δεν υπήρχε άλλος εικονολήπτης επιτόπου. Το μεγαλύτερο μέρος από τα στιγμιότυπα, τα οποία αποθανάτισε, κατασχέθηκαν από τους  Việt Minh. Τα λίγα που πρόλαβε να στείλει στα μετόπισθεν αποτελούν, σήμερα, τη μοναδική κινηματογραφική μαρτυρία της πολιορκίας και της πτώσης του Điện Biên Phủ. Κατά τη στιγμή της παράδοσης βρισκόταν δίπλα στους Bigeard και Langlais. Μετά την απελευθέρωσή του, κάλυψε τον πόλεμο του Βιετνάμ ως ανταποκριτής αμερικανικών εντύπων. Η ταινία είναι μια υπερπαραγωγή με υψηλό προϋπολογισμό, από τις καλύτερες του είδους. Πολλά από τα εξωτερικά πλάνα γυρίστηκαν επιτόπου, με τη συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων της Γαλλίας και του Βιετνάμ.

13 Μαρτίου 1954. Η έναρξη της μάχης

Η τελευταία σκηνή


Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Κωνσταντίνος Παπανικολάου: Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου: Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου:

Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Την 23η Ιουνίου 1919 μια ομάδα δέκα ατόμων, αποτελούμενη από αξιωματικούς της πρωσικής μεραρχίας του Ιππικού της Φρουράς εισέβαλε στο επιβλητικό μπαρόκ κτίριο του oπλοστασίου (σήμερα Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας) στο κέντρο του Βερολίνου, όπου φυλάσσονταν τρόπαια και άλλα κειμήλια του πρωσικού στρατού από τον 17ο αιώνα. Σκοπός της ήταν να αποτρέψει την εκπλήρωση εκείνου του όρου της Συνθήκης των Βερσαλλιών, βάσει του οποίου η ηττημένη Γερμανία όφειλε να παραδώσει τις αιχμάλωτες γαλλικές πολεμικές σημαίες στη νικήτρια Γαλλία. Η ομάδα άρπαξε τα γαλλικά λάβαρα, τρόπαια των Ναπολεοντείων Πολέμων και του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, και τα μετέφερε μπροστά στον έφιππο ανδριάντα του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου στο κέντρο της Unter den Linden. Αφού τα περιέλουσε με βενζίνη τα πυρπόλησε, ενώ συγκεντρωμένο πλήθος τραγουδούσε τη Φρουρά στον Ρήνο (Die Wacht am Rhein) και το Τραγούδι των Γερμανών (Deutschland, Deutschland über Alles!).[i] Για όποιον γνωρίζει την τοπογραφία της Unter den Linden, της Via Triumphalis της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, καθώς και το πλήθος των μνημείων που βρίσκονται πέριξ του oπλοστασίου, η επιλογή του ανδριάντα του πρώσου βασιλιά, ως καταλληλότερου σημείου για την καύση των γαλλικών σημαιών μάλλον εκπλήσσει. Σε κοντινότερη απόσταση βρίσκονταν τα μνημεία του νικητή του Βατερλώ Blücher και του αναμορφωτή του πρωσικού στρατού Scharnhorst.

O ανδριάντας του Φρειδερίκου Β΄ στη λεωφόρο Unter den Linden του Βερολίνου το 1919.

Εξίσου κοντά βρισκόταν ο επιβλητικός ανδριάντας του πρώτου αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Γουλιέλμου Α΄ αλλά και η πλατεία που έφερε το όνομα του συμμάχου της Γερμανίας στο Μεγάλο Πόλεμο, του αυτοκράτορα της Αυστρο-Ουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ. Η επιλογή μοιάζει ακόμη παραδοξότερη αν αναλογιστούμε την προτίμηση του βασιλιά της Πρωσίας στη γαλλική γλώσσα έναντι της γερμανικής και την κοσμοπολίτικη ιδιοσυγκρασία του. Εξίσου γνωστό ήταν ότι ο Γερο-Φρίτς αποστρεφόταν πολύ περισσότερο τους φυλετικά συγγενείς των Πρώσων Αυστριακούς παρά τους Γάλλους, ενώ δεν ανέλαβε ποτέ κάποια σημαντική πρωτοβουλία για την ένωση του κατακερματισμένου γερμανόφωνου χώρου. Γιατί λοιπόν σε μια από τις πιο τραγικές στιγμές του γερμανικού έθνους, με το Β΄ Ράιχ διαμελισμένο και την αυτοκρατορική οικογένεια έκπτωτη, επελέγη  το συγκεκριμένο μνημείο ως σκηνικό μιας τόσο συμβολικής κίνησης; Το ερώτημα αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με σειρά ζητημάτων της γερμανικής ιστορίας αλλά και ιστοριογραφίας. Ζητήματα όπως η αναζήτηση και κατασκευή μιας ενιαίας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, η σύγκρουση “μικρογερμανών” και “μεγαλογερμανών”[ii], ο ρόλος της Πρωσίας και της δυναστείας των Hohenzollern στη γερμανική ενοποίηση, η μεσσιανική πρόσληψη του στρατού και της μοναρχίας από τη γερμανική κοινωνία.

Όταν ο Φρειδερίκος Β΄ στις 17 Αυγούστου 1786 άφηνε την τελευταία του πνοή στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ, περιτριγυρισμένος από τα αγαπημένα του κυνηγόσκυλα, ήταν μεγάλος τόσο από άποψη ηλικίας όσο και από άποψη ιστορικού μεγέθους. Πριν ακόμη καθιερώσει το προσωνύμιο “μέγας” ο Jakob Burckhardt τον 19ο αιώνα[iii] του το είχε αποδώσει πρώτος ο Βολταίρος σε μια επιστολή του 1742, η οποία κυκλοφόρησε ευρύτατα στη γαλλική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, τρία χρόνια μετά την επιτυχή έκβαση του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης της Δρέσδης το 1745, οι κάτοικοι του Βερολίνου, κατά την είσοδο του βασιλιά τους στην πόλη, προσφώνησαν τον Φρειδερίκο “μέγα” ενώ ο τερματισμός του Επταετούς Πολέμου (1756-1763) βρήκε σημαντικές πρωσικές πόλεις όπως η Καινιξβέργη, το Μαγδεβούργο, η Χάλη και το Στετίνο στολισμένες με την επιγραφή “Vivat Fridericus Magnus“. Για τον Diderot ήταν “ο σπουδαιότερος βασιλιάς στη γη”, η Μadame de Staël τον περιέγραψε ως πραγματικό Ιανό, ικανό να συνδυάζει τις φύσεις του στρατιώτη και του φιλοσόφου ενώ ο μετέπειτα πρωταγωνιστής στα έδρανα της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης Mirabeau εκθείασε τα έργα και τις ημέρες του στο τετράτομο έργο Η πρωσική μοναρχία στα χρόνια του Μεγάλου Φρειδερίκου. Στη Μεγάλη Βρετανία θαυμαζόταν ως σύγχρονος Αλέξανδρος και Καίσαρας και στην Ιταλία μετά τις νίκες του επί των Αυστριακών κεριά έκαιγαν μπροστά από προσωπογραφίες του.[iv]

Mirabeau, De La Monarchie Prussienne, Sous Frédéric Le Grand, Λονδίνο, 1788.

Αρχικά ο Φρειδερίκος δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός ούτε στη χώρα του ούτε στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο της πνέουσας τα λοίσθια Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Ο ανιψιός και διάδοχος του, Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄, μια ροκοκό φιγούρα του όψιμου 18ου αιώνα, ήρθε σε ρήξη με το συβαριτισμό της φρειδερίκειας αυλής καθώς και με την παράδοση κοσμοπολιτισμού και θρησκευτικής ανοχής που επιχείρησε να καθιερώσει ο προκάτοχος του, στρεφόμενος όλο και περισσότερο στον προτεσταντικό πιετισμό. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Πρωσίας στους αντιγαλλικούς συνασπισμούς και η απειλή που συνιστούσαν για το παλαιό καθεστώς οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, κάθε άλλο παρά συνετέλεσαν στη διατήρηση της μνήμης του βασιλιά. Με εξαίρεση το έργο του Johann Wilhelm von Archenholz, ιστορικού και βετεράνου του πρωσικού στρατού σχετικά με τον Επταετή Πόλεμο, όπου αναδεικνύεται η χαρισματική προσωπικότητα του Φρειδερίκου,[v] φαίνεται ότι μέχρι το 1806 και την ήττα της Πρωσίας στην Ιένα ο βασιλιάς της Πρωσίας βρισκόταν σε ιστορική αφάνεια. Αδιάφοροι απέναντι του στάθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του βαϊμάρειου κλασικισμού όσο και εκείνοι του γερμανικού ρομαντισμού. Το κράτος του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν για αυτούς ένα κατάλοιπο της φεουδαρχίας και του μεσαίωνα. Σε αυτό δεν υπήρχε τίποτα το φυσικό. Ακόμη και τα σύνορα του δεν βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το φυσικό ανάγλυφο ή με την εθνογραφία της περιοχής. Η μορφή του ήταν αποτέλεσμα είτε των πολέμων που διεξήγαγαν από το Μεσαίωνα οι εκλέκτορες του Βρανδεμβούργου, είτε της τύχης πολλοί εξ αυτών να κληρονομήσουν διάσπαρτες κτήσεις από τον Ρήνο μέχρι τη Βαλτική. Ανομοιόμορφη εξωτερικά, η Πρωσία προσπαθούσε να δημιουργήσει την εικόνα της ομοιογένειας στο εσωτερικό με την προώθηση ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, με αποτελεσματική γραφειοκρατία, άτεγκτη κοινωνική ιεραρχία, και τη θέση ενός στρατού-πρότυπο τόσο εδραιωμένη, ώστε το σχόλιο του Βολταίρου να μοιάζει δικαιολογημένο: “Συνήθως τα κράτη διαθέτουν στρατό. Στην περίπτωση της Πρωσίας ο στρατός διαθέτει κράτος”. Ο αρχηγός αυτού του κράτους δεν θα μπορούσε να γοητεύσει συγγραφείς όπως ο Schiller, ο οποίος εντόπιζε σημαντικές ομοιότητες μεταξύ του πρώσου μονάρχη και του δεσποτικού δούκα της Βυρτεμβέργης Καρόλου Ευγενίου, με τον οποίο ο συγγραφέας είχε έρθει σε σύγκρουση στο παρελθόν. Το 1791, σε επιστολή του στο φίλο του Christian Gottfried Körner έγραφε: “Ο Φρειδερίκος Β΄ δεν με ενδιαφέρει. Ο λόγος μπορεί να μην σου φαίνεται επαρκής αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τη μορφή του. Δεν με συγκινεί αρκετά ώστε να αναλάβω το κολοσσιαίο έργο της εξιδανίκευσής του.[vi] Ακόμη και ο νεαρός Hegel (Έγελος) το 1802 σημείωνε ότι ο βίος του Φρειδερίκου ήταν αδιάφορος, “ξερός και άψυχος”. Μόνη εξαίρεση στην κατά τα άλλα ομόφωνη damnatio memoriae του πρώσου ηγεμόνα ο Goethe, όταν απηχώντας κάτι από τη μετέπειτα λατρεία των “μικρογερμανών” στο πρόσωπο του βασιλιά, δήλωνε ότι ο Φρειδερίκος “είχε σώσει την τιμή ενός μέρους του γερμανικού κόσμου απέναντι σε μια συνασπισμένη εναντίον των Γερμανών οικουμένη”.[vii]

Wilhelm Camphausen (1818-1885), Πορτραίτο του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου, 1871.

