Skip to main content

Αντώνης Κλάψης: Αναζητώντας ερείσματα για την ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάννης: οι ελληνοϊταλικές σχέσεις την περίοδο της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου

Αντώνης Κλάψης

Αναζητώντας ερείσματα για την ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάννης: οι ελληνοϊταλικές σχέσεις την περίοδο της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου

 

Τον Ιούνιο του 1925 ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανέτρεψε την κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου και επέβαλε στην Ελλάδα την από καιρό σχεδιαζόμενη δικτατορία του, αρχικά υπό κοινοβουλευτικό μανδύα και από τον Ιανουάριο του επόμενου έτους χωρίς κανένα πρόσχημα. Η εγκαθίδρυση του παγκαλικού καθεστώτος και η διατήρησή του στην εξουσία για 14 μήνες στιγμάτισε ανεξίτηλα την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς συνέτεινε στην αναθεώρηση των προσανατολισμών που καθοδηγούσαν τις διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις στο διάστημα που είχε διαρρεύσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης. Θιασώτης του νεομεγαλοϊδεατισμού, ο Πάγκαλος έμελλε να απομακρύνει την Αθήνα από τη οδό της σύνεσης και του ρεαλισμού που προσδιόριζαν έως τότε το ελληνικό διπλωματικό πρόγραμμα, θέτοντας ως πρωταρχικό του στόχο τον επαναπροσδιορισμό –έστω και μερικό– των εδαφικών συμφωνηθέντων στη Λωζάννη.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στη διάρκεια των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης.

Η απόλυτα απορριπτική στάση του Πάγκαλου απέναντι στο συμβιβασμό που είχε επιτευχθεί στην ελβετική πόλη τον Ιούλιο του 1923 είχε διαφανεί άμεσα, όταν ο ίδιος έσπευσε να χαρακτηρίσει τη Συνθήκη της Λωζάννης ως «Ανταλκίδειο Ειρήνη»1. Ο Πάγκαλος, εξάλλου, είχε, ήδη από την εποχή των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης, ταχθεί υπέρ της δυναμικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία, προτείνοντας, ως διοικητής της Στρατιάς του Έβρου, την οποία ο ίδιος είχε ανασυγκροτήσει2, την επανάληψη των εχθροπραξιών με σκοπό την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης3. Η έγκαιρη και αποφασιστική παρέμβαση του Ελευθέριου Βενιζέλου είχε τότε ανατρέψει τα σχέδια του Πάγκαλου, ο οποίος, ωστόσο, δεν εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες του για τη μελλοντική, όταν οι περιστάσεις το επέτρεπαν, βίαιη ανατροπή, προς όφελος της Αθήνας, του εδαφικού καθεστώτος που επέβαλε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία η Συνθήκη της Λωζάννης.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος επιθεωρεί τη στρατιά του Έβρου τον Μάϊο του 1923 (πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Η προσήλωση του Πάγκαλου στην ανάγκη επαναχάραξης των ελληνοτουρκικών συνόρων, η οποία θα απέδιδε στην Ελλάδα τουλάχιστον την Ανατολική Θράκη, ενδεχομένως δε και τμήμα της Μικράς Ασίας, έμελλε κατά συνέπεια να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο το καθεστώς του θα διαχειριζόταν την ελληνική εξωτερική πολιτική κατά το διάστημα της δεκατετράμηνης παραμονής του στην εξουσία. Η πρόθεση του Έλληνα δικτάτορα να σκληρύνει τη στάση της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα έγινε αμέσως εμφανής όταν ο ίδιος επέλεξε να θέσει επίσημα θέμα αγνοουμένων πολέμου που εξακολουθούσαν να εργάζονται κάτω από άθλιες συνθήκες σε τουρκικά αγροκτήματα της κεντρικής Μικράς Ασίας4. Εκδηλώνοντας, εξάλλου, έμπρακτα την προτίμησή του υπέρ των δυναμικών λύσεων των κάθε είδους διμερών διαφορών με τα γειτονικά κράτη, ο Πάγκαλος διέταξε τον Οκτώβριο του 1925 την εισβολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στο βουλγαρικό έδαφος και την κατάληψη της πόλης του Πετριτσίου, με στόχο τον εξαναγκασμό της Σόφιας να παράσχει έμπρακτα ικανοποίηση στην Αθήνα για τη δολοφονία ενός Έλληνα αξιωματικού και δύο στρατιωτών κατά τη διάρκεια μεθοριακού επεισοδίου: μακράν, ωστόσο, του να αποδώσει τους καρπούς που ο Πάγκαλος επιθυμούσε, η αψυχολόγητη πρωτοβουλία του απέδειξε περίτρανα τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας, η οποία καταδικάστηκε από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών και κλήθηκε να καταβάλει χρηματική αποζημίωση στη Βουλγαρία5.

Το ελληνοβουλγαρικό μεθοριακό επεισόδιο στο Πετρίτσι το 1925.

Η δυσμενής για τα ελληνικά συμφέροντα εξέλιξη του επεισοδίου στο Πετρίτσι καταδείκνυε ότι, προκειμένου να διαθέτουν έστω και ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, τα μαξιμαλιστικά σχέδια του Πάγκαλου όφειλαν προηγουμένως να βρίσκονται σε αρμονία με τα συμφέροντα τουλάχιστον μίας ή περισσότερων Μεγάλων Δυνάμεων που δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου. Κάθε απόπειρα, με άλλα λόγια, ικανοποίησης των φιλοδοξιών του Έλληνα δικτάτορα για αναίρεση των –κατά τη γνώμη του– αδικιών που συνεπάγονταν για την Ελλάδα οι εδαφικοί όροι της Συνθήκης της Λωζάννης, ήταν άμεσα συνυφασμένη με την εξασφάλιση της υποστήριξης είτε της Μεγάλης Βρετανίας, είτε της Ιταλίας – ή ακόμα καλύτερα και των δύο. Αντίθετα, οι μονομερείς ενέργειες όχι μόνο ήταν περίπου πρακτικά αδύνατον να εξασφάλιζαν οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα για την Αθήνα, αλλά αντίθετα ενείχαν τον κίνδυνο επιδείνωσης της ήδη δυσμενούς διεθνούς της θέσης, με δυνητικά απρόβλεπτες συνέπειες.

Στη δεδομένη συγκυρία, η αναθεωρητική πολιτική του Πάγκαλου ενισχυόταν από τη συνεχιζόμενη εκκρεμότητα του ζητήματος της Μοσούλης, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε σύγκρουση τη Μεγάλη Βρετανία με την Τουρκία, οι οποίες έριζαν για τον έλεγχο της πλούσιας σε κοιτάσματα πετρελαίου περιοχής. Πράγματι, οι μακρές και συχνά επίπονες βρετανοτουρκικές διαπραγματεύσεις δεν είχαν οδηγήσει στην εξεύρεση μίας κοινά αποδεκτής λύσης σχετικά με το μελλοντικό καθεστώς της πρώην οθωμανικής επαρχίας, ενώ η ένταση πολλές φορές κλιμακωνόταν σε επικίνδυνο βαθμό, με κορυφαίο παράδειγμα το βομβαρδισμό, τον Αύγουστο του 1923, της Σουλεϊμανίγιας από τη βρετανική πολεμική αεροπορία6. Οι Τούρκοι, εξάλλου, υποπτεύονταν ότι το Λονδίνο υπέθαλπε τις κουρδικές εξεγέρσεις κοντά στα τουρκοϊρακινά σύνορα προκειμένου να αποδυναμώσει τη θέση της Άγκυρας στην εκκρεμότητα της Μοσούλης7. Η απόφαση του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1925 να κατακυρώσει το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής της Μοσούλης στους Βρετανούς, όξυνε ακόμα περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα: ο τουρκικός Τύπος δεν απέκλειε το ενδεχόμενο του πολέμου, στην ίδια την Άγκυρα συγκλήθηκε πολεμικό συμβούλιο, ενώ μόλις μία ημέρα αργότερα, στις 17 Δεκεμβρίου, η τουρκική κυβέρνηση, αντιδρώντας στην αναβίωση –όπως εκτιμούσε– του βρετανικού ιμπεριαλισμού, υπέγραψε Σύμφωνο μη Επίθεσης με τη Σοβιετική Ένωση8.

Η υπόθεση της Μοσούλης στην ημερήσια διάταξη της Κοινωνίας των Εθνών.

Αναζητώντας ερείσματα προκειμένου να κάμψει τις τουρκικές αντιδράσεις, η Βρετανία στράφηκε προς την πλευρά της Ιταλίας. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1924 η κατ’ αρχήν συμφωνία ανάμεσα στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Σερ Ώστιν Τσάμπερλαιν και τον Ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι για την αμοιβαία υποστήριξη των συμφερόντων του Λονδίνου και της Ρώμης στη Μικρά Ασία είχε θέσει τις βάσεις της διμερούς συνεργασίας, η οποία μοιραία αποκτούσε αντιτουρκική χροιά9. Ήταν, άλλωστε, γνωστές οι επεκτατικές βλέψεις του Μουσολίνι σε σχέση με τα νοτιοδυτικά μικρασιατικά παράλια, οι οποίες προσδιόριζαν τη γενικότερη στάση της Ρώμης έναντι της Άγκυρας, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες στην τελευταία: «Το ότι η Ιταλία εποφθαλμιά την μικρασιατικήν γην αποτελεί αξίωμα της τουρκικής διπλωματίας», σημείωνε με νόημα τον Ιούνιο του 1925 ο Έλληνας επιτετραμμένος στην τουρκική πρωτεύουσα Ιωάννης Πολίτης10. Οι τουρκικοί φόβοι, εξάλλου, ενισχύονταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι Ιταλοί διατήρησαν μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης τα Δωδεκάνησα, τα οποία θα μπορούσαν πολύ εύκολα να χρησιμοποιηθούν ως εφαλτήριο σε μία πιθανή απόπειρα στρατιωτικής προσβολής των μικρασιατικών παραλίων11.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Πάγκαλος εκτιμούσε ότι οι νεομεγαλοϊδεατικοί του οραματισμοί ήταν πολύ πιθανόν να έβρισκαν πρόσφορο έδαφος προκειμένου να αναπτυχθούν, καθώς Λονδίνο και Ρώμη ήταν λογικό να επιθυμούν τη συστράτευση και άλλων δυνάμεων, έστω και λιγότερο σημαντικών, όπως η Ελλάδα, στην προσπάθεια άσκησης πιέσεων στην Άγκυρα. Ενθαρρυμένος από την ιταλοβρετανική συνεννόηση, η οποία στρεφόταν προφανώς εναντίον της Τουρκίας, ο Έλληνας δικτάτορας υπολόγιζε ότι μία ενδεχόμενη ρήξη είτε της Μεγάλης Βρετανίας, είτε της Ιταλίας, είτε και των δύο με την Τουρκία, θα επέτρεπε στον ίδιο να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την ανακατάληψη τουλάχιστον της Ανατολικής Θράκης ή ακόμα και τμήματος της Μικράς Ασίας. Οι διευκολύνσεις, εξάλλου, που παρείχε στην Αθήνα η Ρώμη για την αγορά ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού12, έμοιαζαν να αποτελούν μία επιπλέον απτή απόδειξη του ενδιαφέροντος του Μουσολίνι για την προσέλκυση της Ελλάδας σε έναν ενδεχόμενο αντιτουρκικό σύνδεσμο.

Σε αυτό το πλαίσιο, και με δεδομένη την ιδεολογική συγγένεια του παγκαλικού με το μουσολινικό καθεστώς, η διπλωματική στροφή του Έλληνα δικτάτορα προς τον Ιταλό συνάδελφό του έδειχνε να αποτελεί φυσική εξέλιξη. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι ελληνοϊταλικές σχέσεις ήταν επιβαρυμένες ήδη από την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, φθάνοντας σε κυριολεκτικά οριακό σημείο τον Αύγουστο του 1923 εξαιτίας της ιταλικής επιχείρησης κατάληψης της Κέρκυρας13, ο Πάγκαλος γρήγορα προσανατολίστηκε προς την ιδέα της σύσφιγξης των διμερών δεσμών, με απώτερο στόχο την εξασφάλιση των αναγκαίων διπλωματικών ερεισμάτων για την εφαρμογή στην πράξη των σχεδίων του εις βάρος της Τουρκίας. Η ανεπίσημη επίσκεψη του Ιταλού υφυπουργού Εξωτερικών Ντίνο Γκράντι στην Αθήνα στις αρχές Ιουλίου του 1925, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε επαφές με τον Έλληνα δικτάτορα, καθώς και με τον υπουργό Εξωτερικών Κωνσταντίνο Ρέντη, αποτελούσε το πρώτο ορατό σημάδι του νέου ανέμου που έπνεε στις σχέσεις Αθήνας και Ρώμης: ο Πάγκαλος δεν έχασε την ευκαιρία να δηλώσει στον Γκράντι ότι προσέβλεπε στην ελληνοϊταλική συνεργασία σε ζητήματα που τα συμφέροντα των δύο γειτονικών κρατών ταυτίζονταν, ενώ έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες ανέφεραν ότι οι συνομιλίες που είχε ο Ιταλός υφυπουργός στην ελληνική πρωτεύουσα προετοίμαζαν το έδαφος για στενότερη διμερή προσέγγιση14.

Οι Dino Grandi, υφυπουργός Εξωτερικών (δεξιά) και Vittorio Scialoja, μόνιμος αντιπρόσωπος της Ιταλίας στην Κοινωνία των Εθνών, στο πλαίσιο των εργασιών της Συνδιάσκεψης του Λοκάρνο (1925).

Πολύ σύντομα οι συζητήσεις θα έδιναν τη θέση τους σε περισσότερο πρακτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες υπογράμμιζαν τη βελτίωση του κλίματος ανάμεσα στην Αθήνα και τη Ρώμη. Η υπογραφή συμφωνιών για την προμήθεια από την Ελλάδα ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού15 συνιστούσε ένα επιπλέον απτό δείγμα αυτής της εγκαρδιότητας, η οποία έτεινε να εξελιχθεί σε διπλωματική σύμπραξη: σε προσωπικό μήνυμα που απηύθυνε προς τον Πάγκαλο, ο Μουσολίνι όχι μόνο εξέφραζε την ικανοποίησή του για την ελληνική παραγγελία, την οποία χαρακτήριζε ως πραγματικό δείγμα καλής γειτονίας, αλλά επιπλέον διατύπωνε την επιθυμία του για την περαιτέρω εμβάθυνση των δεσμών ανάμεσα στη Ρώμη και στην Αθήνα16. Η έναρξη, εξάλλου, διαπραγματεύσεων τον Νοέμβριο του 1925 για τη συνομολόγηση ελληνοϊταλικής εμπορικής σύμβασης17 προσέθετε έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των στενών διμερών επαφών.

Η συγκυρία για την εφαρμογή των σχεδίων του Πάγκαλου για συνεννόηση με την Ιταλία με σκοπό τη συγκρότηση κοινού αντιτουρκικού μετώπου, έμοιαζε να είναι ιδανική, καθώς, εκτός των άλλων, συνδυαζόταν με την επιδείνωση των βρετανοτουρκικών σχέσεων εξαιτίας της ευνοϊκής για το Λονδίνο απόφασης του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών για την τύχη της περιοχής της Μοσούλης. Ο Πάγκαλος ήταν αποφασισμένος να αδράξει την ευκαιρία, επιδιώκοντας την εξασφάλιση συγκεκριμένης δέσμευσης από την πλευρά του Μουσολίνι σχετικά με ενδεχόμενη κοινή μελλοντική δράση εναντίον της Τουρκίας. Από αυτήν την άποψη, η επίσημη επίσκεψη που πραγματοποίησαν στις αρχές Μαρτίου του 1926 στη Ρώμη οι Έλληνες υπουργοί Εξωτερικών Λουκάς Κανακάρης Ρούφος και Συγκοινωνίας Αναστάσιος Ταβουλάρης παρείχε τη δυνατότητα αφενός άμεσης εκδήλωσης των ελληνικών πρωτοβουλιών, και αφετέρου διερεύνησης των ιταλικών προθέσεων.

Ήδη από τις παραμονές της άφιξης των Ρούφου και Ταβουλάρη στην ιταλική πρωτεύουσα, οι Ιταλοί ιθύνοντες τόνιζαν την εξαιρετική σημασία της επίσκεψης, την οποία χαρακτήριζαν ως διαπιστωτική της σύμπτωσης των συμφερόντων μεταξύ των δύο κρατών18. Το ζωηρό ενδιαφέρον που επιδείκνυε ο –ελεγχόμενος από το φασιστικό καθεστώς και επομένως γνήσιος εκφραστής των κυβερνητικών θέσεων– ιταλικός Τύπος μαρτυρούσε πράγματι την εξαιρετική σημασία της επίσκεψης19. Ειδικότερα, σε άρθρο της ημιεπίσημης Messaggero υπογραμμιζόταν ότι η επίσκεψη των Ελλήνων υπουργών απέβλεπε στην αποσαφήνιση και την αναζωογόνηση των ελληνοϊταλικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσε σαφές δείγμα του αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: διπλωματικά απομονωμένη και έχοντας διαφορές με όλους σχεδόν τους γείτονές της, η Ελλάδα, σημειωνόταν στο ίδιο άρθρο, ήταν φυσικό να αναζητά διεθνή ερείσματα και να απευθύνεται για αυτό το λόγο στην Ιταλία, καθώς η τελευταία αποτελούσε εκείνη τη Μεγάλη Δύναμη που μπορούσε να της παράσχει φιλία δημιουργική και ανιδιοτελή, από τη στιγμή που δεν υφίσταντο ουσιώδεις λόγοι διενέξεων ανάμεσα στην Αθήνα και τη Ρώμη, δεδομένου ότι στόχος της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η ανάπτυξη ειρηνικής πολιτικής συνεργασίας χωρίς πρόθεση κηδεμονίας του κατά περίπτωση αντισυμβαλλόμενου· ειδικά, εξάλλου, σε ότι αφορούσε στην Ελλάδα, κατέληγε ο συντάκτης της εφημερίδας, η ενίσχυση των δεσμών με την Ιταλία θα μπορούσε να επεκταθεί και στον οικονομικό τομέα, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο αποφασιστικά στην αναδιοργάνωση της ελληνικής οικονομίας20. Δίνοντας, τέλος, ακόμα σαφέστερα δείγματα του κλίματος που επικρατούσε στους ιθύνοντες ιταλικούς κύκλους, η Messaggero, την ημέρα της άφιξης των Ρούφου και Ταβουλάρη στη Ρώμη, τόνιζε χαρακτηριστικά ότι η Αθήνα εγκατέλειπε πλέον τον στενό ορίζοντα των συνδυασμών με τα γειτονικά της κράτη και εισερχόταν στη γενική ευρωπαϊκή πολιτική, καθιστάμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο παράγοντας ειρήνης21.

Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος.

Η ιδιαίτερη σημασία του ταξιδιού των Ρούφου και Ταβουλάρη στην ιταλική πρωτεύουσα αποδεικνυόταν και από τα εκτενή σχετικά σχόλια του διεθνούς Τύπου. Πιο συγκεκριμένα, οι γαλλικές εφημερίδες έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στο ενδεχόμενο μεσολάβησης του Μουσολίνι για τη διευθέτηση των ελληνογιουγκοσλαβικών εκκρεμοτήτων: η πρωτοβουλία του Ιταλού δικτάτορα εικαζόταν ότι αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της σύναψης ενός –επωφελούς για τα ιταλικά συμφέροντα– βαλκανικού εγγυητικού συμφώνου22 κατά το πρότυπο των πρόσφατων Συμφωνιών του Λοκάρνο23. Την ίδια στιγμή, στην αντίπερα ακτή της Μάγχης, οι Times τόνιζαν ότι σκοπός της επίσκεψης των Ελλήνων υπουργών ήταν η ενίσχυση της πολιτικής και εμπορικής συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία24, ενώ ο Manchester Guardian επισήμαινε ότι η Αθήνα φερόταν αποφασισμένη να ακολουθήσει πολιτική φιλίας με τη Ρώμη, αναζητώντας την ιταλική βοήθεια προκειμένου να βελτιώσει τη διεθνή της θέση25. Προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω, η επίσης βρετανική Westminster Gazette διέβλεπε στις επαφές που θα είχε ο Ρούφος με τον Μουσολίνι την πρόθεση της Αθήνας να διερευνήσει τις πιθανότητες στενότερης ελληνοϊταλικής συνεργασίας, με απώτερο στόχο την κατάληξη σε μία ανεπίσημη, αλλά σαφή, συνεννόηση σχετικά με τα αμοιβαία συμφέροντά τους απέναντι στην Τουρκία: «Σε περίπτωση που η Ιταλία πάει στη Μικρά Ασία», υπογράμμιζε ο συντάκτης της εφημερίδας, «μία συνεννόηση με την Ελλάδα θα διασφάλιζε τα πλευρά της. Στην Ελλάδα ίσως επιτραπεί να επανακτήσει τμήμα της [Ανατολικής] Θράκης ή να λάβει παραχωρήσεις, πολιτικές ή οικονομικές, στη Σμύρνη»26.

Η είδηση της επικράτησης του παγκαλικού κινήματος στο πρωτοσέλιδο της Καθημερινής.

Η ανάλυση της Westminster Gazette απηχούσε πιθανότατα σε μεγάλο βαθμό τις ενδόμυχες σκέψεις του Πάγκαλου, οι οποίες όμως ήταν εξαιρετικά αμφίβολο εάν γίνονταν ευμενώς δεκτές από τον Μουσολίνι. Ήδη από την παραμονή της άφιξης των Ρούφου και Ταβουλάρη στη Ρώμη, αρμόδιοι ιταλικοί κύκλοι προϊδέαζαν για την επιφυλακτική στάση που θα τηρούσε η ιταλική κυβέρνηση απέναντι στις αναμενόμενες ελληνικές προτάσεις, αποκλείοντας το ενδεχόμενο ανάληψης οποιασδήποτε συμβατικής δέσμευσης από την πλευρά της Ιταλίας27. Η επιφυλακτικότητα, εξάλλου, της ιταλικής κυβέρνησης να επεκτείνει το πλαίσιο των συνομιλιών σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιτρέψει τη συζήτηση των μαξιμαλιστικών σχεδίων του Πάγκαλου, διαφάνηκε από την πρώτη στιγμή της άφιξης των Ελλήνων υπουργών: σύμφωνα με έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της –προπαρασκευαστικού χαρακτήρα28 εν όψει των επαφών με τον ίδιο τον Μουσολίνι– συνάντησης του Ρούφου με τον γενικό γραμματέα του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών Σαλβατόρε Κονταρίνι, η συνομιλία επικεντρώθηκε σε ζητήματα που ενδιέφεραν κατά κύριο λόγο την Ιταλία, όπως η διατήρηση της αλβανικής ανεξαρτησίας και η προοπτική σύναψης ενός βαλκανικού συμφώνου29.

Οι συζητήσεις των Ρούφου και Ταβουλάρη με τον Μουσολίνι επιβεβαίωσαν την ιταλική απροθυμία ανάληψης συγκεκριμένων δεσμεύσεων έναντι της Ελλάδας. Αφού προηγουμένως εξήρε τις εσωτερικές πολιτικές πρωτοβουλίες του Πάγκαλου, χαρακτηρίζοντας ως «έργο υψίστης φρονήσεως» τη διάλυση της ελληνικής Βουλής και τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του ίδιου, εκτιμώντας ότι μόνο ένα τέτοιου είδους καθεστώς θα μπορούσε να συντελέσει στην αναδημιουργία της Ελλάδας και καταδικάζοντας απερίφραστα τον κοινοβουλευτισμό ως «αχρηστεύσαντα την διοικητικήν μηχανήν και δεσμεύοντα πάσαν δράσιν μιας ισχυράς και εμπνευσμένης κυβερνήσεως», ο Μουσολίνι προχώρησε σε μία σύντομη επισκόπηση των ελληνοϊταλικών σχέσεων, οι οποίες, όπως επισήμανε, καθίσταντο ολοένα στενότερες. Κατά την άποψη, εξάλλου, του Ιταλού δικτάτορα, η Ρώμη ουδέποτε είχε πραγματικούς λόγους να αντιστρατεύεται την Αθήνα, εναντίον της οποίας παραπονιόταν μόνο διότι συνδεόταν με δυνάμεις που εχθρεύονταν την Ιταλία, υπονοώντας προφανώς τη Μεγάλη Βρετανία: από τη στιγμή, όμως, που η Ρώμη συνεργαζόταν πλέον αγαστά με το Λονδίνο, αντιμετώπιζε θετικά τη φιλοβρετανική πολιτική που ακολουθούσε η Ελλάδα30. Το βασικότερο ενδιαφέρον του Μουσολίνι εντοπιζόταν προφανώς στο σχέδιό του για τη συνομολόγηση ενός βαλκανικού συμφώνου. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με τον Ρούφο, ο Ιταλός δικτάτορας τάχθηκε ανοιχτά υπέρ αυτής της εξέλιξης και άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν πρόθυμος να μεσολαβήσει για την ευόδωσή της. Από την πλευρά του, ο Ρούφος περιορίσθηκε να εξάρει την ωφελιμότητα ενός τέτοιου Συμφώνου, την πραγματοποίηση του οποίου, όπως διευκρίνισε, ευχόταν και είχε ήδη επιδιώξει και η Ελλάδα· ο ίδιος, πάντως, απέφυγε να τοποθετηθεί με σαφήνεια επί της προοπτικής της ιταλικής μεσολάβησης31.

Αντίθετα, πιο συγκεκριμένα έμοιαζαν να είναι τα αποτελέσματα των ελληνοϊταλικών συζητήσεων για θέματα αμιγώς οικονομικού ενδιαφέροντος. Ο Μουσολίνι διαβεβαίωσε τον Ταβουλάρη ότι επιθυμούσε τη σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων της Ιταλίας με την Ελλάδα, εμφανιζόμενος διατεθειμένος να παράσχει κάθε δυνατή ευκολία επί των κρατικών παραγγελιών τόσο σε πιστώσεις, όσο και σε εγγυήσεις: όπως διευκρίνιζε, άλλωστε, όσο σημαντικότερες ήταν οι παραγγελίες, τόσο μεγαλύτερες θα ήταν οι ευκολίες που θα παράσχονταν από ιταλικής πλευράς. Ο Μουσολίνι, εξάλλου, δήλωνε ικανοποιημένος από την επίσκεψη του Ταβουλάρη στη Ρώμη, την οποία χαρακτήρισε ως κέρδος για την ενίσχυση των οικονομικών δεσμών ανάμεσα στις δύο χώρες, ενώ ταυτόχρονα, εκδηλώνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πληρέστερη ενημέρωση του Έλληνα υπουργού Συγκοινωνίας, φρόντισε αυτοπροσώπως για την κατάρτιση του πολυήμερο προγράμματος περιοδείας του σε διάφορα βιομηχανικά κέντρα της βόρειας Ιταλίας. «Η εντύπωσίς μου εκ των συνομιλιών», συμπέραινε ο Ταβουλάρης, «υπήρξεν ότι ούτος [ο Μουσολίνι] επιθυμεί την φιλίαν της Ελλάδος και ότι η εκτίμησίς του προς το πρόσωπον του Έλληνος Πρωθυπουργού είναι ειλικρινής και ότι έχων πληροφορίας ότι η [ελληνική] Κυβέρνησις είναι ισχυρά, έχει πραγματικήν επιθυμίαν προς στενωτέραν μετά της Ελλάδος συνεννόησιν»32.

O Benito Mussolini, σε μια από τις υπερφίαλες δημόσιες εμφανίσεις του.

Την ικανοποίησή του από τα αποτελέσματα των συνομιλιών εξέφραζε δημοσίως ο Ρούφος. Σε δηλώσεις του προς τον Τύπο λίγο πριν από την αναχώρησή του από τη Ρώμη, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών επισήμανε ότι οι επαφές που είχε με τον Μουσολίνι αποδείκνυαν την κοινή επιθυμία της Ελλάδας και της Ιταλίας να συσφίξουν τους μεταξύ τους δεσμούς, αν και εμμέσως αναγνώριζε ότι στην πραγματικότητα οι συζητήσεις δεν είχαν καταλήξει σε κάποιο απτότερο αποτέλεσμα33. Σκοπός, εξάλλου, της επίσκεψής του είχε υπάρξει η ενημέρωση της ιταλικής κυβέρνησης σχετικά με τις απόψεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: «Ωμίλησα εις τον κ. Μουσολίνι», διευκρίνιζε σε συνέντευξη που παραχώρησε στο δημοσιογραφικό όργανο του Ιταλού δικτάτορα Popolo d’Italia, «με την γλώσσαν της ειλικρινείας και της νομιμοφροσύνης. Διεπιστώσαμεν ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας και της Ιταλίας αποβλέπουσιν εις σκοπούς, οίτινες δεν ευρίσκονται εις αντίθεσιν». Σε αυτό το πλαίσιο, επομένως, και αποσκοπώντας στο σεβασμό των συνθηκών και στη διευθέτηση το ταχύτερο δυνατόν των εκκρεμοτήτων με τους γείτονές της, η Ελλάδα προσδοκούσε τη βελτίωση τόσο των πολιτικών, όσο και των εμπορικών σχέσεών της με την Ιταλία34. Κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος, ο Μουσολίνι εμφανιζόταν ευχαριστημένος από την αποκατάσταση των ελληνοϊταλικών σχέσεων, προσβλέποντας, όπως εξηγούσε, στη σταθεροποίηση και στην περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες, οι οποίες συνδέονταν από τη γεωγραφία, την ιστορία και την κοινότητα συμφερόντων.35

Ταυτόχρονα, σύσσωμος ο ιταλικός Τύπος εξήρε τα αποτελέσματα των ελληνοϊταλικών συνομιλιών. Ειδικότερα, η ημιεπίσημη Messaggero επισήμαινε ότι η επίσκεψη του Ρούφου στη Ρώμη συνέβαλε αποφασιστικά στη βελτίωση των άλλοτε τεταμένων ελληνοϊταλικών σχέσεων, θέτοντας τις βάσεις μίας ευρύτερης διμερούς συνεννόησης. Η Ιταλία, υπογραμμιζόταν σε άρθρο της εφημερίδας, μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα αποτελεσματική και ανυστερόβουλη εγγύηση φιλίας, καθώς και να ενισχύσει την ελληνική οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρώμη παρουσιαζόταν πρόθυμη να προσφέρει τη μεσολάβησή της για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς στα Βαλκάνια, χωρίς ωστόσο να παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις οποιουδήποτε κράτους ή να συγκροτεί συνασπισμούς στρεφόμενους εναντίον των συμφερόντων τρίτων36.

Ο υπαινιγμός ήταν σαφής: η ιταλική κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να έρθει σε συνεννόηση με την Αθήνα για την ανάληψη κοινής δράσης εναντίον της Τουρκίας. Από τη στιγμή, επομένως, που ο Μουσολίνι απέφευγε να παράσχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη δέσμευση37, τα σχέδια του Πάγκαλου για τη σύμπηξη μίας ελληνοϊταλικής συμμαχίας με αντιτουρκικό προσανατολισμό δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν και οι ελπίδες του για την ανατροπή του εδαφικού καθεστώτος που είχε επιβάλει ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία η Συνθήκη της Λωζάννης θα παρέμεναν φρούδες. Κατά συνέπεια, η έκφραση ικανοποίησης από την πλευρά ελληνικών κυβερνητικών κύκλων για τα αποτελέσματα των συνομιλιών της Ρώμης38 δεν αρκούσε για να αλλάξει την εικόνα της ουσιαστικής αποτυχίας των διπλωματικών ανοιγμάτων της Αθήνας. Όπως εκμυστηρευόταν, λίγες ημέρες μετά την αναχώρηση του Ρούφου από τον ιταλική πρωτεύουσα, ο Κονταρίνι στον εκεί Έλληνα πρεσβευτή Νικόλαο Μαυρουδή, οι συζητήσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών με τον Μουσολίνι είχαν περιορισθεί απλώς στην επισκόπηση ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος για τις δύο γειτονικές χώρες: ο Κονταρίνι, βέβαια, έσπευσε να υπογραμμίσει την ικανοποίηση της ιταλικής κυβέρνησης για την επίσκεψη των Ελλήνων υπουργών, υποστηρίζοντας ότι αποτελούσε σοβαρό βήμα προς την κατεύθυνση της παγίωσης των φιλικών ελληνοϊταλικών σχέσεων· προσέθεσε, όμως, με νόημα ότι στην πραγματικότητα οι συνομιλίες είχαν περιστραφεί γύρω από γενικότητες39, χωρίς προφανώς να καταλήξουν σε κάποιο απτό αποτέλεσμα όπως θα επιθυμούσε η Αθήνα.

Έστω, πάντως, κι αν η επίσκεψη των Ρούφου και Ταβουλάρη στη Ρώμη δεν είχε καταστήσει εφικτή την ικανοποίηση των μαξιμαλιστικών επιδιώξεων του Πάγκαλου, οι ελληνοϊταλικές επαφές είχαν θορυβήσει την Άγκυρα, η οποία ανησυχούσε για το ενδεχόμενο δημιουργίας ενιαίου αντιτουρκικού μετώπου. Η τουρκική αναστάτωση, η οποία υποδαυλιζόταν περαιτέρω από τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε ο Μουσολίνι έκρινε σκόπιμο να καλέσει τον Τούρκο πρεσβευτή στη Ρώμη προκειμένου να διαλύσει τις υποψίες που είχαν δημιουργηθεί40. Δεν είναι, άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 1926 η Τουρκία, θορυβημένη από τις φήμες για τη δημιουργία μίας ελληνοϊταλοβρετανικής συμμαχίας εναντίον της, είχε προτείνει στην Ιταλία τη σύναψη διμερούς συμφώνου ουδετερότητας, χωρίς ωστόσο να βρει ανταπόκριση από την πλευρά της ιταλικής κυβέρνησης41.

Η μεσολάβηση του ταξιδιού των Ελλήνων υπουργών στη Ρώμη και λίγες εβδομάδες αργότερα οι δημόσιες δηλώσεις του Μουσολίνι για την ανάγκη εξεύρεσης «μίας κατάλληλης αποικιακής διεξόδου για τον ιταλικό πληθυσμό», οι οποίες ερμηνεύθηκαν ακόμα και από επίσημα ιταλικά χείλη ως ευθεία αναφορά στις ιταλικές βλέψεις στη Μικρά Ασία, επέτειναν ακόμα περισσότερο τη νευρικότητα στην Άγκυρα: οι τουρκικές εφημερίδες αναμετέδιδαν φήμες για επικείμενη ιταλική ή ελληνοϊταλική επίθεση42, ενώ και στον διεθνή Τύπο δημοσιεύονταν πληροφορίες σχετικά με τη σύναψη μυστικής ελληνοϊταλικής συμφωνίας βάσει της οποίας Αθήνα και Ρώμη θα υποστήριζαν την αποκατάσταση του χαλιφάτου και τη μεταξύ τους διανομή της Μικράς Ασίας43. Προκειμένου να αποτρέψει ένα τέτοιο –απευκταίο για την ίδια– ενδεχόμενο, η τουρκική κυβέρνηση έσπευσε να προτείνει τη συνομολόγηση τριμερούς συμφώνου ουδετερότητας ανάμεσα στην Τουρκία, την Ελλάδα και την Ιταλία: και πάλι όμως η απάντηση του Μουσολίνι ήταν αρνητική44.

1926: H Μοσούλη εκχωρείται στο Ιράκ.

Σύμφωνα με την εκτίμηση του Έλληνα πρεσβευτή στην Άγκυρα Περικλή Αργυρόπουλου, το τουρκικό ενδιαφέρον για τη σύναψη τριμερούς ελληνοϊταλοτουρκικού συμφώνου ήταν άμεσα συνυφασμένο με την προσπάθεια της Τουρκίας να διασφαλίσει την ακεραιότητα των ευρωπαϊκών της συνόρων και των μικρασιατικών παραλίων45. Πολύ σύντομα, ωστόσο, μία άλλη εξέλιξη στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έμελλε να ανατρέψει τα –ούτως ή άλλως ρευστά– δεδομένα. Στις 5 Ιουνίου 1926 Λονδίνο και Άγκυρα υπέγραψαν συμφωνία, βάσει της οποίας το σύνολο σχεδόν της περιοχής της Μοσούλης παραχωρούνταν στο υπό βρετανική Εντολή Ιράκ46, σηματοδοτώντας έτσι την απαρχή της αποκατάστασης των βρετανοτουρκικών σχέσεων47. Η διευθέτηση του ζητήματος της Μοσούλης, μολονότι δεν ήταν, αυτή καθ’ αυτή, ευνοϊκή για την τουρκική πλευρά, συνεπαγόταν τη χαλάρωση των πιέσεων του Λονδίνου εις βάρος της Άγκυρας, ενώ ταυτόχρονα αφενός απομάκρυνε το ενδεχόμενο εκδήλωσης των επεκτατικών σχεδίων του Μουσολίνι στη Μικρά Ασία και αφετέρου μείωνε ακόμα περισσότερο τις ελπίδες του Πάγκαλου για εφαρμογή στην πράξη των νεομεγαλοϊδεατικών του οραματισμών.

Ρώμη, 23 Σεπτεμβρίου 1928: Οι Ελευθέριος Βενιζέλος και Benito Mussolini υπογράφουν το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού Διακανονισμού.

Η –σχεδόν αγωνιώδης– προσπάθεια του Πάγκαλου να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ιταλίας με σκοπό την ανατροπή ορισμένων από τους εδαφικούς όρους της Συνθήκης της Λωζάννης υπήρξε δηλωτική του τρόπου με τον οποίο ο Έλληνας δικτάτορας αντιλαμβανόταν τη χάραξη και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Διακατεχόμενος από εμμονές, ο Πάγκαλος δεν ήταν σε θέση να σταθμίσει ψύχραιμα τα δεδομένα της αδήριτης πολιτικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα συχνά να μην μπορεί να διακρίνει το ευκταίο από το εφικτό. Οι σπασμωδικές επιλογές του ήταν, επομένως, φυσικό, όχι μόνο να μην έχουν το επιθυμητό για τον ίδιο αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα να συμβάλλουν στη γενικότερη απορρύθμιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η στροφή που επιχείρησε ο Πάγκαλος, μετά την απογοήτευση από τη διαπίστωση της ιταλικής απροθυμίας συνεργασίας προς την κατεύθυνση της Γιουγκοσλαβίας, αναζητώντας στην υποστήριξη του Βελιγραδίου τα αναγκαία διεθνή ερείσματα προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον της Τουρκίας, καταδείκνυε την αποσπασματικότητα των πρωτοβουλιών του. Η άνευ όρων υποχώρηση του Έλληνα δικτάτορα στις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις σε μία σειρά από θέματα, με κορυφαίο εκείνο της ελεύθερης ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αποτελούσε μία επιπλέον απόδειξη των άστοχων διπλωματικών επιλογών του παγκαλικού καθεστώτος, οι οποίες έμελλε τελικά να αποτελέσουν την αφορμή της ανατροπής του τον Αύγουστο του 1926.

 

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης
και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε παλαιότερη δημοσίευση του συγγραφέα: βλ. «Attempting to Revise the Treaty of Lausanne: Greek Foreign Policy and Italy during the Pangalos Dictatorship, 1925-1926», Diplomacy and Statecraft, 25 (2014), σ. 240-259

Βλ. Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2001, Γ’ Έκδοση), σ. 315.

Η σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Πάγκαλος προκειμένου να επιβάλει την πειθαρχία στις μονάδες που κλήθηκε να διοικήσει υπήρξε παροιμιώδης. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι προκειμένου να παταχθεί το φαινόμενο της λιποταξίας, η πρόσκληση προς κατάταξη πέντε κλάσεων στρατευσίμων (1919-1923) συνοδευόταν από την προειδοποίηση πως όσοι δεν παρουσιάζονταν εγκαίρως θα οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα και οι οικογένειές τους θα εξορίζονταν στην Αφρική· βλ. Θεόδωρος Πάγκαλος, Αρχείον Θεοδώρου Παγκάλου, τόμος Α΄ (Αθήνα: Κέδρος, 1973), σ. 206. Αναφορικά με τη συνεισφορά της Στρατιάς του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης βλ. D. Dakin, «The Importance of the Greek Army in Thrace during the Conference of Lausanne, 1922-1923», Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σ. 211-232.

Βλ. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμος Α΄, (Αθήνα: Κάκτος, 1997), σ. 53-54.

Βλ. Αλέξης Αλεξανδρής, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, 1925-1955», στο: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, 1923-1987 (Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση/ΕΛΙΑΜΕΠ, 1988), σ. 36-37. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι λιγότερους από πέντε μήνες πριν από την εγκαθίδρυση της παγκαλικής δικτατορίας ο γενικός διευθυντής του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών Περικλής Αργυρόπουλος, σε επιστολή που απηύθυνε προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο, δεν άφηνε πολλά περιθώρια μελλοντικής ανακίνησης από ελληνικής πλευράς ζητήματος Ελλήνων που βρίσκονταν αιχμάλωτοι στην Τουρκία, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Έχοντες υπ’ όψιν υμετέραν επιστολήν της 14ης Ιανουαρίου ε.έ. μετά της συνημμένης αιτήσεως των διαφόρων συγγενών των κρατουμένων έτι εν Μ. Ασία αιχμαλώτων, έχομεν την τιμήν να φέρωμεν εις γνώσιν της Υμετέρας Εξοχότητος ότι καίτοι προέβημεν ήδη εις πλείστα όσα διαβήματα μέσω της ημετέρας εν Αγκύρα Πρεσβείας, του Γενικού Προξενείου Σμύρνης και της ημετέρας εν Κων/πόλει Αντιπροσωπείας διά την ανεύρεσιν των απομεινάντων αιχμαλώτων, εις ουδέν καταλήξαμεν, καθόσον επισήμως επανειλημμένως εδηλώθη υπό της Τουρκικής Κυβερνήσεως ότι ουδαμού υπάρχουσι πλέον αιχμάλωτοι. Επομένως μόνον επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, επιστολών, ή προσφάτων εγκύρων πληροφοριών, περί του τόπου της διαμονής των, θα ήτο σκόπιμον η Ελληνική Κυβέρνησις να προκαλέση νέαν έρευναν τη μεσολαβήσει εν ανάγκη και αυτής της Κοινωνίας των Εθνών»· βλ. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου (Μουσείο Μπενάκη), 173/φάκ. 21, Αργυρόπουλος προς Βενιζέλο, Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1925.

Για το επεισόδιο στο Πετρίτσι βλ. διεξοδικότερα James Barros, The League of Nations and the Great Powers: The Greek-Bulgarian Incident, 1925 (Oxford: Clarendon Press, 1970), και Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Η ελληνοβουλγαρική κρίση του 1924-1925. Ο πόλεμος της ζωοκλοπής (Αθήνα: Γόρδιος, 2006).

Βλ. Edward Reginald Vere-Hodge, Turkish Foreign Policy, 1918-1948 (Ambilly-Annemasse: 1950), σ. 59.

Αρχείο Ιωάννη Πολίτη (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής Α.Ι.Π.], 228/φάκ. 13, Ι. Πολίτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 787, [Άγκυρα], 17 Μαρτίου 1925.

Vere-Hodge, ό.π., σ. 58-63.

Ruggero Moscati (ed.), I Documenti Diplomatici Italiani [στο εξής DDI], Settima Serie, Volume III: 1922-1935 (Rome: La Libreria Dello Stato, 1959), έγγραφα αρ. 184 και 605. Πρβλ. Alan Cassels, Mussolini’s Early Diplomacy (Princeton: Princeton University Press, 1970), σ. 305.

10 Α.Ι.Π., 228/φάκ. 13, Ι. Πολίτης προς Ρέντη, αρ. 2644, [Άγκυρα], 10 Ιουνίου 1925. Για την καχυποψία που είχε προκαλέσει στους Τούρκους ιθύνοντες βλ. επίσης Α.Ι.Π., 228/φάκ. 13, Ι. Πολίτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1286, [Άγκυρα], 16 Απριλίου 1924. Ο Πολίτης αναφερόταν χαρακτηριστικά στη θύελλα οργής που είχε δημιουργηθεί στην Τουρκία, και η οποία είχε λάβει τη μορφή σωρείας αντιιταλικών άρθρων στον τουρκικό Τύπο, ως αποτέλεσμα των δηλώσεων του Μουσολίνι σχετικά με την εξάπλωση της Ιταλίας στην Ανατολή. Πρβλ. Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας [στο εξής Δ.Ι.Α.Υ.Ε.], 1926, 15.1, Αργυρόπουλος, «Γενική Έκθεσις υπ’ αριθ. 18 Πρεσβείας Αγκύρας», [Άγκυρα], 4 Μαΐου 1926

11 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1924, Α/5/ΙΑ΄, Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1738, Λονδίνο, 7 Ιουνίου 1924.

12 DDI, Volume III, έγγραφο αρ. 606· W.N. Medlicott, Douglas Dakin & M. E. Lambert (eds.), Documents on British Foreign Policy, 1919-1939, Series IA, Volume I (London: Her Majesty’s Stationery Office, 1966), έγγραφο αρ. 129.

13 Για το επεισόδιο της Κέρκυρας βλ. διεξοδικότερα James Barros, The Corfu Incident of 1923. Mussolini and the League of Nations (Princeton: Princeton University Press, 1965). Βλ. επίσης Δαφνής, ό.π., σ. 71-111· Cassels, ό.π., σ. 91-126

14 Foreign Office/The National Archives (στο εξής FO) 371/10675, Τσίτχαμ προς Τσάμπερλαιν, αρ. 217, 8 Ιουλίου 1925· εφ. Ελεύθερον Βήμα, 4 και 25 Ιουλίου 1925.

15 FO 317/10766, Κήλινγκ προς Τσάμπερλαιν, 14 Αυγούστου 1925· εφ. Ελεύθερον Βήμα, 6 Αυγούστου 1925 και 13 Αυγούστου 1925.

16 FO 317/10765, Κήλινγκ προς Τσάμπερλαιν, 15 Αυγούστου 1925· εφ. Ελεύθερον Βήμα, 11 Αυγούστου 1925.

17 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 14 Νοεμβρίου 1925.

18 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 3 Μαρτίου 1926.

19 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, «Έκθεσις του Γραφείου Τύπου της εν Ρώμη ελληνικής Πρεσβείας περί των σχολίων των ιταλικών εφημερίδων περί της ενταύθα επισκέψεως των κ.κ. Υπουργών επί των Εξωτερικών και της Συγκοινωνίας και των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδος», άν. αρ., Ρώμη, 3 Μαρτίου 1926.

20 Στο ίδιο. Πρβλ. εφ. Εμπρός, 4 Μαρτίου 1926

21 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Ρούφος προς Υπουργείο Εξωτερικών, άν. αρ., Ρώμη, 5 Μαρτίου 1926.

22 Εφ. Εμπρός, 5 Μαρτίου 1926.

23 Για τις ιταλικές σκέψεις υπέρ ενός «βαλκανικού Λοκάρνο», ιδίως κατά τα τέλη του 1925, βλ. Cassels, ό.π., σ. 321.

24 Εφ. The Times, 4 Μαρτίου 1926.

25 Εφ. The Manchester Guardian, 5 Μαρτίου 1926.

26 Εφ. Westminster Gazette, 5 Μαρτίου 1926.

27 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 3 Μαρτίου 1926.

28 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 2496, Ρώμη, 22 Δεκεμβρίου 1926.

29 Εφ. The Times, 5 Μαρτίου 1926. Πρβλ. εφ. Ελεύθερον Βήμα, 5 Μαρτίου 1926.

30 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Πάγκαλο, αρ. 503, Ρώμη, 7 Μαρτίου 1926.

31 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 2496, Ρώμη, 22 Δεκεμβρίου 1926.

32 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Πάγκαλο, αρ. 503, Ρώμη, 7 Μαρτίου 1926.

33 Εφ. Εμπρός, 6 Μαρτίου 1926.

34 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, «Έκθεσις του Γραφείου Τύπου της εν Ρώμη Ελληνικής Πρεσβείας περί των σχολίων του ιταλικού Τύπου επί της επισκέψεως κα των συνομιλιών του κ. επί των Εξωτερικών Υπουργού μετά του κ. Μουσολίνι», άν. αρ., [Ρώμη], χ. ημ.

35 Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 6 Μαρτίου 1926.

36 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, «Έκθεσις του Γραφείου Τύπου της εν Ρώμη Ελληνικής Πρεσβείας περί των σχολίων του ιταλικού Τύπου επί της επισκέψεως κα των συνομιλιών του κ. επί των Εξωτερικών Υπουργού μετά του κ. Μοσολίνι», άν. αρ., [Ρώμη], χ. ημ.

37 Βλ. Αθανάσιος Βερέμης, «Η δικτατορία του Πάγκαλου», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ΄ (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1978), σ. 293-294.

38 Εφ. Εμπρός, 7 Μαρτίου 1926.

39 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 2496, Ρώμη, 22 Δεκεμβρίου 1926.

40 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 8.1, Μαυρουδής προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 497, Ρώμη, 6 Μαρτίου 1926.

41 DDI, Volume IV, έγγραφο αρ. 255.

42 DDI, Volume IV, έγγραφα αρ. 298 και 475· Cassels, ό.π., σ. 307-308.

43 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926-1927, 35.1, Κανελλόπουλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1017, Βερολίνο, 22 Απριλίου 1926· Κανελλόπουλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1055, Βερολίνο, 24 Απριλίου 1926.

44 Cassels, ό.π., σ. 308.

45 Δ.Ι.Α.Υ.Ε., 1926, 15.1, Αργυρόπουλος, «Γενική Έκθεσις υπ’ αριθ. 19», [Άγκυρα], 18 Μαΐου 1926.

46 Για το πλήρες κείμενο της Συμφωνίας, η οποία υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 5 Ιουνίου 1926 και καθόριζε λεπτομερώς τη μεθόριο ανάμεσα στο Ιράκ και την Τουρκία βλ. Treaty Series No. 18 (1927). Treaty between the United Kingdom and Iraq and Turkey regarding the settlement of the frontier between Turkey and Iraq together with Notes exchanged (London: His Majesty’s Stationery Office, 1927).

47 Vere-Hodge, ό.π., σ. 58-64. Πρβλ. William Hale, Turkish foreign policy, 1774-2000 (London/Portland: Frank Cass, 2002), σ. 58-59.

Ελένη Φεσσά – Εμμανουήλ: Η Αθήνα στις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70: Πολεοδομική μεταμόρφωση και αρχιτεκτονική δημιουργία

Ελένη Φεσσά – Εμμανουήλ

Η Αθήνα στις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70:

Πολεοδομική μεταμόρφωση και αρχιτεκτονική δημιουργία

 

Εισαγωγικά

Στην αυγή του 21ου αιώνα το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας πολύ λίγο θύμιζε την ευρωκεντρική Αθήνα του Μεσοπολέμου με τις αστικές κηπουπόλεις, τους προσφυγικούς συνοικισμούς και τις γειτονιές αυθαιρέτων. Αν εξαιρούσε κανείς τα λιγοστά κατάλοιπα της μακραίωνης και αδιάκοπης ιστορίας του, ο χαοτικός και πολυπολιτισμικός σχηματισμός των τεσσάρων περίπου εκατομμυρίων κατοίκων στα λεκανοπέδια της Αττικής ήταν ουσιαστικά μια σύγχρονη «μετάπολη», η οποία διέφερε  τόσο από τις ιστορικές πόλεις της Ευρώπης όσο και από τις νέες, σχεδιασμένες πόλεις του 20ού αιώνα.

Οι διαφορές αυτές, που χρωμάτιζαν και την αθηναϊκή αρχιτεκτονική, δεν οφείλονται μόνο σε κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Συνδέονται επίσης με γεωγραφικά και πολιτισμικά δεδομένα, με βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και συνήθειες.

Σκαριφήματα  του αρχιτέκτονα – πολεοδόμου Γιώργου Κανδύλη, που δείχνουν την ιλιγγιώδη οικιστική ανάπτυξη  της Αθήνας από το 1940 μέχρι το 1985.

Οι πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής πρωτεύουσας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα παρουσιάζουν δύο όψεις: μια αρνητική και μια θετική. Για την πρώτη χύθηκε και εξακολουθεί να χύνεται πολύ μελάνι. Όλοι μας, ειδικοί και κάτοικοι της ελληνικής πρωτεύουσας, δυσφορούμε για τις συνέπειες που είχε η ασχεδίαστη μεταμόρφωση της Αθήνας. δηλαδή για τη ρύπανση, το συγκοινωνιακό πρόβλημα, την αισθητική και λειτουργική της υποβάθμιση κ.ά. Ωστόσο είναι γεγονός ότι με την επινόηση της αντιπαροχής, την παράδοση της αυθαίρετης δόμησης και τις εκ των υστέρων ρυθμίσεις της πολιτείας, η μεταπολεμική Αθήνα ξανακτίστηκε σχεδόν χωρίς κεφάλαια και επεκτάθηκε γλυτώνοντας κάποιους κλυδωνισμούς ή άγονους πειραματισμούς των νέων πόλεων της Δύσης, των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού και του τρίτου κόσμου. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο το πρόσφατο ενδιαφέρον ξένων ερευνητών για τις θετικές όψεις της ιδιότυπης αθηναϊκής πολυκατοικίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ο συλλογικός τόμος με τίτλο Τhe Public Private House: Modern Athens and its Polykatoikia που επιμελήθηκε ο αρχιτέκτων – καθηγητής του Πολυτεχνείου της Νυρεμβέργης Richard Woditsch και κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Park Books της Ζυρίχης.

Τέλος, αντίθετα από ότι γίνεται αλλού, η αρχιτεκτονική ποιότητας ούτε ενθαρρύνεται ούτε αναγνωρίζεται από την πολιτεία. Έτσι, ο ρόλος των πολεοδόμων και αρχιτεκτόνων στη διαμόρφωση της σύγχρονης Aθήνας και τον σχεδιασμό των σημαντικών κτιρίων της υπήρξε περιθωριακός. H περιθωριοποίηση αυτή ήταν ένας από τους λόγους της άναρχης δόμησης και της αισθητικής υποβάθμισης του αστικού της τοπίου. Aπό την Aθήνα ωστόσο δεν έλλειψαν ποτέ οι ικανοί πολεοδόμοι και οι προικισμένοι αρχιτέκτονες αλλά οι προϋποθέσεις για τη δημιουργική τους δράση, προϋποθέσεις που υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσω: (α) να σκιαγραφήσω την πολεοδομική εξέλιξη της ελληνικής πρωτεύουσας από το 1950 έως το 1980. (β) να σχολιάσω χαρακτηριστικές όψεις της αρχιτεκτονικής των διαφόρων φάσεων αυτής της εξέλιξης. και (γ) να σταθώ σε αρχιτεκτονικά έργα μεγάλης επιρροής ή ιδιαίτερης σημασίας από ιστορική, πολιτισμική και αισθητική άποψη..

Χρειάζεται, όμως, να τονιστεί με έμφαση ότι η Aθήνα δεν έχει το μονοπώλιο της ποιοτικής αρχιτεκτονικής των ετών 1950-1980. Aναφέρω μερικά χτυπητά παραδείγματα. Τα περισσότερα μοντέρνα ξενοδοχεία Ξενία της δεκαετίας του ’60 ανεγέρθηκαν στην ελληνική επαρχία. Από τα σαράντα επτά κατασκευασμένα έργα του Άρη Kωνσταντινίδη μόνο τα πέντε βρίσκονται στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. Tο Εργαστήριο ’66 του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη, το Αρχιτεκτονικό Γραφείο 19/57 των Νίκου Δεσύλλα, Δημήτρη Κονταργύρη, Αντώνη Λαμπάκη και Παύλου Λουκάκη, τα Γραφεία των Τάσου και Δημήτρη Μπίρη, Δημήτρη Ησαΐα και Τάση Παπαϊωάννου κ.ά., πραγματοποίησαν ένα μεγάλο μέρος του έργου τους εκτός Aττικής. Οι αρχιτέκτονες –πολεοδόμοι Kωνσταντίνος Δοξιάδης και Γιώργος Kανδύλης εργάστηκαν και αναγνωρίστηκαν κυρίως στο εξωτερικό. Σε ολόκληρη την Eλλάδα και το εξωτερικό πραγματοποιήθηκε επίσης το έργο του Γραφείου Μελετών Αλέξανδρου Ν. Tομπάζη

 

1.Η αττική οικιστική παράδοση και η χρόνια αδυναμία για μια σχεδιασμένη πολεοδομική ανάπτυξη της νέας Αθήνας

Ο πρώτος που θα παραλληλίσει το ελεύθερο πολεοδομικό σύστημα της αρχαιότητας — το ονομαζόμενο αττικό— με την αυθαίρετη στέγαση στην Αθήνα του ’50 ήταν ο διαπρεπής αρχιτέκτων – αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός (1908-1985). «Η συνεχιζομένη προς όλας σχεδόν τας κατευθύνσεις ανάπτυξις της πόλεως», γράφει ο Τραυλός στα 1960, «προηγήθη πολλάκις της επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου. Κατά μήκος ή πλησίον των αρχαίων οδών, αι οποίαι ωδήγουν έξω της πόλεως, οι σημερινοί κάτοικοι, όπως και οι αρχαίοι, εξηκολούθουν να κτίζουν αυθαιρέτως και εκτός σχεδίου τας οικίας των, αττικώς, ώς είδομεν ότι εχαρακτηρίζετο κατά την αρχαιότητα το ελεύθερον τούτο πολεοδομικόν σύστημα». Το γεγονός ότι η ασχεδίαστη ανάπτυξη των ελληνικών οικισμών συνεχίστηκε και κατά τους μεσαίους χρόνους, μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για μια αττική παράδοση δυναμικής ή οργανικής οικιστικής ανάπτυξης, η οποία αποδείχτηκε ισχυρότερη από την εκ των άνω προσπάθεια εκσυγχρονισμού της, δηλαδή από τα δυτικού τύπου ρυθμιστικά σχέδια των πολεοδόμων και τους ανεδαφικούς οικιστικούς νόμους της πολιτείας.

Η μορφή της μεταπολεμικής Αθήνας δεν καθορίστηκε από τις γνώμες των ειδικών και τη θέληση του νομοθέτη. Πολύ σημαντικότερος υπήρξε ο ρόλος άλλων παραγόντων: της μικροϊδιοκτησίας, των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων της πολιτείας, της μικρής κλίμακας των οικοδομικών επιχειρήσεων, αλλά και της ζωτικότητας του πληθυσμού, της κοινωνικής κινητικότητάς του, των νοοτροπιών και συνηθειών του. Η μεταπολεμική Αθήνα άρχισε να ξανακτίζεται επάνω στον παλιό της ιστό και να επεκτείνεται ασχεδίαστα, στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης καπιταλιστικής εξέλιξης, με κινητήριες δυνάμεις την εμπορευματοποίηση της κατοικίας, το οικοπεδεμπόριο, αλλά και την παράδοση της αυθαίρετης δόμησης. Αντίθετα, το έγκαιρο, τεχνοκρατικό προσκλητήριο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη για μια ορθολογιστική οικιστική ανάπτυξη, όχι μόνο δεν εισακούστηκε από την πολιτική ηγεσία, αλλά τον έφερε και σε ρήξη μαζί της.

 

2.1949-1957: Στα δύσκολα χρόνια της Ανασυγκρότησης

Για την Αθήνα η περίοδος της οικονομικής ανάρρωσης αρχίζει με σημαντική καθυστέρηση και πραγματοποιείται σε κλίμα που το σκιάζουν  τα σκληρά βιώματα της  Κατοχής (1941-1944) και η  τραγωδία του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Η απόκλιση της πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής πορείας της από εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων εντείνεται κατά την περίοδο 1950-1980. Το κύριο βάρος της ανοικοδόμησης της Αθήνας αφέθηκε αφενός στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία η οποία απευθυνόταν κυρίως στα μεσαία στρώματα και αφετέρου στην αυθαίρετη στέγαση. Από τότε η ανέγερση πολυκατοικιών με το σύστημα της αντιπαροχής παίζει τον ρόλο κινητήριας δύναμης της οικονομίας.

Το μικρό σε όγκο έργο των αρχιτεκτόνων της δωδεκαετίας 1945-1957, η οποία έχει μεταβατικό χαρακτήρα, εμφανίζει πέντε τάσεις: μία δογματικά ή αναχρονιστικά μοντέρνα, μία συντηρητική, μία τοπικιστική, και μία νεωτερική. Χαρακτηριστικά κτίρια της δεύτερης τάσης  είναι το ξενοδοχείο Αθήναιον  Μέλαθρον – Athenée Palace  (Σταδίου και Κολοκοτρώνη, 1950) και η πολυτελής  πολυκατοικία στη γωνία των οδών Ηρώδου Αττικού  και Μουρούζη  (1951), δύο κλασικίζουσας μορφολογίας έργα του αρχιτέκτονα  Μανώλη  Βουρέκα. Το παρεκκλήσιο των Λ.Ο.Κ. στο Καβούρι (1948-1950) σχεδιάστηκε αριστοτεχνικά από τον αρχιτέκτονα Περικλή Σακελλάριου, στο πνεύμα μιας μεσογειακής νεωτερικότητας με αναφορές στην αρχιτεκτονική των Κυκλάδων.

Στα δύσκολα χρόνια της ανασυγκρότησης ο Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968) δημιουργεί ένα από τα κορυφαία τοπόσημα της Αθήνας: τη διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και στο λόφο του Φιλοπάππου με το συγκρότημα του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και του αναψυκτηρίου (1951-1957).

Η διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και στο λόφο του Φιλοπάππου, 1951-1957. Το γνωστότερο και μεγαλύτερης επιρροής έργο του Δημήτρη Πικιώνη: λεπτομέρεια από τον δρόμο του Φιλοπάππου.

