Skip to main content

Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντόπουλος: Το Πανεπιστήμιο Σμύρνης (1920-1922) και η συμβολή του Ελληνικού Στρατού κατοχής στη συγκρότησή του

Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντόπουλος

 

Το Πανεπιστήμιο Σμύρνης (1920-1922) και η συμβολή του Ελληνικού Στρατού κατοχής στη συγκρότησή του

 

Ἐκπολιτιστική δράσις ἐν Μικρά Ασία

Η επιλογή της ιωνικής Σμύρνης ως έδρα του Πανεπιστημίου Σμύρνης (1920-1922) αντί της βαλκανικής Θεσσαλονίκης ή της «μυροβόλου» Χίου, δεν είναι βέβαιο αν ανήκει στον αρχιτέκτονα της Ελλάδας των «δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών» Ελευθέριο Κ. Βενιζέλο (1864-1936) ή τον φαναριώτικης καταγωγής και διεθνούς φήμης επιστήμονα Κωνσταντίνο Σ. Καραθεοδωρή (1873-1950) – το σημείο αυτό εξακολουθεί να απασχολεί τους ιστορικούς – αποτελεί, ωστόσο, μία επιλογή πάνω από όλα πολιτική.1

Το γεγονός ότι, τελικώς η Σμύρνη θεωρήθηκε καταλληλότερος τόπος για τη σύσταση του νέου ιδρύματος, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως οφείλεται μάλλον στο συμβολικό νόημα που της αποδόθηκε ως γέφυρας μεταξύ Δύσης και Ανατολής.2

Στο περιθώριο της συμπλήρωσης ενός αιώνα από την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από την αρχέγονη ιωνική γη, το διοικητικό έργο που επιτελέστηκε επί ημερών Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης (αναφέρεται ως Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης από την 1η Αυγούστου 1920 π.η., ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η συνθήκη των Σεβρών) παραμένει εν πολλοίς άγνωστο.

Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί, αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης η έρευνα που παρουσιάζεται στο πόνημα της ιστορικού Βικτώριας Γ. Σολομωνίδου «Greece in Asia Minor: The Greek Αdministration of the Vilayet of Aidin, 1919-1922» αναφορικά με τις συνθήκες που η Ελλάδα κλήθηκε εν αρχή να επιβλέψει την Οθωμανική (Τουρκική) Διοίκηση, από την οποία έπρεπε στη συνέχεια να αναλάβει το διοικητικό έργο που υλοποιήθηκε κατά τη χρονική περίοδο 1919-1922.3

Δύναται όμως να ισχυριστούμε βάσει των διαθέσιμων αρχειακών πηγών,4 πως το διοικητικό έργο της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης επικεντρώνεται κυρίως στους εξής τομείς:

Δημοσίων Έργων (έργα λιμενικά, οδοποιίας, γεφυροποιίας, ασύρματου τηλεγραφικού δικτύου),

Γεωργίας (ασφάλεια υπαίθρου, εισαγωγή σύγχρονων αρότρων από Αμερική, εισαγωγή μηχανικής καλλιέργειας, διανομή σπόρων σίτου και κριθαριού, εισαγωγή θειούχου χαλκού και θείου για την καταπολέμηση των φυτικών νόσων και των τρωκτικών, χορήγηση δανείων, ίδρυση φυτωρίου αμερικανικής ποικιλίας κλημάτων, σύσταση κτηνιατρικής υπηρεσίας),5

  • Δημοσίων Έργων (έργα λιμενικά, οδοποιίας, γεφυροποιίας, ασύρματου τηλεγραφικού δικτύου),
  • Γεωργίας (ασφάλεια υπαίθρου, εισαγωγή σύγχρονων αρότρων από Αμερική, εισαγωγή μηχανικής καλλιέργειας, διανομή σπόρων σίτου και κριθαριού, εισαγωγή θειούχου χαλκού και θείου για την καταπολέμηση των φυτικών νόσων και των τρωκτικών, χορήγηση δανείων, ίδρυση φυτωρίου αμερικανικής ποικιλίας κλημάτων, σύσταση κτηνιατρικής υπηρεσίας),5
  • Τ.Τ.Τ. (λειτουργία ταχυδρομικών και τηλεγραφικών τμημάτων σε όλη τη διοικούμενη Ζώνη Σμύρνης),
  • Δημόσιας Υγείας (καταπολέμηση λοιμωδών νόσων),
  • Τουρκικών Σχολείων (σύσταση αμιγώς τουρκικής υπηρεσίας περί των αναγκών της τουρκικής εκπαίδευσης, χωρίς να προβλέπεται ως μέριμνα της Ελληνικής Διοίκησης βάσει της Συνθήκης των Σεβρών),
  • Τουρκικών Υπηρεσιών (διατηρήθηκαν οι Διευθύνσεις Βακουφίων, Παιδείας, το Ορφανικό Ταμείο, Μουφτήδες, Ιεροδιδασκαλεία, για να μη θεωρείται από το τουρκικό στοιχείο ότι «επήλθε μεταβολή» στη μετάβαση από την Τουρκική στην Ελληνική Διοίκηση),
  • Πανεπιστήμιο (προορισμένον νὰ παρασκευάση παράγοντας δυναμένους ἐπιστημονικῶς νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου).
“Φως εξ Ανατολών”, το λεκτικό έμβλημα του Ιωνικού Πανεπιστημίου.

Βάσει του άρθρου 2 του Διατάγματος «Περί Ἱδρύσεως Πανεπιστημίου»6 της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης συστάθηκαν οι εξής Σχολές:

  • Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών και Μηχανικής,
  • Γεωπονίας,
  • Ανατολικών Γλωσσών.

Ενώ    ακολούθως,   βάσει    του    άρθρου    3    του    προαναφερθέντος    Διατάγματος, προσαρτήστηκαν στο Πανεπιστήμιο Σμύρνης τα εξής Παραρτήματα:

  • Ινστιτούτο Μικροβιολογίας και Υγιεινής,
  • Ανώτερη Εμπορική Σχολή,
  • Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδιδασκαλείο,
  • Σχολείο Χωρομετρών και Εργοδηγών,
  • Πρότυπο Αγρόκτημα με Σχολείο Μηχανικής Καλλιέργειας,
  • Βιβλιοθήκη.

Ως προς το σκοπό της ιδρύσεως του Πανεπιστήμιου Σμύρνης, είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα έκθεσης του Κ. Καραθεοδωρή «Περί τῆς ὀργανώσεως τοῦ Πανεπιστημίου Σμύρνης»,7 που αντικατοπτρίζει τόσο το πνεύμα, όσο και τις αναγκαιότητες που έπρεπε να εξυπηρετηθούν τη δεδομένη ιστορική περίοδο: «ἰδέα ἥτις ἀνέκαθεν ἀποτέλεσεν τήν βάσιν τῶν σκέψεών μου ἦτο ὅτι, προκειμένου νά ἱδρύσωμεν διανοητικόν κέντρον ἀνωτέρας μορφώσεως είς πόλιν μέχρι τοῦδε εστερημένην τοιούτου, δέν ἀρκεῖ  νά ἀντιγράφωμεν τό καταστατικόν ἀνάλογων ἱδρυμάτων ἡμετέρων ξένων, ἁλλά τι πρέπει νά δημιουργήσωμεν ὀργανισμόν προσαρμοσμένον εἰς τάς διανοητικάς καί οἰκονομικάς συνθήκας τού τόπου καί ἱκανοποιοῦντα τάς αμέσους ἀνάγκας αὐτοῦ».

Το κτίριο του Πανεπιστημίου Σμύρνης (1920-1922). Διακρίνεται η μαρμάρινη προσθήκη εξώστη σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου (1871-1939) εμπνευσμένη από την Ακαδημία Αθηνών. Παρέμεινε ωστόσο ανολοκλήρωτη. Σήμερα, το κτίριο του Πανεπιστημίου Σμύρνης λειτουργεί ως Λύκειο με την ονομασία İzmir Kız Lisesi (1923).

Ακαδημαϊκό προσωπικό και οργάνωση Πανεπιστημίου Σμύρνης

Στις 28 Οκτωβρίου 19208 με απόφαση του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Γ. Στεργιάδη (1861-1949) διορίζεται επίσημα ως Οργανωτής του Πανεπιστημίου Σμύρνης ο Κ. Καραθεοδωρή κατέχοντας παράλληλα την έδρα των Μαθηματικών. Η αρχική ομάδα των καθηγητών που πλαισίωσαν τον Κ. Καραθεοδωρή στο μεγαλόπνοο έργο συγκρότησης του Πανεπιστημίου, αποτελούνταν από τους:

  • Γεώργιο Χ. Ιωακείμογλου (1887-1979), με καταγωγή από τα Κούλα της Λυδίας. Ο Γ. Ιωακείμογλου θεωρείται ο θεμελιωτής της σύγχρονης φαρμακολογίας στην Ελλάδα. Διορίστηκε στην έδρα Μικροβιολογίας και Υγιεινής, αναλαμβάνοντας παράλληλα να προΐσταται της οργάνωσης όλων των υπηρεσιών δημόσιας υγείας της Σμύρνης.9
  • Φρίξο Ι. Θεοδωρίδη (1882-1982), με καταγωγή από τις Σέρρες. Διορίστηκε στην έδρα της Φυσικής10 αναλαμβάνοντας αντιστοίχως και τη διεύθυνση του Ινστιτούτου (Εργαστηρίου) Φυσικής της Σχολής Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών και Μηχανικής.
  • Θεολόγο Κεσσίσσογλου (1883-1926), με καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Διορίστηκε ως οργανωτής της Γεωπονικής Σχολής.11

Ιδιαίτερη μνεία χρήζουν οι διορισμοί του Γρηγόριου Π. Χατζηβασιλείου (1892- 1969), σεπτής πανεπιστημιακής μορφής (μετέπειτα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) και θεμελιωτή της Κοινωνικής Υγιεινής (Ιατρικής Στατιστικής) στην Ελλάδα καθώς και του Γερμανού Υγιεινολόγου Heinz (Heinrich) Zeiss (1888-1949).

Και οι δύο μαζί στελέχωσαν το Ινστιτούτο Μικροβιολογίας και Υγιεινής, της μοναδικής δομής του Πανεπιστημίου Σμύρνης που τέθηκε σε λειτουργία ήδη από τον Αύγουστο του 1922.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή.
Γεώργιος Χ. Ιωακείμογλου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος, με προτροπή του Κ. Καραθεοδωρή και απόφαση του Ύπατου Αρμοστή Α. Στεργιάδη, διορίζεται ως Μηχανικός Ακριβείας (Feinmechaniker) του Πανεπιστημίου ο Γερμανός Erich Paschkewitz, αναλαμβάνοντας τη συντήρηση του εργαστηριακού εξοπλισμού στα Εργαστήρια Φυσικής και Χημείας.Εικόνα

Για τη διοικητική οργάνωση του Πανεπιστημίου, συστήνεται από την Ελληνική Διοίκηση η «Υπηρεσία Οργανώσεως Πανεπιστημίου Σμύρνης» που εν αρχή στεγάζεται σε 4 μισθωμένα διαμερίσματα στον αριθμό 77 επί της διόδου Μπακιρτζιάν,12 στη συνοικία του Φραγκομαχαλά. Εν συνεχεία, από τον Απρίλιο του 1921, στεγάζεται στο ημιτελές κτίριο της οθωμανικής περιόδου, στις υπώρειες του λόφου Πάγου (186μ.) στο προάστιο της Μελαντίας (τουρκική ονομασία Karataş), στην εβραϊκή συνοικία της Σμύρνης. Πρόκειται για ένα εκ των τριών κτισμάτων που είχαν προταθεί ως καταλληλότερα για να στεγάσουν το νεωτεριστικό ίδρυμα.

 

Η συμβολή του Ελληνικού Στρατού κατοχής Σμύρνης στο έργο συγκρότησης του Πανεπιστημίου

Όπως τεκμηριώνεται από το αρχειακό υλικό, ο Κ. Καραθεοδωρή καθ’ όλη τη διάρκεια συγκρότησης του Πανεπιστημίου Σμύρνης είχε την αμέριστη αρωγή του Α. Στεργιάδη. Ο Ύπατος Αρμοστής υπήρξε ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής της δημιουργίας του Πανεπιστημίου ικανοποιώντας όλα τα αιτήματα που αφορούσαν είτε στο έμψυχο δυναμικό είτε στην υλικοτεχνική υποδομή του νεοσύστατου ιδρύματος.

Ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και ο συνταγματάρχης Θεόδωρος Πάγκαλος τον Οκτώβριο του 1920 στη Σμύρνη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η αγορά 398 διπλότυπων αντιτύπων της Βιβλιοθήκης του Παραρτήματος Σμύρνης, του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1921, την εποχή που λόγω της κατάρρευσης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας (1867-1918) επιβλήθηκε η εκκαθάρισή του. Τα σπάνια συγγράμματα, αναφορικά με τη μικρασιατική ιστορία στο διάβα των αιώνων, τα οποία είχαν συλλέξει οι Αυστριακοί Αρχαιολόγοι μεταξύ των ετών 1898-1921, αποτέλεσαν τη βάση για τη σύσταση του ιστορικού τμήματος της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου, με το αρκετά υψηλό χρηματικό αντίτιμο, ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, των 17.000 ελβετικών φράγκων καταβληθέντα σε χρυσό.13

Στις μέρες μας, τα εν λόγω συγγράμματα αποτελούν μέρος της Βιβλιοθήκης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.14

Διαφαίνεται όμως, πως ο Κ. Καραθεοδωρή είχε ή επεδίωξε να έχει, άμεση πρόσβαση σε όλους τους υψηλά ιστάμενους, είτε κρατικούς λειτουργούς είτε στρατιωτικούς αξιωματούχους της εποχής του, προς ευόδωση των σκοπών του, αναφορικά πάντοτε με τη συγκρότηση του Πανεπιστημίου.

Απτό παράδειγμα αλλά και δείγμα του τρόπου σκέψης του, αποτελεί η επιστολή που απέστειλε στις 10 Απριλίου 1921 στο Γενικό Διοικητή Ανατολικής Θράκης Χαρίσιο Η. Βαμβακά (1872-1952)15 ζητώντας του να αναζητήσει το σύγγραμμα του Dr. Rifaat Osmann Guide d’ Andrinople (1361-1919)16 που είχε εκδοθεί το 1920 στο Βιλαέτι Ανδριανουπόλεως ώστε να το συμπεριλάβει στον κατάλογο συγγραμμάτων της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου.

Αριστερά: Επιστολή Κ. Καραθεοδωρή προς τον Γενικό Διοικητή Ανατολικής Θράκης Χ. Βαμβακά, αναφορικά με την αναζήτηση του συγγράμματος του Dr. Rifaat Osmann για τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Δεξιά: Το εξώφυλλο του συγγράμματος Guide d’ Andrinople (1361-1919).

Παρ’ όλ’ αυτά, ως καταλυτικός παράγοντας, που συνέδραμε παντοιοτρόπως στη συγκρότηση του Πανεπιστημίου, υπήρξε ο Ελληνικός Στρατός κατοχής Σμύρνης.

Ο Ελληνικός Στρατός υποστήριξε κατά τα έτη παρουσίας του στην πόλη, τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και με συμπληρωματικές παρεμβάσεις, τα διάφορα στάδια εργασιών ολοκλήρωσης του κτιριακού συγκροτήματος.

Έχοντας συγκροτηθεί ο αρχικός πυρήνας του ακαδημαϊκού προσωπικού, στις 12 Νοεμβρίου 192017 ο Κ. Καραθεοδωρή αιτείται με την υπ’ αριθμό 1 αίτησή του ως Οργανωτής του Πανεπιστημίου, την τηλεφωνική σύνδεση των γραφείων της Υπηρεσίας Οργανώσεως του Πανεπιστημίου στη δίοδο Μπακιρτζιάν, η οποία και εκτελείται κατόπιν διαταγής του Διοικητή Στρατιάς Μικράς Ασίας Πτολεμαίου Σαρρηγιάννη (1882-1958) στις 24 Νοεμβρίου 192018 προς το Λόχο Τηλεγραφητών της Στρατιάς.

Αριστερά: Το υπ’ αριθμό 1 αίτημα της υπηρεσίας Οργανώσεως του Πανεπιστημίου για την τηλεφωνική σύνδεση των γραφείων της διόδου Μπακιρτζιάν. Δεξιά: Η διαταγή του Διοικητή Στρατιάς Μικράς Ασίας Π. Σαρρηγιάννη για την κατασκευή της τηλεφωνικής γραμμής.

Με ειδική διαταγή της Στρατιάς Μικράς Ασίας έπειτα από απόφαση του Ύπατου Αρμοστή, εγκρίνεται την 1η Δεκεμβρίου 192019 η απόσπαση του Νικόλαου Ι. Κριτικού (1894-1986), που υπηρετούσε τότε στη Μεραρχία Κυδωνιών, στην Υπηρεσία Οργανώσεως του Πανεπιστημίου, με χρέη γραμματέα του ιδρύματος.

Ο Ν. Κριτικός καθηγητής μετέπειτα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, κατέχοντας την έδρα των Ανώτερων Μαθηματικών και Θεωρητικής Μηχανικής, θα υπάρξει μέχρι και το τέλος της ζωής του Κ. Καραθεοδωρή εκ των πιο στενών συνεργατών του.

Ωστόσο, οι οικοδομικές εργασίες που υπολείπονται για την ολοκλήρωση του Πανεπιστημίου είναι πολλές και απαιτούν εργώδη συντονισμό. Με εντολή του Ε. Βενιζέλου20 η Ανώνυμος Οικοδομική Εταιρεία «Ο Τέκτων» ιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Αλέξανδρου Δ. Ζαχαρίου (1869-1938) θα αναλάβει τα έργα αποπεράτωσης.

Το γραφείο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή στο Ιωνικό Πανεπιστήμιο.

Καθώς όμως ο Κ. Καραθεοδωρή φέρει μια ευρεία πανεπιστημιακή κουλτούρα από τα διαφορετικά γερμανικά Πανεπιστήμια που έχει διδάξει, ως άμισθος υφηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν και ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αννόβερου, το Πολυτεχνείο του Μπρεσλάου (Βρότσλαβ, νυν πολωνική επικράτεια) και στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, δεν αρκείται μόνο στη δημιουργία ενός Πανεπιστημίου στην εγγύς Ανατολή, αλλά ενός Πανεπιστημίου που όμοιό του δεν έχει γνωρίσει η καθ’ ημάς Ανατολή.

Ψήγμα της κουλτούρας του αυτής, αποτελεί η επιστολή προς τη Χαρτογραφική Ομάδας Μικράς Ασίας στις 9 Φεβρουαρίου 192121 σχετικά με τη σχεδίαση του χάρτη (κλίμακας 1:500) του λόφου Μπαχρή Μπαμπά (Bahri Baba) όπως και του γηπέδου του Πανεπιστημίου, ευχαριστώντας ιδιαίτερα τον Ταγματάρχη Μαγκανάρη και το Λοχαγό Πυροβολικού Ν. Νικολαΐδη για την ακρίβεια της εργασίας που υπέβαλαν στην Ύπατη Αρμοστεία στις 27 Ιανουαρίου 1921.22 Ως προς το γήπεδο του Πανεπιστημίου, ο Κ. Καραθεοδωρή στην ευχαριστήρια επιστολή του, σημειώνει πως αυτό θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σημείο του γεωδαιτικού δικτύου της κατοχικής ζώνης για σύνδεση με το αντίστοιχο της μητροπολιτικής Ελλάδας, αλλά και για τη διδασκαλία του σχετικού μαθήματος, αναφερόμενος προφανώς στο Σχολείο Χωρομετρών και Εργοδηγών ως δομής του Πανεπιστημίου.

Αριστερά: Επιστολή της Χαρτογραφικής Ομάδας Μικράς Ασίας στην Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης αναφορικά με την υποβολή του σχεδίου του γηπέδου του Πανεπιστημίου Σμύρνης. Δεξιά: Ευχαριστήρια επιστολή του Κ. Καραθεοδωρή στη Χαρτογραφική Ομάδα Μικράς Ασίας.

Το Μάρτιο του 1921, σε μία κίνηση με υψηλό συμβολισμό ένεκα της Εκατονταετηρίδας από την Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821, ο Κ. Καραθεοδωρή ανταποκρινόμενος θετικά σε σχετικό ερώτημα του επικεφαλής της φρουράς φύλαξης του ιδρύματος, συναινεί ώστε να υψωθεί η ελληνική σημαία στο κτίριο του Πανεπιστημίου με τη σταλθείσα απαντητική επιστολή του στις 22 Μαρτίου 1922.23

Αριστερά: Επιστολή του Κ. Καραθεοδωρή για ύψωση της ελληνικής σημαίας στο κτίριο του Πανεπιστημίου λόγω της εθνικής εορτής. Δεξιά: Το Πανεπιστήμιο Σμύρνης με υψωμένη την ελληνική σημαία. Διακρίνεται η πινακίδα με την αναγραφή Le Béton Armé. Η οικοδομική εταιρεία «Τέκτων» του Α. Ζαχαρίου ειδικεύονταν στα έργα οπλισμένου σκυροδέματος από τις αρχές του 20ού αιώνα μέσω της εταιρείας «Τιτάν».

Διανύοντας την Άνοιξη του 1921 οι οικοδομικές εργασίες εντός του πανεπιστημιακού κτιρίου σημειώνουν πρόοδο και ο Κ. Καραθεοδωρή με νέα επιστολή του στις 5 Απριλίου 192124 προς τη Διεύθυνση Τηλεγραφικής Υπηρεσίας της Στρατιάς Μικράς Ασίας αιτείται εκ νέου, αυτή τη φορά, την κατασκευή τηλεφωνικής σύνδεσης στο πανεπιστημιακό κτίριο με την τοποθέτηση της αντίστοιχης τηλεφωνικής συσκευής και σύνδεσης με το τηλεφωνικό κέντρο της Ελληνικής Διοίκησης. Η Διεύθυνση Τηλεγραφικής Υπηρεσίας της Στρατιάς Μικράς Ασίας με την από 13 Απριλίου 192125 απαντητική της επιστολή προς τον Κ. Καραθεοδωρή, τον ενημερώνει για την αδυναμία εγκατάστασης λόγω έλλειψης του σχετικού υλικού.

Και ενώ οι εργασίες αποπεράτωσης βαίνουν τάχιστες, ο αρχικός σχεδιασμός προβλέπει την έναρξη των μαθημάτων τον Οκτώβριο του 1922 με την εγγραφή των πρώτων φοιτητών του Πανεπιστημίου. Προκύπτει ανάγκη ενίσχυσης σε εξειδικευμένο προσωπικό όπως αποτυπώνεται σε επιστολή του Α. Στεργιάδη προς τη Στρατιά Μικράς Ασίας στις 27 Απριλίου 1921,26 αναφορικά με την απόσπαση του Δεκανέα Μιχαήλ Ζούλα (σχεδιαστή Α’ Τάξεως του Υπουργείου Συγκοινωνίας) από το Έμπεδο Στρατιάς Μικράς Ασίας στην Υπηρεσία Οργανώσεως του Πανεπιστημίου, ως προς την εκπόνηση των επειγόντων διαγραμμάτων του Πανεπιστημίου. Όμως, λόγω της ήδη απόσπασης του Μ. Ζούλα στη Χαρτογραφική Ομάδα Μικράς Ασίας, η νέα απόσπαση δεν εκτελείται άμεσα και ο Κ. Καραθεοδωρή αιτείται ξανά την απόσπαση του Μ. Ζούλα με επιστολή του στις 15 Μαΐου 192127 στο 1ο Γραφείο Στρατιάς Μικράς Ασίας. Ο Διοικητής Στρατιάς Μικράς Ασίας Κωνσταντίνος Πάλης (1871-1941) με σημείωμά του στις 20 Μαΐου 192128 προς την Υπηρεσία Οργανώσεως του Πανεπιστημίου ενημερώνει πως με δική του διαταγή ο Μ. Ζούλας έχει ήδη αποσπαστεί.

Αριστερά: Επιστολή του Α. Στεργιάδη προς τη Στρατιά Μικράς Ασίας αναφορικά με την απόσπαση του Δεκανέα Μιχαήλ Ζούλα στην Υπηρεσία Οργανώσεως του Πανεπιστημίου. Δεξιά: Επιστολή του Διοικητή Στρατιάς Μικράς Ασίας Κ. Πάλη αναφορικά με τη διαταγή απόσπασης του Μ. Ζούλα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημείωμα της Ανώτερης Γενικής Στρατιωτικής Διοίκησης στις 28 Αυγούστου 192129 αναφορικά με την απόσπαση ενός υπαξιωματικού και τριών οπλιτών για τη φρούρηση ελαφροποινιτών καταδίκων που εργάζονται στα έργα κατασκευής της οδού Πανεπιστημίου. Όπως σημειώνεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας Αμάλθεια στις 16 (29) Ιουλίου 1922,30 η λεωφόρος Πανεπιστημίου που διέρχονταν από το Στρατώνα προς το Πανεπιστήμιο είναι η πρώτη ασφαλτοστρωμένη οδός που κατασκευάστηκε στη Σμύρνη.

Αριστερά: Σημείωμα της Ανώτερης Γενικής Στρατιωτικής Διοίκησης ως προς την απόσπαση ενός υπαξιωματικού και τριών οπλιτών για τη φύλαξη ελαφροποινιτών καταδίκων που εργάζονταν στα έργα κατασκευής της οδού Πανεπιστημίου. Δεξιά: Το δημοσίευμα της εφημερίδας Αμάλθεια αναφορικά με τις εργασίες περάτωσης της κατασκευής της λεωφόρου Πανεπιστημίου.

Παράλληλα, καθ’ όλο το έτος του 1921 παραλαμβάνονται συνεχώς κιβώτια από το εξωτερικό που περιέχουν υλικοτεχνικό και εργαστηριακό εξοπλισμό, τα οποία και εναποθέτονται προς φύλαξη στο κτίριο του Πανεπιστημίου. Για τη φύλαξη του σχετικού εξοπλισμού όπως σημειώνει ο Κ. Καραθεοδωρή σε επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου 192131 προς το Φρουραρχείο Σμύρνης, έχει αναλάβει νυχτερινή φρουρά τριών ανδρών από τον 3ο Λόχο του Έμπεδου Μπαλτζόβας. Καθότι η σχετική φρουρά αποχώρησε, ο Κ. Καραθεοδωρή αιτείται την αντικατάστασή της, καθώς φυλάσσονταν η πίσω πλευρά του πανεπιστημιακού κτιρίου όπου και αποθηκεύονταν τα κιβώτια. Σε απαντητική επιστολή στις 20 Δεκεμβρίου 192132 το Φρουραρχείο Σμύρνης προβαίνει στην επαναφορά της συγκεκριμένης φρουράς.

Το 1922 θα αποτελέσει έτος ορόσημο για την ιστορία του ελληνισμού βάσει των γεγονότων που συντελέστηκαν. Τίποτα τέτοιο δε διαφαίνεται στις αρχές του 1922 και ενώ οι εργασίες βαίνουν συνεχόμενες και πυρετώδεις για την ολοκλήρωση των εργασιών στο πανεπιστημιακό κτίριο.

Με επιστολή του προς τη Διεύθυνση Ταχυδρομικών και Τηλεγραφικών Τμημάτων της Ελληνικής Διοίκησης στις 18 Φεβρουαρίου 1922,33 ο Κ. Καραθεοδωρή αναφέρει πως η τηλεφωνική σύνδεση του Πανεπιστημίου διεξάγεται μέσω του τηλεφωνικού κέντρου της Στρατιάς Μικράς Ασίας, με αποτέλεσμα τη συχνή δυσκολία στην επικοινωνία. Ως εκ τούτου, αιτείται τη σύνδεση του Πανεπιστημίου με το τηλεφωνικό κέντρο του Διοικητηρίου.

Στις 24 Μαΐου 192234 ο Κ. Καραθεοδωρή θα αποστείλει ακόμα μία επιστολή προς το Διοικητή του Συντάγματος του Έμπεδου Μπαλτζόβας, αιτούμενος την παράταση αναστολής προσέλευσης του Στέλιου Κ. Κοντάρα, ο οποίος εργάζεται ως επιστάτης στις εργασίες επίχρισης των κτιρίων του Πανεπιστημίου, των οποίων η αποπεράτωση (όπως σημειώνεται) επείγει.

Η ανάγκη σε σχεδιαστές αναφορικά με τις εργασίες διαρρύθμισης του πανεπιστημιακού συγκροτήματος, ήταν εξαρχής επιτακτική όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα σχετικά αιτήματα της Υπηρεσίας Οργανώσεως του Πανεπιστημίου. Στις 9 (22) Ιουνίου 192235 ο Κ. Καραθεοδωρή θα αποστείλει επιστολή στη Στρατιά Μικράς Ασίας με την οποία αιτείται την απόσπαση του σχεδιαστή Αντωνίου Παβέλλα στη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Ελληνικής Διοίκησης έπειτα από τη σχετική απόφαση του Ύπατου Αρμοστή.

Στις προθέσεις του Κ. Καραθεοδωρή περιλαμβάνεται και η δημιουργία Μετεωρολογικού Σταθμού στο Πανεπιστήμιο Σμύρνης, όπως προκύπτει από τη σχετική επιστολογραφία του με τον Διευθυντή του Αστεροσκοπείου Αθηνών Δημήτριο Γ. Αιγινήτη (1862-1934). Στην επιστολή του με ημερομηνία 14 Ιουνίου 1922,36 μεταξύ όλων των άλλων ζητά από τον Δ. Αιγινήτη πληροφορίες ως προς την επιστημονική αξία του μετεωρολόγου Χρήστου Παπαναστασίου που υπηρετούσε στη Στρατιά Μικράς Ασίας και είχε χρηματίσει κατά το παρελθόν βοηθός του. Όπως σημειώνει ο Κ. Καραθεοδωρή, ο Χ. Παπαναστασίου είχε προσφερθεί να βοηθήσει στην εγκατάσταση του Μετεωρολογικού Σταθμού του Πανεπιστημίου.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το δημοσίευμα της εφημερίδας Αμάλθεια στις 16(29) Ιουνίου 1922,37 στο οποίο γίνεται αναφορά στην επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Στρατηγός Αλέξανδρος Κοντούλης (1858-1933) στο Πανεπιστήμιο της πόλης.

Στρατηγός Αλέξανδρος Κοντούλης.

Οι εντατικές εργασίες για την αποπεράτωση του Πανεπιστημίου έτυχαν και εργατικών ατυχημάτων. Με την επιστολή του στις 21 Ιουνίου 192238 προς τη Διεύθυνση Στρατιωτικών Νοσοκομείων, ο Κ. Καραθεοδωρή ζητά να ενημερωθεί ως προς τη νοσηλεία του Βασίλειου Μανωλόπουλου που τραυματίστηκε στα έργα κατασκευής του Πανεπιστημίου.

Ενώ, με την από 10η Αυγούστου 192239 επιστολή του Κ. Καραθεοδωρή προς το Διοικητή του Όρχου Πυροβολικού Σμύρνης, αναφορικά με τον αποσπασμένο στο Αρχιτεκτονικό Γραφείο του Πανεπιστημίου Δεκανέα Θεόδωρο Φοίφα, αιτείται την παράταση της αναβολής του (προφανώς μετά από κάποιο ατύχημα) που του είχε χορηγήσει το 1ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Σμύρνης της Στρατιάς Μικράς Ασίας δια του Διευθυντή του Υπολοχαγού Αλέξανδρου Πασχάλη στις 17 Αυγούστου 1921.40 Ο Θ. Φοίφας απασχολούνταν ως επιστάτης επί των σιδηρουργικών εργασιών στο πανεπιστημιακό συγκρότημα και ενώ ο Κ. Καραθεοδωρή αναφέρει πως είναι πολύ χρήσιμος στις οικοδομικές εργασίες, ο ίδιος παραπονείται πως δεν είναι εντελώς υγιής για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.

Ήδη από τις αρχές Αυγούστου του 1922 διαφαίνεται πως η Μικρασιατική Εκστρατεία δε θα έχει επιτυχή κατάληξη. Παρά ταύτα, η Υπηρεσία Οργανώσεως Πανεπιστημίου Σμύρνης εξακολουθεί να εργάζεται με προσήλωση στα έργα αποπεράτωσης των κτιριακών εγκαταστάσεων με γνώμονα τη συγκρότηση του Πανεπιστημίου. Ο ρυθμός όμως των εξελίξεων είναι καταιγιστικός και ανατρέπει τους όποιους σχεδιασμούς. Απόδειξη της ανεξέλεγκτης τροπής της καταστάσεως, αποτελεί η διαταγή41 του Αρχηγού Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιου Ν. Χατζανέστη (1863-1922) για υποχρεωτική κατάταξη των Ελλήνων υπηκόων ή Ελλήνων στο γένος, που διαμένουν τόσο εντός της κατεχόμενης από τον Ελληνικό Στρατό Ζώνη της Σμύρνης όσο και της Θράκης, από τις 24 έως τις 31 Αυγούστου 1922. Ο Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης Πέτρος Ν. Γουναράκης (1893-1976) κοινοποιεί κατεπειγόντως με εμπιστευτική επιστολή στις 16 Αυγούστου 192242 την προαναφερθείσα διαταγή προς όλη τη διοικητική δομή της Ελληνικής Διοίκησης. Η υποχρεωτική κατάταξη όλων των στρατεύσιμων υπαλλήλων κρίνεται επιτακτική, έχοντας την υποχρέωση να συμπληρώσουν τα στρατολογικά τους στοιχεία και να τα προσκομίσουν στη Γενική Γραμματεία (Γραφείο Ύπατου Αρμοστή) μέχρι το απόγευμα της 20ής Αυγούστου 1922. Εν τω μεταξύ η καταστροφή είχε επέλθει.

Αριστερά: Εμπιστευτική επιστολή της Ελληνικής Διοίκησης με κοινοποίηση της διαταγής του Αρχηγού Στρατιάς Μικράς Ασίας Γ. Χατζανέστη ως προς την κατάταξη είτε των Ελλήνων υπηκόων είτε των Ελλήνων στο γένος υπαλλήλων, διαμενόντων εντός της κατεχόμενη Ζώνης Σμύρνης και Θράκης. Δεξιά: Η Διαταγή του Αρχηγού Στρατιάς Μικράς Ασίας Γ. Χατζανέστη.

Universitas Litterarum

Αποτελεί πλέον ιστορικό δεδομένο, πολύ περισσότερο επιβεβαιώνεται και από τις εν λόγω αρχειακές πηγές, ότι ο Κ. Καραθεοδωρή αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στη δημιουργία του Πανεπιστημίου Σμύρνης. Ο ακαδημαϊκός Γ. Ιωακείμογλου αναφερόμενος στον Κ. Καραθεοδωρή σημειώνει πως: …Επελήφθη με μεγάλη δραστηριότητα και επιμέλεια του δυσχερούς έργου. Επέδειξε και στην περίπτωση αυτή τη μεγάλη του οργανωτική ικανότητα. Επεδίωκε την οργάνωση Πανεπιστημίου, το οποίο θα ήταν αληθινό universitas litterarum…43

Ας σημειωθεί ότι, ενδέχεται οι οργανωτικές ικανότητες που Κ. Καραθεοδωρή επέδειξε, να οφείλονται, εν μέρει, και στη στρατιωτική του εκπαίδευση, καθότι υπήρξε απόφοιτος της φημισμένης École Royale Militaire του Βελγίου.

Το αρχείο του Πανεπιστημίου Σμύρνης προσφέρει στον ερευνητή την ευκαιρία να εξαγάγει πολύτιμα συμπεράσματα για την ιστορία της εκπαίδευσης. Παράλληλα, λόγω των ειδικών ιστορικών συνθηκών, δίνει μία εικόνα της Μικρασιατικής Εκστρατείας διαφορετική από αυτή που προκύπτει μέσα από τη μελέτη των μαχών, των κρατικών ή στρατιωτικών εγγράφων. Προσφέρει ένα στιγμιότυπο της ζωής των ακαδημαϊκών πολιτών εν μέσω πολέμου και αφηγείται την ιστορία της προσπάθειας οργάνωσης ενός υπερεθνικού και πολύ-πολιτισμικού φορέα, την ίδια στιγμή που τα όπλα εκατέρωθεν των αντιμαχόμενων στρατοπέδων υπηρετούν σκοπούς εθνικούς.44

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γενικού Πρόξενου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στη Σμύρνη το 1922 George Horton (1859-1942), ο Κ. Καραθεοδωρή ήταν: Ένας από τους τελευταίους Έλληνες που είδα στους δρόμους της Σμύρνης πριν την είσοδο των Τούρκων. Όταν αναχώρησε ο Κ. Καραθεοδωρή από τη Σμύρνη, ήταν σα να έφευγε από τη Μικρά Ασία η ενσάρκωση της ελληνικής ευφυίας στις τέχνες και τον πολιτισμό.45Ο μύθος θέλει τον Κ. Καραθεοδωρή να παραδίδει συμβολικά το κλειδί του Πανεπιστημίου Σμύρνης στον Νικόλαο Χ. Πλαστήρα (1883-1953).

Αριστερά: Ο Κ. Καραθεοδωρή την ημέρα της αποφοίτησής του από την École Royale Militaire του Βελγίου, με τη στολή του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Δεξιά: Ο Ν. Πλαστήρας σε φωτογραφία με ιδιόχειρη αφιέρωση στον Κ. Καραθεοδωρή. Λεπτομέρεια, το κάθε ένα εκ των διακριτικών στο μανίκι υποδηλώνει τα εξάμηνα υπηρεσίας στο πολεμικό μέτωπο (10 διακριτικά X 6 εξάμηνα = 5 έτη).

Δεν προκύπτει όμως η επιβεβαίωση της πράξης από τα γεγονότα και τα έως τώρα αρχειακά τεκμήρια. Συντηρεί όμως στη συλλογική, εθνική μας, μνήμη την επιστροφή στις αλησμόνητες Πατρίδες.

Το Πανεπιστήμιο Σμύρνης δεν εξέπεμψε το «Φῶς ἐξ Ἀνατολῶν» για το οποίο προορίζονταν. Δημιούργησε όμως ισχυρή παρακαταθήκη για τη μετέπειτα εξέλιξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Ο Κ. Καραθεοδωρή ταυτίστηκε με το Πανεπιστήμιο Σμύρνης όπως και το Πανεπιστήμιο Σμύρνης είναι ταυτισμένο με τον Κ. Καραθεοδωρή. Ως αλληλένδετες έννοιες, δε θα μπορούσαν να μνημονευθούν καλύτερα, πέραν της λυρικής στιχομυθίας με την οποία ο Γ. Ιωακείμογλου επέλεξε να χαρακτηρίσει τα έργα, τις ημέρες και εν τέλει τον ίδιο τον Κ. Καραθεοδωρή:

 

«Ό,τι παρήλθε πέρασε και δεν ξαναγυρίζει.

Μ’ αν είχε λάμψη δυνατή και πάλι θα φωτίζει».

 

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο μεγάλος Έλληνας μαθηματικός

Ο Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτορας
στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η ορχήστρα είναι γένους θηλυκού. Γυναίκες αρχιμουσικοί της εποχής μας

Το Πασχαλινό αφιέρωμα της Clio Turbata

 

Η ορχήστρα είναι γένους θηλυκού.

Γυναίκες αρχιμουσικοί της εποχής μας

 

Είναι νέες, γοητευτικές, απίστευτα ταλαντούχες, γεμάτες δυναμισμό, αυτοπεποίθηση, διαμορφωμένη άποψη και συγκεκριμένο όραμα. Ο λόγος για τις γυναίκες αρχιμουσικούς, οι οποίες κατά την τελευταία δεκαετία έχουν αρχίσει να κατακλύζουν τις αίθουσες συναυλιών. Σε βαθμό, μάλιστα, που έχουν επινοηθεί νεολογισμοί (Maestra, cheffe κλπ), προκειμένου να αποδοθεί ορθότερα η νέα πραγματικότητα. Ο μεγάλος Αμερικανός αρχιμουσικός Lorin Maazel, λίγο προτού φύγει από τη ζωή, δήλωνε πεπεισμένος ότι το μέλλον της ορχήστρας ανήκει στις γυναίκες. Ουδείς γνωρίζει τι είδους βάθος χρόνου απέδιδε στον όρο “μέλλον”, ούτε κατά πόσο βρισκόμαστε, σήμερα, στο κατώφλι μιας ανατροπής στο χώρο της μουσικής. Ένα πράγμα είναι πάντως βέβαιο: τα τελευταία χρόνια αλώθηκε αμετάκλητα ένα από τα τελευταία ανδροκρατούμενα οχυρά. Λίγες, μόλις, δεκαετίες έχουν μεσολαβήσει από την εποχή που καταξιωμένες ορχήστρες όπως οι Φιλαρμονικές του Βερολίνου και της Βιέννης αρνούνταν κατηγορηματικά να προσλάβουν γυναίκες μουσικούς (ούτε λόγος, βέβαια, περί διεύθυνσης ορχήστρας). Όταν, μάλιστα, κατά την περίοδο 1982-1983 ο Herbert von Karajan προσέλαβε την κλαρινετίστα Sabine Meyer, η απαρτιζόμενη αποκλειστικά από άντρες ορχήστρα αντιτάχθηκε σθεναρά στην επιλογή με μια ψηφοφορία 73 προς 4. Το προβαλλόμενο επιχείρημα ήταν πως ο ήχος της σολίστ δεν ευθυγραμμιζόταν με εκείνον της ορχήστρας. Ο Karajan, από την πλευρά του, ήταν πεπεισμένος πως η αντίδραση των μουσικών υπαγορευόταν από σεξιστικά κίνητρα. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η σχέση του Karajan με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου επιδεινώθηκε εξαιτίας του παραπάνω επεισοδίου, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να υποβάλει παραίτηση τον Απρίλιο του 1989. Όταν, το 2007, η διοίκηση της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαλτιμόρης επέλεξε την Marin Alsop ως την επόμενη μόνιμη αρχιμουσικό, τα μέλη της ορχήστρας αντέδρασαν στον διορισμό σε ποσοστό 90%! Η προσωπικότητα και το ταλέντο της καλλιτέχνιδος συνέβαλαν ώστε να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις, με αποτέλεσμα σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Alsop να έχει μόλις ολοκληρώσει τη θητεία της επικεφαλής της ορχήστρας στο πλαίσιο μιας εποικοδομητικής εκατέρωθεν συνεργασίας. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα είδαμε γυναίκες να αναλαμβάνουν τη διεύθυνση μεγάλων μουσικών συγκροτημάτων. Η Marin Alsop, ηγείται ταυτόχρονα και της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας της Βιέννης, η Karina Canellakis της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας ούσα, ταυτόχρονα, πρώτη επισκέπτρια αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου, η Simone Young, έπειτα από μια πετυχημένη θητεία ως επικεφαλής της Όπερας του Αμβούργου και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της ίδιας πόλης, αναλαμβάνει οσονούπω την καλλιτεχνική διεύθυνση της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σίδνεϊ. Στο γειτονικό Μπρίσμπεϊν, η Allondra de la Parra πρόσφατα ολοκλήρωσε μια υποδειγματική τετραετή συνεργασία με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Κουίνσλαντ. Η Susanna Mälkki κοσμεί με την παρουσία της την παραγωγικότατη σημερινή γενιά των Φινλανδών αρχιμουσικών ως επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ελσίνσκι, ενώ ακολουθεί παράλληλα μια εντυπωσιακή διεθνή σταδιοδρομία. Η Mirga Gražinytė-Tyla εδώ και μερικά χρόνια ηγείται της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μπέρμιγχαμ (μιας από τις ιστορικές μεγάλες βρετανικές ορχήστρες). Στην Ελλάδα, εδώ και τέσσερα χρόνια τα ηνία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης ανήκουν στα έμπειρα χέρια της Ζωής Τσόκανου. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, γυναίκες αρχιμουσικοί προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, ιδρύοντας νέα μουσικά συγκροτήματα. Σήμερα, ο αριθμός είναι πράγματι εντυπωσιακός. Μια πρόχειρη έρευνα ανεβάζει τις γυναίκες αρχιμουσικούς όλων των εποχών σε 90! Χάρη στην παρουσία τους, προσθέτουν μια πινελιά φινέτσας, φαντασίας και αμέριστης φροντίδας στα έργα που ερμηνεύουν. Η προσέγγισή τους δεν διαφέρει από εκείνη των ανδρών συναδέλφων τους. “Όταν ανεβαίνω στο βάθρο, ξεχνώ πως είμαι γυναίκα. Εκτελώ απλά το καθήκον μου”, διατείνεται η Ζωή Τσόκανου. Για το παρόν αφιέρωμα εστιάσαμε πάνω σε έντεκα αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις. Στην πλειοψηφία τους, τα παραδείγματα αυτά παρουσιάζονται υπό τριπλή οπτική: ένα μικρό απόσπασμα στην αρχή, μια συνέντευξη ή κάποιο ειδικό αφιέρωμα κατόπιν που επιτρέπουν να γνωρίσει κανείς την προσωπικότητα και τον εν γένει προβληματισμό των πρωταγωνιστριών, τέλος, την εκτέλεση ενός αυτοτελούς έργου ή, έστω, ενός αυτοτελούς μέρους μιας μεγαλύτερης σύνθεσης.

Θα ήταν κρίμα να διατρέξετε βιαστικά και διαγώνια το σημερινό δημοσίευμα. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσετε με προσοχή τις ερμηνείες των έργων, αλλά και το περιεχόμενο των συνεντεύξεων που ακολουθούν. Θα ανακαλύψετε έναν διαφορετικό τρόπο πρόσληψης και άσκησης του επαγγέλματος του αρχιμουσικού, εκ διαμέτρου αντίθετο από την εικόνα του μαέστρου- δικτάτορα που μονοπώλησε τον περασμένο αιώνα σχεδόν στο σύνολό του, αλλά που σήμερα αποτελεί πια κτήμα της ιστορίας. Οι καιροί έχουν αλλάξει, το δε αποτέλεσμα είναι εκτυφλωτικό. Απολαύστε το με την ησυχία σας!

Nadia Boulanger

H Nadia Boulanger (1887-1979) υπήρξε μουσικοσυνθέτης, πιανίστρια, διευθύντρια χορωδίας, διευθύντρια ορχήστρας. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, για πάνω από 70 χρόνια υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες παιδαγωγούς στο χώρο της μουσικής, εισάγοντας στη διδασκαλία της τις πιο προχωρημένες μεθόδους και τεχνικές της εποχής της. Μεταξύ των 1.200 μαθητών της, συναντά κανείς περίοπτα ονόματα όπως εκείνα των οι συνθετών Aaron Copland, George Gershwin, Elliot Carter, Darius Milhaud, Michel Legrand, και Philip Glass, των αρχιμουσικών Leonard Bernstein, Igor Markevitch, Daniel Barenboim κ.ά. Στα νιάτα της συνεργάστηκε με συνθέτες όπως ο Gabriel Fauré, o Camille Saint Saëns, ο Igor Stravinsky, o Georges Enescu και ο Maurice Ravel. Κομβική στιγμή της σταδιοδρομίας της υπήρξε η διδασκαλία στο Αμερικανικό Ωδείο του Φονταινεμπλώ, του οποίου διετέλεσε διευθύντρια από το 1948 έως τον θάνατό της. To 1912, σε ηλικία 25 ετών, διηύθυνε την πρώτη της συναυλία στο Παρίσι. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα αρχιμουσικός που διηύθυνε την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου (1936) και την Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης (1938). Μεταπολεμικά διηύθυνε περιστασιακά μεγάλα συγκροτήματα, όπως η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, η Ορχήστρα της Φιλαδέλφιας και η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον.

How Nadia Boulanger Raised a Generation of Composers

Δυστυχώς, σήμερα διασώζονται ελάχιστα ηχητικά τεκμήρια από τη δραστηριότητά της ως αρχιμουσικού. Ένα από αυτά είναι η ζωντανή ηχογράφηση του υπέροχου Requiem του Gabriel Fauré (του επονομαζόμενου και “νανουρίσματος του θανάτου” λόγω της τρυφερότητας που το χαρακτηρίζει), από συναυλία που πραγματοποιήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1962 στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης με σολίστ τους Reri Grist (υψίφωνο) και Donald Gramm (βαρύτονο). Η Boulanger διευθύνει τη χορωδία Choral Art και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μεγάλου αρχιμουσικού Bruno Walter, ο οποίος είχε αποβιώσει το πρωί της ίδιας ημέρας.

Gabriel Fauré: Requiem

 

Marin Alsop

Ο τρόπος, με τον οποίο η Marin Alsop διευθύνει την αρχή του εντυπωσιακού έργου Fanfare for the Common Man του Aaron Copland είναι ενδεικτικός του ρωμαλέου ύφους που διακρίνει τις ερμηνείες της. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 18 Αυγούστου 2012 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στο πλαίσιο του δημοφιλούς κύκλου BBC Proms. Ταυτόχρονα πρόκειται για την πρώτη περιοδεία (κατά κάποιο τρόπο επίδοση διαπιστευτηρίων) στην Ευρώπη της Κρατικής Συμφωνικής Ορχήστρας του São Paulo, της οποίας η Alsop διετέλεσε αρχιμουσικός μεταξύ των ετών 2012 και 2019.

Aaron Copland: Fanfare for the Common Man

Γεννημένη στη Νέα Υόρκη, σπούδασε βιολί στη φημισμένη Julliard School της αμερικανικής μεγαλούπολης. Για κάποιο χρονικό διάστημα μάλιστα, έπαιξε στους κόλπους της Φιλαρμονικής Ορχήστρας. Το 1989 κέρδισε το πρώτο βραβείο του φημισμένου διαγωνισμού διεύθυνσης ορχήστρας που φέρει το όνομα του αρχιμουσικού Sergei Koussevitzky στο Τάνγκελγουντ της Μασαχουσέτης, όπου γνώρισε τον μέντορά της, Leonard Bernstein. Μεταξύ των ετών 2002 και 2008 υπήρξε μόνιμη αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μπόρνμουθ. Το 2007 ανέλαβε τα ηνία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαλτιμόρης, μια συμπραξη, η οποία μέχρι πρότινος συνέχισε να αποδίδει καρπούς. Κατά τα έτη 2012-2019 ανέλαβε την Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα του São Paulo, της οποίας είναι σήμερα επίτιμη αρχιμουσικός. Έχει διευθύνει τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου και το ταλέντο της είναι αναγνωρισμένο ανά την υφήλιο.

 

First Woman Conductor of a Major American Orchestra

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του Αμερικανού John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο. Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του γραφής. Ο ρυθμός παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (Wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί. Η Marin Alsop επιστρέφει το 2014 στο Royal Albert Hall και στον κύκλο BBC Proms. Τη φορά αυτή διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC.

John Adams: Short Ride in a Fast Machine

 

Karina Canellakis

Το 2018, η Karina Canellakis έδωσε την πρώτη της συναυλία στη γαλλική πρωτεύουσα, στη νεότευκτη τότε εντυπωσιακή αίθουσα Pierre Boulez της Philharmonie de Paris. Διηύθυνε την Ορχήστρα του Παρισιού σε μια σειρά συναυλιών που εκμαίευσαν διθυραμβικές κριτικές και συνακόλουθη πρόσκληση για νέο κύκλο, δυο χρόνια αργότερα. Τον Σεπτέμβριο του 2019 της ανατέθηκε η εναρκτήρια συναυλία της περιόδου 2019-2020. Με την ίδια αφορμή, το όνομά της συμπεριλήφθηκε μεταξύ των επικρατέστερων υποψηφίων για την πλήρωση της κενής, τότε, θέσης του καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας (επελέγη τελικά ο Φινλανδός Klaus Mäkelä). Το στιγμιότυπο που ακολουθεί προέρχεται από τη γενική δοκιμή του 2018.

Sergei Rachmaninov: Symphonic Dances, Op. 45

Ελληνικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα και ρωσικής από εκείνη της μητέρας (αμφότεροι μουσικοί), η Karina Canellakis γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και ακολούθησε σπουδές βιολιού στο Curtis Institute of Music της Φιλαδέλφειας. Με αυτή την ιδιότητα έπαιξε στους κόλπους της φημισμένης Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγου και αργότερα διετέλεσε πρώτο βιολή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μπέργκεν. Ενόσω βρισκόταν στο Βερολίνο, ο αρχιμουσικός της ομώνυμης Φιλαρμονικής, Sir Simon Rattle, την προέτρεψε να στραφεί προς τη διεύθυνση ορχήστρας. Κατά τη διετία 2011-2013 παρακολούθησε σχετικά μαθήματα στη Julliard School. To 2014 και επί μια διετία άσκησε καθήκοντα βοηθού αρχιμουσικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ντάλας. Το 2015 διηύθυνε για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Αντικατέστησε την ύστατη στιγμή με μεγάλη επιτυχία τον ασθενούντα Nicolaus Harnoncourt επικεφαλής της Ορχήστρας Δωματίου της Ευρώπης. Τον Μάρτιο του 2018 διηύθυνε στο Άμστερνταμ για πρώτη φορά τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας. Η μεταξύ τους χημεία έπεισε τη διοίκηση της ορχήστρας να της προσφέρει τη θέση της μόνιμης αρχιμουσικού. Ανέλαβε καθήκοντα τον Σεπτέμβριο του 2019, με αρχικό συμβόλαιο τετραετούς διάρκειας. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα επικεφαλής μιας ολλανδικής ορχήστρας. Τον Σεπτέμβριο του 2021 το συμβόλαιό της ανανεώθηκε έως τον Ιούλιο του 2027. Τον Σεπτέμβριο του 2020, η Karina Canellakis ανέλαβε παράλληλα καθήκοντα πρώτης επισκέπτριας αρχιμουσικού της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου. Σήμερα είναι περιζήτητη ανά τον κόσμο.

Radio Filharmonisch Orkest | Interview Karina Canellakis

Η σύνθεση του συμφωνικού ποιήματος Θάνατος και Εξαϋλωση (Tod und Verklärung) του Richard Strauss (1864-1949) χρειάστηκε πάνω από έναν χρόνο έως ότου ολοκληρωθεί (Σεπτέμβριος 1888- Νοέμβριος 1889). Όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός καλλιτέχνη. Καθώς πλησιάζει το τέλος, μια σειρά από αναμνήσεις εναλλάσσονται η μια μετά την άλλη. Καλύπτουν την παιδική ανεμελιά, τους αγώνες της ενηλικίωσης, την επίτευξη των εγκόσμιων φιλοδοξιών, τέλος, την προσδοκώμενη, προερχόμενη από τα βάθη του παραδείσου, εξαϋλωση. Όπως συμβαίνει με όλα τα συμφωνικά ποιήματα του συνθέτη (Also spracht Zarathustra, Don Juan, Ein Ηeldenleben, Don Quichotte, Till Eulenspiegels lustige Streiche, Sinfonia Domestica, Eine Alpensinfonie, Le Bourgeois Gentilhomme), η μουσική είναι περιγραφική, κυριαρχεί, δηλαδή, το αφηγηματικό στοιχείο. Το συγκεκριμένο έργο απαρτίζεται από τέσσερα μέρη, που διαδέχονται το ένα το άλλο δίχως διακοπή: Largo (ο άρρωστος πρωταγωνιστής ευρισκόμενος στο κατώφλι του θανάτου), Allegro molto agitato (η μάχη μεταξύ ζωής και θανάτου δεν αφήνει περιθώριο συμβιβασμού στον πρωταγωνιστή), Meno mosso (το παρελθόν ξετυλίγεται μπροστά από τα μάτια του τελευταίου), Moderato (η εξαϋλωση). Το έργο απαιτεί τη χρήση μεγάλης ορχήστρας. Όπως συμβαίνει συχνά με τα συμφωνικά ποιήματα του Strauss, υπάρχει ταύτιση μεταξύ του πρωταγωνιστή και του συνθέτη. Το 1949, σχεδόν εξήντα χρόνια έπειτα από την πρώτη εκτέλεση, ο ετοιμοθάνατος, πλέον, Strauss, στρεφόμενος προς τη νύφη του, εκφράστηκε ως εξής: “Για σκέψου! Η πορεία προς τον θάνατο είναι ακριβώς έτσι όπως την έχω περιγράψει στο Θάνατος και Εξαϋλωση”. Το βαθειά ρομαντικό αυτό έργο εκτελείται από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ολλανδικής Ραδιοφωνίας στο πλαίσιο συναυλίας, η οποία πραγματοποιήθηκε την 1η Μαρτίου 2020 στην περίφημη αίθουσα Concertgebouw του Άμστερνταμ.

Richard Strauss: Tod und Verklärung, Op. 24


 

Ζωή Τσόκανου

Τον Σεπτέμβριο του 2018, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο μιας συναυλίας που συμπεριλάμβανε αποκλειστικά έργα γαλλικής μουσικής του τέλους του 19ου αιώνα και αρχών του 20ού, ερμήνευσε τα Τρία Νυκτερινά (Trois Nocturnes) του Claude Debussy. Στην προετοιμασία του τρίτου μέρους (Σειρήνες Sirènes), το οποίο προβλέπει χρήση γυναικείας χορωδίας, είναι αφιερωμένο το βίντεο που ακολουθεί.

Voci Contra Tempo – Making of Nocturnes, Debussy – Sirènes

Οι τύχες της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης έχουν εναποτεθεί από τον Ιούνιο του 2017 στα χέρια της Ζωής Τσόκανου. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, χάρη στην ακατάπαυστη προεργασία, ο ήχος της ορχήστρας αναβαθμίστηκε ποιοτικά, σε σημείο που δεν έχει, πλέον, να ζηλέψει τίποτα απολύτως από αντίστοιχα διεθνή συγκροτήματα, ενώ το ρεπερτόριο διανθίστηκε με τόλμη, φαντασία, φροντίδα και καλαισθησία. Η γεννηθείσα στη Θεσσαλονίκη αρχιμουσικός είναι αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ., ενώ συνέχισε ανώτερες σπουδές πιάνου και διεύθυνσης ορχήστρας στο Πανεπιστήμιο Τεχνών της Ζυρίχης (Zürcher Hochschule der Künste). Ήταν φιναλίστ για τη θέση του βοηθού αρχιμουσικού στην Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, ενώ επιλέχθηκε δύο συνεχόμενες χρονιές να συμμετάσχει στο Μaster Class διεύθυνσης ορχήστρας υπό την εποπτεία του πρόσφατα θανόντα μεγάλου Ολλανδού αρχιμουσικού Bernard Haitink, όπως επίσης και με τον David Zinman, την εποχή, κατά την οποία ο τελευταίος ηγείτο της Ορχήστρας Tonhalle της Ζυρίχης. Σε ερώτηση αν βίωσε ποτέ κάποια διάκριση εξαιτίας του φύλου της, απάντησε ως εξής: “Υπήρξα τυχερή, καθώς την εποχή που ξεκίνησα να παρακολουθώ εγώ τα μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας, υπήρχαν ήδη γυναίκες μαέστροι. Και όσο περισσότερες είμαστε, τόσο πιο δυνατές γινόμαστε. Η ορχήστρα λειτουργεί ακριβώς όπως μία κοινωνία. Δεν ήρθα ποτέ σε δύσκολη θέση επειδή ήμουν γυναίκα. Για αυτό όμως απαιτείται εμπειρία. Μέσω της εμπειρίας χτίζεται η αυτοπεποίθηση. Και η υγιής αυτοπεποίθηση είναι απαραίτητη για έναν μαέστρο. Ένας διευθυντής ορχήστρας πρέπει να αισθάνεται σιγουριά. Να λέει με τον τρόπο του στους μουσικούς ξέρω πώς να σας οδηγήσω για να κάνουμε μαζί αυτό το μουσικό ταξίδι. Και για αυτό χρειάζεται εμπειρία, γνώση και θέληση”.