Ωστόσο ο Φρειδερίκος δεν έμεινε για πολύ στην αφάνεια. Καταλύτης υπήρξαν οι αλλαγές που επέφεραν στην κεντρική Ευρώπη οι νίκες του Ναπολέοντα. Το 1806 η υπερχιλιετής Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους διαλύθηκε. Την αντικατέστησε η Συνομοσπονδία του Ρήνου, μια χαλαρή ένωση των γερμανικών ηγεμονιών απολύτως ελεγχόμενη από τον αυτοκράτορα των Γάλλων. Το 1806 η ήττα στην Ιένα και η Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, περιόρισαν την Πρωσία σε έναν ρόλο αναχώματος μεταξύ της γαλλικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας. Η Πρωσία έχασε το σύνολο των κτήσεων της δυτικά του Έλβα, το Βερολίνο κατελήφθη από τα γαλλικά στρατεύματα και η βασιλική οικογένεια κατέφυγε στην Καινιξβέργη, στην παλαιά πρωσική πρωτεύουσα. Ταπεινώσεις όπως αυτές είναι υπεύθυνες για τη γέννηση του γερμανικού εθνικισμού στο πρωσικό έδαφος. Σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη γερμανική δύναμη, την Αυστρία, η Πρωσία στα μάτια των πρώτων γερμανών πατριωτών αφενός είχε πέσει μαχόμενη, αφετέρου ανέλαβε πρώτη και μόνη στο όνομα του γερμανικού έθνους την υπεράσπιση της τιμής του. Στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο φιλόσοφος Fichte ανέλαβε τη θεωρητική θεμελίωση του γερμανικού εθνικισμού με τις Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, ο παιδαγωγός Jahn υπήρξε πρωτοπόρος ενός μαζικού γυμναστικού κινήματος που προετοίμασε σωματικά την πρωσική νεολαία ώστε να αναλάβει στρατιωτική δράση όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο ενώ την ίδια στιγμή πρωσικές ομάδες ατάκτων όπως αυτές του Ludwig von Lützow, οι οποίες για πρώτη φορά ενδύθηκαν στολές με τα εθνικά γερμανικά χρώματα (μαύρο, κόκκινο, χρυσό), και του Ferdinand von Schill συνέχιζαν μόνες τους των αγώνα εναντίον των Γάλλων στη Γερμανία. Παράλληλα, κρίθηκε απαραίτητη η ανάδειξη μορφών του παρελθόντος, ικανών να εμπνεύσουν την πρωσική αντίσταση και να αποτελέσουν σημείο αναφοράς του πρωσικού εθνικού κινήματος. Πρώτος ο θεολόγος Schleiermacher, σε κήρυγμα του το 1808, μίλησε από άμβωνος για το “δικαίωμα να αποδώσουμε τιμή σε έναν «μεγάλο» της πατρίδας μας μιας άλλης εποχής” και παρουσίασε τον Φρειδερίκο ως πρότυπο ηγέτη και τη διακυβέρνηση του ως ιδανική: “Είναι λοιπόν η ανάμνηση του ιερή για μας καθώς μας απομακρύνει από την οδό της απωλείας. Ταυτόχρονα μας δείχνει τον τρόπο που το μεγαλείο του Θεού μέσω εκείνου αποκαλύφθηκε”.[viii] Το παράδειγμα του ακολούθησε ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ όταν στις 17 Μαρτίου 1813 κάλεσε τους Πρώσους να λάβουν τα όπλα εναντίον των Γάλλων, μνημονεύοντας το παράδειγμα του προγόνου του: “Θυμηθείτε την εποχή του Μεγάλου Εκλέκτορα, και του Μεγάλου Φρειδερίκου! Μείνετε προσηλωμένοι στα αγαθά εκείνα για τα οποία οι πρόγονοι σας υπό την καθοδήγηση τους πολέμησαν: Την ελευθερία της σκέψης, την τιμή, την ανεξαρτησία, την τέχνη, την επιστήμη!”.[ix] Μετά την επιτυχή έκβαση των Πολέμων της Απελευθέρωσης και τη Μάχη της Λειψίας το 1813, ο αναμορφωτής του πρωσικού εκπαιδευτικού συστήματος και εισηγητής του Νέου Ανθρωπισμού στη γερμανική εκπαίδευση Wilhelm von Humboldt έγραψε στη σύζυγο του: “Ο Ναπολέων είχε την εντύπωση ότι το δημιούργημα του Φρειδερίκου ήταν κάτι εφήμερο. Το επίτευγμα του όμως είναι σήμερα σαφές και θα λέγαμε ότι η ορμή και ο ενθουσιασμός στην Πρωσία σήμερα πηγάζουν από εκείνον…”.[x] Σε αντίθεση με τα παραπάνω η επιτυχής προετοιμασία της Πρωσίας για την εκ νέου ανάληψη δράσης εναντίον του ανώτερου ποιοτικά γαλλικού στρατού απαίτησε την αμφισβήτηση της φρειδερίκειας παράδοσης. Στον 18ο αιώνα ένας επαγγελματικός στρατός, στον οποίο αντικατοπτριζόταν η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση με τις θέσεις των αξιωματικών να προορίζονται αποκλειστικά για τους γόνους των μεγάλων πρωσικών αριστοκρατικών οικογενειών, ήταν αρκετός για να συντρίψει τους υπέρτερους αριθμητικά στρατούς Γάλλων, Αυστριακών, Ρώσων και Σουηδών όπως και να γεννήσει τον θρύλο του ακατάβλητου πρωσικού πεζικού στο Rossbach, στο Leuthen και στο Torgau, ήταν όμως ανεπαρκής όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νέο τύπο του εθνικού στρατού. Σίγουρα οι αναμορφωτές του πρωσικού στρατού, Scharnhorst και Gneisenau, δεν άξιζαν τιμές ανάλογες με εκείνες που απέδωσε ο Ναπολέων στον Φρειδερίκο κατά την επίσκεψη του στον τάφο του τελευταίου στο Πότσδαμ. Ωστόσο ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι οι υπέρμετρα αυστηρές σωματικές τιμωρίες, η μεγάλης διάρκειας στρατιωτική θητεία, η προνομιακή μεταχείριση των ευγενών και η έλλειψη συστήματος γενικής στρατολογίας σε εθνική κλίμακα ήταν οι φρειδερίκειες παρακαταθήκες, υπονομευτικές του αξιόμαχου του στρατεύματος. O εκδημοκρατισμός τόσο στο στράτευμα όσο και στην κοινωνία, μετέτρεψε τον Φρειδερίκο από σύμβολο του πρωσικού εθνικού κινήματος σε σημείο αναφοράς των ανώτερων και πλέον συντηρητικών στρωμάτων της πρωσικής κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γιούνκερ Friedrich August Ludwig von der Marwitz, στρατιωτικού και βασικού εκπροσώπου της αντισυνταγματικής παράταξης, αλλά και του συντηρητικού νομομαθούς Carl Ludwig von Haller, ο οποίος απέδιδε την περίφημη φράση “Ο βασιλιάς είναι ο πρώτος υπηρέτης του κράτους” σε lapsus linguae του πρώσου μονάρχη.

Πότσνταμ, 26 Οκτωβρίου 1806.Το προσκύνημα του Ναπολέοντα στον τάφο του Φρειδερίκου Β΄.

Η πρόσληψη της φυσιογνωμίας του Φρειδερίκου από τους επαγγελματίες ιστορικούς στο γερμανικό χώρο κατά την προμαρτιανή περίοδο (Vormärz) παρουσιάζει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Στην Παγκόσμια Ιστορία (1826) του φιλελεύθερου ιστορικού του πανεπιστημίου του Freiburg, Κarl von Rotteck ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος. Αν και εκφράζει το θαυμασμό του για τις σπάνιες ικανότητες του βασιλιά σε καιρούς ειρήνης και πολέμου, παράλληλα τον μέμφεται για την απουσία κάθε αίσθησης δικαίου και γερμανικού φρονήματος. Ενώ από τη μία του πίστωνε τη δημιουργία του πρωσικού κράτους, την ίδια στιγμή τον θεωρούσε ως κύριο υπαίτιο για τον Επταετή Πόλεμο αλλά και για το διαμελισμό της Πολωνίας, μια κατηγορία που δεν πρέπει να ξενίζει με δεδομένη την αρχική υποστήριξη των γερμανών εθνικιστών στο πολωνικό ζήτημα. Λιγότερο επιφυλακτικός ο επίσης φιλελεύθερος καθηγητής στη Χαϊδελβέργη Friedrich Christoph Schlosser, στην Ιστορία του 18ου αιώνα (1823) υποστήριξε ότι ο Φρειδερίκος εργάστηκε για την ευημερία και τη δόξα του λαού ενάντια στις παλαιές αυλές, των οποίων την πολυτέλεια και υπερβολή αποστρεφόταν, αλλά και ενάντια στη συντήρηση που ο κλήρος εκπροσωπούσε. Για τον Schlosser ο βασιλιάς ήταν υπέρμαχος της ελευθερίας και του δικαίου, φορέας ανανέωσης, ενώ για το διαμελισμό της Πολωνίας δεν ήταν  περισσότερο υπεύθυνος από την Αυστρία και τη Ρωσία, επίσης συμμέτοχες σε αυτόν.[xi] Τη διετία 1832-1834 ολοκληρώθηκε το εννεάτομο έργο του Johann David Erdmann Preuss Φρειδερίκος ο Μέγας: Μια βιογραφία, το οποίο εκδόθηκε με αφορμή το επικείμενο ιωβηλαίο από την ανάρρηση του Φρειδερίκου στον θρόνο. Ουσιαστικά επρόκειτο για έναν φόρο τιμής του Preuss προς τον ήρωα του, ένα έργο το οποίο ως προς την έκταση και τους υμνητικούς τόνους του συγγραφέα, ως εφάμιλλο του έχει μόνο τη μεταγενέστερη εξάτομη βιογραφία του Φρειδερίκου από τον βρετανό Carlyle και μόνο σύμπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο θαυμασμός του Hitler για τον πρώσο ηγεμόνα είχε στη βάση του το έργο του Preuss και του Carlyle, αφού αμφότερα ανήκαν στα αγαπημένα αναγνώσματά του.[xii]

Την ίδια εποχή δυο εμβληματικές μορφές της πρωσικής αλλά και της παγκόσμιας ιστοριογραφίας, ο Leopold von Ranke και ο Johann Gustav Droysen διασταύρωσαν τα ξίφη τους με επίδικο τη θέση του Φρειδερίκου στη γερμανική ιστορία. Το 1833 ο τριανταοκτάχρονος Ranke, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της πρωσικής πρωτεύουσας, με συμβολή του στο περιοδικό Historischpolitischen Zeitschrift πήρε αποστάσεις από τις διθυραμβικές προσεγγίσεις των φιλελεύθερων συναδέλφων του. Για τον Ranke δεν είχε τόση σημασία η προσωπικότητα του ηγέτη όσο η τύχη και η συγκυρία. Απομακρύνθηκε από τη δημοφιλή προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας ήταν ένα σκοτεινό σημείο της γερμανικής ιστορίας του 18ου αιώνα και δεν προσδοκούσε την ανατροπή του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων στα γερμανικά πράγματα υπέρ της Πρωσίας. Στον αντίποδα του, ο συμπατριώτης του Droysen αποστρεφόταν τη μεταναπολέοντεια τάξη πραγμάτων, η οποία διασφάλιζε τα πρωτεία του Aψβούργου αυτοκράτορα της Αυστρίας στη γερμανική συνομοσπονδία. Οπαδός μιας ενιαίας Γερμανίας, εθνικά ομοιογενούς, υπό την ηγεσία της προτεσταντικής Πρωσίας, όπου η πολυεθνική αυτοκρατορία των καθολικών αψβούργων δεν είχε θέση, αναγνώριζε στον Φρειδερίκο ένα πρόδρομο της μικρογερμανικής λύσης. Υπό αυτό το πρίσμα αλλά  επηρεασμένος και από τις εγελιανές του καταβολές, ο Droysen είδε στον Φρειδερίκο, όπως και ο ώριμος Hegel, μια ενσάρκωση του Weltgeist, ένα φορέα του νέου και καταλύτη του παλαιού. Στην Ιστορία της πρωσικής πολιτικής (1855-1866) ο Droysen υπερασπίστηκε τον πρώσο μονάρχη τον „κριτή ενός ετοιμοθάνατου κόσμου και ως αποκλειστικό φορέα της γερμανικής σκέψης”. Με δριμύτητα επιτέθηκε στον Ranke, επισημαίνοντας ότι ήταν αναντίστοιχη του ειδικού επιστημονικού του βάρους η απόπειρα του να “λειάνει το γεμάτο άθλους βίο του Φρειδερίκου Β΄”.[xiii]

Leopold von Ranke (1795 – 1886).
Johann Gustav Droysen (1808 – 1884).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις εγελιανές καταβολές της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας θα πρέπει να αποδώσουμε και το ενδιαφέρον ορισμένων επιφανών εκπροσώπων του κινήματος για τον Φρειδερίκο. Ακόμη και ένας εστεμμένος μπορούσε να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο φεουδαρχικό σύστημα, θέτοντας σε κίνηση τους μηχανισμούς της ιστορικής εξέλιξης. Στους θαυμαστές του ανήκει ο Ferdinand Lassale, για τον οποίο η πρωτοβουλία του Φρειδερίκου να κηρύξει τον πόλεμο στην αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Μαρία Θηρεσία το 1740 συνιστούσε μια επαναστατική, ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη πράξη για τα ήθη και τις πρακτικές της διπλωματίας του 18ου αιώνα. Ο Φρειδερίκος ήρθε σε ρήξη με τη φιλοαυστριακή πολιτική του πατέρα του, του “Βασιλιά-Στρατιώτη” Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α΄ και του παππού του Φρειδερίκου Α΄, ο οποίος όφειλε τον τίτλο του Βασιλιά της Πρωσίας στη γενναιοδωρία του αψβούργου αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α΄. Για τον Lassale, με την απόφαση του ο Φρειδερίκος να εισβάλει την αυστριακή κτήση της Σιλεσίας παραβιάζοντας τους όρους του κειμένου της Πραγματικής Κύρωσης (Pragmatica Sanctio)[xiv], συμφωνίας που έφερε την υπογραφή του πατέρα του, έδειξε πρώτος στους νεότερους χρόνους πρωτοφανή περιφρόνηση στις συμφωνίες μεταξύ των βασιλικών οίκων της Ευρώπης. Σε δοκίμιο του για τον  Lessing σχολιάζει σχετικά με την πρωσική εισβολή στην Σιλεσία: “Δεν ήταν ένας συνηθισμένος πόλεμος της εποχής με αντικείμενο ένα ασήμαντο ζήτημα όπως σε ποιόν ηγεμόνα θα άνηκε στο εξής μια λωρίδα γης. Ήταν μια ανταρσία του Μαρκήσιου του Βρανδεμβούργου (όπως τον αποκαλούσε η Madame de Pompadour) ενάντια στην αυτοκρατορική οικογένεια, ενάντια σε κάθε τύπο και παράδοση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενάντια στην κοινή βούληση της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ανταρσία την οποία έφερε σε πέρας σαν πραγματικός και αυθεντικός επαναστάτης: έτοιμος να πιεί το δηλητήριο που έφερε πάντα μαζί του”.[xv] Στο ίδιο μήκος κύματος ο δημοσιογράφος και ιστορικός Friedrich Köppen, με αφορμή το ιωβηλαίο από την ενθρόνιση του βασιλιά το 1840, σε φυλλάδιο που αφιέρωσε στο φίλο του Μαρξ έγραψε: “Σύμφωνα με μια διαδεδομένη δοξασία κάθε εκατό χρόνια ένας άνδρας ανασταίνεται. Ο καιρός έφτασε! Είθε το αναγεννήμένο πνεύμα του να επιστρέψει κοντά μας και με το φλεγόμενο ξίφος του να εξαφανίσει κάθε εχθρό που φράζει το δρόμο μας προς τη Γη τη Επαγγελίας. Ας ορκιστούμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε πιστοί στο πνεύμα του!”.[xvi] Ο ίδιος ο Μαρξ ωστόσο διαφωνούσε. Ο Φρειδερίκος δεν ήταν παρά ένας από τους πολλούς ηγεμονίσκους, τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του και της τάξης του. Αποκλειστικό μέλημα του ήταν να επεκτείνει την επικράτεια του. Ο Μαρξ απέρριπτε τις διασταλτικές θεωρίες των φιλελευθέρων σχετικά με ενδεχόμενες φιλοδοξίες του πρώσου μονάρχη να αναμορφώσει την αυτοκρατορία, ενώ ήταν εξαιρετικά επικριτικός για το ρόλο του Φρειδερίκου στο διαμελισμό της Πολωνίας σε συνεργασία με το “ρώσικο τσακάλι”.

Adolph Menzel (1815 – 1905),  Flötenkonzert Friedrichs des Großen in Sanssouci, 1852. Στο φλάουτο διακρίνεται ο Φρειδερίκος Β΄ και στο κλειδοκύμβαλο ο Carl Philipp Emanuel Bach.