Τότε αρχίζει η δημιουργία των πρώτων μοντέρνων λουτρικών – τουριστικών συγκροτημάτων της μεταπολεμικής Ελλάδας στις ακτές του Σαρωνικού που σχεδιάστηκαν με έμπνευση από τρεις αρχιτέκτονες —Περικλή Σακελλάριο (1905-1985), Προκόπη Βασιλειάδη (1912-1977), Μανώλη Βουρέκα (1905/1907-1992)—, προκάλεσαν το ενδιαφέρον της διεθνούς αρχιτεκτονικού Τύπου και άσκησαν μεγάλη επιρροή στο εσωτερικό της χώρας. Πρόκειται για τα κοσμοπολίτικα συγκροτήματα της «Αστήρ Α.Ε.», θυγατρικής εταιρίας της Εθνικής Τράπεζας, στη Γλυφάδα (1955-1958, συνεργάτες αρχιτέκτονες Αντώνης Γεωργιάδης, Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας) και στη Βουλιαγμένη (1959-1962), τη λαϊκή πλαζ του ΕΟΤ και τα εστιατόρια «Αργώ» και «Ωκεανίς» στη Μεγάλη Α κτή Βουλιαγμένης (1959-61, συνεργάτης αρχιτέκτων Νίκος Π. Χατζημιχάλης).

Το μοντέρνο λουτρικό  και τουριστικό  συγκρότημα  του «Αστέρος» στη  Γλυφάδα, 1955-1958: άποψη αποδυτηρίων. Αρχιτέκτονες Περικλής Σακελλάριος, Προκόπης Βασιλειάδης, Μανώλης Βουρέκας.
Συνεργάτες αρχιτέκτονες Αντώνης Γεωργιάδης και Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας.

 

Η υπερσύγχρονη  πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη, 1959-1961: άποψη των συγκροτημάτων αποδυτηρίων.
Αρχιτέκτονες Προκόπης Βασιλειάδης, Περικλής Σακελλάριος, Μανώλης Βουρέκας.
Συνεργάτης αρχιτέκτων Νίκος Π. Χατζημιχάλης.

Στα χρόνια αυτά έχομε τα πρώτα δείγματα γραφής του Νίκου Βαλσαμάκη (γ. 1924) και του Τάκη Χ. Ζενέτου (1926-1977), δύο μοντερνιστών μεγάλου διαμετρήματος, οι οποίοι αρχίζουν να δημιουργούν στην πρωτεύουσα ιδιωτικά κτίρια – σταθμούς της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ιστορίας της. Έργα της ανθρωποκεντρικής και φιλόκαλης προσέγγισης του Βαλσαμάκη είναι η αστική πολυκατοικία Λούρου (Σεμιτέλου 3, 1951-1953) και η πρώτη μοντέρνα προαστιακή πολυκατοικία  (Κηφισίας 272, Χαλάνδρι, 1957-1958).  Η ημιτελής ανάπλαση του εργοστασίου Φιξ (1957) στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις λεωφόρους Συγγρού και Καλλιρρόης και την οδό Αμβρ. Φραντζή, είναι το πιο πολυσυζητημένο έργο του Ζενέτου στο οποίο συνεργάστηκε με τον ομότεχνό του Μαργαρίτη Αποστολίδη (1922-2005). Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην αεροδυναμική μορφή του εργοστασίου ή στη ρηξικέλευθη πρόθεση του αρχιτέκτονα να χρησιμοποιήσει προκατασκευασμένα στοιχεία, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε για οικονομικούς λόγους. Έντονη κριτική προκάλεσαν ο μεταγενέστερος ακρωτηριασμός του εργοστασίου, αλλά και η ανακατασκευή του που ολοκληρώθηκε το 2016 για να στεγάσει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

H πρώτη μοντέρνα πολυκατοικία της μεταπολεμικής Αθήνας, Σεμιτέλου 5, 1951-1953. Αρχιτέκτων Νίκος Βαλσαμάκης.

 

Το ριζοσπαστικά μοντέρνο εργοστάσιο Φιξ επί της  λεωφόρου Συγγρού, μετά την ημιτελή ανάπλαση  του 1957) από τον δεξιοτέχνη –  αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτο και τον συνεργάτη του Μαργαρίτη Αποστολίδη.

3.1958-1966: Η βραχύβια αρχιτεκτονική άνοιξη

Ο χαρακτηρισμός της οκταετίας 1958-1966 ως αρχιτεκτονικής άνοιξης είναι βέβαιο πως θα ξενίσει πολλούς. Γιατί δεν ήταν λίγα τα ατοπήματα της εποχής αυτής των εργολάβων, η οποία ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωση  της πρωτεύουσας προς το χειρότερο με την ασχεδίαστη εξάπλωση της αστικής πολυκατοικίας. Στη διάρκεια της οκταετίας εξαφανίζεται σχεδόν το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και χάνονται πολλές ευκαιρίες για την αναβάθμιση της δημόσιας αρχιτεκτονικής της. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ιλιγγιώδη αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας κατά 220% από το 1950 έως το 1980 αφενός και στον περιορισμένο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους αφετέρου.

Για τα κύματα των κατοίκων της επαρχίας που κατέκλυσαν το κλεινόν άστυ και ανήκαν στα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα, η απόκτηση ενός διαμερίσματος σε πολυκατοικία αποτελούσε κοινωνική καταξίωση. Παρά το γεγονός ότι μόνο το 2% των αθηναϊκών πολυκατοικιών ήταν σχεδιασμένες από αρχιτέκτονες «το διαμέρισμα με επιπλώσεις παντός τύπου και ρυθμού σε συνδυασμό με τον καλό γάμο έγινε το όνειρο κάθε ανύπαντρης κοπέλας», όπως εύστοχα διατυπώνεται σε διαφήμιση της εποχής. Η απουσία εγκεκριμμένου ρυθμιστικού σχεδίου ενίσχυσε τους ρυθμούς αύξησης των αυθαιρέτων κατοικιών στις παρυφές της πόλης από τους εσωτερικούς μετανάστες χαμηλών εισοδημάτων, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν διαμερίσματα.

Και όμως, τότε ήταν που η αρχιτεκτονική των αρχιτεκτόνων της πρωτεύουσας παρουσίασε μια πρωτόγνωρη ζωντάνια, πολυφωνία και ετοιμότητα να συμβαδίσει με τα διεθνή ρεύματα. Θυμίζω ότι κατά τη δεκαετία του ’60, η σύγχρονη Ελλάδα εμφανίζεται δυναμικά στον παγκόσμιο ορίζοντα με δύο διεθνώς κορυφαίους αρχιτέκτονες – πολεοδόμους, που είναι ουσιαστικά απόντες από την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη (1913-1975) και τον Γιώργο Κανδύλη (1911-1995).

Το ρεύμα του εκσυγχρονισμού αυτών των χρόνων θα συμπαρασύρει και το αρχιτεκτονικό κατεστημένο, τα μέλη του οποίου διανύουν την πέμπτη ή έκτη δεκαετία της ζωής τους. Αρχιτέκτονες όπως ο Κώστας Κιτσίκης (1893-1969), ο Μανώλης Βουρέκας (1905-1992), ο Περικλής Σακελλάριος (1905-1985) και ο Προκόπης Βασιλειάδης (1912-1977) ανανεώνονται με τη βοήθεια των νεότερων συνεργατών τους, δημιουργώντας βασικά αρχέτυπα της εγχώριας αρχιτεκτονικής γοήτρου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Πρεσβεία των ΗΠΑ και το ξενοδοχείο Χίλτον, δύο δημιουργικές συνθέσεις του διεθνούς νεοϊστορισμού, που αποτελούσε την τότε κυρίαρχη τάση στον σχεδιασμό κτιρίων γοήτρου, με την αισθητική παράδοση του κλασικισμού.

Η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, 1959-1961: προοπτικό σχέδιο, φωτογραφία εποχής και τοπογραφικό σχέδιο.Αρχιτέκτονες : Walter Gropius – The Architects’ Collaborative.  Συνεργάτης αρχιτέκτων:  Περικλής Σακελλάριος.

 

Το ξενοδοχείο Χίλτον της Αθήνας, 1958-1963: φωτογραφίες εποχής και κάτοψη τυπικού ορόφου
Αρχιτέκτονες: Μανώλης Βουρέκας, Προκόπης Βασιλειάδης, Σπύρος Στάϊκος.
Συνεργαζόμενος αρχιτέκτων: Αντώνης Γεωργιάδης. Σύμβουλοι-αρχιτέκτονες εσωτερικών χώρων: Warner, Burns, Joane, Winde

Το κτίριο επιβατών του Ανατολικού Αερολιμένα στο Ελληνικό (1959-1963) ανήκει στα κορυφαία αρχιτεκτονήματα της εποχής. Σχεδιασμένο από τον δεξιοτέχνη Αμερικανο-φινλανδό αρχιτέκτονα Eero Saarinen (1910-1961) σε νέο-φουτουριστικό πνεύμα, υπερβαίνει τον πρακτικό σκοπό του, λειτουργώντας ως η πύλη – σύμβολο της σύγχρονης Αθήνας.

Κτίριο επιβατών Ανατολικού Αερολιμένα στο Ελληνικό, 1959-1963: προοπτικό σχέδιο.
Αρχιτέκτων Eero Saarinen.

Άλλοι καθιερωμένοι και νέοι αρχιτέκτονες εφαρμόζουν το κυρίαρχο Διεθνές Στιλ ή τον κώδικα του Le Corbusier (brutalism) ή προσπαθούν να εκφράσουν το πνεύμα του μεσοπολεμικού μοντέρνου κινήματος με ποικίλα αποτελέσματα. Αξιόλογα έργα της πρώτης τάσης είναι τα υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας, σχεδιασμένα από αρχιτέκτονες της υπηρεσίας μελετών της υπό τον Κωνσταντίνο Δεκαβάλλα (γ. 1925) στους οποίους ανήκει η Αναστασία Β. Τζάκου (1928-2015) και τα πρώτα κτίρια γραφείων με υαλοπετάσματα, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν το κτίριο στην πλατεία Συντάγματος, έργο του Δημήτρη Παπαζήση (1926-2006).

Ένα από τα εμβληματικότερα αρχιτεκτονήματα της μεταπολεμικής Αθήνας ήταν το διεθνούς ακτινοβολίας Γραφείο Δοξιάδη, το οποίο στέγασε επίσης το Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής κα τις καινοτόμες Σχολές που παρείχαν υψηλού επιπέδου μόρφωση σε πολλές ειδικότητες, όπως σε σχεδιαστές, τεχνικούς βοηθούς, διακοσμητές, συντηρητές κ.ά. Κατασκευασμένο το 1955-1961 από εμφανές σκυρόδεμα, αποτελούσε αυθεντική έκφραση του πνεύματος και του γράμματος της αρχιτεκτονικής  του Le Corbusier, η οποία επηρέασε κυρίως την δημόσια αρχιτεκτονική. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, το κτίριο μετατράπηκε σε συγκρότημα πολυτελών κατοικιών από το αρχιτεκτονικό γραφείο Divercity Architects (Νικόλας και Δημήτρης Τραβασάρος, Χριστίνα Ακτύπη) με ριζική ανάπλαση του εσωτερικού, αλλά και αλλαγές στις όψεις.

Το Γραφείο Δοξιάδη, Στρατιωτικού  Συνδέσμου 24, 1955-1961. Μελέτη Γραφείου Δοξιάδη, αρχιτέκτονες Κωνσταντίνος Δοξιάδης, Αρθούρος Σκέπερς, Τίτος Κουραβέλος.

Το ημιτελές Ωδείο Αθηνών στη γωνία των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Ρηγίλλης (1969-1976) ήταν το μόνο κτίριο της πολύπαθης μελέτης του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας που υλοποιήθηκε, ύστερα από δεκαπενταετή αγώνα του αρχιτέκτονα και καθηγητή αρχιτεκτονικών συνθέσεων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου Ιωάννη Δεσποτόπουλου (1903-1992). Στην οριστική μελέτη των εσωτερικών χώρων συνεργάστηκε με τον Μάνο Περράκη, αρχιτέκτονα με μεγάλη εμπειρία στον σχεδιασμό θεάτρων. Ο Δεσποτόπουλος υπήρξε ο πρώτος εκφραστής του ριζοσπαστικού πνεύματος του Bauhaus στην Ελλάδα. Η ιδεοκεντρική και κοινωνιοκεντρική προσέγγισή του άσκησε μεγάλη επίδραση στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου της Αθήνας, η οποία συνεχίστηκε από καθηγητές – μαθητές του. Το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τις απόψεις και το έργο του Δεσποτόπουλου αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς η εννοιολογική προσέγγιση των σχεδιαστικών προβλημάτων ανήκει στα διεθνή ρεύματα της εκπαίδευσης των αρχιτεκτόνων.

Το ημιτελές Ωδείο Αθηνών στη γωνία των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Ρηγίλλης (1969-1976, κάτω), ήταν το μόνο κτίριο της πολύπαθης μελέτης του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας (1959-1969, επάνω) που υλοποιήθηκε.

Ηγετικές όμως μορφές της αρχιτεκτονικής «άνοιξης» του ’60 είναι ο Νίκος Βαλσαμάκης και ο Τάκης Ζενέτος. Με τα σπάνια χαρίσματα και τον ιδεαλιστικό ορθολογισμό του, ο νεωτεριστής Βαλσαμάκης θα συμβάλει αποφασιστικά στην μετακένωση διεθνών ρευμάτων. Το έργο του είχε και κοινωνική αποδοχή επειδή υπήρξε προϊόν συμφιλίωσης του νέου με το παλιό, δηλαδή της εξωγενούς νεωτερικότητας με νεοελληνικές παραδόσεις: την αστική αρχικά και τη λαϊκή αργότερα. Τα αστικά κτίριά του αυτών των χρόνων, παρά τη μοντέρνα μορφή τους, δεν αντιδικούν με τη νεοκλασική παράδοση της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής και τις εξελίξεις της. Τα σημαντικότερα όμως έργα του Βαλσαμάκη στην Αττική είναι μονοκατοικίες. Η εξοχική κατοικία Λαναρά στην Ανάβυσσο (1961) και το σπίτι του αρχιτέκτονα στη Φιλοθέη (1961) ανήκουν στις κορυφαίες επιδόσεις της ελληνικής αρχιτεκτονικής του ’60 από κατασκευαστική, λειτουργική και αισθητική άποψη. Πρόκειται για ολικά έργα τέχνης απολύτως συγκρίσιμα με μινιμαλιστικά αρχιτεκτονήματα διεθνώς αναγνωρισμένων μοντερνιστών, όπως είναι λ.χ. o ουγγρικής καταγωγής Marcel Breuer (1902-1981). Η μονοκατοικία  Βαλσαμάκη  στη Φιλοθέη (Νιόβης 22, 1961) επελέγη από άλλες 100 μονοκατοικίες  διακεκριμένων  αρχιτεκτόνων του κόσμου για την εικονογράφηση του έξωφύλλου πρόσφατης έκδοσης του οίκου  Taschen.

Η κατοικία του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα  Νίκου Βαλσαμάκη στη Φιλοθέη (Νιόβης, 1961). Ένα  κατασκευαστικά καινοτόμο αρχιτεκτόνημα, μινιμαλιστικής μορφολογίας.  

Σε διαφορετικό δρόμο κινήθηκε ο δεξιοτέχνης – οραματιστής Τάκης Ζενέτος, απόφοιτος της École des beaux-arts του Παρισιού. Αρνούμενος να δεχθεί τη μίζερη πραγματικότητα της μεταπολεμικής Αθήνας, αγωνίστηκε με πάθος για την πραγμάτωση πρωτοποριακών στόχων, όπως ήταν η χρήση προηγμένης τεχνολογίας, η ευελιξία, ο ηλιασμός και η ηλιοπροστασία, η εξοικονόμηση ενέργειας και υλικών, και το σπάσιμο του μοντέρνου κτιριακού κύβου. Με το βλέμμα στραμένο στο μέλλον και το γερό ταλέντο του, ο Ζενέτος δημιούργησε ορόσημα ποιοτικής αρχιτεκτονικής στη μεταπολεμική Αθήνα. Ορισμένα μάλιστα έργα του, που δεν υπάρχουν πιά, θεωρήθηκαν συμβολές στο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας του ’60. Πρόκειται για τις κατασκευαστικά και μορφοπλαστικά καινοτόμες μονοκατοικίες Νομικού στο Καβούρι με τον αιωρούμενο εξώστη (Δεχεράνης 32, 1959-1961) και στη Γλυφάδα (1961). Λόγω της δραστικής επέμβασης στο περιβάλλον της, η πρώτη χαρακτηρίστηκε ως ελληνικό “Fallingwater”. Το “Fallingwater” ήταν η θρυλλική μονοκατοικία Kaufmann επάνω από καταρράκτη, έργο του Frank Lloyd Wright (Mill Run, Πενσυλβάνια, 1936-1939).

Η μονοκατοικία Νομικού στο Καβούρι (Δεχεράνης 32, 1959-1961) που έχει κατεδαφιστεί. Μια κατασκευαστικά και μορφολογικά καινοτόμος δημιουργία του δεξιοτέχνη οραματιστή Τάκη Ζενέτου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πολλοί νέοι αρχιτέκτονες, αλλά και μοντερνιστές του Μεσοπολέμου, με την ομαδική δουλειά, τον θεσμό των πανελλήνιων διαγωνισμών, τη μαχητική αισιοδοξία και τη συσπείρωση γύρω από τον Σύλλογό τους, άρχισαν να επηρεάζουν την αρχιτεκτονική των δημοσίων κτιρίων της Αθήνας και, κυρίως, της επαρχίας. Οι παλιές και νέες αυτές αρχιτεκτονικές δυνάμεις ενστερνίζονται το αντιϊστορικό πνεύμα της γενιάς του ’30 και δείχνουν μια σταθερή προτίμηση σε αντισυμβατικά πρότυπα ή τάσεις του καιρού τους, όπως ήταν η διεθνής  αρχιτεκτονική του εμφανούς σκυροδέματος (new brutalism), που εγκαινίασε ο Le Corbusier και συνέχισαν οι επίγονοί του. Η δράση τους διέπεται από τον κοινωνικό ιδεαλισμό και τη στρουκτουραλιστική προσέγγιση της τότε πρωτοποριακής «Ομάδας των 10» (Team X), στην οποία ανήκε και ο Κανδύλης. Πρόκειται για επιλογές που αντιδικούν λίγο-πολύ με την αστική αρχιτεκτονική παράδοση και το συνεχές οικοδομικό σύστημα των ιστορικών πόλεων. Σε αυτό οφείλεται η αντίδραση που προκάλεσε η προσπάθεια της νέας αρχιτεκτονικής γενιάς να επιβάλει τον ανοίκειο κώδικα του Le Corbusier και των επιγόνων του στην  αρχιτεκτονική γοήτρου της Αθήνας. Τα αξιολογότερα έργα αυτής της τάσης πραγματοποιήθηκαν στο πανταχόθεν ελεύθερο οικοδομικό σύστημα. Ο εμβληματικός επιβατικός σταθμός του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (1961/62-1967, σήμερα Εκθεσιακό Κέντρο) σχεδιάστηκε στο πνεύμα ενός δομικού εξπρεσιονισμού από τους, βραβευμένους σε πανελλήνιο διαγωνισμό, αρχιτέκτονες Γιάννη Λιάπη (1922-1993) —καθηγητή στην έδρα Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων του Πολυτεχνείου της Αθήνας— και Ηλία Σκρουμπέλο (1921-2006). Δημιουργήθηκε ως επιβατηγός σταθμός για τα υπερωκεάνια και ως σταθμός αποχαιρετισμού των Ελλήνων μεταναστών προς ΗΠΑ και Αυστραλία.

O επιβατικός σταθμός του ΟΛΠ στην αποβάθρα του Αγίου Νικολάου, σήμερα κέντρο εκθέσεων, 1961-1962.
Ενα πρωτοποριακό  έργο των αρχιτεκτόνων Γιάννη Λιάπη και Ηλία Σκρουμπέλου.

Η Κεντρική Λαχαγορά Αθηνών στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη (1962-1963) η οποία καταλαμβάνει έκταση 200 στρεμμάτων ήταν ένα από τα σημαντικότερα έργα κοινής ωφέλειας αυτών των χρόνων. Πρόκειται για αγορά ωποροκηπευτικών, κρεάτων, πουλερικών και αυγών ανοικτού τύπου, όπως και το πρότυπό της, οι Halles της Μασσαλίας. Μορφοπλαστικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν το κτίριο Διοίκησης και τα στέγαστρα της Νέας Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών από ανεπίχριστο, προεντεταμένο σκυρόδεμα. Έργο της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Μελετών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων υπό τον ικανότατο αρχιτέκτονα – πολεοδόμο Προκόπη Βασιλειάδη αποτελεί πρωτότυπη έκφραση του διεθνούς μπρουταλισμού.

Η μοντέρνα Λαχαναγορά Αθηνών στου Ρέντη, 1962-1963, έργο της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Μελετών της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Αρχιτέκτων – πολεοδόμος: Προκόπης Βασιλειάδης. Συνεργαζόμενοι αρχιτέκτονες Γιώργος Μπόγδανος κ.ά.

Τέλος, ο ριζοσπάστης Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) αφήνει στην περιφέρεια της πρωτεύουσας τη σφραγίδα της κοσμοθεωρίας του με δύο έργα – αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για τη μονοκατοικία του τεχνοκριτικού Αλέξανδρου Ξύδη στη γωνία των οδών Αρχιμήδους & Κλειτομάχου (1961) και το εξοχικό σπίτι του Κ. Παπαπαναγιώτου στην Ανάβυσσο (48ο χλμ. της οδού Αθηνών-Σουνίου, 1961-1962). Τα δύο σπίτια εκφράζουν βιώσιμες αρχές του μεσοπολεμικού μοντέρνου κινήματος σε συνδυασμό με αξίες της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο κριτικός της αρχιτεκτονικής και ποιητής Friedrich Achleitner, «στέκουν μέσα στο αττικό τοπίο σαν να βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί».

Η μονοκατοικία του τεχνοκριτικού και διπλωμάτη Αλέξανδρου Ξύδη, Αρχιμήδους και Κλειτομάχου, 1961. Μια πρωτότυπη σύνθεση νεωτερικότητας και παράδοσης του αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη.

4.1967-1974. Οικοδομικός γιγαντισμός και αρχιτεκτονική κρίση

Το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου 1967-1974 δεν είναι μόνο το ότι επιταχύνονται τα αρνητικά φαινόμενα της προηγούμενης φάσης, δηλαδή η άναρχη και ισοπεδωτική  ανάπτυξη της πρωτεύουσας, η ευτέλεια του αρχιτεκτονικού εκσυγχρονισμού της, η κακοποίηση της ιστορίας της αλλά και του αττικού τοπίου. Είναι και η οριστική απώλεια του αστικού χαρακτήρα και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Αθήνας. Τα 13 αυτά χρόνια η ελληνική αρχιτεκτονική δοκιμάζεται από μια κρίση σύνθετη, που οφείλεται στη διεθνή αμφισβήτηση του δογματικού μοντερνισμού και σε τοπικές ιδιαιτερότητες.

Στην περίοδο αυτή, που χαρακτηρίστηκε ως «άγρια καπιταλιστική μεγέθυνση» της ελληνικής οικονομίας, η ποιοτική υστέρηση της δημόσιας αρχιτεκτονικής σε σχέση με την ιδιωτική αυξάνεται ραγδαία. Αυτό συμβαίνει παρά τις ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις που έφεραν την άνοδο της στάθμης των μελετών για τα δημόσια κτίρια.

Το μνημείο του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον περιβάλλοντα χώρο του στη λεωφόρο Βασ. Σοφίας, τοπόσημο της σύγχρονης Αθήνας, 1969. Έργο του  γλύπτη Γιάννη Παππά και του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Βοκοτόπουλου.
Το μνημείο σε φωτογραφία εποχής (επάνω) και σήμερα (κάτω).

Άλλα αξιόλογα κτίρια του δημόσιου τομέα, που ανήκουν στις πρωτότυπες κτιριολογικές λύσεις και εκφράσεις της αρχιτεκτονικής του εμφανούς σκυροδέματος είναι: το κτίριο γραφείων και σταθμός διανομής της ΔΕΗ (Γ΄ Σεπτεμβρίου 111 και Ρίζου, 1973-1977), έργο του αρχιτέκτονα Κλέωνα Κραντονέλλη (1912-1976) και ο κεντρικός σταθμός αυτοκινήτων του ΟΤΕ στην Καλλιθέα (Αγνώστου Στρατιώτου, Δοϊράνης, Σωκράτους και Πριάμου, 1969-1971), μελέτη Αρχιτεκτονικού Γραφείου 19/57, αρχιτέκτονες Νίκος Δεσύλλας [1926-2007] και Δημήτρης Κονταργύρης [γ. 1934]). Με φουτουριστική διάθεση ο Τάκης Ζενέτος θα σχεδιάσει ένα άλλο πολυσυζητημένο έργο του. Πρόκειται για το ρηξικέλευθο κυκλικό Γυμνάσιο & Λύκειο του Αγίου Δημητρίου (1970-1976), έκφραση  του οράματος του αρχιτέκτονα για  ένα ιδανικό σχολείο.Στη δημόσια αρχιτεκτονική της πρωτεύουσας δεν σημειώνονται ουσιώδεις αλλαγές. Η προσπάθεια του δικτατορικού καθεστώτος να σφραγίσει την Αθήνα με μνημειώδη κτίρια αποβαίνει άκαρπη. Παρά τους πολυάριθμους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και τις άφθονες αναθέσεις μελετών, ο απολογισμός σε κτίρια γοήτρου, που να εκφράζουν τα τεχνοκρατικά και μικροαστικά ιδεώδη του δικτατορικού καθεστώτος, είναι πενιχρός. Οι περισσότερες βραβευμένες λύσεις αρχιτεκτονικών διαγωνισμών έμειναν στα χαρτιά. Ανάμεσά τους ο περιβόητος Ναός του Σωτήρος ή «Τάμα του Έθνους», για τον οποίο έγιναν τρεις διαγωνισμοί  (1970, 1971/1972, 1973). Στα έργα βιτρίνας της δικτατορίας ανήκουν ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός του 1968/1969 και οι πρώτες αναθέσεις μελετών του συγκροτήματος του Δικαστικού Μεγάρου της Αθήνας —Άρειος Πάγος, Εφετείο, Πρωτοδικείο, Ειρηνοδικείο— στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και τις οδούς Κυρίλλου Λουκάρεως, Κάλβου και Δεγλερή. Η αρχιτεκτονική μελέτη του Αρείου Πάγου εκπονήθηκε από την ομάδα των βραβευμένων αρχιτεκτόνων Ιάσωνα Ρίζου (1923-1996) και Δημήτρη Καταρόπουλου με κλασικότροπο ύφος και η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε το 1981. Ένα από τα αξιολογότερα έργα αυτών των χρόνων, τα οποία προέκυψαν από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, ήταν το μνημείο του Ελευθερίου Βενιζέλου στη λεωφόρο Βασ. Σοφίας (1969). Τον ορειχάλκινο ανδριάντα του μεγάλου πολιτικού φιλοτέχνησε ο γλύπτης, καθηγητής της Α.Σ.Κ.Τ. και ακαδημαϊκός Γιάννης Παππάς (1913-2005). Την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου σχεδίασε με έμπνευση ο αρχιτέκτων Παναγιώτης Βοκοτόπουλος (γ. 1930), επιμελητής στην έδρα Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων του Πολυτεχνείου της Αθήνας.

Η οικονομική άνοδος ώς την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η δημιουργία του θεσμικού πλαισίου για μια έντονα κερδοσκοπική ανοικοδόμηση, με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολεοδομικές συνέπειές τους, εκφράστηκαν κυρίως στην εμπορική αρχιτεκτονική, τις τουριστικές εγκαταστάσεις και τις πολυτελείς μονοκατοικίες.

Ο αμφιλεγόμενος αθηναϊκός «ουρανοξύστης» αποτελεί τη  θεαματικότερη εξέλιξη αυτών των χρόνων. Πρόκειται για τους πύργους γραφείων, διαμερισμάτων και ξενοδοχείων, που με τη μοναχική υπεροψία τους λειτουργούν ως σημεία έξαρσης στον πολεοδομικό ιστό. Εδώ ανήκουν οι γυάλινοι πύργοι γραφείων-καταστημάτων του αρχιτέκτονα Ιωάννη Βικέλα (γ. 1931) και των συνεργατών του, οι οποίοι αποτελούν καλαίσθητες μιμήσεις αμερικανικών και ευρωπαϊκών προτύπων υψηλής τεχνολογίας και πολυτελών υλικών. Πρόκειται για τον Πύργο των Αθηνών (1968-73, αρχιτέκτων Ι. Βικέλας σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Ι. Κυμπρίτη), τον οποίο θα ακολουθήσουν και άλλοι, όπως ο πύργος Αtrina στο Μαρούσι (μ. 1975-1976, αρχιτέκτων Ι. Βικέλας). Ο γυάλινος ουρανοξύστης όμως υπήρξε ένα βραχύβιο πείραμα της εμπορικής αρχιτεκτονικής στην πρωτεύουσα. Αντίθετα, η χρήση του γυαλιού στον σχεδιασμό κτιρίων γραφείων, η οποία έχει αρχίσει δέκα χρόνια νωρίτερα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα είτε με την αμιγή μορφή του υαλοπετάσματος είτε σε πιο στιβαρές κατασκευές οπλισμένου σκυροδέματος εμφανούς ή επενδεδυμένου.

Ο Πύργος των Αθηνών, πρώτος γυάλινος  «ουρανοξύστης»  γραφείων – καταστημάτων της  Αθήνας, Βασ. Σοφίας και Μεσογείων 2-4, 1971-1937. Αρχιτέκτων: Ιωάννης  Βικέλας σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Ιωάννη  Κυμπρίτη.

Οι πύργοι κατοικιών, παρά την εξελιγμένη δομική και ηλεκτρομηχανολογική τεχνολογία τους, δεν ήταν συνήθως παρά απλές μεγεθύνσεις της αθηναϊκής πολυκατοικίας του ’60. Στις εξαιρέσεις ανήκει το συγκρότημα Δίφρος στην Αγία Βαρβάρα από εμφανές σκυρόδεμα  (μ. 1971, αρχιτέκτων Αλέξανδρος Τομπάζης, συνεργάτης αρχιτέκτων Δημήτρης Διαμαντόπουλος). Το συγκρότημα αυτό,  καρπός μιας έντονα πλαστικής διάθεσης και δημιουργικής αφομοίωσης ιαπωνικών επιδράσεων, προκύπτει από την αντισυμβατική κάτοψη και ενσωματώνει πρωτοπόρες λύσεις για την ελληνική οικοδομική πρακτική. Όμως ο αθηναϊκός «ουρανοξύστης» και το σύστημα της προκατασκευής, που δοκιμάστηκε πειραματικά από μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες σε συγκροτήματα προαστιακών κατοικιών, δεν είχε μέλλον στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας, γιατί υπερέβαινε τις δυνατότητες της εγχώριας αγοράς.

Άλλες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του τεχνοκρατικού και λαϊκιστικού κλίματος της επταετίας 1967-1974 ήταν: (α) ο γιγαντισμός των τουριστικών συγκροτημάτων και ξενοδοχείων που θα κατακλύσουν τον ελληνικό χώρο, αφανίζοντας τοπία μοναδικής ομορφιάς. β) τα τεράστια εκπαιδευτικά συγκροτήματα όλων των βαθμίδων στα λεκανοπέδια της Αττικής, με την απάνθρωπη μονοτονία και τη σκληρή, μπετονένια  μορφή τους. (γ) η δυνατότητα νομιμοποίησης των αυθαιρέτων, η οποία παρέχεται από τον Αναγκαστικό Νόμο 410/1968 και αποτελεί ένα άνοιγμα της δικτατορίας προς τους κατοίκους της περιφέρειας της Αθήνας, αλλά και τους οικιστές παραθεριστικών  περιοχών της Αττικής. και (δ) οι επαύλεις της ανανεωμένης ηγετικής τάξης του ’70 με την καινοφανή όψη, την αστραφτερή πολυτέλεια, τις εκκεντρικότητες ή την αρχοντολαϊκή τους γραφικότητα, οι οποίες ήταν έργα του παλιού και νέου αρχιτεκτονικού κατεστημένου.

Αρχιτεκτονική ποιότητας θα συνεχίσει να παράγεται στο περιθώριο των κυρίαρχων αυτών τάσεων τόσο από τους παλαιότερους όσο και από τους νέους δημιουργούς. Το συγκρότημα της Θεολογικής Σχολής στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου ανήκει στις αξιόλογες εφαρμογές του μπρουταλιστικού κώδικα του Le Corbusier και της στρουκτουραλιστικής προσέγγισης της «Ομάδας των 10» (Team X). Σχεδιάστηκε το 1970-1976 από τους αρχιτέκτονες – επιμελητές της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π. Λάζαρο Καλυβίτη (1938-2018) και Γιώργο Λεονάρδο (γ. 1940), ύστερα από βράβευσή τους σε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό.

Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, μελέτη 1970-1976.
Αρχιτέκτονες: Λάζαρος Καλυβίτης και Γιώργος Λεονάρδος.

Δημιουργικό και μεγάλης επιρροής υπήρξε το αποτέλεσμα της αντίδρασης δύο νέων αρχιτεκτόνων στον βαλτωμένο τύπο της αστικής πολυκατοικίας του κέντρου της Αθήνας. Πρόκειται για τους ιδρυτές του Εργαστηρίου 66 Δημήτρη Αντωνακάκη (γ. 1933) και Σουζάνα Αντωνακάκη (γ. 1935) οι οποίοι, με την καινοτόμο πολυκατοικία τους στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη 118, αξιοποιούν ευφάνταστα τη δυσμενή νομοθεσία και εξαντλούν σχεδόν τα περιθώρια εξέλιξης του κτιριακού αυτού είδους από άποψη τυπολογίας, μορφής και εναλλακτικών τρόπων παραγωγής. Υιοθετώντας τους προβληματισμούς των φίλων τους – μελών του διεθνούς Τeam Χ, οι οποίοι αντιμετώπισαν την αρχιτεκτονική ως σύνθετο φαινόμενο —πολεοδομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, τεχνικό, οικονομικό—, αλλά και τις υποθήκες του Δημήτρη Πικιώνη σε συνδυασμό με βιωμένες μνήμες τους από την  ελληνική λαϊκή παράδοση, οι δύο αρχιτέκτονες εισάγουν μια διαφορετική άποψη για την πολυκατοικία. Βασικά γνωρίσματα αυτής της άποψης είναι η ελεύθερη οργάνωση του εσωτερικού χώρου με τη βοήθεια μιας πολύπλοκης πορείας/κίνησης, οι πολυσήμαντες σχέσεις ιδιωτικότητας και κοινωνικών οικογενειακών λειτουργιών, κλειστού και υπαίθριου χώρου, κτίσματος και πόλης, η γραφικότητα των υλικών και λεπτομερειών στα πολυεπίπεδα διαμερίσματα και τα έντονά χρώματά τους. 

Πολυκατοικία  στην οδό Εμμ. Μπενάκη 118, 1972-1975. Εργαστήριο 66 – Αρχιτέκτονες: Δημήτρης και Σουζάνα Αντωνακάκη.

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

Επιλογή βιβλιογραφίας

  • Achleitner, Fr. (1965), “Ein Griechischer Baumeister. Neues Bauen kritisch betrachtet: Aris Konstantinidis”, σε: Die Presse, Wien, 13/14.02.1965.
  • Αντωνιάδης Α. Κ., Σύγχρονη Ελληνική Αρχιτεκτονική, Αθήνα: Εκδόσεις ελληνικού αρχιτεκτονικού περιοδικού Άνθρωπος + Χώρος, 1979.
  • Aesopos Y., Simeoforidis Y. (ed.), Landscapes of modernisation. Greek Architecture 1960s and 1990s, Athens: Metapolis Press, 1999.
  • Βαλσαμάκης Ν., Νίκος Βαλσαμάκης, Αρχιτέκτων, Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη, 2007.
  • Cofano, P. & Konstantinidis, D. (eds.), Aris Konstantinidis 1913-1992, Milano: Electaarchitettura, 2010.
  • Constantopoulos Ε. (ed), Nicos Valsamakis, London: 9H Publications, 1984.
  • Γιακουμακάτος Α., Ελληνική Αρχιτεκτονική στον 20ό αιώνα, Αθήνα: Gutenberg, 2017.
  • Δοξιάδης Κ., Κωνσταντίνος Α. Δοξιάδης. Κείμενα, σχέδια, οικισμοί, Αθήνα: Ίκαρος, 2006.
  • Δουμάνης Ορ. (επιμ.), Τάκης Χ. Ζενέτος, 1926-1977, Αθήνα: έκδοση «Αρχιτεκτονικών Θεμάτων», 1978.
  • Δουμάνης Ορ., Μεταπολεμική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα 1945-1983 (Post-War Architecture in Greece 1945-1983), Αθήνα: Έκδοση «Αρχιτεκτονικών Θεμάτων», 1984.
  • Fessas-Emmanouil H., “Public Architecture in Modern Greece”, in: New Public Buildings by Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, (Exhibition Catalogue of the Greek Participation at the 5th International Exhibition of Architecture/Biennale di Venezia, 1991), Athens: Greek Ministry of Culture, 1991.
  • Frampton K., Atelier 66. The architecture of Dimitri and Suzana Antonakakis, New York: Rizzoli, 1985.
  • Κανδύλης Γ., Γιώργος Κανδύλης. Ζωή και έργο, Αθήνα: Ερμής, 1985.
  • Καρδαμίτση-Αδάμη Μ., Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα, Αθήνα: Εκδόσεις «Μέλισσα», 2012.
  • Κιτσίκης Κ., «Πολεοδομικά και αισθητικά προβλήματα της αναμορφούμενης πόλεως των Αθηνών», Αρχιτεκτονική, 15-16/1959, Μάιος-Αύγ., σ. 12-17.
  • Κονταράτος Σ. – Wang W. (επιμ.) – Γιακουμακάτος Α. (επιμ. ελληνικής έκδοσης), Αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Ελλάδα, Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, Αθήνα – Deutsches Architektur-Museum (Φραγκφούρτη) – Prestel (Μόναχο, Λονδίνο, Νέα Υόρκη), 2000.
  • Loyer F., Architecture de la Grèce contemporaine, Université de Paris / Faculté des Lettres et Sciences Humaines, 1966, σσ. 714-719, 764-766, 784, 785, Annexe 1, σσ. 47, 56, 60, (πολυγραφημένη διδακτορική διατριβή).
  • Παπαϊωάννου Ι., Βασιλικιώτη Ε., Αμπαδογιάννη Β., Ζαβερδινού Ο., Δάνου Ι., Δάρα Μ., Η Κατοικία στην Ελλάδα. Κρατική Δραστηριότης, Αθήνα: έκδοση ΤΕΕ, 1975.
  • Πικιώνης Δ., Έργα Ακροπόλεως, Αθήνα: Ίνδικτος, 2001.
  • Πικιώνης Δ., Όλο το έργο του, Αθήνα: Μπάστας – Πλέσσας, 1994.
  • Κωνσταντινίδης Α., Άρης Κωνσταντινίδης. Μελέτες + Κατασκευές, Αθήνα: Άγρα, 11981, ανατ. 1992.
  • Σακελλαρίου Ε. – Φεσσά-Εμμανουήλ Ε., Π. Α:. Σακελάριος, Αρχιτέκτων / P.A. Sakellarios. An architect’s vision , Αθήνα: Ποταμός, 2006.
  • Σαρηγιάννης, Γ., Μ. Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές, Αθήνα: Εκδόσεις Συμμετρία, 2000.
  • Σαρηγιάννης, Γ., Τα ρυθμιστικά σχέδια Αθηνών και οι μεταβολές των πλαισίων τους, gr 2010 (http://www.greekarchitects.gr/gr/αρχιτεκτονικες-ματιες/τα-ρυθμιστικά-σχέδια-αθηνών-και-οι-μεταβολές-των-πλαισίων-τους-id3464).
  • Σύγχρονος Οικοδομική. Πολεοδομία – Αρχιτεκτονική – Τέχνη & Τεχνική, Αθήνα: Χ. Γ. Κορνάρος & Σία, 1961.
  • Τραυλός, Ιωάννης (1967), Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Αθήναι: Έκδοσις Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, 1957.
  • Τσακόπουλος Π., Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Καλειδοσκόπιο, 2014.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ε., «Αρχιτεκτονική επίσημη και ‘γοήτρου’ στη μεταπολεμική Ελλάδα 1945-1975 / Prestige Architecture in post-war Greece: 1945-1975», Θέματα Χώρου + Τεχνών, 15/1984, σ. 34-73.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ε., «Η παρουσία της ελληνικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας στο διεθνή ορίζοντα», σε: Οι Έλληνες του Κόσμου, Αθήνα: Άποψη/Οργανισμός «Θεσσαλονίκη. Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», 1997, σ. 75-83.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε., Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική, Αθήνα, 2001.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ε. (επιμ.), Ελληνική Αρχιτεκτονική Εταιρεία. Αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, μέλη της Εταιρείας, Αθήνα: Ποταμός, 2006.
  • Φιλιππίδης Δ., Νεοελληνική Αρχιτεκτονική. Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη (1830-1980) σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας, Αθήνα: Μέλισσα, 1984.
  • Vassiliadis P., General Plan of the Greater Athens Area, 1975

Alan Wakefield: Χριστούγεννα στα χαρακώματα – Η εκεχειρία του 1914

Alan Wakefield

Χριστούγεννα στα χαρακώματα – Η εκεχειρία του 1914

Απευθύνοντας προς τη Στρατιά, που μάχεται στη Γαλλία, τις θερμότερες και από βάθους καρδίας ευχές για τα Χριστούγεννα και το Νέον Έτος, σπεύδω να εκφράσω για πολλοστή φορά τον θαυμασμό, τον οποίον μου εμπνέει η αξία και η αντοχή που έχει επιδείξει σε ολόκληρη αυτή την εκστρατεία. Ταυτόχρονα, την διαβεβαιώ πως το γεγονός ότι άσκησα τη διοίκηση τόσο αξιοθαύμαστων στρατευμάτων στο πεδίο των μαχών, θα αποτελεί εφεξής την πλέον περήφανη ανάμνηση της ζωής μου.
[Ημερήσια διαταγή του στρατηγού Sir John French, διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, 25 Δεκεμβρίου 1914].

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων του 1914 στο Δυτικό Μέτωπο αποτελεί ένα από τα γνωστότερα επεισόδια της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παρότι υπολογίζεται πως κατά κύριο λόγο, το φαινόμενο αφορούσε Βρετανούς και Γερμανούς στρατιώτες της πρώτης γραμμής, σε αυτό αναμίχθηκε τελικά και περιορισμένος αριθμός Γάλλων και Βέλγων. Μεταξύ των 30.000, περίπου, Βρετανών αξιωματικών και οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στη συγκυριακή αυτή συμφιλίωση, συγκαταλέγονταν και Ινδοί (2/3rd Gurkha Rifles και 39th Garhwal Regiment, υπαγόμενο στην 7η Μεραρχία Meerut), οι οποίοι είχαν αποσταλεί από τον Οκτώβριο του 1914 στη Γαλλία προς ενίσχυση του ευρισκομένου εκεί Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος (British Expeditionnary Force).¹ Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης ότι οι ταυτοποιηθείσες Γερμανικές μονάδες, οι οποίες, από τη δική τους πλευρά ενεπλάκησαν στην όλη υπόθεση, προέρχονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη Βαυαρία και τη Σαξωνία κι όχι από την Πρωσία. Μέχρι το πέρας του πολέμου, οι Βρετανοί ήταν πεπεισμένοι πως, εμπλεκόμενες σε έναν στατικό πόλεμο χαρακωμάτων, οι μη πρωσικές μονάδες του Γερμανικού Στρατού ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένες να υποβαθμίσουν την ένταση των συγκρούσεων με τον αντίπαλο. Το παρόν άρθρο προσεγγίζει τις παραμέτρους εκείνες, που οδήγησαν στην εκεχειρία των Χριστουγέννων, περιγράφοντας τις πτυχές της αναπάντεχης συμφιλίωσης και τις συνέπειες της τελευταίας ως προς τη διεξαγωγή της αμέσως επόμενης φάσης του πολέμου. Αξιολογείται, επίσης, η δεσπόζουσα θέση, την οποία καταλαμβάνει στην όλη μυθολογία της εκεχειρίας το επεισόδιο της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης μεταξύ των αντιπάλων.

Η γραμμή του μετώπου στη Δυτική Ευρώπη τον Δεκέμβριο του 1914.

Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 1914, το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα έλεγχε μια γραμμή μήκους 30 μιλίων (48 χλμ.), η οποία εκετεινόταν από το St. Eloi, νοτίως της Βελγικής πόλης Ypres, έως το Givenchy-en-Gohelle, εντός του εδάφους της Γαλλίας. Μεγάλο τμήμα από τον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου ήταν πεδινό και βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από ένα εκτεταμένο δίκτυο αρδευτικών τάφρων και χειμάρρων, που το προστάτευαν από πλημμύρες. Δυστυχώς για τα στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν εκεί, η δραστηριότητα του πυροβολικού σε συνδυασμό με την κατασκευή χαρακωμάτων, αχρήστευσε σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία του όλου δικτύου. Με την έλευση του χειμώνα, η περιοχή μετατράπηκε σε έναν απέραντο βάλτο. Πρόχειρα κατασκευασμένα χαρακώματα, που το 1914 μόλις που υπερτερούσαν των κοινών τάφρων, προσέφεραν ελάχιστες ανέσεις στους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Ο υπολοχαγός Wilbert Spencer (2nd Wiltshires) έγραφε προς τους δικούς του πίσω στην πατρίδα στις 23 Δεκεμβρίου:

Μόλις επέστρεψα έπειτα από δυο μερόνυκτα παραμονής στα χαρακώματα. Αναρωτιέμαι κατά πόσο ο κόσμος γνωρίζει ποια είναι η πραγματική κατάσταση εκεί. Στις εφημερίδες διαβάζουμε πως διανέμεται εν αφθονία ζεστή σούπα, ανάβονται και διατηρούνται υπέροχες φωτιές κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σημεία, όπου η λάσπη φτάνει μέχρι τα γόνατα. Δεν υπερβάλλω ως προς αυτό. Πιο συχνά ξεπερνά τους αστραγάλους. Η πρώτη νύκτα ήταν απαίσια. Δεν υπήρχε μέρος για να προστατευθεί κανείς. Είναι αξιοθαύμαστο το πως οι Tommies [χαρακτηρισμός των Βρετανών στρατιωτών] εξακολουθούν να στέκονται όρθιοι κάτω από τέτοιες συνθήκες…Θα άξιζε να μας βλέπατε σε ποια κατάσταση επιστρέψαμε στα μετόπισθεν, βουτηγμένοι στη λάσπη από πάνω έως κάτω, αξιοθρήνητοι και κουβαλώντας τον βαρύ οπλισμό μας. Ωστόσο, ούτε ένας από εμάς δεν έχει πτοηθεί.²

Η εκατέρωθεν προσπάθεια να προστατευθούν τα χαρακώματα από κατάρρευση και πλημμύρα είχε ως φυσιολογικό αποτέλεσμα να εξασθενίσει ο ρυθμός και η ένταση των ενόπλων αντιπαραθέσεων. Σε ορισμένους τομείς μάλιστα, διαμείφθηκαν αυτοσχέδιες, μικρής διάρκειας, εκεχειρίες, που επέτρεψαν στις αντιμαχόμενες πλευρές να εργάζονται ακάλυπτες υπό το φως της ημέρας, προκειμένου να μπορέσουν οι ζημιές να αποκατασταθούν. Επιπρόσθετα, υπήρξε μέριμνα ούτως ώστε να μην βάλλονται ως στόχοι όσοι μετέφεραν τα συσσίτια, αλλά και να αποφεύγεται η ανταλλαγή πυρών την ώρα του φαγητού. Είναι βέβαιο πως τέτοιου είδους καταστάσεις συνέβαλαν τα μέγιστα στη βελτίωση του κλίματος όπως επίσης και σε μια θετικότερη πρόσληψη της εικόνας του αντιπάλου.

Έως το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου, ο καιρός ήταν σε γενικές γραμμές βροχερός. Ωστόσο, μια απότομη πτώση της θερμοκρασίας είχε ως αποτέλεσμα να παγώσει το έδαφος, κάτι που κατέστησε ευκολότερη τη διάβαση της νεκρής ζώνης την επομένη ημέρα. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι τη συγκεκριμένη εκείνη παραμονή των Χριστουγέννων, οι Βρετανοί σκοποί διέκριναν μια ασυνήθιστη κινητικότητα στα απέναντι Γερμανικά χαρακώματα.

Η παραμονή των Χριστουγέννων στα Γερμανικά χαρακώματα.

Ο ταγματάρχης J. Q. Henriques (1/16th Londons), αναφέρει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιό του πως:

Με την έλευση του σκότους έκαναν την εμφάνισή τους φώτα στις απέναντι γραμμές. Αρχικά, οι δικοί μας άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να τα σβήσουν. Με την πάροδο του χρόνου, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Η μυστηριώδης σιγή, η οποία ακολούθησε, μας ανησύχησε και μας κατέστησε άπαντες ιδιαίτερα επιφυλακτικούς, καθώς σχηματίσαμε την εντύπωση πως κάποιο τέχνασμα βρισκόταν σε εξέλιξη. Τα φώτα επανήλθαν και πολύ γρήγορα η γραμμή φωταγωγήθηκε στο σύνολό της. Εικάζω ότι είχαν κρεμάσει φανάρια πάνω σε ψηλούς ιστούς και τα είχαν τοποθετήσει τόσο μέσα στα χαρακώματα όσο και έξω από αυτά. Στη συνέχεια άρχισαν να τραγουδούν…καταλήγοντας με το πατριωτικό άσμα Wacht am Rhein, τον Γερμανικό και τον Αυστριακό εθνικό ύμνο. Τραγουδούσαν όμορφα και η εντύπωση που προκάλεσαν ήταν παράξενη στο έπακρο. Τότε ακριβώς άρχισαν να εκστομίζουν συνθήματα με αποδέκτες εμάς τους ιδίους, στα οποία απαντήσαμε με τη σειρά μας. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να ακούσω ευδιάκριτα το περιεχόμενό τους. Εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων, ο καθένας από εμάς αναπολούσε την πατρίδα του. Στο νου μας κυριαρχούσε η νοσταλγία και η σκέψη των δικών μας ανθρώπων. Η νύκτα πέρασε δίχως να ακουστεί ούτε ένας πυροβολισμός. Παραταύτα, οι σκοποί βρίσκονταν σε διαρκή επαγρύπνηση και ομολογώ πως αυτή η ασυνήθιστη σιγή με έκανε να αισθάνομαι κάπως άβολα

Γεγονός είναι πως με την καθιέρωση φιλικών σχέσεων, το σκηνικό είχε στηθεί επιτρέποντας στους πιο τολμηρούς κάθε πλευράς να προχωρήσουν την εκεχειρία ένα βήμα παραπέρα. Ο τυφεκιοφόρος Jack Chappel (1/5th Londons), συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των απίστευτων γεγονότων της επομένης:

Ανήμερα Χριστούγεννα, οι Γερμανοί μας φώναξαν πως σε περίπτωση κατάπαυσης του πυρός εκ μέρους μας ήταν διατεθειμένοι να μας μιμηθούν. Αυτό ακριβώς πράξαμε, όταν, εκατέρωθεν των χαρακωμάτων, στρατιώτες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους αισθητή και να κινούνται οι μεν προς την κατεύθυνση των δε. Δυο Γερμανοί πλησίασαν άοπλοι τις γραμμές μας και δικοί μας άνδρες ανταποκρίθηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Συναντήθηκαν περίπου στο μέσο και αντάλλαξαν χειραψία, τσιγάρα και πούρα καθώς και άλλου είδους αναμνηστικά. Πολύ σύντομα η νεκρή ζώνη γέμισε από κόσμο. O Russel συστήθηκε σε έναν κουρέα ονόματι Liddle. Ένας άλλος Γερμανός τον ρώτησε σε καλά αγγλικά εάν επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ο Russel τον ρώτησε ποιος ήταν ο τόπος διαμονής του κι εκείνος απάντησε πως ήταν το Λονδίνο, το οποίο ήλπιζε να επισκεφθεί σύντομα. Βρετανοί και Γερμανοί έθαψαν ακολούθως τους νεκρούς τους, οι σοροί των οποίων είχαν εγκαταληφθεί στη νεκρή ζώνη. Κατόπιν τούτου, οι Γερμανοί διατάχθηκαν από τους αξιωματικούς τους να επιστρέψουν στα χαρακώματά τους. Αμφότερες οι πλευρές συνέχισαν να επιδεικνύονται άφοβα η μια στην άλλη και να ανταλάσσουν από μακριά φιλικές κουβέντες. Ολόκληρη την ημέρα δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός παρόλο που έφθανε στα αυτιά μας ο απόηχος μακρυνών πυρών. Το πυροβολικό δεν είχε πάψει να αλληλοβομβαρδίζεται πάνω από τα κεφάλια μας.

Η αναφορά του Chappel στη δραστηριότητα του πυροβολικού σε γειτονικούς τομείς του μετώπου, αποδεικνύει πως η εκεχειρία των Χριστουγέννων δεν αποτελούσε ένα γενικευμένο φαινόμενο. Την ίδια μέρα, υπολογίζεται ότι 81 Βρετανοί στρατιώτες είχαν χάσει τη ζωή τους.

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων στη μεγάλη οθόνη

Oh! What A Lovely War [1969]

Joyeux Noel [2005]

Η ανταλλαγή εδεσμάτων, ποτών και καπνού κυριάρχησε στην επικοινωνία μεταξύ των δυο πλευρών. Ανταλλάχθηκαν επίσης ενθύμια, όπως κουμπιά και σφαίρες. Σε ορισμένους τομείς (είναι η περίπτωση της οδού μεταξύ Sailly και Fromelles καθώς και εκείνη του Petillon, όπου στις 18 και 19 Δεκεμβρίου η 20ή Βρετανική Ταξιαρχία είχε εξαπολύσει επίθεση καταγράφοντας σημαντικές απώλειες) έλαβε χώρα η ταφή των νεκρών με την ενεργό συμμετοχή αμφοτέρων. Αλλού, στρατιώτες της μιας πλευράς επισκέφθηκαν τα χαρακώματα της άλλης, για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι τις συνθήκες διαβίωσης του αντιπάλου. Κοντά στο χωριό Neuve Chapelle, ο σκαπανέας J Davey (2nd Field Company, Royal Engineers), περιέγραψε τον τρόπο, με τον οποίο Άγγλοι, Ιρλανδοί και Γερμανοί στρατιώτες επιδόθηκαν από κοινού στο κυνήγι ενός λαγού πέριξ της νεκρής ζώνης πετώντας πέτρες, με την ελπίδα να δουν το ζώο να καταλήγει κάποια στιγμή στη χύτρα.

Μεταξύ των πολλαπλών μαρτυριών, σχετικών με την εκεχειρία των Χριστουγέννων, λιγοστές είναι εκείνες που αναφέρονται σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στη μυθολογία γύρω από το υπό πραγμάτευση φαινόμενο. Πρόκειται για τη διεξαγωγή αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στρατιωτών. Στις επίσημες αναφορές, συμπεριλαμβανομένων των ημερολογίων των μονάδων εκείνων που συμμετείχαν ενεργά στην εκεχειρία των Χριστουγέννων, δεν γίνεται σχεδόν καθόλου μνεία για κάτι ανάλογο. Σε προσωπικές γραπτές μαρτυρίες Βρετανών στρατιωτών, γίνεται, πράγματι, αναφορά σε αγώνες ποδοσφαίρου, μεταξύ, όμως, ατόμων, τα οποία ανήκαν στην ίδια μονάδα. Ενδεικτική είναι η επιστολή του οπλίτη William Farnden (3rd Rifle Brigade), η οποία δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 1915 στην εφήμερίδα Chelmsford Chronicle και ανέφερε πως: Βρισκόμασταν έξω από τα χαρακώματα συντροφιά με τους Γερμανούς, με τους οποίους τραγουδήσαμε και χορέψαμε, όταν δυο δικές μας ομάδες επιδόθηκαν σε αγώνα ποδοσφαίρου.⁵ Σε άλλες επιστολές, ημερολόγια και αναμνήσεις γίνεται λόγος για προτάσεις που υποβλήθηκαν με σκοπό τη διοργάνωση ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ Βρετανών και Γερμανών, οι οποίες, ωστόσο, δεν καρποφόρησαν. Σε πολλές περιπτώσεις αιτία ήταν η απουσία της κυρίας παραμέτρου, δηλαδή της ίδιας της μπάλας. Άλλες φορές το εγχείρημα προσέκρουσε στην αδυναμία ανεύρεσης κατάλληλου χώρου, στην απαγόρευση διεξαγωγής από τη στρατιωτική διοίκηση κλπ.. Τέλος, σε μια περίπτωση, ο αγώνας δεν κατάφερε να ξεκινήσει, καθώς την ίδια ακριβώς στιγμή ξέσπασε ανταλλαγή πυρών πυροβολικού.⁶

Η εξιδανίκευση της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης σε σκαρίφημα της εποχής.

Παραταύτα, υπάρχουν απτές αποδείξεις περί τέλεσης αγώνων μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών σε δυο τομείς του μετώπου (Frelinghien και Wulverghem). Ως προς τον πρώτο, υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες από δυο Γερμανούς αξιωματικούς. Πρόκειται για τους υπολοχαγούς Johannes Niemann και Hugo Klemm. Αμφότεροι υπηρετούσαν στο 133ο Σύνταγμα Πεζικού της Σαξωνίας. Περιγράφουν αναμέτρηση με Σκωτσέζους, φέροντες το χαρακτηριστικό κιλτ (φούστα), και νικητές τους Γερμανούς με σκορ 3-2. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε μια αναμνηστική κάρτα ενός τρίτου στρατιώτη της ιδίας μονάδας, όπου επίσης γίνεται μνεία περί ποδοσφαιρικής αναμέτρησης. Με δεδομένη την ακριβή τοποθεσία των χαρακωμάτων του 133 Σ/Π και την αναφορά σε αντιπάλους φέροντες σκωτσέζικη αμφίεση, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για το 2ο Argyll and Sutherland Highlanders Σύνταγμα, τη μόνη σχετική μονάδα της 19ης Βρετανικής Ταξιαρχίας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την προστασία του συγκεκριμένου τομέα του μετώπου. Όσο για τη δεύτερη περίπτωση (Wulverghem), την φορά αυτή οι πληροφορίες προέρχονται από το Βρετανικό στρατόπεδο. Στο φύλο της 31ης Δεκεμβρίου 1914 της εφημερίδας Newcastle Evening Mail, δημοσιεύτηκε μια συνέντευξη του δεκανέα Frank Naden (6th Cheshires).Έκανε λόγο για ποδοσφαιρική αναμέτρηση ανδρών της μονάδας του με αντιπάλους Γερμανούς στρατιώτες. Πολλά χρόνια αργότερα, ο υπέργηρος, πλέον, Ernie Williams, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην ίδια μονάδα, επιβεβαίωσε την πληροφορία συμμετέχοντας σε τηλεοπτική εκπομπή με κεντρικό θέμα την εκεχειρία των Χριστουγέννων. Επιπλέον στοιχεία είδαν το φως το 2014, οπότε ανακαλύφθηκε μια ιδιωτική επιστολή με συντάκτη τον λοχία Albert Wyatt (1st Norfolks). Γίνεται αναφορά στο ίδιο ακριβώς περιστατικό, καθώς η μονάδα του Wyatt μοιραζόταν το ίδιο χαράκωμα με εκείνη των προαναφερθέντων συναδέλφων του. Συνεπάγεται πως οι Naden, Williams και Wyatt υπήρξαν, άπαντες, μάρτυρες της αναμέτρησης, η οποία έλαβε χώρα ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1914. Παρά το γεγονός ότι, αποδεδειγμένα, οργανώθηκαν ποδοσφαιρικοί αγώνες μεταξύ Βρετανών και Γερμανών σε δυο, τουλάχιστον, διαφορετικά σημεία, η όλη υπόθεση αναγορεύτηκε σε κομβικό μύθο της εκεχειρίας των Χριστουγέννων. Στην πράξη, οι συγκεκριμένοι αγώνες δεν ξεπέρασαν το προκαταρκτικό στάδιο της απλής “κλωτσοπατινάδας” (kick abouts όπως χαρακτηριστικά τους βαπτίζει ο Ernie Williams) εμπλέκοντας, σε τελική ανάλυση, ελάχιστους από τους χιλιάδες στρατιώτες, οι οποίοι συμμετείχαν στην πρόσκαιρη συναδέλφωση του 1914.⁷

Andy Edwards, All Together Now. To γλυπτό τοποθετήθηκε το 2014 στον περίβολο του κατεστραμμένου από αεροπορικό βομβαρδισμό ναού St. Luke’s του Λίβερπουλ, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την εκεχειρία των Χριστουγέννων.

Το χρονικό εύρος της εκεχειρίας ποικίλλει ανάλογα με τους διαφόρους τομείς του μετώπου. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου οι αξιωματικοί διέταξαν την άμεση επάνοδο στα χαρακώματα. Αλλού, η συμφιλίωση συνεχίστηκε έως και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων. Μάλιστα, σε επιστολή προς τη μητέρα του, ο υπολοχαγός Dougan Chater (2nd Gordon Highlanders), γνωστοποιεί ότι οι Γερμανοί, που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι από το τάγμα του, εισηγήθηκαν επανάληψη της εκεχειρίας ενόψει του Νέου Έτους, προκειμένου οι δυο πλευρές να διαπιστώσουν την ποιότητα των αναμνηστικών φωτογραφιών, οι οποίες είχαν τραβηχτεί μια εβδομάδα νωρίτερα.⁸ Πάντως, ανεξαρτήτως της διάρκειας της εκεχειρίας, οι περισσότερες από τις εμπλεκόμενες μονάδες υιοθέτησαν το αξίωμα “ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν”, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τις μεταξύ τους συγκρούσεις μέχρι την απόσυρσή τους από την πρώτη γραμμή και την αντικατάστασή τους από ομόλογες, προερχόμενες από τα μετόπισθεν.

