Skip to main content

Ηλίας Δ. Μαριολάκος: Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

Ηλίας Δ. Μαριολάκος

 Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από την πραγματεία του συγγραφέα : Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία. Γεωλογικό και Φυσικογεωγραφικό Δυναμικό, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, 2018.

 

Τι είναι Μυθολογία

Μυθολογία είναι η συρραφή θρύλων, διηγήσεων και παραδόσεων που σχετίζονται με τις πράξεις και τη δράση θεών, ημίθεων, ηρώων και ανθρώπων, των προϊστορικών λαών που κατοικούσαν σε οποιοδήποτε σημείο της Γης.

Η λέξη Μύθος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει γενικώς τα λεγόμενα (λόγος, έπος, διήγηση). Για πολλούς, η λέξη Μύθος ταυτίζεται με την αναλήθεια, κι αυτό γιατί πιστεύουν ότι όλοι οι μύθοι είναι αποκλειστικό δημιούργημα της φαντασίας. Για τον Πλάτωνα, που θεωρείται ο πρώτος συγγραφέας που έχει χρησιμοποιήσει τον όρο, “μυθολογία” σημαίνει να μιλάει κανείς για μύθους ή να διηγείται μύθους. Η αρχική σημασία του μύθου, σύμφωνα με πολλούς, είναι “λόγος προφορικός, άνευ διακρίσεως της αλήθειας ή του ψεύδους”. Άλλοι δέχονται ότι ο μύθος δεν είναι μια αφήγηση, αλλά μια πραγματικότητα που βιώνεται, ενώ η μυθολογία δεν είναι η βιογραφία των θεών, όπως μπορεί να φαίνεται συχνά, ακόμα και όταν αναφέρεται στη γέννηση και την παιδική ηλικία των θεών, στα νεανικά τους κατορθώματα και μερικές φορές στον πρόωρο θάνατό τους.

Κατά τον F. Schelling, μύθος είναι εκείνη η ιστορία που περιέχει αφηγήσεις μιας εποχής στην οποία κανένα γεγονός ακόμα δεν σημειώνεται γραπτώς, αλλά το καθένα μεταδίδεται προφορικά. Ενώ μυθολογία είναι η προϊστοριογραφική ιστορία και φιλοσοφία μιας φυλής ή μιας ομάδας ανθρώπων.

Joseph Karl Stieler, Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, 1835, Neue Pinakothek, München.

O Heyne, που θεωρείται πρωτεργάτης των μυθολογικών ερευνών, δέχεται ένα πρωταρχικό, έμφυτο θρησκευτικό ένστικτο στον άνθρωπο, που τον οδήγησε στη θεοποίηση των φυσικών αντικειμένων, κάτι που ενισχύθηκε από τον φόβο του αγνώστου. Ο F. Schelling, απεναντίας, θεωρεί το θρησκευτικό στοιχείο του μύθου ως μεταγενέστερη προσθήκη. Κατ’ άλλους, ο μύθος θεωρείται γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου και επομένως, ως τέτοιος, δεν μπορεί να έχει σχέση με την πραγματικότητα. Σύμφωνα λοιπόν με τις απόψεις των περισσοτέρων, πρόκειται για ένα “παραμύθι”, που αναλόγως προς ποιον απευθύνεται, άλλοτε είναι παραμύθι για μικρά παιδιά και άλλοτε ωραίο παραμύθι για μεγάλους.

Ο Christian Gottlob Heyne και η Ιλιάδα του Ομήρου.

Κάπως έτσι έχει εκληφθεί από πολλούς η ελληνική μυθολογία. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένο. Ο Ηρακλής, για παράδειγμα, δεν είναι κάποιο είδος Ταρζάν και θα ήταν λάθος να εκλαμβάνεται ως τέτοιος. Οι Τιτάνες, οι Γίγαντες, ο Ποσειδώνας, ο Δίας και άλλοι θεοί και θεότητες, ημίθεοι και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Ιάσων και οι λοιποί, συνδέονται άμεσα με τη φύση του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου και άλλοι με τους αγώνες των κατοίκων του για επιβίωση μέσα στη συγκεκριμένη φύση και τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο ενός κοινωνικο-οικονομικού γίγνεσθαι που δεν συνδέεται μόνο με το φυσικογεωλογικό καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα με εκείνο του Αιγαίου, αλλά συνάμα με τον ευρωπαϊκό χώρο και τους Ωκεανούς.

Και όσον αφορά τα μυθολογικά πρόσωπα, ίσως πολλά από αυτά να είναι δημιουργήματα της φαντασίας των προϊστορικών κατοίκων αυτού του τόπου, μεγάλος αριθμός όμως από τις δραστηριότητες των θεών και των ηρώων είναι βέβαιο ότι συνδέονται με τους αγώνες των κατοίκων του με τα έντονα ως ακραία φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κάποια στιγμή ή σε κάποια περίοδο κατά τη μακραίωνη προϊστορική εποχή και που οπωσδήποτε ήταν πρωτόγνωρα για τον κάτοικο του αιγαιακού χώρου, αφού δεν τα είχε ξαναζήσει ποτέ πριν από τότε που πάτησε το πόδι του στην περιοχή, και επιπλέον δεν είχε ζήσει παρόμοια φαινόμενα ούτε στον τόπο απ’ όπου προήρχετο. Ειδικότερα στους φυσικούς μύθους [εκείνους που αναφέρονται στη σχέση των θεών με τον φυσικό κόσμο] σε πολλά φαινόμενα αποδίδονταν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Διακρίνουμε δηλαδή μια προσωποποίηση, ή μάλλον έναν ανθρωπομορφισμό της φύσης, που η σημερινή της κατάσταση δεν φαίνεται μεν να δικαιολογεί την περιγραφή του μύθου, αλλά είναι πολύ πιθανόν να αντιπροσωπεύει τη φυσικογεωλογική κατάσταση σε κάποια φάση του γεωλογικού παρελθόντος, που είναι πολύ πιθανόν να μην είναι ορατή σήμερα.

Ο Γίγαντας Εγκέλαδος ήρθε σε διαμάχη με τη θεά Αθηνά, η οποία τον έθαψε κάτω από το όρος Αίτνα. Έκτοτε, όποτε ήταν οργισμένος, η γη σειόταν.

Το φυσικογεωλογικό δυναμικό, όμως, για να συμβάλει στην ερμηνεία των μύθων, δεν πρέπει να εξετάζεται στατικά, αλλά δυναμικά και συγχρόνως διαχρονικά. Αυτό σημαίνει ότι, όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κάποιο μύθο, όπως, για παράδειγμα, την εποχή των Τιτάνων πριν από την Τιτανομαχία, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, την εποχή που γεννήθηκαν οι Τιτάνες, σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας τίποτα δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν ήταν, με άλλα λόγια, ούτε η θερμοκρασία ούτε οι βροχοπτώσεις όπως είναι σήμερα, ούτε οι παροχές των ποταμών ήσαν ίδιες, ούτε οι ακτές είχαν τη σημερινή τους μορφή, ούτε πολλές από τις πηγές ανέβλυζαν εκεί που αναβλύζουν σήμερα, ούτε οι σύγχρονες λίμνες είναι ίδιες με τις παλιές, με εξαίρεση ορισμένες εσωτερικές λίμνες, που ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι διαστάσεις τους ήσαν διαφορετικές. Για παράδειγμα, ποιος από όσους έχουν ασχοληθεί με την ανακάλυψη της γεωργίας στην Ελλάδα και τη θεά Δήμητρα λαμβάνει υπόψη ότι την εποχή εκείνη ο σημερινός κόλπος της Ελευσίνας ήταν λίμνη και ότι μεγάλο τμήμα του Σαρωνικού ήταν ξηρά; Ποιος λαμβάνει υπόψη ότι, την εποχή που υπολογίζεται ότι γεννήθηκαν οι Τιτάνες, οι κλιματικές και άλλες φυσικογεωλογικές συνθήκες ήσαν εντελώς διαφορετικές σε σχέση με αυτές που επικρατούσαν την εποχή που έγινε η Τιτανομαχία, που είναι περίπου ίδιες με αυτές που επικρατούν σήμερα;

Για έναν που γνωρίζει καλά τα δυναμικά χαρακτηριστικά του φυσικογεωλογικού καθεστώτος του ελλαδικού χώρου και τις μεταβολές του κατά τα τελευταία 20-30.000 έτη, την περίοδο δηλαδή που ο σύγχρονος άνθρωπος, ο Homo sapiens, μένει μόνος του ως είδος πάνω στη Γη και αρχίζει σιγά- σιγά να κυριαρχεί, αφού έχει πλέον εξαφανιστεί ο Homo neanderthalensis, είναι σχεδόν αυτονόητο και πρόδηλο ότι ολόκληρη η Θεογονία, όπως μας την έχει παραδώσει ο Ησίοδος με τις συμπληρώσεις των μεταγενεστέρων, όσον αφορά τις διάφορες γενιές των θεών, αλλά και τη χωροχρονική διάταξη των επιμέρους δραστηριοτήτων τους, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ταυτίζεται με τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου. 

 

Μύθοι και θρύλοι

 Η Γεωλογία, σε αντίθεση με τη Μυθολογία, αποτελεί μια θετική επιστήμη που, με βάση τα πετρώματα και τα απολιθώματα, με βάση δηλαδή τον ανόργανο και τον έμβιο κόσμο που έζησε σε παλαιότερες γεωλογικές εποχές, και εφαρμόζοντας διάφορες εργαστηριακές μεθόδους, έχει κατορθώσει να προσδιορίσει και να ταξινομήσει το γεωπεριβαλλοντικό καθεστώς που επικρατούσε σε μια περιοχή σε κάποια χρονική στιγμή του παρελθόντος. Συνεπώς, είναι σε θέση να προσδιορίσει και τις γεωπεριβαλλοντικές συνθήκες ενός γεωγραφικού χώρου ή μιας περιοχής όπου έχει δραστηριοποιηθεί κάποιος θεός, θεότητα ή ήρωας κατά τη μυθολογική εποχή, κατά την εποχή δηλαδή που καλείται προϊστορική, για την οποία δεν διαθέτουμε άλλες μαρτυρίες, ούτε τη δυνατότητα της χρονολόγησης με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα που μπορεί να μας δώσει μεγαλύτερης ακρίβειας αποτελέσματα.

Ο Ηρακλής και ο Ιόλαος σκοτώνουν τη Λερναία Ύδρα, αναπαράσταση σε αγγείο της αρχαϊκής εποχής

Η συσχέτιση, επομένως, της Γεωλογίας με τους μύθους δίδει μια άλλη διάσταση, πέραν της καθαρώς λατρευτικής, και εν πολλοίς θεολογικής, διότι, αφού είναι δυνατή η χρονολόγηση των δραστηριοτήτων ενός θεού και γενικότερα μιας θεότητας, τότε ο “άχρονος μύθος” γίνεται ιστορικό γεγονός. Ιστορικό γεγονός όχι τόσο με την έννοια της χρονολογικής ακρίβειας, όσο με την έννοια του γεγονότος. Ωραίο παράδειγμα αποτελεί ο μύθος της εξόντωσης της Λερναίας Ύδρας από τον Ηρακλή. Ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε, χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους, πότε έγινε η εξόντωσή της, η συστηματική γεωλογική έρευνα κατέδειξε ότι δεν μπορεί να έγινε πριν από το Κλιματικό Optimum του Ολοκαίνου (4-2.000 π.Χ.). Άρα, ο Ηρακλής, που εξολόθρευσε την Ύδρα, δεν μπορεί να έζησε κατά τη Νεολιθική Εποχή. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κάποιος επειδή οι καρστικές πηγές της Λέρνης δεν είναι δυνατόν να είχαν δημιουργήσει προβλήματα στους κατοίκους της περιοχής, όταν η στάθμη της θάλασσας στον Αργολικό ήταν αρκετά χαμηλότερη απ’ ό,τι είναι σήμερα. Με παρόμοιο σκεπτικό, μια αρχαιολογική έρευνα της Μεσολιθικής Εποχής σε μια παράκτια περιοχή δεν μπορεί να είναι πλήρης, αφού ένας παράκτιος οικισμός της εποχής εκείνης σήμερα βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας λόγω των κλιματοευστατικών κινήσεων. Με ορισμένες τέτοιου είδους παραδοχές ή υποθέσεις, και με παράλληλη, λεπτομερή γεωλογική έρευνα πεδίου, σε συνδυασμό πάντοτε με την αρχαιολογική έρευνα, είναι δυνατόν να σμικρυνθεί το χρονικό παράθυρο για τον προσδιορισμό ενός “μυθολογικού” γεγονότος.

Η πηγή της Λέρνης, στο χωριό Μύλοι του νομού Αργολίδας.

Ως προς τη χρονολόγηση της πρωτοεμφάνισης ενός μύθου, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι εύκολη, όπως δύσκολο είναι να βρεθεί και η πρώτη, η αυθεντική περιγραφή, με άλλα λόγια το πραγματικό περιεχόμενό του. Πάντως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο του μύθου ταυτίζεται με μια τέτοια φυσικογεωλογική διεργασία μοναδική, που επιτρέπει να χρονολογηθεί με ικανοποιητική ακρίβεια πότε πρέπει να πρωτοεμφανίστηκε, ανεξαρτήτως του πότε καταγράφηκε από κάποιον αρχαίο συγγραφέα ή ποιητή. Για παράδειγμα, ο σχηματισμός των Εχινάδων Νήσων, ενώ περιγράφεται από τον Διόδωρο Σικελιώτη ως μύθος, στην πραγματικότητα αναφέρεται σε φυσικογεωλογικές διεργασίες που η γεωλογική έρευνα έχει δείξει ότι είναι πάρα πολύ παλαιές. Ο φυσικογεωλογικός σχηματισμός των Εχινάδων πρέπει να ξεκίνησε γύρω στο 16.000 π.α.σ. Και να ολοκληρώθηκε πριν από 6.000 χρόνια περίπου.

Πηγές της ελληνικής μυθολογίας είναι κατά βάση τα ομηρικά έπη, τα Αργοναυτικά των Ορφικών, τα έργα του Ησιόδου, αλλά και όλα τα έργα των αρχαίων συγγραφέων. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι δεν υπάρχει ιστορικός, περιηγητής, ποιητής κ.λπ., από την εποχή του Ομήρου μέχρι ακόμα και τον 5ο αιώνα μ.Χ., μέχρι δηλαδή την εποχή που ο Χριστιανισμός εκτόπισε την αρχαιοελληνική θρησκεία, που να μην αναφέρεται σε κάποιο μύθο.

Jean-Baptiste Auguste Leloir, Homère, 1841, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Συμβολισμός ή αλληγορία των μύθων

Πολλοί μύθοι εμπεριέχουν αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερη αλληγορία ή συμβολισμό. Την αλληγορία ο Ηράκλειτος ο Ποντικός την ορίζει ως “…τον λόγο που, ενώ μιλάει για κάτι, υπονοεί κάτι άλλο…”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μύθος της θεάς Δήμητρας και της κόρης της, Περσεφόνης, οι οποίες συμβολίζουν τη γονιμότητα της γης και τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι που δεν φαίνεται να έχουν μια τέτοια αναφορά, όπως, για παράδειγμα, ο μύθος του Λαβυρίνθου. Δύσκολο να αντιληφθεί ο σημερινός άνθρωπος τι συμβολίζει ο Λαβύρινθος. Πέραν όμως των γνωστών συμβολισμών, στους οποίους κατά κάποιον τρόπο είναι εμφανής η σχέση του μύθου με κάποια φυσική ή ανθρώπινη δράση, υπάρχει και μια σειρά από μύθους που συμβολίζουν διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα. Πρόκειται δηλαδή για μια φυσικογεωλογική αλληγορία ή συμβολισμό, αφού περιγράφουν, “κρυπτογραφημένα”, φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κατά τη μυθολογική περίοδο, ή παρεμβάσεις του ανθρώπου στο φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι την ίδια εποχή.

Πολλά τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα συνδέονται με τους θεούς-ποταμούς, όπως συμβαίνει στον μύθο του Αχελώου και των Εχινάδων, όπως και στον νεότερο της πάλης του Ηρακλή με τον Αχελώο, ή στους μύθους του Ασωπού ποταμού, που θεωρείται γεννήτορας πολλών νησιών, όπως της Αίγινας, της Σαλαμίνας, της Εύβοιας κ.ά. Σε όλους αυτούς, η αλληγορία δεν είναι εμφανής αν δεν γνωρίζει κάποιος τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του γεωγραφικού χώρου, εντός του οποίου διαδραματίζεται ο μύθος.

Η πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο, ερυθρόμορφος Κορινθιακός κρατήρας, 450 π.Χ.., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Χαρακτηριστικοί μύθοι που επιτρέπουν την ταύτιση των θεών και των φυσικών ή και κοσμογονικών στοιχείων, είναι, για παράδειγμα, ο Απόλλων, που συμβολίζει προσωποποιώντας τον Ήλιο, ο Δίας, που συμβολίζει τον Αιθέρα, ο Ποσειδών, που συνδέεται άμεσα με τους σεισμούς και τη θάλασσα. Ομοίως, ο μύθος του Αιόλου και των 12 παιδιών του θεωρείται ότι αποτελεί μια αλληγορική περιγραφή του έτους και των δώδεκα μηνών.

Έξι θυγατέρες και έξι γιοι γεμάτοι νιάτα”.

(Οδύσσεια, Ραψωδία ζ΄)

 

Μύθοι και φυσικογεωλογική πραγματικότητα

Α. Άμεση σχέση

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας άμεσης σχέσης των μύθων με τη φυσικογεωλογική πραγματικότητα είναι τα ηφαίστεια με τον θεό Ήφαιστο, ή ο θεός Ήλιος (Απόλλων) με τον Ήλιο. Άλλωστε, η σύγχρονη επιστήμη έχει χρησιμοποιήσει συχνά ονόματα πολλών πρωταγωνιστών των διαφόρων μυθολογιών για να περιγράψει, όχι μόνο μια φυσικογεωλογική διεργασία, αλλά και έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Ο όρος ηφαιστειολογία προέρχεται από τον θεό Ήφαιστο, ο όρος ωκεανογραφία-ωκεανολογία από τον Τιτάνα Ωκεανό, ο όρος γεωλογία από τη θεά Γαία, γεννήτορα και μητέρα των πάντων. Στο γενεαλογικό δέντρο, όπως αυτό παρουσιάζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, πολλές θεότητες ταυτίζονται με διάφορα φυσικογεωλογικά συστήματα. Ήδη στη δεύτερη κιόλας γενιά, εμφανίζονται θεότητες όπως ο Πόντος και τα Όρη. Ο Πόντος μάλιστα, διαφοροποιείται όχι μόνο από τον Ωκεανό, αλλά και από τη Θάλασσα, που ανήκουν σε νεότερες γενιές θεοτήτων. Η φυσικογεωλογική αυτή διαφοροποίηση παύει όταν η γενιά του Δία αντικαθιστά εκείνη του Κρόνου, οπότε όλα τα φυσικογεωλογικά συστήματα διανέμονται ανάμεσα στους τρεις μεγάλους Ολύμπιους θεούς. Ο Δίας είναι υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει στην ατμόσφαιρα, ο Ποσειδών είναι υπεύθυνος για τα φαινόμενα που εξελίσσονται στην υδρόσφαιρα και στη λιθόσφαιρα, τέλος, στον Πλούτωνα αναλογεί ένα τμήμα του εσωτερικού της Γης, όπου καταλήγουν οι ψυχές των ανθρώπων μετά τον θάνατό τους.

Από τις πρώτες, επομένως, αράδες της Θεογονίας, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελληνική μυθολογία εμπεριέχει και μια φυσικογεωλογική διάσταση, το μέγεθος της οποίας είναι μάλιστα αντιστρόφως ανάλογο με την παλαιότητα της γενιάς της θεότητας.

Η Θεογονία του Ησιόδου.

Πολλοί από τους θεούς του ελληνικού πανθέου έχουν επινοηθεί προκειμένου να βοηθήσουν διάφορες ανάγκες του ανθρώπου και να του συμπαρασταθούν στα φαινόμενα που σχετίζονται με το γεωδυναμικό καθεστώς που επικρατούσε στον αιγαιακό και ευρύτερο περιαιγαιακό χώρο την κρίσιμη εποχή, τότε που οι κάτοικοι ένιωσαν την ανάγκη να πλάσουν τους προστάτες θεούς τους. Η περίπτωση του Ηφαίστου είναι χαρακτηριστική της εξελικτικής πορείας, και κατά συνέπεια της διάδοσης της λατρείας του θεού, από τον ηφαιστειογενή χώρο του Ωκεανού αρχικά στον ηφαιστειογενή αιγαιακό χώρο. Αυτό γίνεται εμφανές από τον μύθο που θέλει την πρώτη φορά να εκσφεντονίζεται από τη μητέρα του Ήρα και να πέφτει προφανώς στον ωκεανό, όπου περιθάλπτεται σε κάποιο σπήλαιο, φιλοξενούμενος της Ωκεανίδας Ευρυνόμης, ενώ, κατά τον δεύτερο εκσφεντονισμό του από τον Δία, καταλήγει στην ηφαιστειογενή Λήμνο. Και αυτός ο ίδιος ο Ωκεανός, από Τιτάνας που γεννήθηκε κι έζησε στην Ελλάδα, όπου, μαζί με την Τηθύ, θεωρείται γεννήτορας όλων σχεδόν των ποταμών της Γης, τελικά ταυτίστηκε με το μεγαλύτερο φυσικογεωλογικό σύστημα του πλανήτη μας, δίνοντάς του, μάλιστα, και το όνομά του.

Β. Έμμεση σχέση

 Στις μυθολογίες, όμως, υπάρχουν και περιγραφές δραστηριοτήτων πολλών θεών και ηρώων, ή περιγραφές φαινομένων που, ενώ στο πρώτο άκουσμά τους μοιάζουν ακατανόητες από τον σύγχρονο άνθρωπο, στην ουσία, όταν τις προσεγγίσει κάποιος επιστήμονας με ειδικές γνώσεις, διαπιστώνει με έκπληξη ότι πολλοί από τους μύθους αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από “κρυπτογραφημένα φυσικογεωλογικά φαινόμενα”, εξαιρετικής έντασης συνήθως, που όχι μόνο εντυπωσίασαν τους προϊστορικούς κατοίκους μιας περιοχής, αλλά τους δημιούργησαν ταυτόχρονα και τέτοιας κλίμακας καταστροφές, που χαράχτηκαν στη μνήμη τους. Η περιγραφή των φαινομένων αυτών είναι φορτισμένη, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με την κοινωνικο- ψυχολογική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί την εποχή της εκδήλωσής τους.

Ο αδύναμος και φοβισμένος προϊστορικός άνθρωπος, θύμα των παραπάνω φαινομένων, αδυνατώντας να τα ερμηνεύσει, τα αποδίδει συνήθως στην οργή ή στον ανταγωνισμό των θεών, που σχεδόν πάντα έχει προκαλέσει ο ίδιος. Άπειρα τα παραδείγματα. Όλοι οι κατακλυσμοί, που περιγράφονται στις μυθολογίες πολλών λαών, συνδέονται με την οργή των θεών τους, που δεν αντέχουν πια τις αμαρτίες των ανθρώπων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παρατεταμένες ξηρασίες. Με παρόμοιο σκεπτικό, τα Σόδομα και τα Γόμορρα καταστράφηκαν από τον θεό των Εβραίων επειδή είχαν μεταπέσει συνολικά σε μια αμαρτολή κοινωνία, ενώ είναι σήμερα γνωστό πως η συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται πάνω σε μια ενεργή ρηξιγενή ζώνη, που δίδει πολλούς και μεγάλους σεισμούς.

John Martin, The Destruction of Sodom And Gomorrah, 1852, Laing Art Gallery, Newcastle upon Tyne.

Η διαπίστωση όμως της έμμεσης σχέσης μεταξύ των μυθολογικών αναφορών και των φυσικογεωλογικών φαινομένων, αλλά και του γεωπεριβάλλοντος, γίνεται ακόμα πιο δυσδιάκριτη όταν τα συγκεκριμένα φαινόμενα συνδέονται με φυσικογεωλογικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πολύ προτού αποκατασταθεί το σημερινό γεωμορφολογικό καθεστώς, που συμπίπτει γενικώς με την περίοδο μεταξύ της 6ης και της 4ης χιλιετίας πριν από σήμερα.

 

Γεωμυθολογία

 Η Γεωμυθολογία είναι ένας κλάδος των γεωεπιστημών που έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση και τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των μύθων ενός λαού και των φυσικογεωλογικών συνθηκών του γεωγραφικού χώρου, στον οποίο εξελίχθηκαν οι διάφοροι μύθοι, του χώρου δράσης των διαφόρων ηρώων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που αναφέρονται όχι μόνο στην ελληνική μυθολογία, αλλά και σε αυτές άλλων λαών. Αναφερόμαστε επιγραμματικά σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα από την ελληνική μυθολογία:

  • H σχέση του Δία, της Ήρας και του Ηφαίστου με την ηφαιστειακή δραστηριότητα γενικά, και ειδικότερα με εκείνη της Λήμνου, της Λυκίας, της Αίτνας αλλά και των μεσο-ωκεανίων ραχών.

 

 

  • Ο Ηρακλής, η Δηιάνειρα και ο Λίχας με το κάψιμο του σώματος του Ηρακλή και τις Λιχάδες Νήσους, που συνδέονται με την ηφαιστειακή και τη μεταηφαιστειακή δραστηριότητα στον ευρύτερο χώρο του Βορείου Ευβοϊκού, καθώς και με τις πολλές θερμές πηγές που υπάρχουν στην ίδια περιοχή.

 

 

  • Ο Ηρακλής και ο δαμασμός του Αχελώου κόβοντάς του τα κέρατα, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους αποκομμένους τεχνητά κλάδους των μαιάνδρων στο δέλτα του ποταμού, άλλοτε κατασκευάζοντας αντιπλημμυρικά έργα και άλλοτε παρεμβαίνοντας στις φυσικές διεργασίες των μαιάνδρων του.

 

 

  • Ο μύθος του Αχελώου και της δημιουργίας των Εχινάδων Νήσων, που συνδέεται με τις κλιματοευστατικές κινήσεις του Ιονίου, που ακολουθεί κι αυτό τις μεταβολές της παγκόσμιας θάλασσας.

 

 

  • Οι κλιματοευστατικές κινήσεις στο Αιγαίο, η δημιουργία της νήσου Δήλου και η σύνδεση του ονόματος του νησιού με τη συγκεκριμένη φυσικο-γεωγραφική εξέλιξη.

 

 

  • Ο Ασωπός ποταμός και ο Ασωπός πατέρας-γεννήτορας της Αίγινας και της Σαλαμίνας, που συνδέεται άμεσα με τη φυσικογεωλογική δημιουργία πρώτα της Αίγινας και στη συνέχεια της Σαλαμίνας, εξαιτίας των κλιματοευστατικών κινήσεων και της παλαιογεωγραφικής εξέλιξης του Σαρωνικού.

 

 

  • Ο σεισίχθων Ποσειδών και η γεωδυναμική κατάσταση του ελληνικού τόξου που είναι σεισμογόνο.

 

 

  • Ο επιλίμνιος και ο φυτάλμιος, ο ίσθμιος και ο πόρθμιος Ποσειδών, που συνδέεται με τις διαδοχικές λίμνες που δημιουργήθηκαν και εξαφανίστηκαν μεταξύ 18.000 και 6.000 χρόνια πριν από σήμερα, στην περιοχή μεταξύ του Σαρωνικού, του Ευβοϊκού, του Κορινθιακού και αλλού, καθώς και με την υφαλμύρωση των υπογείων υδροφόρων οριζόντων και των επιφανειακών υδάτων, αλλά και τις μεταβολές της παράκτιας τοπογραφίας.

 

  • Ο μύθος του Ηρακλή και της πολυκέφαλης Λερναίας Ύδρας, που συνδέεται άμεσα με τις υδρογεωλογικές συνθήκες των καρστικών πηγών της Λέρνης και της μικρότερης κλίμακας κλιματικές μεταβολές που επικρατούν στο Αρκαδικό Οροπέδιο.

 

 

  • Η αντικατάσταση στην κυριαρχία των Τιτάνων από τους θεούς της επόμενης γενιάς, που επιτυγχάνεται με την Τιτανομαχία, κι αυτή έχει τη φυσικογεωλογική της ερμηνεία, αφού στην ουσία αντιπροσωπεύει το νέο φυσικογεωλογικό καθεστώς που εγκαθίσταται από κάποια χρονική στιγμή και μετά, σταθεροποιώντας κατά κάποιο τρόπο τις φυσικές διεργασίες.

 

 

  • Οι Γίγαντες και η παρουσία τεράστιου μεγέθους απολιθωμένων οστών σε πολλές νεοτεκτονικές λεκάνες, όπως συμβαίνει στη λεκάνη της Μεγαλόπολης ή στον ευρύτερο χώρο των Γρεβενών και σε πολλές άλλες περιοχές.

 

 

Ένα άλλο αντικείμενο εργασίας της Γεωμυθολογίας είναι η μελέτη των φυσικογεωλογικών συνθηκών κατά τη μυθολογική περίοδο και κυρίως της εξέλιξης όλων αυτών των φαινομένων κατά τη μακρά χρονική περίοδο που αντιπροσωπεύει η λεγόμενη προϊστορική εποχή.

Τον όρο Γεωμυθολογία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1967 η ηφαιστειολόγος Dorothy Vitaliano. Στον ελλαδικό χώρο, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τους πρώτους γεωεπιστήμονες που ασχολήθηκαν με τη σχέση των μύθων και των γεωλογικών φαινομένων είναι ο Κωνσταντίνος Μητσόπουλος. Στο πρώτο σύγγραμμα Γεωλογίας που δημοσίευσε το 1894 με τίτλο Στοιχεία Γεωλογίας, και στον πρώτο τόμο που αναφέρεται στη Φυσιογραφική και Δυναμική Γεωλογία, ο οποίος εκδόθηκε ένα χρόνο νωρίτερα και ασχολείται διεξοδικά με τα διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα, δεν παραλείπει να τα συσχετίσει με τις διάφορες αναφορές της ελληνικής μυθολογίας αλλά και με αναφορές άλλων μυθολογιών, όπως εκείνες της Παλαιάς Διαθήκης. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παραθέτει ολόκληρα αποσπάσματα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων ή Λατίνων συγγραφέων. Ο Κ. Μητσόπουλος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση ενός φυσικού φαινομένου, όπως αυτό περιγράφεται σε κάποιο μυθολογικό κείμενο, αλλά προσπαθεί να συσχετίσει τις παρόμοιες αναφορές που δίδονται σε μυθολογίες διαφόρων λαών, για να καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα. Έτσι, για παράδειγμα, προσπαθεί να συσχετίσει τον κατακλυσμό του Νώε με τον κατακλυσμό του Χασίς Αδράς, που θεωρείται ο Ασσύριος Νώε και περιγράφεται στο έπος του Ισοβάρ. Συσχετίζει επίσης τη Θεογονία του Ησιόδου με τις μυθολογίες άλλων λαών όπως των Φοινίκων, των Ινδών, των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων.

Κωνσταντίνος Μητσόπουλος (1844 – 1911).

Λίγο πριν από τον Κ. Μητσόπουλο, ένας άλλος πρωτοπόρος της ελληνικής επιστήμης, ο Κωνσταντίνος Ζέγγελης, καθηγητής Χημείας και Μεταλλουργίας στο Πολυτεχνείο αρχικά και λίγο αργότερα της Ανόργανης και Φυσικής Χημείας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, δημοσίευσε το 1891 ένα πόνημα με τίτλο Η επιστήμη της φύσεως παρ’ Ομήρω. Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται σε στοιχεία που υπάρχουν στα έργα του Ομήρου και συνδέονται με τη φύση, όπως η αστρονομία, η μετεωρολογία, η ορυκτολογία, η μεταλλουργία και η γεωλογία. Είναι ο πρώτος, στην Ελλάδα, που υποστηρίζει πως ο Όμηρος περιγράφει αλληγορικά διάφορα θαλάσσια φαινόμενα, ενώ συγχρόνως προσωποποιεί πολλές ενάλιες δυνάμεις “…επί το ευφανταστότερον και μεγαλοπρεπέστερον”. Ως τέτοια φαινόμενα θεωρεί τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, που η φαντασία του Ομήρου μεταποιεί σε ενάλια τέρατα, ενώ στην ουσία πρόκειται για δυο σκοπέλους, για τη θέση των οποίων υφίστανται διάφορες απόψεις, με κυρίαρχη εκείνη που τους τοποθετεί στον Σικελικό Πορθμό. Ο Ζέγγελης, μάλιστα, διαπιστώνει ότι όλα τα καταστροφικά φαινόμενα που συνδέονται με πλημμυρικές παροχές ή με μετατοπίσεις στις κοίτες των ποταμών όπως του Ρήσου, του Επταπόρου, του Γρανικού, του Σκάμανδρου, θεωρούνται δράσεις του Ποσειδώνα. Εξάλλου, τις εκρήξεις των ηφαιστείων τις συνδέει με τον Τυφωέα και τη Χίμαιρα. Αναφέρει μάλιστα ότι “…ο Τυφωεύς ήτο προσωποποίησις της ηφαιστειογόνου καταχθονίου δυνάμεως”.

Κωνσταντίνος Δ. Ζέγγελης (1870 – 1957).

Αυτός όμως που ασχολήθηκε συστηματικά με τον συμβολισμό πολλών μύθων ή περιγραφών που περιλαμβάνονται στα Ομηρικά έπη, είναι ο Johannes Baptista Friedreich, ο οποίος, σ’ ένα μνημειώδες σύγγραμα με τίτλο Die Realien in der Iliade und Odysee, που εκδόθηκε το 1851, ασχολείται με τη φυσική πραγματικότητα του περιεχομένου των έργων του Ομήρου, και κατ’ επέκταση με τους συμβολισμούς της φύσης στην ελληνική μυθολογία. Κάνει μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά σε ό,τι έχει σχέση με το γεωπεριβάλλον και το γεωλογικό δυναμικό. Για παράδειγμα, θεωρεί τις Σειρήνες αλληγορία ενός φυσικού φαινομένου, και συγκεκριμένα τις συνδέει με τον ήχο που δημιουργείτο από την πρόσκρουση των ανέμων πάνω στα βράχια απόκρημνων ακτών.

Johannes Baptista Friedreich (1796 – 1862).

Θεοί, θεότητες και φύση

 Ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν και κατά πόσο ένας θεός επινοήθηκε με αφορμή ένα φυσικογεωλογικό φαινόμενο ή αν προϋπήρχε και για κάποιους λόγους συνδέθηκε αργότερα με τη συγκεκριμένη φυσικογεωλογική δραστηριότητα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι πολλοί από τους θεούς των πρώτων τεσσάρων γενεών έχουν δημιουργηθεί λόγω ενός εξαιρετικής έντασης ακραίου φυσικογεωλογικού φαινομένου, που σκόρπισε τον τρόμο στους κατοίκους κάποιας περιοχής εξαιτίας των καταστροφών, όπως είναι ένας κατακλυσμός, ένας μεγάλος σεισμός, η έκρηξη ενός ηφαιστείου, μια περίοδος παρατεταμένης ξηρασίας. Άλλη περίπτωση είναι η συνεχής εξέλιξη ενός φυσικού φαινομένου, που καταλήγει σε ολοκληρωτική περιβαλλοντική καταστροφή, όπως συμβαίνει με τις κλιματοευστατικές κινήσεις, δηλαδή μεταβολές της στάθμης της θάλασσας που αλλάζουν αργά μεν, αλλά σταθερά, το παράκτιο τοπίο.

Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται και από την παρατήρηση ότι στην ελληνική μυθολογία δεν υπάρχουν θεοί ή θεότητες που να συνδέονται με φυσικογεωλογικά φαινόμενα που δεν παρατηρούνται στον ελλαδικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι τους παλαιότερους κατοίκους του τόπου μας δεν είχαν απασχολήσει φαινόμενα που συνδέονται με χαμηλές θερμοκρασίες όπως είναι τα παγωμένα εδάφη, οι πάγοι κ.λπ., αφού, ακόμα και αν είχαν εκδηλωθεί παρόμοια φαινόμενα κάποια περίοδο, δεν πρέπει να είχαν προκαλέσει καταστροφές τέτοιες που να είχαν χαραχθεί στη μνήμη τους. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν υπάρχει κάποια θεότητα που να αντιπροσωπεύει ή να συνδέεται με το ψύχος, το χιόνι ή τους παγετώνες, κάτι που συμβαίνει στη Βόρεια Ευρώπη και αποτυπώνεται στους εκεί μύθους. Οι παλαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου δεν χρειάζοντο μια τέτοια θεότητα, ούτε ως δημιουργό του φαινομένου ούτε ως προστάτη από αυτό. Απεναντίας, από το ελληνικό πάνθεον δεν απουσιάζει ο Τυφωέας, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή δεν ανήκει στη ζώνη των μουσώνων ή των τυφώνων.

Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, όλοι σχεδόν οι ποταμοί είναι θεοί, και μάλιστα ανήκουν στην ίδια γενιά με τους έξι πρώτους Ολύμπιους θεούς, την τέταρτη. Κάθε ποταμός, όμως, αποτελεί ένα ενεργό υδάτινο φυσικογεωλογικό σύστημα που, με εξαίρεση τα σημερινά τους δέλτα, προϋπήρχαν και λειτουργούσαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια προτού εμφανιστεί στη Γη ο Homo sapiens, αλλά και το προγενέστερο είδος, ο Homo neanderthalensis. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη γεωπεριβαλλοντική παρατήρηση, προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Πότε θεοποιήθηκε, για παράδειγμα, ο Αχελώος ποταμός; Η απάντηση είναι απλή και αυτονόητη. Η θεοποίηση πρέπει να έγινε μετά την εμφάνιση του ανθρώπου. Με την κοινή λογική δεν μπορεί να υπάρξει θεός χωρίς τον άνθρωπο. Αν αποδεχτούμε, όμως, ότι ο Αχελώος ποταμός θεοποιήθηκε μετά την εμφάνιση του Homo, τότε ανακύπτει το επόμενο ερώτημα.

β) Ποιος απο τους δυο θεοποιήθηκε πρώτος, το φυσικογεωλογικό σύστημα, ο ποταμός Αχελώος, ή ο άνθρωπος Αχελώος, που θεωρείται γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, ή της Γαίας, ή κάποιας νύμφης Ναϊάδας και ο οποίος, επειδή δεν υπέφερε τη λύπη για τη δυστυχία των θυγατέρων του Σειρήνων, έπεσε και πνίγηκε στον ποταμό;

Peter Paul Rubens, The Feast of Achelous, π. 1615, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ποταμός, προτού πάρει αυτό το όνομα, ονομαζόταν Θέστιος, από το όνομα του βασιλιά της Αιτωλίας, που ήταν γιος του Άρεως και της Πεισιδίκης, επειδή για άλλους λόγους έπεσε και εκείνος στον ποταμό και πνίγηκε και ακόμα πιο πριν τον αποκαλούσαν Άξενο, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρώτα θεοποιήθηκε το φυσικογεωλογικό φαινόμενο και στη συνέχεια ο βασιλιάς. Δεν είναι υπερβολή να δεχτούμε ότι ο βασιλιάς Αχελώος θεοποιήθηκε μέσω του ήδη θεοποιημένου ποτάμιου συστήματος.

Δεν υπάρχει κάποια περίπτωση που κάποιος ήρωας να θεοποιήθηκε; Και βέβαια υπάρχει. Μια από αυτές είναι ο ήρωας Ηρακλής, ο οποίος θεοποιήθηκε έπειτα από απόφαση όλων των Ολύμπιων θεών. Τον Ηρακλή, όμως, τον λάτρεψαν ως θεό κυρίως κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές πόλεις της Δυτικής, κυρίως, Ευρώπης, έχουν βρεθεί ιερά αφιερωμένα στον μεγαλύτερο ήρωα της εποχής εκείνης.

Ρωμαϊκή σαρκοφάγος του 3ου μ.Χ αιώνα με αναπαράσταση των άθλων του Ηρακλή.

Από τους θεούς της προηγούμενης γενιάς των Ολυμπίων, που είναι οι Τιτάνες, στην ουσία ένας είναι αυτός που ξεχωρίζει ως θεός: ο Κρόνος. Αυτόν υμνούν, σε αυτόν θυσιάζουν. Είναι ο αρχηγός των Τιτάνων, εκείνος που κυριάρχησε για πολλές χιλιάδες χρόνια στο θρησκευτικό-κοινωνικό στερέωμα, μέχρι τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου κλίματος, δηλαδή μέχρι τη χαραυγή της Εποχής του Χαλκού.

Οι Ολύμπιοι, με επικεφαλής τον Δία, αντιπροσωπεύουν το παγκόσμιο φυσικογεωλογικό δυναμικό, και παράλληλα την κοινωνικο-ψυχολογική θεώρηση και τις αντίστοιχες ανθρώπινες αξίες, όπως είχαν διαμορφωθεί έπειτα από χιλιάδων ετών εξέλιξη σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπεριβάλλον, με αλλαγές όμως άγνωστες στους μεταγενέστερους κατοίκους, αυτούς που έζησαν μετά τη σταθεροποίηση του κλίματος. Δεν είναι θνητοί που έγιναν θεοί, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Είναι οι θεοί, στους οποίους οι αρχαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι προσέδωσαν ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να προσδιορίσουν ακόμα και τον τόπο γέννησης των περισσοτέρων. Ο Ποσειδών, σύμφωνα με τον Παυσανία, γεννιέται δίπλα σε μια πηγή που αναβλύζει νερό μέχρι σήμερα, στις πλαγιές του όρους Αλησίου, στη Μαντίνεια της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Δίας γεννήθηκε στο Λύκαιον όρος της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια άλλη, γεννήθηκε στην Κρήτη. Ο Απόλλων και η Άρτεμις στη Δήλο, η Αφροδίτη στην Κύπρο.

 

Ελληνική μυθολογία

Κυριαρχεί η άποψη ότι η ελληνική μυθολογία, που συναρπάζει και συγκινεί εδώ και χιλιάδες χρόνια όχι μόνο τους Έλληνες κάθε ηλικίας, αλλά και πολλούς άλλους λαούς, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημανθεί ότι, μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., οι Έλληνες πίστευαν ότι η μυθολογία αντιπροσωπεύει την πραγματική ιστορία των προγόνων τους. Ο Θουκιδίδης, παρά τις όποιες επιφυλάξεις του, πίστευε ότι ο Τρωικός Πόλεμος ήταν πραγματικότης και ότι διαδραματίστηκε όπως περίπου τον περιγράφει ο Όμηρος.

Ο Ευριπίδης αντίθετα, καίτι σύγχρονος του Θουκιδίδη, πίστευε ότι ολόκληρος ο μυθικός κόσμος είναι φανταστικός. Πρόκειται για την εποχή όπου ξεκινά η αμφισβήτηση της ιστορικότητας των μύθων. Μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι οι ανασκαφές του Schliemann τόσο στην Τροία όσο και στις Μυκήνες, αποδεικνύουν ότι ο Τρωικός Πόλεμος έλαβε πράγματι χώρα, υπάρχουν πολλοί που εξακολουθούν να αρνούνται ότι ο μύθος έχει έστω και κάποιον ιστορικό πυρήνα.