Η έλξη που ασκούσε σε εθνικιστές, φιλελεύθερους και σοσιαλιστές, η προσωπικότητα του πρώσου μονάρχη προκαλούσε προβληματισμό στους εκπροσώπους της συντηρητικής Γερμανίας. Με τον επαναστατικό πυρετό να κορυφώνεται και τη συζήτηση για το μέλλον μιας ενιαίας πατρίδας όλων των Γερμανών από το “Μεύση ως το Μέμελ και από τον Αδίγη ως το Βέλτη” να εντείνεται, ο Φρειδερίκος έχανε τα αποκλειστικά πρωσικά χαρακτηριστικά του και μετατρεπόταν σε παγγερμανικό σύμβολο. Ανήσυχος, ο νομικός Ernst Ludwig von Gerlach, συνιδρυτής του πρωσικού συντηρητικού κόμματος, της εφημερίδας Evangelische Kirchenzeitung, αλλά και της Kreuz-Zeitung, έβλεπε κάτι το ειδωλολατρικό στην προσωπολατρεία του Φρειδερίκου, που θύμιζε έντονα τη λατρεία του ρωμαίου αυτοκράτορα στην αρχαία Ρώμη και στο υλιστικό πνεύμα που εκείνος εξέφραζε. Ο Gerlach συμφωνούσε με την Leipziger Allgemeine Zeitung, όταν το 1842, σε άρθρο της σχετικό με την αύξηση των μνημείων προς τιμήν του Φρειδερίκου, ή ακόμη και το ενδεχόμενο ανέγερσης ενός τραϊάνειου θριαμβικού κίονα προς τιμήν του[xvii] σχολίαζε: “Αν και εγκαινιάζουμε μνημεία για το βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ και εκδίδουμε τα έργα του δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα αμαρτήματά του”. Φυσικά η απειλή από τη φήμη του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν σε ένα εντελώς συμβολικό επίπεδο όπως απέδειξε η εμπειρία της αποτυχημένης επανάστασης του 1848 και της απόπειρας για μια ένωση της Γερμανίας από τη βάση. Μόνο ο ρομαντικός Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ αισθάνθηκε το κύρος του να απειλείται από τις συντριπτικές συγκρίσεις μεταξύ εκείνου και του ένδοξου πρόγονού του. Σκωπτικά ποιήματα όπως του Βαυαρού Alfred Michel, το οποίο γνώρισε μεγάλη διάδοση μετά το θάνατο του στα οδοφράγματα της επανάστασης, ή γελοιογραφίες με απεικονίσεις του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ σαν νάνο και αδέξια καρικατούρα, ανίκανη να σταθεί δίπλα στον Φρειδερίκο, ενίσχυαν το αίσθημα μειονεξίας. Σε αυτές τις ατυχείς συγκρίσεις πρέπει να αποδοθεί τόσο η διστακτική του στάση στην έκδοση του συνόλου του έργου του Φρειδερίκου, όσο και στην αναγέννηση του επιστημονικού -και όχι μόνο- ενδιαφέροντος για αυτόν. Ακόμη και αν επί των ημερών του στήθηκε ο έφιππος ανδριάντας του , για τον οποίο λόγος έγινε πιο πάνω, στην τελετή των αποκαλυπτηρίων το 1851 ο βασιλιάς μίλησε ελάχιστα για τον επιφανή πρόγονο του και επικεντρώθηκε στον κίνδυνο της επανάστασης, προερχόμενο από ανατρεπτικά στοιχεία, αναθέτοντας στον πρωθυπουργό του, Otto von Manteufel την εξύμνηση του εικονιζομένου. Προς μεγάλη απογοήτευση του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, το επόμενο πρωί τον ανδριάντα “κοσμούσε” περιπαικτική έμμετρη επιγραφή η οποία καλούσε τους δυό ηγεμόνες να ανταλλάξουν θέσεις:

Γερό-Φριτς κατέβα!

Στην Πρωσία βασίλευσε ξανά!

Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς

καλύτερα καβάλα εκεί πάνω ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος![xviii]

Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄, βασιλέας της Πρωσίας (1795 – 1861).

Η τελευταία δεκαετία του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ στον θρόνο ταυτίζεται με μια περίοδο περισυλλογής και εσωστρέφειας για το γερμανικό εθνικό κίνημα ενώ ο γερμανικός φιλελευθερισμός δεν συνήλθε ποτέ από τα τραύματα που του κατάφεραν τόσο η ενωμένη αυστροπρωσική αντίδραση όσο και η συνειδητοποίηση των δομικών αδυναμιών του. Η Αυστρία την επαύριον της επανάστασης του 1848 είχε αναδειχθεί και πάλι σε ηγεμονική δύναμη στο γερμανικό χώρο, με την Πρωσία ξανά στη δεύτερη θέση. Τη χαλεπή αυτή συγκυρία και το κλίμα της εποχής φαίνεται ότι απηχεί και ο πίνακας του πρώσου ρεαλιστή ζωγράφου Adolph von Menzel, Η μάχη του Hochkirch. Θέμα του κατεστραμμένου σήμερα πίνακα ήταν η ήττα του πρωσικού στρατού από τις αυστριακές δυνάμεις το 1758 στο Hochkirch της Σαξονίας. Η επιλογή μιας ήσσονος σημασίας ήττας ως θέματος, σε συνδυασμό με την απεικόνιση του ίδιου του Φρειδερίκου από το ζωγράφο σαν μια ξαφνιασμένη, σκοτεινή, αδιάφορη φιγούρα και του πρωσικού στρατού πανικόβλητου και ασύντακτου να προσπαθεί να ανασυνταχθεί μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, προκάλεσε αντιδράσεις. Όπως αναμενόταν, ο Menzel, ο οποίος άλλωστε είχε πρωταγωνιστήσει στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τον Φρειδερίκο αναλαμβάνοντας την εικονογράφηση του μνημειώδους έργου του Franz Kugler για τον πρώσο βασιλιά, κατηγορήθηκε για ηττοπάθεια και μειωμένο εθνικό φρόνημα.[xix]

Με την κατάληψη του αξιώματος του υπουργού των εξωτερικών της Πρωσίας από τον  Bismarck το 1862, η πρωτοβουλία στο ζήτημα της γερμανικής ενοποίησης πέρασε στα χέρια ενός άνδρα απαλλαγμένου από τις ψευδαισθήσεις των γερμανών φιλελευθέρων και αποφασισμένου να τοποθετήσει την Πρωσία επικεφαλής μιας ενιαίας Γερμανίας, σεβαστής στους φίλους και φοβερής στους εχθρούς. Με τη συνεπικουρία του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Moltke και του Υπουργού Πολέμου Roon, η Πρωσία αναδείχθηκε νικήτρια σε τρεις διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις: στον Β΄ Πόλεμο του Σλέσβιχ-Χόλσταιν (1864), στον Αυστροπρωσικό (1866) και στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870-1).  Στις 18 Ιανουαρίου 1871, στα ανάκτορα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ στις Βερσαλίες, το όραμα του Bismarck έλαβε σάρκα και οστά με την ενθρόνιση του βασιλιά της Πρωσίας Γουλιέλμου Α΄ σε αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι θαυμαστές νίκες του πρωσικού στρατού ενάντια σε Αυστριακούς και Γάλλους αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον πρώτο Hohenzollern, ο οποίος είχε επιχειρήσει να καταστήσει την Πρωσία ηγεμονική δύναμη, αλλά και για το ρόλο της Πρωσίας γενικότερα στη γερμανική ιστορία. Στη νεαρή αυτοκρατορία, κυρίαρχη αναδείχθηκε η ιστοριογραφική τάση της παρουσίασης του Φρειδερίκου ως προδρόμου της ενοποίησης της Γερμανίας, ως πρώιμου οραματιστή μιας αναγεννημένης αυτοκρατορίας μακριά από τα οράματα των Αψβούργων για μια πολυεθνική monarchia universalis. Η συζήτηση περιστράφηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την πρωτοβουλία του Φρειδερίκου για την Ένωση των Ηγεμόνων (Fürstenbund) το 1785. Με αυτήν την ad hoc συμμαχία Πρωσίας-Σαξονίας-Ανοβέρου, ο Φρειδερίκος επιζητούσε αποκλειστικά την εξουδετέρωση των βλέψεων του αψβούργου αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ στο εκλεκτοράτο της Βαυαρίας και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε το πρώτο βήμα μιας ενοποιητικής εθνικής προσπάθειας. Ωστόσο, ακόμη και ο νέστορας της γερμανικής ιστοριογραφίας Ranke αναζήτησε στον Φρειδερίκο και στην Ένωση του 1785 διαστάσεις ανύπαρκτες. Στο έργο του Τα γερμανικά κράτη και η Ένωση των Ηγεμόνων (1875) υποστήριξε ότι για πρώτη φορά μετά τη Μεταρρύθμιση οι Γερμανοί υπερέβησαν τις θρησκευτικές τους διαφορές στο όνομα ενός κοινού στόχου: “Με την Ένωση των Ηγεμόνων καθολικοί και προτεστάντες ηγεμόνες ενώθηκαν (συμμετείχε και ο καθολικός εκλέκτορας-επίσκοπος Μαγεντίας), ο διχασμός των ομολογιών που μέχρι τότε δίχαζε το σώμα της Γερμανίας ουσιαστικά τερματίστηκε. Έτσι σφυρηλατήθηκε η εθνική ενότητα και κυριαρχία μιας ενιαίας εθνικής σκέψης στα χρόνια που ακολούθησαν.[xx] Ο διάδοχος του Ranke στο αξίωμα του επίσημου ιστοριογράφου του πρωσικού κράτους Heinrich Treitschke, με το γνωστό παθιασμένο ύφος του, εκθείασε τον Φρειδερίκο ως προστάτη του βορειογερμανικού προτεσταντισμού και υπέρμαχο του παγγερμανικού πνεύματος, συγκρίνοντας τις νίκες του με εκείνες των Βρετανών εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών σε Αμερική και Ασία. Όσο για το ρόλο του βασιλιά στο διαμελισμό της Πολωνίας, ο Treitschke εμφάνισε το βασιλιά ως συνεχιστή της μεσαιωνικής Drang nach Osten του Τευτονικού Τάγματος: “Ο Βασιλιάς έδρασε για δεύτερη φορά ως πολλαπλασιαστής της έκτασης του βασιλείου. Έδωσε πίσω στην πατρίδα μας το βασικό έρεισμα του Τευτονικού Τάγματος, την όμορφη κοιλάδα του Βιστούλα, εκεί από όπου ο τεύτονας ιππότης έδιωξε το βάρβαρο και ο γερμανός αγρότης τιθάσευσε τη φύση[…]Ο αγώνας των Γερμανών εναντίον των Πολωνών για τον έλεγχο των ακτών της βαλτικής κρίθηκε υπέρ της Γερμανίας”.[xxi] Πιστός στο πνεύμα του ιστορικού, ο γλύπτης Rudolf Siemering το 1877 διακόσμησε τη βάση του ανδριάντα του πρώσου ηγεμόνα στην έδρα του τάγματος στο Marienburg με τα αγάλματα τεσσάρων εκ των σημαντικότερων μεγάλων αρχιμαγίστρων των Τευτόνων Ιπποτών.[xxii]

Heinrich Gotthard von Treitschke (1834 – 1896).
Rudolf Siemering, ανδριάντας του Φρειδερίκου του Μεγάλου (1877), Marienburg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιο κριτικός στάθηκε ο Onno Klopp, αρχειονόμος του βασιλείου του Ανοβέρου, το οποίο προσαρτήθηκε από την Πρωσία μετά τη νικηφόρα για αυτήν έκβαση του Αυστροπρωσικού Πολέμου το 1866. Από το 1860 ο καθολικός Klopp έκανε λόγο στα έργα του για τον κίνδυνο της επικράτησης του φρειδερίκειου πνεύματος στα γερμανικά πράγματα. Με το έργο Ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και το γερμανικό έθνος (1867), κατηγορούσε το βασιλιά ως πρωταίτιο της γερμανικής δυαρχίας και θεμελιωτή της ανεξέλεγκτης, ανήθικης και επεκτατικής πολιτικής. Αμφισβητούσε το προσωνύμιο “μέγας” και είδε στο 1866 την “τελική νίκη του φρειδερικιανισμού (Fridericianismus)” αλλά και το “τέλος της γερμανικής ιστορίας”. O Klopp τόνιζε τέλος, ότι η ύπαρξη της Πρωσίας βασιζόταν στη διατήρηση ενός παραδόξου: Η σταθερότητα στο εσωτερικό εξασφαλιζόταν μόνο με τη μόνιμη αναταραχή στο εξωτερικό.[xxiii]  Εγγύτερα στους επικριτές παρά στους θαυμαστές βρισκόταν και ο ίδιος ο Bismarck. Στα κείμενα του διακρίνεται η δυσκολία του να παρακολουθήσει όσους με πάθος αναζητούσαν ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του Φρειδερίκου και το δικό του, αφού, όπως παρατηρούσε, οι εποχές ήταν διαφορετικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε σύγκριση ήταν άτοπη, ενώ κρίνοντας από την  προσωπική του εμπειρία δίπλα σε τρεις γερμανούς αυτοκράτορες, η φιλαρέσκεια ήταν το θανάσιμο αμάρτημα κάθε εστεμμένου και ο Φρειδερίκος δεν συνιστούσε εξαίρεση.

Η κρίση του Bismarck περί φιλαρέσκειας δικαιολογείται απόλυτα στην περίπτωση του κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Στα χρόνια της βασιλείας του, που ταυτίζονται με την κορύφωση του γερμανικού ιμπεριαλισμού, εντάθηκε η προσπάθεια να τονιστεί ο μεσσιανικός ρόλος της μοναρχίας και των Hohenzollern στη γερμανική ιστορία. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος υπενθύμιζε συχνά την καταγωγή του από το “Μεγάλο Βασιλιά”, δεν έχανε την ευκαιρία σε χορούς μεταμφιεσμένων να υποδύεται με ρούχα εποχής τον πρόγονο του, ενώ είχε ζητήσει από τον επιφανέστερο γλύπτη της αυτοκρατορικής Γερμανίας Rheinhold Begas, να τον χρησιμοποιήσει ως μοντέλο για τον ανδριάντα του Μεγάλου Φρειδερίκου στη Λεωφόρο των Νικών (Siegesallee), επιθυμία που πραγματοποιήθηκε.

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ (1859 – 1941) μεταμφιεσμένος ως Φρειδερίκος Β΄ .