Καθώς η είδηση της αυτοσχέδιας εκεχειρίας έφτασε στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία αμφοτέρων των αντιμαχομένων, οι αντιδράσεις υπήρξαν ανάμικτες. Για παράδειγμα, αναφορές προερχόμενες από το στρατηγείο του 4ου Σώματος, το οποίο μεταξύ 22 και 31 Δεκεμβρίου είχε αναπτύξει επιχειρησιακή δραστηριότητα, αναφέρουν ότι δεν δόθηκε συνέχεια εκ μέρους της 8ης Μεραρχίας στα ανοίγματα των Γερμανών περί προσωρινής αναστολής των εχθροπραξιών την ημέρα των Χριστουγέννων. Την ίδια ακριβώς στιγμή, ο διοικητής της 7ης Μεραρχίας, στρατηγός Sir Thompson Capper, αποδέχτηκε την εκεχειρία της 25ης Δεκεμβρίου. Μάλιστα, επέκρινε τις μονάδες εκείνες, που ήταν έτοιμες να ξαναρχίσουν τις εχθροπραξίες μέσα στο επόμενο διήμερο. Σκοπός του ήταν η διασφάλιση πολύτιμου χρόνου για την ταφή των νεκρών και την απρόσκοπτη περάτωση των εργασιών συντήρησης στα χαρακώματα. Αρκεί η όποια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση να τύγχανε προηγουμένως της έγκρισης της ανωτάτης διοίκησης.⁹

Ωστόσο, μόλις ολοκληρώθηκαν οι παραπάνω εκκρεμότητες, οι διοικητές των μονάδων συνειδητοποίησαν πως έπρεπε να επιστρέψουν το ταχύτερο δυνατό στην εμπόλεμη κατάσταση, προτού το αξιόμαχο των ανδρών προλάβει να υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, το Γερμανικό, στις 29 Δεκεμβρίου εκδόθηκε μια γενική διαταγή, η οποία δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες: οποιαδήποτε ενέργεια συναδέλφωσης με τον εχθρό χαρακτηριζόταν απερίφραστα ως πράξη εσχάτης προδοσίας. Οι υπόλογοι αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου. Ήταν ο μόνος τρόπος, προκειμένου οι Γερμανοί στρατιώτες να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης. Από Βρετανικής πλευράς, οι αναφορές σε ενδεχόμενη επιβολή ποινών ήταν περισσότερο ασαφείς. Συγκεκριμένα, η 2η Στρατιά εξέδωσε σχετική διαταγή, όπου υπογραμμιζόταν πως οι ένοχοι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες, θα δικάζονταν από τα έκτακτα στρατοδικεία, ακριβώς έτσι όπως όριζε το καθεστώς του στρατιωτικού νόμου που βρισκόταν σε ισχύ. Ταυτόχρονα, η ανώτατη διοίκηση διέταξε έναρξη νέου γύρου εκτεταμένης δραστηριότητας του πυροβολικού κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής του μετώπου, προκειμένου να επιταχυνθεί η ασφαλής επάνοδος στην παραδοσιακή επιχειρησιακή ετοιμότητα. Με τον τρόπο αυτό, όσοι υπέπεσαν σε πράξεις συναδέλφωσης με τον εχθρό, συνειδητοποίησαν πως η εκεχειρία δεν ήταν παρά μια σύντομη ανάπαυλα στο πλαίσιο ενός πολέμου, ο οποίος συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση και ρυθμό. Παραταύτα, υπήρξαν φορές, όπου επελέγη η καταφορά όσο το δυνατόν ηπιοτέρων κτυπημάτων σε βάρος των “φίλων”, οι οποίοι βρίσκονταν στην αντίπερα πλευρά της νεκρής ζώνης. Μεταξύ άλλων, πρόκειται για την περίπτωση του ανθυπολοχαγού Cyril Drummond (32nd Brigade, Royal Field Artillery), ο οποίος, σταλείς, στις 25 Δεκεμβρίου, ως προκεχωρημένος παρατηρητής πυροβολικού στα χαρακώματα του 2ου Τάγματος Τυφεκιοφόρων του Δουβλίνου (2nd Royal Dublin Fusiliers) βρέθηκε καταμεσίς της εκεχειρίας των Χριστουγέννων. Στον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου η συναδέλφωση διήρκεσε επί μια εβδομάδα περίπου, έως ότου καταφτάσουν οι διαταγές περί επανέναρξης των εχθροπραξιών. Ο Drummond διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην όλη υπόθεση:

Έφτασαν διαταγές…σύμφωνα με τις οποίες το πυροβολικό έπρεπε να ανοίξει πυρ το επόμενο πρωί εναντίον ενός αγροκτήματος ακριβώς πίσω από τη γραμμή υποστήριξης των Γερμανών. Η δική μας συστοιχία καλείτο να διεκπεραιώσει δώδεκα βολές με ώρα έναρξης τις 11.00 π.μ.. Στην περίπτωση, η τύχη μας χαμογέλασε. Ο αξιωματικός, ο επιφορτισμένος με την ευθύνη ήμουν εγώ ο ίδιος. “Τι πρόκειται να πράξουμε;” ρώτησα τον Johnny Hawkesley. “Στις έντεκα θα πίνουν τον καφέ τους! Τους βλέπω να το πράττουν καθημερινά από το παρατηρητήριό μου”. “Πρέπει να ενεργήσουμε”, μου απάντησε εκείνος. “Γι αυτό, τράβα να μιλήσεις με τους Δουβλινέζους”. Πράγματι, συναντήθηκα με τον συνταγματάρχη Loveband, διοικητή της μονάδας. Αμέσως έστειλε κάποιον να ειδοποιήσει τους Γερμαναράδες. Την επομένη στις 11.00 εξαπέλυσα δώδεκα οβίδες των 18 κατά του αγροκτήματος. Φυσικά, το τελευταίο ήταν έρημο, καθώς όλοι είχαν φροντίσει να το εκκενώσουν εγκαίρως. Πάντως η ενέργεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η εκεχειρία, στον δικό μας τομέα τουλάχιστον.¹º

Επιστολές στρατιωτών της πρώτης γραμμής, όπου περιγράφεται η εκεχειρία των Χριστουγέννων.

Από τα Βρετανικά ημερολόγια σε επίπεδο Στρατιάς, Σώματος Στρατού, Μεραρχίας και Ταξιαρχίας, διαφαίνεται πως ικανός αριθμός αξιωματικών καριέρας προβληματιζόταν για τις πιθανές συνέπειες της εκεχειρίας σε βάρος της δικής τους σταδιοδρομίας. Ως αντιστάθμισμα, σε πολλές αναφορές με αποδέκτες ανώτατους αξιωματικούς, υπογραμμίζεται η χρησιμότητα της πρόσκαιρης αναστολής των εχθροπραξιών ως χρυσή ευκαιρία για τη συλλογή πληροφοριών. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω περιγραφή, προερχόμενη από το 2ο Seaforth Highlanders, υπαγόμενο στη 10η Ταξιαρχία Πεζικού, προς τη διοίκηση της 4ης Μεραρχίας:

Χθες το βράδυ οι Γερμανοί έκαναν πολύ θόρυβο με τα τραγούδια και τις φωνές τους. Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, πλησίασαν προς τις δικές μας γραμμές και μας κάλεσαν να συναντηθούμε. Δυο-τρεις δικοί μας ανταποκρίθηκαν. Βγήκαν από το χαράκωμά τους, μίλησαν με τους Γερμανούς και πλησίασαν στις απέναντι θέσεις. Διαπίστωσαν πως το αγρόκτημα της Ντουβ είχε καταληφθεί από μεγάλο αριθμό Γερμανών. Ορισμένοι από αυτούς έφεραν το χαρακτηριστικό μυτερό κράνος [picklehaube], οι περισσότεροι φορούσαν πηλίκιο ή το πρόσωπό τους ήταν τυλιγμένο με μάλλινη κουκούλα. Ο αριθμός του Συντάγματος, έτσι όπως φάνταζε στην επωμίδα της στολής τους, ήταν 10 και 25. Σήμερα το πρωί, πολλοί ήσαν αυτοί που πλησίασαν στο χαράκωμά μας. Τους φωνάξαμε να απομακρυνθούν, ειδάλλως θα ανοίγαμε πυρ. Οι αριθμοί στις στολές και στα πηλίκιά τους ήταν 7, 134 και 10. Κανείς τους δεν φορούσε κράνος. Δεν υπάρχει συρματόπλεγμα που να παρεμβάλλεται και τη θέση του οποίου να μην έχουμε εντοπίσει επακριβώς. Ουδεμία ανταλλαγή πυρών σήμερα. Χθες τη νύκτα, το Μηχανικό μας τοποθέτησε νέα σειρά από συρματοπλέγματα στην αριστερή πλευρά, επωφελούμενο από την ομίχλη.¹¹

Πέραν από την ταυτοποίηση των Γερμανικών Συνταγμάτων, υπήρχαν περιγραφές σχετικές με την ηλικία και την εκ πρώτης όψεως φυσική κατάσταση του αντιπάλου καθώς και εκτιμήσεις για το ανθρώπινο δυναμικό των μονάδων που στελέχωναν την πρώτη γραμμή. Σε ορισμένα σημεία, Βρετανοί αξιωματικοί και οπλίτες ξεναγήθηκαν εντός των απέναντι χαρακωμάτων από τους ίδιους τους Γερμανούς, οι οποίοι, μάλιστα, έσπευσαν να ικανοποιήσουν τις απορίες τους. Ο υπολοχαγός Belcher (1st East Lancashires) ρώτησε έναν Γερμανό ελεύθερο σκοπευτή να του αποκαλύψει τη θέση από την οποία συνήθιζε να πυροβολεί, προκειμένου να τον εντοπίσει μόλις ξανάρχιζαν οι μάχες και να τον εξουδετερώσει. Φυσικά, ο Γερμανός δεν ήταν αφελής ώστε να τον εφοδιάσει με τη σχετική πληροφορία.¹² Πολλές από τις παραπάνω λεπτομέρειες εντάχθηκαν σε επίσημες αναφορές. Αποκόμματα εφημερίδων σχετικά με την εκεχειρία, τα οποία διατηρούνταν επιμελώς ως ενθύμια από τους πρωταγωνιστές, συγκεντρώθηκαν και στάλθηκαν προς αξιολόγηση στις αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών, εφόσον περιείχαν υλικό για το ηθικό και τις συνθήκες διαβίωσης των Γερμανών, για τις διαθέσεις τους έναντι των Βρετανών ή ακόμα για την κατάσταση που επικρατούσε στα μετόπισθεν του εχθρού.

Απόκομμα της εφημερίδας Daily Mirror του Ιανουαρίου 1915.

Όσα επιχειρήματα και αν προβλήθηκαν υπέρ της χρησιμότητας της εκεχειρίας των Χριστουγέννων, ένα είναι βέβαιο: η ανασφάλεια, από την οποία διακατέχονταν τόσο η Βρετανική όσο και η Γερμανική ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από σειρά ολόκληρη προληπτικών μέτρων ενόψει των Χριστουγέννων του 1915. Οι Γερμανοί κατέστησαν σαφές πως κάθε περιστατικό συμφιλίωσης με τον εχθρό θα επέφερε επιτόπου εκτέλεση δια τυφεκισμού. Οι διαταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα, ήταν λιγότερο δρακόντειες. Χαρακτηριστικό του ύφους αποτελεί το εμπιστευτικό υπόμνημα της 140ής Μεραρχίας Πεζικού, με ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 1915:

Έχω εντολή από την Ανώτατη Διοίκηση να σας υπενθυμίσω την ανεπίσημη εκεχειρία, η οποία προέκυψε πέρυσι τα Χριστούγεννα σε έναν ή δυο τομείς του μετώπου και να σας επιστήσω την προσοχή πως τίποτε το ανάλογο δεν πρόκειται να γίνει ανεκτό φέτος. Το πυροβολικό θα διατηρήσει ολόκληρη την ημέρα μια χαμηλής εντάσεως δραστηριότητα κατά των αντιπάλων χαρακωμάτων, αρχής γενομένης από τα ξημερώματα. Όπως πάντα, καλείστε να αξιοποιήσετε κάθε δυνατότητα καταφοράς απωλειών, ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου ο εχθρός θα αποκαλύψει τη θέση του, μη έχοντας μεριμνήσει προηγουμένως για λήψη μέτρων προστασίας.¹³

Ορισμένοι διοικητές Ταγμάτων φρόντισαν να διανθίσουν τις παραπάνω διαταγές με δικές τους, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα του 1/8ου Londons:

Ο ταξίαρχος επιθυμεί να καταστήσετε σαφή τα παραπάνω προς πάσα κατεύθυνση και να επισημάνετε πως όποιος επιχειρήσει να επικοινωνήσει με τον εχθρό είτε λεκτικά, είτε με ανταλλαγή σημάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, θα τιμωρηθεί αυστηρά. Οι ελεύθεροι σκοπευτές και οι χειριστές πολυβόλων καλούνται να βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα και να ανοίξουν πυρ σε βάρος όποιου Γερμανού κάνει αισθητή την παρουσία του υπεράνω του στηθαίου.¹⁴

Οι ανησυχίες δικαιώθηκαν, καθώς, ήδη από τον Νοέμβριο του 1915, διαπιστώθηκαν περιορισμένης, έστω, κλίμακας κρούσματα συμφιλίωσης μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στον τομέα του St. Eloi, του βορειότερου άκρου της ζώνης ευθύνης του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Υπήρξαν και άλλα σημεία του μετώπου όπου οι σχέσεις παρέμειναν κατά κάποιο τρόπο φιλικές. Παρόλο που το σύνολο των διοικητών των μονάδων της εμπόλεμης ζώνης παρώτρυνε τους στρατιώτες να απορρίψουν επιδεικτικά τα όποια φιλειρηνικά ανοίγματα των αντιπάλων τους, ορισμένοι από τους διοικητές αυτούς εξέφρασαν δυσφορία, επειδή περιορίστηκαν μόνο σε έκδοση αποτρεπτικών διαταγών και τίποτα παραπάνω. Ο στρατηγός Α. Holland, διοικητής της 1ης Μεραρχίας, πέρασε την ημέρα των Χριστουγέννων του 1915 στην πρώτη γραμμή, προκειμένου να βεβαιωθεί ιδίοις όμμασι πως δεν επρόκειτο να προκύψουν περιστατικά συναδέλφωσης.

Προφυλάξεις αυτού του είδους δεν απέτρεψαν, τελικά, το απευκταίο. Στο Laventie, κοντά στο σημείο όπου, δώδεκα μήνες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί επαφή μεταξύ των αντιπάλων πλευρών, η κατάσταση επαναλήφθηκε. Ο στρατιώτης W. Tate (2nd Coldstream Guards) υπήρξε αυτόπτης μάρτυς:

To Γερμανικό πεζικό εξήλθε από τα χαρακώματα προχωρώντας προς τις δικές μας γραμμές. Δεν ανοίξαμε πυρ, γιατί δεν έφεραν ούτε όπλα, ούτε εξοπλισμό οποιουδήποτε είδους. Ορισμένοι δικοί μας τους μιμήθηκαν. Έδωσαν τα χέρια και αντάλλαξαν ευχές, χρήματα, τσιγάρα κλπ.¹⁵

Το προαναφερθέν επεισόδιο θορύβησε τον διοικητή της Μεραρχίας, στρατηγό Frederick Rudolph Lambart, 10 λόρδο Cavan. Ο τελευταίος έσπευσε να απευθύνει μια αναφορά προς το 11ο Σώμα, γραμμένη σε απολογητικό ύφος:

Με λύπη αναφέρω πως παρόλες τις σχετικές ειδικές διαταγές, διαπράχθηκε σήμερα το πρωί επικοινωνία μεταξύ της Μεραρχίας και του 13ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων. Συναντήθηκα με τους αρμόδιους ταξιάρχους, οι οποίοι μετέβησαν επιτόπου προτού συμπληρωθούν είκοσι λεπτά της ώρας από τη στιγμή που πληροφορήθηκαν το συμβάν. Εντός 30 με 40 λεπτών, οι άνδρες μας είχαν επιστρέψει άπαντες στα χαρακώματά τους. Διέταξα για αύριο πλήρη διενέργεια ανακρίσεων ως προς το πως και γιατί οι σαφείς διαταγές μου δεν εισακούσθηκαν. Πρώτος που εμφανίστηκε ήταν μεγάλος αριθμός αόπλων Γερμανών. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο δικαιολογία και εκφράζω βαθύτατη θλίψη για ότι συνέβη.¹⁶

Ο Cavan αντέδρασε ταχύτατα. Στις 26 Δεκεμβρίου, η 1η και 2η Ταξιαρχία των Scots Guards προχώρησαν σε διεξαγωγή ανακρίσεων. Ο διοικητής του 11ου Σώματος, στρατηγός Sir Richard Haking, ενημερώθηκε σχετικά με τα πορίσματα της έρευνας από τον ίδιο τον Cavan προσωπικά. Τρεις ημέρες αργότερα, η όλη υπόθεση κλιμακώθηκε, καθώς η διοίκηση της 1ης Στρατιάς ζήτησε από το 11ο Σώμα λεπτομέρειες για την ακριβή διατύπωση των διαταγών περί απαγόρευσης συμφιλίωσης με τον εχθρό σε επίπεδο Ταξιαρχιών, Συνταγμάτων, Ταγμάτων και Λόχων καθώς και για τον τρόπο, με τον οποίο οι ίδιες διαταγές είχαν διεκπεραιωθεί στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Στις 4 Ιανουαρίου 1916, οι συνέπειες της συναδέλφωσης έπληξαν την 1η Ταξιαρχία, η οποία είχε εμπλακεί και στην εκεχειρία του 1914. Την ημέρα εκείνη συνελήφθη ο προσωρινός διοικητής του Τάγματος προκάλυψης, λοχαγός Miles Barne καθώς και ένας διοικητής λόχου, ο λοχαγός Sir Iain Colquhoun. Στις 18 Ιανουαρίου, οι δύο συλληφθέντες αξιωματικοί παρουσιάστηκαν ενώπιον του αρμοδίου στρατοδικείου. Την υπεράσπιση αμφοτέρων είχε αναλάβει ο υπολοχαγός Raymond Asquith, πτυχιούχος του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δικηγόρος και γιός του πρωθυπουργού Herbert Asquith. Ο Barne αθωώθηκε, ο δε Colquhoun γλύτωσε με απλή επίπληξη. Γρήγορα, ωστόσο, η ποινή διαγράφηκε από τον νέο ανώτατο διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγό Sir Douglas Haig, λόγω προτεραίας διακεκριμένης δράσης του Colquhoun στο πεδίο των μαχών. Παρόλο έναν πραγματικό χείμαρρο ερευνών και ανακρίσεων σχετικά με τα περιστατικά συμφιλίωσης του Δεκεμβρίου 1915 καθώς και μιας σειράς απειλών περί βαρυτάτων ποινικών συνεπειών, οι Barne και Colquhoun υπήρξαν τελικά οι μόνοι, οι οποίοι έφτασαν μέχρι το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Τα διακριτά Χριστούγεννα του 1915 Γερμανών (πάνω) και Σκωτσέζων (κάτω).

Η περιορισμένη κλίμακα των περιστατικών συμφιλίωσης του 1915 δεν οφείλεται μόνο στις προειδοποιήσεις της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας. Η μεσολάβηση ενός ακόμη έτους αδιάκοπων συγκρούσεων, είχε μεταλλάξει τον πόλεμο σε μια βιομηχανική αντιπαράθεση με χρήση δηλητηριωδών αερίων, βομβαρδισμούς από αερόπλοια (Ζέππελιν), τορπιλλισμούς εμπορικών πλοίων από Γερμανικά υποβρύχια με χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες, συμπεριλαμβανομένων των χιλίων, περίπου, επιβατών του υπερωκεανείου Lusitania, το οποίο βυθίστηκε στις 7 Μαΐου 1915 στον Ατλαντικό Ωκεανό. Με την προπαγάνδα να αξιοποιεί επιμελώς και να καυτηριάζει επιδεικτικά επιθέσεις αυτού του είδους σε βάρος αμάχων, ολοένα και λιγότεροι στρατιώτες της πρώτης γραμμής έδειχναν διατεθειμένοι να συμφιλιωθούν με τον εχθρό, ακόμα και σε εκείνες τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.

Έτσι, η εκεχειρία του 1914 πέρασε στην Ιστορία ως ένα μεμονωμένο και έκτακτο επεισόδιο του Δυτικού Μετώπου, που θορύβησε τις ηγεσίες των αντιμαχομένων πλευρών. Ωστόσο, η υπέρμετρη ανησυχία της ανωτάτης στρατιωτικής διοίκησης αποδείχθηκε πέρα έως πέρα ανεδαφική. Ουδέποτε το φαινόμενο κινδύνευσε να διολισθήσει σε ένα είδος γενικευμένης ειρήνης κατόπιν πρωτοβουλίας των στρατιωτών. Η πλειονότητα των τελευταίων αντιμετώπισε την εκεχειρία ως εορταστική ανάπαυλα στο πλαίσιο διενέργειας ενός πολέμου, ο οποίος έπρεπε να γνωρίσει απαραίτητα νικηφόρα έκβαση. Τα Χριστούγεννα του 1914 ήταν τα πρώτα κατά σειρά εμφάνισης, μια πρωτόγνωρη εμπειρία για όλους όσους βρίσκονταν στο μέτωπο. Μακριά από τις οικογένειές τους και έπειτα από τέσσερις μόνο μήνες εμπόλεμου καθεστώτος, οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής διέγνωσαν μια ευκαιρία στιγμιαίας απόδρασης από τη σκληρή πραγματικότητα. Η ευκαιρία αυτή τους επέτρεψε να αποκαταστήσουν διανοητικά και ψυχολογικά κάποιου είδους επαφή με το πρόσφατο ευτυχισμένο παρελθόν. Ταυτόχρονα, να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα όσο καλύτερα μπορούσαν, αλλά και να συναντηθούν με έναν αντίπαλο, ο οποίος, με δεδομένους τους κανόνες του στατικού πολέμου, παρέμενε πεισματικά αθέατος και αινιγματικός, αν και οντότητα διαρκώς παρούσα σε καθημερινή κλίμακα.

Christmas Truce

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βραχυγραφίες: IWM (Imperial War Museum), ΝΑΜ (National Army Museum), TNA (The National Archives).

¹ IWM, Documents.12327, Diary of Brigadier P. Mortimer, 3rd Company Meerut Divisional Train, καταχωρίσεις των 26 και 27 Δεκεμβρίου 1914.

² IWM, Documents.1684, Letters of Lieutenant Wilbert Spencer, 2nd Wiltshires.

³ NAM, 1989-01-105-2, Diary of Major J. Q. Henriques, 1/16th Londons.

⁴ IWM, Documents.1674, Letters of Lieutenant Colonel H. J. Chappell, London Regiment.

⁵ Αναφέρεται στο Baker, C., The Truce – The Day the War Stopped, Amberley, Stroud, 2014. Η συγκεκριμένη πραγματεία προσφέρει μια εξαιρετική ανάλυση της ποδοσφαιρικής διάστασης, υιοθετώντας την περιορισμένη έκταση, την οποία κατέλαβε εν τέλει το φαινόμενο. Βλ. ειδικότερα σελ. 159-163.

⁶ Για σχετικά παραδείγματα βλ. IWM Documents.1694, Brigadier C. A. F. Drummond, Royal Field Artillery; IWM Documents.6705, Private William Alfred Quinton, 2nd Bedfords; NAM, 2001-09-117, Diary of Rifleman William Francis Eve, 1st/16th Londons (Queen’s Westminster Rifles).

⁷ Σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις βλ. τους ακόλουθους ιστοτόπους: http://www.christmastruce.co.uk/christmas-truce-football-match/
https://www.historyextra.com/period/first-world-war/world-war-one-christmas-truce-football-match-really-happen-facts-debate/

⁸ IWM, Documents.1697, Letters of Captain Dougan Chater, 2nd Argyll & Sutherland Highlanders.

⁹ TNA, WO 95/1627, War Diary, 7th Division General Staff, October 1914 – January 1915.

¹º IWM, Documents.1694, Memoir, Brigadier Cyril Drummond, Royal Field Artillery.

¹¹ TNA, WO 95/1627, War Diary, 7th Division General Staff, October 1914 – January 1915.

¹² TNA, WO 95/1441, War Diary, 4th Division General Staff, October 1914 – December 1914.

¹³ TNA, WO 95/2731, War Diary, 1/8th Battalion, The London Regiment, March 1915 – January 1918.

¹⁴ TNA, WO 95/2731, War Diary, 1/8th Battalion, The London Regiment, March 1915 – January 1918.

¹⁵ IWM, Documents.4520, Memoir of Private W. Tate, 2nd Coldstream Guards.

¹⁶ TNA, WO 95/880, War Diary, XI Corps General Staff, 1 September 1915 – 31 December 1915.

 

Ο Alan Wakefield είναι πρόεδρος της Salonika Campaign Society και μέλος της Βρετανικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Τα τελευταία χρόνια προΐσταται του Φωτογραφικού Τμήματος του Imperial War Museum. Στη χώρα του θεωρείται σήμερα ως ο μεγαλύτερος ειδικός του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Διονύσης Χουρχούλης: Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Διονύσης Χουρχούλης

Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο Νάσερ απεβίωσε και ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της Αιγύπτου, Ανουάρ Σαντάτ, ανέλαβε την ηγεσία της χώρας. Κύριος στόχος του Σαντάτ ήταν να επιτύχει την επιστροφή στην Αίγυπτο της Χερσονήσου του Σινά (η περιοχή είχε περιέλθει υπό ισραηλινή κατοχή κατά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967). Ετσι, συνέχιζε να εξοπλίζει τις αιγυπτιακές δυνάμεις με σύγχρονο σοβιετικό υλικό και να βελτιώνει την εκπαίδευση και τον επιτελικό σχεδιασμό με τη βοήθεια Σοβιετικών συμβούλων. Παράλληλα, όμως, προσπάθησε με άκρα μυστικότητα να επιτύχει τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ προκειμένου να επιτευχθεί γενική συμφωνία ειρήνης με όρους ανεκτούς για τους Αραβες και αποχώρηση των Ισραηλινών από τα Κατεχόμενα ή έστω από το Σινά. Τον Ιούλιο του 1972 ο Σαντάτ διέταξε αιφνιδιαστικά την αποχώρηση των σοβιετικών μάχιμων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αίγυπτο από το 1969-70 (την περίοδο του «Πολέμου της Φθοράς» Ισραήλ – Αιγύπτου), όχι όμως και των περίπου 2.000 στρατιωτικών συμβούλων, που συνέχισαν το έργο της αναδιοργάνωσης των αιγυπτιακών δυνάμεων. Ωστόσο, τότε και τα επόμενα έτη γινόταν λανθασμένα λόγος για «εκδίωξη των συμβούλων».

Η πρωτοβουλία του Σαντάτ ανταποκρινόταν στο κοινό αίσθημα των Αιγυπτίων και αποσκοπούσε να δώσει ένα σαφές μήνυμα στις ΗΠΑ ότι η Αίγυπτος ήταν πρόθυμη να απεμπλακεί από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής αν η Ουάσιγκτον αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πολιτική της πλήρους υποστήριξης του Ισραήλ. Πιθανότατα ένα ακόμα κίνητρο ήταν η άσκηση πίεσης στη Σοβιετική Ενωση προκειμένου η τελευταία να διαθέσει αυξημένες ποσότητες οπλισμού και ακόμα πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα στην Αίγυπτο. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στη χειρονομία του Σαντάτ. Αλλά και η ισραηλινή ηγεσία απέρριπτε εξακολουθητικά κάποια ειρηνική διευθέτηση που δεν θα ικανοποιούσε πλήρως τις ισραηλινές επιδιώξεις και είχε εφησυχάσει, θεωρώντας τους Αραβες αμελητέα στρατιωτική δύναμη – ιδίως μετά και την αποχώρηση των Σοβιετικών «συμβούλων».

Η πρωθυπουργός Γκόλντα Μέιρ, ηγέτις του Ισραήλ στον πόλεμο του 1973.

Αιφνιδιασμός από Αίγυπτο – Συρία

Tον Οκτώβριο του 1972 η Μόσχα και το Κάιρο αποκατέστησαν τις σχέσεις τους και ανανέωσαν τη στρατιωτική συνεργασία τους. Παρά τη συνέχιση χορήγησης γενναιόδωρης στρατιωτικής βοήθειας, η Σοβιετική Ενωση είχε επανειλημμένως προειδοποιήσει την Αίγυπτο να μην ξεκινήσει νέο πόλεμο με το Ισραήλ. Οι Σοβιετικοί δεν είχαν εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές δυνατότητες των Αιγυπτίων (και γενικότερα των Αράβων), ενώ θεωρούσαν ότι ένας νέος αραβοϊσραηλινός πόλεμος ενείχε τον κίνδυνο διπλωματικής αναμέτρησης, ίσως και στρατιωτικής εμπλοκής των δύο υπερδυνάμεων. Ωστόσο, η σοβιετική στάση δεν πτόησε τον Σαντάτ και τον Σύριο ηγέτη Χαφέζ αλ Ασαντ. Τον Απρίλιο του 1973 συνομολόγησαν συμμαχία και άρχισαν μυστικά να προετοιμάζονται για πόλεμο. Ακόμα, ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει τη Σαουδική Αραβία, η οποία υποσχέθηκε να υποστηρίξει πολιτικά και διπλωματικά την Αίγυπτο και τη Συρία, χρησιμοποιώντας κυρίως το «όπλο» του πετρελαίου.

Αυτή τη φορά ήταν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι που κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν πλήρως το Ισραήλ, εξαπολύοντας ταυτόχρονη αιφνίδια επίθεση στην ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ και στο Σινά, καθώς και στα Υψίπεδα του Γκολάν, στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής και αργίας για τους Εβραίους (Yom Kippur, Ημέρα της Εξιλέωσης ή Σκηνοπηγίας). Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι αραβικές δυνάμεις σημείωσαν αξιοσημείωτες και μάλλον ανέλπιστες επιτυχίες. Ιδίως οι Αιγύπτιοι, με παράτολμη επιχείρηση μετέφεραν ισχυρές δυνάμεις ανατολικά της Διώρυγας του Σουέζ και προέλασαν στο Σινά. Επιτυχίες είχαν και οι Σύριοι. Σκληρές μάχες μεταξύ χιλιάδων ισραηλινών, αιγυπτιακών και συριακών αρμάτων έλαβαν χώρα στα δύο μέτωπα. Επίσης, αυτή τη φορά η ισραηλινή αεροπορία, στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον αγώνα των ισραηλινών χερσαίων δυνάμεων, υπέστη βαριές απώλειες από τους σοβιετικής κατασκευής αντιαεροπορικούς πυραύλους της Αιγύπτου και της Συρίας. Για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησαν οι αραβοϊσραηλινοί πόλεμοι και έπειτα από τρεις ταπεινωτικές ήττες, το 1948, το 1956 και το 1967, τα αραβικά ΜΜΕ μετέδιδαν εικόνες αιχμαλώτων Ισραηλινών στρατιωτών και κατεστραμμένων ισραηλινών αρμάτων, τεθωρακισμένων οχημάτων και αεροσκαφών, προκαλώντας ένα κλίμα ενθουσιασμού και ψυχικής ανάτασης στην αραβική κοινή γνώμη.

Ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ Μοσέ Νταγιάν (αριστερά) και ο στρατηγός Αριέλ Σαρόν στο προγεφύρωμα της Διώρυγας του Σουέζ τον Οκτώβριο του 1973.

Ευρισκόμενο ήδη σε δύσκολη θέση, το Ισραήλ ζήτησε από τις ΗΠΑ την άμεση αποστολή οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών. Αρχικά οι Αμερικανοί δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν ενεργά στον πόλεμο και υιοθέτησαν στάση αναμονής. Ομως, στις 9 Οκτωβρίου η ΕΣΣΔ άρχισε να ανεφοδιάζει την Αίγυπτο με πρόσθετο πολεμικό υλικό, ενώ τα επόμενα κρίσιμα 24ωρα υπήρξαν διαρροές ότι αν οι Ισραηλινοί δεν μπορούσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση με συμβατικά όπλα, δεν θα δίσταζαν να καταφύγουν σε χρήση πυρηνικών όπλων. Μια τέτοια εξέλιξη, βέβαια, θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου και θα προκαλούσε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της κρίσης. Ετσι, και καθώς εν τω μεταξύ αυξάνονταν οι πιέσεις του φιλοϊσραηλινού λόμπι εντός και εκτός Κογκρέσου, στις 13 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ εγκαινίασαν μια γιγαντιαία επιχείρηση ανεφοδιασμού των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, κυρίως από αέρος.

Αντεπίθεση και νίκη των ισραηλινών δυνάμεων

Τις αμέσως επόμενες ημέρες οι ισραηλινές δυνάμεις ανέλαβαν σταδιακά την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν ήδη από τις 10 Οκτωβρίου νικήσει τον συριακό στρατό και αντεπιτεθεί στο Γκολάν, απειλώντας πλέον την ίδια τη Δαμασκό. Εν τω μεταξύ, στο άλλο μέτωπο, στη Χερσόνησο του Σινά, έλαβε χώρα στις 14 Οκτωβρίου η μεγαλύτερη αρματομαχία της μεταπολεμικής ιστορίας. Οι Ισραηλινοί είχαν συνέλθει από τον αρχικό αιφνιδιασμό και αμύνονταν σε καλά οργανωμένες θέσεις και οι Αιγύπτιοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Από την επομένη, 15 Οκτωβρίου, εκδηλώθηκε και ισραηλινή αντεπίθεση που πολύ σύντομα απείλησε με περικύκλωση μια αιγυπτιακή στρατιά, αλλά και με ολοκληρωτική καταστροφή τον αιγυπτιακό στρατό.

Τότε η σοβιετική ηγεσία αποφάσισε να παρέμβει διπλωματικά, καλώντας μάλιστα σε από κοινού αμερικανοσοβιετική παρέμβαση προκειμένου να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Επειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον – Μόσχας, συμφωνήθηκε η σύνταξη ενός κειμένου, το οποίο υιοθετήθηκε και από τον ΟΗΕ στις 22 Οκτωβρίου, που καλούσε σε άμεση κατάπαυση του πυρός και έπειτα σε έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών ανάμεσα στους Αραβες και στο Ισραήλ. Η Αίγυπτος αποδέχθηκε αμέσως το ψήφισμα του ΟΗΕ, αλλά οι Ισραηλινοί συνέχισαν την πολεμική προσπάθειά τους επιχειρώντας να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Ετσι, στις 24 του μήνα η σοβιετική πλευρά διεμήνυσε στις ΗΠΑ ότι αν οι υπερδυνάμεις δεν δρούσαν από κοινού, στέλνοντας και ειρηνευτικές δυνάμεις στην περιοχή ώστε οι εχθροπραξίες να λήξουν άμεσα, τότε οι Σοβιετικοί ενδεχομένως θα δρούσαν μονομερώς.

Την κατάπαυση του πυρός με τις συριακές δυνάμεις στα Υψώματα του Γκολάν πανηγυρίζουν Ισραηλινοί στρατιώτες. ASSOCIATED PRESS

Η σοβιετική προειδοποίηση προσωρινά προκάλεσε δυσανάλογη αντίδραση στην Ουάσιγκτον. Τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου, δίχως περαιτέρω διαβούλευση με τους Σοβιετικούς, αλλά και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των συμμάχων τους, οι ΗΠΑ έθεσαν τις πυρηνικές δυνάμεις τους σε ύψιστη πολεμική ετοιμότητα. Η υπερβολική –έως αψυχολόγητη– αυτή ενέργεια προκάλεσε την αμηχανία και την οργή των Δυτικοευρωπαίων, ενώ η Μόσχα αποφάσισε να μην κλιμακώσει την αντιπαράθεση και να μην πάρει ανάλογα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η επικίνδυνη κλιμάκωση της κρίσης. Αλλωστε είχε ήδη προκληθεί μεγάλη ένταση και είχαν σημειωθεί επεισόδια στη Μεσόγειο μεταξύ του αμερικανικού Εκτου Στόλου και του σοβιετικού στόλου της Μεσογείου.

Παράλληλα, δρομολογείτο και η κατάπαυση του πυρός, αφού το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ άσκησε έντονες πιέσεις στο Ισραήλ να τερματίσει τις εχθροπραξίες. Πράγματι, στις 27 Οκτωβρίου 1973, Ισραηλινοί και Αιγύπτιοι αξιωματικοί συναντήθηκαν για να συζητήσουν τους όρους της ανακωχής.

Τους επόμενους μήνες οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες απαγκίστρωσης των στρατευμάτων των πρώην εμπολέμων από τα πεδία των μαχών, ώστε να αποφευχθεί η αναζωπύρωση της έντασης στη μεθόριο.

Συνέπειες για όλους τους εμπλεκομένους

Καταρχάς το Ισραήλ απέδειξε ξανά τη στρατιωτική ισχύ και υπεροχή του, αλλά αυτή τη φορά υπέστη σοβαρότατες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Επίσης, καταδείχθηκε ότι, από μόνες τους, ούτε η στρατιωτική ισχύς ούτε η εδαφική επέκταση προσέφεραν απόλυτη ασφάλεια στο κράτος και στον πληθυσμό του: ήταν αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς προϋποθέσεις για την επιβίωση του Ισραήλ, το οποίο όφειλε πλέον να έρθει σε κάποιον πιο μόνιμο ειρηνικό διακανονισμό τουλάχιστον με ένα από τα γειτονικά του αραβικά κράτη. Η κατακόρυφη αύξηση της αμερικανικής αρωγής από τον Οκτώβριο του 1973 και στο εξής κατέστησε το Ισραήλ περισσότερο «ευάλωτο» στις αμερικανικές πιέσεις για ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Αραβες και για μια μονιμότερη διευθέτηση των διαφορών. Επίσης, παρά την τελική ήττα τους, τόσο ο Σαντάτ όσο και ο Ασαντ κεφαλαιοποίησαν τις αρχικές τους επιτυχίες στον πόλεμο και εδραίωσαν την εξουσία τους: στις τοπικές κοινωνίες δεν κατέστη ευρέως γνωστό ότι η πλήρης συντριβή της Αιγύπτου και της Συρίας αποφεύχθηκε μόνο χάρη στην άσκηση οικονομικής πίεσης των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών προς τη Δύση, καθώς και στη διπλωματική επέμβαση των ΗΠΑ.

Κάτοικοι του νοτίου Λιβάνου περιεργάζονται αιγυπτιακό MIG-21 που καταρρίφθηκε σε αερομαχία με ισραηλινά πολεμικά αεροπλάνα.

Σε επίπεδο ανταγωνισμού υπερδυνάμεων, οι ΗΠΑ αύξησαν την επιρροή τους στην περιοχή, αφού αφενός συνέβαλαν στη διάσωση του Ισραήλ και αφετέρου απέδειξαν ότι εκείνες μπορούσαν και να πιέσουν το Τελ Αβίβ, ώστε να επιτευχθεί ανακωχή, αλλά και να ξεκινήσουν πιο ουσιαστικές ειρηνευτικές συνομιλίες. Αντίθετα, η Σοβιετική Ενωση, παρά την αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο και της πολιτικής επιρροής της στην περιοχή από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, δεν κατάφερε ούτε να εμποδίσει την έκρηξη του πολέμου, ούτε να παρέμβει δυναμικά για να αποτρέψει την αραβική ήττα, ούτε να πιέσει το Ισραήλ να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Τέλος, η αποτελεσματική παρέμβαση των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών –με προεξάρχουσα τη Σαουδική Αραβία– υπήρξε απαρχή μιας νέας ισορροπίας στις σχέσεις του αραβικού κόσμου (και γενικότερα των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Τρίτου Κόσμου) με τη Δύση (και την Ιαπωνία), προκάλεσε μείζονες παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις και ανακατατάξεις και έβαλε τέλος στην εποχή του φθηνού πετρελαίου και γενικότερα της φθηνής ενέργειας.

Ο δρ. Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού υποτρόφου

.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

Μαρίνος Σαρηγιάννης: Η οθωμανική πολιτική σκέψη πριν το Τανζιμάτ: παράδοση, συνέχειες, ρήξεις

Μαρίνος Σαρηγιάννης

Η οθωμανική πολιτική σκέψη πριν το Τανζιμάτ: παράδοση, συνέχειες, ρήξεις

Η ιστορία της οθωμανικής πολιτικής σκέψης παραμένει ένα ζητούμενο για τις οθωμανικές σπουδές. Αν και έχουν δημοσιευθεί αρκετά άρθρα σχετικά με μεμονωμένους πολιτικούς συγγραφείς, ή άρθρα που επιχειρούν μια γενική σύνοψη των σπουδαιότερων πολιτικών πραγματειών,[1] μόνο πρόσφατα εκδόθηκαν κάποιες μονογραφίες που εξετάζουν όχι μόνο τα μεγάλα έργα-σταθμούς αυτής της γραμματείας, αλλά και τα λιγότερο πρωτότυπα, τα οποία έστω και αν δεν μπορούμε να τα πούμε καινοτόμα σχημάτιζαν ωστόσο το πλαίσιο και το υπόβαθρο των μετασχηματισμών και των μεταρρυθμίσεων της πολιτικής πρακτικής κατά την μακραίωνη παρουσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[2]

Οι παλιότερες μελέτες, μέχρι περίπου τις αρχές της χιλιετίας, έχουν, μπορούμε να πούμε, δύο κοινά μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι περιορίζονται στους μείζονες στοχαστές, όπως ακριβώς οι παλαιότεροι ιστορικοί της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης εστίαζαν μόνο σε καινοτόμους ή επιβλητικούς στοχαστές όπως τον Ακινάτη, τον Τόμας Μουρ ή τον Μακιαβέλλι∙ μειονέκτημα που έγινε σαφές με το μνημειώδες έργο του Κουέντιν Σκίνερ, ο οποίος αντίθετα εξέτασε ένα τεράστιο σώμα συγγραφέων και έργων. Θα ήταν αλαζονικό να κατηγορούσαμε βέβαια τους παλαιότερους οθωμανολόγους για αυτή την παράλειψη, καθώς λίγα ξέρουμε για την πολιτική γραμματεία των Οθωμανών πέρα από τα μετρημένα στα δάχτυλα κείμενα που έχουν δημοσιευθεί (ακόμα λιγότερα σε γλώσσες εκτός των τουρκικών). Μια πρόχειρη ματιά στις περισσότερες από τις ανέκδοτες πηγές, απ’ την άλλη, μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει στο βιαστικό συμπέρασμα πως δεν πρόκειται παρά για μεταφράσεις ή διασκευές παλιότερων Αράβων ή Περσών συγγραφέων.

Ο Σουλτάνος Μουρατ Γ΄ (βασίλεψε μεταξύ των ετών 1574 και 1595) διατηρούσε μια πλούσια βιβλιοθήκη στα ανάκτορα. Εικονίζεται ανάμεσα στα βιβλία του σε χειρόγραφο του 1582 (Arthur M. Sackler Museum, The Edwin Binney 3rd Collection of Turkish Art at the Harvard Art Museums, Boston, Mass.).

Αυτό πάλι μας οδηγεί στο δεύτερο μειονέκτημα, που μπορεί να αποδοθεί σε ένα είδος «ντόπιου οριενταλισμού»: οι ανατολιστές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα τόνισαν την φιλοσοφική και πολιτική αξία των μεγάλων στοχαστών του μουσουλμανικού Μεσαίωνα, όπως του αλ-Φαράμπι, του αλ-Γαζάλι ή του Ιμπν Χαλντούν. Όταν αραβολόγοι έστρεψαν την προσοχή τους στους Οθωμανούς στοχαστές, είχαν την τάση να βλέπουν είτε μια στείρα συνέχιση και μίμηση των σπουδαίων Αράβων και Περσών προδρόμων τους, είτε μια χωρίς βαθύτερο νόημα σειρά παράθεσης συγκεκριμένων συμβουλών στρατιωτικού ή διοικητικού χαρακτήρα. Η αξία των οθωμανικών πολιτικών έργων μετριούνταν συνήθως με το βαθμό νεωτεριστικού πνεύματος που επεδείκνυαν, όχι με το πώς απαντούσαν σε συγκεκριμένα προβλήματα της οθωμανικής πραγματικότητας. Μεγάλο ρόλο σε μια τέτοια θεώρηση, εξάλλου, έπαιξε και η παραδοσιακή εικόνα της «παρακμής» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον ύστερο 16ο αιώνα, εικόνα που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε παρά στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Καταλαβαίνουμε ότι μια διαφορετική προσέγγιση θα έπρεπε να δώσει βάρος τόσο στην εξέλιξη του πολιτικού στοχασμού καθαυτή, όσο και με τη σχέση του με τις πολιτικές εξελίξεις και τις σχέσεις εξουσίας. Για να δώσουμε απάντηση σε τέτοια ερωτήματα είναι αναγκαίο να μελετηθεί συνολικά η ιστορία του οθωμανικού πολιτικού στοχασμού, από τις απαρχές του με τον Αχμεντί και τον Τουρσούν Μπέη το 15ο αιώνα μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ το πρώτο μισό του 19ου. Ένα τέτοιο έργο δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην εξέλιξη των πολιτικών ιδεών. Θα πρέπει και να διερευνήσει τη σχέση τους με τη συγκαιρινή τους πολιτική πρακτική, δηλαδή να εξετάσει το προσωπικό και διανοητικό υπόβαθρο των πολιτικών στοχαστών, τις σχέσεις τους με τους διάφορους παράγοντες και πόλους εξουσίας στην πολιτική σκηνή, τους στόχους και τα κίνητρά τους. Προκειμένου να ερευνηθούν τα πλαίσια και τα ρεύματα της οθωμανικής πολιτικής σκέψης, πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο οι μείζονες συγγραφείς αλλά και τα ελάσσονα έργα αυτής της κατηγορίας. Οι μελέτες που εστιάζουν μόνο στους μείζονες, έχουν το μειονέκτημα ότι δείχνουν την ιστορία της πολιτικής θεωρίας ως μια σειρά μεγάλων διανοητών, οι οποίοι είτε επανέλαβαν τα λεγόμενα των προδρόμων τους, Περσών ή Οθωμανών, είτε καινοτόμησαν. Μια μελέτη που θα συμπεριλάμβανε όσο το δυνατόν περισσότερους «ελάσσονες» συγγραφείς θα έδειχνε τις γενικές τάσεις κάθε περιόδου, και κατά συνέπεια και το βαθμό στον οποίο ο καθένας από τους «μείζονες» στοχαστές χρησιμοποιούσε κοινά νοητικά εργαλεία της εποχής του ή καινοτομούσε με νεωτεριστικές ιδέες. Όπως και η παράδοση, έτσι και η καινοτομία μπορεί να είναι μια συλλογική απόπειρα, ανάλογα με τη δυναμική μιας κοινωνίας και το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα μιας περιόδου∙ αυτό μπορεί να καταδειχθεί μόνον αν προεκτείνουμε το πεδίο της έρευνας σε ένα μεγάλο φάσμα συγγραφέων και έργων.

Εκτός από τα παραδοσιακά έργα της πολιτικής γραμματείας με τη στενή έννοια, στοιχεία πολιτικού στοχασμού ενυπάρχουν και σε άλλα είδη πηγών. Παράδειγμα, οι ηθικές πραγματείες, τα ιστοριογραφικά έργα, τα εγχειρίδια πρωτοκόλλου ή επίσημης αλληλογραφίας, τα εγχειρίδια διοικητικής πρακτικής, λογοτεχνικά έργα, ποιητικά ή όχι, οι συλλογές φετβάδων, θεολογικά δοκίμια, και ούτω καθεξής. Μερικά παραδείγματα: εκδίδονται φετβάδες (υπό πίεση ή όχι) προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους στόχους εξεγέρσεων και εκθρονίσεων, ιδιαίτερα επί Μουσταφά Α΄, Οσμάν, Ιμπραήμ και Μουσταφά Β΄. Τέτοιοι φετβάδες δείχνουν αφ’ ενός την ελαστικότητα του ιερού νόμου (αντίθετα προς την κρατούσα άποψη περί ακαμψίας και συντηρητικότητάς του), αφ’ ετέρου θέτουν εν αμφιβόλω την αντίληψη για την αμετακίνητη θέση του σουλτάνου στην κορυφή της οθωμανικής πολιτικής ιδεολογίας.[3]

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δώσουμε ένα περίγραμμα της οθωμανικής πολιτικής σκέψης. Δεν θα ακολουθήσουμε μια αυστηρή χρονολογική σειρά: αντίθετα, θα προτιμήσουμε να εστιάσουμε σε μια ομαδοποίηση με βάση ιδεολογικές κοινές αφετηρίες, οι οποίες συνήθως συμπίπτουν με μορφολογικές ομοιότητες. Αρχικά θα πρέπει να δει κανείς τις πολιτικές ιδέες των κύκλων των πρώτων γαζήδων, που αποτέλεσαν τον πυρήνα του πρώιμου οθωμανικού κράτους στις αρχές του 14ου αιώνα. Είναι αδύνατο φυσικά να βρούμε γραπτές πηγές εκείνης της εποχής που να προέρχονται από αυτό το περιβάλλον· μπορούμε ωστόσο να ιχνηλατήσουμε την επιβίωση των ιδεών τους, κυρίως μέσω της μεταγενέστερης αντιπολίτευσης στα αυτοκρατορικά σχέδια των σουλτάνων του ύστερου 15ου αιώνα. Βλέπουμε για παράδειγμα το χρονικό του Γιαχσί Φακίχ, ενσωματωμένο στην ιστορία του Ασικπασαζαντέ, αλλά και τα αποσπάσματα που ανήκουν στον ίδιο τον Ασικπασαζαντέ:[4] όπως και σε άλλες αντιαυτοκρατορικές πηγές,[5] δίνεται έμφαση στην ανάγκη ο ηγεμόνας να είναι γενναιόδωρος απέναντι στους πολεμιστές του, ενώ βλέπουμε και μια έντονη καχυποψία απέναντι σε κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της κεντρικής εξουσίας. Κάτι που βεβαίως δεν προξενεί καμία έκπληξη, καθώς μιλάμε για τους κύκλους των παλιών πολεμιστών που έβλεπαν τον αρχηγό τους να εξελίσσεται από πρώτος μεταξύ ίσων, σε σουλτάνο με απόλυτη εξουσία και αξιώσεις σε μια οικουμενική αυτοκρατορία. Την ίδια εποχή, ωστόσο, δηλαδή τον 14ο και 15ο αιώνα, κάνουν την εμφάνισή τους και λόγιοι που προέρχονταν από τα γειτονικά εμιράτα, όπου η περσική επιρροή ήταν εντονότατη. Το διάσημο έμμετρο χρονικό του Αχμεντί,[6] αλλά και πρώιμα ηθικολογικά κείμενα όπως του Σεΐχογλου Μουσταφά (ο οποίος, όπως και ο Αχμεντί, ήρθε στην οθωμανική αυλή στις αρχές της δεκαετίας του 1380 από το εμιράτο του Γκερμιγιάν) ή αργότερα του Σινάν Πασά, μεγάλου βεζίρη του Μεχμέτ Β΄ το 1476, φέρνουν στο προσκήνιο την λεγόμενη λογοτεχνία αντάμπ, με άλλα λόγια τα περσικά «κάτοπτρα ηγεμόνων». Η κεντρική έννοια εδώ είναι η σουλτανική δικαιοσύνη, σημαντικότερη από την ευσέβεια: όπως λέει το παλιό ρητό (που μάλλον προέρχεται από ένα διάσημο περσικό έργο του 13ου αιώνα), τα βασίλεια δεν γκρεμίζονται από την απιστία, αλλά από την αδικία.

Την ίδια περίπου εποχή, και καθώς η αυτοκρατορική παράδοση αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται, εμφανίζεται αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε νεοαριστοτελική τάση: με άλλα λόγια, η κληρονομιά Περσών συγγραφέων όπως ο Νασιρεντίν Τουσί και ο Νταββανί, οι οποίοι (εξελίσσοντας το έργο του αλ-Φαράμπι, του 10ου αιώνα) συνδύασαν την αριστοτελική ανάλυση της ψυχής με την πλατωνική ιδέα της ιδανικής πολιτείας. Οι συγγραφείς αυτοί είδαν στην ανθρωπότητα ένα συνεχές, από την ατομική ψυχή μέχρι την κοινωνία, και το ηθικό όραμά τους είναι κατά κάποιο τρόπο μια μελέτη της διακυβέρνησης: από την ατομική ηθική, δηλαδή την διακυβέρνηση του εαυτού μας, στην διακυβέρνηση της οικογένειας και του νοικοκυριού (την «οικονομία» των Αρχαίων) και από κει στη θεωρία του κράτους και τη διακυβέρνηση της κοινωνίας. Λίγοι γνωρίζουν πως η πρώτη εμφάνιση αυτής της θεωρίας στην οθωμανική γραμματεία χρονολογείται στις αρχές του 15ου αιώνα, με τον Αχμέτ Αμασί, σύγχρονο του Αχμεντί και του Σεΐχογλου Μουσταφά, ο οποίος διασκεύασε δύο από τα γνωστότερα περσικά πολιτικά έργα, το Akhlâq-e Nâsirî του Νασιρεντίν Τουσί και το Nasîha al-mulûk του αλ-Γαζάλι.

Αριστερά: Ο Αλέξανδρος και οι Εφτά Σοφοί. Ιράν, 16ος αιώνας. Δεξιά: Akhlâq-e Nâsirî του Νασιρεντίν Τουσί, εικονογράφηση (1595 π.).

Αν και το έργο του Αμασί πέρασε σχετικά απαρατήρητο, η άνθιση της περσικής ηθικοπολιτικής παράδοσης ήρθε με τη βασιλεία του Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή, με την εισαγωγή του Τουρσούν Μπέη στο χρονικό του και την ηθική πραγματεία του Ιντρίς Μπιτλισί. Και τα δύο έργα τονίζουν τις κεφαλαιώδεις αρετές που πρέπει να έχει ο σουλτάνος (σωφροσύνη, γενναιότητα, αγνότητα, δικαιοσύνη), ακολουθώντας στενά μια βελτιωμένη και επαυξημένη εκδοχή του ηθικού συστήματος του Τουσί, το Akhlâq-e Jalâlî του Τζαλαλαντίν Νταββανί. Τέλος, το μνημειώδες έργο του Κιναλιζαντέ Αλή, στα μέσα του 16ου αιώνα πια, αποτελεί την πιο αναλυτική έκθεση αυτών των ιδεών: με λεπτομερείς περιγραφές της ψυχής και των ιδιοτήτων της, των γνωρισμάτων αυτού που σήμερα θα λέγαμε πολιτική οικονομία, αλλά και της κοινωνίας και των αρχών της, είναι η κλασικότερη έκθεση κάποιων εννοιών που επηρέασαν βαθιά την οθωμανική κοσμοθεωρία: αναφέρομαι στην τετραμερή διαίρεση της κοινωνιας (σε ανθρώπους του σπαθιού, ανθρώπους της πένας,    χωρικούς  και εμπόρους) και στον περίφημο «κύκλο της δικαιοσύνης»: ο σουλτάνος βασίζεται στην ύπαρξη στρατού· ο στρατός χρειάζεται για τη συντήρησή του χρήμα· το χρήμα προέρχεται από τη φορολογία των υπηκόων· η φορολογία εξαρτάται από την ευημερία τους, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τη σουλτανική δικαιοσύνη. Η φιλοσοφική αυτή θεώρηση της κοινωνίας, έδινε έμφαση αφενός σε ένα ηθικό σύστημα αποτελούμενο από θεμελιώδεις και δευτερεύουσες αρετές, αφετέρου στη διαίρεση της κοινωνίας σε τέσσερις τάξεις ή «στύλους», η καθεμία από τις οποίες θα έπρεπε να περιορίζεται στα όρια και τον ρόλο της.

Με τα λόγια του σπουδαίου λόγιου Κιατίπ Τσελεμπή, για τον οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια, οι ουλεμάδες, ο στρατός, οι έμποροι και οι ραγιάδες (εδώ: αγρότες) αποτελούν τους «τέσσερις στύλους του κοινωνικού συστήματος» και παρομοιάζονται με τους τέσσερις χυμούς του σώματος της μεσαιωνικής ιατρικής. Έτσι, οι ουλεμάδες είναι για την κοινωνία το αίμα, καθώς από την καρδιά, δηλαδή την πηγή της αλήθειας, μεταφέρουν την αλήθεια μέχρι τις κατώτερες τάξεις. Ο στρατός αντιστοιχεί στο φλέγμα· η υπερβολική αύξησή του χυμού αυτού βλάπτει τα άλλα όργανα, ενώ δεν πρέπει και να αναμιγνύεται με τους άλλους χυμούς. Οι έμποροι παρομοιάζονται με τη χολή, η οποία αν αναπτυχθεί υπερβολικά βλάπτει τα άλλα όργανα· κατά συνέπεια, οι έμποροι δεν πρέπει να πλουτίζουν υπερβολικά για να μην καταστρέφονται οι φτωχοί. Τέλος, οι ραγιάδες αντιστοιχούν στη μαύρη χολή. Όπως αν δεν μπει φαϊ στο στομάχι η σπλήνα (μαύρη χολή) τού δίνει χυμό, έτσι και οι ραγιάδες δίνουν αγαθά στο ταμείο (=στομάχι) για να μην μείνει άδειο. Έννοια κλειδί για την ορθή λειτουργία του συστήματος είναι η δικαιοσύνη, όπως είδαμε.

Το «φιλοσοφικό» αυτό ρεύμα φαίνεται να παρακμάζει μετά το τέλος του 16ου αιώνα. Έτσι τουλάχιστον δείχνει η επισκόπηση των γνωστότερων πολιτικών πραγματειών της εποχής, που στρέφονται πια όπως θα δούμε σε πιο συγκεκριμένες συμβουλές για την διοίκηση, τα οικονομικά ή τη στρατιωτική οργάνωση. Αν για παράδειγμα εξετάσει κανείς το μοτίβο των αρετών του ηγεμόνα, που προέρχεται από την αραβοπερσική παράδοση και παίζει μεγάλο ρόλο στη γραμματεία αυτού του είδους, θα παρατηρήσει ότι, πέρα από επιμέρους αλλαγές, γενικά εξαφανίζεται στην πορεία, ακόμα και στους χαρακτηρισμούς των σουλτάνων από τους ιστορικούς. Σύμφωνα με τον Hüseyin Yılmaz, η οθωμανική πολιτική σκέψη εγκαταλείπει την παραδοσιακή «ηθικοκεντρική» οπτική χάριν μιας πιο «θεσμοκεντρικής», όπου το κράτος πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα από την ηθική ποιότητα του σουλτάνου. Ωστόσο, διάφορες εξαιρέσεις σε «ελάσσονες» συγγραφείς, αλλά και η αναβίωση όπως θα δούμε ενός αριστοτελικού μοντέλου στα μέσα του 18ου αιώνα από τον Ιμπραήμ Μουτεφερικά, δείχνουν ότι ίσως η παράδοση αυτή να παρέμεινε ζωντανή, έστω και με τη μορφή επαναλήψεων των μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος.

Μέχρι εδώ είχαμε ως επί το πλείστον προσαρμογές και διασκευές παλιότερων πολιτικών θεωριών. Γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα, χονδρικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566) μπορεί να πει κανείς ότι δημιουργείται ένα καθαρότερα οθωμανικό πολιτικό ρεύμα ή μάλλον μια δέσμη ιδεολογικών ρευμάτων, όχι πάντα παράλληλων. Καταρχάς έχουμε το έργο του σεϊχουλισλάμη Εμπουσουούντ, ο οποίος κατάφερε να συμβιβάσει το σουλτανικό δίκαιο με τον ιερό νόμο, ουσιαστικά διατυπώνοντας το πρώτο με όρους του δεύτερου, ιδίως σε θέματα πρωταρχικής πολιτικής σημασίας όπως η γαιοκτησία.[7] Κάπως απροσδόκητα, αυτή η προσπάθεια διευκολύνθηκε από την πρόσληψη του έργου του Αιγύπτιου νομομαθή Ιμπν Ταϊμίγια, το οποίο συνήθως θεωρείται πρόδρομος των μεταγενέστερων φονταμενταλιστικών κινημάτων. Δεν λείπουν ωστόσο και νέες μορφές αντίδρασης στο αυτοκρατορικό όραμα και τη σύνθεση ιερού και κοσμικού νόμου, προερχόμενες αυτή τη φορά από το περιβάλλον των νομομαθών ή ουλεμάδων. Ύστερα από τον πρίγκιπα Κορκούτ (θ. 1513), τον άτυχο γιο του Βαγιαζίτ Β΄, και τις απόψεις του για το ασύμβατο της πολιτικής εξουσίας με την πραγματική ευσέβεια, ακολούθησαν οι έντονες αντιδράσεις στις προσπάθειες του Εμπουσουούντ να νομιμοποιήσει το «κοσμικό» δίκαιο: πρώτα με τον ίδιο του τον προκάτοχο, τον Τζιβιζαντέ Εφέντη (πέθ 1542) και ύστερα με τον Μπιργκιβί Μεχμέτ Εφέντη, το έργο του οποίου άσκησε τεράστια επίδραση και αργότερα θεωρήθηκε απαρχή των «φονταμενταλιστών» ιεροκηρύκων του 17ου αιώνα. Από την άλλη, η περσική παράδοση διατήρησε την παρουσία της, τώρα όμως σε μια λιγότερο θεωρητική και περισσότερο πρακτική μορφή, συχνά μάλιστα με έντονους θρησκευτικούς ή και εσχατολογικούς τόνους. Αν και το έργο του Κιναλιζαντέ ανήκει στην ίδια περίοδο, το κύριο περσικό πρότυπο για τους πολιτικούς συγγραφείς της εποχής ήταν όχι ο Νταββανί αλλά ο πιο εκλαϊκευτικός Κιασιφί, ο οποίος έδινε περισσότερο βάρος στο αντάμπ, τις συγκεκριμένες δηλαδή ηθικές και πολιτικές συμβουλές (και όχι στη φαλασίφα ή αχλάκ, τη γενική θεώρηση της ατομικής και συλλογικής οργάνωσης του ανθρώπινου είδους). Αυτή η τάση εκφράστηκε ιδανικά από τον Μουσταφά Τζελαλζαντέ, τον επικεφαλής της παλατιανής γραφειοκρατίας του Σουλεϊμάν. Πιο σημαντικός ωστόσο πρέπει να θεωρηθεί ο σύγχρονός του Λουτφή Πασάς (θ. 1563) με το Ασαφναμέ: το έργο αυτό σηματοδοτεί την έναρξη των καθαρά οθωμανικών «κατόπτρων ηγεμόνων», με την έμφαση που δίνει σε συγκεκριμένες διοικητικές και πολιτικές συμβουλές πάνω στις οθωμανικές πραγματικότητες, καθώς βασίζεται στην εμπειρία του συγγραφέα και όχι στις αυθεντίες του παρελθόντος, αλλά επίσης με την έμφασή του στους θεσμούς και τη λειτουργία τους, αντί για τις ατομικές αρετές του κυβερνήτη όπως γινόταν μέχρι τότε.