 

H καλλιτεχνική Διευθύντρια της ΚΟΘ, Ζωή Τσόκανου στην ΕΡΤ3

Η σχεδόν άυλη ρευστότητα, ώστε ο ήχος να είναι εκείνος που προσλαμβάνει κάθε φορά το σχήμα το χώρου, αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Claude Debussy (1862-1918). Η μουσική του χαρακτηρίστηκε ως «ιμπρεσιονιστική» από τους συγχρόνους του, κάτι που ο συνθέτης είχε αρνηθεί επίμονα. Γενικά, ως εκφάνσεις του ιμπρεσιονισμού στην μουσική του θεωρούνται οι τονικές ασάφειες και η «θόλωση» της αρμονίας με τη χρήση ασυνήθιστων, για την εποχή, κλιμάκων και συνηχήσεων, η δομική απομάκρυνση από την κλασσική διαίρεση της φόρμας προς όφελος μιας πιο ελεύθερης μουσικής κατασκευής, οι ηχητικές «σκιάσεις» που προκαλούνται από μεγάλης ποικιλίας ενορχηστρωτικούς και εκφραστικούς χειρισμούς, τέλος, η αναζήτηση και η αποτύπωση του στιγμιαίου, καθώς ο Debussy είναι μικρογράφος στο σύνολο της μουσικής του παραγωγής. Το τελευταίο αυτό διακριτικό γνώρισμα λειτούργησε, πιθανότατα, ως αφορμή προκειμένου να αποδοθεί στον συνθέτη, ερήμην του, ο χαρακτηρισμός του ιμπρεσιονιστή. Ιμπρεσιονιστική ή μη, η ατμοσφαιρική διάσταση της μουσικής του Debussy δεν παύει να μαγεύει. Τα Τρία Νυκτερινά (Trois Nocturnes) είναι ένα συμφωνικό τρίπτυχο. Τα δυο πρώτα μέρη (Σύννεφα – Nuages και Γιορτές – Fêtes) εκτελέστηκαν για πρώτη φορά στις 9 Δεκεμβρίου 1900 στο Παρίσι. Δέκα μήνες αργότερα, στις 27 Οκτωβρίου, το έργο παρουσιάστηκε στην οριστική του μορφή, με την προσθήκη ενός τρίτου μέρους, το οποίο έφερε τον τίτλο Σειρήνες (Sirènes). Εδώ, ο Debussy προσεγγίζει, κάνοντας χρήση του αστείρευτου ταλέντου του, το θέμα της θάλασσας (το οποίο έμελλε να αναπτύξει διεξοδικότερα λίγα χρόνια αργότερα με το πλέον δημοφιλές, ίσως, έργο του, την Θάλασσα La Mer) συνδυάζοντάς το με τον κόσμο του ονείρου. Περιγράφοντας ο ίδιος το πνεύμα των Σειρήνων εκφράστηκε με τα ακόλουθα λόγια: “Πρόκειται για την θάλασσα και τον ακατάπαυστο ρυθμό της. Εν συνεχεία, μέσα από τα ασημένια κύματα που φεγγίζει η σελήνη, απλώνεται, γελά και περνά το μυστηριώδες τραγούδι των σειρήνων”. Αρχαιοπρεπής, η θεματολογία του τρίτου αυτού Νυκτερινού θυμίζει έντονα την παλαιότερη και ιδιαίτερα δημοφιλή σύνθεσή του Πρελούδιο στο Απομεσήμερο ενός Φαύνου (Prélude à l’après-midi d’un faune). Το κύριο χαρακτηριστικό των Σειρήνων είναι, αναμφίβολα, η χρήση μιας γυναικείας χορωδίας, απαρτιζόμενης κατά το ήμισυ από υψίφωνες και μεσόφωνες. Η τελευταία ενσωματώνεται στην ορχήστρα, καθότι τραγουδά δίχως λόγια. Η συναυλία που ακολουθεί (την οποία ο επιμελητής του παρόντος αφιερώματος ευτύχησε να παρακολουθήσει ζωντανά), πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 21 Σεπτεμβρίου 2018. Την χορωδία Voci Contra Tempo δίδαξε και προετοίμασε η Σοφία Γιολδάση.

 

Claude Debussy – Nocturnes, Nr. 3 Sirènes

 

Susanna Mälkki

Η μουσική του Jean Sibelius ρέει στις φλέβες και κάνει τις καρδιές των Φινλανδών να πάλλονται από συγκίνηση και υπερηφάνεια. Από τον παραπάνω κανόνα δεν εξαιρείται, όπως είναι φυσικό, η πολυπληθής και άκρως ταλαντούχα σημερινή γενιά των αρxιμουσικών με προέλευση αυτή την χώρα (Salonen, Kamu, Segerstam, Oramo, Sarastre, Vänskä, Storgårds, Franck, Mäkelä, Rouvali). Μέσα σε αυτό το στερέωμα, η Susanna Mälkki έχει καταθέσει το δικό της προσωπικό στίγμα, προσφέροντάς μας έναν Sibelius σαν αυτόν που ανέκαθεν αγαπήσαμε και προσδοκούμε να ακούμε. Αδιαμφισβήτητο τεκμήριο αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το φινάλε της 2ης συμφωνίας. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 10 Σεπτεμβρίου 2017 στην αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με την ομώνυμη μεγάλη και ιστορική ορχήστρα.

Jean Sibelius: Symphony No. 2, Finale

Η Susanna Ulla Marjukka Mälkki γεννήθηκε στο Ελσίνκι. Σπούδασε από νωρίς βιολί, πιάνο και βιολοντσέλο. Κομβική για την μετέπειτα σταδιοδρομία της υπήρξε η εγγραφή της στην Μουσική Ακαδημία Sibelius, όπου παρακολούθησε μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας από τον μεγάλο δάσκαλο Jorma Panula, χάρη στη μέριμνα και διορατικότητα του οποίου σφυρηλατήθηκε η εκπληκτική σημερινή γενιά των Φινλανδών αρχιμουσικών. Ακολούθησε νέος κύκλος σπουδών στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία (Royal Academy of Music) του Λονδίνου. Από το 2006 έως το 2013 διετέλεσε καλλιτεχνική διευθύντρια του Ensemble Intercontemporain, ενός πρωτοπόρου μουσικού συνόλου που είχε ιδρύσει το 1976 στο Παρίσι ο Pierre Boulez, με αποστολή την προβολή και προώθηση του σύγχρονου μουσικού ρεπερτορίου. Το 2017 διορίστηκε πρώτη επισκέπτρια αρχιμουσικός (η πρώτη γυναίκα με τη συγκεκριμένη ιδιότητα, την οποία εξακολουθεί να διατηρεί μέχρι των ημερών μας) της φημισμένης Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Άντζελες. Το 2016 ανέλαβε την Φιλαρμονική Ορχήστρα της γενέτειρας πόλης της, του Ελσίνκι. Η επιλογή της Mälkki μεταξύ των πολυπληθών καταξιωμένων συμπατριωτών συναδέλφων της ως επικεφαλής της συμφωνικής ναυαρχίδας της Φινλανδίας, αποτελεί περίτρανη αναγνώριση του πολυδιάστατου ταλέντου της. Τον Ιούνιο του 1919, η διοίκηση της ορχήστρας ανακοίνωσε την ανανέωση του συμβολαίου έως το 2025. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2021 ανακοινώθηκε πως η θητεία της θα διακοπεί το καλοκαίρι του 2023, οπότε στη Mälkki θα απονεμηθεί ο τιμητικός τίτλος του επίτιμου καλλιτεχνικού διευθυντή, τον οποίον θα φέρει δια βίου. Ταυτόχρονα, η Φινλανδή αρχιμουσικός ακολουθεί μια εντυπωσιακή διεθνή σταδιοδρομία διευθύνοντας τις μεγαλύτερες ορχήστρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, του Μονάχου και της Νέας Υόρκης, Συμφωνικές του Λονδίνου, του Σικάγου, της Βοστόνης, της Βιέννης, του Σαν Φρανσίσκο, του Μοντρεάλ και της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, Ορχήστρες του Κοντσεργκεμπάου, του Κλήβελαντ και της Φιλαδέλφειας, Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, Όπερα του Παρισιού κλπ.). Φημολογείται έντονα ότι σύντομα πρόκειται να αναλάβει τα ηνία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης.

 

I can only feel free if I forget about myself.” – Susanna Mälkki

Aallottaret (Οι Ωκεανίδες) είναι ένα συμφωνικό ποίημα του Jean Sibelius (1865-1957), το οποίο αντλεί την έμπνευσή του από τον αρχαιοελληνικό μύθο των νυμφών που κατοικούσαν στη Μεσόγειο θάλασσα. Πρωτοπαίχθηκε τον Ιούνιο του 1914 στο Νόρφολκ, της Πολιτείας του Κονέκτικατ των ΗΠΑ, υπό τη διεύθυνση του ιδίου του συνθέτη. Διαρκεί περί τα δέκα λεπτά της ώρας, είναι γραμμένο σε μείζονα κλίμακα και επιχειρεί να συσχετίσει την παιχνιδιάρικη κινητικότητα των νυμφών με τη μεγαλοπρέπεια του ωκεανού. Πολλοί κριτικοί απέδωσαν στο έργο τον χαρακτηρισμό του ιμπρεσιονιστικού, εξαιτίας του ατμοσφαιρικού υποβάθρου και του εφήμερου περιγραφικού στοιχείου, συγκρίνοντάς το, μάλιστα, με τις Σειρήνες και με τη Θάλασσα του Debussy. Ωστόσο, ο Sibelius αναπτύσσει ένα δικό του, προσωπικό ύφος, το οποίο διαφέρει παρασάγκας από εκείνο του Debussy. Ο δεύτερος, περισσότερο απόκοσμος, εστιάζει στο χρώμα και στο φως. Η προσοχή που προσδίδει στα χαμηλότερα έγχορδα της ορχήστρας (βιολοντσέλλα και κοντραμπάσα) είναι μάλλον συντηρητική και διστακτική. Τον ενδιαφέρει η αραχνοΰφαντη και νεφελώδης αίσθηση. Παρατηρεί, περισσότερο παρά συμμετέχει. Αντίθετα, ο Sibelius ερευνά τα χαμηλότερα βάθη της ορχήστρας, δημιουργώντας έναν δικό του, προσωπικό ήχο. Ο ιμπρεσιονισμός του είναι περισσότερο σκοτεινός, χυμώδης και υπαρξιακός από εκείνον του Γάλλου ομοτέχνου του. Οι Ωκεανίδες είναι ένα από τα ομορφότερα και πλέον χαρακτηριστικά έργα της παραγωγής του μοναχικού μουσουργού του σκανδιναβικού βορρά. Η ερμηνεία της Mälkki είναι μεγαλειώδης. Ίσως πρόκειται για το αποκορύφωμα του σημερινού αφιερώματος από απόψεως εκφραστικότητας και επαγγελματικής ευσυνειδησίας. Γνωρίζει και αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες και τις αρετές της ορχήστρας που διευθύνει και την οποία έχει αναγάγει σε ένα από κάθε άποψη υποδειγματικό μουσικό σύνολο. Επιπρόσθετα, ο Sibelius, με τον οποίο καθιστά κοινωνό το ακροατήριο, είναι πραγματικά αυθεντικός, ακριβώς έτσι όπως είναι σε θέση να κατανοήσει και να αναδείξει μόνο κάποιος που έχει γαλουχηθεί επί μακρόν με τη φύση και την παράδοση της πατρίδας της. Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε το 2018 στην εντυπωσιακή αίθουσα Musiikkitalo της φινλανδικής πρωτεύουσας.

Jean Sibelius: Aallottaret, Op. 73

 

Mirga Gražinytė-Tyla

Με απόσπασμα της συμφωνικής σουΐτας Lemminkäinen του Sibelius εγκαινιάζεται η παρουσίαση της προερχόμενης από τη Λιθουανία (στην αντίπερα όχθη της Βαλτικής) αρχιμουσικού Mirga Gražinytė-Tyla. Η καταγωγή της είναι επόμενο να την καθιστά προνομιακή ερμηνεύτρια του μεγάλου Φινλανδού μουσικοσυνθέτη. Το βίντεο που ακολουθεί αποτελεί προπομπό της συναυλίας (πρόκειται για τη γενική δοκιμή), η οποία έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 2017 στο Βερολίνο. Η Gražinytė-Tyla διευθύνει την Γερμανική Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης (Deutsches Symphonie- Orchester Berlin).

Mirga Gražinytė-Tyla dirigiert Sibelius Lemminkäinen-Suite

«Εχει το καλύτερο αριστερό χέρι που έχω δει στη ζωή μου. Κυριολεκτικά, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ’ εκεί, αν και είναι γενικά ωραία κοπέλα. Αν ήμουν μουσικός, θα με τρέλαινε αυτό το χέρι…», σχολίασε πρόσφατα ένας βετεράνος της διεθνούς δισκογραφίας. Σε ό,τι αφορά την τεχνική της διεύθυνσης ορχήστρας, οι επαΐοντες γνωρίζουν ότι το αριστερό χέρι ήταν επί πολλά χρόνια υποβαθμισμένο. Στα διάφορα ωδεία, οι σπουδαστές διδάσκονταν πως το δεξί χέρι ήταν προορισμένο για να μετρά τον χρόνο, τη στιγμή που το αριστερό ήταν αφιερωμένο στην έκφραση. Πρόκειται για μια μάλλον παρωχημένη αντίληψη. Στις μέρες μας, το αριστερό χέρι πρέπει να είναι σε θέση να πράττει ό,τι ακριβώς και το δεξί. Γεννημένη στο Βίλνιους, η Mirga Gražinytė-Tyla προέρχεται από οικογένεια μουσικών. Σπούδασε βιολί και διεύθυνση ορχήστρας στο Γκρατς, στη Λειψία και στη Ζυρίχη. Διετέλεσε πρώτο βιολί της ορχήστρας της Όπερας της Βέρνης και, ακολούθως διευθύντρια του Landestheater του Σάλτσμπουργκ. Κατά τη τριετία 2014-2017 θήτευσε στο πλευρό του Gustavo Dudamel, ενός από τους διαπρεπέστερους διευθυντές ορχήστρας της εποχής μας, ως βοηθός αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Άντζελες. Η μεγάλη πρόκληση εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2016, όταν, έπειτα από σειρά άκρως επιτυχημένων συναυλιών, ανέλαβε καθήκοντα καλλιτεχνικής διευθύντριας της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μπέρμιγχαμ (City of Birmingham Symphony Orchestra – CBSO), διαδεχόμενη μεγάλα ονόματα, όπως εκείνα του Sir Simon Rattle και του Andris Nelsons. Δεν διατήρησε μόνο το υψηλό επίπεδο και τη διεθνή αναγνώριση του παρελθόντος. Με τη φαντασία και τον δυναμισμό της προσέδωσε νέα πνοή στη μουσική καθημερινότητα της πόλης, χρησιμοποιώντας ως έδρα το Symphony Hall, την αίθουσα συναυλιών με την καλύτερη ακουστική σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Με την εκπνοή της περιόδου 2021-2022, το συμβόλαιό της πρόκειται να λήξει. Διατηρώντας την εποικοδομητική σχέση της με την ορχήστρα, συμφωνήθηκε από κοινού να αναλάβει καθήκοντα πρώτου επισκέπτη αρχιμουσικού. Τον Φεβρουάριο του 2019, υπήρξε η πρώτη γυναίκα που υπέγραψε μακροχρόνιο συμβόλαιο συνεργασίας με την φημισμένη δισκογραφική εταιρία Deutsche Grammophon Geselschaft.

Going for the impossible: The Conductor Mirga Gražinytė-Tyla

H Mirga Gražinytė-Tyla, τόσο στις συναυλίες της όσο και στις ηχογραφήσεις, μη διστάζοντας να εξερευνήσει σε βάθος νέο ή, έστω, ασυνήθιστο ρεπερτόριο, έχει αφιερώσει ιδιαίτερη μέριμνα στο συμφωνικό έργο του Πολωνοεβραίου συνθέτη Mieczyslaw Weinberg (1919-1996), ο οποίος προς το τέλος της ζωής του ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό. Δεινός συνθέτης συμφωνικής μουσικής (συνέθεσε 22 συμφωνίες συνολικά), o Weinberg, χάρη στην πρωτοβουλία της αρχιμουσικού, απαγκιστρώθηκε από την ψυχρή περιφέρεια του ρωσικού ρεπερτορίου (έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην ΕΣΣΔ) και άρχισε να γίνεται με καθυστέρηση γνωστός στη Δύση. Σε πολλά σημεία το ύφος του παραπέμπει στον προσωπικό του φίλο Dmitri Shostakovich. Άλλωστε, αμφότεροι υπέστησαν βάναυσα τις συνέπειες της αντιφορμαλιστικής υστερίας του σταλινικού καθεστώτος. Ωστόσο, η Συμφωνία αρ. 3 σε σι ελάσσονα (1949-1950), έχει να επιδείξει ένα πολύ προσωπικό στυλ. Εσωκλείοντας πάμπολλα λαϊκά θέματα, εξελίσσεται με γνώμονα μια μελωδική γραμμή και μια ρυθμική ρευστότητα που την κάνουν να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη μουσική του παραγωγή. Ακολουθώντας την παραδοσιακή φόρμα της σονάτας, αποτελείται από τέσσερα μέρη (I. Allegro II. Allegro giocoso III. Adagio IV. Allegro vivace). Μόνο το αργό και μελαγχολικό τρίτο μέρος ξαναφέρνει στο νου τον κόσμο του Weinberg. Το θορυβώδες φινάλε, με τη ρυθμική του αγωγή, την εν γένει ενορχήστρωση, την μεθοδευμένη κλιμάκωση μέχρι την τελική, υποδειγματικά δομημένη κόντα, είναι εκείνο που, από όλο το υπόλοιπο έργο, μας θυμίζει πως ο συνθέτης επηρεάστηκε από τη μουσική του Shostakovich. Η εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 3 υπό τη διεύθυνση της Mirga Gražinytė-Tyla μαγνητοσκοπήθηκε δίχως παρουσία ακροατηρίου στο Παρίσι στις 9 Απριλίου 2021, με τη συνδρομή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας.

Mieczyslaw Weinberg : Symphonie n°3, Οp. 45

 

Simone Young

Επιλέξαμε το διάρκειας ενός μόλις λεπτού απόσπασμα του αυτοβιογραφικού Συμφωνικού Ποιήματος του Richard Strauss Η ζωή ενός ήρωα (Ein Heldenleben) με την Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, ως τεκμήριο της σοβαρότητας, της μεγάλης πείρας και της επαγγελματικότητας της Simone Young. Η ακρίβεια των κινήσεων (προηγείται ελάχιστα, ως είθισται για έναν διευθυντή ορχήστρας, της εκφοράς της μουσικής φράσης), η έκφραση του προσώπου, η μεταδοτικότητα, η σε βάθος εξοικείωση με το έργο, η αυτοπεποίθηση και ο απόλυτος έλεγχος που αποπνέει η παρουσία της πάνω στο βάθρο, αποτελούν προϋπόθεση αλλά και πηγή έμπνευσης για μια σωστή εκτέλεση.

BRSO: Simone Young conducts Ein Heldenleben by R. Stauss

Εντός του τρέχοντος έτους, η Simone Young επιστρέφει δριμύτερη στη γενέτειρά της, το Σίδνεϊ αναλαμβάνοντας καλλιτεχνική διευθύντρια της ομώνυμης Συμφωνικής Ορχήστρας. Στο βίντεο που ακολουθεί (18:24), περιγράφει τον τρόπο, με τον οποίο παρακολούθησε ως παιδί τα διάφορα στάδια ανέγερσης του εντυπωσιακού κτηρίου της Όπερας (σήμα κατατεθέν της πόλης), εκφράζοντας ενδόμυχα την ευχή να μπορέσει κάποτε να διευθύνει μέσα σε αυτό. Το όνειρό της πραγματοποιήθηκε όταν, μεταξύ των ετών 2001-2003 ανέλαβε επικεφαλής της Opera Australia, του μεγαλύτερου οργανισμού όπερας της Αυστραλίας, ο οποίος μοιράζει την δραστηριότητα και τον χρόνο του ανάμεσα στο Σίδνεϊ και την Μελβούρνη (οκτώ και τέσσερις μήνες αντίστοιχα). Είχε προηγηθεί η θητεία της ως αρχιμουσικού της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μπέργκεν (1998-2002) και ακολούθησε ο διορισμός της ως Γενικού Μουσικού Διευθυντή (Generalmusikdirektor)του Αμβούργου, με άλλα λόγια επόπτη και συντονιστή του συνόλου της μουσικής ζωής της πόλης (2005-2015). Μέσα στην ίδια δεκαετία διετέλεσε καλλιτεχνική διευθύντρια της Κρατικής Όπερας και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας. Πρόκειται για μια εμπειρία, που της επέτρεψε να εντρυφήσει τόσο στο συμφωνικό όσο και στο λυρικό ρεπερτόριο, αλλά και στην άσκηση της διοίκησης. Ταυτόχρονα ακολούθησε μια διεθνή σταδιοδρομία, έχοντας διευθύνει μεγάλες ορχήστρες (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Βιέννης, του Μονάχου, του Λονδίνου, της Δρέσδης και της Νέας Υόρκης, Συμφωνικές της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και του BBC, Ορχήστρα του Παρισιού και πολλά άλλα συμφωνικά συγκροτήματα της βορείου Αμερικής και της Αυστραλίας), καθώς και παραστάσεις στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου (Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, Κρατικές Όπερες της Βιέννης, της Ζυρίχης, του Βερολίνου και της Βαυαρίας, Όπερα του Παρισιού, Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ κλπ). Είναι η πρώτη γυναίκα αρχιμουσικός που ηχογράφησε ολόκληρη την τετραλογία Το Δακτυλίδι του Νίμπλουνγκ του Richard Wagner και το σύνολο των εννέα συμφωνιών του Anton Bruckner.

 

Australian Conductor Simone Young

Η Συμφωνία αρ. 41, επονομαζόμενη “του Διός”, με αριθμό 551 στον κατάλογο Köchel των έργων του Wofgang Amadeus Mozart (1756-1791), είναι ταυτόχρονα η μακροσκελέστερη και τελευταία συμφωνία του μεγάλου Αυστριακού μουσικοσυνθέτη. Ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1788. Μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιωθεί κατά πόσο ο ίδιος ο Mozart πρόλαβε τελικά να την ακούσει. Η επονομασία οφείλεται στον γερμανικής καταγωγής Βρετανό πιανίστα, συνθέτη και εκδότη Johann Baptist Cramer, ο οποίος παρομοίασε τις πρώτες συγχορδίες με τους κεραυνούς του Δία. O Mozart, με την αστείρευτη έμπνευση και την ακατάπαυστη δημιουργικότητα που τον διακατείχαν, συνέθεσε μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, μηνών μια σειρά συμφωνιών (αρ. 39-40-41), που σήμερα συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων του είδους σε ολόκληρη την ιστορία της Μουσικής. Από δομικής απόψεως, η Συμφωνία αρ. 41 ακολουθεί την παραδοσιακή φόρμα της εποχής της. Απαρτίζεται από τέσσερα μέρη (Ι. Allegro vivace, II. Andante cantabile, III. Menuetto: Allegretto – Trio, IV. Molto allegro) η δε διάρκειά της κυμαίνεται περί τα 33 λεπτά της ώρας. Το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου έργου είναι το πολυφωνικό σημείο στο τέλος του τετάρτου μέρους, όπου συγχωνεύονται τα πέντε κυριότερα μουσικά θέματα. Στο κλασσικό και αξεπέραστο μέχρι σήμερα Dictionary of Music and Musicians που φέρει επάξια το όνομά του, ο Sir George Grove διατείνεται πως ο Mozart διατήρησε για το κλείσιμο του έργου όλα τα αποθέματα της γνώσης, της ενεργητικότητας και της τέχνης του, σε βαθμό που ουδείς άλλος συνθέτης έχει ποτέ αξιοποιήσει. Χαρακτήρισε δε τη Συμφωνία αρ. 41 ως “το μεγαλύτερο ορχηστρικό έργο που γνώρισε ο κόσμος πριν από την Γαλλική Επανάσταση”. Η Simone Young διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, ένα από τα κορυφαία γερμανικά συμφωνικά σύνολα. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το 2019 στην Philharmonie am Gasteig του Μονάχου.

Wolfgang Amadeus Mozart: Symphonie Nr. 41, K. 551

 

Laurence Equilbey

Κάθε αρχιμουσικός οραματίζεται να συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του τη Συμφωνία αρ. 9 σε Ρε ελάσσονα, έργο 125 του Ludwig van Beethoven, με την περίφημη “Ωδή στη Χαρά” («Ode An die Freude«) σε στίχους του Friedrich Schiller, που ερμηνεύει η χορωδία στο τελευταίο μέρος. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, η Γαλλίδα Laurence Equilbey διευθύνει τα δυο συγκροτήματα που η ίδια έχει ιδρύσει: την χορωδία Accentus και την ορχήστρα Insula. H συναυλία έχει μαγνητοσκοπηθεί στη νεότευκτη αίθουσα του μουσικού κτηριακού συγκροτήματος “Ο Μουσικός Σηκουάνας” (“La Seine Musicale”) στην περιοχή Boulogne-Billancourt του νοτιοδυτικού Παρισιού.

Ludwig van Beethoven: «Ode An die Freude«

Η Laurence Equilbey σπούδασε στο Παρίσι, την Βιέννη και το Λονδίνο. Ευτύχησε να έχει δασκάλους σαν τον Jorma Panula. Θεωρεί τον εαυτό της πνευματικό τέκνο του Nikolaus Harnoncourt και του Claudio Abbado. To 2012 ίδρυσε την Insula Orchestra, ένα συμφωνικό σύνολο οργάνων εποχής. Έδρα της ορχήστρας είναι το εντυπωσιακό μουσικό συγκρότημα La Seine Musicale, το οποίο καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη νησίδα Seguin, δυο βήματα από το προάστιο των Σεβρών και το εργοστάσιο κατασκευής ειδών πορσελάνης, όπου το 1920 υπογράφηκε η ομώνυμη συνθήκη ειρήνης. Το ρεπερτόριο της Equilbey κυμαίνεται ανάμεσα στη μουσική μπαρόκ και τον πρώιμο ρομαντισμό. Ταυτόχρονα με την ορχήστρα, η Γαλλίδα αρχιμουσικός είναι ιδρύτρια και διευθύντρια, όπως προαναφέρθηκε, της χορωδίας Accentus. Πέρα από τις τακτικές συναυλίες, συνοδευόμενη από τα δυο συγκροτήματα των οποίων ηγείται, έχει περιοδεύσει στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στη Βιέννη, στο Αμβούργο στη Βουδαπέστη, στο Λουξεμβούργο και στα διεθνώς αναγνωρισμένα φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ και του Aix en Provence.

Rencontre avec Laurence Equilbey et Insula orchestra

Ενόσω ζούσε, η Louise Farrenc (1804-1875) ήταν περισσότερο γνωστή ως πιανίστρια. Ωστόσο, συνέθεσε 51 έργα συνολικά για πιάνο, μουσική δωματίου και ορχήστρα. Ειδικότερα, μεταξύ των ετών 1842 και 1847 δοκίμασε τις δυνάμεις της στο χώρο της συμφωνικής μουσικής συνθέτοντας τρεις συμφωνίες και δυο εισαγωγές για ορχήστρα. Μοναδικό είδος που απουσιάζει από τη μουσική της παραγωγή είναι το λυρικό δράμα. To 1949 ευτύχησε να παρευρεθεί στην παγκόσμια πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 3 από την Ορχήστρα του Ωδείου του Παρισιού. Δεν έτυχε όμως της αναγνώρισης που η ίδια ήλπιζε, γεγονός, το οποίο την κατέβαλε ψυχολογικά. Κι όμως, έχαιρε της εκτίμησης ενός Schumann και ενός Berlioz, ενώ στη μουσική ζωή του Παρισιού περί τα μέσα του 19ου αιώνα, μεσουρανούσε ως μια απαράμιλλη δασκάλα και παιδαγωγός. Η συμφωνία αρ. 3 δεν υλοποίπεται σε τίποτα έναντι εκείνων του Schumann και του Mendelsohn μέσα στο μετα- μπετοβενικό συμφωνικό στερέωμα. Μεστή και σοβαρή, η συμφωνία αποφεύγει μεθοδικά τα ενθουσιώδη και παρορμητικά ξεσπάσματα του Berlioz. Αποτελείται από τέσσερα μέρη. Ακούμε το δεύτερο, αργό, με την ωραιότατη μελωδία του κλαρινέτου, πλαισιωμένου από τα υπόλοιπα πνευστά όργανα της ορχήστρας. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το 2018 στο χωρητικότητας 1.500 θέσεων νεότευκτο αμφιθέατρο του “Μουσικού Σηκουάνα”.

Louise Farrenc: Symphonie n° 3, Οp. 36 -Adagio cantabile

 

Sarah Ioannides

Ότι οι επιλογές της Sarah Ioannides στερούνται πρωτοτυπίας είναι το λιγότερο που μπορεί να ισχυριστεί κανείς. Το έργο του βιετναμέζικης καταγωγής σύγχρονου συνθέτη Viet Cuong με τίτλο Re(new)al είναι γραμμένο για κουαρτέτο κρουστών και ορχήστρα. Κεντρικός άξονας του σκεπτικού είναι η ανεύρεση απρόσμενων τρόπων εμφύσησης νέας πνοής σε παραδοσιακές ιδέες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ήχος ποτηριών γεμάτων νερό, αυτός των σπρέι και, τέλος, ενός βιμπραφώνου σκεπασμένου με φύλλα αλουμινίου, έτσι ώστε να παράγει ήχο αντίστοιχο με εκείνο της ηλεκτρονικής μουσικής, προσδίδουν, πέρα πάσης αμφιβολίας, πρωτοτυπία στο έργο. Η θέα των μελών του κουαρτέτου, καθισμένων σε ένα τραπέζι ενόσω παράγουν μελωδικούς ήχους τσουγκρίζοντας τα ποτήρια, ή, αργότερα, η περιστροφή τους γύρω από το ίδιο ταμπουρίνι, καθιστά το όλο έργο πραγματικό happening. Κι όμως, η μουσική είναι απόλυτα προσιτή, ευχάριστη και με συναρπαστικό ρυθμό. Hydro και Wind είναι ο τίτλος των δυο πρώτων μερών. Το τρίτο (Solar) – με τη χρήση του βιμπραφώνου-δεν συμπεριλήφθηκε στην παρούσα συναυλία, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 2019 στο Gould Hall του Curtis Institute of Music της Φιλαδέλφειας. Το έργο ερμηνεύεται από το συγκρότημα Sandbox Percussion και την ορχήστρα του Curtis Institute, απαρτιζόμενη αποκλειστικά από σπουδαστές του ιδρύματος.

Viet Cuong: Re(new)al – I. Hydro II. Wind

H Sarah Ioannides γεννήθηκε στην Καμπέρα, πρωτεύουσα της Αυστραλίας, από πατέρα ελληνοκυπριακής και μητέρα σκωτσέζικης καταγωγής. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τελειοποίησε τις σπουδές της στο Curtis Institute of Music και, αργότερα, στην Αγία Πετρούπολη. Από το 2002 έως το 2004 άσκησε ταυτόχρονα καθήκοντα βοηθού αρχιμουσικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σινσινάτι και καλλιτεχνικής διευθύντριας της Ορχήστρας Νέων της ίδιας πόλης. Κατά τα έτη 2005 έως 2011 ηγήθηκε της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ελ Πάσο και από το 2005 έως το 2017 της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Σπάρτανμπουργκ, της Νότιας Καρολίνας. Το 2015 ανέλαβε καλλιτεχνική διευθύντρια της Συμφωνικής Ορχήστρας της Τακόμα, της Πολιτείας Ουάσινγκτον. Το συμβόλαιό της εκπνέει με τη λήξη της περιόδου 2023-2024. Έχει κατά καιρούς διευθύνει την Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, την Εθνική Ορχήστρα της Λυών, την Ορχήστρα Tonkünstler της Βιέννης και τις Συμφωνικές του Σινσινάτι και του Σηάτλ.

Sarah Ioannides – TV Tacoma’s Art Town

Η Δημιουργία του κόσμου (La Création du monde) είναι ένα δεκαπεντάλεπτης διάρκειας μπαλέτο του Γάλλου Darius Milhaud (1892-1974), μέλους της επονομαζόμενης Ομάδας των έξι (Milhaud, Honegger, Poulenc, Auric, Tailleferre, Durey). Το λιμπρέτο είναι του Ελβετού ποιητή και δοκιμιογράφου Blaise Cendrars και αφηγείται τη δημιουργία του κόσμου έτσι όπως περιγράφεται στην αφρικανική λαϊκή μυθολογία. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1923 στο Παρίσι. Το έργο είναι εμπνευσμένο από τη μουσική της τζαζ, την οποία ο Milhaud ανακάλυψε το 1920 στο Λονδίνο και το 1922 στη Νέα Υόρκη, στους δρόμους και στα μπαρ του Χάρλεμ. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του άρχισε να συνθέτει με βάση αυτό που ο ίδιος βάπτισε “ιδίωμα της τζαζ” (εναλλαγές μελωδίας και αρμονίας που παραπέμπουν στη μουσική μπλουζ, τραγουδιστές κορυφώσεις και θορυβώδεις ρυθμοί). Ένα χρόνο αργότερα ολοκλήρωσε τη σύνθεση της Δημιουργίας του κόσμου. Το μπαλέτο απαρτίζεται από έξι μέρη. Ξεκινά με την εμφάνιση τριών Αφρικανών θεών της δημιουργίας, οι οποίοι με ξόρκια και τελετουργίες εμφυσούν ζωή σε δέντρα και ζώα. Με τη δημιουργία του ανθρώπου γεμίζουν τη σκηνή ανδρες και γυναίκες χορευτές. Το έργο ολοκληρώνεται με την παραμονή, επιτόπου, ενός ζευγαριού, το οποίο, έπειτα από την αποχώρηση όλων των υπολοίπων, συμβολίζει τον πόθο και το ζευγάρωμα. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της πρεμιέρας σχεδιάστηκαν από τον Fernand Léger, έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του κινήματος του κυβισμού, λάτρη με τη σειρά του της αφρικανικής πρωτόγονης τέχνης. Η μουσική γραφή αποπνέει τα διακριτικά γνωρίσματα της αισθητικής της Ομάδας των έξι, με προεξέχοντα τον συνδυασμό λαϊκών μορφών τέχνης με την παραδοσιακή κλίση των Γάλλων προς το στοιχείο του εξωτισμού. Στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του ΄20 ήταν διάχυτη η αφρικανική (και αφρο-αμερικανική) μόδα. Οι “έξι” ήταν τακτικοί θαμώνες επιλεγμένων μπαρ, όπου παιζόταν νέγρικη μουσική στην πιο αυθεντική της εκδοχή. Η Δημιουργία του κόσμου ακολουθεί αυτήν ακριβώς την παράδοση. Πρόκειται για την πρώτη, κατά σειρά, σύνθεση του Milhaud, όπου αποτυπώνεται η έφεση και το ενδιαφέρον του για το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Είχε προηγηθεί νωρίτερα η γνωριμία του με την λατινοαμερικανική μουσική στη διάρκεια της θητείας του ως Α΄ Γραμματέα της γαλλικής πρεσβείας στη Βραζιλία, στοιχείο, που είναι επίσης διάχυτο σε πολλά από τα έργα του. Η πρεμιέρα δεν προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση. Τα κοστούμια του Léger απέσπασαν μεν θετικά σχόλια, αποδείχθηκαν όμως άβολα για τους χορευτές, εμποδίζοντας τις κινήσεις τους. Σήμερα, η Δημιουργία του κόσμου έχει ενσωματωθεί πλέον στο συμφωνικό ρεπερτόριο και υπό αυτή τη μορφή ερμηνεύεται στις αίθουσες συναυλιών. Εκτελείται από την Sarah Ioannides και τη Συμφωνική Ορχήστρα Τακόμα.

Darius Milhaud: La Création du Monde

 

Barbara Hannigan

Pulcinella είναι ο τίτλος ενός μονόπρακτου μπαλέτου του Ρώσου συνθέτη Igor Stravinsky (1882- 1971) βασισμένου επάνω σε μουσικά θέματα, τα οποία αποδίδονται στον Ιταλό Giovanni Battista Pergolesi (1710-1736). Πρωτοανεβάστηκε το 1920 στο Παρίσι με σκηνικά και κοστούμια σχεδιασμένα από τον Pablo Picasso. Η πλοκή και οι πρωταγωνιστές του έργου προέρχονται από την ναπολιτάνικη comedia dell’ arte. Πρόκειται για μια κομβική καμπή στην όλη σταδιοδρομία του Stravinsky, καθώς σηματοδοτεί τη στροφή του μουσικοσυνθέτη προς τον νεοκλασσικισμό, στον οποίο θα παραμείνει πιστός για τις επόμενες δεκαετίες. Στην αρχική μορφή που παρουσιάζεται παρακάτω, το έργο είναι γραμμένο για ορχήστρα δωματίου με τη σύμπραξη τριών μονωδών. Πρόκειται για ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, γι’ αυτό και παρατίθεται στο σύνολό του. Η υπέροχη συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 2021 στη κεντρική αίθουσα Pierre Boulez της Philharmonie de Paris. Η Barbara Hannigan διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας.

Igor Stravinsky: Pulcinella

Εδώ και λίγα χρόνια, η γεννημένη στον Καναδά Barbara Hannigan ακολουθεί διπλή σταδιοδρομία: τραγουδίστριας και αρχιμουσικού (ενίοτε δε αμφότερα στο πλαίσιο της ίδιας συναυλίας). Ως υψίφωνος είναι γνωστή για την κλίση της προς το σύγχρονο ρεπερτόριο, έχοντας συμμετάσχει στις παγκόσμιες πρώτες 85 έργων και συνεργαστεί με συνθέτες όπως ο Pierre Boulez, o Henri Dutilleux, o György Ligeti, o Karlheinz Stockhausen, o Pascal Dussapin κ.ά. Έχει διευθύνει καταξιωμένες ορχήστρες (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, του Μονάχου της Πράγας και της Γαλλικής Ραδιοφωνίας, Συμφωνικές του Λονδίνου, του Γκέτεμποργκ και του Τορόντο, Ορχήστρα της Ακαδημίας Σάντα Σετσίλια της Ρώμης, Ορχήστρα Δωματίου Μάλερ, Ορχήστρα του Κλήβελαντ κλπ.) και είναι περιζήτητη ανά τον κόσμο. Εντυπωσιάζει με τον αυθορμητισμό της αλλά με τα αποθέματα ενέργειας και δυναμισμού που διαθέτει μέσα της και που αξιοποιεί με τον δικό της, μοναδικό, τρόπο σε κάθε δημόσια εμφάνιση. Μέχρι στιγμής (πιθανότατα έως ότου ολοκληρωθεί η σταδιοδρομία της ως υψίφωνου) επιλέγει να παραμείνει “Freelance conductor”, αποφεύγοντας να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση κάποιου συμφωνικού συγκροτήματος. Από το 2017 εποπτεύει ένα πρόγραμμα διδασκαλίας και υποστήριξης νέων καλλιτεχνών στα πρώτα βήματα της επαγγελματικής τους καριέρας, το οποίο έχει ονομάσει Equilibrium Young Artists.

Μπάρμπαρα Χάνιγκαν: Η μούσα της σύγχρονης μουσικής

Το βίντεο που ακολουθεί αποτελεί παράσταση για ένα πρόσωπο (One Woman Show). H Barbara Hannigan διευθύνει, τραγουδάει από το βάθρο με την πλάτη γυρισμένη στην ορχήστρα, σε κάποια στιγμή διαχειρίζεται τους μουσικούς της τελευταίας σαν μέλη μιας καλοδουλεμένης χορωδίας και ερμηνεύοντας ένα έργο, το οποίο έχει νωρίτερα διασκευάσει η ίδια. Όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα είναι κάτι το πρωτόγνωρο και αποκαλύπτουν το πολύπλευρο ταλέντο της καλλιτέχνιδος. Girl Crazy είναι ένα μιούζικαλ που ο George Gershwin (1898-1937) συνέθεσε το 1930 πάνω σε στίχους του αδελφού του Ira. Χάρη σε αυτό, η ηθοποιός και χορεύτρια Ginger Rodgers έγινε, μέσα στο ίδιο το βράδυ της πρεμιέρας, αστέρι. Μεταξύ των μελών της ορχήστρας της πρεμιέρας συναντά κανείς ονόματα, που λίγο αργότερα άφησαν εποχή (Glenn Miller και Beny Goodman μεταξύ άλλων). Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης είναι ο Danny Churchill, ο οποίος επιστρέφει στη γενέτειρά του Αριζόνα, προκειμένου να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του πατέρα του να αναλάβει τη διαχείριση του αγροκτήματος της οικογένειας σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα. Στόχος είναι να ασχοληθεί με περισσότερο σοβαρές υποθέσεις από ότι το ποτό και οι γυναίκες. Αντ’ αυτού, ο Danny μετατρέπει το ράντζο σε ένα είδος κέντρο αγροτουρισμού, προσλαμβάνοντας χορεύτριες από το Broadway και προσελκύοντας, προς μεγάλη απελπισία συγγενών και ντόπιων, πελατεία και από τις δυο ακτές των ΗΠΑ. Το έργο συμπεριλαμβάνει αθάνατα τραγούδια όπως είναι τα But Not for Me, Embraceable You και, φυσικά, το πασίγνωστο I Got Rythm. Επόμενο ήταν το κοινό να το αγκαλιάσει από την πρώτη κιόλας στιγμή. Το Girl Crazy γυρίστηκε τρεις φορές σε κινηματογραφική ταινία. Περισσότερο πετυχημένη είναι εκείνη του 1943 με τον Mickey Rooney και την Judy Garland στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Μάλιστα, η Garland έχει διπλή παρουσία ενσαρκώνοντας ταυτόχρονα ρόλους της Kate και της Molly. Η Barbara Hannigan, με τη συνδρομή του Bill Elliot, προχώρησε σε μια διασκευή του μιούζικαλ, στην οποία έδωσε τον τίτλο Girl Crazy Suite. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι πως στην ενορχήστρωση είναι εμφανής η επίδραση που ασκεί επάνω της η Νέα Σχολή της Βιέννης (Berg, Schoenberg, Webern). Υπό αυτή την οπτική, η μουσική του Gershwin ηχεί κάπως ασυνήθιστα, όχι όμως λιγότερο ελκυστικά. Η συναυλία που ακολουθεί έλαβε χώρα το 2017 στην αίθουσα Concertgebouw του Άμστερνταμ. Η ζωντανή ηχογράφηση, η οποία κυκλοφόρησε ταχύτατα στο εμπόριο, τιμήθηκε με το βραβείο Grammy.

George Gershwin: Girl Crazy Suite

 

Alondra de la Parra

 Η Κλασσική Συμφωνία, η πρώτη κατά σειρά από τις έξι που συνέθεσε συνολικά ο Sergei Prokofiev (1891-1953), είναι ένα νεανικό και ιδιαίτερα δημοφιλές έργο του μεγάλου Ρώσου μουσουργού. Ολοκληρώθηκε το 1917 και πρωτοπαίχθηκε το 1918 στην Πετρούπολη υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Η προσωνυμία ανήκει στον ίδιο τον Prokofiev, ο οποίος επιχείρησε να μιμηθεί το κλασσικό ύφος των Mozart και Haydn, χρησιμοποιώντας τα μέσα της δικής του εποχής. Η ενορχήστρωση είναι διάφανη. Σε αυτό συνεισφέρει και το περιορισμένο μέγεθος της ορχήστρας (δυο φλάουτα, δυο όμποε, δυο κλαρινέτα, δυο φαγκότα, δυο κόρνα, δυο τρομπέτες, έγχορδα και κρουστά). Το σύντομο αυτό έργο απαρτίζεται από τέσσερα μέρη: I. Allegro, II. Larghetto, III. Gavotte: Non troppo allegro, IV. Molto vivace. Η χαρά, η αισιοδοξία, η δίψα για ζωή, το χιούμορ, σε συνδυασμό με το ανάλαφρο και παιχνιδιάρικο ύφος που διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη, καθιστούν την ακρόαση ιδιαίτερα απολαυστική. Το ίδιο και η υποδειγματική ερμηνεία από την Alondra de la Parra και τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης. Η μαγνητοσκόπηση πραγματοποιήθηκε στη Sendesaal της γερμανικής μεγαλούπολης στις 24 Ιουνίου 2020.

Sergei Prokofiev: Symphony Nr. 1 “Classical” Op. 25

Γεννημένη στη Νέα Υόρκη από γονείς Μεξικανούς, η Alondra de la Parra εγκαταστάθηκε σε μικρή ηλικία στην Πόλη του Μεξικού, όπου ξεκίνησε τις σπουδές της και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να διαμένει. Τελειοποίησε τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη (Manhattan School of Music). Εκεί παρακολούθησε σεμινάρια διδασκαλίας από τους Kurt Masur, Charles Dutoit και Marin Alsop. To 2003, σε ηλικία 23 ετών, ίδρυσε τη δική της ορχήστρα (Philharmonic Orchestra of the Americas – POA), απαρτιζόμενη από Μεξικανούς, οι οποίοι διαβιούσαν στις ΗΠΑ. Στόχος ήταν η προβολή του μεξικανικού ρεπερτορίου. Το 2011 η ορχήστρα διαλύθηκε εξαιτίας οικονομικής στενότητας. Η μεγάλη ώθηση στη σταδιοδρομία της χρονολογείται από τις αρχές το 2016, όταν ανέλαβε μόνιμη αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Κουίνσλαντ, στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας. Έπειτα από μια πετυχημένη τετραετία αποχώρησε από την ορχήστρα ταυτόχρονα με την εκπνοή του συμβολαίου της. Έκτοτε, ακολουθεί μια άκρως πετυχημένη σταδιοδρομία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μεταξύ άλλων έχει διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, την Ορχήστρα του Παρισιού, την Ορχήστρα Τονχάλλε της Ζυρίχης, τις Συμφωνικές Ορχήστρες της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου και του São Paulo, την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας, την Ορχήστρα της Ακαδημίας Σάντα Σετσίλια της Ρώμης, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης κά. Σήμερα έχει αναγορευτεί σε πρέσβειρα πολιτισμού του Μεξικού.

La Maestra: portrait of Mexican conductor Alondra de la Parra

Το αφιέρωμα στις γυναίκες αρχιμουσικούς δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί με ωραιότερο τρόπο από τον παρακάτω. Το Danzón No. 2 είναι ένα από τα περισσότερο δημοφιλή έργα του σύγχρονου μεξικανικού μουσικού ρεπερτορίου. Πρόκειται για παραγγελία προς τον συνθέτη Arturo Márquez του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM), όπου και πρωτοπαίχτηκε το έργο το 1994. Είναι εμφανής η επίδραση της κουβανέζικης μουσικής (ταυτόχρονα όμως και της μουσικής παράδοσης της επαρχίας Veracruz, στην ανατολική ακτή του Μεξικού) από την οποία ο συνθέτης αντλεί την έμπνευσή του. Το ρυθμικό ενδιαφέρον του έργου διατηρείται ανέπαφο χάρη στις συνεχείς εναλλαγές του χρόνου. Είναι γραμμένο για πολυπληθή ορχήστρα αλλά και ιδιαίτερο ρόλο αφιερωμένο στο κλαρινέτο, το φλάουτο, το πιάνο, το βιολί και το γαλλικό κόρνο προσφέροντας, με τον τρόπο αυτό, τη δυνατότητα στους σολίστ της ορχήστρας να αναδείξουν τη δεξιοτεχνία τους. Το Danzón No. 2 έγινε γνωστό εκτός συνόρων το 2007, στο πλαίσιο της πρώτης περιοδείας στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ της Ορχήστρας Νέων Simón Bolívar και του διευθυντή της Gustavo Dudamel, που το ενέταξαν στο πρόγραμμά τους. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε, η Alondra de la Parra έκανε το έργο στην κυριολεξία κτήμα της, αποδίδοντάς το με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Η ακρίβεια των κινήσεών της, η έκφραση του προσώπου της που αποπνέει μια ξεχωριστή αύρα, ο χορευτικός της ρυθμός πάνω στο βάθρο, το μεγαλόψυχο χαμόγελό της, η γοητευτική προσωπικότητά της είναι σε θέση να ξεσηκώσουν το κοινό, έτσι όπως ακριβώς συνέβη μια βραδιά του 2015 στην κεντρική αίθουσα Pierre Boulez της Philharmonie de Paris, με τη συνδρομή της, υπνωτισμένης από το φλογερό ταμπεραμέντο της αρχιμουσικού, Ορχήστρας του Παρισιού

Arturo Márquez: Danzón No. 2

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Παρασκευή Ευσταθιάδου

 

 

Ιωάννης Γ. Βιδάκης : Η Μεγάλη Προδοσία: η διαφυγή των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau στην Κωνσταντινούπολη το 1914

Ιωάννης Γ. Βιδάκης

 

Η Μεγάλη Προδοσία: η διαφυγή των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau στην Κωνσταντινούπολη το 1914

 

Εισαγωγικά

 

Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου αποτέλεσαν ορισμένα ερωτηματικά σχετικά με τους λόγους παρέμβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Π.Π. και η σχετική ανάγνωση το 2010, σε περιοδικό του χώρου Άμυνας και Ασφάλειας σχετικής μελέτης με τίτλο: «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», του Ίωνος Στράτου.

Το εν λόγω κείμενο είχε ως αντικείμενο την αναλυτική περιγραφή των συνθηκών και την καταγραφή των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έγινε κατορθωτή η διαφυγή δύο γερμανικών πολεμικών πλοίων, των Goeben [Γκαίμπεν] και Breslau, [Μπρεσλάου]1, από την καταδίωξή τους στη Μεσόγειο από το ισχυρό Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου του 1914, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας σύρραξης.

Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να προβάλει ορισμένα «παράδοξα ζητήματα» στο θέμα της επιτυχημένης καταφυγής στον Βόσπορο των δύο αυτών γερμανικών πολεμικών πλοίων. Τα ζητήματα αυτά αμφισβητούν την «παραδοσιακή» ερμηνεία σχετικά με τους λόγους της «αυτόνομης» επιλογής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την έξοδό της στον Α΄ Π.Π. Παράλληλα επιχειρείται να δοθεί μια άλλη, αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη διάσταση στην απόφαση της εμπλοκής των Οθωμανών στην παγκόσμια σύρραξη. Το κείμενο αναφοράς την υπαινίσσεται, αλλά κατά την άποψή μας απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολόγηση και συμπληρωματική τεκμηρίωση.

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα συμμετείχε τελικά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δίχως την εμπλοκή των δύο γερμανικών πολεμικών. Ωστόσο, η παρουσία τους στον Βόσπορο φαίνεται να αποτέλεσε καθοριστικό ή τουλάχιστον πολύ σημαντικό παράγοντα στην επιλογή αυτή από την Υψηλή Πύλη. Υπό το πρίσμα των συνεπειών αυτών, δικαιολογείται η άποψη που εξέφρασε ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη Μoργκεντάου, (Henry Morgenthau: 1856-1946): «Είναι αμφίβολο εάν δύο πλοία επηρέασαν ποτέ την Ιστορία τόσο όσο αυτά τα δύο Γερμανικά καταδρομικά»2. Αναμφίβολα, το γεγονός και μόνο της εξόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, έθεσε σε κίνηση ορισμένα από τα πιο δραματικά γεγονότα του 20ού αιώνα στην ευρύτερη περιοχή.3

Σπυρίδων Χάμπας (αριστερά).

Αξίζει συναφώς να σημειωθεί ότι μετά από 93 ολόκληρα χρόνια, αναγνωρίστηκε ο τάφος ηρωικού Έλληνα πιλότου στον Ελλήσποντο, [Δαρδανέλια, τουρκικά: Canakkale]. Ο αξιωματικός Σπυρίδων Χάμπας συμμετείχε στις αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον του Γκαίμπεν που είχε προσαράξει στην θέση Ναγαρά. Στις 21 Ιανουαρίου 1918 έγινε γνωστό ότι ο Έλληνας πιλότος καταρρίφθηκε από τουρκικά αντιαεροπορικά ενώ βομβάρδιζε το καταδρομικό. Αυτό αρχικά καταγράφηκε στην ιστορία. Όπως συμβαίνει συχνά όμως, το συμβάν ήταν διαφορετικό: από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι ο Χάμπας καταρρίφθηκε στις 23 Ιανουαρίου από τον Γερμανό πιλότο Εμίλ Μάϊνεκε (Emil Meinecke: 1892 – 1975)4.

 

Ιστορικό πλαίσιο

Αρχικά μετά την προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων στα εδάφη της Γαλλίας στα Δυτικά και την επίθεση των Ρώσων, που όμως αναχαιτίστηκαν από τον Γερμανό στρατάρχη φον Χίντεμπουργκ στα Ανατολικά, παγιώθηκαν δύο συμπαγή μέτωπα: το Ανατολικό και το Δυτικό, στα οποία παρά τις εκατέρωθεν επιθέσεις, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Έτσι σύντομα ξεκίνησε ένας διπλωματικός «αγώνας δρόμου» των δύο συνασπισμών για τον προσεταιρισμό νέων συμμάχων, ή έστω την ουδετερότητα χωρών5, με πολιτικά και εδαφικά ανταλλάγματα, με κύριους στόχους την Ιταλία (μέλος άλλωστε της Τριπλής Συμμαχίας), την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα Σκανδιναβικά κράτη και τις λοιπές, πλην της Σερβίας, Βαλκανικές χώρες.

Διευκρινίζεται ότι η Γερμανία, η οποία δεν διέθετε ναυτικές βάσεις στη Μεσόγειο, στo πλαίσιο της προσπάθειας ελέγχου των δυνάμεων της Γαλλίας και της επέκτασης της επιρροής της προς το Νότο, είχε ιδρύσει τη (Ναυτική) Διοίκηση Μεσογείου από το 1912, στον Αυστρο-Ουγγρικό λιμένα Πόλα [Pola/Pula] της Αδριατικής, (σήμερα ανήκει στην Κροατία). Αυτή επιχειρησιακά περιλάμβανε ως κύριες μονάδες, το καταδρομικό μάχης Γκαίμπεν και το ελαφρύ καταδρομικό Μπρεσλάου , υπό την διοίκηση του υποναυάρχου Wilhelm Souchon 6.

Σε καιρό ειρήνης, η αποστολή της διοικήσεως αυτής αποσκοπούσε στην προβολή ισχύος (επίδειξη σημαίας), της Γερμανίας στη Μεσόγειο με επισκέψεις σε λιμένες και επίσημες επαφές με τα ναυτικά κλιμάκια και κυβερνητικούς παράγοντες της περιοχής7.Σε περίπτωση Γαλλο-Γερμανικού πολέμου τα γερμανικά σκάφη με τομέα ευθύνης την Δυτική Μεσόγειο, θα έπρεπε να εμποδίσουν – δυσχεράνουν την αποστολή ενισχύσεων προς την Γαλλία από την Αλγερία και τις λοιπές αποικίες της Βόρειας Αφρικής. Σε κατάσταση γενικευμένης σύρραξης, οι στόλοι της Μεσογείου των δύο εμπολέμων συνασπισμών, με το ισχυρό Γκαίμπεν και το Μπρεσλάου, ήταν περίπου ισοδύναμοι.8

Το καταδρομικό μάχης SMS Goeben.
Το ελαφρύ καταδρομικό SMS Breslau.

Στις 28 Ιουνίου του 1914, την ημέρα της δολοφονίας του αρχιδούκα Φερδινάνδου στο Σεράγεβο, το Γκαίμπεν βρισκόταν σε περιπολία στις ακτές της Συρίας, (τον Μάιο είχε καταπλεύσει στην Κωνσταντινούπολη) και ανακλήθηκε άμεσα στην Πόλα, ενώ το Μπρεσλάου ήταν προσορμισμένο στο Δυρράχιο της Αλβανίας9.

 

Η θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Ειδικά όσον αφορά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1914 την βρίσκει ταπεινωμένη μετά την Ιταλο-Τουρκική σύρραξη και τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, με την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των Ευρωπαϊκών της κτήσεων. Η επανάσταση των Νεότουρκων του 1908 είχε περιορίσει την δύναμη του σουλτάνου και την ισχύ του χαλιφάτου, το οποίο επισημαίνεται ότι διατηρούσε υπό σχετικό έλεγχο τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι Νεότουρκοι, μέσω της Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο, βαθμιαία εξάπλωναν την επιρροή τους, με τη συνδρομή ξένων δυνάμεων που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την εύνοιά τους.

Ιδιαίτερα η Γερμανία είχε επιτύχει προπολεμικά μια σημαντική στρατιωτική επιρροή και οικονομική διείσδυση, με πλήθος Γερμανών συμβούλων να υποστηρίζουν κάθε μορφής δραστηριότητα εντός της οθωμανικής επικράτειας. Η τοποθέτηση ως πρέσβη, του Μάρσαλ φον Μπίμπερσταϊν, (Marschall von Bieberstein: 1842 – 1912), ενίσχυσε τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Ενδεικτική ήταν και η δεύτερη επίσκεψη του ίδιου του Κάιζερ10 στην Κωνσταντινούπολη το 1898, όπου έκανε εντυπωσιακές δηλώσεις για αιώνια Γερμανο-Τουρκική φιλία και για την πρόθεσή του να μεταβληθεί σε προστάτη της «παραπαίουσας» αυτοκρατορίας11. Γερμανοί αξιωματικοί εκπαίδευαν τους Οθωμανούς οι οποίοι είχαν εφοδιασθεί και με Γερμανικά όπλα.12.

Ο μετέπειτα Γερμανός πρεσβης στην Υψηλή Πύλη βαρώνος Βανγκενχάιμ (Gustav von Wangenheim: 1859-1915)13 είχε επιτύχει να προσεταιρισθεί τους ηγέτες των Νεότουρκων και ιδιαίτερα τον Εμβέρ Πασά, (İsmail Enver Pasha: 1881 – 1922), Υπουργό Στρατιωτικών το 1914, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως στρατιωτικός ακόλουθος στο Βερολίνο και ήταν ένθερμος γερμανόφιλος και θαυμαστής του πρωσικού μιλιταρισμού. Ο στρατηγός φον Σάντερς, (Otto Liman von Sanders: 1855 – 1929), ανέλαβε καθήκοντα στρατηγού-διοικητή του 1ου Σώματος Στρατού και στη συνέχεια Γενικού Επιθεωρητή Στρατού, ο στρατηγός Σέλλεντορφ, [Friedrich Bronsart von Schoellendorf: 1864 – 1950], υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου και άλλοι είκοσι ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί κατείχαν σημαντικές θέσεις στην οθωμανική στρατιωτική ιεραρχία14. Γερμανικές εταιρείες είχαν αναλάβει την κατασκευή του Σιδηροδρόμου Κωνσταντινούπολης – Βαγδάτης, αρχικά και με άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης όλων των φυσικών πόρων σε μια ζώνη 15 χλμ. εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών (Μπάλτος & Βιδάκης 2020, σελ. 29,30)15. Επιπλέον είχαν αποσταλεί πολλοί Γερμανοί επιστήμονες και εμπειρογνώμονες, για την οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την διερεύνηση της εκμετάλλευσής της.

Ταυτόχρονα η συμμετοχή των Ρώσων, (προαιώνιων εχθρών των Οθωμανών) στο συνασπισμό της Αντάντ, η συμμαχία του Λονδίνου μαζί τους και η βρετανική δυσπιστία ως προς τις προθέσεις της Υψηλής Πύλης, έστρεφε την αυτοκρατορία στην πλευρά της Γερμανίας. Στην αρχή του πολέμου, οι Νεότουρκοι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ της ουδετερότητας και της εξόδου στον πόλεμο, ζυγίζοντας πιθανά οφέλη και ανταλλάγματα. Η Βρετανία όμως αυτήν την φορά δεν θα προστάτευε τους Οθωμανούς, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Τριπλής Συνεννόησης. Άλλωστε, στην περίπτωση που θα συμμαχούσε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα ήταν δύσκολο στο τέλος του πολέμου να την διαμελίσει! Σε αυτό το κλίμα υπογράφεται στις 2 Αυγούστου του 1914, μυστική συνθήκη συμμαχίας και συμμετοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μεγάλο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών16. Ο μυστικός της χαρακτήρας, επέτρεπε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να προετοιμαστεί και συγχρόνως συντηρούσε στις Δυνάμεις της Αντάντ την ελπίδα ότι θα παρέμεινε ουδέτερη17. Βασικός όμως όρος για να ενεργοποιηθεί αυτή η συνθήκη ήταν να αποσταλούν από την Γερμανία δύο «βαρέως τύπου» θωρηκτά, (Dreadnought) στην Κωνσταντινούπολη, ώστε οι Οθωμανοί να αποκτήσουν ναυτική υπεροπλία στη Μαύρη Θάλασσα έναντι των Ρώσων, αλλά και στο Αιγαίο έναντι των Ελλήνων18.

Ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης (Bagdadbahn).

Ήδη από το 1913, σε αντίδραση της αγοράς από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δύο θωρηκτών από τις ΗΠΑ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε παραγγείλει δύο θωρηκτά (τύπου Dreadnought) στην Βρετανία19, των οποίων την παράδοση ανέμενε τον Ιούλιο του 1914, (η χρηματοδότηση των πλοίων αυτών καλύφθηκε με δημόσιο έρανο και είχαν προπληρωθεί). Οι Βρετανοί όμως με την έναρξη του πολέμου τα «παρακράτησαν» (έναντι ημερήσιας αποζημίωσης και με την προϋπόθεση ότι οι Οθωμανοί θα παρέμεναν ουδέτεροι κατά την διάρκεια του πολέμου), για να ενισχύσουν το στόλο τους, προκαλώντας φυσικά έντονες διαμαρτυρίες στην Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, οι Νεότουρκοι ουσιαστικά ζήτησαν από τον Κάιζερ να αντικαταστήσει τα δύο αυτά πολεμικά πλοία, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Ο διορατικός και υπερδραστήριος Γερμανός πρέσβης στην Υψηλή Πύλη Βανγκενχάιμ έχοντας εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από το Βερολίνο, τους προσέφερε τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου έναντι συμβολικού τιμήματος. Η «μεταβίβαση» πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου. Μετά την πανωλεθρία των Ρώσων στο Τάννεμπεργκ από τους Γερμανούς (26-30 Αυγούστου), οι Οθωμανοί φέρονταν σταδιακά να στρέφονται ξεκάθαρα υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων.