Ο ίδιος προσπάθησε να επιβάλλει στην πρωσική και κατʼ επέκταση στη γερμανική ιστοριογραφία το προσωνύμιο “μέγας” στον παππού του Γουλιέλμο Α΄ και τελικά και εμφανιστεί ο ίδιος ως ο τρίτος “μεγάλος” Hohenzollern, εκείνος που θα οδηγούσε τη Γερμανία στη μέγιστη υπερπόντια επέκταση της.[xxiv] Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν εκπλήσσει ούτε ο μεγάλος αριθμός μελετών, διαλέξεων, εκθέσεων και έργων τέχνης με θέμα το βίο του Μεγάλου Φρειδερίκου, ο οποίος έτυχε της αυτοκρατορικής ενίσχυσης. Στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου Döberitz του ευνοούμενου της αυλής Jospeh Lauff το 1903, το οποίο τοποθετείται στο τέλος του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου, το παρόν έδωσε η αυτοκρατορική οικογένεια. Ο κάιζερ σχολίασε σχετικά: “Είδαν με τα μάτια τους (σ.σ. οι θεατές) τις συμφορές και την εξαθλίωση της διαίρεσης σε πολλά μικρά κράτη. Σε αυτήν την άθλια κατάσταση της αδυναμίας και του διχασμού το δαφνοστεφανωμένο πρωσικό ξίφος στα χέρια ενός Hohenzollern, του Μεγάλου Φρειδερίκου, σταθεροποίησε το βασίλειο και αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας ο μετέπειτα αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Μέγας μπόρεσε να θεμελιώσει τη γερμανική αυτοκρατορία. Ήταν μια ωραία, ένδοξη, μεγάλη στιγμή.” Παράλληλα, η λογοκρισία δεν επέτρεπε το ανέβασμα έργων με περιεχόμενο ικανό να πλήξει το γόητρο και τη φήμη του Φρειδερίκου. Έτσι, το 1898 το έργο Ο άγριος Reutlingen των Gustav Moser και Thilo von Trotha βασισμένο σε διήγημα του Hans Werder, έτυχε της αυτοκρατορικής έγκρισης μόνο μετά την αφαίρεση της φράσης “Πώς γίνεται ένας μεγάλος βασιλιάς να έχει τόσο μικρό μυαλό;”. Στο έργο Ο νεαρός Φριτς (1909), ο θεατρικός συγγραφέας Ferdinand Bonn, φοβούμενος τις αντιδράσεις έδωσε στο ρόλο του αδελφικού φίλου του, Φρειδερίκου Hans von Katte, χαρακτηριστικά σύγχρονου γερμανού εθνικιστή, ενώ το 1914, στον διάσημο εκπρόσωπο του νεοκλασικισμού Paul Ernst, απαγορεύθηκε το ανέβασμα του έργου Το πρωσικό πνεύμα, επειδή ο κάιζερ δεν επιθυμούσε την επί σκηνής απεικόνιση της σύγκρουσης του Φρειδερίκου με τον πατέρα του, Φρειδερίκο Γουλιέλμο Α΄.[xxv]

Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, και ενώ συμπληρώνονταν 200 χρόνια από τη γέννηση του Γερο-Φριτς, η Berliner Post έγραφε: „Ποιες μεγάλες μορφές της ιστορίας τους εκτιμούν περισσότερο οι Γερμανοί; Ποιοι κάνουν την καρδιά τους να χτυπά εντονότερα από συγκίνηση; Ο Goethe; Ο Schiller; Ο Wagner; Ο Marx; Όχι! Ο Barbarossa, ο Μέγας Φρειδερίκος, ο Blücher, ο Moltke, ο Bismarck! Oι σκληροτράχηλοι άνδρες της ιστορίας! Αυτοί που πήραν χιλιάδες ζωές είναι εκείνοι, που συναρπάζουν το λαό και του προκαλούν ένα ειλικρινές αίσθημα ευγνωμοσύνης. H αιτία είναι ότι εκείνοι έπραξαν αυτό ακριβώς που καλούμαστε και εμείς ακόμη και σήμερα να πράξουμε[]Ο καθένας χωριστά γνωρίζει και ολόκληρο το έθνος έχει συναίσθηση αυτού: Μόνο στην επίθεση υπάρχει σωτηρία![xxvi] Ακόμη και στη Βαυαρία, όπου η πρωσική προτεσταντική λιτότητα δεν ήταν δημοφιλής, φαίνεται ότι ο Φρειδερίκος είχε το δικό του κοινό. Σε αυτό πρέπει να συγκαταλεχθεί και ο διάσημος για τα ηθογραφικά του διηγήματα Ludwig Thoma. Σε άρθρο στην εβδομαδιαία εφημερίδα März υπενθύμιζε ότι ακόμη μπορούσες να συναντήσεις στις αγροικίες της Βαυαρίας εικόνες του Φρειδερίκου δίπλα στα εικονίσματα του λαοφιλούς Αγίου Κορβινιανού, αφού στην Ένωση των Ηγεμόνων όφειλε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της η Βαυαρία, συμπληρώνοντας: “Ακόμη και αν δεν είναι σωστό να τοποθετούμε την εικόνα ενός “άθεου” δίπλα στον άγιο Κορβινιανό, έχουμε πολλούς λόγους για να τιμάμε τον Φρειδερίκο τον Μοναδικό (den Einzigen) ως σωτήρα της πατρίδας”.

Thomas Mann (1875 – 1955)

Οι αναφορές στον Φρειδερίκο, όπως αναμενόταν αυξήθηκαν τόσο στον τύπο όσο και στο γερμανικό δημόσιο λόγο ευρύτερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς, όμως, το πλαίσιο και η ρητορική η οποία συνόδευσε αυτές τις αναφορές, είναι μάλλον αναμενόμενα, αξίζει ίσως να σταθούμε αποκλειστικά στην ιδιαίτερη περίπτωση του Thomas Mann. Το δοκίμιο του Ο Μέγας Φρειδερίκος και η Μεγάλη Συμμαχία γράφτηκε το πρώτο έτος του πολέμου και είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για τη χρήση της ιστορίας ως argumentum per analogiam σε κρίσιμες περιόδους. Το δοκίμιο δίχως να συνιστά μια αφελή προβολή του παρόντος στο παρελθόν δεν παύει να είναι μια κοινότοπη ανάγνωση της τρέχουσας πραγματικότητας. O Mann υποστήριζε ότι όπως και το 1756 (έτος έναρξης του Επταετούς Πολέμου) έτσι και το 1914 η Πρωσία και ο βασιλιάς της βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη συνασπισμένη ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο έργο του, το οποίο ως στόχο έχει να εμψυχώσει το γερμανικό λαό και να του ενισχύσει την πίστη σε μια νίκη αντίστοιχη με εκείνη της Πρωσίας τον 18ο αιώνα, ο Φρειδερίκος εμφανίζεται ως θύμα και όχι ως θύτης. Αρχικά θύμα της πατρικής σκληρότητας και αργότερα της μοίρας, που τον ανάγκασε να γίνει βασιλιάς και όχι φιλόσοφος, όπως πραγματικά επιθυμούσε. Την ίδια στιγμή, η Πρωσία του Φρειδερίκου, όπως και η σύγχρονη του Μann Γερμανία, ήταν θύμα της πανευρωπαϊκής δυσπιστίας. Αμφότερες αδυνατούσαν να πείσουν την ήπειρο ότι οι φιλοδοξίες τους δεν ήταν ανεξέλεγκτες. Εξαιτίας αυτής της δυσπιστίας, παρατηρούσε ο Mann, συνασπίστηκαν τότε εκατό εκατομμύρια ενάντια σε πέντε και 14 ηγεμόνες ενάντια σε έναν. Οι Γερμανοί έπρεπε να μιμηθούν τον πρώσο βασιλιά: “Ο Φρειδερίκος δεν κέρδισε τίποτα, τα εδάφη του λεηλατήθηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, φτωχή και εγκαταλείφθηκε. Όμως η Πρωσία στο τέλος ήταν ακέραιη, δεν είχε χάσει ούτε ένα χωριό, η Σιλεσία είχε διατηρηθεί ενώ ο σκοπός και ο στόχος της Μεγάλης Συμμαχίας είχε παντελώς αποτύχει. Αυτή ήταν η μεγάλη ταπείνωση που κατάφερε ένας άνδρας μόνος του απέναντι στην οικουμένη. Η μοίρα είχε αποφασίσει αντίθετα σε κάθε πρόβλεψη”.[xxvii]

Η ιστορία δεν δικαίωσε τον Mann αλλά τον “Σιδερένο Καγκελάριο” ο οποίος λέγεται ότι είχε δηλώσει: “Η συντριβή στην Ιένα ήλθε είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Φρειδερίκου. Η επόμενη μεγάλη καταστροφή θα λάβει χώρα είκοσι χρόνια μετά το δικό μου θάνατο”. O Bismarck είχε πεθάνει το 1898 και το 1918 είδε την εκπλήρωση της πρόρρησης και την ήττα της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Ακολούθησε η σημαντική απώλεια εδαφών σε Ανατολή και Δύση, η επιβολή βαρύτατων αποζημιώσεων και η εγκαθίδρυση ενός ασθενικού δημοκρατικού καθεστώτος ικανού να υπονομεύσει την ειρήνη στην ήπειρο. Ο πνευματικός κόσμος στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στάθηκε αρκετά κριτικός απέναντι στη φυσιογνωμία του Φρειδερίκου, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για το γερμανικό μιλιταρισμό, βασική αιτία κατά πολλούς της ήττας το 1918. Ο σοσιαλιστής συγγραφέας, ιστορικός και δημοσιογράφος Kurt Kersten ήταν απαξιωτικός: οι στρατιωτικές του επιτυχίες ήταν αποτέλεσμα του στρατού που έφτιαξε ο πατέρας του Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α΄, η Ένωση των Ηγεμόνων δεν ήταν παρά μια “Ιερά Συμμαχία πριν την Ιερά Συμμαχία” ενώ αδιαφόρησε πλήρως για την εκπαίδευση του λαού του. Για τον Kersten η σάρωση της φρειδερίκειας Πρωσίας από τα όπλα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν νομοτελειακά προκαθορισμένη. Στο ίδιο μήκος κύματος ο συγγραφέας και αρχιτέκτονας Werner Hegemann, χαρακτήριζε τον Φρειδερίκο “άπατρη κοντοτιέρο του ροκοκό”, “υστερικό πρώσο Ρολάνδο” και αναρωτιόταν: “Υπάρχει άραγε άλλος λαός σαν το γερμανικό που να τον διακρίνει η αυτοκαταστροφική διαστροφή να θεωρεί έναν προδότη σαν τον Φρειδερίκο εθνικό ήρωα;”.[xxviii] Οπαδός της μεγαλογερμανικής λύσης, ο Hegemann θεωρούσε υπαίτιο τον πρώσο βασιλιά για τη σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν κατασπαταλήθηκαν ζωτικές δυνάμεις του γερμανικού έθνους, οι οποίες θα ήταν επαρκείς για να του ανοίξουν τον δρόμο της κατάκτησης και του αποικισμού της βαλκανικής χερσονήσου. Η ποιήτρια  Ricarda Huch, στη διάλεξη της με τίτλο Η γερμανική παράδοση το 1931, προειδοποίησε ότι “η σπορά του Φρειδερίκου θα φέρει νέες συμφορές στη χώρα” και ο πολλές φορές υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας Erich Kästner άσκησε σκληρή κριτική στην εικόνα του Μεγάλου Φρειδερίκου ως λογίου και ειδικότερα στις επιδερμικές γνώσεις του σε θέματα της γερμανικής λογοτεχνίας.

Τη φήμη του Γερο-Φρίτς ανέλαβε να διασώσει στην περίοδο 1919-1933 ο γερμανικός κινηματογράφος. Πλάι στα πρωτοποριακά έργα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπως αυτά του Lang και του Murnau, εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1920 και οι πρώτες ομιλούσες ταινίες με θέμα το βίο του πρώσου μονάρχη. Το 1921 κυκλοφόρησε η ταινία Fridericus Rex, με τον Otto Gebühr στον πρωταγωνιστικό ρόλο από τα στούντιο της UfA. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ακολούθησαν άλλες τρεις ταινίες το 1922 με τον ίδιο τίτλο και στις οποίες ξεδιπλώνονταν περισσότερα γνωστά επεισόδια της ζωής του Φρειδερίκου. Πρωτοποριακή πρέπει να θεωρηθεί και η προώθηση των ταινιών με τη διαφήμιση τους μέσω άλλων προϊόντων, όπως συλλεκτικά άλμπουμ με φωτογραφίες των πρωταγωνιστών αλλά και δίσκοι γραμμοφώνου με μουσικά θέματα των ταινιών, διασκευασμένα για πιάνο. Στον τύπο εκφράστηκαν συχνά διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την αξία τους. Η σοσιαλδημοκρατική Vorwärts υποστήριξε ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν ένας “δίχως περιεχόμενο ψευτοηρωικός χαρακτήρας“. Το περίφημο Die Weltbühne του Siegfried Jacobsohn σημείωνε ότι “Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό έργο τέχνης αλλά μάλλον για μια ταινία ανίκανη να παρουσιάσει επαρκώς το πνευματικό διαμέτρημα του Μεγάλου Φρειδερίκου” και εμφατικά παρατηρούσε: “Δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε στα σοβαρά σήμερα μια αντιδημοκρατική πρόκληση εμπνευσμένη από την ιστορία των Hohenzollern. Στον αντίποδα αυτών, ο Robert Breuer στο Die Glocke, τόνιζε ότι δεν γίνεται οι αίθουσες χωρητικότητας δύο χιλιάδων ατόμων να γεμίζουν δύο ή τρεις φορές την ίδια μέρα για έναν ή δύο μήνες με “ανόητους, εχθρούς της δημοκρατίας και μοναρχικούς” ενώ ο κριτικός κινηματογράφου της Frankfurter Zeitung, Friedrich Sieburg έγραψε: “O Φρειδερίκος πέρασε στην αιωνιότητα και θα είναι για πάντα μέρος της καθημερινότητας του καθενός δίχως ποτέ να χάσει τη λάμψη του. Είναι πάντα εκεί ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτόν. Λάμπει ακόμη και μέσα σε αυτόν τον άχαρο κόσμο του σήμερα[...]όχι όμως μέσα από τις βιογραφίες όσο μέσα από το μύθο“. Μετά την εξαγορά της UfA από τον επιχειρηματία και μετέπειτα υπουργό οικονομίας των εθνικοσοσιαλιστών Alfred Hugenberg, οι παραγωγές με θέμα την Πρωσία του Φρειδερίκου  συνεχίστηκαν με ανανεωμένο ζήλο από τους συντελεστές. Η πολλαπλή υποστήριξη ταινιών όπως O Γερό-Φριτς και το Κοντσέρτο για φλάουτο στο Sanssouci ενώ την ίδια στιγμή ταινίες, όπως η μεταφορά του Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον του Erich Maria Remarque, αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη λογοκρισία, δεν πέρασε απαρατήρητο από εφημερίδες όπως η κομμουνιστική Rotte Fahne, που καταδίκαζε την γκροτέσκα απεικόνιση της εποχής: „Η έλξη που ασκεί το μεγαλείο της περιόδου του Φρειδερίκου θα παραμένει αμείωτη όσο ο φιλισταϊκός τύπος ανθρώπου ανθεί στη Γερμανία. Όμως οι ιδεολόγοι στην υπηρεσία του Hugenberg ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Έτσι έφτιαξαν μια ταινία για τον Φρειδερίκο όπου στο επίκεντρο δεν βρίσκονται τα στρατιωτικά εμβατήρια αλλά η εικόνα ενός “δημοκράτη βασιλιά του λαού”. Μια υποδειγματική εικόνα της αστικής αντίληψης της ιστορίας ως κιτς.[xxix]

Οι Otto Gebühr (αριστερά) ως διάδοχος Φρειδερίκος και Albert Steinrück ως Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Α΄ στην κινηματογραφική ταινία  Fridericus Rex (1922-1923).