Γραφείς και μικρογράφοι, τέλη 16ου αι.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς εξελίχθηκε στη συνέχεια αυτό το χαρακτηριστικά οθωμανικό είδος και ειδικότερα το πώς συσχετίστηκε με τους τρόπους με τους οποίους οι Οθωμανοί συγγραφείς είδαν την έντονη κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική κρίση του ύστερου 16ου αιώνα. Ανεξάρτητα με τη σχετικά πρόσφατη συζήτηση σχετικά με τη νομιμότητα της έννοιας «παρακμή», η αλήθεια είναι ότι το μοντέλο αυτό (ότι δηλαδή η Αυτοκρατορία «άκμαζε» στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα και «παρήκμαζε» στη συνέχεια) ξεκίνησε από τους ίδιους τους Οθωμανούς στοχαστές της εποχής. Οι συγγραφείς του ύστερου 16ου αιώνα, ωστόσο, δεν μιλούσαν ακριβώς για παρακμή, κάποια ανεπίστρεπτη πορεία φθοράς προς την καταστροφή δηλαδή, ούτε είχαν ως κεντρική θέση τους (όπως θα συνέβαινε αργότερα, στις αρχές του επόμενου αιώνα) κάποια εξιδανίκευση του ένδοξου παρελθόντος. Στα ίχνη του Λουτφί Πασά, και αυτοί οι συγγραφείς έδιναν έμφαση σε συγκεκριμένες συμβουλές και παράπονα σχετικά με τους οθωμανικούς θεσμούς, δίνοντας μικρότερη θέση στην ηθικολογία και τις παρατηρήσεις σχετικά με τις ατομικές αρετές. Διάφορα ανώνυμα έργα καταρχάς (Kitâbu mesâlih, Hırzü’lmülûk) τόνισαν τις αποκλίσεις της συγκαιρινής τους πραγματικότητας από τους «ιδανικούς» θεσμούς των αρχών της βασιλείας του Σουλεϊμάν. Αργότερα ο περίφημος Μουσταφά Άλι από την Καλλίπολη (πεθ. 1600) στο ογκώδες έργο του εξέφρασε μια βαθιά απογοήτευση για αυτό που θεωρούσε αποσύνθεση της γνώσης και των αυτοκρατορικών θεσμών της εποχής του, συνδυάζοντάς την με την οξυδερκή αίσθησή του για την ισλαμική ιστορία ως μια σειρά από ανόδους και πτώσεις διαφόρων δυναστειών.[8] Παρόμοιες ιδέες εκφράστηκαν και από άλλους συγγραφείς του τέλους του 16ου αιώνα, όπως τον ιστορικό Μουσταφά Σελανικί ή τον Βόσνιο λόγιο Χασάν Καφί Ακχισαρί. Η ενίοτε εσχατολογική απαισιοδοξία τους μπορεί να ερμηνευθεί βάσει του γενικότερου κλίματος της εποχής, που έβλεπε τον εαυτό της σαν μια κρίσιμη ιστορική στιγμή που έπρεπε να ξεπεραστεί, για καλό ή για κακό.

Αυτή η «θεωρία της παρακμής» πήρε μια πιο εξελιγμένη μορφή στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα, όταν η έμφαση τόσο στους θεσμούς

Γενίτσαρος, μέσα 17ου αιώνα.

όσο και στις αποκλίσεις από κάποια ιδανική κατάσταση του παρελθόντος πήρε ένα πολύ πιο συστηματικό χαρακτήρα. Οι συγγραφείς εκείνης της εποχής, επικεντρώνοντας σε συγκεκριμένους θεσμούς και πρακτικές του οθωμανικού κράτους αντί να παραθέτουν γενικές ιδέες και συμβουλές, ενίσχυσαν παραπέρα τον «οθωμανικό» χαρακτήρα των προκατόχων τους. Ταυτόχρονα όμως, εστίασαν στην ανάγκη μιας επιστροφής στο ένδοξο παρελθόν: εξιδανίκευαν τους θεσμούς των αρχών ή των μέσων του 16ου αιώνα και υπερασπίζονταν την αυστηρή τήρηση του «παλαιού νόμου». Από τη μια, έργα όπως το ανώνυμο Kitâb-ı müstetâb (περ. 1620), η πραγματεία του Κοτσί Μπέη (περ. 1630),9 τα «υπομνήματα της συλλογής Βελιγιουντίν» (1632) και η πραγματεία του Αζίζ Εφέντη (1633) μοιράζονταν την ίδια θεώρηση του παρόντος ως μιας επικίνδυνης απόκλισης από τους κανόνες και τους νόμους της εποχής του Σουλεϊμάν. Η λύση, υποστήριζαν, θα ήταν η επιστροφή σε εκείνους τους κανόνες. Τα έργα αυτά περιγράφουν λεπτομερώς τις αποκλίσεις που παρατηρούνται στην εποχή του από τους κανονισμούς της εποχής του Σουλεϊμάν στο στρατό, την τιμαριωτική διοίκηση, τη λειτουργία του παλατιού και ούτω καθεξής, και συστήνουν την επιστροφή στους αγνούς και γνήσιους θεσμούς που δόξασαν παλιά την αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συγγραφείς φαίνεται να σχετίζονταν με τον Μουράτ Δ΄ και τις προσπάθειές του να επιβάλει πειθαρχία και τάξη στον γενιτσαρικό στρατό μετά τις εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1620.

Από την άλλη, την ίδια περίοδο (ξεκινώντας μάλιστα λίγο νωρίτερα) μια άλλη ομάδα έργων έκανε ένα βήμα παραπέρα και, αντί να εντοπίσει πού έπασχε το παρόν σε σχέση με τους ιδανικούς θεσμούς της «Χρυσής εποχής», κατέγραφε απευθείας τους κανόνες που έπρεπε να ακολουθήσει η κυβέρνηση, καθαγιασμένους από την παλαιότητά τους. Ο κανονιστικός ρόλος τέτοιων καταλόγων και κανονισμών ήταν ήδη εμφανής από τον ύστερο 16ο αιώνα, έφτασε όμως στο αποκορύφωμά του τις πρώτες δεκαετίες του 17ου. Τα έργα αυτά περιλαμβάνουν το ανώνυμο Kavaninyeniçeriyân (1606), τις περιγραφές του γενιτσαρικού και τιμαριωτικού συστήματος από τον Άιν Άλι (περ. 1610) και τον Αβνί Ομέρ (1642), τη λεγόμενη δεύτερη πραγματεία του Κοτσί Μπέη (1640), αλλά και κάποιες μεταγενέστερες γενικές περιγραφές της Αυτοκρατορίας, όπως το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού έργου του Χουσεΐν Χεζαρφέν (1675) ή το ανώνυμο Kavânîn-ı osmanî ve rabıta-ı Asitâne (μετά το 1688).

Χειρόγραφο της παγκόσμιας ιστορίας του Χεζαρφέν Χουσεΐν Εφέντη, τέλη 17ου αιώνα.

Παράλληλα, ένα άλλο ρεύμα που κατά κάποιο τρόπο σχετίζεται με την αντίληψη περί παρακμής έλκει την καταγωγή του από τα γραπτά του Μπιργκιβί, του νομομαθή που αντιτάχθηκε στη νομική σύνθεση του Εμπουσουούντ και του Σουλεϊμάν βάσει των κανόνων του ιερού νόμου και της προφητικής παράδοσης (Σούννα). Πράγματι, παραδοσιακά θεωρείται πως ένα μεγάλο μέρος του 17ου αιώνα κυριαρχούνταν από τρεις διαδοχικές γενιές «φονταμενταλιστών» ιεροκηρύκων, των Καντιζαντελήδων, οι οποίοι εξαπέλυαν επιθέσεις εναντίον των δερβισικών αδελφοτήτων και πρέσβευαν την επιστροφή στις αξίες και πρακτικές της εποχής του Προφήτη. Ωστόσο, το ενδιαφέρον για την επιβολή της Σαρία, του ιερού νόμου, ήταν κοινό σε ολόκληρο το φάσμα όσων συμμετείχαν σε αυτές τις διαμάχες, τόσο στους Καντιζαντελήδες ιεροκήρυκες όσο και στους Χαλβετήδες δερβίσηδες δηλαδή. Εν τέλει αυτό που φαίνεται να κυριάρχησε στα τέλη του αιώνα, δηλαδή η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε θέματα όπως η γαιοκτησία, η φορολογία ή η σχέση ιερού και κοσμικού δικαίου προς μια πιο «ισλαμική» εκδοχή, μοιάζει να ήταν αποτέλεσμα ενός κοινού κλίματος που κυριαρχούσε στους κύκλους της οικονομικής γραφειοκρατίας του παλατιού, όπως δείχνει η δουλειά της Ekin Tuşalp Atiyas.[10]

Την ίδια εποχή ωστόσο αναδύεται και ένα άλλο ρεύμα, μιας επιστροφής σε μια γενικότερη και πιο φιλοσοφική θεώρηση της κοινωνίας, επηρεασμένης από το έργο του μεγάλου Άραβα ιστορικού Ιμπν Χαλντούν και τις απόψεις του για την ιστορική νομοτέλεια και την άνοδο και πτώση των νομαδικών κρατών.[11] Πρωτοπόρος στο ρεύμα αυτό ήταν ο Κιατίπ Τσελεμπής ή Χατζή Κάλφας, ο πολυγραφότατος ιστορικός, γεωγράφος και εγκυκλοπαιδιστής που επηρέασε με το έργο του όλη τη μεταγενέστερη οθωμανική γραμματεία. Ο Κιατίπ Τσελεμπής εισάγει έναν πρωτοποριακό ορισμό του κράτους, το οποίο θεωρεί αξεχώριστο από την κοινωνία, καθώς και μια καινοτόμα ιατρική μεταφορά για την ανθρώπινη κοινωνία (με τις τέσσερις τάξεις να παραλληλίζονται με τους τέσσερις χυμούς του σώματος, κάτι που διευκολύνει τη θεώρηση της κοινωνίας ως αναπτυσσόμενου οργανισμού)· είναι επίσης ο πρώτος που εισάγει συστηματικά την έννοια των «σταδίων», όπως την επεξεργάστηκε ο Ιμπν Χαλντούν, στην οθωμανική φιλοσοφία της ιστορίας. Ακόμα πιο σημαντική ίσως είναι η αντίληψη του Κιατίπ Τσελεμπή για την καινοτομία: ειδικότερα, η παραδοχή του ότι κάθε στάδιο κοινωνίας χρειάζεται και διαφορετικά μέτρα (όπως κάθε ηλικία χρειάζεται διαφορετικά φάρμακα), και επομένως ότι δεν μπορεί να είναι λύση η επιστροφή σε κάποιους εξιδανικευμένους θεσμούς του παρελθόντος.[12] Η επιρροή του Κιατίπ Τσελεμπή είναι καταφανής σε μια σειρά συγγραφέων του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα αλλά κυρίως στο ιστορικό έργο του Ναϊμά, στις αρχές του 18ου. Ο Ναϊμά εκθέτει τη θεωρία του Ιμπν Χαλντούν ακόμα λεπτομερέστερα και αναλυτικότερα: διατηρεί τα πέντε στάδια ενός κράτους (αντί για τα τρία στα οποία είχε περιοριστεί ο Κιατίπ Τσελεμπής), και εισάγει τη διάκριση νομαδισμού και εγκατεστημένης ζωής, η οποία επρόκειτο να παίξει σημαντικό ρόλο στα γραπτά του ύστερου 18ου αιώνα. Κατά τη θεωρία αυτή, κάθε κράτος στην ιστορία περνά από πέντε στάδια. Στο πρώτο στάδιο έχουμε την απαρχή του κράτους, όπου κυριαρχεί η λιτότητα, η ισότητα και η αλληλεγγύη (‘asabiyet). Κατά το δεύτερο στάδιο, η ισχύς του κράτους εδραιώνεται: ο ηγεμόνας χρειάζεται πλέον προσωπική φρουρά (δούλους) για να επιβάλλει την τάξη, ενώ προτεραιότητές του είναι πλέον η νομοθεσία και η ενίσχυση της θέσης του ίδιου και των διαφόρων τάξεων. Οδηγούμαστε έτσι στο τρίτο στάδιο, όπου επικρατεί ηρεμία και ασφάλεια. Ο σουλτάνος έχει επιβάλλει πια τη θέση του και δεν υπάρχει πλέον ανάγκη φυλετικής αλληλεγγύης. Το τέταρτο στάδιο είναι μια εποχή αυτάρκειας και επανάπαυσης. Η ισχύς των αξιωματούχων και ο πλούτος των σπουδαίων φτάνουν στο μέγιστο σημείο τους. Ταυτόχρονα όμως αρχίζουν και τα πρώτα σημάδια κόπωσης και παρακμής: οι αξιωματούχοι αρχίζουν να ενδιαφέρονται για περιουσίες και να δωροδοκούνται, ενώ ο στρατός, αν δεν απασχολείται με πόλεμο, αρχίζει να γίνεται ανυπάκουος και απείθαρχος. Κατά το πέμπτο στάδιο, εκείνο της παρακμής, την εξουσία ασκεί το περιβάλλον του σουλτάνου. Οι αξιωματούχοι αρπάζουν με διάφορα προσχήματα περιουσίες ακόμη και πλούσιων, οι οποίοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα. Όντας βέβαια μέλος της κυρίαρχης ελίτ (και όχι αποστασιοποιημένος παρατηρητής όπως ο Ιμπν Χαλντούν), o Ναϊμά δεν μπορεί να παραδεχθεί το αναπόφευκτο της οθωμανικής παρακμής. Η θεραπεία, η οποία κατά τη γνώμη του μπορεί να ανακόψει την κατάρρευση του κράτους, είναι η ειρήνευση των συνόρων και η σώφρων διευθέτηση των κρατικών υποθέσεων βάσει της δικαιοσύνης. Σκοπός του Ναϊμά ήταν να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα μιας έστω και προσωρινής ειρήνης με τους άπιστους, όπως εκείνη που συνομολόγησε στο Κάρλοβιτς ο μέντοράς του. Το ενδιαφέρον αυτό το συναντάμε και σε άλλους συγγραφείς του πρώιμου 18ου αιώνα, για παράδειγμα στον ποιητή Ναμπί.

Κιατίπ Τσελεμπή, Jihannuma [Καθρέπτης του Κόσμου], Κωνσταντινούπολη, 1732.

Η «δυτικιστική» ή «ευρωπαϊστική» τάση τέλος, στην οποία μόλις αναφέρθηκα, ουσιαστικά αποτελεί ένα συνδυασμό μιας πρότασης για στρατιωτική μεταρρύθμιση με μια επανανάγνωση του Ιμπν Χαλντούν (το έργο του οποίου πρωτομεταφράστηκε το 1730, αν και πιθανότατα ο Ναϊμά εξακολούθησε να αποτελεί το κύριο όχημα πρόσληψής του). Θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς με το έργο του Ιμπραΐμ Μουτεφερρικά (θ. 1745), ο οποίος εισήγαγε την αριστοτελική διάκριση των τριών πολιτευμάτων (στην πραγματικότητα αντιγράφοντας ένα σχετικά άγνωστο έργο του Κιατίπ Τσελεμπή) και πρότεινε καθαρά την αντιγραφή της στρατιωτικής οργάνωσης της Ευρώπης.[17] Οι ιδέες του Μουτεφερρικά ήταν σε αρμονία με το διανοητικό περιβάλλον της εποχής (της περίφημης «Εποχής των Τουλιπών»), με τις πολυάριθμες μεταφράσεις του Αριστοτέλη και την έμφαση στην καινοτομία σε διάφορους τομείς της επιστήμης. Από την άλλη μεριά, η ιδέα της ανωτερότητας της ευρωπαϊκής στρατιωτικής οργάνωσης βρίσκεται και σε άλλα έργα της περιόδου. Συχνά μάλιστα συνδυάζεται με την έννοια της «αμοιβαιότητας» (mukabele bilmisl, ότι δηλαδή πρέπει το μουσουλμανικό κράτος να απαντήσει με ανάλογα μέσα) και με την ιδέα ότι πρώτοι οι Ευρωπαίοι είχαν μιμηθεί τους Οθωμανούς (υποτίθεται ότι η γενική επιστράτευση ήταν μίμηση του θεσμού των γενιτσάρων). Συγγραφείς όπως ο Αχμέτ Ρεσμί μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι της ομάδας που σχεδίασε τις μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄. Ο ύστερος 18ος αιώνας, εξάλλου, ήταν όπως είναι γνωστό μια περίοδος έντονων μεταβολών στην πολιτική πράξη, που σηματοδοτείται από τις αποτυχημένες μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄ αλλά και το περίφημο «Έγγραφο συμμαχίας» (sened-i ittifak) το 1808, το οποίο από πολλούς θεωρείται το πρώτο συνταγματικό κείμενο στην οθωμανική ιστορία.[18] Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως την περίοδο αυτή έχουν παρατηρηθεί μια σειρά παρόμοιες μεταβολές που τείνουν προς μια «συνταγματική» θα έλεγε κανείς τάση στην οθωμανική κοινωνία και διοίκηση, οι οποίες όμως πρέπει να μελετηθούν σε βάθος προτού μπορέσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τη φύση των μεταβολών της περιόδου.

Ο Ρεΐς ουλ-κιουτάμπ (επικεφαλής της αυτοκρατορικής γραμματείας), αρχές 19ου αι.

Καταλαβαίνει κανείς από αυτή τη σύντομη επισκόπηση, ελπίζω, πόσο πλούσιο υλικό υπάρχει για μια ιστορία της οθωμανικής πολιτικής σκέψης, και πόσο χρήσιμη θα ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Θέματα όπως η εξέλιξη της έννοιας του κράτους και ο σταδιακός διαχωρισμός της από εκείνη του ηγεμόνα, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν αποφασιστικά στη συζήτηση για την ανάδυση του λεγόμενου «πρώιμου νεωτερικού κράτους» στην οθωμανική περίπτωση. Τελευταία παρατηρείται μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για αυτό τον κομβικό τομέα της ιστορίας των ιδεών στο πεδίο των οθωμανικών σπουδών, που αναμένεται να έχει πολύ ενδιαφέροντα ερευνητικά αποτελέσματα.Αν μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια κομβικά σημεία στην εξέλιξη της οθωμανικής σκέψης, λοιπόν, θα ξεκινούσαμε με τη βασιλεία του Μουράτ Γ΄ (1574-1575), όταν το χαρακτηριστικά οθωμανικό είδος «θεσμικών συμβουλών», που είχε ξεκινήσει λίγες δεκαετίες πριν με το έργο του Λουτφή Πασά, συνδυάστηκε με μια αίσθηση παρακμής: οι πολιτικές πραγματείες εξακολούθησαν να τονίζουν την ανάγκη επιστροφής στις παλιότερες αξίες και κανόνες μέχρι και το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Ένα δεύτερο σημείο καμπής μπορεί να ανιχνευθεί γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα: ξεκινώντας με το έργο του Κιατίπ Τσελεμπή, η ιδέα της αλλαγής ως αναγκαιότητας εμποτίζει σταδιακά τις απόψεις της οθωμανικής πολιτικής γραμματείας, προκειμένου να στηρίξει διαφόρων ειδών μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το ρεύμα που την ίδια εποχή συνιστούσε την επιστροφή στις αξίες της θρησκευτικής παράδοσης, ρεύμα του οποίου η επιρροή φαίνεται να κορυφώνεται προς το τέλος του ίδιου αιώνα. Ένα τελευταίο σημείο καμπής θα μπορούσε να εντοπιστεί κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, όταν ακόμα και οι συγγραφείς που ακολουθούσαν την οθωμανική παράδοση αισθάνθηκαν την επείγουσα ανάγκη για δυτικοστραφείς μεταρρυθμίσεις, έστω και διαφορετικών προσανατολισμών.

Ο Μαρίνος Σαρηγιάννης είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, στο Ρέθυμνο.


Υποσημειώσεις

[1] Π.χ. Virginia Aksan, “Ottoman political writing, 1768-1808”, International journal of Middle East studies 25 (1993), 53-69· Pál Fodor, “State and society, crisis and reform, in 15th-17th century Ottoman mirror for princes”, Acta Orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae 40/2-3 (1986), 217-40.

[2] Linda T. Darling, A history of social justice and political power in the Middle East: The circle of justice from Mesopotamia to globalization, New York 2013· Marinos Sariyannis (with a chapter by E. Tuşalp Atiyas), A History of Ottoman Political Thought Up to the Early Nineteenth Century, Leiden 2019.

[3] Βλ. Baki Tezcan, The second Ottoman Empire: Political and social transformation in the early modern world, Cambridge – New York 2010.

[4] Βλ. Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Ιστορία και θρύλοι των παλαιών σουλτάνων, 1300-1400, Αθήνα 1991.

[5] Βλ. Stéphane Yérasimos, La fondation de Constantinople et de Sainte-Sophie dans les traditions turques, Paris 1990.

[6] Kemal Silay (ed.), Tâce’d-dîn İbrâhîm bin Hızır Ahmedi: History of the kings of the Ottoman lineage and their holy raids against the infidels, Harvard 2004.

[7] Colin Imber, Ebu’s-su‘ud. The Islamic legal tradition, Edinburgh 1997.

[8] Mustafa Ali, Mustafâ ‘Âlî‘s counsel for sultans of 1581. Text, transliteration, notes by Andreas Tietze, 2 vols, Vienna 1979-1982· Cornell H. Fleischer, Bureaucrat and intellectual in the Ottoman Empire: The historian Mustafa Âli (1541-1600), Princeton 1986

[9] Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Koğabeg’s Abhandlung über den Verfall des osmanischen Staatsgebäudes seit Sultan Suleiman dem Grossen”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 15 (1861), 272-332.

[10] Βλ. το οικείο κεφάλαιο στο Marinos Sariyannis (with a chapter by E. Tuşalp Atiyas), A History of Ottoman Political Thought Up to the Early Nineteenth Century, Leiden 2019.

[11] Μια ανθολόγηση των απόψεων του Ιμπν Χαλντούν βλ. στο Ibn Khaldun, Προλεγόμενα, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1980.

[12] Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Hâğî Chalfa’s Dustûru’l-‘amal. Ein Beitrag zur osmanischen Finanzgeschichte”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 11 (1857), 111-132· Geoffrey L. Lewis (tr.), The balance of truth, by Kâtib Chelebi, London 1957.

[13] Walter Livingston Wright Jr., Ottoman statecraft. The book of counsel for vesirs and governors (Nasâ’ih ül-vüzera ve’l-ümera) of Sari Mehmed Pasha, the Defterdâr. Turkish text with introduction, translation and notes, Princeton 1935.

[14] Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος: από το χειρόγραφο του Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), Αθήνα 1993.

[15] Βλ. Ethan L. Menchinger, The first of the modern Ottomans. The intellectual history of Ahmed Vâsıf, Cambridge 2017.

[16] Για τις διαμάχες σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄ ενδεικτικό είναι το έργο του «Σεκμπάνμπαση», ανώνυμου που ίσως ταυτίζεται με τον Βασίφ Εφέντη, που μεταφράζεται ως παράρτημα στο William Wilkinson, An account of the principalities of Wallachia and Moldavia, London 1820 (repr. New York 1971).

[17] Βλ. στο Niyazi Berkes, The development of secularism in Turkey, London 1964 (repr. in facsimile 1998).

[18] Ali Akyıldız – M. Şükrü Hanioğlu, “Negotiating the power of the sultan: The Ottoman Sened-i ittifak (Deed of agreement), 1808”, in Camron Michael Amin – Benjamin C. Fortna – Elizabeth Frierson (eds), The modern Middle East: A sourcebook for history, Oxford 2006, 22-30.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Ιστορία και θρύλοι των παλαιών σουλτάνων, 1300-1400, Αθήνα 1991.

Leslie Peirce, Το σουλτανικό χαρέμι. Γυναίκες και εξουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετάφραση Άννα Πλατάκη, Αθήνα 2018.

Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος: από το χειρόγραφο του Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), Αθήνα 1993.

Ibn Khaldun, Προλεγόμενα, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1980.

Ξενόγλωσση (επιλέχθηκαν έργα γραμμένα σε δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες)

Butrus Abu-Manneh, “The Islamic roots of the Gülhane rescript”, Die Welt des Islams 34 (1994), 173-203.

Virginia Aksan, “Ottoman political writing, 1768-1808”, International journal of Middle East studies 25 (1993), 53-69.

Ali Akyıldız – M. Şükrü Hanioğlu, “Negotiating the power of the sultan: The Ottoman Sened-i ittifak (Deed of agreement), 1808”, in Camron Michael Amin – Benjamin C. Fortna – Elizabeth Frierson (eds), The modern Middle East: A sourcebook for history, Oxford 2006, 22-30.

Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Hâğî Chalfa’s Dustûru’l-‘amal. Ein Beitrag zur osmanischen Finanzgeschichte”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 11 (1857), 111-132.

Walter Friedrich Adolf Behrnauer, “Koğabeg’s Abhandlung über den Verfall des osmanischen Staatsgebäudes seit Sultan Suleiman dem Grossen”, Zeitschrift der Deutschen Morgenländischen Gesellschaft 15 (1861), 272-332.

Niyazi Berkes, The development of secularism in Turkey, London 1964 (repr. in facsimile 1998).

Linda T. Darling, A history of social justice and political power in the Middle East: The circle of justice from Mesopotamia to globalization, New York 2013.

Cornell H. Fleischer, Bureaucrat and intellectual in the Ottoman Empire: The historian Mustafa Âli (1541-1600), Princeton 1986.

Pál Fodor, “State and society, crisis and reform, in 15th-17th century Ottoman mirror for princes”, Acta Orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae 40/2-3 (1986), 217-40.

Gottfried Hagen, “Legitimacy and world order”, in Hakan T. Karateke – Maurus Reinkowski (eds), Legitimizing the order. The Ottoman rhetoric of state power, Leiden – Boston 2005, 55-83.

Douglas A. Howard, “Genre and myth in the Ottoman advice for kings literature”, in Virginia Aksan – Daniel Goffman (eds), The early modern Ottomans: Remapping the empire, Cambridge 2007, 137-166.

Colin Imber, Ebu’s-su‘ud. The Islamic legal tradition, Edinburgh 1997.

Ethan L. Menchinger, The first of the modern Ottomans. The intellectual history of Ahmed Vâsıf, Cambridge 2017.

Mustafa Ali, Mustafâ ‘Âlî‘s counsel for sultans of 1581. Text, transliteration, notes by Andreas Tietze, 2 vols, Vienna 1979-1982.

Geoffrey L. Lewis (tr.), The balance of truth, by Kâtib Chelebi, London 1957.

Yaşar Ocak, “Les réactions socio-religieuses contre l’idéologie officielle ottomane et la question de zendeqa ve ilhâd (hérésie et athéisme) au XVIe siècle”, Turcica 21-23 (1991), 71-82.

Marinos Sariyannis (with a chapter by E. Tuşalp Atiyas), A History of Ottoman Political Thought Up to the Early Nineteenth Century, Leiden 2019.

Kemal Silay (ed.), Tâce’d-dîn İbrâhîm bin Hızır Ahmedi: History of the kings of the Ottoman lineage and their holy raids against the infidels, Harvard 2004.

Baki Tezcan, The second Ottoman Empire: Political and social transformation in the early modern world, Cambridge – New York 2010.

Stéphane Yérasimos, La fondation de Constantinople et de Sainte-Sophie dans les traditions turques, Paris 1990.

William Wilkinson, An account of the principalities of Wallachia and Moldavia, London 1820 (repr. New York 1971).

Walter Livingston Wright Jr., Ottoman statecraft. The book of counsel for vesirs and governors (Nasâ’ih ül-vüzera ve’l-ümera) of Sari Mehmed Pasha, the Defterdâr. Turkish text with introduction, translation and notes, Princeton 1935.

Γεωργία Μπακάλη: Θνησιγενής εργατική ενότητα: Η ίδρυση και η διάσπαση της ΓΣΕΕ (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)

Γεωργία Μπακάλη

Θνησιγενής εργατική ενότητα
Η ίδρυση και η διάσπαση της ΓΣΕΕ (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)

 

Η «προϊστορία» του εργατικού κινήματος (1909 – 1918)

[…] η παρατηρούμενη κατά τα τελευταία έτη (1910 και εδώ) εργατική κίνησις της Ελλάδος είναι κατά κανόνα αμελέτητος, άρρυθμος και εν πολλοίς άσκοπος, οφειλομένων των ελαττωμάτων της τούτων κυρίως εις το αμόρφωτον των εργατών, και κατ’ ίσον λόγον εις το μη ανεπηρέαστον της εξελίξεως της εργατικής κινήσεως παρ’ ημίν. 

Αλ. Σβώλος (Ιούλιος 1918)

Το 1909 αποτέλεσε αφετηρία νέων εξελίξεων για τις εργατικές δυνάμεις της χώρας. Με τη μαζική διαδήλωση του Συνδέσμου Συντεχνιών της 14ης Σεπτεμβρίου αναδύθηκε η κοινωνική και πολιτική δύναμη των επαγγελματικών σωματείων. Θέτοντας αιτήματα κοινωνικής πολιτικής, προέβαλαν την ανάγκη να υπάρξει, μεταξύ άλλων, ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για τη βελτίωση της θέσης του εργάτη. Ακολούθως, τη δεκαετία του 1910 διάφοροι παράγοντες (διάχυση των σοσιαλιστικών ιδεών, διεύρυνση του οργανωμένου εργατικού κόσμου της Ελλάδας, επιπτώσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο βιοτικό επίπεδο των εργατών) προκαλούσαν ιδεολογικές ζυμώσεις τέτοιας εμβέλειας, ώστε να αποκρυσταλλώνεται σταδιακά μια συλλογική συνειδητοποίηση γύρω από κοινά εργατικά συμφέροντα. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτούργησε και ο Ν. 281/1914, Περί σωματείων. Προκάλεσε αθρόα σύσταση εργατικών σωματείων, επιτρέποντας συγχρόνως και την ανασύσταση των ήδη υφιστάμενων, σε διαφορετική όμως βάση. Ο νόμος όριζε –στην πραγματικότητα περιόριζε– την οργάνωση, λειτουργία και τον σκοπό των επαγγελματικών ενώσεων. Τα σωματεία, βάσει του συγκεκριμένου νόμου, έπρεπε να είναι αμιγώς εργατικά ή εργοδοτικά. Στόχος ήταν η σύσταση ενώσεων απαλλαγμένων από συντεχνιακές λογικές και αλληλοβοηθητικούς σκοπούς. Οριοθετώντας ο νόμος τις δύο «τάξεις» (εργάτες και εργοδότες) σε επίπεδο σωματειακής οργάνωσης, ευνοούσε τη συνειδητοποίηση της διάκρισής τους.

Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956).

Τη σημασία αυτή του νόμου τόνιζε από τη θέση του τμηματάρχη Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Αλέξανδρος Σβώλος. Σε Έκθεσή του με τίτλο Το Εργατικόν μας Ζήτημα (Ιούλιος 1918) επιχειρεί μια διεισδυτική διερεύνηση του θέματος. Με την επισήμανση ότι ο νόμος παρέσχε αμέσως εις τον εργάτην την βάσιν της συνειδήσεως της “τάξεώς” του και της αντιθέσεώς της προς την τάξιν του εργοδότου, δείχνει ότι ο νόμος συνέβαλε προς την κατεύθυνση της ταξικής συνειδητοποίησης των εργατών, ακόμη και αν η εξέλιξη αυτή δεν ήταν γενικός κανόνας, αλλά ίσχυε μόνο για κάποιες κατηγορίες εργατών. Άλλωστε, η απόκτηση ταξικής συνείδησης δεν θα μπορούσε να είναι ούτε αυτόματη ούτε αυτονόητη ούτε καθολική για τους ελάχιστα μέχρι τότε χειραφετημένους εργάτες. Η περιορισμένη χειραφέτηση ήταν αποτέλεσμα βαθύτερου ελλείμματος. Ο Σβώλος με έμφαση περιγράφει τη χαμηλή πνευματική συγκρότηση των εργατών (όλοι μας σχεδόν οι εργάται είναι εις εκπληκτικόν βαθμόν αμόρφωτοι. Ο πνευματικός των ορίζων είναι στενός εις αξιοθρήνητον βαθμόν […] παρασύρεται με οικτράν τυφλότητα συνειδήσεως), υπογραμμίζοντας και την έλλειψη γνήσιας εργατικής συνείδησης. Εκτιμούσε ότι η έλλειψη αυτή οφειλόταν μεταξύ άλλων στην ανεπαρκή ιδεολογική τους κατάρτιση καθώς και στην απουσία σημαντικής βιομηχανίας. Ο εργάτης:

άρπαξε ολίγας συναρπαστικάς λέξεις από διαφόρους ρήτορας των συνελεύσεών του, δεν εννόησε κατά βάθος την έννοιαν αυτών, ήρχισε να κινήται κατά το πλείστον χωρίς πρόγραμμα, ενεπλάκη εις αγώνας προς τους εργοδότας του, αλλά πέραν τούτου καμμίαν σαφή δεν έχει ιδέαν ούτε περί της κοινωνικής διαφορικότητος των τάξεων, ούτε περί της ουσίας του αγώνος του, ούτε περί του μέλλοντός του. Αντιθέτως η συνείδησις του εργάτου μας είναι ακόμα αστική. Πολιτικώς δεν απεσπάσθη ποτέ από τα αστικά κόμματα […]

Μάλιστα, όπως σημειώνει, όχι μόνο δεν αποσπάστηκε από την επιρροή τους, αλλά ανέχτηκε την εκμετάλλευση και την κολακεία αστών, πλουσίων και πολιτευομένων, καθώς και δωροδοκίες του κράτους κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού (1916-1917). Χωρίς να γενικεύει, διακρίνει μόνο εκείνες τις απεργίες που οργανώθηκαν μετά λόγου και επιγνώσεως, όπως η απεργία των γαιανθρακεργατών (1913). Διακρίνει ακόμη και διαφορετικούς βαθμούς ως προς την απόκτηση εργατικής συνείδησης, παρατηρώντας ότι οι εργάτες της Θεσσαλονίκης, κυρίως οι περί την Σοσιαλιστικήν Ένωσιν, είχαν σαφέστατη εργατική συνείδηση. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους εργάτες του Πειραιά, παρατηρούσε ότι οι εργάτες του Βόλου και της Αθήνας είχαν αρχίσει να αποκτούν σαφέστερη αντίληψη της θέσης τους, και ότι μαρτυρούν βραδείαν μεν, αλλά φανεράν εξέλιξιν προς τας βάσεις καθαρώς σοσιαλιστικής εργατικής συνειδήσεως. Στις διαπιστώσεις του αυτές αναγνωρίζεται η σημασία των συντελούμενων σοσιαλιστικών ιδεολογικών ζυμώσεων ως προς τη σφυρηλάτηση εργατικής συνείδησης σε εργατικές ενώσεις τόσο της επαρχίας όσο και της πρωτεύουσας. Σημαντική εστία σοσιαλιστικής σκέψης, με σθεναρή κοινωνική και πολιτική δράση και πρωτοποριακές πρωτοβουλίες (όπως η οργάνωση της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας το 1914 στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη), υπήρξε η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης (γνωστή ως Φεντερασιόν). Η ιστορική διαδρομή της ήταν εξαρχής (1909) συνδεδεμένη με τη ζωηρή συνδικαλιστική δράση του Αβραάμ Μπεναρόγια, την άμεση επικοινωνία του με τα σοσιαλιστικά ρεύματα της Δύσης και τον ριζοσπαστισμό του. Πόσο διαφορετικό ήταν το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης από εκείνο της Αθήνας με ευγλωττία το δείχνει η έκπληξη του Μπεναρόγια, όταν, επισκεπτόμενος το 1912 το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, που ιδρύθηκε έναν χρόνο πριν, στην αίθουσα του Κέντρου αντικρύζει αντί του Μάρξ την εικόνα του Χριστού.

Έγγραφο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, παραρτήματος της Φεντερασιόν, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1915. (Πηγή: http://paspartoy.blogspot.fr/2012/07/blog-post.html)

Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά το 1915, στη δίνη του Εθνικού Διχασμού και του Πολέμου, όξυναν τις κοινωνικές αντιθέσεις και ένα μέρος του εργατικού κόσμου αποκόπηκε από τον βενιζελικό χώρο. Η παράταση του Πολέμου και ο αποκλεισμός επαύξησαν την ανεργία, ενώ η κερδοσκοπία έπληξε τα –λιμοκτονούντα τότε– εργατικά στρώματα, διογκώνοντας την κακοδαιμονία τους, και εξ αυτού τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Το Εργατικό Κέντρο Πειραιώς τον Σεπτέμβριο του 1917, σε υπόμνημά του προς την κυβέρνηση, τονίζει ότι οι συνθήκες που προκάλεσε ο Πόλεμος και οι εθνικές πολιτικές αναστατώσεις κατέστησαν τον βίο των εργατικών τάξεων εντελώς αβίωτον και αιτούνταν εγγράφως –εφόσον δεν μπορούσαν να κατέλθουν σε απεργία– τη διά νομοτελεστικού διατάγματος υποχρέωση των εργοδοτών να αυξήσουν κατά 25% τουλάχιστον τα ημερομίσθια των εργατών, χωρίς να επιτραπεί παράλληλη αύξηση των ειδών κατανάλωσης, τα οποία είχαν αυξηθεί κατά 70-80% από την αρχή του Πολέμου. Η πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατών της χώρας και, ειδικότερα, η εξαθλίωση των εργατών της Αθήνας και του Πειραιά ήταν μία πλευρά του εργατικού προβλήματος που πρέπει να τονιστεί και να εξεταστεί για τη σημασία της στην ριζοσπαστικοποίηση ενός μέρους των εργατών καθώς και στην ομοσπονδιακή ενοποίηση το 1918. Σε αυτές τις εξελίξεις πρέπει να προστεθεί και το ότι η σοσιαλιστική ιδεολογία, μετά τον Οκτώβριο του 1917, πρόσφερε ένα μάλλον ελκυστικό όραμα για το μέλλον τους. Ο Σβώλος υπογραμμίζει ως αξιόλογο παράγοντα την επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών, οι οποίες εδραίωσαν την αυτοπεποίθηση του εργάτη, δίδοντάς του την αφορμή να αισθανθή το μέτρον της αξίας του εντός του κοινωνικού οργανισμού. Ήρχισε τέλος ν’ αναλογίζηται και την πολιτικήν θέσιν, η οποίαν του ανήκει εντός του οργανισμού της Πολιτείας. Το τέλος του Πολέμου ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για την ελληνική εργατική τάξη.

 

Η ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας
Η επιβολή της μειοψηφίας

[…] τώρα που η κόκκινη σημαία μας, στη Συνομοσπονδία κυματίζει…
κι’ όλους τους εργοδότας φοβερίζει.
Αλ. Σβώλος

Έχοντας αποβάλει οι εργατικές οργανώσεις της Ελλάδας τον αρχέγονο αλληλοβοηθητικό χαρακτήρα τους και παύοντας να συγκροτούν μεικτά (με εργάτες και εργοδότες) σωματεία, ανέλαβαν την ιστορική ευθύνη της ενιαίας συνδικαλιστικής και πολιτικής έκφρασης των εργατών το 1918. Σε επίπεδο συμβολισμών το πέρασμα σε μια εποχή νέων οραμάτων, στοχεύσεων, προσανατολισμών και δυναμικότερης εμπλοκής στο πολιτικό γίγνεθαι φαίνεται πως υποδήλωνε η υποστολή της σημαίας του προστάτη αγίου των ενώσεων και η έπαρση μιας άλλης σημαίας, εκείνης που υμνούσαν οι προαναφερόμενοι στίχοι (από ένα γνωστό πατριωτικόν τραγούδι […] το οποίον ψάλλουν οι ζωηρότεροι), όπως αναφέρει ο Σβώλος στην Έκθεσή του.

Το Α΄ Εργατικό Συνέδριο συγκλήθηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά τον Οκτώβριο του 1918. Σε αυτό αντιπροσωπεύτηκαν περίπου 230 περίπου εργατικά σωματεία από όλη τη χώρα. Η Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου (Ηλ. Δελαζάνος, Εμ. Ξανθάκης, Α. Μπεναρόγιας Π. Δημητράτος) ζήτησε από την κυβέρνηση να παρασχεθούν συγκεκριμένες διευκολύνσεις (οικονομικές, διαδικαστικές), ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συμμετοχή των αντιπροσώπων για την επιτυχία του, μολονότι η πλειοψηφία τους δεν ήταν σοσιαλιστές. Το αίτημα αυτό δείχνει πόσο συνειδητοποιημένα αντιλαμβάνονταν τη σημασία που θα είχε, για τη συγκρότηση και το κύρος του συνεδρίου, η παρουσία κατά το δυνατόν περισσότερων αντιπροσώπων. Ευρεία συμμετοχή συνεπαγόταν δύναμη και επιβολή απέναντι στο αστικό κράτος. Ανεξίτηλη άφησε τη σφραγίδα του στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή του συνεδρίου ο ενορχηστρωτής του, ο εκ Θεσσαλονίκης πρωτεργάτης του συνδικαλισμού, ο σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγιας, ψυχή και διδάσκαλος της Οργανωτικής Επιτροπής, όπως τον χαρακτηρίζει ο Σβώλος, προβλέποντας ότι:

Ο ευφυέστατος αυτός άνθρωπος, ο οποίος ασφαλώς θα παίξη σπουδαίον ρόλον εις την χώραν μας, έδωκε την σφραγίδα της ιδεολογίας του εις το οργανωτικόν έργον των Ελλήνων εργατών κατορθώσας υποσυνειδήτως να επιπλεύση μεταξύ των παλαιοτέρων εργατικών αρχηγών και εκ του αφανούς να διευθύνη κατά μέγα μέρος την εργατικήν κίνησιν της χώρας.

Με κριτική ματιά και υπό το πρίσμα μιας αστικής οπτικής, ο Σβώλος αναπαριστά στην Έκθεσή του τη διεξαγωγή του ιδρυτικού συνεδρίου, αποκαλύπτοντας κάποιους λιγότερο ίσως γνωστούς συσχετισμούς. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της μειοψηφίας των σοσιαλιστών. Αυτή κατηύθυνε τις εργασίες σαν να ήταν πλειοψηφία. Και είναι αξιοπρόσεχτη η επισήμανσή του, ότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων όχι μόνο δεν ήταν σοσιαλιστές, αλλά οσάκις ηκούετο η λέξις “σοσιαλισμός” εξηγείρετο σύσσωμο σχεδόν το Συνέδριον εις βροντώδη αποδοκιμασίαν. Παρότι οι περισσότεροι σύνεδροι αντιδρούσαν και μόνο στο άκουσμα της λέξης και παρότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ψήφισε κατά παντός σοσιαλιστικού χρωματισμού, δεν αντιλήφθηκαν ότι η διατύπωση του καταστατικού ήταν σοσιαλιστική, όπως παρατηρούσε ο Σβώλος. Αυτό δείχνει απουσία ξεκάθαρης θέσης και προσανατολισμού καθώς και δυναμικών παρεμβάσεων από την πλευρά των μη σοσιαλιστών, οι οποίοι παρουσιάζονται να παίζουν έναν μάλλον παθητικό ρόλο σε σχέση με τον πρωταγωνιστικό των σοσιαλιστών. Με τη φράση συρόμενοι αγεληδόν από τους ευαρίθμους αλλ’ ευγλώττους σοσιαλιστάς, δηλώνεται ότι λειτούργησαν ως ενεργούμενα των σοσιαλιστών. Άλλωστε, η εκλογή της διοίκησης φανερώνει την υπερίσχυση της σοσιαλιστικής μειοψηφίας. Οι σοσιαλιστές ενώ, σύμφωνα με τον Σβώλο, ήταν μειοψηφία (16 προς 220!!), κατέλαβαν σημαντικό μερίδιο στη διοίκηση (τέσσερις σοσιαλιστές επί έντεκα επιτρόπων συνολικά). Οι δυναμικές προσωπικότητες φαίνεται πως άσκησαν επίδραση περισσότερο από όσο η αριθμητική δύναμη των αντιπροσώπων. Εντελώς διαφορετική προσωπικότητα από τον Μπεναρόγια, περιγράφει ο Σβώλος τον εκλεγμένο γενικό γραμματέα της Συνομοσπονδίας Ευάγγελο Μαχαίρα, τον αγνόν και ανυστερόβουλον όσον και ένζηλον εργάτην, αλλ’ αφελή καθ’ υπερβολήν και αγαθόν τύπον ευπίστου και αδυνάτου χαρακτήρος. Μολονότι διέθετε τη μεγάλη δύναμη των εργατικών οργανώσεων του Πειραιά, την μόνην πραγματικήν δύναμιν της Συνομοσπονδίας, σημειώνεται πως τελικά υποδουλώθηκε στη σοσιαλιστική μειοψηφία της διοικούσας επιτροπής παρασύροντας και τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Επιπλέον, και ο Μπεναρόγιας, στη δική του καταγραφή, εξαίρει τον ρόλο των ολιγάριθμων σοσιαλιστών, που όμως διέθεταν ρητορική δεινότητα, και έτσι κατόρθωσαν να επιβάλουν το ιδεολογικό τους στίγμα, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την παρέμβασή τους ως συνετή, θαρραλέα και σωτήρια.

Κατά τις εργασίες του συνεδρίου οι σοσιαλιστές, διαθέτοντας όχι μόνο ιδεολογική σκευή αλλά και οργανωτική εμπειρία, κατάφεραν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά το πλεονέκτημά τους αυτό μέσα σε εκείνο το συγκεχυμένο μόρφωμα εργατικών αντιπροσώπων, ώστε να διαμορφώσουν το καταστατικό πλαίσιο αρχών του συνεδρίου. Με την εμπειρία, την πειθώ και την επιβολή τους καθόρισαν την ιδεολογική φυσιογνωμία της Συνομοσπονδίας, κατοχυρώνοντας την αποδοχή της πάλης των τάξεων ως καθοδηγητικής αρχής. Οι σοσιαλιστές ήταν εκείνοι που εφεξής κατηύθυναν την πορεία της Συνομοσπονδίας, επειδή η ορθόδοξος εργατική μερίς της διοίκησης –η πλειοψηφούσα– σπάνια διατύπωνε ενιαία, επεξεργασμένη και συγκροτημένη πρόταση, οπότε εμφανιζόταν σχεδόν πάντα σαν ο κωμικός δορυφόρος της πολιτικής της μειοψηφίας, κατά τον Σβώλο.

Γενικότερα, οι σοσιαλιστές ήταν σε θέση να ασκούν μεγάλη επιρροή αφήνοντας τη σφραγίδα τους και στην ιδεολογική φυσιογνωμία των σωματείων, εκείνων που ήταν σε θέση να ελέγχουν. Επιδίωξαν να δώσουν συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό στο εργατικό κίνημα είτε με τη διαπαιδαγώγηση των μελών τους είτε ακόμη τροποποιώντας τα καταστατικά εργατικών οργανώσεων στη βάση της πάλης των τάξεων. Δόθηκε έτσι σαφέστερη πολιτική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα. Σε πρακτικό επίπεδο, στα διοικητικά συμβούλια τοπικών σωματείων αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στρατευμένοι εγγράμματοι σοσιαλιστές, πρόσωπα που ήταν μέλη του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (του μετέπειτα ΚΚΕ) και δεν προέρχονταν πάντα από τις τοπικές κοινωνίες. Επρόκειτο για επαγγελματικά στελέχη, πρωτοστάτες της επαγγελλόμενης κοινωνικής ανατροπής. Οι σοσιαλιστές συνδικαλιστές, έχοντας αποκτήσει κάποιο κύρος, φρόντιζαν με την ενεργό ανάμειξή τους, τη ρητορική τους δεινότητα, την κυριαρχική και συντονισμένη παρουσία τους κατά τις συνελεύσεις-συγκεντρώσεις των σωματείων σε προαπεργιακές περιόδους να κατευθύνουν τους εργάτες και το εργατικό κίνημα. Οι σοσιαλιστικές ηγεσίες των σωματείων ενοποιούσαν την αγωνιστική εμπειρία. Ήταν αυτοί που καθοδηγούσαν το εργατικό κίνημα στην περιφέρεια συνδέοντάς το με την κεντρική πολιτική κατεύθυνση του Κόμματος.

Το κτήριο στον Πειραιά, όπου πραγματοποιήθηκε το Α΄ Ιδρυτικό Συνέδριο.

Σε επίπεδο ιδεολογικό δεν κατέστη δυνατόν, κατά τις εργασίες του συνεδρίου, να συγκεραστούν ασύμπτωτες απόψεις και αποκλίνουσες αντιλήψεις. Είναι ενδεικτικό ότι στην αφήγηση του Μπεναρόγια διακρίνονται αδιαπέραστες οι διαχωριστικές γραμμές. Οι εργάτες προσδιορίζονταν ως βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί, συντηρητικοί, σοσιαλιστές, μη σοσιαλιστές, συμπαθούντες και ακαθόριστοι. Οι κάθετες αυτές διαιρέσεις απεικονίζουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των συνέδρων· αντανακλούν τη φαινομενική ενότητα του συνεδρίου. Είναι προφανές ότι δεν συντελέστηκε η σύγκλιση σε κοινούς ιδεολογικούς άξονες. Μέσα από τις αφηγήσεις των Σβώλου και Μπεναρόγια σχηματίζεται η εικόνα μιας ανομοιογένειας που δύσκολα θα μπορούσε, μέσα στα όρια των συζητήσεων ενός ιδρυτικού συνεδρίου, να ξεπεραστεί. Μολονότι ο κατακερματισμένος εργατικός κόσμος ενώθηκε, η ένωση αυτή έφερε μέσα της τα σπέρματα της διάσπασης.

Η ίδρυση της Συνομοσπονδίας ήταν ένα οργανωτικό θαύμα, καθώς συντελέστηκε σε αντίξοες πολιτικές συνθήκες και μέσα στην αποσύνθεση που άφησε ο Πόλεμος και ο Διχασμός. Ένας πυρήνας μυημένων στις αρχές του σοσιαλισμού είχε την πρωτοβουλία για την ένωση των κατακερματισμένων εργατικών δυνάμεων, ενώ σε εκείνη τη δεδομένη συγκυρία η συνείδηση της πλειονότητας των εργατών της χώρας ήταν αδιαμόρφωτη ακόμη και ρευστή. Για την ακρίβεια ήταν ο κοινωνικός και πολιτικός οραματισμός του Μπεναρόγια, του ανθρώπου που με τη συνδικαλιστική και οργανωτική εμπειρία του έθεσε ένα όραμα στην εργατική τάξη στον αντίποδα του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Το γεγονός ότι ο Μπεναρόγιας από τη Θεσσαλονίκη και ο Παναγής Δημητράτος από το Εργατικό Κέντρο Αθηνών (ΕΚΑ) ήταν οι δύο κοινοί αντιπρόσωποι για την εργατική και τη σοσιαλιστική συνδιάσκεψη δικαιολογεί την παρατήρηση ότι η ενοποίηση των Ελλήνων εργατών ξεκίνησε από διανοούμενους – δάσκαλος ο πρώτος της βουλγαρικής γλώσσας, δημοδιδάσκαλος ο δεύτερος. Η παρατήρηση παραπέμπει αναπόφευκτα σε εκείνη του Ν. Γιαννιού για την αφετηρία του ελληνικού συνδικαλισμού

Είναι περίεργο βέβαια η ελληνική συνδικαλιστική κίνηση να μην έχει γεννηθεί μέσα από το βιομηχανικό προλεταριάτο –στις πόρτες της φάμπρικας, όπως έλεγε ο Μάρξ–, αλλά να προβάλει με ολόκληρη μαρξιστική πανοπλία μέσα από τα ειρηνικά και μαλθακά σαλόνια των ξενοδοχείων!

Μια μικρή ομάδα σοσιαλιστών με καθοδηγητή τον Μπεναρόγια κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου το ήμισυ των σωματείων της χώρας από μια ελληνική εργατική τάξη με ετερόκλητα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Συνενώθηκε κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό η ελληνική κοινωνία: Παλαιά Ελλάδα και Νέες Χώρες, πρωτεύουσα και επαρχία, χριστιανοί, Εβραίοι και μουσουλμάνοι, γηγενείς και πρόσφυγες, εργάτες, μικροαστοί και διανοούμενοι, σοσιαλιστές και συντηρητικοί, ρομαντικοί και ριζοσπάστες. Ειδικότερα, στην πρωτοβουλία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης να συνενώσει όλες αυτές τις ομάδες, ανιχνεύεται μια προσπάθεια ανασύστασης του παλαιού ομοσπονδιακού χαρακτήρα της σε νέες βάσεις και διαφορετικό πλαίσιο. Μια προσπάθεια προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αφού μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία της Θεσσαλονίκης έπαψε να είναι πραγματική ομοσπονδία· είχε μεταβληθεί σε τοπική, περισσότερο, σοσιαλιστική οργάνωση. Με την ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας οι εργατικές δυνάμεις απέκτησαν ενιαία οργανωτική υπόσταση, γεγονός που επέτρεπε να εκφραστεί σε ενιαία βάση η εργατική διαμαρτυρία, λαμβάνοντας τον χαρακτήρα της γενικής, δηλαδή της πανεργατικής διαμαρτυρίας. Δεν ενοποιήθηκε μόνο οργανωτικά η ελληνική εργατική τάξη αλλά και αγωνιστικά.

Η Συνομοσπονδία άρχισε, αμέσως μετά την ίδρυσή της, να καθοδηγεί ήδη από τις αρχές του 1919 το εργατικό κίνημα της χώρας. Εξ αυτού όχι μόνο επιτάθηκαν οι εργατικοί αγώνες αλλά διαφοροποιήθηκαν οι στοχεύσεις του εργατικού κινήματος. Σύμφωνα με την παρατήρηση του Σβώλου:

Η εργατική κίνησις του έτους 1917-1918 σκοπόν είχε ν’ ασφαλίση εις τον εργάτην σχεδόν κυρίως και αποκλειστικώς έν απαραίτητον ημερομίσθιον. Η αντίστοιχος κίνησις του έτους 1918-1919 επιδίωξε κυρίως να επιδείξη την επαγγελματικήν τουλάχιστον ισχύν του εργάτου. Η πρώτη απέβλεπεν εις την αποκατάστασιν του εργάτου εις ανεκτόν βίον, η δευτέρα εις την τρομοκρα[τίαν των εργοδο]τών.

Ένα εντελώς νέο στοιχείο παρουσίαζε η εργατική κίνηση του 1919· την απειλή της γενικής ή πανελλαδικής απεργίας. Με την τακτική αυτή, η οποία έδινε στις εργατικές κινητοποιήσεις τον άγριον και τρομοκρατικόν χαρακτήρα, εφαρμοζόταν, κατά τον Σβώλο, η αρχή η απεργία χάριν της απεργίας. Την ίδια δε στιγμή του ξεσπάσματος της απεργίας, οι ιθύνοντες συνδικαλιστές αδιαφορούσαν για τα πραγματικά αποτελέσματα που η απεργιακή παραφροσύνη προκαλούσε. Γενική απεργία κήρυξαν, για παράδειγμα, η Πανεργατική Βόλου (Ιανουάριος 1919), το Συνδικάτο Συγκοινωνίας και Μεταφορών (Απρίλιος 1919), η Καπνεργατική Ομοσπονδία Ελλάδος (Σεπτέμβριος 1919) καθώς και άλλες κατηγορίες εργατών.

Η σοσιαλιστική προπαγάνδα, ισχυριζόταν ο Σβώλος, κατόρθωνε με τη βοήθεια τοπικών Εργατικών Κέντρων να αναγάγει, ακόμη και τα ήσσονος σημασίας ζητήματα, σε πανεργατικά και να εμπλέκει τη Συνομοσπονδία, με μόνο σκοπό να εκβιάζει και να απειλεί την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Μόλις ανέκυπτε οποιοδήποτε εργατικό ζήτημα, δίκαιον ή άδικον, πριν καν ερευνηθή πώς έχουν τα πράγματα, πριν καν αυτό τούτο το ενδιαφερόμενον Σωματείον αποφασίση περί της πορείας του ζητήματός του, πριν ακόμη το Υπουργείον λάβη γνώσιν και εκδηλώση την γνώμιν του, το τοπικό Εργατικό Κέντρο με θόρυβον και φωνάς και απειλάς εκηρύττετο εν συναγερμώ “ετάσσετο εν λευκώ” στο πλευρό των εργατών και ακολούθως αξίωνε από την κυβέρνηση τηλεγραφικώς τη λύση του εκάστοτε ζητήματος, άλλως ηπείλει “γενικήν απεργίαν”. Η κυβέρνηση, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό την απειλή μιας γενικής ή πανελλαδικής απεργίας αναγκαζόταν να λάβει άμεσα μέτρα (ενίοτε δε σπασμωδικά), για να ικανοποιήσει τις εκάστοτε εργατικές αξιώσεις. Έτσι, δημιουργούνταν η εντύπωση ότι η κυβέρνηση ετρομοκρατείτο από τους εργάτες.

Μια ακόμη πτυχή της τακτικής των σοσιαλιστών αποκαλύπτει ο Σβώλος· τη συνεργασία σοσιαλιστικών εργατικών στοιχείων της Αθήνας με κωνσταντινικούς. Επειδή λόγω της θέσης του είχε άμεση αντίληψη για το πώς εξελισσόταν κάθε εργατικό ζήτημα, με έκπληξη άκουγε από γνωστούς αντιδραστικούς, μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με τους εργάτας ότι την τάδε ημέραν “θα γίνουν ταραχαί” διά να επαναφέρουν τον Κωνσταντίνον. Και όπως σημειώνει, η ημέρα εκείνη ήταν πάντα η καθορισμένη ημέρα κήρυξης γενικής απεργίας. Μάλιστα, προσθέτει ότι κυκλοφορούσε ευρύτατα η φήμη ότι την 1η Μαΐου (1919) θα ξεσπούσε στασιαστικό κίνημα, αφετηρία του οποίου θα ήταν η γενική απεργία των εργατών. Τι ακριβώς συνέβαινε; Υπήρχε συνεννόησις μεταξύ των σοσιαλιστικών εργατικών κύκλων της πρωτευούσης εκ των άκρων αντιδραστικών στοιχείων, όπως θεωρεί αναμφισβήτητα ο Σβώλος, με σύνθημα την επάνοδο του Βασιλιά. Σε τι αποσκοπούσε η «συνεννόηση» αυτή; Ήταν μια περιστασιακή συστράτευση, ευνοημένη από την πολιτική συγκυρία, για να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες των σοσιαλιστών ή και των αντιβενιζελικών. Οι σοσιαλιστές από την πλευρά τους μήπως επιδίωκαν να χρησιμοποιήσουν τους αντιβενιζελικούς, ώστε να διογκωθεί η διαμαρτυρία, να προκληθεί κοινωνική ένταση και να «τρομοκρατηθεί» ακόμη περισσότερο η κυβέρνηση;

Η κήρυξη ή η απειλή γενικής απεργίας είχε πολλαπλό ρόλο. Η τακτική της γενικής απεργίας αναγόταν σε επίδειξη αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη προς τα σωματεία που απεργούσαν ενοποιούσε την εργατική εμπειρία διαμορφώνοντας μια συλλογική συνείδηση, αναγκαία για τη διεκδίκηση κοινών εργατικών συμφερόντων στη βάση ενός γενικού αγώνα. Με τη γενική απεργία μπορούσαν οι σοσιαλιστές να επιδείξουν πιο συγκροτημένα και μαζικά τη δύναμη της εργατικής τάξης και να αντιπαραταχθούν απέναντι στο αστικό κράτος. Η γενική απεργία αποτελούσε ένα μέσο σφυρηλάτησης της ταξικής συνείδησης των εργατών. Το ειδικό ζήτημα ενός εργατικού κλάδου υποστηριζόταν από τοπικές πανεργατικές ενώσεις, παρουσιαζόταν ως κυρίαρχο ζήτημα της τοπικής κοινωνίας και τελικά αναγόταν σε ζήτημα της Συνομοσπονδίας. Το μέρος αφορούσε και το όλον· το τοπικό γινόταν πανελλαδικό. Η απεργία ενός κλάδου γινόταν υπόθεση της εργατικής τάξης της Ελλάδας. Το μήνυμα προς το κράτος ήταν ευδιάκριτο. Γινόταν ευκρινέστερο και ηχηρότερο με την παραγωγή ενιαίου λόγου και κοινής ρητορικής, με τη σύνταξη δηλαδή πανομοιότυπων κειμένων από τις διάφορες εργατικές οργανώσεις της χώρας. Η κήρυξη γενικής απεργίας, ως έκφραση της πάλης των τάξεων, αποτελούσε μέρος ενός κεντρικού πολιτικού σχεδίου που αποσκοπούσε στον έλεγχο και την καθοδήγηση των απλών εργατών, μελών των τοπικών σωματείων. Θα μπορούσε να θεωρηθεί επιπλέον ως μια προσπάθεια να αποσπαστούν οι εργάτες από την αστική πολιτική επιρροή των Φιλελευθέρων, προκειμένου η διαχείριση και ρύθμιση των εργατικών ζητημάτων να περάσει στα χέρια των σοσιαλιστών. Το ΣΕΚΕ αναμειγνυόταν για να συνδέσει τις εργατικές διεκδικήσεις με πολιτικά αιτήματα, να εντάξει το εργατικό στο πολιτικό πεδίο.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό ήταν πρώτη πανελλαδική καπνεργατική απεργία (Σεπτέμβριος 1919). Συνεχίζοντας την ανακοπείσα σοσιαλιστική διείσδυση που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, στρατευμένοι σοσιαλιστές από άλλες περιοχές σε συνεργασία με έναν πυρήνα μυημένων γηγενών της Ανατολικής Μακεδονίας, ανέλαβαν να ενοποιήσουν τις καπνεργατικές διεκδικήσεις θέτοντας το 1919 το ζήτημα των ανεπεξέργαστων καπνών (γνωστό ως καπνεργατικό ζήτημα). Διεκδικούσαν, δηλαδή, να συνεχίσει να γίνεται στις καπναποθήκες η κλασική, επιμελημένη επεξεργασία από τους ειδικευμένους καπνεργάτες (ντενκτσήδες), παρότι, όπως διαπιστώθηκε από την επιτόπια έρευνα εμπειρογνωμόνων (Έκθεσις Δ. Κυριαζή & Αλ. Σβώλου, Αθήνα, 15 Νοεμβρίου 1919) του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, γινόταν επεξεργασία των εκλεκτών καπνών, διότι συνέφερε τόσο για την εμπορική φήμη όσο και για τη συντήρησή τους, εκτός βέβαια από ελάχιστες εξαιρέσεις και για ελάχιστες ποσότητες. Το ζήτημα τέθηκε επιτακτικά και έγινε ζήτημα πανελλαδικό ιδίως μετά τον παγκόσμιο πόλεμο με το ξύπνημα των εργατών και την ίδρυσιν της Ομοσπονδίας Καπνεργατών Ελλάδος, τον Ιανουάριο του 1919, όπως εξηγούσε η ηγεσία της σε μεταγενέστερο κείμενο, τον Οκτώβριο του 1924. Για την ακρίβεια, τέθηκε τρεις μήνες μετά την αποχώρηση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ανατολική Μακεδονία. Αποσιωπώντας τόσο τη δεινή πραγματικότητα που άφησε η Β΄ Βουλγαρική Κατοχή στην περιοχή (πολύ μικρή παραγωγή καπνών, αποδιάρθρωση του εξαγωγικού καπνεμπορίου και μεγάλο κενό στους άνδρες καπνεργάτες λόγω της ομηρείας στη Βουλγαρία, ένα μέρος του οποίου κάλυψαν γυναίκες και ανήλικα) όσο και τη γενικότερη αστάθεια του διεθνούς καπνεμπορίου αμέσως μετά τον Πόλεμο, οι σοσιαλιστές ηγέτες των καπνεργατών ωθούσαν, μάλλον πρώιμα και άκαιρα –κατά το κρίσιμο και μεταβατικό καπνικό έτος 1919– τους εργάτες σε αγώνες. Καταγγέλλοντας στη δημόσια ρητορική τους Έλληνες καπνεμπόρους, ότι επιδίωκαν την δυσφήμηση των καπνών και την καταστροφή των εργατών, οι Έλληνες σοσιαλιστές, υπό την επιρροή πλέον της Οκτωβριανής Επανάστασης, αρνούνταν τις εθνικές αντιθέσεις και την ιδιάζουσα κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα, διογκώνοντας μια επιμέρους ταξική αντίθεση. Για λόγους τακτικής; Κατά τον Σβώλο: Η λυδία λίθος της τακτικής της Συνομοσπονδίας υπήρξεν η διαχείρισις του Καπνεργατικού ζητήματος και της εργατικής επιδείξεως της 1ης Μαΐου. Με αφορμή την απηνή και συστηματική καταστολή από τις αρχές των απεργιών το καλοκαίρι του 1919 και ακολούθως της καπνεργατικής απεργίας, με τη φυλάκιση εργατών στις φυλακές της Δράμας, οι ηγεσίες των σωματείων της Ανατολικής Μακεδονίας το φθινόπωρο του 1919 διεκδικούσαν πρωτίστως πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες (αποφυλάκισιν και αμνηστείαν εις τους φυλακισθέντας, απόλυσιν των επιστρατευθέντων εργατών, ελευθερίαν συνελεύσεων και συγκεντρώσεων, ελευθερίαν δράσεως εις τον αγώνα μας) και άρση του, ισχύοντος ακόμη, Στρατιωτικού Νόμου, όχι εξ αφορμής εχθρών εξωτερικών, αλλά μόνο και μόνο δια να χαρακτηριζόμεθα ως εσωτερικοί εχθροί, όπως διατείνονταν. Τα αιτήματα αυτά αποκαλύπτουν τι ακριβώς διακυβευόταν για τους συνδικαλιστές, και ως εκ τούτου, γιατί πραγματικά αγωνίζονταν.