Η πλειονότης δέχεται ότι μέσα από τους μύθους, το περιεχόμενο των οποίων είναι άλλοτε τραγικό ή ηρωικό, άλλοτε διασκεδαστικό ή τρομακτικό, που συνδέονται με θεούς και ημίθεους ή ατρόμητους και υπερφυσικούς ήρωες, που κατοικούν στα βάθη της θάλασσας ή ακόμα και στο εσωτερικό της γης, αναδύονται υψηλά νοήματα και διδάγματα τέτοια, που καθοδήγησαν την κοινωνία του αρχαίου κόσμου και συνεχίζουν να καθοδηγούν αρκετούς ταγούς της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας. Ο σεβασμός στο θείο, η αντρειοσύνη, η φιλοπατρία και η αγάπη για τη ζωή, η εντιμότητα και η αξία της φιλίας, ο έρωτας, η αυτοθυσία και πλείστα άλλα νοήματα και διδάγματα αναδύονται από τις ιστορίες που περιγράφονται με τόση γλαφυρότητα και τόσο ποιητικά, ώστε η ελληνική μυθολογία έχει αποκτήσει διαχρονική αξία τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.

Θεοί και ήρωες, όπως ο Δίας και ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας, ο Ωκεανός και ο Κρόνος, η Ευρώπη και ο Άτλας, καθώς και πολλοί άλλοι, είναι γνωστοί στα πέρατα του κόσμου κι έχουν δώσει το όνομά τους σε ολόκληρες ηπείρους ή έχουν ταυτιστεί με τεράστια φυσικογεωγραφικά συστήματα. Όλοι αυτοί λοιπόν, θεοί, ημίθεοι, ήρωες κ.λπ., σύμφωνα με την πλειοψηφία των επιστημόνων που ασχολούνται με την ελληνική μυθολογία, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων. Η θέση αυτή σημαίνει ότι η ελληνική μυθολογία είναι αποκομμένη από το φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι – δίχως να απορρίπτω τη διδακτική διάσταση της ελληνικής μυθολογίας – οι περιγραφές των μύθων είναι η κρυπτογραφημένη ιστορία των κατοίκων που έζησαν στον ευρύτερο αιγαιακό και περιαιγαιακό χώρο από την Ανώτερη Παλαιολιθική Εποχή μέχρι το λυκαυγές της ιστορικής εποχής. Αυτό σημαίνει ότι ο πυρήνας των περισσοτέρων μύθων πρέπει να εμπεριέχει κάποιο σπέρμα ιστορικής αλήθειας. Αν κάποιος αρχαιολόγος ακούσει αυτές τις απόψεις, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα αντιδράσει αρνητικά και θα θέσει αμέσως το ερώτημα-άποψη ότι όλα τα παραπάνω δεν τεκμηριώνονται αρχαιολογικά. Και θα έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά τεκμήρια.

Η δραστηριότητα όμως ενός θεού ή ενός ήρωα δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί με αρχαιολογικά τεκμήρια. Γενικότερα, ακόμα και αν ένας ήρωας έχει δραστηριοποιηθεί σε περιόδους όπου ο άνθρωπος έχει αφήσει ολόκληρα μνημεία πίσω του, όπως για παράδειγμα οι ήρωες της Μυκηναϊκής εποχής, είναι αδύνατο να έχει αφήσει κάποιο έργο που να μπορεί να μελετηθεί και να αξιολογηθεί με μεθόδους καθαρά αρχαιολογικές. Ένας ποταμός-θεός, όπως για παράδειγμα ο Ασωπός ή ο Αχελώος, τι μπορεί να έχει αφήσει πίσω του που θα βρεί ένας αρχαιολόγος ή ένας ιστορικός επιστήμονας που ασχολείται με την προϊστορική εποχή, και θα του προσφέρει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει τα γραφόμενα και στη συνέχεια να χρονολογήσει τη δραστηριότητά του;

Κι όμως, ένας ποταμός μπορεί να δώσει πάρα πολλές πληροφορίες!

Ο ποταμός Αχελώος, για παράδειγμα, όπως και κάθε άλλος ποταμός, είναι ένα φυσικογεωλογικό σύστημα που αποτελείται από επιμέρους συστήματα, το καθένα από τα οποία έχει τη δική του φυσικογεωλογική ιστορία. Έτσι, ο ποταμός-θεός Αχελώος αποτελείται από τον άνω ρου, την κοίτη του, τις αναβαθμίδες του, τις αποθέσεις του δέλτα, τις παλαιότερες και νεότερες λίμνες που έχουν κατά καιρούς σχηματιστεί είτε μπροστά από τις εκβολές του είτε πίσω από αυτές, έχει τους μαιάνδρους του, που μεταβάλλουν συνεχώς θέσεις στο διάβα του χρόνου. Όλα αυτά τα επιμέρους φυσικογεωλογικά συστήματα διαθέτουν και από μια διαφορετική φυσικογεωλογική ιστορία, αφού ούτε δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα, ούτε την ίδια στιγμή εξαφανίστηκαν, καταστράφηκαν ή έπαψαν να λειτουργούν, επειδή το καθένα από αυτά συνδέεται με διαφορετικές φυσικογεωλογικές διεργασίες και συνθήκες που δεν είναι σταθερές, αλλά συνεχώς μεταβάλλονται.

Ένα θεοποιημένο φυσικογεωγραφικό σύστημα, όπως είναι ένας ποταμός, δεν έχει καταγράψει τη φυσικογεωλογική του ιστορία χρησιμοποιώντας κάποιου είδους γραφή, όπως πράττουν οι άνθρωποι προκειμένου να καταγράψουν τις δικές τους δραστηριότητες. Ένα ποτάμιο σύστημα χρησιμοποιεί τα δικά του γράμματα, που είναι οι κροκάλες και η άμμος, η ιλύς και οι άργιλοι που έχει αφήσει στα διάφορα στρώματα των αποθέσεών του και που αποτελούν τις σελίδες της αυτοβιογραφίας του. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ποτάμιο σύστημα έχει φροντίσει να αφήσει και ορισμένα υπολείμματα οργανισμών – φυτικών ή ζωικών – που μας επιτρέπουν να σελιδοποιήσουμε και να χρονολογήσουμε όλες τους τις μεταβολές.

Ο ποταμός-θεός Αχελώος.

Καθεμία λοιπόν από αυτές τις φυσικογεωλογικές διεργασίες είναι δυνατόν να χρονολογηθεί σήμερα, με την εφαρμογή διαφόρων εργαστηριακών μεθόδων, που άλλοτε είναι φυσικές, άλλοτε χημικές, άλλοτε παλαιοντολογικές κ.λπ., ή με συνδυασμό όλων των παραπάνω. Διεργασίες, τις οποίες μπορεί σήμερα να μελετήσει ένας εξειδικευμένος γεωλόγος και, σε συνεργασία με άλλους γεωεπιστήμονες, να τις χρονολογήσει. Κάθε ποταμός-θεός, επομένως, έχει καταγράψει τη δική του φυσικογεωλογική αυτοβιογραφία. Εάν λοιπόν οι δραστηριότητες ενός θεού ή ήρωα της μυθολογίας συμπίπτουν με εκείνες που συμμετέχουν σε κάποια φυσικογεωλογική διεργασία, τότε είναι δυνατόν να χρονολογηθεί η αναφερόμενη στη μυθολογία “θεϊκή δραστηριότητα”. Βεβαίως, η ακρίβεια της χρονολόγησης τις περισσότερες φορές δεν είναι τόσο μεγάλη, δεν είναι δηλαδή σαν κι αυτή που μας έχει συνηθίσει η αρχαιολογία, σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, είναι ικανοποιητική.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, ένας από τους λόγους που έχει δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση στον πολύ κόσμο ότι η μυθολογία των Ελλήνων είναι ένα ωραίο παραμύθι συνδέεται με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αγνοείται από όλους η εξέλιξη του γεωπεριβάλλοντος κατά την κρίσιμη εποχή από τότε που άρχισε να αλλάζει το κλιματικό καθεστώς. Ο όρος “αγνοείται” ενδεχομένως να μην είναι ακριβής, επειδή οι πάντες ισχυρίζονται ότι έχουν αντιληφθεί πως το περιβάλλον μάλλον δεν παραμένει σταθερό, όμως (α) μέχρι τούδε δεν έχει ποσοτικοποιηθεί αυτή η μεταβολή και (β) ουδόλως λαμβάνεται ακόμα υπόψη στο όποιο σκεπτικό, στον οποιοδήποτε σχεδιασμό ή στην οποιαδήποτε ερμηνεία ενός μύθου.

Γεωμυθολογία: Ερμηνεύοντας τα ανεξήγητα

 

Ο Ηλίας Δ. Μαριολάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Γεωλογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) και της Ελληνικής Γεωλογικής

 

 

Ελένη Γαβρά: Προσφυγικές οικήσεις στην Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων. Θεσμικά και πολεοδομικά εργαλεία διαχείρισης του χώρου

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Ελένη Γαβρά

Προσφυγικές οικήσεις στην Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων. Θεσμικά και πολεοδομικά εργαλεία διαχείρισης του χώρου.

 

Το πλαίσιο της προσφυγικής εγκατάστασης στην Ελλάδα των νεότερων χρόνων

Η Μικρασιατική καταστροφή σημειώνεται στη νεοελληνική ιστορία ως «οδυνηρός» σταθμός, σημαίνοντας παράλληλα την απαρχή της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η απότομη μεταβολή των δημογραφικών χαρακτηριστικών και της γεωγραφικής κατανομής του ελληνικού πληθυσμού αποτελούν συνέπειες της μαζικής άφιξης των προσφύγων στην Ελλάδα, ιδίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάννης. Η απογραφή του 1928 φαίνεται να είναι η μόνη ακριβής βάση δεδομένων, η οποία καταγράφοντας έναν αριθμό 1.221.849 προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων σ’ αυτούς και των προερχόμενων από Βουλγαρία, Καύκασο, ανατολική Θράκη και Κωνσταντινούπολη, τους διακρίνει σε «αστούς» (673.025 τον αριθμό) και «αγρότες» (578.824 τον αριθμό). 1 Οι δυο αυτές κατηγορίες –«αστοί» και «αγρότες»- υποδήλωναν τον τρόπο αποκατάστασης 2 των προσφύγων, όχι όμως την προέλευση ή την επαγγελματική κατάσταση των ομάδων ή των ατόμων. 3

Το πρόβλημα της στέγασης στην προσφυγική Ελλάδα αναγνωρίστηκε, κατά γενική ομολογία, ως το πρωταρχικό και επείγον. Αυτή η σημασία εξάλλου, προέκυπτε ως λογικό επακόλουθο των επάλληλων και πληθωρικών προσφυγικών ρευμάτων εκείνης της περιόδου, τα οποία είχαν ως πρώτο αποτέλεσμα να κατακλυσθούν πρωτίστως τα αστικά κέντρα από πρόσφυγες. Οι τελευταίοι, με την άφιξή τους –και ενόσω διαρκούσε ακόμη η Έξοδος, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο σε χώρους δημόσιας χρήσης κυρίως, 4 μοιραία και παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών της Ελλάδας, αποδεκατίζονταν από την πείνα και τις επιδημίες.5 Η κατάσταση αυτή, διογκώνοντας την κοινωνική ένταση, υποχρέωσε το ελληνικό κράτος να δραστηριοποιηθεί, δημιουργώντας αρχικά μηχανισμούς -στο πλαίσιο των υφισταμένων τότε δημοσίων υπηρεσιών του- και απευθυνόμενο, στη συνέχεια, προς τη Διεθνή Κοινότητα.6

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.

Θεσμικό και πολεοδομικό πλαίσιο

Σειρά θεσμικών εργαλείων και ρυθμίσεων συναφών με ζητήματα εποικιστικής πολιτικής -οικιστικής εγκατάστασης και ανασυγκρότησης περιοχών στον αστικό και αγροτικό χώρο- είχαν εμφανιστεί ήδη από τις προηγούμενες περιόδους των προσφυγικών μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο. Αξίζει να αναφερθούμε σχετικά σε ορισμένους από τους νόμους αυτούς, θεωρώντας τους κυρίαρχους στη διαμόρφωση του χάρτη των πρώτων πολεοδομικών ρυθμίσεων για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των πρώτων προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, όσων δηλαδή προέκυψαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εκτιμάται ότι αυτές είναι μάλλον διάσπαρτες και «δεν επηρεάζουν την εξέλιξη του δικτύου των οικισμών της χώρας».7 Η εποικιστική πολιτική της αντίστοιχης περιόδου κρίνεται μάλλον αποσπασματική, τα δε θεσμικά εργαλεία που αναφέρονται σχετικά (ψηφίσματα ή νόμοι), φαίνεται ότι προκύπτουν κατά περίπτωση. Το προσφυγικό ζήτημα εισέρχεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμη περίοδο για τη χώρα με την απαρχή του 20ού αιώνα, όταν παρατηρούνται και οι έντονες πλέον μετακινήσεις πληθυσμών, επακόλουθο των βαλκανικών πολέμων αρχικά και της μικρασιατικής ήττας και καταστροφής στη συνέχεια. Τότε, το πλαίσιο των ρυθμίσεων επαναπροσδιορίζεται και οι προσπάθειες σχεδιασμού τίθενται σε νέα βάση.

Ο πρώτος σχετικός Νόμος ΓΣΒ/1907 «περί συνοικισμού και διανομής γαιών εν Θεσσαλία και περί Ιδρύσεως Γεωργικού Ταμείου», παράγωγο της κρατικής μέριμνας που ακολούθησε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (στα 1881) όριζε, για τη συγκεκριμένη περιφέρεια του ελλαδικού κράτους, χώρους εγκατάστασης (συνοικισμούς) για τους ομογενείς «εξ Ανατολικής Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Ρωμυλίας….από κοινού προς τους Θεσσαλούς εγκατοίκους».8

Επτά χρόνια αργότερα (1914), η Κεντρική Επιτροπή η οποία συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη έχοντας ως κύριο σκοπό την αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ανέλαβε τη γεωργική εγκατάσταση και περίθαλψη συνολικά 174.000 ομογενών προσφύγων.9 Αργότερα, προστέθηκαν σ’ αυτούς πρόσφυγες από τον Καύκασο και Πόντο (1917), από την Ανατολική Ρωμυλία και Βουλγαρία (1918-1919). Συνέπεια των γεγονότων αυτών, το κράτος, στο πλαίσιο δημιουργίας κανονιστικών ρυθμίσεων και εφαρμογής –κατ’ αναλογία- μιας στεγαστικής κοινωνικής πολιτικής, θέσπισε τους νόμους 350/1914 «περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού» και 351/1914 «περί του τρόπου αγοράς χωρίων ή τμημάτων αυτών υπό των εποίκων προς ιδία αυτών γεωργική εκμετάλλευση». Οι νόμοι αυτοί, σε συνδυασμό με σειρά άλλων νομοθετημάτων ή διαταγμάτων, αποτελούν κύρια θεσμικά εργαλεία δημιουργίας νέων συνοικισμών για την ιστορική εκείνη περίοδο.10 Ωστόσο, η διαδικασία σχεδιασμού, εξαιτίας των πολλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων αποκατάστασης της περιόδου εκείνης, οδηγήθηκε σε περιθωριοποίηση: το σχέδιο συχνά έδινε μόνο κατευθύνσεις, επιτρέποντας στους δικαιούχους την άμεση παρέμβαση και τη στοιχειώδη –κατά περίπτωση- ενίσχυση ως προς τα υλικά κατασκευής.11

Εντωμεταξύ, η ίδρυση του Υπουργείου Συγκοινωνίας (1914) και η δραστηριοποίηση σ’ αυτό του Αλ. Παπαναστασίου (1914-1917), συνδυάζονται με την μετατόπιση του ενδιαφέροντος άσκησης εφαρμογής της ελληνικής πολεοδομίας από το κέντρο στις βορειοελλαδικές πόλεις, γεγονός που καταδεικνύεται από τον εκπληκτικό αριθμό πολεοδομικών σχεδίων που υλοποιούνται και αφορούν μικρές και μεσαίες πόλεις και κωμοπόλεις, κέντρα πόλεων και προσφυγικούς συνοικισμούς στις Νέες Χώρες και δη στη Βόρεια Ελλάδα. Αναλόγως με τον προγραμματισμό του αστικού χώρου κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, εξελίσσονται και οι θέσεις που αφορούν τον εποικισμό της υπαίθρου και την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, συμπληρωματικές προς εκείνες της προγενέστερης περιόδου εποικιστικής πολιτικής στην Ελλάδα.12

Πρωτόκολλο Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Εκτιμάται ότι, παρά τον «παροπλισμό» τους κατά την εφαρμογή στην κρίσιμη εκείνη ιστορική περίοδο, τα διατάγματα αυτά έθεσαν τις βάσεις της μετέπειτα πολεοδόμησης και οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για κοινωνική κατοικία. Ωστόσο, παρότι διαφαίνεται από πλευράς θεσμικού πλαισίου και μηχανισμών εφαρμογής η δυνατότητα παροχής κοινωνικής κατοικίας και οργανωμένης δόμησης στον ελληνικό χώρο, όμως κάτω από την πίεση των συνθηκών (αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων τα οποία συρρέουν στη χώρα) διολισθαίνει η ευκαιρία για σχεδιασμό ευρύτερης κλίμακας. 13

Παράλληλα προς το νομοθετικό έργο εκείνης της περιόδου, ιδιαιτέρως πλούσιο και σε νομοθετήματα πολεοδομικού σχεδιασμού, ο κρατικός μηχανισμός έχοντας ήδη διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τις προγενέστερες περιόδους στον τομέα της αποκατάστασης και περίθαλψης των προσφύγων- ενεργοποιήθηκε μέσω διαφόρων σχημάτων, φορέων, επιτροπών.14 Ωστόσο, και παρά τις καλές σχεδιαστικές και ρυθμιστικές προθέσεις και προϋποθέσεις, ο κρατικός μηχανισμός – υπό την πίεση των συνθηκών και το επείγον του χαρακτήρα της παρέμβασης- κατέληξε να λειτουργήσει με αποσπασματικότητα και ταχύτητα, συχνά δε και με προχειρότητα, κατά περίπτωση. 15 Εντωμεταξύ, ο Νόμος του 1927 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποτέλεσε τον προπομπό στην καθιέρωση της αστικής πολυκατοικίας. Εξάλλου, η προσφυγική κατοικία, βασικό παράγωγο της κοινωνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα, όπως και η αστική πολυκατοικία, εντάχθηκαν στο πεδίο των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων της εποχής.16

Ας σημειωθεί ότι, οι προσφυγικοί οικισμοί απευθύνονταν σε πληθυσμό με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Παρόλο δε τον σαφή και ολοκληρωμένο χαρακτήρα των ρυθμίσεων, όσον αφορά τη δημιουργία των οικισμών αυτών (πρβ. σχετικά το νομοθετικό διάταγμα του 1923, όπως προαναφέρθηκε στο ίδιο κεφάλαιο), οι λόγοι της γένεσής τους και η διαδικασία του επείγοντος ως προς την υλοποίηση, οδηγούσαν σχεδόν πάντοτε σε αποσπασματικότητα και προχειρότητα των επιμέρους λύσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ιδίως των αστικών σχηματισμών, οι προσφυγικοί συνοικισμοί, σχετικά απομονωμένοι στην περιφέρεια, ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, καθοδηγούμενης από την τάση αφενός να διατηρηθεί αναλλοίωτη η δομή της υπάρχουσας πόλης, αφετέρου να διασφαλίζεται η ομοιογένεια ως προς το κοινωνικό περιβάλλον του ίδιου του αστικού προσφυγικού συνοικισμού.17

Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική κατανομή των προσφύγων στα διαμερίσματα της χώρας δεν ακολούθησε κανένα οργανωμένο σχεδιασμό, παρά έγινε με κριτήρια άμεσης παρέμβασης, προς ικανοποίηση της έκτακτης ανάγκης.18 Ένα από τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος στην προσφυγική Ελλάδα, αυτό της επίταξης ακινήτων, νομοθετημένο από την τότε επαναστατική κυβέρνηση, αποδείχθηκε ανεπαρκές. Το μέτρο αυτό, ως μέρος της κρατικής κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόστηκε σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων, προβλέποντας έως και επιτάξεις σπιτιών εντός πόλεων, είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία έντονου κλίματος δυσαρέσκειας αφενός εναντίον του κράτους, όπως και εναντίον των ίδιων των προσφύγων.19

 

Οι κρατικοί και οι διεθνείς μηχανισμοί για την αποκατάσταση των προσφύγων

Στις 3-11-1922 η Πολιτεία αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), ενός ανεξάρτητου κρατικού οργάνου, το οποίο στελεχωμένο από Έλληνες, μεταξύ των οποίων και πρόσφυγες, παράλληλα με το Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Αντιλήψεως ανέλαβε την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων.20 Το Τ.Π.Π. διαλύθηκε τον Μάιο του 1925, όχι επειδή εξέλιπαν οι λόγοι δημιουργίας του, αλλά εξαιτίας της ίδρυσης –ήδη από το 1923- της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.),21 μιας αυτόνομης και ανεξάρτητης οργάνωσης, η οποία έχοντας ως πρωταρχικό λόγο σχηματισμού της τη διαχείριση των πόρων του δανείου της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.τ.Ε.) προς την Ελλάδα, θα αναλάμβανε και την κύρια ευθύνη της αποκατάστασης των προσφύγων. Θα επισημάνουμε ότι, όσον αφορά το ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων μέσω του Τ.Π.Π. και παρά το γεγονός της φαινομενικά «πρόχειρης» έως «ευτελούς» αντιμετώπισής του κάτω από την πίεση της επείγουσας ανάγκης, η συμβολή του κρίνεται καθοριστική για τη στέγαση «χιλιάδων ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τους συνοικισμούς της Κοκκινιάς, Καισαριανής, Βύρωνα και Νέας Ιωνίας».22 Επίσης, το Τ.Π.Π., εκτός από τους αστικούς συνοικισμούς στα περίχωρα της Αθήνας, είχε αναλάβει την κατασκευή και τριών αντίστοιχα, στην επαρχία: Έδεσσα, Βόλο και Ελευσίνα. Το διάστημα αυτό της λειτουργίας του Τ.Π.Π. θεωρείται και ως η πρώτη περίοδος εφαρμογής κρατικής κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, ιδίως στον τομέα της στέγασης.23

Το έργο αυτό του Τ.Π.Π. ανέλαβε –ως κύριο καθήκον της- να συνεχίσει η Ε.Α.Π., συμπληρώνοντας τις εργασίες που είχε αρχίσει, ήδη από το 1922, η ελληνική κυβέρνηση στους παραπάνω συνοικισμούς, προωθώντας δε στη συνέχεια προς υλοποίηση και νέα προγράμματα αποκατάστασης αστών προσφύγων. 24 Ωστόσο, και παρά τις αρχικές προγραμματικές θέσεις της Επιτροπής, τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν θα της επέτρεπαν να αναλάβει το εγχείρημα μιας πλήρους αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, κατ’ αναλογία της ολοκληρωμένης αγροτικής αντίστοιχης, περιορίζοντας τη δραστηριότητά της όσον αφορά τον αστικό χώρο, μόνο στις κατασκευές κατοικιών. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις εκθέσεις της Επιτροπής, η τελευταία –μετά το πέρας του αγροτικού εποικισμού- ανέλαβε τη διαχείριση των τεσσάρων μεγάλων προσφυγικών συνοικισμών της Αθήνας, όπως και όσων είχαν ξεκινήσει να κτίζονται στην επαρχία, προωθώντας παράλληλα την κατασκευή ανεξάρτητων προσφυγικών κατοικιών.25

Εορταστική εκδήλωση για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στο αίθριο του Ζαππείου Μεγάρου. Διακρίνονται σε αναμνηστική φωτογραφία, ανάμεσα σε ορφανά προσφυγόπουλα, που βρίσκονται υπό τη φροντίδα της Near East Relief, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ανάμεσά τους ο Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Αθήνα, Φεβρουάριος 1924 ©Αρχείο ΕΡΤ/Συλλογή Π. Πουλίδη Πηγή:www.lifo.gr

Όσον αφορά την ολοκλήρωση του έργου της εγκατάστασης, η Επιτροπή –παραλαμβάνοντας, όπως προαναφέρθηκε το έργο του Τ.Π.Π.- ανέλαβε τη συνολική ευθύνη, ιδιαιτέρως για τον αγροτικό χώρο. Εξάλλου, η αγροτική αποκατάσταση –σε σχέση με την αστική- μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταχύτερα και «ανώδυνα», χωρίς να επιβάλλεται επαναπροσδιορισμός της ήδη υφιστάμενης κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηριζόταν κυρίως στη γεωργική παραγωγή. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι, στην ελληνική ύπαιθρο έως τα τέλη του 1928 δημιουργήθηκαν από την Ε.Α.Π. περί τους 2.000 αγροτικούς οικισμούς, οι περισσότεροι προσαρτημένοι σε ήδη υφιστάμενους και οι υπόλοιποι νέοι. Στους οικισμούς αυτούς εγκαταστάθηκαν περίπου 150.000 οικογένειες, οι περισσότερες δε από αυτές στη Μακεδονία και Θράκη.26

 

Συμπεράσματα

Γενικότερα, στην προσφυγική Ελλάδα η απόκτηση στέγης αντιμετωπίστηκε με ποικίλους τρόπους, αναλόγως του φορέα παροχής.27 Το αντίτιμο των κατοικιών, από πλευράς των προσφύγων, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταβαλλόταν, ενώ η ίδια η Πολιτεία, όντας ιδιαιτέρως ελαστική και εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, παρέβλεπε ακόμη και τις καταλήψεις ακινήτων ή την εκτεταμένη αυθαίρετη δόμηση, φαινόμενο περισσότερο συχνά απαντώμενο στον αστικό παρά στον αγροτικό χώρο. Σε πολεοδομικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί ότι, οι οικισμοί ακολουθώντας απλούστατες γεωμετρικές χαράξεις -επακόλουθο του κατατεμαχισμού και της οικοπεδοποίησης της περιαστικής γης, δεν υπάκουαν σε κατευθύνσεις σχεδιασμού οι οποίες προέβλεπαν παράλληλα και τον στοιχειώδη κοινωνικό εξοπλισμό.28

Αντιπροσωπευτικό της εικόνας στέγασης των προσφύγων εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα και της ποικιλίας των τύπων εγκατάστασης που είχαν επικρατήσει, είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, προερχόμενο από εκθέσεις της Ε.Α.Π.:

«…Καλά ή άσχημα, χιλιάδες κατεστραμμένα ή εγκαταλειμμένα σπίτια ξαναχτίζονται σχεδόν όλα σε κάποια γωνιά της Ελλάδας. Άλλοτε μέσα στα μεγάλα αστικά οικοδομικά τετράγωνα ολοκαίνουργια ή μέσα σε τυποποιημένα διαμερίσματα των αστικών περιχώρων, σε αγροικίες στην ύπαιθρο ή μέσα σε προσωρινές παράγκες, μέσα σε μεγάλα επιταγμένα κτίρια ή άλλοτε πάλι μέσα σε ετοιμόρροπα τεμένη, όπου η κάθε οικογένεια οριοθετεί με κουβέρτες ή ψάθες ριγμένες ολόγυρα το μικρό δικό της χώρο, παραδίπλα στο μικρό χώρο των γειτόνων. Έτσι αυτοί οι ξεριζωμένοι ξαναφτιάχνουν ένα σπιτικό, για να μαζεύονται εκεί το βράδυ ή να αναπαύονται στις αργίες. Συχνά αυτό το σπιτικό καταλαμβάνει μόνο ένα χώρο δέκα τετραγωνικών μέτρων ανάμεσα σε πολλών δεκάδων άλλων οικογενειών το σπιτικό…».29

 

Η Ελένη Γαβρά είναι Καθηγήτρια Οικιστικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Γιάννης Μουρέλος: Η επομένη μιας Καταστροφής (Σεπτέμβριος 1922 – Ιανουάριος 1923). Καταγραφές στα Διπλωματικά Αρχεία της Γαλλίας

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Γιάννης Μουρέλος

Η επομένη μιας Καταστροφής (Σεπτέμβριος 1922 – Ιανουάριος 1923). Καταγραφές στα Διπλωματικά Αρχεία της Γαλλίας

 

Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί δεν είναι η απαρίθμηση των γεγονότων που διαδέχθηκαν την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου τον Σεπτέμβριο του 1922, ούτε η ανάλυση της θλιβερής πολιτικής και ψυχολογικής κατάστασης της Ελλάδας την επομένη της εθνικής καταστροφής. Θεωρώντας τα γεγονότα αυτά ως δεδομένα, προκρίθηκαν το πνεύμα και η οπτική γωνία υπό την οποία η γαλλική διπλωματία αντέδρασε καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου που καλύπτει το κίνημα του στρατού, την παραίτηση και αποχώρηση του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα, την δίκη και εκτέλεση των έξι προσώπων, τα οποία θεωρήθηκαν ως υπεύθυνα για την καταστροφή, τέλος, τη δίκη και αποχώρηση από την Ελλάδα του πρίγκηπα Ανδρέα.

Τα όσα έπονται εντάσσονται πρωτίστως στο διπλωματικό περίγραμμα που τα περιβάλλει. Η ανάλυση των εσωτερικών προβλημάτων και διεργασιών έρχεται μοιραία σε ελάσσονα μοίρα. Με άλλα λόγια, το κείμενο αξιολογεί τη δραστηριότητα, την οποία ανέπτυξαν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία) καθώς και οι διπλωματικοί τους εκπρόσωποι στη ελληνική πρωτεύουσα.

Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται προέρχονται από τα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.[1] Καλύπτουν και γεγονότα, στα οποία η Γαλλία δεν είχε ευθεία ανάμειξη. Επόμενο είναι να υφίστανται κενά στη ροή των γεγονότων ή ακόμα και μια υποκειμενική αξιολόγηση της όλης κατάστασης. Δεν υπήρξε αντιπαραβολή με άλλες πηγές προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά ή να διορθωθούν ενδεχόμενες λανθασμένες εκτιμήσεις. Με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκε στο ακέραιο η αντίδραση των γαλλικών διπλωματικών κύκλων, έτσι όπως εκδηλώθηκε το φθινόπωρο του 1922, με άλλα λόγια, η εν γένει στάση της Γαλλίας έναντι της Ελλάδας στις δύσκολες εκείνες ώρες. Τέλος, όλες οι ημερομηνίες αποδίδονται με γνώμονα το Γρηγοριανό (νέο) ημερολόγιο.

***

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε κίνημα στις τάξεις του ελληνικού στρατού, ο οποίος, εγκαταλείποντας τη Μικρά Ασία, είχε συγκεντρωθεί στη Χίο και στη Λέσβο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις των επαναστατών, έχοντας ως επικεφαλής τους συνταγματάρχες Γονατά και Πλαστήρα, αποβιβάζονταν στην Αττική. Η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου υπέβαλε την παραίτησή της στις 27 Σεπτεμβρίου. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποχώρησε στις απαιτήσεις της επαναστατικής επιτροπής και με διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό γνωστοποίησε την απόφασή του να εγκαταλείψει τον θρόνο. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του, Γεώργιος.

Σε ένα μακρύ υπόμνημα, το οποίο απηύθυνε προς την προϊσταμένη του αρχή στο Παρίσι, το υπουργείο Στρατιωτικών, ο στρατιωτικός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα, λοχαγός de Colombel, επιχείρησε μια πρώτη αξιολόγηση της έκρυθμης κατάστασης που είχε προκύψει. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το στρατιωτικό κίνημα δεν αποτελούσε απόρροια κάποιας λαϊκής κινητοποίησης. Το αντίθετο μάλιστα. Δεν ήταν παρά μια επιδέξια κίνηση με στόχο την επάνοδο στην ηπειρωτική Ελλάδα των φυγαδευμένων στα νησιά του Αιγαίου στρατιωτικών δυνάμεων. Καταργώντας το κωνσταντινικό καθεστώς, οι επικεφαλής του κινήματος προσέφεραν στις τελευταίες μια θαυμάσια πρόφαση, προκειμένου να καλύψουν την υποχώρησή τους. Ολόκληρο αυτό το “κοπάδι από λιποτάκτες” (sic) είχε σταθεί τυχερό, εφόσον μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην Αθήνα ατιμώρητο, ενώ λίγο νωρίτερα, τη στιγμή που εγκατέλειπε τη Σμύρνη, ήταν αντιμέτωπο με την απειλή κυρώσεων.[2]

Η άφιξη της ηγεσίας του κινήματος στην Αθήνα.

Παρά τις νέες, δραματικές, εξελίξεις, η κυβέρνηση του Παρισιού δεν έδειξε να μεταβάλλει τη στάση της ούτε στο ελάχιστο. Το Quai d’ Orsay (υπουργείο Εξωτερικών) συνέχισε την πολιτική, την οποία είχε υιοθετήσει από τον Νοέμβριο του 1920 και κατόπιν, όταν ο ελληνικός λαός, μέσω διενέργειας βουλευτικών εκλογών και δημοψηφίσματος, είχε ταχθεί υπέρ της επανόδου του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Έκτοτε, η γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα διατηρούσε επαφή με το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών για την διεκπεραίωση τρεχουσών εκκρεμοτήτων αποκλειστικά και μόνο. Ταυτόχρονα, δεν έκρυβε την απέχθειά της έναντι του νέου (αντιβενιζελικού) κυβερνητικού σχήματος και των Ανακτόρων. Την ίδια ακριβώς στάση διατήρησε και έναντι του στρατιωτικού κινήματος, έστω και αν το τελευταίο διέθετε βενιζελική απόχρωση.

Η εξέγερση και οι οπαδοί της θα επιθυμούσαν πρωτίστως να ξανακερδίσουν την εύνοια της Γαλλίας, της οποίας την εχθρική πολιτική θεωρούν σαν την κύρια αιτία της καταστροφής. Πιστεύουν ότι η ανατροπή του Κωνσταντίνου ισοσκελίζει απέναντί μας την ενθρόνιση του Νοεμβρίου 1920. Όσο μεγάλο κι αν είναι το μέγεθος της χίμαιρας που περικλείεται σε αυτό το σκεπτικό, είναι δύσκολο να πειστούν ότι η επανάσταση (…) δεν μπορεί να ασκήσει καμιά επίδραση στις προθέσεις και στις πράξεις μας (…) Ο Γονατάς και ο Πλαστήρας, αξιωματικοί με περιορισμένη πείρα στα πολιτικά ζητήματα, αισθανόμενοι την κρισιμότητα των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν, συχνά επηρεάζονται από αντιφατικές συμβουλές”, τηλεγραφούσε ο Henri Chassain de Marcilly, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα, προς τον Raymond Poincaré, πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών.[3]

Στις 29 Σεπτεμβρίου, οι Νικόλαος Πλαστήρας και Αλέξανδρος Παπαναστασίου μετέβησαν στη γαλλική πρεσβεία. Την ίδια στιγμή κυκλοφορούσαν φήμες περί επικείμενης εκτέλεσης πέντε συλληφθέντων πρώην υπουργών (Γούναρης, Στράτος, Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης, Γούδας). Σύμφωνα πάντοτε με τις ίδιες φήμες, η εκτέλεσή τους θα ακολουθούσε, δίχως καθυστέρηση, τη δίκη τους από ένα έκτακτο στρατοδικείο. Ο Γάλλος πρεσβευτής και άλλοι ομόλογοί του είχαν ήδη μεσολαβήσει υπέρ των συλληφθέντων, υποστηρίζοντας πως η προσφυγή στη στρατιωτική δικαιοσύνη θα προκαλούσε αλγεινή εντύπωση στη διεθνή κοινή γνώμη.

Το κτήριο της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Henri Chassain de Marcilly, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ωστόσο, το αντικείμενο της προαναφερθείσας επίσκεψης ήταν άλλο. Επρόκειτο για την τύχη του Κωνσταντίνου, για την οποία ζητήθηκε η γνώμη της Γαλλίας. Ο Marcilly συνέστησε ιδιαίτερη προσοχή. Εξομολογήθηκε προς το Quai d’ Orsay την ανησυχία του ότι για τον έκπτωτο βασιλιά, όπως και για τους υπουργούς, το πνεύμα της εκδίκησης, ενισχυμένο και από την επικράτηση του κινήματος, πιθανόν να επηρέαζε στο άμεσο μέλλον επιλογές και αποφάσεις των ηγετών του τελευταίου. Μάλιστα, από κοινού με τον Βρετανό συνάδελφό του, Sir Francis Oswald Lindley, είχε έγκαιρα συμβουλεύσει την επαναστατική επιτροπή να διορίσει μια πολιτική κυβέρνηση, στην οποία και θα ανέθετε τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Ο Lindley είχε τοποθετηθεί υπέρ της απομάκρυνσης της βασιλικής οικογένειας από την Ελλάδα το ταχύτερο δυνατόν, για λόγους ασφαλείας. Η απάντηση του Quai d’ Orsay υπήρξε αρνητική. Αναγνωρίζοντας το ανθρωπιστικό πνεύμα των εισηγήσεων των δυο διπλωματών, ο Poincaré συνέστησε μετριοπάθεια και προσεκτικούς χειρισμούς. Ο Marcilly έλαβε οδηγίες να αποφύγει οποιουδήποτε είδους πρωτοβουλία ή δήλωση, που κινδύνευε να χαρακτηρισθεί ως παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα του ελληνικού κράτους.[4]

Sir Francis Oswald Lindley, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα.

Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, τον δρόμο της εξορίας. Την προηγουμένη είχε σχηματισθεί κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος απουσίαζε τη στιγμή εκείνη στη Βιέννη. Χρέη πρωθυπουργού ανέλαβε ο υπουργός Εσωτερικών Σωτήριος Κροκιδάς. Το υπουργείο Εξωτερικών ανατέθηκε στον Νικόλαο Πολίτη. Οι κύκλοι της γαλλικής πρεσβείας δεν έκρυψαν τον προβληματισμό και την ανησυχία τους εξαιτίας της αδιάλειπτης παρουσίας της επαναστατικής επιτροπής στο πλευρό της νέας κυβέρνησης. Οι Γονατάς και Πλαστήρας ενέπνεαν κάποια σχετική εμπιστοσύνη. Ήταν όμως αισθητός ο φόβος ότι τα ακραία στελέχη του κινήματος μπορούσαν να τους παρασύρουν στη λήψη ακραίων μέτρων.[5]

Από την έκρηξη του κινήματος και μετά, η Ελλάδα ζει κάτω από μια απόλυτη εξουσία. Πρόκειται για την πενταμελή επαναστατική επιτροπή, η οποία δείχνει αμήχανη ως προς τη χρήση της ισχύος που έχει συγκεντρώσει στα χέρια της. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ασκεί εικονικά τα καθήκοντά του (…). Είναι γεγονός ότι ο πυρήνας της επανάστασης είναι οι βενιζελικοί κύκλοι. Ωστόσο, η ταχεία εξάπλωση και τελική επικράτηση οφείλεται στο γεγονός ότι συμπεριέλαβε στις τάξεις της σημαντικό αριθμό βασιλοφρόνων αξιωματικών. Ήταν επομένως αναγκασμένη να λειτουργήσει υπερκομματικά. Για το σκοπό αυτό, οι βενιζελικοί αξιωματικοί, συσπειρωμένοι γύρω από το πρόσωπο του συνταγματάρχη Πλαστήρα (…) επέλεξαν ως αρχηγό έναν βασιλόφρονα, τον συνταγματάρχη Γονατά. Οι βασιλόφρονες αντιμετώπισαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου ως μέρος της άτυπης αυτής συμφωνίας. Από τη δική τους πλευρά, οι βενιζελικοί αρκέστηκαν στην απλή διαδοχή στο θρόνο (…) δίχως να επιδιώξουν καθεστωτική μεταβολή”, τηλεγραφούσε ο Marcilly.[6]

Την ίδια στιγμή, στο Παρίσι επικρατούσε διαφορετική αντίληψη: “Ο κ. Βενιζέλος μου ανακοίνωσε σήμερα ότι η ύπαρξη νέου βασιλιά ουδόλως τον απασχολεί. Πιστεύει ότι η παραίτησή του θα κριθεί αναγκαία έπειτα από τη σύγκλιση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και πως η προκήρυξη του αβασίλευτου πολιτεύματος είναι αναπόφευκτη. Έως τότε, ο βασιλιάς δεν πρόκειται να κυβερνήσει. Επομένως, δεν τίθεται ουσιαστικό ζήτημα αναγνώρισης ή μη του τελευταίου εκ μέρους μας” τηλεγραφούσε ο Poincaré στις 6 Οκτωβρίου προς την Αθήνα. Πρόκειται για δηλώσεις, στις οποίες ο Βενιζέλος επανήλθε στη διάρκεια επίσκεψής του στη γαλλική πρεσβεία του Λονδίνου στις 22 του ιδίου μήνα.[7] Άραγε ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε ορθή αντίληψη της κατάστασης, η οποία επικρατούσε στην Αθήνα, ή μήπως είμαστε μάρτυρες της ύπαρξης μιας πρώτης ρωγμής στις τάξεις του κινήματος; Τα αρχεία του Quai d’ Orsay δεν παραθέτουν επαρκή στοιχεία γύρω από το σημαντικό αυτό ζήτημα.[8]

Υπήρχε και ένα δεύτερο ζήτημα, όπου τη φορά αυτή διαπιστωνόταν απόλυτη σύμπνοια: η ενοχή της κυβέρνησης Γούναρη, στην οποία το στράτευμα και εν συνεχεία η κυβέρνηση επέρριπταν την ευθύνη της καταστροφής. Πέρα από τους πέντε υπουργούς, την επομένη της επικράτησης του κινήματος είχαν συλληφθεί και οι στρατηγοί Χατζηανέστης, Δούσμανης και Κωνσταντινόπουλος, ο συνταγματάρχης Τσόντος και οι Χαράλαμπος Βοζίκης, πρώην διοικητής της Θράκης και Γεώργιος Μπαλτατζής. Στις 26 Οκτωβρίου έφθασε στην Αθήνα προερχόμενος από την Κέρκυρα ο πρίγκιπας Ανδρέας, ο οποίος οδηγήθηκε στη φυλακή. “Όσο για την γενική καταδίκη του γουναρικού συστήματος, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως είναι ισάξιας σημασίας με την εχθρότητα έναντι του Κωνσταντίνου, με ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα για την πολιτική μας: το ότι παραμερίζει από το πολιτικό προσκήνιο όσους επί οκτώ χρόνια μάς αντιμάχονταν συστηματικά. Θα ήταν συνεπώς ανακριβές να συμπεράνουμε ότι η επανάσταση στερείται ειλικρίνειας και ότι πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους” παρατηρούσε κυνικά ο Marcilly.