Έτσι στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός υποναύαρχος Σουχόν τοποθετείται στην θέση του αρχηγού του Οθωμανικού Ναυτικού. Στις 26 Σεπτεμβρίου οι Οθωμανοί κλείνουν τα Στενά στην εμπορική ναυτιλία, διακόπτοντας την ροή πολεμικού και υποστηρικτικού υλικού από την Δυτική Ευρώπη προς την Ρωσία. Την 29η Οκτωβρίου του 1914, ο Σουχόν εισήλθε στη Μαύρη Θάλασσα ως επικεφαλής των δύο (πρώην) γερμανικών σκαφών και άλλων μονάδων του Οθωμανικού Ναυτικού, βομβάρδισε τη Σεβαστούπολη, την Θεοδοσία και το Νοβοροσίσκ, βυθίζοντας πλοία και προκαλώντας καταστροφές σε εγκαταστάσεις. Στη συνέχεια, την 1η Νοεμβρίου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά των Δυνάμεων της Αντάντ.

Υποναύαρχος Wilhelm Anton Souchon.
Μέλη του πληρώματος του SMS Goeben έπειτα από τον
κατάπλου στην Κωνσταντινούπολη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όσον αφορά στην «ισορροπία των συμμαχιών», οι Γερμανοί αρχικά συμβιβάζονταν έστω και με την διατήρηση της ουδετερότητας των Οθωμανών, θεωρώντας πως θα πετύχαιναν ταχεία νίκη επί των Γάλλων στο Δυτικό Μέτωπο. Ωστόσο μετέβαλαν τη στάση τους μετά την πρώτη μάχη του Μάρνη (5-12 Σεπτεμβρίου 1914), όπου και φάνηκε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε περισσότερο. Οι Βρετανοί αλλά και οι Γάλλοι από την άλλη πλευρά, στο «πνεύμα» και στην πολιτική της αποικιοκρατίας, είχαν εντοπίσει αρκετές «περιοχές ενδιαφέροντος» που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και πίστευαν ότι θα συμφωνούσαν στον καταμερισμό τους. Με αυτήν την προσέγγιση, μια ενδεχόμενη εμπλοκή της Υψηλής Πύλης στην παγκόσμια σύρραξη αναδεικνυόταν γι΄ αυτούς περισσότερο ως ευκαιρία, παρά ως κίνδυνος.

Ωστόσο, με τη παράταση του πολέμου θα μετέβαλε γρήγορα και η δική τους στάση μπροστά στο ενδεχόμενο οθωμανικής επίθεσης σε βάρος του Σουέζ. Όμως η πρόταση των Αγγλο-Γάλλων για συνέχιση της ουδετερότητας της Υψηλής Πύλης έναντι της εδαφικής της ακεραιότητας, προσέκρουσε στην άρνηση της Ρωσίας, η οποία προσέβλεπε στην απόκτηση εδαφών και στην έξοδο στο Αιγαίο. Μετά την ήττα της στο Τάννεμπεργκ, η Ρωσία συμφώνησε κι αυτή, αλλά πλέον οι Νεότουρκοι είχαν πειστεί για την επικείμενη επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων και θα εισέρχονταν στη σύρραξη προκειμένου να επωφεληθούν ως μελλοντικοί νικητές.

 

Ο ρόλος των δυο Γερμανικών πολεμικών πλοίων

Η καταδίωξη των Γκαίμπεν και Μπρεσλάου ήταν μια ναυτική επιχείρηση που σημειώθηκε στη Μεσόγειο θάλασσα κατά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τα σκάφη του βρετανικού στόλου της Μεσογείου επιχείρησαν να αναχαιτίσουν τα γερμανικά αυτά πολεμικά πλοία, τα οποία βρίσκονταν αρχικά στην Αδριατική θάλασσα. Τα γερμανικά πολεμικά κατόρθωσαν τελικά, παρά την καταδίωξή τους από τον ισχυρό βρετανικό στόλο, να διέλθουν τα Στενά του Ελλησπόντου και να αγκυροβολήσουν στα ασφαλή νερά της θάλασσας του Μαρμαρά στις 10 Αυγούστου του 1914, υπό την προστασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πορεία καταδίωξης των δυο Γερμανικών καταδρομικών.

Η παρουσία των σκαφών αυτών στον Βόσπορο ήταν αρκετή για να υπερνικήσει τις όποιες αμφιβολίες των Οθωμανών για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο και «έσυραν» τελικά την ηγεσία τους, ώστε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και να εμπλακούν στην παγκόσμια σύρραξη. Σημειώνεται ότι τα δύο πολεμικά «αγοράστηκαν», από τους Οθωμανούς, παρά τις αγγλικές αντιδράσεις, μ΄ ένα ιδιότυπο καθεστώς: ύψωσαν την οθωμανική σημαία, διατήρησαν τα γερμανικά τους πληρώματα, τα οποία ενδύθηκαν με στολές του οθωμανικού ναυτικού και φέσια και την γερμανική τους διοίκηση, με τον υποναύαρχο Σουχόν. Μετονομάστηκαν το μεν Γκαίμπεν σε Yavuz Sultan Selim, το δε Μπρεσλάου σε Midilli (Μυτιλήνη)20.

Τα SMS Goeben και SMS Breslau προσορμισμένα στο Ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης (Πηγή: Bundesarchiv).

Αυτά τα πολεμικά σκάφη, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά παρέσυραν την Υψηλή Πύλη σε μία καταστροφική επιλογή, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων την γεωγραφική θέση όλων των εμπλεκομένων, τη συμμετοχή ως αντιπάλου της γειτονικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ρωσίας, τις υπάρχουσες αδυναμίες και τα μειονεκτήματα του «Μεγάλου Ασθενούς».

Επισημαίνεται ωστόσο η βούληση της οθωμανικής ηγεσίας για την ανακατάληψη ορισμένων εδαφών στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο, που είχε απωλέσει τα προηγούμενα έτη. Η συγκεκριμένη απόφαση έμελλε να έχει καταλυτική σημασία για ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής: σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας, τη συρρίκνωση της κυριαρχίας της και την ώθησε στα τελευταία στάδια της επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις της απαρχής ενός άλλου θέματος, του Μεσανατολικού (Alobeid 2018, σελ. 171).

 

Παραδοσιακή ερμηνεία της επιτυχημένης διαφυγής

Η συμβατική εξήγηση του κατορθώματος των Γερμανών να καταφύγουν στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα χωρίς απώλειες ή βλάβες, αποδίδεται από ορισμένους αναλυτές στην χρονική περίοδο (μόλις είχε ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος), και στην έλλειψη σωστής προετοιμασίας των Συμμάχων. Άλλοι το καταλογίζουν σε ενδεχόμενα σφάλματα των Βρετανών ναυάρχων, σε λανθασμένη ή/και ελλιπή τους πληροφόρηση, στην έλλειψη ορθής αξιολόγησης, σε συνδυασμό και άλλων παραμέτρων. Οι αντίπαλοί τους θα ισχυρίζονταν ότι οφείλεται στην επιτυχημένη πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα του Γερμανού υποναυάρχου, ίσως και σε ζητήματα ευνοϊκών συγκυριών και τύχης. Ωστόσο όλες αυτές οι ερμηνείες εμφανίζονται να πάσχουν από μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των πραγμάτων, καθώς παρουσιάζουν και μια σειρά αντιθέσεων και αντιφάσεων, που παρατίθενται στη συνέχεια του κειμένου.

Στο αναλυτικό και εμπεριστατωμένο κείμενο με τίτλο του Ίωνος Στράτου: «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», καταγράφηκαν τα ιστορικά γεγονότα και η διαχρονική εξέλιξη της όλης υπόθεσης. Ωστόσο ενώ αναγράφεται ότι: «εάν θα μπορούσαμε ποτέ να δεχτούμε πως η βρετανική κυβέρνηση επιθυμούσε τα γερμανικά σκάφη να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη, τότε θα μπορούσαν να εξηγηθούν πολλά», εν τούτοις αποφεύγει να υιοθετήσει αυτήν την υπόθεση εργασίας, ώστε να προχωρήσει σε μια άλλη γεωστρατηγική θεώρηση των πραγμάτων. Βέβαια σε δύο συνεχόμενα τμήματα του άρθρου με τίτλους: «Μυστική Διπλωματία» και «Ελληνική Εμπλοκή» αναφέρονται αντίστοιχα οι εξής σημαντικές πληροφορίες:

α. «Το γεγονός της διαφυγής των ‘’Goeben’ και ‘’Breslau’ λόγω των επιπτώσεων που είχε στην περιοχή αλλά και στην έκβαση του πολέμου διερευνήθηκε εκ των υστέρων σε βάθος, αλλά χωρίς εμφανές αποτέλεσμα. Ο Βρετανός ναύαρχος Μίλνε έπεσε σε δυσμένεια και αποστρατεύθηκε το 1919 μετά από δική του αίτηση21, ενώ ο Τρούμπριτζ δικάστηκε για την αποτυχία του να σταματήσει τα γερμανικά σκάφη προτού εισέλθουν στο Αιγαίο22.

Επρόκειτο λοιπόν για μια σειρά λαθών των Βρετανών ναυάρχων ή υπήρχαν και άλλες παράμετροι που θα έπρεπε να αξιολογηθούν; Μια προσεκτική ματιά στα γεγονότα γεννάει μια σειρά από ενδιαφέροντα ερωτήματα για τις πραγματικές προθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης και θέτει αμφιβολίες για το εάν η όλη επιχείρηση ήταν αποτυχημένη.

Βασικό ρόλο στο όλο επεισόδιο έπαιξε η δυνατότητα (ή μη) αποκόμισης πληροφοριών από υπάρχοντα δίκτυα πρακτόρων στους λιμένες και στις πρωτεύουσες των κρατών της περιοχής. Το Βασιλικό Βρετανικό Ναυαρχείο (ΒΒΝ), διατηρούσε το δικό του αυτόνομο δίκτυο πληροφοριών και στη Μεσόγειο, εστιάζοντας επί το πλείστον στις κινήσεις πλοίων, (εμπορικών και πολεμικών), καθώς και σε υποκλοπές σημάτων επικοινωνιών. Ο Μίλνε πάντως φάνηκε να μην έχει στην διάθεσή του χρήσιμες πληροφορίες στο διάστημα των δέκα κρίσιμων ημερών, όταν διαδραματίστηκε το όλο επεισόδιο. Παρέμεινε προσκολλημένος σ΄ αυτά που ήδη γνώριζε, δηλαδή τα σχέδια του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού για την αποστολή που θα είχαν τα «Γκαίμπεν» και «Μπρεσλάου», σε περίπτωση πολέμου.

Sir Archibald Berkeley Milne, ανώτατος διοικητής του στόλου της Μεσογείου.
Sir Ernest Charles Thomas Troubridge, διοικητής της μοίρας καταδίωξης των Goeben και Breslau.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αντίθετα, το Λονδίνο φαινόταν να διατηρεί πάντοτε την αίσθηση της κατάστασης. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τα τηλεγραφήματα που έστελνε στον Μίλνε [μέσω του Ναυαρχείου], το περιεχόμενο τους, αλλά και την χρονική συγκυρία. … Το τηλεγράφημα προς τον Μίλνε της 2ας Αυγούστου, που τον διέτασσε να αποστείλει δύο καταδρομικά μάχης στο Γιβραλτάρ ώστε να επιτηρούν το πέρασμα προς τον Ατλαντικό θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως εξής: χάριν της φύλαξης των Στενών του Γιβραλτάρ, (που ούτως ή άλλως καλύπτονταν από πυροβόλα μεγάλου βεληνεκούς), στερούσε ουσιαστικά στον Μίλνε την δυνατότητα εμπλοκής «επί ίσοις όροις» με τους Γερμανούς, ενώ έδινε στους τελευταίους το μήνυμα να κινηθούν ανατολικά. Αλλά και το (λανθασμένο) τηλεγράφημα της 8ης Αυγούστου, που ουσιαστικά απέτρεψε τον Μίλνε να εισέλθει (έστω και καθυστερημένα) στο Αιγαίο με ικανή δύναμη να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, είχε ανάλογα αποτελέσματα. Η πιο τρανή απόδειξη για την τυχόν ολιγωρία της βρετανικής κυβέρνησης ίσως όμως να βρίσκεται στον ρόλο που διαδραμάτισε ένας Έλληνας ηγέτης στην όλη υπόθεση. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας».

β. «Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Βενιζέλος “πείστηκε’ να δώσει την άδεια για την εξαγωγή του κάρβουνου στους Γερμανούς δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφιβολίας ότι ήταν γνώστης των πραγματικών γεγονότων την δεδομένη χρονική στιγμή. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ότι ως πολιτικός ήταν σαφώς φιλικά προσκείμενος προς την Αντάντ και πάντοτε σ΄ επαφή με τα κέντρα εξουσίας στην Γαλλία και την Βρετανία. Εξάλλου, η πράξη του αυτή, με τις τόσο σοβαρές συνέπειες, ουδέποτε αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους Συμμάχους της Αντάντ, αλλά ούτε και στάθηκε ικανή για να διακινδυνεύσει τη μετέπειτα σχέση του μαζί τους. Αντίθετα, ακόμη και στα χρόνια μετά τον πόλεμο, όταν τέθηκε το θέμα στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, η Βρετανική κυβέρνηση παρείχε πλήρη κάλυψη στην πράξη αυτή του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να συμπεράνουμε ότι ο Βενιζέλος όχι μόνο δεν έδρασε εκείνο το βράδυ εναντίον της Αντάντ, αλλά μάλιστα της παρείχε βοήθεια καθοριστικής σημασίας».

 

Μια “αιρετική” εκδοχή

Το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου και η εξιστόρηση της όλης υπόθεσης, προξενούν απορίες σε τρία σημαντικά ζητήματα, τα εξής:

α. Τα καταστροφικά αποτελέσματα και τις δυσμενείς επιδράσεις της επιτυχημένης διαφυγής, των δύο «ισχυρών» γερμανικών πλοίων και της εμπλοκής των στον πόλεμο, ουσιαστικά τα υπέστη η Τσαρική Ρωσία23. Αντίθετα το Βρετανικό Ναυτικό δεν είχε απώλειες, («αναίμακτος μάχη» η διαφυγή, σύμφωνα με τον Πρώτο Λόρδο του Βρετανικού Ναυαρχείου Ουίνστων Τσώρτσιλ, (Winston Churchill).

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η δύναμη πυρός των δύο γερμανικών πολεμικών κατευθύνθηκε ενάντια στην Ρωσία, «μόνιμο γεωπολιτικό αντίπαλο» της (πρόσκαιρα) συμμάχου της στον Α΄ Π.Π., Βρετανίας. Κι αυτό διενεργήθηκε έντεχνα, με επιδεξιότητα, δίχως να εκτεθεί και να αμφισβητηθεί η φίλια πολιτική της Βρετανίας έναντι της Ρωσίας. Κατά την γνώμη μας το βρετανικό σχέδιο αφορούσε στο να «εξαναγκάσει» την Οθωμανική Αυτοκρατορία να εξέλθει στον πόλεμο, έτσι ώστε μεταπολεμικά να είναι δυνατός ο διαμελισμός της (ως ηττημένη χώρα), σε όφελος της Γαλλίας και της Βρετανίας, όχι όμως και της Ρωσίας. Η τελευταία δεν θα έπρεπε να μπορέσει να συντρίψει τους Οθωμανούς (φθάνοντας πιθανόν έως την Κωνσταντινούπολη ή/και αποκομίζοντας εδάφη στον Καύκασο), απειλώντας και τα βρετανικά συμφέροντα. Μια ικανοποιητική λύση σ΄ αυτό το πρόβλημα για τους Βρετανούς θα ήταν η προσωρινή ενίσχυση του οθωμανικού στόλου με τα γερμανικά πολεμικά.

Εκ των υστέρων βέβαια κρίνουμε ότι το εν λόγω σχέδιο με αρκετό ομολογουμένως ρίσκο, λειτούργησε άψογα! Το κλείσιμο των Στενών από τις 26 Σεπτεμβρίου, είχε μεγάλες επιπτώσεις στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας, η οποία διακινούσε το 50% των συνολικών εξαγωγών της και μεγάλο μέρος των εισαγωγών της μέσω των Στενών, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες24. Απομονωμένη από τους συμμάχους της και αδυνατώντας να εισαγάγει και να εξαγάγει προϊόντα, η Ρωσία σταδιακά κατέρρευσε ως ηγετική δύναμη και εκτέθηκε σε κοινωνικές αναταραχές, που μάλλον αναπόφευκτα οδήγησαν αργότερα στην Οκτωβριανή Επανάσταση.

Winston Spencer Churchill, πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου.

β. Το απόρρητο τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ προς τον Μίλνε, στις 30 Ιουλίου ανέγραφε: «Σε περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος και η Αγγλία και η Γαλλία αναμειχθούν, διαφαίνεται ότι η Ιταλία θα παραμείνει ουδέτερη, ενώ η Ελλάς δύναται να γίνει σύμμαχος. Η Ισπανία θα είναι επίσης φιλική και πιθανώς σύμμαχός μας. Η συμπεριφορά της Ιταλίας παραμένει παρά ταύτα αβέβαιη και είναι εξαιρετικά σημαντικό η Μοίρα σας να απόσχει από σοβαρές εμπλοκές με αυστριακά σκάφη έως ότου γνωρίζουμε τι θα πράξει η Ιταλία. Πρώτη σας προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η παροχή αρωγής στους Γάλλους στη μεταφορά της αφρικανικής στρατιάς τους, παρέχοντας κάλυψη και εάν είναι δυνατό εμπλέκοντας τα ταχέα γερμανικά ή αυστριακά σκάφη, ειδικά το «Γκαίμπεν», που δύνανται να δημιουργήσουν προβλήματα σε αυτήν τη μεταφορά. Θα ειδοποιηθείτε με τηλεγράφημα για το πότε μπορείτε να έρθετε σε επαφή με τον Γάλλο ναύαρχο. Σε αυτήν τη φάση, μην εμπλακείτε σε αγώνα εναντίον ισχυρότερων δυνάμεων, εκτός από την περίπτωση γενικευμένης μάχης και σε συνεργασία με τους Γάλλους. Η ταχύτητα των Μοιρών σας είναι ικανή ώστε να σας δώσει την δυνατότητα να επιλέξετε την κατάλληλη στιγμή δράσης. Ελπίζουμε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τη Μεσόγειο – έως τότε, καλείστε να διαχειριστείτε τις δυνάμεις σας».

Διαπιστώνουμε λοιπόν, πέραν της ακρίβειας της προβλεπτικότητας του Τσώρτσιλ σχετικά με τα ενδεχόμενα του πολέμου, ότι έγκαιρα (30 Ιουλίου 1914) δίνει εντολές που αφορούν ουσιαστικά στην υλοποίηση του προαναφερομένου σχεδίου των Βρετανών, μεριμνώντας έντεχνα για την αποφυγή καταναυμάχησης των γερμανικών σκαφών. Άλλωστε στο κείμενο του Τσώρτσιλ μάλλον παράδοξα, δεν γίνεται μνεία για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εκτιμώμενη στάση της, γεγονός που ενισχύει και επιβεβαιώνει την ύπαρξη ως προς αυτήν, στρατηγικού σχεδίου. Το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος της 30ής Ιουλίου σε συνδυασμό με το τηλεγράφημα της 2ας Αυγούστου, απλώς επιβεβαιώνει την βαθμιαία και μεθοδική υλοποίησή του. Εξάλλου το Λονδίνο φαινόταν να διατηρεί κεντρικά τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, να διαθέτει καλύτερη πληροφόρηση και να αξιοποιεί ευκαιρίες και καταστάσεις.

Mark Edward Frederic Kerr, επικεφαλής της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα.

Εάν σε όλα αυτά προσθέταμε τα ακόλουθα:

1) την βέβαιη συνεννόηση του Βενιζέλου με τον Τσώρτσιλ, μέσω του αρχηγού της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα, Mark Kerr 25,

2) την ενημέρωση περί υπογραφής (2 Αυγούστου 1914) της μυστικής συνθήκης συμμαχίας μεταξύ Νεότουρκων και Γερμανίας, (έστω με υστέρηση),

3) το (λανθασμένο) τηλεγράφημα της 8ης Αυγούστου [που ουσιαστικά απέτρεψε τον Μίλνε να εισέλθει (έστω και καθυστερημένα) στο Αιγαίο με ικανή δύναμη προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς],

θεωρούμε ότι αποδεικνύεται η (εσκεμμένη) ολιγωρία της βρετανικής κυβέρνησης στο όλο ζήτημα.

γ. Η πληροφόρηση ότι το Γκαίμπεν, ανεφοδιάστηκε ανεμπόδιστα, την 9η Αυγούστου ανοικτά τής νήσου Δονούσας στις Κυκλάδες και εισήλθε στον Ελλήσποντο μία ημέρα αργότερα, αναμένοντας άδεια για να καταπλεύσει στην Κωνσταντινούπολη.

Η υπόθεση όμως του εφοδιασμού του έχει ένα μυθιστορηματικό χαρακτήρα: αναλυτικότερα μετά τις 02.00 της 6ης Αυγούστου, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος δέχθηκε στην οικία του έξαφνη και απρογραμμάτιστη επίσκεψη από τον κόμη φον Κουάντ, πρεσβευτή της Γερμανίας στην Αθήνα26, (Quadt, Wykradt von: 1912 -1915). Ο διπλωμάτης του ζήτησε άδεια για να εξαγάγει από την Ελλάδα 800 τόνους άνθρακα (κάρβουνο), το οποίο θα φορτωνόταν στο γερμανικό σκάφος ανθράκευσης Bogados με προορισμό τη Νότια Αφρική. Σημειώνεται ότι η άδεια του πρωθυπουργού ήταν αναγκαία, διότι ίσχυε απαγόρευση εξαγωγής άνθρακα από την Ελλάδα27. Η ποσότητα αυτή βρισκόταν στην κατοχή ενός γερμανικού εμπορικού οίκου με το όνομα Πλοκ και η άδεια θα χορηγείτο σ΄ αυτόν. Ο Βενιζέλος απάντησε θετικά και άμεσα στο γερμανικό αίτημα! Ο πρεσβευτής έφυγε από την οικία του έχοντας λάβει ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο αναγραφόταν τα ακόλουθα: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακαλεί τον λιμενάρχη του Πειραιά όπως επιτρέψει στον έμπορο Πλοκ να διαθέσει από τα αποθέματά του, ποσότητα 800 τόνων κάρβουνου προς όφελος γερμανικών πλοίων που βρίσκονται στον Πειραιά». Ο έμπορος μετέβηκε στον Πειραιά για να προβεί στις σχετικές διεκπεραιώσεις. Έχοντας ολοκληρώσει την φόρτωση, το Bogados απέπλευσε από τον Πειραιά πριν από το ξημέρωμα. Σύμφωνα με αναφορές της εποχής, το σκάφος παραλλάχτηκε κατάλληλα εν πλω, ώστε να μοιάζει με ελληνικό εμπορικό, με το όνομα Πολυμίτης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο αληθινός προορισμός του ήταν προσυμφωνημένο σημείο συνάντησης με τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου στις Κυκλάδες και αποστολή του να τα εφοδιάσει με τον απαραίτητο άνθρακα, ώστε αυτά να μπορέσουν να καταπλεύσουν στον Βόσπορο28. Το σχέδιο εκτελέστηκε επιτυχώς.

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Albert Quadt-zu-Wykradt-und-Isny. πρεσβευτής της Γερμανίας στην Αθήνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι ωστόσο παράδοξη η άμεση (και σε μεταμεσονύκτια ώρα) χορήγηση της εν λόγω άδειας από τον Βενιζέλο; Ή ότι η άδεια γράφηκε σ΄ ένα απλό επισκεπτήριο του γραφείου του, δίχως να ενημερώσει άλλους ιθύνοντες και να διασταυρώσει την εγκυρότητα των ισχυρισμών του συνομιλητή του. Πως πείστηκε τόσο εύκολα από τον Γερμανό πρεσβευτή για το «επείγον» του εν λόγω εφοδιασμού; Επιπρόσθετα αξίζει να σημειωθεί ότι την προηγούμενη ημέρα ο Βενιζέλος είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της μυστικής συνθήκης Γερμανίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον Έλληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο και με τη σειρά του πληροφόρησε τους Βρετανούς29. Γνώριζε συνεπώς ότι ο ανεφοδιασμός που επέτρεψε προοριζόταν για τα γερμανικά πολεμικά πλοία!

Τα παραπάνω οδηγούν στην εκτίμηση πως υπήρξε σχέδιο παρέμβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, το οποίο εκτελέστηκε με μεγάλη επιδεξιότητα και επιτυχία. Τα ανωτέρω υποστηρίζουν στα έργα τους οι ιστορικοί Μιχαλόπουλος, Βεντήρης και Γρηγοριάδης καθώς και ο Geoffrey Miller30 στη μελέτη του, που εκδόθηκε το 1996 με τίτλο: Superior Force: The conspiracy behind the escape of Goeben and Breslau. Ο Φωτάκης υποστηρίζει ότι υπήρξε συνέργεια μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου για την ικανοποίηση του γερμανικού αιτήματος σχετικά με τον ανεφοδιασμό των Γκαίμπεν και Μπρεσλάου31.

Καρτ-ποστάλ εποχής.

Οι υποστηρικτές της παραδοσιακής θεώρησης αντιτίθενται στην ομάδα των ιστορικών, που ισχυρίζονται ότι ο Βενιζέλος έκανε την ανθράκευση εσκεμμένα για να σύρει την Υψηλή Πύλη στο στρατόπεδο των ηττημένων, ώστε να διαμελιστεί εδαφικά μετά το τέλος του πολέμου από την Αντάντ. Δεν μπορούν να αιτιολογήσουν ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός φαίνεται να επέλεξε να χαρίσει την ναυτική υπεροπλία σ΄ ένα κράτος που προετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Ελλάδα32. Προφανώς η πιο λογική εξήγηση για την παραδοσιακή ερμηνεία των γεγονότων είναι αυτή που παρουσιάζεται: ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν γνώριζε για την εμπλοκή των δύο καταδρομικών, δεν υποψιάστηκε ότι η ανθράκευση αφορούσε πολεμικά πλοία, αλλά μ΄ έναν και μόνο προσωπικό του χειρισμό άλλαξε την Ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου… Ωστόσο σ΄ αυτό το σημείο θα διαφωνήσουμε. Θεωρούμε ότι ο Βενιζέλος δεν ήταν αφελής. Ναι μεν οι περιστάσεις ήταν δύσκολες αλλά διέθετε την απαιτούμενη πληροφόρηση. Γνώριζε ότι ο ανεφοδιασμός αφορούσε σε γερμανικά πολεμικά. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να αναλάβει ανάλογου βάρους ρίσκο σε βάρος των βρετανικών συμφερόντων, (την περίοδο μάλιστα που υπήρχαν Βρετανοί επόπτες στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό) εάν δεν υπήρχε συμφωνία – ανοχή του Λονδίνου για τον χειρισμό της ανθράκευσης και τη συνακόλουθη πορεία των εν λόγω σκαφών.

Φυσικά εφόσον υπήρξε αυτός ο σχεδιασμός, δεν θα μπορούσε κανένας δημόσια, να τον αποδεχθεί. Έτσι ο Βενιζέλος το 1934 στην «περίφημη μονομαχία» – δημόσια ανταλλαγή άρθρων με τον Ιωάννη Μεταξά, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η ανθράκευση ήταν για τα πολεμικά πλοία αλλά για εμπορικά και λόγω της ελληνικής ουδετερότητας δεν μπορούσε να αρνηθεί τον ανεφοδιασμό τους. Επικουρικά στην αρθρογραφία του αναφέρει και τη σχετική απάντηση του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών Μακ Ναίηλ το 1923 στην Βουλή των Κοινοτήτων σε ερώτηση βουλευτή για το εν λόγω επεισόδιο33: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Goeben και το Breslau ανεφοδιάστηκαν με γαιάνθρακα κατά διαταγή του κ. Βενιζέλου. Αλλά οφείλω να δηλώσω ότι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών με την Γερμανία και κατά συνέπεια πριν δώσει την διαταγή αυτή, ο κ. Βενιζέλος συμβουλεύτηκε την αγγλική κυβέρνηση για το πως έπρεπε να ενεργεί σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η βρετανική κυβέρνηση αφού μελέτησε το θέμα υπέδειξε στον κ. Βενιζέλο να ακολουθήσει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και να παρέχει στα πλοία των εμπολέμων αρκετή ποσότητα άνθρακα ώστε να δύνανται να προσεγγίσουν στο πλησιέστερο λιμάνι της χώρας τους».

Θα προσθέταμε ότι ο Βρετανός υπουργός με την ανωτέρω απάντησή του, μάλλον εξέθεσε αυτόν που επιδίωκε να προφυλάξει: «ομολογεί ότι ένας πρωθυπουργός ανεξάρτητου κράτους ζήτησε άδεια από την Βρετανία για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου στην χώρα του!» Άλλωστε είναι δυνατό οι Βρετανοί να μην γνώριζαν ποια πλοία αφορούσε η ανθράκευση; Επίσης φαίνεται να δικαιολογεί ακόμα και την ανθράκευση και ανεφοδιασμό πολεμικών πλοίων, συμμαχικών και μη, αν και τα τελευταία με την παρουσία τους μπορούσαν να παρασύρουν στον πόλεμο μια ολόκληρη αυτοκρατορία εναντίον της Αντάντ.

Από την άλλη πλευρά, ο Ι. Μεταξάς (επιβεβαιώνοντας την ερμηνεία μας), στο όγδοο άρθρο του αναρωτιέται μάλλον εύλογα, πως ο τότε πρωθυπουργός δεν υποψιάστηκε τον αληθινό σκοπό της ανθράκευσης. Πολύ γλαφυρά αναφέρει: «και φαντάζεται κανείς ότι ο πρέσβης της Γερμανίας αυτοπροσώπως ξύπνησε τον πρωθυπουργό νύχτα, τον ήγειρε εκ της κλίνης του, και του εζήτησεν επειγόντως διαταγή προς τον λιμενάρχη Πειραιώς εφοδιασμού γαιανθράκων, εντός της νυκτός ενός απλού εμπορικού; Και τόσο επειγόντως ώστε ο κ. Βενιζέλος μη έχων προχειρότερο μέσον έγραψε την διαταγή ταύτη σε ένα απλό επισκεπτήριο; Ούτε από τον νουν του κ. Βενιζέλου δεν πέρασε ουδεμία υποψία, ενώ ήταν γνωστή εις το υπουργείο των Ναυτικών η δίωξις των δύο γερμανικών πλοίων από Βρετανικά σκάφη, αφού αντάλλαξαν και κανονιοβολισμούς στο Ταίναρο34; Και ότι επίστευσεν ο κ. Βενιζέλος ότι το Γερμανικό εμπορικό «Μπόγαμπος» το οποίο βρισκόταν εν πλήρει ασφάλεια εν Πειραιεί εζήτει γαιάνθρακας δια να εξέλθει στο Αιγαίο που ήταν γεμάτο Βρετανικά πολεμικά και να πάει πού; Στην Τεργέστη ή στη Ν. Αφρική μέσω Σουέζ

Πρόσθετα οι υποστηρικτές της παραδοσιακής ερμηνείας ισχυρίζονται ότι η υπόθεση περί βρετανικής εντολής και ειδικής εξουσιοδότησης στον Βενιζέλο για να ανθρακεύσει τα δύο πολεμικά, ώστε δήθεν να ενισχυθεί ο οθωμανικός στόλος έναντι του ρωσικού, (κάτι που υποτίθεται σχεδίαζε ο Τσώρτσιλ, τότε πρώτος λόρδος του ΒΒΝ), αποτελεί μάλλον παράδοξη ή/και παράλογη επεξήγηση. Επικαλούνται δε και τους εξής λόγους: γιατί το Βρετανικό Ναυαρχείο είχε διατάξει την καταδίωξη των δύο σκαφών; γιατί πέρασε από στρατοδικείο τον Άγγλο ναύαρχο; γιατί ο Βενιζέλος δεν έκανε την παραμικρή νύξη στην αρθρογραφία του το 1934; Άλλωστε καθίσταται φανερό από την απάντηση του Άγγλου ΥΠΕΞ ότι η βρετανική εξουσιοδότηση δεν χορηγήθηκε ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά δόθηκε γενικά και φυσικά αφορούσε μόνο εμπορικά πλοία. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι τελικά δεν υπήρξε συνεννόηση μεταξύ Άγγλων – Βενιζέλου, ειδικά για την ανθράκευση των δύο πολεμικών πλοίων.

Η προπέλα του Goeben/Yavuz στο προαύλιο του Μουσείου Ναυτικής Ιστορίας, Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο θεωρούμε ότι όλα αυτά απαντώνται από τα προηγούμενα, προσθέτοντας πως και για τη συμβατική απάντηση του Βενιζέλου, θα έπρεπε να τηρηθούν τα προσχήματα. Άλλωστε η απόφαση του βρετανικού ναυτοδικείου ήταν αθωωτική. Εκτός όμως όλων των προαναφερομένων, η θέση μας τεκμηριώνεται και από την ύστερη απόφαση των Βρετανών για επίθεση στα Δαρδανέλια. Επεξηγούμε εν συντομία: το Λονδίνο επιζητούσε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά παράλληλα να μην επωφεληθούν από αυτόν οι Ρώσοι – είτε στον Καύκασο, είτε στη Μεσόγειο. Μετά τη νίκη των Ρώσων στο μέτωπο του Καυκάσου εναντίον των Οθωμανών την περίοδο Δεκεμβρίου 1914 – Ιανουαρίου 1915, ο Ουίνστων Τσώρτσιλ τότε Πρώτος Λόρδος του ΒΒΝ, επέλεξε να εφορμήσουν οι Σύμμαχοι στα Δαρδανέλια. Τι είχαν να κερδίσουν οι Βρετανοί; Ελάχιστα, αλλά ο σκοπός τους ήταν να μην μπορέσουν να επωφεληθούν οι Ρώσοι. Ήθελε να τους προλάβει. Ο λόγος είναι απλός: ο Τσώρτσιλ σκεπτόμενος πάντοτε γεωπολιτικά, δεν επιθυμούσε οι Ρώσοι να καταλάβουν τα Στενά και την οθωμανική πρωτεύουσα. Αυτή η επιχείρηση απέτυχε, ωστόσο οι Αγγλο-Γάλλοι αργότερα φρόντισαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, (Νοέμβριος 1918 – Σεπτέμβριος 1923), την οποία παρέδωσαν τελικά στον Κεμάλ. Οι Βρετανοί δεν δέχθηκαν να τους διαδεχθούν στην Κωνσταντινούπολη ούτε οι Έλληνες, σύμμαχοί τους σε πολλά μέτωπα, την περίοδο 1917-1922. Εάν οι Βρετανοί ήθελαν να πλήξουν τους Οθωμανούς, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν σε άλλα μέτωπα, όπως στην περιοχή της Αττάλειας, της Σμύρνης, της Αλεξανδρέττας (Alobeid 2018, σελ. 317 – 331).

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι το ΒΒΝ με τον τότε επικεφαλής του, Τσώρτσιλ, υποστηρίζοντας τα ευρύτερα και μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά συμφέροντα της Βρετανίας σε βάρος όλων, ίσως και χωρίς αρχικό σχεδιασμό, «άφησε επιτήδεια τα πράγματα να εξελιχθούν», επεμβαίνοντας μόνο όταν απαιτήθηκε, με αποτέλεσμα την διαφυγή των δύο γερμανικών πολεμικών στην Κωνσταντινούπολη.

O Ιωάννης Γ. Βιδάκης είναι αξιωματικός Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.. Κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, από το Τμήμα Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Admiral Sir Berkeley Milne, Bt., (1921). The Flight of Goeben and Breslau: An Episode in Naval History, London, Eveleigh Nash Company
  • Fotakis, Zisis, (2005), Greek Naval Strategy and 1910-1919, Routledge, Oxon
  • Fromkin, David, (1989), A Peace to End All Peace: Creating the Modern Middle East 1914- 1922, Owl Books
  • Keegan, John, (2003), Intelligence in War, London, Hutchinson
  • Lumby Esmond, Walter Rawson, , (1970), Policy and operations in the Mediterranean, 1912-14, London: Navy Records Society
  • McLaughlin, Redmond, (1974), The escape of the Goeben, Scribners
  • Miller, Geoffrey, (1996), Superior Force: The conspirancy behind the escape of Goeben and Breslau, University of Hull Press, (με πλούσια βιβλιογραφία)
  • Tuchman, Barbara, (1962), The Guns of August, Constable
  • Van Der Vat, Dan, (2001). The Ship that Changed the World (Revised Edition). Birlinn
  • Alobeid Aref, (2018). Οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές καταβολές των σχέσεων Τουρκίας και Συρίας, εκδ. Ηρόδοτος
  • Harari Yuval Noath, (2015), SAPIENS – Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου, μετάφρ. Μιχ. Λαλιώτη, εκδ. Αλεξάνδρεια
  • Γρηγοριάδης, Φοίβος, (1971), Διχασμός- Μικρά Ασία, εκδ. Κεδρηνός
  • Μιχαλόπουλος, Δημήτρης, (1997), Ο εθνικός Διχασμός, η άλλη διάσταση, εκδ. Τροχαλία
  • Μπάλτος Γεώργιος & Βιδάκης Ιωάννης, (2020), Ο εχθρός στην πόρτα μας. Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει εκτουρκισμός, εκδ. Ινφογνώμων
  • Στράτος Ίων, (2010), «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο Στρατοί & Τακτικές, τεύχος υπ. αρ. 5, Αύγουστος 2010, Αιγίς Εκδοτική
  • Χριστοδουλίδης, Θεόδωρος, (1997), Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων, εκδ. Ι. Σιδέρης

Web sites

https://www.alexpolisonline.com/2018/02/blog-post_0.html https://paperspast.natlib.govt.nz/newspapers/ESD19180605.2.79?query=war%20declare http://archive.sciendo.com/AJIS/ajis.2019.8.issue-2/ajis-2019-0032/ajis-2019-0032.pdf https://www.alexpolisonline.com/2018/02/blog-post_0.html#ixzz75yzuwP6B http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=SQC57YK3HUUIP2WHM3T31BXKDB5MHC&apof=1675_2010&lang=EN
http://anatoliblog.blogspot.com/2010/01/blog-post_8786.html http://www.ahoy.tk-jk.net/macslog/TheescapeoftheGermanbattl.html http://www.gwpda.org/naval/goebresl.htm http://www.istorikathemata.com/2010/05/blog-post_03.html
http://www.superiorforce.co.uk/
https://alchetron.com/Pursuit-of-Goeben-and-Breslau
https://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/goeben_sms_and_breslau_sms https://www.youtube.com/watch?v=9Sw6V5SV8iM&t=84s&ab_channel=NickLoeper https://www.youtube.com/watch?v=85o_OX3-_dI&ab_channel=TheGreatWar

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη: Ματιές στον Γερμανικό Φιλελληνισμό

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

Ματιές στον Γερμανικό Φιλελληνισμό

 

«Η υπόθεση των Ελλήνων, υπόθεση της Ευρώπης»

Heinrich Gottlieb Tzschirner

Ο «ἀοιδός τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας» – αντί εισαγωγής

«Οδός Μυλλέρου»! Ένας από τους χιλιάδες δρόμους της Αθήνας. Βιαστικοί περαστικοί, Αθηναίοι και ξένοι, άνθρωποι της γειτονιάς, οι ίδιοι οι κάτοικοι αυτού του δρόμου στο Μεταξουργείο είναι σχεδόν βέβαιο ότι αγνοούν (έστω η μεγάλη πλειοψηφία) ποιος ήταν ο άνθρωπος πίσω από την ελληνοποιημένη εκδοχή του Γερμανικού Müller. Και φυσικά αγνοούν ότι είναι εκείνος που το 1824 έγραφε τους στίχους: «Λαοί απ’όλες τις γωνιές της γης ελάτε –ελάτε και βοηθήστε ν’ απελευθερώσουμε τη χώρα που όλους εσάς ελευθέρωσε».1

Το τελευταίο διάστημα, με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης και στα πλαίσια διαφόρων σχετικών δράσεων η Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό ανέδειξε με εμπεριστατωμένη ανάρτηση στην ιστοσελίδα της προσωπικότητες πολλών Φιλελλήνων, μεταξύ αυτών και την μορφή του Wilhelm Müller (1794- 1827), γνωστού κυρίως στον περιορισμένο κύκλο των ερευνητών της σύγχρονης Νεοελληνικής ιστορίας.2 Είναι πιθανότατα γνωστός και στους σπουδαστές της Μουσικής, ως ο στιχουργός που έδωσε στον Franz Schubert το υλικό για τη σύνθεση κάποιων από τα ωραιότερα Lieder του, όπως τον κύκλο Die Winterreise (Χειμωνιάτικο Ταξίδι). Ο Γερμανός λυρικός ποιητής και σημαντικός εκπρόσωπος του Γερμανικού Ρομαντισμού, με σπουδές φιλολογίας και ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του ποιητικού του έργου σε θέματα εμπνευσμένα από τον αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία. Περισσότερα από πενήντα ποιήματά του εκδόθηκαν σε διάφορες συλλογές υπό τον τίτλο Τραγούδια των Ελλήνων (Lieder der Griechen), ή αργότερα Νέα τραγούδια των Ελλήνων. Το πάθος του για την ιστορία αυτής της μακρινής αρχέγονης πατρίδας όλων των ιδεών που θαύμαζε αλλά και για τη σύγχρονη εξέγερση με στόχο την ελευθερία ήταν η αιτία να τον ονομάσουν οι συμπατριώτες και αναγνώστες του «Müller των Ελλήνων» (Griechen- Müller).

Ο Wilhelm Müller και τα Τραγούδια των Ελλήνων.

Η θεματική των ποιημάτων του Müller έχει μεγάλο εύρος: μορφές και σύμβολα της Κλασσικής Ελλάδος σε αντιπαράθεση με εικόνες της σκλαβιάς αλλά και τον πόθο της ελευθερίας, σκίτσα ηρώων της Επανάστασης (Μπότσαρης, Κανάρης, αλλά και Λόρδος Βύρων), έντονη κριτική στην αρνητική απέναντι στον ελληνικό αγώνα στάση των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τρυφερές εικόνες από τον ανώνυμο αγωνιστή. Σ’ ένα ποίημα του που ιδιαίτερα αγαπήθηκε με τίτλο «Το μικρό Υδραιόπουλο» («Der kleine Hydriot») ακούμε να μιλά ένα μικρό αγόρι. Διηγείται πώς ο πατέρας του του έμαθε να κολυμπά, να κωπηλατεί, να διευθύνει ένα πλοίο,       να μένει ατάραχος και ψύχραιμος αντιμετωπίζοντας ισχυρούς ανέμους και πανύψηλα κύματα. Κάθε φορά ο πατέρας περήφανος τον βλέπει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. «Με το καλό, Υδραιόπουλο», φωνάζει κάθε φορά. «Σήμερα όμως», λέει το αγόρι, «μου έβαλε στο χέρι ένα σπαθί, είπε πως τώρα πια είμαι ένας πολεμιστής για τον Θεό και την πατρίδα». Το αγόρι νιώθει τη ματιά του πατέρα να διαπερνά την καρδιά του. Σηκώνει το σπαθί ψηλά προς τον ουρανό, νιώθει εκείνη την ώρα πως είναι κιόλας άντρας. Άλλη μια φορά το πρόσωπο του πατέρα γίνεται «κόκκινο σαν αίμα» από την περηφάνεια. «Με το καλό, Υδραιόπουλο!», φωνάζει. «Πάντα με το σπαθί στο χέρι».3

Η μνήμη του Wilhelm Müller, της απήχησης που είχε το ποιητικό του έργο στις συνειδήσεις των Ευρωπαίων και των αισθημάτων θαυμασμού και συμπάθειας που προκαλούσε απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων, ήταν νωπά τις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στην γενέτειρα του ποιητή, στο Dessau, η Ελλάς προσέφερε πεντελικό μάρμαρο για να ανεγερθεί προτομή και να εντοιχισθεί αναμνηστική πλάκα στην οικία του. Στο βάθρο της προτομής τέσσερις παραστάσεις γυναικείων μορφών συμβολίζουν την Ποίηση, την Επιστήμη, την Γερμανία και την Ελλάδα, η οποία φέρει ξίφος και σπάζει τις αλυσσίδες της. Στην ελληνική επιγραφή αναγράφονται τα εξής: «Τῷ τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας ἀοιδῷ τον λίθον ἐκ τῶν Ἀττικῶν καὶ Λακωνικῶν λατομείων ἡ Ἑλλὰς εὐγνωμονοῦσα». Στην Αθήνα ο δρόμος του Μεταξουργείου έλαβε το όνομα του Γερμανού ποιητή το 1884 ύστερα από πρόταση του Νικολάου Πολίτη. Ως γνώστης της Ευρωπαϊκής ποίησης ο Πολίτης ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη σημασία του έργου του Wilhelm Müller για την υπόθεση του Ελληνικού Αγώνα.

200 χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης όχι μόνον ο Wilhelm Müller αλλά και το Γερμανικό Φιλελληνικό κίνημα γενικά είναι ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό, μοιάζει να μην έχουν αφήσει σοβαρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Η αιτία δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή ταύτισαν για τους πολλούς τον Ναζισμό με οτιδήποτε Γερμανικό. Έρριξαν στη λήθη μεγάλες μορφές της Γερμανικής διανόησης, θεολόγους, πάστορες που με πάθος επιχειρηματολόγησαν υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Ξεχάστηκαν επίσης από τους πολλούς οι Γερμανοί εθελοντές που από τον πρώτο χρόνο της εξέγερσης ήρθαν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν, οι περισσότεροι αριθμητικά ανάμεσα στις άλλες ξένες εθνότητες. Και φυσικά ξεχάστηκαν οι νεκροί Γερμανοί, κι αυτοί, αναλογικά, οι περισσότεροι από τους άλλους νεκρούς Φιλέλληνες. Το θέμα «Γερμανικός Φιλελληνισμός» έμεινε περιορισμένο κυρίως στον χώρο της ιστορικής έρευνας.4

 

«Γαλήνη και ειρήνη θέλει η Ευρώπη – Γιατί τα αναστάτωσες;»5

Αυτό το έλλειμμα της μνήμης είναι επιπλέον άδικο, επειδή, σε αντίθεση με αντίστοιχα κινήματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, ή η Ρωσία, ο Γερμανικός Φιλελληνισμός δεν δημιουργήθηκε στο πλαίσιο ενός ισχυρού συγκροτημένου κράτους, η πολιτική ηγεσία του οποίου επρόκειτο να αποκτήσει οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα από τη δημιουργία ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους.

Μεταξύ των πολλαπλών ρυθμίσεων οι οποίες αποφασίστηκαν κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-15) από τις Δυνάμεις που συνετέλεσαν στην πτώση του Ναπολέοντα υπήρχε και η δημιουργία της Γερμανικής Συνομοσπονδίας (Deutscher Bund). 38 κράτη-μέλη (ο αριθμός άλλαζε κατά καιρούς) και 4 ελεύθερες πόλεις, Αμβούργο, Φρανκφούρτη στον Μάϊν, Λυβέκη (Lübeck) και Βρέμη, συναποτέλεσαν ένα χαλαρό σχήμα του οποίου οι ιδρυτικοί στόχοι, – διατήρηση της εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας, της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας των μεμονωμένων κρατών – απέκλειαν τη λειτουργία συγκροτημένου και ενοποιημένου κρατικού μορφώματος. Όπως έχει επισημανθεί, το σχήμα αυτό δεν οδηγούσε στη δημιουργία ενοποιημένου Γερμανικού κράτους, αντίθετα στόχευε ακριβώς στο να παρεμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη. Τμήματα του βασιλείου της Πρωσίας συνιστούσαν το ισχυρό κράτος του Βορρά και τμήματα της Αυστριακής ηγεμονίας αποτελούσαν το ισχυρό νοτιοανατολικό σκέλος της Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Άλλωστε η Αυστρία είχε μόνιμα την προεδρία του διαρκούς Ομοσπονδιακού Συμβουλίου που έδρευε στη Φρανκφούρτη. Οι πολιτικές δυνάμεις εντός του Γερμανικού χώρου που επεδίωκαν την ενοποίηση ή τις μεταρρυθμίσεις και την εισαγωγή φιλελεύθερων συνταγμάτων, οι φοιτητές που επέστρεψαν στα Πανεπιστήμια από τον «απελευθερωτικό πόλεμο» εναντίον της Γαλλικής κατοχής, όλοι αυτοί βρέθηκαν μέσα σε ένα κρατικό πλαίσιο ελεγχόμενο από τις δυνάμεις που αναγνώριζαν την απόλυτη εξουσία στην κεφαλή της εκάστοτε εξουσίας και υπό τον έλεγχο του πανίσχυρου καγκελλαρίου και υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας Clemens Wenzel von Metternich.6 Μάλιστα με αφορμή ταραχές που ξέσπασαν κυρίως στον χώρο των Πανεπιστημίων επιβλήθηκαν το 1819 επιπρόσθετα κατασταλτικά μέτρα (τα διατάγματα του Karlsbad) και λογοκρισία στον Τύπο και σε όλες τις εκδόσεις.

Συνδιάσκεψη κορυφής της Γερμανικής Συνομοσπονδίας στην Φρανκφούρτη το 1817.

Τα δεδομένα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς βοηθούν να αντιληφθούμε το αρνητικό πολιτικό κλίμα, μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε το Γερμανικό κίνημα υποστήριξης προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Και το γενικότερο πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό απέναντι στα επαναστατικά κινήματα. Ύστερα από τις αναστατώσεις των Ναπολεόντειων πολέμων, τις καταστροφές, τα εκατομμύρια των νεκρών, οι αποφάσεις των νικητών κινήθηκαν προς την παλινόρθωση των προεπαναστατικών δυναστικών οίκων και την επιβολή των ισχυρών μοναρχιών ως νόμιμων καθεστώτων της Ευρώπης που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το μεγάλο ζητούμενο: ειρήνη. Η «Ευρωπαϊκή Συμμαχία» (Concert of Europe), το σύμφωνο συνεργασίας που συνέπηξαν η Ρωσία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία (και η Γαλλία μετά την παλινόρθωση του βασιλικού οίκου των Βουρβώνων) είχε ως κύριο στόχο τη διαφύλαξη της ειρήνης μέσω της διατήρησης του πολιτικού και εδαφικού status quo που συναποφασίσθηκe το 1815 στο Συνέδριο της Βιέννης. Επιπλέον, το ίδιο έτος, η άτυπη συμφωνία, γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, καρπός της πρωτοβουλίας του ιδιαίτερα θρησκευόμενου αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, καλούσε σε συνεργασία τους ηγεμόνες της ορθόδοξης Ρωσίας, της καθολικής Αυστρίας και της προτεσταντικής Πρωσίας σε αδελφική αλληλεγγύη και διακυβέρνηση σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές της αγάπης, της δικαιοσύνης και ειρήνης και σε αναγνώριση ως μοναδικού ηγεμόνος του Κυρίου Ιησού Χριστού. Παρά τις υψηλές αυτές διακηρύξεις και άλλες παρόμοιες που περιέχονται στα άρθρα της συμφωνίας η Ιερά Συμμαχία (ιδίως με την κατοπινή διευρυμένη της σύνθεση) έγινε, κυρίως υπό την πολιτική επιρροή του Μέττερνιχ, όχημα για την προσπάθεια καταστολής μεταρρυθμιστικών και απελευθερωτικών κινημάτων. Και βέβαια καταλαβαίνει κανείς, ότι οι δύο κατεξοχήν πολυεθνικές αυτοκρατορίες της Ευρώπης, η Αυστρία και Ρωσία, δεν θα ήταν δυνατόν να ευνοούν κινήματα που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη συνοχή και ακεραιότητα της δικής τους επικράτειας. Ιδιαιτέρως δε εντός της Γερμανικής Συνομοσπονδίας οι ηγεσίες αντιμετώπιζαν με καχυποψία και εχθρότητα οποιαδήποτε τάση υποστήριξης απελευθερωτικών κινημάτων στο εξωτερικό φοβούμενες ότι αποτελούσαν προάγγελο εσωτερικών εξεγέρσεων με στόχο την παραχώρηση φιλελεύθερων συνταγμάτων αλλά και την ενοποίηση της Γερμανίας.

Μέσα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκδηλώθηκε η Ελληνική Επανάσταση. «Η Ευρώπη θέλει ειρήνη, γιατί την τάραξες;», ρωτά ο «Müller των Ελλήνων» στους στίχους του ποιήματος Η ελπίδα της Ελλάδος. Όπως αργότερα και ο Διονύσιος Σολωμός στον ‘Υμνο στην Ελευθερία, προειδοποιεί κι αυτός τους Έλληνες ότι δεν πρέπει να περιμένουν βοήθεια από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. «Ελλάς, που είναι στραμμένο το βλέμμα σου;», ρωτά και πάλι ο Müller. Κι έρχεται η απάντηση: «Γιε μου, κοιτάω ψηλά στον Θεό, την παρηγοριά μου….. το καταφύγιό μου στον αγώνα και στον θάνατο».7

 

«Όλοι ενώνονται στο ενδιαφέρον τους για τους Έλληνες»

 Το κίνημα του Φιλελληνισμού, καταλήγει η σύγχρονη έρευνα, δεν ήταν ένα μονοδιάστατο φαινόμενο.8 Αυτό βεβαίως ισχύει και στον Γερμανικό χώρο. Οπωσδήποτε, ιδίως στη Γερμανία, ο θαυμασμός για την Αρχαία Ελλάδα και η μελέτη του πολιτισμού της απετέλεσε σημαντικό παράγοντα για την εκδήλωση του κινήματος. Η Κλασσική Τέχνη και Λογοτεχνία, η πολιτική σκέψη της Κλασσικής Ελλάδος αποτελούσαν από τον 18ο αιώνα σημείο αναφοράς για την Γερμανική διανόηση, η Αρχαία Ελλάδα στάθηκε βασική πηγή έμπνευσης των μεγάλων Γερμανών ποιητών, Goethe, Schiller, Hölderlin. Συγχρόνως με την έκδοση και τον φιλολογικό σχολιασμό των κειμένων της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας άρχισε στα Γερμανικά Πανεπιστήμια η μεγάλη παράδοση των Κλασσικών Σπουδών. Την ίδια περίοδο οι περιηγητές, ιστορικοί και αρχαιολόγοι, που έρχονται στην «καθ’ἡμᾶς» Ανατολή αναζητώντας τα ίχνη του κλασσικού παρελθόντος στη χώρα που αγάπησαν και γνώρισαν μέσα στις μελέτες τους ανακαλύπτουν συγχρόνως έναν λαό έκθετο στη δεσποτική κυριαρχία των Οθωμανών. Δεν είναι τυχαίο ότι από την ποίηση του Hölderlin αναδύεται έντονη συγκίνηση για την αιματηρή καταστολή της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770.9

Στην περίπτωση του Γερμανικού Φιλελληνισμού σημαντικό ρόλο έπαιξε η παραδοχή ότι οι υπόδουλοι Νεοέλληνες ήταν απόγονοι των δημιουργών του πολιτισμού που έθρεψε την Ευρώπη. Συνεπώς η όποια βοήθεια στον αγώνα αυτού του λαού για ανεξαρτησία αποτελούσε οφειλή ευγνωμοσύνης από πλευράς της Ευρώπης. Ο φιλόλογος Carl Jakob Ludwig Iken σχολίαζε: «μήπως οι πρόγονοι των Νεοελλήνων δεν είναι και δικοί μας πατέρες στη γνώση και άσκηση της αρετής, σε λόγο και έργο, δεν είναι οι πατέρες της επιστήμης μας, το πρότυπο της ποίησής μας, οι δάσκαλοί μας στις Τέχνες;».10

Βεβαίως, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπήρχαν κι άλλοι παράγοντες που επηρέασαν το φιλελληνικό κίνημα στη Γερμανία. Υπήρχε η έντονη δυσφορία για το πολιτικό καθεστώς που είχε επιβληθεί στα Γερμανικά κρατίδια και η τάση, με όχημα τη στήριξη ενός απελευθερωτικού κινήματος να ενισχυθούν οι εντόπιες φιλελληνικές δυνάμεις. Και βέβαια πολλοί ήταν εκείνοι, ιδίως στην ηγεσία της Ευαγγελικής Εκκλησίας, που έβλεπαν με θλίψη την κυριαρχία μη Χριστιανικών δυνάμεων στα εδάφη, όπου είχε κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και δημιουργήθηκαν οι πρώτες Χριστιανικές εκκλησίες. Έβλεπαν με θλίψη σκλαβωμένο τον λαό που στη γλώσσα των προγόνων του είχε γραφτεί η Καινή Διαθήκη.

Όπως εύστοχα σχολίαζε ένα σύγχρονος των γεγονότων: «Όλοι ενωμένοι στο ενδιαφέρον τους για την Ελλάδα: τους ευσεβείς κινεί η κοινή πίστη, τους μορφωμένους οι αναμνήσεις της κλασσικής τους παιδείας, τους φιλελεύθερους η ελπίδα η αρχαία ελληνική δημοκρατία να γίνει προπομπός και τροφός του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης».11

 

«Χωρίς Ελευθερία τι θα ήσουν, Ελλάς; Χωρίς εσένα, Ελλάς, τι θα ήταν ο κόσμος;»12

 Την Κυριακή των Βαΐων του 1821 ο καντιανός φιλόσοφος (είχε διαδεχθεί παλαιότερα τον Immanuel Kant στο Πανεπιστήμιο του Königsberg), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας Wilhelm Traugott Krug (1770-1842), εξεφώνησε έναν λόγο που θεωρείται  από πολλούς η «ιδρυτική διακήρυξη του Φιλελληνισμού». Τίτλος του: «Η αναγέννηση της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την εορτή της Ανάστασης» (Griechenlands Wiedergeburt. Ein Programm zum Auferstehungsfeste).13 Γνωστός για τις φιλελεύθερες απόψεις του, τις οποίες μάλιστα δεν δίσταζε να κάνει γνωστές μέσω φυλλαδίων που εξέδιδε,14 o Krug έπαιρνε δημόσια θέση πάνω στα πολιτικά θέματα της εποχής του υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων την ελευθερία του Τύπου και το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα.

O Wilhelm Traugott Krug και η «ιδρυτική διακήρυξη του Φιλελληνισμού».

Στη σύνταξη του λόγου, ο οποίος τυπώθηκε, κυκλοφόρησε ευρύτατα και επανατυπώθηκε βρίσκοντας μεγάλη απήχηση στον Γερμανικό χώρο, ο Krug παρακινήθηκε και από τους ενθουσιώδεις Έλληνες φοιτητές των Γερμανικών Πανεπιστημίων και έχοντας μόνη την πληροφόρηση για την εξέγερση στη Μολδαβία.15

«Η εξουσία των Τούρκων στην Ευρώπη», σχολίαζε μεταξύ άλλων ο Krug, «δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί νόμιμη. Πρόκειται για προϊόν σφετερισμού. Δημιουργήθηκε ύστερα από έναν επιθετικό, κατακτητικό πόλεμο. Μια τέτοια αφετηρία, σύμφωνα με όλα όσα προβλέπουν οι υγιείς, δηλ. οι ορθολογικοί όροι του διεθνούς Δικαίου, δεν μπορεί ποτέ να νομιμοποιήσει την εξουσία ενός λαού επί ενός άλλου».16

Το γεγονός ότι ο Krug συνέδεσε αυτή τη δημόσια προβολή της ελληνικής υπόθεσης με την Ανάσταση του Κυρίου παραπέμπει βεβαίως σε έναν βαθύτερο συμβολισμό. Οι υπόδουλοι Έλληνες δεν είναι απλώς οι απόγονοι εκείνων, στους οποίους η Ευρώπη οφείλει τις απαρχές του πολιτισμού και της επιστημονικής ανάπτυξης αλλά και οι Χριστιανοί αδελφοί που προσβλέπουν στη δική τους ανάσταση. Απευθυνόμενος σ’ αυτούς κλείνει τον λόγο του με το όραμα της «βεβηλωμένης Αγίας Σοφίας» που ανοίγει τις πύλες της για να υποδεχθεί τους νικητές Έλληνες που εισέρχονται κρατώντας τον Σταυρό. Τον Αύγουστο του 1821 ο περίφημος, γνωστός ως σήμερα, εκδοτικός οίκος Brockhaus τύπωσε προκήρυξη του Krug, με την οποία ο επιφανής λόγιος ζητούσε τη στήριξη του ελληνικού αγώνα μέσω της ίδρυσης φιλελληνικών επιτροπών και συλλόγων οι οποίοι θα οργάνωναν την προώθηση εθελοντών στις επαναστατημένες περιοχές αλλά και την αποστολή βοήθειας στον λαό που υπέφερε. Παρ’ όλη την εχθρότητα των Αρχών εντός του πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου που πιο πάνω διαγράψαμε, οι θέσεις του Krug είχαν ευρεία απήχηση. Ανάλογες εκκλήσεις διατυπώθηκαν μέσω και του Τύπου στη Βρέμη και στο Αμβούργο.