 

Το σχίσμα

Δυστυχώς η Συνομοσπονδία αύτη δεν κατώρθωσε ν’ αποσπασθή της επιρροής των διαπληκτιζομένων κομμάτων της χώρας […] Η δε ορθόδοξος εργατική μερίς εν τη διοικήσει της Συνομοσπονδίας, η πλειοψηφούσα, ήτο εκ συστάσεως εις τοιούτον βαθμόν ανίκανος να έχη ιδίαν γνώμην, […] ώστε εχρησίμευσε σχεδόν πάντοτε ως ο κωμικός δορυφόρος της πολιτικής της μειοψηφίας, μέχρι της στιγμής καθ’ ην επήλθε ο χωρισμός των δύο μερίδων.

Αλ. Σβώλος

Μια επεισοδιακή συνεδρίαση (12 Μαρτίου 1919) στο ΕΚΑ ήταν το προανάκρουσμα των εξελίξεων που ακολούθησαν λίγο αργότερα στους κόλπους της Συνομοσπονδίας, γεγονός που δείχνει πόσο επίπλαστη και εύθραυστη ήταν η ενότητα του ιδρυτικού συνεδρίου. Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Σβώλος, στη συνεδρίαση του ΕΚΑ οι σοσιαλιστές αντιπρόσωποι, 45 σε σύνολο 130, ύβριζον, ως συνήθως την «αστικήν πολιτικήν», ης όργανα εχαρακτήριζον τους συντηρητικωτέρους εργάτας. Τελικά, εν μέσω έντονων διαξιφισμών, οι μειοψηφούντες αποχώρησαν και οι εναπομείναντες της αποκαλούμενης «ορθόδοξης» πλευράς, εφαρμόζοντας άρθρο του καταστατικού του ΕΚΑ, τους διέγραψαν για τη συμπεριφορά τους. Οι διαγραφέντες απευθύνθηκαν προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ισχυριζόμενοι ότι διαγράφηκαν από τη μειοψηφία. Το Υπουργείο διενήργησε ανάκριση, ωστόσο δεν γνωμοδότησε, αφού κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε. Τότε ακολούθησε η απόσχιση των διαγραφέντων. Τα αποσχισθέντα 17 σωματεία (από τα 50 του ΕΚΑ) συνέπηξαν νέο κέντρο, το «Πανεργατικό». Η απόσχιση αυτή λειτούργησε σαν χιονοστιβάδα. Ακολούθησε η διάσπαση εργατικών κέντρων της επαρχίας (Πειραιά, Βόλου, Κέρκυρας), κατόπιν δε της Συνομοσπονδίας· στην «ορθόδοξη» πλευρά έμειναν τα 7/10, στη σοσιαλιστική τα υπόλοιπα. Οι πέντε σοσιαλιστές εκτελεστικοί επίτροποι που αποχώρησαν συνέστησαν νέα Συνομοσπονδία.

Οι σοσιαλιστές έβλεπαν με καχυποψία τους μη σοσιαλιστές και ενδεχομένως σαν εμπόδιο στην υλοποίηση των στόχων τους. Η επιρροή που επιχειρούσαν να ασκήσουν οι σοσιαλιστές στους μη σοσιαλιστές φαίνεται πως δεν ήταν πάντα εύκολο να εξασφαλιστεί. Κάποιοι ήταν ακόμη γραπωμένοι στο αστικό καθεστώς, στην κυβερνητική παράταξη ή ήταν αντίθετοι με την απεργιακή τακτική. Η μεταξύ τους αντιπαλότητα αντανακλούσε την ίδια την πάλη ανάμεσα στο αστικό κράτος και τους σοσιαλιστές. Η απόσχιση σήμαινε απαγκίστρωση από «ορθόδοξες» ή «συντηρητικές» πλειοψηφίες, η καταστατική δύναμη των οποίων μπορούσε να αποβεί ανά πάσα στιγμή καθοριστική για αποφάσεις σχετικές με την πορεία των εργατικών αγώνων. Η απόσχιση ισοδυναμούσε με αποδέσμευση από αστικά στοιχεία και συνέχιση ανεξάρτητης πορείας. Για τη σοσιαλιστική πλευρά είχε μεγάλη σημασία, χωρίς ανασχέσεις και εξαρτήσεις, να ηγηθεί του εργατικού κινήματος της χώρας θέτοντάς το στη δική της πορεία, «της πάλης των τάξεων».

Σε μεταγενέστερο υπόμνημα της Πενταμελούς Επιτροπής, του οργάνου που συνέστησε τη νέα Γενική Συνομοσπονδία, διατυπώνονται υπαινιγμοί για τους σκοπούς που επιδίωκαν οι κρατικές αρχές τον Μάρτιο του 1919, όταν αναμείχθηκαν υπουργικοί υπάλληλοι στις συνεδριάσεις του ΕΚΑ και προκλήθηκαν επεισόδια. Εξ αυτού επήλθε ο χωρισμός των εργατών της πρωτεύουσας σε δύο εργατικά κέντρα. Ακολούθως, τον Απρίλιο διαιρέθηκε και η Συνομοσπονδία. Αφορμή, όπως αναφέρεται στο υπόμνημα, ήταν η γιορτή της Πρωτομαγιάς, στην ουσία όμως, όπως επιτύχη η πολιτική της δια βίας αποσπάσεως της ενότητος των εργατών της Ελλάδος. Επομένως, η ευθύνη της διάσπασης φέρεται να αποδίδεται στο κράτος, που μέσω παρεμβάσεων επιδίωξε να υπονομεύσει την –ούτως ή άλλως– θνησιγενή ενότητα των εργατών. Το κράτος, δηλαδή η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, στον βαθμό που αναμίχθηκε στα εσωτερικά του ΕΚΑ, το έπραξε από καχυποψία και ανησυχία απέναντι στη δυναμική μειοψηφία, βλέποντας να χειραγωγείται από αυτήν η συντηρητική πλειοψηφία. Ήταν μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί η ορμή που καταλάμβανε το εργατικό κίνημα στις αρχές του 1919.

«Ριζοσπάστης» 1 Αυγούστου 1921 Επίσημον Όργανον του Σοσιαλιστικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος και της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών της Ελλάδος.

Και πράγματι, πριν από τα γεγονότα στο ΕΚΑ, υπήρξε ζωηρή διεκδικητική κινητικότητα (συνδικάτα κήρυξαν γενική απεργία, όπως η Πανεργατική Ένωσις Βόλου, ή απείλησαν ότι θα προέβαιναν σε απεργία, όπως οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι της Πελοποννήσου), η οποία φαίνεται πως έπαιξε ρόλο στις καταιγιστικές συνδικαλιστικές εξελίξεις την άνοιξη του 1919. Οπωσδήποτε η αναφαινόμενη τότε εργατική μαχητικότητα άσκησε, σε ορισμένες περιπτώσεις, «τρομοκρατική» επίδραση στους εργοδότες και στο κράτος. Ιδίως όταν συνδικάτα που ήταν επιστρατευμένα (ΤΤΤ, σιδηροδρομικοί), ενώ ήταν σε ισχύ ο Στρατιωτικός Νόμος, απειλούσαν με συμμετοχή σε απεργία. Η ενοποίηση των εργατών (συνδικαλιστική και πολιτική) ενίσχυε την αυτοπεποίθησή τους, με την έννοια ότι έχοντας συναίσθηση της δύναμής τους, θεωρούσαν ότι μπορούσαν να την ασκήσουν –και όντως αυτή ασκήθηκε–, για να πετύχουν τους διεκδικητικούς στόχους τους. Υπό την ασκούμενη πίεση, και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πανελλαδικής απεργίας, η κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις ικανοποιούσε εργατικά αιτήματα ή απαντούσε με άσκηση βίας και καταστολής. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σβώλο, η εργατική δύναμη δεν ήταν απολύτως ακαταγώνιστη ούτε είχε αμείωτη συνοχή. Η επίδειξή της μάλιστα δεν υπηρετούσε στην ουσία τα εργατικά συμφέροντα, και το κυριότερο, στερούνταν ιδίως ηθικής βάσεως και συνειδήσεως ανωτέρου σκοπού. Παρατήρηση που παραπέμπει στην ακολουθούμενη τακτική: η απεργία για την απεργία.

Η απειλή της γενικής απεργίας, η απεργιακή υπερδραστηριότητα και η εμπλοκή του ΣΕΚΕ ήταν τακτικές με τις οποίες οι μη σοσιαλιστές δεν ήταν σύμφωνοι. Πώς έβλεπαν οι μη σοσιαλιστές-μέλη της Συνομοσπονδίας τη διαχείριση των εργατικών πραγμάτων; Σύμφωνα με όσα αφηγούνται (Εγκύκλιος προς άπαντα τα Εργατικά Επαγγελματικά Σωματεία, Συνδικάτα, Ομοσπονδίας και Εργατικά Κέντρα) τα μέλη της εκτελεστικής διοίκησης (τα εναπομείναντα «ορθόδοξα» μέλη της Συνομοσπονδίας), οι αποχωρήσαντες πέντε εκτελεστικοί επίτροποι (ενώ είχαν καταγγελθεί ότι έκαναν χρήση του τίτλου της Γενικής Συνομοσπονδίας χωρίς να έχουν το δικαίωμα, αφού ήταν μειοψηφία) ανέλαβαν να διαχειριστούν τα διάφορα εργατικά ζητήματα σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τις οδηγίες που ελάμβανον από το κόμμα που εξυπηρετούσαν. Στο στόχαστρό τους έμπαινε το ΣΕΚΕ, απέναντι στο οποίο εξακοντίζονται αιχμηρές βολές και διατυπώνονται ειρωνικοί υπαινιγμοί: Προσθέτει στον τίτλο του τη λέξη Εργατικό […] αδιάφορο αν έχη για μέλη του τόσους εργάτες όσα εκατομμύρια έχουν οι βουλευταί του! Καταγγέλλουν τους σοσιαλιστές για τις προαπεργιακές διαδικασίες, οι οποίες, σύμφωνα με όσα αφηγούνται, δείχνουν τους σοσιαλιστές να ενεργούν μονομερώς, προσχηματικά και με καθαρά κομματικά ελατήρια:

Με τα όργανά του μεταξύ των εργατών και του τύπου ωθεί τους εργάτες σ’ απεργίες. Τα αιτήματα συντάσσονται όσο το δυνατό πιο βαργειά [sic] στα γραφεία του κόμματος. Απορρίπτονται από τους κεφαλαιούχους και αρχίζουν τρομερές απεργίες που βαστούν ολόκληρους μήνες, γιατί εκείνοι που κάνουν τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους των εργατών δεν θέλουν να καταλήξουν σε καμμιά συμφωνία. Ανακατώνεται το κόμμα, δίδει στην απεργία, χωρίς να έχη μορφή πολιτική και κάνει τη λύση της δυσκολώτερη, ενώ τα φύλλα του φωνάζουν για τα δίκαια των εργατών και κάνουν πολιτική δική τους εις βάρος των, τα δίκαια των εργατών, των θυμάτων, που εθυσιάσθησαν ακριβώς για να εύρουν αφορμή οι απρόσκλητοι δικηγόροι του κόμματος να τους κάμουν τον συνήγορο!

Η εμπειρία των απεργιών του 1919 περιγράφεται από τους «ορθόδοξους» ως καταστροφική για τους εργάτες και τα συμφέροντά τους. Οι απεργίες έφεραν κόπωση, απογοήτευση και διαίρεση. Ζητήματα τακτικής και διαχείρισης των εργατικών διεκδικήσεων φαίνεται πως έπαιξαν ρόλο στη διάσπαση της Συνομοσπονδίας, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Και μπορεί, κατά τον Μπεναρόγια, η ίδρυση της Συνομοσπονδίας να σηματοδοτούσε το τέλος της προϊστορίας του εργατικού κινήματος και την αρχή της ιστορίας του, όταν όμως επήλθε η διάσπασή της την άνοιξη του 1919, το γεγονός αυτό χαρακτηρίστηκε ως πραγματική απαρχή της ιστορίας της, σύμφωνα με πρωτοσέλιδο άρθρο του Ριζοσπάστη. Παρουσιάζεται ως τομή: Τελειώνει το έργο των παρασίτων και εργατοκαπήλων, των ευνοουμένων και διοριζομένων υπό των υπουργικών γραφείων. Αρχίζει έργον άρδην αναμορφώσεως, ανεξάρτητον έργον εργατικόν, εμπιστευμένον πλέον εις τα χέρια αυτών των εργατών […] Τα φαύλα αστικά στοιχεία έως τώρα τον εδηλητηρίαζον, τον ενόθευον, τον εξεμηδένιζον. Πρόκειται για την οπτική ένθερμων ιδεολόγων, αποφασισμένων να αναλάβουν αποκλειστικά αυτοί –και αποκλείοντας τους άλλους– τα ηνία του εργατικού κινήματος στη βάση της «πάλης των τάξεων», εκκαθαρίζοντάς το από τους εχθρούς (όπως χαρακτηρίζονται σε άλλο σημείο του άρθρου) της εργατικής τάξης.

Έγγραφο της κομμουνιστικής ΓΣΕΕ , όπου φαίνεται το έμβλημα και η χρονολογία ίδρυσής της (1919), μετά τη διάσπαση.

Η μελέτη του λεκτικού των σοσιαλιστών (παράσιτα, εργατοκάπηλοι, εχθροί) από τη μία πλευρά και από την άλλη των συντακτών της Εγκυκλίου για τους αποχωρήσαντες σοσιαλιστές (εχθρούς, [τους] απαισίους αυτούς φίλους της εργατικής τάξης), μας επιτρέπει κάποιες σκέψεις. Κάθε πλευρά διεκδικούσε για λογαριασμό της την πρωτοκαθεδρία στην εργατική τάξη. Κάθε πλευρά αγωνιούσε να θέσει τη μάζα των εργατών στη σφαίρα της δικαιοδοσίας της. Οι σοσιαλιστές να τους αποσπάσουν από την όποια αστική επιρροή, οι «ορθόδοξοι» να αποτρέψουν την όποια ιδεολογική-κομματική επιρροή. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για πολιτική-συνδικαλιστική καθοδήγηση ήταν οξύς και επρόκειτο να αποβεί οξύτατος. Οξεία ήταν και η εκατέρωθεν πολεμική. Ο βαρύτατος χαρακτηρισμός εχθρός αποκαλύπτει τις βαθύτερες πολιτικές διαιρέσεις που διχοτομούσαν τον εργατικό κόσμο, και οι οποίες θα εκφραστούν με εκρηκτικό τρόπο κατά την περίοδο της Κατοχής. Στον δημόσιο λόγο των συνδικαλιστών του 1919 ανιχνεύονται οι απώτερες καταβολές, τα υπόγεια ρεύματα της κάθετης διαίρεσης μεταξύ αριστερών και μη, η οποία θα αποκρυσταλλωθεί στη δεκαετία του 1940, αλλά ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης διαδικασίας.

Α. Πηγές

α. Αδημοσίευτες

ΑΣΚΙ/Αρχείο Αλεξάνδρου Σβώλου, κουτί 1, φάκ. 1, Εκθέσεις και Σημειώματα [1918 -1919].

ΓΑΚ/ΚΥ/Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού (στο εξής ΑΠΓΠ), φάκ. 2, Εργατικό Κέντρο Πειραιώς, αρ. 557 (Πειραιάς, 17.09.1917).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 254, Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου προς το Πολιτικό Γραφείο, αρ. 20 (Αθήνα, 30.08.1918) και Οργανωτική Επιτροπή του Α΄ Ελληνικού Σοσιαλιστικού Συνεδρίου προς Πρόεδρο της Κυβερνήσεως (Αθήνα,01.09.1918).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 355, Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος. Η Πενταμελής Επιτροπή, αρ. 573 (Αθήνα, 26.11.1919).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 356, Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 9592 (Καβάλα, 27.11.1919), Πανεργατική Ένωσις Καβάλας προς τον Πρωθυπουργό, αρ. 9536 (Καβάλα, 26.11.1919), Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 389 (Καβάλα, 04.12.1919), Σωματείο Καπνεργατών Σερρών Η Ένωσις προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 9589 (Σέρραις, 27.11.1919), Σωματείο Καπνεργατών Καβάλας Ευδαιμονία προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, αρ. 9549 (Καβάλα, 23.11.1919), και Σωματείο Καπνεργατών Δράμας Ευδαιμονία προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. 114 (Δράμα, 07.12.1919).

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φάκ. 357, Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος, Εγκύκλιος.

ΓΑΚ/ΚΥ/ΑΠΓΠ, φ. 504, Πανεργατική Ένωσις Καβάλας προς την Κυβέρνηση, Υπόμνημα, Καβάλα (04.12.1919).

ΥΔΙΑ, φάκ. 1924/Α/2, 16, Διοίκησις Χωροφυλακής Καβάλας προς Υπουργείο Εξωτερικών, Δελτίο Πληροφοριών, Καβάλα (25.08.1924).

β. Δημοσιευμένες

Ριζοσπάστης (13.03.1919) και (01.05.1919).

Νίκος Γιαννιός, «Η ιστορία του συνδικαλισμού στην Ελλάδα», Σοσιαλιστική Ζωή, 26 (12/1930) 208.

Γραφείον Προστασίας ελληνικού καπνού Θεσσαλονίκης, Το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη επεξεργασίας του εις φύλλα καπνού. Συλλογή των σπουδαιοτέρων επισήμων εγγράφων, Θεσσαλονίκη 1925 (όπου το κείμενο της ΚΟΕ «Το ζήτημα της εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών», Οκτώβριος 1924, σ. 45-69).

Β. Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος Νίκος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, 3η έκδ., Αθήνα 1995.

Καλύβας Στάθης Ν., Μαραντζίδης Νίκος, Εμφύλια Πάθη, 23 + 2 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, 2η έκδ., Αθήνα 2016.

Λιάκος Αντώνης, Η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσαλονίκης (Φεντερασιόν) και η Σοσιαλιστική Νεολαία. Τα καταστατικά τους, Θεσσαλονίκη 1985.

Λεονταρίτης Γεώργιος, «Το ελληνικό εργατικό κίνημα και το αστικό κράτος 1910-1920», στο Θάνου Βερέμη και Οδυσσέα Δημητρακόπουλου (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα 1980.

Λιβιεράτος Δημήτρης, Το Ελληνικό Εργατικό Κίνημα, τ. 1, Αθήνα 1976.

Μαυρογορδάτος Γιώργος Θ. , Μετά το 1922. Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα 2017.

Μπεναρόγια Αβραάμ, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Άγγελος Ελεφάντης (επιμ.), Αθήνα 1986.

Νούτσος Παναγιώτης, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974, τ. Β/1, 2η έκδ., Αθήνα 1994.

Τσίλαγα Φλώρα, «Ο ρόλος των εργατικών συντεχνιών στο κίνημα του Συνδέσμου», Αρτέμης Ψαρομηλίγκος και Βασιλική Λάζου (επιμ.), Ιστορικά, Γουδί 1909. Το κίνημα που άλλαξε την Ελλάδα, Αθήνα 2011, σ.125-154.

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Δρ. Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας
και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ

Πριν από 100 χρόνια

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ

«Η Ελλάς, […] είνε ίσως η μόνη χώρα, της οποίας ουδέν εθνικόν ζήτημα ελύθη οριστικώς, […]». Ελευθέριος Βενιζέλος, εφημερίδα Μακεδονία, 19 Νοεμβρίου 1919.

Στις 27 Νοεμβρίου 1919, στο πλαίσιο των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, υπογράφονταν δύο διεθνείς πράξεις: η πολυμερής Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ και η διμερής Σύμβαση του Νεϊγύ. Η πρώτη, ανάμεσα στην ηττηθείσα στον Μεγάλο Πόλεμο, Βουλγαρία και στις Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις, τις νικήτριες του Πολέμου, η δεύτερη μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η πρώτη αφορούσε στη ρύθμιση των εκ του πολέμου, και όχι μόνο, εκκρεμών προβλημάτων, που αναφέρονταν στην πρώτη συμβαλλόμενη και την επιβολή σ’ αυτήν τιμωρητικών όρων· η δεύτερη στην αμοιβαία και εθελούσια μετανάστευση των ελληνοβουλγαρικών μειονοτήτων. Η δεύτερη διεθνής πράξη δύναται να θεωρηθεί και ως υποστηρικτική της πρώτης, αν ληφθεί υπόψη πως η ανταλλαγή των πληθυσμών θα μείωνε ή θα εξάλειφε τις τοπικές εντάσεις, τις ικανές να οδηγήσουν και πάλι τα δύο μέρη σ’ έναν καινούργιο πόλεμο, σε περιφερειακό ή ευρύτερο πεδίο, προκαλώντας διεθνείς αναταράξεις, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, από το 1913, κυρίως, και εξής.

Η αντιπαλότητα των δύο κρατών, κυρίως, ως προς την περιοχή της Θράκης1, αλλά και γενικότερα ο αναβρασμός στα Βαλκάνια, ως προς τα διεκδικούμενα εδάφη, απαιτούσε χειρουργικούς, διπλωματικούς χειρισμούς, ώστε να οδηγηθούν τα μέρη σε κοινά αποδεκτό αποτέλεσμα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν αμέτοχες σε όλη αυτή την αναστάτωση. Τουναντίον, οι ιμπεριαλιστικές τους φιλοδοξίες υποκινούσαν, ενέτειναν και πυροδοτούσαν τον ανταγωνισμό των Βαλκανικών κρατών.

Με το τέλος του πολέμου, οι νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις ανέλαβαν τις διαδικασίες θεσμοθέτησης της ειρήνης, μέσα από μια Συνδιάσκεψη, οι εργασίες της οποίας ξεκίνησαν επισήμως στις 18 Ιανουαρίου 1919, στο Παρίσι, ύστερα από απαίτηση του Georges Clemenceau, ο οποίος συγκρούστηκε, μάλιστα, με τον Lloyd George και τον Woodrow Wilson, που είχαν μεταβεί εκεί, όπως και ο Orlando, εκπροσωπώντας τις Δυνάμεις της Συνεννόησης. Η επιθυμία της Μπολσεβικικής, πλέον, Ρωσίας να συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις, είχε απορριφθεί από τους πρώην Συμμάχους, οι οποίοι μαζί με τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας και τους υπουργούς Εξωτερικών των χωρών τους συναπάρτισαν το Συμβούλιο των Δέκα, το οποίο αργότερα λειτούργησε ως Συμβούλιο των Πέντε και κατόπιν, ως Συμβούλιο των Τεσσάρων. Η πρώτη, ανεπίσημη συνάντηση των μελών του, πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου. Η ατζέντα της Συνδιάσκεψης ήταν πολυθεματική και συστάθηκαν Επιτροπές και Υποεπιτροπές, για να μελετήσουν τα επί μέρους ζητήματα, με σκοπό να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.

Παρίσι, 18 Ιανουαρίου 1919. Επίσημη έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.(Πηγή: Excelsior – L’Equipe/Roger-Viollet).

Στις 4 Φεβρουαρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο αποφάσισε να προχωρήσει στη σύσταση μιας Επιτροπής, αρμόδιας για τη μελέτη των Ελληνικών Υποθέσεων. Μια μέρα νωρίτερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε παρουσιάσει τα ελληνικά αιτήματα. Σύμφωνα με την απόφαση, «τα ζητήματα, τα οποία ανακινήθηκαν από τις δηλώσεις του κ. Βενιζέλου, ως προς το θέμα των εδαφικών ενδιαφερόντων της Ελλάδας […] θα αποσταλούν για μια πρώτη εξέταση σε μια Επιτροπή ειδικών, αποτελούμενη από δύο αντιπροσώπους για κάθε μια από τις Μεγάλες Δυνάμεις: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Βρετανική Αυτοκρατορία, Γαλλία και Ιταλία. […] Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμβουλευτεί τους εκπροσώπους των ενδιαφερομένων λαών». Στις 24 Φεβρουαρίου, το Ανώτατο Συμβούλιο, αφού άκουσε τον Αλβανό αντιπρόσωπο, Turkhan Pasha, αποφάσισε να παραπέμψει την εξέταση των εδαφικών ζητημάτων, που αφορούσαν στην Αλβανία στην Επιτροπή, την επιφορτισμένη με τη μελέτη των ελληνικών ζητημάτων. Μέλη της Επιτροπής ήταν οι: W. Westermann, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τους W. H. Buckler, Clive Day (ΗΠΑ), sir Robert Borden, sir Eyre Crowe, Eric Forbes Adams (Βρετανική Αυτοκρατορία), Jules Cambon, Gout (Γαλλία), G. de Martino, Castoldi (Ιταλία). Πρόεδρος του Γραφείου της Επιτροπής, ορίστηκε ο Jules Cambon. Η Επιτροπή συνεδρίασε δώδεκα φορές. Άπασες έλαβαν χώρα στο Quai d’ Orsay, από τις 12 Φεβρουαρίου ως τις 21 Μαρτίου 1919. Η Επιτροπή δέχθηκε σε ακρόαση τους: Βενιζέλο, Καραπάνο, Αδαμίδη, Βαμβακά, Αντωνιάδη, για τα θέματα της Βορείου Ηπείρου και τους Turkhan Pasha, Mehemed Bey Konitza, Dr. Tourtoulis, μέλη της προσωρινής κυβέρνησης της Αλβανίας. Ο Turkhan Pasha είχε οριστεί πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Αλβανίας, βάσει της απόφασης της αλβανικής εθνοσυνέλευσης, η οποία είχε συνέλθει στο Δυρράχιο, στις 25 Δεκεμβρίου 1918.

Στο Παρίσι είχαν συγκεντρωθεί αντιπροσωπείες από είκοσι εννέα χώρες και πλήθος δημοσιογράφων. Οι εκπρόσωποι των ηττημένων κρατών, δεν προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία από την έναρξη των συζητήσεων. Η Ελλάδα, χώρα ανήκουσα στη χορεία των νικητών, εκπροσωπήθηκε στο Συνέδριο της Ειρήνης από εκείνον, ο οποίος με τις αποφάσεις και τις ενέργειές του την είχε εντάξει σ’ αυτό το στρατόπεδο, τον πρωθυπουργό, Ελευθέριο Βενιζέλο, που θεωρούσε πως «από την απόφασιν της συνδιασκέψεως μέλλει να εξαρτηθή-χωρίς καμμίαν ρητορικήν υπερβολήν-το μέλλον του έθνους». Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδωσε σκληρή μάχη, για να κατοχυρώσει τα ελληνικά δίκαια, εργαζόμενος ακόμα και 15-16 ώρες ημερησίως, σε σημείο τέτοιο, που να επιτρέπει στον υπουργό Εξωτερικών, Νικόλαο Πολίτη, και μέλος της ελληνικής αποστολής, να γράφει στον Διομήδη πως θαύμαζε την «ακαταπόνητη ενεργητικότητά του». Η ένταση, που τον διακατείχε, αποτυπώνεται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του προς τον Εμμανουήλ Ρέπουλη, όπου δήλωνε, μεταξύ πολλών άλλων, πως από τη «ζωηράν συγκίνησιν αφ’ ης κατέχομαι δεν έκλεισα μάτι τας δύο τελευταίας ημέρας […]»· ή, σε άλλο σημείο, όταν οι εξελίξεις στο θρακικό ζήτημα φαίνονταν να δυσχεραίνονται από την αμερικανική στάση, σημείωνε πως «διέκοψα επί ικανά λεπτά όπως αφήσω να ρεύσουν ελευθέρως και επί πολύ τα δάκρυα, άτινα αναβλύζουν από πηγήν βαθυτάτης συγκινήσεως».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός από το φθινόπωρο του 1918 είχε ενημερώσει τον Γεώργιο Ρούσσο, τον Έλληνα Επιτετραμμένο στο Λονδίνο, πως τα πράγματα εξελίσσονταν κατά τέτοιο τρόπο, που επέτρεπε να προβληθούν οι ελληνικές αξιώσεις στην Μικρά Ασία. Όμως, στις οδηγίες εκείνες δεν είχε περιλάβει τη Θράκη, οπότε ο Νικόλαος Πολίτης απευθύνθηκε στον Ρούσσο, εφιστώντας την προσοχή του στο ότι θα έπρεπε να φροντίσει, ώστε να γίνει κατανοητό πως η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε από τις επιδιώξεις της σ’ εκείνες τις περιοχές. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Πολίτης μιλούσε στον Ρούσσο για τη Θράκη και διευκρίνιζε ότι αν εγκρινόταν «η προσάρτησή της στην Ελλάδα θα ήμασταν ικανοποιημένοι και με κάποια άλλη μορφή διακυβέρνησης, υπό την προϋπόθεση να απαλλαγεί η περιοχή από τον βουλγαρικό ζυγό». Τελικώς, το ζήτημα της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης περιελήφθη στις ελληνικές, εδαφικές διεκδικήσεις, ύστερα από περίσκεψη και με καθυστέρηση.

Την μεθεπομένη της άφιξής του στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, συναντήθηκε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Woodrow Wilson, ο οποίος του ζήτησε να του εκθέσει «τας εθνικάς […] διεκδικήσεις», όπως εξηγούσε ο ίδιος στην πρώτη από τις δέκα έξι επιστολές, που έστειλε στον Ρέπουλη από το Παρίσι, στον οποίο είχε αναθέσει την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων, ενόσω θα απουσίαζε. Ύστερα από συνεννόηση με τον Wilson, συνομίλησε με εκπροσώπους της αμερικανικής αντιπροσωπείας και απαιτήθηκαν τρεις μέρες, επί δύο και πλέον ώρες κάθε μέρα, ώστε ο Βενιζέλος να ενημερώσει επισταμένως τους εντολοδόχους του Αμερικανού προέδρου για τα εδαφικά αιτήματα της Ελλάδας. Ο Wilson είχε παρακαλέσει τον Βενιζέλο να συντάξει ένα κείμενο, όπου θα εξέθετε τις απόψεις του επί των εθνικών διεκδικήσεων· αυτό θα συντασσόταν στη γαλλική και την αγγλική και θα διανεμόταν στα κυριότερα μέλη των εκπροσώπων των Συμμάχων2.

Πράγματι, τα αιτήματα της Ελλάδας, ως προς τα εδάφη που διεκδικούσε συμπεριλήφθηκαν σε ένα πολυσέλιδο και μακροσκελές κείμενο, που συνέταξε ο Βενιζέλος, ο οποίος εργάστηκε επί δωδεκάωρο. Στο κείμενό του ανέλυε καταλεπτώς τις εθνικές διεκδικήσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και η Θράκη, περιοχή διεκδικούμενη από τη Βουλγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο Υπόμνημα αντικατοπτριζόταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας και συνιστούσε μια παρακαταθήκη, με ειδική εθνική βαρύτητα, δεδομένου ότι η Ελλάδα είχε εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, δίχως να προαπαιτήσει εδαφικά ανταλλάγματα, όπως για παράδειγμα είχε πράξει η Ιταλία, τον Απρίλιο του 1915.

Παρέλαση μπροστά από το νεοαποκτηθέν κτήριο της ελληνικής πρεσβείας, στην οδό Auguste Vacquerie, στο αριστοκρατικό 16° δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού, παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο Έλληνας πρωθυπουργός υπέβαλε στο Ανώτατο Συμβούλιο της Συνδιάσκεψης των Παρισίων το Υπόμνημα με τον τίτλο «Η Ελλάδα στο Συνέδριο της Ειρήνης», τις γενικές, κατευθυντήριες γραμμές, του οποίου ανέπτυξε στις 3 και 4 Φεβρουαρίου 1919, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου. Στην πρώτη συνεδρίαση, μίλησε και για την Κύπρο, την οποία δεν περιλάμβανε στο Υπόμνημα, επειδή είχε την πεποίθηση πως η Μεγάλη Βρετανία προετίθετο να την εκχωρήσει στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε και στη Βόρειο Ήπειρο, τη Θράκη και τις βλέψεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας επ’ αυτής, ενώ στην επόμενη συνεδρίαση, της 4ης Φεβρουαρίου, ανέλυσε το ζήτημα της Μικράς Ασίας.

Στις 12, 18 και 19 Φεβρουαρίου 1919, είχαν λάβει χώρα οι τρεις πρώτες συνεδριάσεις της Ελληνικής Επιτροπής, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, ενώ στις 20 Φεβρουαρίου, η Επιτροπή συζήτησε το θέμα της Θράκης. Την προηγούμενη μέρα, στις 19, είχε σημειωθεί απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της Συνδιάσκεψης, Georges Clemenceau. Ο Maurice Barrès, της L’Homme Libre, θεωρούσε πως «ο δολοφόνος […] δεν έχει επιφορτιστεί από τη Γερμανία […αλλά] από την αναρχία· αλλά η Γερμανία επιχορηγεί την αναρχία». Σημεία των καιρών.

Στις πρώτες συνεδρίες, συζητήθηκε και το ζήτημα της Θράκης και φάνηκε πως οι σύνεδροι συμφωνούσαν στην απόδοση τόσο της Ανατολικής όσο και της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, με την εξαίρεση του εδαφικού τμήματος, του κείμενου στην ανατολική πλευρά της γραμμής Αίνου-Μηδείας, το οποίο προόριζαν να ενταχθεί στο συζητούμενο να ιδρυθεί, διεθνές κράτος της Κωνσταντινούπολης, υπό την αίρεση, όμως, πως θα διασφαλιζόταν για τη Βουλγαρία να διακινεί τα εμπορεύματά της, μέσω του Αιγαίου Πελάγους. Μάλιστα, ο Αμερικανός αντιπρόσωπος, Day, σε μια από τις πρώτες συνεδριάσεις, αναφερόμενος στο ζήτημα της Δυτικής Θράκης, είχε υποστηρίξει πως το ζήτημα της οικονομικής διεξόδου της Βουλγαρίας δεν ήταν ικανό να ανατρέψει τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις, αν, δε, το έδαφος αυτό δινόταν στην Ελλάδα, θα μπορούσαν να υπολογίσουν στην εκτέλεση της ήδη δοθείσας, εκ μέρους της, υπόσχεσης για έξοδο στο Δεδεαγάτς ή στη Θεσσαλονίκη ή στην Καβάλα. Άλλωστε, η υλοποίηση αυτής της υπόσχεσης θα ετίθετο στην έγκριση της ΚτΕ και δεν εξηρτάτο από τους ίδιους. Ο Γάλλος αντιπρόσωπος, Gout, διευκρίνισε πως σε περίπτωση, που υιοθετείτο το προσχέδιο από τη Συνδιάσκεψη, η κύρωση της ΚτΕ θα εφαρμοζόταν σε εδαφικό τμήμα της Δυτικής Θράκης, δηλ. σε κομμάτι, που εκείνη τη στιγμή ανήκε στη Βουλγαρία. Όμως, το άρθρο 19 του Συμφώνου της ΚτΕ αναφερόταν σε εντολή (mandate), η οποία αφορούσε εδάφη, που θα συμπεριλαμβάνονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο των Δέκα άκουσε τον Αλβανό αντιπρόσωπο, Turkhan pasha, ο οποίος μίλησε για τις αλβανικές εδαφικές διεκδικήσεις και διατύπωσε την ευχή η χώρα του «να συμπεριληφθεί στην καινούργια μοιρασιά των βαλκανικών εδαφών». Στην ίδια συνεδρίαση, εκπρόσωποι της “μακεδονο-ρουμανικής κοινότητας” παρουσίασαν στους αρμόδιους των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων, υπόμνημα, σχετικό με την Αλβανία. Μετά το πέρας των ακροάσεων, το Συμβούλιο θα συνεδρίαζε ύστερα από δύο μέρες, όπου θα συζητούνταν τα καίρια και επείγοντα προβλήματα, που ανέμεναν τη λύση τους: το δυτικό σύνορο της Γερμανίας και τη διανομή των εδαφών, τα οποία βρίσκονταν στην ανατολική ακτή της Αδριατικής.

Το ζήτημα των αλβανικών διεκδικήσεων, που ήταν άρρηκτα δεμένο με εκείνο της Βορείου Ηπείρου, όπως και το Θρακικό, συζητήθηκαν στη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου, της Επιτροπής Ελληνικών Υποθέσεων, υπό την προεδρία του Jules Cambon. Όταν έλαβε το λόγο ο Έλληνας πρωθυπουργός, αναφέρθηκε στο θέμα της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής, στο θεσμικό πλαίσιο της προστασίας των μειονοτήτων από την ελληνική Πολιτεία και επανέλαβε, περιληπτικώς, τα όσα ανέλυε στο Υπόμνημά του. Παρουσίασε τον αριθμό των Ελλήνων, που συναπάρτιζαν το ελληνικό έθνος και κατοικούσαν στο βασίλειο της Ελλάδας και πέραν αυτού, σε περιοχές, όπου διαβιούσαν Έλληνες αδελφοί. Αυτές, ήταν κατά σειρά, η Βόρειος Ήπειρος, η Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία, τα Νησιά του Αιγαίου Πελάγους και γινόταν μια περιορισμένη αναφορά στη Δωδεκάνησο. Το τμήμα, που αφορούσε στη Θράκη, ήταν εκτενές και σ’ αυτό ο Έλληνας πρωθυπουργός επιχειρούσε μια σε βάθος ιστορική αναδρομή.

Jules Cambon (1845-1935), Πρόεδρος της Επιτροπής Ελληνικών Υποθέσεων στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης.

Τα κυριότερα σημεία αφορούσαν στο γεγονός πως η Βουλγαρία «εθεωρήθη επί μακρόν ως το προέχον εις τα Βαλκάνια στοιχείον», μια και πρώτη εκείνη, αν και αυτόνομη ηγεμονία, «απέκτησε στρατόν». Θεωρείτο η «Πρωσσία των Βαλκανίων», μικρότερη σε έκταση αμέσως μετά την Αλβανία, επιδίωξε «να επιβάλη δια της βίας την ηγεμονίαν της», οι προσφορές, που της έγιναν τα τελευταία χρόνια δεν κατέστη δυνατόν να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία της, επομένως οιαδήποτε εκδήλωση συμπάθειας προς αυτή δεν θα ήταν παρά «εκδήλωσις νοσηράς αισθηματολογίας και ενός πνεύματος αδικίας καταδήλου». Περιορίστηκε στο να υπενθυμίσει τις ωμότητες, στις οποίες είχαν προβεί οι Βούλγαροι κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Δεν παρέλειψε να επαναλάβει πως ο ίδιος είχε επιδείξει πνεύμα συμβιβασμού απέναντι στη Βουλγαρία, προσβλέποντας σε μια «βαλκανικήν ομοσπονδίαν», αλλά θα ήταν, πλέον, «παραφροσύνη» να πιστεύει κανείς πως θα δέχονταν οι Βούλγαροι δίχως «πονηράς υστεροβουλίας οιανδήποτε προσφοράν, η οποία θα τους εξασφάλιζε την ποθητήν των ηγεμονίαν». Η επίδειξη συγκαταβατικότητας, εκείνη τη στιγμή, θα αντετίθετο «προς την στοιχειώδη πολιτικήν ηθικήν». Διευκρίνισε πως επέμενε στην απομάκρυνση της Βουλγαρίας από τη θάλασσα, δεδομένου ότι, ήδη, διέθετε δύο λιμάνια στη Μαύρη θάλασσα, τη Βάρνα και το Μπουργκάς, ενώ η Ρουμανία διέθετε μόνο την Κωνστάντζα, ωστόσο αναγνώριζε πως για την κατασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει «εμπορικήν διέξοδον», ανάλογη με εκείνη, που είχε αναγνωρίσει στη σύμμαχο Σερβία. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του προέδρου της Επιτροπής, δήλωσε πως η επιθυμία του ήταν να ορισθεί ως εμπορική διέξοδος στο Αιγαίο, το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη), αλλά δεν θα αντιδρούσε αν η διέξοδος παραχωρείτο στη Θεσσαλονίκη ή στην Καβάλα. Αξιοπρόσεκτο είναι το ότι ο πρόεδρος, τον ρώτησε αν εννοούσε να παραχωρήσει η Ελλάδα στη Βουλγαρία, ένα ή περισσότερα λιμάνια και ο Έλληνας πρωθυπουργός απάντησε πως ένα λιμάνι ήταν προτιμότερο, ούτως ώστε «να μην αυξηθούν οι πιθανότητες διαφωνιών». Στην επισήμανση του προέδρου πως θα έπρεπε να φανεί πρόθυμος για την χρήση σιδηροδρόμου, ο Βενιζέλος απάντησε πως, αν η Συνδιάσκεψη αποφάσιζε «οι Βούλγαροι να έχουν είσοδο στην Καβάλα, θα αναλάβω εγώ ο ίδιος να εγκαταστήσω μια σιδηροδρομική γραμμή από την Καβάλα ως το βουλγαρικό σύνορο». Ο Βενιζέλος έμεινε ικανοποιημένος και αισιόδοξος από την όλη συζήτηση, γι’ αυτό και έγραψε στον Ρέπουλη πως ήταν στην ευχάριστη θέση να ενημερώσει ότι «αι επ’ αυτής διεκδικήσεις μας είναι από τούδε εξησφαλισμέναι εκ μέρους της επιτροπής, ήτις κατά πάσαν πιθανότητα θ’ αποφανθή όπως επιδικασθή ημίν η δυτική Θράκη […]». Στη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου συζητήθηκε το ζήτημα της Θράκης, όπου μίλησαν οι Βαμβακάς και Αντωνιάδης, για το ζήτημα της Καβάλας, ο πρώτος και για το ζήτημα της Αδριανούπολης, ο δεύτερος. Και οι δύο εκπροσωπούσαν το οθωμανικό κοινοβούλιο.

Τα γεωγραφικά όρια της Βουλγαρίας, όπως προβλέπονταν από τις Συνθήκες της Κωνσταντινούπολης, του Αγίου Στεφάνου, του Βερολίνου, του Λονδίνου, του Βουκουρεστίου και του Νεϊγύ.

Αξίζει να σημειωθεί πως τις ίδιες εκείνες μέρες, στα τέλη Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Wilson βρισκόταν στις ΗΠΑ, όπου συζητούσε με τα μέλη των Επιτροπών των Εξωτερικών Υποθέσεων το ζήτημα της Κοινωνίας των Εθνών. Η συζήτηση κράτησε επί αρκετό χρονικό διάστημα και ο πρόεδρος δήλωνε πως «εάν οι ΗΠΑ δεν εισέρχονταν στην Ένωση, αυτή θα αποτύγχανε και θα προέκυπτε στην Ευρώπη ένα χάος και μια σύγχυση, που θα ξεπερνούσε κάθε περιγραφή». Τα υποστηριζόμενα από τον Αμερικανό πρόεδρο υποδήλωναν τις δυσκολίες, που συναντούσε στο εσωτερικό της χώρας του, στην προσπάθειά του να υποστηρίξει το δικό του δημιούργημα, την ΚτΕ, και προδήλωναν, ίσως, την αποτυχία της επικύρωσης της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών από την αμερικανική Γερουσία και κατ’ επέκταση την παρασπονδία των ΗΠΑ από τον νεοϊδρυόμενο οργανισμό.

Η στάση των Αμερικανών στη διάρκεια των συζητήσεων της Συνδιάσκεψης αναφορικά με το ζήτημα της Θράκης ήταν επαμφοτερίζουσα, γεγονός το οποίο, προφανώς και οφειλόταν στις φιλικές σχέσεις των δύο κρατών, ΗΠΑ και Βουλγαρίας. Στις ΗΠΑ, αλλά και στην έτερη ενδιαφερόμενη για τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή, Δύναμη, την Ιταλία, οφειλόταν, εν πολλοίς, η καθυστέρηση της διευθέτησης του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι Ιταλοί αντιπρόσωποι φάνηκαν, εκείνη την περίοδο, περισσότερο απαιτητικοί. Το ενδιαφέρον τους για την Αλβανία και για τις παράλιες περιοχές της Μικράς Ασίας πυροδοτούσε και δυσχέραινε τις συζητήσεις. Μάλιστα, την πρώτη μέρα του Μαρτίου έδειξαν την αντίθεσή τους καταθέτοντας δύο διακοινώσεις. Στην πρώτη, αναφέρονταν στη Δυτική Θράκη, για την οποία διετείνοντο πως μια προσεκτική εξέταση των εθνογραφικών δεδομένων θα αποδείκνυε πως δεν ήταν ευνοϊκά για την Ελλάδα «στο σύνολο των αιτουμένων εδαφών». Η ιταλική αντιπροσωπεία συμφωνούσε με τις άλλες αντιπροσωπείες, ωστόσο πολλοί λόγοι συνηγορούσαν στο να «εξεταστεί το ζήτημα σε βάθος». Τάσσονταν υπέρ της αναγνώρισης της βουλγαρικής κυριαρχίας στην Δεδέαγατς, δεδομένου ότι, συμφώνα «με τις στατιστικές, που παρουσιάστηκαν από τον κ. Βενιζέλο, οι Βούλγαροι πλειοψηφούν, έναντι των Ελλήνων […]». Προφανώς, με την απόδοση της Αλεξανδρούπολης στη Βουλγαρία θα εξυπηρετούνταν αποτελεσματικότερα τα οικονομικά συμφέροντά της.

Στο δεύτερο έγγραφο, της 1ης Μαρτίου, η ιταλική αντιπροσωπεία παρουσίαζε τους πιθανούς λόγους, για τους οποίους διατηρούσε επιφυλάξεις ως προς την απόδοση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, οι οποίες φαίνονταν να έχουν άμεση σχέση με την «πιθανότητα υιοθέτησης ενός ειδικού καθεστώτος για την Κωνσταντινούπολη».

Ο πρόεδρος της Επιτροπής, επέμεινε στη διευθέτηση του Θρακικού και η Επιτροπή, σε Έκθεσή της, αφού έλαβε υπόψη τις επιφυλάξεις τόσο των Αμερικανών όσο και των Ιταλών, πρότεινε να παραχωρηθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, δεδομένου ότι, όπως παραδεχόταν, «ο μουσουλμανικός πληθυσμός [της εν λόγω περιοχής] ήταν μάλλον ελληνικός παρά βουλγαρικός» και επομένως οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας «υπερτερούσαν των βουλγαρικών». Ως προς την Ανατολική Θράκη, η Επιτροπή εξέφραζε την άποψη, την οποία και πρότεινε, να αποδοθεί στην Ελλάδα το κομμάτι, που δεν θα συμπεριλαμβανόταν στο εδαφικό τμήμα του κράτους της Κωνσταντινούπολης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώθηκαν στην απόφαση της 6ης Μαρτίου, ωστόσο, το ζήτημα δεν διευθετήθηκε.

Robert Daniel Murphy (1894-1978), Επιτετραμμένος των ΗΠΑ στη Σόφια.

Στις 11 Μαρτίου, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, ο Day αιφνιδίασε τους συνδαιτυμόνες του, αφού συνέδεσε το ζήτημα της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης με το ζήτημα της Κωνσταντινούπολης, υποστηρίζοντας πως, όταν θα γνωστοποιείτο η εδαφική έκταση του κράτους της Πόλης, τα σύνορα των δύο περιοχών θα έπρεπε να υπόκεινται σε «απεριόριστη αναθεώρηση και τροποποίηση». Στις αντιρρήσεις, που εξέφρασαν οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι, παρενέβη ο Castoldi, υπενθυμίζοντας τις ιταλικές θέσεις της 1ης Μαρτίου, κατά τις οποίες το ζήτημα των συνόρων των δύο περιοχών, της Ανατολικής και της Δυτικής Θράκης, «ήταν ακόμα ανοιχτό». Η μεταστροφή της αμερικανικής στάσης πρέπει να οφειλόταν και στην επιρροή, που άσκησε ο Αμερικανός επιτετραμμένος στη Σόφια, Murphy, ο οποίος από τον Φεβρουάριο είχε επηρεάσει τους ομοεθνείς του αντιπροσώπους στην Κεντρική Επιτροπή Εδαφικών Υποθέσεων, όταν φθάνοντας αυτοπροσώπως στο Παρίσι ανέλυσε τα επιχειρήματά του, δυναμιτίζοντας με τον τρόπο αυτό την προτεινόμενη λύση από την Επιτροπή Ελληνικών Υποθέσεων. Ο αντίλογος Βρετανών και Γάλλων, πως η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη, εφόσον η γραμμή Αίνου-Μήδειας ήταν μια υποθετική γραμμή, δεν στάθηκε ικανή να συγκεράσει τις διιστάμενες απόψεις.

Στις 30 Μαρτίου η Επιτροπή παρουσίασε στο Ανώτατο Συμβούλιο το οριστικό κείμενο της Αναφοράς (της 21ης Μαρτίου). Αυτή είχε αναθεωρηθεί από την Κεντρική Επιτροπή των Εδαφικών Υποθέσεων, των σχετικών με την Ελλάδα, όπου διατυπώνονταν οι θέσεις της. Ως προς το ζήτημα της Δυτικής Θράκης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις στατιστικές, που είχε στη διάθεσή της, «αναγνώριζε πως ο μη μουσουλμανικός πληθυσμός της Δυτικής Θράκης ήταν περισσότερο ελληνικός, παρά βουλγαρικός και, συνεπώς, οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας είναι περισσότερο έγκυρες από εκείνες της Βουλγαρίας». Ως προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Δυτικής Θράκης η Επιτροπή πίστευε πως αυτός «θα δεχόταν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση» την ελληνική κυριαρχία παρά εκείνη της Βουλγαρίας. Στη συνέχεια μιλούσαν για την έξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο Πέλαγος, μέσω ενός λιμανιού, που θα παραχωρούσε η Ελλάδα. Σημαντική ήταν και η αναφορά στο αναμενόμενο άνοιγμα των Στενών, γεγονός, που θα διασφάλιζε στο μέλλον «ένα ελεύθερο πέρασμα στις εμπορικές μεταφορές της Βουλγαρίας από και προς τα λιμάνια της Βάρνας και του Μπουργκάς». Η απόφαση της Επιτροπής ήταν ομόφωνη «ως προς την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα». Αναφερόταν πως η Ιταλία διατηρούσε κάποιες επιφυλάξεις και πως οι Αμερικανοί είχαν προτείνει ορισμένες, μικρές τροποποιήσεις στα σύνορα, που είχαν υποδειχθεί από τον Βενιζέλο.

Εκείνη την περίοδο, από τον Μάρτη του 1919 ως τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, οπότε υποβλήθηκαν από τις Σύμμαχες Δυνάμεις οι όροι τη Ειρήνης στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, το Θρακικό δεν επιλύθηκε. Κάποιες συζητήσεις, που έγιναν από τα τέλη Μαρτίου και τον Απρίλιο και τον Μάιο, σε επίπεδο στρατιωτικής ηγεσίας, ανάμεσα στον D’ Espérey, τον Παρασκευόπουλο και τον Κατεχάκη, για κατάληψη της Δυτικής Θράκης και της Αδριανούπολης, ναυάγησαν. Ο Γάλλος στρατιωτικός θεωρούσε πως έπρεπε να αναμένουν την απόφαση της Συνδιάσκεψης και ύστερα να δράσουν, ο δε Clemenceau, εξηγούσε πως «δεν πρόκειται να δράσουμε στη Θράκη· δεν το επιθυμούμε, διότι αυτό θα [οδηγούσε] σε μια άμεση σύγκρουση με τη Βουλγαρία».

Η μη επίλυση του Θρακικού, δεν οφειλόταν μόνο στις αντιτιθέμενες απόψεις ορισμένων εκ των μελών, που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις. Σημαντικό ρόλο έπαιζε και η συνεξέταση με τα άλλα και του τουρκικού ζητήματος από τα αρμόδια όργανα της Συνδιάσκεψης, ζήτημα, που ενδιέφερε άμεσα τις Μεγάλες Δυνάμεις και λόγω του ότι σ’ αυτό ήταν άρρηκτα προσδεμένο και το θέμα της κυριαρχίας επί της Κωνσταντινούπολης, άρα και ο έλεγχος επί του υδάτινου δρόμου των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Επιπλέον, την άνοιξη, ο ελληνικός στρατός, εκτελώντας εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιάσκεψης στη συνεδρίαση της οποίας δεν συμμετείχε ο Ιταλός αντιπρόσωπος, για λόγους, που ανάγονταν στη σφαίρα της ιταλικής εσωτερικής πολιτικής, αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, γεγονός που έθιγε τις βλέψεις της Ιταλίας σ’ εκείνο το γεωγραφικό τμήμα. Παραλλήλως, τα έκτροπα, που σημειώθηκαν στην περιοχή, παρείχαν στην Ιταλία την ευκαιρία να προβάλει την ιδέα της «θρακικής αυτονομίας» και επωφελούμενη από τη γενική αναταραχή να προξενήσει αναστάτωση στους συμμάχους της.

Οι φιλοβουλγαρικές ενέργειες, εκ μέρους της Ιταλίας, καταγγέλλονταν τον Μάιο του 1919 από τον Βενιζέλο στον Ορλάντο και ενημερώνονταν εμπιστευτικώς οι Lloyd George, Clemenceau και Wilson, για γεγονότα που σημειώνονταν στη Μακεδονία και είχαν σχέση με Ιταλούς υπαλλήλους και στρατιώτες, οι οποίοι διευκόλυναν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό Βουλγάρων φυλακισμένων να αποδράσουν από τη Μακεδονία στη Βουλγαρία. Επιπλέον, Βούλγαροι ερχόμενοι από τη Στρούμιτσα (Στρώμνιτσα) εισέρχονταν στο ελληνικό έδαφος με ιταλικά αυτοκίνητα και ήσαν ενδεδυμένοι με ιταλικές στολές.

Οι ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων Lloyd-George, Orlando, Clemenceau και Wilson.

Οι επόμενοι μήνες, κυρίως ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, θα είναι μεστοί σημαντικών γεγονότων, δεδομένου ότι παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις των αμερικανικών και των ιταλικών θέσεων, ιδίως των πρώτων, οι οποίοι πριν από τα μέσα Ιουλίου, έχουν φέρει στην επιφάνεια το ζήτημα της Θράκης, υπεραμυνόμενοι της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων, δηλ. διατήρηση της βουλγαρικής κυριαρχίας όχι μόνο στη Δυτική Θράκη, κυριαρχία, που της είχε αναγνωρισθεί, βάσει της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου, του Αυγούστου 1913, αλλά και στα εδάφη, που η χώρα είχε αποκτήσει το 1915, ύστερα από τη συμφωνία, που είχε υπογράψει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για έξοδό της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Παραγνωρίζοντας την πολιτική των εκτοπισμών των Ελλήνων από την περιοχή και του εποικισμού με Βούλγαρους, έφτασαν μέχρι του σημείου να αντιστρέψουν πραγματικά γεγονότα και να τα εμφανίσουν ως αληθή, ισχυριζόμενοι πως η βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης, από το 1913 και εξής, είχε οδηγήσει σε ενίσχυση, επομένως, σε υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου, έναντι του ελληνικού, σε σημείο, που τα όσα είχε επικαλεσθεί ο Βενιζέλος στο ιστορικό Υπόμνημά του, της 30ής Δεκεμβρίου 1918, για την πληθυσμιακή σύνθεση των συγκεκριμένων εδαφών, να μην ευσταθούν. Υπεραμύνονταν της άμεσης εξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο Πέλαγος, επικαλούμενοι οικονομικούς λόγους, μιλούσαν για αποκατάσταση της συντελεσθείσας «αδικίας», τον Αύγουστο του 1913. Βρετανοί και Γάλλοι αντέκρουσαν τις δοξασίες των Αμερικανών, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή συνεπικουρούνταν και από τους Ιταλούς, υπογραμμίζοντας πως η καλή πίστη των συμμάχων της Βουλγαρίας, Ελλάδας και Σερβίας, οι οποίες της παραχώρησαν τη Δυτική Θράκη, τότε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει τώρα. Δέχονταν τις θέσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, ως προς την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, με τον Tardieu να δηλώνει αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, πως «οι σφαγές δεν ήταν δυνατόν να δημιουργούν τίτλους κατοχής». Ας σημειωθεί πως ο Tardieu, στις 11 Ιουλίου, ενημέρωσε τον Βενιζέλο για το ενδεχόμενο η βουλγαρική ειρήνη να προβλέπει την απόδοση της Δυτικής Θράκης στις Σύμμαχες Δυνάμεις και όχι στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό το Θρακικό θα διευθετείτο μαζί με το Τουρκικό.

Σε αναφορά, της 21ης Ιουλίου, της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, εξετίθεντο οι απόψεις των Αμερικανών και των Ιταλών. Οι πρώτοι θεωρούσαν πως οι στατιστικές, που επικαλούνταν οι Έλληνες είχαν διενεργηθεί πριν από την εκχώρηση της Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Ύστερα από αυτό, μέρος του ελληνικού πληθυσμού αποχώρησε από την περιοχή «κι’ αυτή η έξοδος συνεχίστηκε, ενώ έφτανε ένα κύμα Βουλγάρων για να αντικαταστήσουν τους Έλληνες». Στο τέλος της αναφοράς τους, κατέληγαν στο γεγονός πως όλα τα στοιχεία, οικονομικά, εθνογραφικά, πολιτικά, ακόμα και «οι ισχύοντες τίτλοι», συνηγορούσαν στη «διατήρηση των βουλγαρικών συνόρων», όπως υφίσταντο τη δεδομένη στιγμή. Οι απόψεις της ιταλικής αντιπροσωπείας εναρμονίζονταν με εκείνες της αμερικανικής.

Πληθυσμιακή σύνθεση της Δυτικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1919 (Πηγή: Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

Αν θέλαμε να κωδικοποιήσουμε τους λόγους για τους οποίους η αμερικανική αντιπροσωπεία υποστήριζε τις βουλγαρικές θέσεις, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως η φιλοβουλγαρική στάση των ΗΠΑ είχε ρίζες στις ειδικές αποστολές, που δρούσαν στη Βουλγαρία επί χρόνια και εκφράστηκε με την άρνηση του Wilson να κηρύξει πόλεμο εναντίον της, παρά τις προτροπές των ηγετών της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Ακόμα, η πεποίθηση του πολιτικού προσωπικού των ΗΠΑ, πως μετά την οκτωβριανή επανάσταση, του 1917, στη Ρωσία, η «ρωσική ιμπεριαλιστική απειλή» είχε εκλείψει για την Κωνσταντινούπολη, επομένως, δεν θεωρούσαν απίθανη την αποδοχή των βουλγαρικών αιτημάτων από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης. Επιπλέον, οι Αμερικανοί απομακρύνονταν, σταδιακά, από την Ευρώπη, επιστρέφοντας στην πολιτική του απομονωτισμού. Στο εσωτερικό πολιτικό τους τοπίο είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι αντιρρήσεις για την επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών, άρα και της μη συμμετοχής τους στην ΚτΕ. Άλλωστε, αμέσως μετά την Ανακωχή, στις 21 Νοεμβρίου 1918, η αμερικανική κυβέρνηση είχε δηλώσει πως «το σύστημα βοήθειας, που εγκαθιδρύθηκε για τις ανάγκες του πολέμου, θα τελείωνε (Renouvin)». Η δήλωση αφορούσε στον τερματισμό της οικονομικής βοήθειας, που οι ΗΠΑ είχαν παράσχει στους ευρωπαίους, αλλά προϊδέαζε και για την μετέπειτα στάση τους, ως προς το πολιτικό σκέλος. Επομένως, δεν είναι παράδοξο που οι Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνονταν να εναντιώνονται στις προτάσεις τους.