Η περίοδος 1933-1945 σημαδεύτηκε από μια άνευ προηγουμένου εκμετάλλευση της προσωπικότητας του Φρειδερίκου και της πρωσικής ιστορίας γενικότερα. Αν και οι εθνικοσιαλιστές αποστρέφονταν την εικόνα μιας κοινωνίας αυστηρά ιεραρχημένης, διαστρωματωμένης και διαιρεμένης σε ευγενείς και μη, οι στρατιωτικοί θρίαμβοι του Φρειδερίκου καθώς το συγκεντρωτικό προφίλ της διακυβέρνησης του συνιστούσαν εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη για μια αποτελεσματική προπαγάνδα στο Γ΄ Ράιχ. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ο Hitler τον κατέτασσε μαζί με τον Λούθηρο και τον Wagner στους τρεις μεγάλους Γερμανούς, παραβλέποντας άλλους “μεγάλους” όπως ο Καρλομάγνος, ο Όθων Α΄ και ο Θεοδώριχος. Στο Ο Αγών μου ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τον Φρειδερίκο “μαραθωνοδρόμο της ιστορίαςενώ στις  ομιλίες του τον αποκαλούσε “αξιοθαύμαστη διάνοια”, “λαμπρό παράδειγμα υψηλού ήθους”, “ιδιοφυή ήρωα”, και έκανε λόγο για τη “δικτατορία του μεγάλου βασιλιά”, στην οποία ο πρωσικός λαός “εκούσια και με ευχαρίστηση” υποτασσόταν. Ο θεωρητικός Alfred Rosenberg στο έργο του Ο μύθος του 20ου αιώνα, χαρακτήρισε τον Φρειδερίκο “Φωτεινό άστρο-οδηγό του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος”, το βίο του ως την „πιο αυθεντική και μεγάλη γερμανική ιστορία” και ο αρχηγός των SA στο Βερολίνο κόμης Wolf Heinrich Helldorf τον χαρακτήρισε “πρώτο εθνικοσοσιαλιστή της ιστορίας”. Δεν εκπλήσσει λοιπόν η επιλογή του μετέπειτα Υπουργού Προπαγάνδας, Goebbels, η τελετή της έναρξης της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου την 21η Μαρτίου 1933 να λάβει χώρα στην Εκκλησία της Φρουράς στο Πότσδαμ, στην τελευταία δηλαδή κατοικία του Φρειδερίκου και του πατέρα του. Με την παρουσία του στην τελετή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στρατάρχης Paul von Hindenburg και τη χειραψία του με το μελλοντικό φύρερ του Γ΄ Ράιχ επισφραγίστηκε η σύζευξη της παλαιάς με τη νέα αυτοκρατορία και μια εικόνα με έντονους συμβολισμούς προστέθηκε στον ιδρυτικό μύθο του νέου καθεστώτος. Η “Ημέρα του Πότσδταμ” όπως έγινε γνωστή, σχολιάστηκε από την Das Neue Deutschland με αναφορές στον πάντα παρόντα Μεγάλο Φρειδερίκο: “Η γέννηση μιας νέας Γερμανίας! Στην παλιά εκκλησία της φρουράς του Πότστνταμ σαν φάντασμα ορθώνεται μια γιγάντια σκιά. Ο σκληρός ήχος ενός μπαστουνιού στο δάπεδο είναι αντιληπτός πια σε όλους. Ο άνεμος που κλωθογυρίζει στην εκκλησία μεταφέρει το μήνυμα μιας δυνατής φωνής: Κύριοι αποκαλυθφείτε“.[xxx] Όπως αναμενόταν, διανοούμενοι και καλλιτέχνες φιλικά προσκείμενοι στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, ενίσχυσαν την εικόνα μιας Πρωσίας προδρόμου του Γ΄ Ράιχ και ενός Φρειδερίκου προδρόμου του Hitler. Γλύπτες όπως o Thorak,  φιλοτέχνησαν προτομές του, στις οποίες ήταν ευδιάκριτες οι αρετές του βόρειου, άρειου ανθρώπου, ενώ ιστορικοί όπως ο αυστριακός και υπέρμαχος της Μεγάλης Γερμανίας Srbik, επανέφεραν την εγελιανή πρόσληψη του Φρειδερίκου ως καταστροφέα του παλαιού και φορέα του νέου, με τρόπο τέτοιο, ώστε να εξυπηρετεί το εθνικοσοσιαλιστικό αφήγημα.

Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε την εκ νέου εργαλειοποίηση του Φρειδερίκου. Σε ομιλίες δημόσιες και ιδιωτικές, ο Führer δεν έπαυε να κατασκευάζει ιστορικά ανάλογα με αναφορές στους στρατιωτικούς θριάμβους του Φρειδερίκου, ο οποίος είχε μετατραπεί σε ένα είδος προσωπικού τοτέμ. Μετά την πτώση της Πολωνίας και λίγο πριν την εκδήλωση της επίθεσης στη Δύση, δήλωσε κατά τη διάρκεια σύσκεψης: “Έχω να διαλέξω ανάμεσα στη νίκη και την ήττα. Επιλέγω τη νίκη, μια μεγάλη ιστορική απόφαση, συγκρίσιμη με εκείνη του Μεγάλου Φρειδερίκου πριν τον Α΄ Σιλεσιακό Πόλεμο. Η Πρωσία οφείλει την άνοδο της στον ηρωισμό ενός άνδρα. Ακόμη και τότε υπήρχαν δίπλα του άνδρες που τον συμβούλευαν να συνθηκολογήσει. Τίποτα δεν θα γινόταν δίχως τον Μεγάλο Φρειδερίκο”.[xxxi] Μετά τις πρώτες ήττες της Wehrmacht, οι αφίσες στους δρόμους και τα δημόσια κτίρια με ρήσεις του βασιλιά με στόχο την ανύψωση του ηθικού των πολιτών πλήθυναν, ενώ ο Otto Gebühr επανήλθε στο ρόλο που τον καθιέρωσε στην κορυφαία προπαγανδιστική γερμανική πολεμική ταινία Ο μεγάλος βασιλιάς.

Der Grosse König (1942).

The Great King (Germany, 1942) English subtittles part1

 

Παράλληλα, οι ιθύνοντες του Γ΄ Ράιχ αναζητούσαν λύσεις στις επιλογές του Φρειδερίκου σε περιόδους κρίσης. Μεταξύ αυτών, ο επικεφαλής των SS, Himmler, που δικαιολόγησε την επιστράτευση ανηλίκων και ποινικών κρατουμένων για την επάνδρωση της πολιτοφυλακής και άλλων μονάδων το 1944, επικαλούμενος αντίστοιχη απόφαση του βασιλιά το 1762. Τέλος, ο Goebbels ανήγγειλε στον Hitler το θάνατο του προέδρου Ρούζβελτ το 1945 ως επανάληψη του “Θαύματος του Βρανδεμβούργου”, του αναπάντεχου δηλαδή θανάτου της τσαρίνας Ελισάβετ το 1762, ο οποίος οδήγησε στην αποχώρηση της Ρωσίας από τον αντιπρωσικό συνασπισμό κατά τον Επταετή Πόλεμο και στην πρωσική επικράτηση.[xxxii] Το θαύμα ωστόσο δεν επαναλήφθηκε. Ο ηγέτης του Γ΄ Ράιχ αφαίρεσε τη ζωή του στο γραφείο του καταφυγίου του, τους τοίχους του οποίου κοσμούσαν αποκλειστικά δύο πορτραίτα: εκείνο της μητέρας του και του Μεγάλου Φρειδερίκου.          

Στα χρόνια της διαίρεσης του γερμανικού έθνους δυτικοί και ανατολικοί Γερμανοί είχαν τους δικούς τους λόγους για να αφήσουν επιτέλους τον Γερο-Φρίτς να αναπαυθεί εν ειρήνη. Άλλωστε, το βασίλειο του δεν υπήρχε πια. Τα ανατολικά πρωσικά εδάφη τα μοιράστηκαν Ρώσοι και Πολωνοί, ενώ στα εναπομείναντα δυτικά επιβλήθηκε από τους Συμμάχους η διαίρεση και μετονομασία τους με τη δικαιολογία ότι στο όνομα της ειρήνης και της ασφάλειας το κράτος που υπήρξε “εξαρχής φορέας του μιλιταρισμού και της αντίδρασης” έπρεπε να παύσει να υπάρχει. Μετά το 1990 και την επανένωση της Γερμανίας, ξεκίνησε μια πιο ψύχραιμη συζήτηση σχετικά με το ρόλο της Πρωσίας στη γερμανική ιστορία, μακριά από αφορισμούς και μανιχαϊστικές οπτικές. Δείγμα αυτής της εξελισσόμενης συμφιλιωτικής διαδικασίας των Γερμανών με την ιστορία τους ήταν η πρωτοβουλία του καγκελάριου Helmut Kohl το 1991 να μεταφέρει με όλες τις σχετικές τιμές τη σορό του Μεγάλου Φρειδερίκου από τη Σουαβία, όπου για λόγους ασφαλείας φυγαδεύθηκε στα τελευταία στάδια του πολέμου, στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ. Ο Γερό-Φριτς δεν αναζητά σήμερα μια θέση στη Βαλχάλα της γερμανικής ιστοριογραφίας. Μετά θάνατον μεταμορφώθηκε από άθεο διαφωτιστή σε εγελιανό ήρωα και από πρόδρομο της γερμανικής ενότητας σε πρώιμο εθνικοσοσιαλιστή. Με λιγότερο πάθος και περισσότερα επιχειρήματα οι μεταμορφώσεις και οι αντιπαραθέσεις συνεχίζονται επιβεβαιώνοντας όσους υποστηρίζουν ότι ο Φρειδερίκος είναι πολύ μεγάλος για να αγνοηθεί.

                                          

ZDF History Deutschlands Herrscher – Die Preussen

Ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Freie Universität του Βερολίνου

Σημειώσεις

[i]Eva Zwach, Deutsche und englische Militärmuseen im 20. Jahrhundert, Marburg 1997, σ. 129.

[ii]Πρόκειται για δύο αντίρροπες τάσεις στο εσωτερικό του γερμανικού εθνικού κινήματος στο α΄ μισό του 19ο αιώνα. Οι “μικρογερμανοί” επιθυμούσαν μια ενωμένη Γερμανία όπου τα πρωτεία θα είχε η Πρωσία ενώ οι “μεγαλογερμανοί” επιθυμούσαν τη συμπερίληψη στο μελλοντικό γερμανικό κράτος και των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας.

[iii]  Uwe Klußmann, «Seiner Zeit voraus», στο Uwe Klußmann – Norbert Pötzl (επιμ.), Die Hohenzollern. Preußische Könige, deutsche Kaiser, Berlin 2011, σ. 73.

[iv]  Michael Prinz von Preußen, Friedrich der Grosse, Berlin 2012, σ. 116.

[v] Christopher Duffy, Frederick the Great. A Military Life, Routledge 2015, σ. 282.

[vi] Herfried Münkler, Die Deutschen und ihre Mythen, Berlin 2009, σ. 240.

[vii] Hagen Schulze, The course of German nationalism. From Frederick the Great to Bismarck, 1763-1867, Cambridge 1991,  σ. 45.

[viii] Hans Dollinger, Friedrich II. Von Preußen. Sein Bild im Wandel von zwei Jahrhunderten, Μünchen 1986, σ. 116.

[ix]Friedrich Wilhelm III, An Mein Volk, Breslau 1813, σ. 1.

[x] Dollinger, ό.π., σ. 116.

[xi]Στο ίδιο, σσ. 119-120.

[xii]Duffy, ό.π., σ. 283.

[xiii]Dollinger, ό.π., σσ. 123-124.

[xiv]Πρόκειται για το έδικτο του 1713 βάσει του οποίου το σύνολο των κτήσεων του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ θα περιερχόταν ακέραιο στην κατοχή της κόρης του Μαρίας Θηρεσίας.

[xv]Münkler, ό.π., σ. 246.

[xvi]Franz Mehring, «An enlighted despot?», στο Peter Paret (επιμ.), Frederick the Great: A profile, Palgrave McMillan, 1972., σ. 221

[xvii] Για το σχετικό δημόσιο διάλογο στην Πρωσία βλ. Christa Heese, Eine Trajanische Säule für Friedrich II. Schinkels Entwürfe für das Friedrichsdenkmal, Berlin 2012.

[xviii]Friedrich Mielke – Jutta von Simson, Das berliner Denkmal für Friedrich II. den Grossen, Frankfurt a. M., 1975, σ. 24.

[xix] Hubertus Kohle, «Adolph Menzels Friedrich. Eine Apologie historischer Größe?», στο  Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 273-274.

[xx] Dollinger, ό.π., σ. 138.

[xxi] Heinrich von Treitschke, Deutsche Geschichte im Neunzehnten Jahrhundert, τ.1., Paderborn 2015, σ. 63.

[xxii] Rene du Bois, Denkmale und Denksteine für Friedrich den Großen, 2017, σ. 181.

[xxiii]Münkler, ό.π., σσ. 245-246.

[xxiv] Andreas Rose, «Im Schatten „historischer Grösse“. Wilhelm II. und seine Ahnen. Ein Beitrag zur Geschichtspolitik im Kaiserreich», στο Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 287-289.

[xxv] Dollinger, ό.π., σ. 153-154.

[xxvi] Berliner Post, 28 Ιανουαρίου 1912.

[xxvii] Münkler, ό.π., σ. 250.

[xxviii] Merkur.de, Menschenschinder: «Der Schatten des Großen», 24 Ιανουαρίου 2018.

[xxix] Rote Fahne, 5 Ιανουαρίου 1928.

[xxx] “Κύριοι αποκαλυφθείτε! Εάν αυτός ζούσε εμείς δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ”: Είναι τα λόγια με τα οποία σύμφωνα με την παράδοση ο Ναπολέων απευθύνθηκε στους αξιωματικούς του κατά την επίσκεψη του στον τάφο του Μεγάλου Φρειδερίκου το 1806.

[xxxi] Dollinger, ό.π., σ. 186.

[xxxii] Christopher Clark, The Iron Kingdom. The rise and downfall of Prussia 1600-1947, Harvard 2006, σ. 662.