Ο Γάλλος διπλωμάτης διαπίστωνε παράλληλα ότι, τέσσερις εβδομάδες έπειτα από την επικράτηση του κινήματος και μέσω μιας αναμενόμενης επαναστατικής διαδικασίας, το κέντρο βάρους έκλινε προς όφελος των βενιζελικών στοιχείων, τοποθετημένων σε κομβικές θέσεις. Η ομάδα αυτή δεν είχε να επιδείξει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα και στερείτο πειθαρχίας. Μοναδικό μέλημα ήταν η εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων. Οι βασιλόφρονες, αντίθετα, μπορούσαν ακόμα να προσβλέπουν σε έναν καλά οργανωμένο μέχρι πρόσφατα, μηχανισμό, ανεπτυγμένο σε ολόκληρη την επικράτεια με χρήση επιτροπών και πρακτόρων. Παρά το γεγονός ότι οι κυριότεροι εκπρόσωποί τους βρίσκονταν έγκλειστοι στη φυλακή αντιμέτωποι με βαριές κατηγορίες, ο λόγος και το ύφος των βασιλοφρόνων δεν πρόδιδαν σημεία αποθάρρυνσης ή ηττοπάθειας. Αντίθετα, έδειχναν αποφασισμένοι να προωθήσουν στο προσκήνιο νέα πρόσωπα, με σημαντικότερο τον Ιωάννη Μεταξά.

Έχοντας αποφύγει προσωρινά την εκτέλεση χάρη στην παρέμβαση των ξένων διπλωματών που υπηρετούσαν στην Αθήνα, οι φυλακισθέντες υπουργοί και ανώτατοι αξιωματικοί ανέμεναν να οριστεί η τύχη τους από τη βουλή που θα σχηματιζόταν έπειτα από διενέργεια εκλογών. Φαίνεται πως η εκκρεμότητα αυτή δεν ήταν της αρεσκείας της ακραίας πτέρυγας του κινήματος. Η τελευταία θεωρούσε επιζήμια την όποια χρονική παράταση και απαιτούσε την άμεση τιμωρία των υπευθύνων. Σύμφωνα με τον Marcilly και τους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας, ήταν ένας τρόπος να εξαγνιστεί η ανεπάρκεια που επέδειξαν οι αξιωματικοί του ηττημένου στρατού κατά την τελευταία φάση των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Από την πλευρά τους, οι βενιζελικοί πολιτικοί κύκλοι επιθυμούσαν να απαλλαγούν το ταχύτερο από αντιπάλους, η δραστηριοποίηση των οποίων μπορούσε να προβεί επικίνδυνη ενόσω θα διαρκούσε η προεκλογική εκστρατεία. Οι παραπάνω παράγοντες συνέβαλαν τελικά στην παραπομπή, στις 25 Οκτωβρίου, των κατηγορουμένων ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου. Η έκδοση του σχετικού με τη σύσταση του τελευταίου αναγκαστικού διατάγματος προκάλεσε δυσφορία στους κύκλους των ξένων πρεσβειών. Το άρθρο 18 του συντάγματος αναγνώριζε την κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικά εγκλήματα. Εάν οι κατηγορούμενοι δικάζονταν από κοινό ποινικό δικαστήριο, τότε ο αποκλεισμός της θανατικής καταδίκης ήταν δεδομένος. Επιπρόσθετα, το αναπόφευκτο χρονικό διάστημα μέχρι τη διενέργεια των εκλογών και τη συνακόλουθη σύγκληση της νέας βουλής εθεωρείτο από την επαναστατική επιτροπή ως σπατάλη χρόνου. Ολοένα και περισσότερο επηρεασμένη από τα ακραία στελέχη, η τελευταία ήταν πλέον της άποψης ότι τα πάντα “έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα”. Κατόπιν τούτου, αποφασίστηκε οι κατηγορούμενοι να προσαχθούν ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου.[9]

Το κατηγορητήριο πρόσαπτε τη συνειδητή εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας, κέρδος της συνθήκης των Σεβρών, την μη έγκαιρη ενημέρωση για την εκκένωση και ορισμένους άστοχους χειρισμούς σε πολιτικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Ειδική αναφορά γινόταν στην απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεων από το μέτωπο και τη μεταφορά τους στη Θράκη ενόψει μιας επέμβασης κατά της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που διατάραξε στην πρώτη γραμμή του μετώπου τους συσχετισμούς προς όφελος των κεμαλικών. Ο πρίγκιπας Ανδρέας, διοικητής Σώματος Στρατού κατά τη μάχη του Σαγγάριου, βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία ότι δεν είχε εκτελέσει οδηγίες της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, με συνέπεια καταστρεπτικά αποτελέσματα. Την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, “άτομο αδίστακτο και επικίνδυνο”.[10]

Την ίδια ακριβώς στιγμή, μια φήμη περί προσεχούς εκτέλεσης δυο ή τριών υπουργών άρχισε να διαχέεται στην κοινή γνώμη. Οι υποκινητές είχαν διττό σκοπό: αφενός να πείσουν τις ξένες Δυνάμεις για τη σοβαρότητα του κινήματος και αφετέρου να τρομοκρατήσουν την κοινή γνώμη αποθαρρύνοντας την αντιβενιζελική παράταξη από οποιαδήποτε προοπτική αντίπραξης. “Στρέφοντας τις ανακρίσεις προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται πως αγνοούν το γεγονός ότι η ήττα ήταν κυρίως μια άτακτη φυγή, ότι οι στρατιώτες στην πλειοψηφία τους αρνήθηκαν να πολεμήσουν και ότι οι αξιωματικοί αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων(…) Συνεπώς, η δίκη αποτελεί μια έκνομη επαναστατική ενέργεια. Ήδη στον Τύπο κυκλοφορούν πληροφορίες περί συνοπτικών διαδικασιών. Το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο και προφανώς μοιραίο για τους κ.κ. Γούναρη, Θεοτόκη και Στράτο τουλάχιστον. Για το σκοπό αυτό έχει οργανωθεί μια δραστήρια προπαγάνδα (…). Όσο περισσότερο εκδηλώνεται αβεβαιότητα σχετικά με την διενέργεια εκλογών, άλλο τόσο διαπιστώνεται μια αναζωπύρωση των παραδοσιακών αντιπαραθέσεων της ελληνικής πολιτικής ζωής, προς το χειρότερο όμως. Δεν αποκλείεται να βιώνουμε ήδη τα πρώτα συμπτώματα του παραπάνω φαινομένου”, έγραφε ο Marcilly στις 26 Οκτωβρίου.[11]

Στο σημείο αυτό, και για μια καλύτερη κατανόηση των όσων έπονται, είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στη στάση που υιοθέτησαν οι ξένες Δυνάμεις, πάντοτε σύμφωνα με τα στοιχεία που περικλείονται στα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.

Η Γαλλία συνέχισε να κρατά αποστάσεις από τις ελληνικές αρχές και μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου από το θρόνο. Ο Marcilly, κατόπιν οδηγιών προερχομένων από το Παρίσι, απέφυγε να αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ωστόσο, στους επικεφαλής του κινήματος, δήλωσε πως η αποφυγή μιας δικαστικής παρωδίας θα λειτουργούσε προς όφελος της κυβέρνησης.

Η θέση της Μεγάλης Βρετανίας ήταν περισσότερο λεπτή. Η πολιτική, την οποία είχε υιοθετήσει ήδη προ πολλού, ήταν μια συνεχής ενθάρρυνση προς την κατεύθυνση μιας ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. “Το Foreign Office έσπρωξε τους Έλληνες προς την καταστροφή τους. Ό,τι και αν συνέβη, ο κ. Lloyd George δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι συμβουλές και η εν γένει στάση του ήταν εκείνες που ώθησαν τον κ. Γούναρη και τους οπαδούς του να επιμείνουν στην προσπάθειά τους στη Μικρά Ασία. Το Λονδίνο, έχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του όλα τα πλεονεκτήματα, παραπλάνησε τους Έλληνες μέχρι τέλους, αφήνοντας να πλανάται η ελπίδα μιας υλικής και οικονομικής βοήθειας που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι Έλληνες προχώρησαν και όταν έχασαν το παιγνίδι, οι Βρετανοί τους εγκατέλειψαν στην τύχη τους”, έγραφε ο Γάλλος στρατιωτικός ακόλουθος.

Παρά ταύτα, η Μεγάλη Βρετανία αναλώθηκε σε μια προσπάθεια διάσωσης των πρώην υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα. Σε αντιδιαστολή με τον Γάλλο ομόλογό του, ο Lindley εξακολουθούσε να διατηρεί σχέσεις με την αντιβενιζελική παράταξη. Τέλος, και ενδεχομένως αυτός να ήταν ο πραγματικός λόγος της βρετανικής παρέμβασης, άρχισε να καλλιεργείται αρκετός θόρυβος γύρω από το είδος των σχέσεων ανάμεσα στην Αθήνα και το Λονδίνο, μέχρι τίνος σημείου δηλαδή και με τι είδους υποσχέσεις το Foreign Office είχε ενθαρρύνει την Ελλάδα ως προς την εν γένει εμπλοκή της στη Μικρά Ασία. Ο Γούναρης, σε μια στιγμή απελπισίας ενόψει της θανατικής καταδίκης, ήταν πιθανό να προβεί σε αποκαλύψεις καθ’ όλα ενοχλητικές για την βρετανική κυβέρνηση.

Ακόμα και στην περίπτωση της δίκης, η Ιταλία δεν παρέκκλινε από την παραδοσιακή της στάση, που προσέβλεπε στην πάση θυσία αποφυγή επανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ρώμης, μια τέτοια προοπτική, ακόμα και κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες, ενείχε κινδύνους για τις δικές της φιλοδοξίες. Για εντελώς διαφορετικούς λόγους επομένως, ο πρεσβευτής Giulio Cesare Montagna υιοθέτησε ανάλογη στάση με εκείνη του Βρετανού συναδέλφου του, υπέρ της διάσωσης των κατηγορουμένων.

Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Benito Mussolini και ο πρεσβευτής στην Αθήνα Giulio Cesare Montagna.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι αποστάσεις της γερμανικής πρεσβείας από τα τεκταινόμενα, παρά το γεγονός ότι διακυβευόταν η ίδια η ζωή πολιτικών προσωπικοτήτων, που κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν εκδηλώσει γερμανόφιλα αισθήματα. Η πρόσφατη ακόμα ήττα της Γερμανίας και τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, τα οποία η τελευταία αντιμετώπιζε από την επομένη κιόλας της λήξης του πολέμου, συνηγορούσαν υπέρ μιας αποστασιοποιημένης συμπεριφοράς στην υπόθεση της δίκης.

Από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, την περισσότερο ιδιόρρυθμη στάση τηρούσαν οι ΗΠΑ, καθώς δεν είχαν αναγνωρίσει ούτε τον Κωνσταντίνο ούτε τις μετά τον Νοέμβριο 1920 διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις, υποβαθμίζοντας την διπλωματική τους εκπροσώπηση στην ελληνική πρωτεύουσα. Ο επιτετραμμένος Jefferson Thomas Caffery αρκέστηκε στο να υπογραμμίσει προς τον Πλαστήρα τη δυσάρεστη εντύπωση που θα προκαλούσε στη χώρα του μια ενδεχόμενη εκτέλεση πολιτικών προσωπικοτήτων τη στιγμή της άφιξης στην Ελλάδα ενός κλιμακίου του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού προς συνδρομή των προσφύγων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.

Τέλος, από τις σύμμαχες χώρες, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μιμήθηκε τη στάση της Γαλλίας. Η κυβέρνηση του Βελιγραδίου δεν επιθυμούσε παρέμβαση προς διάσωση πολιτικών προσώπων, τα οποία επί τόσα χρόνια είχαν αρνηθεί να σεβαστούν συμβατικές υποχρεώσεις ανάμεσα στις δυο γείτονες χώρες.

Οι κυβερνήσεις των ουδετέρων κρατών (Ισπανία, Ολλανδία, Σουηδία) λειτούργησαν ευνοϊκά έναντι των κατηγορουμένων, συμμετέχοντας σε όλα τα κοινά διαβήματα περί αποτροπής της εκτέλεσης. Η γενικότερη αίσθηση που επικρατούσε στους κόλπους του ξένου διπλωματικού σώματος στην Αθήνα, απέδιδε τη σκλήρυνση της στάσης της επαναστατικής επιτροπής σε μια προσπάθεια της τελευταίας να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα αλλά και να αναβάλλει την διενέργεια των εκλογών. Ως προς αυτό, οι πρόσφυγες, που ισοδυναμούσαν με το 1/6 του συνολικού πληθυσμού, αποτελούσαν μια εκλογική πελατεία, την οποία η επιτροπή σχεδίαζε να αξιοποιήσει προς όφελός της, μαζί με το σώμα των αξιωματικών.[12]

Με το που τα παραπάνω έγιναν αισθητά, τα διαβήματα του Βρετανού πρεσβευτή προς τις ελληνικές αρχές πολλαπλασιάστηκαν και άρχισαν να γίνονται ολοένα και περισσότερο πιεστικά. Το Foreign Office, φοβούμενο ότι οι απλές συστάσεις δεν επαρκούσαν πλέον, αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Στις 11 Νοεμβρίου, ο Lindley ζήτησε τη δέσμευση πως σε περίπτωση έκδοσης θανατικής καταδίκης, οι κατηγορούμενοι δεν θα τουφεκίζονταν. Ο Νικόλαος Πολίτης δεν απέρριψε το διάβημα, απάντησε ωστόσο ότι η γνώμη της επαναστατικής επιτροπής ήταν προηγουμένως απαραίτητη. Σε ένα δεύτερο διάβημα την επομένη, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, φανερά εκνευρισμένος, χαρακτήρισε τις εν γένει ενέργειες του Βρετανού πρεσβευτή ως ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά πράγματα της χώρας. Ταυτόχρονα, γνωστοποίησε στον τελευταίο πως η επαναστατική επιτροπή είχε αρνηθεί να παράσχει παρόμοια υπόσχεση. Στις 13 Νοεμβρίου, πρώτη ημέρα της δίκης, ο Lindley κατέθεσε ρηματική διακοίνωση, επιβεβαιώνοντας επίσημα όλα τα μέχρι τότε προφορικά του διαβήματα. Στις 15, ο Έλληνας υπουργός επισκέφθηκε την βρετανική πρεσβεία διαβεβαιώνοντας πως η υπόθεση με την επαναστατική επιτροπή είχε τακτοποιηθεί. Κανένας κατηγορούμενος δεν επρόκειτο να τουφεκιστεί. Υπόσχεση, την οποία επανέλαβε στις 18 Νοεμβρίου.[13]

Ζητώντας οδηγίες από το Παρίσι στις 15 Νοεμβρίου σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, ο Marcilly εκφραζόταν ως εξής: “Ο Βρετανός συνάδελφός μου (…) προέβη τις τελευταίες ημέρες σε πιεστικά διαβήματα προκειμένου να αποφευχθούν οι εκτελέσεις. Χαρακτήρισε τη διενέργεια της δίκης ως πράξη αντίθετη προς το Σύνταγμα και τους νόμους του ελληνικού κράτους (…) Ο Ιταλός πρεσβευτής ευθυγραμμίστηκε με την παραπάνω άποψη. Σε ό,τι με αφορά, κράτησα απόσταση και απέφυγα να τοποθετηθώ. Πληροφορούμαι πως και άλλοι συνάδελφοι ετοιμάζουν διάβημα προς την ελληνική κυβέρνηση υπέρ της μείωσης της ποινής αμέσως μετά την ανακοίνωση της καταδίκης (…). Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο αρκεί για να γλυτώσει τους κυριότερους κατηγορούμενους από το εκτελεστικό απόσπασμα. Είναι πιθανόν να δοθεί χάρη σε δυο ή τρεις από αυτούς, έναντι των οποίων το μίσος της επιτροπής είναι μικρότερο, προς ικανοποίηση των ξένων διπλωματών”.[14]

Οι οδηγίες με προέλευση το Παρίσι έφτασαν στην Αθήνα δυο ημέρες αργότερα. Το Quai d’ Orsay διέθετε πληροφορίες, προερχόμενες από το Λονδίνο, σύμφωνα με τις οποίες ο Πολίτης, εμφανώς εκνευρισμένος από τα αλλεπάλληλα διαβήματα του Lindley, είχε επιστήσει την προσοχή του λόρδου Curzon, υπουργού Εξωτερικών, στο ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία των πρεσβευτών υπέρ των κατηγορουμένων θα καθιστούσε αδύνατη μια πιθανή πράξη μεγαλοψυχίας εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Με αυτά τα δεδομένα, ο Poincaré καλούσε για μια ακόμη φορά τον Marcilly να κρατήσει αποστάσεις μέχρι νεωτέρας.[15]

Στις 17 Νοεμβρίου πάντοτε, ο κόμης Vanutelli, πρέσβης της Ιταλίας στο Παρίσι, αποκάλυψε ότι ανάλογες πληροφορίες, σχετικές με τα διαβήματα του Lindley και τον συνακόλουθο εκνευρισμό των ελληνικών αρχών, είχαν φτάσει και στη Ρώμη. Θέλοντας να αποτρέψει τις εκτελέσεις, ο πρωθυπουργός Benito Mussolini πρότεινε κοινό διάβημα των πρεσβευτών των Δυνάμεων, δίχως όμως την κατάθεση ρηματικής διακοίνωσης όπως είχε πράξει ο Lindley. Ταυτόχρονα, ο Montagna υπήρξε αποδέκτης οδηγιών να ευθυγραμμιστεί με τις θέσεις του Βρετανού. “Ο Βρετανός συνάδελφός μου δεν μού έκρυψε ότι θα ξεφορτωνόταν ευχαρίστως έναν τόσο φορτικό σύμμαχο, η παρέμβαση του οποίου, υπαγορευμένη από τα συνήθη κίνητρα της ιταλικής πολιτικής, δεν μπορούσε παρά να μειώσει τις δικές του πιθανότητες επιτυχίας” τηλεγραφούσε σχετικά ο Marcilly.[16]

Η δίκη στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού Τύπου.

Στις 20 Νοεμβρίου, έβδομη ημέρα της δίκης, ο Πολίτης μετέβαλε εκ νέου τη στάση του, δηλώνοντας ότι στο ζήτημα της δίκης η επαναστατική επιτροπή επιθυμούσε να διατηρήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων. Όσο για την ελληνική κυβέρνηση, ευρισκόμενη ανάμεσα στον φόβο να απολέσει την βρετανική υποστήριξη και τη νέα τοποθέτηση της επαναστατικής επιτροπής, εξέφραζε πλέον αμφιβολίες ως προς την διάσωση των υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα.[17]

Τα διαβήματα του Lindley αξιολογήθηκαν προσεκτικά από τους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας. Η απήχησή τους στην κοινή γνώμη, σε συνδυασμό με αυστηρές συστάσεις του λόρδου Curzon προς τον Δημήτριο Κακλαμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο, είχε θορυβήσει τις ελληνικές αρχές. Ο Πολίτης μάλιστα, δεν έκρυψε την πικρία του προς τον Marcilly. Σε περίπτωση που οι ελληνικές αρχές ικανοποιούσαν τα βρετανικά διαβήματα και οι κατηγορούμενοι ακολουθούσαν την οδό της εξορίας, η κυβέρνηση του Λονδίνου έπρεπε να εγγυηθεί ότι δεν επρόκειτο να επανέλθουν στην Ελλάδα. Συνάμα όμως υπήρχε και η αντίθετη εκδοχή. Η παρέμβαση της Μεγάλης Βρετανίας ήταν δυνατόν να εκληφθεί ως απροκάλυπτη παροχή προστασίας προς τους κατηγορούμενους. Σε αυτή την περίπτωση, η αντιβενιζελική παράταξη μπορούσε να ελπίζει σε ενδυνάμωση του κύρους της σε επίπεδο ελληνικής κοινής γνώμης, τόσο σε βάρος της επαναστατικής επιτροπής όσο και σε βάρος των Συμμάχων. Οποιαδήποτε και αν ήταν η ορθότητα των παραπάνω εκτιμήσεων, η Γαλλία προσέδιδε μεγάλη προσοχή στα βρετανικά διαβήματα. Η Ελλάδα, θέλοντας και μη, ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με τις αξιώσεις του Λονδίνου, τη στιγμή μάλιστα που ξεκινούσαν στη Λωζάνη οι εργασίες της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, όπου η στήριξη του Λονδίνου ήταν απαραίτητη για την απομονωμένη διπλωματικά Ελλάδα. Κυβέρνηση και Ανάκτορα ήταν πεπεισμένοι γι’ αυτό. Το ίδιο θα συνέβαινε και με την επαναστατική επιτροπή εάν δεν παρασυρόταν από την ακραία πτέρυγα των αξιωματικών.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να τηρηθούν τα προσχήματα. Για το λόγο αυτό θα συνεχιστούν μέχρι τέλους οι αντιδράσεις των ιθυνόντων για τυπικούς και μόνο λόγους. Ψιθυρίζεται μάλιστα ότι σχεδιάζεται δυναμική παρέμβαση με στόχο το λυντσάρισμα των κατηγορουμένων εντός της φυλακής (…). Τα θεμελιώδη κίνητρα της βρετανικής πολιτικής είναι ξεκάθαρα και είναι φυσικό η κυβέρνηση του Λονδίνου, μέσω της έκτακτης νομοθετικής διαδικασίας σε βάρος των υπουργών, να καλείται να διαχειριστεί καταστάσεις, οι οποίες ουδόλως συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Η αίσθηση των ξένων διπλωματών σχετικά με αυτό είναι ομόφωνη”, έγραφε ο Marcilly στις 22 Νοεμβρίου.[18]

Προτού αναλάβει την προεδρία της πρώτης επαναστατικής κυβέρνησης, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης αξιολόγησε την όλη κατάσταση. Επιστρέφοντας στην Αθήνα από τη Βιέννη, βρήκε μια κυβερνητική ομάδα στελεχωμένη κατά πλειοψηφία από βενιζελικούς. Ο ίδιος προσέβλεπε σε ένα περισσότερο διευρυμένο σχήμα, με τη συμμετοχή προσώπων που δεν προέρχονταν από την φιλελεύθερη παράταξη με εξαίρεση, βέβαια, όσους είχαν συνεργαστεί ενεργά με το προηγούμενο καθεστώς. Πιστεύοντας πως, του Βενιζέλου απόντος, το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να διεκδικεί για τον εαυτό του το μονοπώλιο της εξουσίας, προετοίμαζε τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης, η οποία θα ξεπερνούσε τα στενά όρια του κόμματος. Η σύγκρουσή του με την επαναστατική επιτροπή προέκυψε με αφορμή τη διενέργεια της δίκης.

Από την ίδια του την φύση, ο Ζαΐμης διαφωνούσε με κάθε διαδικασία επαναστατικής δικαιοσύνης. Πόσο μάλλον όταν η τελευταία κινδύνευε να στερήσει από την Ελλάδα το μοναδικό διεθνές έρεισμα (την βρετανική στήριξη) που τόσο απελπισμένα είχε ανάγκη. Για τον λόγο αυτό, στις διαπραγματεύσεις του με την επαναστατική επιτροπή, προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, ούτως ώστε να αναλάβει τα πρωθυπουργικά καθήκοντα έπειτα από τον τερματισμό της δίκης. Με άλλα λόγια δεν θα έφερε ευθύνη όποια και αν ήταν η ετυμηγορία. Ωστόσο, το ενδεχόμενο και μόνο της θανατικής ποινής τον έφερνε σε εξαιρετικά λεπτή θέση έναντι των Βρετανών, αναγκάζοντάς τον να αντιμετωπίζει και αυτήν ακόμα την πιθανότητα υποβολής παραίτησης. Σε αυτό το θέμα έχαιρε της πλήρους στήριξης του Πολίτη, ο οποίος με τη σειρά του, απειλούσε με τήρηση ανάλογης στάσης.

Η Δίκη των Έξι σε σχέδια του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου. Επάνω: η έδρα του Εκτάκτου Στρατοδικείου. Κάτω: Πρωτοπαπαδάκης, Γούναρης και Στράτος στο εδώλιο των κατηγορουμένων.

Στις 25 Νοεμβρίου, δωδέκατη ημέρα της δίκης, σύσσωμη η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της, διαχωρίζοντας τη θέση της από εκείνη της επαναστατικής επιτροπής. Δυο ημέρες αργότερα, σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στυλιανό Γονατά, με τον Πάγκαλο στο υπουργείο Στρατιωτικών και τρεις άλλους αξιωματικούς σε ισάριθμα υπουργεία. Σύμφωνα με τον Marcilly, το νέο κυβερνητικό σχήμα αντικατόπτριζε τους συσχετισμούς, έτσι όπως είχαν στο μεταξύ προκύψει. Πιθανή εκτέλεση των κατηγορουμένων θα είχε ως συνακόλουθη συνέπεια τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Μεγάλη Βρετανία. Αν πάλι οι Γονατάς και Πλαστήρας τάσσονταν υπέρ μιας μείωσης της ποινής, ήταν βέβαιο ότι θα παραγκωνίζονταν από τον Πάγκαλο και τα ακραία στελέχη, που είχαν δημόσια τοποθετηθεί υπέρ μιας αιματηρής λύσης.[19]

Αναφερόμενος στους τρεις ισχυρούς άνδρες του κινήματος, ο Marcilly εκφραζόταν στις 3 Δεκεμβρίου ως εξής: “Αυτή είναι η τριανδρία, η οποία πρόκειται να διοικήσει την Ελλάδα στην παρούσα φάση (…). Δεν πρέπει πια να διερωτάται κανείς πότε πρόκειται να διεξαχθούν οι εκλογές ή ποια είναι τα αισθήματα της κοινής γνώμης (…). Ο λαός, όπως υποστηρίζουν, δεν έχει δικαίωμα γνώμης. Εκτέθηκε με τις συνεχείς μεταπτώσεις της συμπεριφοράς του τα τελευταία χρόνια. Αρνήθηκε τον Βενιζέλο και έφερε πίσω τον Κωνσταντίνο (…). Η επανάσταση δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να τον αφουγκραστεί. Διαθέτει από μόνη την ισχύ και την βούληση προκειμένου να μπορέσει να κυβερνήσει. Οποιαδήποτε αντίσταση θα παταχθεί, η δε δίκη των υπουργών (…) δεν πρόκειται να αφήσει να αιωρείται η παραμικρή αμφιβολία περί τούτου (…). Με αυτά τα δεδομένα, ο καθένας μπορεί εύλογα να προσμετρήσει την ισχυρή συμβολική της σημασία.[20] 

Υπό αυτές τις συνθήκες ολοκληρώθηκε στις 27 Νοεμβρίου η δίκη, με την καταδίκη σε θάνατο των Γούναρη, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Μπαλτατζή, Στράτου και Χατζηανέστη. Ο ναύαρχος Γούδας και ο Ξενοφών Στρατηγός καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Η εκτέλεση έλαβε χώρα τα ξημερώματα της επομένης, 28 Νοεμβρίου, στο Γουδή. Για την ίδια την δίκη καθώς και για την εκτέλεση, τα αρχεία του Quai d’ Orsay δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην αλληλογραφία του με το Παρίσι, ο Marcilly δεν αναφέρεται καθόλου στην όλη εξέλιξη της δίκης, αρκούμενος σε ένα λακωνικό τηλεγράφημα σχετικά με τον τουφεκισμό των έξι καταδικασθέντων.[21]

Η Δίκη των Έξι σε σχέδια του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου. Επάνω: Γούναρης, Θεοτόκης, Χατζηανέστης. Κάτω: Στράτος, Οθωναίος (πρόεδρος εκτάκτου στρατοδικείου), Ζουρίδης (βασιλικός επίτροπος).

Ένα άλλο στέλεχος της γαλλικής πρεσβείας παρακολούθησε από κοντά την εξέλιξη της δίκης. Ο στρατιωτικός ακόλουθος λοχαγός de Colombel, έστειλε στις 20 Δεκεμβρίου προς το υπουργείο Στρατιωτικών, στο Παρίσι, ένα πολυσέλιδο υπόμνημα. Φρόντισε μάλιστα να επισυνάψει και το κείμενο του σχετικού με τη σύσταση και λειτουργία του εκτάκτου στρατοδικείου διατάγματος. Πληροφοριοδότης ήταν ένα ανώνυμο άτομο, βενιζελικών πεποιθήσεων, που παρακολούθησε αδιάλειπτα όλες τις συνεδριάσεις. Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, το οποίο κοινοποιήθηκε στο Quai d’ Orsay, περιγράφει κυρίως την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και λιγότερο το περιεχόμενο των καταθέσεων. Αναφερόμενος στο μέρος εκείνο που αφορούσε καταθέσεις και αγορεύσεις, ο de Colombel εκφράστηκε ως εξής: “Το μέρος αυτό δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την κατάδειξη της γενικότερης ατμόσφαιρας, έτσι όπως διαμορφώθηκε μέρα με την ημέρα και με μάρτυρα ένα ακροατήριο, το οποίο εθεωρείτο εκ προοιμίου έξυπνο και καλλιεργημένο. Οι παρασπονδίες που πηγάζουν από τα πρακτικά των συνεδριάσεων αποτελούν, κατά την άποψή μου, ένα πρώτης τάξεως κριτήριο αξιολόγησης ενός ολόκληρου λαού, τον οποίον δεν δύναται κανείς να κατανοήσει παρά μόνο εάν δεν τον αντιμετωπίσει με σοβαρότητα, κυρίως δε, εάν δεν τον θεωρήσει ως έναν ευρωπαϊκό λαό”.[22]

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιδράσεις που διαδέχθηκαν την εκτέλεση των Έξι και για τις οποίες υπάρχουν άφθονα στοιχεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις 28 Νοεμβρίου, ημέρα της εκτέλεσης, ο Marcilly ενημέρωσε το Παρίσι σχετικά με την ανάκληση του Lindley από την Αθήνα. Εν αναμονή νέων οδηγιών, ο Βρετανός διπλωμάτης μετέβη στην Λωζάνη, όπου είχαν ήδη ξεκινήσει οι εργασίες της Διεθνούς Συνδιάσκεψης. Ωστόσο, το υπόλοιπο προσωπικό της πρεσβείας παρέμεινε στην ελληνική πρωτεύουσα.[23] Παρεμβαίνοντας υπέρ της διάσωσης των πρώην υπουργών λίγες ημέρες νωρίτερα, η Μεγάλη Βρετανία είχε επιτελέσει ένα ηθικό χρέος. Επιπρόσθετα, ήλπιζε ότι η διπλωματική υποστήριξη, την οποία σκόπευε να παράσχει στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης, ήταν σε θέση να ισοσκελίσει τις ελλιπείς υπηρεσίες της σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Το όλο σκηνικό άλλαξε με την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Ο Πολίτης εξέφρασε την άποψη ότι ο αυστηρός τόνος του βρετανικού διαβήματος είχε ερεθίσει την επαναστατική επιτροπή. Με μια περισσότερο διακριτική μεθόδευση οι εκτελέσεις θα είχαν περιοριστεί στον αριθμό των δυο (Γούναρης και Χατζηανέστης). Ήταν όμως εξαιρετικά λεπτό για τον Lindley να εγκαινιάσει νέο κύκλο διαπραγματεύσεων για τον αριθμό, από τη στιγμή μάλιστα που, κατόπιν ρητών οδηγιών με προέλευση το Λονδίνο, είχε αμετάκλητα τοποθετηθεί εναντίον οποιασδήποτε αιματηρής έκβασης της δίκης. Κάτι τέτοιο μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί μόνο έπειτα από κοινό διάβημα των πρεσβευτών των Δυνάμεων, προτού η αντιπαράθεση της βρετανικής πρεσβείας με τις ελληνικές αρχές προλάβει να φτάσει σε τόσο ψηλό βαθμό οξύτητας. Μάλιστα, οι συνοπτικές διαδικασίες, με τις οποίες διεκπεραιώθηκαν τόσο η δίκη όσο και η εκτέλεση, άφηναν να διαφανεί ότι η επιτροπή προσέβλεπε σε δημιουργία τετελεσμένων, ακριβώς προκειμένου να αποτραπεί ένα διάβημα αυτού του είδους.

Ο Marcilly διέβλεψε έναν επιπλέον κίνδυνο, ο οποίος ελλόχευε για τα γαλλικά συμφέροντα, σπεύδοντας εγκαίρως να επιστήσει την προσοχή των ανωτέρων του στο Παρίσι σχετικά με αυτόν. Κατά την άποψή του, η εν γένει πολιτική των Βρετανών αργά ή γρήγορα θα έστρεφε εναντίον της τα πυρά της επαναστατικής επιτροπής και της βενιζελικής παράταξης γενικότερα. Αντίθετα, η Γαλλία, έχοντας υιοθετήσει μια περισσότερο αποστασιοποιημένη τακτική, κινδύνευε να θεωρηθεί ότι όχι μόνο επικροτούσε τα όσα ακραία συνέβαιναν στην ελληνική πρωτεύουσα, αλλά και ότι συνέβαλε ενεργά σε αυτά. Οι δραματικές εξελίξεις ανάγκασαν τον πρεσβευτή της να συστήσει προς το Παρίσι πως ήταν φρόνιμο μια πράξη δικαιοσύνης, διαδραματισθείσα κάτω από συνθήκες πόλωσης και με εμφανή ψυχολογία αντεκδίκησης, να μην τύχει ευμενούς υποδοχής εκ μέρους του γαλλικού Τύπου.[24]

Ο κ. de Marcilly, ακολουθώντας τις οδηγίες μου, απέφυγε να αναμιχθεί. Ο κ. Ρωμάνος [πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι] μάς είχε προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία συνέτρεχε κίνδυνος να ερμηνευθεί ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας και να αποβεί μοιραία για τους κατηγορούμενους. Γνωρίζω από μυστική και έμπιστη πηγή ότι ο κ. Βενιζέλος, σε αντίθεση με τις επίσημες δηλώσεις του, είχε συστήσει την εκτέλεση τριών από αυτούς. Η Μεγάλη Βρετανία κινητοποιήθηκε μόνο και μόνο επειδή είχε εκτεθεί με το προηγούμενο [βασιλικό] καθεστώς. Δεν μας απομένει παρά να κρατήσουμε αποστάσεις από την θλιβερή αυτή υπόθεση”, τηλεγραφούσε στις 29 Νοεμβρίου ο Poincaré προς τον Camille Barrère, πρέσβη της Γαλλίας στη Ρώμη και μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης.[25]

37 Quai d’Orsay, η Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών στο 7ο δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού.

Η στάση της Γαλλίας σχολιάσθηκε και από την ιταλική κυβέρνηση η οποία, εκδίδοντας επίσημο ανακοινωθέν στις 30 Νοεμβρίου, ανέφερε ότι, ενώ η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία είχαν μεσολαβήσει υπέρ της σωτηρίας των κατηγορουμένων, η κυβέρνηση του Παρισιού έκρινε προτιμότερο να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ορμώμενες από την παραπάνω διιαπίστωση, οι ιταλικές εφημερίδες δημοσίευσαν δηλώσεις του Lindley προς την ιταλική πρεσβεία της Αθήνας, σύμφωνα με τις οποίες η ευθύνη για την εκτέλεση των υπουργών έπρεπε να αναζητηθεί στην έλλειψη ομοφωνίας ανάμεσα στις τρεις σύμμαχες δυνάμεις. Η υπόθεση προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε ο Γάλλος επιτετραμμένος στη Ρώμη αναγκάστηκε να επιδώσει διάβημα διαμαρτυρίας ταυτόχρονα προς το υπουργείο Εξωτερικών και προς το πολιτικό γραφείο του Mussolini.[26] Οι ανταποκρίσεις του ιταλικού Τύπου από την Αθήνα καυτηρίαζαν την έκνομη διαδικασία της δίκης και την καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Στις 29 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο συνεδρίας της Γερουσίας, ο τέως πρέσβης στο Βερολίνο και ένθερμος γερμανόφιλος Bollati, εξέφρασε τον αποτροπιασμό του. Ο πρόεδρος του Σώματος και πρώην υπουργός Εξωτερικών Tomaso Tittoni, επικρότησε τα όσα ελέχθησαν. Χαρακτηριστικά είναι τα πικρόχολα σχόλια του François Charles-Roux, επιτετραμμένου της γαλλικής πρεσβείας στην ιταλική πρωτεύουσα: “Ουδέποτε η Γερουσία εξέφρασε την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί για την δολοφονία του τσάρου Νικολάου Β΄ και των μελών της οικογενείας του. Το ίδιο και ο Τύπος. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για την Ελλάδα, μια χώρα μικρή και βαθιά μισητή για την Ιταλία. Οι μόνοι, οι οποίοι έχαιραν εκτίμησης μέσα στο πολιτικό στερέωμα αλλά και στους κόλπους της κοινής γνώμης, ήταν οι κωνσταντινικοί, ακριβώς επειδή οδηγούσαν την πατρίδα τους προς την καταστροφή. Υπάρχει συνεπώς μια μεγάλη δόση ανθελληνισμού στην ιταλική καταδίκη των γεγονότων της Αθήνας, με την ανάλογη φυσικά αξιοποίηση. Καταβάλεται προσπάθεια να πληγεί ο Βενιζέλος, κακός δαίμονας των Ιταλών, στον οποίον και αποδίδεται η μεγαλύτερη ευθύνη για την καταστροφή”. Την επομένη κιόλας, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να μιμηθεί το παράδειγμα της βρετανικής κυβέρνησης, ανακαλώντας τον πρεσβευτή του στην Αθήνα. Ο βαρόνος Giulio Cesare Montagna αναχώρησε για την Λωζάνη, εκχωρώντας την διεύθυνση της πρεσβείας στον πρόξενο της Ιταλίας στον Πειραιά. Ωστόσο, η ανάκληση αυτή δεν προσέλαβε διαστάσεις διακοπής των διπλωματικών σχέσεων.[27]

Την 1η Δεκεμβρίου 1922 η κυβέρνηση των Βρυξελλών γνωστοποίησε ότι είχε επιλέξει να διατηρήσει τον πρεσβευτή της στην Αθήνα για την διεκπεραίωση των τρεχουσών υποθέσεων και μόνο, με σαφείς οδηγίες να αποφύγει κάθε ανάμειξη στο ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων όπου θα ήταν αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να συνεργαστεί με τις ελληνικές αρχές. Οι πρεσβευτές της Ολλανδίας και της Σουηδίας έλαβαν τηλεγραφήματα, στα οποία εκφραζόταν η αγανάκτηση των κυβερνήσεών τους για την αιματηρή έκβαση της δίκης. Ο Αμερικανός επιτετραμμένος επέστησε την προσοχή της ελληνικής κυβέρνησης στο γεγονός ότι η δημιουργία αλγεινής εντύπωσης στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού κινδύνευε να δυναμιτίσει την οικονομική βοήθεια της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον προς την Ελλάδα για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ο τόνος των αμερικανικών εφημερίδων κάθε άλλο παρά κολακευτικός ήταν για την ελληνική κυβέρνηση. Σχολιάστηκε επίσης η στάση της Γαλλίας αλλά και η ευθύνη του Βενιζέλου ως προς τη διάνοιξη του μικρασιατικού μετώπου το 1919. Ο Βενιζέλος εισήλθε στο στόχαστρο και του ελβετικού Τύπου, ο οποίος επέκρινε την απόσταση, την οποία τουλάχιστον φαινομενικά τήρησε ο πρώην πρωθυπουργός έναντι των δραματικών εξελίξεων της Αθήνας. Υπογραμμίστηκε πως μια πιθανή δική του παρέμβαση στην υπόθεση της δίκης ήταν δυνατό και να σώσει τους κατηγορούμενος από το εκτελεστικό απόσπασμα αλλά και να ενισχύσει την οδυνηρή, κατά τα άλλα, θέση της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης.

Η Berliner Tageblatt, στο φύλλο της 30ής Νοεμβρίου, πληροφορούσε τους αναγνώστες της πως στην Αθήνα είχαν πραγματοποιηθεί δυο διαβήματα με αντικείμενο την αποτροπή των εκτελέσεων, το πρώτο από τους πρεσβευτές της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ, το δεύτερο από τους ομολόγους τους της Ισπανίας, της Σοβιετικής Ρωσίας, της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Ρουμανίας και της Γερμανίας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας, παρασέρνοντας και εκείνους της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, είχε αρνηθεί να συμμετάσχει. Το δημοσίευμα προκάλεσε την οργή του Γάλλου πρέσβη René Doynel de Saint-Quentin, ο οποίος επέδωσε διάβημα προς το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ζητώντας να τεθεί τέλος στη σκανδαλώδη, όπως την χαρακτήρισε, εκστρατεία του Τύπου εναντίον της χώρας του.[28]

Περισσότερο σημαντική υπήρξε η εκστρατεία κατά της αγγλο-βενιζελικής πολιτικής που εξαπέλυσε από την 1η Δεκεμβρίου και κατόπιν η παρισινή εφημερίδα Le Matin. Σε ένα πρώτο άρθρο ανέφερε μεταξύ άλλων: “Ο κ. Lloyd George μαζί με Έλληνες επιχειρηματίες [υπονοείται ο Sir Basil Zaharoff] και έναν πρωθυπουργό [Βενιζέλο], ο οποίος έπασχε από μεγαλομανία, ενεργώντας αντίθετα από τις συμβουλές της Γαλλίας και της Ιταλίας, αντίθετα ακόμη και από τη γνώμη του υπουργού Εξωτερικών λόρδου Curzon και της βρετανικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας, οδήγησαν τον ελληνικό λαό στην καταστροφή και τους Έλληνες υπουργούς στο εκτελεστικό απόσπασμα (…) Ο κ. Γούναρης και τα μέλη της κυβέρνησής του φέρουν βέβαια ευθύνη, μόνο σαν συνένοχοι όμως, γιατί οι μεγάλοι υπεύθυνοι είναι οι κ.κ. Lloyd George και Βενιζέλος. Ο πρώτος, επειδή θέλησε να συνεχίσει στην Ανατολή μια αυτοκαταστροφική πολιτική, χρησιμοποιώντας την Ελλάδα ως εκτελεστικό όργανο, ο δεύτερος, γιατί, παρά τις προειδοποιήσεις, επιστράτευσε το σύνολο των δυνάμεων του για την υλοποίηση μιας μεγαλομανούς πολιτικής”. Ακολουθούσε η παράθεση εγγράφων που αφορούσαν στις μυστικές σχέσεις Βρετανίας-Ελλάδας και που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της ελληνικής πρεσβείας του Λονδίνου και της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Ιουνίου 1920.