Το επόμενο χρονικό διάστημα, η υπογραφή της γνωστής Συμφωνίας Βενιζέλου-Τιτόνι, της 29ης Ιουλίου 1919 θα συμβάλει στο να μεταστραφεί η θέση των Ιταλών, όχι, όμως και των Αμερικανών, οι θέσεις των οποίων οδήγησαν το Ανώτατο Συμβούλιο σε μια απόφαση, η οποία στόχευε στη διευκόλυνση της κατάστασης: διαχωρισμός των δύο ζητημάτων. Η Βουλγαρία θα εκχωρούσε τη Δυτική Θράκη στους Συμμάχους, στρατεύματα των οποίων, μαζί με ελληνικά, θα καταλάμβαναν τις συγκεκριμένες περιοχές. Το ζήτημα της Ανατολικής Θράκης θα διευθετείτο ομού με εκείνο της ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 2 Σεπτεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή Εδαφικών Υποθέσεων υπέβαλε στο Ανώτατο Συμβούλιο σχετική έκθεση, όπου ορίζονταν τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας και το ζήτημα της οικονομικής διεξόδου της στο Αιγαίο Πέλαγος θα ρυθμιζόταν από άλλη Επιτροπή, αρμόδια για ανάλογα ζητήματα. Ο Tardieu πρότεινε ελληνικά στρατεύματα να μεταβούν στις περιοχές της Δυτικής Θράκης, που θα αποδίδονταν στην Ελλάδα, δηλ. στην Ξάνθη και την Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή), ενώ τα υπόλοιπα εδαφικά τμήματα θα καταλαμβάνονταν από τις συμμαχικές Δυνάμεις. Στις 17 του μηνός τα βουλγαρικά στρατεύματα αποχωρούσαν από τη Δυτική Θράκη. Δύο μέρες αργότερα, στις 19, συνεδρίαζε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμβούλιο και παρέδιδε στη βουλγαρική αντιπροσωπεία έγγραφο, όπου περιλαμβάνονταν οι όροι, που προτείνονταν για την επίτευξη της ειρήνης. Τον Οκτώβριο, κατόπιν εντολής της Συνδιάσκεψης, συμμαχικά στρατεύματα έφθαναν στη Δυτική Θράκη.

Η Βουλγαρία δεν είχε συμμετάσχει από την αρχή στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ανήκε στη χορεία των ηττημένων. Παρόλα αυτά, αμέσως μετά την Ανακωχή της Θεσσαλονίκης, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, είχε στραφεί προς τις ΗΠΑ ζητώντας να στείλουν αντιπροσωπεία στο Συνέδριο της Ειρήνης. Αλλά, οι ηττημένοι δεν είχαν λόγο στις επίσημες διαβουλεύσεις. Έστειλε, ακόμα, ένα υπόμνημα, όπου ζητούσε, μεταξύ άλλων, να περιληφθούν στις εδαφικές της διεκδικήσεις τόσο η Ανατολική όσο και η Δυτική Θράκη. Αργότερα, όταν ο Βενιζέλος ανέπτυξε τα επιχειρήματά του στη Συνδιάσκεψη, ο Todorov ζήτησε, μέσω της αμερικανικής πρεσβείας να της επιτραπεί η αποστολή εκπροσώπων της, ώστε να έχει «ανεπίσημες συνομιλίες με τους εκπροσώπους των υπολοίπων Βαλκανικών κρατών». Όμως, η απάντηση των ηγετών ήταν και πάλι αρνητική: δεν επιθυμούσαν να συζητηθούν «ξεχωριστά» τα βαλκανικά ζητήματα· επιπλέον, έπρεπε να αναμένουν ως την υπογραφή της γενικής Συνθήκης Ειρήνης, η οποία θα διευθετούσε τα προβλήματα με την πρωταίτια του Πολέμου, τη Γερμανία, γεγονός που αποτελούσε και το πρωταρχικό μέλημα των Συμμάχων. Έτσι, η βουλγαρική αντιπροσωπεία έφτασε στο Παρίσι στις 25 Ιουλίου, αλλά δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, αρκούμενη στην υποβολή ενός υπομνήματος, στη Συνδιάσκεψη, όπου εξέθετε τις απόψεις της αναφορικά με τα σχεδιαζόμενα σύνορά της με το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, την Ελλάδα και τη Ρουμανία. Τους μήνες εκείνους, η βουλγαρική αντιπροσωπεία υπέβαλε στη Συνδιάσκεψη μια σειρά υπομνημάτων, στην προσπάθειά της να αποτρέψει τον εδαφικό της ακρωτηριασμό, προβάλλοντας ως επιχείρημα την υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου έναντι του ελληνικού, αλλά εις μάτην.

Αριστερά: Εντολή Clemenceau προς Franchet d’ Espèrey περί κατάληψης της Δυτικής Θράκης από τα γαλλικά στρατεύματα, 29 Σεπτεμβρίου 1919. Δεξιά: Σημείωμα περί εκκένωσης της Θράκης και της κοιλάδας του Στρυμώνα από τους Βούλγαρους, 11 Οκτωβρίου 1919 (Πηγή: Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

Τον Αύγουστο, διεξήχθησαν στη Βουλγαρία εκλογές, μέσα σ’ ένα κλίμα οικονομικής και κοινωνικής αναστάτωσης, από τις οποίες νικητής εξήλθε το Αγροτικό Κόμμα του Alexander Stamboliiski, που προχώρησε στο σχηματισμό κυβέρνησης με το Λαϊκό Κόμμα, εφόσον δεν είχε συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Stamboliiski, ο οποίος επανήλθε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, εκπροσωπώντας τη χώρα του και στις 4 Νοεμβρίου αντικατέστησε τον Todorov, που αρνείτο να υπογράψει την επαίσχυντη, όπως τη θεωρούσε, Συνθήκη Ειρήνης. Ο Stamboliiski ανέλαβε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το βάρος της ειρήνευσης της Βουλγαρίας με τους νικητές του πολέμου, υπογράφοντας «ακόμα και μια κακή ειρήνη», όπως δήλωνε.

Ο Todorov είχε εκπροσωπήσει την χώρα του στη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1919, στη διάρκεια της οποίας οι όροι της Συνθήκης Ειρήνης είχαν γνωστοποιηθεί στη βουλγαρική αντιπροσωπεία. Ο πρόεδρος Clemenceau, απευθυνόμενος προς τον Todorov, του παρέδωσε τον τόμο, όπου περιλαμβάνονταν οι κατευθυντήριες γραμμές της ειρήνης. Οι Βούλγαροι θα έπρεπε μέσα σε δέκα πέντε μέρες να εκθέσουν τις απόψεις τους, εγγράφως, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο, θα μελετούσε το βουλγαρικό υπόμνημα, στο οποίο θα απαντούσε εγγράφως στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, προσδιορίζοντας τον ακριβή χρόνο μέσα στον οποίο όφειλε να δώσει μια συνολική και «οριστική» απάντηση. Ο Todorov διάβασε στη συνέχεια το υπόμνημά του, το οποίο είχε συντάξει στη γαλλική. Επέρριψε την ευθύνη για την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο, στον βασιλιά Φερδινάνδο και στην κυβέρνηση Radoslavoff· ανέφερε πως κατηγορούν τη χώρα του για «ιμπεριαλιστική πολιτική», όμως οι Βούλγαροι ιθύνοντες δεν επιθυμούσαν παρά την «απελευθέρωση των αδελφών της φυλής τους, που το Συνέδριο του Βερολίνου άφησε υπό την οθωμανική κυριαρχία». Οι διεκδικήσεις τους αφορούσαν περιοχές, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί με το φιρμάνι του 1871, από την πρεσβευτική Συνδιάσκεψη (της Κωνσταντινούπολης), του Δεκεμβρίου 1876 και από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878). Διευκρίνισε πως «τα νόμιμα όρια της Βουλγαρίας είναι η ιστορία, η εθνογραφία, οι διεθνείς πράξεις, που τα καθόρισαν μ’ έναν τρόπο αναντίρρητο». Ολοκλήρωσε την ομιλία του, επισημαίνοντας πως το «δίκαιο και η δικαιοσύνη νίκησαν στον πόλεμο». Είναι, «με ένα δημοψήφισμα, που θα θριαμβεύσουν οριστικώς μέσα στην ειρήνη».

“H Βουλγαρία στο πλευρό μας”. Γερμανική καρτ-ποστάλ του 1915.

Στο κείμενο, που δόθηκε στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, περιγράφονταν λεπτομερώς οι όροι, βάσει των οποίων θα αποκαθίστατο η ειρήνη ανάμεσα στη Βουλγαρία και στους νικητές του πολέμου. Από γεωγραφικής άποψης οριζόταν, πως στα βόρεια, τα σύνορα με τη Ρουμανία, θα παρέμεναν τα ίδια. Προς δυσμάς, τα σύνορα με το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων δεν θα μεταβάλλονταν, θα διατηρούνταν, σε γενικές γραμμές, τα ίδια με τα παλιά σερβοβουλγαρικά σύνορα, αλλά η Βουλγαρία θα του εκχωρούσε μικρά, κομμάτια εδάφους και σ’ αυτά περιλαμβανόταν η Στρούμιτσα με την περιφέρειά της. Στα νότια, γινόταν μια περιορισμένη τροποποίηση, ενώ προς ανατολάς, σύνορο θα παρέμενε η Μαύρη Θάλασσα, όπως ίσχυε και πριν. Ως προς τη Θράκη, η Βουλγαρία παραιτείτο υπέρ των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων από κάθε τίτλο και δικαίωμα επί των εδαφών αυτών, που άλλοτε ανήκαν στη Βουλγαρική Μοναρχία και τα οποία, ευρισκόμενα πέραν των καινούργιων βουλγαρικών συνόρων, δεν είχαν ακόμα εκχωρηθεί σε κανένα κράτος. Η Βουλγαρία δεσμευόταν πως θα δεχόταν οποιαδήποτε απόφαση λάμβαναν οι Μεγάλες Δυνάμεις και θα αφορούσε τη συγκεκριμένη, γεωγραφική περιοχή, ενώ, οι Δυνάμεις, από την πλευρά τους, δεσμεύονταν πως θα εξασφαλίσουν στη Βουλγαρία μια οικονομική διέξοδο, στο Αιγαίο Πέλαγος.

Η κατάσταση για την Ελλάδα δεν προγραφόταν ευοίωνη. Τούτο διαπίστωνε και ο Νικόλαος Πολίτης, όταν, στις 24 Σεπτεμβρίου, πέντε μέρες ύστερα από την προαναφερθείσα συνεδρίαση, έγραφε στον Διομήδη πως: «Ο λαός, φαντάζεται, γενικώς, πως έχουμε επιτύχει μεγάλες [επιτυχίες] και ότι οι υποθέσεις μας βρίσκονται σ’ έναν καλό δρόμο προς την επίλυση. Δυστυχώς, η αλήθεια είναι ότι τα ζητήματά μας είναι ακόμα σε εκκρεμότητα και το Θρακικό ζήτημα, στο οποίο είναι επικεντρωμένη η προσοχή όλων των Ελλήνων, συναντά την δηλωθείσα εχθρότητα των ΗΠΑ. Αυτή η αργοπορία έχει δημιουργήσει μια γενική νωθρότητα, η οποία μπορεί να επισκιάσει το πρωταρχικό ενδιαφέρον μας, που βρίσκεται στο Τουρκικό ζήτημα και το οποίο, δυστυχώς, θα είναι το τελευταίο, που θα επιλυθεί». Πράγματι, η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών καθυστερούσε. Τα γεγονότα του Μαΐου, είχαν δυσαρεστήσει τη διεθνή κοινότητα αλλά και τους Συμμάχους στο Παρίσι. Τρεις μέρες μετά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου, ο Βενιζέλος απευθυνόταν στον αρχιστράτηγο, Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, και τον ειδοποιούσε πως ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου να διατάξει κατάληψη της Δυτικής Θράκης από ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα, πριν από τη συνομολόγηση της ειρήνης με τη Βουλγαρία, θα έπρεπε να φροντίσει για την ηρεμία της περιοχής, δεδομένου ότι «[ε]πανάληψις παρεκτροπών θα εσημείωνεν οριστικόν ναυάγιον όλων των εθνικών μας διεκδικήσεων».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν αρκέστηκε στα παραπάνω. Στις 27 Σεπτεμβρίου, οχτώ μέρες αφότου υποβλήθηκαν στη Βουλγαρία οι όροι της Ειρήνης, απευθυνόταν στον Αμερικανό πρόεδρο και διευκρίνιζε πως με το μήνυμα, που του είχε διαβιβάσει μέσω του Polk, στις 24 Σεπτεμβρίου, είχαν επιβεβαιωθεί οι φόβοι του πως «η άρνησή του να αποδεχθεί την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα βασιζόταν, κυρίως, αν όχι εξολοκλήρου, στην υπόθεση πως το ελληνικό στοιχείο στη Θράκη ‘δεν διαθέτει καθαρή προτεραιότητα’». Υπενθύμιζε στον Αμερικανό πρόεδρο τα όσα είχαν σημειωθεί τον περασμένο Φεβρουάριο, όπου η Επιτροπή των Ελληνικών Υποθέσεων αντιμετώπισε θετικά τη διεκδίκηση της Θράκης από την Ελλάδα και μάλιστα ο Αμερικανός αντιπρόσωπος είχε συμπαραταχθεί με τους εκπροσώπους της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Επόμενο ήταν να πιστεύει πως «το ζήτημα της Θράκης θα ρυθμιζόταν επ’ ωφελεία της Ελλάδας». Ο Wilson παρέμεινε αμετάπειστος· μάλιστα, θεωρούσε πως το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να αποδοθεί στη Βουλγαρία και συγκεκριμένα οι περιοχές της Αδριανούπολης και των Σαράντα Εκκλησιών (Kirk-Kilissé).

Το Νοέμβριο του 1919, το Παρίσι, βίωνε την πρώτη επέτειο της Ανακωχής της Rethondes. Στις 11 του μηνός συμπληρωνόταν ένας χρόνος από την ημέρα, που οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις είχαν υπογράψει με τη Γερμανία την ομώνυμη Ανακωχή, που έθεσε τέλος στις εχθροπραξίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και άνοιξε το δρόμο για τις διαβουλεύσεις της ειρήνης. Όμως, εορτασμοί δεν υπήρξαν, δεδομένου ότι ο Γάλλος πρωθυπουργός, Clemenceau, θεωρούσε πως εξαιτίας της προεκλογικής περιόδου, δεν θα λάβαινε χώρα καμία «επίσημη τελετή», εκτός από περιορισμένες, προερχόμενες από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Την ίδια στιγμή, στις ΗΠΑ, ο Wilson συναντούσε δυσκολίες στην επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών από το αμερικανικό Κογκρέσο, ενώ στη Γαλλία δεν εκδίδονταν, παρά ελάχιστες, εφημερίδες, από τις 11-12 του μηνός έως τα τέλη του μήνα, λόγω της απεργίας, που είχαν κηρύξει οι εκδότες του Τύπου.

Στις 12 Νοεμβρίου το Ανώτατο Συμβούλιο είχε λάβει απόφαση, σύμφωνα με την οποία τα ζητήματα, τα αφορώντα στη διοίκηση της Σμύρνης θα εξετάζονταν από την Επιτροπή των Ελληνικών Υποθέσεων, όπου συζητήθηκαν στις 17 και 19 Νοεμβρίου, σε τέσσερις συνεδρίες. Οκτώ μέρες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου 1919, υπογραφόταν, ανάμεσα στη Βουλγαρία και τις Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις, η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ (Neuilly-sur-Seine) και την ίδια μέρα υπογράφηκε και η ομώνυμη Σύμβαση Περί Αμοιβαίας και Εθελούσιας Μεταναστεύσεως των Ελληνοβουλγαρικών Μειονοτήτων, μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, καθώς και η Ρουμανία, υπέγραψαν λίγες μέρες αργότερα. Η Συνθήκη Ειρήνης περιλάμβανε 13 Μέρη, που υποδιαιρούνταν σε 5 Τμήματα και 296 άρθρα. Το πρώτο Μέρος ήταν αφιερωμένο στο ιδρυτικό Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών, παραπέμποντας στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, που είχε υπογραφεί πέντε μήνες νωρίτερα και ήταν προσαρτημένο στην καινούργια Συνθήκη, πρακτική που ίσχυσε για όλες τις Συνθήκες Ειρήνης. Το δεύτερο Μέρος αφορούσε στα σύνορα της Βουλγαρίας με τα γειτονικά της κράτη· στο κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων εκχωρούσε ορισμένα εδαφικά τμήματα, χάνοντας μακεδονικά εδάφη, ενώ τα σύνορα με την Ρουμανία επανέρχονταν στα προ του 1913. Το τρίτο Μέρος, υπό τον τίτλο Πολιτικοί Όροι, περιλάμβανε ξεχωριστά Τμήματα. Στο Τμήμα II και στα άρθρα 42 έως 47, περιλαμβάνονταν όροι, που ρύθμιζαν ζητήματα αφορώντα τις σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας. Στο Τμήμα III, υπό το όνομα Θράκη, περιλαμβανόταν το μοναδικό άρθρο, αρ.48.Με αυτό, η Βουλγαρία «παραιτείται υπέρ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων παντός δικαιώματος και τίτλου αυτής επί των εκείθεν των νέων συνόρων της Βουλγαρίας-ως ταύτα περιγράφονται εν τω άρθρω 27 εδαφ. 3ον του Β΄ Μέρους (Σύνορα της Βουλγαρίας)-κειμένων εδαφών της Θράκης, άτινα ανήκον τη Βουλγαρική Μοναρχία, το γε νυν δ’ έχον δεν αποτελούσιν αντικείμενον εδαφικής παραχωρήσεως». Στο ίδιο άρθρο οι Δυνάμεις αναλάμβαναν την υποχρέωση να «εξασφαλίσωσι την ελευθέραν οικονομικήν διέξοδον της Βουλγαρίας προς το Αιγαίον Πέλαγος. Οι όροι της εξασφαλίσεως ταύτης θέλουσι μεταγενεστέρως καθορισθή».

Η βουλγαρική αντιπροσωπεία εξέρχεται από το Δημαρχιακό Μέγαρο του Νεϊγύ, κομίζοντας το τελικό κείμενο της ομώνυμης Συνθήκης Ειρήνης (Πηγή: Gallica/Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας).

Το Δ΄ Τμήμα αφορούσε στην προστασία των Μειονοτήτων και σ’ αυτό περιλαμβανόταν το άρθρο 56, § 2, βάσει του οποίου προβλεπόταν η υπογραφή της Ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης Περί Αμοιβαίας και Εθελούσιας Μετανάστευσης των εθνικών, θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων, που κατοικούσαν στα δυο κράτη, η οποία, όπως προείπαμε, υπογράφηκε την ίδια μέρα με τη Συνθήκη Ειρήνης. Σημαντικά ήταν και τα άρθρα της Συνθήκης, που επέβαλαν στην ηττημένη Βουλγαρία όρους, περιοριστικούς της κυριαρχίας της, αφορώντες στον αφοπλισμό της (είχε δικαίωμα να διατηρεί μισθοφορικό στρατό, η δύναμη του οποίου δεν θα ξεπερνούσε τις 20.000 άνδρες) και στην υποχρέωσή της να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές του πολέμου, ύψους 2.250.000 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Η εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων από τις βουλγαρικές κυβερνήσεις πόρρω απείχε από τα οριζόμενα στη Συνθήκη.

Η γνωστοποίηση της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ είχε γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από μερίδα του συμπολιτευόμενου τύπου. Η εφημερίδα Οι Καιροί αφιέρωνε ένα σημαντικό, πρωτοσέλιδο άρθρο στο γεγονός και επισήμαινε πως, βάσει αυτής, η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως η νικήτρια χώρα και έπρεπε «να διατελή εν επιφυλακή απέναντι της δολίας γείτονος, ήτις παρά τας εντός 10ετίας συνεχείς ήττας αυτής, εξακολουθεί πάντοτε να ελλοχεύη και να διατηρή το αίσθημα της εκδικήσεως». Και όντως, οι σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας γνώρισαν περιόδους οξύτατης έντασης κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, σε πολλά επίπεδα.

Αριστερά: Το πλήρες κείμενο της Συνθήκης του Νεϊγύ. Δεξιά: Η επικύρωση από τον τσάρο της Βουλγαρίας και την κυβέρνηση της Σόφιας (15 Φεβρουαρίου 1920).

Δεν υπερβάλλουμε, επομένως, αν υποστηρίξουμε πως η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ δεν διευθετούσε τις ελληνοβουλγαρικές εκκρεμότητες κατά τρόπο οριστικό. Και τούτο, διότι δεν προέβλεπε την κατακύρωση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Συγκρινόμενη με τη Συνθήκη του Λονδίνου, του Μαΐου 1913, η οποία έθετε τέρμα στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο αλλά άφηνε ορθάνοιχτη την πόρτα για το ξέσπασμα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και με την μη οριστική κατακύρωση των απελευθερωθέντων νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου στην ελληνική επικράτεια και, επομένως, την μη νομική τους κατοχύρωση, το ζήτημα περιπλέχθηκε σε σημείο τέτοιο, ώστε να επιλυθεί, οριστικά ύστερα από δέκα χρόνια. Η οριστική ρύθμιση του ζητήματος της Δυτικής Θράκης επήλθε ύστερα από τέσσερα χρόνια.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ εναπέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις, τις νικήτριες του πολέμου, τη διευθέτηση του συγκεκριμένου θέματος. Η μεσολάβηση του ελληνοτουρκικού πολέμου, του 1919-1922, ακύρωσε τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών, στην οποία είχε περιληφθεί η Συνθήκη Περί Θράκης, η οποία, όμως, εντάχθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, ως αναπόσπαστο τμήμα της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η περιοχή της Δυτικής Θράκης ενσωματώθηκε στον κορμό του ελληνικού κράτους, οριστικώς και αμετακλήτως.

Ωστόσο, η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί της Δυτικής Θράκης, είχε χρειαστεί να επιβεβαιωθεί και κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαβουλεύσεων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης. Κατά τις πρώτες μέρες των συνομιλιών, στις 9/22 Νοεμβρίου, ο Τούρκος αντιπρόσωπος, Ismet Pasha, με αφορμή τη συζήτηση για την Ανατολική Θράκη, πρότεινε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη Δυτική. Όμως, η αντίδραση του Έλληνα αντιπροσώπου, του Ελευθερίου Βενιζέλου, ήταν άμεση. Συγκεκριμένα, τόνισε πως «Η τύχη αυτής της περιοχής ρυθμίστηκε από μια συνθήκη, η οποία είναι απολύτως ανεξάρτητη από τη συνθήκη των Σεβρών». Έργο της Συνδιάσκεψης ήταν η αναθεώρηση της εν λόγω Συνθήκης και όχι να επανασυζητήσει άλλες συνθήκες, οι οποίες «έχουν υπογραφεί, έχουν επικυρωθεί από τους Συμμάχους και εφαρμόζονται». Η Συνθήκη του Νεϊγύ προβλέπει τα σχετικά με την εν λόγω περιοχή και η Τουρκία δεν έχει καμία σχέση με τη Συνθήκη, δοθέντος ότι και πριν από τον πόλεμο η Δυτική Θράκη δεν της ανήκε, την είχε εκχωρήσει στη Βουλγαρία, κατόπιν διαπραγματεύσεων, και την είχε εγκαταλείψει «αυτοβούλως». Οι θέσεις του Βενιζέλου υποστηρίχτηκαν και από τον Βρετανό αντιπρόσωπο, τον Λόρδο Curzon, ο οποίος αντέδρασε και στο δημοψήφισμα, υποστηρίζοντας πως τούτο δεν αποτελούσε «κριτήριον ασφαλές κατόπιν των επελθουσών αλληλοδιαδόχων εγκαταστάσεων και εξόδων πληθυσμών διαφόρων φυλών». Θέση, δηλ., ανάλογη με εκείνη, που είχε λάβει ο Tardieu στις συζητήσεις του Παρισιού, το 1919.

Το 1919, ο Βενιζέλος, επιστρέφοντας στην Ελλάδα από το ταξίδι του στο Παρίσι, όπου ο ίδιος και ο Νικόλαος Πολίτης είχαν υπογράψει την ειρήνη με τη Βουλγαρία, μετέβη στην πλατεία Συντάγματος και απευθυνόμενος προς το πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί, εξηγούσε πως η μόλις υπογραφείσα διεθνής πράξη συνιστούσε έναν «από τους ιστορικωτέρους σταθμούς της εθνικής μας ιστορίας». Υπενθύμιζε, δε, πως τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου την είχε χαρακτηρίσει ως τον «Καταστατικόν Χάρτην της Βαλκανικής Χερσονήσου». Όμως, σε συνέντευξή του, που αναδημοσιευόταν από την εφημερίδα Μακεδονία, της 19ης Νοεμβρίου, δήλωνε: «Η Ελλάς, […] είνε ίσως η μόνη χώρα, της οποίας ουδέν εθνικόν ζήτημα ελύθη οριστικώς, αλλ’ όμως βεβαιώ ότι είμαι ικανοποιημένος εκ των λύσεων, ας έχει υπόψει της η Συνδιάσκεψις. Εις Παρισίους θα επανέλθω ευθύς ως έλθη και αύθις επί του τάπητος το τουρκικόν πρόβλημα». Τα λεγόμενά του αντικατόπτριζαν και το περιεχόμενο της Συνθήκης, που μόλις είχε υπογράψει και προδιέγραφαν τις διαψευσθείσες ελπίδες, όπως αποδείχθηκε, στην εξελικτική πορεία της ιστορίας, για την αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας σ’ ένα τμήμα της Μικράς Ασίας.

 

Treaties of World War I

 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Σημειώσεις

1. Ως και τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, οι όροι Ανατολική και Δυτική Θράκη υποδήλωναν γεωγραφικές περιοχές, με διαχωριστικό σύνορό τους τον Έβρο ποταμό και τον παραπόταμό του, Τούντζα. Διαρκούντος του Μεγάλου Πολέμου, η Δυτική Θράκη τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή και η Ανατολική, υπό οθωμανική. Με βάση τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία του 1914 οι Έλληνες των περιοχών ανέρχονταν, συνολικά, στις 573.000, οι Τούρκοι στις 514.000 και οι Βούλγαροι στις 140.000. Βάσει, των αντίστοιχων οθωμανικών, της ίδιας χρονιάς, οι Έλληνες υπολογίζονταν στις 310.935, οι Τούρκοι στις 722.862 και οι Βούλγαροι στις 68.656.

2. Σ’ όλη τη διάρκεια των διαβουλεύσεων ο Βενιζέλος εργάστηκε παρασκηνιακά, ώστε να προωθήσει τα ελληνικά δίκαια και εθνικά συμφέροντα.

 

Επιλεκτική Βιβλιογραφία

Αθήναι

Μακεδονία

Οι Καιροί

L’Homme Libre

Le Gaulois

Le Matin

Le Temps
Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Τόμος Γ΄, Αθήνα, Υπουργείο Εξωτερικών-Εθνικό Τυπογραφείο, 1994.

Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Βουλγαρίας μετά του Προσθέτου Πρωτοκόλλου, Υπογραφείσα εν Νεϊγύ τη 14-27 Νοεμβρίου 1919, Εν Αθήναις, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου 1919.

Σύμβασις μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας περί Αμοιβαίας Μεταναστεύσεως των Μειονοτήτων, υπογραφείσα εν Νεϊγύ, τη 14/27 Νοεμβρίου 1919, Εθνικόν Τυπογραφείον, 1919.

International Documentation on Macedonia, The Paris Peace Conference, 1919-1920. The Frontiers of Bulgaria, Geneva 1979.

Martens, N.R.G., Nouveau recueil général de traités 3 Série, t. XII, no 70, pp. 323-423.
Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Μιράντα, Η Δυτική Θράκη στην Εξωτερική Πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923, Αθήνα, Gutenberg, 1997.

Τούντα-Φεργάδη, Αρετή, Η Εξωτερική Πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Ι. Σιδέρις, 2005².

Στεφάνου, Στέφανος (επιμ.), Ελευθερίου Βενιζέλου, Τα Κείμενα, Τόμος Β΄, Αθήνα, Λέσχη Φιλελευθέρων/Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου, 1981.

Kitsikis Dimitri, Propagande et pressions en politique internationale. La Grèce et ses revendications à la Conférence de la Paix, 1919-1920, Paris, Presses Universitaires de France, 1963.

Macmillan, Margaret, Οι Ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, [Αθήνα], εκδόσεις Θεμέλιο, 2005.

Petsalis-Diomidis, N., Greece at the Paris Peace Conference, 1919, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1978.

Renouvin, Pierre, Histoire des Relations Internationales, Tome VII, Paris, Hachette, 1957.

Vojislav Pavlović: O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Β΄: 1941 – 1948)

Vojislav Pavlović

O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Β΄: 1941 – 1948)

 

Ο Τίτο αρχηγός των Παρτιζάνων

 Ολόκληρη η διαγωγή του Τίτο, από τη στιγμή που ανέλαβε τα ηνία του ΚΚΓ το 1937 έως τον Ιούνιο του 1941, επιβεβαιώνει πως σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα λειτούργησε ως συνεπής και ευσυνείδητος εκπρόσωπος της Κομιντέρν στη Γιουγκοσλαβία. Το κόμμα υλοποίησε, υπό την καθοδήγησή του, συστηματικά και δίχως αντιρρήσεις όλες τις οδηγίες της Μόσχας. Στα μάτια του, το συμφέρον της Γιουγκοσλαβίας, η εργατική τάξη και το ζήτημα της ανεξαρτησίας της τελευταίας, έρχονταν σε ελάσσονα μοίρα συγκριτικά με τα αντίστοιχα της ΕΣΣΔ. Ενδεικτικό είναι το ότι δεν πυροδότησε μια ένοπλη εξέγερση τη στιγμή, κατά την οποία η Γιουγκοσλαβία έπεσε θύμα επίθεσης και κατοχής, παρά μόνο έπειτα από την γερμανική εισβολή σε βάρος της ΕΣΣΔ και αφού, προηγουμένως, υπήρξε αποδέκτης σχετικών οδηγιών εκ μέρους της Μόσχας. Το ΚΚΓ ήταν παράρτημα της Κομιντέρν και συνέχισε να λειτουργεί ως τέτοιο όσο διατηρείτο η επαφή με τη σοβιετική πρωτεύουσα. Μοναδικό σημείο, όπου ο Τίτο και το κόμμα του εκδήλωναν, εδώ και κάποιο καιρό, τάσεις αυτονόμησης, ήταν εκείνο περί συγκρότησης μιας λαϊκής κυβέρνησης, με άλλα λόγια περί εξώθησης σε ένοπλη εξέγερση ενάντια στο νόμιμο καθεστώς της χώρας. Ακόμα και τις στιγμές που η Μόσχα τον αποθάρρυνε από το να προχωρήσει σε μια πρωτοβουλία του είδους αυτού, η ιδέα είχε σφηνωθεί βαθειά μέσα στη σκέψη του. Μια αλληλουχία από αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού, στο πεδίο των εχθροπραξιών αμέσως μετά την εκδήλωση της γερμανικής  εισβολής, μοιραία απέσπασε την προσοχή της σοβιετικής κυβέρνησης και της Κομιντέρν από τα τεκταινόμενα στη Γιουγκοσλαβία. Από τον Ιούλιο του 1941 και εφεξής, ο Τίτο και το ΚΚΓ αφέθηκαν, ως ένα βαθμό, μόνοι. Αναμενόμενο ήταν να επανέλθουν στη στρατηγική τους περί κατάκτησης της εξουσίας. Ας επισημανθεί δε πως πρόκειται για μια στρατηγική, η οποία δεν επιβλήθηκε καθ οιονδήποτε τρόπο από την ηγεσία του κόμματος. Αποτελούσε κοινή συνισταμένη  σύσσωμου του μηχανισμού του ΚΚΓ, ο οποίος την είχε αυθόρμητα ενστερνιστεί.

Πεποίθηση όλων ήταν ότι η έκβαση του πολέμου θα προέκυπτε από μια νικηφόρα προέλαση του Κόκκινου Στρατού εντός του Γιουγκοσλαβικού εδάφους. Απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, η ουσιαστική αποστολή, η οποία αναλογούσε στο ΚΚΓ, συνίστατο στην κατάληψη της εξουσίας μέσω μιας κοινωνικής επανάστασης πριν από την έλευση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ο πόλεμος ενάντια στη Γερμανία, δεν μπορούσε να κερδηθεί δίχως τη συνδρομή του Κόκκινου Στρατού. Όμως, ο αγώνας για την εξουσία εντός της Γιουγκοσλαβίας, ήταν υπόθεση του ΚΚΓ. Όταν οι πρώτες ομάδες Παρτιζάνων ανέλαβαν δράση εντός του Ιουλίου, πέραν από τη σύγκρουση με τις δυνάμεις κατοχής, στόχος ήταν να διαφανεί πως το προπολεμικό Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας είχε πάψει να υφίσταται δια παντός. Κάθε φορά που εισέρχονταν σε μικρές κωμοπόλεις της επαρχίας, οι τοπικοί διοικητές των Παρτιζάνων φρόντιζαν να καταστρέφουν  ο,τιδήποτε  παρέπεμπε στο παλαιό καθεστώς. Οι δήμαρχοι συλλαμβάνονταν, ενίοτε δε εκτελούνταν, τα αστυνομικά και δικαστικά αρχεία, οι στρατολογικές καταστάσεις  και τα κτηματολόγια καίγονταν. Φωτογραφίες, εικόνες και σύμβολα της βασιλικής εποχής αποσύρονταν. Μια νέα εποχή είχε ανατείλει και το ΚΚΓ ήταν αποφασισμένο να το καταστήσει σαφές προς πάσα κατεύθυνση.³⁷

Γερμανικές θηριωδίες στο Pancevo, 21-22 Απριλίου 1941.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του Αυγούστου, ο Τίτο ενημέρωσε σχετικά την Κομιντέρν ως εξής: “Οι Παρτιζάνοι προβαίνουν στην αντικατάσταση των τοπικών αρχών. Καίνε στις στρατολογικές και φορολογικές καταστάσεις καθώς και κάθε άλλου είδους αρχεία, τέλος, εγκαθιστούν λαϊκές επιτροπές εν είδει νέας μορφής τοπικής διοίκησης”.³⁸ Αντικειμενικός σκοπός ήταν, ακριβώς,  η ίδρυση λαϊκών συμβουλίων σε τοπική κλίμακα. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ο υπαρχηγός του Τίτο, Σλοβένος Edvard Kardelj, απέδωσε την αντικατάσταση των υπαρχουσών τοπικών αρχών στο γεγονός ότι οι τελευταίες υπηρετούσαν πιστά τις δυνάμεις κατοχής. Για μια συστράτευση ενάντια στους Γερμανούς, ήταν αναγκαία η δημιουργία νέου είδους τοπικών αρχών. Αποστολή των λαϊκών συμβουλίων ήταν ο ανεφοδιασμός των Παρτιζάνων και η παροχή βοήθειας προς αυτούς, η τήρηση της τάξης, τέλος, ο επισιτισμός των κατοίκων.³⁹ Οι διάφορες μορφές τοπικής διοίκησης δεν συνέκλιναν προς κάποιας μορφής πυραμίδα εξουσίας. Αργότερα, έπειτα από το πέρας του πολέμου, ο Τίτο αναγνώρισε πως είχε αποφύγει να πράξει κάτι τέτοιο, προκειμένου να μην προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της Μόσχας. Άλλωστε, από τον Οκτώβριο του 1941, η ΕΣΣΔ είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την ευρισκόμενη στο Λονδίνο εξόριστη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Αυτός υπήρξε και ο λόγος που, για πολλοστή φορά τον απέτρεψε από τη σκέψη εγκαθίδρυσης  οποιουδήποτε είδους λαϊκής κυβέρνησης.⁴°

Ο Τίτο και ο  Edvard Kardelj (τρίτος από αριστερά), στο Γενικό Στρατηγείο των Παρτιζάνων.

Ο Τίτο είχε απόλυτη συναίσθηση του ότι η Μόσχα έτρεφε διαφορετικού είδους επιδιώξεις όταν του ανέθετε την οργάνωση μιας ένοπλης εξέγερσης. Επρόκειτο για την επονομαζόμενη “Θεωρία των δυο φάσεων”, δηλαδή, για την κατεπείγουσα συμμαχία με όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ειδικότερα ως προς την Σερβία, κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με σύμπραξη με τους Tchetniks του συνταγματάρχη Dragoljub Draža Mihailović. Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση της Σερβίας συνίστατο στο ότι η τελευταία τελούσε υπό άμεση γερμανική κατοχή. Αμέσως μετά το πέρας των εχθροπραξιών, το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων μεταφέρθηκε στο ανατολικό μέτωπο, αφήνοντας επιτόπου δυο, μόνο, υποστελεχωμένες μεραρχίες. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία είχε επιτρέψει στον Mihailović να οργανώσει ένα αντιστασιακό κίνημα ήδη από τον μήνα Μάϊο. Τον πυρήνα του κινήματος συγκροτούσαν αξιωματικοί και οπλίτες του σερβικού στρατού, ταπεινωμένοι από την ήττα και την αδυναμία προβολής αποτελεσματικής αντίστασης για την προάσπιση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της Σερβίας. Έτσι λοιπόν, όταν οι Παρτιζάνοι του Τίτο ανέλαβαν δράση τον Ιούλιο, ήταν υποχρεωμένοι να υπολογίζουν σοβαρά τις μονάδες του   Mihailović. Τα δυο αντιστασιακά κινήματα διέθεταν αντικρουόμενες πολιτικές στρατηγικές. Ο  Mihailović είχε κατά νου την αποκατάσταση των προπολεμικών θεσμών, την ίδια στιγμή που, καθώς είδαμε, οι Παρτιζάνοι του Τίτο είχαν αρχίσει να τους υποκαθιστούν, σε τοπική κλίμακα, δια της βίας.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του Mihailović ήταν το κύρος, που του προσέδιδε ο βαθμός του, όπως και ένα ολόκληρο δίκτυο συναδέλφων του αξιωματικών, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Σερβία. Στα μάτια της τοπικής διοίκησης, φάνταζε ως η μοναδική εναλλακτική λύση έναντι ενός καθεστώτος συνεργατών, που οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει μέσω της κατοχικής κυβέρνησης του στρατηγού Milan Nedić. Η στρατηγική του Mihailović ήταν κατά κύριο λόγο αμυντική. Προσέβλεπε σε μια ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων, η οποία θα συνεπάγετο την απελευθέρωση της χώρας. Αντιμετώπιζε το κίνημά του σαν μια οργάνωση, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να συνδράμει τους τελευταίους σε περίπτωση που επέλεγαν να αποβιβαστούν στα Βαλκάνια. Δεν χρειαζόταν να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση του κινήματός του. Την διέθετε εκ των πραγμάτων από τη στιγμή, κατά την οποία η εξόριστη βασιλική κυβέρνηση του παρείχε πλήρη υποστήριξη.

Αντίθετα, οι Παρτιζάνοι του Τίτο στερούνταν παντελώς πολιτικής νομιμοποίησης. Η, πριν από τον πόλεμο, περιορισμένης διάρκειας παρουσία του ΚΚΓ στα πολιτικά δρώμενα της Γιουγκοσλαβίας,  δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν κάποιας μορφής αξιοπιστία ήταν να αναγορευτούν σε αιχμή του δόρατος του αγώνα κατά των Γερμανών. Αυτή, άλλωστε, ήταν και η επιθυμία της Μόσχας. Η αντιπαράθεση με τον κατακτητή μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική προπαγάνδα προς όφελος του ΚΚΓ. Στρεφόμενο δυναμικά κατά των Γερμανών, αλλά και ενάντια σε ένα ολόκληρο σύστημα τοπικής διοίκησης, το οποίο είχε αφομοιωθεί από τις δυνάμεις κατοχής, το κόμμα θα ήταν σε θέση να υλοποιήσει τα κατάλοιπα της προπολεμικής τάξης πραγμάτων. Το χάσμα με το κίνημα του Mihailović ήταν αγεφύρωτο. Παρά ταύτα, η Μόσχα εξακολουθούσε να προτρέπει προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός ενιαίου εθνικού Λαϊκού Μετώπου. Ο Τίτο δεν είχε επιλογή άλλη από το να συνεργαστεί με τον πολιτικό του αντίπαλο, τον Mihailović.

Έως ότου οι δυο άνδρες συναντηθούν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941, ο Τίτο αγνοούσε επιδεικτικά κάθε δραστηριότητα του Mihailović στις επαφές που είχε με τη Μόσχα. Περιέγραφε μόνο τα επιτεύγματα των δικών του μονάδων, στιγματίζοντας τους εθελοντές συνεργάτες του Kosta Pećanac, ο οποίος είχε συνάψει σύμφωνο με τις τοπικές αρχές κατοχής.⁴¹ Η πρώτη μνεία χρονολογείται από τις 28 Σεπτεμβρίου, όπου δεν αναφέρεται καθόλου το όνομα του Mihailović. Γίνεται μοναχά λόγος για μονάδες στρατιωτικών Tchetniks, οι οποίοι μάχονταν κατά των Γερμανών.⁴² Επί της ουσίας, ο Mihailović πρωτοεμφανίζεται ονομαστικά στις αναφορές του Τίτο στις 25 Νοεμβρίου, δηλαδή δυο ολόκληρους μήνες αφότου συνήψαν σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ τους (19 Σεπτεμβρίου 1941).⁴³ Έκτοτε, δεν έπαψε να καταγγέλει τον Mihailović στη Μόσχα για συνεργασία με τον κατακτητή, κάθε φορά που του προσφερόταν η δυνατότητα. Έπραξε τα πάντα προκειμένου να εμφανίζει τους Παρτιζάνους ως το μοναδικό αυθεντικό αντιστασιακό κίνημα από τον Ιούλιο 1941 και έπειτα. Απέκρυπτε συστηματικά κάθε είδους δραστηριότητα των Tchetniks. Το πρόβλημα ανέκυψε από τη στιγμή, κατά την οποία η εξόριστη βασιλική κυβέρνηση αναγνώρισε τον Mihailović ως ηγέτη της γιουγκοσλαβικής αντίστασης. Οι καταγγελίες του Τίτο ανάγκασαν τον Dimitrov να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις για το είδος των σχέσεων μεταξύ των δυο ανδρών. Τέλος, ο επικεφαλής της Κομιντέρν θέλησε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο Τίτο είχε προβεί σε ενέργειες προς την κατεύθυνση της θέσπισης μιας ενιαίας διοίκησης των Γιουγκοσλάβων αντιστασιακών.⁴⁴

O Dragoljub Draža Mihailović (δεύτερος από αριστερα στην πρώτη σειρά) τον Ιανουάριο του 1944.

Το κρυπτογράφημα του Dimitrov παραλήφθηκε τον Δεκέμβριο, την ίδια ακριβώς στιγμή που γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εντός της Σερβίας είχαν φέρει σε εξαιρετικά δυσχερή θέση τόσο τους Παρτιζάνους όσο και τους  Tchetniks. Ο Τίτο, συνοδευόμενος από λιγότερους από χίλιους άνδρες, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει στο Sandžak. Από τη δική του πλευρά, ο Mihailović διέταξε τις ομάδες του να διαλυθούν και να καταφύγουν στο Μαυροβούνιο. Επιπρόσθετα, ήδη από τον Νοέμβριο, είχαν ξεσπάσει και κρούσματα αντιπαράθεσης μεταξύ τους, με αποτέλεσμα αμφότεροι να εξασθενίσουν περισσότερο. Ήταν εμφανές πως είχε εξαντληθεί κάθε προοπτική συνεργασίας. Το σχέδιο της Μόσχας περί συγκρότησης μιας ευρείας συμμαχίας είχε ναυαγήσει ως προς την Σερβία, αλλά και ως προς την Γιουγκοσλαβία γενικότερα. Ακόμα χειρότερα, δεν υπήρξε ανταπόκριση στις εκκλήσεις απελπισίας του Τίτο για αποστολή όπλων, εξοπλισμού και πυρομαχικών. Η ΕΣΣΔ ήταν ανήμπορη να απελευθερώσει τη Γιουγκοσλαβία, έτσι όπως το ΚΚΓ το είχε οραματιστεί το καλοκαίρι του 1941. Ο Τίτο και οι σύντροφοί του είχαν αφεθεί ολομόναχοι κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς και δυσοίωνες συνθήκες. Μη διαθέτοντας άλλη επιλογή, αποφάσισαν να υλοποιήσουν τη δική τους στρατηγική, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο το είχαν πράξει στις αρχές του 1938, την επομένη της εξολόθρευσης του Gorkić.

 

Η στρατηγική του Τίτο

Η αδυναμία της Μόσχας να παράσχει οποιασδήποτε μορφής βοήθεια προς τους Παρτιζάνους και ο αγώνας επιβίωσης, στον οποίο εκ των πραγμάτων η ΕΣΣΔ είχε επιδοθεί, ανάγκασαν τον Τίτο να αναζητήσει λύσεις από μόνος. Το ιδεολογικό υπόβαθρο δεν είχε μεταβληθεί από την εποχή της επανόδου του από την σοβιετική πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά, ωστόσο, του εμφανιζόταν η ευκαιρία να το εφαρμόσει απερίσπαστος. Έχοντας αποσυρθεί αρχικά στο Sandžak και κατόπιν στη Βοσνία, βρισκόταν σε έδαφος, το οποίο τελούσε υπό το καθεστώς των Ούστασε (Ustaša) του  Ante Pavelić. Συνεπώς, ήταν υποχρεωμένος να αναμετρηθεί με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβοι είχαν αναζητήσει καταφύγιο στα δάση της Κροατίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, επιχειρώντας να διαφύγουν από την γενοκτονία, στην οποία ο  Pavelić είχε προβεί σε βάρος των Σέρβων, των Εβραίων και των Ρομά. Σε μερικές περιπτώσεις, οργανώνονταν σε αυτοσχέδιες πολιτοφυλακές. Άλλοτε πάλι, προσχωρούσαν στις τάξεις των Παρτιζάνων. Τέλος, ορισμένοι από αυτούς στελέχωναν τις ομάδες των Tchetniks, υπό την κατ όνομα, μόνο,  ανώτατη διοίκηση του Mihailović. Όλοι αυτοί οι διαφυγέντες, αποτελούσαν ιδανική πελατεία για τους Παρτιζάνους από τη στιγμή που το καθεστώς Pavelić ακολουθούσε μια εθνοκτόνο πολιτική: Το ένα τρίτο των Σέρβων, οι οποίοι βρίσκονταν εντός των ορίων του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους έπρεπε να εξοντωθεί. Άλλο ένα τρίτο, να απελαθεί. Το εναπομείναν τρίτο μπορούσε να παραμείνει επιτόπου, υπό την προϋπόθεση να ασπαστεί την Καθολική θρησκεία. Προκειμένου να τους εντάξει στο κίνημά του, ο Τίτο χρειαζόταν κάτι παραπάνω από συνθήματα περί κοινού αγώνα κατά του κατακτητή. Είχε ανάγκη από μια ευνόητη πολιτική και στρατιωτική στρατηγική, βασισμένη επάνω στα όσα είχε ο ίδιος μάθει στη Μόσχα. Μια στρατηγική γύρω από το τρίπτυχο: 1) Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία των εθνών, 2) Λαϊκό Μέτωπο από τη βάση και 3) Κυβέρνηση από τον λαό. Απώτερος στόχος ήταν η κατάκτηση της εξουσίας και η οργάνωση μιας  κοινωνικής επανάστασης.

Ο κατακερματισμός της κατεχόμενης Γιουγκοσλαβίας.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1941, ημέρα των γενεθλίων του Στάλιν, ο Τίτο συγκρότησε στην Πρώτη Προλεταριακή ταξιαρχία, μια ετοιμοπόλεμη επίλεκτη μονάδα, ικανή να επιχειρεί άμεσα σε κάθε  σημείο της επικράτειας. Η παρουσία και μόνο μονάδων αυτού του είδους σε περιοχές, οι οποίες κατοικούνταν από Σέρβους χωρικούς, αρκούσε, προκειμένου να πείσει τους τελευταίους να προσχωρήσουν ομαδικά στις τάξεις των Παρτιζάνων. Περισσότερο ετοιμοπόλεμες από τις αντίστοιχες των Tchetniks, οι μονάδες αυτές ήταν σε θέση να παράσχουν μεγαλύτερη προστασία ενάντια στα εγκλήματα των Ούστασε. Οι Παρτιζάνοι διέθεταν ένα ιδεολογικό πλεονέκτημα. Δεν μάχονταν μόνο για την αποτίναξη του ξένου ζυγού. Πολεμούσαν συνάμα για την επιβολή μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Στα μέρη, από όπου περνούσαν, φρόντιζαν να εγκαθιστούν λαϊκά συμβούλια, τα επονομαζόμενα, από το 1942 και μετά, Συμβούλια Λαϊκής Απελευθέρωσης (τα αρχικά στη Σερβική γλώσσα είναι ΝΟΟ). Η αποστολή των παραπάνω συμβουλίων καθορίστηκε από τις οδηγίες του Φεβρουαρίου 1942. Είχαν επινοηθεί προκειμένου να λειτουργούν ως υπόβαθρο ενός νέου πολιτικού συστήματος, μέσω του ανεφοδιασμού σε τρόφιμα και πολεμοφόδια των μονάδων εκείνων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Αποτελούσαν μέρος του όλου πολεμικού μηχανισμού, από τη στιγμή, κατά την οποία ενέπιπτε σε αυτά ο έλεγχος των μετόπισθεν. Στα συμβούλια μπορούσαν να εδρεύουν άτομα προερχόμενα και από άλλα κόμματα, ωστόσο όχι ως εντολοδόχοι των τελευταίων.⁴⁵ Η στελέχωση ακολουθούσε πιστά την αρχή περί   “Λαϊκού Μετώπου από τη βάση”, καθώς τον πλήρη έλεγχο ασκούσε το ΚΚΓ. Εκείνο ήταν που επέλεγε όσους προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.

Η νέα στρατηγική του Τίτο σχεδιάστηκε σε μια στιγμή που οι επαφές με τη Μόσχα ήταν περιορισμένες. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τότε που αναγκάστηκε να διαφύγει από τη Σερβία. Η ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μέσω του Kopinič, στο Ζάγκρεμπ, αποδείχτηκε ακόμα πιο δυσχερής. Ευρισκόμενος ακόμη στη Σερβία, ο Τίτο μπορούσε να κάνει χρήση ενός τηλεγράφου, που το σοβιετικό διπλωματικό προσωπικό, προτού αποχωρήσει, είχε αφήσει σε έναν δημοσιογράφο ονόματι Miša Brašić. Μη δυνάμενος να χειριστεί το μηχάνημα, ο Brašić εμπιστεύτηκε τους κώδικες στους Παρτιζάνους, οι οποίοι τους μετέφεραν στον Τίτο. Δυστυχώς γι αυτόν, οι κώδικες αποδείχτηκαν λανθασμένοι. Η απευθείας επαφή με τη Μόσχα αποκαταστάθηκε μόνο έπειτα από την έλευση του Kopinič από το Ζάγκρεμπ, τον Φεβρουάριο του 1942, φέροντος τους σωστούς κώδικες. Επομένως, για κάποιο χρονικό διάστημα ο Τίτο απέφυγε να ενημερώσει την Μόσχα σχετικά με τη νέα του στρατηγική. Το έπραξε, όμως, η βασιλική εξόριστη κυβέρνηση, η οποία κοινοποίησε προς τις σοβιετικές αρχές ότι ολόκληρο αυτόν τον καιρό, το ΚΚΓ εφάρμοζε το δικό του πρόγραμμα στην Γιουγκοσλαβία. Οι Προλεταριακές Ταξιαρχίες έφεραν στο πηλίκιό τους ένα κόκκινο αστέρι, απόδειξη της κομμουνιστικής τους προέλευσης. Κατόπιν τούτου, η Μόσχα ζήτησε να πληροφορηθεί κατά πόσο η συγκρότηση των μονάδων αυτών ήταν απαραίτητη και σε ποιό βαθμό στελεχώνονταν από κομμουνιστές. Πάνω απ όλα, επεδίωκε να μάθει εάν ο Τίτο είχε σκοπό  να εγκαθιδρύσει ένα σοβιετικής εμπνεύσεως πολιτικό σύστημα στη χώρα του. Του υπενθύμισε πως πρωταρχικός στόχος ήταν ο σχηματισμός ενός ευρέως αντιφασιστικού μετώπου, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στους κόλπους του και τον Mihailović. Αντ αυτού, τα σήματα τα οποία λάμβανε, έκαναν λόγο περί προδοσίας του τελευταίου, κάτι που η Μόσχα αμφισβητούσε καθότι, από τον Ιανουάριο 1942, ο Mihailović ασκούσε καθήκοντα υπουργού Στρατιωτικών για λογαριασμό της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης.⁴⁶

Επρόκειτο για μια θεμελιώδη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον Τίτο και τους προϊσταμένους του. Ο ηγέτης των Παρτιζάνων αρνείτο να ακολουθήσει τη γραμμή της Μόσχας περί “στρατηγικής των δυο φάσεων”. Άλλωστε, αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο από τη στιγμή, κατα την οποία είχε διακόψει σχέσεις με τον Mihailović και είχε ξεκινήσει να οικοδομεί το δικό του πολιτικό σύστημα, δομημένο με γνώμονα το σοβιετικό μοντέλο. Ωστόσο, τα πράγματα άλλαξαν εκ νέου, εξαιτίας της πίεσης που άρχισε να ασκεί η Μόσχα. Η αλληλογραφία έβριθε οδηγιών για αποκατάσταση των σχέσεων με τον Mihailović. Μια παρόμοια εξέλιξη θα διευκόλυνε τα μέγιστα μια συμμαχία ανάμεσα στην ΕΣΣΔ από τη μια πλευρά, την Μεγ. Βρετανία και τις ΗΠΑ από την άλλη. Αρχικά, ο Τίτο έδειχνε να επιμένει στις θέσεις του συνεχίζοντας πεισματικά να καταγγέλει τον Mihailović ως ένοχο προδοσίας και να πολεμά εναντίον του, εξωθώντας τα πράγματα σε εμφύλια αντιπαράθεση. Σε ένα δεύτερο στάδιο, τα επιτεύγματα των Παρτιζάνων άρχισαν να αναμεταδίδονται από τα σοβιετικά μέσα ενημέρωσης. Σταδιακά, ο Τίτο κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Μόσχας ως προς το όραμά του για την Γιουγκοσλαβία. Με την πάροδο του χρόνου, οι σοβιετικοί διπλωμάτες, άρχισαν να απηχούν τις απόψεις του Τίτο στις επαφές τους με την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση.⁴⁷

Ωστόσο, υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθούσε να παραμένει άλυτο. Επρόκειτο για την άρνηση του Τίτο να εφαρμόσει την “στρατηγική των δυο φάσεων”, ένα πραγματικό αγκάθι στις σχέσεις του με την Μόσχα. Στις 12 Νοεμβρίου 1942, διαμήνυε τα ακόλουθα: “Βρισκόμαστε σε  διαδικασία συγκρότησης ενός είδους κυβέρνησης, που θα ονομάσουμε Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (NKOJ). Όλα τα έθνη και τα πρώην κόμματα θα εκπροσωπούνται στους κόλπους της”.⁴⁸ Απαντώντας, ο Dimitrov υπογράμμισε τις υπάρχουσες διαστάσεις απόψεων. Ναι μεν επικροτούσε την επικείμενη ίδρυση της Εθνικής Επιτροπής, όχι όμως ως μορφή κυβέρνησης, αλλά ως πολιτικό σώμα του κινήματος των Παρτιζάνων: “Μη φέρετε την Εθνική Επιτροπή σε σύγκρουση με την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση του Λονδίνου. Στην παρούσα φάση αποφύγετε να  κάνετε λόγο για κατάργηση της Μοναρχίας προβάλλοντας το σύνθημα περί εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας. Όπως αντιλαμβάνεστε, η επιλογή του πολιτικού συστήματος θα γίνει έπειτα από την ήττα του Ιταλο-Γερμανικού συνασπισμού και την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας…Μη λησμονείτε πως η ΕΣΣΔ έχει συνάψει διπλωματικές σχέσεις με τον βασιλέα και την εξόριστη κυβέρνηση. Μια ενδεχόμενη μετωπική σύγκρουση με αυτούς θα προκαλέσει δυσκολίες στην κοινή πολεμική προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης με τις ΗΠΑ και Μεγ. Βρετανία. Οφείλετε να αναλογίζεστε την έκβαση του αγώνα σας όχι μόνο υπό το πρίσμα των εθνικών συμφερόντων αλλά και σε συνάρτηση με τους στόχους και τις επιταγές της τριμερούς διεθνούς συμμαχίας”.⁴⁹

Η αναφορά του Dimitrov στην “παρούσα φάση” υπαινίσσεται αναμφίβολα την περίφημη “στρατηγική των δυο φάσεων”, την οποία με τόσο πεισματικό τρόπο ο Τίτο αρνείτο να εφαρμόσει. Παρά ταύτα, ο τελευταίος ήταν αναγκασμένος να ακολουθήσει τις οδηγίες της Κομιντέρν. Στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1942 στο Bihać, συνήλθε για πρώτη φορά του λεγόμενο Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (AVNOJ), ενα νεότευκτο όργανο, το οποίο o ίδιος προόριζε ως εθνοσυνέλευση των Παρτιζάνων. Όμως, από τη συνέλευση αυτή δεν προέκυψε καμία κυβέρνηση. Σεβόμενος τις οδηγίες της Μόσχας, ο Τίτο απεμπόλησε για την ώρα την ιδέα σχηματισμού λαϊκής

Ενθύμιο της πρώτης συνεδρίασης του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας.

κυβέρνησης. Το Αντιφασιστικό Συμβούλιο προχώρησε στη συγκρότηση μιας Εκτελεστικής Επιτροπής, δίχως να προσδιορίσει επακριβώς τις αρμοδιότητές της. Έστω κι έτσι, οι Παρτιζάνοι ανήγειραν την δική τους πυραμίδα εξουσίας. Βάση της τελευταίας ήταν τα Συμβούλια Λαϊκής Απελευθέρωσης, εθνοσυνέλευση το Αντιφασιστικό Συμβούλιο και διοικητικό όργανο η Εκτελεστική Επιτροπή.⁵º Ο δημοκρατικός χαρακτήρας των προαναφερθέντων οργάνων συνεπαγόταν διενέργεια αδιάβλητων εκλογών μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες.⁵¹ Για την ώρα, το Αντιφασιστικό Συμβούλιο τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο του ΚΚΓ. Εκείνο ήταν που είχε επιλέξει επιμελώς τους συμμετέχοντες της ιδρυτικής συνέλευσης του Bihać. Η ίδια συνέλευση κατήγγειλε τους Pavelić, Nedić και Mihailović ως Κουΐσλινγκς και συνεργάτες του κατακτητή.

Ειδικότερα, το ζήτημα της συνεργασίας με τις δυνάμεις κατοχής προσέλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις για τους Παρτιζάνους την άνοιξη του 1943. Ήταν η στιγμή που, τόσο ο Τίτο όσο και οι Γερμανοί, ήταν πεπεισμένοι πως οι Σύμμαχοι, έχοντας επιτυχώς ολοκληρώσει τις επιχειρήσεις τους στην Β. Αφρική, προετοιμάζονταν για απόβαση στα Βαλκάνια. Ο Τίτο φοβόταν πως παρόμοια εξέλιξη θα ενίσχυε σημαντικά τον Mihailović στο πλαίσιο διεξαγωγής του Εμφυλίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Vladimir Dedijer, ανεπίσημος χρονικογράφος του αγώνα των Παρτιζάνων, αντικειμενικός στόχος μιας Συμμαχικής απόβασης θα ήταν η προάσπιση του καπιταλισμού, του συγκεντρωτισμού και της μοναρχίας.⁵² Μάλιστα, ο Τίτο έφτασε μέχρι σημείου να εκλάβει την ανασύνταξη των ομάδων του Mihailović εντός του Μαυροβουνίου ως προπαρασκευαστική ενέργεια της παρέμβασης των Συμμάχων. Πρόθεσή του ήταν να επανέλθει στο Μαυροβούνιο και να εξουδετερώσει τον εσωτερικό αντίπαλο προτού οι τελευταίοι προλάβουν να αποβιβαστούν. Εν συνεχεία, θα μετακινούσε τις δυνάμεις του στη Σερβία αναμένοντας την έλευση του Κόκκινου Στρατού.⁵³ Πρωταρχικό του μέλημα ήταν να κερδίσει τον Εμφύλιο Πόλεμο. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό. Προκειμένου δε να το πράξει, ήταν έτοιμος να συνάψει ανακωχή ακόμα και με τους Γερμανούς. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος κατά του Mihailović προτού αποκρούσει, κατόπιν, μια Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Αδριατικής.