Άλλος σπουδαίος παράγων του Γερμανικού φιλελληνικού κινήματος με κέντρο το Μόναχο ήταν ο περίφημος Κλασσικός φιλόλογος Friedrich Wilhelm Thiersch (1784-1860).17 Η αγάπη και το ενδιαφέρον του όχι μόνον για την Αρχαία Ελλάδα αλλά και για τον σύγχρονο λαό που σε μεγάλο βαθμό αυτοπροσδιοριζόταν ως Έλληνες είχε δημιουργηθεί πριν την εξέγερση του ’21, κάτι που ισχύει για πολλούς διανοούμενους και καθηγητές των Γερμανικών Πανεπιστημίων της εποχής. Όπως ορθώς έχει επισημανθεί, χωρίς αυτή την ενασχόληση με την υπόθεση της Ελλάδος πολύ πριν ξεσπάσει η επανάσταση «θα ήταν αδιανόητο να φανταστούμε το κύμα συμπάθειας που περιγράφεται σε γερμανικά κείμενα μετά την εκδήλωση της Επανάστασης».18 Αυτή η αγάπη οδήγησε μάλιστα τον Thiersch στο να εξελληνίσει το όνομά του υιοθετώντας την εκδοχή «Ειρηναίος Θείρσιος»! Ο Thiersch θεμελίωσε τις Κλασσικές Σπουδές στη Βαυαρία και οργάνωσε, ιδίως μετά την ανάρρηση στον βαυαρικό θρόνο (1825) του επίσης Φιλέλληνα ηγεμόνα Λουδοβίκου Α’, τις βαθμίδες τις εκπαίδευσης με ανθρωπιστικό προσανατολισμό.

Tην ιδεολογία του καθόριζαν οι φιλελεύθερες ιδέες και η χριστιανική του πίστη. Την ίδια περίοδο με τον Krug εμφανίστηκε και η δική του προκήρυξη «Η σωτηρία της Ελλάδος, η υπόθεση της υπόχρεης Ευρώπης» με κύριους άξονες την γνωστή πνευματική οφειλή της Ευρώπης στον ελληνικό λαό αλλά και την οφειλόμενη βοήθεια προς τους υπόδουλους Χριστιανούς αδελφούς της Ανατολής. Αυτές οι θέσεις που με παρρησία προβάλλονταν αλλά και η πρωτοβουλία του Τhiersch να καταρτισθεί Γερμανική Λεγεώνα που θα πολεμούσε στο πλευρό των Ελλήνων προκάλεσαν την οργή των υπηρεσιών του Metternich.

Friedrich Wilhelm Thiersch.

Φιλελληνικοί σύλλογοι – εθελοντές

 Η κινητοποίηση αυτή οδήγησε στη δημιουργία φιλελληνικών συλλόγων σε πολλές πόλεις της Γερμανίας όπως βέβαια και της Ελβετίας.19 Κομβικό ρόλο έπαιξε σε όλη τη δράση ο σύλλογος που ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 1821 στη Στουτγάρδη. Στις γνωστές πανεπιστημιουπόλεις Χαϊδελβέργη, Τυβίγγη (Tübingen), δημιουργήθηκαν επίσης παρόμοια κέντρα, ενώ ως το 1824 στο βασίλειο της Βιττεμβέργης συγκεντρώθηκαν 19.575 φιορίνια από τους φιλελληνικούς συλλόγους 513 (!) πόλεων και κοινοτήτων. Σύλλογοι δραστηριοποιήθηκαν σε πολλές άλλες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρονται το Ντάρμσταντ, το Φράϊμπουργκ, η Φρανκφούρτη του Μάϊν, το Αμβούργο, στην Ελβετία η Ζυρίχη, η Βασιλεία,η Γενεύη, έδρα του τραπεζίτη Εϋνάρδου, μεγάλου Φιλέλληνα και στενού φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια, με πολυποίκιλη δραστηριότητα. Η ιστορική έρευνα έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την κοινωνική σύνθεση των κατά τόπους συλλόγων καταλήγοντας σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Οπωσδήποτε οι πρώτοι που κάλεσαν τους Γερμανούς να στηρίξουν τον ελληνικό αγώνα, όπως και τα ηγετικά στελέχη των συλλόγων ανήκαν στα ανώτερα μορφωμένα αστικά στρώματα και επίσης στον χώρο της Ευαγγελικής εκκλησίας.20

Από τις τοπικές κυβερνήσεις υπήρξε σαφώς αντίδραση σύμφωνα με την εχθρική προς τα επαναστατικά κινήματα πολιτική που κυριαρχούσε στη Γερμανική Συνομοσπονδία, αντίδραση όμως που διαφοροποιούνταν σε ένταση στα επιμέρους κρατίδια ανάλογα με τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι το φιλελληνικό κίνημα  αναπτύχθηκε με μεγαλύτερη ευκολία στα νοτιοδυτικά κρατίδια, όπου επικρατούσαν συγκριτικά περισσότερο φιλελεύθερες πολιτικές συνθήκες, είχαν εκπονηθεί συντάγματα που προέβλεπαν μεγαλύτερη εκπροσώπηση των πολιτών και εγγυόνταν βασικές ατομικές ελευθερίες, όπως το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.

Βασικός στόχος των συλλόγων ήταν αρχικά ο συντονισμός και η χρηματοδότηση της αποστολής εθελοντών, προκειμένου να στηρίξουν την ελληνική επανάσταση, αλλά βέβαια και η συγκέντρωση δωρεών σε χρήματα και είδος. Υπολογίζεται ότι οι κύριες αποστολές εθελοντών έγιναν κυρίως τα δύο πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Τα κίνητρα των εθελοντών παρουσιάζουν διαφορές. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, εκτός από τους ιδεαλιστές που προσέτρεξαν συνεπαρμένοι από το όραμα της «Ανάστασης» της Ελλάδος υπήρχαν στις τάξεις τους και τυχοδιώκτες, άνθρωποι που προσέβλεπαν σε κάποια μορφή κέρδους. Μέσα στις ομάδες Ευρωπαίων που προωθήθηκαν στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος κατελάμβαναν οι Γερμανοί, περισσότεροι από 300.Σ’ αυτούς συναριθμούνται και τα 130 μέλη της ατελώς εκπαιδευμένης Γερμανικής Λεγεώνας που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το όραμα του Τhiersch δεν μπόρεσε όμως να εκπληρώσει τους στόχους της. Το ήμισυ περίπου αυτών των ανδρών έχασαν τη ζωή τους, είτε από ασθένειες, είτε πολεμώντας, κυρίως στη μάχη του Πέτα (1822).21

Αρκετοί από αυτούς που επέστρεψαν κατέγραψαν τις εμπειρίες τους. Σε πολλούς είναι έκδηλη η απογοήτευση από την κατάσταση που αντίκρισαν, πολύ διαφορετική από την εξιδανικευμένη εικόνα που οι μελετητές της ελληνικής Αρχαιότητος είχαν πλάσει και προβάλει. Η μέθοδος του ανορθόδοξου κλεφτοπολέμου, η μη τήρηση κανόνων στη μεταχείριση του αντιπάλου, οι εσωτερικές διχόνοιες και εμφύλιες συγκρούσεις, όλα αυτά ήταν αρνητικά σημεία που επηρέασαν τόσο τους ίδιους τους εθελοντές όσο και τους αναγνώστες των γραπτών τους. Από την άλλη πλευρά η μελέτη των στρατιωτικών αυτών αναμνήσεων αποκαλύπτει και την ισορροπημένη και διεισδυτική ματιά εκείνων των εθελοντών που ήταν σε θέση να κάνουν μια ορθή εκτίμηση της πραγματικότητας που συνάντησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, να την ερμηνεύσουν με βάση τα όσα είχε υποφέρει ο υπόδουλος λαός όπως και την έλλειψη ομαλού βίου και εκπαίδευσης υπογραμμίζοντας τελικά ότι δεν υπάρχει ικανώτερος πολεμιστής από τον Έλληνα που πολεμά για την ελευθερία του. Μέσα σε ακραίες κακουχίες, κατέληγαν, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό, μέσα σε δύσβατες περιοχές αναδεικνύεται ανώτερος στην πολεμική αρετή από όλους τους Ευρωπαίους.22

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλελληνικές επιτροπές πληροφορούμενες την κατάσταση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τα σώματα των εθελοντών αποφάσισαν οι μελλοντικοί υποψήφιοι πολεμιστές να υπογράφουν υποχρεωτικά μία δήλωση ανάληψης ιδίας ευθύνης αναφορικά με τους κινδύνους και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν, δήλωση ότι δεν υπάρχει εκ μέρους τους προσδοκία προσωπικού κέρδους ή ακόμη και αναγνώρισης: «Εγώ ο υπογεγραμμένος δηλώνω ότι αποφάσισα με την ελεύθερή μου βούληση να σπεύσω στη βοήθεια των Χριστιανών της Ελλάδος. Δηλώνω ότι ο σύλλογος μου παρουσίασε σαφώς ότι η ζωή μου θα κινδυνεύσει, ότι ενδεχομένως η θυσία μου δεν θα έχει άμεσο αποτέλεσμα, ότι είναι πολύ πιθανόν να υποστώ κάθε είδους κακουχίες, να αντιμετωπίσω αγνωμοσύνη….. Δηλώνω όμως ότι έχοντας συνεκτιμήσει όλα αυτά μένω σταθερός στην απόφασή μου να προσφέρω σ’ αυτόν τον αγώνα τη ζωή και όλα μου τα αγαθά. Για όλα τις συνέπειες υπεύθυνος θα είμαι εγώ και μόνον εγώ».23 

Όταν  αναδείχθηκαν  οι  ιδιαίτερες  δυσκολίες  που  οι  ξένοι  εθελοντές  αντιμετώπιζαν  στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και καθώς άρχιζε να δημιουργείται μια θετική στάση σε επίπεδο ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πια απέναντι στο ενδεχόμενο δημιουργίας αυτόνομου τουλάχιστον ελληνικού κράτους, βλέπουμε τους φιλελληνικούς συλλόγους σε μια δεύτερη φάση της δράσης τους να επικεντρώνονται στην ανθρωπιστική κυρίως βοήθεια προς τον ελληνικό λαό.

Antoine Schilcher (1795-1828), υπολοχαγός του Βαυαρικού στρατού. Πολέμησε και σκοτώθηκε στην Ελλάδα.

Ένας εστεμμένος φιλέλλην

Ο φιλελληνικός σύλλογος του Μονάχου υποστηρίχθηκε ένθερμα από τον διάδοχο του Βαυαρικού θρόνου, κατοπινό βασιλέα Λουδοβίκο Α’ (1786-1868).24 Μέσα στο εχθρικό κλίμα που επικρατούσε στους ηγετικούς κύκλους της Ευρώπης αναφορικά με τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία είναι ενδιαφέρον να θυμηθούμε αυτή την εξαίρεση. Ο από το έτος 1825 βασιλεύς του κρατιδίου της Βαυαρίας έδειχνε με κάθε τρόπο τη βαθιά του αγάπη για την Ελλάδα και τον πόθο του να πετύχει ο αγώνας για την Ελευθερία. Μαζί με τον Friedemann Thiersch ήταν οι πρωτεργάτες ενός έντονου φιλελληνικού ρεύματος στη Βαυαρία. Για τον Λουδοβίκο ο θαυμασμός και σεβασμός του για τον Κλασσικό ελληνικό πολιτισμό συνδυαζόταν με την θεώρηση της Ελλάδος ως της Πύλης για την είσοδο του Ευαγγελίου στην Ευρώπη, ως της χώρας που έδωσε τη γλώσσα της για να γραφτεί το Ευαγγέλιο. Μελετούσε κάθε βράδυ την Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο. Και γι’ αυτόν όπως και για τον Τhiersch οι Έλληνες ήταν οι Χριστιανοί αδελφοί που ζητούσαν βοήθεια για να απελευθερωθούν από έναν αλλόθρησκο ζυγό.

Σε ένα ποίημα, από τα πολλά που συνέθεσε, έβλεπε την Ελλάδα σαν τη χώρα, όπου άνθισαν η Τέχνη, η σοφία, η επιστήμη, πατρίδα του Ωραίου και του Μεγάλου. Σχολίαζε όμως και ως εξής: «Εκεί που στέκουν οι πρώτες Χριστιανικές εκκλησίες, εκεί που ο Παύλος κήρυξε τον Λόγο του Χριστού – εκεί τώρα ο Χριστιανισμός χάνεται και δολοφονείται».

 Συνέγραψε άρθρα και προκηρύξεις υπέρ του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, για τις ανάγκες του οποίου προσέφερε ο ίδιος 1.500.000 φιορίνια. Με δικά του χρήματα επίσης εξαγόραζε αιχμαλώτους, ενώ από το 1823 καλούσε στο Μόναχο  παιδιά αγωνιστών, κυρίως ορφανά, φροντίζοντας για τη διαβίωση και την εκπαίδευσή τους. Συνήθως σπούδαζαν είτε στη Βαυαρική Στρατιωτική Βασιλική Ακαδημία, είτε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Χρηματοδοτούσε υποτροφίες Ελλήνων φοιτητών στο Μόναχο και προίκιζε θυγατέρες αγωνιστών. Κατά την περίοδο 1825-26 έστειλε αξιωματικούς του Βαυαρικού στρατού στην Ελλάδα για να βοηθήσουν στον αγώνα των Ελλήνων – ανάμεσά τους ο συνταγματάρχης Carl Wilhelm von Heideck (1788-1861), μέλος αργότερα της Αντιβασιλείας και ο υπολοχαγός Carl Krazeisen (1794-1878). Ο τελευταίος, αυτοδίδακτος ζωγράφος, φιλοτέχνησε 19 πορτραίτα αγωνιστών. H μορφή του Κολοκοτρώνη, γνωστή σε όλους μας από το χαρτονόμισμα των 5000 δρχ. που κυκλοφόρησε το 1984, είναι ένα από αυτά τα πορτραίτα.25

Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας.
Carl Wilhelm von Heideck.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (10.4.1826) ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος ηγεμόνας που ζήτησε τη λήξη του πολέμου και την απόδοση ανεξαρτησίας στους Έλληνες. Λέγεται, ότι όταν πληροφορήθηκε μια σημαντική νίκη των αγωνιστών, αναφώνησε «Ανέστη η Ελλάς μου!» Το οικοδομικό πρόγραμμα του Λουδοβίκου για τη βαυαρική πρωτεύουσα είχε ως στόχο να δημιουργηθεί αυτό που ο σημερινός επισκέπτης αντικρίζει, μια «Αθήνα στις όχθες του ποταμού Isar».

Ο γιος του Όθων (1815-1867) ανεδείχθη το 1832 από τις Προστάτιδες Δυνάμεις πρώτος βασιλεύς των Ελλήνων και ήρθε στη μικρή Ελλάδα με ομάδα στρατιωτικών, νομικών, καλλιτεχνών – όλοι με την πρόθεση να συνεισφέρουν στην οργάνωση του νεοσύστατου κράτους. Η δράση τους, όπως και η πολιτεία του Όθωνος, αντικείμενο ιστορικής έρευνας, δεν μπορεί να αποτιμηθεί μέσα σε λίγες γραμμές, με απόλυτους αφορισμούς, ούτε μονοδιάστατα. Σε εκείνο που κανείς σχεδόν ιστορικός δεν διαφωνεί είναι στη βαθιά αγάπη του Όθωνα για την Ελλάδα.

 

Η υπόθεση της Ελλάδος, υπόθεση της Ευρώπης 

Έγινε προσπάθεια να δοθούν κάποια ενδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να διαγραφεί κάπως η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Γερμανικού φιλελληνικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό σε σύγκριση με άλλα κινήματα, εκτός του κύκλου των ιστορικών, αποκαλύπτει στον ερευνητή μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία δράσεων, κοινωνικών ομάδων που συμμετείχαν, αποκαλύπτει το πάθος με το οποίο εξέχοντα μέλη της Γερμανικής διανόησης υποστήριξαν την υπόθεση των Ελλήνων.

Δύο απαραίτητες επισημάνσεις θα πρέπει να γίνουν, έστω απολύτως επιγραμματικά χωρίς περαιτέρω σχόλια. Το πρώτο: με όσα ενδεικτικά αναφέρθηκαν για την ειλικρινή αγάπη και το πάθος των Φιλελλήνων για την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας δεν επιδιώκεται η αγιοποίησή τους. Το δεύτερο: αρκετοί από τους Φιλέλληνες είχαν πλάσει μια ιδανική εικόνα για τους σύγχρονους Έλληνες, επηρεασμένη από μια επίσης εξιδανικευμένη εικόνα της Κλασσικής Αρχαιότητας, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα που αντίκριζαν συχνά να τους απογοητεύει. Δεν ήταν για όλους εύκολο να καταλάβουν την ψυχοσύνθεση του Έλληνα, τις τοπικές αντιπαλότητες ενός κατακερματισμένου κόσμου, τη δυσκολία να προσαρμοσθεί ο κόσμος αυτός σε πλαίσιο κράτους δικαίου.

Carl Wilhelm von Heideck, Palikaren vor dem Tempel von Korinth, Alte Nationalgalerie, Berlin.

Η έρευνα του Γερμανικού Φιλελληνισμού αποκαλύπτει επίσης τον κρίσιμο ρόλο της Χριστιανικής πίστης για πολλούς από τους πρωταγωνιστές και βεβαίως για τους ανθρώπους στην ηγεσία της Ευαγγελικής Εκκλησίας που δεν δίστασαν δημόσια, από άμβωνος ή στα γραπτά τους, να μιλούν με ενθουσιασμό για τον αγώνα των Ελλήνων να αποτινάξουν τον ζυγό των Οθωμανών.

Ένας από αυτούς ήταν ο Heinrich Gottlieb Tzschirner (1778-1828), διαπρεπής προτεστάντης θεολόγος, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Λειψίας και φίλος του Wilhelm Traugott Krug, συγγραφέως, όπως είδαμε, του κειμένου που θεωρήθηκε προγραμματική διακήρυξη του Φιλελληνισμού.26 Τον Μάϊο του 1821 ο Tzschirner (Τσίρνερ) δημοσίευσε στη Λειψία κείμενο υπό τον τίτλο «Η υπόθεση των Ελλήνων, υπόθεση της Ευρώπης»Die Sache der Griechen, die Sache Europas»). Πρόκειται για εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύγχρονη μαρτυρία, η οποία φωτίζει τον τρόπο σκέψης πνευματικών ανθρώπων που στήριξαν την ελληνική επανάσταση. Δεσπόζει ένα ακραίο αντιτουρκικό μένος, ένας ανεπιφύλακτος και απόλυτος θαυμασμός για τους Έλληνες και η πεποίθηση πως η Ελλάδα δικαιούται και πρέπει ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος να βρει τη θέση της εντός της Ευρωπαϊκής οικογένειας. Με μια επιλογή χαρακτηριστικών χωρίων από αυτό το κείμενο (εξ όσων γνωρίζω αμετάφραστο ως τώρα στα Ελληνικά) θα θέλαμε να ολοκληρώσουμε τη σύντομη αυτή παρουσίαση.27

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον ο Tzschirner «συστήνει» τον λαό που σε μια γωνιά της Ευρώπης διεκδικεί την ελευθερία του:

«Εδώ και 400 χρόνια ζει κάτω από την καταπίεση και την τυραννία ξένων βαρβάρων ένας πολυπληθής, περίφημος λαός, δημιουργός μεγάλου μέρους του ευρωπαϊκού πολιτισμού… Οι Έλληνες δεν επέζησαν απλώς ως λαός, αλλά ως ευρωπαϊκός λαός. Μιλούν ακόμη τη γλώσσα των πατέρων τους, όσες αλλαγές κι αν αυτή έχει δεχθεί με το πέρασμα του χρόνου και τον εκφυλισμό του εθνικού χαρακτήρα. Ομολογούν ακόμη και ασκούν την πίστη που η Ευρώπη ομολογεί και ασκεί…. Οι Έλληνες δεν λησμόνησαν την συγγένειά τους με τους Ευρωπαίους και παρέμειναν σε πνευματική επαφή μαζί τους. Τα κλασσικά έργα της Αγγλικής, Γαλλικής και Γερμανικής λογοτεχνίας μεταφράστηκαν στα Νεοελληνικά. Όταν οι Έλληνες αναζητούν μόρφωση και εκπαίδευση στο εξωτερικό δεν πηγαίνουν στο Μαρόκο αλλά στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη. Ποτέ δεν ξέχασαν τελείως την Ευρώπη και τις επιστήμες της. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια πολλοί νέοι Έλληνες έχουν έρθει σε ευρωπαϊκές πόλεις και βέβαια σε γερμανικές πόλεις, στη Βιέννη, στο Μόναχο, στη Γοτύγγη και στη Λειψία, για να βρουν και πάλι <στα Πανεπιστήμια> τη σοφία των πατέρων τους, τη γνώση που γεννήθηκε στην πατρίδα τους και προκειμένου να σπουδάσουν τη γερμανική γλώσσα και επιστήμη. .. Σαφώς διαχωρισμένοι από τους Τούρκους όσον αφορά την πίστη, τη γλώσσα και τα ήθη οι Έλληνες παρέμειναν ένας ευρωπαϊκός λαός.»

Ποια η σημασία αυτού του λαού;

«Ποια ιστορία έχουν να επιδείξουν οι Έλληνες, τι σπουδαία μνημεία! Κάθε πτυχή της ανθρώπινης παιδείας αναπτύχθηκε μέσα και από αυτόν τον λαό. Και πάλι θ’ αναπτυχθεί, όταν καταφέρει να λύσει τα δεσμά του. Η απελευθέρωση των Ελλήνων είναι για την ανθρωπότητα υπόσχεση προόδου και ανάπτυξης, έτσι η μοίρα τους δεν μπορεί να είναι αδιάφορη σε κανέναν που αγαπά την τέχνη και την επιστήμη. Μολονότι μεσολάβησαν περισσότερα από 2000 χρόνια ανάμεσα στο σήμερα και στην ακμή του ελληνικού Κλασσικού κόσμου, οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι απόγονοι εκείνων των Ελλήνων οι αθάνατες αξίες των οποίων συναρπάζουν και σήμερα τα πνεύματα, είναι οι απόγονοι εκείνων των Ελλήνων, η σοφία και η επιστήμη των οποίων έγινε κοινό κτήμα της οικουμένης. Από τους Έλληνες παρέλαβαν τα πολιτιστικά αγαθά οι Ρωμαίοι και ό,τι εμείς παραλάβαμε από τους Ρωμαίους προέρχεται στο μεγαλύτερο βαθμό και πάλι από τους Έλληνες. Από το φως αυτού του πολιτισμού άναψε το φως που φώτισε τον 14ο και 15ο αι. την Ευρώπη. Ο Πλάτων και το Αριστοτέλης είναι πάντα οι δάσκαλοί μας. Με δέος ο φίλος της Κλασσικής Αρχαιότητας πατά στο έδαφος που φέρει τα ερειπωμένα τους μνημεία. Άραγε τα ζωντανά μνημεία των Αρχαίων, οι σύγχρονοι Έλληνες μπορούν να μας είναι αδιάφοροι; Ένας λαός με τέτοια κοσμοϊστορική σημασία δεν αξίζει τη συμπαράστασή μας;»

 Και άλλοι λαοί μέσα στο πέρασμα της ιστορίας κατακτήθηκαν, σχολιάζει ο Tzschirner, όμως επήλθε μια σχετική αφομοίωση. Ύστερα από κάποιες γενιές οι περισσότεροι δεν είχαν συνείδηση της καταγωγής τους, αν προέρχονται από τους κατακτητές ή τους κατακτημένους.

«Αυτό», υπογραμμίζει, «δεν συνέβη με τους Έλληνες. Εδώ παραμένει μέχρι αυτή τη στιγμή ζωντανή η αντίθεση και η διαφορά ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους, εδώ δεν υπήρξε προσέγγιση. Εδώ ο Τούρκος είναι Τούρκος, Ασιάτης και Μωαμεθανός – ο Έλληνας παραμένει Έλληνας, Χριστιανός και Ευρωπαίος. Εδώ ο Έλληνας νιώθει όπως την ημέρα που έπεσε η Κωνσταντινούπολη, ο χρόνος δεν έφερε τη λήθη της συμφοράς και των ταπεινώσεων.»

Ο συγγραφέας δεν αμφισβητεί ούτε στιγμή το δικαίωμα των υποδούλων Ελλήνων να εξεγερθούν:

«Οι Έλληνες στο πρόσωπο του Σουλτάνου δεν έχουν έναν ηγεμόνα, αλλά έναν τύραννο. Ζουν σε πλαίσιο απουσίας δικαίου. Όταν δεν υφίσταται δίκαιο και νόμος, δεν υφίσταται και καθήκον εκ μέρους των υπηκόων. Οι Έλληνες δεν είναι στασιαστές, δεν έχουν έναν νόμιμο ηγεμόνα, είναι δούλοι ενός ξένου λαού και του κυρίαρχου δεσπότη του. Ο δούλος δεν έχει υποχρέωση υπακοής στην εξουσία, καθώς και η εξουσία δεν του αναγνωρίζει ατομικά δικαιώματα.»

Και ήρθε η στιγμή της εξέγερσης:

«Αυτοί λοιπόν οι Ευρωπαίοι που όχι μόνον κατακτήθηκαν από τους βαρβάρους της Ασίας αλλά ζουν μέσα σε καταπίεση και ταπεινώσεις έχουν τώρα ξεσηκωθεί, προκειμένου να αποτινάξουν τον ζυγό μιας μακρόχρονης δουλείας. Θέλουν να γίνουν λαός αυτόνομος, ελεύθερος από ξένη κυριαρχία, απαιτούν να ανακτήσουν με τα όπλα το πρώτο και ιερώτερο δικαίωμα των λαών.»

Η παράσταση του Κολοκοτρώνη από τον Carl Krazeisen.

Ποια πρέπει να είναι η στάση της Ευρώπης απέναντι σ’ αυτόν τον ξεσηκωμό, ρωτά ο Tzschirner:

«Είναι δυνατόν η Ευρώπη να παρακολουθεί απλώς αδιάφορη αυτόν τον αγώνα; …. Οι Έλληνες είναι Ευρωπαίοι και αν νικήσουν, στο ομορφότερο μέρος της Ευρώπης θα επιστρέψουν ευρωπαϊκά ήθη και πολιτισμός. Γι’ αυτόν τον λόγο η υπόθεση των Ελλήνων είναι υπόθεση της Ευρώπης. Ο λαός των Ελλήνων που αποσπάσθηκε από τον κύκλο μας θα ξαναγίνει μέλος της οικογένειας των κρατών μας.»

Ο συγγραφέας δηλώνει με παρρησία ποιος είναι ο στόχος του κειμένου που δημοσιεύει:

«Στόχος αυτών των γραμμών είναι το κάλεσμα στη στήριξη των Ελλήνων. Μακάρι οι Έλληνες να βγουν από τον πολιτικό τους θάνατο και με νεανική δύναμη, γεμάτοι ζωή να μπουν και πάλι στους κόλπους των Ευρωπαϊκών λαών. Το θέλω μέσα απ’ την καρδιά μου, όχι μόνον ως Ευρωπαίος, αλλά και ως Χριστιανός και ως άνθρωπος. Και γι’ αυτόν τον λόγο στηρίζω την υπόθεση των Ελλήνων, επειδή είναι υπόθεση της Χριστιανοσύνης.»

 Ο Tzschirner εκφράζει τη λύπη του, γιατί στις χώρες που πρωτοακούστηκε το μήνυμα του Ευαγγελίου επικρατεί τώρα ο Μουσουλμανισμός κι εκφράζει την ελπίδα του να υψωθεί και πάλι ο Σταυρός σε κάποια απ’ αυτές τις περιοχές, στη γη των Ελλήνων. Η νίκη τους, δηλώνει, θα είναι και η νίκη του Χριστιανισμού πάνω στα δόγματα του Ισλάμ. Είναι ενδιαφέρον, ότι ενώ γνωρίζει και αναγνωρίζει τις διαφορές της δικής του πνευματικής προσέγγισης, ως οπαδού της Μεταρρύθμισης, από τους Έλληνες Χριστιανούς Ορθόδοξους, διαβεβαιώνει ότι αυτές οι διαφορές δεν επηρεάζουν τους αδελφικούς δεσμούς που αισθάνεται να τον συνδέουν μαζί τους.

Βλέπει ήδη μπροστά του το αποτέλεσμα που θα έχει η επιτυχία της επανάστασης και η απελευθέρωση:

«Αν οι Έλληνες αποκτήσουν και πάλι την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, θα έρθει η στιγμή που θα υπάρξουν και πάλι ελληνική νομοθεσία, πολιτική ζωή, τέχνη και επιστήμες… Δώστε τους την ελευθερία τους και το πνεύμα τους θα ξυπνήσει σε μια καινούρια ζωή. Αν Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί είχαν βρεθεί κάτω από τον Τουρκικό ζυγό θα βίωναν κι εκείνοι τις ίδιες συνέπειες και θα καταλάβαιναν πώς και γιατί έχει παραλύσει το πνεύμα των Ελλήνων. Βγάλτε όμως τα δεσμά από τους Έλληνες και σύντομα θα δούμε να γεννιέται και πάλι η τέχνη και η επιστήμη αυτού του ευφυούς και δημιουργικού λαού, σύντομα η ζωή του πνεύματος θα πάρει μορφή και θα αποκαλυφθεί μπροστά μας, σύντομα ο Έλληνας θα σταθεί επάξια δίπλα στους υπόλοιπους Ευρωπαίους και θα αρχίσει να μοιράζεται μαζί τους πολλά περισσότερα από τους καρπούς της γης του».

Μάϊος του 1821, υπενθυμίζω, και ο Tzschirner κλείνει αυτό το κάλεσμα με μια γεμάτη πάθος ευχή:

«Ω, μακάρι γρήγορα να ανατείλει γι’ αυτούς η μέρα της Λύτρωσης!

Ω, μακάρι ο Θεός να δώσει και οι Έλληνες να αποκτήσουν τα πολυτιμώτερα αγαθά της ζωής, την ελευθερία και την ειρήνη.»

 

Η Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. “ Kommt, ihr Völker aller Zonen/ Kommt und helfet frei sie machen/Die euch alle frei gemacht!“

2. https://www.eefshp.org/wilhelm-muller-enas-megalos-germanos-poiitis-psychi-toy-filellinikoy-kinimatos-stin- germania/. Στην ιστοσελίδα της «Εταιρείας» θα παραπέμψω και στη συνέχεια.

3. «Da sprach er, und die Wange, ward ihm, wie Blut, so roth: /Glück zu, mit deinem Schwerte, du kleiner Hydriot!»

4. Όποιος θελήσει να προσεγγίσει ερευνητικά το θέμα του Γερμανικού Φιλελληνισμού ανακαλύπτει τον πλούτο της επιστημονικής βιβλιογραφίας, σε μεγάλο βαθμό γερμανόγλωσσης. Για μια πρώτη ενημέρωση πολύ χρήσιμη είναι η συνοπτική αλλά εξαιρετικά κατατοπιστική μελέτη ενός σύγχρονου Φιλέλληνα, του καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης Gunnar Hering (1934-1994), “Der griechische Unabhängigkeitskrieg und der Philhellenismus“ (στο Alfred Noe (επιμ.), Der Philhellenismus in der westeuropäischen Literatur 1780-1830). Μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τον Αγαθοκλή Αζέλη εκδόθηκε πρόσφατα (Μάρτιος 2021) υπό τον τίτλο ‘Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία και ο Φιλελληνισμός’ από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Στις ενότητες που αφορούν τον Γερμανικό Φιλελληνισμό ο αναγνώστης εκτός από μια πυκνή παρουσίαση και ανάλυση του φαινομένου βρίσκει έγκριτη πληροφόρηση και καθοδήγηση στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία. Από τις Εκδόσεις Παρισιάνου και στη σειρά Φιλελληνική Βιβλιοθήκη κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες η μελέτη των Wilhelm Barth και Max Kehrig-Korn, Η Εποχή των Φιλελλήνων (Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias, Μόναχο 1960). Από τις ίδιες Εκδόσεις προγραμματίζεται η έκδοση της μελέτης της Ρεγγίνα (Regine) Μανουσάκη, Ελληνική Επανάσταση και Γερμανικός Φιλελληνισμός.

5. «Ruh‘ und Friede will Europa – Warum hast du sie gestört?». Από το ποίημα του Wilhelm Müller «Η ελπίδα της Ελλάδος»(Griechenlands Hoffnung).

6. Ικανός αντίπαλος του ισχυρού καγκελλάριου αποδείχθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης και κατά την περίοδο 1816- 1822 ως επικεφαλής της Ρωσικής διπλωματίας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Βλ. ενδεικτικά: Θάνος Μ.Βερέμης- Ιάκωβος Δ.Μιχαηλίδης, Ιωάννης Καποδίστριας – Ο «αμνός»της Παλιγγενεσίας των Ελλήνων, Αθήνα 2020, 32 κ.εξ.

7. «Sohn, ich schau’ empor zu Gott –Gott, mein Trost in Schuld und Buße, Gott, mein Hort in Kampf und Tod!»

8. Βλ. σχετικά, Hering, Αγώνας για την Ανεξαρτησία και Φιλελληνισμός, 76 κ.εξ.

9. Βλ.σχετικά Evangelos Konstantinou, Griechenlandbegeisterung und Philhellenismus, EGO (Europäische Geschichte Online), κεφ.1-4.

10. Βλ.Konstantinou,ό.π.,23.

11. Βλ.Konstantinou, ό.π., 22-23.

12. «Ohne die Freiheit, was wärest du, Hellas Ohne dich, Hellas, was wäre die Welt?». Από το ποίημα του Wilhelm Müller, «Η Ελλάς και ο κόσμος» (Hellas und die Welt).

13. Βλ.Hering, ό.π., 37, όπου και περισσότερη βιβλιογραφία, Konstantinou, ό.π., 25-27. Βλ. και στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα: https://www.eefshp.org/wilhelm-traugott-krug-germanos-filellinas-promachos-toy-ellinikoy-agona-gia-

14. eleytheria-kai-anexartisia/Τα πολιτικά του φυλλάδια ανέρχονται στα 189.

15. Ένας από τους φοιτητές, ο γνωστός από την μετέπειτα πολιτική ιστορία Αναστάσιος Πολυζωΐδης, μετέφρασε αργότερα στα Ελληνικά το κείμενο του λόγου: «Ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος ὡς Πρόγραμμα εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, ἐκτεθὲν μὲν Γερμανιστὶ ὑπὸ Γουλλιέλμου Τραυγόττου Κρουγ μεταφρασθὲν δὲ παρὰ Ἀναστασίου Πολυζωἱδου». Βλ. σχετικά Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο W.T Krug καὶ οἱ Ἕλληνες», Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ Ι’ 60 (1972-73), 267-273.

16. Βλ.Konstantinou, ό.π.25.

17. Βλ.Konstantinou, ό.π., 29, Hering, ό.π. 61, σημ. 106, όπου και ενδεικτική βιβλιογραφία. Βλ.επίσης https://www.eefshp.org/friedrichwilhelmthierschflogerospromachostonellinikondikaionthemeliotistoy germanikoyfilellinismoykaipraeceptorbavariaedaskalostoyvayari .

18. G.Grimm. “Griechenland in Forschung und Lehre an den deutschen Universitäten vor dem Ausbruch des griechischen Unabhängigkeitskrieges“, στο Der Philhellenismus und die Modernisierung in Griechenland und Deutschland. Erstes Symposium, organisiert in Thessaloniki und Volos (7-10 März 1985) vom Institut für Balkan – Studien und der Südosteuropa-Gesellschaft München (Institute for Balkan Studies 207), Thessaloniki 198530.

19. Περιεκτική και εμπεριστατωμένη έκθεση της δημιουργίας, δράσης και σύνθεσης των συλλόγων και βεβαίως περαιτέρω βιβλιογραφία από τον Hering, ό.π. 38-41, 58-68.

20. Hering, ό.π., 38 κ.εξ.

21. Για τους εθελοντές βλ.ενδεικτικά Karl Dieterich (επιμ.), Deutsche Philhellenen in Griechenland 1821-1822. Auswahl aus ihren Tagebüchern, (Historisch-literarische Schriftenreihe der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, 4), Αμβούργο 1929, 3-17 (Εισαγωγή). Πρόκειται για επιλογή από εμπειρίες και εντυπώσεις, όπως τις κατέγραψαν Γερμανοί εθελοντές. Επίσης, Regine Quack-Manoussakis, Die deutschen Freiwilligen im griechischen Freiheitskampf von 1821, Schriftenreihe Otto-König-von-Griechenland-Museum (5). Και οι δύο μελέτες είναι προσβάσιμες στο Διαδίκτυο.

22. K.Dieterich, ό.π., 10-11.

23. K.Dieterich, ό.π., 11.

24. Βλ. ενδεικτικά Konstantinou,ό.π., 30-33. Βλ.και https://www.eefshp.org/ludwigivasileastisvayariasenasapo toysmegalyteroysfilellineskaieyergetestisellados/.

25. https://www.eefshp.org/karl-krazeisen-germanos-filellinas-stratiotikos-kai-prosopografos-ton-agoniston-toy-1821/

26. Βλ. Hering, ό.π.,37, Konstantinou, ό.π. 28.

27. Το κείμενο είναι προσιτό και στο Διαδίκτυο στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ψηφιοποίησης (Münchener DigitalisierungsZentrum, MDZ) της Κρατικής Βαυαρικής Βιβλιοθήκης. Βλ. https://www.digitale-sammlungen.de/de/view/bsb10447064?page=5.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jean Vanwelkenhuyzen: Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Β΄: Έργα και ημέρες της δεύτερης κυβέρνησης van Zeeland (Ιούνιος 1936 – Νοέμβριος 1937)

Jean Vanwelkenhuyzen

Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Β΄: Έργα και ημέρες της δεύτερης κυβέρνησης van Zeeland

(Ιούνιος 1936 – Νοέμβριος 1937)

 

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες, η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland κινήθηκε σε ταραγμένα νερά. Μεγάλα κοινωνικά κύματα είχαν ξεσπάσει στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Οι δυο γύροι των γαλλικών εκλογών της 26ης Απριλίου και 3ης Μαΐου 1936 με κεντρικό σύνθημα “ψωμί, ειρήνη, ελευθερία” ανέδειξαν στην εξουσία κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.1 Η μέθη της επιτυχίας εκδηλώθηκε με απεργίες πρωτόγνωρης κλίμακας. Το προλεταριάτο απολάμβανε την ευκαιρία μιας κοινωνικής ανέλιξης προβάλλοντας εκρηκτικές διεκδικήσεις. Την ίδια στιγμή, κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο τα προπύργια της παράδοσης και του συντηρητισμού.2 Στις 6 Ιουνίου, η νέα γαλλική κυβέρνηση υπό τον Léon Blum ανέλαβε καθήκοντα εν μέσω μιας χαοτικής κατάστασης. Επτά ημέρες αργότερα, η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland ξεκίνησε και εκείνη τη θητεία της μέσα σε ατμόσφαιρα εργατικού αναβρασμού. Κινητοποιήσεις, ανάλογες με εκείνες της Γαλλίας, είχαν ξεσπάσει ήδη από τις 2 Ιουνίου στην Αμβέρσα. Μέσα σε λίγες ημέρες, είχαν εξαπλωθεί στο σύνολο των βιομηχανικών περιοχών της χώρας. Ωστόσο, σε αμφότερες τις πλευρές των συνόρων, η ηρεμία αποκαταστάθηκε χάρη στη συνομολόγηση συνετών συμφωνιών με τα συνδικάτα.3 Οι δημοκρατίες καλούνταν να δώσουν μεγάλη μάχη μέσα σε μια Ευρώπη, την οποία διέτρεχαν διαγώνια ιδεολογικές φουρτούνες, προκειμένου να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους.

Στις 17 Ιουλίου, στο ισπανικό Μαρόκο, εκδηλώθηκε πραξικόπημα σε βάρος του Frente Popular, το οποίο ασκούσε τη νόμιμη εξουσία στη Μαδρίτη. Η εξέγερση μεταφέρθηκε ταχύτατα εντός του μητροπολιτικού εδάφους. Οι κινηματίες στράφηκαν προς τη ναζιστική Γερμανία και εξασφάλισαν τη συνδρομή της. Ο στρατηγός Francisco Franco κατάφερε το ίδιο και με τον Mussolini. Ήταν φανερό πλέον ότι η φασιστική Ιταλία έκλινε προς την πλευρά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.4 Η αυθόρμητη αντίδραση του γαλλικού Λαϊκού Μετώπου ήταν να προσφέρει χείρα βοηθείας προς το αδελφό καθεστώς της Μαδρίτης. Το φάσμα ενός ιδεολογικού πολέμου επλανάτο πάνω από ολόκληρη την Ευρώπη. Η επίλυση του προβλήματος της άμυνας του Βελγίου φάνταζε επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε.

Η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland στις 14 Ιουνίου 1936, επομένη της ορκωμοσίας της.

Σε ολόκληρο αυτό το διάστημα, η υπουργική Επιτροπή Εθνικής Ασφάλειας [βλ. σχετικά μέρος Α΄] εργαζόταν αδιάκοπα. Από τις 22 Απριλίου μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου 1936 συνεδρίασε 37 φορές. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια συνεχόμενη κάλυψη κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία ήταν αναγκαία. Μόνο μια επιμήκυνση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας μπορούσε να την εξασφαλίσει. Το Γενικό Επιτελείο είχε υιοθετήσει την ίδια θέση ήδη από το 1935. Η επίλυση του προβλήματος της άμυνας του Βελγίου ήταν εφικτή μόνον εφόσον το εθνικό συμφέρον θα ήταν εκείνο, το οποίο θα υπαγόρευε τη στρατιωτική πολιτική της χώρας. Μέσα σε ένα έτος, ο κύκλος των οπαδών της παραπάνω θεωρίας είχε διευρυνθεί. Ωστόσο, παρά τις αμέτρητες προσπάθειες, η παραπάνω διεύρυνση δεν συμπεριλάμβανε το Κοινοβούλιο, όπου οι σοσιαλιστές παρέμεναν κατηγορηματικά αντίθετοι μπροστά σε κάθε προοπτική παράτασης της θητείας.

Ο Λεοπόλδος Γ΄ αδημονούσε. Ένας νέος νόμος για την πολιτοφυλακή έπρεπε να προλάβει να ψηφιστεί προτού ξεκινήσει η κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις της κλάσης του 1937. Η αντίδραση των Φλαμανδών είχε κάπως ανακοπεί έπειτα από την μονομερή καταγγελία του στρατιωτικού συμφώνου του 1920 και τη μη συμπερίληψη του Devèze στο νέο κυβερνητικό σχήμα. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με την εχθρότητα των σοσιαλιστών. Όσο δε η τελευταία παρέμενε ακέραιη, άλλο τόσο φαινόταν απίθανο να αλλάξουν άποψη και οι χριστιανοδημοκράτες. Στις 26 Σεπτεμβρίου, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα, η μεγαλύτερη δύναμη στη Βουλή και μέλος του κυβερνητικού συνασπισμού, οργάνωσε συνέδριο με αντικείμενο την εξωτερική πολιτική. Το τελικό ανακοινωθέν ήταν μια κατάθεση πίστης και αφοσίωσης στο περιεχόμενο του Συμφώνου του Λοκάρνο και στην Κοινωνία των Εθνών. Απέρριπτε κατηγορηματικά μια επάνοδο στην ουδετερότητα. Αντίθετα, προσέβλεπε, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ΚτΕ, σε μια πολιτική πλήρους ανεξαρτησίας δίχως κανενός είδους πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές δεσμεύσεις. Κατά τη συνήθη πρακτική σε παρόμοιες περιπτώσεις, η χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία παρουσίαζε ως ομόφωνη μια ολόκληρη ποικιλία απόψεων και θέσεων. Κατά βάθος, δεν είχε αλλάξει το παραμικρό.

Παρά ταύτα, η κυβέρνηση άρχισε να προετοιμάζει ψυχολογικά την κοινή γνώμη. Τον δρόμο άνοιξε ο υπουργός Εξωτερικών Paul-Henri Spaak. Λαμβάνοντας τον λόγο στις 20 Ιουλίου στο ετήσιο γεύμα των ξένων ανταποκριτών στις Βρυξέλλες, εκφράστηκε ως εξής: “Επιθυμία μου, κύριοι, είναι η εξωτερική πολιτική του Βελγίου να κινηθεί από εδώ και στο εξής ρεαλιστικά ”.5 Από το στόμα ενός σοσιαλιστή, κάθε είδους αναφορά στον ρεαλισμό ηχούσε ως αιρετική.

Paul-Henri Spaak (1899-1972), υπουργός Εξωτερικών της δεύτερης κυβέρνησης van Zeeland.

Το Βελγικό Εργατικό Κόμμα είχε υιοθετήσει το “πνεύμα της Γενεύης” (ΚτΕ). Τασσόταν υπέρ της ανάπτυξης μιας συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη. Αντίθετα, ο Spaak δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει εμφατικά πως υποστήριζε μια εξωτερική πολιτική αποκλειστικά και εξολοκλήρου βελγική. Στις 9 Σεπτεμβρίου ο Paul van Zeeland, σε δημόσια τοποθέτηση, ενστερνίστηκε εμμέσως την ίδια άποψη: “Εάν δεχθούμε επίθεση, θα αντισταθούμε μέχρι θανάτου. Με εξαίρεση ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες θα μας έχουν θέσει ενώπιον αδιαμφισβήτητων υποχρεώσεων, δεν πρόκειται να κινηθούμε παρά μόνο με γνώμονα σχεδιασμούς και στόχους αποκλειστικά βελγικούς”.6 Είχε προηγηθεί, μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα (3 – 6 Σεπτεμβρίου) η διεξαγωγή στις Βρυξέλλες συνεδρίου, με διοργανώτρια την Παγκόσμια Σύναξη για την Ειρήνη (Rassemblement Universel pour la Paix). Με προτροπή των δυο προέδρων της κίνησης, του Βρετανού Lord Robert Cecil και του Γάλλου Pierre Cot, το συνέδριο συγκέντρωσε χιλιάδες ειρηνόφιλους κάθε προέλευσης. Εμφανιζόμενο ως αιχμή του δόρατος του αγώνα εναντίον του φασισμού, διακήρυξε προς κάθε κατεύθυνση την πρόθεσή του να περισώσει την ειρήνη μέσω της Κοινωνίας των Εθνών. Προκειμένου δε να εξορκίσει το φάσμα του πολέμου, δήλωσε υπέρμαχο του αφοπλισμού και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών.7 Η αντίφαση ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Το συνέδριο καταδίκαζε (ορθώς) ό,τι επιθετικό περιέκλειε στα σπλάχνα του ο φασισμός. Από την άλλη πλευρά όμως, πριμοδοτούσε παντελώς ανεπαρκή εργαλεία προκειμένου να εξουδετερωθεί η στρατιωτική απειλή, αρχής γενομένης από εκείνη της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Αριστερά: το συνέδριο της Παγκόσμιας Σύναξης για την Ειρήνη (Βρυξέλλες 3-6 Σεπτεμβρίου 1936). Δεξιά: αναμνηστικό γραμματόσημο των γαλλικών ταχυδρομείων, το οποίο κυκλοφόρησε με την ίδια αφορμή.

Το καίριο ζήτημα για την ώρα ήταν η αλλοίωση των συσχετισμών στην Ευρώπη. Στην παρέμβασή του της 9ης Σεπτεμβρίου, ο van Zeeland είχε θίξει το ζήτημα: “Σκοπεύουμε να καταστούμε περισσότερο ισχυροί […] από κάθε άποψη και σε κάθε επίπεδο: στρατιωτικό, οικονομικό, διπλωματικό, πολιτικό”.8 Εκφραζόμενος με τον τρόπο αυτό, ο πρωθυπουργός μετέφερε ουσιαστικά τους προβληματισμούς του βασιλέα Λεοπόλδου Γ΄.9 Αφήνοντας απροστάτευτη τη χώρα, επρόκειτο για μια πράξη, η οποία ισοδυναμούσε με καταστροφή. Ο σκληρός πυρήνας της αντίδρασης στον αναγκαίο επανεξοπλισμό εξακολουθούσε να παραμένει το Βελγικό Εργατικό Κόμμα. Έπρεπε κάποιος να του ανοίξει τα μάτια. Η ηγεσία του κόμματος προανήγγειλε για τις 24, 25 και 26 Οκτωβρίου τη διενέργεια συνεδρίου, κάτι που προδίκαζε άσχημες εξελίξεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα ανάκτορα διεμήνυσαν στον πρωθυπουργό πως η κυβέρνηση όφειλε να αποσαφηνίσει το ταχύτερο τη θέση της και να μεταφέρει τη συζήτηση στο Κοινοβούλιο. Ο Λεοπόλδος Γ΄ είχε απόλυτη συναίσθηση ότι επρόκειτο για ένα ακανθώδες ζήτημα. Η κυβέρνηση συνασπισμού είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση εξαιτίας του συγκεκριμένου ζητήματος. Προκειμένου να βγάλει την τελευταία από το αδιέξοδο, αποφάσισε να επισπεύσει τις διαδικασίες προεδρεύοντας εκτάκτως σε μια ειδική συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Πίστευε πως χάρη στην παρουσία του ήταν δυνατή η εξασφάλιση της πολυπόθητης ομοφωνίας για την άμεση λήψη όλων των μέτρων εκείνων, τα οποία ήταν απαραίτητα για την προστασία του εθνικού συμφέροντος.

Το πιο δύσκολο ήταν να αποσπαστεί η συγκατάθεση του Émile Vandervelde, αρχηγού του Βελγικού Εργατικού Κόμματος και ορκισμένου πολέμιου της στρατιωτικής αναβάθμισης της χώρας. Το αξίωμα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης καθώς και εκείνο του αρχηγού του ισχυροτέρου κόμματος στη Βουλή, τον καθιστούσαν στην ουσία ρυθμιστή της τύχης της ίδιας της κυβέρνησης. Στην προχωρημένη ηλικία του δεν ήταν εύκολο να αποποιηθεί τις ιδέες, για τις οποίες είχε αγωνιστεί μια ολόκληρη ζωή. Επί ένα τέταρτο του αιώνα καταφερόταν πεισματικά εναντίον της “νοοτροπίας του στρατώνα” και προπαγάνδιζε ανελλιπώς υπέρ της μείωσης του χρόνου της στρατιωτικής θητείας. Σε ιδιωτικό δείπνο που οι van Zeeland και Spaak του παρέθεσαν στις 12 Οκτωβρίου παρόντος του κόμη Robert Capelle, γραμματέα του βασιλέα, ο Vandervelde επανέλαβε πως του όλου ζητήματος θα επιλαμβανόταν το προσεχές συνέδριο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος και πως σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος δεν επρόκειτο να αποστασιοποιηθεί από τις απόψεις των συναδέλφων του.10

Στις 9.30 π.μ. της 14ης Οκτωβρίου 1936 συνήλθε στα ανάκτορα το υπουργικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Λεοπόλδου Γ΄.11 Ευθύς εξαρχής ο τελευταίος σκιαγράφησε τον λόγο της παρουσίας του: να προικίσει τη χώρα με έναν στρατιωτικό μηχανισμό προσαρμοσμένο στις συνθήκες που επικρατούσαν, εφαρμόζοντας μια αποκλειστικά βελγική πολιτική. Ο κόσμος έπρεπε να γνωρίζει πως το αίμα του δεν επρόκειτο να χυθεί παρά μόνο για την προστασία και την ασφάλεια του τόπου.

Το διακύβευμα αφορούσε τους πάντες, υπεράνω κοινωνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών κλπ. διαφοροποιήσεων. Η αλήθεια είναι πως το έδαφος είχε επιμελώς προετοιμαστεί από τους van Zeeland και Spaak. Ο ανώτατος άρχων συνέχισε ρίχνοντας στη συζήτηση το ειδικό του βάρος. Ταυτόχρονα έθιξε ένα καίριο ζήτημα, το οποίο εδώ και καιρό απασχολούσε όλους. Ότι, δηλαδή, όσο αποτελεσματική μπορούσε να αποβεί η στρατιωτική συνδρομή ενός συμμάχου, η τελευταία θα λάμβανε χώρα μετά την εκδήλωση της εισβολής, η οποία φάνταζε κεραυνοβόλα. Συνεπώς, οι βελγικές ένοπλες δυνάμεις καλούνταν να αντιμετωπίσουν μόνες τον εισβολέα, έως ότου οι όποιες ενισχύσεις κατέφθαναν στην πρώτη γραμμή. Ο Λεοπόλδος γνώριζε πολύ καλά για ποιο θέμα μιλούσε. Οι ευρισκόμενες σε εξέλιξη γαλλο-βελγικές διαπραγματεύσεις είχαν επιβεβαιώσει πως ένα χρονικό περιθώριο ήταν αναπόφευκτο έως ότου τα γαλλικά στρατεύματα προωθηθούν εντός του βελγικού εδάφους προς το πεδίο των εχθροπραξιών. Έτσι εξηγείται και η εμμονή του για τη σφυρηλάτηση ενός βελγικού αμυντικού συστήματος ικανού να απορροφήσει τα πλήγματα των πρώτων ημερών έπειτα από την εκδήλωση της εισβολής. Ο Βέλγος μονάρχης ουδέποτε

Ο Λεοπόλδος Γ΄ και ο στρατηγός Henri Denis, υπουργός Άμυνας, επιθεωρούν μονάδα του βελγικού πυροβολικού.

αντέκρουσε την ιδέα μιας συμμαχικής στρατιωτικής συνδρομής. Με τη διαφορά του ότι η τελευταία θα συντελείτο σε ένα δεύτερο στάδιο. Επισημαίνοντας το τελευταίο σκεπτικό, καθίστατο προφανές ότι το Βέλγιο θα πολεμούσε μόνο ενάντια σε έξωθεν επιβουλή σε βάρος της εδαφικής του ακεραιότητας και της εθνικής του ανεξαρτησίας, κάνοντας μάλιστα χρήση του νομίμου δικαιώματος της αυτοάμυνας. Οι σοσιαλιστές και οι Φλαμανδοί χριστιανοδημοκράτες, εκ προοιμίου αντίθετοι στη σύναψη στρατιωτικής συμμαχίας (προφανώς με τη Γαλλία), δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν στο σκεπτικό του Λεοπόλδου τη δικαίωση των δικών τους θέσεων. Η όλη ανάλυση μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα ώριμης σκέψης. Άλλωστε, υπό τις παρούσες συνθήκες δεν υπήρχε κάποια άλλη δημοκρατική λύση, ικανή να συσπειρώσει το Κοινοβούλιο και να ανταποκριθεί στην πολιτική εθνικής ενότητας, με την οποία ήταν επιφορτισμένη η δεύτερη κυβέρνηση van Zeeland.

Με την πάροδο του χρόνου και ενόσω ο βασιλέας συνέχιζε την ομιλία του, σημάδια ανακούφισης άρχισαν να διαγράφονται στα πρόσωπα των υπουργών. Τη σκυτάλη πήρε ακολούθως ο πρωθυπουργός μιλώντας στο ίδιο πνεύμα. Ο στρατηγός Denis, υπουργός Άμυνας, ανέπτυξε το τεχνικό σκέλος του όλου προβλήματος επιμένοντας σε δυο σημεία: α) το έμψυχο δυναμικό και β) την επιμήκυνση της θητείας. Πρώτος από τους υπουργούς έλαβε τον λόγο ο Vandervelde. “Παρακολουθώντας σας Μεγαλειότατε”, είπε, “ήταν σαν να ακούγαμε τον πατέρα σας. Τα όσα είπατε δεν πρέπει να παραμείνουν κλειστά στους τέσσερις τοίχους. Απεναντίας, οφείλουν να καταστούν γνωστά σε ολόκληρη τη χώρα”.12 Ο γηραιός σοσιαλιστής ηγέτης ήταν περιχαρής. Μια έντιμη λύση ανέτειλε στον ορίζοντα για τον ίδιο και τους οπαδούς του.13 Οι Φλαμανδοί χριστιανοδημοκράτες δεν διέκριναν, ούτε εκείνοι, κάτι το ανησυχητικό ως προς τις θέσεις τους στα λόγια του βασιλέα. Ο κυβερνητικός συνασπισμός είχε επιβιώσει, το δε στρατιωτικό νομοσχέδιο συγκέντρωνε πλέον κάθε πιθανότητα να υπερψηφιστεί στο Κοινοβούλιο.

King Leopold of the Belgians watches military manoeuvres at Namur (1937)(Πηγή¨British Pathé FILM ID: VLVA61ZMQPOU2F48J72CFZ050J4CU

Η ανακούφιση εντός της κυβέρνησης ήταν τέτοια, ώστε συντάχθηκε αμέσως ένα αναλυτικό δελτίο τύπου για όσα είχαν διαμειφθεί στη διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου. Θα ήταν παράλογο να ανέμενε κανείς πως τα πράγματα θα εξελίσσονταν εξίσου ομαλά σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων. Στους ειρηνόφιλους κύκλους επανήλθε η συζήτηση γύρω από τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Στους κόλπους του Βελγικού Εργατικού Κόμματος η “παλαιά φρουρά” παρέμενε προσηλωμένη στις αρχές του αφοπλισμού και της συλλογικής ασφάλειας. Χρειάστηκε να επιστρατευτεί η ρητορική δεξιοτεχνία του Spaak, ούτως ώστε να στρογγυλέψουν οι γωνίες και να προσαρμοστούν πνεύματα και αντιλήψεις στις επιταγές των καιρών. Οι Βαλλώνοι και οι κάτοικοι των Βρυξελλών ανησυχούσαν μπροστά στο ενδεχόμενο χαλάρωσης των δεσμών με τη Γαλλία. Στην όλη κοσμοθεωρία τους, κάτι τέτοιο θα απέβαινε ολέθριο για τη χώρα καθώς θα παρεμπόδιζε κάθε αντίσταση κατά του εισβολέα. Το μέγεθος και η ποικιλία των αντιδράσεων αποπροσανατόλισαν τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Άμυνας. Ανήσυχος, ο τελευταίος ζήτησε τη συνδρομή του στρατιωτικού οίκου του ανώτατου άρχοντα.

Raoul van Overstraeten.