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Το κείμενο αυτό αποτελεί μία πρώτη προσπάθεια περιγραφής των σχέσεων μεταξύ της εθνικής ταυτότητας ή, καλύτερα, του εθνικού φαντασιακού και της χρήσης (και χρησιμοποίησης) της ιστορίας της αρχαίας Μακεδονίας, όπως αυτές προκύπτουν από τη στάση που κράτησαν απέναντι στο ζήτημα οι ερευνητές (ιστορικοί και αρχαιολόγοι) της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτονόητο είναι πως τα όσα μπορούμε να μάθουμε γύρω από την έννοια του έθνους και τις διεργασίες κατασκευής και συγκρότησής του μέσα από τα γραπτά των εν λόγω ερευνητών εμπίπτουν περισσότερο σε ένα ανθρωπολογικό πλαίσιο παρά σε μία ιστορική πραγματεία. Ωστόσο, ευελπιστώ ότι ίσως αποτελέσει το εφαλτήριο για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος της «αντικειμενικοποίησης του εθνικού φαντασιακού».[1]

Καταρχάς, κρίνεται σκόπιμη μία μεθοδολογική επισήμανση: η αρχική ιδέα πάνω στην οποία στηρίχθηκε η παρούσα εργασία ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα κείμενα που έχουν γραφεί κατά καιρούς στις δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας για την αρχαία Μακεδονία, τόσο από ιστορικούς όσο και από γλωσσολόγους. Το υλικό που θα συγκεντρωνόταν θα αφορούσε την πραγμάτευση της ιστορίας του βασιλείου της Μακεδονίας από τις απαρχές του έως και την μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ., έτος κατάκτησής του από τους Ρωμαίους. Έμφαση θα δινόταν στο πώς προσέλαβαν οι Γιουγκοσλάβοι την εθνική καταγωγή των Μακεδόνων και τις σχέσεις των τελευταίων με τους νότιους Έλληνες. Η προς μελέτη βιβλιογραφία θα περιοριζόταν σε ένα χρονικό πλαίσιο το οποίο θα είχε ως αφετηρία το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και θα τερματιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το τελευταίο χρονολογικό όριο τέθηκε με αφορμή την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1992 και τη δημιουργία της Π.Γ.Δ.Μ.

Η πρώτη φάση της έρευνας έδειξε ότι οι σχετικές δημοσιεύσεις οι οποίες εμπίπτουν χρονολογικά στη συγκεκριμένη περίοδο είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να ήταν πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή σχετικά ασφαλών συμπερασμάτων. Κρίθηκε επομένως σκόπιμο αφενός να επεκταθούν προς τα πίσω τα χρονικά όρια της βιβλιογραφίας και αφετέρου να μελετηθούν όλες οι εργασίες που ασχολήθηκαν με το εν λόγω ζήτημα, ανεξάρτητα από το αν αυτές απετέλεσαν ακαδημαϊκά εγχειρίδια στην πρώην Γιουγκοσλαβία ή όχι. Έτσι, παραδείγματος χάριν, κάποια από τα βιβλία τα οποία συμπεριλήφθηκαν προς μελέτη στη νέα δομή της εργασίας εκδόθηκαν ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ένα άλλο πρόβλημα που συνδέεται με τα παραπάνω είναι ότι από τα ευάριθμα ακαδημαϊκά εγχειρίδια, τα οποία χρησιμοποιούνταν ή χρησιμοποιούνται στα πρώην γιουγκοσλαβικά (και νυν σερβικά) πανεπιστήμια και τα οποία αφορούσαν στο θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, αποτελούν στην πλειονότητά τους μεταφράσεις εγχειριδίων ξένων συγγραφέων, προερχομένων κυρίως από την Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για ένα σύνολο εγχειριδίων γραμμένων από σοβιετικούς συγγραφείς, τα οποία -ανάλογα με την εποχή κατά την οποία συντάχθηκαν- αντικατοπτρίζουν την τότε κυρίαρχη κομμουνιστική ιδεολογία. Μερικά από αυτά προσφέρονται ακόμη και σήμερα προς μελέτη στους φοιτητές, όπως το έργο των Υ. Υ. Struve και D. P. Kalistov, Stara Grčka (Αρχαία Ελλάδα – του οποίου η μετάφραση έγινε το 1968 στο Σαράγεβο) και εκείνο του N. A. Maškin, Istorija Starog Rima (Ιστορία της αρχαίας Ρώμης). Ως εναλλακτική λύση, για εκείνους που προτιμούσαν μια άλλη οπτική γωνία, ήταν προσιτοί οι τόμοι του J. Β. Bury, History of the Ancient Word, στην αγγλική γλώσσα.[2] Η κατάσταση αυτή οφειλόταν στο κομμουνιστικό σύστημα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, το οποίο περιόριζε την αντικειμενική ιστορική έρευνα και προωθούσε την άποψη που ήταν συμβατή με τις επιταγές του κομμουνιστικού ιδεώδους.

      

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η έλλειψη σχετικού προς μελέτη υλικού οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα και στην αδιαφορία της γιουγκοσλαβικής διανόησης για ζητήματα τα οποία υπερβαίνουν τα όρια των σλαβικών μετακινήσεων στην Αρχαιότητα. Όπως είναι ήδη γνωστό, η λεγόμενη «μεγάλη μετανάστευση των λαών», η οποία έλαβε χώρα κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., ανάγκασε πολλούς λαούς, συμπεριλαμβανομένων και των Σλάβων, να εγκαταλείψουν τις βόρειες πατρίδες τους. Οι Σλάβοι αναφέρονται με αυτό το συγκεκριμένο όνομα για πρώτη φορά στην Ιστορία μόλις εμφανίστηκαν στα σύνορα του ελληνικού κόσμου, επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.).

Η έλλειψη δημοσιευμάτων έθεσε ένα δίλημμα. Αυτό αφορούσε στην επιλογή ανάμεσα στην αυστηρά χρονολογική παράθεση των απόψεων των διαφόρων ερευνητών σχετικά με την αρχαία Μακεδονία ή στην πραγμάτευση των επιμέρους θεματικών του ζητήματος σχετικά με την καταγωγή των Μακεδόνων, όπου και πάλι θα ακολουθούσαμε τη χρονολογική σειρά έκδοσης των διαφόρων δημοσιευμάτων. Για λόγους που αφορούν τη σύνθεση της εργασίας, προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος παρουσίασης. Οι θεματικές είναι οι εξής:

α. Τα σύνορα της αρχαίας Μακεδονίας

β. Η εθνοτική δομή της

γ. Η εθνική καταγωγή και η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων και

δ. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες.

Πηγή: A Classical Atlas to Illustrate Ancient Geography by Alexander G. Findlay, Harper and Brothers Publishers, New York, 1849.

Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές, βάσει της μελέτης των έργων τους, είναι τα ακόλουθα:

1.Τα σύνορα της Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα ήταν τα εξής:

α) στα βόρεια το Demir Kapu, ύστερα τα Βυλάζωρα και (σύμφωνα με τον Vulić) η Σαρ   Πλανίνα

β) στα νότια τα όρη Όλυμπος στα ΝΑ και Πίνδος στα ΝΔ

γ) στα ανατολικά ο ποταμός Στρυμόνας

δ) στα δυτικά η περιοχή της Λυγκηστίδος και κατόπιν οι Πρέσπες.

  1. Η εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας

Οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν τις σχετικές γραμματειακές πηγές (Θουκ. 2.99 και Στράβων 7.11) που παρουσιάζουν την εθνοτική εικόνα της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) πριν από την άφιξη των Αργεαδών ως αρκετά περίπλοκη. Οι πληροφορίες και των δύο πηγών συμπίπτουν σε ό,τι αφορά την ύπαρξη των φύλων που κατοικούσαν σ’ αυτήν την περιοχή. Όμως, στην αναφορά του Θουκυδίδη δεν αναφέρονται τα ιλλυρικά και τα ηπειρωτικά φύλα, λόγω της απουσίας τους από τις περιοχές που ανήκαν στον πυρήνα του πρώτου μακεδονικού κράτους.[3] Επίσης, αξιοσημείωτο φαίνεται το γεγονός ότι τόσο στην αναφορά του Θουκυδίδη όσο και του Στράβωνος δεν εμφανίζονται οι Βρύγες, για τους οποίους γνωρίζουμε ότι μετατοπίστηκαν στη Μικρά Ασία εξαιτίας της επέκτασης των Ιλλυριών. Με την άφιξη των Μακεδόνων, η εθνική δομή της αρχαίας Μακεδονίας γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη. Περίπου ταυτόχρονα, στα ΒΔ μέρη της Μακεδονίας (με τη σύγχρονη γεωγραφική έννοια) εισβάλουν οι Ιλλυριοί. Προτάθηκε η άποψη ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες, μαζί με τους Ιλλυριούς, κατάγονταν από την ίδια πελασγική βάση. Εντούτοις, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι και τα δύο φύλα εμφανίζονται σ’ αυτές τις περιοχές ως ήδη διαμορφωμένες εθνότητες οι οποίες διαφοροποιούνται όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και από τους ιθαγενείς.[4] Για τους γιουγκοσλάβους μελετητές, η εθνική σχέση μεταξύ όλων των φύλων που αναφέρονται στις γραμματειακές πηγές ως κάτοικοι της Μακεδονίας είναι ακόμα ασαφής. Ωστόσο, θεωρούν ότι οι Παίονες αναμφίβολα αποτελούσαν την πιο σημαντική εθνική ομάδα μετά τους Μακεδόνες.[5]

  1. Εθνική καταγωγή και γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων

Ως προς το θέμα της εθνικής καταγωγής των αρχαίων Μακεδόνων, στη γιουγκοσλαβική έρευνα απαντούν ελάχιστα μόνον σχόλια και παρατηρήσεις σχετικά με τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες ξένων ιστορικών και γλωσσολόγων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γιουγκοσλάβοι ερευνητές οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο, ασχολήθηκαν με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας -συνεκδοχικά και των αρχαίων Μακεδόνων- απέτυχαν ή απλώς δεν κατέβαλαν προσπάθεια να απαντήσουν στα φλέγοντα ζητήματα της εθνικής καταγωγής και της γλώσσας του συγκεκριμένου φύλου. Οι εργασίες τους περιορίζονται κυρίως στην αναλυτική αναφορά των ήδη γνωστών μελετών ξένων επιστημόνων, ενώ σπάνια αναλώνονται στις μελέτες άλλων, σύγχρονων τους, Γιουγκοσλάβων ερευνητών καθώς και στις ελάχιστες προσπάθειες σχεδιασμού καινούριων θεωριών.

Εξαίρεση από τα όσα παρατηρήθηκαν πιο πάνω αποτελεί ίσως η πρώτη μελέτη στην οποία ετέθη το ζήτημα της εθνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων. Η συγκεκριμένη μελέτη η οποία εκδόθηκε το 1948 είναι του H. Barić, ενός από τους πιο σημαίνοντες γλωσσολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Εξ ολοκλήρου γλωσσολογικού χαρακτήρα, η εργασία είχε ως σκοπό να αποδείξει τον ιλλυρικό χαρακτήρα της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας. Ο Barić με αναλυτικό τρόπο παρουσιάζει τα γλωσσικά επιχειρήματά του για να στηρίξει την άποψή του και μόνο στις τελευταίες σελίδες σχολιάζει την ανεπάρκεια της θεωρίας υπέρ της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.[6]

Ο Barić, με ένα πολύ έντονο και αρνητικό ύφος, σχολιάζει τη μέθοδο έρευνας ορισμένων ιστορικών και γλωσσολόγων (όπως εκείνη του Abel[7] και του Beloch[8]), οι οποίοι χαρακτηρίζουν τους Μακεδόνες ένα από τα ελληνικά φύλα. Θεωρεί τα συμπεράσματά τους προϊόν φόβου, ώστε να μην θεωρήσει κάποιος το μεγαλειώδες έργο του Μεγάλου Αλέξανδρου ως έργο βαρβάρων. Από την άλλη πλευρά, γράφει ο Barić, σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι «μεγάλες ελληνικές κατακτητικές αξιώσεις για τη Μακεδονία, οι οποίες βεβαίως δεν μπορούν να σχετιστούν με την επιστήμη αλλά την υποτιμούν». Ο Barić, στο συγκεκριμένο σημείο, σχολιάζει την ανάμειξη της πολιτικής στη σφαίρα της ιστορίας ως επιστήμης, ως «ένα ανάξιο και υποτιμητικό κίνημα ως προς το σύνολο των ερευνητών οι οποίοι προσπαθούν, εδώ και καιρό, να καταλήξουν σε ένα λογικό και αντικειμενικό συμπέρασμα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Όμως», συνεχίζει ο Barić, «οι ιστορικοί οι οποίοι έβλεπαν το μακεδονικό ζήτημα χωρίς κανένα προσωπικό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούν δεδομένο ότι οι Μακεδόνες, στα παλαιά χρόνια (δηλαδή στα χρόνια που προηγήθηκαν της ελληνιστικής εποχής), ποτέ δεν θεωρούνταν μέρος του ελληνικού κόσμου, από πολιτιστική ή οποιαδήποτε άλλη άποψη. Επιπλέον, ούτε η αρχαία ελληνική λογοτεχνία ούτε η μυθολογία δεν σχετίζονται με τους Μακεδόνες ή με τη χώρα τους». Ο Barić αναφέρεται στη συνέχεια, προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, στο γνωστό εδάφιο του Ηροδότου (5.22), στο οποίο διαβάζουμε ότι ο Μακεδόνας βασιλεύς Αλέξανδρος Α’ εξέφρασε την επιθυμία να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά οι Έλληνες προσπάθησαν να τον αποκλείσουν επειδή τον θεωρούσαν βάρβαρο.[9] Ο Barić όμως δεν αναφέρει ούτε σχολιάζει τη συνέχεια του συγκεκριμένου χωρίου: «Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην και    ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ.» Επίσης, αναφέρεται και στον Θουκυδίδη, ο οποίος δεν διαφοροποιεί τους Μακεδόνες από τους βάρβαρους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία στη Στράτο, όπως διαβάζουμε στο εδάφιο 2.80.8.[10]  Σημειώνει, επίσης ότι ακόμη και μετά από την ελληνομακεδονική ένωση, έως την τελευταία στιγμή οι Μακεδόνες ένιωθαν αυτόν τον δεσμό ως ένα είδος ζυγού, παραπέμποντας στο αντίστοιχο χωρίο του Πλουτάρχου (Άρατος 16.2.[11]).

Την πιο καίρια στάση ως προς την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, και συνεπώς την εθνογένεσή τους, εξέφρασε ο καθ. Milan Budimir, ένας από τους πιο διακεκριμένους κλασικούς φιλολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Παρά την πλούσια εργογραφία του (η οποία στην πλειονότητά της αφορά στους Πελασγούς), ασχολήθηκε αποκλειστικά με το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων μόνο σε ένα μικρό άρθρο και κυρίως από τη σκοπιά της γλωσσολογίας.