Την θέση σε εφαρμογή των σχεδίων του Τίτο πρόλαβε η Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση, η οποία προχώρησε σε μια σειρά προληπτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε βάρος όλων των αντιστασιακών δυνάμεων στην ενδοχώρα. Πρόκειται για την επιχείρηση Weiss, το πρώτο σκέλος της οποίας έλαβε χώρα στις αρχές του 1943 στην ΒΔ Βοσνία. Το αμέσως επόμενο στάδιο, στην Ερζεγοβίνη και στο Μαυροβούνιο, είχε ως στόχο την εξουδετέρωση των ομάδων του Mihailović στις δυο παραπάνω επαρχίες.⁵⁴ Συμπιεσμένος από τη διάταξη των Γερμανών, ο Τίτο αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει προς τα παράλια. Το κύριο σώμα των δυνάμεών του βρισκόταν συγκεντρωμένο στην κοιλάδα του ποταμού Neretva, όταν πληροφορήθηκε την σύλληψη ενός Γερμανού ταγματάρχη της 717ης Μεραρχίας. Μέσω αυτού, βολιδοσκόπησε την Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση για μια ευρείας κλίμακας ανταλλαγή αιχμαλώτων. Η πρακτική αυτή διέθετε την δική της προϊστορία, καθώς ανταλλαγές του είδους αυτού είχαν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, ο Marijan Stilinović, διοικητής μιας ομάδας Παρτιζάνων, μετέβη στο Ζάγκρεμπ, με αποστολή να βοηθήσει τους Γερμανούς να εντοπίσουν συλληφθέντα μέλη του ΚΚΓ, τα οποία προορίζονταν για ανταλλαγή. Στη διάρκεια της εκεί παραμονής του, ο Stilinović υπήρξε αποδέκτης μιας αναπάντεχης πρότασης εκ μέρους του Γερμανού Γενικού Πληρεξουσίου εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους, Edmund Glaise von Horstenau: της απόσυρσης του συνόλου των μονάδων των Παρτιζάνων εντός των ορίων του Sandžak, μιας ζώνης ιταλικής ευθύνης, ευρισκόμενης μακριά από τους μεγάλους συγκοινωνιακούς άξονες.⁵⁵ Στις 4 Μαρτίου 1943, έπειτα από μια σύσκεψη με τους Djilas και Ranković, ο Τίτο αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση. Καθώς μάλιστα, δεν επρόκειτο να προκύψουν προστριβές με τα γερμανικά στρατεύματα, οι Παρτιζάνοι θα μπορούσαν να εστιάσουν την προσοχή τους στην αναμέτρηση με τον Mihailović, ενδεχομένως δε, και με τους Συμμάχους.⁵⁶ Για τον σκοπό αυτό, έστειλε στον διοικητή της 717ης Γερμανικής Μεραρχίας τους  Milovan Djilas, Koča Popović (διοικητή της 1ης Προλεταριακής ταξιαρχίας), καθώς και τον άνθρωπό του, επιφορτισμένο με τις ειδικές αποστολές, Vladimir Velebit. Πέραν της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι τρεις απεσταλμένοι ήταν κομιστές μιας πρότασης για αναστολή των εχθροπραξιών και δημιουργία ουδέτερης ζώνης, που θα επέτρεπε μια ασφαλή οπισθοχώρηση των Παρτιζάνων. Κατέστησαν σαφές ότι δεν συνέτρεχε λόγος για συνέχιση των εχθροπραξιών, από τη στιγμή που ο κύριος αντίπαλος ήταν οι δυνάμεις του Mihailović. Διαβεβαίωσαν, μάλιστα, τους Γερμανούς, για την βούληση των Παρτιζάνων να αποκρούσουν μια πιθανή Συμμαχική απόβαση.⁵⁷ Η τριμελής αντιπροσωπεία επέδωσε τις προτάσεις της γραπτά στον Γερμανό διοικητή της 717ης Μεραρχίας, προτρέποντάς τον να τις διαβιβάσει προς τους ανωτέρους του.⁵⁸

Επιχείρηση Weiss (Ιανουάριος – Μάρτιος 1943).

Ο Popović επέστρεψε στην μονάδα του προτού γίνει γνωστή η απάντηση της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης. Οι Djilas και Velebit μετέβησαν κατά πάσα πιθανότητα στο Σεράγεβο και κατόπιν στο Ζάγκρεμπ για να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις. Εκεί, ο Horstenau έθεσε ως προϋπόθεση την άμεση διακοπή των επιθέσεων των Παρτιζάνων κατά μήκος του σιδηροδρομικού  άξονα μεταξύ Βελιγραδίου και Ζάγκρεμπ. Οι δυο απεσταλμένοι ενημέρωσαν σχετικά τον Τίτο και εκείνος διέταξε αναλόγως τις ομάδες, που επιχειρούσαν εντός της Βοσνίας. Χάρη στη μεσολάβηση του Velebit, έστειλε την ίδια διαταγή και προς τις μονάδες, οι οποίες δρούσαν στην Κροατία. Ο τελευταίος, μετέβη επιτόπου, συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς. Δεν επιτεύχθηκε επίσημη διακοπή των εχθροπραξιών. Στην ουσία, όμως, οι Παρτιζάνοι της Κροατίας συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Τίτο. Οι διαπραγματεύσεις δεν έμελλαν να καρποφορήσουν. Γι αυτή την άδοξη εξέλιξη, το βάρος της ευθύνης φέρει προσωπικά ο Hitler και η κατηγορηματική του άρνηση να διαπραγματευτεί με “κακοποιούς”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε τους Παρτιζάνους.⁵⁹

Αν και άκαρπες, οι παραπάνω διαπραγματεύσεις ανέδειξαν την πραγματική φύση του Εμφυλίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Ευρισκόμενος υπό πίεση και πεπεισμένος πως επίκειται Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Αδριατικής, ο Τίτο δεν δίστασε να προτείνει προς τους Γερμανούς μια μορφή σύμπραξης εάν όχι συνεργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις οι ειδικοί απεσταλμένοι του υπήρξαν εκείνοι που πρότειναν αναστολή των εχθροπραξιών, ούτως ώστε η προσοχή να στραφεί προς τον κύριο αντίπαλο: τον Mihailović, πιθανότατα δε και τους Συμμάχους. Οι προτεραιότητες του Τίτο αποκαλύφτηκαν, έστω και εάν δεν δόθηκε, τελικά, συνέχεια στις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς. Δεν περιορίστηκε στο να μην υλοποιήσει την “Θεωρία των δυο φάσεων” της Μόσχας. Στην ουσία την αντέστρεψε. Πρωταρχικός του στόχος ήταν η κατάκτηση της εξουσίας και η εξουδετέρωση του  Mihailović. Το δήλωσε δίχως περισπασμούς στις οδηγίες, τις οποίες απηύθυνε προς τους Παρτιζάνους της Βοσνίας.⁶º Επιπρόσθετα, κέρδισε πολύτιμο χρόνο, που του επέτρεψε να συνεχίσει την ανάπτυξη των δυνάμεών του προς την Ερζεγοβίνη και προς το Μαυροβούνιο.⁶¹ Στις αναφορές του προς την Μόσχα, υποβάθμισε εσκεμμένα την υπόθεση των επαφών με τους Γερμανούς. Έκανε λόγο περί παρουσίας Παρτιζάνων απεσταλμένων στο Ζάγκρεμπ με μόνη εντολή την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί η εχθρότητά του έναντι της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης του Λονδίνου. Αιτία ήταν η υποστήριξη, την οποία η τελευταία παρείχε απλόχερα προς τον Mihailović. Ωστόσο την εξέφρασε κατά τέτοιο τρόπο, που ο ίδιος πίστευε ότι δεν θα δυσαρεστούσε την Μόσχα. Επισήμανε πως οι Παρτιζάνοι και τα διάφορα έθνη της Γιουγκοσλαβίας έτρεφαν πηγαίο μίσος κατά της Μεγ. Βρετανίας, επειδή η τελευταία απέφευγε να προβεί στην διάνοιξη ενός δευτέρου μετώπου στην Ευρώπη.⁶² Ο Dimitrov αντέδρασε καταδικάζοντας τις επαφές με τους Γερμανούς και χαρακτηρίζοντας ως μη παραγωγική την αντιπαλότητα με την Μεγ. Βρετανία. ⁶³ Οι εξηγήσεις του Τίτο δεν αρκούσαν, προκειμένου να υπερκεραστεί η θεμελιώδης διάσταση απόψεων ως προς την ακολουθητέα στρατηγική, η οποία είχε ανακύψει ανάμεσα σε αυτόν και την Μόσχα.

Το εύρος των διαφορών ανάμεσα στον Τίτο και τη σοβιετική κυβέρνηση αποκαλύφθηκε στις πραγματικές του διαστάσεις με αφορμή την απόφαση της Μόσχας να διαλύσει την Κομιντέρν. Επρόκειτο για μια επιλογή ανάγκης προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει η συμμαχία με τις Δυτικές δυνάμεις. Με τον τρόπο αυτό πήρε τέλος ένας θεσμός, ο οποίος επί χρόνια προΐστατο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Μολαταύτα, η ατζέντα του Τίτο παρέμεινε αναλοίωτη: Κατάληψη της εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία από τους κομμουνιστές, μέσω της αντιπαράθεσης με τον Mihailović. Βρήκε, ωστόσο, τρόπο για να στήσει ένα ευρύ αντιφασιστικό μέτωπο, αλλά και για να έρθει σε άμεση επαφή με τον βρετανικό στρατό. Τον Μάϊο του 1943, έπεσαν με αλεξίπτωτο στο αρχηγείο του οι πρώτοι Βρετανοί σύνδεσμοι αξιωματικοί. Είναι αλήθεια πως ο Τίτο δεν παρέλειπε να ενημερώνει ανελλιπώς τον Dimitrov για τις επαφές που είχε με αυτούς και, αργότερα, για εκείνες με τους Αμερικανούς ομολόγους τους. Από την άλλη πλευρά, οι αναφορές των συνδέσμων αξιωματικών επηρρέασαν τα μέγιστα την μεταστροφή της στρατηγικής των Συμμάχων έναντι της κίνησης των Παρτιζάνων.

Ξεχώριζαν εκείνες του Βρετανού ταξίαρχου Fitzroy Maclean και του Αμερικανού ταγματάρχη Lynn Farish. Αμφότεροι κατέφτασαν στις 19 Σεπτεμβρίου 1943. Ο Maclean, ο οποίος είχε παλαιότερα υπηρετήσει στην πρεσβεία της Μόσχας, ήταν ιδανικό πρόσωπο για την συγκεκριμένη αποστολή. Μόλις είχε προαχθεί στον βαθμό του ταξίαρχου και διέθετε προσωπική πρόσβαση στον Churchill. O Farish, από την δική του πλευρά, ήταν λιγότερο κατάλληλος να αξιολογήσει την όλη κατάσταση, που επικρατούσε στην Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, οι αναφορές του αποδείχτηκαν και αυτές πολύτιμες, καθώς ο πρόεδρος Roosevelt τις είχε διαβάσει προτού μεταβεί στην Τεχεράνη για να παραστεί στην Συμμαχική Συνδιάσκεψη Κορυφής.

Από όλους τους συνδέσμους αξιωματικούς στο αρχηγείο του Τίτο, ο Maclean ήταν ο πλέον υψηλόβαθμος. Στις 6 Νοεμβρίου, υπέβαλε την αναφορά του στον Churchill. Επέστησε την προσοχή του παραλήπτη στο γεγονός ότι όλες οι καίριες θέσεις στις ομάδες των Παρτιζάνων βρίσκονταν στα χέρια των κομμουνιστών όπως και ότι το σύνολο των δραστηριοτήτων διεκπεραιωνόταν με γνώμονα αυστηρές κομματικές γραμμές. Επισήμανε πως οι Παρτιζάνοι είχαν καταφέρει να σφυρηλατήσουν ένα “κοινό αντιφασιστικό μέτωπο”, και πως, σε περίπτωση τελικής επικράτησης, θα προχωρούσαν στην θέσπιση ενός ομοσπονδιακού συστήματος στη Γιουγκοσλαβία. Εκτιμούσε πως οι Παρτιζάνοι ήταν περισσότερο κατάλληλοι από ό,τι οι μονάδες του  Mihailović, προκειμένου να συνεισφέρουν στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων.⁶⁴ Ο Farish βρισκόταν στη Γιουγκοσλαβία ως μέλος της βρετανικής αποστολής. Ως εκ τούτου, τελούσε υπό τις διαταγές του MacLean. Συνέταξε την δική του αναφορά με βάση την εμπειρία, την οποία βίωσε επιχειρώντας να κατασκευάσει ένα πρόχειρο αεροδρόμιο στο Livno. Τον είχε στείλει εκεί ο MacLean, μόνο και μόνο με σκοπό να τον απομακρύνει από το αρχηγείο του Τίτο. Μη κατέχοντας την γλώσσα και δίχως να συνοδεύεται από κάποιον διερμηνέα, ο Farish εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να πληροφορηθεί πολλά για τους Παρτιζάνους. Ωστόσο, έπειτα από την πάροδο σαράντα ημερών, συνέταξε την δική του αναφορά, η οποία κατέληγε με την πεποίθηση πως το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ανήκε στους Παρτιζάνους. Ήταν περισσότεροι και καλύτερα οργανωμένοι από όσο φαντάζονταν οι ευρισκόμενοι εκτός των συνόρων της χώρας. Κατά τον Farish, η κίνησή τους δεν διέθετε κομμουνιστικό, αποκλειστικά, χαρακτήρα. Ωστόσο, οι κομμουνιστές αγωνίζονταν με στόχο να επηρρεάσουν το μεταπολεμικό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας. Για την ώρα, η μεγάλη συνεισφορά των Παρτιζάνων συνίστατο στο ότι μάχονταν ανηλεώς ενάντια στον Άξονα.

Ο Fitzroy Maclean και η βιογραφία του Τίτο, η οποία κυκλοφόρησε το 1957.

Αμφότερες οι αναφορές αποδείχτηκαν υψίστης σημασίας για τις συζητήσεις ως προς το Γιουγκοσλαβικό Ζήτημα στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης. Επιθυμώντας να δελεάσει τον Στάλιν, ο Roosevelt, στηριζόμενος σε εκείνη του  Farish, εισηγήθηκε από την πρώτη κιόλας ημέρα, έναν γύρο κοινών πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στους Συμμάχους και τους Παρτιζάνους στη Βόρεια Γιουγκοσλαβία. Με τον τρόπο αυτό, ευελπιστούσε να διευκολύνει την εκδήλωση μιας σοβιετικής επίθεσης σε βάρος της Ρουμανίας. Ο Churchill συμφώνησε, όχι όμως ο Στάλιν. Για τους Σοβιετικούς προείχε η διάνοιξη ενός δευτέρου μετώπου στη Γαλλία και όχι στα Βαλκάνια. Οποιουδήποτε είδους άλλη επιχείρηση ισοδυναμούσε γι αυτούς με άσκοπη απώλεια πολύτιμου χρόνου και ανθρωπίνων ζωών. Η μοίρα της Γιουγκοσλαβίας σφραγίστηκε τη στιγμή, κατά την οποία ο Στάλιν και ο Roosevelt συμφώνησαν, τελικά, να μη λάβει χώρα εκεί μια Συμμαχική απόβαση. Η Γιουγκοσλαβία θα ανήκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Ήταν και αυτό μέρος του τιμήματος που ο πρόεδρος των ΗΠΑ καλείτο να καταβάλει, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνομολόγηση ενός γενικότερου συμφώνου με την ΕΣΣΔ. Συνακόλουθα, ως μοναδικοί σύμμαχοι εντός της Γιουγκοσλαβίας θεωρούνταν, από τη στιγμή αυτή και κατόπιν, μόνον οι προστατευόμενοι των Σοβιετικών. Οποιεσδήποτε αποφάσεις για τη χώρα αυτή, όφειλαν να λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα των τελευταίων. Μοναδικό αντιστασιακό κίνημα, προορισμένο να απολαμβάνει της Συμμαχικής υποστήριξης, ήταν εφεξής οι Παρτιζάνοι.

Χάρη, λοιπόν, στην αμερικανο-σοβιετική σύγκλιση, ο Τίτο έλυσε το πρόβλημα του αντιφασιστικού μετώπου, αναλαμβάνοντας επίσημα ανώτατος διοικητής των Συμμάχων εντός της Γιουγκοσλαβίας. Ήδη προτού πληροφορηθεί τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να υλοποιήσει το σχέδιό του περί σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης. Κατά τη δεύτερη συνεδρίαση του  Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης τη νύκτα της 29ης προς 30ή Νοεμβρίου 1943 στην πόλη Jajce, η  Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας αναγορεύτηκε σε κυβέρνηση, έπαψε να αναγνωρίζει κάθε δικαίωμα της βασιλικής κυβέρνησης να εκπροσωπεί την χώρα στο εξωτερικό, απαγόρευσε την επάνοδο του βασιλέα, ονόμασε τον Τίτο στρατάρχη της Γιουγκοσλαβίας και δήλωσε πως η χώρα επρόκειτο να αποκτήσει ένα ομοσπονδικό σύστημα διακυβέρνησης.⁶⁵ Οι τρεις θεμελιώδεις στόχοι της στρατηγικής του Τίτο, έτσι όπως ο τελευταίος τους είχε σχεδιάσει την άνοιξη του 1941 (Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, “Λαϊκό Μέτωπο από την βάση”, “λαϊκή κυβέρνηση”), ήταν, πλέον, πραγματικότητα. Κατάφερε να υλοποιήσει και τους τρεις δίχως την συνδρομή της ΕΣΣΔ, με αποτέλεσμα να έχει ήδη αναγνωριστεί επίσημα ως ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών στρατευμάτων και να έχει κάτω από τις διαταγές του σημαντικές δυνάμεις όταν κατέφτασε στην Γιουγκοσλαβία η σοβιετική στρατιωτική αποστολή.

Η αποστολή του στρατηγού Kornyev έφτασε στο αρχηγείο του Τίτο στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στις 27, ακολούθησε η αμερικανική αποστολή υπό τον αντισυν/ρχη Richard Weill. Ο Weill ήταν ο πρώτος αξιωματικός, από όσους στάλθηκαν στην Γιουγκοσλαβία, που ανήκε στις τάξεις των Υπηρεσιών Πληροφοριών. Οι εκτιμήσεις του για την εν γένει οργάνωση των Παρτιζάνων διέφεραν παρασάγγας απο εκείνες των προκατόχων του. Διαπίστωσε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γιουγκοσλαβία διέθεταν στοιχεία ανορθόδοξου πολέμου. Συνεπώς, οι διακηρύξεις περί “ελευθέρων εδαφών των Παρτιζάνων” δεν συμβάδιζαν με την πραγματικότητα. Μπορεί μεν, στα εδάφη αυτά, να μην υπήρχαν κατοχικά στρατεύματα, μπορούσαν όμως να εισέλθουν ανά πάσα στιγμή. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη γραμμή μετώπου, ούτε, φυσικά, και ελεύθερη ενδοχώρα πίσω από την ανύπαρκτη αυτή γραμμή. Ο τομέας, όπου οι Παρτιζάνοι είχαν καταγράψει επιτυχίες, ήταν εκείνος της παρενόχλησης των επικοινωνιών του εχθρού. Αναγνώριζε ότι τα στρατεύματα κατοχής είχαν αναγκαστεί να περιχαρακωθούν εντός των πόλεων και οποιαδήποτε μετακίνηση έξω από αυτές γινόταν με συνοδεία από ένοπλες φάλαγγες. Από την άλλη πλευρά, ο Weill αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς των Παρτιζάνων, σύμφωνα με τους οποίους οι τελευταίοι είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν 17 εχθρικές μεραρχίες και άνω των 500 000 άνδρες.

Ήταν πεπεισμένος πως οι Παρτιζάνοι δεν ήταν σε θέση: 1) να εκδιώξουν εκτός συνόρων τον αντίπαλο, 2) να τον αποτρέψουν από το να αποσυρθεί από τη χώρα και συνακόλουθα 3) να τον εξολοθρεύσουν επιτόπου. Ήταν μόνο σε θέση να τον παρενοχλήσουν, να τον εμποδίσουν να εκμεταλλευτεί τις φυσικές πηγές, να καταστρέψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να κάμψουν το ηθικό του προκαλώντας ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας. Τέλος, θεωρούσε τους Παρτιζάνους ανίκανους να μεταλλαχθούν σε ένα σύγχρονο στρατό κάνοντας χρήση τεθωρακισμένων και βαρέως πυροβολικού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, ο στρατός του Τίτο δεν ξεπερνούσε τα 300 000 άτομα.⁶⁶

Yugoslav Partisans during World War II

Οι εκτιμήσεις του Weill για την ισχύ, τις μεθόδους και τα επιτεύγματα των Παρτιζάνων προσφέρουν μια αμερόληπτη εικόνα των όσων ο Τίτο είχε καταφέρει λίγο προτού αποκατασταθούν οι σχέσεις του με την Μόσχα. Πρόκειται, ωστόσο, για απλές εκτιμήσεις, από την στιγμή που μοναδική πηγή των πληροφοριών του ήταν οι ίδιοι οι Παρτιζάνοι και ως εκ τούτου ήταν ανήμπορος να τις διασταυρώσει. Ο αριθμός τους ήταν σημαντικός. Μάλιστα, στο σημείο αυτό συνίσταται ίσως και το μεγαλύτερο επίτευγμα του Τίτο. Στο ότι, δηλαδή, αρχικά δεν διέθετε παρά μόνο 8 000 μέλη του ΚΚΓ και άλλα 30 000 της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Τρία χρόνια αργότερα, βρισκόταν επικεφαλής ενός στρατού 200 000 περίπου ανδρών, ο οποίος, παρά τις εμφανείς ελλείψεις του, συμπεριλάμβανε όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες πληροφοριών, αστυνόμευσης, προπαγάνδας και υγειονομικού. Πρωτίστως όμως, την τρέχουσα διοίκηση του τελευταίου ασκούσε το ΚΚΓ. Ολόκληρος αυτός ο μηχανισμός είχε γαλουχηθεί με την εικόνα του Τίτο ως ηγέτη, καθώς και με εκείνες των αυθεντικών αρχών και αξιών της γιουγκοσλαβικής επανάστασης, της ομόσπονδης λύσης και του ηγετικού ρόλου του ΚΚΓ. Πυρήνας του κινήματος ήταν Σέρβοι, προερχόμενοι από την Κροατία, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο. Όλοι τους είχαν επενδύσει τα πάντα σε μια επικράτηση των Παρτιζάνων. Η στρατηγική του Τίτο στα χρόνια του πολέμου ήταν δομημένη με γνώμονα τα όσα είχε ο ίδιος διδαχθεί στην Μόσχα. Δεν υπήρχαν ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Απλούστατα, ο Τίτο τα είχε εφαρμόσει δίχως να έχει προτάξει τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ. Στην περίπτωση, συμπεριφέρθηκε ως σταλινικότερος του Στάλιν, από τη στιγμή που δεν ανέμενε, κατά τις υποδείξεις της Μόσχας, να διαμορφωθούν οι “κατάλληλες συνθήκες”. Επέλεξε να προχωρήσει από μόνος στη φάση της κοινωνικής επανάστασης.

Ο Weill δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς τα μελλούμενα να συμβούν. Όταν ο Τίτο τον διαβεβαίωσε πως οι Παρτιζάνοι θα σέβονταν τις πολιτικές επιθυμίες του λαού μετά τον πόλεμο, σημείωσε: “Οι Παρτιζάνοι προφανώς και θα συνεχίσουν να ελέγχουν τη δυνατότητα έκφρασης της επιθυμίας του λαού σε ζητήματα εθνικής σημασίας”. Είχε κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει πλήρως τον τρόπο σκέψης των Παρτιζάνων. Κάποια στιγμή ο Τίτο του ανέφερε πως ο βασιλέας, προτού έρθει σε επαφή μαζί του, όφειλε προηγουμένως να απολύσει τον Mihailović από το αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών. Η απόφαση του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας ως προς την απαγόρευση επανόδου του μονάρχη στη χώρα πριν από τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος για το Πολιτειακό ήταν δεσμευτική. “Η πολιτική φιλοσοφία του Τίτο αφήνει να εννοηθεί πως ο ίδιος είναι διατεθειμένος να προβεί σε ορισμένους συμβιβασμούς σε ζητήματα ελάσσονος σημασίας, με αντίτιμο την εξασφάλιση εξωτερικής βοήθειας. Ως προς τις θεμελιώδεις κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες έχει κατά νου, είναι ανυποχώρητος και ξεκάθαρος”, σημείωνε ο Weill.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος ήταν αμετάπειστος. Οι Παρτιζάνοι προσέβλεπαν στην κατάληψη της εξουσίας στη Γιουγκοσλαβία, χρησιμοποιώντας ως μοχλό, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους, τον αγώνα κατά των δυνάμεων του Άξονα. Αντιλαμβανόταν τα στάδια της δραστηριότητάς  τους ως ακολούθως: “1) Οι Παρτιζάνοι θα ενισχύσουν ποσοτικά και ποιοτικά τη στρατιωτική και πολιτική θέση τους. 2) Η ισχύς των αντιθέτων παρατάξεων θα ακολουθήσει φθίνουσα πορεία έστω και αν οι παρατάξεις αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν. 3) Ταυτόχρονα με την απόσυρση των δυνάμεων κατοχής οι Παρτιζάνοι θα αποκτήσουν τον έλεγχο του συνόλου της χώρας. Είναι αποφασισμένοι να το πράξουν ακόμα και αν αυτό στοιχίσει σε επίπεδο αιματηρών εσωτερικών αντιπαραθέσεων. 4) Οι Παρτιζάνοι θα παραμείνουν στη θέση τους για ένα έτος, τουλάχιστον, έπειτα από το πέρας των εχθροπραξιών. 5) Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως η κατάσταση αυτή θα παραταθεί για αρκετά χρόνια. 6) Θα υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους με την οργάνωση δημοψηφισμάτων, την εγκατάσταση τοπικών επιτροπών με γνώμονα μια πυραμίδα ιεραρχίας από τα χωριά, τις επαρχίες και τις περιφέρειες έως την εθνική Επιτροπή. Με άλλα λόγια, πρόκειται να εγκαθιδρύσουν ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης”. Μοναδική εκκρεμότητα ως προς τα παραπάνω ήταν η απόκτηση πολιτικής αναγνώρισης του κινήματός τους. Ο Τίτο αντιμετωπιζόταν από όλες τις πλευρές ως ο αδιαφιλονίκητος ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των Συμμαχικών δυνάμεων στη Γιουγκοσλαβία. Όμως, η εξόριστη κυβέρνηση και ο βασιλέας εξακολουθούσαν να τυγχάνουν της υποστήριξης των ΗΠΑ και της Μεγ. Βρετανίας.

 

Ο Τίτο πολιτικός ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας

Για την πλήρη επικράτηση του Τίτο στον Εμφύλιο Πόλεμο, απέμενε μια εκκρεμότητα. Εκείνη της αντικατάστασης της βασιλικής κυβέρνησης από την Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας. Μια ενέργεια του είδους αυτού θα προσέδιδε αναμφίβολα διεθνή υπόσταση στην τελευταία, αλλά και σε άλλα όργανα της πυραμίδας εξουσίας των Παρτιζάνων. Η συνδρομή και οι συμβουλές της Μόσχας ήταν ευπρόσδεκτες στο συγκεκριμένο  στάδιο. Με τη διαφορά ότι η Μόσχα δεν ήταν, πλέον, σε θέση να υπαγορεύει διαταγές. Ούτε μπορούσε να προσφέρει απλόχερα την πολιτική και διπλωματική της υποστήριξη προς τους Παρτιζάνους δίχως να δυσαρεστήσει τους υπόλοιπους Συμμάχους. Η επίσημη σοβιετική προπαγάνδα καθώς και τα κομμουνιστικά έντυπα στη Μεγ. Βρετανία και στις ΗΠΑ εξαπέλησαν εκστρατεία υπέρ των Παρτιζάνων. Όμως, η πολιτική έκβαση του Εμφυλίου στην Γιουγκοσλαβία θα προέκυπτε έπειτα από άμεση επαφή του Τίτο με τις κυβερνήσεις του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.

Οι Maclean και Farish επανήλθαν, τον Ιανουάριο 1944, στο αρχηγείο του Τίτο. Ήταν κομιστές επιστολών των κυβερνήσεών τους προς τον αρχηγό των Παρτιζάνων. Οι στρατηγικές τους ήταν αποκλίνουσες. Ο Churchill επεδίωξε προσωπική συνάντηση. Συνέταξε μια ιδιωτική επιστολή, την οποία επέδωσε στον Τίτο ο Maclean, όπου ανακοίνωνε πως η βρετανική κυβέρνηση διέκοπτε κάθε είδους υποστήριξη προς τον Mihailović. Ως αντάλλαγμα, ο βρετανός πρωθυπουργός εξέφραζε την ελπίδα πως ο Τίτο θα κατανοούσε την ηθική δέσμευση του Λονδίνου έναντι του βασιλέα της Γιουγκοσλαβίας.⁶⁷ Ο ανεπίσημος, αυτός συμβιβασμός δεν έδειξε να συγκινεί τον Τίτο. Ούτε και το γεγονός ότι προερχόταν από τον βρετανό πρωθυπουργό προσωπικά. Ένα μήνα αργότερα, ο Churchill επανήλθε με μια δεύτερη επιστολή. Σε αυτή, ζητούσε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο Τίτο ήταν διατεθειμένος να υποδεχτεί στο αρχηγείο του τον βασιλέα, έπειτα από μια ενδεχόμενη αποπομπή του  Mihailović από τις τάξεις της εξόριστης κυβέρνησης.

Η συνάντηση Τίτο-Churchill στις 15 Αυγούστου 1944 στη Νεάπολη της Ιταλίας.

Για μια ακόμη φορά ο Τίτο αντέδρασε ψυχρά σε αυτή την επαφή του υψίστου επιπέδου. Αρκέστηκε στο να επαναλάβει τις αποφάσεις της δεύτερης συνεδρίασης του   Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης: ο βασιλέας δεν μπορούσε να επιστρέψει, η δε εξόριστη κυβέρνηση έπρεπε να διαλυθεί εφόσον  η Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας αποτελούσε την μοναδική νόμιμη μορφή εξουσίας στη χώρα. Η μη ανταπόκριση του Τίτο στις προτάσεις Churchill οφείλονται σε εντολές με προέλευση τη Μόσχα. Απάντησε στον Churchill έχοντας μόλις λάβει τις οδηγίες του Dimitrov, που έκαναν λόγο περί αναγκαίας αποπομπής του Mihailović από το αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών.⁶⁸ Μια πολιτική λύση του είδους αυτού φάνταζε απαράδεκτη στα μάτια των Βρετανών. Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε ο υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden, μοναδική επιλογή για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος ήταν ο σχηματισμός μεταβατικής κυβέρνησης έως την προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία, μέσω διενέργειας εκλογών. μετά το πέρας του πολέμου.⁶⁹

Το αδιέξοδο ξεπεράστηκε χάρη στην αμερικανική πρόταση, κομιστής της οποίας υπήρξε ο Farish. Οι μυστικές υπηρεσίες στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού (OSS – Office of Strategic Services), τάχθηκαν υπέρ της έλευσης στη Γιουγκοσλαβία του αντιβασιλέα της Κροατίας, Ivan Šubašić. Ο τελευταίος συγκέντρωνε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να εξασφαλίσει την προσχώρηση, στο κίνημα των Παρτιζάνων, του μεγαλυτέρου προπολεμικού πολιτικού κόμματος της Κροατίας, εκείνου των Αγροτών. Επρόκειτο περί σχεδίου, που ο ίδιος ο Šubašić είχε υποβάλλει προς τον OSS. Η ιδέα διαβιβάστηκε επίσημα προς τον Τίτο και εκείνος την αξιοποίησε δεόντως προς την κατεύθυνση της άρσης του αδιεξόδου στις σχέσεις του με τους Βρετανούς. Ο Τίτο γνώριζε πως κατ επανάληψη στο παρελθόν, ο Šubašić είχε εκφραστεί με εγκωμιαστικά λόγια για τους Παρτιζάνους και τον αγώνα τους. Το είχε πληροφορηθεί δια μέσου της Μόσχας από τις ΗΠΑ, όπου ο Šubašić ήταν εγκατεστημένος έπειτα από την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, τρία χρόνια νωρίτερα. Έχοντας αυτά κατά νου, κατέστησε τον MacLean κοινωνό της σκέψης του περί σχηματισμού μεταβατικής κυβέρνησης, αποτελούμενης από εκπροσώπους των Παρτιζάνων αλλά και ορισμένων πολιτικών προσωπικοτήτων της προπολεμικής περιόδου. Ανάμεσα στα τελευταία, κυριαρχούσε το όνομα του  Šubašić.⁷º Έτσι, από τις αρχές του 1944, ερχόμενος σε άμεση επικοινωνία με τους Δυτικούς  Συμμάχους, ο Τίτο επέβαλε την δική του εκδοχή ως προς την πολιτική επίλυση του Γιουγκοσλαβικού Ζητήματος. Η συμφωνία, την οποία υπέγραψε με τον Šubašić τον Ιούνιο στη νήσο Vis, στα ανοικτά των ακτών της Κροατίας, δρομολόγησε μια σταδιακή μεταφορά ισχύος από τη βασιλική κυβέρνηση προς εκείνη των Παρτιζάνων. Το όλο εγχείρημα τύγχανε της έγκρισης των Συμμάχων, παρόλο που οι τελευταίοι εξακολουθούσαν να τρέφουν αμυδρές ελπίδες πως η Γιουγκοσλαβία δεν θα έπεφτε υπό τον πλήρη έλεγχο των κομμουνιστών. Από την άλλη πλευρά, όμως, διέθεταν περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης. Ήδη από την εποχή της Συνδιάσκεψης της Τεχεράνης, η χώρα είχε καταχωριστεί στην σοβιετική σφαίρα επιρροής. Η κατάκτηση της εξουσίας από τους Παρτιζάνους πραγματοποιήθηκε δίχως εμφανή ανάμειξη της Μόσχας. Η επίσημη ΕΣΣΔ ισχυριζόταν ότι δεν διέθετε επαρκή εσωτερική πληροφόρηση ως προς τα τεκταινόμενα εκεί. Κατά συνέπεια, δεν επηρρέαζε τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία. Κάτι που ισχύει μερικώς μόνο, καθότι ο Τίτο δεν παρέλειπε να ενημερώνει ανελλιπώς την Μόσχα για κάθε του κίνηση. Η κατάσταση άλλαξε μέσα στον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1944, με την μετάβασή του στην Ρουμανία και στην ΕΣΣΔ καθώς και με τη συνακόλουθη έλευση του Κόκκινου Στρατού στη Γιουγκοσλαβία.

Με την δύση του 1994, οι αποφάσεις της Τεχεράνης είχαν πλήρως υλοποιηθεί χάρη στην αποφασιστική επικράτηση των Παρτιζάνων και την παρουσία του Κόκκινου Στρατού. Ο Τίτο μπορούσε πλέον να επιβάλλει στον πληθυσμό της Σερβίας, γνωστού για την αφοσίωσή του προς την Μοναρχία και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, μια κομμουνιστικού τύπου δικτατορία. Η σοβιετική στρατιωτική βοήθεια, της οποίας έχαιρε απλόχερα, συνέβαλε στην μετεξέλιξη των Παρτιζάνων από μονάδες ανορθόδοξου πολέμου σε έναν σύγχρονο τακτικό στρατό, ικανό να συντρίψει τα ευρισκόμενα υπό καθεστώς υποχώρησης στρατεύματα κατοχής. Η πολιτική υποστήριξη της Μόσχας στην οργάνωση των εκλογών, που έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 1945 και νομιμοποίησαν την εξουσία του  Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης, αποδείχτηκε αποφασιστική. Από όλες τις λαϊκές δημοκρατίες, η Γιουγκοσλαβία υπήρξε η πρώτη, η οποία εγκαθίδρυσε ένα αποκλειστικά κομμουνιστικό καθεστώς. Ο Τίτο παρέμεινε στο προσκήνιο των εξελίξεων και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τότε η Γιουγκοσλαβία αψήφισε τη Δύση στο ζήτημα της Τεργέστης και του Φρίουλι-Βενέτσια Τζούλια. Η ΕΣΣΔ δεν προσέτρεξε προς υποστήριξή των διεκδικήσεών της στην επαρχία αυτή της Βορειοανατολικής Ιταλίας. Το 1946, η γιουγκοσλαβική αεροπορία κατέρριψε αμερικανικά αεροσκάφη εντός του εναερίου χώρου της Σλοβενίας. Κατά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, οι δυνάμεις της Αριστεράς στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στην συνδρομή του Τίτο. Ευκαιρίας δοθείσης, η Γιουγκοσλαβία διατυμπάνιζε προς κάθε κατεύθυνση ότι αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του Κομμουνιστικού Κινήματος. Σε αυτή την κατάσταση έθεσε τέλος το 1948 η ρήξη Τίτο-Στάλιν. Το ΚΚΓ κατηγορήθηκε από την Μόσχα για ιδεολογική απόκλιση και ευθεία προδοσία σε βάρος του κομμουνιστικού ιδεώδους.

“Αποκλειστική επίσκεψη στον άνθρωπο που αψήφισε το Κρεμλίνο”. Εξώφυλλο του περιοδικού Life, 12.09.1949.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και την ΕΣΣΔ δεν οφείλεται σε ιδεολογικής φύσεως διαφορές. Ήταν αποκλειστικά υπόθεση κρατικών συμφερόντων. Ανάλογα, ο Τίτο ακολούθησε τη δική του ατζέντα κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπηρετώντας τα συμφέροντα της χώρας του έτσι όπως τα αντιλαμβανόταν. Περιφερειακή συνεργασία, Βαλκανική ομοσπονδία, γιουγκοσλαβική στρατιωτική παρουσία στην Αλβανία – όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει τη δική του εξωτερική πολιτική και να εκφράσει τα συμφέροντα του κομμουνισμού στα Βαλκάνια. Αυτή ακριβώς η τάση αυτονομίας έναντι του Στάλιν υπήρξε η πραγματική αιτία της σύγκρουσης ανάμεσα στους δυο άνδρες. Από ιδεολογικής απόψεως, η Γιουγκοσλαβία υπήρξε το πλέον αυθεντικό αντίγραφο της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο και το ΚΚΓ ήταν σε θέση να αντιταχθούν στον Στάλιν όχι επειδή δεν ήταν σταλινικοί, αλλά ακριβώς επειδή ήταν. Μόνο ένα σταλινικό μονολιθικό οικοδόμημα, όπως εκείνο που δημιούργησαν οι Παρτιζάνοι στην διάρκεια του πολέμου, ήταν σε θέση να απορροφήσει την πίεση, στην οποία η Γιουγκοσλαβία εκτέθηκε από το 1948 και μετά.

Tito – The Power of Resistance

Ο Vojislav Pavlović είναι Διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας  Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο “Stalinism without Stalin. The Soviet Origins of Tito’s Yougoslavia, 1937-1948” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο (Επιμ.  Vojislav Pavlović), The Balkans in the Cold War, Institute for Balkan Studies of the Serbian Academy of Sciences and Arts, Special Editions 116, Belgrade, 2011, σσ. 11-42.

³⁷  AJ, 507, CK SKJ, II/3-8, 10, 11, 13, 15, 16, 18, 19, 21, 24, 25, 28, 32. Εκθέσεις των τοπικών διοικητών από Valjevo, Šabac, Požarevac, Užice, Niš, Leskovac, Ιούλιος – Αύγουστος 1941.

³⁸  Tito, Sabrana djela, vol. VII, 93-94.

³⁹ Branko Petranović, AVNOJ i revolucija. Tematska zbirka dokumenata (Belgrade: Narodna

knjiga, 1983), 115, 116.

⁴° Tito, Sabrana djela, vol. VII, 82.

⁴¹ Vujošević, “Prepiska”, 311, 314.

⁴² Odnosi Jugoslavije i Rusije, 103.

⁴³ Ibid. 135, 136.

⁴⁴ Vujošević, “Prepiska”, 333.

⁴⁵ Petranović, AVNOJ, 173-179.

⁴⁶ Tito, Sabrana djela, vol. IX, 224.

⁴⁷ Odnosi Jugoslavije i Rusije, 214, 215.

⁴⁸ Ibid., 248.

⁴⁹ Ibid., 254.

⁵º Ibid., 256, 257.

⁵¹ Petranović, AVNOJ, 270.

⁵² Vladimir Dedijer, Novi prilozi za biografjju Josipa Broza Tita, vol. II (Rijeka: Liburnija, 1981),

803.

⁵³ Stevan K. Pavlowitch, Hitler’s New Disorder. The Second World War in Yugoslavia (London:

Hurst, 2008), 155.

⁵⁴ Ibid.

⁵⁵  Mira Šuvar, Vladimir Velebit, Svjedok istorije (Zagreb: Razlog, 2001), 280.

⁵⁶ Mišo Leković, Martovski pregovori 1943 (Belgrade: Narodna knjiga, 1985), 50, 51.

⁵⁷ Ibid. 87.

⁵⁸ Dedijer, Novi prilozi, vol. II, 805.

⁵⁹ Šuvar, Vladimir Velebit, 284-285. Dedijer, Novi prilozi, vol. II, 808-810.

⁶º Ibid.

⁶¹ Mladenko Colić, Pregled operacija na jugoslovenskom ratištu 1941-1945 (Beograd: Vojnoistorijski institut, 1988), 104-105.

⁶² Odnosi Jugoslavije i Rusije, 301, 302.

⁶³ Odnosi Jugoslavije i Rusije, 302.

⁶⁴ The National Archives, London, FO, 371, 37615, R11589/143/92, Rapport by Brigadier MacLean 6 November 1943.

⁶⁵  Petranović, AVNOJ, 445-454.

⁶⁶ National Archives Washington, RG 226, microfilm 1642, roll 131, Weils’ report, 27 March 1944.

⁶⁷ Vojislav Pavlović, Od monarhije do republike (Belgrade: Clio, 1998), 321.

⁶⁸ Odnosi Jugoslavijei Rusije, 364, 365.

⁶⁹ Ibid., 323.

⁷º Ibid., 324.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Vojislav Pavlović: O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Α΄: 1937 – 1941)

Vojislav Pavlović

O Σταλινισμός δίχως τον Στάλιν. Οι Σοβιετικές καταβολές της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (Μέρος Α΄: 1937 – 1941)

H ρήξη Τίτο–Στάλιν του 1948, υπήρξε ένα γεγονός υψίστης σημασίας για τη δεύτερη, κομμουνιστική, Γιουγκοσλαβία, προσδίδοντας στη χώρα αυτή μια εξαιρετική σημασία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Παρά την απέλασή της από το ανατολικό μπλοκ, η κομμουνιστική ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας είχε το σθένος να σφυρηλατήσει για τον τόπο μια κυρίαρχη θέση  στο διεθνές στερέωμα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε σήμερα να φαντάζει αδιανόητη οποιαδήποτε άλλη τροπή των πραγμάτων. Εξάλλου, η επίσημη ιστοριογραφία της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας επινόησε μια θεωρία περί φυσιολογικής εξέλιξης του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας (εφεξής ΚΚΓ), η οποία επέτρεψε αναπότρεπτα στο τελευταίο να καλύψει ολόκληρη τη χρονική απόσταση από την εποχή της παρανομίας έως τη ρήξη με την ΕΣΣΔ και τον Στάλιν, δια μέσου των ετών του πολέμου. Η ρήξη αυτό καθεαυτό αξιολογείται με κριτήρια ιδεολογικής φύσεως, ως διαφορά, η οποία οδήγησε το ΚΚΓ να αποσπαστεί από τo Πανενωσιακό Kομμουνιστικό Kόμμα (Μπολσεβίκων)¹  αν όχι νωρίτερα, ασφαλώς έπειτα από το 1937, οπότε ο Τίτο ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΓ. Το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει η θεωρία, είναι αδιαμφισβήτητο: τόσο ο Τίτο όσο και το ΚΚΓ ουδέποτε υπήρξαν σταλινικοί, από τη στιγμή που μόνοι αυτοί όρθωσαν το ανάστημά τους έναντι του Στάλιν, μολονότι αυτό συνέβη σε μια και μοναδική συγκυρία, εκείνη του 1948.  H συγκεκριμένη post factum επινόηση δεν αποτελεί μονοπώλιο της επίσημης γιουγκοσλαβικής ιστοριογραφίας. Πολλές είναι οι δημοσιεύσεις που διακατέχονται από ανάλογο πνεύμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μαρτυρίες Βρετανών αξιωματικών, οι οποίοι συναντήθηκαν με τον Τίτο στη διάρκεια του πολέμου και που αργότερα, όταν ξέσπασε ο Ψυχρός Πόλεμος αισθάνθηκαν την ανάγκη να αιτιολογήσουν τη συνδρομή τους προς τους Παρτιζάνους. Ο ταξίαρχος Fitzroy Maclean, ο πλέον υψηλόβαθμος αξιωματικός, που έπεσε με αλεξίπτωτο στο αρχηγείο του Τίτο στην ευρισκόμενη υπό κατοχή Γιουγκοσλαβία, εκμυστηρεύτηκε, στα απομνημονεύματά του, πως ο Τίτο ήταν ένας διαφορετικού είδους κομμουνιστής. Η μοναδικότητα του αυθεντικού αντιστασιακού κινήματος του τελευταίου όπως και η ικανότητά του να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός διπολικού κόσμου, προέτρεψε κι άλλους συγγραφείς να αφιερώσουν εκατοντάδες σελίδες στις καταβολές του πρώτου κομμουνιστικού κράτους, που είχε το σθένος να διακόψει σχέσεις με τον Στάλιν.²

Όποια και αν είναι η ορθή ερμηνεία, ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο Τίτο και το ΚΚΓ πέτυχαν ένα ανεπανάληπτο κατόρθωμα. Ευρισκόμενοι στο χείλος της διάλυσης, το 1937,³ κατάφεραν να ορθοποδήσουν και να μετεξελιχθούν σε ισότιμο εταίρο του ΚΚΣΕ.⁴ Αυτό αναδύεται ανάγλυφα από τη διακήρυξη της Μόσχας του 1956, που έκανε λόγο περί “…συνεργασίας θεμελιωμένης επάνω στην ελεύθερη θέληση και την απόλυτη ισότητα (μεταξύ των μερών)…”.⁵ Ένα αυτόνομο αντιστασιακό κίνημα, που μετεξελίχθηκε σε ένα ενθουσιώδες κομμουνιστικό ανεξάρτητο κράτος, και το οποίο έφτασε μέχρι σημείου να διακόψει σχέσεις με τον Στάλιν, δεν μπορούσε να είναι σταλινικό. Κατά τη γνώμη μας, όχι μόνο συνέβη το αντίθετο, αλλά, επιπρόσθετα, το ΚΚΓ υπήρξε ο πλέον πιστός συνοδοιπόρος της ΕΣΣΔ.

Προκειμένου να αποδείξουμε την εγκυρότητα της υπόθεσής μας, θεωρούμε απαραίτητο να αξιολογήσουμε κατά πόσο η εν γένει πορεία και εξέλιξη του ΚΚΓ προεξοφλούσε τη ρήξη με το ομόλογο σοβιετικό, όπως υποστηρίζει χαρακτηριστικά η επίσημη ιστοριογραφία της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας. Κατά συνέπεια, ας επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την ιστορία του ΚΚΓ από το 1937 έως το 1948 με γνώμονα μια χρονολογική προοπτική και όχι υπό το πρίσμα της ρήξης μεταξύ Τίτο και Στάλιν. Καθ όλη την χρονική αυτή περίοδο, ο Josip Broz, περισσότερο γνωστός ως Τίτο, υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του κόμματος. Το 1937, τέθηκε επικεφαλής ενός μικρού παράνομου ΚΚ, στα πρόθυρα της διάλυσης. Δέκα χρόνια, μόλις, αργότερα, στεκόταν στο πλευρό του Στάλιν, ένα κατόρθωμα, που προκύπτει από διαδοχικές μεταπτώσεις, οι οποίες σηματοδοτούν τις σχέσεις ανάμεσα στους δυο άνδρες. Κύριος αρχιτέκτων των παραπάνω μεταπτώσεων υπήρξε ο ίδιος ο Τίτο. Για το λόγο αυτό, η παρούσα μελέτη προτίθεται να ακολουθήσει την προσωπική του ιστορία σε ολόκληρη αυτή την περίοδο.⁶

H πορεία του ΚΚΓ μέσα στο χρόνο χωρίζεται σε δυο διακριτές, από κάθε άποψη, χρονικές περιόδους: πριν και μετά από την ανάδειξη του Josip Čižinski, γνωστότερου ως Milan Gorkić, ως επικεφαλής του κόμματος το 1932. Προ του διορισμού, το κόμμα διοικούσαν κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει την πολιτική τους σταδιοδρομία στο πλαίσιο της σύντομης, ταραχώδους ωστόσο κοινοβουλευτικής ζωής του ΚΚΓ. Στις εκλογές του 1920, το κόμμα κέρδισε 58 έδρες στους κόλπους της πρώτης βουλής του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Χάρη στην επίδοση αυτή, είχε αναδειχτεί σε τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας. Οι ηγέτες του, όπως ο Sima Marković, καθηγητής Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, προέρχονταν από το χώρο της διανόησης ως συνεχιστές και θεματοφύλακες της παράδοσης του προπολεμικού Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Συμμετείχαν ενεργά στο κοινοβουλευτικό έργο μέσα στο πλαίσιο μιας ξεκάθαρης και δημοκρατικά δομημένης κομματικής γραμμής, η οποία εξέφραζε, άλλωστε, την εκλογική βάση που τους είχε ψηφίσει. Αν και κομμουνιστές, συμμετείχαν στα πολιτικά δρώμενα δίχως να προκαλούν αναταράξεις και κραδασμούς. Από τη στιγμή, όμως, που το ΚΚΓ τέθηκε εκτός νόμου το 1921, εγκαινιάστηκε μια μακρά περίοδος μετάλλαξης του ιδίου του κόμματος και της ηγεσίας του. Οι συνθήκες της παρανομίας, υπό τις οποίες εκ των πραγμάτων λειτουργούσαν πλέον, συνέβαλαν στην ανάδειξη νέων ηγετών και νέων προτεραιοτήτων. Ανίκανο να χρηματοδοτήσει τη δραστηριότητά του, το ΚΚΓ βρισκόταν σε πλήρη εξάρτηση από την οικονομική ενίσχυση της Μόσχας. Μαζί με την ενίσχυση, κατέφθασε και μια νέα ιδεολογία αλλά και ένας διαφορετικός τύπος ηγεσίας, γαλουχημένος να εφαρμοζει τις κατευθύνσεις που υπαγόρευε η Μόσχα. Όσοι συνέχισαν να σκέφτονται ανεξάρτητα και να αξιολογούν την πολιτική κατάσταση της Γιουγκοσλαβίας κάτω από καθαρά τοπική οπτική, παραμερίστηκαν σταδιακά. Η νέα γραμμή της Μόσχας – ένα είδος οικουμενικού κομμουνιστικού Πιστεύω – διεύρυνε το ήδη υπάρχον χάσμα ανάμεσα στους κομμουνιστές και την πολιτική πραγματικότητα της χώρας. Η γραμμή αυτή αποδείχτηκε παντελώς ανεπαρκής καθ όλη τη διάρκεια της προσωποπαγούς αυταρχικής διακυβέρνησης του βασιλέα Αλεξάνδρου, ο οποίος, το 1929 προέβη στην κατάργηση του Συντάγματος και του συνόλου των πολιτικών κόμματων. Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Μόσχας περί ένοπλης εξέγερσης, ικανής να το εγκαταστήσει στην εξουσία, το ΚΚΓ αυτοπροσδιορίστηκε ως ο κύριος αντίπαλος του νέου καθεστώτος. Επόμενο ήταν, η αφρόκρεμα και η ηγεσία του κόμματος να εξαρθρωθούν από τις αστυνομικές αρχές, το δε αποδυναμωθέν κόμμα να μην είναι πλέον σε θέση να συνεχίσει τη δραστηριότητά του εντός των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας. Κατόπιν τούτου, η ηγεσία του μετοίκησε στη Μόσχα, με αποτέλεσμα να τελεί υπό πλήρη εξάρτηση της Κομιντέρν.

Βελιγράδι, Μάρτιος 1920. Συλλαλητήριο έπειτα από την επικράτηση του ΚΚΓ σε πολλά από τα μεγάλα αστικά κέντρα στις δημοτικές εκλογές.

Ο Τίτο, υπαρχηγός του Gorkić

To 1932, έπειτα από ευκαιριακές ad hoc ηγεσίες, η Κομιντέρν τοποθέτησε τον Milan Gorkić επικεφαλής του ΚΚΓ. Ο τελευταίος ήταν νεότατος όταν, το 1924, είχε εγκαταλείψει τη χώρα του. Στη Μόσχα ενσωματώθηκε αρχικά στα υψηλά κλιμάκια της Διεθνούς Νεολαίας, και κατόπιν σε εκείνα της 3ης Διεθνούς ή Κομιντέρν. Κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ, ο  Gorkić απέκτησε φίλους και προστάτες με ισχύ, όπως ο Dmitri Manouïlski, εκπρόσωπος του Πανενωσιακού Kομμουνιστικού Kόμματος (Μπολσεβίκων) στους κόλπους της Κομιντέρν ή ο Nikolaï Boukharine, από τα ηγετικά στελέχη του ιδίου κόμματος από την εποχή του Λένιν αλλά και σημαίνουσα φυσιογνωμία της Κομιντέρν. Ο  Gorkić μετεξελίχθηκε σε αναπόσπαστο μέρος του σοβιετικού κομματικού μηχανισμού και με αυτή την ιδιότητα ανέλαβε κατ εντολή να βάλει σε τάξη το ΚΚΓ. Πρώτη προτεραιότητά ήταν, αναμφίβολα, ο μετασχηματισμός του ΚΚΓ σε παράρτημα της Κομιντέρν, με την περιθοριοποίηση όλων όσων επιχειρούσαν να σκέφτονται αυτόνομα σχετικά με την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία. Κατάφερε να εκσταλινίσει το ΚΚΓ και να το υπαγάγει πλήρως στους φίλους και προστάτες, τους οποίους είχε στο μεταξύ αποκτήσει στη Μόσχα.⁷  Το 1934, συμπεριέλαβε στα ανώτερα κλιμάκια του κόμματος τον σύντροφο Josip Broz, περισσότερο γνωστό αργότερα με το ψευδώνυμο Τίτο.

O σύντροφος Broz εντάχθηκε στο ΚΚΓ με αρκετή καθυστέρηση. Γεννημένος το 1892 στο Kumrovec της Κροατίας, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στις τάξεις του αυστρο-ουγγρικού στρατού. Πολέμησε στο ανατολικό μέτωπο και το 1915 αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους. Πέρασε τα επόμενα πέντε χρόνια στη Ρωσία, έως και

Το πατρικό σπίτι στο  Kumrovec και ο αδριάντας του  Josip Broz.

μετά την απελευθέρωσή του, δίχως, ωστόσο, να ασπαστεί τον κομμουνισμό. Έγινε μέλος του ΚΚΓ το 1920, αφού είχε, προηγουμένως, επιστρέψει στη Γιουγκοσλαβία και συγκεκριμένα στο Ζάγκρεμπ. Καθώς, μάλιστα, ακολούθησε γρήγορα η θέση εκτός νόμου του ΚΚΓ, η προσχώρηση του Broz στις τάξεις του τελευταίου παρέμεινε ανενεργή έως τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Από τότε μόνο εγκαινιάζεται η πολιτική του δραστηριότητα, η οποία, το 1928, θα τον οδηγήσει στη φυλακή καθώς συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές έχοντας στην κατοχή του όπλα και υλικό κομμουνιστικού περιεχομένου. Το θεωρητικό του υπόβαθρο διαμορφώθηκε ενόσω παρέμεινε έγκλειστος, χάρη στην επικοινωνία, την οποία είχε συνάψει με ομοϊδεάτες συγκρατούμενούς του, μέλη του ΚΚΓ.  Η συνάντησή του με τον  Gorkić έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα, αμέσως έπειτα από την αποφυλάκισή του. Ο τελευταίος τον ενέταξε στην Κεντρική Επιτροπή και τον έστειλε στη Μόσχα, προκειμένου να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του.

Η παραπάνω επιλογή έγινε με γνώμονα σταλινικά κριτήρια. Η ηγεσία του ΚΚΓ έβριθε από διανοούμενους. Αντίθετα, οι εργάτες ήταν λίγοι και ο Broz προερχόταν ακριβώς από αυτό τον χώρο. Επιπρόσθετα, η προσχώρησή του στο κόμμα ήταν σχετικά πρόσφατη. Κατά συνέπεια, δεν είχε στη διάθεσή του τον απαραίτητο χρόνο για να συνάψει σχέσεις με την προκάτοχο ηγεσία, ειδικότερα δε με τους κύκλους εκείνους που αντιπολιτεύονταν τον  Gorkić. Φτάνοντας τον Νοέμβριο του 1935 στη Μόσχα, ο Τίτο δικαίωσε από κάθε άποψη την επιλογή του. Κατάφερε ταχύτατα να δικτυωθεί στους διαδρόμους της Κομιντέρν. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι μιλούσε άπταιστα ρωσικά. Πάνω απ όλα, όμως, πέρασε με αξιοσημείωτη επιτυχία τη δοκιμασία του Τμήματος Στελέχωσης (Cadres Department), ενός είδους εσωτερικής υπηρεσίας ελέγχου του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, η διοίκηση του οποίου ασκείτο από αξιωματικούς των Σοβιετικών αρχών ασφαλείας. Ο Τίτο χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματική περίπτωση στρατολόγησης, το είδος των ατόμων εκείνων της απολύτου εμπιστοσύνης, τα οποία το συγκεκριμένο Τμήμα φρόντιζε να τοποθετεί στους κόλπους κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί και να ελέγχει τη δραστηριότητά του. Ως εκ τούτου, καθ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Μόσχα, ο Τίτο συνεργάστηκε στενά με τον Βούλγαρο Ivan Genčevič ή Ivan Karaivanov, μέλος του Τμήματος Στελέχωσης και εκπαιδεύτηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να υπηρετεί το Τμήμα μέσα από τις τάξεις του ΚΚΓ. Καθώς μάλιστα σε ένα κόμμα σταλινικής κοπής όπως το τελευταίο, η καλή γνώση της ιεραρχίας, των επιλογών της και των εν γένει προαγωγών και τοποθετήσεων σε όλα τα κλιμάκια του κομματικού μηχανισμού προσέδιδαν σημαντική ισχύ, η θέση, για την οποία προαλειφόταν ο Broz ήταν στρατηγικής σημασίας. Καμμία τοποθέτηση δεν μπορούσε να λάβει χώρα, εάν, προηγουμένως, δεν έχαιρε της συγκατάθεσης του Τμήματος Στελέχωσης. Έτσι, όταν τον Οκτώβριο 1936 ο Τίτο επέστρεψε στη Γιουγκοσλαβία, ανέλαβε, ουσιαστικά, καθήκοντα ως εγκάθετος του τελευταίου εντός του ΚΚΓ. Ωστόσο, η ηγεσία του κόμματος εξακολούθησε να παραμένει στα στιβαρά χέρια του  Gorkić. Αφότου εγκατέλειψαν τη Μόσχα τον Οκτώ-

Ο Josip Broz, πολιτικός κρατούμενος το 1928.

-βριο και τον Δεκέμβριο του 1936 αντίστοιχα, οι Τίτο και  Gorkić ήταν κομιστές επιτακτικών γραπτών εντολών, τις οποίες η ηγεσία του ΚΚΓ όφειλε να αποδεχτεί και εφαρμόσει. Ουδείς διανοείτο να εκφέρει επιφυλάξεις ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας (modus operandi) του κόμματος. Το τελευταίο είχε μετεξελιχθεί σε παρακλάδι του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, και ως τέτοιο υπαγόταν στην Κομιντέρν, η οποία και ασκούσε τη διοίκησή του. Ο Τίτο ήταν ο υπαρχηγός ενός σταλινικού κόμματος, το δε αξίωμά του, δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια επιλογών. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αντιμετώπιζε την παραμικρή δυσκολία να αναπτύξει το σκεπτικό περί Λαϊκού Μετώπου στον Božidar Adžija, διδάκτορα Νομικής του Πανεπιστημίου της Πράγας, παρά το γεγονός ότι οι γνώσεις του Τίτο υστερούσαν συγκριτικά. Το επίπεδο των γνώσεών τους ήταν άνευ αντικρίσματος, από τη στιγμή, κατά την οποία καλούνταν, αμφότεροι, να εφαρμόσουν το μοντέλο και όχι να στοχαστούν πάνω σε αυτό. Στην περίπτωση ο Τίτο διέθετε ένα πλεονέκτημα: μιλούσε εξ ονόματος της Κομιντέρν ασκώντας, πλέον, αδιαμφισβήτητη εξουσία επί των συντρόφων του στη Γιουγκοσλαβία.⁸ Το κύρος της Κομιτέρν ήταν τέτοιο, που οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί. Η πολιτική δραστηριότητα του ΚΚΓ ελεγχόταν πλήρως από εκείνη, η δε εν γένει κινητικότητα του Τίτο αποτελεί το πιο εύγλωττο παράδειγμα του τρόπου, με τον οποίο το κόμμα λειτουργούσε την εποχή εκείνη.