Στις 20 Νοεμβρίου 1936, ο Λεοπόλδος Γ΄ συναντήθηκε στα ανάκτορα με τον πρωθυπουργό. Παρόντες ήταν επίσης οι στρατηγοί Denis και Raoul van Overstraeten, στρατιωτικός σύμβουλος του βασιλέα. Ο τελευταίος ανέπτυξε στους παριστάμενους όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες του προβλήματος. Εθεωρείτο αυθεντία στο είδος. Επέμεινε στον κίνδυνο, ο οποίος ελλόχευε σε περίπτωση που η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας έπεφτε κάτω από τους 17 μήνες. Αποτέλεσμα θα ήταν η πρόκληση ρηγμάτων στην προκάλυψη, κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία. Ο ίδιος θεωρούσε ως αναπόφευκτη τη διενέργεια πολέμου με τη συμμετοχή όχι μόνο του Βελγίου, αλλά και μεγάλου μέρους της Ευρώπης.14 Οι υπόλοιποι παρόντες τον άκουσαν με τη δέουσα προσοχή. Ακολούθως, πρώτα στη Βουλή και κατόπιν στη Γερουσία, ο Paul van Zeeland εμφανίστηκε ως υπέρμαχος της εθνικής άμυνας αποσαφηνίζοντας τη θέση του Βελγίου σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής: “Δεν πρόκειται να αναλάβουμε την παραμικρή δέσμευση, να συνομολογήσουμε την οποιαδήποτε διακρατική πράξη, να ανανεώσουμε το όποιο σύμφωνο που θα μπορούσαν, είτε στη θεωρία είτε στην πράξη, να υπονομεύσουν την ανεξάρτητη και ισόρροπη θέση, την οποία προτιθέμεθα να υιοθετήσουμε. Ανεξαρτησία δεν σημαίνει παράλογη προσκόλληση στην ιδέα της απομόνωσης, ακόμα λιγότερο δε μια εγκληματική παραγνώριση και υποβάθμιση των υποχρεώσεών μας. Τις υποχρεώσεις αυτές θα τις εκπληρώσουμε όλοι μαζί και οφείλουμε να συνεργαστούμε, προκειμένου να το πράξουμε με τον καλύτερο τρόπο”. Βουλευτές και Γερουσιαστές έλαβαν το μήνυμα του πρωθυπουργού. Το νομοσχέδιο “Περί τροποποίησης του Νόμου για την πολιτοφυλακή, τη στράτευση και τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής θητείας” υπερψηφίστηκε με ποσοστό 72,87% στις 2 Δεκεμβρίου από τη Βουλή και με ποσοστό 83.11% δυο ημέρες αργότερα από τη Γερουσία.15 Αρχικός στόχος της κυβέρνησης ήταν μια θητεία διάρκειας 18 μηνών. Εξασφάλισε τους 12, με δυνατότητα παράτασης για επιπλέον 5 μήνες, γεγονός, το οποίο ισοδυναμεί στην ουσία με δεκαεπτάμηνη διάρκεια. Σε γενικές γραμμές, η κυβέρνηση αποποιήθηκε ένα μήνα σε σχέση με τον αρχικό της σχεδιασμό (17 έναντι 18). Στο Κοινοβούλιο, πολλοί τοποθετούσαν ως όριο τους 11 μήνες. Αποδέχθηκαν την προσθήκη ενός επιπλέον (επισήμως, η θητεία ήταν δωδεκάμηνης διάρκειας). Με την προβλεπόμενη δυνατότητα παράτασης όμως, έφτανε, όπως είδαμε, τους 17 μήνες.16 Οι πάντες ήταν ικανοποιημένοι, καθώς τηρήθηκαν όλα τα προσχήματα. Αυτό ακριβώς ονομάζεται “συμβιβασμός αλά βελγικά”.

Απορροφημένη, όπως ήταν, από το εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση δεν μερίμνησε να προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος εκτός συνόρων. Επειγόταν τόσο πολύ να κλείσει το όλο θέμα, ώστε ακόμα και πολλοί ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου Εξωτερικών πληροφορήθηκαν από τον Τύπο το περιεχόμενο της κομβικής παρέμβασης του Λεοπόλδου Γ΄ κατά τη συνεδρίαση της 14ης Οκτωβρίου.17 Σε αντιδιαστολή με τον van Zeeland, ο Spaak δεν συνήθιζε να συνεργάζεται συστηματικά με το υπηρεσιακό δυναμικό του υπουργείου.18 Δεινός ρήτορας, ήταν σε θέση να γοητεύσει το πιο καχύποπτο ακροατήριο. Ωστόσο, υπολείπονταν ακόμα πολλά να μάθει, θητεύοντας κοντά στο πολύ πιο έμπειρο από εκείνον μόνιμο προσωπικό. Η έκπληξη του γενικού γραμματέα Fernand van Langenhove και του διευθυντή Πολιτικών Υποθέσεων Pierre van Zuylen υπήρξε πλήρης. Αποσβολώθηκαν αμφότεροι διαβάζοντας τις εφημερίδες. Ουδείς εκ των δυο ήταν αντίθετος με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου. Το τελευταίο εντασσόταν με απόλυτη συμμετρία στους στόχους και τις επιταγές της βελγικής διπλωματίας. Τους προβλημάτισε το γεγονός ότι τα λεχθέντα από τον βασιλέα δημοσιοποιήθηκαν δίχως να έχει ζητηθεί προηγουμένως η γνώμη του υπουργείου σε θέματα καθαρής διατύπωσης.

16, rue de la Loi, Βρυξέλλες: έδρα του γραφείου του πρωθυπουργού.

Ανάλογη υπήρξε και η δυσφορία στο Λονδίνο. Το Foreign Office ελάχιστα εκτίμησε τους χειρισμούς της βελγικής κυβέρνησης θεωρώντας πως έπρεπε να είχε ενημερωθεί εγκαίρως. Εν θερμώ, ο υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden αναφώνησε: “Από πότε οι εστεμμένοι ασχολούνται με το να ρίχνουν βόμβες ;”.19 Γρήγορα ωστόσο ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών επέδειξε κατανόηση. Ο van Zeeland προνόησε να απευθυνθεί προς αυτόν γραπτώς, σε μια προσπάθεια να διαλύσει τα σύννεφα.20 Οι δυο άνδρες γνωρίζονταν καλά και έχαιραν αμοιβαίας εκτίμησης. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Βέλγος πρωθυπουργός επισκέφτηκε το Λονδίνο ως προσκεκλημένος του Διεθνούς Επιμελητηρίου. Ο Eden εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία δηλώνοντας: “Επιβεβαιώνω εκ νέου πως η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα του Βελγίου είναι για τη χώρα μας υψίστης σημασίας και πως το Βέλγιο μπορεί να υπολογίζει σε μια δική μας συνδρομή σε περίπτωση που έπεφτε θύμα επίθεσης”.21 Οι βρετανικές στρατιωτικές αρχές είχαν αντιληφθεί το πλεονέκτημα, το οποίο μπορούσαν να αντλήσουν από τον νέο προσανατολισμό της αμυντικής πολιτικής της κυβέρνησης των Βρυξελλών. Ένα καλά θωρακισμένο Βέλγιο είχε περισσότερες πιθανότητες να αποτρέψει μια γερμανική εισβολή από ότι το Βέλγιο του 1914.22

Οι αυτοματισμοί του Quai d’ Orsay κινήθηκαν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Εξανέστη δημοσιοποιώντας, ευκαιρίας δοθείσης, προς τους πάντες την αγανάκτησή του. Το Γραφείο Τύπου έφτασε μέχρι σημείου να εξομοιώσει την παρέμβαση του Λεοπόλδου Γ΄ με την, πρόσφατη ακόμα τότε, επίδειξη ισχύος του Hitler στη Ρηνανία! Μέσα στη γενική κατακραυγή, το περιοδικό L’ Action Wallone της Λιέγης, υπέρμαχο των γαλλικών θέσεων, στο τεύχος της 15ης Νοεμβρίου 1936 δημοσίευσε ένα διαβρωτικό σκίτσο, το οποίο έδειχνε τον Βέλγο μονάρχη να σφίγγει το χέρι του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, στο δε περιθώριο τους Spaak, Goering, Degrelle και Goebbels να ανταλλάσσουν επίσης χειραψία. Επρόκειτο περί αλόγιστων αντιδράσεων υπό το βάρος του συναισθηματισμού. Ουδείς έδειχνε να αντιλαμβάνεται ότι ο Λεοπόλδος Γ΄ βγήκε από την αφάνεια προκειμένου να σώσει μια κυβέρνηση, η οποία, με τη σειρά της, είχε καταφέρει επί των ημερών του να εξορθολογίσει την οικονομία. Ουδείς έδειχνε να κατανοεί πως σκοπός της παρέμβασης ήταν να αποκτήσει το Βέλγιο την αμυντική θωράκιση που υπαγόρευαν επιτακτικά οι συγκυρίες ως απάντηση στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Στις 10 Νοεμβρίου ο Spaak απάντησε χολωμένος στον πρέσβη της Γαλλίας: “Γιατί αμφισβητείτε τις πραγματικές μας προθέσεις; Μόνοι σας αναγνωρίζετε πως οι παρούσες δυσκολίες μας πηγάζουν από την εν γένει συζήτηση γύρω από τον νέο νόμο. Γιατί όμως επιθυμούμε τόσο πολύ τον συγκεκριμένο νόμο; Έναντι τίνος πρόκειται να μας προστατέψει; Γνωρίζετε καλά την απάντηση: έναντι της Γερμανίας”.23 Το Βερολίνο, από τη δική του την πλευρά, τηρώντας σχολαστικά μετριοπαθή στάση, έδειχνε να έχει καλύτερη επίγνωση της όλης κατάστασης. Ο ενορχηστρωμένος από τον δρα Goebbels μηχανισμός προπαγάνδας εστίασε την προσοχή του επάνω στην αχαλίνωτη, σχεδόν υστερική εκστρατεία του γαλλικού Τύπου, εμφανίζοντάς την μάλιστα ως επίτευγμα της Γερμανίας! Γεγονός, το οποίο οδήγησε τον πρέσβη της Γαλλίας στο Βερολίνο, André François-Poncet, να να αποδοκιμάσει την ανευθυνότητα των εφημερίδων της χώρας του.24

 

Anthony Eden, υπουργός Εξωτερικών της
Μεγ. Βρετανίας.
Yvon Delbos, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα, το νόημα της βασιλικής παρέμβασης παρερμηνεύτηκε ολοσχερώς. Το υπόβαθρο της πολιτικής για μια γενικευμένη ανάκαμψη του Βελγίου προσλάμβανε διαστάσεις μιας θεαματικής μεταστροφής της χώρας προς την κατεύθυνση της ναζιστικής Γερμανίας! Το χειρότερο ήταν πως αυτή η συστηματική αλλά και συμπληρωματική παραποίηση της πραγματικότητας από το Παρίσι και από το Βερολίνο προκάλεσε σύγχυση σε επίπεδο βελγικής, αλλά και γενικότερα ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση των Βρυξελλών αντέδρασε άμεσα προσπαθώντας να περιορίσει τη ζημιά. Ωστόσο, απαιτείται συνήθως περισσότερος χρόνος προκειμένου να διορθώσει κανείς ένα λάθος, παρά να το διαπράξει. Ο Λεοπόλδος Γ΄ είχε επιτρέψει την δημοσιοποίηση της παρέμβασής του υποκύπτοντας στην επιμονή των υπουργών του. Οι τελευταίοι ήταν ουσιαστικά εκείνοι που τον προώθησαν στο προσκήνιο. Ήταν αλήθεια πως με τον τρόπο αυτό υπηρετούσαν εθνικό σκοπό. Όμως, άθελά τους αντέστρεψαν τους ρόλους. Κατά κάποιο τρόπο, η κυβέρνηση έκανε χρήση του βασιλικού κύρους προς όφελός της. Αντί να καλύψει το στέμμα, το άφησε εκτεθειμένο λειτουργώντας βεβιασμένα και σπασμωδικά.25

Όλες οι δυνάμεις του τόπου, οι οποίες διαφωνούσαν με τη νέα γραμμή, έστρεψαν τα βέλη τους ενάντια στον βασιλέα. Η διαγραφείσα πορεία ενσάρκωνε ό,τι ακριβώς η μειοψηφούσα, πλην όμως θορυβώδης αυτή κίνηση φοβόταν. Πίσω από την όλη υπόθεση, η τελευταία διέβλεψε βασιλικό δάκτυλο με στόχο μια περαιτέρω ενδυνάμωση της εξουσίας του μονάρχη. Σύμφωνα με τους ίδιους πάντοτε κύκλους, η δημοκρατία τελούσε εν κινδύνω. Η χώρα είχε διολισθήσει προς μια δικτατορία βασιλικού τύπου. Η κυβέρνηση είχε μετατραπεί σε υποχείριο και απλό εκτελεστή της βούλησης του μονάρχη. Όσο και αν ηχεί παράλογη, η παραπάνω σκέψη είχε μετεξελιχθεί σε πραγματική εμμονή. Σε αυτό συνέβαλε και ένα πλήθος εκτιμήσεων υπό την επήρεια πανικού, προκαταλήψεων και σχολίων σφυρηλατημένων επάνω σε αρνητικό και αποδομητικό υπόβαθρο. Ο πρωθυπουργός διέγνωσε γρήγορα τον κίνδυνο. Στις 2 Δεκεμβρίου εκφράστηκε ως εξής ενώπιον του Κοινοβουλίου: “Κάποιοι επιχείρησαν να διαχωρίσουν τη στάση της κυβέρνησης από τον λόγο του βασιλέα. Προφανώς έχουν λησμονήσει πως η δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου λόγου αποτελεί κυβερνητική πράξη. Ζούμε υπό κοινοβουλευτικό καθεστώς, υπό ένα καθεστώς συνταγματικής βασιλείας. Ο βασιλέας ενεργεί διαμέσου των υπουργών του. Η κυβέρνηση, από τη δική της πλευρά, φέρει την ευθύνη για την υιοθέτηση και εφαρμογή στην πράξη της θεωρίας, η οποία αναπτύχθηκε με τόσο εύστοχο τρόπο από τον βασιλέα”.26

Στηριζόμενος στο επιτελείο του, ο υπουργός Εξωτερικών προσπάθησε να επαναφέρει την ηρεμία εκτός συνόρων. Το Παρίσι ήταν πρωτίστως εκείνο, έναντι του οποίου έστρεψε τις προσπάθειές του. Ο φορμαλισμός, οι στρεψοδικίες και οι εμμονές του Quai d’ Orsay είχαν καταστήσει δύσκολη την αποστολή του. Ήταν υποχρεωμένος να ανοικοδομήσει επάνω στα ερείπια της Συνθήκης του Λοκάρνο. Η επαναστρατικοποίηση της Ρηνανίας είχε ρίξει βαρύ πέπλο επάνω στα τεκταινόμενα στην Ευρώπη. Στις 19 Μαρτίου 1936 στο Λονδίνο, Βρετανοί, Βέλγοι και Γάλλοι είχαν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις δεσμεύσεις της παραπάνω συνθήκης, ενόσω αυτή δεν είχε υποκατασταθεί από κάποιαν άλλη.27 Ωστόσο, το προσωρινό δεν δύναται να διαρκέσει αιώνια. Να ξανακτίσει κανείς όσα ο Hitler είχε κατεδαφίσει, αποτελούσε ψευδαίσθηση. Ο Mussolini, από τη δική του την πλευρά, δεν έδειχνε ιδιαίτερα διατεθειμένος. Η άρση των κυρώσεων, την 1η Ιουλίου 1936, δεν επέφερε παρά μια εφήμερη μόνο ηλιοφάνεια. Τον ουρανό γέμισαν εκ νέου βαριά σύννεφα με αφορμή την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία. Η ετυμηγορία για τις δυτικές δημοκρατίες ήταν κατηγορηματική: η φασιστική Ιταλία είχε επιλέξει πλέον στρατόπεδο. Δεν απέμενε σε Βρετανούς, Βέλγους και Γάλλους παρά να επιχειρήσουν να ξανακτίσουν μόνοι τους. Το Foreign Office είχε εξελιχθεί σε υπέρμαχο της γραμμής αυτής. Το Λονδίνο έσπευσε να ανανεώσει τις εγγυήσεις του έναντι του Παρισιού και των Βρυξελλών. Οι τριμερείς διαπραγματεύσεις επεκτάθηκαν σε ένα πεδίο, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες των Βέλγων. Στις 23 Απριλίου 1937, οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας επέδωσαν στον Spaak μια κοινή δήλωση, βάσει της οποίας αποδέσμευαν το Βέλγιο από τις υποχρεώσεις του ως εγγυήτριας χώρας. Συνάμα, επιβεβαίωναν τις δικές τους εγγυήσεις προς εκείνο. Επιπρόσθετα, η δήλωση αναγνώριζε το δικαίωμα του Βελγίου να προστατεύει τα σύνορά του με το σύνολο των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων τις οποίες διέθετε, καθώς και τις όποιες απαραίτητες προπαρασκευαστικές, για τον ίδιο σκοπό, ενέργειες.28 Κατά βάση, η χώρα δεν υιοθέτησε παρά μόνο τη δέσμευση να αποκρούσει με την ισχύ των όπλων οποιαδήποτε έξωθεν επιβουλή. Διατήρησε ενεργές προς όφελός της τις εγγυήσεις του Λοκάρνο και αποδεσμεύθηκε από υποχρεώσεις, οι οποίες την παρέσυραν υπεράνω των εθνικών της συμφερόντων και που είχαν αποτελέσει στο πρόσφατο παρελθόν εστία προστριβών στο εσωτερικό μέτωπο. Η βελγική διπλωματία είχε επιτέλους αποκτήσει εκείνο ακριβώς, το οποίο προσδοκούσε: ευελιξία και ανεξαρτησία.

Παρά ταύτα, ο Spaak ήταν ευαίσθητος απέναντι στα επιχειρήματα του πρέσβη της Γαλλίας, Jules Laroche, τα οποία ενστερνιζόταν και μερίδα της βελγικής κοινής γνώμης. Συγκεκριμένα, ο Γάλλος διπλωμάτης είχε επιστήσει την προσοχή του υπουργού Εξωτερικών στον κίνδυνο διακοπής των διμερών διαπραγματεύσεων σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων. Ήδη από την επομένη της δημοσιοποίησης της παρέμβασης του Λεοπόλδου Γ΄, ο Laroche κάλεσε τον Spaak να στοχαστεί στο γεγονός ότι η επιδιωχθείσα ενίσχυση της βελγικής πολεμικής μηχανής ήταν, προφανώς, σε θέση να απορροφήσει το πρώτο πλήγμα μιας γερμανικής επίθεσης. Όμως, η εισβολή εντός του βελγικού εδάφους θα αποτελούσε απλό ζήτημα χρόνου εάν δεν κατέφθαναν εγκαίρως σημαντικές ενισχύσεις από την Γαλλία. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που απαιτούσε συστηματική οργάνωση και λεπτομερή προετοιμασία με πνεύμα ειλικρινούς και εποικοδομητικής αμοιβαίας συνεργασίας.29

Jules Laroche, πρέσβης της Γαλλίας στο Βέλγιο.
Στρατηγός Maurice Gamelin, αρχηγός του
Γαλλικού Γενικού Επιτελείου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το όλο σκεπτικό διέθετε ισχυρό, λογικό και αξιόπιστο υπόβαθρο. Η έγκαιρη άφιξη ενισχύσεων στην πρώτη γραμμή του μετώπου (με άλλα λόγια στα σύνορα μεταξύ Βελγίου και Γερμανίας), απαιτούσε πράγματι χρονοβόρα και συστηματική προπαρασκευή. Κι όμως, ένας κόσμος ολόκληρος χώριζε τις προβλέψεις από εκείνο, το οποίο μπορούσε παρ’ ελπίδα να συντελεστεί. Ο προσδιορισμός των χρονικών ορίων της παρέμβασης ήταν δέσμιος μιας ευρείας ποικιλίας παραμέτρων, αρχής γενομένης από την ημερομηνία και τη διάρκεια της επιστράτευσης στην ίδια τη Γαλλία και την ταχύτητα προώθησης των διαθέσιμων μονάδων έως την πρώτη γραμμή διαμέσου του βελγικού εδάφους. Η διενέργεια επιστράτευσης στη Γαλλία, είχε σχεδιαστεί ως αντίμετρο σε καταφορά γερμανικού πλήγματος. Συνεπώς, ο μηχανισμός θα ενεργοποιείτο σε συνάρτηση με τις πρωτοβουλίες του αντιπάλου, δηλαδή κατόπιν εορτής. Μοιραία, θα αυξανόταν η καθυστέρηση της προώθησης ενισχύσεων προς το Βέλγιο. Ο συσχετισμός των δυνάμεων αποτελούσε μια δεύτερη σημαντική παράμετρο. Πρώτιστη προτεραιότητα του γαλλικού στρατού ήταν η υπεράσπιση του εθνικού εδάφους. Υπήρχε πάντοτε το ενδεχόμενο οι διαθέσιμες εφεδρείες να μην επαρκούν προκειμένου να συντρέξουν σε βοήθεια της γείτονος χώρας. Ένα σχέδιο εκστρατείας δεν προσφέρει ποτέ απόλυτη μαθηματική βεβαιότητα. Μια πλειάδα από αστάθμητους παράγοντες είναι δυνατό να ανατρέψει τα πάντα κατά την κρίσιμη στιγμή. Τρίτη παράμετρος ήταν η κινητικότητα του γαλλικού στρατού. Ο τελευταίος υστερούσε σε μηχανοκίνητο εξοπλισμό, που ήταν αναγκαίος για μια ταχεία προώθηση των ενισχύσεων. Υπεράνω όλων ωστόσο, ετίθετο το ερώτημα του τι επρόκειτο να συμβεί στο επιχειρησιακό θέατρο έως ότου καταφτάσει η στρατιωτική συνδρομή. Στον τομέα αυτό, κάθε ενδεχόμενο ήταν εφικτό. Τα δυο επιτελεία εξέφραζαν βεβαιότητα για ένα μόνο πράγμα: την ώρα της αλήθειας, ο οποιοσδήποτε στρατηγικός σχεδιασμός, όσο επιμελής και αν υπήρξε στο παρελθόν, ετίθετο αυτομάτως σε ελάσσονα μοίρα.

Επρόκειτο για ένα σκεπτικό, το οποίο ο Λεοπόλδος Γ΄ είχε εκθέσει με λίγα και απλά λόγια ήδη από τις 14 Οκτωβρίου. Προκειμένου όμως να αναδείξει την ορθότητά του, έπρεπε να απαλλαγεί από τον μύθο που περιέβαλε το όλο ζήτημα: τις επαφές ανάμεσα στα δυο επιτελεία. Η άγνοια των πραγμάτων ουδέποτε εμπόδισε κανέναν να σχηματίσει ιδέες. Το πρόβλημα τίθεται από τη στιγμή που οι ιδέες αυτές λειτουργούν ως υπόβαθρο. Ακόμα χειρότερα σε περίπτωση που ο μύθος εξιδανικευθεί. Η πίεση της κοινής γνώμης είναι τέτοια, που δύσκολα η πολιτική ηγεσία μιας χώρας μπορεί να την αγνοήσει. Στις 27 Οκτωβρίου 1936, ο βασιλέας έγραφε προς τον Spaak τα εξής: “Εκφράζετε επιφυλάξεις. Διστάζετε να απαλλαγείτε από ονομαζόμενα “σύμφωνα”, τα οποία δεν είναι τίποτα παραπάνω από συνομιλίες μεταξύ επιτελείων. Τα θεωρείτε απαραίτητα για την επιτυχή αντιμετώπιση μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης [εκ μέρους της Γερμανίας]. Τα υπερεκτιμάτε. Η άφιξη μερικών μεραρχιών του γαλλικού στρατού απαιτεί πολλές ημέρες. Δεν αποσυμφορίζει ούτε κατά διάνοια τις υποχρεώσεις της προκάλυψης, που τελούν σε συνάρτηση με την χρονική διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρώτο πλήγμα στηριζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις και μόνο σε αυτές. Τα “σύμφωνα” μεταξύ των επιτελείων θα μας κοστίσουν ακριβά σε πολιτικό επίπεδο, δίχως να είναι απαραίτητα από στρατιωτικής απόψεως”.30

Φαίνεται πως το επιχείρημα επέδρασε επάνω στις απόψεις του Spaak. Στις 29 Απριλίου 1937, ο υπουργός Εξωτερικών εκφράστηκε ως εξής ενώπιον του Κοινοβουλίου: “Η κοινή δήλωση των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας θέτει τέλος στην εποχή των στρατιωτικών συμφώνων. Ορισμένοι εξ ημών, κατήγγειλαν υποτέλεια έναντι μιας μεγάλης γείτονος χώρας μέσω της παραπάνω διαδικασίας. Άλλοι πάλι, θεωρούσαν τις επαφές αυτές ως πυλώνα της εθνικής μας άμυνας. Αμφότερες οι απόψεις είναι εξίσου λανθασμένες και ανεδαφικές”.31 Ο στόχος ήταν διπλός. Αφενός, να ηρεμήσουν Φλαμανδοί και σοσιαλιστές, τους οποίους στοίχειωνε η προοπτική και μόνο των στρατιωτικών συμφώνων με την Γαλλία. Αφετέρου, να καθησυχαστούν όσοι υποστήριζαν με θέρμη ότι δίχως τα τελευταία, η άμυνα της χώρας ήταν ευάλωτη.

Δεν απέμενε παρά να βρεθεί ένας συμβιβασμός με την Γερμανία, ούτως ώστε να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατό, από την ισορροπία που είχε προκύψει από τη Συνθήκη του Λοκάρνο. Η βολιδοσκόπηση πραγματοποιήθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του Βερολίνου. Στις 30 Ιανουαρίου 1937, ο Hitler δήλωσε έτοιμος να αναγνωρίσει και να εγγυηθεί ως ουδέτερα κράτη το Βέλγιο και την Ολλανδία.32 Όπως ήταν επόμενο, η δήλωση δεν άφησε ασυγκίνητες τις Βρυξέλλες. Με τη διαφορά του ότι δεν έπρεπε η ουδετερότητα αυτή να προσλάβει μόνιμη και υποχρεωτική μορφή. Κάτι παρόμοιο θα ξανάφερνε τη χώρα στο πριν του 1914 νομικό καθεστώς. Τότε την είχε δέσει χειροπόδαρα. Το διακύβευμα, τώρα, συνίστατο στο να είναι σε θέση να κάνει τις επιλογές της ελεύθερα, κυρίαρχα, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και πάντοτε σε συνάρτηση με την τροπή των πραγμάτων.33 Παρά ταύτα, η κυβέρνηση δεν έσπευσε να δώσει αμέσως συνέχεια στα ανοίγματα του Βερολίνου. Θα ήταν άκομψο να επιτευχθεί μια συμφωνία με το τελευταίο, δίχως προηγουμένως να έχει συμβεί κάτι ανάλογο με το Λονδίνο και το Παρίσι.

H πρωτοβουλία του Hitler οδήγησε και σε μια θετική εξέλιξη. Έθεσε τέλος στην ατέρμονη μεμψιμοιρία του Quai d’ Orsay. Από την αρχή, οι διμερείς επαφές ανάμεσα στο Βέλγιο και την Γερμανία κινήθηκαν στο πνεύμα της κοινής γαλλο-βρετανικής δήλωσης της 23ης Απριλίου 1937. Στις 13 Οκτωβρίου, το Βερολίνο αποδέχθηκε με τη σειρά του την θέση του Βελγίου, εκδηλώνοντας πρόθεση να τη σεβαστεί. Ταυτόχρονα δεσμεύθηκε να προσφέρει την υποστήριξή του, σε περίπτωση που το τελευταίο υφίστατο επίθεση ή εισβολή. Η δήλωση του Βερολίνου συμπεριλάμβανε ένα πρωτότυπο στοιχείο. Η Γερμανία δεσμευόταν να σεβαστεί το απαραβίαστο και την εδαφική ακεραιότητα του Βελγίου πλην μιας περίπτωσης: εάν το τελευταίο προέβαινε σε εχθρική ενέργεια σε βάρος της, μέσα στο πλαίσιο ενός πολέμου, στον οποίον η ίδια θα είχε εμπλακεί.34

O Adolf Hitler στο συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, Νυρεμβέργη, 1937.

Σε τελική ανάλυση, η τριπλή εγγύηση (βρετανική, γαλλική, γερμανική) προίκισε το Βέλγιο με ένα νέο καθεστώς στο διεθνές στερέωμα. Εγκαθίδρυσε μια ανεξάρτητη πολιτική, που έμεινε γνωστή ως “πολιτική των λυμένων χεριών”. Επέτρεψε μια αυτονομία κινήσεων διαφορετική από τις αγκυλώσεις μιας υποχρεωτικής και μόνιμης ουδετερότητας ή ακόμα μιας προσχώρησης σε κάποιον συμμαχικό συνασπισμό. Η χώρα δεσμεύτηκε να προστατέψει τον εαυτό της με αποκλειστικά δικά της μέσα, όποτε το έκρινε σκόπιμο και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Οι εγγυήτριες χώρες δεν διατηρούσαν κανένα απολύτως δικαίωμα επί του βασιλείου. Η κυριαρχία του τελευταίου ήταν πλήρης. Υπεράσπιση του εθνικού εδάφους δεν σήμαινε αγώνα εντός των συνόρων. Οι τροπή μιας εκστρατείας μπορούσε, κάλλιστα, κατά περίπτωση, να οδηγήσει σε στρατιωτική αναδίπλωση εντός των ορίων ενός φιλικού κράτους ή, ακόμα, σε μεταφορά των επιχειρήσεων μέσα στο επικράτεια του αντιπάλου. Ανάλογα, πάντοτε, με τα όσα υπαγόρευε το εθνικό συμφέρον. Η ανεξάρτητη πολιτική ήταν ένα έντιμο συμβόλαιο με τον λαό. Η εξουσία αναλάμβανε να προστατέψει τα συμφέροντά του. Ως αντιστάθμισμα ζητούσε από τον τελευταίο να της παράσχει τα απαραίτητα μέσα.

Η διετία της πρωθυπουργίας του Paul van Zeeland είναι ασυναγώνιστη μέσα σε ολόκληρο τον μεσοπόλεμο. Σε αυτό το διάστημα επιτεύχθηκε μια τριπλή αναβάθμιση της χώρας: οικονομική, στρατιωτική, διπλωματική. Τα πάντα πραγματοποιήθηκαν σε ένα κλίμα ιεραποστολικής προσήλωσης στους θεσμούς. Περιτριγυρισμένοι από ένα βεβαρυμένο και διάτρητο από κινδύνους πλαίσιο, ο βασιλέας και οι υπουργοί του επέλεξαν και εξασφάλισαν για τον τόπο την μόνη πολιτική, η οποία προσφερόταν υπό τις συνθήκες της στιγμής εκείνης. Μια πολιτική που διέθετε ισχυρό κοινοβουλευτικό υπόβαθρο. Μια πολιτική, η οποία, πέραν από την εθνική συσπείρωση, εναρμόνισε την άσκηση της διπλωματίας με τις επιταγές της άμυνας. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η “πολιτική των λυμένων χεριών” διαθέτει αποτρεπτικές προεκτάσεις. Μόνο που στο σταυροδρόμι με την Ιστορία, το Βέλγιο δεν υπήρξε ποτέ μόνο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα πολλά να διαφεύγουν τελικά από τον έλεγχό του.

 

Paul van Zeeland (1893 – 1973).

 

 

Ο Jean Vanwelkenhuyzen (Βρυξέλλες, 1927-2008) υπήρξε από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Ιστορικών Μελετών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολεμου (Centre de Recherches et d’ Études Historiques de la Deuxième Guerre mondiale) επί μια εικοσαετία (1969-1989), γενικός γραμματέας (1975-1985) και κατόπιν πρόεδρος (1985-1987) της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τέλος, υπήρξε μέλος της επιτροπής Waldheim, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να αξιολογήσει τη δραστηριότητα, κατά τα έτη 1939-1945, του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και μετέπειτα Προέδρου της Αυστρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Jean Vanwelkenhuyzen: Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Α΄: Έργα και ημέρες της πρώτης κυβέρνησης van Zeeland ( Μάρτιος 1935 – Ιούνιος 1936)

Jean Vanwelkenhuyzen

Η στροφή του Βελγίου προς την ένοπλη ουδετερότητα Μέρος Α΄: Έργα και ημέρες της πρώτης κυβέρνησης van Zeeland 

(Μάρτιος 1935 – Ιούνιος 1936)

 

Η κυβέρνηση Paul van Zeeland ανέλαβε καθήκοντα στις 25 Μαρτίου 1935. Ήταν τρικομματική και συγκροτήθηκε για συγκεκριμένο σκοπό.1 Είχε προηγηθεί σειρά ολόκληρη από κυβερνήσεις καθολικών και φιλελευθέρων, η αντιπληθωριστική πολιτική των οποίων ουδόλως κατάφερε να θέσει υπό έλεγχο την οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα. Η νέα κυβέρνηση, προκειμένου να καταφέρει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, αναγκάστηκε να συμπεριλάβει στους κόλπους της και τους σοσιαλιστές (κρίθηκε απαραίτητη η σύμπραξή τους ενόψει κρίσιμων αποφάσεων), εξ ου και το τριμερές σχήμα της. Στο πλαίσιο των προγραμματικών του δηλώσεων τέσσερις ημέρες αργότερα, ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε ότι αποστολή της κυβέρνησης, την οποία χαρακτήρισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ήταν η οικονομική αναβάπτιση της χώρας. Προκειμένου δε να εστιάσει στον αντικειμενικό του στόχο, ήταν διατεθειμένος να αναστείλει προσωρινά την επίλυση κάθε άλλου είδους προβλήματος, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών και στρατιωτικών εκκρεμοτήτων καθώς και του ιδιαίτερα κρίσιμου γλωσσικού ζητήματος. Σε ό,τι αφορούσε την εξωτερική πολιτική, ο van Zeeland διαβεβαίωσε πως θα διασφάλιζε τη συνέχεια.2 Με άλλα λόγια, μια νέα στροφή στην οικονομία, δίχως να διαταραχθούν τα λιμνάζοντα νερά στους υπόλοιπους τομείς.

Στην ψηφοφορία που ακολούθησε, η κυβέρνηση απέσπασε μια άνετη πλειοψηφία 41 ψήφων.3 Οι σοσιαλιστές την στήριξαν εν σώματι. Από τους διχασμένους καθολικούς, οι χριστιανοδημοκράτες ψήφισαν θετικά, όχι όμως η συντηρητική δεξιά. Στους κόλπους των φιλελευθέρων υπερείχε ο αριθμός των αρνητικών ψήφων. Η ώθηση στον οικονομικό τομέα γέννησε ελπίδες. Ενδεχομένως η κυβέρνηση θα ήταν σε θέση να την επεκτείνει παραπέρα.4 Θα το είχε, ίσως, καταφέρει εάν δεν μεσολαβούσαν οι διεθνείς εξελίξεις. Ένας κακός άνεμος φυσούσε από ανατολάς. Με την πάροδο του χρόνου γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να τον υποτιμήσει κανείς.

Paul van Zeeland (1893 – 1973).

Πρώιμα σημάδια είχαν εκδηλωθεί στην Ευρώπη προτού η νέα κυβέρνηση αναλάβει καθήκοντα. Κινητήριος μοχλός υπήρξε η άνοδος του Hitler στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου 1933. Εννέα μήνες αργότερα, στις 14 Οκτωβρίου, η Γερμανία αποχώρησε ταυτόχρονα από τη Διάσκεψη Αφοπλισμού και από την Κοινωνία των Εθνών. Έκτοτε, η αναβάθμιση της στρατιωτικής της ισχύος ακολούθησε ρυθμούς που ανάγκασαν πολλά κράτη να λειτουργήσουν προληπτικά.5 Στις 24 Σεπτεμβρίου 1934, η Πολωνία εισήγαγε το μέτρο της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Στις 6 Δεκεμβρίου, η Ελβετία παρέτεινε τη χρονική διάρκεια της τελευταίας. Την 1η Ιανουαρίου 1935, η Τσεχοσλοβακία την ανέβασε στους 24 μήνες. Την ίδια ημέρα, η ΕΣΣΔ ανακοίνωσε πως ο αριθμός των ανδρών υπό τα όπλα εν καιρώ ειρήνης ανερχόταν στους 940.000 έναντι των 600.000 του πρόσφατου παρελθόντος.6 Η Μεγ. Βρετανία άρχισε με τη σειρά της να κινητοποιείται. Η έμφαση δόθηκε στον τομέα της αεροπορίας και του ναυτικού. Ο στρατός ξηράς εξακολουθούσε να φαντάζει ως φτωχός συγγενής έναντι των υπολοίπων δυο όπλων.7 Η έγνοια της ασφάλειας απασχόλησε, όπως ήταν επόμενο, και τη Γαλλία. Στις 15 Μαρτίου 1934 αύξησε τη διάρκεια της θητείας στους 24 μήνες. Στην περίπτωση επρόκειτο περισσότερο για ένα μέτρο, το οποίο αποσκοπούσε στην κάλυψη του δημογραφικού κενού που είχε προκληθεί από τις απώλειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.8 Παρά ταύτα, ο Hitler δεν άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Την επομένη κιόλας ανακοίνωσε τον επανεξοπλισμό του Γ΄ Ράιχ. Η στρατολογία επανήλθε, η δε Reichswehr μετονομάστηκε σε Wehrmacht. Ένας πραγματικός εθνικός στρατός διαδέχθηκε έναν αμιγώς επαγγελματικό.

Στις δυτικές δημοκρατίες η ιδέα και μόνο ενός νέου πολέμου ηχούσε αποκρουστικά σε επίπεδο κοινής γνώμης, με νωπές ακόμη τις μνήμες από την εκατόμβη των ετών 1914-1918. Το ίδιο και εκείνη της πολεμικής προπαρασκευής. Επρόκειτο για ένα δεδομένο, το οποίο οι κυβερνήσεις, προέκταση και αντανάκλαση της κοινής γνώμης, όφειλαν να υπολογίζουν. Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν δεν ξεπερνούσαν το στάδιο της απλής πρόληψης. Ενισχύοντας την αεροπορία και το ναυτικό, η Μεγ. Βρετανία προσέβλεπε στην προστασία του μητροπολιτικού της εδάφους. Η προοπτική δικής της συμμετοχής στις χερσαίες επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου ήταν για την ώρα ανύπαρκτη. Στη Γαλλία, την ίδια εποχή, κυριαρχούσε το σύνδρομο Maginot, τη στιγμή μάλιστα που ο στρατός ξηράς δεν ήταν παρά η σκιά εκείνου του 1918. Εγκλωβισμένος ανάμεσα στις συμπληγάδες του φιλειρηνισμού, της οικονομικής κρίσης και της δραστικής μείωσης των κονδυλίων είχε μετατραπεί σε στρατό-οφθαλμοπάτη.9 Τη στιγμή που η στρατιωτική ισχύς του εθνικοσοσιαλιστικού Ράιχ αναβαθμιζόταν, εκείνη των δημοκρατικών χωρών ακολουθούσε ακριβώς αντίστροφη φορά.

Έργα κατασκευής της γραμμής Maginot. Πυροβολείο στον τομέα του Gordolon.

Το Βέλγιο δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η ανησυχία ήταν διάχυτη μεταξύ των στρατιωτικών κύκλων. Η περιορισμένη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας δεν επέτρεπε τη συνεχή διαθεσιμότητα εκπαιδευμένων μονάδων. Υπήρχαν στιγμές όπου ακόμα και η άμυνα των συνόρων δεν ήταν δεδομένη. Ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ συμμεριζόταν τις εύλογες ανησυχίες του επιτελείου. Ωστόσο, προείχαν άλλες προτεραιότητες, όπως η ανάκαμψη της οικονομίας. Καθόλου τυχαίο το ότι τα στρατιωτικά ζητήματα απουσίαζαν από το πρόγραμμα της κυβέρνησης van Zeeland. Άλλωστε, εδώ και χρόνια αποτελούσαν το μήλο της έριδος μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Οι χριστιανοδημοκράτες της Φλάνδρας και οι σοσιαλιστές στο σύνολό τους ήταν κάθετα αντίθετοι στον ίδιο τον θεσμό των ενόπλων δυνάμεων. Αμφότεροι εκπροσωπούνταν στους κόλπους της νέας κυβέρνησης, η δε συνεργασία τους κρινόταν απαραίτητη για την προσδοκώμενη ανακίνηση της οικονομίας. Οποιαδήποτε συζήτηση περί στρατιωτικών εκκρεμοτήτων ισοδυναμούσε με πτώση της κυβέρνησης. Όλοι οι υπουργοί αποδέχονταν την κατάσταση για λόγους κυβερνητικής πειθαρχίας. Όλοι πλην ενός. Ο φιλελεύθερος υπουργός Άμυνας Albert Devèze, χρόνια τώρα ήταν βαθύς γνώστης των στρατιωτικών θεμάτων. Η άνωθεν επιβληθείσα σιωπή τον πίεζε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συνάδελφό του. Σε δημόσια δήλωση, στην οποία προέβη στις 19 Μαΐου 1935, αποκάλυψε πως τα σύνορα δεν φυλάσσονταν ως όφειλαν, διαβεβαιώνοντας πως ως αρμόδιος υπουργός δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί κανενός είδους συμβιβασμό σε βάρος της εθνικής άμυνας.10

Όπως ήταν επόμενο, το περιεχόμενο και το ύφος ενόχλησαν τους αντιμιλιταριστικούς κύκλους. Ο Émile Vandervelde, πρόεδρος του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (πρόκειται για το όνομα που είχαν επιλέξει για τον εαυτό τους οι σοσιαλιστές), μετείχε στην κυβέρνηση ως υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Η οργισμένη αντίδρασή του έθετε θέμα κυβερνητικής αλληλεγγύης, ενώ παράλληλα καυτηρίαζε αυτό που χαρακτήριζε ως “ζωή στους στρατώνες”. Ταυτόχρονα πρόσαπτε στον υπουργό Άμυνας ότι επιχειρούσε να μιμηθεί το παράδειγμα της Γαλλίας.11 Το όλο επεισόδιο κινδύνευε να προσλάβει άσχημη τροπή. Τελικά, ο πρωθυπουργός κατάφερε να σβήσει τη φωτιά, να ηρεμήσει τον Vandervelde και να ανακαλέσει τον Devèze στην τάξη.12 Ακόμα και ο βασιλέας χρειάστηκε να παρέμβει καλώντας τον υπουργό Vandervelde να ελέγξει τον παρορμητισμό του.13Το πρόβλημα της ασφάλειας των συνόρων ήταν ιδιαίτερα σοβαρό και απαιτούσε συνεχή παρουσία επιτόπου εκπαιδευμένων μονάδων. Σύμφωνα με το περιβάλλον των ανακτόρων, αποτελούσε υποχρέωση της κυβέρνησης να αναδειχθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Albert Devèze (1881-1959).
Émile Vandervelde (1866-1938).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά συνέπεια, η τελευταία, κινούμενη πλέον εκτός του αρχικού της προγραμματισμού, ενεπλάκη στο στρατιωτικό ζήτημα. Μπορεί μεν το παραστράτημα του αρμοδίου υπουργού να λειτούργησε ως πυροκροτητής, ωστόσο αργά ή γρήγορα η πολιτική εξουσία θα ήταν αναγκασμένη να διαχειριστεί το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Άλλη λύση προκειμένου να είναι συνεχώς διαθέσιμες ετοιμοπόλεμες μονάδες δεν υπήρχε πέρα από την επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας της στρατιωτικής θητείας. Ο τελευταίος λόγος επ’ αυτού αναλογούσε στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Εκείνη ψήφιζε τον προϋπολογισμό, εκείνη προσδιόριζε τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Το ζητούμενο ήταν να καταφέρει να διαμορφωθεί η απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την αποδοχή του σχετικού νομοσχεδίου. Από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κάθε προσπάθεια αναβάθμισης του στρατιωτικού μηχανισμού προσέκρουε συστηματικά σε διπλή αντίδραση. Η φλαμανδική άρνηση διέθετε θρησκευτικό, κοινωνικό και γλωσσικό υπόβαθρο. Στην καθολική και αγροτική Φλάνδρα, η νοοτροπία του στρατοπέδου εθεωρείτο απειλή για την πίστη και την ηθική. Στην παραπάνω αντίληψη έπρεπε να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα τα γαλλικά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα μέσα στο στράτευμα. Αργότερα, με ειδική νομοθεσία αποκαταστάθηκε η γλωσσική ισορροπία, όχι όμως σε επίπεδο στελεχών καθότι κάτι τέτοιο απαιτούσε χρόνο. Συνεπώς, η κατάσταση δεν ευνοούσε την απρόσκοπτη στρατολόγηση στελεχών με καταγωγή από τη Φλάνδρα.14

Σαν να μην αρκούσαν τα παραπάνω, ο στρατιωτικός σχεδιασμός χαρασσόταν από τις Βρυξέλλες, όπου επίσης η γαλλική γλώσσα κατείχε τα σκήπτρα. Αποτέλεσμα ήταν να παγιωθεί η αίσθηση πως η κεντρική εξουσία ήταν συνεχώς υποταγμένη στα κελεύσματα μιας κοσμικής και μιλιταριστικής Γαλλίας. Από τη δική του πλευρά, ο αντιμιλιταρισμός των σοσιαλιστών πήγαζε από αλλού. Ωστόσο, οι συνέπειές του συγχέονταν με εκείνον των Φλαμανδών. Η παρουσία της γειτονικής Γαλλίας προκαλούσε αναταράξεις τόσο στους κύκλους των τελευταίων όσο και στους κύκλους των σοσιαλιστών. Η μοναδική διαφορά συνίστατο στο ότι για τους μεν πρώτους εθεωρείτο ανεύθυνη και άθεη, για τους δε δεύτερους αντιδραστική, φιλόδοξη και πολεμοχαρής. Τέλος, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα καυτηρίαζε τη “νοοτροπία του στρατώνα” μόνο και μόνο επειδή θεωρούσε πως στρατολογούσε τους εργάτες σε έναν μηχανισμό υποτελή στον καπιταλισμό. Εν κατακλείδι, σοσιαλιστές και χριστιανοδημοκράτες συγκροτούσαν εντός του Κοινοβουλίου μια μη αναστρέψιμη πλειοψηφία.

Ο ίδιος ο χαρακτήρας του Devèze δεν συνηγορούσε υπέρ της εξομάλυνσης των συσχετισμών. Η παρουσία του και μόνο προκαλούσε προβλήματα. Επί χρόνια εθεωρείτο αυθεντία στα στρατιωτικά ζητήματα. Ωστόσο, οι μέθοδοι και τα μέσα που υιοθετούσε έθεταν εμπόδια στην ίδια τη δική του διαδρομή. Ο εγωκεντρισμός και η αλαζονεία του προκαλούσαν αντιδράσεις ακόμα και μεταξύ των οπαδών και φίλων του. Μπόρεσε να επιζήσει στους κόλπους των προκατόχων δικομματικών κυβερνητικών σχημάτων χάρη στον εκβιασμό. Τυχόν παραίτησή του θα συμπαρέσυρε την άρση της υποστήριξης των φιλελευθέρων και συνακόλουθα την πτώση της κυβέρνησης. Μόνο έτσι είχε καταφέρει μέχρι στιγμής να επιβάλει τις απόψεις του. Το ίδιο ίσχυε κατ’ αναλογία και στην περίπτωση της τρικομματικής κυβέρνησης van Zeeland.15 Μόνο που τη φορά αυτή, οι συνθήκες έστρεψαν τον χειμαρρώδη υπουργό Άμυνας προς την επιλογή μιας νέας τακτικής. Είχε κάθε λόγο να επιδιώκει την παράταση της στρατιωτικής θητείας. Όμως, είχε απόλυτη συνείδηση του γεγονότος πως μια μετωπική επίθεση δεν επρόκειτο να οδηγήσει πουθενά. Ο τελευταίος λόγος δεν ανήκε σε αυτόν ούτε στους κόλπους της κυβέρνησης, ακόμα λιγότερο δε μέσα στο Κοινοβούλιο. Γι αυτό και προέκρινε μια σειρά προσεκτικών ελιγμών, ικανών να βραχυκυκλώσουν τις αντιστάσεις.

Πρώτη ενέργεια ήταν να απαλλαγεί από την υποθήκη του γαλλο-βελγικού στρατιωτικού συμφώνου του Σεπτεμβρίου 1920. Η ύπαρξη και μόνο του τελευταίου συσπείρωνε σοσιαλιστές και Φλαμανδούς χριστιανοδημοκράτες. Πόσο μάλλον που οι μυστικές διατάξεις του συμφώνου εξήπταν την φαντασία και αποτελούσαν γερό υπόβαθρο προς όφελος της εκστρατείας των αντιμιλιταριστών.16 Καιρό τώρα, το συγκεκριμένο σύμφωνο δεν προσέφερε τίποτα το ουσιαστικό.

Ο βασιλέας Αλβέρτος Α΄ (1875-1934) εξέρχεται από το βελγικό Κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο του 1920.

Είχε κυριολεκτικά απορροφηθεί από το Σύμφωνο του Λοκάρνο του 1925, το οποίο είχε θέσει υπό την κάλυψή του τις γαλλο-βελγικές συνομιλίες σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων. Επιπρόσθετα, η διατύπωση του περιεχομένου άφηνε να διαφανούν κτυπητές απροσεξίες εκ μέρους των Βέλγων υπουργών που το είχαν υπογράψει.17 Το κείμενο προσφερόταν για διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες. Για τους Βέλγους, η ουσία του συμφώνου του 1920 ήταν τεχνικής φύσεως, αφήνοντας στους πολιτικούς την ευχέρεια να το ενεργοποιήσουν ή όχι. Αντίθετα, από γαλλικής πλευράς, επρόκειτο για μια συνθήκη συμμαχίας, η οποία ετίθετο αυτομάτως σε ισχύ. Στα μάτια του Quai d’ Orsay [γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών] το παραπάνω σύμφωνο αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο ενός ολόκληρου συστήματος σχέσεων με κράτη, τα οποία βρίσκονταν στα μετόπισθεν της Γερμανίας. Ο βελγικός διάδρομος ήταν μια προσφερόμενη διαδρομή προκειμένου να προστρέξει κανείς σε παροχή συνδρομής προς την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία. Ως εκ τούτου, το γαλλο- βελγικό σύμφωνο αντιμετωπιζόταν προ πολλού ως αιχμή του δόρατος της γαλλικής διπλωματίας, σκορπίζοντας εύλογη ανησυχία στους κύκλους εκείνους των Βρυξελλών που υποστήριζαν ότι το Βέλγιο είχε μετατραπεί σε υποχείριο της γείτονος χώρας. Όσο για τους γαλλόφωνους Βαλλώνους, το σύμφωνο αποτελούσε εγγύηση έναντι οποιασδήποτε γερμανικής επιβουλής. Υποστήριξη προς αυτό, ισοδυναμούσε με έκφραση αγνού πατριωτισμού. Ταυτόχρονα όμως, όπως είδαμε, ήγειρε αντιδράσεις στους κόλπους των Φλαμανδών και των σοσιαλιστών. Είχε κινητοποιήσει τους πάντες προς την κατεύθυνση της εκθείασης ή της καταδίκης, ανάλογα με το που ανήκε ο καθένας. Οι οπαδοί του ήταν ταυτόχρονα εκείνοι που υποστήριζαν την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων. Το αντίστροφο ακριβώς συνέβαινε με τους επικριτές του.

Émile Riedinger, στρατιωτικός ακόλουθος της Γαλλίας στο Βέλγιο.

Σύμφωνα με την άποψη του Devèze, μοναδικός τρόπος να απεμπλακεί η όλη κατάσταση από το τέλμα, στο οποίο είχε περιέλθει, ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Γαλλία. Ο Βέλγος υπουργός Άμυνας πίστευε ότι και από την άλλη πλευρά των συνόρων πρυτάνευε ανάλογη διάθεση να διαλυθούν οι ασάφειες που, χρόνια τώρα, δηλητηρίαζαν τις διμερείς σχέσεις. Στις 6 Ιανουαρίου 1936 εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις του στον στρατιωτικό ακόλουθο της Γαλλίας στη βελγική πρωτεύουσα, στρατηγό Émile Riedinger. Οι προνομιακές σχέσεις μεταξύ των δυο ανδρών ήταν γνωστές σε όλους. Οι αντίπαλοι του Devèze υποστήριζαν πως ο υπουργός λάμβανε απευθείας οδηγίες από το Παρίσι μέσω του στρατηγού. Γεγονός πάντως ήταν πως ο πρώτος ζήτησε από τον δεύτερο να μεσολαβήσει στο γαλλικό υπουργείο Άμυνας για μια επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου.18 Ο Riedinger επέστρεψε στις Βρυξέλλες με άδεια χέρια. Για τους Γάλλους, το σύμφωνο του 1920 έφερε εμβληματική αξία και δεν ήταν διατεθειμένοι να το επαναδιαπραγματευθούν. Κατόπιν τούτου, ο Devèze στράφηκε προς τον πρωθυπουργό. Καθώς το βελγικό στρατιωτικό πρόβλημα παρέμενε σε εκκρεμότητα, έπρεπε να βρεθεί λύση το ταχύτερο. Ο υπουργός Άμυνας επιχείρησε να εμπλέξει στην όλη υπόθεση το υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας από τον Van Zeeland να το αναλάβει προσωπικά, ταυτόχρονα με τα καθήκοντα του πρωθυπουργού. Την ίδια στιγμή παραποίησε την υπόθεση, αφήνοντας να εννοηθεί πως η αρχική ιδέα της επαναδιαπραγμάτευσης ανήκε στον Riedinger. Με τον τρόπο αυτό θέλησε να αποποιηθεί τις δικές του ευθύνες.19 Το θέμα, πάντως, ήταν πως κατάφερε να πείσει τελικά τον πρωθυπουργό. Ο τελευταίος ανέθεσε στον γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Παρίσι.20 Ο Fernand Vanlangenhove εθεωρείτο αυθεντία στον τομέα των διεθνών σχέσεων. Πόσο μάλλον που κατείχε στην εντέλεια το επίμαχο ζήτημα. Είχε ήδη αναμετρηθεί με το Quai d’ Orsay με αφορμή το τελευταίο, πέντε χρόνια νωρίτερα. Γνώριζε καλά το νομικό, θεωρητικό και ολύμπιο πνεύμα που κυριαρχούσε στη γαλλική πρωτεύουσα. Τέλος, είχε πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι θα προσέκρουε πάνω στους “μαρμάρινους πυλώνες” του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.21

Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1935 ενεργοποιήθηκε και η διαδικασία σε επίπεδο Κοινοβουλίου. Ευθύς εξαρχής προσέλαβε συγκρουσιακή μορφή. Οι πολέμιοι της επιμήκυνσης της στρατιωτικής θητείας αναλώθηκαν σε μια τακτική κωλυσιεργίας. Μια τριμελής επιτροπή συγκροτήθηκε προκειμένου να σκιαγραφήσει τους κύριους άξονες των συζητήσεων. Ο φιλελεύθερος γαλλόφωνος Devèze συναλλασσόταν με τους φλαμανδόφωνους Auguste De Schryver (χριστιανοδημοκράτης) και Henri de Man (σοσιαλιστής).22 Τέσσερις ημέρες αργότερα, συγκροτήθηκε μια υπουργική Επιτροπή Εθνικής Ασφάλειας. Πέραν του πρωθυπουργού, συμμετείχαν οι αρχηγοί των τριών κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού: ο σοσιαλιστής Vandervelde, ο φιλελεύθερος Paul Hymans και ο χριστιανοδημοκράτης Philippe van Isacker.23 Τότε ακριβώς ξεκίνησε η χρονοτριβή σε όλο της το μεγαλείο.24

Λεοπόλδος Γ΄ (1901 – 1983).

Η ανησυχία που ένοιωθε ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ ήταν εύλογη. Βαριά σύννεφα συσσωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα. Από τη μια πλευρά, η Γερμανία είχε επιδοθεί σε μια διαδικασία ξέφρενου επανεξοπλισμού. Στο απέναντι στρατόπεδο, δεν είχε απομείνει πλέον τίποτα από το λεγόμενο “μέτωπο της Στρέζας”. Στις 3 Οκτωβρίου 1935 ο Mussolini εισέβαλε στην Αιθιοπία, αναγκάζοντας την Κοινωνία των Εθνών να επιβάλλει κυρώσεις σε βάρος της Ιταλίας. Το Παρίσι και το Λονδίνο δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τις υιοθετήσουν με τη σειρά τους εξαιτίας της πίεσης, την οποία ασκούσε η κοινή γνώμη στις δυο χώρες. Ωστόσο, αμφότερες κατέβαλαν προσπάθεια να περιορίσουν το εύρος των κυρώσεων προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος προσέγγισης της Ρώμης με το Βερολίνο. Ο Λεοπόλδος Γ΄ ατένιζε τον παραπάνω κίνδυνο με δέος. Στρατιωτικής παιδείας ο ίδιος, υπολόγιζε στην αλληλεγγύη των Ευρωπαίων εστεμμένων. Έχοντας αυτό κατά νου, ήρθε σε επαφή με τον Γεώργιο Ε΄ της Αγγλίας και τον Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ της Ιταλίας με στόχο να αποκατασταθούν οι δεσμοί ανάμεσα στα τρία κράτη.25 Ο Βέλγος μονάρχης ούτε καν υποψιαζόταν πως την ίδια ακριβώς στιγμή ο στρατηγός Maurice Gamelin, αρχηγός του γαλλικού επιτελείου, ενημέρωνε τους ανωτέρους του ότι η Γαλλία δεν ήταν σε θέση να εφοδιάσει το Βέλγιο με τα απαραίτητα μέσα που θα εγγυώνταν την εδαφική του ακεραιότητα και την εθνική του ανεξαρτησία.26

Στις 27 Φεβρουαρίου 1936, το νομοσχέδιο για την επιμήκυνση της στρατιωτικής θητείας καταψηφίστηκε στη Βουλή με 94 ψήφους κατά, 62 υπέρ και 16 αποχές.27 Υπέρ τάχθηκαν οι φιλελεύθεροι και οι χριστιανοδημοκράτες της Βαλλωνίας και των Βρυξελλών. Παρά ταύτα, μια ηλιαχτίδα ελπίδας διαγράφηκε στον ορίζοντα. Οι διαπραγματεύσεις με το Παρίσι είχαν προσλάβει αισιόδοξη τροπή. Δυο εβδομάδες πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία, ο Paul van Zeeland είχε επισκεφτεί την γαλλική πρωτεύουσα. Είχε εξηγήσει ξεκάθαρα στον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών, Pierre-Étienne Flandin, ότι εάν το σύμφωνο του 1920 παρέμενε σε ισχύ, τότε δεν υπήρχε ελπίδα να περάσει από τη Βουλή το νομοσχέδιο για την επιμήκυνση της θητείας. Θεωρούσε απαράδεκτο να εγκυμονεί κίνδυνος τέτοιου μεγέθους μόνο και μόνο προκειμένου να διατηρηθεί ένα σύμφωνο άνευ ουσίας. Τα πάντα κρίθηκαν μέσα στο διήμερο 26 και 27 Φεβρουαρίου. Την καταψήφιση του νομοσχεδίου διαδέχθηκε ένας λόγος, τον οποίο ο πρωθυπουργός εκφώνησε ενώπιον του Κοινοβουλίου στις 11 Μαρτίου. “Το γαλλο-βελγικό Σύμφωνο του 1920, μαζί με όλες τις παρωχημένες διατάξεις που περιέχει αλλά και το μυστήριο που το περιβάλλει, δεν ισχύει πλέον”, δήλωσε. “Με πνεύμα κρυστάλλινης διαύγειας, Βέλγοι και Γάλλοι συνεχίζουν τις μεταξύ τους επαφές σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων με στόχο την υλοποίηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων, τις οποίες υπαγορεύει το Σύμφωνο του Λοκάρνο”.28

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα έλαβε χώρα ένα προαναγγελθέν προ καιρού από τον Hitler γεγονός. Τα ξημερώματα της 7ης Μαρτίου τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν εντός της Ρηνανίας, παραβιάζοντας τις διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Την επομένη, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Albert Sarraut, δήλωσε πως η χώρα του δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει το Στρασβούργο απροστάτευτο κάτω από την απειλή του γερμανικού πυροβολικού. Πέραν όμως από στομφώδεις δηλώσεις του είδους αυτού, η κυβέρνηση του Παρισιού παρέμεινε αδρανής. Η στρατιωτική ηγεσία είχε προκαθορίσει πως μόνη της, η Γαλλία δεν ήταν σε θέση να πράξει οτιδήποτε.29 Η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, δεν έδειχνε την παραμικρή πρόθεση να εμπλακεί σε πολεμικές περιπέτειες στη Γηραιά Ήπειρο.30 Η Ιταλία, ευρισκόμενη μέσα στη δίνη της αιθιοπικής κρίσης, απειλούμενη με επιβολή εμπάργκο πετρελαίου, παρέμενε στη γωνιά της απομονωμένη και κατσουφιασμένη.31 Δεν απέμενε παρά μόνο το Βέλγιο. Όπως ήταν επόμενο, τις ημέρες εκείνες η διπλωματία κατέλαβε το προσκήνιο. Από γαλλικής πλευράς, ο Flandin εμφανιζόταν ως υπέρμαχος μιας δυναμικής αντίδρασης. Ο Anthony Eden προέτασσε την οδό των διαπραγματεύσεων. Ο van Zeeland αναλώθηκε σε δηλώσεις συμβιβασμού. Οι Ιταλοί, τέλος, παρακολουθούσαν εξ αποστάσεως τις εξελίξεις.32 Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Flandin αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την αδυναμία της Γαλλίας να παρέμβει. Εν ολίγοις, ο χρόνος κυλούσε και η πρωτοβουλία του Hitler εξακολουθούσε να παραμένει ατιμώρητη. Το περίφημο μέτωπο της Στρέζας είχε διαλυθεί και θαφτεί βαθιά μέσα στη γη. Για το Βέλγιο, η νέα πραγματικότητα ήταν ξεκάθαρη: τα γερμανικά στρατεύματα στρατοπέδευαν πλέον στα σύνορά του.

7 Μαρτίου 1936. Είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στη Ρηνανία.