Σε ανταπόκριση από το Λονδίνο μια μέρα αργότερα, η εφημερίδα αναφερόταν στην εντύπωση που οι αποκαλύψεις αυτές είχαν προκαλέσει στην βρετανική πρωτεύουσα. Η Downing Street και το Foreign Office απέφυγαν να προβούν σε οποιοδήποτε σχόλιο. Στους πολιτικούς, όμως, και διπλωματικούς κύκλους γινόταν πολύς λόγος σχετικά με την όλη υπόθεση. Στην Βουλή των Κοινοτήτων ο νέος πρωθυπουργός Andrew Bonar Law ρωτήθηκε εάν πράγματι κάποιο μέλος της κυβέρνησης είχε ενθαρρύνει την Ελλάδα στη συνέχιση της μικρασιατικής της πολιτικής που κατέληξε στην ήττα και στην εκτέλεση των φερομένων ως υπευθύνων. Ο Βρετανός πρωθυπουργός προανήγγειλε απλώς την προσεχή έκδοση μιας Λευκής Βίβλου δίχως να καταθέσει περεταίρω στοιχεία. Σε άλλο άρθρο του ιδίου φύλλου η Matin συνέχιζε την επίθεσή της: “Το δυστύχημα για την Ελλάδα και για τον κόσμο ολόκληρο συνίσταται στο ότι ο κ. Lloyd George, με την κακοποιά ιδιοφυία του, κατάφερε να επιβάλλει την πολιτική του εξαναγκάζοντας τους Συμμάχους να υπογράψουν την Συνθήκη των Σεβρών, της οποίας ουδείς επιθυμούσε την εφαρμογή πλην του ιδίου και του κ. Βενιζέλου. Από τη στιγμή που οι πάντες απέφευγαν να επωμισθούν τις ευθύνες τους, ήταν επόμενο η Ελλάδα να μείνει μόνη απέναντι στους Τούρκους, οι οποίοι βρίσκονταν σε πλήρη εξέγερση. Ο ελληνικός στρατός υπήρξε το μοναδικό όργανο της μοιραίας πολιτικής του κ. Lloyd George μέχρι τέλους”. Ακολουθούσε η δημοσίευση νέων εγγράφων, σχετικών με τις μυστικές ελληνοβρετανικές συνεννοήσεις μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου 1920. Τα ονόματα του Sir John Stavridi, γενικού προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο καθώς και του Sir Basil Zaharoff ήταν αναμεμειγμένα στις διαπραγματεύσεις αυτές.

Τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας Matin της 1ης και 3ης Δεκεμβρίου 1922 (Πηγή: Gallica/Bibliothèque Nationale de France).

Στις 2 Δεκεμβρίου, οι βρετανικές εφημερίδες μιμήθηκαν το παράδειγμα της παρισινής ομόλογής τους. Η Sunday Express δημοσίευσε επιστολή του Γούναρη προς τον λόρδο Curzon, υπουργό Εξωτερικών, με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 1922. Ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέθετε την απελπιστική θέση, στην οποία είχε περιέλθει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και εκλιπαρούσε για υποστήριξη. Η Morning Post, από την δική της πλευρά, δημοσίευσε σειρά άρθρων με θέμα την στάση του Lloyd George καθ’ όλη την διάρκεια της ανατολικής κρίσης. Η ίδια εφημερίδα αναφερόταν επίσης στο φύλλο της 14ης Νοεμβρίου 1922 του Ελεύθερου Βήματος, επισήμου οργάνου της επαναστατικής κυβέρνησης, όπου γινόταν λόγος για κάποιον σφραγισμένο φάκελο που είχε ανακαλυφθεί από τις αστυνομικές αρχές στην οικία του Γούναρη κατά την στιγμή της σύλληψής του. Αποδέκτης ήταν ο πρεσβευτής ενός ξένου κράτους με την θερμή παράκληση ο συγκεκριμένος φάκελος να αποσταλεί στο υπουργείο Εξωτερικών του εν λόγω κράτους. Ο φάκελος όμως παραβιάστηκε και αποκαλύφθηκε ότι περιείχε τηλεγραφήματα που ο Γούναρης είχε στείλει από το Λονδίνο στην Αθήνα και δεν ήταν τίποτε άλλο από περιλήψεις των συνομιλιών του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Lloyd George. Πληροφορούμενος ότι τελικά ο φάκελος δεν διασώθηκε, ο Γούναρης, σύμφωνα πάντoτε με το δημοσίευμα της Morning Post, προέβη σε ψευδείς καταθέσεις κατά την απολογία του. Ακολουθούσε η περίληψη μιας συνομιλίας που ο Lloyd George είχε στις 18 Ιανουαρίου 1922 με τον πατριάρχη Μελέτιο, όπου ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε εκφραστεί με τα ακόλουθα λόγια: “Η γενική κατάσταση σήμερα είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στους φίλους της Ελλάδας να της συμπαρασταθούν (…) Η παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου κατέστρεψε τα πάντα. Πριν από μια εβδομάδα περιέγραψα στον Γούναρη και στον Μπαλτατζή ποια είναι η σημερινή στάση του κόσμου έναντι της Ελλάδας. Όσο βρισκόταν ο Βενιζέλος στη εξουσία, ένιωθα αρκετά δυνατός ώστε να αγωνιστώ υπέρ των δικαιωμάτων της Ελλάδας. Σήμερα όμως, όλοι οι συνάδελφοί μου με έχουν εγκαταλείψει. Είμαι μόνος και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για την χώρα σας”.

Από αριστερά προς δεξιά: David Lloyd George, Andrew Bonar Law (πρωθυπουργός από τις 23 Οκτωβρίου 1922 και μετά), George Nathaniel Curzon, 1oς μαρκήσιος του Kedleston, υπουργός Εξωτερικών.

Στις 3 Δεκεμβρίου, η Matin αναφερόταν σε υποδείξεις, στις οποίες είχε προβεί το 1920 ο τότε πρωθυπουργός της Γαλλίας Alexandre Millerand προς τον Άθω Ρωμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι. Το άρθρο διατρεχόταν από ένα απολογητικό ύφος για τις επιλογές της γαλλικής πολιτικής: “Διαπιστώνει κανείς ότι η Γαλλία είχε προειδοποιήσει την Ελλάδα και ότι ο κ. Millerand, όχι από τουρκοφιλία αλλά από καθαρό μέλημα για το συμφέρον της Ελλάδας και της Ευρώπης είχε αποκαλύψει στον κ. Ρωμάνο την παρανόηση, προς την οποία η χώρα του είχε στραφεί”.

Σε άλλη στήλη δημοσιευόταν συνέντευξη που είχε παραχωρήσει την προηγούμενη ημέρα ο Βενιζέλος όπου κατηγορούσε την εφημερίδα ότι προσέβλεπε σε διττό στόχο: α) να αποδείξει πως η πολιτική του συνέφερε περισσότερο την Μεγάλη Βρετανία από ό,τι την ίδια την Ελλάδα και β) ότι η πολιτική της αντιβενιζελικής παράταξης που τον διαδέχθηκε στην εξουσία τον Νοέμβριο του 1920 δεν αποτέλεσε παρά μια λογική συνέχεια. “Και οι δυο θεωρίες είναι αβάσιμες. Έως την Συνθήκη των Σεβρών δεν εφάρμοσα την πολιτική της Βρετανίας, αλλά εκείνη όλων των Συμμάχων, η οποία συνέπλεε απόλυτα με τα συμφέροντα της Ελλάδας (…) Η πολιτική που χαρακτηρίζετε ως μεγαλομανή αποτελούσε τμήμα της δικής σας, έτσι όπως η κυβέρνησή σας είχε σχεδιάσει και μας ζητούσε να την εφαρμόσουμε. Υπήρξε λογική όσο διάστημα παραμείναμε ενωμένοι (…) Από μια αντίδραση ενάντια σε όσους ακολούθησαν την παράλογη περιπέτεια να πολεμήσουν τους Τούρκους δίχως υποστήριξη, προέκυψε στην Ελλάδα μια βίαιη επανάσταση. Πραγματοποιήθηκαν ήδη αιματηρές εκτελέσεις, τις οποίες προσπάθησα να αποτρέψω. Τηλεγράφησα στην Αθήνα ότι η εντύπωση θα ήταν αλγεινή και η θέση μας στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης ιδιαίτερα λεπτή (…) Έπραξα ό,τι μπορούσα, αλλά κανείς δεν με ακούει. Δεν σας κρύβω πως είμαι πολύ ανήσυχος βλέποντας μπροστά μου την προοπτική μιας στρατιωτικής δικτατορίας”.

Φαίνεται πως η σε βάρος του εκστρατεία της Matin επηρέασε τον πρώην πρωθυπουργό, σε βαθμό που να γίνεται λόγος περί παραίτησής του από την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης. Η ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι απέδωσε τις αποκαλύψεις της εφημερίδας στον Α. Φ. Φραγκούλη, πρώην αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών και επιστήθιο φίλο των Γούναρη και Μπαλτατζή. Στο φύλλο της 9ης Δεκεμβρίου, η Matin δημοσίευσε επιστολή του Φραγκούλη, ο οποίος αρνείτο κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμειξη στην όλη υπόθεση. Δεν απέφυγε όμως να ρίξει την ευθύνη της καταστροφής στην αγγλο-βενιζελική πολιτική και να υποστηρίξει ότι ο ίδιος είχε δει στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών καθώς και στο προσωπικό αρχείο του Γούναρη τις επιστολές που δημοσιεύθηκαν.[29]

Από αριστερά προς δεξια: Alexandre Millerand, πρωθυπουργός (Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 1920), Raymond Poincaré (πρωθυπουργός 1922 – 1924), Charles de Beaupoil de Saint-Aulaire, πρέσβης της Γαλλίας στο Λονδίνο.

Από την ημέρα των εκτελέσεων και κατόπιν, ο Βενιζέλος έδειχνε υπέρμετρη νευρικότητα. Στις 29 Νοεμβρίου δεν συμμετείχε στις εργασίες της Συνδιάσκεψης, παραχωρώντας την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας στον Δημήτριο Κακλαμάνο. Την επομένη, 30 Νοεμβρίου, αποδοκίμασε την πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης περί διακοπής των διπλωματικών σχέσεων εξαιτίας των τουφεκισμών, απειλώντας να εγκαταλείψει την Λωζάνη. Επισκεπτόμενος το Quai d’ Orsay στις 2 Δεκεμβρίου, ο Ρωμάνος επανέλαβε την άποψη του Βενιζέλου, σύμφωνα με την οποία το βρετανικό διάβημα ήταν εκείνο που είχε επισπεύσει την εκτέλεση, ενώ μπορούσαν να έχουν διασωθεί τέσσερις τουλάχιστον από τους κατηγορούμενους. Τέλος, ο Βενιζέλος τοποθετήθηκε υπέρ της διάσωσης του επίσης κατηγορούμενου πρίγκιπα Ανδρέα, απειλώντας εκ νέου να αποποιηθεί την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας σε περίπτωση νέου τουφεκισμού.[30]

Θορυβημένη από την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Μεγάλη Βρετανία, η επαναστατική κυβέρνηση υιοθέτησε διαλλακτικότερη στάση, προσφεύγοντας μάλιστα συχνότερα στην γνώμη του Βενιζέλου για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση όμως της δίκης του πρίγκιπα βρέθηκε προ διλήμματος από την στιγμή, κατά την οποία η ανακριτική επιτροπή επέμενε να μεταχειρίζεται τον κατηγορούμενο σαν οποιοδήποτε αξιωματικό που είχε παραβεί διαταγές και όχι σαν ένα γόνο βασιλικής οικογένειας, στον οποίο είχε ανατεθεί η διοίκηση ενός Σώματος Στρατού. Ο Marcilly πίστευε πως μέσω της διεξαγωγής της δίκης θα αποκαλύπτονταν οι πραγματικές προθέσεις της επανάστασης ως προς το κατά πόσο επιδίωκε ή όχι να τρομοκρατήσει την κοινή γνώμη με μια νέα εκτέλεση. Η γενικότερη κατάσταση πάντως συνηγορούσε υπέρ της αποφυγής της θανατικής ποινής εξαιτίας της αλγεινής εντύπωσης που η εκτέλεση των έξι είχε προκαλέσει στη διεθνή κοινότητα. Η νέα δίκη προκάλεσε και πάλι γενική διπλωματική κινητοποίηση.

Η βρετανική κυβέρνηση είχε στείλει στην Αθήνα τον πλοίαρχο Gerald Talbot, πρώην βοηθό του ναυτικού ακολούθου της πρεσβείας με διασυνδέσεις στους κύκλους των αξιωματικών της επανάστασης. Ο Talbot έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα στις 28 Νοεμβρίου, μισή μόλις ώρα έπειτα από την εκτέλεση των έξι. Δεν του απέμενε παρά να επικεντρώσει τις προσπάθειες του στη διάσωση του πρίγκιπα. Στο Λονδίνο κυκλοφορούσε η φήμη πως η νέα δίκη προσέφερε στην ηγεσία του κινήματος την ευκαιρία να ασκήσει εκβιασμό με στόχο την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων. Ο Γεώργιος Β΄ είχε επιστήσει την προσοχή της ισπανικής κυβέρνησης στην υπόθεση της δίκης του θείου του, εξαδέλφου εξ αγχιστείας του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ΄. Ως εκ τούτου, ο πρεσβευτής της Ισπανίας στην Αθήνα επισκέφθηκε στις 30 Νοεμβρίου τον Γάλλο ομόλογό του εισηγούμενος την διενέργεια κοινού διαβήματος προς τις ελληνικές αρχές. Γνωρίζοντας πως ο Marcilly είχε λάβει αυστηρές οδηγίες για αποχή από παρόμοιες πρωτοβουλίες, ήλπιζε σε μια εξαίρεση σαν αντίτιμο των υπηρεσιών που ο Ισπανός μονάρχης είχε προσφέρει στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Marcilly απάντησε πως έπρεπε να προηγηθεί απευθείας συνεννόηση σε κυβερνητικό επίπεδο. Ενημερώνοντας τον Talbot δήλωσε ότι έξωθεν πίεση και κοινά διαβήματα κινδύνευαν να αποβούν μοιραία για τη ζωή του πρίγκιπα.[31]Θα προσέθετα ότι, ακόμα και αν μια δική μας μεσολάβηση είχε ελπίδες να καρποφορήσει, θα ήταν άστοχο να πραγματοποιηθεί μόνο για τη διάσωση του πρίγκιπα. Περισσότερο από ποτέ θα επαναλαμβανόταν, δικαιολογημένα τη φορά αυτή, το επιχείρημα ότι εξαρτάτο από εμάς να αποφευχούν οι περισσότερες, αν όχι όλες οι εκτελέσεις της περασμένης Τρίτης” τηλεγραφούσε εν συνεχεία προς το Παρίσι.[32] Στις 2 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση της Μαδρίτης, αναγνωρίζοντας με τη σειρά της τον κίνδυνο που ενείχε ένα κοινό διάβημα, συντάχθηκε με τη στάση της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας αφήνοντας στον Talbot ελεύθερο πεδίο για την ανάληψη πρωτοβουλιών.[33] Η ετυμηγορία του εκτάκτου στρατοδικείου δημοσιοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου. Ο πρίγκιπας Ανδρέας καταδικάστηκε σε ισόβια εκτόπιση από τον ελλαδικό χώρο και καθαίρεση από το στρατιωτικό του αξίωμα. Συνοδευόμενος από την οικογένειά του, αναχώρησε την επομένη με προορισμό την Μεγάλη Βρετανία.[34]

Η αποφυγή της θανατικής καταδίκης βελτίωσε αισθητά το όλο κλίμα. Ο Κωνσταντίνος Ρέντης, υπουργός Εσωτερικών, διαβεβαίωσε τον Marcilly ότι δεν επρόκειτο μελλοντικά να λάβουν χώρα άλλες πολιτικές δίκες. Ο συνομιλητής του εξέφρασε σκεπτικισμό εξαιτίας της παραμονής υπό καθεστώς κράτησης τριών πρώην υπουργών, δυο στρατηγών και 120 άλλων αξιωματικών βεβαρημένων με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Παρόλη την εκτόνωση της έντασης, ο Γάλλος πρεσβευτής θεωρούσε ακόμα αδύνατη την διάλυση της επαναστατικής επιτροπής και τον σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης. Οι στρατιωτικοί θα πείθονταν μόνο κατόπιν άσκησης πίεσης από τα κράτη, προς τα οποία σχεδίαζαν να απευθυνθούν για αναζήτηση οικονομικής βοήθειας , ίσως δε, κατόπιν προτροπής του ιδίου του Βενιζέλου. Στις 26 Δεκεμβρίου, ο Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε τη διοίκηση της νεοσύστατης Στρατιάς του Έβρου προβαίνοντας σε φιλοπόλεμες δηλώσεις που σκόρπισαν ανησυχία στους διπλωματικούς κύκλους της πρωτεύουσας αλλά και στις τάξεις του βενιζελικού κόμματος των Φιλελευθέρων.[35] Η είδηση του θανάτου του Κωνσταντίνου στις αρχές του 1923 στο Παλέρμο της Σικελίας, άφησε μάλλον αδιάφορους τους Αθηναίους. Ο έκπτωτος βασιλιάς είχε δυσαρεστήσει τους οπαδούς του επειδή δεν είχε προβεί σε καμία δήλωση συμπαράστασης προς τις οικογένειες των εκτελεσθέντων.[36]

Η δίκη του πρίγκιπα Ανδρέα.

***

Κατά μήκος της χρονικής περιόδου που, από τον Σεπτέμβριο του 1922 έως τον Ιανουάριο του 1923, διαδέχθηκε την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, εμφανής είναι η αίσθηση της απόγνωσης, της αμηχανίας και της αδυναμίας του ελληνικού λαού να αποτρέψει πρωτοβουλίες, οι οποίες οδήγησαν σε ακραίες καταστάσεις. Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα, οι καταβολές του οποίου ανέρχονται στο παρελθόν, διαδραματίστηκαν τα προαναφερθέντα τραγικά γεγονότα. Γιατί η όλη κατάσταση δεν αποτελεί μόνο απόρροια της στρατιωτικής ήττας του Σεπτεμβρίου. Οφείλεται εν πολλοίς στην ταλαιπωρία ενός έθνους, ευρισκόμενου επί μια δεκαετία σε πολεμική ετοιμότητα, εσωτερικό διχασμό και που είδε αίφνης άναυδο να καταρρέουν τα θεμέλια, επάνω στα οποία είχε σφυρηλατήσει τους αγώνες του για ανόρθωση. Η περιρρέουσα αυτή ατμόσφαιρα αναδύεται ανάγλυφα μέσα από τα γαλλικά διπλωματικά έγγραφα.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, το κίνημα του στρατού εμφανίζεται στερούμενο λαϊκού ερείσματος. Η εκδήλωσή του προσλαμβάνει τη μορφή αυτοάμυνας και αντιπερισπασμού ενόψει πιθανών αντιποίνων που απειλούσαν τις ένοπλες δυνάμεις την επομένη της υποχώρησης. Πολιτική χροιά προστέθηκε χάρη στην προσχώρηση της παράταξης των Φιλελευθέρων, η οποία, θορυβημένη ακόμη από την εκλογική ήττα του 1920, έδειχνε ανίκανη να εκμεταλλευθεί για δικό της λογαριασμό την κατάρρευση του κωνσταντινικού καθεστώτος δίχως τη συνδρομή της αυτοαποκαλούμενης επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, το στράτευμα, με βαθύτατα κλονισμένο γόητρο, είχε απόλυτη ανάγκη από την πολιτική κάλυψη που θα ήταν σε θέση να του παράσχει η βενιζελική παράταξη. Κάτι τέτοιο όμως ισχύει μόνο εν μέρει, εξαιτίας της έλλειψης αυτοπεποίθησης από την οποία διακατεχόταν η τελευταία.

Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον της ύπαρξης δυο διαφορετικών φαινομένων, τα οποία ενώνει ένας κοινός παρονομαστής: α) της πρόθεσης να καλυφθούν οι ευθύνες της βενιζελικής παράταξης για τη διάνοιξη του μικρασιατικού μετώπου την άνοιξη του 1919 και β) της αξιολόγησης των συνθηκών, υπό της οποίες διαδραματίστηκε, τρία χρόνια αργότερα, η ακροτελεύτια πράξη της μικρασιατικής τραγωδίας. Μέσα σε αυτό το νεφελώδες τοπίο πρέπει κανείς να τοποθετήσει την αγωνιώδη ανεύρεση αποδιοπομπαίων τράγων και να εξηγήσει τις αυστηρές κυρώσεις που λήφθηκαν εις βάρος τους.

Όμως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των όσων περικλείονται στα γαλλικά αρχεία παρουσιάζουν, ασφαλώς, οι διεθνείς προεκτάσεις του όλου ζητήματος. Η πτώση του μικρασιατικού μετώπου δεν έθεσε τέρμα, όπως ίσως ανέμενε κανείς, στον ανελέητο επεκτατικό ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικά με τον διαμελισμό της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Με τη στάση, την οποία υιοθετεί έναντι των γεγονότων της Αθήνας, η Μεγάλη Βρετανία συνεχίζει να κινείται με γνώμονα την αινιγματική πολιτική που εφάρμοζε από το 1920 και μετά. Η ήττα του ελληνικού στρατού συμπαρέσυρε σε πτώση την κυβέρνηση Lloyd George, η οποία στοχοποιήθηκε για τις σχέσεις της με την Ελλάδα από τις απαρχές της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Το μόνο σημείο όπου βλέπουμε την βρετανική πλευρά να παρεμβαίνει με αποφασιστικότητα, είναι η προσπάθεια διάσωσης των Ελλήνων υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα. Μήπως, όμως, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του Λονδίνου υπαγορεύεται από υστεροβουλία; Γιατί η εκτέλεση των έξι σφραγίζει με τραγικό τρόπο μια υπόθεση, όπου η Μεγάλη Βρετανία διαδραμάτισε κομβικό ρόλο.

Η Ιταλία συγκεντρώνει όσο ποτέ άλλοτε τα πυρά της σε βάρος της βενιζελικής πολιτικής. Η αλήθεια είναι πως οι συνθήκες την ευνοούν. Η Ελλάδα έχει πάψει να υφίσταται ως ανταγωνίστρια των ιταλικών συμφερόντων στη μικρασιατική ήπειρο. Ωστόσο, για την εξυπηρέτηση των τελευταίων, η κυβέρνηση της Ρώμης προσβλέπει στην καταφορά, με οποιοδήποτε τρόπο, ενός τελειωτικού πλήγματος, ικανού να αποτρέψει κάθε είδους μελλοντική αναζωπύρωση του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού.

Η Γαλλία, τέλος, διακρίνεται από μια στάση υπέρμετρης διακριτικότητας έναντι των γεγονότων της Αθήνας. Θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ότι αντιμετώπισε τις εξελίξεις σαν ένας αντικειμενικός παρατηρητής. Η ελληνική καταστροφή, η οποία κατάφερε σημαντικό πλήγμα στην εξάπλωση της βρετανικής επιρροής στην ανατολική Μεσόγειο, τοποθέτησε την κυβέρνηση του Παρισιού σε θέση ισχύος, από όπου παρακολουθεί με ολύμπια ψυχραιμία, έκδηλη υποκρισία και περίσσιο κυνισμό τις απανωτές αποτυχίες των κυριότερων ανταγωνιστών της.

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Εξετάστηκαν οι εξής φάκελοι:

Documents Diplomatiques Français. Archives du Ministère des Affaires étrangères (ΑΜΑΕ). Série Z Europe 1918-1940. Grèce:

AMAE 57 Politique intérieure (mai-novembre 1922).

AMAE 58 Politique intérieure (décembre 1922-novembre 1923).

AMAE 76 Politique extérieure (avril-octobre 1922).

AMAE 77 Politique extérieure (novembre 1922-juin 1923).

AMAE 153 Justice. Dossier général.

AMAE 154 Le procès des responsables du désastre d’ Asie Mineure.

Άπαντες οι παραπάνω φάκελοι ανήκουν στο αρχείο της Κεντρικής Υπηρεσίας, το οποίο φυλάσσεται στο Παρίσι (Centre des Archives diplomatiques de La Courneuve). Το περιεχόμενο του αρχείου της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας, που φυλάσσεται στη Νάντη (Centre des Archives diplomatiques de Nantes) συμπίπτει απόλυτα με εκείνο της Κεντρικής Υπηρεσίας. Τέλος, τα κατάλοιπα Chassain de Marcilly, τα οποία έχουν δωρηθεί από τον γιο του στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας (Archives Nationales) με κωδικό 592ΑP/8-11, δεν περιέχουν δυστυχώς στοιχεία σχετικά με το υπό πραγμάτευση αντικείμενο.

[2] AMAE 154, Υπόμνημα 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ.5. Είναι χαρακτηριστική η προκατάληψη του Γάλλου αξιωματικού έναντι του ελληνικού στρατού. Τον αποκαλεί υποτιμητικά “κοπάδι από λιποτάκτες”, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι η πολιτική της δικής του κυβέρνησης είχε συμβάλει ουσιαστικά στην ατυχή για την Ελλάδα έκβαση της εκστρατείας στη Μικρά Ασία.

[3] AMAE 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 439-440-441, 29.09.1922.

[4] AΜΑΕ 57, Poincaré προς Marcilly, αρ. 548, 29.09.1922. AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 6-7.

[5] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 449-450, 30.09.1922, 452-453-454, 01.10.1922.

[6] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, Σημείωμα αρ. 180, 25.10.1922.

[7] AΜΑΕ 57, Poincaré προς Marcilly, αρ. 582, 06.10.1922, Saint-Aulaire προς Poincaré, Τηλ. άνευ αριθμού, 23.10.1922.

[8] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 525, 29.11.1922. Ο Marcilly ενημερώνει για την ύπαρξη, στους κόλπους της βενιζελικής παράταξης, μιας μικρής ομάδας, η οποία, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Καραπάνου, είχε ταχθεί υπέρ του αβασίλευτου πολιτεύματος.

[9] AΜΑΕ 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σ. 17-21.

[10] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 180, 25.10.1922.

[11] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 181, 26.10.1922.

[12] AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 6-15.

[13] AΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ.207, 03.12.1922. AΜΑΕ 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 9-10.

[14] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 508-509, 15.12.1922.

[15] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Poincaré προς Marcilly, αρ. 712, 17.11.1922, αρ. 715, 18.11.1922. ΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 511-512, 17.11.1922.

[16] AΜΑΕ 57, Υπόμνημα Peretti προς Poincaré, 17.11.1922. Marcilly προς Poincaré, αρ. 201, 22.11.1922.

[17] AΜΑΕ 57, Έκθεση αρ. 6436 του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού προς το Quai d’ Orsay. MAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 10.

[18] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 201, 22.11.1922. AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 511-512, 17.11.1922.

[19] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 203, 22.11.1922, αρ.520-521, 27.11.1922. AΜΑΕ 57- ΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 517-518, 25.11.1922.

[20] AΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 207, 3.12.1922.

[21] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922.

[22] AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 17-21, 65-93.

[23] AΜΑΕ 57 – ΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922, αρ. 526, 29.11.1922.

[24] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922.A ΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 207, 3.12.1922.

[25] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Poincaré προς Barrère, αρ. 46, Marcilly, αρ. 738-739, Saint-Aulaire, αρ. 2464-2465-2466-2467, 29.11.1922.

[26] AMAE 58 – AMAE 77, Charles-Roux προς Poincaré, αρ. 1451-1452, 1.12.1922.

[27] AΜΑΕ 77, Charles-Roux προς Poincaré, αρ. 1446, 30.11.1922. AMAE 77 – AMAE 58, Charles- Roux προς Poincaré, αρ. 1453,1.12.1922. AMAE 58, Ανταπόκριση του πρακτορείου Havas της Ρώμης, 1.12.1922.

[28] ΑΜΑΕ 57, Allize προς Poincaré, αρ. 212, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 58, Jusserand προς Poincaré, αρ. 1002, 1.12.1922. Saint-Quentin προς Poincaré, αρ. 1781-1782, 1.12.1922. AMAE 58 – AMAE 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 542, 5.12.1922. AMAE 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 536, 2.12.1922.

[29] ΑΜΑΕ 77, Saint-Aulaire προς Poincaré, έκθεση αρ. 517, 2.12.1922. Le Matin της 1ης, 2ας, 3ης, 9ης, 11ης Δεκεμβρίου 1922. Morning Post της 1ης Δεκεμβρίου 1922. Sunday Express της 1ης και 10ης Δεκεμβρίου 1922.

[30] ΑΜΑΕ 58, Υπόμνημα Peretti, 2.12.1922. ΑΜΑΕ 77, Barrère προς Poincaré, αρ. 53, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 57 – ΑΜΑΕ 77, Barrère προς Poincaré, αρ.45, 29.11.1922.

[31] ΑΜΑΕ 57 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 528-529, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 532-533, 1.12.1922. ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 217, 8.12.1922.

[32] ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 534, 1.12.1922.

[33] ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Poincaré προς Marcilly, αρ. 745, 1.12.1922, αρ. 746, 2.12.1922. Υπόμνημα Peretti, 2.12.1922. Marcilly προς Poincaré, αρ. 537, 2.12.1952.

[34] ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 217, 8.12.1922.

[35] ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ.222, 19.12.1922, αρ. 555, 26.12.1922, αρ. 559- 560, 28.12.1922.

[36] ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 22, 3.2.1923.

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης: Οι τελευταίες ημέρες της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης

Οι τελευταίες ημέρες της Μικρασιατικής Εκστρατείας

 

Στην διάρκεια του 1921, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε την διεξαγωγή ευρειών επιθετικών επιχειρήσεων στο θέατρο της Μικράς Ασίας, προκειμένου να δώσει οριστικό τέλος στην υπόθεση ειρήνευσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εκκρεμούσε από το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Η προσπάθεια απέτυχε και η ελληνική Στρατιά εγκαταστάθηκε σε μια προωθημένη και εκτεταμένη γραμμή στην ενδοχώρα, όπου οχυρώθηκε. Μόλις τον Μάρτιο του 1922, οι Σύμμαχοι (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) συνεδρίασαν στο Παρίσι και ανακοίνωσαν στην ελληνική και τουρκική πλευρά, τους όρους που εκείνοι είχαν συμφωνήσει για την οριστική επίλυση του ζητήματος.

Σύμφωνα με αυτούς, η Ελλάδα θα εγκατέλειπε την Μικρά Ασία, όπου για τους παραμένοντες χριστιανικούς πληθυσμούς προβλέπονταν γενικές πρόνοιες προστασίας των δικαιωμάτων τους, εντός του οθωμανικού κράτους. Παράλληλα, όμως, η Ελλάδα θα αποχωρούσε και από την μισή έκταση στην Ανατολική Θράκη, που της είχε επιδικαστεί με την Συνθήκη των Σεβρών. Οι όροι προκάλεσαν μία έκρηξη οργής και αγανάκτησης στην Ελλάδα καθιστώντας αδύνατη την περαιτέρω συζήτηση, ενώ από την πλευρά τους οι Κεμαλικοί έθεσαν απαράδεκτους όρους, με αποτέλεσμα την αποτελμάτωση των εξελίξεων. Η κυβέρνηση Γούναρη νομοθέτησε την σύναψη Αναγκαστικού Δανείου στο εσωτερικό της χώρας με την διχοτόμηση των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων, καθιστώντας δυνατή την παράταση της παρουσίας της Στρατιάς Μικράς Ασίας, που εγγυάτο τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή.

Το Αναγκαστικό Δάνειο και η διχοτόμηση των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων.

Μετά από μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας, στις αρχές Μαΐου σχηματίστηκε κυβέρνηση συνεργασίας των πολιτικών μερίδων του Δημητρίου Γούναρη και Νικολάου Στράτου, με πρωθυπουργό τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Στα μέσα Ιουνίου, η κυβέρνηση δρομολόγησε δύο πρωτοβουλίες προκειμένου στην αναμενόμενη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης που θα συζητούσε εκ νέου την ειρήνη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, να παρουσιαστεί έχοντας άρει τις δυσμενείς εντυπώσεις του περασμένου Μαρτίου. Αυτές εκδηλώθηκαν στα μέσα Ιουλίου με διττό σκοπό:

α΄) Συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στην Ανατολική Θράκη, επί της μεθορίου της Τσατάλτζας εγγύς της Κωνσταντινούπολης, ώστε να καταστεί αξιόπιστη μια απειλή στρατιωτικής κατάληψης της Πόλης (αίροντας την προοπτική εκκένωσης της μισής έκτασης που προέβλεπαν οι προτάσεις Μαρτίου),

β΄) Παροχή ευρείας αυτονομίας στην υπό ελληνικό έλεγχο ζώνη της δυτικής Μικράς Ασίας, η οποία ηλπίζετο πως θα προξενούσε την συμπάθεια της κοινής γνώμης σε Ευρώπη και ΗΠΑ, (εξασφαλίζοντας την παραμονή των χριστιανών στις εστίες τους, ελεύθεροι από τον οθωμανικό ζυγό).

Στα μέσα Ιουλίου εκδηλώθηκαν οι παραπάνω πρωτοβουλίες, με αποτέλεσμα να προκληθεί κινητικότητα μεταξύ των Συμμάχων και να σχεδιάζεται η σύγκληση διεθνούς διάσκεψης στην Βενετία κατά τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο. Η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να αναμένει με ελπίδα τις εξελίξεις, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που συνέλεγε παρουσίαζαν την κεμαλική πλευρά ανίκανη για εκδήλωση επιθετικής πρωτοβουλίας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες φαινόταν πως η ελληνική πλευρά θα παρουσίαζε πλεονέκτημα, με την αμυντική της γραμμή ακλόνητη στην Μικρά Ασία και τα στρατεύματά της να στέκονται απειλητικά στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Όπως ανέφερε ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης: «Πρόκειται περί εδραιώσεως πεποιθήσεως εις πάντα ημάς και υμάς, φίλους και εχθρούς ότι η Θράκη της Συνθήκης των Σεβρών φρουρείται καλώς υπό του Ελληνικού Στρατού, όντως δεν δύναται να αναγνωρίση την δυνατότητα της εκτελέσεως της συμφωνίας των Παρισίων. Εις την Δ. Μ. Ασίαν διατηρούμεν το αυτό, ως πρότερον, μέτωπον. Εις την Α. Θράκην είμεθα ήδη ισχυροί. Αν αι τελευταίαι κινήσεις του Στρατού ισχύσουν ούτως, ώστε να τεθή επί τάπητος και ζήτημα Κωνσταντινουπόλεως τόσω το καλλίτερον. Πάντως όμως η Κυβέρνησις διά των τελευταίων κινήσεων του Στρατού, θα παρακολουθήση τας συζητήσεις των ξένων επί του Θρακικού Ζητήματος βασιζομένη και επί της παρατάξεως λογχών».

Ο Γεώργιος Χατζανέστης κατηγορούμενος ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου.

Η κεμαλική επίθεση

Όλα τα παραπάνω ανέτρεψε η μεγάλη κεμαλική επίθεση για την οποία το ελληνικό Στρατηγείο άρχισε να λαμβάνει ενδείξεις προετοιμασίας από τις 9 Αυγούστου, ενώ στις 6 αλλά και στις 11 Αυγούστου εκδηλώθηκαν δύο κεμαλικά επιθετικά εγχειρήματα αντιπερισπασμού. Η σφοδρή επίθεση που εκτοξεύτηκε στις 13 Αυγούστου 1922 στο ευάλωτο δεξί της ελληνικής παράταξης στο Αφιόν Καραχισάρ, έλαβε αμέσως δραματική τροπή.

Την 14η Αυγούστου έσπασε το ελληνικό μέτωπο και διετάχθη η σύμπτυξη των δυνάμεων των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού βορειοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ. Στις 15 Αυγούστου οι δυνάμεις αυτές διασπάστηκαν σε δύο μέρη (Ομάδα Φράγκου και Ομάδα Τρικούπη) και επιτάθηκαν τα φαινόμενα ανυπακοής, απειθαρχίας και διάλυσης της ελληνικής Στρατιάς. Την επομένη η Ομάδα Τρικούπη επιχείρησε να συνενωθεί με την Ομάδα Φράγκου η οποία είχε εγκατασταθεί στην φύσει οχυρή τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ. Η προσπάθεια όχι μόνο απέτυχε, αλλά και η Ομάδα Φράγκου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την γραμμή στο Τουμλού Μπουνάρ.

Η αδυναμία συνένωσης των δυνάμεων στο νότιο μέτωπο, η διαρκής διαρροή των ανδρών από τις μονάδες τους και η εγκατάλειψη της εξαιρετικά ευνοϊκής για άμυνα τοποθεσίας στο Τουμλού Μπουνάρ, σφράγισαν την ελληνική ήττα. Αφ’ ενός μεν χάθηκε η επαφή του Γενικού Στρατηγείου στην Σμύρνη με την Ομάδα Τρικούπη (που διέθετε και τον μεγαλύτερο όγκο των ελληνικών δυνάμεων) εξαιτίας αδυναμίας επικοινωνίας με τον ασύρματο, για να οδηγηθεί μοιραία στην αιχμαλωσία σημαντικού τμήματός της τις επόμενες ημέρες· αφ’ ετέρου δε επιβεβαιώθηκε η ανέκλητη τάση της Ομάδας Φράγκου για φυγή δυτικά.

Κύριες γραμμές υποχώρησης του ελληνικού στρατού.

Στις 17 Αυγούστου, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης εξέδωσε δύο διαταγές. Με την πρώτη απευθυνόταν στο Στράτευμα και ιδίως στους στρατιώτες τονίζοντας την ανάγκη αυστηρής πειθαρχίας και συνοχής όλων προκειμένου να αποκρουστεί ο εχθρός, ενώ με την δεύτερη παρείχε το δικαίωμα στους αξιωματικούς να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο για συγκράτηση των λιποτακτών: «Πας ανώτερος έχει δικαίωμα να φονεύη επί τόπου πάντα λιποτάκτην, μη υπακούοντα εις πρόσκλησίν του να επανέλθη εις τας τάξεις του. Κοινοποιήσατε παρούσαν εις πάντας υφ’ υμάς βαθμοφόρους». Ωστόσο, ήταν μάλλον αργά καθώς το φαινόμενο είχε λάβει γιγαντιαίες διαστάσεις και η διαταγή ήταν με εκτελέσιμη «λόγω των ραγδαίως εξελισσομένων γεγονότων».

Στο μεταξύ, από την 15η Αυγούστου ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης άρχισε να λαμβάνει επίσημη ενημέρωση από τον Ταγματάρχη Θεόδωρο Σκυλακάκη που υπηρετούσε στο Επιτελείο της Στρατιάς για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Ο Ταγματάρχης Σκυλακάκης μετέφερε στον Στεργιάδη και το κλίμα δυσφορίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των επιτελών για το πρόσωπο του Επιτελάρχη Υποστρατήγου Βαλέττα και του ίδιου του Αρχιστρατήγου Γ. Χατζανέστη, ενώ προέβαινε και σε διατύπωση προσωπικών απόψεων, που δεν εξέφραζαν απαραίτητα και τον Αρχιστράτηγο. Συνεπώς, οι στρατιωτικές κρίσεις που περιείχαν τα τηλεγραφήματα που άρχισε να στέλνει στην Αθήνα ο Αρμοστής, δεν απηχούσαν ουσιαστικά δικές του εκτιμήσεις, αλλά του Ταγματάρχη Σκυλακάκη. Στις 17 Αυγούστου, ο Στεργιάδης απέστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση με το οποίο εξέφραζε την βεβαιότητά του ότι «ηττήθημεν ανεπανορθώτως» και ως μόνη λύση πρότεινε την οργάνωση άμυνας περιμετρικά της Σμύρνης, όπου η Στρατιά ανασυντασσόμενη θα πολεμούσε έως ότου προκληθεί επέμβαση των Συμμάχων, προκειμένου αυτοί να διασώσουν τα συμφέροντά τους και ταυτόχρονα τον χριστιανικό πληθυσμό.

Στις 17 Αυγούστου κατέφθασαν στην Σμύρνη οι υπουργοί Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης και Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, ώστε να ενημερωθούν για την κατάσταση, καθώς έως τότε στην Αθήνα υπήρχε η εντύπωση ότι ήταν δυνατό ένα εγχείρημα ανακατάληψης του Αφιόν Καραχισάρ. Δεδομένου ότι πριν την επίθεση οι Μεγάλες Δυνάμεις σχεδίαζαν την σύγκληση μιας διάσκεψης στην Βενετία, στην οποία θα συζητείτο το Μικρασιατικό, η ελληνική κυβέρνηση θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να φανεί πως η κεμαλική πλευρά είχε καταφέρει σοβαρό πλήγμα στην ελληνική στρατιωτική παρουσία και συνεπώς θα έπρεπε να αποκατασταθεί η γραμμή του μετώπου. Η κυβέρνηση επιθυμούσε να διατηρήσει την θέση στρατιωτικής υπεροχής που φαινομενικά έχαιρε έως τις παραμονές της κεμαλικής επίθεσης, καθώς αφ’ ενός μεν στην Ανατολική Θράκη ο ελληνικός Στρατός φάνταζε έτοιμος, απειλώντας ακόμα και με είσοδο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στην Μικρά Ασία, κατείχε μετά από συνεχείς επιχειρήσεις έως το 1921, μια τεράστια έκταση 80.700 τετραγωνικών χιλιομέτρων, σε βάθος 400 χιλιομέτρων από την Σμύρνη.

Έχοντας απολέσει την επικοινωνία με την Ομάδα Τρικούπη, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης εξήγησε στους υπουργούς, την δυσχερή θέση που αντιμετώπιζε και την κάθετη πτώση του ηθικού των ανδρών, βάσει των πληροφοριών που είχε λάβει. Ενημέρωσε δε, ότι σκόπευε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις που είχαν απομείνει, οι οποίες με την βοήθεια ενισχύσεων που είχαν κληθεί από την Θράκη θα μπορούσαν να αντιτάξουν άμυνα ανατολικά της Φιλαδέλφειας. Αν αυτό αποδεικνυόταν αδύνατο να επιτευχθεί, θα επιχειρούσε να καλύψει την Σμύρνη για ορισμένο χρονικό διάστημα, έως ότου συναφθεί ανακωχή επιτρέποντας στα ελληνικά στρατεύματα να αποχωρήσουν και να μεταφερθούν προς ενίσχυση της Ανατολικής Θράκης, ώστε τουλάχιστον να διασωθεί αυτή. Οι υπουργοί αναχώρησαν και φθάνοντας στην Αθήνα, συγκλήθηκε Υπουργικό Συμβούλιο τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου προς ενημέρωση, οπότε μόλις την 7η ημέρα των επιχειρήσεων έγινε αντιληπτή η δυσμενής τροπή που είχαν λάβει οι μάχες.

Στο μεταξύ, από το μέτωπο, λαμβάνονταν συγκλονιστικές αναφορές για την άτακτη υποχωρήση των στρατευμάτων –με τις μονάδες να χάνουν τους οργανικούς τους δεσμούς και τις Διοικήσεις να προσπαθούν να συγκρατήσουν την διαρροή των ανδρών– λόγω του κλονισμένου ηθικού και των εκδηλώσεων μαζικών φαινομένων απειθαρχίας και ανυπακοής. Ο Ταγματάρχης Παναγάκος που προωθήθηκε στο μέτωπο ως σύνδεσμος του Αρχιστρατήγου, απέστειλε αναφορά η οποία μεταδόθηκε στην Αθήνα. «Εχθρός προ μετώπου Μπανάζ υπολογίζεται εις 3-4 μεραρχίας. Πίεσις καθ’ ημών ουχί σοβαρά. Παρά ταύτα, μονάδες, πλην ΙΙ Μεραρχίας, εκάμφθησαν. Στρατηγός Φράγκου ηναγκάσθη διατάξη σύμπτυξιν, ήτις ήρξατο από 11 ώρας. Αν ο εχθρός διαθέτη Ιππικόν, σύμπτυξις μετατραπή εις φυγήν και πλήρη αποσύνθεσιν. ΙΙ Μεραρχία τηρεί μέχρι στιγμής ηθικόν ακμαίον. Ανησυχώ ότι, κατά σημερινήν σύμπτυξιν και επικοινωνίαν της μετά πανικοβλήτων τμημάτων ετέρων μονάδων θα καταπέση και ταύτης ηθικόν. Από λοιπάς μονάδας ελάχιστα δέον ελπίζη Στρατιά. Ηθικόν αυτών εις αξιοθρήνητον κατάστασιν. [. . .]. Υπό συνθήκας, υφ’ ας ευρίσκονται μονάδες Μπανάζ, υπολογίζω ότι αύται αδύνατον αντιτάξωσιν αξίαν λόγου άμυναν ανατολικώς Ουσάκ. Συντεταγμέναι δυνάμεις αυτών ελάχισται. Άνδρες των, κατά μέγα μέρος, κινούνται αγεληδόν και εν πανικώ προς Δυσμάς. Κατόπιν δημιουργηθείσης εκτάκτως σοβαράς καταστάσεως, ανάγκη ληφθώσι μέτρα. Έχω γνώμην, ότι επιβάλλεται επιτακτικώς κινηθώσι μονάδες εν σπουδή προς Δυσμάς, καταστρέφουσαι συγκοινωνίας, ίνα δοθή χρόνος και χώρος προς ανασύνταξίν των. Άλλως ούτε εις Σμύρνην θα ανακοπή η προς Δυσμάς υποχώρησίς των».