Σύμφωνα με τον M. Budimir[12], μέχρι το 1966 τόσο το ζήτημα της προέλευσης όσο και της σημασίας του όρου Μακεδών δεν είχε επιλυθεί ακόμη, μολονότι μερικοί διάσημοι γλωσσολόγοι ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα.[13] Η λύση την οποία προτείνει αναφορικά με τη σημασία του εθνικού Μακεδών είναι ότι πρόκειται για την ελληνική μετάφραση ενός παλαιότερου εθνικού, όμως επισημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να πούμε με ακρίβεια ποια ήταν αυτή η αρχική μορφή. Η συγκεκριμένη λέξη, παρόλο που την θεωρεί προφανώς ελληνική, κατά την απόλυτη άποψη του Budimir, δεν αρκεί ώστε να αποδειχτεί η ελληνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων. Η πεποίθησή του γίνεται ακόμη πιο ισχυρή όταν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι Μακεδόνες δεν λάμβαναν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Budimir πιστεύει ακράδαντα ότι η μελλοντική έρευνα γύρω από την αρχαία μακεδονική γλώσσα και τα μακεδονικά τοπωνυμία θα αποδείξει ότι η θέση της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας πρέπει να βρίσκεται στην βαλκανική ομάδα των ινδοευρωπαίων Πελασγών, όπως συμβαίνει και με τους Παίονες, τους Δάρδανους, τους Ιλλυριούς, τους Ενετούς (εννοεί αυτούς από τα κεντρικά Βαλκάνια), και ειδικά τους Βρύγες και τους Καύκωνες. [14]

Milan Budimi
Milutin V. Garašanin

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Milutin V. Garašanin ήταν ένας από τους σημαντικότερους Σέρβους αρχαιολόγους και ακαδημαϊκούς. Στο σύνολο της βιβλιογραφίας του το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων εμφανίζεται σ’ ένα σημείο και πολύ σύντομα, στο συμπέρασμα του άρθρου το οποίο αφορά στο «μακεδονικό hallstatt».[15] «Είμαστε βέβαιοι», γράφει ο Grašanin, «χάρη στους αρχαίους συγγραφείς, ότι μέχρι το σημείο του Demir Kapu ήταν εγκατεστημένοι οι Δάρδανοι, οι οποίοι αναμφίβολα ήταν ιλλυρικής καταγωγής.»[16] Η πιο λογική άποψη, σύμφωνα με τον Garašanin, θεωρείται εκείνη του Budimir, ο οποίος θεωρεί τους Ινδοευρωπαίους Πελασγούς προδρόμους των Ιλλυριών, των Θρακο-Βρυγών[17] και των Μακεδόνων.[18] Όσον αφορά ειδικά στους Μακεδόνες, (όπως και στην περίπτωση των Παιόνων) είναι προφανές ότι επρόκειτο για ένα μείγμα διάφορων φύλων. Την συγκεκριμένη άποψη ο Garašanin την υποστηρίζει με βάση το εδάφιο 7.11 του Στράβωνος[19], όπως και με τον Θουκυδίδη, του οποίου το χωρίο όμως, δεν το αναφέρει.[20]

  1. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες

Όσο και πλούσια να είναι η βιβλιογραφία της Papazoglu, ως προς το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, το ζήτημα της εθνογένεσης των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε ασχολίαστο.[21] Το μόνο σημείο που αφορά στις απαρχές του μακεδονικού φύλου, αποτελεί η πρώτη παράγραφος του άρθρου της Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenisti koj i helenisti koj Makedoniji το οποίο έχει ως θέμα την πολιτική και την κοινωνική έννοια του όρου Μακεδών/Μακεδόνες.[22]

Fanula Papazoglou

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα με την Papazoglu, τόσο η μυθολογία όσο και γραμματειακές πηγές παρουσιάζουν τους Έλληνες και τους Μακεδόνες ως δύο διαφορετικές εθνότητες. Κατά την άποψή της, όλα τα προαναφερθέντα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός κόσμος δεν γνώριζε την ύπαρξη των Μακεδόνων μέχρι τα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου αι. π.Χ.[23] Γνωρίζουμε επίσης ότι κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον των Περσών, οι Έλληνες και οι Μακεδόνες δεν εξισώνονταν. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος, γράφει η Papazoglu, για τον οποίο οι Μακεδόνες θα ήθελαν να αφομοιωθούν από τους Έλληνες, εφόσον υπήρχαν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένιωθαν υπερηφάνεια για τα κατορθώματά τους, επομένως και για την ξεχωριστή καταγωγή τους. Η πλέον κοινά αποδεκτή άποψη ότι η μακεδονική δυναστεία των Τημενιδών ήταν ελληνικής καταγωγής δεν υποδηλώνει την ίδια καταγωγή του μακεδονικού λαού. Η πλέον κατάλληλη απόδειξη για το ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες μη-ελληνικό φύλο, σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί η επιστολή του Ισοκράτη προς τον Φίλιππο Β’, στην οποία ο φιλόσοφος προτρέπει τον Μακεδόνα βασιλέα να αναλάβει τη συμφιλίωση των Ελλήνων και να τους οδηγήσει στον πόλεμο κατά των Περσών.[24] Λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για τα λόγια ενός Έλληνα ο οποίος ζητάει βοήθεια από τον μη-Έλληνα βασιλέα, αυτή η μαρτυρία έχει μεγάλο βάρος.[25]

Σύμφωνα με την ίδια, ο όρος Μακεδών πότε δεν έχασε την αρχική του εθνική έννοια, άρα ένας άνθρωπος γεννιόταν ως Μακεδόνας στην περίπτωση που οι γονείς του ήταν Μακεδόνες. Ωστόσο, καθώς η Μακεδονία αποτελούσε μια χώρα με ετερογενή πληθυσμό, ο συγκεκριμένος όρος θα έπρεπε να εμπεριέχει τόσο την εθνική όσο και την πολιτική έννοια. Είναι γεγονός ότι και στις γραμματειακές και στις επιγραφικές πηγές το μακεδονικό κράτος πότε δεν αναφέρεται με το όνομα ἡ Μακεδονία αλλά με τη φράση οἱ Μακεδόνες. Επομένως, η Μακεδονία ήταν μια χώρα υπό την κυριαρχία του Μακεδόνα μονάρχη, ενώ οι Μακεδόνες αποτελούσαν το σύνολο της βασιλείας του. [26]

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει συχνά ένας αναγνώστης όταν διαβάζει τα κείμενα των εξειδικευμένων στον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο ερευνητών είναι η κατανόηση του επιστημονικού λόγου. Με αυτό εννοούμε πως σε μερικούς συγγραφείς εντοπίστηκε ένα πρόβλημα ασάφειας όσον αφορά στην άποψη την οποία πρόκειται να παρουσιάσουν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να οφείλεται στη δεδομένη πολιτική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε γύρω από το λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα».

Ένα ακόμα πρόβλημα το οποίο χρειάζεται να αναφερθεί είναι η απουσία αναφορών στις πηγές ή παραπομπών σε σύγχρονη των συγγραφέων βιβλιογραφία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σοβαρό, όταν πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες θα έκαναν τη σημαντική διαφορά υπέρ ή κατά ενός ζητήματος, με αποτέλεσμα να χαθεί η εντύπωση η οποία επρόκειτο να δημιουργηθεί. Τα κενά αυτά παρατηρούνται σχεδόν σε όλους τους συγγραφείς των οποίων τα έργα συγκαταλέχθηκαν στην βιβλιογραφία αυτής της εργασίας. Η απουσία αυτή είναι ίσως ενδεικτική της αδυναμίας των «επιστημονικών» τους επιχειρημάτων.

Εκείνο που προξενεί την εντύπωση είναι το γεγονός ότι η προσοχή των περισσότερων Γιουγκοσλάβων ερευνητών στράφηκε προς το θέμα της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων, παρότι ο συγκεκριμένος τομέας έρευνας παρέχει το πλέον ανεπαρκές υλικό, με ελάχιστες ελπίδες εμπλουτισμού του στο μέλλον. Φαίνεται ότι ορισμένοι σλαβόφωνοι ερευνητές, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν κάποια από τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες σχετικά με την εθνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων, πολύ εύκολα απομακρύνονται από την αρχική ροή της σκέψης τους, η οποία ανεξαιρέτως σχετίζεται με την ελληνικότητα του συγκεκριμένου φύλου, μεταφέροντάς την στα γλωσσικά απομεινάρια. Το φαινόμενο αυτό προξενεί την απορία του αναγνώστη, όσο και να δεχόμαστε τη στενή σχέση η οποία υπάρχει μεταξύ της εθνικής καταγωγής ενός λαού και της καθομιλουμένης γλώσσας του (δύο κριτήρια τα οποία αναπόφευκτα συμπλέκονται μεταξύ τους) και ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι σλαβόφωνοι μελετητές που ασχολήθηκαν με το υπό εξέταση θέμα είναι ειδικοί γλωσσολόγοι. Αυτή η τάση μπορεί, ωστόσο, να γίνει κατανοητή αν αναλογιστούμε ότι τα υπόλοιπα τμήματα που αφορούσαν στην ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων ήταν αρκετά πιο ευαίσθητα προκειμένου να αναθεωρηθούν. Πιο συγκεκριμένα, το καυτό ζήτημα της ελληνικότητας ή μη των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε στην ουσία αναπάντητο από τον γιουγκοσλαβικό κύκλο διανόησης, καθώς αυτοί οι ιστορικοί και οι γλωσσολόγοι δεν παίρνουν θέση στο ζήτημα, επαναλαμβάνοντας τα όσα έχουν γράψει προγενέστεροι ξένοι μελετητές.[27]

Ενδιαφέρουσα αποδείχθηκε και η εξέλιξη της σλαβομακεδονικής διανόησης ως προς το ζήτημα της εθνικής καταγωγής των Σλαβομακεδόνων, η οποία με την πάροδο του χρόνου –και όπως διακρίνεται μέσα από τη μελέτη του υλικού- φαίνεται ότι προσαρμοζόταν και εξακολουθεί να προσαρμόζεται στις εκάστοτε υπάρχουσες πολιτικές ιδεολογίες, τόσο της πρώην Γιουγκοσλαβίας όσο και σύγχρονης Π.Γ.Δ.Μ. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να εντοπισθεί σε δημοσιεύσεις οι οποίες κατ’ αρχήν έχουν ως αντικείμενο τη μεγάλη επιδίωξη να αποδειχθεί επιστημονικά η εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Ένα από τα πρώτα έργα αναφορικά με το «μακεδονικό ζήτημα», το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα και, παρά το γεγονός ότι δεν θεωρείται ιστοριογραφικό, απετέλεσε το θεμέλιο της μελλοντικής έρευνας των Σλαβομακεδόνων, ειδικά κατά την περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,[28] είναι ένα κείμενο το οποίο καταπιάνεται με τα σημαντικότερα ζητήματα του «μακεδονικού σλαβικού εθνικού χαρακτήρα». Πρόκειται για το έργο του Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti (Περί μακεδονικών ζητημάτων), το οποίο εκδόθηκε στη Σοφία το 1903 και παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες ως έναν ξεχωριστό λαό εντός της ομάδας των Νότιων Σλάβων και τη  γλώσσα του ως μία η οποία δεν αποτελεί διάλεκτο ούτε της σερβικής ούτε της βουλγαρικής γλώσσας αλλά έχει τα δικά της αυθεντικά χαρακτηριστικά.

Krste Petkov Misirkov.

 

Το 1950 δημοσιεύθηκε ένα βιβλίο με τίτλο Από την ιστορία του μακεδονικού έθνους (Iz istorije makedonskog naroda) του Dimitar Vlahov[29], στο οποίο τονίζεται επιτατικά η σημασία των Σλάβων, οι οποίοι από την εποχή της καθόδου τους κατοικούσαν σ’ όλη την περιοχή της Μακεδονίας. Λόγω της παρουσίας τους εκεί, προήλθε και η ονομασία τους Μακεδόνες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα και όσον αφορά στην περίοδο που προηγήθηκε της σλαβικής εγκατάστασης, στο ανατολικό μέρος της Μακεδονίας κατοικούσαν οι Θράκες και στο δυτικό οι Ιλλυριοί. Το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν συγγενικό με τους Θράκες.[30]

Η «Ιστορία των εθνών της Γιουγκοσλαβίας» που εκδόθηκε το 1953 παρουσιάζει την ιστορία της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) -από την ανάληψη της εξουσίας από τον Μέγα Αλέξανδρο- ως εξής: «στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η ‘άλλοτε Μακεδονία’ περιλάμβανε: την Μακεδονία του Αιγαίου, τη Θεσσαλία, τη Χαλκιδική και ένα μέρος της Ηπείρου, όπως και ένα μέρος της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, κατά προσέγγιση μέχρι τη γραμμή η οποία ξεκινάει από την λίμνη της Οχρίδας μέχρι την πόλη Μπίτολα, όπου κατοικούσαν οι Παίονες. Εδώ η ελληνική επιρροή ήταν πιο έντονη. Οι Μακεδόνες, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ιλλυρικής καταγωγής, ενώ αργότερα εξελληνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό». Στη συνέχεια, η Μακεδονία περιγράφεται ως «μια αγροτική χώρα, η οποία μεταγενέστερα απέκτησε το καθεστώς της στρατιωτικής δημοκρατίας, καθώς και πολύ ισχυρή φυλετική αριστοκρατία.  Από τον 5ο αι. π.Χ., δηλαδή από την εποχή του βασιλέα Αρχελάου, οι Μακεδόνες έχουν το δουλοκτητικό σύστημα, το οποίο ακμάζει επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου. Επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου αρχίζει η έντονη επέκταση του μακεδονικού κράτους, το οποίο εκείνη την εποχή περιλάμβανε και ένα μέρος της περιοχής μας (εννοείται η περιοχή της Γιουγκοσλαβίας). Το μακεδονικό κράτος περιλάμβανε μόνο το νότιο μέρος της σημερινής Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή το πιο νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (από την πόλη Μπίτολα μέχρι την πόλη Οχρίδα). Οι περιοχές βόρεια αυτών των συνόρων, μόνο εν μέρει αποδέχονταν την εξουσία της Μακεδονίας».