Προτού αναχωρήσει από τη Μόσχα, ο Τίτο έλαβε γραπτές εντολές και από τον Wilhelm Pieck, έναν Γερμανό κομμουνιστή, υπεύθυνο για τα Βαλκάνια στους κόλπους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Οι δυο σημαντικότερες αποστολές που του είχαν ανατεθεί αναφέρονταν στη δημιουργία και καθιέρωση ενός  Λαϊκού Μετώπου και στην αποστολή εθελοντών στο πλευρό της Δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας, ενόσω εμαίνετο ο εκεί εμφύλιος πόλεμος. Η ίδια η πρόσληψη της ιδέας περί Λαϊκού Μετώπου επέδρασε καταλυτικά στις τάξεις του ΚΚΓ. Υπήρξε,ουσιαστικά, το πολιτικό “Πιστεύω” του κόμματος προ και στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι καταβολές της

Božidar Adžija.
Wilhelm Pieck.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

όλης υπόθεσης είναι αρκετά ευδιάκριτες. Την επομένη της ανόδου του Hitler στην εξουσία,υπήρχε επιτακτική ανάγκη να βρεθούν σύμμαχοι για την ΕΣΣΔ. Σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο, τα Κομμουνιστικά Κόμματα αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια δημιουργίας ευρέων συμμαχιών, ικανών να ενισχύσουν τη δυνατότητα των κρατών να αντικρούσουν τη γερμανική πίεση, σε δε περίπτωση πολέμου, να μετεξελιχθούν σε πολύτιμους συμμάχους των Σοβιετικών. Ειδικότερα στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, το μοντέλο περί  Λαϊκού Μετώπου ισοδυναμούσε με μια ριζική μεταστροφή της γενικότερης στρατηγικής. Η μέχρι στιγμής επίσημη στρατηγική της Κομιντέρν έναντι της Γιουγκοσλαβίας, αντιμετώπιζε την τελευταία ως δικτατορία αστικής προέλευσης σε βάρος των εθνοτήτων, που κατοικούσαν εντός των συνόρων της χώρας. Μια κατάσταση, η οποία έπρεπε να αποδομηθεί μέσω της χορήγησης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης στους Κροάτες και στους Σλοβένους. Όμως, στην παρούσα φάση, φάνταζε προτιμότερο να αποφευχθεί ένας πιθανός κατακερματισμός. Ως εν δυνάμει σύμμαχος, η Γιουγκοσλαβία ήταν δυνατό να να μεταλλαχθεί, μέσω μεταρρυθμίσεων, προς την κατεύθυνση ενός ομοσπονδιακού συστήματος, ικανού να ανταποκριθεί στις διεκδικήσεις Κροατών και Σλοβένων απαλλάσοντας τους τελευταίους από την ανάγκη να ασκήσουν προς όφελός τους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Υπό τη μορφή μιας ελεύθερης ένωσης όλων των γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων, η χώρα δεν διέθετε απλά  προοπτικές επιβίωσης. Ήταν σε θέση να οργανώσει ένα ευρύ  Λαϊκό Μέτωπο, ικανό να προβάλει αντίσταση σε μια ενδεχόμενη Γερμανική εισβολή. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τίτο προς τον Božidar Adžija τον Οκτώβριο του 1935 στο Γκρατς, δεν έπρεπε κανείς να εκλάβει το Λαϊκό Μέτωπο σαν κάποιο καινούριο πολιτικό κόμμα. Θα ήταν το ευρύτερο δυνατό πολιτικό κίνημα, που θα περιέκλειε στους κόλπους του κόμματα όλων των αποχρώσεων με κοινό παρονομαστή τη βούληση για διενέργεια αντιφασιστικού αγώνα. Πέραν αυτού όμως, μια τέτοια εξέλιξη ήταν σε θέση να προσδώσει τεράστιο κύρος και επιρροή στους κομμουνιστές, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν διέθεταν καθόλου. Ωστόσο, παρουσιαζόταν μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αναλάβουν ευθύς εξ αρχής τα ηνία του προαναφερθέντος κινήματος. Έτσι ακριβώς είχαν οι οδηγίες, τις οποίες ο Τίτο είχε λάβει τον Οκτώβριο του 1936 και που έμελλαν να παραμείνουν οι κατευθυντήριες αρχές της πολιτικής του στρατηγικής έως ότου ανέλαβε επίσημα την εξουσία στη Γιουγκοσλαβία το 1945.

Υπό την οπτική της Μόσχας, η μοίρα της Γιουγκοσλαβίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη της ΕΣΣΔ, από τη στιγμή που η επιβίωση του Κομμουνιστικού Κινήματος εξαρτάτο, στο σύνολό της, από εκείνη της γενέτειρας χώρας του. Ως πολύτιμος σύμμαχος μελλοντικά, η Γιουγκοσλαβία δεν έπρεπε να κατακερματιστεί. Άλλωστε, το ΚΚΓ δεν είχε δικαίωμα λόγου επί του συγκεκριμένου θέματος. Όσο σθεναρά είχαν αγωνιστεί επί χρόνια ολόκληρα για τη διάλυση της χώρας, άλλο τόσο οι Γιουγκοσλάβοι σύντροφοι το έπραξαν για την επιβίωσή της, μόλις υπήρξαν αποδέκτες των επιτακτικών οδηγιών της Μόσχας να στρέψουν τη δραστηριότητά τους προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Τίτο εκτελεστικός Γραμματέας του ΚΚΓ

Μέσα στο καλοκαίρι του 1937, ο Gorkić ανακλήθηκε στη Μόσχα, όπου έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Κατόπιν τούτου, ο Τίτο ανέλαβε εκτελεστικός Γραμματέας του ΚΚΓ, η καθημερινότητα του οποίου επηρρεάστηκε τα μέγιστα από την απουσία του Gorkić. Συγκεκριμένα έπαψαν να καταφθάνουν χρήματα και εντολές με προέλευση στη πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο εγκαταστάθηκε προσωρινά

Η τελευταία φωτογραφία του Milan  Gorkić αμέσως μετά τη σύλληψή του από την NKVD τo 1937.

στο Παρίσι, όπου μεταφέρθηκε η έδρα του κόμματος, αναμένοντας εντολές από τη Μόσχα.Χρειάστηκε να εισέλθει ο Ιανουάριος του 1938, προκειμένου να ανακοινωθεί επίσημα πως ο  Gorkić είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πως το σύνολο των δραστηριοτήτων του ΚΚΓ τελούσε υπό αναστολή. Το τέλος του Gorkić αναπτέρωσε το ηθικό της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Ο Τίτο υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης την ίδια ακριβώς στιγμή που άρχισαν να προβάλλουν κι άλλοι διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Τίτο αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Εκεί είχε συστήσει, μεταξύ των ετών 1936 και 1937, τον πυρήνα της μελλοντικής Κεντρικής Επιτροπής. Εγκατέλειψε το Παρίσι δίχως την έγκριση της Μόσχας, πεπεισμένος ότι το μέλλον του ΚΚΓ θα διαμορφωνόταν εντός της χώρας. Ευρισκόμενος επιτόπου, μπορούσε να υπολογίζει στη συνδρομή του Edvard Kardelj στη Σλοβενία, των Milovan Djilas και  Aleksandar Ranković στη  Σερβία, τέλος, σε εκείνη του Ivo Lola  Ribar, ως αρχηγού  της Κομμουνιστικής  Νεολαίας. Η επιλογή τους δεν οφειλόταν σε αυτόν. Άλλοι υπήρξαν εκείνοι που τους είχαν παρουσιάσει παλαιότερα στον εκτελεστικό Γραμματέα ως υπεύθυνους τοπικών οργανώσεων του κόμματος. Ο τελευταίος τους είχε αποδεχτεί και εκείνοι, με τη σειρά τους, είχαν αναγνωρίσει την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του, από τη στιγμή που ενσάρκωνε την εξουσία και το κύρος της Κομιντέρν. Με δική του πρωτοβουλία η παραπάνω ομάδα αναγορεύτηκε σε προσωρινή ηγεσία, αντικαθιστώντας την Κεντρική Επιτροπή του  Gorkić και προσδίδοντας στον Τίτο την απαραίτητη αξιοπιστία, που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε. Κι όμως, η νέα ad hoc αυτή ηγεσία στερείτο νομιμότητας, στο ποσοστό που δεν διέθετε την έγκριση της Κομιντέρν. Ο Τίτο απευθύνθηκε γραπτά κατ επανάληψη στον Georgi Dimitrov, τον επικεφαλής της Κομιντέρν, με στόχο να αποσπάσει την άδεια να μεταβεί στη Μόσχα και να εξηγήσει τις πρωτοβουλίες, στις οποίες είχε προβεί. Η πολυπόθητη πρόσκληση κατέφτασε τον Αύγουστο του 1938.

Πρώτη του ενέργεια στη Μόσχα ήταν να αιτιολογήσει τις πράξεις του, καθώς και εκείνες του ΚΚΓ. Στο μεταξύ, μια ολόκληρη γενιά στελεχών του κόμματος είχε πέσει θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Τόσο ο Gorkić προσωπικά, όσο και οι εσωκομματικοί αντίπαλοί του, είχαν εξουδετερωθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Χάθηκαν εν μέσω μιας παρανοϊκής εκστρατείας διώξεων, εμπνευσμένης από τις αρχές ασφαλείας του σοβιετικού καθεστώτος, η οποία υποτίθεται πως θα απήλλασε την ΕΣΣΔ από όλους τους ανεπιθύμητους ξένους αλλά και από ο,τιδήποτε ενείχε την παραμικρή απειλή σε βάρος της επιβίωσης της γενέτειρας του κομμουνισμού. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη σοβιετική πρωτεύουσα μεταξύ των μηνών Αυγούστου 1938 και Ιανουαρίου 1939, ο Τίτο κατόρθωσε τελικά να αποσπάσει τη συγκατάθεση για τη νέα του ηγεσία αλλά, κάτι ακόμα πιο σημαντικό, και για το σύνολο των ενεργειών του επί  Gorkić αλλά και κατόπιν. Όταν εγκατέλειψε τη Μόσχα, ήταν εκ νέου εφοδιασμένος με συγκεκριμένες και επιτακτικές οδηγίες.

Πλαστό καναδικό διαβατήριο, με το οποίο ο Τίτο επέστρεψε στη Γιουγκοσλαβία φέρων το όνομα Σπυρίδων Μέκας.

Μεταξύ των υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει, ήταν και η σύγκλιση ενός συνεδρίου του ΚΚΓ, το οποίο θα επιδοκίμαζε την εξουδετέρωση της προηγούμενης ηγεσίας διαγράφοντάς την, post factum, από το κόμμα. Αυτό ακριβώς έπραξε ο Τίτο με το που επανήλθε στην πατρίδα του. Συγκάλεσε την προσωρινή ηγεσία μεταξύ 15 και 19 Μαρτίου 1939. Η τελευταία αυτοαναγορεύτηκε σε Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΓ. Με αυτήν ακριβώς την ιδιότητα διέγραψε από το κόμμα όλα τα στελέχη εκείνα, τα οποία είχαν πέσει θύματα των σταλινικών διώξεων. Με την ίδια ευκαιρία, ο Τίτο απομάκρυνε και όλους τους επίδοξους διαδόχους, που είχαν κάνει την εμφάνισή τους έπειτα από την εξαφάνιση του Gorkić.⁹ ‘Εχοντας εκπληρώσει κατά γράμμα τις εντολές, τις οποίες είχε λάβει, ανέμενε νέα κλήση από τη Μόσχα, προκειμένου να μεταβεί εκεί και να κάνει την αναφορά του. Έφτασε στη σοβιετική πρωτεύουσα τον κρίσιμο Σεπτέμβριο του 1939.

Για πολλοστή φορά, υπέστη τη γνωστή διαδικασία ελέγχου. Συνέταξε την αναφορά του και την υποστήριξε ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Έως ότου τα θέματα, που τον αφορούσαν, συμπεριληφθούν στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής, συμμετείχε στις συζητήσεις τις σχετικές με την αξιολόγηση της κατάστασης, η οποία είχε προκύψει στην Ευρώπη έπειτα από την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο επίκεντρο των συζητήσεων κυριαρχούσε η ανάγκη ανεύρεσης μιας φόρμουλας, ικανής να συμβιβάσει τον αντιφασιστικό προσανατολισμό της σοβιετικής πολιτικής με την πρόσφατη  συνομολόγηση του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov. O  Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής, Dmitri Manouïlski, δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τη λύση, την οποία πρότεινε ο Τίτο: να αγνοηθεί, απλούστατα, η ύπαρξη του Συμφώνου, σαν αυτό να μην υπήρχε.¹º  Όμως, όσο και αν το  Πανενωσιακό Kομμουνιστικό Kόμμα (Μπολσεβίκων) και η Κομιντέρν κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να μην το κοινοποιήσουν, το συγκεκριμένο κείμενο δεν έπαυε να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής τους. Η ίδια η συμμαχία με τη χιτλερική Γερμανία καθιστούσε ανενεργή τη στρατηγική περί  Λαϊκού Μετώπου, από τη στιγμή που η απειλή μιας ενδεχόμενης ναζιστικής επίθεσης είχε πάψει να υφίσταται.

Μόσχα, 23 Αυγούστου 1939. Η συνομολήγηση του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως.

Μια που δεν υπήρχε, πλέον, ανάγκη συνεργασίας με κόμματα αστικής προέλευσης, το πεδίο για την επάνοδο στην παραδοσιακή πολιτική ήταν ανοικτό. Η στρατηγική συνίστατο στην αντιπαράθεση με αριστερά κόμματα, όπως ήταν τα Σοσιαλδημοκρατικά, με διακύβευμα την  οικειοποίηση της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια στρατηγική περισσότερο γνωστή ως “Δημιουργία Λαϊκού Μετώπου από τη βάση”, με αυτονόητη την αποκλειστική επικράτηση και κυριαρχία της κομμουνιστικής επιρροής πάνω σε αγρότες και εργάτες. Η δημιουργία Λαϊκού Μετώπου θα προέκυπτε από την εξουδετέρωση και, γιατί όχι, ολοκληρωτική καταστροφή κάθε διαφορετικής ιδεολογίας. Η εποχή των πολιτικών συμμαχιών είχε παρέλθει. Το ΚΚΓ καλείτο να επανέλθει στη γνώριμη τακτική, με την οποία ήταν εξοικειωμένο: εκείνη της άνευ όρων μετωπικής σύγκρουσης με πάσης φύσεως δημοκρατικές πολιτικές παραλλαγές.

H νέα στρατηγική παρουσιάστηκε ενώπιον του ΚΚΓ στις 29 Οκτωβρίου 1939, με βάση τις σχετικές οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν, που ο Τίτο είχε πάρει μαζί του, όταν, ένα μήνα νωρίτερα, εγκατέλειπε τη Μόσχα. Εν μέρει, οι οδηγίες αυτές στηρίζονταν επάνω σε πληροφορίες σχετικές με τη Γιουγκοσλαβία, τις οποίες ο ίδιος είχε προσκομίσει νωρίτερα στη σοβιετική πρωτεύουσα. Ήταν, επίσης, παρών σε όλες τις συνεδριάσεις της Επιτροπής. Οι οδηγίες δεν ήταν τίποτε άλλο από μια λεπτομερής και ακριβής ατζέντα με αποδέκτη το ΚΚΓ, η οποία ανταποκρινόταν σε υψίστης σημασίας ζητήματα, όπως η διαχείριση της κατάστασης που είχε προκύψει εξαιτίας της έκρηξης του πολέμου. Σέ ένα πρώτο στάδιο, το κόμμα όφειλε να εξηγήσει στα μέλη και τους οπαδούς του ότι ο πόλεμος διέθετε έναν ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και πως όλοι οι τρεις κύριοι εμπλεκόμενοι σε αυτόν – Μεγ. Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία – ήταν καπιταλιστικές δυνάμεις με κατακτητικούς στόχους. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους, ούτε υφίστατο διαχωρισμός ανάμεσα σε επιτιθέμενους και θύματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΣΣΔ είχε κάθε δικαίωμα να συνάψει ένα Σύμφωνο (στην περίπτωση επρόκειτο για το γερμανο-σοβιετικό) προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντά της. Πόσο μάλλον που ήταν η μόνη δύναμη που ακολουθούσε ειρηνική πολιτική, παρέχοντας βοήθεια στα έθνη εκείνα, τα οποία μάχονταν για την ανεξαρτησία τους, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία και η Μεγ. Βρετανία, που διέδιδαν απατηλά ότι δήθεν πολεμούσαν για την ειρήνη και την ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσαν να διευρύνουν τον πόλεμο, παρασύροντας και άλλα κράτη σε αυτόν. Το ΚΚΓ όφειλε να εμποδίσει κάθε πρωτοβουλία της άρχουσας αστικής τάξης με στόχο τη συμμετοχή της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο. Αντίθετα, άμεση προτεραιότητά του ήταν ο αγώνας για τη συνομολόγηση ενός συμφώνου φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας με την ΕΣΣΔ. Ήταν η καλύτερη εγγύηση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της χώρας. Εν κατακλείδι, ο πόλεμος θα όξυνε την κρίση του καπιταλισμού, δημιουργώντας, έτσι, πρόσφορο έδαφος και ευνοϊκές συνθήκες για την οριστική εξάλειψη του τελευταίου.¹¹

Έτσι είχαν οι οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν. Απηχούσαν την ουσία μιας πολιτικής, την οποία ο Τίτο είδε με τα ίδια του τα μάτια να σφυρηλατείται κατά τη διαμονή του στη Μόσχα και που έμελλε να υπηρετήσει σθεναρά, ευρισκόμενος μακριά από αυτήν. Δεν κατάφερε να επισκεφθεί εκ νέου τη σοβιετική πρωτεύουσα παρά μόνο το καλοκαίρι του 1944, και μάλιστα με δική του πρωτοβουλία. Για έναν ηγέτη με τόσο περιορισμένο μορφωτικό επίπεδο, οι μάλλον απλές έως απλοϊκές έννοιες που περικλείονταν στις οδηγίες, φάνταζαν ως απαύγασμα των πολιτικών του ιδεών. Αφομοίωσε καλά τα μαθήματα που πήρε στη Μόσχα και δεν προβληματίστηκε ποτέ από οποιουδήποτε είδους αμφιβολίες διανοητικής μορφής. Η πολιτική του οξύνοια και διορατικότητα συνίσταντο στο να αναζητεί και να βρίσκει τρόπους με απώτερο στόχο να θέτει σε εφαρμογή τη στρατηγική, την οποία είχε σχεδιάσει η Μόσχα. Με έκδηλη προθυμία εξήγησε στον Bozidar Adžija τη θεωρία περί  Λαϊκού Μετώπου (συνεργασία με άλλα αστικά κόμματα για τη συγκρότηση μιας αντιφασιστικής δυναμικής) σύμφωνα με τις επιταγές του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν. Με την ίδια πίστη και πειθώ υποστήριξε το Σύμφωνο Molotov – Ribbentrop, που εκ των πραγμάτων καθιστούσε περιττή τη δημιουργία  Λαϊκού Μετώπου. Η κομμουνιστική πειθαρχία και ο οπορτουνισμός, που χαρακτήριζαν τις αντιδράσεις του, ουδέποτε κλονίστηκαν από διλήμματα ηθικής τάξεως. Πρώτιστη προτεραιότητα ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης. Πιστός στο ίδιο μοντέλο, δεν είχε αναστολές να στραφεί ενάντια στα αστικά Σοσιαλδημοκρατικά

Ο Στάλιν και οι Πολιτικοί Κομισάριοί του παρακολουθούν από τον εξώστη του Μαυσωλείου του Λένιν αθλητική παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία της Μόσχας.

κόμματα, τους μέχρι τούδε συμμάχους. Τον Μάρτιο του 1940, στο Ζάγκρεμπ, εξαπέλυσε μέσα από τις στήλες της εφημερίδας του κόμματος Proleter, μια σφοδρή εκστρατεία σε βάρος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Γαλλίας και Μεγ. Βρετανίας¹² την ίδια στιγμή που χαιρέτιζε εμφατικά  την επικράτηση της ΕΣΣΔ επί της Φινλανδίας.¹³ Εξέλαβε τις διαδοχικές ήττες της Νορβηγίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου ως αδιαμφισβήτη επιβεβαίωση της πολιτικής του λογικής. Επρόκειτο για μικρά κράτη, τα οποία είχαν παρασυρθεί από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προτού εγκαταλειφθούν στη μοίρα τους. Επόμενο ήταν να υποκύψουν στην ισχύ της ναζιστικής εισβολής. Μια και μόνη επιλογή προσφερόταν, της οποίας ο ίδιος υπήρξε ένθερμος συνήγορος: αποφυγή εμπλοκής της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο και καλλιέργεια στενών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με την ΕΣΣΔ. Πρόκειται για τη λύση, που υποστήριξε μέσω της  Proleter.¹⁴ Ταυτόχρονα εγκαινίασε έναν γύρο εσωτερικών εκκαθαρίσεων, απομακρύνοντας από το ΚΚΓ όλους όσους παρέμεναν οπαδοί της δημιουργίας  Λαϊκού Μετώπου, με άλλα λόγια της σύμπραξης με τα αριστερά αστικά κόμματα. Άλλωστε, η στρατηγική και οι εν γένει προθέσεις του διαφαίνονταν από τον τίτλο ενός από τα πολλά άρθρα που συνέταξε:Περί εξυγίανσης και μπολσεβικοποίησης του Κόμματος”.¹⁵ Εξίσου αποκαλυπτικοί είναι και οι τίτλοι των κειμένων του σχετικά με τους Σοσιαλδημοκράτες:Κατά των επαναστατών ηγετών των Σοσιαλδημοκρατών, πολεμοκάπηλων και πρωτοστατών της αντι-Σοβιετικής εκστρατείας” (Ιούνιος 1940)¹⁶ καιΗ συμπαιγνία εργοδοτών, αστυνομίας και Σοσιαλδημοκρατών προδοτών ενάντια στους εργάτες” (Ιούλιος 1940).¹⁷ Η ριζοσπαστικοποίηση της στρατηγικής του έφτασε στο απόγειο με αφορμή την κατάρρευση της Γαλλίας, οπότε τάχθηκε υπέρ της αντικατάστασης της κυβέρνησης συνασπισμού των Dragiša Cvetković και Vlatko Maček από μια άλλη, απαρτιζόμενη από αγρότες και εργάτες υπό την καθοδήγηση του ΚΚΓ. Τον Ιούλιο 1940 έγραφε χαρακτηριστικά: “Η ενωμένη εργατική τάξη σε συνεργασία με την αγροτιά και με τον υπόλοιπο εργαζόμενο πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας οφείλει να προετοιμαστεί, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΓ, για έναν αγώνα δίχως οίκτο κατά της εκμετάλλευσης των εργατών από τους καπιταλιστές και για τη διενέργεια μιας αποφασιστικής μάχης με διακύβευμα τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας. Κύρια προϋπόθεση για την πραγμάτωση των παραπάνω στόχων είναι η ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και η εγκαθίδρυση μιας αληθινής λαϊκής διακυβέρνησης. Μιας διακυβέρνησης εργατών και αγροτών, διατεθειμένης να διοικήσει προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης, να δώσει στον λαό τα δικαιώματά του και να εγγυηθεί την ανεξαρτησία της χώρας με τη συνδρομή της ΕΣΣΔ, του λίκνου των εργατών και αγροτών, ενός κράτους γιγαντιαίας προόδου και ευημερίας, προστάτιδος των μικρών κρατών και του πλέον αξιόπιστου εκφραστή της ειρήνης”.¹⁸

Η ακραία αυτή στρατηγική του ΚΚΓ δεν έτυχε της έγκρισης της Μόσχας. Στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Τίτο υπήρξε αποδέκτης ενός μηνύματος, το οποίο χαρακτήριζε ως πρόωρη τη εγκαθίδρυση ενός  λαϊκού καθεστώτος στη χώρα. Το είδος της πολιτικής δραστηριότητας, προς την οποία το ΚΚΓ όφειλε να εστιάσει την προσοχή του ήταν πρωτίστως ο τομέας της προπαγάνδας και η σύνταξη μανιφέστων και παρεμφερών κειμένων.¹⁹

Ο Τίτο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ

Το αποκορύφωμα της ριζοσπαστικής ρητορικής του Τίτο υπήρξε ο εναρκτήριος λόγος που εκφώνησε τον Οκτώβριο 1940 στο Ζάγκρεμπ, στο πλαίσιο των εργασιών της 5ης Διάσκεψης του ΚΚΓ. Το διακύβευμα ήταν μεγάλο για τον ίδιο προσωπικά. Μέχρι στιγμής δεν διαδραμάτιζε παρά εκτελεστικό, μόνο, ρόλο κι έτσι ακριβώς αντιμετωπιζόταν από την Κομιντέρν. Μόνο ένα Συνέδριο του κόμματος διέθετε την αρμοδιότητα ορισμού ενός νέου Γενικού Γραμματέα. Έχοντας αυτό κατά νου, ο Τίτο σχεδίαζε τη διεξαγωγή ενός τέτοιου Συνεδρίου για το φθινώπορο του 1940. Η Μόσχα ήταν επιφυλακτική μπροστά σε αυτή την προοπτική. Συνέτρεχε κίνδυνος να διαρρεύσουν οι εμπιστευτικές συζητήσεις, με αποτέλεσμα η κομματική ηγεσία να συρθεί στις γιουγκοσλαβικές φυλακές. Ο Τίτο αναγκάστηκε να μετονομάσει τη συνάθροιση των 108 αντιπροσώπων των τοπικών οργανώσεων του κόμματος σε “Διάσκεψη”. Η τελευταία ξεκίνησε τις εργασίες της με την ανάγνωση μιας μακροσκελούς έκθεσης πεπραγμένων του Τίτο ως εκτελεστικού Γραμματέα. Ο τελευταίος, ανέπτυξε τους λόγους που είχαν οδηγήσει το κόμμα στο να αντιταχθεί στη γενική επιστράτευση, λίγους μήνες νωρίτερα. Χάρη σε αυτή τη στάση, το ΚΚΓ απέτρεψε μια παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στο πόλεμο. Ακολούθως, διευκρίνισε τη γραμμή που το κόμμα όφειλε να ακολουθήσει ενόσω μαινόταν ο πόλεμος στην Ευρώπη:Κάθε είδους δραστηριότητα και προσπάθεια του Κόμματος οφείλει να διαθέτει αμιγώς ταξικό υπόβαθρο. Πρέπει να θέσουμε τέλος σε όλες τις συμφωνίες και τα προγράμματα με τις ηγεσίες των διαφόρων αστικών αυτοαποκαλούμενων “δημοκρατικών” κομμάτων, τα οποία έχουν μετατραπεί σε γνήσια αντιδραστικά πρακτορεία των μυστικών υπηρεσιών των Γάλλων και Βρετανών εμπνευστών του Πολέμου. Το Κόμμα μας, όπως και όλα τα τμήματα της Κομιντέρν ας αναλάβουν την ακόλουθη αποστολή: εκείνη του αγώνα υπέρ του σχηματισμού ενός Λαϊκού Μετώπου από τη βάση, μέσω της οργάνωσης και της καθοδήγησης μιας καθημερινής προσπάθειας με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών της εργατικής τάξης, όπως είναι ο αγώνας κατά του Πολέμου, υπέρ της ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων της καταπιεσμένης Γιουγκοσλαβικής εργατικής τάξης”.²º

Περιττό να αναφερθεί πως ο ενακτήριος λόγος του Τίτο καθώς και η έκθεση πεπραγμένων, αποτέλεσαν τη βάση των εργασιών της Διάσκεψης και των τελικών συμπερασμάτων. Με τη λήξη, ο Τίτο ανέλαβε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ. Υπό τη δική του ηγεσία, κυρίαρχη προτεραιότητα δόθηκε στον αγώνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης. Κι ενώ το κόμμα βρισκόταν σε θέση μάχης, διαθέτοντας έναν επίσημο ηγέτη και μια ομόφωνα επιλεγείσα στρατηγική, εκείνη του  Λαϊκού Μετώπου από τη βάση, η Μόσχα παρενέβη εκ νέου. Τον Σεπτέμβριο του 1940, είχε αναχωρήσει για τη σοβιετική πρωτεύουσα ο Nikola Petrović, μηχανικός από το Βελιγράδι, ως προσωπικός απεσταλμένος του Τίτο. Αν και δεν έφερε μαζί του κάποιο γραπτό κείμενο, είχε ενημερωθεί διεξοδικά από τον τελευταίο σε προφορικό επίπεδο. Φθάνοντας στη Μόσχα ένα μήνα αργότερα, ο  Petrović εξέθεσε ενώπιον της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν την κατάσταση που επικρατούσε τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στους κόλπους του κόμματος. Εν συνεχεία, η Επιτροπή κατέληξε σε συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες στάλθηκαν τηλεγραφικά στον Τίτο στις 25 Οκτωβρίου 1940. Το σχετικό τηλεγράφημα έφερε την υπογραφή του Pieck.

O τελευταίος έκανε έκκληση για αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία. Υπό τις παρούσες συνθήκες στα Βαλκάνια, φάνταζε αδύνατος ο σχηματισμός μιας λαϊκής κυβέρνησης. Αντ αυτού, ο Pieck πίεζε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ευρέως κινήματος, ικανού να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της Γιουγκοσλαβίας καθώς και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων που κατοικούσαν εντός των συνόρων της. Εισηγήθηκε τη σύμπραξη του ΚΚΓ με σχηματισμούς αστικής προέλευσης, όπως ήταν το Αγροτικό Κόμμα του Dragoljub Jovanović. Το παραπάνω κίνημα θα είχε αντιπολεμική χροιά και θα καλλιεργούσε προνομιακές σχέσεις με την ΕΣΣΔ.²¹ Κομιστής του πλήρους κειμένου των οδηγιών, υπογεγραμμένου από τους Manouïlski, Pieck, Ercoli (ψευδώνυμο του Palmiro Togliati) και Klement Gottwald, υπήρξε ο ίδιος ο Petrović. Το επέδωσε προσωπικά στον Τίτο με το που επέστρεψε τον Δεκέμβριο στη Γιουγκοσλαβία.  Ήταν εμφανές πως οι νέες επιτακτικές οδηγίες της Μόσχας αναιρούσαν τα συμπεράσματα, στα οποία είχε καταλήξει η 5η Διάσκεψη, καθώς και την στρατηγική του ΚΚΓ στο σύνολό της. Αναφορικά με το ζήτημα του σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης προσδιόριζαν τα εξής:Υπό τις παρούσες συνθήκες, το αίτημα περί ανατροπής της κυβέρνησης και εγκαθίδρυσης μιας άλλης, υπό τον γνήσιο έλεγχο εργατών και αγροτών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή μιας δικτατορίας του προλεταριάτου. Η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο…Το Κόμμα πρέπει να αποδοκιμάζει σθεναρά κάθε είδους εικασίες ότι ο Κόκκινος Στρατός είναι, δήθεν, διατεθειμένος να συμβάλλει σε μια τέτοια  κατάσταση”.²²

Η θέση της Κομιντέρν ως προς τη στρατηγική έναντι του πολέμου στην Ευρώπη, χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη ασάφεια: “Επιλέγοντας ως σύνθημα την ανεξαρτησία των λαών της Γιουγκοσλαβίας, το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση και τη συσπείρωσή τους ενάντια σε κάθε πράξη βίας, το Κόμμα οφείλει να καλλιεργήσει προπαγάνδα στις μάζες και μεταξύ των πολιτών ενάντια στην διαφαινόμενη πρόθεση της αστικής τάξης και της κυβέρνησης να ενδώσει στα σχέδια των Γερμανών και Ιταλών ιμπεριαλιστών, τα οποία στοχεύουν στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας. Κατά συνέπεια, το Κόμμα δεν πρέπει να προβάλλει το σύνθημα υπέρ της προάσπισης των σημερινών συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, ούτε και να επαγγέλεται, ως απομονωμένη πολιτική δύναμη, την ένοπλη αντίσταση κατά των επίδοξων ιμπεριαλιστών εισβολέων. Αντίθετα, οφείλει να εκτιμήσει και να ενισχύσει όλες τις τάσεις μεταξύ των πολιτών και μέσα στους κόλπους του στρατεύματος, που προσανατολίζονται προς την κατεύθυνση οργάνωσης ένοπλης αντίστασης με σκοπό την ενδυνάμωση της αντίθεσης σε κάθε μορφής συνθηκολόγηση και την ενίσχυση της άμυνας της χώρας”.²³

Περισσότερο διαυγές ήταν το σκέλος των οδηγιών της Κομιντέρν σχετικά με την στρατηγική του  Λαϊκού Μετώπου:Το Κόμμα καλείται να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία συνεργασίας με στελέχη της αντιπολίτευσης και των μικρών αστικών κομμάτων, όπως και με  ομάδες εντός των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, προκειμένου να διευρύνει, προς το παρόν τουλάχιστον, το ενωμένο μέτωπο ενάντια στην αντίδραση, υπέρ του σεβασμού των διεκδικήσεων των μαζών όπως και υπέρ της προάσπισης της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας”.²⁴

Οι  Josip Broz και Nikola Petrović (δεξιά), το 1945 στο Βελιγράδι.

Ταυτόχρονα με την κατάρρευση της Γαλλίας και την επικράτηση του Hitler στη Δυτική Ευρώπη, ο ναζιστικός κίνδυνος έγινε εκ νέου αισθητός. Το Λαϊκό Μέτωπο από τη βάση, με τη συνδρομή των αστικών κομμάτων, ειδικότερα δε των αριστερόστροφων, ήταν απαραίτητο για την προστασία της ΕΣΣΔ. Με τον ίδιο ζήλο και πειθώ, που τον χαρακτήριζαν στο πρόσφατο παρελθόν, ο νέος Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ άρχισε, χωρίς καθυστέρηση, να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Ήδη στις 25 Δεκεμβρίου 1940 ενημέρωσε τη Μόσχα πως είχε έρθει σε συμφωνία με το Αγροτικό Κόμμα του Dragoljub Jovanović, στη βάση ενός κοινού προγράμματος το οποίο συνιστατο: α) στη σύναψη ενός συμφώνου συμμαχίας με την ΕΣΣΔ, β) σε ενέργειες εκδημοκρατισμού της Γιουγκοσλαβίας  και γ) σε προσπάθεια διασφάλισης της ανεξαρτησίας της χώρας.²⁵

Ο Petrović ήταν το τελευταίο μέλος του ΚΚΓ, το οποίο λειτούργησε ως μεσολαβητής ανάμεσα στον Τίτο και τη Μόσχα. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια, έως ότου, την άνοιξη του 1944, ο Milovan Djilas επωμιστεί ανάλογη αποστολή, ερχόμενος σε απευθείας επαφή με τη σοβιετική ηγεσία. Στο ενδιάμεσο διάστημα, η επικοινωνία εξασφαλιζόταν μέσω ραδιοσημάτων, υπό την ευθύνη του Josip Kopinič, ενός ήρωα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και προσωπικού φίλου του Τίτο. Ο  Kopinič είχε σταλεί από τη Μόσχα με συγκεκριμένη αποστολή: να διατηρήσει την επαφή με το ΚΚΓ και με άλλα οκτώ αντίστοιχα κόμματα των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης. Ο ασύρματος βρισκόταν στο Βελιγράδι και ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούλιο του  1940.²⁶

Josip Kopinič.
Milovan Djilas.

                            

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έως τον Μάϊο του 1941, ενόσω ο Τίτο βρισκόταν στο Ζάγκρεμπ, του ήταν σχετικά εύκολο να επικοινωνεί με τη Μόσχα. Ωστόσο, το είδος της επαφής δεν επέτρεπε κάτι περισσότερο από την ανταλλαγή περιληπτικών μηνυμάτων. Ήταν αδύνατη η διακίνηση εκτενών οδηγιών, σχετικών με τη στρατηγική, την οποία όφειλε να ακολουθήσει. Ήταν αναγκασμένος να αποφασίζει από μόνος για την περαιτέρω πορεία του ΚΚΓ. Μέχρι την εκδήλωση της Γερμανικής εισβολής, εφάρμοσε με ιεραποστολική προσήλωση τις οδηγίες, τις οποίες είχε προσκομίσει ο Petrović. Στις αρχές του 1941, ο Τίτο προσδιόρισε τη στρατηγική του κόμματος ως εξής: “…η διατήρηση της ειρήνης, η προάσπιση της εθνικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας των λαών της Γιουγκοσλαβίας ενάντια στον πόλεμο και στην οποιαδήποτε σχέση των προαναφερθέντων λαών με τα ιμπεριαλιστικά εμπόλεμα μέρη, επειδή μια προσχώρηση στο πλευρό τους θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της ανεξαρτησίας της χώρας. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος προάσπισης της ανεξαρτησίας είναι η παραμονή της χώρας έξω από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η ενδυνάμωση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ μέσω της σύναψης μιας συμμαχίας αμοιβαίας βοήθειας”.²⁷

Διακατεχόμενο από αυτό το σκεπτικό, το ΚΚΓ περιορίστηκε σε ρόλο απλού θεατή, όταν, στις 27 Μαρτίου 1941, μια ομάδα φιλοδυτικών στρατιωτικών ανέτρεψε την κυβέρνηση Cvetković-Maček, δυο, μόλις, ημέρες έπειτα από την προσχώρηση της τελευταίας στο Τριμερές Σύμφωνο. Το κόμμα δεν είχε την παραμικρή ανάμειξη στην οργάνωση των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων της ημέρας εκείνης ως υποστήριξη του πραξικοπήματος. Όταν, προς το τέλος της ημέρας, ορισμένα στελέχη προσχώρησαν στις κινητοποιήσεις, το μόνο σύνθημα, το οποίο προέβαλαν επιδεικτικά, ήταν εκείνο περί συμμαχίας με την ΕΣΣΔ. Το εντυπωσιακό μέγεθος των κινητοποιήσεων δεν προκάλεσε καμία απολύτως αλλαγή στην όλη στρατηγική του Τίτο. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα, ενημέρωσε την Κομιντέρν πως το ΚΚΓ θα προετοίμαζε τον κόσμο για αντίσταση έναντι μιας ένοπλης γερμανικής ή ιταλικής επίθεσης, αλλά και για μάχη κατά οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, η οποία θα αποσκοπούσε σε παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο στο πλευρό της Μεγ. Βρετανίας. Το ΚΚΓ ήταν υπέρ της καταγγελίας της πράξης προσχώρησης της Γιουγκοσλαβίας στο Τριμερές Σύμφωνο. Από την άλλη πλευρά, όμως, ήλπιζε να δει τη νεοσύστατη κυβέρνηση του στρατηγού Dušan Simović να συνάπτει την πολυπόθητη συμμαχία με την ΕΣΣΔ.²⁸ Όμως, ακόμα και αυτή η μάλλον παθητική θέση του ΚΚΓ θεωρήθηκε άκρως ριψοκίνδυνη από την πλευρά της Κομιντέρν. Ο Γενικός Γραμματέας της τελευταίας, Georgi Dimitrov, εκτιμώντας τα γεγονότα της 27ης Μαρτίου, διέταξε τον Τίτο να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια, καθώς οι συνθήκες ήταν ακατάλληλες. Το ΚΚΓ έπρεπε να περιοριστεί στο να ενημερώνει την εργατική τάξη και το στράτευμα σχετικά με τη στρατηγική του.²⁹

Οι κινητοποιήσεις της 27ης Μαρτίου 1941 στους δρόμους του Βελιγραδίου.

Η εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης έπειτα από το πραξικόπημα ήταν, πλέον, ζήτημα ημερών.  Στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η κυβέρνηση Simović ευθυγραμμίστηκε με το κυριότερο αίτημα του ΚΚΓ, υπογράφοντας στις 5 Απριλίου, στη Μόσχα, ένα Σύμφωνο Φιλίας και μη Επιθέσεως με την ΕΣΣΔ.³º Τελικά, το κόμμα αποδέχτηκε να ανταποκριθούν τα μέλη του στις εκκλήσεις για επιστράτευση, με εξαίρεση εκείνα της Κεντρικής Επιτροπής.³¹ Η γερμανική επίθεση διήρκησε από τις 6 Απριλίου, ημέρα της εκδήλωσής της, έως τις 17 του ιδίου μήνα, οπότε  ο γιουγκοσλαβικός στρατός συνθηκολόγησε. Η χώρα διαμοιράστηκε ανάμεσα στους γείτονές της Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Αλβανία. Οι Ναζί εγκατέστησαν στην Κροατία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ένα γενοκτόνο καθεστώς μαριονέτα υπό τον Ante Pavelić και τους συνοδοιπόρους του Ούστασε (Ustaša), του αυτοαποκαλούμενου Κροατικού Επαναστατικού Κινήματος, δημιουργώντας το ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας. Αυτές ακριβώς οι εξελίξεις απασχόλησαν αποκλειστικά το Politbureau κατά τη συνάντησή του στο Ζάγκρεμπ, τον Μάϊο του ιδίου έτους. Αμέσως μετά, ο Τίτο μετέβη στο Βελιγράδι, όπου ενημέρωσε τη σοβιετική πρεσβεία για τα αποτελέσματα της συνάντησης. Η πρεσβεία της ΕΣΣΔ στη Γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα είχε ξεκινήσει τη λειτουργία της μόλις τον Ιούνιο του 1940, ως επακόλουθο της εξομάλυνσης των διμερών διακρατικών σχέσεων. Οι τελευταίοι Σοβιετικοί διπλωμάτες εγκατέλειψαν το Βελιγράδι ακριβώς ένα χρόνο αργότερα. Τα αποτελέσματα της συνεδρίασης, έτσι τουλάχιστον όπως ο Τίτο τα περιέγραψε, υποτίθεται πως απηχούσαν τη νέα στρατηγική του ΚΚΓ υπό το πρίσμα της ξένης κατοχής. Πρωτίστως τονιζόταν το γεγονός ότι το κόμμα είχε κατορθώσει να διατηρήσει τη συνοχή του και εξακολουθούσε να είναι σε θέση να ασκήσει την επιρροή του στο σύνολο της προπολεμικής επικράτειας. Λίγο πριν την απαρχή του πολέμου, αριθμούσε 8 000 μέλη, ενώ άλλα 30 000 άτομα στελέχωναν την Κομμουνιστική Νεολαία. Άξονας της στρατηγικής των προηγουμένων μηνών ήταν: “O αγώνας ενάντια στις αντιδραστικές κυβερνήσεις, που αρνούνταν την εκχώρηση στο λαό των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ο αγώνας, επίσης, για την εγκαθίδρυση λαϊκής κυβέρνησης, η οποία θα παραχωρούσε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες στους πολίτες της Γιουγκοσλαβίας και θα επανέφερε σε ισχύ δικαιώματα στα καταπιεσμένα έθνη”.³²

Σε άρθρο, το οποίο έγραψε τον Ιούνιο 1941, ο Τίτο υποστήριζε πως στο πέρας της συνεδρίασης του Μαΐου είχε διαγραφεί ομόφωνη διαπίστωση ότι στη χώρα υπήρχε διάχυτη μια “επαναστατική ενέργεια των μαζών”. Η τελευταία είχε προκύψει από: “Ένα βίαιο κατοχικό καθεστώς και τη συνακόλουθη λεηλασία σε βάρος του λαού. Από μια ακόμη πιο βίαιη καταπίεση ορισμένων εθνών και το αναμενόμενο μίσος εναντίον των εμπνευστών της. Από την προδοσία, στην οποία είχαν προβεί οι μέχρι πρότινος αστικοί κυβερνητικοί κύκλοι. Από την αδιαμφισβήτητη εγκληματική εθνική και κοινωνική πολιτική του εκπνεύσαντος καθεστώτος…”.³³

Βομβαρδισμός του Βελιγραδίου από τη γερμανική πολεμική αεροπορία (6 Απριλίου 1941).

Η επίκληση της ανάγκης σχηματισμού λαϊκής κυβέρνησης και η διαπίστωση ύπαρξης επαναστατικής ενέργειας αποκαλύπτουν πως ο Τίτο είχε αρχίσει να μεταστρέφεται προς τη σκέψη ότι η κατοχή μπορούσε να λειτουργήσει ως ιδανική αφορμή αξιοποίησης του ιμπεριαλιστικού πολέμου προς την κατεύθυνση της έκρηξης ενός επαναστατικού κινήματος. Στα τηλεγραφήματα, τα οποία απέστειλε προς τη Μόσχα, απέφυγε σχολαστικά να αναφέρει το παραμικρό σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Αρκέστηκε στο να διαβιβάσει μέσω του Kopinič τη διαβεβαίωση ότι το ΚΚΓ προετοιμαζόταν για ένοπλη δράση σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης σε βάρος της ΕΣΣΔ. Το ίδιο ακριβώς επανέλαβε και προς τον υπάλληλο της σοβιετικής πρεσβείας με τον οποίο συναντήθηκε τον Μάϊο στο Βελιγράδι.³⁴ Το ότι η πατρίδα του τελούσε υπό κατοχή, δεν αρκούσε προκειμένου να αναπτύξει, με δική του πρωτοβουλία, πολεμική δραστηριότητα. Οι οδηγίες, που είχε λάβει τον Μάρτιο από τον Dimitrov δεν άφηναν περιθώριο για παρερμηνείες. Το ΚΚΓ όφειλε να περιοριστεί στην ενημέρωση γύρω από τη στρατηγική του και να εξασφαλίσει για δικό του  λογαριασμό όσο το δυνατόν ευρύτερη επιρροή μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης. Όπως ήταν επόμενο, τα πάντα άλλαξαν μετά τις 22 Ιουνίου 1941 και την εκδήλωση της χιτλερικής εισβολής  κατά της ΕΣΣΔ.

Το ληφθέν αυθημερόν τηλεγράφημα με προέλευση τη Μόσχα, ήταν κρυστάλλινης διαύγειας. Η γερμανική και ιταλική εισβολή δεν ήταν απλώς ένα ράπισμα σε βάρος της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας. Ισοδυναμούσε με επίθεση ενάντια στην ελευθερία και ανεξαρτησία όλων των εθνών. Κατόπιν τούτου, το ΚΚΓ, μιμούμενο το παράδειγμα των άλλων αδελφών κομμάτων, καλείτο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός αυτοδύναμου εθνικού Λαϊκού Μετώπου καθώς και σε εκείνη ενός αντίστοιχου συλλογικού διεθνούς. Μεταξύ άλλων, το τηλεγράφημα προσδιόριζε και τις προτεραιότητες. Στη παρούσα φάση, το ΚΚΓ θα πολεμούσε για την αποτίναξη του κατοχικού ζυγού και όχι για μια σοσιαλιστική επανάσταση.³⁵ Ακολουθούσε η ανάλυση της επονομαζόμενης “Θεωρίας των δυο φάσεων”. Σε ένα πρώτο στάδιο προείχε η δημιουργία ενός Λαϊκού Μετώπου εκ των άνω, και μόνο όταν οι συνθήκες ήταν ώριμες, το ΚΚΓ θα αναλάμβανε δράση για κοινωνική επανάσταση. Η ΕΣΣΔ είχε άμεση ανάγκη από μια ευρεία συμμαχία με τη Μεγ. Βρετανία, ενδεχομένως και με τις ΗΠΑ, για την επιβίωσή της. Έκρηξη κοινωνικών επαναστάσεων μέσα στη συγκεκριμένη συγκυρία θα καθιστούσαν τη συμμαχία αυτή αδύνατη. Επομένως, το ΚΚΓ, όπως και τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα και οι υπηρεσίες της Κομιντέρν καλούνταν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη συγκρότηση ενός ευρέως  Λαϊκού Μετώπου, ικανού να αντισταθεί και να αντιπαρατεθεί με τη Γερμανία του Hitler. Την 1η Ιουλίου, η Μόσχα επανέλαβε τις οδηγίες προς τον Τίτο διατάσσοντάς τον να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία μονάδων παρτιζάνων με αποστολή τον αγώνα κατά του κατακτητή.³⁶

[Συνεχίζεται]

Josip Broz Tito: Rebel Communist and Yugoslav Hero


 

Ο Vojislav Pavlović είναι Διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο “Stalinism without Stalin. The Soviet Origins of Tito’s Yougoslavia, 1937-1948” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο (Επιμ.  Vojislav Pavlović), The Balkans in the Cold War, Institute for Balkan Studies of the Serbian Academy of Sciences and Arts, Special Editions 116, Belgrade, 2011, σσ. 11-42.

¹ Πρόκειται για την επίσημη ονομασία του ΚΚΣΕ μεταξύ των ετών 1925 και 1952 (ρωσ. Всесоюзная коммунистическая партия (большевиков)).

² Βλ. σχετικά, Leonid Gibianskii,“Soviet-Yugoslav Relations, the Cominform and Balkan Communist Parties: Documentary sources and some aspects of its research” στο (επιμ.  Vojislav Pavlović) The Balkans in the Cold War (Belgrade: Institute for Balkan Studies ot the Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011).

³ Η εκδοχή αυτή είχε υιοθετηθεί από την Κομιντέρν κατά τη διάρκεια των σταλικινών εκκαθαρίσεων στη Μόσχα.

⁴  Πρόκειται για τη νέα ονομασία μεταξύ των ετών 1952 και 1991.

Jugoslovensko-sovjetski odnosi 1945-1956 (Belgrade: Ministry of Foreign Affairs of Serbia, 2010), 917.

⁶ Οι βιογραφίες του Τίτο είναι αναρίθμητες. Η αγιογραφική προσέγγιση του Vladimir Dedijer, Tito (New York: Simon and Schuster, 1953) αντανακλά την επίσημη προπαγάνδα του ΚΚΓ. Από την άλλη πλευρά, η μαρτυρία του πάλαι ποτέ στενού του συνεργάτη του  Milovan Djilas, Tito: the story from inside (New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1980) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο πόλεμος της πρώην Γιουγκοσλαβίας προκάλεσε νέο γύρο ενδιαφέροντος ως προς την προσωπική ιστορία του Τίτο: Stevan K. Pavlowitch, Tito-Yugoslavia’s great dictator: a reassessment (Columbus: Ohio State University Press, 1992), Jasper Ridley, Tito (London: Constable, 1994), Richard West, Tito and the rise and fall of Yugoslavia (New York: Caroll & Graff Publishers, 1994).  Διάφορες βιογραφίες του Τίτο κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα: Geoffrey Swain, Tito: a biography (London, New York: I.B. Tauris, 2011), Pero Simić, Tito: fenomen 20. veka (Beograd: Službeni glasnik, 2011), Jože Pirjevec: Tito in tovariši (Ljubljana: Mladinska knjiga, 2011).

⁷ Branislav Gligorijević, Kominterna i jugoslovensko pitanje (Belgrade: Institut za savremenu istoriju, 1992), 252-253.

⁸ Josip Broz Tito, Sabrana djela, vol. III, (Belgrade: Komunist, 1983), 40 , Broz προς Gržetić, Βιέννη, 5 Νοεμβρίου 1936.

⁹ Tito, Sabrana djela, Vol. IV, 173-174.

¹º Aρχεία Γιουγκοσλαβίας, (στο εξής AJ), 837, IV-5-a, Φακ. 43, Συνέντευξη Τίτο, 29 Δεκεμβρίου 1979. 

¹¹ Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας (RGASPI), Φακ. 495, 11, έγγραφο 368, 60-65.

¹² Tito, Sabrana djela, vol. V, 56-60, “Radnom Narodu Jugoslavije”, Proleter, 3-4, 1940.

¹³ Ibid., 64-66.

¹⁴ Ibid., 69-71.

¹⁵ Ibid., 80-84.

¹⁶ Ibid., 90-96.

¹⁷ Ibid., 108-110.

¹⁸ Ibid., 119,120.

¹⁹ Ubavka Vujošević, “Prepiska (radiogrami) CK KPJ – IK KI”, Vojnoistorijski glasnik, XLIII, 1-3, 1992, 323.\

²º Tito, Sabrana djela, vol.VI, 20, 21.

²¹ Vujošević, “Prepiska”, 324.

²² Tito, Sabrana djela, vol. VI, 202-204.

²³ Ibid.

²⁴ Ibid.

² Vujošević, “Prepiska”, 291.

²⁶ Vjenceslav Cenčić, Enigma Kopinič, vol. I (Belgrade: Rad, 1983), 128-130.

² Tito, Sabrana djela, vol. VI, 207.

² Vujošević, “Prepiska”, 300.

²Tito, Sabrana djela, vol. VI, 215.

³º Odnosi Jugoslavije i Rusije (SSSR) 1940-1945 (Belgrade: Savezno Ministarstvo za inostrane poslove, 1996), 45-46.

³¹ Vujošević, “Prepiska”, 302.

³² Tito, Sabrana djela, vol. VII, 18-25.

³³ Ibid., 39.

³⁴ Vujošević, “Prepiska”, 305.

³⁵ Reneo Lukić, Les relations soviéto-yugoslaves de 1935 à 1945 (Bern : Peter Lang, 1996), 76.

³⁶ Vujošević, “Prepiska”, 302.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Σωτήρης Ριζάς: Το Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Σωτήρης Ριζάς

Το  Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Οπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πολιτικών ανοιγμάτων εκ μέρους αυταρχικών καθεστώτων, το εγχείρημα του Γεωργίου Παπαδόπουλου το 1973 προκάλεσε αμφίπλευρες πιέσεις τόσο από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπαρκές όσο και από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπιθύμητο και επικίνδυνο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκε η μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και οι φοιτητές που θα καταλάμβαναν το Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο του 1973. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκε μεγάλη μερίδα του στρατού, η οποία και θα προχωρούσε στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973. Κύριος εκφραστής της δυσαρέσκειας του στρατού ήταν ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Ανήκε στον στενό κύκλο των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και ήταν ο μόνος από την ηγετική ομάδα που δεν ανέλαβε οποιοδήποτε κυβερνητικό αξίωμα. Σταδιακά, θα εξελισσόταν επίσης στον μόνο από την ηγετική ομάδα που ήταν σε θέση να βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους αξιωματικούς και να αντιλαμβάνεται τις ροπές και τη δυσαρέσκεια που αναπτυσσόταν εντός του σώματος των αξιωματικών.

Ρήξεις στην ομάδα των δικτατόρων

Μια πρώτη ρήξη στο εσωτερικό των υποστηρικτών του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν απότοκος της κρίσης της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1967. Η κρίση είχε ξεκινήσει με μια επίδειξη δύναμης της Εθνικής Φρουράς υπό τον στρατηγό Γρίβα στον τουρκοκυπριακό θύλακο Αγίων Θεοδώρων-Κοφίνου και είχε λήξει με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από τη Μεγαλόνησο ύστερα από τουρκικό τελεσίγραφο και άσκηση πίεσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.

Ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτρης Ιωαννίδης (εδώ με τον «πρωθυπουργό» του Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο) βγαίνει στο προσκήνιο μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ανατρέποντας τον Γ. Παπαδόπουλο.

Στο σκεπτικό του Παπαδόπουλου και της ηγετικής ομάδας της χούντας είχε βαρύνει το κόστος για το στρατιωτικό καθεστώς σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής με την Τουρκία. Αντίθετα, για τους νεότερους αξιωματικούς και τον Ιωαννίδη, που αποτελούσαν τον κορμό των υποστηρικτών του καθεστώτος, η υποχώρηση της Αθήνας ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική πλευρά έπρεπε να ακολουθήσει πολιτική πυγμής έως το τέλος της κρίσης και έτσι να υποχρεώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παρέμβαση προς την Αγκυρα, καθώς σύμφωνα με την ανάλυση αυτής της μερίδας, ο αμερικανικός παράγων θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση που θα είχε διαλυτικές συνέπειες για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Επρόκειτο για την κατευθυντήρια γραμμή που θα οδηγούσε τον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του στο πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974. Τον Δεκέμβριο του 1967, όμως, δεν υπήρχε περιθώριο γι’ αυτή την πολυάριθμη ομάδα ώστε να επιβάλει τις αντιλήψεις της, καθώς πολύ σύντομα θα εκδηλωνόταν το βασιλικό αντικίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967. Ενώπιον του κοινού κινδύνου το ζήτημα παραμερίστηκε και όλες οι ομάδες που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου κινήθηκαν και πάλι για να τον αντιμετωπίσουν. Η αποτυχία της κίνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου εδραίωσε την εξουσία του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, αλλά σταδιακά θα δημιουργούσε το έδαφος της αποξένωσής του από μια κρίσιμη μάζα αξιωματικών. Το φθινόπωρο του 1970 ο Παπαδόπουλος ήλθε σε ρήξη με τον παλαιό συνεργάτη του Νικόλαο Μακαρέζο και άλλους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Διατηρήθηκε στη θέση του λόγω και της συνδρομής του Ιωαννίδη. Αυτός θα κατόρθωνε σταδιακά να αποκτήσει ευρεία υποστήριξη, καθώς έλεγχε το γραφείο προσωπικού του Αρχηγείου Στρατού και ήταν διοικητής της πανίσχυρης Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ).

 Δυσαρέσκεια στους αξιωματικούς του στρατού

Γενικότερα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 και, εν συνεχεία, η δικτατορία είχαν διαλυτική επίδραση στη δομή και τη λειτουργικότητα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Το νέο καθεστώς απομάκρυνε μεγάλο αριθμό βασιλοφρόνων ή εν πάση περιπτώσει νομιμοφρόνων αξιωματικών αλλά, παρά ταύτα, απέτυχε να αποκαταστήσει μια ομαλώς λειτουργούσα ιεραρχία όπως συνέβη στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα του 1960.

Στο πλαίσιο του καθεστώτος αποκτούσαν μεγάλη σημασία ανεπίσημα δίκτυα και ο υποκειμενικός έλεγχος που μπορούσαν να ασκήσουν διάφοροι παράγοντες.

Υπερσυγκέντρωση εξουσίας

Από αυτό το αδιαφανές πλέγμα θα επωφελείτο ο Ιωαννίδης όταν θα διαμορφώνονταν οι κατάλληλες συνθήκες. Παρά συνεπώς τη φαινομενική υπερσυγκέντρωση της εξουσίας εκ μέρους του Παπαδόπουλου η δυσαρέσκεια μεταξύ των αξιωματικών αυξανόταν και ο έλεγχος που ασκούσε στον στρατό ανεπαίσθητα μειωνόταν. Μια μεγάλη μερίδα επικαλείτο τον «επαγγελματισμό» της προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε είδος δράσης, μια άλλη όμως, μικρών και μέσων βαθμών, εξέφραζε την αποξένωσή της η οποία προέκυπτε από την ανεπιτυχή, όπως τους φαινόταν, διαχείριση του Κυπριακού, τη νομή της εξουσίας, που συνυφαινόταν πια με πραγματικές ή υποθετικές περιπτώσεις διαφθοράς των ιθυνόντων του στρατιωτικού καθεστώτος, και τη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος ήταν πρωθυπουργός από τον Δεκέμβριο του 1967, από τον Μάρτιο του 1972 αντιβασιλέας και ταυτόχρονα επικεφαλής πέντε υπουργείων.

Τα τανκς στους δρόμους την επομένη της σφαγής στο Πολυτεχνείο.

Από πολιτικής απόψεως η κριτική που του ασκείτο ήταν μάλλον αντιφατική. Αλλοτε επικρινόταν γιατί δεν επιχείρησε τη μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία με πρότυπο την Τουρκία και άλλοτε ότι η διακυβέρνησή του ήταν λιγότερο αυταρχική από όσο επέβαλε η αντίθεση της προδικτατορικής πολιτικής τάξης στο στρατιωτικό καθεστώς.

 Ο Γ. Παπαδόπουλος χάνει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων

Η ανοδική τάση των τιμών προς το τέλος του 1972 και τις αρχές του 1973, η τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο από το τέλος του 1972 και η κατάληψη της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 υπογράμμιζαν ένα γενικότερο αίσθημα πολιτικού αδιεξόδου. Η εξάρθρωση του κινήματος του Ναυτικού τον Μάιο του 1973 αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την εκδήλωση της δυσαρέσκειας των αξιωματικών. Στη βάση της βρισκόταν ένα αίσθημα αποτυχίας. Η πολιτικοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος μέσω της ανάθεσης σχηματισμού νέας κυβέρνησης σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του παλαιού πολιτικού κόσμου όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον Οκτώβριο του 1973, σήμαινε για τη μερίδα των δυσαρεστημένων στρατιωτικών ομολογία αποτυχίας της 21ης Απριλίου 1967. Το καθεστώς προφανώς και δεν είχε διαμορφώσει ένα νέο σώμα πολιτικών και κατέφευγε στη «χρεοκοπημένη» πολιτική τάξη την οποία είχε παραμερίσει.

Πέραν αυτού, η αυθαίρετη αναγόρευση του Παπαδόπουλου σε πρόεδρο της Δημοκρατίας προσέδιδε στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης έναν έντονο προσωπικό χαρακτήρα, ο οποίος πλέον απωθούσε έντονα μια μεγάλη μερίδα αξιωματικών, ευρύτερη της ομάδας που υποστήριζε τον Ιωαννίδη. Υπήρχαν ακόμα ενδοστρατιωτικοί ανταγωνισμοί που ευνοούσαν περαιτέρω απομόνωση του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος είχε συνείδηση της αυξανόμενης απομόνωσης και αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της νομιμοποίησής του εντός του στρατού. Ετσι, πέραν των ασυμβίβαστων με κοινοβουλευτικό σύστημα προεδρικών εξουσιών, είχε προβλέψει –επίσης ασυνήθιστα για κοινοβουλευτικό σύστημα– τη δημιουργία θέσης αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, την οποία προόρισε για τον στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή, αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων από το 1968 έως το 1973. Αν και δεν έλεγχε τον μηχανισμό και τα δίκτυα εντός των ενόπλων δυνάμεων, ο Αγγελής θεωρείτο επαγγελματικώς καταρτισμένος και διέθετε κύρος. Για τον λόγο αυτό είχε επιδιώξει ο Παπαδόπουλος τη συνεργασία του στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης.

26.11.1973. Συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου παρουσία του Φ. Γκιζίκη. Δεξιά του, ο «πρωθυπουργός» Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος.

Η αποχώρηση του στρατηγού Αγγελή από την υπηρεσία δεν ήταν άμοιρη συνεπειών για τις ενδοστρατιωτικές ισορροπίες. Ο νέος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος θα επεδίωκε να ασκήσει πραγματικό έλεγχο και προκάλεσε την αποξένωση ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι, αν και δεν διέθεταν αξιόλογη ισχύ, ήταν αναγκαίοι στην ομάδα Ιωαννίδη ως επικεφαλής της επίσημης ιεραρχίας του νέου στρατιωτικού καθεστώτος. Μεταξύ αυτών ήταν ο αντιστράτηγος Γκιζίκης, διοικητής της Στρατιάς, ο αντιστράτηγος Μπονάνος, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, και ο αντιστράτηγος Γαλατσάνος, αξιωματικός των τεθωρακισμένων. Θα συνεργάζονταν ακόμα αξιωματικοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας, κλάδων που ήταν παραμερισμένοι από το σύστημα εξουσίας του στρατιωτικού καθεστώτος. Ο υποναύαρχος Αραπάκης και ο υποπτέραρχος Παπανικολάου θα έπαιζαν ρόλο στο νέο στρατιωτικό καθεστώς αλλά και στις διεργασίες που οδήγησαν στη Μεταπολίτευση.

Το κρίσιμο σημείο που εξασφάλισε ευρύτατη υποστήριξη για τον Ιωαννίδη μεταξύ των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, καθώς αποτελούσε επιβεβαίωση των φόβων ότι η πολιτικοποίηση δεν σήμαινε μόνο επάνοδο των παλαιών πολιτικών και των «χρεοκοπημένων» μεθόδων τους, αλλά και κίνδυνο αποσταθεροποίησης του κοινωνικού καθεστώτος και επικράτησης «αναρχίας». Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου διευκόλυνε ή δυσχέρανε το εγχείρημα του Ιωαννίδη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της εκτέλεσης του πραξικοπήματος στις 25 Νοεμβρίου και η άμεση εξουδετέρωση του Παπαδόπουλου έδειχναν όχι μόνο την επιχειρησιακή αρτιότητα, αλλά και την έκταση της απομόνωσης του άλλοτε ισχυρού δικτάτορα. Σαφέστατο επίσης θα γινόταν τις επόμενες ημέρες ότι, παρά τις προσδοκίες, η νέα κατάσταση πραγμάτων συνιστούσε υποτροπή της δικτατορίας και όχι διέξοδο προς τη δημοκρατία.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγή: Καθημερινή, έντυπη έκδοση