Τον Μάιο πραγματοποιήθηκαν γενικές εκλογές. Οι πρόσφατες εξελίξεις απεικονίζονταν στο αποτέλεσμα. Ένα νέο κόμμα ακροδεξιών-φασιστικών τάσεων με επικεφαλής τον Léon Degrelle απέσπασε με την πρώτη 21 έδρες σε σύνολο 202. Οι χριστιανοδημοκράτες απώλεσαν 16. Οι Φλαμανδοί εθνικιστές (Vlaamsch Nationaal Verbond) διπλασίασαν την παρουσία τους (από 8 έδρες ανέβηκαν στις 16). Οι κομμουνιστές τριπλασίασαν τη δύναμή τους (9 έναντι 3). Για πρώτη φορά στην κοινοβουλευτική ιστορία του τόπου, 46 βουλευτές αμφισβητούσαν απροκάλυπτα το καθεστώς. Ο διχασμός βρισκόταν προ των πυλών.33 Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως προειδοποίηση προς την κυβέρνηση. Η δυσαρέσκεια του ενός στους πέντε Βέλγους εκλογείς πήγαζε από την κοινωνική και γλωσσική διαστρωμάτωση της βάσης. Ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα της κοινωνίας είχε πάψει να πιστεύει στους ισχύοντες θεσμούς.

 

Belgian Election Duel (Πηγή: British Movietone)

 

Η κυβέρνηση, ως όφειλε, υπέβαλε αμέσως την παραίτησή της. Καθώς, σύμφωνα με το εκλογικό αποτέλεσμα, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα είχε έρθει πρώτο σε αριθμό ψήφων, η εντολή σχηματισμού της νέας κυβέρνησης ανατέθηκε στον Émile Vandervelde. Οι προσπάθειες του τελευταίου απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα η εντολή να δωθεί εκ νέου στον Paul van Zeeland. Το κυβερνητικό σχήμα, το οποίο ορκίστηκε στις 13 Ιουνίου 1936, αντανακλούσε τους νέους πολιτικούς συσχετισμούς. Δυο κομβικά χαρτοφυλάκια, Οικονομικών και Εξωτερικών, ανατέθηκαν αντίστοιχα στους ανερχόμενους αστέρες του Εργατικού Κόμματος, Henri de Man και Paul-Henri Spaak.34 Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας πέρασε στα χέρια ενός ειδικού. Επρόκειτο για τον στρατηγό Henri Denis, φιλελεύθερων τάσεων. Ο επί τετραετία αδιαφιλονίκητος χειριστής της αμυντικής πολιτικής της χώρας, Albert Devèze, δεν μετείχε στη νέα κυβέρνηση. Είχε πλέον περιέλθει σε δεινή θέση. Ωστόσο, η απουσία του απάλλαξε, επιτέλους, τον πρωθυπουργό από μια μόνιμη εστία προστριβών με τους σοσιαλιστές και με τους Φλαμανδούς.35

[Συνεχίζεται]

Ο Jean Vanwelkenhuyzen (Βρυξέλλες, 1927-2008) υπήρξε από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Ιστορικών Μελετών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολεμου (Centre de Recherches et d’ Études Historiques de la Deuxième Guerre mondiale) επί μια εικοσαετία (1969-1989), γενικός γραμματέας (1975-1985) και κατόπιν πρόεδρος (1985-1987) της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τέλος, υπήρξε μέλος της επιτροπής Waldheim, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να αξιολογήσει τη δραστηριότητα, κατά τα έτη 1939-1945, του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και μετέπειτα Προέδρου της Αυστρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου: Η τουρκοφωνία των Ρωμιών-Ελλήνων της κεντρικής Μικράς Ασίας και ειδικότερα της Καππαδοκίας

Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου

 Η τουρκοφωνία των Ρωμιών-Ελλήνων της κεντρικής Μικράς Ασίας και ειδικότερα της Καππαδοκίας

 

Είναι γνωστό ότι στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ιδίως στην περιοχή της Καππαδοκίας, καθώς και στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, που κατά καιρούς κάλυπτε το κράτος των Σελτζούκων της Ρωμανίας (Ρουμ Σελτζούκ), και στη συνέχεια το Εμιράτο της Καραμανίας (δηλαδή στην Κεντρική Μικρά Ασία), υπήρχαν πληθυσμοί, οι οποίοι διατήρησαν τη συνείδηση της ρωμιοσύνης, ανεξάρτητα από τη γλώσσα ή το προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ζωή, κατά τα 800 περίπου χρόνια τουρκικής επικυριαρχίας στην περιοχή. Πρόκειται για ένα πολιτισμικό επίτευγμα διατήρησης της συλλογικής ταυτότητας είτε οι πληθυσμοί αυτοί μιλούσαν κάποιο από τα ελληνικά ιδιώματα της καππαδοκικής διαλέκτου είτε είχαν μερικώς ή πλήρως τουρκοφωνήσει.¹

Μερικοί από αυτούς τους ρωμέϊκους-ελληνικούς πληθυσμούς, σε περίπου 27 χωριά, διατήρησαν κάποιο από τα προφορικά ελληνικά ιδιώματα της καππαδοκικής διαλέκτου, ενώ οι περισσότεροι αριθμητικά τουρκοφώνησαν. Όπως άλλωστε τουρκοφώνησαν και οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι της ίδιας περιοχής, διατηρώντας, όμως, τη συνείδηση της ταυτοτικής συλλογικής τους διαφοροποίησης.

 

Η Καραμανία και η τουρκοφωνία

Η Καραμανία

Το Εμιράτο της Καραμανίας ήταν ένα κράτος ισχυρό, αντίπαλο και ανταγωνιστικό προς το κράτος των Οθωμανών. Η Καραμανία καταλήφθηκε από τον Μεχμέτ ΙΙ τον Πορθητή (κακώς αναφέρεται συχνά ως Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής) και τους Οθωμανούς, χρονολογικά μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς της Αυτοκρατορίας του Πόντου των Κομνηνών. Επίσης, κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα υπήρξαν (για ποικίλους οικονομικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς και άλλους λόγους, που δεν έχουν ίσως αναλυθεί επαρκώς, και συζητούνται και διερευνώνται μέχρι σήμερα) κάποιες εξεγέρσεις (που έμειναν στην ιστορία γνωστές ως εξεγέρσεις των Τζελαλήδων) κατά της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας, στην περιοχή αυτή και στην Ανατολία γενικότερα.

Το Εμιράτο της Καραμανίας το 1450.

Από το όνομα του Εμιράτου της Καραμανίας προέρχεται και η λέξη «Καραμανλής». Ο όρος «Καραμανλής» και «Καραμανλήδες» σημαίνει τους κατοίκους και υπηκόους του ισχυρού εμιράτου της Καραμανίας, που προέκυψε από τη διάλυση του κράτους των Σελτζούκων της Ρωμανίας (Ρουμ Σελτζούκ), που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Δηλαδή η λέξη «Καραμανλής» δηλώνει την καταγωγή από την Καραμανία, όπως το Σταμπουλής σημαίνει καταγωγή από την Ισταμπούλ (Κωνσταντινούπολη), το Βελεστινλής από το Βελεστίνο, το Τεπελενλής από το Τεπελένι κ.λπ.. Επομένως οι λέξεις «Καραμανλής» και «Καραμανλήδες», ενώ αρχικά προσδιόριζαν τα μέλη μιας ηγετικής οικογένειας και φυλετικής ομάδας, που δημιούργησε το Εμιράτο της Καραμανίας, κατέληξαν, με το πέρασμα του χρόνου, να χρησιμοποιούνται, κυρίως για να προσδιορίζουν τους κατοίκους της αντίστοιχης περιοχής της Κεντρικής Μικράς Ασίας, ακόμη και όταν αυτοί οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής δεν αυτοπροσδιορίζονταν πάντοτε ως Καραμανλήδες, αλλά, αναφερόμενοι στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, αυτοπροσδιορίζονταν ως Κάϊσερληδες (από την Καισάρεια), Κόνιαληδες (από το Ικόνιο), Φαρασιώτες (από τα Φάρασα), Σπάρταληδες    (από την Σπάρτη), Προύσαληδες (από την Προύσα),κ.λπ.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχαν υιοθετήσει εξευρωπαϊσμένους τρόπους, οι Καραμανλήδες θεωρούνταν ως Ανατολίτες χωρικοί, που δεν διακρίνονταν για τους εξευρωπαϊσμένους αστικούς τρόπους συμπεριφοράς των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, έγινε από όλους αντιληπτό ότι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, αυτοί οι Ανατολίτες χωρικοί, οι Καραμανλήδες, ήταν άνθρωποι ιδιαίτερα ευφυείς και ικανοί στις συναλλαγές τους, δεινοί διαπραγματευτές και προικισμένοι έμποροι (αποτελεσματικοί και ταυτόχρονα μπεσαλήδες), με σωστές κοινωνικά αρχές, εδραιωμένες πεποιθήσεις και ακλόνητες αξίες, όσον αφορά ιδίως την οικογένεια, τη θρησκευτική πίστη, καθώς και την αξιοπιστία και την τιμή του ονόματός τους μέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο.

 

Η τουρκοφωνία στην Καππαδοκία

Όσον αφορά ειδικότερα την τουρκοφωνία στην Καππαδοκία, αυτή προέκυψε κυρίως από δύο ιστορικά γεγονότα: Τη μάχη του Ματζικέρτ (1071) και την απαγόρευση του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (1277) να μιλιέται στη δημόσια διοίκηση και στους δημόσιους χώρους άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική.

 

α) Μετά τη μάχη του Ματζικέρτ

Η μάχη του Ματζικέρτ (1071 μ.X.) μεταξύ του Βυζαντινού στρατού και του στρατού των Σελτζούκων υπό τον Αλπ Αρσλάν, έληξε με την αναπάντεχη ήττα του βυζαντινού στρατού, που προκλήθηκε κυρίως από την προδοσία κατά του Αυτοκράτορα, που οργάνωσε η οικογένεια των Δουκαίων και το κωνσταντινουπολίτικο κατεστημένο, με σκοπό να μη επιτρέψουν την εδραίωση στην αυτοκρατορική εξουσία του επαρχιώτη Καππαδόκη στρατηγού-Αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη.

Ο Αυτοκράτορας πιάστηκε αιχμάλωτος και περίμενε από τους νικητές να τον τυφλώσουν. Ο Σελτζούκος ηγέτης Αλπ Αρσλάν αρχικά δεν πίστευε ότι αιχμαλωτίστηκε ο Αυτοκράτορας. Χρειάστηκαν μερικές ημέρες για να πιστέψει ο Αλπ Αρσλάν τις διαβεβαιώσεις αξιόπιστων μαρτύρων ότι ο συγκεκριμένος αιχμάλωτος είναι ο Αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης. Κι ενώ ο ηττημένος και αιχμάλωτος Αυτοκράτορας περίμενε την τύφλωσή του, ο Αλπ Αρσλάν του ζήτησε να συνεχίσει να κυβερνά. Στην πραγματικότητα, ο Αλπ Αρσλάν δεν ενδιαφερόταν για τη Μικρά Ασία. Ήθελε να γίνει Μέγας Σελτζούκος της Βαγδάτης και κατευθύνθηκε προς τη Βαγδάτη. Στον πηγαιμό, όμως, για τη Βαγδάτη, δολοφονήθηκε από έναν Τουρκομάνο φύλαρχο.

Έτσι, ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης συνέχισε να κυβερνά με έδρα κυρίως την Καισάρεια. Το κωνσταντινουπολίτικο κατεστημένο ανησύχησε. Έστειλε στρατό, συνέλαβε τον Αυτοκράτορα και αφού τον τύφλωσε (στις 29 Ιουνίου 1072) βγάζοντας τους βολβούς των οφθαλμών του με μυτερό μεταλλικό εργαλείο, τον φυλάκισε στη νήσο Πρώτη της Προποντίδας, όπου, μετά πέντε περίπου εβδομάδες, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης πέθανε στις 4 Αυγούστου 1072, μέσα σε φρικτούς πόνους, διότι οι ανοικτές πληγές των βγαλμένων πια οφθαλμών του είχαν μολυνθεί, και σκουλήκια έτρωγαν αργά και μαρτυρικά τον εγκέφαλό του.

Η μάχη του Ματζικέρτ σε γαλλική μικρογραφία του 15ου αι. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μαχητές φέρουν δυτικές πανοπλίες.
Ο Αλπ Αρσλάν ταπεινώνει τον Αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄Διογένη. Εικονογράφηση έκδοσης του 150υ αι. στα γαλλικά του έργου του Βοκκάκιου De Casibus Virorum Illustrium.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έτσι, μετά τη δολοφονία των δύο ηγετών (του Ρωμανού Δ΄ Διογένη αφ’ ενός και του Αλπ Αρσλάν, αφ’ ετέρου) προέκυψε κενό πολιτικής εξουσίας στη Μικρά Ασία και ιδίως στην Καππαδοκία, με συνέπεια να εισβάλουν βίαια και άρπαγα ληστρικά σώματα Τουρκομάνων, που λεηλατούσαν την περιοχή καθιστώντας δυσχερή έως μάταια την καλλιέργεια της γης, αδύνατη τη συλλογή των γεωργικών προϊόντων και γενικά αβίωτο τον κοινωνικό βίο των Καππαδοκών.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έκρυθμη και μη βιώσιμη τούτη κατάσταση, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες προύχοντες Καππαδόκες με επικεφαλής επισκόπους καλούσαν τον τακτικό στρατό των Σελτζούκων να τους προστατεύσει από τους Τουρκομάνους ληστές. Έτσι, οι Σελτζούκοι καθίστανται επικυρίαρχοι, ιδρύουν το κράτος των Σελτζούκων της Ρωμανίας, και άλλοτε καταναγκαστικά και άλλοτε από αδήριτη ανάγκη για επιβίωση και για επικοινωνία των Ρωμιών με τους επικυρίαρχους Σελτζούκους, επιβάλλεται ντε φάκτο, προοδευτικά και ως ένα μόνο βαθμό, στους Ρωμιούς της περιοχής η χρήση της τουρκικής γλώσσας, στην καθημερινή ζωή.²

Αυτή η άλλοτε εξαναγκαστική και άλλοτε λόγω αναγκαίας προσαρμογής στις νέες καταστάσεις επιβεβλημένη ως ένα βαθμό τουρκοφωνία, δεν συνοδεύτηκε κι από συστηματικό καταναγκασμό (αν και υπήρχαν και περιπτώσεις καταναγκασμού), όσον αφορά την υποχρεωτική αλλαγή της θρησκείας, διότι, ως προς την θρησκεία, οι Σελτζούκοι ήταν σχετικά (σε σύγκριση, δηλαδή, με άλλους λαούς της εποχής εκείνης) ανεκτικοί. Διερχόμενοι από την Περσία, οι Σελτζούκοι ασπάστηκαν επιφανειακά το Ισλάμ, ενώ στην πραγματικότητα παρέμειναν βαθύτατα όπως ήταν προηγουμένως, δηλαδή σαμανιστές και ανιμιστές, και για τον λόγο τούτο από θρησκευτική άποψη, ως ένα βαθμό, ανεκτικοί.³

 

β) Το διάταγμα του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (Καραμάνογλου)

Όπως προαναφέρθηκε, το δεύτερο ιστορικό γεγονός το οποίο επηρέασε σημαντικά στην επιβολή της τουρκοφωνίας στην κεντρική Μικρά Ασία, υπήρξε η απαγόρευση, με διάταγμα (φιρμάνι) του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (που εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 1277), να μιλιέται στις δημόσιες υπηρεσίες και στους δημόσιους χώρους άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η τελευταία απαγόρευση έμεινε στην λαϊκή παράδοση των Ρωμιών της περιοχής με τη φράση «τους έκοψαν τη γλώσσα». Και στο λαϊκό φαντασιακό πέρασε και εδραιώθηκε η ιδέα ότι κάποιοι κόψανε με το μαχαίρι τη γλώσσα (που είναι μέσα στο στόμα) μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, έτσι ώστε να μη μπορούν να μιλήσουν καθόλου, για να μη μεταδώσουν την προγονική γλώσσα που μιλούσαν και οι ίδιοι στους απογόνους τους. Ένα τέτοιο γεγονός δεν βεβαιώνεται από καμιά πηγή και μάλλον αποτελεί προϊόν του συλλογικού λαϊκού φαντασιακού. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια αυστηρή απαγόρευση της ομιλίας άλλης γλώσσας πλην της τουρκικής σε δημόσιους χώρους και στη διοίκηση μέσα στην επικράτεια του Εμιράτου της Καραμανίας. Το γεγονός αυτό της απαγόρευσης της χρήσης οποιασδήποτε άλλης γλώσσας πλην της τουρκικής σε δημόσιους χώρους, είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, και το γεγονός ότι ακόμη και στα περισσότερα χωριά της Καππαδοκίας όπου μιλιόνταν τοπικά ιδιώματα της ελληνικής καππαδοκικής διαλέκτου, τα τραγούδια, που τραγουδιούνται δημόσια, να είναι (σχεδόν) όλα στην τουρκική γλώσσα.

Όταν λόγω μακροχρόνιας κατάκτησης δημιουργείται ένα γλωσσικό περιβάλλον, στο οποίο μια γλώσσα καθίσταται διοικητικά κυρίαρχη και παράλληλα όλες οι άλλες «μειονοτικές» γλώσσες απαγορεύεται να μιλιούνται δημόσια, και ταυτόχρονα απουσιάζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που να καλλιεργεί τις «μειονοτικές» γλώσσες, που παραμένουν μόνο προφορικές και επομένως πολιτισμικά ατροφούν, τότε ο βαθμός κυριαρχίας της ήδη διοικητικά κυρίαρχης γλώσσας ενισχύεται με τρόπο καταιγιστικό, και δημιουργείται, μέσα στη χρονική διάρκεια, μια όλο πιο έντονη τάση εξαφάνισης κάθε άλλης γλώσσας.

Στην Καππαδοκία, μάλιστα, υπάρχει, τουλάχιστον, μια «κλινική» μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε περίπτωση, που συνιστά μια ιστορικοκοινωνική απόδειξη του πως ένας ελληνικός πληθυσμός, που αρχικά μιλούσε την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, τελικά τουρκοφώνησε πλήρως, και μάλιστα στα νεότερα χρόνια και μέσα σε δύο-τρεις γενιές, όταν βρέθηκε σε τουρκόφωνο περιβάλλον στην Καππαδοκία.⁴

Ο αδριάντας του Μεχμέτ Ι Μπέη Καραμάνογλου στην κωμόπολη Καραμάν της Κεντρικής Ανατολίας.

Επιπρόσθετο ιστορικό παράδειγμα αλλαγής γλώσσας στην άλλη άκρη της Ευρώπης

Φαινόμενα αλλαγής γλώσσας ή ανάμειξης γλωσσικών στοιχείων ενός πληθυσμού, λόγω κατάκτησης ή εποικισμού, έχουμε και άλλα στην ιστορία.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διάδοσης της γαλλικής γλώσσας μεταξύ των Νορμανδών και μέσω αυτών των τελευταίων στην Αγγλία. Πράγματι, στην άλλη άκρη της Ευρώπης κατά την ίδια χρονική περίοδο (με διαφορά πέντε ετών) με την έναρξη της περιόδου τουρκοφωνίας ενός μέρους των Καππαδοκών (λόγω της ήττας στο Ματζικέρτ), η γαλλική γλώσσα επεκτάθηκε και εισέδυσε στη Βρετανία, λόγω κατάληψης της Αγγλίας από τους γαλλόφωνους Νορμανδούς (1066 μ.Χ.), με συνέπεια σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό των λέξεων στην αγγλική γλώσσα να είναι γαλλικής προέλευσης.

Αυτοί οι ίδιοι οι Νορμανδοί που ήταν Βίκιγκς από την Δανία, έχασαν την προγονική τους γλώσσα και γαλλοφώνησαν ολοσχερώς μέσα σε δύο γενιές, από τότε που εποίκισαν τη Γαλλία. Έτσι, όταν οι γαλλόφωνοι πια Νορμανδοί (Βίκιγκς) νίκησαν τους Άγγλους (που είναι γερμανικό φύλο) στη μάχη του Hastings και κατάκτησαν την Αγγλία, προώθησαν και διέδωσαν τη γαλλική γλώσσα. Οι Βασιλείς στην Αγγλία έκαναν 300 περίπου χρόνια μετά τη μάχη του Hastings (που έγινε, όπως προαναφέρθηκε, το 1066 μ.X., δηλαδή πέντε χρόνια πριν τη μάχη του Ματζικέρτ) για να γράψουν επίσημα κρατικά έγγραφα σε αγγλική γλώσσα. Τα επίσημα βασιλικά έγγραφα συντάσσονταν αποκλειστικά σε γαλλική γλώσσα, και οι υπήκοοι όφειλαν να καταλάβουν και να εκτελέσουν τις βασιλικές εντολές. Επομένως να μάθουν, ως ένα βαθμό, τη γαλλική γλώσσα. Ακόμη και σήμερα η εμβληματική φράση που βρίσκεται χαραγμένη πάνω στο στέμμα των Άγγλων Βασιλιάδων (του Ηνωμένου Βασιλείου) είναι σε γαλλική γλώσσα: “Dieu et mon Droit” (“Ο Θεός και το Δίκαιό μου”). Για τον λόγο τούτο άλλωστε οι Γάλλοι συνηθίζουν να λένε:

“L’anglais c’est du français, mal prononcé” (“Τα αγγλικά είναι γαλλικά, κακώς προφερόμενα”).

 

Δεν υπάρχει καραμανλήδικη γλώσσα, παρά μόνο καραμανλήδικη γραφή

Όσον αφορά τα καραμανλήδικα, δεν υπάρχει καραμανλήδικη γλώσσα, παρά μόνο καραμανλήδικη γραφή.

Η καραμανλήδικη γραφή συνίσταται στο να γράφονται τουρκικές λέξεις με ελληνικό αλφάβητο. Την καραμανλήδικη γραφή χρησιμοποίησαν οι τουρκόφωνοι Ρωμιοί, που υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και ως εκ τούτου διαμόρφωσαν και διατήρησαν την ελληνική συνείδηση. Στη διαμόρφωση και διατήρηση της ελληνικής συνείδησης, παρά την τουρκοφωνία, συνέβαλαν, δηλαδή, τόσο η υπαγωγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, όσο και η χρήση του ελληνικού αλφαβήτου για τη γραφή τουρκικών λέξεων.

Αντίστοιχα οι Αρμένιοι, όπου και όταν κι εκείνοι τουρκοφώνησαν, έγραφαν τις τουρκικές λέξεις με το αρμενικό αλφάβητο. Επίσης και όσοι Εβραίοι, όπου και όταν κι εκείνοι είχαν τουρκοφωνήσει, έγραφαν τις τουρκικές λέξεις με το λατινικό αλφάβητο. Κι έτσι μέσω της χρήσης διαφορετικών εθνικών αλφαβήτων διατηρείτο και η διαφορετική εθνική ταυτότητα. Κανείς δεν αμφισβητεί την αρμένικη εθνική ταυτότητα στους Αρμένιους της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν ή την εβραϊκή εθνική ταυτότητα στους Εβραίους της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελληνικότητα των Καππαδοκών, οι οποίοι τουρκοφώνησαν και παρά την τουρκοφωνία τους διατήρησαν ισχυρή την ρωμέϊκη-ελληνική εθνική τους συνείδηση, όταν βέβαια τέθηκε θέμα εθνικής συνείδησης και επιλογής. Αυτή η ελληνική εθνική συνείδηση, όπως και η ελληνική γλώσσα, καλλιεργήθηκαν συστηματικά, και με διαρκώς, με το πέρασμα του χρόνου, εντεινόμενους ρυθμούς, μέσω κυρίως της ανάπτυξης του εκπαιδευτικού συστήματος και του ανοίγματος των ελληνικών σχολείων στην Καππαδοκία και στις άλλες περιοχές της κεντρικής Μικράς Ασίας. Αυτό συνέβη, όταν δόθηκε η σχετική ιστορική δυνατότητα και ευκαιρία, ιδίως από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, και μάλιστα κατά τον 19ο αιώνα, όταν υιοθετήθηκαν οι γνωστές με το όνομα Τανζιμάτ εκσυγχρονιστικές και ευεργετικές μεταρρυθμίσεις αναδιοργάνωσης στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁵

Φωτογραφίες από Σύνοψη σε καραμανλήδικη γραφή, που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα κατά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών του 1923-1924 από την κωμόπολη του Ιντζέσου της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας.

«Υπέρ ελληνικής πατρίδος και χριστιανικής πίστεως ένεκα»

Αυτή την ελληνική συνείδηση των τουρκόφωνων Καππαδοκών εκφράζει με εμφαντικό τρόπο ο τίτλος: Υπέρ ελληνικής πατρίδος και χριστιανικής πίστεως ένεκα, με τον οποίο τιτλοφορεί τα πολυσέλιδα αυτοβιογραφικά και πατριδογνωστικά χειρόγραφα απομνημονεύματά του ο τουρκόφωνος Καππαδόκης Ιορδάνης Ιντζεσουλήογλου («Λεπτοϋδωρεύς», όπως ο ίδιος εξελλήνισε το όνομά του), ο οποίος καταγόμενος από την πόλη «Ιντζέσου» (της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας) που σημαίνει «Λεπτονέρι» («Ιντζέ» σημαίνει «λεπτός» και «σου» σημαίνει «νερό» και «Ιντζεσουλής» σημαίνει ο κάτοικος της πόλης του Ιντζέσου και Ιντζεσουλήογλου σημαίνει το παιδί του ανθρώπου από το Ιντζέσου) της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ήλθε και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε για πάνω από δέκα χρόνια στην στρατιωτική φρουρά του Βασιλιά Όθωνα στην Αθήνα. Ο λεβέντης ο Γιορδάνης!

Άλλωστε, όπως προκύπτει κι από την έρευνα που πραγματοποίησε ο δικηγόρος και ιστορικός ερευνητής κ. Τάκης Σαλκιτζόγλου (καταγόμενος από την Σύλλη του Ικονίου) πολλοί Καππαδόκες και χιλιάδες Μικρασιάτες, Καραμανλήδες και μη, συμμετείχαν και έδωσαν το αίμα τους στην επανάσταση του 1821 για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.⁶

Ο Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου είναι Ομότιμος Καθηγητής και τ. Κοσμήτορας της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην περιοδική έκδοση Σινασίτικη Φωνή του Σωματείου “Η Νέα Σινασός”, αρ. Φύλ. 93 και 94, 2021, σελ. 4-5.

1. Σύμφωνα με τον καθηγητή γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Ανδριώτη, οι ελληνικές διάλεκτοι είναι πέντε: Η κυπριακή, η καππαδοκική, η ποντιακή, η τσακώνικη (στην Πελοπόννησο) και η γραικάνικη (στη Νότια Ιταλία). Η Ακαδημία Αθηνών πρόσθεσε και την κρητική διάλεκτο.

2. Για περισσότερες λεπτομέρειες και μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, βλέπε το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας), Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1996, σελίδες 663.

3. Αυτή η σχετική θρησκευτική ανοχή επέτρεψε άλλωστε την ανάπτυξη μοναχικών ισλαμικών ταγμάτων, όπως οι περιστρεφόμενοι Δερβίσηδες, σύμφωνα με τη διδασκαλία του σούφι (σοφού) Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί (που σημαίνει στην περσική γλώσσα “ο Δάσκαλός μας ο Τζελαλαντίν ο Ρωμιός”), αλλά και ο μπεκτασισμός από τον Χατζή Μπεκτάς Βελή. Αμφότεροι, δηλαδή τόσο ο Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί όσο κι ο Χατζή Μπεκτάς Βελή, ήλθαν κατά τον 13ο αιώνα στο κράτος των Σελτζούκων από το Χορασάν (που είναι η αρχαία Βακτριανή, όπου υπήρχε σπουδαίος ελληνικός πολιτισμός μέσα και γύρω από την “Αλεξάνδρεια την Εσχάτη”, που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος), όπου φανατικοί Αφγανοί Ισλαμιστές τους καταδίωξαν ως αιρετικούς. Μάλιστα ο Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί, ο οποίος είναι από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές, που γέννησε η ανθρωπότητα, ήταν νεοπλατωνιστής και γνώριζε από έξω κείμενα του Πλάτωνα, λέγεται ότι μυήθηκε στον Χριστιανισμό από καλόγερους μέσα στη Μονή του Αγίου Χαρίτωνα, λίγο έξω και πριν μπει στην πόλη του Ικονίου. Κήρυττε την αγάπη και η επιρροή που άσκησε πάνω στους πιστούς όλων των θρησκειών ήταν τεράστια. Όταν πέθανε, στην κηδεία του συγκεντρώθηκε για να τον συνοδεύσει στην ταφή του, ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων όλων των εθνοτήτων και όλων των μονοθεϊστικών θρησκειών. Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι.

4. Μάξιμος Χαρακόπουλος, Ρωμιοί της Καππαδοκίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελίδες 292.

5. Βασικά διατάγματα (φιρμάνια) του Τανζιμάτ ήταν το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (Χαττ-ι Σερίφ) του Ροδώνα ή του Γκιούλχανε του 1839, και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φερμανί ή Χαττ-ι Χουμαγιούν) του 1856. Ως τρίτο βασικό κείμενο-στάδιο της μεταρρυθμιστικής τούτης περιόδου θεωρείται το Σύνταγμα του 1876.

6.Βλέπε το βιβλίο του Τάκη Σαλκιτζόγλου, Η Μικρά Ασία στην Επανάσταση του 1821. Η συμβολή των Μικρασιατών στον εθνικό αγώνα, Αθήνα, έκδοση του «Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού», 2010.

Χαράλαμπος Μηνάογλου: Το Ρωσικό Κόμμα 1768-1821

Χαράλαμπος Μηνάογλου

Το Ρωσικό Κόμμα

1768-1821

Τα χρόνια γύρω από τον πρώτο επί Αικατερίνης Β΄ ρωσο-οθωμανικό πόλεμο (1768-1774) η ρωσική διπλωματία έθεσε γερά τα θεμέλια του ρωσικού κόμματος ανάμεσα στους Έλληνες. Το ρωσικό κόμμα βέβαια σε αντίθεση με τα άλλα ξενικά κόμματα, τα οποία δημιουργήθηκαν με αδρούς χρηματισμούς και απαρτίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά από μισθοδοτούμενους Φαναριώτες και ντόπιους πολιτικούς παράγοντες, υπήρξε κατά μίαν έννοια αυτοφυές, δηλαδή προϋπήρχαν ρωσόφιλοι πυρήνες μέσα στον Ελληνισμό τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, οι οποίοι σε αυτά τα χρόνια απέκτησαν πολιτική προοπτική και διπλωματική εκπαίδευση.

Ο Ελληνισμός προσπάθησε να βρεί σε άλλους ορθοδόξους λαούς στήριγμα, ώστε να απελευθερωθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα χρόνια του πατέρα του Πέτρου Α΄, οι Έλληνες στράφηκαν προς τον άλλον ισχυρό ορθόδοξο ηγεμόνα, τον Ζηνόβιο Χεμλίνσκι (c. 1595-1657). Πρόκειται γιά τον ηγέτη των Κοζάκων της Ουκρανίας, ο οποίος υπήρξε ακραιφνής ορθόδοξος, πολέμησε την Ουνία στα εδάφη της πολωνο-λιθουανικής κοινοπολιτείας, νίκησε τους Τατάρους της Κριμαίας και υποχρέωσε τους Οθωμανούς να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία του. Το βραχύβιο κράτος του, το οποίο ισχυριζόταν ότι αποτελούσε την γνήσια συνέχεια της Ρωσίας του Κιέβου, εκτεινόταν στα σημερινά ουκρανικά εδάφη και είχε ως πρωτεύουσά του το Κίεβο. Η σύμπραξη, όμως, Πολωνών, Οθωμανών και Τατάρων εναντίον του, τον ανάγκασαν να γίνει υποτελής του πατέρα του Πέτρου και μετά τον θάνατό του να ενωθεί η επικράτειά του με το ανερχόμενο τότε ρωσικό βασίλειο. Πέρα από την αναγνώρισή του από Έλληνες ιεράρχες που τον καλούσαν να απελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη, υπήρξαν και Έλληνες λόγιοι, οι οποίοι έσπευσαν να πανηγυρίσουν τις επιτυχίες του και να του αφιερώσουν έργα τους.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Λαόνικος Ζαμίτρης:

«Ως καθώς από την Ελλάδα παλαιά ελευθερώθητε από το σκότος της αγνωσίας και από την πλάνην της ειδωλολατρείας και ελάβετε την χάριν του βαπτίσματος, με την οποίαν αξιώθητε της ουρανίου πολιτείας, εις τον αυτόν τρόπον να επιμελήθητε ναναγκασθήτε ναποδώσετε χάριν αντί χάριτος, τώρα λέγω που έχετε ικανές δύναμες και θράσος ανίκητον, και όχι να φανήτε αγνώμονες προς αυτήν ωσάν τάλλα γένη των ανθρώπων, των οποίων έκαμε μεγάλες και αθανάτους ευεργεσίας, αμή να την ελευθερώσετε από την αιχμαλωσίαν την μεγάλην του δεινοτάτου τυράννου, ο οποίος αυτήν, που εστάθηκεν όλης της οικουμένης το φώς, την ημαύρωσε, και ολίγο λείπει και την πίστιν ηφάνισε. Διά τούτο την προσφέρνω έμπροσθέν σου ακκουμπισμένην εις την σημαίαν σου και εις την ανδρείαν σου με το γενναίον σύμβολόν σου· διατί εις άλλον δεν έχει βαλμένην την ελπίδα της σωτηρίας της παρά ύστερα από τον Θεόν εις εσένα και εις το ισχυρότατον γένος των Ρώσων, διά να την κάμης να φάνη πάλιν βασίλισσα ως ήτον εις τον καιρόν Αλεξάνδρου και Κωνσταντίνου των μεγάλων της οικουμένης μοναρχών, των οποίων και εις τές ανδραγαθίες και εις τές αρετές είσαι μιμητής ακριβέστατος. Διατί, ως καθώς τον Αλέξανδρον μήν στέργοντας κάποιοι Έλληνες διά στρατηγόν τους εις τόπον Φιλίππου του πατρός του διά την ηλικίαν του, με το να τους καταπολεμήση και να κατασκάψη τές χώρες, θέλοντας και δεν θέλοντας τον εδέχθησαν· εις τον αυτόν τρόπον μήν θέλοντας να σε ακολουθήσουν οι αρχηγοί των Λέχων, οπόταν επαρασκευάσθηκες εναντίον εις τους απίστους, τους επήρες και τα κάστρη και τές χώρες, και φουσσάτα πολλά τους εχάλασες, που στανέως τους πρέπει να σε κρατήσουν διά μεγαλήτερον. Και ως καθώς πάλαι ο Κωνσταντίνος με το ζωηφόρον και νικηφόρον σημάδι του σταυρού εκαταπάτησε τους εχθρούς, έτζι και σύ ασήκωσε το σημάδι που σού προσφέρνω εναντίον εις τους απίστους, διατί είναι βέβαιον πώς θέλεις τους νικήσης και θέλεις τους αφανίσης, όντας αυτό κατά βαρβάρων η νίκη, τώρα που η γαληνοτάτη ετούτη πολιτεία τους ενίκησεν εις την θάλασσαν, και όλο ένα ακολουθά νικώντας τους και καταχαλώντας τους. Τούτο αν και μία παραμικρά επίδειξις είναι της εδικής μου δουλείας προς την σήν υψηλότητα, μεγάλυνέ την με το ύψος της μεγαλοπρεπείας σου, και άς είσαι βέβαιος πώς κατεβαίνει από μίαν μεγάλην μου προθυμίαν με την οποίαν με θερμά δάκρυα και αναστεναγμούς παρακαλώ από τον Θεόν εγώ διά εσένα ζωήν και νίκες, και διά εμένα διάσωσιν εις τον κόσμον, διά να ιδώ εκείνην την ημέραν οπόταν διά το μέγα του έλεος θέλει σ’ αξιώση να γενής εκδικητής της πίστεώς του και της ελευθερίας εμού και όλης της Ελλάδος».

(Λ. Ζαμίτρης, «Η ναυτική νίκη οπού εγίνηκε από τον στόλον της γαληνότατης πολιτείας των Ενετών», στο: É. Legrand, Bibliographie Hellénique: ou description raisonnée des ouvrages publiés par des Grecs au dix-septième siècle, vol. 2, Paris 1894, 53-54.)

Stefano Torelli, Αλληγορία της νίκης της Αικατερίνης Β΄ σε βάρος των Οθωμανών και των Τατάρων (1772). Η αυτοκράτειρα προσλαμβάνει τη μορφή της θεάς Αθηνάς επάνω σε άρμα. Μόσχα, Γκαλερί Tretyakov.

Ήδη όμως από τα χρόνια του Πέτρου Α΄ οι ελπίδες στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά προς την Ρωσία. Την ίδια εποχή η ρωσική διπλωματία αποδύεται σε μία προσπάθεια προσεταιρισμού σημαντικών Ελλήνων λογίων, αλλά η προσπάθεια αυτή έμεινε στο παραδοσιακό πλαίσιο της παροχής υπηρεσίας από πλευράς των Ελλήνων εντός της ρωσικής επικράτειας. Τότε μαρτυρείται και η παλαιότερη από όσο γνωρίζουμε προσπάθεια δημιουργίας ενός ελληνικού ρωσόφιλου δικτύου εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται γιά την περίπτωση του Χριστόφορου Αστηρόπουλου (Sternsen), ο οποίος πέρασε από την σουηδική στην ρωσική πλευρά, αφού αιχμαλωτίστηκε στην μάχη της Πολτάβας. Αυτός προσπάθησε να δημιουργήσει ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών από Έλληνες εμπόρους στο Ιάσιο, το Βουκουρέστι και την Βάρνα την περίοδο του ρωσο-οθωμανικού πολέμου 1717-1721. Γιά την έκταση, την αποτελεσματικότητα και την τύχη του δικτύου δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες. Μετά τα μέσα του 18ου αιώνα όμως και καθώς πλησιάζουμε προς τα 1768 η ρωσική διπλωματία δημιουργεί το πρώτο πραγματικό της δίκτυο ανάμεσα στους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό πραγματοποιήθηκε με δύο κυρίως τρόπους: την κατάρτιση Ελλήνων στελεχών του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, οι οποίοι μετά από σπουδές στις μεγάλες Ρωσικές Ακαδημίες της εποχής στάλθηκαν ως πρόξενοι της Ρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ένταξη Ελλήνων διαβιούντων εξαρχής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στην διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας. Οι πρακτικές αυτές που εντάσσονται στο Ελληνικό σχέδιο της Αικατερίνης απέφεραν έναν ικανοποιητικό αριθμό στελεχών στην ρωσική διπλωματία, αλλά και μία πρώτη ξεκάθαρη ομάδα στους κόλπους του Ελληνισμού με σαφή προσανατολισμό στην διεκδίκηση της εξόδου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ανάμεσά τους βέβαια διαμορφώθηκαν ποικίλες τάσεις και στάσεις απέναντι στο ζήτημα της υπόστασης των ελληνικών χωρών που θα απελευθερώνονταν από τους Τούρκους, οι οποίες κυμαίνονταν από την υπαγωγή στην Ρωσία μέχρι την ανασύσταση της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας. Σε κάθε περίπτωση όμως όλοι αυτοί οι πρώτοι Έλληνες ρωσόφιλοι πολιτικοί παράγοντες συμφωνούσαν ότι η μόνη δύναμη που μπορούσε να βοηθήσει τον Ελληνισμό και είχε κοινά συμφέροντα μαζί του ήταν η Ρωσία.

Ανάμεσα στους ήδη υπηρετούντες την ρωσική πολιτική από τα χρόνια του πρώτου ρωσο-οθωμανικού πολέμου επί Αικατερίνης Β΄ και λίγο νωρίτερα αναφέρουμε ενδεικτικά τον Παναγιώτη Μαρούτση, πρέσβη της Ρωσίας στην Βενετία, τον Γεώργιο Παπάζογλου και τον Εμμανουήλ Σάρρο, πράκτορες (=agents) του Αλεξίου Ορλώφ στον ελλαδικό χώρο, Πάνο Μπιτζίλη, Χειμαριώτη πρόξενο της Ρωσίας που υπηρέτησε την ρωσική διπλωματία με αρκετούς συγγενείς του, τον συντοπίτη του Αντώνιο Τζίκα, τον Λέσβιο Αντώνιο Παλλαδοκλή, τον Λυμπεράκη Μπενάκη, τον Μοτσενίγο, τον Βλασσόπουλο, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Σπυρίδωνα Παπαδόπουλο. Τα τρία τελευταία χρόνια πρίν την έναρξη του δευτέρου ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1787-1792) οι Έλληνες πρόξενοι και υποπρόξενοι της Ρωσίας αυξήθηκαν αισθητά: Δ. Γκολέκης στην Τραπεζούντα, Ρ. Κορονέλης στην Βηρυττό, Ι. Ατσάλης στην Κύπρο, Δ. Ματζανάς στην Δαμασκό, Β. Τόνος στην Αλεξάνδρεια, Γ. Τυρναβίτης στην Ρόδο, Α. Κορονέλης στην Χίο, Φ. Γατέσκας στην Σάμο, Ν. Αναστασίου στην Σαντορίνη, Κ. Ταραγάνης στα Δαρδανέλια, Χ. Κομνηνός στην Πελοπόννησο, Σ. Μπιτσίλης στην Κεφαλλονιά, Δ. Ζαγοραίος στην Ζάκυνθο, Λ. Μπενάκης στην Κέρκυρα, Π. Μπιτσίλης στην Χειμάρρα, Α. Γκίκας στην Ραγούζα, Α. Παλλαδοκλής στην Δαλματία, Π. Κρεβατάς στην Εύβοια, Α. Γλυκής στο Οτράντο και Γ. Πρωτοψάλτης στην Αγκώνα. Αυτοί αποτέλεσαν τον μεγάλο όγκο των ρώσων πρακτόρων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα όμορα κράτη και των οποίων η σημασία υπήρξε μεγάλη γιά την ρωσική διπλωματία κυρίως λόγω του αριθμού τους και της δυνατότητας να έρχονται σε επαφή και να αλληλεπιδρούν με τους πολλούς Έλληνες, τον «απλό» λαό, από τον οποίον προέρχονταν και οι περισσότεροι. Η έκταση της ρωσοφιλίας ανάμεσα στους απλούς Έλληνες, τους εστερημένους ιδιαίτερης παιδείας και εξέχουσας κοινωνικής θέσεως, παρότι είναι αδύνατον να υπολογιστεί με ακρίβεια, εντούτοις υπήρξε σίγουρα πολύ μεγάλη. Δεν είναι βέβαια εύκολο να τεκμηριωθεί, καθώς το αυτονόητο δεν καταγράφεται συχνά τόσο στα έγγραφα, όσο και στις αφηγηματικές μαρτυρίες. Ιδίως στα έγγραφα και συγκεκριμένα στην αλληλογραφία των Ελλήνων αξιωματούχων στην ρωσική υπηρεσία δεν αναφέρονται συνήθως λεπτομερώς οι πηγές, από τις οποίες αρύονται τις πληροφορίες τους, ιδίως αν πρόκειται γιά απλούς Έλληνες. Κάθε αξιωματούχος είχε το δίκτυό του, αλλά απέφευγε γιά πολλούς λόγους να το αποκαλύπτει.

Ενδεικτικά στην συνέχεια θα δούμε την δράση του Γεωργίου Παπάζογλου, η οποία είναι η πλέον γνωστή και θα πρέπει να θεωρηθεί ως περίπου το πρότυπο και γιά τους υπόλοιπους Ρώσους πράκτορες. Ο Παπάζογλου ή Παπαζώλης (1725-1775) γεννήθηκε στην Σιάτιστα και αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο στην Θεσσαλονίκη και στην Οδησσό. Κατόπιν κατετάγη στον ρωσικό στρατό και υπήρξε πράκτορας των Ορλώφ γιά χρόνια πριν από τον πόλεμο του 1768-1774. Στα 1764 και ευρισκόμενος σε άδεια από τον ρωσικό στρατό άρχισε να εργάζεται γιά την δημιουργία δικτύου ανάμεσα στους Έλληνες της Βενετίας και της Αδριατικής. Ανέπτυξε σημαντική δράση και στρατολόγησε πολλούς στην Τεργέστη ανάμεσά τους και τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Όμηρο, ιερέα της ελληνικής κοινότητας, ο οποίος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην δημιουργία στην πόλη (και όχι μόνον) ρωσικού δικτύου. Συνέχισε τις προσπάθειές του με πολλά ταξίδια στην Ήπειρο, την Στερεά και την Πελοπόννησο. Στα 1765 μάλιστα εξέδωσε και ένα από τα πρώτα πλήρη εγχειρίδια πολεμικής τέχνης στα ελληνικά, το οποίο αποτελεί μετάφραση ρωσικού πρωτοτύπου. Από τους πολλούς άλλους Έλληνες που έδρασαν παράλληλα με τον Παπαζώλη μνημονεύουμε τους Αγγελο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παλατίνο και Ιωάννη Πετούση. Όλοι αυτοί είχαν έρθει σε επαφή με τουλάχιστον δέκα από τους κορυφαίους οπλαρχηγούς της Κεντρικής και Δυτικής Ελλάδας εντάσσοντάς τους -έστω και προσωρινά- στο ρωσικό δίκτυο. Στα 1768 προσχώρησε στο ρωσικό δίκτυο και ο Λουδοβίκος Σωτήρης, ο οποίος θα δράσει εντονότερα στον επόμενο πόλεμο. Στην Μάνη ο Σάρρος, ο Παπαζώλης και ο ουκρανικής καταγωγής Τομάρα (διερμηνέας του Ρώσου πρέσβη στην Βενετία) ξεσήκωσαν τον Παναγιώτη Μπενάκη, στον οποίο στηρίχθηκε ολόκληρη η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Εκεί κατά τα Ορλωφικά πέρα από τις οικογένειες Μπενάκη, Μαυρομιχάλη και Περρούκα, ιδιαίτερη σημασία γιά το ρωσικό δίκτυο είχε η οικογένεια Νοταρά της Κορίνθου με τους προεστούς Γρηγόριο και Σπυρίδωνα, αλλά ιδίως με τον άγιο επίσκοπο Κορίνθου και πνευματικό ηγέτη των Κολλυβάδων Μακάριο. Ο άγιος έχασε την επισκοπική του έδρα λόγω της συμμετοχής της οικογένειάς του στην επανάσταση και μέχρι το τέλος του βίου του (1805) βρισκόταν εξόριστος.

Υπήρξε μάλιστα συγκεκριμένη ρωσική στρατηγική στην χρήση των Ελλήνων διπλωματών και πρακτόρων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τους Ορλώφ στην αρχή, στην συνέχεια τους υπουργούς Εξωτερικών A. I. Ostermann και A. A. Bezborodko, ο οποίος υπήρξε εν πολλοίς και ο εμπνευστής του «Ελληνικού Σχεδίου» της Αικατερίνης και τέλος από τον ίδιο τον Ποτέμκιν. Πέρα όμως από όλους αυτούς τους απλούς Έλληνες η ρωσική διπλωματία σε αυτό το διάστημα προσεταιρίστηκε και πολύ σημαντικότερους πολιτικούς παράγοντες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους Φαναριώτες. Πάνω στους Φαναριώτες στήριξε το κεντρικό της δίκτυο, εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο από το επαρχιακό με τους διάφορους πράκτορες στα Βαλκάνια, την κυρίως Ελλάδα και τα νησιά.

Fyodor Rokotov, Προσωπογραφία του Γρηγορίου Ορλώφ, Μόσχα, Γκαλερί Tretyakov.
Ανωνύμου, Προσωπογραφία του κόμη Αλεξίου Ορλώφ, Αγία Πετρούπολη, Μουσείο Hermitage.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πρώτη τέτοια περίπτωση Φαναριώτη πρίγκιπα, ο οποίος λειτούργησε εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως άνθρωπος των Ρώσων, είναι αυτή του Γρηγόριου Γκίκα. Ήδη από την εποχή των Μαυροκορδάτων υπήρχε μία συνεργασία των Ηγεμόνων με την Ρωσία, η οποία και επισήμως είχε λόγο γιά τις Ηγεμονίες, αλλά με τον Γρηγόριο Γκίκα περνούμε πλέον σε μία καθαρά νεωτερική πολιτική υποστήριξη των ρωσικών συμφερόντων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι επαφές του Γκίκα με την Ρωσία ίσως να ξεκινούν νωρίτερα μέσα στην δεκαετία του 1760, αλλά με βεβαιότητα υφίστανται από το 1769, οπότε παραδόθηκε εθελουσίως στους Ρώσους. Η εποχή είναι κρίσιμη γιά την Βλαχία, καθώς βρισκόμαστε μέσα στον ρωσο-οθωμανικό πόλεμο του 1768-1774. Όταν οι Ρώσοι εισέβαλαν στην Ηγεμονία, ο Γκίκας παραδόθηκε οικειοθελώς και μεταφέρθηκε στην Πετρούπολη, όπου διέμεινε ως φιλοξενούμενος «αιχμάλωτος» της Αικατερίνης μέχρι το 1775. Τον Γκίκα συνόδευσε στην Ρωσία και η ακολουθία του. Ανάμεσά στους ακολούθους του ιδιαίτερη σημασία διαδραμάτισε ένα πρόσωπο, το οποίο αποτέλεσε παράγοντα του ρωσικού κόμματος ανάμεσα στους Έλληνες της Πόλης· πρόκειται γιά τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φιραρή (1754-1819). Ο Μαυροκορδάτος μαζί με τα ανήψια του Γκίκα και άλλους νεαρούς Φαναριώτες της ακολουθίας του παρακολούθησαν μαθήματα στην Σχολή Ευελπίδων της Πετρούπολης (Kadetski Korpus). Παρότι η σχολή είχε στόχο την δημιουργία αξιωματικών του ρωσικού στρατού, στα χρόνια της Αικατερίνης είχε εμπλουτιστεί με αρκετά θεωρητικά μαθήματα, ώστε οι απόφοιτοί της να καταλαμβάνουν και διοικητικές θέσεις.

Το καλοκαίρι του 1771 αφίχθηκαν και άλλοι υπήκοοι του Σουλτάνου στην ρωσική πρωτεύουσα. Πρόκειται γιά 51 Τούρκους που αιχμαλωτίσθηκαν στην Κριμαία. Ανάμεσά τους ήταν και ο μετέπειτα διάσημος επίσημος σουλτανικός χρονικογράφος Βασίφ εφέντης, λογιότατος αξιωματούχος, που διορίστηκε αργότερα πρέσβης στην Ισπανία και ρεής εφέντης (=υπουργός Εξωτερικών). Ο Βασίφ απεστάλη εννέα μήνες αργότερα ως κομιστής από μέρους της Αικατερίνης Β΄ προτάσεων γιά συνθηκολόγηση προς τον αρχιστράτηγό της Ρουμιάντσεφ και τον Μ. Βεζύρη Μεχμέτ πασά, οι οποίοι είχαν αρχίσει διαπραγματεύσεις στο μέτωπο. Μαζί του μετέφερε επιστολές των συγκρατουμένων του -και ίσως και της ακολουθίας του Γκίκα- προς τις οικογένειές τους. Αφού πρώτα πέρασε από το ρωσικό στρατόπεδο και συναντήθηκε με τον Ρουμιάντσεφ κατέληξε στο σουλτανικό ορδί κομίζοντας και γράμμα του ρώσου αρχιστράτηγου προς τον Μ. Βεζύρη. Η αποστολή του θεωρείται διπλωματικά επιτυχής, καθώς μετά από αυτήν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις, που οδήγησαν στην συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις και οι επαφές που θα αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς αιχμαλώτους της Αικατερίνης, ιδίως αν εξετάσουμε την κατοπινή καριέρα του Βασίφ εφέντη από την μία, και του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου από την άλλη. Γνώρισαν άραγε και οι δύο πλευρές την ρωσική φιλοξενία, δέχθηκαν να ενταχθούν στην «υπηρεσία» της Αικατερίνης και ως εκ τούτου αποφάσισαν να σιωπήσουν μετά την επάνοδό τους αμοιβαία; Ο Κωνσταντίνος Καρατζάς, ένας από τους ακολούθους του Γκίκα στην Ρωσία στα όσα γράφει στις Εφημερίδες του αναφερόμενος στον Βασίφ, έρχεται να συμφωνήσει με όσα υποστηρίζουν οι οθωμανικές πηγές γιά αυτόν και την αιχμαλωσία του στην Ρωσία· προσθέτει όμως και μία άγνωστη πληροφορία· πώς υπήρξε άνθρωπος του Γρηγορίου Ορλώφ. Τα ζητήματα αυτά βέβαια δεν υπάρχει η δυνατότητα να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της παρούσης εργασίας σε ό,τι αφορά στους μουσουλμάνους πράκτορες της Αικατερίνης, όμως αποτελούν μία πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή των σχέσεων μουσουλμάνων και χριστιανών αξιωματούχων της Πύλης, καθώς και της επιχείρησης προσεταιρισμού πολιτικών παραγόντων από μέρους της Ρωσίας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο Φιραρής.

Στην Πετρούπολη εκείνη την εποχή υπήρχε και ένας άλλος ξένος πολιτικός παράγοντας, με τον οποίο οι τύχες του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του Φιραρή συνέπλευσαν αργότερα. Πρόκειται γιά τον αδελφό του τότε χάνου της Κριμαίας, και μετέπειτα χάνος και ο ίδιος Σαχίν Γκιράυ, ο οποίος διέμενε στην ρωσική αυλή και σίγουρα διετέλεσε κάτι παραπάνω από απλός αντιπρόσωπος του αδελφού του. Η μόρφωση και οι πνευματικές του ικανότητες είχαν κερδίσει την Αικατερίνη, ιδίως μετά την μεσολάβησή του γιά την υπογραφή ανάμεσα στον αδελφό του και την τσαρίνα της συνθήκης με την οποία η Ρωσία αναγνώριζε την Κριμαία ως ανεξάρτητο κράτος, πράξη βέβαια που η Πύλη θεωρούσε προδοτική και παράνομη γιά τον χάνο. Ο Σαχίν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό πώς γνωρίστηκε στην Πετρούπολη με την φαναριώτικη αντιπροσωπεία και ειδικότερα με τον Φιραρή. Στα 1783 όντας ο ίδιος πλέον χάνος, η Κριμαία προσαρτήθηκε από την Ρωσία, με πρωταγωνιστή στις διαπραγματεύσεις από οθωμανικής πλευράς τον τότε Μ. Δραγομάνο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φιραρή, ο οποίος εξαιτίας της συμμετοχής του σε αυτές τις συζητήσεις αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα οθωμανικά εδάφη περνώντας στην προστασία της Αικατερίνης τον Ιανουάριο του 1787 και αφού είχε παυθεί από Ηγεμόνας της Μολδαβίας ένα μήνα νωρίτερα. Πραγματικά, ακόμη και αν πρόκειται γιά σύμπτωση και όχι γιά μία οργανωμένη διπλωματική συνεργασία ανάμεσα στους δύο άνδρες γιά εξυπηρέτηση των ρωσικών συμφερόντων, η περίπτωση αυτή καταδεικνύει το χαμηλό επίπεδο των υπηρεσιών αντικατασκοπείας της Πύλης.

Παρότι, ο Γρηγόριος Γκίκας καρατομήθηκε γιά την εθελούσια αιχμαλωσία του στην Ρωσία λίγα χρόνια μετά την επιστροφή του, κανείς οθωμανός αξιωματούχος δεν φάνηκε να γνώριζε την «σύμπτωση» της παρουσίας Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και Σαχίν Γκιράυ στην Πετρούπολη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν στα 1783, έπειτα από σειρά λανθασμένων διπλωματικών ενεργειών, η Πύλη αναγκαζόταν να παραχωρήσει ουσιαστικά την Κριμαία στην Ρωσία.

Γρηγόριος Γκίκας.

Νωρίτερα, και συγκεκριμένα μετά την λήξη του πολέμου στα 1775, ο Γρηγόριος Γκίκας είχε επιστρέψει εκλεγμένος από τους Μολδαβούς βογιάρους, σύμφωνα με όρο που είχε επιβάλει η τσαρίνα στον σουλτάνο, ως Ηγεμόνας της Μολδαβίας. Έσφαλε, όμως, που δέχτηκε τον μολδαβικό θρόνο και επέστρεψε στις Ηγεμονίες, επειδή η προστασία που του παρείχαν οι Ρώσοι λειτούργησε εις βάρος του, καθώς μετέτρεψε τις υποψίες που υπήρχαν από την φυγή του γιά ρωσοφιλία, σε βεβαιότητα της Πύλης. Έτσι, και η ρωσική πολιτική δεν κατόρθωσε να χρησιμοποιήσει όπως θα επιθυμούσε τον Γκίκα. Στα 1777 η Πύλη, όταν έκρινε πώς δεν κινδύνευε από κάποια επιθετική ενέργεια της Ρωσίας απέναντί της και εκτιμώντας ταυτόχρονα και την εσωτερική συγκυρία πρόσφορη, τον αποκεφάλισε. Ο Γκίκας βέβαια δεν μπορούσε ίσως να φανταστεί το τέλος του, καθώς ήταν ο πρώτος Ηγεμόνας που εκτελέστηκε κατά την διάρκεια της θητείας του, μέσα στο παλάτι του.

Πολύ μεγαλύτερα πολιτικά οφέλη άντλησε η Ρωσία από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φιραρή, ο οποίος αποτέλεσε την ψυχή του «ρωσικού κόμματος» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία γιά την περίοδο 1775-1786, δηλαδή ανάμεσα στους δύο επί Αικατερίνης ρωσοτουρκικούς πολέμους. Ο Μαυροκορδάτος εργάστηκε με συνέπεια γιά τα ρωσικά συμφέροντα γιά περίπου μία δεκαετία, έως ότου η Πύλη αντιληφθεί τον ρόλο του και έτσι ο τελευταίος να αναγκαστεί να καταφύγει στην Ρωσία προκειμένου να γλυτώσει. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε κάτι που ανάλογα με την γνώση της οθωμανικής πραγματικότητας την οποία διαθέτει κανείς, θεωρείται αυτονόητο είτε άγνωστο: όλοι οι Φαναριώτες που συνεργάζονταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο όχι μόνο με την ρωσική, αλλά με οποιαδήποτε ξένη αυλή, έπρεπε να διατηρήσουν αυτήν την συνεργασία πάση θυσία κρυφή, αν ήθελαν να διατηρήσουν το κεφάλι τους πάνω στους ώμους τους. Και σε αυτό το σημείο πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν όφειλαν να αποκρύπτουν μόνο την -και στις μέρες μας ακόμη- κολάσιμη συνεργασία με τον εχθρό, η οποία σημαίνει προδοσία, αλλά ακόμη και οποιαδήποτε παρέκκλιση προς θέσεις, απόψεις, συνήθειες που επικρατούσαν σε μία ξένη δύναμη ή και ακόμη τις προσωπικές –καθαρά ανθρώπινες- σχέσεις με εκπροσώπους των δυνάμεων αυτών (πρωτίστως τους πρέσβεις τους στην Πόλη).

Jacob Philipp Hackert, Η ναυμαχία του Τσεσμέ (1772), Αγία Πετρούπολη, Μουσείο Hermitage.

Έτσι λοιπόν, στα χρόνια μετά το 1775, ο Μαυροκορδάτος δεν υπήρξε θαμώνας της ρωσικής πρεσβείας, αλλά διατήρησε στενές επαφές με τους φραγκολεβαντίνους δραγομάνους της, τους αδελφούς Pisani. Ιδιαίτερα πιθανή, παρότι δεν έχουμε εντοπίσει ακόμη την τεκμηρίωσή της, πρέπει να θεωρείται η συνεργασία του με τον Λέσβιο δραγομάνο και σύμβουλο της πρεσβείας Αντώνιο Παλλαδοκλή, ο οποίος ακολούθησε τον ρώσο πρέσβη Ρέπνιν μετά την Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή στην Πόλη στα 1775 και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1781. Γράφει χαρακτηριστικά ότι διατηρούσε μυστικές επαφές στην Πόλη και ότι εργάστηκε σθεναρά γιά το ζήτημα της Κριμαίας ερχόμενος σε επαφή με Φαναριώτες και φροντίζοντας να καλλιεργεί τα ρωσόφιλα αισθήματά τους. Ο Παλλαδοκλής είχε βρεθεί στην Ρωσία το 1762, σπούδασε στην Ακαδημία του Κιέβου και αρχικά σταδιοδρόμησε ως δάσκαλος, ενώ κατόπιν είχε υπηρετήσει στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών κατά την διάρκεια του πολέμου (1768-1774) και προφανώς είχε γνωριστεί από τότε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και την υπόλοιπη ακολουθία του Γκίκα. Το 1771 εξέδωσε στην Ρωσία μία σειρά από ωδές αφιερωμένες στην Αικατερίνη Β΄ και ρώσους στρατηγούς, όπως ο Αλέξιος και ο Γρηγόριος Ορλώφ, ο Νικήτας Πανήν και ο Συμεών Ναρισκήν. Σε άλλο έργο του στα 1773 προσφέρει στην Αικατερίνη τον μεγαλύτερο δυνατό έπαινο, καθώς θεωρεί ότι της αξίζει ο τίτλος της «Μεγάλης» και την παρομοιάζει με τον Μεγαλέξανδρο. Προχωράει, μάλιστα, την παρομοίωσή του σε λεπτομέρειες, καθώς ισχυρίζεται ότι όπως ο Αλέξανδρος κατανίκησε τον Δαρείο, έτσι και η Αικατερίνη κατανίκησε τον Δαρείο που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή τον σουλτάνο. Συνέγραψε, επίσης, και γιά τις ρωσικές νίκες στην Κριμαία, εξυμνώντας τον Ποτέμκιν. Στα 1783, όταν ο Μαυροκορδάτος γινόταν Μ. Δραγομάνος της Πύλης, ο Παλλαδοκλής αναβαθμιζόταν και εκείνος και από διπλωματικός υπάλληλος γινόταν πρόξενος της Ρωσίας στην Δαλματία, θέση που διατήρησε και κατά τον δεύτερο επί Αικατερίνης ρωσο-οθωμανικό πόλεμο (1787-1792) και από την οποία προσπάθησε με κάθε τρόπο να ενισχύσει την δυναμική παρέμβαση της Ρωσίας στα Βαλκάνια.