Αναφορά στο προαναφερθέν βιβλίο του Misirikov γίνεται στην εισαγωγή της τρίτομης Ιστορίας του μακεδονικού έθνους,[31] της πρώτης επίσημης ιστορίας του «μακεδονικού» έθνους, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1970, ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας έρευνας του σλαβομακεδονικού κύκλου ακαδημαϊκών, με τη συνεργασία ορισμένων Σέρβων ιστορικών και αρχαιολόγων.[32] Στην εισαγωγή τονίζεται περισσότερο από μία φορά ο στόχος για τον οποίο εκπονήθηκε το συγκεκριμένο εκτενές έργο: κρίθηκε απαραίτητο, από την στιγμή που η Μακεδονία διαιρέθηκε σε τρία μέρη μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), να καταδειχτεί -μέσω μιας πληθώρας δημοσιεύσεων- ότι η προσπάθεια των τριών κρατών (της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας- στα οποία συμπεριλήφθηκαν οι αντίστοιχες περιοχές της Μακεδονίας) να διεκδικήσουν για τις ίδιες την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας δεν αποτελεί παρά «παραποίηση και σφετερισμό μιας αυθεντικής εθνικής ιστορίας».[33]

Μία ακόμη δημοσίευση με τίτλο «Ιστορία του μακεδονικού έθνους»[34] αποτελεί μία μονογραφία, με έτος έκδοσης το 1988. Το κείμενο, γενικά, συμπίπτει στο περιεχόμενο των αρχικών κεφαλαίων του με το κείμενο της προαναφερθείσης πρώτης Ιστορίας του Μακεδονικού Έθνους. Ξεκινάει δηλαδή από τα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία παρουσιάζουν την εικόνα της Μακεδονίας από την Νεολιθική Εποχή μέχρι την Εποχή του Σιδήρου. Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά στην ιστορία του πρώτου μακεδονικού κράτους, από τη στιγμή της διαμόρφωσής του έως την περίοδο της βασιλείας του Φιλίππου Β’, και δίνεται εν συντομία. Αναφέρεται η διαίρεση του κράτους στην Άνω και Κάτω Μακεδονία, γνωστή ακόμα και στους αρχαίους συγγραφείς, καθώς και όλες οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτές τις ευρύτερες περιφέρειες. Η πράξη της ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται στον Περδίκκα (τοποθετείται στην περίοδο 707–645 π.Χ.), του οποίου οι πρόγονοι κατάγονταν από το Άργος και για τον λόγο αυτό η δυναστεία του ονομάστηκε Αργεάδες. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό (Βαρδάρη) και Λουδία. Ακολουθεί η ιστορία από την εποχή του Αλεξάνδρου Α’ έως τα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου της ρωμαϊκής κατοχής. Όπως και στην πρώτη Ιστορία του Μακεδονικού Έθνους, οι αρχαίοι Μακεδόνες (και η γλώσσα τους) θεωρούνται ένα μείγμα διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίες κατοικούσαν στη Μακεδονία από τα παλαιότερα χρόνια. Ωστόσο, το δεύτερο αυτό έργο του 1988 δεν προσφέρει καμία νεότερη πληροφορία ή διευκρίνιση σχετικά με το ζήτημα.

Διαβάζοντας την προαναφερθείσα βιβλιογραφία, εύκολα παρατηρεί κάποιος ότι η σκέψη του σλαβομακεδονικού λαού ήταν από την αρχή στραμμένη προς τη διαμόρφωση/κατασκευή μιας σταθερής εθνικής εικόνας, μία ενέργεια η οποία εύκολα γίνεται κατανοητή εάν ληφθεί υπόψη η εκάστοτε πολιτική κατάσταση αλλά και η γεωγραφική θέση στην οποία βρέθηκε. Εντούτοις, σε αυτή τη φάση δεν διαπιστώνεται πουθενά η τάση να αρνηθούν τη σλαβική τους προέλευση, ένα γεγονός το οποίο προβάλλεται παντού και το οποίο σχετίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τα κείμενα που δημοσιεύθηκαν έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το γεγονός ότι η εθνική ιστορία των Σλαβομακεδόνων αρχίζει με την ιστορία ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται πιστεύω στο ότι το άλλοτε νοτιότερο σημείο της πρώην Γιουγκοσλαβίας (η σημερινή Π.Γ.Δ.Μ.) βρίσκεται γεωγραφικά εντός της περιοχής η οποία στην αρχαιότητα αποκαλούνταν Μακεδονία.

Συμπεράσματα

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον πόλεμο του 1991, η πρόοδος στον τομέα που αφορά την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας παρατηρείται περισσότερο στα έργα των ιστορικών της Π.Γ.Δ.Μ.[35] Οι σχετικές δημοσιεύσεις που συμπεριλήφθηκαν στο κείμενο της ανά χείρας εργασίας κρίθηκαν χρήσιμες, επειδή προσέφεραν πληροφορίες οι οποίες έλειπαν από τις προγενέστερες. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι όμως κατά κάποιον τρόπο ενδεικτικό και αναμενόμενο, δεδομένης της πολιτικής κατάστασης και της διαμάχης η οποία δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία. Πολύ μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η απουσία μελετών από σλαβόφωνους ιστορικούς/αρχαιολόγους, προερχομένους από τις υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ειδικά στην περίπτωση των Σλοβένων, στους οποίους απαντά μία πλήρης έλλειψη μελετών σχετικά με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, κατόπιν συζήτησης με αρκετούς καθηγητές του τομέα Κλασικών σπουδών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, αποδείχθηκε ότι και οι ίδιοι δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα για την ενδεχομένη ύπαρξη της βιβλιογραφίας που να αφορά στην αρχαία Μακεδονία, ενώ όλοι ήταν της γνώμης ότι οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν είδαν κάποιο επιστημονικό ενδιαφέρον στην ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα.

Όσον αφορά τον όρο Μακεδόνες (σλαβ. Makedonci), είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνιστεί η χρήση του στη σύγχρονη βιβλιογραφία, επειδή στις σλαβικές γλώσσες η ίδια λέξη χρησιμοποιείται τόσο για τους κατοίκους της Π.Γ.Δ.Μ. όσο για το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως το εξηγεί ο κ. Predrag Mutavdžić, καθηγητής της ιστορίας των βαλκανικών λαών στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, «είναι απαραίτητο να προσέξουμε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των όρων Μακεδόνες με την έννοια του παλαιοβαλκανικού και ελληνικού φύλου και των σύγχρονων Μακεδόνων, των οποίων η καταγωγή είναι αναμφίβολα σλαβική». Ο Mutavdžić θεωρεί τη συγκεκριμένη διευκρίνιση σημαντική, ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση την οποία προκαλεί το προσωνύμιο «Makedonci» στη σερβική γλώσσα.[36]

Για τον ίδιο λόγο και λαμβάνοντας υπόψη το ήδη προαναφερθέν σύγχρονο πρόβλημα που δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία, κατά την εκπόνηση της παρούσας εργασίας καταβλήθηκε προσπάθεια απόδοσης της ακριβούς σκέψεως των σλαβόφωνων συγγραφέων, με έμφαση στις απόψεις τους σχετικά με την καταγωγή και την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως θα έχετε ήδη παρατηρήσει, η γνώμη των περισσότερων ερευνητών, των οποίων τα έργα παρουσιάστηκαν στην παρούσα εργασία, είναι ότι η καταγωγή του φύλου των αρχαίων Μακεδόνων δεν προσδιορίζεται εύκολα. Ορισμένοι θεωρούν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν συγγενικές σχέσεις με το ιλλυρικό υπόστρωμα, άλλοι με το θρακικό, κάποιοι πάλι τους θεωρούν ένα μείγμα διαφόρων φύλων, όμως σχεδόν όλοι συμφωνούν στο ότι η προέλευσή τους δεν ήταν ελληνική. Το κατά πόσο η ερευνητική μέθοδος και ο τρόπος αντιλήψεως των σλαβόφωνων ιστορικών είναι επιστημονικά σωστός και αξιόπιστος είναι ένα ερώτημα που προκύπτει μοιραία. Αναμφίβολα, οι αντιλήψεις τους συνδέονται συχνά με εξωεπιστημονικές θέσεις, συναφείς προς τις αντίστοιχες πολιτικές τάσεις που επικρατούν (ή επικρατούσαν) στα κράτη αυτά. Ωστόσο, η μετατροπή της απλής καταγραφής των δεδομένων σε ερμηνείες πιθανώς υπαγορευμένες από την αδήριτη ανάγκη κατασκευής μιας εθνικής ταυτότητας για τους κατοίκους του κρατικού μορφώματος στα βόρεια της Ελλάδας ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας ανακοίνωσης. Οι όποιες νύξεις για αυτήν τη μεταβολή αποτελούν την ελπίδα αυτές να αποτελέσουν αφορμή για μελλοντική έρευνα. 

«Η παρούσα εργασία βασίστηκε στην κύρια μεταπτυχιακή εργασία της κ. Danica Dragić, η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου την περίοδο 2012-2013. Αυτονόητη είναι η συγκατάθεση της συγγραφέως για την παρουσίαση των ερενητικών της αποτελεσμάτων που γίνεται εδώ.»

 

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

Υποσημειώσεις

[1] . Γ. Χαμιλάκης, «Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα», μτφ. Ν. Καλαϊτζης, Αθήνα (2012), σ. 11.

[2] . Οι λοιπές μεταφράσεις που κυκλοφορούν στη σερβική βιβλιογραφία: Durant Will, „Život Grčke“ Βελιγράδι (1996), J. Bury, R. Meiggs, „Istorija Grčke do smrti Aleksandra Velikog“ Βελιγράδι (2008), J. Bordman, J. Griffin, O. Murray, „Oxfordska istorija Grčke i helenističkog sveta“ Βελιγράδι (1999), S. Maurice, „Klasična istorija Grčke“ Βελιγράδι (2007).

[3].  Πρόκειται για τις περιοχές στις οποίες θα εγκατασταθούν τα φύλα της λεγόμενης Άνω Μακεδονίας (οι Ορέστες, οι Λυγκεστές, οι Δερρίοπες) επομένως πρόκειται για την Ορεστίδα, τη Λυγκεστίδα  και τη Δερρίοπο. F. Papazoglu, „Etnika struktura Antike Makedonije u svetlosti novijih onomastikih istraživanja“, Balcanica 8 (1977), σ. 65.

[4].  F. Papazoglu, ό. π.

[5] . Η παράδοση για τους Παίονες ανάγεται στα χρόνια των ομηρικών επών. Έτσι, οι Παίονες για τους οποίους κάνει λόγο ο Όμηρος (Ιλιάδα 2. 848-9, 10. 426-431, 16. 284-292, 21. 139-43), ήρθαν από την περιοχή του Αξιού. Ο Λίβιος (40.8) γράφει ότι η Ημαθία παλιά αποκαλούνταν Παιονία. Βλ. F. Papazoglu, ό. π.

[6] . Henrik Barić, „Ilirske jezike studije I; O ilirskom karakteru staromakedonskog jezika“, JAZU, Ζάγκρεμπ (1948).

[7] . Otto Abel, Makedonien vor König Philipp, Λειψία (1847).

[8] . K. J. Beloch, “Griechische Geschichte”, τ. 1, Στρασβούργο (1912), σ. 83.

[9] . H. Barić, ό. π. σ. 43.

[10] . Θουκ. 2.80.8.

[11] . Πλούταρχος, Άρατος 16.2.

[12].  Milan Budimir, “De Macedonum Nominis vi Atque Origine”, ŽAnt 16 (1966), σσ. 176-180.

[13].  Μ. Budimir, ό. π. σ. 176, δεν προσφέρει κάποια άλλη εξήγηση για την συγκεκριμένη άποψη.

[14] . M. Budimir, ό. π. σ. 176.

[15] . M. Garašanin, ό. π. σσ. 29-39.

[16] . Ο Garašanin, ό. π. σ. 38, ως προς το θέμα αυτό αναφέρεται στα γλωσσικά ευρήματα του M. Budimir, ό. π., όπως και στον N. Vulić, „Dardanci“, ό. π. σ. 76.

[17]. Σ ύμφωνα με την Papazoglu, ό. π. σ. 68, υπό τον όρο Θρακο-Βρύγες εννοούνται οι Βρύγες που κατοικούσαν στην θρακική περιοχή, άρα το πρώτο μέρος της ονομασίας αυτής δεν δείχνει παρά γεωγραφικό χαρακτήρα.

[18] . M. Budimir, „Grci i Pelasti“, ειδική έκδοση SANU (1950).

[19].  Ο Garašanin, στο ίδιο σημείο και ως αντίθετο, αναφέρει το εδάφιο 9.434 του Στράβωνος, όμως χωρίς να το σχολιάσει.

[20] . M. Garašanin, ό. π. σ. 39.

[21].  Εκτός από ένα σημείο στο εκτενές άρθρο για την εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας, όπου η συγγραφέας πιθανολογεί την πελασγική βάση να ήταν κοινή για τους Μακεδόνες και τους Ιλλυρίους, όχι όμως χωρίς επιφύλαξη. Βλ. παραπάνω σ. 43.

[22].  F. Papazoglu, „Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenistikoj i helenisti

koj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σ. 25.

[23].  F. Papazoglu, ό. π. σ. 25.

[24] . Ισοκράτης, «Φίλιππος», 108, «μόνος γὰρ τῶν Έλλήνων οὐχ ὁμοφύλου γένους ἄρχειν ἀξιώσας …»

[25] . F. Papazoglu, ό. π. σ. 26.

[26].  F. Papazoglu, ό. π. σσ. 29-30.

[27] . Εξαίρεση αποτελούν έργα δύο μελετητών, του Milan Budimir και του Henrik Barić, στα οποία αντικατοπτρίζει την άποψη εναντίον της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.

[28].  Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti, Σοφία (1903) = «Περί  μακεδονικών ζητημάτων»

[29].  Dimitar Vlahov, Iz istorije makedonskog naroda, Βελιγράδι (1950). Ο D. Vlahov (1878-1953) ήταν πολιτικός καταγόμενος από τη Μακεδονία του Αιγαίου. Ορίστηκε αντιπρόσωπος της Ελληνικής Μακεδονίας στην Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης (AVNOJ) το 1934, όπου αποφασίστηκε η ομοσπονδοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και η ένταξη της ενιαίας Μακεδονίας σ’ αυτήν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας του, ο Vlahov υποστήριζε την ιδέα για την ανεξάρτητη θέση του «μακεδονικού» έθνους και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας του Tito.

[30] . D. Vlahov, ό. π. σ. 1.

[31]. „Istorija makedonskog naroda: od praistorije do kraja XVIII veka”, τ. 1, Βελιγράδι (1970).

[32].  Ένας από αυτούς ήταν ο Milutin Garašanin, διάσημος Σέρβος αρχαιολόγος του οποίου η άποψη θα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Σλαβομακεδόνες. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσας εργασίας, η συμβολή του Garašanin δεν ήταν η αναμενόμενη, προφανώς επειδή ο ίδιος δεν είχε κάποιο επιστημονικό επιχείρημα που θα ενίσχυε τις θέσεις των Σλαβομακεδόνων.

[33] . Antoljak S., ό. π. σσ. 5-6.

[34] . Α. Stojanovski, I. Katardžiev, D. Zografski, „Istorija na makedonskiot narod“, Σκόπια (1988).

[35] . Εξαίρεση αποτελούν δύο άρθρα – το πρώτο της F. Papazoglu, „Politički i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenističkoj i helenističkoj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σσ. 25-41, το άλλο του Κροάτη Z. Miridita, „O južnoj granici Dardanije i Dardanaca u antici“, VAMZ 32/3 (1999/2000), σσ. 63-79.

[36] . Predrag Mutavdžić, „Kratka povest o Grčkoj“ Βελιγράδι (2009), σ. 103-4, σημ. 38. = «Σύντομη ιστορία για την Ελλάδα»