Τις επόμενες ημέρες η διαρκώς μαχόμενη και υποχωρούσα Ομάδα Τρικούπη συνέχισε την πορεία της ελπίζοντας στην διαφυγή από τον τουρκικό κλοιό, αλλά εν τέλει διασκορπισμένη αιχμαλωτίστηκε έως στις 20 Αυγούστου με επικεφαλής τους Υποστρατήγους Τρικούπη και Διγενή. Μόνο διαλυμένες μονάδες κατάφεραν να διολισθήσουν νοτιοδυτικά και να συνενωθούν στις 19 Αυγούστου με τις δυνάμεις του Υποστρατήγου Φράγκου που κάλυπταν τον άξονα προς Σμύρνη. Αυτές, με την τραγική εικόνα που παρουσίαζαν, προκαλούσαν υποψίες στον Υποστράτηγο Φράγκου, αλλά και τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, για την ατυχή κατάληξη της Ομάδας Τρικούπη.

Μονάδα διαβιβάσεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο (Πηγή: Αρχείο ΕΡΤ).

Αντικατάσταση Αρχιστρατήγου

Εν τω μεταξύ πολλοί αξιωματικοί στο Επιτελείο της Στρατιάς Μικράς Ασίας δυσφορούσαν για την κρίσιμη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί αποδίδοντάς την στον επιτελάρχη Υποστράτηγο Βαλέττα και κυρίως τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, του οποίου ο αυστηρός χαρακτήρας θεωρούσαν πως δεν επέτρεπε την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής υπηρεσίας στο Επιτελείο. Ο Ταγματάρχης Σκυλακάκης κατά τις συναντήσεις προς ενημέρωση του Ύπατου Αρμοστή που είχε αναλάβει, έθιξε το θέμα, βλέποντας μάλιστα τις επόμενες ημέρες την κατάσταση να μην βελτιώνεται, συνεννοήθηκε με άλλους τμηματάρχες του Επιτελείου της Στρατιάς που συμφωνούσαν με τις απόψεις του και αποτόλμησαν το πρωί της 21ης Αυγούστου την αποστολή ανώνυμου τηλεγραφήματος στην κυβέρνηση. Το τηλεγράφημα έστειλε ο ίδιος ο Ταγματάρχης Σκυλακάκης με υπογραφή “Επιτελείον Στρατιάς” με το εξής περιεχόμενο: «Σύμπασα Στρατιά εκλιπαρεί προς διάσωσιν υπολειπομένης τιμής Έθνους διαταχθή να έλθη εις αντιστράτηγος, Υποστράτηγος Πάλης, Συνταγματάρχης Σαρρηγιάννης. Προτού επέλθη τελεία καταστροφή σπεύσατε εις άνω ενέργειαν».

Ουσιαστικά ζητούσε ονομαστικώς την επαναφορά των κατά τον περασμένο Μάιο αντικατασταθέντων Αρχηγού και Υπαρχηγού του Επιτελείου της Στρατιάς (Υποστρατήγου Κωνσταντίνου Πάλη και Συνταγματάρχη Πτολεμαίου Σαρρηγιάννη), ώστε να παραμεριστούν οι κατέχοντες τις θέσεις αυτές Υποστράτηγος Γεώργιος Βαλέττας και Συνταγματάρχης Μιχαήλ Πάσσαρης αντίστοιχα, οι οποίοι προφανώς κρίνονταν ανεπαρκείς.

Η κυβέρνηση έσπευσε να ζητήσει την γνώμη του Στεργιάδη, ο οποίος απάντησε ότι όπως είχε ενημερώσει με προηγούμενο τηλεγράφημα, δεν θεωρούσε πως υπήρχε ελπίδα αναστροφής της κατάστασης, αλλά εν πάση περιπτώσει, όταν «ενσκήψη τοιαύτη πανωλεθρία εις οίον Στρατόν, η μεταβολή των Αρχηγών και όταν ούτοι δεν φέρωσιν ευθύνην επιβάλλεται προς ανακούφισιν και ενθάρρυνσιν οπλιτών και αξιωματικών και προ παντός προς πρόληψιν κρουσμάτων απειθαρχίας δυναμένης πολλάκις και αδίκως να χωρήση μέχρι στάσεως». Στην απάντησή του, ο Αρμοστής αναφερόταν σε ενδείξεις για εξυφαινόμενη συνωμοσία που θα οδηγούσε ακόμα και σε χειροδικία κατά του Αρχιστρατήγου, ενώ έκλεινε προφητικά διαβλέποντας κίνδυνο επαναστατικού κινήματος «Τελευταίον τούτο φοβούμαι επί του προκειμένου έχω δε σοβαρούς λόγους να πιστεύω ότι υποστέλλεται ήδη αν όχι συνομωσία ωργανωμένη πάντως όμως κατάστασις τοιαύτη πνευμάτων άλλων φρονημάτων εκ του Εθνικού κινδύνου ώστε μετά την επιστροφήν και άλλων εκ του μετώπου να εκραγή κίνημα αντιπειθαρχικόν δυνάμενον να φθάση μέχρι χειροδικίας ή αποδιώξεως Αρχηγού. Περιττόν να προσθέσω τι θα επηκολούθει εάν και τούτο προστεθή εις τας άλλας ατυχίας. Μετά ανωτέρω εν μόνον δύναμαι να υποδείξω εγώ ότι πάσα απόφασις υμών δέον να ληφθή και ν’ ανακοινωθή άνευ της ελαχίστης αναβολής».

Στις 22 Αυγούστου η κυβέρνηση αποφάσισε την αντικατάσταση του Αρχιστρατήγου από τον Υποστράτηγο Τρικούπη, αγνοώντας ότι αυτός είχε αιχμαλωτισθεί δύο ημέρες πριν. Ταυτόχρονα, ο Αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού της Επιτελικής Υπηρεσίας. Την επόμενη ημέρα η κυβέρνηση αποφάσισε την ανάληψη μιας τελευταίας προσπάθειας διάσωσης τουλάχιστον της Σμύρνης, ώστε ενδεχόμενη ανακωχή να μην βρει την Ελλάδα απούσα από την Μικρά Ασία. Από τον Πειραιά απέπλευσαν ο υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης, συνοδευόμενος από τον Αρχηγό της Επιτελικής Υπηρεσίας Αντιστράτηγο Δούσμανη, αλλά και τους Υποστράτηγο Πάλη, Συνταγματάρχη Σαρρηγιάννη, κατ’ ακριβή υιοθέτηση του ανώνυμου τηλεγραφήματος που εστάλη από τον Ταγματάρχη Σκυλακάκη. Μαζί τους επέβη του πλοίου και ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Πολυμενάκος που έως πρόσφατα διοικούσε το Γ΄ Σώμα Στρατού στην Μικρά Ασία, καθώς η απουσία επικοινωνίας με τον Υποστράτηγο Τρικούπη προκαλούσε υποψίες περί πιθανής αιχμαλωσίας του και συνεπώς έπρεπε να ορισθεί νέος Αρχιστράτηγος.

Ο υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης (δεύτερος εξ αριστερών στην πρώτη σειρά) αιχμάλωτος των Τούρκων.

Πρωτοβουλίες προς σύναψη ανακωχής και Συμμαχική επέμβαση

Στο μεταξύ ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης έχοντας λάβει το πρωΐ της 19ης Αυγούστου ανακριβείς πληροφορίες περί συνένωσης στην περιοχή του Ουσάκ, των δυνάμεων των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού όπως και της Ανεξάρτητης Μεραρχίας, ενημέρωσε τον Ύπατο Αρμοστή ότι η Στρατιά επρόκειτο να συμπτυχθεί δυτικότερα στην περιοχή της Φιλαδέλφειας. Δεδομένου ότι δεν αναμενόταν εχθρική πίεση, υπήρχε η ελπίδα ανασύνταξης των μονάδων αυτών και αναχαίτισης του εχθρού που θα επιχειρούσε να προωθηθεί στην Σμύρνη. Αν κάτι τέτοιο καθίστατο αδύνατο, θα επιδιώκετο η άμυνα για βραχύ χρονικό διάστημα γύρω από την Σμύρνη, με την ελπίδα σύναψης ανακωχής η οποία θα επέτρεπε την σχετικά ομαλή εκκένωση της Μικράς Ασίας.

Ο Ύπατος Αρμοστής μετέφερε κι αυτός τις σκέψεις του Αρχιστρατήγου στην κυβέρνηση, αλλά σημείωνε πως βάσει νεότερων πληροφοριών που διέψευδαν τις πρωϊνές ειδήσεις περί συνένωσης των δυνάμεων του μετώπου, θεωρούσε πως ήταν απολύτως αδύνατον «ν’ αντιμετωπίση ημέτερος Στρατός τον εχθρόν εις οιονδήποτε σημείον ουδέ διά ολίγας ώρας». Ως εκ τούτου, έπρεπε να εγκαταλειφθεί ακόμα και η ιδέα άμυνας γύρω από την Σμύρνη. Το μόνο που απέμενε ως λύση, ήταν να επιχειρηθεί η ταχεία μεταφορά δυτικά των στρατευμάτων, με μαζική χρήση των σιδηροδρόμων, ώστε να χαθεί η επαφή με τον αντίπαλο. Εν συνεχεία από τον λιμένα της Σμύρνης οι άνδρες και το υλικό θα επιβιβάζονταν σε ατμόπλοια. Αν κι αυτή η προσπάθεια απετύγχανε, τότε ο Στρατός θα έπρεπε να κατευθυνθεί σε στενή λωρίδα γης όπως η Ερυθραία στον Νότο και η Αρτάκη στον Βορρά, όπου θα ήταν δυνατή η πρόχειρη άμυνα και η ταυτόχρονη με κάπως συντεταγμένο τρόπο εκκένωση των δυνάμεων. Σημειωνόταν, επίσης, ότι εξαιτίας έλλειψης μέσων, η μεταφορά του πληθυσμού δεν ήταν δυνατή.

Ταυτόχρονα, ο Στεργιάδης από τις 19 Αυγούστου τηλεγράφησε στην Αθήνα την εκτίμησή του πως έπρεπε να ενημερωθούν οι Δυνάμεις ότι ο Στρατός δεν ήταν σε θέση να αναχαιτίσει την τουρκική επίθεση, συνεπώς θα έπρεπε να ληφθούν επείγοντα μέτρα για την περιφρούρηση της πόλης και των συμφερόντων των πολιτών τους, σημείωνε δε ειδικά: «κυβέρνησις οφείλει κατά την γνώμην μου να επιχειρήση διάβημα παρά Συμμάχοις περί λήψεως υπ’ αυτών μέτρων προς διάσωσιν ουχί ημετέρου Στρατού αλλά της Σμύρνης ήτις ασφαλώς θα καταστραφή και προς φρούρησιν ιδικών των υπηκόων και ιδικών των συμφερόντων. Δέον συνάμα να τονισθή ότι εγχώριοι χριστιανικοί πληθυσμοί αδύνατον δι’ έλλειψιν μέσων μεταφερθώσι Ελλάδα ώστε και τούτων σωτηρία θα εξαρτηθή από επέμβασιν Συμμάχων (στεργόντων) καταλάβωσι Σμύρνην διά Στόλου και Στρατού αυτών».

Ο Αριστείδης Στεργιάδης, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και ο συνταγματάρχης Θεόδωρος Πάγκαλος στη Σμύρνη τον Οκτώβριο του 1920.

Πράγματι, το Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε αποκλειστικά και μόνο την ελληνική πρεσβεία Λονδίνου, προσβλέποντας σε βρετανική πρωτοβουλία που θα παρέσυρε Γαλλία και Ιταλία. Την επόμενη 20 Αυγούστου, μετά από σχετική ερώτηση της κυβέρνησης, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης ανέφερε ότι με την κατάσταση να χειροτερεύει διαρκώς, η σύναψη ανακωχής θα ήταν ευκταία. Η κυβέρνηση έσπευσε αμέσως να επικοινωνήσει με την αγγλική κυβέρνηση και να ζητήσει την μεσολάβησή της προκειμένου να επιτευχθεί εκεχειρία, ώστε να εκκενώσει ο Στρατός την Μικρά Ασία άνευ άλλων απωλειών και να μεταφερθεί στην Ανατολική Θράκη. Όπως αποδείχθηκε, με τον Αρχιστράτηγο να ενημερώνει την 8η ημέρα των επιχειρήσεων, περί ανάγκης σύναψης εκεχειρίας, η κυβέρνηση διέθετε στενά χρονικά περιθώρια για την αποτελεσματική κινητοποίηση των Συμμάχων, ενώ ταυτόχρονα ο Στρατός ήταν αδύνατον να σταθεί έστω και μία ημέρα για να αντιτάξει άμυνα. Πράγματι, όπως αποδείχθηκε απέμενε μόλις μία εβδομάδα, έως ότου τα κεμαλικά στρατεύματα φθάσουν στην Σμύρνη.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, κατά το β΄ 10ήμερο του Αυγούστου, άρχισαν οι συνεννοήσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των Συμμάχων, προκειμένου να επιτευχθεί η σύναψη ανακωχής. Ήδη, οι γενικοί πρόξενοι στην Σμύρνη ανήσυχοι από την μαζική έλευση προσφύγων στην πόλη, επικοινώνησαν με τον Στεργιάδη ζητώντας ενημέρωση για την κατάσταση. Ο ίδιος ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης, την νύκτα της 21ης Αυγούστου ζήτησε ανεπίσημα από τον Πρόξενο των ΗΠΑ George Horton, να προωθήσει αίτημα διαμεσολάβησης στην Ουάσιγκτον με την κεμαλική πλευρά. Ωστόσο, ο Mustafa Kemal αντιλαμβανόμενος την δεινή θέση της ελληνικής Στρατιάς δεν σκόπευε να διευκολύνει μια ελληνική εκκένωση.

Μοιραία, η ελληνική πλευρά επεδίωκε την ώθηση των Συμμάχων προς δυναμική επέμβασή τους στην Σμύρνη, όχι μόνο με την παρουσία των πολεμικών τους Στόλων, αλλά και την αποβίβαση στην ξηρά αγημάτων, ώστε ει δυνατόν να καταλάβουν στρατιωτικά την πόλη και να δημιουργήσουν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω απ’ αυτήν, όπως ακριβώς τον προηγούμενο μήνα είχαν αντιταχθεί των ελληνικών δυνάμεων στην Τσατάλτζα, απαγορεύοντας την προέλαση προς Κωνσταντινούπολη. Ενώ οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Συμμάχων Ύπατων Αρμοστών στην Κωνσταντινούπολη και των Συμμάχων Ναυάρχων στην Σμύρνη, με τις ελληνικές και κεμαλικές Αρχές φαινόταν πως θα απαιτούσαν καιρό πριν παράγουν αποτελέσματα, η διαρκώς διογκούμενη άτακτη φυγή των ελληνικών στρατευμάτων δεν προϊδέαζε για μια κατά το δυνατόν οργανωμένη εκκένωσή τους από την Σμύρνη. Στις 23 Αυγούστου ο Horton έλαβε και την αναμενόμενη απάντηση από την Ουάσιγκτων, η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο. Σύντομα αποδείχθηκε ότι οι Σύμμαχοι δεν είχαν διάθεση επίδειξης αποφασιστικότητας και ανάληψης πρωτοβουλιών ως προς την κεμαλική πλευρά. Αντίθετα, στις 25 Αυγούστου προέβησαν σε διάβημα τόσο στην Σμύρνη, όσο και στην Αθήνα, για να αποτρέψουν την εκδήλωση βιαιοπραγιών – τουλάχιστον στην Σμύρνη– από τα ελληνικά στρατεύματα, που σημαντικό μέρος των ατάκτως υποχωρούντων ανδρών διαρρέοντας δυτικά προέβαινε σε καταστροφές και διώξεις.

Ο αρχηγός του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος Μουσταφά Κεμάλ πασάς.

Μια τελευταία προσπάθεια

Στις 20 Αυγούστου ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης σκόπευε να συγκεντρώσει τις υποχωρούσες δυνάμεις του Νοτίου Συγκροτήματος ανατολικά της Σμύρνης, προκειμένου να αναδιοργανωθούν πρόχειρα. Ταυτόχρονα, είχε διατάξει την μεταφορά ενισχύσεων στην Σμύρνη από την Ανατολική Θράκη (Μεραρχία Α΄), ενώ σκόπευε να μεταφέρει εκεί και το δύναμης 3 μεραρχιών Γ΄ Σώμα Στρατού, που υποχωρούσε στο βόρειο μέτωπο προς την Προποντίδα. Σκοπός όλων αυτών ήταν ο σχηματισμός μιας αμυντικής περιμέτρου γύρω από την Σμύρνη για κάποιο χρονικό διάστημα που θα επέτρεπε αφ’ ενός μεν την εκκένωση υλικού και δυνάμεων της Στρατιάς, αφ’ ετέρου δε την σύναψη ανακωχής.

Ήδη στις 23 Αυγούστου έφθασαν με καθυστέρηση 3 ατμόπλοια που μετέφεραν την Μεραρχία Α΄, ενώ το πρωΐ της 24ης Αυγούστου κατέφθασαν από την Αθήνα ο υπουργός Στρατιωτικών και οι επιτελικοί αξιωματικοί που τον συνόδευαν. Μετά την ενημέρωση που έλαβαν από τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, αυτός απαλλάχθηκε των καθηκόντων του αντικαθιστάμενος από τον Αντιστράτηγο Πολυμενάκο, ο οποίος διετάχθη να μελετήσει την κατάσταση και να αναφέρει. Το ίδιο πρωΐ, όμως, οι άνδρες της Μεραρχίας Α΄ που είχε έλθει ως ενίσχυση από την Ανατολική Θράκη, αντιλαμβανόμενοι την τραγική ήττα, αρνήθηκαν να εξέλθουν των ατμοπλοίων! Παρά το γεγονός ότι τελικά αποβιβάστηκε ένα σύνταγμα και οι άνδρες Μικρασιατικής καταγωγής εξήλθαν των πλοίων, εγκαταλείποντας την μεραρχία, ήταν φανερό ότι υπήρχε γενικότερα θέμα ανυπακοής και κατάπτωσης του ηθικού των ανδρών.

Αντιστράτηγος Γεώργιος Πολυμενάκος.

Αργά το βράδυ σε σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων στην Σμύρνη, κατέστη αντιληπτό πως η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη και μοιραία αποφασίστηκε οριστικά η εκκένωση της Μικράς Ασίας, ενημερωμένης και της κυβέρνησης στην Αθήνα. Σύμφωνα με τις νέες διαταγές που εκδόθηκαν, οι υποχωρούσες μονάδες που προσέγγιζαν από ανατολικά διετάχθησαν να παρακάμψουν την πόλη της Σμύρνης από νοτιοανατολικά προκειμένου να μην εισέλθουν σε αυτήν, για να αποφευχθούν τυχόν έκτροπα. Εν συνεχεία θα κατευθύνονταν προς την χερσόνησο της Ερυθραίας από όπου θα μεταφέρονταν στα απέναντι νησιά. Οι δυνάμεις που ήδη βρίσκονταν στην Σμύρνη, καθώς και το υλικό των αποθηκών θα μεταφέρονταν επί των πλοίων, ενώ και οι δυνάμεις στον τομέα Μαιάνδρου νοτιοανατολικά της Σμύρνης, διετάχθησαν να συμπτυχθούν προς αυτήν. Το Γ΄ Σώμα Στρατού θα συνέχιζε την υποχωρητική του κίνηση και θα επιβιβαζόταν επί πλοίων για να μεταφερθεί στην Ανατολική Θράκη.

Ο Στεργιάδης επιδιώκοντας την ώθηση των Συμμάχων προς ενεργή ανάμιξη και επέμβαση, έθεσε το ζήτημα της ενδεχόμενης περίπτωσης σύναψης μάχης γύρω από την Σμύρνη και την πιθανή πρόκληση αναρχίας που θα ανάγκαζε την ελληνική πλευρά να την εγκαταλείψει. Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα έπρεπε να αναλάβουν έστω και προσωρινά την Διοίκηση της πόλης. Οι Σύμμαχοι Ναύαρχοι, όμως, αντιλαμβανόμενοι την απώλεια της πειθαρχίας από τα ελληνικά τμήματα, φοβούμενοι υπερβασίες εντός της πόλης, ξεκαθάρισαν ότι υπεύθυνη για την τάξη ήταν η ελληνική διοίκηση και δεν επρόκειτο να επέμβουν στρατιωτικά για να εμποδίσουν την είσοδο των κεμαλικών τμημάτων στην πόλη, μη παρέχοντάς της κάποια περιθώρια χρόνου· απλά θα φρόντιζαν για την ομαλή παράδοση της Σμύρνης. Ο υπουργός Στρατιωτικών και ο Αρχιστράτηγος αποφάσισαν να επισπεύσουν την εκκένωση από τον λιμένα, που ολοκληρώθηκε το βράδυ της 26ης Αυγούστου, ενώ αρχικά προγραμματιζόταν για το μεσημέρι της 27ης Αυγούστου. Ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης αποχώρησε τελευταίος κατά τις 19.00΄ αφού παρέδωσε τα κλειδιά της Αρμοστείας στον Γάλλο πρόξενο.

Προπαγανδιστική αφίσα που απεικονίζει την είσοδο του Μουσταφά Κεμάλ στη Σμύρνη.

Κατά τις 11.00΄ της 27ης Αυγούστου (15η ημέρα των επιχειρήσεων) εισήλθαν τα πρώτα κεμαλικά τμήματα στην Σμύρνη όπου είχαν συρρεύσει και περίπου 150.00 πρόσφυγες. Σταδιακά άρχισαν οι βιαιοπραγίες και υπερβασίες κατά του ελληνικού και κυρίως του αρμενικού πληθυσμού, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος βρήκε μαρτυρικό θάνατο, ενώ στις 30 Αυγούστου οι Κεμαλικοί προκάλεσαν πυρκαγιά που εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί συνέρρευσαν και εγκλωβίστηκαν υπό απίστευτες συνθήκες στην προκυμαία της πόλης, αναμένοντας απεγνωσμένα σωτηρία. Οι Συμμαχικοί στόλοι αρκέστηκαν στην απλή παρακολούθηση των εξελίξεων, ερχόμενοι απλώς σε επαφή με τις κεμαλικές Αρχές, επιδιώκοντας την αποφυγή επεισοδίων κατά των χριστιανικών πληθυσμών που θα μπορούσαν να γενικευθούν (όπως και τελικά συνέβη).

Εν τω μεταξύ, τα κατάκοπα ελληνικά τμήματα συνέχιζαν κινούμενα νοτιοανατολικά της πόλης, για μια πορεία περίπου 100 χιλιομέτρων έως τον Τσεσμέ από όπου θα επιβιβάζονταν υπό την κάλυψη του Στόλου σε ατμόπλοια, προκειμένου να μεταφερθούν κυρίως σε Λέσβο, Χίο, Σάμο. Δίχως ιδιαίτερη πίεση και υπό την προστασία του ελληνικού Στόλου, ολοκληρώθηκε η εκκένωση στις 3 Σεπτεμβρίου, ενώ στο βόρειο μέτωπο ολοκληρώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου από την Αρτάκη. Η Ανεξάρτητη Μεραρχία της οποίας η τύχη αγνοείτο, κατάφερε να φθάσει στο Δικελί και έως αργά την 31η Αυγούστου να μεταφερθεί στην Λέσβο. Παράλληλα, όμως, εν μέσω του γενικότερου χάους δεκάδες χιλιάδες ανδρών και αξιωματικών της Στρατιάς Μικράς Ασίας, γνώρισαν την αιχμαλωσία.

 

Η τύχη των πληθυσμών

Η στρατιωτική κατάρρευση, η προτεραιότητα στην εκκένωση του Στρατού και η επακόλουθη προσπάθεια για μια Συμμαχική παρέμβαση προς σύναψη ανακωχής, ή ακόμα και δυναμική επέμβαση στην πόλη της Σμύρνης, επηρέασαν το θέμα της τύχης των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής.

Στις 19 Αυγούστου ο Αρχιστράτηγος ενημέρωσε τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης ότι προτίθετο να διατάξει την περαιτέρω υποχώρηση της Στρατιάς, φθάνοντας ανατολικά της Φιλαδέλφειας όπου θα επιχειρούσε να οργανώσει μια νέα γραμμή αμύνης. Συνεπώς, οι υπάλληλοι και οι χωροφύλακες θα έπρεπε να αποσυρθούν από τις ανατολικές επαρχίες στις οποίες θα κατέφθαναν τα συμπτυσσόμενα τμήματα της Στρατιάς. Η Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης ενημέρωσε τους Αντιπροσώπους της να συσκευάσουν τα αρχεία και να είναι σε ετοιμότητα μόλις διαταχθούν σχετικά, ενώ ζητούσε η διαταγή αυτή να παραμείνει «απολύτως μυστική» από τους πληθυσμούς. Στα πλαίσια αυτά, ο Στεργιάδης σε τηλεγράφημα προς την κυβέρνηση, σημείωνε πως έπρεπε να παρεμποδισθεί η κάθοδος των επαρχιακών πληθυσμών στην Σμύρνη, καθώς θα δυσχέραιναν τις στρατιωτικές κινήσεις και μεταφορές υλικού, θα προκαλείτο επισιτιστικό πρόβλημα στην πόλη, ενώ υπήρχε και κίνδυνος διατάραξης της τάξης. Άλλωστε μετά και τις επαφές του με τον Ταγματάρχη Σκυλακάκη, ο οποίος προφανώς του περιέγραφε τις διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές, κατέληξε να προτείνει στην κυβέρνηση την ταχεία και μαζική μεταφορά των στρατευμάτων με τους σιδηροδρόμους, κάτι που απέκλειε αυτομάτως την μεταφορά και πολιτών. Όπως απεδείχθη, όμως, ήταν αδύνατο να αποκρυβούν οι ετοιμασίες των Αντιπροσώπων και της Χωροφυλακής και από την επόμενη ημέρα προκλήθηκε πανικός στους πολίτες οι οποίοι κινητοποιήθηκαν επιδιώκοντας την φυγή τους προς την Σμύρνη, στην οποία άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες από τις ανατολικές επαρχίες.

Εν τέλει, ο Αρχιστράτηγος δεν αποφάσισε την ταχεία σιδηροδρομική μεταφορά των στρατευμάτων στην Σμύρνη και με τον εχθρό σε απόσταση 200 χιλιομέτρων από αυτήν, οι κατά τόπους στρατιωτικές Αρχές βοήθησαν από την πρώτη στιγμή τον πληθυσμό στην επαρχία, διαθέτοντάς του σιδηροδρομικούς συρμούς και κάθε ευκολία, για να κατευθυνθεί στην Σμύρνη, ενώ σύντομα διαπιστώθηκε ότι η σκέψη του Αρχιστρατήγου για αντίταξη άμυνας ανατολικά της Φιλαδέλφδειας ήταν ουτοπική. Με την ανατροπή της κατάστασης και με τους πρώτους πρόσφυγες να καταφεύγουν στην Σμύρνη από τις 19 Αυγούστου, η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης, ήρε και τυπικά στις 22 Αυγούστου την απαγόρευση για τις επαρχίες.

Επαναπατρισθέντες στρατιώτες του Μικρασιατικού Μετώπου.

Εν συνεχεία, όμως, προέκυψε το ζήτημα της εκκένωσης πολιτών προς την Ελλάδα. Ήδη από τις 21 Αυγούστου οικογένειες άρχισαν να καταφεύγουν στις νήσους του Ανατολικού Αιγαίου με τα τακτικά δρομολόγια της ακτοπλοΐας, ενώ εκ των πραγμάτων δεν υπήρχε δυνατότητα εξεύρεσης άλλων μέσων, καθώς το σύνολο των επιταχθέντων ατμοπλοίων που στέλνονταν στην Σμύρνη αφιερώθηκε στην εκκένωση του υποχωρούντος Στρατού και του υλικού.

Κατά την διάρκεια επιχειρήσεων ο στρατιωτικός παράγοντας αποκτά προτεραιότητα επί κάθε άλλης κρατικής ανάγκης, ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση η κατάσταση επιδεινωνόταν λόγω της άτακτης φυγής των στρατιωτών που δεν προδιέθεταν για την δυνατότητα δημιουργίας μιας αμυντικής περιμέτρου πέριξ της Σμύρνης, ώστε να δοθεί καιρός για κάπως οργανωμένη εκκένωση των στρατευμάτων, καθισταμένης εφικτής και της διαφυγής σημαντικού μέρους των πολιτών. Με τον Στρατό να υποχωρεί δίχως σκέψη για παύση της φυγής και αντίταξη άμυνας, εκφράζονταν φόβοι πως ούτε το σύνολο του πολεμικού υλικού θα ήταν δυνατόν να φορτωθεί επί των ατμοπλοίων. Παράλληλα, είχαν αρχίσει να διεξάγονται διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους, για τους οποίους υπήρχε η ελπίδα ότι θα κινητοποιούνταν στην περιοχή της Σμύρνης, ώστε να αναλάβουν τον έλεγχο της πόλης, αποκαθιστώντας την ηρεμία και αποκλείοντας το ξέσπασμα βιαιοπραγιών από τους επερχόμενους Κεμαλικούς, ώστε να παραμείνουν οι πολίτες στις εστίες τους.

Ως εκ τούτου και προκειμένου να μην δοθεί το σύνθημα γενικότερης αποχώρησης, με την επικράτηση του πανικού, ο Στεργιάδης σκέφθηκε και εισηγήθηκε προς την κυβέρνηση να απαγορεύσει την φυγή από τους λιμένες της Μικράς Ασίας πολιτών, ακόμα και των ευκατάστατων που θα έκλειναν εισιτήρια με τα ατμόπλοια της ακτοπλοΐας. Η κυβέρνηση απάντησε θετικά, αλλά τελικά η εισήγηση του Ύπατου Αρμοστή δεν μετουσιώθηκε σε διαταγή απαγόρευσης. Πράγματι, η έρευνα της επίσημης υπηρεσιακής αλληλογραφίας μεταξύ της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης και των Αρχών των νήσων Λέσβου, Χίου, Σάμου, όπως και τα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής, αποδεικνύουν πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε απαγόρευση. Επιπλέον, με την οριστική απόφαση εκκένωσης της Μικράς Ασίας, από τις 24/25 Αυγούστου ήρθησαν και οι τυπικοί περιορισμοί που αφορούσαν την αυτονόητη επίδειξη διαβατηρίου και της σχετικής άδειας της Αστυνομίας, οπότε οι πολίτες έφευγαν με την ακτοπλοΐα έχοντας απλώς εξασφαλίσει εισιτήριο. Παράλληλα, η μεταφορά τους εξυπηρετήθηκε από τα κάθε είδους ιδιωτικά πλωτά μέσα που ναυλώθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό, είτε από τα μικρασιατικά παράλια ή τα απέναντι νησιά, ενώ και ο Στρατός κατά περίπτωση, όταν υπήρχαν περιθώρια χρόνου και σχετικά άνετης εκκένωσης, έπαιρνε μαζί του και τους πληθυσμούς που είχαν συγκεντρωθεί στην ακτή (π.χ. περίπτωση Ανεξάρτητης Μεραρχίας από το Δικελί και Γ΄ Σώματος Στρατού από τα Μουδανιά).

Οι κατά τόπους Στρατιωτικοί Διοικητές ή Γενικοί Διοικητές των νήσων, μη έχοντας πλήρη εικόνα της γενικής καταστροφής στα απέναντι παράλια, εμπρός στο διογκούμενο κύμα προσφύγων που κατέκλυζε τα νησιά, εξέφραζαν φόβους για ανάγκη λήψης προσωρινών μέτρων απαγόρευσης έλευσης προσφύγων, αλλά τελικά ούτε η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης, ούτε η ελληνική κυβέρνηση έλαβαν κάποιο απαγορευτικό μέτρο. Όπως αποδείχθηκε, οι πρόσφυγες κατέφυγαν μαζικά στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την Ανατολική Θράκη. Το πρόβλημα ήταν περισσότερο οξύ στα νησιά, καθώς στον περιορισμένο χώρο αυτών, κατέφευγαν ταυτόχρονα στρατιώτες, χωροφύλακες, αντικεμαλικοί, αιχμάλωτοι κι άλλο προσωπικό της Στρατιάς Μικράς Ασίας και της Ύπατης Αρμοστείας, προκαλώντας σοβαρό πρόβλημα λόγω των ανυικειμενικά περιορισμένων δυνατοτήτων στέγασης και διατροφής. Τα επίτακτα ατμόπλοια μετά την αποβίβαση των ανδρών στα νησιά, επέστρεφαν αμέσως στα μικρασιατικά παράλια προκειμένου να συνεχίσουν με την εκκένωση νέων στρατευμάτων, ενώ ταυτόχρονα δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα που να μεταφέρουν τους αφιχθέντες στην ηπειρωτική Ελλάδα από τα νησιά, ώστε να αποσυμφορίζεται η κατάσταση (μόνο στην Λέσβο κατέφυγαν 70.000 πρόσφυγες). Συνεπώς οι ήδη χαοτικές συνθήκες που επικρατούσαν στα νησιά, επιδεινώνονταν και φαινόταν ότι θα λάμβαναν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, έχοντας μάλιστα ως δεδομένο, ότι την συγκεκριμένη περίοδο η Ελλάδα αντιμετώπιζε γενικότερο επισιτιστικό πρόβλημα.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, μεταξύ 21ης Αυγούστου οπότε άρχισε η καταφυγή πολιτών στα νησιά του Αιγαίου, έως την 5η Σεπτεμβρίου όταν τα τελευταία στρατιωτικά τμήματα εκκένωσαν την Μικρά Ασία, εκτός των περίπου 200.000 ανδρών της Στρατιάς Μικράς Ασίας, κατέφυγαν στην ελληνική επικράτεια και άνω των 200.000 Μικρασιατών. Ουσιαστικά, ο αριθμός αυτός αντιπροσώπευε περίπου το 1/3 του χριστιανικού πληθυσμού που διαβιούσε εντός της ελληνικής ζώνης που ήλεγχε η ελληνική Στρατιά στην δυτική Μικρά Ασία, έως το καλοκαίρι του 1922.

Η διαπίστωση είναι εκπληκτική, γιατί στην Δημόσια Ιστορία έχει επικρατήσει (στο διαδίκτυο αλλά δυστυχώς και την βιβλιογραφία) το αφήγημα ότι η ελληνική κυβέρνηση σε συνεννόηση με τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης Στεργιάδη, απαγόρευσαν την διαφυγή των μικρασιατικών πληθυσμών, επειδή δήθεν ήταν αρνητικά διακείμενη προς τους Έλληνες Μικρασιάτες. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία συνωμοσίας, οι Μικρασιάτες ερχόμενοι στην Ελλάδα θα ανέτρεπαν καθοριστικά τις ισορροπίες του εκλογικού σώματος, αποκλείοντας την άνοδο αντιβενιζελικών κυβερνήσεων! Παράλληλα, στην συλλογική μνήμη έχει εν πολλοίς σχηματιστεί η εντύπωση, πως μόνο μετά την παρέμβαση του Αμερικανού ιεραπόστολου Asa Jennings στους Κεμαλικούς, άρχισαν από τις 10 Σεπτεμβρίου 1922 οι ομογενείς από τα μικρασιατικά παράλια να βρίσκουν καταφύγιο στην Ελλάδα.

Ωστόσο, και σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση του Jennings δεν θα είχε επιτύχει, αν πριν δεν είχαν δρομολογηθεί δύο πρωτοβουλίες, ανεξάρτητες από αυτόν:

α΄) η ελληνική κυβέρνηση από τα τέλη Αυγούστου είχε ζητήσει την συνδρομή των Συμμάχων για την διάσωση των ελληνικών πληθυσμών,

β΄) οι Σύμμαχοι Ναύαρχοι στην Σμύρνη ασκούσαν πιέσεις από τις 2 Σεπτεμβρίου στην κεμαλική πλευρά για να αφεθεί ο χριστιανικός πληθυσμός να μεταφερθεί στην Ελλάδα με ατμόπλοια που είχε επιτάξει η ελληνική κυβέρνηση (η άδεια δόθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου).

Στην πραγματικότητα, οι πρόσφυγες που μεταφέρθηκαν μεταξύ 11 Σεπτεμβρίου και 7 Οκτωβρίου απετέλεσαν το β΄ κύμα που υποδέχθηκε η Ελλάδα και ο αριθμός τους ξεπερνούσε τις 200.000 ψυχές. Αυτοί μεταφέρθηκαν με επιταχθέντα πλοία της ελληνικής και βρετανικής κυβέρνησης (μετά από σχετικό ελληνικό αίτημα), ενώ τα αμερικανικά αντιτορπιλλικά συνοδεύοντάς τα, προσέφεραν ασφάλεια από οποιαδήποτε τυχόν δυναμική παρέμβαση των Κεμαλικών.

O Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας των βιβλίων: Πρόσφυγες, Οικονομία & Νομοθεσία κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, ο επίμαχος Νόμος 2870, εκδ. Δούρειος Ίππος, 2020· Οι τελευταίες ημέρες του Αρμοστή, εκδ. Archive, 2022.

 

ΠΗΓΕΣ

Αδημοσίευτες αρχειακές πηγές

Υπουργείο Εξωτερικών/Υπηρεσία Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου (ΥΠΕΞ/ΥΔΙΑ)

  • Κεντρική Υπηρεσία 1922 (ΚΥ 1922)
  • Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης 1922 (Αρχείο ΥΑΣ 1922)

Εθνικό Ίδρυμα “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”

  • Αρχείο Γεωργίου Μπούσιου

Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ)

  • Αρχείο Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου & Μικρασιατικής Εκστρατείας (1914–1922)

Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ)

  • Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης (Αρχείο ΥΑΣ)
  • Αρχείο Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (1917–1928)

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

  • Αρχείο Αριστείδη Στεργιάδη

Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

  • Αρχείο Αριστείδη Στεργιάδη Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη
  • Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου Αρχείο Σοφοκλή Βενιζέλου
  • Αρχείο Γεωργίου Μπαλτατζή

Δημοσιευμένες αρχειακές πηγές

  • Documents on British Foreign Policy 19191939, First Series Volume XVII, Greece and Turkey 19211922, Edited by: N. Medlicott, Douglas Dakin, M. E. Lambert, Her Majesty’s Stationery Office, London, 1970.
  • Documents on British Foreign Policy 19191939, First Series Volume XVIII, Greece and Turkey 19221923, Edited by: N. Medlicott, Douglas Dakin, M. E. Lambert, Her Majesty’s Stationery Office, London, 1972.
  • Foreign Relations of the United States, 67/276: frus.frus1922v02.i0013.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος πρώτον, Υποχωρητικοί αγώνες των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού, ΔΙΣ, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος δεύτερον, Σύμπτυξις του Γ΄ Σώματος Στρατού, ΔΙΣ, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • Η Δίκη των Εξ – Τα εστενογραφημένα πρακτικά, 31 Οκτωβρίου–15 Νοεμβρίου 1922, έκδοσις της “Πρωΐας”, Αθήναι, 1931.
  • Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος, Τόμος Α΄, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Πρόλογος: Γ. Τενεκίδη, Εισαγωγή, Επιλογή κειμένων, επιμέλεια: Φ. Δ. Αποστολοπούλου, Αθήνα, 2016 – ανατύπωση αρχικής
  • Ιωάννης Μεταξάς – Το Προσωπικό του Ημερολόγιο, Τόμος Τρίτος – Η επανάσταση του 1922, 1926–1932, επιμέλεια: Χρ. Χρηστίδης, εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήναι,
  • Το Αρχείον Του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου, Τόμος Τρίτος, Μικρά Ασία Μητροπολίτης Σμύρνης, Β΄ 1918–1922, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα,
  • ΦΕΚ τ. Α΄, 1920: Ιανουάριος, Σεπτέμβριος, 1922: Αύγουστος, Οκτώβριος, 1923: Ιανουάριος.

Βοηθητική Βιβλιογραφία

  • Η καταστραφείσα Πέργαμος, έκδοσις του Συνδέσμου των Περγαμηνών “O Άτταλος”, εν Μυτιλήνη, 1926.
  • Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης, Πρόσφυγες, Οικονομία & Νομοθεσία κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, ο επίμαχος Νόμος 2870/1922, «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής», εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα, 2020.
  • Κώστας Γεραγάς Αναπληρωτής Γενικού Διοικητού Θράκης, Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920– 1922, εν Αθήναις, τυπογραφείον Εστίας, 1925.
  • Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, Ιωάννα Διαμαντούρου, Νικόλαος Οικονόμου, «Η Καταστροφή της Σμύρνης και το ξερίζωμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – από το 1913 ως το 1941, Τόμος ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι,
  • Βίκτωρ Δούσμανης τέως Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής – Διατί απέτυχαν αι προσπάθειαί μου στο χρονικόν διάστημα 1920– 22 προς αποτροπήν της καταστροφής, Πυρσός, Αθήναι, 1928.
  • Αρχιμανδρίτης Κυρίλλος Α. Ζαχόπουλος, Ιστορικαί σελίδες περί της εν Κασαμπά Ορθοδόξου ελληνικής κοινότητος (1625–1922), εν Αθήναις Νέα Σμύρνη, 1934.
  • Μιχάλης Ι. Νοταράς, Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν πριν πενήντα χρόνια, Αθήναι,
  • Π. Παναγάκος Αντιστράτηγος ε.α., Συμβολή εις την ιστορίαν της δεκαετίας 1912–1922, Αθήναι, 1961.
  • Μ. Π. Παπαστρατηγάκης, Ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης 1863–1922, εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα,
  • Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Τα μυστήρια της Αιγηΐδος – Το Μικρασιατικό Ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891–1922), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα,
  • Μιχαήλ Λ. Ροδάς, Η Ελλάδα εις Μικράν Ασία – Απομνημονεύματα, Αθήναι,
  • Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία – Ιστορική επισκόπησις επί τη βάσει επισήμων εγγράφων και πηγών, χ.χ., Αθήνησι,

Ημερήσιος Τύπος

Εφημερίδα ΑΘΗΝΑΪΚΗ, 1919: Μάιος, 1922: Αύγουστος.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ (Μυτιλήνης), Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 1919: Μάιος, 1922: Αύγουστος, 1927: Φεβρουάριος, Απρίλιος.

Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 1922: Ιούνιος, Οκτώβριος, 1923: Ιανουάριος.

Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ (Σμύρνης), Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ (Σμύρνης), Αύγουστος 1922. Εφημερίδα ΚΟΣΜΟΣ (Σμύρνης), Αύγουστος 1922.

Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, Ιανουάριος 1930.

Εφημερίδα ΣΑΛΠΙΓΞ (Μυτιλήνης), Αύγουστος 1922. Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, Σεπτέμβριος 1922.

Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, Σεπτέμβριος 1922.

Σπύρος Παυλίδης: «Τα κορφοβούνια της Αιγηίδας». Η δημιουργία των Κυκλάδων και της «πορφυρογέννητης» Σαντορίνης στον Ελύτη και τις σκέψεις του Μ. Γλέζου

Σπύρος Παυλίδης

«Τα κορφοβούνια της Αιγηίδας»

Η δημιουργία των Κυκλάδων και της «πορφυρογέννητης» Σαντορίνης στον Ελύτη και τις σκέψεις του Μ. Γλέζου

 

«Ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων», είναι «…η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη» κατά τον Ελύτη. Το ελληνικό τοπίο κρύβει τη σοφία του λαού πάνω στο οποίο έζησε, που το διαμόρφωσε και το σεβάστηκε, που κόπιασε για να το διατηρήσει ως αξία, που άλλοτε το αδίκησε, το κακοποίησε ή το υποβάθμισε, το παρέδωσε από αδυναμία ή αλληλοσπαραγμούς σε αλλοφύλους, το ξανακέρδισε αλλά δεν κατορθώνει μέχρι σήμερα να το αναπλάσει όπως θά’ πρεπε. «… εντολή μας αυτός ο κόσμος και γραμμένος μες στα σπλάχνα μας είναι», ό,τι έχουμε και δεν έχουμε βρίσκεται σ’ αυτό το χώμα, τα βουνά και τις πεδιάδες μας, τα νησιά και τα πελάγη μας «ό,τι άξιον εστί», ό,τι στ’ αλήθεια ανέπαφο, το φυλάει η γη, που έχει στοιχειώσει μέσα στα ζωντανά φαντάσματα της: Ίσκιοι, κομμένα μαρμάρινα κεφάλια και χέρια, όστρακα κραυγών σε πηλό, η κεντημένη Κυρά – Πηνελόπη, η Αρετούσα σαν σε άδειο παράθυρο, η Λυγερή του τραγουδιού και του Άδη, οι χαιρετισμοί στο Ρόδο το Αμάραντο, τα οστά μας άνθη της αύριον, οι Άγιοι και τα εικονίσματα και τα τέρατα και τα σημεία, το λιγοστό νερό, οι σάτυροι και οι νύμφες και ό,τι άλλο μας κάνει να νιώθουμε ποιο είναι το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου» γράφει ο Τάσος Λιγνάδης ερμηνεύοντας το «΄Αξιον Εστί» του μεγάλου νομπελίστα ποιητή μας.

Την ιστορία που θα σας αφηγηθώ για το πώς γεννήθηκε και εξελίχθηκε αυτός ο χώρος του Αιγαίου, ο χώρος των Κυκλάδων με τη νεότερη κόρη τους τη Σαντορίνη, την Καλλίστη, δεν θα την ιστορήσω με αυστηρούς γεωεπιστημονικούς όρους, ούτε θα την υμνήσω για να γλυτώσω από τη σαγήνη της. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να σας οδηγήσω σ’ ένα σύντομο ταξίδι για τη μνήμη του χώματος και της ύπαρξής μας μέσα από τα δίχτυα της ποίησης και τα μονοπάτια της επιστήμης. Θα μπορούσα να περιοριστώ στην πεζή γλώσσα της γεωλογίας, ή να την επενδύσω με τις υπερβατικές ρήτρες του μύθου και της ποίησης. Θα επιχειρηθεί όμως το αντίθετο. Θα επενδύσω την ποίηση με την επιστήμη, μέσα από τις πύρινες λέξεις του ύμνου της «Γενέσεως» του εθνικού μας ποιητή, επιτρέψτε μου να αποκαλώ έτσι τον Οδυσσέα Ελύτη, τους ύμνους και τα αναγνώσματα, τους ψαλμούς και τα άσματα, τη «Συνείδηση της Πετραίας γης» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μανώλης Γλέζος, και τη συνείδηση του Ελληνικού Μύθου. Αν και η ποίηση δεν εκφράζει αλήθειες με την επιστημονική σημασία της λέξης, χρησιμοποιεί όμως την επιστήμη και τη φιλοσοφία των άλλων, όταν τα χρειάζεται, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Σεφέρης. Η ποίηση δεν είναι για προσωπικές εξομολογήσεις, και αν τις κάνει, δεν είναι αυτές που τη σώζουν. Το ίδιο και ο μύθος, με τον πυρήνα μιας πραγματικότητας, την απλότητα και την ψυχαναλυτική του δύναμη και γοητεία, δεν μπορεί να εκφράσει τη σημερινή επιστημονική πραγματικότητα, αλλά μπορεί να την επενδύσει και να την κάνει περισσότερο ελκυστική, γιατί οι άνθρωποι ήταν πάντα μυθοπλάστες, γιατί ο μύθος είναι πρόσμειξη της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία, γιατί είναι αλληγορικός, κατανοητός και καταλυτικός για την ανθρώπινη σκέψη.

Στο Άξιον Εστί ο Ελύτης μιλάει για τη γένεση, τη δημιουργία του Αιγαίου, με ποιητική, υπερβατική γλώσσα σχεδόν βιβλική, όπου προσδιορίζει τα θεμέλια μας και τους αγώνες του λαού μας. Ο Ελύτης έχει την αίσθηση της αδιαίρετης ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο ίσαμε σήμερα. «Μοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου» γράφει. Γιατί η Ποίηση αγγίζει τη Λογική όπως υποστηρίζει και ο Μαρωνίτης. «Στις λέξεις υπάρχει πάντα ένα πείραμα», κατά τον Καρούζο και το πείραμα, η επιβεβαίωση της παρατήρησης και της μέτρησης είναι επιστήμη.

Ψηφιακή τοπογραφική ανακατασκευή της προμινωικής καλδέρας και της προ-Καμένης σε σχέση με τη σημερινή εικόνα.

Στους ποιητές μας βρίσκουμε τις διασπαραγμένες φωνές του Θαλή, του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Θεόφραστου, του Επίκουρου, την πεμπτουσία του Αριστοτέλη ή την πλατωνική «μείξιν των εναντίων» εκεί όπου υπάρχουν «γαλήνιοι αμφορείς, όρθιοι κίονες, εράσμιες κόρες με τα πέτρινα χέρια» (Ελύτης). Βρίσκουμε τον Απόλλωνα και τη δημιουργία του κόσμου. Τον «Ήλιο τον ηλιάτορα», «τον πρωτομάρτυρα ήλιο» για να αντικρίσουμε μαζί «τη ριψοκίνδυνη αίγλη», τις αχειροποίητες εικόνες, τις νύμφες και τις νεράιδες, προσωποποιήσεις μιας υπέροχης φύσης, της ελληνικής γης. «Τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία», τα είδωλα των τοπίων, που τα συνθέτουν η φύση, ο λαός, η παράδοση και το μυστήριο του κάλλους των. Μέσα σ΄ αυτά διαδραματίζονται οι φυσικές αλλαγές και το ανθρώπινο δράμα, η Ζωή με το Θάνατο και την Ανάσταση, η απολιθωμένη πέτρα, φωνές της δημιουργίας της γης και τα αιώνια κύματα της θάλασσας, ο χορός, το τραγούδι και το μοιρολόι, ζωντανά ομοιώματα των παθών των ανθρώπων που ριζώνουν σε τούτη τη γη, που μας σηκώνει και τη σηκώνουμε μ΄ όλο το βάρος της στους ώμους μας. «Τα θεμέλια μου στα βουνά, Και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους » (Ελύτης).

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996).

Πώς γεννήθηκε «Αυτός ο Κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπως τον προσεγγίζει η αστροφυσική σήμερα, η Μεγάλη Έκρηξη από το πρώτο χιλιοστό του δευτερολέπτου μέχρι μερικά εκατομμύρια χρόνια, με όλες τις αβεβαιότητες με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα ή ο πρώτος ύμνος του Ελύτη. Κατά τον ποιητή στην αρχή ήταν το φως του «Ήλιου του πρώτου», του Προμηθέα, ο ήλιος της ελευθερίας. «Φως ιλαρόν αθανάτου πατρός», το Φως και «εν αυτώ ζωή ην και η ζωή η το φώς των ανθρώπων». Το φως είναι η αρχή κάθε γενέσεως, φυσικής και πνευματικής δημιουργίας.

«Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα και είδα και θαύμασα …» (Ελύτης)

Από τότε που γεννήθηκε η θάλασσα και είδε και θαύμασε ο ποιητής αλλά και ο γεωεπιστήμονας και μέσω αυτών όλοι εμείς. Πώς όμως πέρασε το γαλανό ρίγος του Αιγαίου στην ποίησή μας, οι χρωματισμοί του ουράνιου τόξου στα πετρώματα; Πως διαμόρφωσε και συνεχίζει να διαμορφώνει ο υπερρεαλισμός των πετρωμάτων, των κοιτασμάτων και απολιθωμάτων, τη σύγχρονη γνώση μας ;

«Και βολβοί στη γη χρυσοί», καρποί, ομοιώματα γήινα του ήλιου και απ’ αυτό γεννήθηκε η θάλασσα και η ζωή μέσα σ΄ αυτήν. «Αίμα πράσινο», τα πρώτα κύτταρα δηλαδή της ζωής στη θάλασσα με χλωροφύλλη. Οι προκαρυώτες και οι ευκαρυώτες. Τα κυανοφύκη, οι στρωματόλιθοι και το οξυγόνο που πηγάζει από αυτά. Η ατμόσφαιρα και τα φυτά και τα ζώα της ξηράς, μικρά, ορατά και αόρατα, γιγάντια σε μια διαρκή πάλη. Η σύγχρονη γεωλογική και βιολογική αντίληψη θεωρεί τη θάλασσα ως μήτρα της ζωής, αλλά το ίδιο μας λέει και ο Όμηρος «… Ωκεανόν όσπερ γέννεσις πάντεσσι τέτυκται….», τα πάντα γεννήθηκαν στον ωκεανό, το ίδιο τονίζει και ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος αργότερα (5ος αιώνας π.Χ.).

Η ιστορία της Γης και της ζωής είναι από τα πιο συναρπαστικά, αλλά και τα πιο δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η επιστήμη. Η γεωλογική ιστορία της εξέλιξης του πλανήτη μας και η ιστορία της εξέλιξης της ζωής διήρκεσαν δισεκατομμύρια χρόνια. Η προσπάθεια για την αναπαράστασή τους γίνεται από μερικά σκόρπια παλαιοντολογικά «αρχεία», τα απολιθώματα οργανισμών τα λιθοποιημένα σώματα, όπως τα ονόμαζε ο Θεόφραστος στο βιβλίο του «Περί των Λιθουμένων», που δυστυχώς χάθηκε, τα οποία γίνονται όλο και περισσότερο σπάνια ή σκοτεινά όσο προχωράμε βαθύτερα μέσα στα πετρώματα και κατά συνέπεια στο χρόνο.

Πως όμως διαμορφώθηκε αυτή η καταπληκτική γεωποικιλότητα του ελλαδικού χώρου και συνετέλεσε στη διαμόρφωση αυτού του λαού που τον κατοίκησε ;

Στον άχρονο γεωλογικό χρόνο, για το πλαίσιο των ανθρώπινων μέτρων μας, ο χρόνος κυλούσε με ρυθμούς εκατομμυρίων και εκατοντάδων χιλιετιών. «Τερατόμορφος ο χρόνος», «Ο πολλούς αιώνες πριν . . . .» κατά τον ποιητή μας, «ο Παλαιός των Ημερών . .» κατά τον προφήτη Δανιήλ. Στη βραδύτατη αυτή ροή του χρόνου που φαίνεται στατική, μεγάλες και μικρές γεωλογικές διεργασίες έλαβαν χώρα για να χτίσουν και να γκρεμίσουν, να ξαναρχίσουν από την αρχή και να διαμορφώνουν πάλι το τοπίο, τα χθόνια θεμέλιά μας. Αλλεπάλληλες και εκτεταμένες γεωλογικές αναστατώσεις και συχνές αλλαγές, που πάντα ξεκινούσαν ως μικρά και ασήμαντα γεγονότα, που με σύμμαχό τους τον απέραντο χρόνο κατέληγαν σε μεγάλης κλίμακας κοσμογονικής έντασης και έκτασης αναστατώσεις, με ορογενέσεις, δημιουργία αλπικών πτυχώσεων, διάβρωση και διαστρωμάτωση πετρωμάτων, βυθίσματα ολόκληρων ορεινών όγκων και δημιουργία κοιλάδων, αναδύσεις άλλων, επικλήσεις και αποσύρσεις της θάλασσας. Όλα αυτά έχουν σημαδέψει το χώρο μας. Κοσμογονική λοιπόν η τρομερή γεωτεκτονική «οργή», όταν εκφράζεται με ανθρώπινους όρους, φυσιολογική διεργασία από πλευράς της φύσης, «οργή» του Εγκέλαδου, του ανήμερου θεϊκού γίγαντα, που σύμφωνα με το μύθο ο ισχυρός πατέρας του Κρόνος φοβούμενος τη δύναμή του, τον έκλεισε στα έγκατα της γης, όπου όποτε αναταράσσεται από τα κοσμογονικά του βάθη δημιουργεί, το τρομακτικό για μας τους κοινούς θνητούς σεισμικό φαινόμενο, τις δονήσεις της στεριάς, της σταθερής γης, όπως έχουμε διαμορφώσει οντολογικά στο υποσυνείδητό μας. Μια διεργασία όμως που δεν παύει να είναι δημιουργική, γιατί σμιλεύει χιλιοστό προς χιλιοστό, εκατοστό προς εκατοστό, μέτρο προς μέτρο το σύνολο του λεπτότατου γήινου φλοιού και διαμορφώνει την επιφάνεια του αντιπαλεύοντας τις άλλες γήινες δυνάμεις του αέρα, του νερού, της βροχής, της επιφανειακής απορροής και των υπόγειων διαδρομών του νερού για να σχηματίσει τον οικοχώρο της ζωής, τη βιόσφαιρα, ακόμη μια γήινη σφαίρα, ανύπαρκτη στους άλλους γνωστούς πλανήτες, με ασαφή όρια, αλλά με ύψιστη σπουδαιότητα.

Στα κύρια στάδια του γεω-ιστορικού χρόνου της νεότερης ιστορίας του πλανήτη μας των 250 εκατομμυρίων χρόνων, η ελληνική γη, το Αιγαίο, η Μικρασία, η νότια Ευρώπη και τα Ιμαλάια διαμορφώθηκαν στα βάθη ενός μεγάλου Ωκεανού, που και στην επιστημονική ορολογία φέρει το όνομα της Τηθύος, της μυθολογικής Κόρης του Ουρανού και της Γαίας, συζύγου του Ωκεανού, που παιδιά της ήταν τα ποτάμια, οι πηγές και όλα τα τρεχούμενα νερά. Τηθύς στις γεωεπιστήμες είναι ο μεγάλος παγκόσμιος ωκεανός που καταστράφηκε πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια, από τα υλικά του οποίου «ξεπήδησαν» οι σημερινές μεγάλες οροσειρές. Αποτέλεσε δηλαδή την ύλη της δημιουργίας «. . στεριές μεγάλες που ένιωσα να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση. . », «και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές κι απ΄ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο» (Ελύτης).

«Κοιτάζοντας τα αναδυόμενα νησιά» (Σεφέρης). Πως δημιουργήθηκαν τα βουνά της Ελλάδας; Η Αιγηίδα ;

Αιγηίδα είναι γεωλογικός – παλαιογεωγραφικός όρος που περιγράφει την ενιαία συμπαγή ξηρά του Αιγαίου, μετά την αλπική ορογένεση και πριν διαμελιστεί στα χιλιάδες νησιά και βραχονησίδες που γνωρίζουμε σήμερα. Αν αφήναμε την πεζή περιγραφή των μεγάλων μεταβολών του φλοιού με την τυποποιημένη επιστημονική γλώσσα και αν δίναμε χώρο στην πιο γλαφυρή περιγραφή του Μανώλη Γλέζου, με ένα απόσπασμα από την «Συνείδηση της Πετραίας Γης», θα είχαμε μια συνοπτική και καταληπτή περιγραφή για «τα κορφοβούνια της στεριάς»:

«Πριν από εκατόν σαράντα εκατομμύρια χρόνια περίπου είχεν αναδυθεί η Αιγηίδα μέσα από τη θάλασσα, την Τηθύ, και βρίσκονταν όπου το σημερινό Αιγαίο. Εξηνταπέντε εκατομμύρια χρόνια κράτησε η γέννηση κι η διαμόρφωση της. Και πριν από πέντε εκατομμύρια χρόνια από σήμερα άρχισεν ο καταποντισμός της, ως και τα δέκα χιλιάδες χρόνια πριν τις μέρες μας. Οι υψηλές εκείνες κορφές της Αιγηίδος με τη χαρακτηριστική γεωμορφολογία τους είναι τα σημερινά νησιά του Αιγαίου – και στο κέντρο του τα Κυκλαδονήσια. Τα κορφοβούνια της Αιγηίδος. Οι κορφές των πανύψηλων βουνών της, που έγιναν νησιά, δεν έπαψαν να είναι βουνοκορφές. Παραμένουν όχι μόνον όπως ήταν αιχμηρές, απότομες και κοφτές, αλλά έχουν υποστεί και τις συνέπειες της φυσικής και ανθρωπογενούς αποσάθρωσης και διάβρωσης. Έχουν, γι’ αυτό το λόγο, απότομες κρημνώδεις ακτές κι οι άκριες τους κάνουν τα νερά κρεμαστά. Όσο πιο μικρό είναι το νησί, τόσο και πιο απότομα σβήνει στη θάλασσα. Ελάχιστα νησάκια είναι χθαμαλά. Όπως τα Κουφονήσια και το Γλαρονήσι τους. Όπως η Ρήνεια. Αντίθετα η Ανάφη, η Γυάρος, η Κέρος, η Χριστιανή, η Νικουριά, η Δονούσα, η Αντίμηλος είναι πανύψηλα σε σχέση με την έκτασή τους. Τα μεγάλα πάλι νησιά είναι όλα με υψηλά βουνά. Κι όσα δεν έχουν τόσο ψηλά βουνά, όπως η Πάρος, η Μύκονος, η Μήλος, η Κέα, η Κύθνος, έχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους ακτογραμμές κάθετες, απότομες ορθοπλαγιές που βουτούν ίσα μες στη θάλασσα», ή «Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή και λοξές δελφινιών ράχες» κατά τον Ελύτη«Παραπετάσματα βουνών, αρχιπέλαγα, γυμνοί γρανίτες» σύμφωνα με το στίχο του Σεφέρη. Η «πορφυρογέννητη» Σαντορίνη, «καθ’ ὁμοιότητα σελήνης μηνοειδοῦς».

H Αιγιήδα προτού βυθιστεί στο Αιγαίο Πέλαγος.

Γλαφυρή γλώσσα χρησιμοποιεί ο ποιητής Απολλόδωρος (2ος αιώνας π.Χ.) για να περιγράψει την πρώτη δημιουργία ηφαιστειακού νησιού στην καλδέρα της Σαντορίνης το 197 π.Χ. «… η γαρ θάλαττα έτεκεν γη…», μια ποιητική γλώσσα που έχασε αργότερα η επιστήμη. Η περιγραφή συμπληρώνεται από τον Στράβωνα με εντυπωσιακές αφηγήσεις για τις φλόγες και τους καπνούς που ξεπηδούσαν μέσα από το θαλασσινό νερό της καλδέρας. Από τότε από τις υποθαλάσσιες ροές λάβας αναδύθηκαν οι Καμένες, πρώτα η παλιά στα ρωμαϊκά χρόνια (46 μ. Χ.) και με μια εκκωφαντική έκρηξη τον 8ο μ. Χ. αιώνα που τρόμαξε και τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τότε που συγκρούονταν δυο θρησκευτικά πολιτικά ρεύματα, εικονομάχοι και εικονολάτρες, και το θεώρησαν θεϊκό σημάδι. Η Νέα Καμένη οικοδομήθηκε σταδιακά από το 1570 στα 1707, 1866, 1925-41, μέχρι το 1950, που ξεμύτησε το τελευταίο και νεότερο κομμάτι γης, η λάβα ή θόλος του Λιάτσικα, όταν « . . .από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται» (Ελύτης). Εδώ βλέπεις ζωντανό το γεωλογικό γίγνεσθαι και νιώθεις το ρίγος της γης (σεισμοί), όταν «συνταράσσεται η γης στο τοκετό της δημιουργίας», αλλά και όταν
πάλι «γαληνεύει (και) ξανάρχονται οι άνθρωποι . . .και δένονται με τις χθόνιες ρίζες» (Μ. Γλέζος).

Μανώλης Γλέζος (1922 – 2020).

Η Άγασα , Φιλεταίρα, Τερασία ή Θηρασία, Στρογγύλη, Καλλίστη, Θήρα η γνωστή μας σήμερα Σαντορίνη «Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου», το νεότερο νησί του Αιγαίου, με τα πολλά ονόματα «Βγήκε από τα σωθικά βροντής, Ανατριχιάζοντας μεσ’ στα μετανιωμένα σύννεφα, πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη . . .όρθωσε ένα στήθος βράχων . . . για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα, με φωτιά με λάβα με καπνούς» (Ελύτης, Ωδή στη Σαντορίνη).

Ολόκληρο το νησί έχει μιαν άλλη ιστορία. Μετά τα Χριστιανά (2 εκατομμύρια χρόνια) γεννήθηκε το Ακρωτήρι, ο Αρχάγγελος, ο Μπάλος και η Κόκκινη Παραλία (600.000 χρόνια πριν), αρχικά από τη λάβα του πυθμένα και μετα με μικρά ηφαιστειάκια που εξακόντιζαν θεαματικά βολίδες σαν πυροτεχνήματα ως «κόρες κορυφαίου θυμού». Ακολούθησαν μεγάλα ηφαίστεια της Περιστερίας, Θήρας, Σημαντήρι, Σκάρος και τέλος του Ρίβα (20.000 χρονια) που πλημμύρισε ολόκληρο το νησί με λάβα, τον ιγκριμβρίτη ή πυρομβρίτη, ως «μελανά βουνά (που) πλέουν στη λάμψη» (Μικρός Προφήτης, Μαύρο βουνό) και «κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν» (Σεφέρης, Κόκκινο Βουνό). Όλα αυτά μισοκατέρρευσαν πριν και κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολύ μεγάλης έκρηξης της Ύστερης εποχής του Χαλκού, γνωστής και ως Μινωικής (1613 π.Χ.), που εξαφάνισε από το νησί έναν από τους καλύτερους πολιτισμούς του Αιγαίου και της ανθρωπότητας. Εδώ βλέπεις την « αρχέγονη ύλη ατόφια κι αληθινή μπροστά σου» «πάνω (της) αγκυροβόλησε η έμβια ζωή τα πιο πρόσφατα γεννήματα» ( Μ. Γλέζος). Κατά τον Léonce Élie de Beaumont, η Σαντορίνη είναι η «… σημαντικότερη και διδακτικότερη νήσος, εξ όσων υπάρχουν επί της γης…» και όχι μόνο για τις περιπέτειές της με αντίπαλο τις υποχθόνιες δυνάμεις της Φύσης.

Δορυφορική λήψη της Σαντορίνης.

«Εκεί πού βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά

Εκεί πού μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης» (Ελύτης),

εκεί που « . . .βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη» (Γ. Σεφέρης)

 

Η Παναγιά του Καλού και η έκρηξη του ηφαιστείου Κολούμπο

Ο Κολούμπος ή το Κολούμπο είναι υποθαλάσσιο ενεργό ηφαίστειο σε απόσταση 6,5 χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Σαντορίνης το οποίο ανήκει στο Ηφαιστειακό τόξο του Νοτίου Αιγαίου.

Στη χώρα μας βρίσκουμε την Παναγιά με μύρια ονόματα αλλά στη Σαντορίνη τη μοναδική «Παναγιά του Καλού». Ποιο κακό θέλησαν οι ευσεβείς κάτοικοι του νήσου να εξορκίσουν τον 17ο αιώνα; Μα εκείνο το ανέλπιστο της έκρηξης ενός βωβού κρυμμένου κάτω από τη θάλασσα ηφαιστείου του 1650 που σκόρπισέ λάβα ως ελαφρόπετρα, κύματα τσουνάμι και δηλητηριώδη αέρα που αφάνισαν δεκάδες ανθρώπους και χιλιάδες αιγοπρόβατα.

Εκτός από τα βουνά που γνωρίζουμε, στις ηπείρους υπάρχουν και τα υποθαλάσσια, τα «αόρατα» σε μας ή καλύτερα τα «άγνωστα» βουνά, η υφαλοκρηπίδα και η υποθαλάσσια κατωφέρεια. Οι χαράδρες και οι θάλασσες της Ελλάδας αποτελούν εντυπωσιακά παραδείγματα υποθαλάσσιας γεωμορφολογικής ποικιλομορφίας. Οι απότομες ορθοπλαγιές γύρω από τη Σαντορίνη, η βαθιά Τάφρος της Αμοργού – Ανύδρου, η βαθιά κρητική θάλασσα με τις μεγάλες πεδιάδες της που σφύζουν από ζωή, η σεισμική τάφρος του Βορείου Αιγαίου και οι χαώδεις χαράδρες του ελληνικού τόξου, νότια της Κρήτης, Ρόδου και Πελοποννήσου.

Αιγαίο και πολιτισμοί

Η χώρα μας δεν είναι ένα μόνο τοπίο, αλλά πολλά αναρίθμητα. Δεν είναι μόνο πολλά βουνά και κοιλάδες, ούτε μια θάλασσα. Δεν είναι ένας μόνο πολιτισμός, αλλά πολλοί αλυσιδωτά συνδεδεμένοι. Για χιλιάδες χρόνια συνέκλιναν σ΄ αυτό τον τόπο, διαταράσσοντας και πλουτίζοντας την ιστορία του. «Τόσο ήταν αλήθεια που πιστά με ακολούθησε το χώμα . . .» (Ελύτης).

Το Αιγαίο είναι σχεδόν μια μυθική θάλασσα, ρέει μεταξύ νησιών, χερσονήσων, κόλπων και κολπίσκων, συνδέει “μυθικές πόλεις”, όπως Κνωσός, Ακρωτήρι, Πολιόχνη Λήμνου, Μυκήνες και Τροία, αλλά και ιστορικές όπως Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ερμούπολη, Ηράκλειο, Θεσσαλονίκη. Ήταν και είναι μια γέφυρα περιπέτειας, ανάγκης, πολιτιστικής επικοινωνίας και πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων. Ήταν και είναι μια ενότητα. Το Αιγαίο δεν μπορεί να χωριστεί και όταν συμβαίνει αυτό είναι πρόσκαιρο και εύθραυστο.

«Και πάνω τους (στα βουνά) η μνήμη καίει, άκαυστη βάτος,

Μνήμη του λαού μου . . . .Εσύ μονή από την κόψη της πέτρας μιλάς,

Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις» Για νάρθει πασχαλιά αναστάσιμη, «με τα γυμνά χιονόδοξα βουνά,

στην Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.. .» (Ελύτης)

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει

μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι»

«τα χωρίς εκμαγείο βουνά που βγάζουν

Απαράλλαχτες όψεις του αιώνιου».

«ο Ήλιος (δηλ. η ελευθερία) σκορπίζει τα νέφη (την σκλαβιά )»

«Εντολή σου αυτός ο κόσμος και πολέμησε γι’ αυτόν (αγωνίσου).

«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» κατά τον ποιητή μας
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

 

Η Δημιουργία του Αιγαίου. Από την Ποίηση στις Γεωεπιστήμες

 

 

Ο Σπύρος Παυλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεοτεκτονικής και Παλαιοσεισμολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Γεωλογίας και Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Σήμερα είναι Πρόεδρος του ΔΣ του Αριστοτελείου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βιβλιογραφικά το κείμενο βασίζεται στο ποίημα του Οδ. Ελύτη Άξιον Εστί (Εκδ. Ίκαρος, 16η έκδοση), Οδυσσέας Ελύτης-Σύγχρονοι Ποιητές, 2η έκδοση, Άκμων, 1979 και κυρίως στο πόνημα του Τάσου Λιγνάδη Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, Β΄ Έκδοση του 1980, καθώς και σε απόσπασμα από την Συνείδηση της Πετραίας Γης του Μανώλη Γλέζου (Τυπωθήτω- Δάρδανος 1997), την ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική βιο-γεωλογική διαδρομή στον πλανήτη Γη του Σπ. Πaυλίδη (Leader Books 2007). Μ .Α. Δανέζη, Σαντορίνη, Αθήνα 1971, καθώς και τον Πανηγυρικό του επίσημου εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου 1821, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που εκφωνήθηκε από τον Κοσμήτορα της Σ.Θ.Ε. Καθηγητή Γεωλογίας Σπύρο Β. Παυλίδη. Θεσσαλονίκη 25 Μαρτίου 2014 (Περιοδικό Πάπυροι). Επίσης έκθεση «Καθ’ ὁμοιότητα σελήνης μηνοειδοῦς», Ένα ταξίδι με χάρτες της Σαντορίνης από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Mπελλώνειο Πολιτιστικό Κέντρο, Φηρά, 29 Σεπτεμβρίου-31 Οκτωβρίου 2018.

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης: Η μάχη του Βερολίνου (16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης

 

Η μάχη του Βερολίνου

(16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 

Εισαγωγή

Η μάχη του Βερολίνου υπήρξε η τελευταία μεγάλη μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Με την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, έληξε ουσιαστικά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αφού λίγες μέρες αργότερα η Γερμανία υπέγραψε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η μάχη του Βερολίνου τερματίστηκε ουσιαστικά με το θάνατο του Χίτλερ.

Η μάχη του Βερολίνου δεν περιορίζεται μόνο στις συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη  μέχρι την ολοσχερή κατάληψη, αλλά περιλαμβάνει και μία σειρά μαχών, που έλαβαν χώρα από τον ποταμό Όντερ μέχρι το Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα του Όντερ στα υψώματα του Ζέελοβ, όπου δόθηκε πολύνεκρη μάχη, είχε οργανωθεί η πρώτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Οι τεράστιες απώλειες των αντιπάλων στη μάχη του Βερολίνου και η σκληρότητα των συγκρούσεων μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τη θέληση πολλών Γερμανών να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα του Ράιχ μέχρι το τέλος. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Χίτλερ να τον πείσουν να συνθηκολογήσει ή να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος, πιστεύοντας ή, έστω, διατρανώνοντας την πίστη του στην τελική επικράτηση των Γερμανών. Οι περισσότεροι στρατηγοί της Βέρμαχτ, μολονότι είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την έκβαση του πολέμου, τον ακολούθησαν στην πορεία της αυτοκαταστροφής.

Η κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό ήταν προϊόν συνεννόησης με τους δυτικούς Συμμάχους στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας και δεν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών δυνάμεων για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

 

Η κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης από τα μέσα 1944 μέχρι τις αρχές 1945

Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του Ανατολικού  Μετώπου το 1944 ήταν το τεράστιο μήκος του (2.400 περίπου χιλιόμετρα από τη Βαλτική Θάλασσα έως τα Καρπάθια Όρη) και η συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων των Σοβιετικών. Υπολογίζεται ότι οι τελευταίοι διέθεταν έντεκα φορές περισσότερο πεζικό από του Γερμανούς, επτά φορές περισσότερα άρματα μάχης, είκοσι φορές περισσότερα πυροβόλα και αεροσκάφη. Η διαφορά αυτή ήταν μικρότερη στα βόρεια απ’ ότι στα νότια του μετώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν τεράστια [1]. Πέραν αυτών των δεδομένων η Βέρμαχτ μειονεκτούσε και στο ζήτημα της διοίκησης και του συντονισμού, αφού υπήρχε χάσμα μεταξύ της ανώτατης διοίκησης (Oberkommando der Wehrmacht – OKW) και της ανώτατης διοίκησης του στρατού ξηράς (Oberkommando des Herres – OKH), με την πρώτη να είναι αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλα  τα θέατρα επιχειρήσεων, ενώ η δεύτερη μόνο για το ανατολικό, το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που διατηρούσε την αρχιστρατηγία, λάμβανε αποφάσεις και για τακτικά ζητήματα. Επιπλέον, στο Ανατολικό Μέτωπο δεν είχε οριστεί ένας αρχιστράτηγος, όπως ο στρατάρχης Γκερντ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt) στη δύση και ο στρατάρχης Αλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring) στην Ιταλία. Τα προβλήματα αυτά επισημάνθηκαν από τον στρατηγό Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian) [2], αρχηγό του επιτελείου, αλλά συνάντησαν την άρνηση του Χίτλερ. Το ίδιο απορριπτικός ήταν ο Γερμανός καγκελάριος και στο αίτημα του Γκουντέριαν για ενίσχυση του Ανατολικού  Μετώπου, αφού δεν απέρριπτε ως ανακριβή και υπερβολικά τα στοιχεία για τις Σοβιετικές δυνάμεις που του παρέθετε ο Γκουντέριαν, τα οποία είχε επεξεργαστεί λεπτομερώς ο συνταγματάρχης Ράινχαρτ Γκέλεν [3].

To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.   
To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.

Η σοβιετική επίθεση στο κέντρο του ανατολικού μετώπου, που στόχευε στην ανακατάληψη  όλων των εδαφών που κατείχαν οι Γερμανοί από την αρχή του πολέμου, έλαβε την κωδική ονομασία επιχείρηση “Bagration“ και ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1944, λίγες ημέρες έπειτα από την απόβαση των  Συμμάχων στη Νορμανδία. Η επιχείρηση“Bagration“ έληξε επιτυχώς για τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού μέχρι τη Βαρσοβία και είχε ως συνέπεια μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς (670.000 άνδρες) καθώς και την στέρηση πολύτιμων συμμάχων (Φινλανδία, Ρουμανία και Βουλγαρία). Κυρίως όμως, η επιχείρηση ήταν σημαντική γιατί άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στην καρδιά του τρίτου Ράιχ, στο Βερολίνο, η κατάληψη του οποίου θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων [4]. Στο Δυτικό μέτωπο, τόσο η γερμανική επίθεση στις Αρδένες την 16 Δεκεμβρίου 1944 [5] όσο  και μία μικρότερη επίθεση στην περιοχή της Αλσατίας (Επιχείρηση Βόρειος Άνεμος  «Nordwind»), παρά τις πρώτες μικρές επιτυχίες που οφείλονται στον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν στους Συμμάχους, απέτυχαν με ισχυρές απώλειες για τους Γερμανούς [6]. Στις 13 Ιανουαρίου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στις Αρδένες στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους.

Ορισμένες μεραρχίες τεθωρακισμένων της 6ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς (6. Panzerarmee), οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στην Ουγγαρία, προκειμένου να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό, τον οποίο είχαν σχηματίσει οι σοβιετικές δυνάμεις στη Βουδαπέστη, τον Δεκέμβριο του 1944 (επιχειρήσεις «Konrad I-III»). Και οι τρεις προσπάθειες των γερμανικών δυνάμεων απέτυχαν εξαιτίας της σφοδρής αντίστασης που συνάντησαν από τις δυνάμεις του 3ου Ουκρανικού μετώπου υπό τον Στρατάρχη Φιόντορ Τολμπούχιν (Fjodor Tolbuchin). Κατόπιν τούτων, η Βουδαπέστη έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του Κόκκινου Στρατού στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Μια ημέρα πριν από την οριστική υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων  στις Αρδένες, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 12 Ιανουαρίου 1945 στον ποταμό Βιστούλα (Weichsel). Η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό την ηγεσία του αρχηγού των SS, Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη σοβιετική επίθεση, με αποτέλεσμα ο Κόκκινος Στρατός να φτάσει σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες (2 Φεβρουαρίου) στον ποταμό Όντερ, μόλις 70 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου [7].

Ωστόσο, παρά τη γρήγορη προέλαση, ο Στάλιν διέταξε τις δυνάμεις του να σταματήσουν στον ποταμό Όντερ. Την απόφαση αυτή υπαγόρευσαν οι δυσκολίες ανεφοδιασμού του αλλά και ο φόβος ότι ξαφνικές αντεπιθέσεις του γερμανικού στρατού θα μπορούσαν να του προξενήσουν μεγάλες απώλειες, όπως στις αρχές Αυγούστου 1944 στη Βαρσοβία. Βορειότερα, η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά (16η και 18η Στρατιά), με δύναμη 250.000 ανδρών, ήταν από τον Σεπτέμβριο αποκλεισμένη στις ακτές τις Βαλτικής.

Παρά τις ήττες που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέχρι τα τέλη του 1944, παρέμενε μία αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη. Υπολογίζεται ότι στις γραμμές της υπηρετούσαν 7,5 εκατομμύρια άνδρες, με 40 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες, ισχυρή αεροπορία και επαρκή εξοπλισμό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι σκληρές μάχες που έδωσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου και ο μικρός, αναλογικά, αριθμός αιχμαλώτων και λιποτακτών [8].

 

Οι προετοιμασίες και τα σχέδια των Σοβιετικών για την επίθεση στο Βερολίνο

Τέλη Μαρτίου 1945 αφίχθησαν στη Μόσχα οι Στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ (Zhukov) διοικητής του 1ουΛευκορωσικού Μετώπου και Ιβάν Κόνιεφ (Konev) διοικητής του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, προκειμένου να λάβουν από τον αρχηγό του Επιτελείου χερσαίων Δυνάμεων Αντόνοφ (Alexej Antonov) την έγκριση των σχεδίων κατάληψης του Βερολίνου. Ο Στάλιν διέταξε να ξεκινήσουν την επίθεση το αργότερο την 16η Απριλίου και να καταλάβουν το Βερολίνο ει δυνατόν στις 22 Απριλίου, επέτειο γενεθλίων του Λένιν. Συνδρομή θα παρείχε και το 2οΛευκορωσικό Μέτωπο υπό τον Στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκι (Konstantin Rokossowski). Ο Στάλιν υπέθαλπε και εκμεταλλευόταν τον ανταγωνισμό των δύο ικανότερων Στραταρχών του για το ποιος από αυτούς θα καταλάβει το Βερολίνο.

Η μάχη του Βερολίνου
Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου οι Σοβιετικές Δυνάμεις συνέχιζαν τις επιχειρήσεις τους για την κατάληψη των τελευταίων περιοχών ανατολικά του Όντερ, που παρέμεναν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου καταλήφθηκε η Πομερανία, γεγονός που ήταν απαραίτητο για να καλυφθεί η βόρεια πλευρά του μετώπου του Βερολίνου, ενώ και στην ανατολική Πρωσία (Χάιλσμπεργκ, Κένιγκσμπεργκ) οι γερμανικές δυνάμεις έχαναν συνεχώς εδάφη με μεγάλες απώλειες. Ανατολικά του Όντερ η 9η Στρατιά του Στρατηγού Τέοντορ Μπούσε (Theodor Busse) προέβαλε ισχυρή αντίσταση στην πολύ καλά οχυρωμένη πόλη Κυστρίν (Küstrin – Kostrzyn), η οποία έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών στις 30 Μαρτίου, γεγονός που περιόρισε του Γερμανούς στη δυτική όχθη  του Όντερ [9]. Η επιχείρηση κατάληψης του Βερολίνου συγκέντρωσε τον τεράστιο αριθμό των 2,5 περίπου εκατομμυρίων ανδρών (190 μεραρχίες), που αποτελούσαν τα τρία Μέτωπα. Τον Κόκκινο Στρατό ενίσχυαν και πολωνικές δυνάμεις. Η λογιστική υποστήριξη (ανεφοδιασμός) του τεράστιου αυτού στρατού αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτό επισκευάστηκαν αμέσως οι κατεστραμμένες σιδηροδρομικές γραμμές των απελευθερωμένων περιοχών. Για τη μεταφορά των εφοδίων χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100.000 φορτηγά, πολλά από τα οποία παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ. Για την όλη επιχείρηση, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 7.250 άρματα μάχης, 40.000 πυροβόλα και όλμους, 7.500 αεροπλάνα και 16 μεγάλες πλωτές γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού Όντερ. Τα διατιθέμενα πυρομαχικά για το πυροβολικό ανέρχονταν σε 98. 000 τόνους μόνο για την πρώτη ημέρα, τα οποία μεταφέρθηκαν με 2.450 βαγόνια τρένων. Ο σχεδιασμός των σοβιετικών επιτελών προέβλεπε η κύρια επιθετική δράση να διεξαχθεί από το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 9 στρατιές. Ο τομέας ευθύνης του εν λόγω μετώπου είχε το πλεονέκτημα ότι υπήρχαν ήδη δύο προγεφυρώματα στη δυτική όχθη του Όντερ, σε ένα εκ των οποίων (Reitweiner Sporn) είχε τοποθετήσει και ο Ζούκοφ το προκεχωρημένο στρατηγείο του. Δευτερεύοντα ρόλο θα είχε το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 7 στρατιές. Το ηθικό των σοβιετικών στρατιωτών ήταν υψηλό, διότι παρά τις απώλειες, γνώριζαν ότι η μάχη για το Βερολίνο θα ήταν η τελευταία και θα σήμαινε για πολλούς από αυτούς το πέρας του πολέμου. Στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού υπήρχε έντονο και το πνεύμα εκδίκησης για τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1941-1944 [10].

Στις αρχές Απριλίου 1945, το δυτικό μέτωπο των Γερμανών άρχισε να καταρρέει. Μεγάλες περιοχές είχαν καταληφθεί από τους Συμμάχους, ενώ η σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ είχε περικυκλωθεί. Μέχρι τα μέσα Απριλίου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν φθάσει μέχρι την κεντρική Γερμανία, στην περιοχή της Θουριγγίας. Τότε, ο στρατηγός Αϊζενχάουερ διέταξε τις δυνάμεις του να μη συνεχίσουν την προέλαση του προς το Βερολίνο, αλλά να κρατήσουν σταθερό το μέτωπο του Έλβα και να στραφούν νοτιο-ανατολικά προς την κοιλάδα του Δούναβη, προκειμένου να ενωθούν με του Σοβιετικούς, που βρίσκονταν ήδη στη Βιέννη. Η απόφαση αυτή, με την οποία διαφώνησε ο στρατηγός Μοντγκόμερι, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί ακόμα σημαντικές διαμάχες [11]. Το ερώτημα που προκαλεί η απόφαση του Αϊζενχάουερ είναι εάν υπαγορεύτηκε από αμιγώς στρατιωτικά κριτήρια, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, δηλαδή να σταθεροποιηθεί το μέτωπο του Έλβα, να εκκαθαριστούν τα μετόπισθεν, να εμποδιστούν οι Γερμανοί να δημιουργήσουν νέο μέτωπο στις Άλπεις, ενδεχομένως και να αναλάβει ο Κόκκινος Στρατός την κατάληψη του Βερολίνου, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες, ή από πολιτικά, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι Σοβιετικοί ή ακόμα και για να τηρηθεί σχετική συμφωνία.