Η δυνατότητά του να ενισχύσει τα ρωσικά συμφέροντα απέκτησε πραγματική υπόσταση, όταν στα 1783 κατέστη Μ. Δραγομάνος της Πύλης. Παρά την διετή μόλις δραγομανία του, κατόρθωσε να συμβάλει τα μέγιστα στην επίτευξη ενός στρατηγικού στόχου της Ρωσίας, την προσάρτηση της Κριμαίας. Η Κριμαία μέχρι τότε αποτελούσε αυτόνομο υποτελές βασίλειο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στα 1783 η Οθωμανική πλευρά σιωπηρά αποδέχθηκε την προσάρτησή της από την Ρωσία, όταν χάνος των Τατάρων της Κριμαίας ήταν ο Γκιράυ και δραγομάνος της Πύλης ο συμφιλοξενούμενός του παλαιότερα στην Ρωσία Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο τελευταίος κατόρθωσε να πείσει την Πύλη ότι η παραχώρηση ήταν αναπόφευκτη, ότι η Ρωσία είχε ετοιμαστεί γιά νέο πόλεμο και ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση ούτε ο χάνος, ο οποίος δέχθηκε την προσάρτηση, να μεταπειστεί, ούτε να ηττηθεί η Ρωσία από τις σουλτανικές δυνάμεις στην Κριμαία. Γιά τις «υπηρεσίες» του προς την Πύλη σε αυτές τις διαπραγματεύσεις μάλιστα, ο Μαυροκορδάτος ανταμείφθηκε με τον θρόνο της Μολδαβίας, τον οποίο πήρε από τον άσπονδο πρωτοξάδελφό του και συνονώματο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Δελήμπεη, στα 1785. Στα 1786, όμως, όταν το κλίμα στο Διβάνι μεταστράφηκε από την υποχωρητικότητα απέναντι στην Ρωσία και κατέστησαν γνωστές και οι επαφές του με την Ρωσία, η Πύλη τον απάλλαξε από τα καθήκοντα του Ηγεμόνα και του ζήτησε να επιστρέψει στην Πόλη. Εκείνος, γνωρίζοντας καλά τί θα επακολουθούσε εάν επέστρεφε, έφυγε από το Ιάσιο, όχι όμως με προορισμό την Πόλη, αλλά την Μόσχα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του με σύνταξη, την οποία του εξασφάλισε η Αικατερίνη γιά τις υπηρεσίες του έναντι της Ρωσίας. Η κόρη του, μάλιστα, έγινε δεσποινίδα επί των τιμών της τσαρίνας.

Η υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) σε χαρακτικό του τέλους του ΙΗ΄ αιώνα (Βουκουρέστι, Συλλογή χαρακτικών της Ρουμανικής Ακαδημίας).

Πέρα από την περίπτωση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του Φιραρή, η οποία είναι χαρακτηριστική γιά την ρωσοφιλία στο ανώτατο επίπεδο των Φαναριωτών, θα μνημονεύσουμε και ένα τυπικό παράδειγμα του μέσου επιπέδου. Πρόκειται γιά την περίπτωση του Σκαρλάτου Στούρτζα. Ενώ μέχρι τότε ήταν αξιωματούχος των Φαναριωτών ηγεμόνων είχε ήδη στα τέλη του 1790 αναλάβει την βεστιαρία, υπό ρωσική κατοχή, αξίωμα που του απέφερε σημαντικά οικονομικά οφέλη. Η περίπτωση μάλιστα του Στούρτζα δείχνει και κάτι επιπρόσθετο· έναν άλλο τρόπο που χρησιμοποιούσε η Ρωσία προκειμένου να προσεταιριστεί τους Ηγεμόνες: την προαγωγή, ενίσχυση και μισθοδοσία των γαμπρών τους. Κάτι τέτοιο δεν έχει μέχρι σήμερα επισημανθεί, ακριβώς λόγω της φύσης αυτής της ενέργειας, πώς δηλαδή δεν έπρεπε να είναι ευρέως γνωστή, καθώς τότε έχανε την αξία της. Πραγματικά, η Πύλη δεν ήταν δυνατό να παρατηρεί τις κινήσεις και τις επαφές όλων των γαμπρών των Ηγεμόνων. Η πρακτική βέβαια αυτή απέφερε και ένα άλλο σημαντικό όφελος: πώς, και αν ακόμη γνωστοποιούνταν τα σχετικά, ο Ηγεμόνας είχε την δυνατότητα να επικαλεστεί την διαφωνία του με τις ενέργειες του «φιραρή» γαμπρού του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των τέκνων του Σκαρλάτου Στούρτζα, Αλεξάνδρου και Ρωξάνδρας, η οποία είναι τυπική γιά τις περιπτώσεις των Ελλήνων πρακτόρων της ρωσικής πολιτικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολύ συχνά τα τέκνα των μελών του ρωσικού κόμματος κατέληγαν στην Ρωσία, όπου σταδιοδρομούσαν ως αξιωματούχοι. Θα αναφερθούμε στον Αλέξανδρο και την Ρωξάνδρα Στούρτζα, παρότι δεν έζησαν ποτέ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή το Ελληνικό Βασίλειο, υπήρξαν ωστόσο άνθρωποι του Καποδίστρια και ιδίως ο Αλέξανδρος με τα κείμενά του άσκησε σημαντική επιρροή στους ρωσόφιλους της Ελλάδος.

Αλέξανδρος Στούρτζας.

Ο Αλέξανδρος Στούρτζας γεννήθηκε στο Ιάσιο στις 18 Νοεμβρίου 1791, λίγους μήνες προτού η οικογένεια εγκατασταθεί στην Πετρούπολη λόγω της ένταξης του πατέρα του Σκαρλάτου Στούρτζα στην ρωσική υπηρεσία κατά τον πόλεμο του 1787-1792, όταν είχε ενταχθεί στον ρωσικό στρατό στην κατεχόμενη τότε από τους Ρώσους Μολδαβία, όπως προαναφέρθηκε. Ο Αλέξανδρος σπούδασε στην Θεολογική Ακαδημία και το Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης και στα 1809 διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, ενώ το 1811 ονομάστηκε διερμηνέας. Το 1812 συνόδεψε ως προσωπικός γραμματέας και διερμηνέας, τον ναύαρχο Τσιτσακώφ, διοικητή των ρωσικών δυνάμεων στον Δούναβη. Αργότερα, χρημάτισε βοηθός του Καποδίστρια στο διπλωματικό γραφείο του ναυάρχου, στο Βουκουρέστι. Το 1815 συνόδεψε τον Καποδίστρια στο Παρίσι. Οι απόψεις του γιά τους Ιησουίτες φαίνεται πώς προκάλεσαν την εκδίωξή τους από την Ρωσία. Η πρώτη σύζυγός του υπήρξε ρωσίδα, ενώ η δεύτερη καταγόταν από την Πρωσία και ήταν κόρη του προσωπικού ιατρού του Φρειδερίκου Γ΄ της Πρωσίας Ουφαλάνδου. Πέρα από την υπηρεσία στο υπουργείο Εξωτερικών διετέλεσε και μέλος της Γενικής Διευθύνσεως των Σχολείων της Ρωσίας. Ήταν ανοικτά πολέμιος των νεωτερικών ιδεών. Είχε στενή σχέση και αλληλογραφία με τον Καποδίστρια σε όλη την ζωή του, ιδίως γιά την Ελλάδα μετά την έναρξη της Επανάστασης. Συνέγραψε πραγματεία με τίτλο: La Grèce en 1821 et 1822, το οποίο κυκλοφόρησε ανωνύμως το 1823. Συνέβαλε τα μέγιστα στο να κατανοηθεί από τους Ευρωπαίους η πραγματική μορφή της Επανάστασης και να αποσειστεί η μομφή γιά κοινωνική επανάσταση. Το 1828 στάλθηκε από το ρωσικό υπουργείο των Εξωτερικών ως εκπρόσωπος στην μεταβατική διοίκηση των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Το 1830 αποσύρθηκε από το υπουργείο και εγκαταστάθηκε οριστικά μαζί με την αδελφή του στην Οδησσό, όπου διοικούσαν το Ίδρυμα Στούρτζα. Απεβίωσε το 1854. Υπήρξε επίσης φίλος και αλληλογράφος του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πράγμα που δείχνει ακόμη περισσότερο την συνέχεια που υπήρχε ανάμεσα στο προεπαναστατικό και το μετεπαναστατικό ρωσικό κόμμα. Συγκεκριμένα, ο Οικονόμος γράφει σε επιστολή του στον Στούρτζα, ασκώντας ήδη από το 1821 αντιβρετανική πολιτική: «Οι θαλασσοκράτορες αγγέλλονται πανταχόθεν, ότι προάγουσι και οδηγούσι και βοηθούσι κρυφίως τον στόλον τον Οθωμανικόν. Οι δέ ταλαίπωροι Έλληνες εγκαταλελειμμένοι υπό πάντων μάχονται με τον θάνατον».

Η Ρωξάνδρα Στούρτζα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Οκτωβρίου 1786. Στα 17 της έγινε δεσποινίδα επί των τιμών της τσαρίνας Ελισάβετ. Στο σπίτι η οικογένεια μιλούσε Ελληνικά. Στην Πετρούπολη γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια και μετέβησαν μαζί στο συνέδριο της Βιέννης (1814-1815), ο Καποδίστριας ως υπουργός του τσάρου και η Ρωξάνδρα ως ακόλουθος της τσαρίνας. Με υπόδειξη της ρωσικής αυλής παντρεύτηκε τον κόμη Edling. Έλαβε μέρος στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας στην Βιέννη το 1814 μαζί με τον Άνθιμο Γαζή και τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας. Πέθανε το 1844.

Στα χρόνια πιά κοντά στην Επανάσταση του 1821 η ρωσική διπλωματία πέρα από τους Φαναριώτες και τους διπλωματικούς της πράκτορες, άρχισε να στρατολογεί και λογίους. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης (1785-1860), που κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσά τους, στα 1804 αφιέρωσε στον τσάρο Αλέξανδρο το έργο του Notizie per servire alla storia corcirese dai tempi eroici fino al secolo XII. Από εκείνη την εποχή η σύνδεσή του με την ρωσική πολιτική υπήρξε σταθερή. Στα 1814 ο τσάρος του απένειμε το παράσημο του ιππότη της τετάρτης τάξεως του Αγίου Βλαδιμήρου. Από το 1820 ώς το 1826 με την μεσολάβηση του φίλου του και πρέσβη της Ρωσίας στο Τορίνο, του Ζακυνθινού κόμη Μοτσενίγου, υπηρέτησε ως σύμβουλος στην ρωσική πρεσβεία στο Πεδεμόντιο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνεργασία του Μουστοξύδη με τον Δημήτριο Σχινά, μία παράμετρος της οποίας υπήρξε η κοινή ρωσοφιλία. Εξέδωσαν μαζί στα 1817 την Συλλογή αποσπασμάτων ανεκδότων ελληνικών μετά σημειώσεων.

Ανδρέας Μουστοξύδης.
Ρωξάνδρα Στούρτζα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Την ίδια εποχή η αυστριακή αστυνομία τον παρακολουθούσε, και σε αναφορές καταγράφονται τα αντιγαλλικά και αντιαυστριακά σε συνδυασμό με τα φιλορωσικά αισθήματά του. Επίσης, σημειωνόταν ότι διατηρούσε επαφές με τους ρώσους διπλωμάτες στην Ιταλία και ιδίως με τον πρόξενο της Ρωσίας στο Τορίνο Σπυρίδωνα Ναράντζη. Στα 1820 και ενώ έφερε τον τίτλο του κρατικού ιστοριογράφου των Επτανήσων δημοσίευσε ανώνυμα στο Παρίσι το αντιβρετανικό έργο Exposé des faits qui ont précédé et suivi la cession de Parga. Όταν αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν ο συγγραφέας, του αφαιρέθηκε ο τίτλος.

Με τέτοιους συνεργάτες οι Ρώσοι έχτισαν το ρωσικό πολιτικό δίκτυο, το ρωσικό κόμμα στην επαναστατημένη Ελλάδα ήδη από το πρώτο διάστημα της Επανάστασης. Το ρωσικό κόμμα όχι μόνο είχε γερές ρίζες ανάμεσα στους Έλληνες, αλλά και όσο περνούσαν τα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία αύξανε τους υποστηρικτές του μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), κατά τον οποίον η ήττα της Ρωσίας υπήρξε βαρύτατη και συνεπώς οι Έλληνες δεν μπορούσαν πλέον να ελπίζουν στην βοήθειά της. Ακόμη περισσότερο, όμως, στην πτώση της ρωσοφιλίας στην Ελλάδα συνετέλεσε η άνοδος και κυριαρχία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα του Πανσλαβισμού, της ιδιότυπης αυτής μορφής διακρατικού εθνικισμού δυτικής προέλευσης που ένωσε όλους τους Σλάβους υπό την ρωσική πρωτοκαθεδρία και διέλυσε την όποια περίπτωση υπήρχε μέχρι τότε γιά συνεργασία των Ορθοδόξων λαών.

Ο Χαράλαμπος Μηνάογλου είναι διδάκτωρ νεώτερης ιστορίας του Tμήματος Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Ε.Κ.Π.Α. Έχει εργαστεί στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και στο Κέντρον Ερεύνης Ιστορίας Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Διευθύνει το Πρότυπο Λύκειο της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται κυρίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και ειδικότερα στον πνευματικό βίο των Ελλήνων, τους Έλληνες περιηγητές, την ελληνική ιστοριογραφία, τους Φαναριώτες, την Ελληνική Επανάσταση, τον Ανθελληνισμό και την εκκλησιαστική ιστορία.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 Γκρέγκορι Ἄρς (ἔκδ.), Ἡ Ρωσία καὶ τὰ πασαλίκια Ἀλβανίας και Ἠπείρου 1759-1831. Ἔγγραφα ρωσικῶν ἀρχείων, Ἀθήνα 2007.

Alexander Bitis, Russia and the Eastern Question: Army, Government, and Society 1815–1833, New York: Oxford University Press 2006.

Lucian Frery, «Russian consuls and the Greek War of Independence (1821-1831), Mediterranean Historical Review 28/1 (2013), 46-65.

Stella Ghervas, Réinventer la tradition. Alexandre Stourdza et l’Europe de la Sainte-Alliance, Paris 2008.

Χαράλαμπος Μηνάογλου, Οι Φαναριώτες και η οθωμανική διπλωματία στα τέλη του ΙΗ′ αιώνα. Ο Κωνσταντίνος Καρατζάς ο Μπάνος στην αυλή του Φρειδερίκου-Γουλιέλμου Β′ της Πρωσίας, Αθήνα 2019.

Nicholaos C. Pappas, Greeks in Russian military service in the late eighteenth and early nineteenth centuries, Thessaloniki 1991.

Th. Prousis, «Aleksandr S. Sturdza: A Russian conservative response to the Greek Revolution», East European Quarterly 26/3 (1992), 309-344.

Victor Taki, Limits of Protection: Russia and the Orthodox Coreligionists in the Ottoman Empire, Pittsburgh 2015.

 

Ζήσης Φωτάκης: H Εξέλιξη και η Στρατηγική Σημασία των Συγκοινωνιακών Δικτύων στην Ελλάδα 1830 – 1944

Ζήσης Φωτάκης

H Εξέλιξη και η Στρατηγική Σημασία των Συγκοινωνιακών Δικτύων στην Ελλάδα

1830 – 1944

Η περίοδος μεταξύ της ίδρυσης του ελληνικού βασιλείου και του τέλους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί ορόσημο για την ανάπτυξη των χερσαίων και των θαλάσσιων συγκοινωνιακών υποδομών του. Η εξάπλωση του σιδηροδρομικού δικτύου στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά τον ύστερο 19ο αιώνα και η υλοποίηση τεχνικών έργων όπως η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου συνιστούν ικανά δείγματα πρωτοβουλιών που άλλαξαν την συγκοινωνιακή πραγματικότητα της Ελλάδας. Το παρόν κείμενο επισκοπεί τις σχετικές εξελίξεις επισημαίνοντας τη στρατηγική τους σημασία.

 

1.  Λιμενικό Δίκτυο

Ο κατακόρυφος διαμελισμός της Ελλάδας, η πολυνησία της, η μακρά ακτογραμμή της και ο μεγάλος αριθμός των φυσικών λιμένων της κατέστησε τη ναυτιλία το κυριότερο συγκοινωνιακό μέσο στην Ελλάδα του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο πως τα σημαντικότερα ελλαδικά αστικά κέντρα διέθεταν οργανωμένους λιμένες, στις παρυφές των οποίων συντελέστηκε ο βιομηχανικός μετασχηματισμός της χώρας μας και η ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών.1 Ελλείψει σιδηροδρομικής σύνδεσης της Ελλάδας με το εξωτερικό έως το 1920 και επαρκούς ελληνικού οδικού δικτύου καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου εξασφαλιζόταν ναυτιλιακώς η γρήγορη, εύκολη και φθηνή μεταφορά των πρώτων υλών που χρειαζόταν η ελληνική βιομηχανία, αλλά και των ποικίλων αγαθών που είχαν ανάγκη τα ελληνικά αστικά κέντρα.2

Tο λιμάνι της Ερμούπολης περί τα μέσα του 19ου αιώνα.

Την επαύριο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας το λιμάνι της Ερμούπολης κατέστη το σημαντικότερο ελληνικό λιμάνι αξιοποιώντας την στρατηγική του θέση στον άξονα Βορρά-Νότου της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και τις εμποροναυτικές δεξιότητες των Χίων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο νησί της Σύρου μετά την καταστροφή του νησιού τους από τους Τούρκους, την άνοιξη του 1822. Το φυσικό λιμάνι του Πειραιά περιβαλλόταν τη δεκαετία του 1830 από έλη, οι προσχώσεις είχαν μειώσει το βάθος του και η προσέγγιση των πλοίων ήταν επακόλουθα δύσκολη. Παρά όμως την τεχνική υπεροχή του λιμανιού της Ερμούπολης, ο λιμένας του Πειραιά σταδιακά αναπτύχθηκε καθώς δεν συνέφερε στρατηγικά στο ελληνικό κράτος να συγκεντρωθεί ο εμπορικός του πλούτος σε ένα ευπρόσβλητο νησί.3 Επιπλέον, η γειτνίαση του Πειραιά με την πληθυσμιακά γοργά αναπτυσσόμενη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η αργή μα σταθερή επέκταση του οδικού δικτύου που συνέδεε τον Πειραιά με την Αττικοβοιωτία και τη Βόρεια Πελοπόννησο, καθώς και η φιλοξενία σε αυτόν των απαρχών της ελληνικής βιομηχανίας ανατροφοδότησαν την αναπτυξιακή πορεία του λιμανιού του.4 Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η εκφόρτωση ήταν ευκολότερη στον Πειραιά, γιατί το λιμάνι του ήταν πιο ευρύχωρο και πιο ασφαλές από αυτό της Ερμούπολης και γιατί στην ακτή Μιαούλη, που είχε μεγάλο βάθος, τα πλοία πλησίαζαν πολύ κοντά στην προκυμαία. Στον Πειραιά υπήρχαν επίσης πολύ περισσότερα και φθηνότερα εργατικά χέρια για εκφορτώσεις απ’ ό,τι στην Ερμούπολη.5 Η εξαγωγή μεγάλου όγκου βοιωτικού βάμβακος από το λιμάνι του Πειραιά κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τη θέση του συγκεκριμένου λιμανιού έναντι της Σύρου.6 Ήταν η μόνη περίοδος στην ιστορία του Πειραιά που οι εξαγωγές ισορρόπησαν, εν μέρει, τις εισαγωγές στην Ελλάδα διά μέσου του λιμένα αυτού.7

Το λιμάνι του Πειραιά το 1832.

Η πρόδηλη χρησιμότητα του Πειραιά είλκυσε δημόσιες επενδύσεις. Έως το 1861 αποξηράνθηκαν τα περιβάλλοντα έλη και κατασκευάστηκαν από τα έσοδα του Λιμενικού Ταμείου Πειραιά κρηπιδώματα και κυματοθραύστες, πλακοστρώθηκαν προκυμαίες, εκβαθύνθηκε το λιμάνι και φωτίστηκε με φανούς πετρελαίου η προκυμαία του. Στη δεκαετία του 1860 ιδρύθηκε το Ναυπηγείο Βασιλειάδη στην Βορειοανατολική πλευρά του λιμανιού για επισκευή και καθαρισμό των πλοίων, αποτελώντας έτσι τον πυρήνα της μεγάλης πειραϊκής σιδηρουργίας. Ήταν πολύ πιο λειτουργικό το ναυπηγείο αυτό από τα αντίστοιχα της Σύρου, καθώς μπορούσε να δεχθεί πλοία κάθε μεγέθους, η προκυμαία του ήταν επικλινής και η θάλασσα είναι βαθιά στο σημείο εκείνο διευκολύνοντας την καθέλκυση και την ανέλκυση.8

Την πεντηκονταετία που ακολούθησε έως τους Βαλκανικούς Πολέμους η σημασία του Πειραιά ενισχύθηκε, καθώς η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1869) και της διώρυγας της Κορίνθου (1893) κατέστησαν τον Πειραιά σημείο συνάντησης των πλοίων που έπλεαν προς την Ανατολή και τη Μαύρη θάλασσα καθώς και ναυπηγοεπισκευαστικό και εφοδιαστικό κέντρο. Η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου αφαίρεσε επίσης από τη Σύρο το γεωγραφικό πλεονέκτημα του συντομότερου κατά 90 ναυτικά μίλια ταξιδιού από και προς τη Δυτική Μεσόγειο που έκαναν όσα πλοία κατέπλεαν στο λιμάνι της συγκριτικά με όσα πλοία έκαναν το ίδιο ταξίδι και κατέπλεαν στο λιμάνι του Πειραιά. Επιπλέον, η κατασκευή των σιδηροδρόμων Πειραιώς-Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) (1882-1902) και Πειραιώς-Συνόρων (1889-1909) συνέδεσε τον Πειραιά με την αγορά της υπόλοιπης χώρας. Οι εξελίξεις αυτές κατέστησαν τον τελευταίο το όγδοο πιο πολυσύχναστο λιμάνι της Ευρώπης και το τρίτο πιο πολυσύχναστο στην Μεσόγειο το 1900.

Η ένταση του μεταφορικού φορτίου που διακινούνταν διά μέσου του Πειραιά καθώς και οι νέες απαιτήσεις που προκάλεσε η μετάβαση από το ιστίο στον ατμό δημιούργησαν την ανάγκη νέων, μεγαλύτερων, τεχνικών υποδομών στο λιμάνι του. Το 1880 αγοράστηκε μια μεγάλη βυθοκόρος που προχώρησε σε νέα εκβάθυνση του Πειραϊκού λιμένος, ώστε να επιτραπεί η είσοδος ατμόπλοιων μεγάλου εκτοπίσματος. Ανακατασκευάστηκαν επίσης η μεγάλη δημοτική δεξαμενή και το δημοτικό φρέαρ ώστε να υδροδοτούνται επαρκώς τα καταπλέοντα σκάφη. Επιπλέον, κατασκευάστηκαν δύο μόνιμες δεξαμενές στο λιμάνι του Πειραιά, μία των 18.000 τόνων και μία των 2.500 τόνων και εξοπλίστηκαν με 3 ηλεκτροκίνητους γερανούς. Συνεχίστηκε επίσης η κατασκευή υποβρυχίων και υπερθαλάσσιων κρηπιδωμάτων και λιμενοβραχιόνων, η κατασκευή και η επισκευή οχετών, υπονόμων, παραλιακών δρόμων καθώς και αντιπλημμυρικών έργων στις κοίτες του Κηφισσού και του Ιλισσού. Μέχρι το 1878 το λιμάνι φωτιζόταν με πετρέλαιο, μετά με φωταέριο και από τον Μάρτιο του 1904 ηλεκτρικά.9

Την ίδια περίοδο έγιναν και άλλες κινήσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του λιμανιού με κυριότερη αυτή του Αρχιμηχανικού Κελλενέκ που πρότεινε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 τη διάνοιξη διώρυγας που θα ένωνε το Φάληρο με το Κεντρικό Λιμάνι και στην οποία θα ξεφόρτωναν τα πλοία. Την ίδια δεκαετία η κυβέρνηση Τρικούπη ήρθε σε επαφή με έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της εποχής τον Γάλλο Ερσάν, που είχε εκτελέσει τα έργα των δεξαμενών της Τουλών και του Χερβούργου, είχε εκβραχώσει το λιμάνι της Βρέστης, είχε διαρρυθμίσει τα πλωτά μέρη του Δούναβη στη Βιέννη και είχε κατασκευάσει τις αποβάθρες της Αμβέρσας και τη δεξαμενή της Σαϊγκόν. Τόσο οι επαφές της Ελληνικής Κυβέρνησης με τον Κελλενέκ όσο και με τον Ερσάν δεν απέδωσαν γιατί το κόστος των προτάσεών τους ήταν μεγάλο.10

Έχοντας επίγνωση της σημασίας του λιμένα του Πειραιά για την αριθμητική και την ποιοτική πρόοδο της ελληνικής ναυτιλίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενέσκηψε στα προβλήματα που το λιμάνι αυτό αντιμετώπιζε, όταν ανέλαβε την Πρωθυπουργία της Ελλάδας και το Υπουργείο των Ναυτικών το φθινόπωρο του 1910. Ενώ η ναυτιλιακή κίνηση του Πειραιά γινόταν ολοένα και πυκνότερη οι φορτοεκφορτωτικές εργασίες σε αυτόν χρόνιζαν, καθώς γίνονταν κυρίως με τα χέρια. Συνακόλουθα παρατηρούνταν έλλειψη αποθηκευτικών χώρων και αταξία των διακινούμενων προϊόντων που τοποθετούνταν φύρδην-μίγδην στα στενά πεζοδρόμια της παραλίας. Το αποτέλεσμα ήταν κλοπές και καταστροφές των εμπορευμάτων που οδηγούσαν σε αύξηση των ναύλων και των ασφαλίστρων για το λιμάνι του Πειραιά. Για να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση τέθηκε σε ισχύ την 20ή Μαρτίου του 1911 ο νόμος ΓΦΛ ο οποίος ανέθεσε τη διαχείριση του λιμένος σε ένα δεκαπενταμελές όργανο, την «Επιτροπεία Λιμένος Πειραιώς» στο οποίο εκπροσωπούνταν όλες οι παραγωγικές τάξεις (τρεις αντιπρόσωποι του Δήμου Πειραιά, δύο αντιπρόσωποι του Δήμου Αθηναίων, τρεις του εμπορικού επιμελητηρίου Πειραιά, δύο του εμπορικού συλλόγου Αθηνών, ένας εφοπλιστής, ένας πράκτορας, ο Νομάρχης Αττικοβοιωτίας, ο Λιμενάρχης Πειραιά και ένας ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών) που είχαν άμεσο συμφέρον στην εύρυθμη λειτουργία του λιμανιού.

Η είσοδος του λιμανιού του Πειραιά σε φωτογραφία του 1880 των αδελφών Ρωμαΐδη. Στο βάθος διακρίνεται το Χατζηκυριάκειο.

Η διοικητική αυτή μεταρρύθμιση, που σύντομα απέδωσε καρπούς, συνοδεύτηκε από την μετάκληση στην Ελλάδα Γερμανού ειδικού, του Καθηγητή Kummer που μελέτησε τα έως τότε σχέδια για τη βελτίωση της υποδομής και της ανωδομής του Πειραϊκού λιμένος και εκτίμησε το κόστος της πραγματοποίησής τους σε 6-7 εκατομμύρια δραχμές. Τόσο οι επαφές της κυβέρνησης Βενιζέλου με τον Γερμανό ειδικό, όσο και ο αντίστοιχος διαγωνισμός που διεξήγαγε μεταγενέστερη κυβέρνηση Βενιζέλου με τη συμμετοχή αγγλικών εταιρειών το 1918, αλλά και η παρόμοια προσπάθεια της βασιλικής κυβέρνησης που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, δεν ευοδώθηκαν για χρηματοδοτικούς και πολιτικούς λόγους.11 Πάντως, το 1916 κατασκευάστηκε η σιδηροδρομική γραμμή που ένωσε την Ελλάδα με την Ευρώπη και η οποία ενεργοποιήθηκε μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το καλοκαίρι του 1920. Η παρεπόμενη σιδηροδρομική σύνδεση του Πειραιά με την Ευρωπαϊκή ενδοχώρα αύξησε ακόμα περισσότερο τη σημασία του καθώς βρίσκεται 600 χιλιόμετρα πιο κοντά στο Πόρτ Σάιδ από τον ανταγωνιστικό λιμένα του Μπάρι συντομεύοντας έτσι το ταξίδι κατά 30 ώρες.12

Το λιμάνι του Πειραιά άρχισε να παίρνει την όψη σύγχρονου λιμένος την οκταετία 1924-1931 όταν το «Λιμενικό Ταμείο» ανέθεσε μετά από διεθνή δημόσιο διαγωνισμό στον Γαλλικό όμιλο “Hersent Schneider -Société des Batignoles -Régie générale de chemins de fer et travaux publics” την εκτέλεση μεγάλων έργων σε αυτό το λιμάνι. Κατασκευάστηκαν τότε κρηπιδώματα από τα Ναυπηγεία Βασιλειάδη μέχρι και την αρχή της βόρειας πλευράς της προβλήτας Τζελέπη με 115 δέστρες. Ανεγέρθηκαν επίσης πέντε αποθήκες χωρητικότητας 56.000 τόνων και τοποθετήθηκαν 21 γερανοί μπροστά από αυτές. Συνάμα, εγκαταστάθηκαν στην ακτή Βασιλειάδη δύο μεγάλες γερανογέφυρες για εκφόρτωση γαιανθράκων, κρηπιδώθηκε το «Κωφό» λιμάνι, κατασκευάστηκε νηοδόχος φορτηγίδων, επιμηκύνθηκε κατά 88 μέτρα ο λιμενοβραχίονας Θεμιστοκλέους και κατασκευάστηκε κυματοθραύστης 726 μέτρων και αντιβραχίονας 170 μέτρων στον όρμο του Αγίου Γεωργίου.13

Αεροφωτογραφία του Πειραιά στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Τη δεκαετία του 1930 η ίδρυση του ΟΛΠ (1930) βελτίωσε σημαντικά την συντήρηση και συνέβαλε στην αναβάθμιση των υποδομών και στη διαχείριση της λειτουργίας του Πειραϊκού λιμένα. Η ίδρυση επίσης Ελευθέρας Ζώνης στο λιμάνι του Πειραιά (1930) και μεγάλης σιταποθήκης (1936) το κατέστησαν το δεύτερο πιο πολυσύχναστο Μεσογειακό λιμάνι, συγκεντρώνοντας αρκετά πάνω από το μισό της συνολικής ναυτιλιακής κίνησης των ελληνικών λιμένων. Την ίδια δεκαετία ενισχύθηκε και η παράκτια άμυνα του Πειραιά, μια εξέλιξη που θωράκισε τη στρατηγική του αξία. Στον αντίποδα, ο λιμένας της Θεσσαλονίκης είχε πέσει το 1934 στο 28% της ναυτιλιακής κίνησής του πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς οι μεταπολεμικές αλλαγές συνόρων και οι πολιτικές αυτάρκειας της δεκαετίας του 1930 ακύρωσαν στην πράξη την γεωγραφική εγγύτητά του στην Κεντρική Ευρώπη συγκριτικά με τον ανταγωνιστικό λιμένα της Τεργέστης. Πάντως, η δυνατότητα του λιμανιού αυτού να προωθεί έως και 7000 τόνους ημερησίως βόρεια και ανατολικά κέρδισε την προτίμηση των Γάλλων για την υποστήριξη ενός Βαλκανικού μετώπου μέσω της Θεσσαλονίκης σε περίπτωση νέου παγκοσμίου πολέμου.14

Την επαύριο της Μικρασιατικής καταστροφής και έως τη Δικτατορία Μεταξά αναλήφθηκαν βελτιωτικά έργα και στα μικρότερα λιμάνια της ελληνικής επικράτειας. Προβλέφθηκαν για τον σκοπό αυτό πιστώσεις 60 εκατομμυρίων δραχμών για το λιμάνι της Πάτρας, 45 εκατομμυρίων για το λιμάνι της Καλαμάτας, 37,5 εκατομμυρίων για το λιμάνι του Βόλου, 64 εκατομμυρίων για το λιμάνι της Καβάλας, 11 εκατομμυρίων για το λιμάνι του Πλωμαρίου, 8 εκατομμυρίων για το λιμάνι της Χαλκίδας και 3,5 εκατομμυρίων για το λιμάνι της Στυλίδας. Από τα λιμάνια αυτά, εκείνο του Βόλου ήταν το πλέον χρήσιμο ως επικουρικός λιμένας στα δύο κύρια ελληνικά λιμάνια σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης και ακολουθούσαν σε σπουδαιότητα το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και το λιμάνι της Καβάλας.15

Κατά την τελευταία τριετία πριν τον πόλεμο διατέθηκαν 50 εκατομμύρια δραχμές για λιμενικά έργα. Με τα λεφτά αυτά αποπερατώθηκε η εκσκαφή του λιμανιού της Αμφίπολης και η κατασκευή 8 αποβαθρών σε αυτό, καθώς και η εκσκαφή δύο αυλάκων πλάτους 50 μέτρων και βάθους 4 στο Πόρτο-Λάγο προς διευκόλυνση των φορτοεκφορτώσεων με φορτηγίδες. Έγινε επίσης η τμήση της διώρυγας Ποτίδαιας σε πλάτος 15 μέτρων και η κατασκευή αποβαθρών και λοιπών έργων στρατιωτικού ενδιαφέροντος στους όρμους Ελευθερών, Κεραμωτής, Πόρτο Λάγο, Φανάρι, Ελευθερούπολης και Πιερίας. Ακόμα, με πόρους του λιμενικού Ταμείου Αλεξανδρούπολης, αποφασίσθηκε να μεγαλώσει ο λιμενοβραχίονας και να κατασκευαστεί δρόμος προσπέλασης σε αυτόν. Συνάμα, με πόρους των οικείων ταμείων προωθήθηκαν σημαντικά βελτιωτικά έργα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Χαλκίδας, των Ισθμίων και του Μεσολογγίου.16 Τα έργα αυτά υπαγορεύτηκαν, σε σημαντικό βαθμό, από τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό έναντι της Ελλάδας και τη ραγδαία ανάπτυξη της βουλγαρικής αεροπορίας που καθιστούσε απαραίτητη τη διασπορά των χώρων αποβίβασης ελληνικών στρατευμάτων σε περίπτωση πολέμου, με τη διευθέτηση όσο το δυνατόν περισσότερων λιμένων και όρμων.17

Τα προαναφερθέντα λιμενικά έργα συνέβαλλαν στην ολοκλήρωση της ελληνικής επιστράτευσης το φθινόπωρο του 1940 τέσσερις ημέρες πριν την προγραμματισμένη λήξη της.18 Απετράπη έτσι πιθανός Ελληνικός αιφνιδιασμός από τον κεραυνοβόλο πόλεμο του Άξονα που είχε καταλάβει μεγάλο τμήμα της Ευρώπης.19 Όπως πολύ εύστοχα επισήμανε ο ναύαρχος Δημήτριος Φωκάς, οι Έλληνες πριν νικήσουν τον Ιταλό, είχαν νικήσει το χρόνο.20 Ήταν αναμενόμενο τα ελληνικά λιμάνια να βομβαρδιστούν κατ’ επανάληψη κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών.21 Το λιμάνι του Πειραιά υπέφερε περισσότερο από όλα.

Κατά την Γερμανική Κατοχή η ναυτιλιακή κίνηση του Πειραιά μειώθηκε στο 1/7 της αντίστοιχης προπολεμικής και αφορούσε το εισαγωγικό εμπόριο κατά 90%. Το λιμάνι του Πειραιά υπέστη επίσης μεγάλες ζημιές κατά την ανατίναξη του αγγλικού φορτηγού Κλάν Φρέιζερ από γερμανικό αεροπορικό βομβαρδισμό τον Απρίλιο του 1941, έζησε 161 συναγερμούς αεροπορικών επιδρομών και επλήγη επίσης βαριά από τον μεγάλο βομβαρδισμό της 9ης Ιανουαρίου 1944 αλλά και από την ανατίναξη των λιμενικών του εγκαταστάσεων από τους αποχωρούντες Γερμανούς την 12η Οκτωβρίου 1944. Οι συνολικές ζημιές που προκλήθηκαν στις υποδομές του κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εκτιμώνται σε 325 εκατομμύρια προπολεμικές δραχμές.22 Γενικότερα, η κατάσταση των ελληνικών λιμένων λίγους μήνες πριν το τέλος της Κατοχής (Οκτώβριος 1943- Ιανουάριος 1944) περιγράφεται λεπτομερώς στους φακέλους WO52/1427 και WO52/1428 των Γενικών Κρατικών Αρχείων της Μεγάλης Βρετανίας.

 

Ο Πειραιάς τον 19ο αιώνα

 

2.    Οδικό Δίκτυο

Η Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα διέθετε ένα παραδοσιακό οδικό δίκτυο κατάλληλο για μεταφορές με υποζύγια. Η πρώτη αμαξιτή οδός στη χώρα μας κατασκευάστηκε το 1828 από τη Γαλλική στρατιωτική αποστολή του Στρατηγού Μαιζόν και συνέδεε την Πύλο με την Μεθώνη, δύο σημαντικά φρούρια. Η δεύτερη αμαξιτή οδός κατασκευάστηκε από το ελληνικό κράτος για να συνδεθεί το Ναύπλιο με την Τίρυνθα. Με την ανάρρηση του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο το θέμα των μεταφορών απασχόλησε την Αντιβασιλεία η οποία και εξέδωσε σχετικό διάταγμα την 16/28 Αυγούστου 1833. Το διάταγμα αυτό προέβλεπε την κατασκευή δρόμων που θα συνέδεαν τα λιμάνια με την ενδοχώρα και συγκεκριμένα την κατασκευή των οδικών αξόνων Πάτρας-Γύθειου μέσω Τρίπολης, Κορίνθου-Πύλου μέσω Τρίπολης και Αθήνας-Βόνιτσας μέσω Θήβας-Λιβαδειάς και Αγρινίου.

Το 1835 ολοκληρώθηκε η κατασκευή 8 χιλιομέτρων δρόμου που συνέδεε την Αθήνα με τον Πειραιά και την επόμενη πενταετία ενώθηκε η Αθήνα οδικώς με το Φάληρο, τα Πατήσια, την Κηφισιά, το Μενίδι, την Ελευσίνα, τη Θήβα, τη Λιβαδειά και την Χαλκίδα. Με το νόμο Σς της 2ας Σεπτεμβρίου 1852 οι δρόμοι ταξινομήθηκαν σε εθνικούς, επαρχιακούς και κοινοτικούς.23 Την τριακονταετία που ακολούθησε το ελληνικό οδικό δίκτυο εξαπλασιάστηκε (από 168 χιλιόμετρα το 1852 σε 1050 χιλιόμετρα το 1883) και σε αυτό συνέβαλε η ίδρυση ειδικού ταμείου Οδοποιΐας από την Κυβέρνηση Κουμουνδούρου. Το ταμείο αυτό αναδιοργάνωσε ο Τρικούπης, ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας, και το ενίσχυσε με δάνειο 20 εκατομμυρίων παλαιών δραχμών που συνήψε το ελληνικό δημόσιο με την Εθνική Τράπεζα στις 19 Μαρτίου 1882. Προσκάλεσε δε στην Ελλάδα ο Τρικούπης αποστολή από 32 Γάλλους και Ελβετούς μηχανικούς υπό τον αρχιμηχανικό Ροντέλ για τον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση μεγάλων δημόσιων έργων.24

Χαρίλαος Τρικούπης. Ο Πρωθυπουργός των μεγαλόπνοων δημοσίων έργων.

Στο τέλος της Τρικουπικής δεκαετίας το 1892, το ελληνικό οδικό δίκτυο παρουσίαζε εντυπωσιακή επέκταση, αν και ούτε η ποιότητά του ούτε η συντήρησή του δεν ήταν ικανοποιητική.25 Η επέκταση αυτή καθώς και η αντίστοιχη θεαματική επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου που θα αναφερθεί στην επόμενη ενότητα οφείλονταν στην πεποίθηση του Τρικούπη ότι θα μπορούσαν να επιταχύνουν αποφασιστικά την ελληνική επιστράτευση σε περίπτωση πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.26 Η στρατηγική χρησιμότητα της επέκτασης του οδικού και του σιδηροδρομικού δικτύου ενισχύθηκε και από την τάση της μερικής απεξάρτησης της επιστράτευσης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη θάλασσα μετά την εμπειρία του ναυτικού αποκλεισμού των ελληνικών παραλίων την άνοιξη του 1886, κατά τον «Ειρηνοπόλεμο».27 Οφείλονταν τέλος και σε αξιώσεις ισχυρών κομματικών παραγόντων. Στην εικοσαετία που μεσολάβησε από την πτώχευση της Ελλάδας (1893) έως την έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων η επέκταση του ελληνικού οδικού δικτύου συνεχίστηκε, αλλά με σαφώς βραδύτερους ρυθμούς (από 3286 χιλιόμετρα το 1892 σε 4800 χιλιόμετρα το 1912).

Ο διπλασιασμός της ελληνικής επικράτειας κατά την πολεμική δεκαετία ήταν φυσικό να οδηγήσει και σε μεγάλη αύξηση του οδικού δικτύου της που ανήλθε σε 8000 χιλιόμετρα το 1921.28 Αξίζει δε να σημειωθεί ότι 900 από αυτά τα χιλιόμετρα κατασκευάστηκαν από τους Συμμάχους στο Μακεδονικό Μέτωπο για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συγκοινωνιών και του ανεφοδιασμού τους, επισκευάστηκαν δε για τον ίδιο λόγο και 300 χιλιόμετρα του Μακεδονικού οδικού δικτύου.29 Την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής η επέκταση του ελληνικού οδικού δικτύου συνεχίστηκε με αξιόλογους ρυθμούς. Ήδη το 1927 το οδικό δίκτυο της χώρας ανέρχονταν σε 10.309 χιλιόμετρα.30 Κατά τον Μεσοπόλεμο κατασκευάστηκαν σημαντικές εθνικές οδοί (Θεσσαλονίκης–Ξάνθης, Ιωαννίνων–Τρικάλων, Ναυπλίου–Κατάκολου και Μεσολογγίου–Αθηνών μέσω Ναυπάκτου και Ιτέας), αλλά και ικανής έκτασης επαρχιακή οδοποιία. Η συντήρηση του οδικού δικτύου εξακολουθούσε να μην είναι η καλύτερη δυνατή.31

Λεωφορείο της γραμμής Θεσσαλονίκης-Χορτιάτη στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Στην πενταετή διακυβέρνηση της χώρας μας από τον Ιωάννη Μεταξά και, ενώ τα σύννεφα του πολέμου πύκνωναν πάνω από τα Βαλκάνια και την Ευρώπη, λήφθηκαν σύντονα μέτρα για την περαιτέρω επέκταση του ελληνικού οδικού δικτύου με κύριο γνώμονα την ενίσχυση της άμυνας της χώρας. Με τον Αναγκαστικό Νόμο 162/ΙΧ.1936, χαρακτηρίσθηκαν ως εθνικοί οδοί οι στρατιωτικού ενδιαφέροντος δρόμοι της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ηπείρου, ώστε να καταστεί νομότυπη η κατασκευή τους δημοσία δαπάνη. Χορηγήθηκε επίσης ετήσια πίστωση είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών για την επισκευή και τη συντήρηση των στρατιωτικών οδών. Με τον Αναγκαστικό Νόμο 57.5/ιιι.1937 αυξήθηκε επίσης το ετήσιο κονδύλιο συντήρησης του οδικού δικτύου της χώρας από 100 σε 160 εκατομμύρια δραχμές για τη δεκαετία 1937-1947. Με τον ίδιο νόμο διατέθηκαν 793 εκατομμύρια δραχμές στην οδοποιία κατά την τριετία 1937-1940. Επιπλέον, με τον Αναγκαστικό Νόμο 711/ΥΙ.1937 χαρακτηρίσθηκαν κατεπείγοντα τα έργα αυτά ώστε να επιτραπεί η κατασκευή τους δίχως την τήρηση των διατυπώσεων του Νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού και του Νόμου περί προμηθειών του Δημοσίου, διευκολύνοντας έτσι την ταχεία εκτέλεσή τους. Στους υπό κατασκευή δρόμους προβλέπονταν διαπλατύνσεις μήκους 600-700 μέτρων και πλάτους 9 μέτρων ανά 10-12 χιλιόμετρα. Προβλέπονταν επίσης η κατασκευή περιφερειακών δρόμων στους κυριότερους συγκοινωνιακούς κόμβους, ώστε να αποφευχθεί κυκλοφοριακή συμφόρηση και να εξασφαλισθεί προστασία από αέρος. Επιπλέον, λήφθηκε μέριμνα για το οδικό δίκτυο που εξυπηρετούσε τις κατασκευαστικές ανάγκες των Οχυρών.32

Γενικότερα, κατά την τριετία 1937-1940 τα έργα οδοποιίας αφορούσαν κυρίως το οδικό δίκτυο προς τη Βουλγαρία. Ευτυχώς που «το Υπουργείο Συγκοινωνίας είχε προηγηθή εις την φροντίδα της διανοίξεως και κατασκευής της αμαξιτής οδού Καλαμπάκας-Μετσόβου-Ιωαννίνων, δια της Κατάρας επί του Ζυγού, χάρις εις την οποίαν κατωρθώθη τω 1940 εις κρίσιμους στιγμάς η εκ Θεσσαλονίκης προς Ήπειρον διεξέλασις της Μεραρχίας Ιππικού και είτα του Α΄ Σ. Στρατού, η περίσχεσις από Ν. του υπό της Μεραρχίας Αλπινιστών επιτευχθέντος ρήγματος επί της Πίνδου, ως και η παροχή χειρός βοηθείας εις την δεινώς αγωνιζομένην VIII Μεραρχίαν».33 Η οδός, πάντως, αυτή δεν ήταν σχεδιασμένη για να αντέξει το πλήρες μέγεθος της διοικητικής μέριμνας του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και η Ελλάδα δεν διέθετε επαρκή μηχανολογικό εξοπλισμό για να ανοίξει νέους δρόμους ή να συντηρήσει τους υπάρχοντες. Μόνο οι γυναίκες της Ηπείρου μπορούσαν να προσφέρουν χειρωνακτικά σε αυτή την τόσο απαιτητική εργασία στο θέατρο των επιχειρήσεων.34 Πράγματι, παρά την αδιαμφισβήτητη επέκταση του ελληνικού οδικού δικτύου, εξακολουθούσε ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να υπάρχει μόνο μία βατή οδός για αυτοκίνητα από την Παλαιά Ελλάδα στην Μακεδονία μέσω Λάρισας, Ελασσόνας, Κοζάνης προς Θεσσαλονίκη ή μέσω Κοζάνης προς Φλώρινα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η Ήπειρος δεν επικοινωνούσε με το οδικό δίκτυο της υπόλοιπης χώρας, αλλά μόνο ακτοπλοϊκώς μέσω Πρέβεζας. Από εκεί μία και μόνη οδός οδηγούσε προς την Άρτα και τα Ιωάννινα.35

 

3.  Σιδηροδρομικό Δίκτυο

Η γεωγραφική διαίρεση της Ελλάδας σε μικρές κοιλάδες που χωρίζονται μεταξύ τους με θάλασσες ή βουνά διευκόλυνε τη δημιουργία μικρών αυτοτελών σιδηροδρομικών γραμμών αντί ενός σιδηροδρομικού δικτύου.36 Το ξεκίνημα του σιδηροδρόμου στην Ελλάδα έγινε την επαύριο του Κριμαϊκού Πολέμου το 1857 όταν άρχισαν μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις του ελληνικού κράτους με Γάλλους και Άγγλους επιχειρηματίες για την κατασκευή του σιδηροδρόμου Πειραιώς-Αθηνών. Μετά από τις πτωχεύσεις δύο γαλλικών εταιρειών και την αποχώρηση αγγλικής εταιρείας που διαδοχικά ανέλαβαν το έργο, τελικά η διαδρομή Αθηνών-Πειραιώς ολοκληρώθηκε από άλλη αγγλική εταιρεία το 1869.37 Ακολούθησε το 1873 η υπογραφή σύμβασης με συνδικάτο ομογενών τραπεζιτών της Κωνσταντινούπολης και του Λονδίνου για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Πειραιώς-Συνόρων. Το συνδικάτο αυτό δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει τα αναγκαία κεφάλαια χάνοντας την εγγύηση των 300.000 δραχμών που είχε καταβάλει.38 Το 1881 ψηφίσθηκε η κατασκευή της γραμμής Πύργου-Κατάκολου η οποία άρχισε να κατασκευάζεται το 1883. Είχε μήκος 13 χιλιόμετρα, συνέδεε την πρωτεύουσα της Ηλίδας με το επίνειό της και διοχέτευε την παραγωγή της σταφίδας της πλούσιας πεδιάδας της Ηλείας στις Ευρωπαϊκές αγορές.39

Η άνοδος του Τρικούπη στην εξουσία σήμανε και την συνεπέστερη προώθηση των σιδηροδρόμων στη νεότερη ελληνική ιστορία. Μόλις τέσσερις μήνες μετά την εκλογή του ψήφισε στις 22 Ιουνίου 1882 τέσσερις νόμους, τους ΑΜΒ, ΑΜΣΤ, ΑΜΖ και ΑΜΗ μέσω των οποίων καταρτίστηκαν ειδικές συμβάσεις για την κατασκευή των σιδηροδρόμων της Πελοποννήσου, του Λαυρίου και της Θεσσαλίας. Την κατασκευή των σιδηροδρόμων αυτών επιδίωξε να αναλάβει ο ευνοούμενος του Τσαρισμού και της ελληνικής Αυλής Πολιάκωφ, ο αποκαλούμενος πατέρας των Ρωσικών σιδηροδρόμων, αλλά οι προτάσεις του απορρίφθηκαν ως ασύμφορες. Αποφασίσθηκε τελικά να αναλάβει την επίβλεψη των σιδηροδρομικών έργων η προαναφερθείσα ξένη αποστολή των Δημοσίων έργων, ενώ η χρηματοδότηση και η κατασκευή τους παραχωρήθηκαν σε εταιρείες στις οποίες απονεμήθηκαν συγκεκριμένες φορολογικές ατέλειες και επιχορηγήσεις, σε ετήσια συνήθως βάση από το ελληνικό κράτος. Οι εταιρείες αυτές προχωρούσαν τα έργα με ίδια κεφάλαια, αλλά και με χρηματοδοτήσεις. Σε επόμενες, πάντως, κατασκευές σιδηροδρομικών γραμμών το ελληνικό δημόσιο ανέλαβε το μέγιστο μέρος της δαπάνης μέσω δανείων, καθώς το περιθώριο κέρδους των γραμμών αυτών δεν αποδείχθηκε ελκυστικό για το ξένο κεφάλαιο.

Δεδομένης της οικονομικής στενότητας του ελληνικού κράτους, αλλά και των μεγάλων μηχανών που έπρεπε να έχουν πολλά ελληνικά τρένα λόγω των απότομων κλίσεων του εδάφους στο οποίο θα έπρεπε να κινηθούν, προτιμήθηκε συχνά η κατασκευή οικονομικότερων, μικρού εύρους σιδηροδρομικών γραμμών. Οι γραμμές αυτές καθώς και οι οδικές αρτηρίες που κατασκευάστηκαν κατά την Τρικουπική δεκαετία συνέπεσαν με την αναδιοργάνωση της ταχυδρομικής και της τηλεγραφικής υπηρεσίας του ελληνικού κράτους από άλλη ξένη αποστολή. Έως το τέλος της δεκαετίας αυτής είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή των Θεσσαλικών σιδηρόδρομων (που είχαν αρχικά κυρίως στρατηγικό χαρακτήρα μιας και κάλυπταν την περιοχή των τότε ελληνικών συνόρων), των σιδηροδρόμων Αττικής και του αρχικού συμπλέγματος των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Το συνολικό μήκος των γραμμών αυτών ανέρχονταν σε 750 χιλιόμετρα και η κατασκευή τους κόστισε στο Ελληνικό Δημόσιο μόνο 15 εκατομμύρια δραχμές.40 Αντίστοιχα μικρό ήταν όμως και το όφελος από την κατασκευή τους για τον κατασκευαστικό τομέα της χώρας μας, καθώς κατασκευάστηκαν από ξένες εταιρείες με ξένα μηχανήματα και με εισαγόμενα οικοδομικά υλικά, ακόμα κι αν πολλά από αυτά ήταν διαθέσιμα σε ακατέργαστη μορφή στην Ελλάδα, όπως η ξυλεία.41

Η ατμομηχανή «Μαρίνα» της γραμμής Αθήνας – Πειραιά κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και εκτελούσε δρομολόγια μέχρι την ηλεκτροκίνηση της γραμμής το 1904. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις γραμμές της Θεσσαλίας.

Την δεκαετία 1882-1892 επιχειρήθηκε η κατασκευή δύο ακόμα σιδηροδρομικών γραμμών, των γραμμών Μύλων-Καλαμών και Πειραιώς-Λαρίσης, για τις οποίες δαπανήθηκαν πενήντα εκατομμύρια δραχμές χωρίς αποτέλεσμα. Η γραμμή Μύλων-Καλαμών ξεκίνησε με δάνειο το 1888 που έγινε αντικείμενο κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης. Η Βελγική εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή της χρεοκόπησε, για αυτό και η γραμμή αυτή ολοκληρώθηκε το 1899.42 Η κυβέρνηση Τρικούπη συνήψε επίσης δάνειο 89,5 εκατομμυρίων φράγκων το 1889 για την κατασκευή της γραμμής Πειραιώς-Συνόρων, αλλά μόνο τα 60 εκατομμύρια του δανείου αυτού καλύφθηκαν από επενδυτές και μόνο 22 εκατομμύρια αφιερώθηκαν στην κατασκευή της γραμμής αυτής, γεγονός που αποτέλεσε προανάκρουσμα της πτώχευσης του 1893. Τα 22 αυτά εκατομμύρια δόθηκαν ως επιχορήγηση ανά κατασκευαζόμενο χιλιόμετρο στους Άγγλους εργολάβους Εκκέρσλευ και Σία. Οι Άγγλοι εργολάβοι άρχισαν να κατασκευάζουν τα χιλιόμετρα που απαιτούσαν τις μικρότερες δαπάνες ώσπου δαπάνησαν τα 22 εκατομμύρια και χρεοκόπησαν και οι ίδιοι. Κανένα τμήμα της γραμμής Πειραιώς-Συνόρων δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν, άφησαν μόνο εγκατεσπαρμένα χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών.43 Παρά τις ατυχείς αυτές προσπάθειες, στο τέλος της Τρικουπικής δεκαετίας οι σιδηρόδρομοι στην Ελλάδα είχαν μήκος 906 χιλιομέτρα από μόλις 22 χιλιόμετρα που ήταν το μήκος τους το 1883. Στην εικοσαετία που μεσολάβησε μεταξύ της Πτώχευσης της Ελλάδας το 1893 και της έναρξης του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου η επέκταση του σιδηροδρόμου συνεχίσθηκε στη χώρα μας, αλλά με σαφώς μικρότερους ρυθμούς (από 906 χιλιόμετρα το 1892 σε 1585 χιλιόμετρα το 1912).44

Η σημαντικότερη επέκταση των ελληνικών σιδηροδρόμων κατά την περίοδο 1893-1912 ήταν η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Πειραιώς-Συνόρων η οποία ξανάρχισε το 1902, μετά δηλαδή την πτώχευση του 1893, τον πόλεμο του 1897 και την εγκαθίδρυση Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ) στη χώρα μας το 1898. Ο ΔΟΕ πείσθηκε ότι η ολοκλήρωση του έργου αυτού θα είχε θετικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη των εργασιών, του πλούτου και της κατανάλωσης και συνεπώς και στην απόδοση των υπεγγύων προσόδων, του χαρτοσήμου, του καπνού και των μονοπωλίων στα οποία βασιζόταν η σταδιακή αποπληρωμή του ελληνικού εξωτερικού χρέους.45 Για το λόγο αυτό διευκόλυνε την έκδοση δανείων το 1902, το 1905 και το 1906 με τα οποία κατασκευάστηκαν η γραμμή Πύργου-Μελιγαλά, η γραμμή Πειραιώς-Συνόρων και πραγματοποιήθηκε η ηλεκτροκίνηση της σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Πειραιώς την 8η Μαρτίου 1904.46 Έκτοτε και μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η γραμμή Αθηνών-Πειραιώς κατείχε την πρώτη θέση σε επιβατική κίνηση στα Βαλκάνια.47

Η σιδηροδρομική γέφυρα του Αλφειού. Το μεταλλικό μέρος είχε παραγγελθεί στην Ελβετία.