 

Οι προετοιμασίες και το σχέδιο άμυνας των Γερμανών

Οι συνεχείς ήττες των γερμανικών δυνάμεων το 1944 και το 1945 αποδυνάμωσαν τη Βέρμαχτ. Η στρατολόγηση περιλάμβανε πλέον έφηβους αλλά και ηλικιωμένους. Εξίσου δυσχερής ήταν η κατάσταση και στον τομέα των όπλων, των πυρομαχικών και των καυσίμων, όπου οι ελλείψεις καθιστούσαν πολλές φορές αδύνατη τη διεκπεραίωση των επιχειρήσεων. Πέραν αυτών όμως, οι γερμανικές δυνάμεις έπασχαν από αδυναμία συντονισμού: Ήδη από τα τέλη Μαρτίου, ο Χίτλερ είχε αποσυρθεί στο καταφύγιο του κάτω από την καγκελαρία του Βερολίνου, όπου πραγματοποιούνταν οι συσκέψεις με τους επιτελείς του. Ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός του OKW, [12] και ο στρατηγός Άλμπρεχτ Γιοντλ (Albrecht Jodl), αρχηγός του OKH, [13] είχαν μέρος των στρατηγείων τους στο Ντάλεμ, μέσα στο Βερολίνο. Ο κύριος  όγκος των στρατηγείων τους, όμως, βρισκόταν στο Τσόσεν, στα νότια περίχωρα, ενώ υπήρχαν κλάδοι του ΓΕΣ, οι οποίοι έδρευαν στη Βαυαρία [14]. Οι προετοιμασίες των Γερμανών για την αναχαίτιση του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες πριν από την εκδήλωση της επίθεσης. Ο Χίτλερ, σε αντίθεση με την ηγεσία του στρατού, πίστευε ότι η επίθεση των Σοβιετικών θα εκδηλωνόταν από το νότο και πως η επίθεση στον τομέα του ποταμού  Όντερ θα λειτουργούσε περισσότερο ως αντιπερισπασμός[15]. Το βάρος της άμυνας στον συγκεκριμένο τομέα θα σήκωνε ό,τι είχε απομείνει από την Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό τη διοίκηση, πλέον, του στρατηγού Χάινριτσι (Heinrici), ειδήμονα σε διενέργεια αμυντικού πολέμου, από κοινού με ένα τμήμα της ομάδας Στρατιών Κέντρου, του Σέρνερ.    

Οι γερμανικές δυνάμεις  ανερχόταν πλέον σε ένα εκατομμύριο άνδρες, 1500 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, 10.400 πυροβόλα και 3.300 μαχητικά αεροσκάφη, αν και η έλλειψη καυσίμων περιόριζε σημαντικά τη χρήση τους [16]. Το κύριο βάρος της άμυνας ανήκε στην 9η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Μπούσε, η οποία, μαζί με την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον φον Μαντόιφελ (Hasso Eccard von Manteuffel), αποτελούσαν Ομάδα Στρατιών Βιστούλα. Η κύρια γραμμή άμυνας στήθηκε δυτικά του Όντερ στα υψώματα Ζέελοβ (Seelower Höhen), όπου κατασκευάστηκαν σημαντικά οχυρωματικά έργα. Τα υψώματα του Ζέελοβ ήταν μία σειρά από απότομους λόφους ύψους μέχρι 90 μέτρων, που αποτελούσαν, ουσιαστικά, το τελευταίο φυσικό οχυρό πριν από το Βερολίνο. Πίσω από τα υψώματα υπήρχε μία μεγάλη ζώνη πλάτους 20 χιλιομέτρων, όπου στάθμευαν τεθωρακισμένα, μηχανοκίνητα και πυροβολικό για την εξαπόλυση αντεπιθέσεων.  

Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.
Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.

Ο Χίτλερ ανακήρυξε τον Φεβρουάριο το Βερολίνο σε φρούριο, που σήμαινε ότι οι άντρες του θα έπρεπε να το υπερασπιστούν μέχρι τέλους . Τα οχυρωματικά έργα είχαν το σχήμα τριών ομόκεντρων δακτυλίων με πολλά παρακλάδια [17]. Η άμυνα της πόλης του ανατέθηκε στον στρατηγό Ρέυμαν (Reymann). Ο Χίτλερ έδωσε οδηγίες για την προετοιμασία της άμυνας, αλλά δεν διέθεσε δυνάμεις για το σκοπό αυτό, ούτε οργανωμένο σχέδιο. Υπήρχε ακόμα η ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν δυνατό να ηττηθεί στον Όντερ. Πέραν αυτού σημαντικό πρόβλημα για γερμανική στρατιωτική διοίκηση ήταν η αδυναμία συντονισμού των πολλών κέντρων εξουσίας, που με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην άμυνα του Βερολίνου. Ο Χάινριτσι. έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Φύρερ, τον Γκέμπελς, τον διοικητή μέρους του στρατού (Ersatzheer) Χίμλερ, το επιτελείο της ομάδας στρατιών του Βίστουλα, τα SS, τη χιτλερική νεολαία (Hitlerjugend), τη Λουφτβάφε αλλά και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ήλεγχε τις μονάδες της λαϊκής πολιτοφυλακής (Volkssturm). Στις αρχές Απριλίου, υπολογίζεται πως στο Βερολίνο διέμεναν 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 120.000 βρέφη, για τους οποίους δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα [18]. Σχέδιο μεταφοράς του πληθυσμού έξω από την πόλη πρακτικά δεν υπήρχε, γεγονός που οδηγεί στην υπόνοια ότι η πρόθεση της ηγεσίας των ναζί ήταν να μείνουν οι άμαχοι στην πόλη προκειμένου να πολεμήσουν με μεγαλύτερο φανατισμό οι στρατιώτες [19].

 Το ηθικό το γερμανικού πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος για την ανύψωσή του [20]. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί, οι πρόσφυγες από την ανατολή, είχαν κατατροπώσει το ηθικό των Γερμανών. Λίγοι άνθρωποι έτρεφαν αυταπάτες για νίκη στον πόλεμο. Οι αξιωματούχοι, αλλά και πολίτες, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους τον αγώνα. Την αποφασιστικότητα αυτή δεν υπαγόρευαν μόνο η ιδεολογία και η πίστη στον Χίτλερ, αλλά και ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά των Σοβιετικών [21]. Στον τομέα αυτό η γερμανική προπαγάνδα, μετά από αρχικούς δισταγμούς μήπως προκληθεί πανικός, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα  [22].

Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.
Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.

 

Οι φάσεις της μάχης του Βερολίνου

Η πρώτη φάση (16-22 Απριλίου)

Η επίθεση των σοβιετικών δυνάμεων εκδηλώθηκε με σφοδρό κανονιοβολισμό τα ξημερώματα της 16ης Απριλίου. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο (υπό τον Ζούκοφ) εξαπέλυσε την επίθεση με 8983 πυροβόλα, όλμους και εκτοξευτές ρουκετών. Υπολογίζεται ότι στον ισχυρότερο βομβαρδισμό ολόκληρου του πολέμου εκτοξεύτηκαν 1,236 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού [23]. Ο Ζούκοφ διέταξε να φωτιστούν οι θέσεις των Γερμανών με 143 προβολείς, προκειμένου να μπορούν να προσβληθούν ευκολότερα. Ωστόσο, η χρήση των προβολέων όχι μόνο δεν είχε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον το αντίθετο, αφού επέτρεπε στου Γερμανούς, που ήταν καλυμμένοι, να βλέπουν το σοβιετικό πεζικό την ώρα που αυτό προέλαυνε. Ούτε και η επίθεση του  πυροβολικού στέφτηκε με επιτυχία, διότι επικεντρώθηκε στην πρώτη γραμμή άμυνας των αντιπάλων, η οποία ήταν η ασθενέστερη, αφού πάγια τακτική των Γερμανών ήταν η διασπορά των δυνάμεων και η ενίσχυση των μετόπισθεν [24].

1200px-Battle_of_Berlin_1945-a
Η πρώτη φάση της μάχης του Βερολίνου.  

 Η επίθεση του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ ξεκίνησε από το προγεφύρωμα του Κυστρίν με έφοδο της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Βασίλι Τσουϊκόφ (Vasily Ivanovich Chuikov) από αριστερά και της 5ης Στρατιάς του Νικολάι Μπερσάριν (Nikolai Erastowitsch Bersarin) από δεξιά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ζούκοφ, μετά την κυκλωτική κίνηση των δύο αυτών στρατιών θα προέλαυνε δίπλα τους η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ (Mikhail Efimovich Katukov). Λόγω όμως της μη επαρκούς προόδου της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Τσουϊκόφ, ο Ζούκοφ διέταξε τα τεθωρακισμένα της 1ης Τεθωρακισμένης Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ να προελάσει πριν το πεζικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό χάος, εξαιτίας του τεράστιου αριθμού τεθωρακισμένων[25]. Η απόφαση του Ζούκοφ υπαγορεύτηκε και από τον φόβο μήπως ο Στάλιν αναθέσει την πρωτοκαθεδρία για την επίθεση σε βάρος του Βερολίνου στο 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ. Μέχρι το βράδυ της 16ης Απριλίου η κατάσταση βελτιώθηκε μεν για τους Σοβιετικούς, πλην όμως ακόμα δεν είχαν φτάσει στα υψώματα Ζέελοβ, που ήταν ο στόχος της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων, γεγονός που απογοήτευσε τον Στάλιν [26].

 Η επίθεση του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ στο νότο είχε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού οι δυνάμεις του δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να διασχίσουν τον ποταμό Νάισσε (Νίσα), παρά την ανυπαρξία σοβιετικών προγεφυρωμάτων στη δυτική όχθη του. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του Κόνιεφ διέσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αφήνοντας την εκκαθάριση στο πεζικό. Η ταχεία προώθηση των δυνάμεων του τον οδήγησε στον σχεδιασμό της κατάληψης του Βερολίνου από την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Πάβελ Ριμπάλκο (Pavel Semjonovich Rybalko) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ντιμίτρι Λελιουσένκο (Dmitry Danilovich Lelyushenko). Η ταχεία πρόοδος του Κόνιεφ σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ώθησε τον Στάλιν σε αλλαγή των σχεδίων: Διέταξε τον Κόνιεφ να προωθήσει την 3η και 4η Στρατιές Τεθωρακισμένων προς το Τσέλεντορφ (Zehlendorf). Η κίνηση αυτή οδήγησε τον Ζούκοφ στη λήψη ακόμα πιο βεβιασμένων αποφάσεων, προκειμένου να προλάβει εκείνος να κόψει πρώτος το νήμα στον αγώνα με έπαθλο την πρωτεύουσα [27]. Οι μάχες στα υψώματα Ζέελοβ ήταν σφοδρότατες και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και στις δύο πλευρές. Από την πλευρά των Γερμανών το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι στην 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ σήκωνε η 9η μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία όμως αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό όχι από αλεξιπτωτιστές, αλλά προσωπικό εδάφους της αεροπορίας, η μεραρχία Kurmark με άρματα Panther, η οποία πραγματοποιούσε αντεπιθέσεις, και από μέλη της τη χιτλερικής νεολαίας (Hitlerjugend), που ήταν οπλισμένα με Panzerfaust. Τότε έλαβαν χώρα και σποραδικές επιθέσεις αυτοκτονίας Γερμανών αεροπόρων, όπως οι Kamikaze, που αποτελούσαν τη διοίκηση “Λεωνίδας», με σκοπό την καταστροφή των γεφυρών του Όντερ. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και τερματίστηκαν όταν η 4ηΤεθωρακισμένη Στρατιά κατέλαβε το αεροδρόμιο του στο Jüterborg[28]Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ (3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ριμπάλκο) ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να πλησιάσουν από τη νότια πλευρά το Βερολίνο. Διέσχισαν εύκολα τον ποταμό Σπρέε προτού προλάβουν οι Γερμανοί να οχυρωθούν και πλησίασαν προς την πόλη Τσόσεν (Zossen), όπου είχε την έδρα της η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού. Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ δεν έγινε αντιληπτή από την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στα υψώματα Ζέελοβ, όπου ο Χάινριτσι έριξε στη μάχη και την τελευταία του εφεδρεία, το 3ο Σώμα Τεθωρακισμένων των SS. Η τελευταία περιλάμβανε την 11η μεραρχία των SS, που αποτελούνταν από Σκανδιναβούς εθελοντές [29].

Seelow Heights Memorial
Το μνημείο στα υψώματα Ζέελοβ.

 Στις 18 Απριλίου ο Ζούκοφ, έχοντας πληροφορηθεί τις κινήσεις του Κόνιεφ, ενέτεινε τις επιθέσεις του, με αποτέλεσμα το απόγευμα εκείνης της ημέρας να διασπαστεί η άμυνα των Γερμανών στα υψώματα Ζέελοβ. Η 9η γερμανική στρατιά του στρατηγού Μπούσε έπαψε μετά από λίγο να υφίσταται. Το τίμημα βέβαια για τους Σοβιετικούς ήταν πολύ υψηλό, αφού το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο μετρούσε απώλειες άνω των 30.000 ανδτών έναντι 12.000 Γερμανών, που έχασαν τη ζωή τους. Την ίδια ημέρα, ο Κόνιεφ έπρεπε να αντιμετωπίσει την επίθεση των δυνάμεων του στρατάρχη Σέρνερ (Schörner), στη νότια πτέρυγα των δυνάμεων του, η οποία αποκρούστηκε άμεσα. Στην πόλη του Βερολίνου οι οπαδοί του ναζιστικού καθεστώτος συνέχιζαν το εγκληματικό τους έργο: Την 18η Απριλίου εκτελέστηκαν τριάντα κρατούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, ενώ άντρες των SS εκτελούσαν πολλές φορές άμεσα και δημόσια χωρίς δίκη όποιον θεωρούσαν λιποτάκτη [30]. Για την τιμωρία και αποτροπή των λιποταξιών οι Γερμανοί είχαν συστήσει έκτακτα στρατοδικεία για τα πεδία των μαχών αλλά και «μηχανοκίνητα στρατοδικεία», τα οποία κινούνταν συνεχώς στα μετόπισθεν και στις πόλεις προκειμένου να εντοπίσουν λιποτάκτες [31]. Την 19η Απριλίου η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ, ενισχυμένη από την 8η Στρατιά  του στρατηγού Τσουικόφ, αφού διέσπασε στα δύο την 9η γερμανική Στρατιά που ήδη υποχωρούσε, έφτασε στα προάστια του Βερολίνου. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Ζούκοφ ξεκίνησαν με την περικύκλωση της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Στάλιν. Η ενέργεια αυτή δεν στόχευε μόνο στην κατάληψη του Βερολίνου, αλλά και στην αποτροπή της προσέγγισης του τελευταίου από εκ μέρους των  Αμερικανών. [32]Η 20η Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, ξεκίνησε με σφοδρό αεροπορικό  βομβαρδισμό της πόλης από του Συμμάχους. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά του μετώπου του Ζούκοφ άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό της τα βόρεια προάστια. Παράλληλα ο Ζούκοφ διέταξε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ να εισβάλει οπωσδήποτε μέσα στην πόλη. Από την άλλη πλευρά, η προέλαση της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων προς το νότιο Βερολίνο ανακόπηκε, καθώς συνάντησε τμήματα της υπό υποχώρηση 9ης Στρατιάς του Μπούσε [33].

3
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, την ημέρα των γενεθλίων του.

Την 21η Απριλίου το σοβιετικό πυροβολικό πλησίασε πλέον αρκετά ώστε να ξεκινήσει  ο βομβαρδισμός του διοικητικού κέντρου, γεγονός που αιφνιδίασε τον Χίτλερ [34]. Την ίδια μέρα η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού εγκατέλειψε το στρατηγείο του Τσόσεν. Η μάχη του Βερολίνου είχε εισέλθει πλέον στο τελικό της στάδιο. Η πόλη ήταν χωρίσμένη σε 8 τομείς άμυνας. Από τις δυνάμεις που μάχονταν έξω από το Βερολίνο, μόνο το 56ο Σώμα Τεθωρακισμένων του Weidling ενίσχυσε την άμυνα της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις των Γερμανών να ανέλθουν σε 80.000 άνδρες. Στο κέντρο της πόλης ο Χίτλερ διόρισε τον ταξίαρχο των SS Βίλχελμ Μόλκε (Wilhelm Molke) διοικητή της άμυνας του «προπυργίου», δηλαδή της συνοικίας των κυβερνητικών κτιρίων [35]. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικτάτορας, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα εξέδιδε, ανεφάρμοστες διαταγές. Την 22η Απριλίου 3ηΤεθωρακισμένη Στρατιά (Gardepanzerarmee) υπό τον Ριμπάλκο έφτασε στα νότια προάστια του Βερολίνου.

Η δεύτερη φάση (23 Απριλίου –  2 Μαΐου)

Την 23η Απριλίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλει στο Βερολίνο από ανατολικά και νότια. Την ίδια μέρα, ο Στρατάρχης Κάιτελ διέταξε τον διοικητή της 12ης Στρατιάς Βενκ (Wenck), που βρισκόταν στον Έλβα απέναντι από αμερικανικές δυνάμεις, να κινηθεί προς την πρωτεύουσα «για να απελευθερώσει» τον Χίτλερ. Όμως ο Βενκ σκόπευε να κινηθεί ανατολικά για να προσφέρει διέξοδο στην πιεζόμενη 9η στρατιά του Busse («Kessel von Halbe») [36]. Γενικά πάντως, ούτε η 12η Στρατιά του Βενκ, ούτε η 11η Στρατιά του στρατηγού των SS Στάινερ (Steiner), κατάφεραν να φτάσουν στο Βερολίνο. Την ίδια μέρα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ (Weidling), διοικητής του LVI. Τεθωρακισμένου Σώματος, ενημέρωσε ότι υποχώρησε στο Βερολίνο, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος προσήλθε στο καταφύγιο του Χίτλερ για να εξηγήσει προσωπικά τους λόγους υποχώρησης, τονίζοντας ότι δεν είχε μεταφέρει το στρατηγείο του δυτικά του Βερολίνου, όπως εσφαλμένα είχε κατηγορηθεί. Η στάση του αυτή εντυπωσίασε τον Χίτλερ, σε βαθμό που τον όρισε ανώτατο διοικητή όλων των μονάδων του Βερολίνου (Kampfkommandant) [37].

Ο κλοιός των σοβιετικών δυνάμεων έσφιγγε γύρω από το Βερολίνο. Στις 24 Απριλίου, οι δυνάμεις του Κόνιεβ διέσχισαν το κανάλι Τέλτοβ. Πλέον η μάχη είχε μετεξελιχθεί σε οδομαχίες. Η λαϊκή πολιτοφυλακή, η χιτλερική νεολαία και μονάδες SS μάχονταν από σπίτι σε σπίτι, ενώ έβαλαν κατά των σοβιετικών αρμάτων με Panzerfaust. Τα πληρώματα των σοβιετικών αρμάτων, με τη σειρά τους, τοποθετούσαν στην μπροστινή πλευρά των αρμάτων στρώματα για να εκπυρσοκροτούν τα Panzerfaust στα ελατήρια αυτών. Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Βερολίνου έπαιξαν οι τρεις αντιαεροπορικοί πύργοι (Flaktürme)[38]. Ο ανταγωνισμός των δύο σοβιετικών στραταρχών είχε ως συνέπεια ο Τσουικόφ να διατάξει τμήματα της 3ης στρατιάς του να προωθηθούν δυτικά για να ανακόψουν τη 3η τεθωρακισμένη στρατιά, γεγονός που προκάλεσε πολλά θύματα από φίλια πυρά [39]. Στις 25 Απριλίου, δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ συναντήθηκαν στην πόλη Κετσίν (Ketzin), δυτικά του Βερολίνου ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της πόλης. Την ίδια ημέρα, σοβιετικές και αμερικανικές  δυνάμεις συναντήθηκαν στο Τόργκαου (Torgau), στον ποταμό Έλβα, γεγονός που σήμαινε ότι το Γ’ Ράιχ είχε χωριστεί στα δύο [40].

  Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.

Στις 27 Απριλίου, η 8η Στρατιά και η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων διέσπασαν την άμυνα στο Landwehrkanal και έφτασαν στο διοικητικό κέντρο του Βερολίνου. Όσο όμως πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στο κέντρο, τόσο πιο σκληρές και φονικές γινόταν οι μάχες [41]. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στην πύλη Χάλλε (Hallensches Tor) και στην Alexanderplatz. Πολλοί αξιωματικοί των ναζί συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, κατέβαλαν προσπάθειες να αποφύγουν τη σοβιετική αιχμαλωσία. Οι 80.000 άνδρες της 9ης Στρατιάς του Μπούσε και υπολείμματα της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς συνέχισαν μαχόμενοι την πορεία προς τα δυτικά, ώσπου να συναντήσουν τη 12η Στρατιά του Βενκ, με τη βοήθεια της οποίας διέσχισαν τον Έλβα. Ο Χάινριτσι διέταξε τον στρατηγό  von Manteuffel να υποχωρήσει προς τα βόρεια για να αποφύγει το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ροκοσόφσκι. Ο ίδιος ο Κάιτελ, ενώ αρχικά ζήτησε εξηγήσεις για τέτοιου είδους κινήσεις, πείστηκε από τους επιτελείς να κρυφτεί μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών [42]. Πέραν αυτών και οι στενότεροι κάποτε συνεργάτες του Χίτλερ προσπαθούσαν να σώσουν τους εαυτούς τους: Ο Χίμλερ έκανε επαφές με τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, μέσω του Σουηδού διπλωμάτη Φόλκε Μπερναντόττε, για να διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους, ο Γκαίρινγκ, που είχε ήδη μεταβεί στη Βαυαρία, ζήτησε να αναλάβει την ηγεσία του Ράιχ, ενώ και ο αντιστράτηγος των SS Χέρμανν Φεγκελάιν, που είχε καθήκοντα συνδέσμου του Χίμλερ και των ΣΣ στο στρατηγείο του Χίτλερ και σύζυγος της αδερφής της Εύας Μπράουν, εντοπίστηκε να έχει έτοιμες βαλίτσες, γεγονός που του κόστισε τη ζωή [43].

Στις 30 Απριλίου, δυνάμεις της 3ης Στρατιάς κατέλαβαν το υπουργείο Εσωτερικών και επιτέθηκαν στο γεμάτο συμβολισμούς κτίριο του Ράιχσταγκ [44], το οποίο υπεράσπιζαν μέλη των SS, της χιτλερικής νεολαίας και ορισμένοι ναύτες. Η μάχη για το κτίριο του Ράιχσταγκ ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αφού ακόμα και όταν οι Σοβιετικοί εισήλθαν στο κτίριο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση τους από όροφο σε όροφο ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο [45]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας αυτοκτόνησε ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν, την οποία νυμφεύθηκε δύο ημέρες πριν. Διάδοχο του είχε ορίσει τον Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz) [46], ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Φλένσμπουργκ, κοντά στα σύνορα με τη Δανία, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση [47]. Την ώρα που οι Σοβιετικοί στρατιώτες πάσχιζαν να καταλάβουν το Ράιχσταγκ, για να υψώσουν τη σημαία με το σφυροδρέπανο την 1η Μαΐου, που εορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια στη Μόσχα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ σκόπευε να διασπάσει τον σοβιετικό κλοιό και να αποχωρήσει από το Βερολίνο με όσους περισσότερους στρατιώτες ήταν εφικτό. Πλην όμως, ο Γκαίμπελς τον ενημέρωσε ότι ο στρατηγός Krebs θα ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς για ανακωχή. Οι Σοβιετικοί ωστόσο απαίτησαν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι εχθροπραξίες[48].

LyWbAnI
Αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού φωτογραφίζονται μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου.

 Η άσκοπη αιματοχυσία συνεχίστηκε και την 1η Μαΐου, αφού όσο ήταν εν ζωή ο Γκαίμπελς κανείς δεν τολμούσε να συνθηκολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Γκαίμπελς και η σύζυγος του αυτοκτόνησαν, αφού προηγουμένως δολοφόνησαν τα έξι ανήλικα παιδιά τους [49]. Ο στρατηγός Βάιντλινγκ διαμήνυσε στους Σοβιετικούς ότι ο Γερμανικός Στρατός σκόπευε να παραδοθεί άνευ όρων και συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός την 12η βραδυνή. Τη νύχτα  της 1ης προς 2η Μαΐου διάφορες ομάδες αξιωματούχων των ναζί προσπάθησαν να διαφύγουν από το Βερολίνο, ελάχιστοι όμως τα κατάφεραν.

 

  Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.
Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.

 Στις 2 Μαΐου, ακούγονταν ακόμα σποραδικά πυρά στο Βερολίνο. Στην καγκελαρία του Χίτλερ αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρεμπς και ο υπασπιστής του Χίτλερ Μπούργκντορφ (Burgdorf). Στρατιώτες της 5ης Στρατιάς κατέλαβαν το κτίριο και ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Όμοια σημαία υψώθηκε αργότερα και στο Ράιχσταγκ. Η μάχη του Βερολίνου που διήρκεσε από 16 Απριλίου έως 2 Μαΐου προκάλεσε στον Κόκκινο Στρατό απώλειες 352.425 ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν νεκροί (78.291 νεκροί 274.184 τραυματίες). Από τα τρία μέτωπα (Ζούκοφ, Κόνιεφ και Ροκοσόφσκι), τις βαρύτερες απώλειες είχε το 1ο Λευκορωσικό εξαιτίας των σφοδρών μαχών στα υψώματα Ζέελοβ [50]. Η 1η και 2η πολωνική Στρατιά είχαν συνολικά 2.858 νεκρούς και 6.067 τραυματίες. Οι απώλειες των Γερμανών αριθμούσαν κατά προσέγγιση 92.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες, ενώ 479.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες υλικού των Σοβιετικών ήταν επίσης τεράστιες: Καταστράφηκαν περίπου 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 2.108 ρυμουλκούμενα πυροβόλα και εκτοξευτές ρουκετών, καθώς 917 πολεμικά αεροπλάνα.

 

Επίλογος

Η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων δεν πρέπει να αφήνει στο περιθώριο τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός. Στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά της διάρκεια των 23 αυτών ημερών 22.000 άμαχοι. Αρκετοί εκτελέστηκαν από φανατικούς οπαδούς του καταρρέοντος ναζιστικού καθεστώτος. Μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτοκτόνησε από το φόβο που προκαλούσε η προέλαση των Σοβιετικών. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ευθύνονται για πολλούς βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονταν και επιτήδειοι ντόπιοι [51]. Υπολογίζεται ότι από 80.000 έως 130.000 γυναίκες και κορίτσια του Βερολίνου έπεσαν θύματα βιασμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ενώ συνολικά περίπου δύο εκατομμύρια σε όλη τη Γερμανία έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Υψηλός ήταν και ο αριθμός των αυτοκτονιών, για τις οποίες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η προπαγάνδα του Γκαίμπελς ως προς τη συμπεριφορά των Σοβιετικών στους κατακτημένους. Μόνο στο Βερολίνο οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ανέρχονται σε 7.057 για ολόκληρο το 1945, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης σημειώθηκαν 3.881 [52]. Το πρώτο ερώτημα που πλανάται γύρω από κάθε αφήγηση της μάχης του Βερολίνου είναι για ποιους λόγους οι Γερμανοί, οι οποίοι πλέον τον Απρίλιο του 1945 θα πρέπει να είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, συνέχισαν να πολεμούν μέχρι το τέλος. Η απάντηση, όπως σε όλα τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα, είναι σύνθετη. Σίγουρα υπήρχε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού φόβος για τα αντίποινα των Σοβιετικών, όπως φάνηκε και από μαρτυρίες προσφύγων από ανατολικές περιοχές της Γερμανίας που καταλήφθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Η γερμανική προπαγάνδα προέβαλε ιδιαίτερα τέτοιου είδους αναφορές. Ταυτόχρονα υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί, ιδίως οπαδοί των Ναζί, οι οποίοι πίστευαν ότι η προέλαση των Σοβιετικών θα συντριβεί, όπως και η δική τους πριν από δυόμισι χρόνια στο Στάλινγκραντ. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η πίστη στα «μυστικά» θαυματουργά όπλα, τα οποία μόλις ολοκληρωνόταν η εξέλιξη τους θα έδιναν τη νίκη στους Γερμανούς. Τέλος δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η σκληρή καταστολή που ασκούσε το καθεστώς σε όσους έδειχναν έστω σημάδια αμφισβήτησης σε βάρος του ιδίου και της πολιτικής του [53]. Είναι βέβαιο πάντως, ότι όποια στάση και να είχαν υιοθετήσει οι στρατηγοί απέναντι στον Χίτλερ και την ιδεολογία του (από αφοσίωση μέχρι και περιφρόνηση), δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Γερμανία, πόσο μάλλον από τους Σοβιετικούς. Το ίδιο ίσχυε βέβαια σε μεγάλο βαθμό και για τους υφισταμένους [54].

3412755b8616293918f41e0d079f8abf
Περίθαλψη τραυματιών σε υπαίθριο χώρο.

 Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή στην ανατολική Γερμανία και στο ίδιο το Βερολίνο. Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Μόνο η άμεση συνθηκολόγηση της Γερμανίας θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Πράγματι, η υπεροπλία των Σοβιετικών σε όλα τα επίπεδα, ο κατακερματισμός των γερμανικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το ηθικό των αντιμαχομένων, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του νικητή. Βεβαίως μία πιο ορθολογική (και λιγότερο φιλόδοξη) αμυντική στρατηγική,  με την ταυτόχρονη εκκένωση περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό, θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού για ορισμένο χρονικό διάστημα και να σώσει αμέτρητες ανθρώπινες ζωές [55]. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τους Συμμάχους. Αγώνας δρόμου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο Βερολίνο ουδέποτε υπήρξε, παρά τις αντίθετες προβλέψεις – ανησυχίες του Winston Churchill.  Εναρμονιζόμενοι με τις διατάξεις των  συμφωνιών της Γιάλτας και του Πότσνταμ, Αμερικανοί και Βρετανοί αποχώρησαν τον Ιούλιο 1945 από όλα τα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας, τα οποία είχαν καταλάβει τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μία γραμμή «from the Baltic Sea to Trieste» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) διαχώριζε την Ευρώπη σε δύο διαφορετικούς κόσμους, αντιμέτωπους, πλέον, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Vatalis-1
Ο Κωνσταντίνος Π. Βατάλης είναι δικηγόρος και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 The Day Hitler Died 2016 Full Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012.
  2. Του ίδιου, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, Bertelsmann, Μόναχο 2014.
  3. Του ίδιου, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο
  4. Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
  5. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605.
  6. J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005.
  7. C. Hett, Burning the Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.
  8. Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. Martin Richter, C.H.Beck, Μόναχο
  9. Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015.
  10. Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.
  11. Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000.
  12. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351
  13. Του ίδιου, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.
  14. Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.
  15. Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael ImhofVerlag, Petersberg 2008.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015, σ. 216.

[2]Για μία συνοπτική βιογραφία του Γκουντέριαν βλ. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351.

[3]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 218-219.

[4]Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. M. Richter, C.H.Beck, Μόναχο 2012, σ. 223-225.

[5]Η επιχείρηση έλαβε αρχικά την ονομασία «Φρουρά στο Ρήνο» (Wacht am Rhein) και στη συνέχεια «φθινοπωρινή ομίχλη» (Herbstnebel).

[6]Antony Beevor, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο 2015.

[7]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 221-225.

[8]Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. A. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000, σ. 458.

[9]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 314-316.

[10]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. F. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012, σ. 82.

[11] Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου,  εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 116.

[12] Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.

[13] Keneth Macksey, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.

[14] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 124-125.

[15] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 125-126, Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 399.

[16] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[17] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[18]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 198, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005, σ. 43.

[19]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 199.

[20] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 338.

[21] Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 194.

[22] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π..

[23]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, C. Bertelsmann, Μόναχο 2014, σ. 839.

[24]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 839, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 19-20.

[25]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 20.

[26] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 840-841.

[27] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 25.

[28] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 843-844.

[29] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 844.

[30] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[31] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48.

[32] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[33] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 846.

[34] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 847, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 73.

[35] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 132.

[36] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 850.

[37]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 851, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 80-82.

[38]Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael Imhof Verlag, Petersberg 2008, σ. 146.

[39]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 853.

[40]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 435-436.

[41]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 119.

[42] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 855.

[43] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 856, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 123, 126-129.

[44]Για την πυρκαγιά τον Φεβρουάριου του 1933 που κατέστρεψε το Ράιχσταγκ (Reichstagsbrand) ο Χίτλερ είχε κατηγορήσει τους κομουνιστές. Βλ. για το ζήτημα αυτό B. C. Hett, Burning. The Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.

[45]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 152-154.

[46] Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.

[47] Για την κυβέρνηση του Ντένιτς και τις προθέσεις του αναφορικά με τη συνέχιση ή μη του πολέμου βλ. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605 και Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 450-455.

[48] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 858.

[49] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π.,  σ. 859, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 181-184.

[50] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 860.

[51] Günter Sagan, Kriegsende 1945, ό.π., σ. 144.

[52] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 457.

[53] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 118, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48, 99-102.

[54]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 400-401, 405.

[55]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 311-314.

 

Όταν το Κρεμλίνο “εξαφανίστηκε” από το οπτικό πεδίο της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας

Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Όταν το Κρεμλίνο “εξαφανίστηκε” από το οπτικό πεδίο της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας

 

Τα χαράματα της 22ας Ιουνίου 1941 η Wehrmacht εισέβαλε στην ΕΣΣΔ ενεργοποιώντας τη μεγαλύτερη πολεμική μηχανή που είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί. Εφαρμόζοντας την τακτική του “Αστραπιαίου Πολέμου” (Blitzkrieg) στην αχανή και επίπεδη σοβιετική επικράτεια, εξουδετέρωσε στρατιές ολόκληρες του αντιπάλου. Μόλις εξασφαλίστηκε ο έλεγχος του Σμολένσκ (κομβικής θέσης στην προέλαση προς τη Μόσχα), παρά το γεγονός ότι η σοβιετική πρωτεύουσα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη τη στιγμή εκείνη, ο Hitler προτίμησε να μην εκθέσει τα πλευρά του κεντρικού τομέα των επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, στράφηκε προς βορρά (Λένινγκραντ) και προς νότο (Ουκρανία). Η επιλογή αυτή προσέφερε στους Σοβιετικούς πολύτιμο χρόνο δυο περίπου μηνών, στη διάρκεια του οποίου αφιερώθηκαν συστηματικά στην οργάνωση της άμυνας της Μόσχας. Η προέλαση των δυνάμεων του Άξονα ξεκίνησε εκ νέου στις 2 Οκτωβρίου με την επίθεση που έφερε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Τυφώνας. Στόχος ήταν η κατάληψη της πόλης πριν την έλευση του χειμώνα. Η επίθεση επιβραδύνθηκε εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, καθώς οι φθινοπωρινές βροχές κάλυπταν τους δρόμους και τα πεδία με παχιά λάσπη που παρακώλυαν σημαντικά τα οχήματα, τα άλογα και τους στρατιώτες. Παρόλο που η είσοδος του χειμώνα και το πάγωμα του εδάφους επέτρεψαν στις δυνάμεις του Άξονα να συνεχίσουν να προωθούνται, οι τελευταίες είχαν να αντιμετωπίσουν την ολοένα αυξανόμενη σοβιετική αντίσταση. Παρά ταύτα, στις αρχές Δεκεμβρίου οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης και ενώ ήταν ορατοί με γυμνό μάτι οι τρούλοι του Κρεμλίνου.

Στη Μόσχα, η διανομή δελτίων στα τρόφιμα είχε ξεκινήσει από τις 17 Ιουλίου. Στις 22, έναν ακριβώς μήνα έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης κατά της ΕΣΣΔ, η πρωτεύουσα υπέστη τον πρώτο αεροπορικό βομβαρδισμό. Περί τα 200 αεροσκάφη της Luftwaffe έριξαν τόνους ολόκληρους από ισχυρές εκρηκτικές και εμπρηστικές βόμβες προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι Γερμανοί σκόπευαν να κάνουν χρήση χημικών όπλων. Για το λόγο αυτό διανεμήθηκαν στον άμαχο πληθυσμό αντιασφυξιογόνες μάσκες. Στις 15 Οκτωβρίου και ενώ η γερμανική προέλαση συνεχιζόταν, μια αίσθηση πανικού κατέλαβε την πόλη. Ο Stalin ζήτησε την εκκένωση των ξένων διπλωματικών αποστολών και εξέδωσε διαταγές για καταστροφή δημοσίων υποδομών και εργοστασίων. Κάποια στιγμή το καθεστώς αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να ανατινάξει το στρατηγικής σημασίας δίκτυο του υπόγειου σιδηροδρόμου, προκειμένου το τελευταίο να μην πέσει ανέπαφο στα χέρια των Γερμανών σε περίπτωση κατάληψης της πόλης. Στις 16 Οκτωβρίου, για ένα εικοσιτετράωρο και για μια και μοναδική φορά στην έως τότε λειτουργία, το μετρό της Μόσχας έκλεισε τις πόρτες του στο κοινό. Τα πράγματα αποκαταστάθηκαν την επομένη, καθώς η απόφαση περί καταστροφής είχε ανακληθεί. Αργότερα, οι σταθμοί χρησίμευσαν και ως καταφύγια προστασίας των αμάχων από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Στις 19 Οκτωβρίου η πόλη κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.

Το Κρεμλίνο σε αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1930.

Θέλοντας να ανυψώσει το ηθικό των κατοίκων, την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, με αφορμή την 24η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης ο Stalin εκφώνησε λόγο, ο οποίος μεταδόθηκε ραδιοφωνικά σε ολόκληρη τη χώρα. Ακολούθησε η πατροπαράδοτη παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία. Όσοι συμμετείχαν προωθήθηκαν αυθημερόν στην πρώτη γραμμή του μετώπου, 70 έως 100 χιλιόμετρα έξω από την πόλη.

Stalin’s speech at the parade November 7, 1941 (1941) documentary

Aleksandr Gerasimov, Οι Stalin και Voroshilov στο Κρεμλίνο (1938), Μόσχα, Γκαλερί Tretyakov. Το 1941, στο πλαίσιο της πολιορκίας της Μόσχας από τους Γερμανούς, ο καλλιτέχνης τιμήθηκε για τον συγκεκριμένο πίνακα με το βραβείο Στάλιν.
Konstantin Yuon, Παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 1941 (1941), Μόσχα, Γκαλερί Tretyakov.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενεργοποιήθηκε μια γιγαντιαία επιχείρηση παραλλαγής του Κρεμλίνου και ορισμένων άλλων εμβληματικών κτηρίων της πόλης, με αντικειμενικό στόχο την παραπλάνηση της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Η μέθοδος είχε δοκιμαστεί ήδη με επιτυχία στην περίπτωση του Νίζνι Νόβγκοροντ, με την κατασκευή από γυαλί και χαρτόνι ομοιωμάτων μεγάλης ακρίβειας (τουλάχιστον αυτή ήταν η εικόνα από αέρος), στρατηγικής φύσεως εργοστασίων. Επρόκειτο για μια τακτική, η οποία είχε αποδεδειγμένα παραπλανήσει τους Γερμανούς πιλότους, καθώς οι τελευταίοι σπαταλούσαν άσκοπα τα πυρομαχικά τους επάνω στις μακέτες, αφήνοντας ανέπαφα τα πρωτότυπα. Σημειωτέον ότι τα ομοιώματα φωταγωγούνταν τη νύκτα εξεπιτούτου, προσελκύοντας ακόμα περισσότερο την προσοχή του εχθρού.

Για τον Nikolai Spiridonov, διοικητή του Κρεμλίνου μεταξύ των ετών 1938 και 1953, η ασφάλεια και προστασία του τελευταίου αποτελούσε ζήτημα υψίστης προτεραιότητας. Το κτηριακό συγκρότημα δεν ήταν απλώς η έδρα του καθεστώτος. Ενσάρκωνε την ιστορική, πνευματική και πολιτισμική συνέχεια της χώρας. Για τον λόγο αυτό, ο Spiridonov απευθύνθηκε στον Κομισάριο του Λαού για τις Εσωτερικές Υποθέσεις, τον περιβόητο Lavrentiy Beria, ο οποίος με τη σειρά του διέταξε την άμεση έναρξη των εργασιών παραλλαγής των εξωτερικών χώρων του Κρεμλίνου. Η όλη επιχείρηση κάθε άλλο εύκολη διαγραφόταν. Κάλυπτε μια συνολική έκταση 28.000 τετραγωνικών μέτρων με ψηλά κτήρια που ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο να καμουφλαριστούν αποτελεσματικά, όπως ήταν οι ακρογωνιαίοι πύργοι του τείχους ή το κωδωνοστάσιο του Ιβάν του Τρομερού.

Η αποστολή ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Boris Iofan, έμπιστο του καθεστώτος καθώς υπήρξε ο ανάδοχος του διαγωνισμού ανέγερσης του μεγαλεπήβολου ανακτόρου των Σοβιέτ. Επρόκειτο για ένα στομφώδες και υπερφίαλο σχέδιο κατασκευής του υψηλότερου κτηρίου σε παγκόσμια κλίμακα, σύμβολο της επικράτησης του κομμουνισμού, χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας νέας χώρας και μιας νέας πόλης. Για το σκοπό αυτό, στις 5 Δεκεμβρίου 1931 το σταλινικό καθεστώς ανατίναξε τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος, στη θέση του οποίου επρόκειτο να αναγερθεί ένα επιβλητικό κτήριο ύψους 316 μέτρων, την κορυφή του οποίου θα κοσμούσε ένα γιγαντιαίο άγαλμα του Lenin. Το ανάκτορο θα ήταν ορατό από όλα τα σημεία της Μόσχας.

Το Ανάκτορο των Σοβιέτ (τελική εκδοχή, η οποία εγκρίθηκε το 1939).
Boris Iofan (1891-1976).

 

Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν λίγο πριν από την έκρηξη του πολέμου. Διακόπηκαν στις 22 Ιουνίου 1941 εξαιτίας της γερμανικής εισβολής. Γρανίτες, τσιμέντα, χάλυβας και λοιπά οικοδομικά υλικά, τα οποία προορίζονταν για την ανέγερση, διοχετεύθηκαν προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης της πολεμικής προσπάθειας της χώρας. Το ανάκτορο των Σοβιέτ ουδέποτε κατασκευάστηκε. Τα μόνα που παρέμειναν σε μια τεράστια έκταση 11 εκταρίων ήταν τα θεμέλια και η πρώτη πλάκα. Μετά το 1989 και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στον ίδιο χώρο αναγέρθηκε ο ναός του Σωτήρος κατ’ εικόνα και ομοίωση του προκατόχου του.

Για τα έργα παραλλαγής του Κρεμλίνου ο Iofan εκπόνησε ένα σχέδιο το οποίο προέβλεπε το βάψιμο με σκούρα χρώματα όλων των πύργων του περιμετρικού τείχους και των φωσφοριζόντων άστρων τους, των κωδωνοστασίων και των τρούλων καθώς και την προσθήκη ξύλινων επιφανειών που αλλοίωναν το αρχικό σχήμα των κτισμάτων. Κάθε στέγη εντός του κτηριακού συγκροτήματος βάφτηκε με σκούρο καφέ χρώμα ούτως ώστε να μη ξεχωρίζει από τις αντίστοιχες του συνόλου της πόλης. Οι ανοικτοί χώροι καλύφτηκαν από πάνινες επιφάνειες, επάνω στις οποίες είχαν σχεδιαστεί οροφές, προκειμένου από ψηλά να φαντάζουν σαν κτήρια. Έργα παραλλαγής έλαβαν χώρα και σε πλατείες. Τέλος, στις προσόψεις του τείχους ζωγραφίστηκαν παράθυρα που τις έκαναν να φαίνονται σαν κοινές πολυκατοικίες. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η οφθαλμαπάτη ήταν απόλυτη.

Η πρόταση του Boris Iofan για τα έργα παραλλαγής.

 

Παρεμβάσεις στο δάπεδο της πλατείας Μανέζναγια.

 

Πανοραμική άποψη του τείχους με τα έργα παραλλαγής, όπως διακρίνονται από την απέναντι όχθη του ποταμού.

 

Τείχος και πύργοι με τη μορφή προσόψεων κοινών πολυκατοικιών.

 

Το Μαυσωλείο του Lenin επί της Ερυθράς Πλατείας μεταμφιεσμένο σε οικία. Η ταριχευμένη σορός του ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης είχε μεταφερθεί έγκαιρα εκτός πόλεως.

 

Η πρόσοψη του Οπλοστασίου χρωματισμένη κατά τρόπο ώστε να φαίνεται σαν δυο διακριτά κτήρια.

 

Αντιαεροπορικό πυροβόλο στη στέγη του ξενοδοχείου Moskva, πλησίον του Κρεμλίνου.

Παρεμβάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο εντός και πέριξ του Κρεμλίνου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός εμβληματικού κτηρίου της πρωτεύουσας: του Θεάτρου Bolshoi. Η πασίγνωστη πρόσοψη του κτηρίου μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει η ίδια στόχο ή απλά να προσανατολίσει τους Γερμανούς πιλότους. Το κτήριο καλύφθηκε με χρωματιστούς καμβάδες, οι οποίοι του προσέδωσαν μια απατηλή εμφάνιση. Παρά ταύτα, στις 22 Οκτωβρίου 1941 μια βόμβα έπληξε το θέατρο προκαλώντας ζημιές σε τμήμα της πρόσοψης και της κεντρικής εισόδου.

Αντιαεροπορικό μπαλόνι ετοιμάζεται να ανυψωθεί από την πλατεία του Θεάτρου Μπολσόι.

 

Η αγνώριστη και άκρως παραπλανητική πρόσοψη του Θεάτρου Μπολσόι έπειτα από την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων.

 

Παρατηρητήριο αεράμυνας στη στέγη του μεταλλαγμένου θεάτρου.

 

Συντρίμμια καταρριφθέντος γερμανικού αεροσκάφους τον Ιούλιο του 1941.

 

Πυροβόλο έξω από το Θέατρο του Σοβιετικού Στρατού.

Παρεμβάσεις σημειώθηκαν και στα περίχωρα της πόλης με την κατασκευή ομοιωμάτων αεροδρομίων, δεξαμενών καυσίμων και εργοστασίων. Όπως και στο κέντρο της πόλης, έτσι και στις παρυφές έκαναν την εμφάνισή τους προσθετικές κατασκευές, δημιουργώντας την αίσθηση πυκνοκατοικημένης περιοχής. Ο στρατηγικής σημασίας οδικός άξονας Μόσχας – Λένινγκραντ καλύφθηκε με χρωματιστές ξύλινες επιφάνειες που από ψηλά φαίνονταν σαν στέγες σπιτιών. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι πιλότοι της Luftwaffe παραπλανήθηκαν από ολόκληρη αυτή την γιγαντιαίων διαστάσεων επιχείρηση παραλλαγής. Την απάντηση δίνουν οι αριθμοί. Από την έναρξη της επιχείρησης Barbarossa έως τον Απρίλιο του 1942, η Μόσχα υπέστη 95 νυκτερινές και 30 ημερήσιες αεροπορικές επιδρομές από 7.200 βομβαρδιστικά του αντιπάλου. Οκτώ από αυτές έπληξαν το Κρεμλίνο με πάνω από 150 εμπρηστικές βόμβες. Οι ζημιές υπήρξαν αναλογικά πενιχρές. Στο ίδιο χρονικό διάστημα καταστράφηκαν ολοσχερώς 69 δημόσια κτήρια (άλλα 110 υπέστησαν ζημιές), 19 εργοστάσια (316 υπέστησαν ζημιές), 226 ιδιωτικές οικίες (641 υπέστησαν ζημιές), οι δε ανθρώπινες απώλειες ανέρχονταν σε 2.000 άτομα σε σύνολο 4,6 εκατομμυρίων κατοίκων. Οι επιχειρήσεις στον εναέριο χώρο της σοβιετικής πρωτεύουσας στοίχισαν στη Luftwaffe την απώλεια 1.400 αεροσκαφών, ως επί το πλείστον βομβαρδιστικών. Συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις (π.χ. Λονδίνο), ο απολογισμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως υποφερτός. Στις 5 Δεκεμβρίου 1941, ο ενισχυμένος με στρατεύματα τα οποία είχαν συρρεύσει από την Άπω Ανατολή Κόκκινος Στρατός πέρασε στην αντεπίθεση απωθώντας τους Γερμανούς σε απόσταση ασφαλείας. Η Μάχη της Μόσχας έληξε στις 20 Απριλίου 1942. Η τελευταία βόμβα σε βάρος της σοβιετικής πρωτεύουσας ρίχθηκε τον Ιούνιο του 1943.

9 Μαίου 1945. Οι Μοσχοβίτες πανηγυρίζουν στην Ερυθρά Πλατεία τη λήξη των εχθροπραξιών με τη Γερμανία.

1941. Operation Invisible Kremlin

 

Βιβλιογραφία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Θωμάς Δημόπουλος

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg αστραπιαίος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 

What Living In London Was Like During The Blitz | Cities At War: London | Timeline

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Πύργος του Άιφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Πύργος του Άιφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Ό,τι είναι η Ακρόπολη για την Αθήνα, το Κολοσσαίο για τη Ρώμη, το Κρεμλίνο για τη Μόσχα, ο Big Ben για το Λονδίνο, το άγαλμα της Ελευθερίας για τη Νέα Υόρκη, η όπερα για το Σίδνεϋ, αντιπροσωπεύει ο πύργος του Άιφελ για το Παρίσι. Πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο σήμα κατατεθέν της πόλης. Αρχικά, ωστόσο, τα πράγματα κάθε άλλο παρά προοιώνιζαν μια εξέλιξη αυτού του είδους. Αναπόσπαστο τμήμα της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1889, την οποία οργάνωσε το Παρίσι προκειμένου να τιμήσει τα πρώτα εκατό χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, η ζωή του μνημείου θα είχε εφήμερη διάρκεια. Διασώθηκε χάρη στα πλεονεκτήματα που παρείχε, λόγω ύψους, στον νέο και διαρκώς ανερχόμενο κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Αλλά ούτε και ο δημιουργός του, ο μηχανικός Gustave Eiffel (1832-1923), έδειχνε, σε μια πρώτη φάση, να συγκινείται ιδιαίτερα από την προοπτική μιας τέτοιας κατασκευής. Η σταδιοδρομία του βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο και έχαιρε άκρας αναγνώρισης στη χώρα του αλλά και εκτός γαλλικών συνόρων. Έχοντας ειδικευθεί στις κατασκευές από σίδηρο, ήταν ο εφευρέτης μιας τεχνικής, ιδιαίτερα οικονομικής και αποτελεσματικής: της τεχνικής των προκατασκευασμένων υλικών με την έννοια της συναρμογής εξαρτημάτων με στόχο την κατασκευή ενός οργανωμένου συνόλου. Έργα του βρίσκονταν στην Ευρώπη, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική, ενώ είχε αναλάβει και φέρει εις πέρας τις εργασίες της εσωτερικής στήριξης ενός άλλου εμβληματικού μνημείου: του αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Πείστηκε τελικά, από τον ενθουσιασμό δυο άμεσων συνεργατών του: των Maurice Koechlin και Emile Nouguier.Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1887. Ολοκληρώθηκαν δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1889, κι ενώ η Παγκόσμια Έκθεση είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της. Επρόκειτο για το ψηλότερο μνημείο στον κόσμο (300 μέτρα), στο μέγεθος της προσπάθειας της Γαλλίας να ανακτήσει την αίγλη, την οποία είχε απωλέσει εξαιτίας της ήττας της από την Πρωσία στον πόλεμο του 1870. Ο πύργος του Άϊφελ ήταν ένα σχέδιο γεμάτο όραμα αλλά και μεγάλο ρίσκο. Κανείς δεν ήξερε κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί στα φαινόμενα της φύσης, ειδικότερα δε στον άνεμο. Παρά το βάρος του (10.100 τόνοι), η κατασκευή του είναι τόσο σταθερή, ώστε παρεκκλίνει μόλις έως 7,5 εκατοστά με σφοδρό άνεμο. Ας σημειωθεί, επίσης, πως η οξυγονοκόλληση ήταν ακόμη άγνωστη μέθοδος. Συνολικά 300 εργάτες ένωσαν 18.038 κομμάτια σφυρήλατου σιδήρου με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια, με βάση μια στατική μελέτη του Maurice Koechlin. Ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν μεγάλος, καθώς ο πύργος ήταν εκτεθειμένος σε ανοιχτό πλαίσιο, χωρίς κανέναν ενδιάμεσο όροφο, εκτός από δύο πλατφόρμες. Ωστόσο, επειδή ο Eiffel είχε λάβει προληπτικά μέτρα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των κινητών ικριωμάτων, προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και διαχωριστικών πλεγμάτων, μόνο ένας εργάτης έχασε τη ζωή του. Ο πύργος επικρίθηκε από το κοινό όταν κατασκευάστηκε, καθώς πολλοί είχαν την άποψη πως ήταν αντιαισθητικός. Οι καθημερινές εφημερίδες γέμισαν με οργισμένες επιστολές από την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού. Σήμερα, είναι το δημοφιλέστερο μνημείο στη Γαλλία, ο δε μέσος όρος των επισκεπτών ετησίως έχει ξεπεράσει τα 7 εκατομμύρια.

Απρίλιος 1888, ένα έτος και τρεις μήνες έπειτα από την έναρξη των έργων.
Η πρόοδος των έργων
Gustave Eiffel
Το αρχικό σχέδιο του Maurice Koechlin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πύργος στο αρχικό του φυσικό περιβάλλον.
Τα εγκαίνια.
Ουρά των επισκεπτών στην είσοδο του μνημείου.
Η εξέδρα του πρώτου ορόφου, σημείου σύγκλισης των τεσσάρων αψίδων της βάσης του μνημείου.
Το εστιατόριο του πρώτου ορόφου στην αρχική του εκδοχή.
Ο Gustave Eiffel (αριστερά), στο υψηλότερο επισκέψιμο σημείο του μνημείου.
Οι διασώστες του μνημείου. Τηλεγραφική δραστηριότητα στην κορυφή του πύργου.
Έργα συντήρησης στο κενό.
Ο επαναστατικός για την εποχή ανελκυστήρας.

 

Ο ανελκυστήρας σήμερα.

O αυστριακής καταγωγής Γάλλος ράπτης και εφευρέτης Franz Reichelt (1879-1912) επέλεξε τον πύργο του Άιφελ, προκειμένου να αποδείξει τη χρηστικότητα ενός δικής του επινόησης αλεξιπτώτου, ενσωματωμένου στη στολή ενός πιλότου, ικανού να σώσει ζωές σε περίπτωση εκδήλωσης βλάβης εν πτήσει και επείγουσας ανάγκης εγκατάλειψης του αεροσκάφους. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού δίστασαν να εκδόσουν τη σχετική άδεια χρήσης του πύργου, θέτοντας, ως προϋπόθεση τη χρησιμοποίηση ανδρείκελου, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος για ανθρώπινη τραγωδία. Ο Reichelt αποδέχτηκε τον όρο. Φθάνοντας, όμως, στον πύργο το πρωΐ της 4ης Φεβρουαρίου 1912, εξέπληξε τους παρισταμένους δηλώνοντας ότι θα επιχειρούσε αυτοπροσώπως το άλμα. Παρά τις προσπάθειες να μεταπειστεί και βέβαιος για την αποτελεσματικότητα της εφεύρεσής του, έπεσε στο κενό πηδώντας από τον πρώτο όροφο, ύψους 57 μ. από το έδαφος. Το αλεξίπτωτο δεν λειτούργησε και ο Reichelt σκοτώθηκε ακαριαία. Η σκηνή απαθανατίστηκε φωτογραφικά και κινηματογραφικά.

 

Death Jump – PARIS – TOUR EIFFEL – 1912 – Franz Reichelt

Les marriés de la Tour Eiffel. Εικονογράφηση του προγράμματος από την Irène Lagut.

To 1921, στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Théâtre des Champs-Élysées) ανεβάστηκε το μπαλέτο Οι νεόνυμφοι του Πύργου του Άιφελ ( Les marriés de la Tour Eiffel), βασισμένο στο λιμπρέτο του ποιητή Jean Cocteau, μουσική των Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre (πέντε από τους μουσικοσυνθέτες, που είχαν συγκροτήσει τη λεγόμενη “Ομάδα των έξι”), χορογραφία του Jean Börlin και σκηνικά της Irène Lagut. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι απολαμβάνει το πρόγευμά του σε έναν από τους εξώστες του πύργου, ακούγοντας τον πομπώδη λόγο ενός στρατηγού. Ξαφνικά, εισβάλλει ένα συνεργείο από τηλεγραφιστές, αλλά και ένα λιοντάρι, το οποίο κατασπαράζει τους περισσότερους θαμώνες. Το μακάβριο έργο ολοκληρώνει ένα μυστήριο άτομο, που φέρνει τον χαρακτηρισμό “Παιδί του μέλλοντος” και το οποίο σκοτώνει όσους έχουν επιζήσει από την έφοδο του θηρίου. Χαρακτηριστική του σουρεαλιστικού και αποδομητικού στυλ του Cocteau, η υπόθεση καταρρίπτει με καυστικό τρόπο όλα τα στερεότυπα της εποχής: οικογένεια, αστική τάξη, στρατό, ακόμα και τον ίδιο τον πύργο. Η επιτυχία του θεάματος υπήρξε περιορισμένη. Σήμερα, εκτελούνται τα μικρά αποσπάσματα των πέντε συνθετών σαν να επρόκειτο για συμφωνικά έργα.

Les marriés de la Tour Eiffel (πλήρες)

Jean Béraud, L’entrée de l’Exposition Universelle de 1889, 1889, Musée Carnavalet, Histoire de Paris
Marc Chagall. Paris vu par la fenêtre, 1913, S.R. Guggenheim Museum New York.
Robert Delaunay, La Tour Eiffel, 1926, ιδιωτική συλλογή.
Raoul Duffy, La Tour Eiffel, 1935, ιδιωτική συλλογή.
Bernard Buffet, Le pont Alexandre III et la tour Eiffel, λιθογραφία, 1988.
Ιούνιος 1940. Ένας απρόσμενος επισκέπτης αμέσως μετά την κατάρρευση της Γαλλίας
Ο πύργος, όπως δεσπόζει σήμερα πάνω από την Πόλη του Φωτός.

Lumière: Panorama pendant l’ascension de la Tour Eiffel (1898)

Tour eiffel la grande epopée

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Τάσος Χατζηαναστασίου: 1821: Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης

Τάσος Χατζηαναστασίου

1821: Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης

Μία από τις πρώτες ενέργειες του επαναστατημένου έθνους το 1821 ήταν η δημιουργία διοικητικών θεσμών οι οποίοι θα αναλάμβαναν τον συντονισμό των επαναστατικών κινήσεων καθώς και την οργάνωση της ζωής των Ελλήνων στις απελευθερωμένες περιοχές ενώ σχετικά σύντομα, στις αρχές του 1822, εκλέχτηκε κεντρική κυβέρνηση που εκτός των άλλων καθηκόντων της εκπροσωπούσε τους Έλληνες έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην παρούσα ανακοίνωση θα αναφερθούμε στα ζητήματα ασφάλειας, σε μία προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τις πρώτες απόπειρες αστυνόμευσης των απελευθερωμένων περιοχών, δηλαδή της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδας των νησιών, καθώς η δικαιοδοσία των πρώιμων ελληνικών διοικητικών θεσμών αφορούσε κυρίως αυτές. Σπεύδω, δε, να επισημάνω ότι, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει ως τώρα μία συστηματική ειδική μελέτη για τα ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης στα χρόνια της Επανάστασης, οπότε θεωρήστε την παρούσα ανακοίνωση ως μία πρώτη μικρή συμβολή στην ιστορία της διασφάλισης της δημόσιας τάξης την περίοδο της Επανάστασης.

Για λόγους μεθοδολογίας το ζήτημα της πειρατείας, αποτελεί ένα ζήτημα που αξίζει να μελετηθεί ξεχωριστά και δε θα μας απασχολήσει εδώ. Και πάλι για λόγους μεθοδολογικούς θα εξαιρέσουμε τα εγκλήματα σε βάρος της ζωής, της τιμής και της περιουσίας που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων καθώς αυτά θεωρούνται εγκλήματα πολέμου, ανάλογα, δυστυχώς, με αυτά που διέπραξαν αργότερα σε μεγαλύτερη φυσικά έκταση στις ίδιες περιοχές, στην Πελοπόννησο κυρίως, τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Μιλάμε επομένως για αδικήματα που διαπράχθηκαν σε ατομικό επίπεδο και όχι σε περιστάσεις συλλογικής βίας μεταξύ ομάδων ενόπλων.

Όπως είναι γνωστό, η χωροφυλακή ιδρύθηκε το 1833 επί Όθωνα. Έως τότε, καθήκοντα φύλαξης εκτελούσαν οι Πολιταρχίες που ιδρύθηκαν από τον Καποδίστρια το 1829 πρώτα στο Ναύπλιο και ύστερα στην Πάτρα, την Καλαμάτα, τη Σύρο και την Τρίπολη, στις σπουδαιότερες δηλαδή πόλεις που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των Ελλήνων. 1 Ήδη όμως από την πρώτη ελληνική κυβέρνηση που ορίστηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, υπήρχε Υπουργείο Αστυνομίας με υπουργό τον Λάμπρο Νάκο, που είχε υπηρετήσει στην αστυνομία της Πετρούπολης. 2 Ο Νάκος επαινείται θερμά από τον Γερμανό Φιλέλληνα Schrebian για το έργο του. Όπως γράφει ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος: «με αυστηρές τιμωρίες, πρόστιμα και μπαστουνιές στις πατούσες, προσπαθούσε να φοβερίσει τους κερδοσκόπους και κλέφτες στο ζύγισμα, αρτοποιούς, γαλακτοπώλες, κρεοπώλες κ.λ., επιστατούσε στην ορθή εφαρμογή της διαταγής της 16ης Μαρτίου [1822], του υπουργείου οικονομικών για την αντιστοιχία της αξίας των διαφόρων νομισμάτων και αγρυπνούσε με τους ανθρώπους του στην επιβολή των κειμένων νόμων, της τάξης και της ασφάλειας». Ο ευσυνείδητος αυτός υπουργός, με αφορμή κάποια ασθένειά του, θα αντικατασταθεί από άλλον, κάτι που θα προκαλέσει την έντονη διαμαρτυρία του Νάκου.3 Ξεχωριστό σώμα χωροφυλακής ή αστυνομίας δεν υπήρχε, γνωρίζουμε όμως ότι στους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεων της Επανάστασης προβλεπόταν δαπάνη για τη συντήρηση 4.000 αντρών ως «εσωτερική φρουρά» των πόλεων, που λογικά θα εκτελούσε, παράλληλα με τα στρατιωτικά, και αστυνομικά καθήκοντα.4

Λάμπρος Νάκος, Πληρεξούσιος Μινίστρος της Αστυνομίας.

Παρόλο που η ισχύς της κυβέρνησης και τα μέσα που διέθετε, ειδικά στην ύπαιθρο, ήταν περιορισμένη, προσπαθούσε να επιβάλει κάποια τάξη καθώς η οπλοφορία και τα ήθη της εποχής και μάλιστα σε συνθήκες ενός άγριου απελευθερωτικού πολέμου μετά από αιώνες σκλαβιάς, ήταν λογικό να υποθάλπουν τη βία και την εγκληματικότητα. Έχουμε, για παράδειγμα, την πληροφορία ότι συνελήφθη Έλληνας που σκότωσε μία Τουρκάλα με τα παιδιά της και εκτελέστηκε. Ένας άλλος εκτελέστηκε επειδή σκότωσε αιχμάλωτο μετά από φιλονικία.5 Εικάζουμε βάσιμα ότι θα ήταν αδύνατον να ελεγχθούν όλα τα παρόμοια περιστατικά τόσο έναντι Τούρκων αμάχων και αιχμαλώτων όσο και μεταξύ Ελλήνων. Και μόνο όμως από την απαγόρευση της κακοποίησης των αιχμαλώτων, αντιλαμβανόμαστε ότι γίνεται μία προσπάθεια έστω και σε συνθήκες πολέμου να γίνει σεβαστή η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια σε κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκεύματος κτλ. Εικάζουμε, τέλος, ότι η αρμονική συμβίωση και οι σχέσεις μεταξύ των κατοίκων σε μεγάλο βαθμό θα ρυθμίζονταν από τους άγραφους νόμους της κρατούσας ηθικής και της τιμής, όπως την αντιλαμβάνονταν τότε.

Ένα από τα γνωστότερα εγκλήματα στη διάρκεια της Επανάστασης ήταν ο φόνος του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιου του Γέρου του Μοριά, στις αρχές Δεκεμβρίου 1824, που κι αυτό όμως συνδέεται με τα εμφύλια πάθη. Οι δολοφόνοι δεν συνελήφθησαν γιατί ανήκαν στο κυβερνητικό στρατόπεδο ενώ ο Πάνος θεωρείτο στασιαστής.6 Έγκλημα καθαρά ποινικό, έγκλημα τιμής κατ’ ακρίβεια, ήταν η δολοφονία της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Με βάση το επικρατέστερο από τα πολλά σενάρια για το συμβάν, τη διάσημη και στο εξωτερικό Μπουμπουλίνα σκότωσαν τ’ αδέρφια της Ευγενίας Κούτση, την οποία είχε ερωτευτεί και είχε κλέψει, με τη συναίνεσή της, ο γιος της ηρωίδας, Γιώργης Γιάννουζας, την Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 1825, στο «εξοχικό» της στην Κουνουπίτσα Σπετσών. Η Ευγενία ήταν λογοδοσμένη με νεαρό γόνο άλλης οικογένειας προκρίτων των Σπετσών. Το σόι της κοπέλας θεώρησε πως η Μπουμπουλίνα είχε ενεργό συμμετοχή στην αρπαγή της κοπέλας και πως την κρατούσε σπίτι της.

Peter Heinrich Lambert von Hess, Η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν, χαρακτικό του H. Kohler (Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής).

Μετά το συμβάν, ο Γιώργης θέλησε να διακόψει τη σχέση του με την Ευγενία, αλλά ο πατέρας της Χαράλαμπος Κούτσης, προκειμένου να σβηστεί η ντροπή της οικογένειας, με βάση τα ήθη της εποχής, υποσχέθηκε μεγάλη προίκα και ισότιμη συμπερίληψη του γαμπρού στην κληρονομιά της οικογένειας. Ο γάμος έγινε έναν μήνα μετά τη δολοφονία και παρά τους κακούς οιωνούς, άντεξε στον χρόνο. Σε ό,τι αφορά τους δράστες, δεν τιμωρήθηκαν, γεγονός πολύ χαρακτηριστικό και πάλι για τις αξίες της εποχής εκείνης. «…Ο φονιάς θεωρήθηκε σχεδόν ιερός και μην απορείτε που κανείς δεν τόλμησε να πειράξει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά του, ούτε να τον καλέσουν να δικαιολογήσει σε δικαστήριο την πράξη του. Τόσο πολύ σ’ αυτό το νησί, όπως ακριβώς και στην Ύδρα, τιμούν την αρετή των γυναικών», γράφει ο Ιταλός λόγιος και ποιητής Tommaseo που στηρίζεται σε προσωπικές μαρτυρίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς δεν ανέφερε το όνομα του φονιά. Οι γιοι της Μπουμπουλίνας, από τον άλλο της γάμο, Νικόλαος και Ιωάννης Μπούμπουλης κατήγγειλαν τον πλοίαρχο Ιωάννη Χριστ. Κούτση, έστω και καθυστερημένα, στις 24 Ιανουαρίου του 1830 επί Καποδίστρια. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, πληροφορίες για το εάν τελικά η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, κάτι μάλλον απίθανο καθώς γνωρίζουμε ότι ο Κούτσης το 1834 βρισκόταν ελεύθερος στις Σπέτσες.7

Το συμβάν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίον επιλύονταν οι διαφορές, ειδικά σε ζητήματα τιμής, κάτι βέβαια που δεν προξενεί εντύπωση, αφού τέτοιες αντιλήψεις και πρακτικές επιβιώνουν ακόμη και μέχρι τις μέρες μας. Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε βάσιμα ότι τέτοια περιστατικά θα ήταν συνηθισμένα σε τέτοιο βαθμό που να μην θεωρούνται αξιοσημείωτα. Η σιωπή των πηγών δηλαδή στην περίπτωση αυτή δε θα πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η δολοφονία της Μπουμπουλίνας ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντίθετα, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι εάν ακόμη και μια ηρωίδα με το κύρος και την περιουσία της Μπουμπουλίνας έπεσε θύμα εγκλήματος τιμής, πόσο περισσότερο έκθετοι σε ανάλογα περιστατικά θα ήταν οι ανώνυμοι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, της εποχής.

Αναπαράσταση της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας στις 19 Σεπτεμβρίου 1825 στις Σπέτσες.

Το θέμα της τιμής των γυναικών βρισκόταν πολύ ψηλά στην κλίμακα αξιών της εποχής και όπως καταλαβαίνει κανείς, αν αυτό μπορούσε να «δικαιολογήσει» τη δολοφονία και μάλιστα ατιμώρητα, της Μπουμπουλίνας, πόσοι άλλοι άνθρωποι θα έπεσαν θύματα τέτοιου είδους ενεργειών. Με βάση τις διαθέσιμες πηγές, λίγο πριν την Έξοδο στις 11 Απριλίου 1826, είχε διατυπωθεί η σκέψη να σφαγούν όλα τα γυναικόπαιδα προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού και ατιμαστούν. Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε, κυρίως εξαιτίας της σθεναρής αντίδρασης του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, που θα σκοτωθεί τελικά κι αυτός μαζί με χιλιάδες άντρες και γυναικόπαιδα στην Έξοδο. Αποτράπηκε, ωστόσο, ένα μαζικό έγκλημα από ελληνικής πλευράς που θα βάραινε αιώνια τους Έλληνες επαναστάτες.8

Μια και αναφερθήκαμε στο Μεσολόγγι, όσο ακόμη ήταν ελεύθερο, είχαμε υπερσυγκέντρωση ατάκτων ενόπλων από διάφορες περιοχές του ελληνισμού και του εξωτερικού. Παρόλα αυτά, ο Ιταλός Φιλέλληνας P. Gamba εντυπωσιάστηκε από την τάξη και ησυχία που επικρατούσε, με εξαίρεση, την απείθαρχη συμπεριφορά των Σουλιωτών. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι χιλιάδες άτακτοι που βρίσκονταν στην πόλη στερούνταν συχνά και τα πιο αναγκαία.9 Οι Σουλιώτες αποτελούσαν ξεχωριστή περίπτωση και συμπεριφέρονταν συχνά με ιδιαίτερη αγριότητα. Αναφέρεται το επεισόδιο κατά το οποίο επιχείρησαν να εγκατασταθούν με τη βία στο σπίτι του Ποθητού Σιδέρη, μετέπειτα πεθερού τού αρχηγού των ντόπιων μεσολογγίτικων στρατευμάτων, Θανάση Ραζικότσικα. Κατά τη συμπλοκή που επακολούθησε, όπως αναφέρεται στη σχετική καταγγελία του Μεσολογγίτη ήρωα, σκοτώθηκε ένας άντρας του σώματος του Ραζικότσικα και γκρεμίστηκαν τρία σπίτια!10

Francois-Έmile de Lansac, Επεισόδιο από την έξοδο του Μεσολογγίου, 1828, Μεσολόγγι, Δημοτική Πινακοθήκη.

Ταραχές από ατάκτους που δρούσαν είτε ατομικά είτε σε ομάδες σημειώνονται σε διάφορες περιστάσεις. Όπως αναφέρει ο Χρήστος Βυζάντιος, μέλος του τακτικού σώματος στρατού της Ελληνικής Επανάστασης, άτακτοι προκαλούσαν επεισόδια σε βάρος των μελών του τακτικού σώματος στο Ναύπλιο, όπου είχε συρρεύσει πλήθος ενόπλων, το 1825. Τα επεισόδια τερματίστηκαν όταν ο επικεφαλής του τακτικού σώματος, Παναγιώτης Ρόδιος διέταξε επίθεση εναντίον τους κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο άτακτοι ενώ υπήρχαν και αρκετοί τραυματίες.11 Η έλλειψη πειθαρχίας στα σώματα των αγωνιστών ήταν ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του επαναστατικού στρατού, που πολλές φορές έμενε χωρίς τα αναγκαία, κι επομένως η αρπαγή και η λεηλασία, η ληστεία με άλλα λόγια ήταν μονόδρομος. Όπως αναφέρει ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, το φθινόπωρο του 1825, αναγκάστηκε να πληρώσει με δικά του χρήματα τους στρατιώτες του που απειλούσαν να λεηλατήσουν την πόλη της Ύδρας την οποία είχαν διαταχθεί να φρουρούν.12

Η λαφυραγωγία υπήρξε ένα φαινόμενο που χαρακτήριζε τόσο τους αγωνιστές όσο και τους αντιπάλους τους. Η αρπαγή και η λεηλασία ήταν φυσικά απολύτως αναμενόμενες και σ’ έναν βαθμό δικαιολογημένες με δεδομένη την εξαθλίωση του πληθυσμού και την πολύ συχνή στέρηση ακόμη και της τροφής των στρατιωτικών σωμάτων. Όμως, υπάρχουν αναφορές και για αρπαγές ελληνικών περιουσιών από Έλληνες, όπως κατά την υπό το κράτος του πανικού εγκατάλειψη κατοικημένων περιοχών στην Πελοπόννησο, την Τρίπολη, το Άργος κ.ά. με την είδηση και μόνο της εισβολής της στρατιάς του Δράμαλη. «Τα σπίτια τα οποία αυτοί εγκατέλειπαν, ληστεύονταν με ασυνείδητη απληστία» γράφει ο Φίνλεϊ, που είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τους Έλληνες.13 Αναφέρεται μάλιστα και η καταλήστευση των φυγάδων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και πολλοί άμαχοι πρόσφυγες από το Αϊβαλί και τη Χίο. Στην ίδια περίσταση, σημειώθηκε επίσης ο αφοπλισμός και η κακοποίηση καμιά εικοσαριά Φιλελλήνων, που λίγο αργότερα εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι την Ελλάδα. Παράλληλα όμως αναφέρονται και συγκινητικές σκηνές βαθύτατης ανθρωπιάς με νέους να κουβαλούν στους ώμους τους τους ηλικιωμένους γονείς τους και μητέρες τα ανήλικα παιδιά τους.14 Ακόμη χειρότερη είναι η γνώμη του Finley για την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1822 όταν απελευθερώθηκε από τους Τούρκους: Επικράτησε αναρχία καθώς διάφορες ομάδες οπλαρχηγών προσπαθούσαν να οικειοποιηθούν τους τοπικούς πόρους για ίδιον όφελος. Ένας Αθηναίος που είχε οριστεί να εισπράττει τους φόρους δολοφονήθηκε άγρια, ώσπου την τάξη επέβαλε τελικά, ακόμη και με τη βία, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος που αναγνωρίστηκε από τους τοπικούς παράγοντες φρούραρχος της Αθήνας.15  Κατά τον Μακρυγιάννη, ο Ανδρούτσος επέβαλε επίσης ένα καθεστώς αυθαιρεσίας και κατάχρησης του πλούτου που βρήκε στην Ακρόπολη. Ο ιστορικός Βακαλόπουλος θεωρεί ότι οι κατηγορίες αυτές είναι μάλλον υπερβολικές, αναγνωρίζει όμως ότι «ο Μακρυγιάννης με την αυστηρή, αλλά δίκαιη στάση του κατορθώνει να επιβάλει την τάξη και να συνετίσει τους παλληκαράδες, τους νταήδες που τρομοκρατούσαν τους φιλήσυχους πολίτες».16

Σε ό,τι αφορά τα οικονομικής φύσης αδικήματα, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το πιο συνηθισμένο αδίκημα ήταν αυτό της φοροδιαφυγής, ουσιαστικά της άρνησης καταβολής των φόρων που υποχρεωτικά επέβαλλε η επαναστατική κυβέρνηση. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, στις 13 Ιουλίου 1829, (επί Καποδίστρια και πριν από την Ανεξαρτησία του Φεβρουαρίου 1830) κατατέθηκε ο γενικός ισολογισμός της προηγούμενης περιόδου. Σ’ αυτόν καταγράφηκαν ποσά που είχαν καταστεί εισπρακτέα ή πληρωτέα αλλά δεν είχαν καταβληθεί. Μία άλλη συχνή περίπτωση ήταν οι καταχρήσεις από άτομα που είχαν αποκτήσει πολιτική ή/και στρατιωτική ισχύ κι από ενοικιαστές φόρων.17 Τέλος, υπάρχουν αρκετές αναφορές για ιδιοποίηση εθνικών κτημάτων από ισχυρά πρόσωπα χωρίς να τηρούνται οι επίσημοι όροι.18 Σήμερα, τέτοιου είδους γεγονότα, θα χαρακτηρίζονταν σκάνδαλα και θα απασχολούσαν την κοινή γνώμη και ενδεχομένως τις διωκτικές αρχές⸱ μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι στη διάρκεια της Επανάστασης, ήταν εξαιρετικά απίθανο να διώκονταν οι καταχραστές δημοσίου χρήματος και περιουσίας. Και βέβαια θα ήταν μάλλον αφελές εκ μέρους μας, να περιμένουμε ότι οι πρόγονοί μας θα ήταν υπεράνω υλικών αγαθών και πως δε θα υπήρχαν αυτοί που εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους θα κοίταζαν να καλύψουν έστω ένα μέρος όσων είχαν ξοδέψει ή θυσιάσει για τον Αγώνα. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Αναφέρεται ενδεικτικά ότι το καλοκαίρι του 1823 στη Σύρο, τη Νάξο, στη Σαντορίνη κ.α., δεν αποδέχθηκαν τον έλεγχο των αστυνομικών αρχών που είχε εγκαταστήσει η διοίκηση, την πληρωμή τελωνειακών τελών και δεκάτων. Η διένεξη πάντως ξεπεράστηκε και σύντομα τα νησιά αποδέχτηκαν το νέο καθεστώς. Ειδικά όμως το ζήτημα της φορολογίας των επαρχιών εξαρτήθηκε κατά καιρούς από τις μεταβαλλόμενες αλλά και από τις τοπικές συνθήκες. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, ο πόλεμος, οι ανάγκες άμεσης τροφοδοσίας των στρατευμάτων που πολεμούσαν και δεν μπορούσαν να περιμένουν τις διαδικασίες φορολόγησης της διοίκησης για να τους εξασφαλίσει τα αναγκαία, η επιρροή τοπικών αρχόντων, όλα αυτά δεν επέτρεπαν την ομαλή είσπραξη των φόρων όπως την είχε καθορίσει η κεντρική διοίκηση.19

Στις 29 Ιανουαρίου 1829 ο Καποδίστριας δημοσίευσε τον «Κανονισμόν της Αστυνομίας και των καθηκόντων αυτής». Για να έχουμε μια εικόνα των ζητημάτων ασφάλειας που απασχολούσαν την περίοδο του Καποδίστρια, τα καθήκοντα αυτά ήταν: ο έλεγχος των αλλοδαπών και των κατοίκων άλλων επαρχιών, η παρακολούθηση και καταστολή συνωμοσιών, ο έλεγχος της οπλοφορίας, των επαιτών, των λεσχών και των καφενείων, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων και αυτά της δικαστικής αστυνομίας. Όπως παρατηρεί ο Ασπρέας, κλοπές και άλλα συναφή αδικήματα δεν ήταν δυνατόν να σημειωθούν εκείνη την περίοδο στο Ναύπλιο διότι όλοι οπλοφορούσαν και «είχαν συνηθίσει να προφυλάσσονται αφ’ εαυτών αλλά και να χειροδικούν σκληρώς και αιματηρώς». Η συνηθέστερη τιμωρία όσων έκλεβαν ή εξαπατούσαν ήταν ο ξυλοδαρμός από τους πολίτες που τους συνελάμβαναν, έργο που συμπλήρωναν οι πολιτοφύλακες.

Τα περιστατικά βίας δεν έλειπαν φυσικά. Αναφέρεται το παράδειγμα του οπλαρχηγού Χατζηχρήστου που έκοψε με το γιαταγάνι του το αυτί ενός δύστυχου υπηρέτη του επειδή από απροσεξία του έριξε κάτω το τσιμπούκι και το πέταξε στα πόδια ενός πολιτάρχη. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον όπου επικρατούσε η αυτοδικία, κατά κανόνα του ισχυρότερου, οι δικαιοδοσίες της πολιταρχίας περιορίζονταν κυρίως στις αγορανομικές.20

Ενδεικτικό επίσης της κατάστασης που επικρατούσε είναι το περιστατικό με την κλοπή του αλόγου του ίδιου του Μακρυγιάννη, διορισμένου από τον Καποδίστρια για την τήρηση της τάξης, από καλόγερους που λυμαίνονταν την περιοχή του Μεγάλου Σπηλαίου, αρπάζοντας από τους εξαθλιωμένους κατοίκους και τα ελάχιστα που είχαν. Ο Μακρυγιάννης με τους άντρες του οργάνωσαν κανονική επίθεση προκειμένου να καταβάλουν τους οχυρωμένους στο σαν κάστρο μοναστήρι τους: «Κολλήσαμεν, τους πιάσαμεν. Τους έριξα ένα ξύλο παστρικό και τους διάταξα γιατί να φέρωνται τοιούτως και τυραννικώς εις τους ανθρώπους⸱ πώς θα πάμε ομπρός μ’ αυτό;» 21

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ακολούθησε μια περίοδος χάους και πλήρους αναρχίας και ασυδοσίας που τερματίστηκε με την άφιξη του Όθωνα τον Ιανουάριο του 1833. Τα καθήκοντα αστυνόμευσης ανέλαβε τότε το σώμα των 5.000 Βαυαρών στρατιωτών που συνόδευε τον νέο βασιλιά ως την ίδρυση της Χωροφυλακής την 1η Ιουνίου 1833, ημέρα των γενεθλίων του Όθωνα με βασιλικό διάταγμα.22

Αριστερά: το βασιλικό διάταγμα της 1ης Ιουνίου 1833 περί ίδρυσης Χωροφυλακής. Δεξιά: χωροφύλακες στη Χαλκίδα το 1835.

Η αναφορά σε παραβατικές ακόμη και εγκληματικές ενέργειες των αγωνιστών του ’21 μπορεί να απομυθοποιούν σ’ έναν βαθμό τη μάλλον ρομαντική αντίληψή μας για τους ήρωες της Επανάστασης. Θα πρέπει, ωστόσο, να συνειδητοποιήσουμε ότι καμία Επανάσταση στον κόσμο δεν είχε αδυναμίες γιατί ακριβώς οι φορείς της είναι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξάλλου είναι ίσως περισσότερο άξιοι θαυμασμού οι πρόγονοί μας, γιατί παρά τις αδυναμίες, τα λάθη, την έλλειψη πειθαρχίας, τη διχόνοια, τους ανταγωνισμούς και τα πάθη τους, πήραν την απόφαση ν’ αγωνιστούν δίνοντας και τη ζωή τους για την ελευθερία. Αν δε λάβουμε υπόψη μας την πλήρη ένδεια, την εξαθλίωση αλλά και στο καθεστώς ωμότητας, βιαιότητας και πλήρους αυθαιρεσίας στο οποίο είχαν γαλουχηθεί, αυτό μας κάνει να γινόμαστε λιγότερο επικριτικοί. Εξάλλου, τα παραδείγματα αυτοθυσίας ήταν πολύ περισσότερα από αυτά της ανομίας και της παραβατικότητας.

Τα παραδείγματα ηρωισμού ήταν πολλά, ήταν πραγματικά και είναι αυτά που έκριναν και το αποτέλεσμα, να υποχρεώσουν μια αυτοκρατορία στην πρώτη εδαφική απώλεια υπέρ ενός υποτελούς λαού και να μεταστρέψουν στην αρχικά απολύτως αρνητική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων. Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης λοιπόν πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν όσο υπάρχουν κοινωνίες, πόσο μάλλον κοινωνίες που βρίσκονται σε μία παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση.

 

Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Κατά καιρούς έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Κρήτης, Παλέρμου και Κύπρου. Από το 2009 ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στο Ναύπλιο.

 

Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της εναρκτήριας εκδήλωσης του 37ου συνεδρίου της Διεθνούς Ένωσης Αστυνομικών, Ναύπλιο, αίθουσα Βουλευτικού, 17 Σεπτεμβρίου 2021.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ασπρέας Γεώργιος 1953, «Εξέλιξις του αστυνομικού θεσμού από της απελευθερώσεως της Ελλάδος μέχρι σήμερον», Αστυνομικά Χρονικά, τ. 1, 1.6., σ. 4-12.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. ΣΤ΄, Εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 1982.

Δανούσης Κωνσταντίνος, Καραβίτης Γεώργιος, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, τυπογραφείο Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα, 2004.

Διακάκης Αντώνης, Το Μεσολόγγι στο 1821, πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή, Ασίνη, Αθήνα, 2019.

Μακρυγιάννη στρατηγού, Απομνημονεύματα, Μπάυρον, Αθήνα [χ.χ.].

Μιχαηλίδης Ιάκωβος Δ, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ο στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2020.

Μιχαηλίδης Ιάκωβος (επιμ.), Διήγησις συμβάντων τηςF ελληνικής φυλής από το α 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Η Καθημερινή, Αθήνα, 2020.

Μποζίκης Σίμος, Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία. Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους, Ασίνη, Αθήνα, 2020.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Προμαχώντας στο Μεσολόγγι, έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826, Εστία, Αθήνα, 2007.

Σφυρόερας Βασίλης, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως, 1822-1823», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1975, σ. 212-286.

Finlay George, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μτφρ. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, απόδοση στα Ν.Ε. Σφυρόερα Σοφία, Λιόντου Δάφνη, Το Βήμα, τ. Β΄, Αθήνα, 2021.

Χατζηαναστασίου Τάσος, Κασιμάτη Μαρία, Πολεμώντας το ’21, οι σημαντικότερες συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στη στεριά και στη θάλασσα μέσα από τις πηγές, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2020.

Χατζηκυριακίδης Κυριάκος Στ., Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Η καπετάννισσα της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2021.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