Η επανεκκίνηση της κατασκευής της γραμμής Πειραιώς-Συνόρων ανατέθηκε το 1902 στην Παριζιάνικη εταιρεία Batignoles η οποία στηριζόταν σε Γάλλους κεφαλαιούχους. Το στήσιμο της γραμμής αυτής ήταν δύσκολο και επακόλουθα ακριβό, καθώς έπρεπε να διέλθει από ψηλά, βραχώδη βουνά αλλά και από προσχωσιγενείς πεδιάδες οι οποίες συχνά δεν είχαν αποξηρανθεί επαρκώς. Χρειάστηκε να κατασκευαστούν 58 τούνελ και πάνω από 150 γέφυρες στη συγκεκριμένη γραμμή με αρκετές από αυτές να έχουν επιβλητικές διαστάσεις.48 Στα μέσα του 1909 η γραμμή Πειραιώς-Συνόρων έφτασε στη θέση Παπαπούλι με σκοπό τη σύνδεση των ελληνικών σιδηροδρόμων δια μέσου των Τεμπών με το Οθωμανικό και κατ’ επέκταση με το Ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο. Η Τουρκία, όμως, επέμενε η σύνδεση αυτή να γίνει μέσω Τυρνάβου Ελασσόνας και Βέροιας. Ο Θεοτόκης, Πρωθυπουργός της Ελλάδας στα περισσότερα χρόνια της περιόδου 1897-1909, τόνιζε τα στρατηγικά μειονεκτήματα πού συνεπαγόταν για την Ελλάδα η αποδοχή της τουρκικής πρότασης και πρότεινε την απόρριψή της με την ελπίδα ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπαναχωρώντας λόγω της σχετικής πίεσης της Αυστρίας, θα δεχόταν την ένωση των δύο δικτύων μέσω των Τεμπών. Αντίθετα, ο ελληνικός εμπορικός κόσμος έδωσε προτεραιότητα στα οικονομικά οφέλη από την άμεση σύνδεση της Ελλάδας με το διεθνές σιδηροδρομικό δίκτυο και υποστήριζε την άμεση αποδοχή της τουρκικής πρότασης, λύση που υιοθέτησε και η κυβέρνηση Δραγούμη στη σχετική βολιδοσκόπηση της απέναντι πλευράς. Στις 17/30 Απριλίου, ο Τούρκος Υπουργός των Εξωτερικών Nabi Bey ανακοίνωσε στον Έλληνα Υπουργό των Εξωτερικών Καλλέργη ότι η Υψηλή Πύλη ήταν σύμφωνη με την ελληνική για την σύνδεση των δύο σιδηροδρομικών δικτύων μέσω Ελασσόνας. Διευκρίνισε επίσης ότι η κατασκευή τής προτεινόμενης γραμμής αποτελούσε μελλοντικό ζήτημα καθώς καμία κατασκευαστική εταιρεία δεν είχε ακόμα υποβάλει προτάσεις.49 Τελικά μεσολάβησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο διπλασιασμός της Ελλάδας που κατέστησε εφικτή την σύνδεση της ελληνικής σιδηροδρομικής γραμμής από το Παπαπούλι με το Πλατύ. Η κατασκευή της σύνδεσης αυτής ολοκληρώθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1916 και η επέκταση μέχρι τη Θεσσαλονίκη έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου 1918. Η Ελλάδα παρέμεινε αποκομμένη σιδηροδρομικώς από την υπόλοιπη Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Πάντως, το καλοκαίρι του 1920 ξεκίνησαν τα δρομολόγια της Simplon- Orient express που συνέδεσαν για πρώτη φορά σιδηροδρομικά την Ελλάδα με τα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη.50

Ανασκοπώντας την εξέλιξη των ελληνικών σιδηροδρόμων πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, της μόνης περιόδου που έλαβε χώρα σημαντική σιδηροδρομική επέκταση με προσπάθειες του ελληνικού δημοσίου, επισημαίνονται επιγραμματικά οι συνιστώσες:

1. Σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου

Αποτελούνταν από 11 γραμμές:

α) Πειραιάς – Κόρινθος – Πάτρα          230 χιλιόμετρα

β) Διακοφτό – Καλάβρυτα                     22 χιλιόμετρα

γ) Κόρινθος – Καλαμάτα                       237 χιλιόμετρα

δ) Άργος – Ναύπλιο                                 11 χιλιόμετρα

ε) Μπιλάλι – Μεγαλόπολη                      5 χιλιόμετρα

στ) Καλαμάτα – Μεσσήνη                    10 χιλιόμετρα

ζ) Καλαμάτα – Πάτρα                             216 χιλιόμετρα

η) Καβάσιλα – Κυλήνη                            16 χιλιόμετρα

θ) Βαρθολομιό – Λουτρά                        11 χιλιόμετρα

ι) Πύργος – Ολυμπία                              21 χιλιόμετρα

κ) Kαλό νερό – Κυπαρισσία                    6 χιλιόμετρα

το μήκος τους ανέρχονταν συνολικά σε 742 χιλιόμετρα λαμβάνοντας υπόψη τα μικρά κοινά τους τμήματα. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η μικρή ανεξάρτητη γραμμή Πύργος – Κατάκολο μήκους 13 χιλιομέτρων.

2.  Αττικό δίκτυο

Γραμμή Αθήνας – Λαυρίου, μήκους 71 χιλιομέτρων και γραμμή Αθήνας-Κηφισιάς σχεδόν εξ ολοκλήρου κοινή με την προηγούμενη

Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Αθηνών – Πειραιώς 10 χιλιόμετρα

3.  Βορειοδυτικό Δίκτυο

Περιλάμβανε δύο γραμμές:

Κρυονέρι – Μεσολόγγι – Αγρίνιο     61 χιλιόμετρα

Αιτωλικό – Κατοχή                              10 χιλιόμετρα

4.Παρακλάδια γραμμής Πειραιώς-Συνόρων

Οινόη – Χαλκίδα                                   22 χιλιόμετρα

Λιανοκλάδι – Λαμία – Στυλίδα           23 χιλιόμετρα

5. Θεσσαλικό Δίκτυο

α) Βόλος – Λάρισα                               60 χιλιόμετρα

β) Βόλος – Τρίκαλα                         161 χιλιόμετρα (συμπεριλαμβανομένων 19 χιλιομέτρων κοινών με την προηγούμενη γραμμή)

γ) Βόλος – Μηλιές                             28 χιλιόμετρα51

Η λειτουργία των γραμμών αυτών πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους επιβάρυνε τον ελληνικό προϋπολογισμό με 2-3 εκατομμύρια δραχμές ετησίως, ποσό που υπεραντισταθμιζόταν από την έμμεση αύξηση του εθνικού εισοδήματος λόγω της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας.

Αθήνα 1910. Ο σταθμός Λαρίσης.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και την Απελευθέρωση της Μακεδονίας η παλαιά γραμμή Πειραιώς-Συνόρων επεκτάθηκε προς Βορρά. Έπειτα από την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης περιήλθαν στη χώρα μας και οι θρακικές σιδηροδρομικές γραμμές. Μεγάλο μέρος του σιδηροδρομικού δικτύου της Βόρειας Ελλάδας είχε κατασκευαστεί πρόχειρα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Είχε πάντως το πλεονέκτημα ότι απείχε τουλάχιστον 20 χιλιόμετρα από τις ακτές του Βορείου Αιγαίου, για να είναι εκτός του βεληνεκούς των ναυτικών πυροβόλων της εποχής εκείνης. Το 1920 οι σιδηρόδρομοι της Βορείου Ελλάδας μαζί με την γραμμή Πειραιά-Συνόρων κρατικοποιήθηκαν, μια εξέλιξη που επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό.52 Μόνο η γραμμή Αλεξανδρούπολης-Σλίβενγκραντ παρέμεινε υπό τον έλεγχο γαλλικής εταιρείας. Η σιδηροδρομική κάλυψη των «Νέων Χωρών» είχε ως εξής:

α) γραμμή Πειραιά – Θεσσαλονίκης – Γευγελής                590 χιλιόμετρα

β)γραμμή Θεσσαλονίκης – Γιουγκοσλαβικών συνόρων, 204 χιλιόμετρα συμπεριλαμβανομένων των 36 κοινών χιλιομέτρων με την προηγούμενη γραμμή στο τμήμα Θεσσαλονίκης-Πλατύ)

γ) γραμμή Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης                   441 χιλιόμετρα.

δ) γραμμή Αλεξανδρούπολης – Σλίβενγκραντ                   176 χιλιόμετρα συν 9 χιλιόμετρα σε ξένη επικράτεια

ε) γραμμή Σταυρός Χαλκιδικής – Σαρακλή                     67 χιλιόμετρα (κατασκευάστηκε από τον αγγλικό στρατό στο Μακεδονικό Μέτωπο)

ζ) γραμμή Σκύδρας – Αριδαίας                                              28 χιλιόμετρα

στ) γραμμή Άψαλου – Όρμα                                                  14 χιλιόμετρα

Συνοπτικά, κατά το Μεσοπόλεμο η διπλασιασθείσα Ελλάδα διέθετε 1.261 χιλιόμετρα γραμμών κανονικού εύρους (1,44 μέτρων), 1.296 χιλιόμετρα μετρικών γραμμών, 27 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών εύρους 75 εκατοστών και 95 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών εύρους 60 εκατοστών.53 Σε αντίθεση με τους βόρειους γείτονές της, η Ελλάδα δεν επέκτεινε σημαντικά το σιδηροδρομικό της δίκτυο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.54 Μελέτες για τη βελτίωση των ελληνικών σιδηροδρόμων έγιναν τότε από Έλληνες και ξένους ειδικούς, δεν εφαρμόστηκαν όμως λόγω της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1930,55 της παρεπόμενης πτώσης της επιβατικής και της εμπορευματικής κίνησης των ελληνικών σιδηροδρόμων,56 καθώς και λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ του σιδηροδρομικού και του οδικού δικτύου. Η οικονομική αυτή στενωπός, έπληξε και τους ΣΠΑΠ οι οποίοι περιήλθαν σε κρατικό έλεγχο το 1939 λόγω των μεγάλων χρεών τους.57

Το κεντρικό αμαξοστάσιο του Πειραιά.

To ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο ενισχύθηκε με λιγότερο από 300 χιλιόμετρα νέων γραμμών κατά τον Μεσοπόλεμο. Ακόμα και σήμερα η πυκνότητά του προσομοιάζει στην αντίστοιχη πυκνότητα κρατών ηπειρωτικού μεγέθους (π.χ. Η.Π.Α., Καναδάς) και όχι την αντίστοιχη πυκνότητα     συγκρίσιμων     εδαφικά      και      δημογραφικά      χωρών      της      Ευρώπης.58 Η   σημαντικότερη   προσθήκη   που   έγινε   στο   Μεσοπολεμικό   ελληνικό   σιδηροδρομικό δίκτυο ήταν το παρακλάδι που συνέδεσε το λιμάνι της Αμφίπολης με τη θρακική σιδηροδρομική γραμμή στη θέση Μυρίνη. Σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα βελτίωση του λιμένα της Αμφίπολης δόθηκε η δυνατότητα ταχύτερης προώθησης των ελληνικών στρατευμάτων στην περιοχή, βελτιώνοντας έτσι την στρατηγική θέση της Ελλάδας έναντι της Βουλγαρίας. Με τη χρήση επίσης του κλάδου της Αμφίπολης παρακάμπτονταν η κοιλάδα της Ροδόπολης, απομακρύνοντας έτσι τον κίνδυνο Βουλγαρικής ή Γιουγκοσλαβικής προσβολής των σιδηροδρομικών επικοινωνιών του ελληνικού στρατού.59 Λιγότερο σημαντική υπήρξε η επέκταση Τρικάλων-Καλαμπάκας που αποτελούσε τμήμα της στρατηγικής σημασίας μετρικής γραμμής Τρικάλων-Κοζάνης την οποία κατασκεύαζε Βελγική εταιρεία.60 Στο ξεκίνημα του Ελληνο-Ιταλικού Πολέμου το έδαφος της γραμμής είχε διαμορφωθεί και είχε ξεκινήσει η διάνοιξη των αντίστοιχων σηράγγων. Εξαιτίας όμως της έλλειψης σιδηροτροχιών δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί η κατασκευή της πριν την κατάληψη της Ελλάδας από τον Άξονα.61 Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι πριν το 1930 εισήχθησαν στους ελληνικούς σιδηροδρόμους 110 ατμάμαξες και 1850 φορτηγά βαγόνια62 ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1930 κατασκευάστηκαν νέες μεταλλικές σιδηροδρομικές γέφυρες πλησίον της Θεσσαλονίκης εξαιτίας υδρευτικών και αρδευτικών έργων που έγιναν τότε στην Μακεδονική πεδιάδα, αλλά και της εκτροπής της κοίτης του Αξιού και του Αλιάκμονα.

 

Σιδηρόδρομος: Ταξίδι στο σήμερα του χθες

Σε καιρό ειρήνης η απόδοση του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου κρινόταν ικανοποιητική, σε περίπτωση όμως πολέμου η μεταφορική του ικανότητα ήταν χαμηλή, καθώς θα χρειαζόταν τουλάχιστον μια εβδομάδα για τη μεταφορά μιας μεραρχίας από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη.63 Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης Μεταξά να αυξήσει την απόδοση του σιδηροδρομικού δικτύου με τη συμπλήρωση των έργων ύδρευσης, των παρακαμπτήριων γραμμών, των στιβών επιβιβάσεως και των σιδηροδρομικών σταθμών των ελληνικών σιδηροδρόμων,64 η ελληνική επιστρατευτική ικανότητα από ξηράς παρέμεινε ουσιαστικά στο επίπεδο των παραμονών του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου,65 αν και ήταν υπερδιπλάσια συγκριτικά με την αντίστοιχη ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων κατά τον Ειρηνοπόλεμο.66 Παρά την αφθονία πλωτών μέσων και την ύπαρξη ικανού αριθμού λιμένων που μπορούσαν να υποστηρίξουν την εύτακτη επιστράτευση του ελληνικού στρατού από θαλάσσης, η σημαντική υποχώρηση της ελληνικής ναυτικής ισχύος σε σχέση με το Τουρκικό και το Ιταλικό ναυτικό έθετε εν αμφιβόλω την ασφάλεια της θαλάσσιας επιστράτευσης του ελληνικού στρατού. Επιπλέον, πολλές σήραγγες και μεγάλες γέφυρες του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου, ειδικά εκείνες της γραμμής Πειραιώς-Συνόρων, κινδύνευαν με δολιοφθορά ή αεροπορικό βομβαρδισμό.67 Ένας κίνδυνος που επιβεβαιώθηκε, κυρίως, με την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου από Έλληνες αντάρτες και Βρετανούς κομάντο στις 25 Νοεμβρίου 1942.68

H ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου.

Επίλογος

Συμπερασματικά, οι συγκοινωνίες στην Ελλάδα εξελίχθηκαν σημαντικά κατά τον πρώτο αιώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Το λιμάνι του Πειραιά, το σιδηροδρομικό και το οδικό δίκτυο ξεκίνησαν από μηδενική βάση. Μερικές δεκαετίες αργότερα ο Πειραιάς συγκαταλέγονταν μεταξύ των κυριότερων λιμανιών της Μεσογείου, ενώ η αμαξιτή οδός και ο σιδηρόδρομος αριθμούσαν πια χιλιάδες χιλιόμετρα στη χώρα μας. Συνακόλουθα, η ελληνική οικονομία απέκτησε μεγαλύτερο βάθος και ύψος και οι ένοπλες δυνάμεις αύξησαν σημαντικά τους ρυθμούς της επιστράτευσής τους.

Η αδιαμφισβήτητη αυτή πρόοδος είχε και την σκοτεινή της πλευρά. Μεγάλο τμήμα των συγκοινωνιακών υποδομών της χώρας δεν κατάφερε να προσελκύσει ξένα κεφάλαια και κατασκευάστηκε με σημαντική δανειακή επιβάρυνση του δημοσίου. Οι περιορισμένοι πόροι του ελληνικού κράτους και η κακή διαχείρισή τους επηρέασαν αρνητικά την χρηστικότητα, την ποιότητα και την συντήρηση των συγκοινωνιακών αυτών υποδομών. Επίσης, η κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων από ξένες εταιρείες με ξένα μηχανήματα και οικοδομικά υλικά περιόρισε τη μεταφορά τεχνογνωσίας στον ελληνικό κατασκευαστικό τομέα, καθώς και την προστιθέμενη αξία των έργων αυτών για την ελληνική οικονομία. Ακόμα και η εντυπωσιακή πρόοδος του λιμανιού του Πειραιά είχε αρνητική επίπτωση στο εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας και επισκίασε μέχρι πρότινος δυναμικά λιμάνια, όπως εκείνο της Θεσσαλονίκης. Στο επίπεδο της ασφάλειας, η συγκοινωνιακή πρόοδος της Ελλάδας επιτάχυνε μεν την ελληνική επιστράτευση, αλλά όχι όσο ήταν αναγκαίο και ασφαλές. Παρά την πρόοδο των ετών 1830-1944, στην ουσία ελάχιστα πράγματα άλλαξαν. Η Ελλάδα παρέμεινε μια χώρα που διέθετε λίγες σχετικά συγκοινωνιακές υποδομές προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ανάγκες ασφαλείας και οικονομικής ανάπτυξης που προέκυψαν από τον πολλαπλασιασμό της επικράτειας και του πληθυσμού της την περίοδο αυτή.

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι Επίκουρος Καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Stavrianos, L.S., The Balkans Since 1453 (London, 2001), 15-16. Η μεταπολεμική Ελλάδα έχει 3.062 νησιά, 10.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής, 140 λιμάνια, 1643 κόλπους και όρμους και 160 διαύλους και στενά. Βλ Γιαννόπουλος, Α. Η ναρκαλιεία στις ελληνικές θάλασσες 1944-1949 (Μια άγνωστη εποποΐα) (Αθήνα, 1980), 15.

2. Παρδάλη-Λαϊνού, Α., Η εξέλιξη του Λιμανιού του Πειραιά και η επίδρασή του στην οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά από το 1835 έως το 1985 (Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 1990), 147.

3. Στο ίδιο, 55-56.

4. Στο ίδιο, 129-130, 141, 169.

5. Στο ίδιο, 138

6. Συναρέλλη, Μ., Δρόμοι και Λιμάνια στην Ελλάδα, 1830-1880 (Αθήνα, 1989), 169.

7. Παρδάλη, ό.π., 142.

8. Συναρέλλη, ό.π., 173-175. Παρδάλη, ό.π., 137.

9. Παρδάλη, ό.π., 139-141, 144. Συναρέλλη, ό.π., 179.

10. Συναρέλλη, ό.π., 180-181.

11. Παρδάλη, ό.π., 140, 147-148. Bundesarchiv Militärrchiv (ΒΜ), RM 5/1282, Wagenheim προς Bethman Hollweg, Aθήνα, 20 Μαΐου 1912. ΒΜ, RM 5/1282, Zimmerman προς Kaiser Wilhelm II, Βερολίνο, 22 Ιουνίου 1912. The Na- tional Archives (TNA), FO 371/6090, British Delegation, Παρίσι, 20 Ιανουαρίου 1921. TNA, FO 371/6090, Memoran- dum, 26 Ιανουαρίου 1921. TNA, FO 371/6090, Tufton προς Granville, Λονδίνο, 22 Απριλίου 1921.

12. Παρδάλη, όπ.,170.

13. Στο ίδιο, 148-149.

14. Service Historique de la Défense (SHD), Archives Centrales de la Marine (ACM), 1BB3 61, Les ports grecques: traffic et installations, 4 Οκτωβρίου SHD, État Major de l’ Armee de Terre (EMAT) GR7N 2875, Le ravitaillement par les ports Grecs de l’ Europe Balkanique, Danubienne et Centrale, Attaché Militaire Legation de France en Grèce, Αθήνα, 10 Αυγούστου 1936. Yannis Mourélos, Fictions et Réalités. La France, la Grèce et la stratégie des opérations périphériques dans le sud-est européen (1939-1940) (Thessaloniki 1990) passim.

15. SHD, ACM, 1BB7, 169, Compte rendu des renseignements, Attaché Militaire Légation de France en Grèce, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1934.

16. Δεσποτόπουλος, Α.Ι., Η πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδος 1923-1940 (Αθήνα, 1998), 110.

17. Στο ίδιο, 84.

18. Πετρόπουλος, Αναμνήσεις, 107.

19. Σχετικά με τη Γερμανική στρατηγική και τακτική στο ξεκίνημα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έχουν γραφεί πολλά. Για μια πρόσφατη, έγκυρη θεώρηση βλέπε Frieser, K.H. & Greenwood. T. The Blitzkrieg Legend: The 1940 Campaign in the West: (Annapolis, 2005).

20. Φωκάς, Δ., Έκθεσις επί της Δράσεως του Β. Ναυτικού κατά τον Πόλεμον 1940-1944, τομ. Α, (Αθήνα 1953), 155.

21. Πετράκη, Μ., 1940-Ο άγνωστος πόλεμος. Η ελληνική πολεμική προσπάθεια στα μετόπισθεν (Αθήνα, 2014), 232-263.

22. Παρδάλη, όπ., 258, Χατζημανωλάκης, Ι.Ε., Το λιμάνι του Πειραιά στη διαδρομή των αιώνων (Πειραιάς, 1989), 155. Φωκάς, ό.π., 363-371.

23. Παρδάλη, ό.π., 169. Σύρμας, Ν. «Η κατανόηση του Γεωγραφικού Χώρου στην επιτυχή έκβαση του Μακεδονικού Μετώπου (1915-1918), Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας, 112 (2020), 51.

24. Πουρνάρας, Δ., Χαρίλαος Τρικούπης, η ζωή και το έργο του τομ. 1, (Αθήνα, 1976), 304-305.

25. Δερτιλής, Γ.Β., Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920, τόμ. Β, (Αθήνα, 2005), 675.

26. TNA, FO 32/607, Monson προς Foreign Office, 1 May 1889.

27. Pepelasis Minoglou, I., “Political factors shaping the role of Foreign Finance, The Case of Greece, 1832-1932”, στo Harriss, J., Hunter, J., Lewis, C. (eds), The New Institutional Economics and Third World Development (London, 1995), 254.

28. Dakin, D., Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923 (Αθήνα, 2012), 446. Ανδρέαδης, Α., Έργα, τόμ. Β, (Αθήνα, 1938), 423.

29. Bernède, A., “The Gardeners of Salonika: The Lines of Communication and the Logistics of the French Army of the East, October 1915-November 1918”, War and Society, 16:1 (1998), 53.

30. Dakin, ό.π., 446.

31. SHD, EMAT, GR7N 2873, Les chemins de fer helléniques, Attaché Militaire, Légation de France en Grèce, Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 1933.

32. Δεσποτόπουλος, ό.π., 108.

33. Στο ίδιο, 108.

34. Higham , “Preparation for War”, στο Higham, R. & Veremis, Th. (eds), Aspects of Greece 1936-1940 The Metaxas Dictatorship (Αθήνα, 1993), 45.

35. Σύρμας, ό.π., 52.

36. Beaver, H., “Railways in the Balkan Peninsula”, The Geographical Journal, 97:5 (1941), 282.

37. Συναρέλλη, ό.π., 177.

38. Ανδρεάδης, ό.π., 376.

39. Στο ίδιο, Beaver, ό.π., 282.

40. Πουρνάρας, ό.π., Pepelasis Minoglou, ό.π., 254. Beaver, ό.π., 282-283, 292. Δερτιλής, ό.π., 679-680.

41. Pepelasis Minoglou, ό.π., 260.

42. Ανδρεάδης, ό.π., 373, 427, 433.

43. Στο ίδιο, 377, 431.

44. Dakin, ό.π., 446.

45. Ανδρεάδης, ό.π., 550.

46. Στο ίδιο, 550-551. Kaloudis, , Navigating turbulent waters: Greek politics in the era of Eleutherios Venizelos (London, 2019), 38. Beaver, ό.π., 286.

47. Beaver, ό.π., 276.

48. Στο ίδιο, Ανδρεάδης, ό.π., 377.

49. Γαρδίκα-Κατσιαδάκη, Ε., «Το δάνειο του 1910 Οικονομική Ανόρθωση και Πολιτική Συγκυρία 1909-1910», Μνημοσύνη, 11 (1988-1990), 460-461.

50. Beaver, ό.π., 287.

51. SHD, EMAT, GR7N 2873, Les chemins de fer helléniques, Attaché Militaire, Légation de France en Grèce, Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 1933.

52. Ανδρεάδης, ό.π., Beaver, ό.π., 283, 289. Gounaris, B., Steam over Macedonia 1870-1912. Socio-economic change and the Railway factor (New York, 1993), 58.

53. SHD, EMAT, GR7N 2873, Les chemins de fer helléniques, Attaché Militaire, Légation de France en Grèce, Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου Beaver, ό.π., 283.

54. Beaver, ό.π., 289.

55. SHD, EMAT, GR7N 2873, Les chemins de fer helléniques, Attaché Militaire, Légation de France en Grèce, Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 1933.

56. Μπενάκειος, Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελος 64, League of Nations, Financial Committee, Report to the Council on Greece, 6-14 June 1933, 4.

57. Beaver, ό.π., 289.

58. OECD, Economic Surveys, Greece (Paris, 2018), 117.

59. Δεσποτόπουλος, ό.π., 108-109.

60. Beaver, ό.π., 289-290. Higham , “The Metaxas Years in Perspective”, στο Higham, R. & Veremis, Th. (eds), Aspects of Greece 1936-1940 The Metaxas Dictatorship (Αθήνα, 1993), 233.

61. Higham, , “Preparation for War”, 45.

62. Δεσποτόπουλος, ό.π., 110.

63. SHD, EMAT, GR7N 2873, Les chemins de fer helléniques, Attaché Militaire, Légation de France en Grèce, Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 1933.

64. Δεσποτόπουλος, ό.π., 110.

65. Στον φάκελο TNA FO286/549 περιέχονται σχετικές αναφορές στο πλαίσιο γυμνασίων του ελληνικού στόλου υπό τον Αρχηγό της Αγγλικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα, Υποναύαρχο Lionell Tufnell.

66. Γεννάδειος, Αρχείο Στεφάνου Δραγούμη, Φάκελος 7.1., Έγγραφο 24.

67. SHD, EMAT, GR7N 2873, Les chemins de fer helléniques, Attaché Militaire, Légation de France en Grèce, Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου Playfair, I.S.O., The Mediterranean and Middle East. “The Germans come to the Help of their Ally” (1941) (London, 1956), 80.

68. Φλάισερ, Χ., «Κατοχή και Αντίσταση», 1941-1944 στο Χριστόπουλος, Γ. & Μπάστιας, Ι., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Σύγχρονος Ελληνισμός από το 1941 έως το τέλος του Αιώνα (Αθήνα, 2000), 22-23.

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας

 

Θέμα αυτού του άρθρου1 αποτελούν οι διαφορετικές αναγνώσεις του όρου Σικελιῶται στα ιστοριογραφικά κείμενα της περιόδου από τον πέμπτο έως και τον πρώτο αιώνα π.Χ. Η προσπάθεια που καταβλήθηκε είχε ως εφαλτήριο την πρόσφατα διατυπωμένη άποψη ότι (με βάση κυρίως το κείμενο του Θουκυδίδη), «εάν πράγματι ικανοποιούν τον ορισμό μιας εθνικής ομάδας, παρά κάποιου άλλου είδους συλλογικής ταυτότητας, οι Σικελιῶται ίσως αποτελούν περίπτωση εθνογένεσης».2 Δόθηκε επίσης βαρύτητα στη δικαιολόγηση των εκάστοτε αναγνώσεων, με βάση το πολιτικό κυρίως πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται ή δρα ο ίδιος ο ιστοριογράφος. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι θεωρούμε αναχρονιστική την απόδοση οποιωνδήποτε εθνικών χαρακτηριστικών στον όρο Σικελιῶται, καθώς οι νεώτεροι όροι έθνος και εθνικός μόνον συμβατικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ό,τι αφορά φαινόμενα της αρχαιότητας.

Οι Έλληνες, προκειμένου να αναφερθούν στα όσα είχαν διαδραματισθεί σε εποχές που χάνονταν στα βάθη του χρόνου, χρησιμοποιούσαν τη λέξη ἀρχαιολογία. Αντικείμενό της ήταν η περιγραφή ιστοριών, των οποίων οι συνθήκες ήταν αδιευκρίνιστες. Η ανθρωπότητα νοούνταν ως μία περίπλοκη συλλογή διαφορετικών λαών3 με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της συγκριτικής εθνογραφίας.4 Στο πλαίσιο αυτό, λαοί οι οποίοι σχετίζονταν με την αποικιακή δραστηριότητα των Ελλήνων βρέθηκαν σχεδόν αναγκαστικά στο επίκεντρο της έρευνας. Η Σικελία και η προϊστορία της δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση: Η ἀρχαιολογία του σικελικού  αποικισμού καλύπτεται επαρκέστατα από τις ελληνικές πηγές. Στο έκτο βιβλίο του (6.1.2-2.6), ο Θουκυδίδης αναφέρεται εκτενώς στην παρουσία προελληνικών πληθυσμών στη Σικελία. Αποφεύγει επιμελώς να ασχοληθεί με τα όσα ανήκουν στη μυθολογική σφαίρα και αφορούν την παρουσία στο νησί Κυκλώπων και Λαιστρυγόνων. Σχολιάζει σχετικά ότι θα πρέπει οι αναγνώστες του να αρκεστούν σε όσες πληροφορίες αντλούνται για αυτούς τους μυθικούς κατοίκους του νησιού από τους ποιητές, διαχωρίζοντας έτσι τη θέση του από το μυθῶδες. Ωστόσο, δεν αποφεύγει την αναφορά στην προϊστορία, καθώς στη συνέχεια περνά στην απαρίθμηση των λαών που πιστοποιημένα εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, ξεκινώντας από τους Σικανούς. Ο Θουκυδίδης διασκεδάζει την αντίληψη περί αυτοχθονίας τους, με την πληροφορία ότι αυτοί ήλθαν από την Ιβηρική χερσόνησο διωγμένοι από τους Λίγυες και εγκαταστάθηκαν στη δυτική πλευρά του νησιού, όπου μπορούσε να τους συναντήσει κανείς ως τις μέρες του.5 Στην άφιξη των Σικανών οφείλεται και η μετονομασία του νησιού από Τρινακρία6 σε Σικανία. Ως δεύτεροι άποικοι του νησιού, αναφέρονται από τον Θουκυδίδη ορισμένοι Τρώες πρόσφυγες, οι οποίοι μετά την άλωση της πόλης τους εγκαταστάθηκαν στη Σικανία, σε περιοχή γειτονική προς εκείνη των Σικανών, και πήραν το όνομα Έλυμοι. Ανάμεσα στις ελυμιακές πόλεις που ιδρύθηκαν συγκαταλέγονταν ο Έρυκας και η Έγεστα. Στο σημείο αυτό, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι μαζί με τους Τρώες ήλθε στο νησί και μια ομάδα Φωκέων, οι οποίοι χάθηκαν στον δρόμο του γυρισμού από την Τροία και κατέληξαν στις σικανικές ακτές. Την τρίτη ομάδα αποίκων αποτελούν οι πολυάριθμοι και πολεμοχαρείς Σικελοί, οι οποίοι περαιώθηκαν στο νησί από την Ιταλία, κυνηγημένοι από τους Οπικούς.7 Η άφιξή τους στη Σικανία συνοδεύτηκε από συγκρούσεις με τους Σικανούς τους οποίους και νίκησαν, απωθώντας τους στις νότιες και δυτικές περιοχές του νησιού, το οποίο πλέον ονομαζόταν Σικελία. Ο Θουκυδίδης προβαίνει και σε μία χρονολογική επισήμανση, όταν γράφει ότι όλα αυτά έγιναν περίπου τριακόσια χρόνια πριν από την άφιξη των Ελλήνων αποίκων. Τελευταίος βάρβαρος λαός ο οποίος αναφέρεται από τον ιστορικό και συγκαταλέγεται στους κατοίκους της Σικελίας ήταν οι Φοίνικες, οι οποίοι αρχικά κατοικούσαν σε ολόκληρο το νησί, σταδιακά όμως περιορίστηκαν στη Μοτύη, τον Σολόεντα και τον Πάνορμο, κοντά στα εδάφη των Ελύμων.

Χάρτης της Αρχαίας Σικελίας.

Στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του Ελλάνικου, οι πληροφορίες που παρέχονται αφορούν κυρίως τους Σικελούς: σύμφωνα με αυτές, επρόκειτο για το ιταλικό φύλο των Αυσόνων, το οποίο εκδιώχθηκε από τους Ιάπυγες και, υπό την ηγεσία του βασιλέα τους, Σικελού, κυριάρχησαν σε ολόκληρο το νησί.8

Ο ελληνικός αποικισμός της Σικελίας ξεκίνησε κατά το δεύτερο ήμισυ του όγδοου αιώνα.9 Πρώτοι οι Χαλκιδείς ίδρυσαν τη Νάξο, με επικεφαλής τον Θεοκλή. Στη συνέχεια, ιδρύθηκαν οι Συρακούσες από Κορινθίους, οι Λεοντίνοι και η Κατάνη από τον Θεοκλή, ενώ αρκετά αργότερα ο Ακράγας από Ροδίους αποίκους (γύρω στο 600 ή 580 π.Χ.). Στην περίπτωση των Συρακουσών, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Σικελοί που κατοικούσαν στο παρακείμενο νησάκι εκδιώχθηκαν από τους Έλληνες αποίκους (6.2). Η σύγκρουση με τους ιθαγενείς συνεχίστηκε και στην περίπτωση των Λεοντίνων, είναι όμως η τελευταία φορά που ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε παρόμοιο περιστατικό. Έκτοτε, προφανώς, η συμβίωση Ελλήνων και Σικελών δεν εμφάνισε ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς θα πρέπει να υποθέσουμε ότι είχε αρχίσει να επέρχεται η σταδιακή αφομοίωση των τελευταίων από τους πρώτους, χωρίς να εκλείψουν οι όποιες «επαρχιωτικής αποχρώσεως»10 διαφοροποιήσεις.

Είναι γνωστό και έχει διατυπωθεί από τον γράφοντα και από άλλη θέση,11 ότι οι Περσικοί Πόλεμοι αποτέλεσαν την κύρια, όχι όμως και τη μοναδική αιτία της ελληνικής πρόσληψης του βαρβάρου.12 Έκτοτε, το να είσαι Έλληνας απέκτησε και μία πολιτική χροιά, η οποία προστέθηκε στην ήδη υπάρχουσα ιδεολογικο-πολιτιστική. Ο διαλλακτικός και ανεκτικός απέναντι στους ξένους λαούς Ηρόδοτος ήταν, κατά παράδοξο τρόπο, εκείνος που καθόρισε με τον περίφημο ορισμό του τα «κριτήρια» της ελληνικότητας, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δημιουργία ορίων μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων. Στο έργο του Θουκυδίδη είναι πιο εμφανείς οι επιπτώσεις αυτής της οριοθέτησης, μολονότι το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι δύο προαναφερθέντες  ιστορικοί είναι σχεδόν το ίδιο.

Το στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μας είναι ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδας του πέμπτου αιώνα σκανδαλίζονταν από τις διαστάσεις που είχε προσλάβει η επιμειξία μεταξύ ελληνικών και μη ελληνικών πληθυσμών.13 Οι πολλές και ποικίλες εκφράσεις αυτής της δυσφορίας που απαντώνται στις γραμματειακές πηγές της περιόδου, ωστόσο, δεν αποτελούν το κύριο αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Σε ό,τι αφορά την κατάσταση που επικρατούσε ειδικότερα στη Σικελία, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι, από τα τέλη του τέταρτου αιώνα, η σύνθεση μεταξύ του γηγενούς στοιχείου και του ελληνικού είχε συντελεσθεί πλήρως,14 άποψη την οποία ασφαλώς ενίσχυσαν πριν από πολλές δεκαετίες τα αρχαιολογικά δεδομένα.15 Η αντίθεση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων στο νησί είχε πλέον ατονήσει, εξαιτίας αφενός της έντονης ελληνικής επιρροής και αφετέρου της αφομοιωτικής διάθεσης που προφανώς επεδείκνυαν οι εγχώριοι κάτοικοι.16 Υπό την έννοια αυτή, είχε διαμορφωθεί μία συλλογική «σικελιωτική» ταυτότητα στον τέταρτο αιώνα. Αυτό δεν ίσχυε όμως στους χρόνους του Θουκυδίδη.

Σαφώς, στην περίπτωση των αποικιών, η δημιουργία της ταυτότητας πηγάζει από διαμάχες και συναγωνισμό και με τους ντόπιους βαρβάρους και ανάμεσα στις διάφορες ελληνικές κοινότητες. Ήταν, επίσης, αυτονόητη σχεδόν η συνεκδοχική δημιουργία μίας αποικιακής ταυτότητας, στην υπό εξέταση περίπτωση εκείνης του Σικελιώτη Έλληνα.   Είναι ένα παράδειγμα δημιουργίας ταυτότητας «συσσωμάτωσης / συναναστροφής» κατά τον J. Hall.17 Η εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες με τον αποικισμό έχει σημασία για την αποκρυστάλλωση μια αντιθετικής έννοιας ταυτότητας. Τα όρια του ελληνικού κόσμου συμπεριελάμβαναν τη Σικελία και τη νότια Ιταλία, παρόλο που εντός των ορίων αυτών υπήρχαν και βάρβαροι. Ωστόσο, η επαφή με τους δυτικούς «Άλλους» συνέβη πολύ νωρίτερα από τους Περσικούς πολέμους και δεν θα ήταν σωστό να στηριχθεί στο γεγονός αυτό μία άποψη περί δημιουργίας μιας χωριστής ταυτότητας Σικελιωτών ή της αρχής μιας διαδικασίας διαφοροποίησης των Σικελιωτῶν από τους άλλους Έλληνες, η οποία ξεκινά μαζί με τον αποικισμό και παράλληλα με τον εξελληνισμό και την αφομοίωση των γηγενών Σικελών.18

Ο όρος Σικελιῶται απαντάται για πρώτη φορά στον Θουκυδίδη. Μολονότι στον Ηρόδοτο βρίσκουμε μία φορά τον παράλληλο όρο Ἰταλιῶται, όταν ο ιστορικός αναφέρεται στους Έλληνες της Σικελίας, κάνει λόγο για «Έλληνες που ζουν στη Σικελία».19 Οπωσδήποτε, έναν παράγοντα καθορισμού της ταυτότητας των Σικελιωτῶν αποτέλεσαν οι Σικελοί και οι άλλοι γηγενείς κάτοικοι της Σικελίας, η παρουσία των οποίων συνέβαλε στη δημιουργία της ελληνικής αποικιακής ταυτότητας των Σικελιωτῶν. Ο Θουκυδίδης διαχωρίζει τους μη ελληνικούς πληθυσμούς της Σικελίας σε ἔθνη, με βάση την επικράτεια και τους μύθους καταγωγής. Οι Σικελοί, οι Σικανοί και οι Έλυμοι θεωρούνται ξεχωριστές ταυτότητες, αλλά συλλογικά είναι βάρβαροι, οι οποίοι αντιδιαστέλλονται τόσο προς τους Σικελιώτες και τους Ιταλιώτες αλλά και προς τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδος. Θα ήταν ωστόσο λανθασμένο να δεχθούμε ότι ο διαχωρισμός αυτός συνεπάγεται και ότι οι Σικελιώτες αποτελούσαν διαφορετική «εθνική» ομάδα από τους Έλληνες.20 Απλώς, οι πρώτοι αποτελούν ένα υποσύνολο του γενικότερου συνόλου των Ελλήνων και θα πρέπει να αποκλεισθεί οποιαδήποτε διαδικασία «εθνογένεσης». Έγινε ήδη νύξη για την ύπαρξη ενός κοινού πολιτισμικού πλαισίου, το οποίο καθιστούσε απαγορευτική οποιαδήποτε «εθνική» διαφοροποίηση. Όπως φανερώνουν τα αρχαιολογικά δεδομένα άλλωστε, κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί της ρωμαϊκής κατακτήσεως, το σύνολο της σικελικής χώρας ήταν κατατμημένο σε αυτόνομους ή ημιαυτόνομους πολιτικούς οργανισμούς. Υπό την έννοια αυτή, οι Σικελιῶται αποτελούσαν για τον Θουκυδίδη ό,τι και οι Πελοποννήσιοι: μία ομάδα Ελλήνων οι οποίοι κατοικούσαν σε ένα μωσαϊκό πόλεων21 και καθορίζονταν απλώς από συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια.

Ο ναός της Ομόνοιας στον Ακράγαντα (Agrigento), 440-430 π.Χ. Είναι ο μεγαλύτερος και καλύτερα διατηρημένος δωρικός ναός της Σικελίας και ένας από τους πιο καλοδιατηρημένους ελληνικούς ναούς γενικότερα. Η UNESCO τον έχει επιλέξει ως λογότυπο.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη ότι, εκτός από τις γνωστές εθνοτικές κατηγορίες που αναφέρει ο Θουκυδίδης και που χρησιμοποιούνται και στις κοινότητες της κυρίως Ελλάδας, ένα διαφορετικό είδος ελληνικής ταυτότητας δημιουργήθηκε σε αυτό το πλαίσιο: αυτή των Ελλήνων αποίκων της Σικελίας.22 Η ταυτότητα αυτή εκφράζεται σε ένα χωρίο του Θουκυδίδη που αναφέρεται στο συμβούλιο αντιπροσώπων των ελληνικών πόλεων της Σικελίας που συγκεντρώθηκε στη Γέλα, το 424. Ο Ερμοκράτης απευθύνεται στο ακροατήριό του αποκαλώντας τους «Σικελιώτες», τους οποίους παροτρύνει να σκεφτούν το συμφέρον τους έναντι των Αθηναίων με την ιδιότητα αυτή και όχι ως πολίτες ξεχωριστών πόλεων ή διαφορετικών «εθνών». Τονίζει ότι «… Είμαστε όλοι μας γείτονες και σύνοικοι σε μία χώρα, στο μέσο της θάλασσας, αποκαλούμενοι όλοι με ένα όνομα: Σικελιῶται…».23 Ο Ερμοκράτης αναφέρει επομένως τα κριτήρια της ελληνικής ταυτότητας των ακροατών του: το εθνοτικό ή φυλετικό (π.χ. Δωριείς ή Ίωνες), το πολιτικό ή αστικό (ως Αθηναίοι ή Συρακούσιοι) και το ότι είναι νησιώτες που μοιράζονται μια χώρα που περιτριγυρίζεται από θάλασσα. Εμφανίζεται και μία αυτονόητη αντίθεση μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας (Σικελιώτας) προς τους αυτόχθονες κατοίκους (Σικελοί). Οι άποικοι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους και ως Σικελιώτες. Ο Ερμοκράτης τους παρακινεί να δώσουν προτεραιότητα σε αυτή την ταυτότητά τους. Ιδιαίτερη σημασία για την πρόσληψη των Σικελιωτών από την πλευρά ειδικότερα των Αθηναίων της εποχής του Θουκυδίδη έχει η άποψη που εκφράζεται από τον Αλκιβιάδη: στον απαντητικό του λόγο προς τον Ερμοκράτη, δηλώνει ότι οι πληθυσμοί των πόλεων της Σικελίας είναι μεικτοί και δεν έχουν τα μέσα να προστατέψουν την πατρίδα τους. Επιπλέον, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους και να γίνουν πρόσφυγες αλλού, σε περίπτωση που τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως επιθυμούν. Ο πληθυσμός των Ελλήνων της Σικελίας χαρακτηρίζεται με τη φράση ὄχλοις ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν (6.17). Αυτοί οι όροι σαφώς προδίδουν «την αναγνώριση χωριστής ελληνικής και γηγενούς ταυτότητας», αλλά οπωσδήποτε όχι και «μια υβριδική ταυτότητα λόγω του συνδυασμού των δύο».24 Για να προχωρήσουμε λίγο περισσότερο τη σκέψη μας, ίσως ενυπάρχει στα λόγια του Αλκιβιάδη κάποιος υπαινιγμός σχετικά με την κατωτερότητα των βαρβαρικών πληθυσμιακών στοιχείων που βρίσκονταν στις σικελικές πόλεις ή τη δειλία που αυτοί οι πληθυσμοί θα επεδείκνυαν σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Ο Ερμοκράτης και ο Αλκιβιάδης χρησιμοποιούν έννοιες κατοίκησης και τόπου διαμονής (οἰκειῶται), καθώς και συγγένειας εξ αίματος (συγγένεια). Σε άλλο σημείο (4.64.3), ο Ερμοκράτης λέει ότι οι Έλληνες της Σικελίας είναι ἐνοικοῦντες και ἀστυγείτονες και ότι υπάρχει μία φυσική εχθρότητα μεταξύ Αθηναίων και Σικελιωτών, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Ίωνες και οι Δωριείς είναι φυσικοί εχθροί. Η έννοια οἰκειῶται είναι συχνά κάτι πιο περίπλοκο από μια παραλλαγή της εξ αίματος συγγένειας. Στον κόσμο των αποικιών είναι μια κατάσταση που ανταγωνίζεται τη συγγένεια. Ως μέλη αυτής της ομάδας, θα έπρεπε να κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις, όπως ακριβώς θα έκαναν τα μέλη της ίδιας εθνότητας. Τα λόγια του Νικία το 415 π.Χ. ότι, εάν οι Σικελιῶται ενώνονταν υπό την ηγεμονία των Συρακουσών, θα είχαν μία ἀρχὴν σαν αυτή των Αθηνών, προσδίδουν και μία πολιτική διάσταση στην ταυτότητα των Σικελιωτών.

Τετράδραχμο της Νάξου με την κεφαλή του Διονύσου, 5ος αιώνας π.Χ.

Υποστηρίχθηκε ότι ο Ερμοκράτης προσπάθησε να εισαγάγει μία νέα ταυτότητα και πατρίδα σε αντίθεση με τις παλαιές εθνότητες, Δωριείς και Ίωνες. Απέναντι στην κοινή απειλή, αυτή η νέα ταυτότητα θα έπρεπε να υπερισχύσει έναντι άλλων εθνικών, πολιτικών ή αστικών ταυτοτήτων και συμφερόντων.25 Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενός λόγου που στόχευε στη θετική για τον ομιλητή και την παράταξη που αυτός πρέσβευε επιρροή του ακροατηρίου του, παρόμοιες εκφράσεις είναι αναμενόμενες και δεν παραπέμπουν αναγκαστικά στη δημιουργία μιας χωριστής «εθνικής» ομάδας. Όπως σωστά υποστήριξε ο Hornblower, όλοι οι Έλληνες στη Σικελία είναι οικείοι που ζουν μαζί (σύνοικοι) και όλοι αποκαλούνται με το ίδιο όνομα (Σικελιῶταιι), ενώ τα λόγια του Αλκιβιάδη προδίδουν και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα των ελληνικών πόλεων της Σικελίας.26 Θεωρούμε ότι αυτή είναι και η σωστή άποψη. Ο όρος Σικελιῶται στον Θουκυδίδη δεν περιλαμβάνει όλους τους κατοίκους (Έλληνες και μη) του νησιού. Ανεξάρτητα από τη χροιά που αποδίδει στον όρο ο Ερμοκράτης για λόγους πολιτικούς και όχι εθνοτικούς, ο Θουκυδίδης φαίνεται να έχει διαχωρίσει με σαφήνεια τις διαφορετικές εθνότητες, καθώς κάνει λόγο για Σικελούς, Σικελιώτες27 και βαρβάρους.28 Επιπλέον, η προαναφερθείσα φράση του ιστορικού στο 6.17 δηλώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τη διαφορετική εθνολογική σύσταση του πληθυσμού των πόλεων της Σικελίας. Ο Θουκυδίδης δεν προχωρά σε μία γενίκευση σχετικά με τον όρο Σικελιῶται, γιατί απλώς κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην εποχή του.

Μία διαφορετική ανάγνωση του όρου Σικελιῶται συναντούμε από τον τέταρτο αιώνα κεξ. Η πολιτική ιστορία του νησιού συνδέεται πλέον με τους εκεί τυράννους, οι οποίοι κυριάρχησαν στο πολιτικό σκηνικό. Παράλληλα, οι συγκρούσεις με τους Καρχηδονίους ενίσχυσαν αναπόφευκτα την ελληνική συνείδηση των κατοίκων της Σικελίας. Την ίδια στιγμή και σε θεωρητικό επίπεδο, οι τρόποι της προσλήψεως του Άλλου, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα, εν μέρει ενισχύθηκαν από τις πολιτικές θεωρίες του τετάρτου αιώνα. Η εμπειρία του Πελοποννησιακού πολέμου ενίσχυσε το εθνικό συναίσθημα των Ελλήνων και τους οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας ότι οι βάρβαροι ήταν οι φυσικοί εχθροί των Ελλήνων, επομένως η υποδούλωσή τους ήταν φυσική.29 Αυτές οι απόψεις ήταν ευρέως αποδεκτές καθώς αντιστοιχούσαν στις προκαταλήψεις του μέσου Έλληνα.30 Ήταν επομένως σχεδόν αναμενόμενη η ενδυνάμωση του ελληνικού αυτοσυναισθήματος και στις δυτικές παρυφές του ελληνικού κόσμου, η οποία εκφράστηκε με τη συσπείρωση όλων των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας πίσω από τον όρο Σικελιῶται, ιδιαίτερα έχοντας ως δεδομένη τη συνεχή καρχηδονιακή παρουσία στο νησί. Την αντίληψη αυτή συναντάμε στον άμεσο διάδοχο του Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, ο οποίος σε ένα και μοναδικό εδάφιο στα Ἑλληνικὰ γράφει ότι οι Καρχηδόνιοι, έχοντας ηττηθεί από τους Συρακοσίους στη μάχη, κυρίευσαν την πόλη του Ακράγαντος, ἐκλιπόντων τῶν Σικελιωτῶν τὴν πόλιν. Η ιδιαίτερη αναφορά στους Συρακοσίους αφορά στην παρουσία του τυράννου και τον ηγετικό ρόλο της πόλης, παρά στην εθνοτική διαφοροποίησή τους από τους υπόλοιπους Σικελιώτες.31 Άλλωστε, οι Συρακούσες ήταν κορινθιακή αποικία.

Το αρχαίο θέατρο των Συρακουσών.

Στον τέταρτο αιώνα, επίσης, ο Έφορος σημειώνει σχετικά με τη μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.) ότι ο τύραννος της Γέλας, Γέλων, με 200 πλοία, 2000 ιππείς και 10000 πεζούς στρατιώτες κατήγαγε περηφανή νίκη εναντίον των Καρχηδονίων, καθιστώντας ελεύθερους όχι μόνον τους Σικελιώτες αλλά και ολόκληρη της Ελλάδα.32 Είναι ξεκάθαρο ότι για τον Έφορο αλλά και τους Έλληνες του τετάρτου αιώνα, ο όρος Σικελιῶται αφορά το σύνολο των κατοίκων της Σικελίας, οι οποίοι προφανώς θεωρούνται Έλληνες. Αλλά και για τον Θεόπομπο, ο όρος Σικελιώτης φαίνεται να αποτελεί ένα υποσύνολο του γενικότερου όρου Ἓλλην, με μία συγκεκριμένη γεωγραφική χροιά, όπως ακριβώς και ο όρος Σπαρτιάτης. Αυτό διαφαίνεται στη μία από τις δύο συνολικά αναφορές στον όρο Σικελιώτης στο έργο του.33 Τέλος, στο πέρασμα από τον τέταρτο στον τρίτο αιώνα, θα πρέπει να αναφερθούμε και στον Τίμαιο (FGrHist 566), ο οποίος συνέγραψε το πρώτο ολοκληρωμένο έργο για τη Δύση γενικά και τη Ρώμη ειδικότερα, βασιζόμενος, ίσως, στον Λύκο από το Ρήγιο.34 Δυστυχώς, η αποσπασματικότητα του έργου του δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη χρήση του όρου Σικελιῶται. Τμήμα του, το οποίο αφορά και στην προϊστορία της Σικελίας, σώζεται στον Διόδωρο.

Ο ρόλος του καρχηδονιακού στοιχείου αλλά και η σύγκρουση των Καρχηδονίων με τη Ρώμη ήταν ασφαλώς οι παράμετροι οι οποίες καθόρισαν αποφασιστικά την ανάπτυξη μιας συλλογικής, τοπικής, σικελιώτικης συνείδησης, ιδιαίτερα κατά τον τρίτο αιώνα. Μετά την αποτυχημένη εκστρατεία και την αποχώρηση του Πύρρου (276), οι Καρχηδόνιοι είχαν δημιουργήσει μία αρκετά μεγάλη σφαίρα επιρροής, η οποία συνόρευε με το κράτος του Συρακουσίου βασιλιά Ιέρωνος και των συμμάχων του.35 Όταν το 264 ξεκίνησε η πρώτη σύγκρουση Ρωμαίων και Καρχηδονίων, η Σικελία κατέστη το κυριότερο θέατρο του πολέμου. Η συνθήκη φιλίας και συμμαχίας του Ιέρωνος με τους Ρωμαίους (263/2) έβγαλε το βασίλειό του από το επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά από τον δεύτερο Καρχηδονιακό πόλεμο (ξεκίνησε το 218), καθώς οι καταστροφές που υπέστη το νησί ήταν τρομακτικές. Το 210, ο Ρωμαίος στρατηγός ύπατος Μάρκος Ουαλέριος Λαιβίνος προέβη στην πρώτη συστηματική οργάνωση της επαρχίας Σικελίας. Έκτοτε, η Σικελία αποτελούσε τμήμα του ρωμαϊκού κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται και τα ιστοριογραφικά έργα του προαναφερθέντος Τίμαιου και του Διοδώρου. Ο Διόδωρος ξεκινά την αφήγησή του αναφερόμενος στα όσα μυθολογούνται παρὰ τοῖς Σικελιώταις. Θεωρεί μάλιστα ως απαραίτητη την παράθεση πληροφοριών σχετικά με τους πρώτους κατοίκους της Σικελίας, τους Σικανούς, δεδομένης της σύγχυσης που υπήρχε για το φύλο αυτό στους προγενέστερούς του συγγραφείς. Δέχεται την άποψη του Τίμαιου,36 ο οποίος υπήρξε και η βασική του πηγή για την ιστορία των ετών 480-289/8, ότι οι Σικανοί ήταν αυτόχθονες κάτοικοι του νησιού και όχι άποικοι προερχόμενοι από την Ιβηρική χερσόνησο. Η πρώτη, για τον Διόδωρο, φάση αποικισμού της Σικελίας είχε πρωταγωνιστές τους Σικελούς, οι οποίοι πέρασαν τα στενά που χωρίζουν το νησί από την Ιταλία, εγκαταστάθηκαν στις εγκαταλελειμένες από τους Σικανούς περιοχές και στη συνέχεια ήλθαν σε συχνές συγκρούσεις μαζί τους, καθώς εποφθαλμιούσαν τα εδάφη των Σικανών και επιθυμούσαν την προς δυσμάς επέκτασή τους. Τελευταίοι έφθασαν στη Σικελία οι Έλληνες, οι οποίοι αποίκισαν αρχικά τις παράλιες περιοχές, όπου κτίστηκαν και οι πόλεις τους. Η επιμειξία με τους Έλληνες και το πλήθος των Ελλήνων αποίκων που ήλθαν στο νησί οδήγησε, σύμφωνα πάντα με τον Διόδωρο, τους ντόπιους (Σικανούς και Σικελούς) στη γνώση της ελληνικής γλώσσας και την υιοθέτηση των ελληνικών ηθών και εθίμων, με αποτέλεσμα να αλλάξουν τη βάρβαρον διάλεκτον καθώς και την προσηγορίαν τους και να ονομασθούν Σικελιῶται.37

Ο Διόδωρος αποτέλεσε πρόσφατα αντικείμενο μελέτης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις πηγές του.38 Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η έρευνα ήταν ότι για σημαντικά θέματα ο Διόδωρος βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα όσα αναπαρήγε, δίχως να προχωρά σε κριτική ανάλυση των δεδομένων του.39 Ωστόσο, μολονότι και το δικό του έργο δεν σώθηκε πλήρες, είμαστε σε θέση να εξάγουμε πιο βέβαια συμπεράσματα σχετικά με τη χρήση του όρου Σικελιώτης. Αυτός απαντάται σε 86 εδάφια και έχει παντού την ίδια έννοια: ως Σικελιῶται νοούνται οι κάτοικοι της Σικελίας στο σύνολό τους. Αυτονόητο είναι ότι πρόκειται για τους Έλληνες κατοίκους του νησιού και όχι για τους Καρχηδονίους ή τους Ρωμαίους, οι οποίοι πάντοτε, επίσης, διαχωρίζονται με τα αντίστοιχα εθνικά τους επίθετα. Αξιοσημείωτη είναι η απουσία του εθνικού επιθέτου Σικελός, γεγονός το οποίο έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τα όσα εκτέθηκαν ως τώρα.

Διοδώρου του Σικελιώτου Βιβλιοθήκης Ιστορικής τα Σωζόμενα, έκδοση του 1746.

Από την άλλη, η χρήση τού, σχεδόν μυθικού, παρελθόντος από τους δύο (ή τρεις, εννοώντας και τον Λύκο) ιστορικούς αποσκοπεί στην επινόηση της συνέχειας: τόσο ο Τίμαιος όσο και ο Διόδωρος είναι Σικελιῶται. Γράφουν, επίσης, σε περιόδους έντονης αντιπαράθεσης των Ελλήνων είτε προς τα φοινικικά φύλα είτε προς τους Ρωμαίους. Επομένως, ήταν αναμενόμενη η προσπάθειά τους αφενός να θεμελιώσουν την ύπαρξη αυτόχθονων φύλων στη Σικελία και αφετέρου να θεωρήσουν ότι ο εξελληνισμός της Σικελίας είχε συντελεσθεί σε μία πρώιμη περίοδο. Από την αναδρομή τους στην προϊστορία και τη χρήση της μυθολογίας γίνεται φανερό ότι και οι τρεις θα πρέπει να αναφέρονταν σε ένα ακροατήριο συμπατριωτών τους και όχι μόνον ο Διόδωρος.40 Η παραπάνω παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Σικελία αποτέλεσε πολλές φορές το κύριο θέατρο επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των Καρχηδονιακών πολέμων και βρισκόταν ανάμεσα σε δύο αλλόφυλους –ως προς τους Έλληνες- ανταπαιτητές της. 

Agrigento. Valle dei Templi

Είναι γνωστό ότι η ταυτότητα εξαρτάται από καταστάσεις. Το παράδειγμα της χρήσης του όρου Σικελιῶται είναι αντιπροσωπευτικό. Οι διάφορες φάσεις της ιστορικής πορείας των κατοίκων της Σικελίας δεν αποτελούν αιτίες δημιουργίας εθνικών χαρακτηριστικών. Η πρόσληψη μιας κοινής ταυτότητας των Σικελιωτών, επομένως, καθορίζεται από συγκυριακά αίτια. Ο όρος Σικελιῶται απηχεί για τον Θουκυδίδη περισσότερο μία γεωγραφική, παρά μία εθνοτική πρόσληψη. Αρχικά, πρόκειται για τους Έλληνες αποίκους του νησιού, οι οποίοι βρίσκονται σε καταφανή αντίθεση προς τους αυτόχθονες. Ωστόσο, η απειλητική εμφάνιση των Αθηνών φαίνεται να δημιουργεί πρόσκαιρα μία συλλογική σικελική ταυτότητα. Αυτό γίνεται εμφανές στους επόμενους αιώνες, όταν οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού συνενώνονται με το γηγενές στοιχείο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ένας άλλος κοινός εχθρός του συνόλου των κατοίκων του νησιού, η Καρχηδόνα. Στην ιστοριογραφία αρχίζει να διαφαίνεται αυτή η συνένωση, καθώς εγκαταλείπονται, πλέον, οι αναφορές στους Σικελούς και όλοι οι κάτοικοι νοούνται με το συλλογικό όνομα Σικελιῶται. Η Ρώμη, αποτέλεσε τον τρίτο, τελευταίο και επιτυχή επίδοξο εισβολέα του νησιού κατά την Αρχαιότητα. Η χρήση, κατά τη ρωμαϊκή ρεπουμπλικανική περίοδο, του όρου «Siculus» σήμαινε είτε τον αυτόχθονα είτε τον Έλληνα Σικελιώτη, καθώς οι Ρωμαίοι δεν ενδιαφέρονταν για τη διάκριση, επιβεβαιώνοντας έτσι τον τοπικό και όχι τον «εθνικό» χαρακτήρα του όρου. 

Ξυδόπουλος 6
Ο Ιωάννης Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

C. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, στο Irad Malkin (επιμ.) Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London 2001, 112-157.

H.C. Baldry, The Unity of Mankind in Greek Thought, Cambridge 1965.

P. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge 1993 (ελλ. μτφ. 2002).

P. Cartledge, “‘We are all Greeks’? Ancient (especially Herodotean) and Modern Contestations of Hellenism”, BICS 40.2 (1995).

Μ.Β. Χατζόπουλος, Ο Ελληνισμός της Σικελίας κατά την Ρωμαιοκρατία (περίοδος 264-44 π.Χ.), Αθήνα 1976.

T.J. Dunbabin, The Western Greeks, Oxford 1948.

H.-J. Gehrke, ‘Myth, history and collective identity: uses of the past in Ancient Greece and beyond’, στο N. Luraghi (επιμ.), The Historian’s Craft in the Age of Herodotus, Oxford 2001, 286-313.

J.Μ. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford 1989.

J.M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge 1997.

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago 2002.

T. Harrison (επιμ.), Greeks and Barbarians, Edinburgh 2002.

F. Hartog, The Mirror of Herodotus. The Representation of the Other in the Writing of History (tr. J. Lloyd), Berkeley-Los Angeles 1988.

S. Hornblower (επιμ.), Greek Historiography, Oxford 1994.

S. Hornblower, Thucydides and Pindar. Historical Narrative and the World of Epinikian Poetry, Oxford 2004.

A. Lesky, Geschichte der griechischen Literatur, München 1971 (ελλ. μτφ. Θεσσαλονίκη 19853).

J. Marincola, Greek Historians: Greece and Rome. New Surveys in the Classics No 31. Oxford 2001.

Meister, Der Neue Pauly 3 (1997), s.v. “Diodoros’, n. 18, 592-594.

A. Momigliano, Alien Wisdom: The Limits of Hellenization, Cambridge 1975 (ελλ. μτφ. Αθήνα 1998).

W. Nippel, ‘The Construction of the “Other”, στο T. Harrison (επιμ.), Greeks and Barbarians, Edinburgh 2002, 278-310.

E. Olshausen, Der Neue Pauly 11 (2001), 505, s.v. “Sicilia”.

D. Roussel, Les siciliens entre les Romains et les Carthaginois, Paris 1970.

Vetter, RE 18.2 (1942), 1543-1567, s.v. “Osci”.

I. Xydopoulos, “The Thracian image in Herodotus and the Rhetoric of Otherness”, Proceedings of the Mediterranean Crossroads Conference (MCC): New Trends in the Study of the

Mediterranean and its history at the onset of the 21st century, 10-13 May 2005, Athens-Oxford 2007, 594-603.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