Skip to main content

Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης: Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης

 Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, φέρνοντας καθημερινά νέα δεδομένα τα οποία δικαιολογούν απόλυτα ότι η συσκευή αυτή είναι τόσο σημαντική για την εξέλιξη της Τεχνολογίας, όσο και ο Παρθενώνας για την Αρχιτεκτονική. Ήταν μια μικρού μεγέθους, εκπληκτικής τεχνολογίας συσκευή που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη ξηρά ή στη θάλασσα. Ανήκει στην κατηγορία των αναλογικών υπολογιστών. Μετέφερε και προσομοίωνε τις θεωρητικές γνώσεις για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων των αρχαίων Ελλήνων, αναπαράγοντάς τις πιστά και με μεγάλη ακρίβεια. Χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό της θέσης του Ηλίου, της Σελήνης και, πιθανώς, των 5 γνωστών από την αρχαιότητα πλανητών, στον ουρανό. Ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί συρμοί γραναζιών για την κίνηση των 5 πλανητών, τα ονόματά τους, όμως, έχουν εντοπισθεί στις επιγραφές. Ο χειριστής ήταν σε θέση να υπολογίσει τις φάσεις της Σελήνης, να προβλέψει εκλείψεις (τόσο του Ηλίου όσο και της Σελήνης) και να προσδιορίσει την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Με την αποκωδικοποίηση των λειτουργιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναθεωρείται και ξαναγράφεται η ιστορία της Τεχνολογίας. Η μελέτη του μοναδικού αυτού ευρήματος, που χρονολογείται πριν από δύο χιλιετίες, επιβεβαίωσε, όχι μόνο τις λιγοστές μέχρι τώρα γραπτές μαρτυρίες για τις άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων στις αέναες αλλά δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές, που ακόμα και σήμερα θα δυσκολευόμασταν να κατασκευάσουμε. Η μελέτη των θραυσμάτων, που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας πριν από 100 περίπου χρόνια, έχει δώσει μια νέα διάσταση στο ζήτημα της εξέλιξης της Τεχνολογίας δια μέσου των αιώνων. Για την κατασκευή του πρέπει να συνεργάστηκαν δύο μεγαλοφυΐες: ένας άριστος γνώστης και ερευνητής της επιστήμης της Αστρονομίας και ένας ταλαντούχος τεχνίτης με πολύ καλές γνώσεις Μαθηματικών.

 

Η ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων

 Ας δούμε, όμως, πως εξελίχθηκε η ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου και αργότερα ο εντοπισμός και η μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Τη Μεγάλη Τρίτη του έτους 1900, δηλαδή στις 4 Απριλίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 1923, Συμιακοί σφουγγαράδες, πλέοντες με δύο καΐκια στις συχνά φουρτουνιασμένες θάλασσες ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, με κατεύθυνση προς τις ακτές της Β. Αφρικής, αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στον Ποταμό, το λιμανάκι των Αντικυθήρων (λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής). Εκεί, ορμώμενοι είτε από επαγγελματική περιέργεια είτε για να μαζέψουν νηστίσιμα θαλασσινά, βούτηξαν, και σε βάθος 40 – 50 μέτρων, ανακάλυψαν έναν από τους πιο διάσημους θησαυρούς της αρχαιότητας. Προς μεγάλη τους έκπληξη βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρχαίο ναυάγιο, διάσπαρτο στο βυθό της θάλασσας σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων (δηλαδή επρόκειτο για ένα τεράστιο καράβι), με πλούσιο περιεχόμενο. Τέτοια μεγάλα καράβια (ολκάδες) χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά σιταριού από την Αίγυπτο προς τα μεγάλα λιμάνια της βορείου Μεσογείου, αλλά και για γενικό εμπόριο και εξυπηρέτηση επιβατών. Ας σημειωθεί ότι ο έμπειρος αρχαιολόγος και δύτης σε ναυάγια της Μεσογείου, Brendan Foley, σε μία διάλεξή του, το σύγκρινε με τον Τιτανικό της εποχής μας!

Η θέση Ποταμός στα Αντικύθηρα

Το Ναυάγιο πρώτος ανακάλυψε ο έμπειρος δύτης Ηλίας Λυκοπάντης, επονομαζόμενος και Σταδιάτης (επειδή καταγόταν από τα Σταδιά της Μ. Ασίας), λίγο έξω από τον Ποταμό. Για του λόγου το αληθές, απέσπασε και ανέσυρε τον βραχίονα ενός μπρούτζινου αγάλματος. Βούτηξε και ο καπετάνιος, Δημήτριος Κοντός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη πλήθους μαρμάρινων αγαλμάτων, τα οποία, αναδυόμενος, τα ανέφερε ως “Νεράιδες”. Η πληροφορία της ανακάλυψης διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση, στην Αθήνα. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά την ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

Ο Ηλίας Λυκοπάντης ή Σταδιάτης, ο οποίος ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων .

Υπάρχει σχέση μεταξύ της Κρητικής εξέγερσης του 1897 και της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων;

Η Κρήτη ανακηρύχθηκε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1646. Έκτοτε υπήρξαν πολλές προσπάθειες από τους Κρήτες να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821. Τον Ιανουάριο του 1897 μετά από σκληρά διοικητικά μέτρα και εξοντωτικούς φόρους που επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές, ξέσπασε εξέγερση που σύντομα επεκτάθηκε σε όλες υπαίθριες περιοχές του νησιού. Η εξέγερση υποστηρίχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εγκατέστησε ένα οπτικό τηλέγραφο (Goode 1875) μεταξύ της Γραμβούσας στην ΒΔ Κρήτη, τα Αντικύθηρα και τα Κύθηρα. Η Τουρκία εισέβαλε στην Ελλάδα και τελικά ο πόλεμος τελείωσε καταστροφικά για την Ελλάδα, μετά την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά το τέλος του πολέμου, όλος ο στρατός αποσύρθηκε από τα Αντικύθηρα. Για κάποιο λόγο, όμως, παρέμεινε ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου, απολαμβάνοντας τη φτηνή και απλή ζωή του νησιού και το μηνιαίο μισθό του. Ο οπτικός τηλέγραφος ήταν ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η επικοινωνια επιτυγχάνονταν με τη μετάδοση οπτικών παλμών (συνήθως με κωδικοποίηση σημάτων Μορς), χρησιμοποιώντας το ανακλώμενο φως του ήλιου από καθρέφτες. Οι οπτικοί παλμοί παράγονταν είτε με στιγμιαία κλίση του καθρέφτη κατά λίγες μοίρες προς τα πάνω ή προς τα κάτω, είτε με τη χρήση ενός σκίαστρου.

Δέκα ημέρες μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου, την Παρασκευή 14 Απριλίου 1900, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, οι κάτοικοι του Καψαλίου (του λιμανιού των Κυθήρων) διαπίστωσαν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι ο τηλεγραφητής των Αντικυθήρων ζητούσε επείγουσα επικοινωνία. Μετά από λίγο η επικοινωνία αποκαταστάθηκε και διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία οι κάτοικοι και οι διοικητικές αρχές των Κυθήρων ενημερώθηκαν για την ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων με την επίμονη παράκληση να προωθήσουν το μήνυμα στην Αθήνα, πράγμα το οποίο έγινε. Στο Υπουργείο Παιδείας (αρμόδιο για πολιτιστικά θέματα) και στους αρχαιολογικούς κύκλους η ανακοίνωση της ανακάλυψης έφερε κάποια δικαιολογημένη δραστηριότητα, αλλά μετά από διερεύνηση του πρόσφατου βίου και της φήμης του τηλεγραφητή των Αντικυθήρων απορρίφθηκε ως «προϊόν κρασοκατάνυξης»!

Περίληψη του τηλεγραφήματος, όπως δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση Ήλιος το 1950 .

Υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις στην παραπάνω ανακοίνωση.1 Ωστόσο, πρόκειται για μια ζωντανή περιγραφή της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων. Ο συντάκτης του άρθρου (Λυκούδης, 1950) το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 9ης Δεκεμβρίου 1950 στην Επιθεώρηση Ήλιος, είναι ο Στυλιανός Λυκούδης (1878-1958), ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) παρακολουθούσε, ως νεαρός ναυτικός την ανέλκυση των ευρημάτων του ναυαγίου των Αντικυθήρων, επί του οπλιταγωγού Μυκάλη, το 1900 – 1901. Θεωρείται ως ένα συνεπές και αξιόπιστο πρόσωπο. Το 1939 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στο οπλιταγωγό Μυκάλη έξω από τα Αντικύθηρα (Χειμώνας 1900-1901). Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Η οικονομική υποχρέωση να μαζέψουν σφουγγάρια και το καθήκον, επέβαλε τη συνέχιση της πορείας προς τις ακτές της Β. Αφρικής. Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιούς σφουγγαράδες και απογόνους αυτών, η αλιεία σφουγγαριών άρχιζε τον Απρίλιο (όταν ο καιρός βελτιωνόταν) και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο2. Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψαν στο νησί τους, το οποίο, όπως είναι γνωστό, βρισκόταν τότε υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ως καλοί Έλληνες, υπό την παρότρυνση του Συμιακού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου και τη συμβουλή της δημογεροντίας, αντιπροσωπία των δυτών υπό τον καπετάνιο Κοντό, επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στην Αθήνα, τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών (υπεύθυνο και για θέματα Πολιτισμού), Σπυρίδωνα Στάη, εξάδελφο του Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, Βαλερίου Στάη. Η επίδειξη του βραχίονα και οι αναφορές για τα διάσπαρτα αγάλματα, έπεισε τον Υπουργό ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό ναυάγιο.

Ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων. Αριστερά: Αρχαιολογική Εφημερίς-Πρακτικά (1900). Δεξιά: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, (Κ. Ξενικάκης, 2017).

Μόλις δύο μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1900, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε γραφειοκρατία (κατόρθωμα ζηλευτό ακόμα και στις μέρες μας!), η Εφορεία Αρχαιοτήτων ξεκίνησε μια σειρά συστηματικών ενάλιων ανασκαφών, με τη βοήθεια του οπλιταγωγού Μυκάλη και άλλων βοηθητικών πλοίων, η οποία διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1901. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανασύρθηκαν σημαντικά ευρήματα πολλά από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων, ο περίφημος Φιλόσοφος των Αντικυθήρων, κ.α. Ανασύρθηκαν και πολλά άλλα αγάλματα, ορειχάλκινα ή μαρμάρινα, σκεύη διατροφής και διασκέδασης (π.χ. μια μικρή λύρα), αμφορείς, ξύλινα και μολύβδινα τμήματα του πλοίου, κεραμίδες, τμήματα σωλήνων άντλησης υδάτων από το αμπάρι, υάλινα σκεύη, κοσμήματα, κ.α. Λίγο πριν το τέλος των ενάλιων ανασκαφών, ανάμεσα στα ευρήματα που ανασύρθηκαν ήταν και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ο οποίος, διαβρωμένος, σπασμένος και απολιθωμένος πλέον, μετά από 2000 χρόνια στο βυθό της θάλασσας, έμελλε να αλλάξει τη γνώμη πού είχαμε μέχρι σήμερα για τις τεχνολογικές ικανότητες των προγόνων μας. Πιθανώς, όταν ανασύρθηκε έμοιαζε με ένα απολιθωμένο όγκο με πρασινίζοντα δείγματα μπρούτζου (κρατερώματος – κράμα χαλκού και κασσίτερου).

Tα θραύσματα Α, Β και C του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο εντοπισμός του Μηχανισμού των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο

 Το Μάϊο 1902, σχεδόν όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρονται σε μία σημαντική είδηση: στο ναυάγιο των Αντικυθήρων υπήρχε ένας «χάλκινος» μηχανισμός, με επιγραφές που ανάγονται στον 1ο π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον εντοπισμό των θραυσμάτων του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Παρακάτω αναπαράγεται το ακριβές κείμενο της εφημερίδας Εστία, 22.5.1902.

 

Η ΠΛΑΞ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ

Ὁ πρῴην ὑπουργός τῆς Παιδείας κ. Στάης μετά τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου ἐνῷ περιεργάζοντο τό Σάββατον τεμάχια ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, διέκριναν χάλκινον μηχάνημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως ὀξειδωμένον.

Τό μηχάνημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἀνάγεται εἰς τούς Ῥωμαϊκούς χρόνους, δέν εἶνε δέ ἐξηκριβωμένον ἐάν εἶνε ἐξάρτημα τοῦ πλοίου ἢ σκεῦος αὐτοῦ καλλιτεχνικόν.

Ἤδη προκεῖται δι’ ἀντιγραφῆς, διότι ἡ πλάξ φέρει ἀρνητικά ἀποτυπώματα δυσδιάκριτα, ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ἐρμηνευθοῦν εὐκρινέστερον τά ἐπ’ αὐτῆς γράμματα ὑπό τῶν διαφόρων ἐπιγραφικῶν καί ἀρχαιολόγων μας.

Σήμερον ὁ διευθυντής τοῦ Αὐστριακοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου κ. Βίλελμ ἐξήτασεν ἀμφότερα τά τεμάχια, κατώρθωσε δέ νά διακρίνῃ ἐπί τοῦ μικροτέρου τεμαχίου τήν ἑξῆς ἐπιγραφήν ׃

ἀκτῖνα ἡλίου.

Ἀλλά τοῦτο δέν δύναται νά θεωρηθῇ ὡς ὁριστικόν, θά ἐπακολουθήσουν δέ καί ἄλλαι μελέται ἀμφοτέρων τῶν τεμαχίων πρός πληρεστέραν ἀνάγνωσιν τῶν γραμμάτων τῶν δύο πλακῶν.

ΑΛΛΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ

Κατά νεωτέρας πληροφορίας τά δύο μετάλλινα τεμάχια τά εὑρεθέντα ἐν τῷ Μουσείῳ εἶνε γνώμονες καί αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφαί φαίνεται νά εἶνε ὁδηγίαι πρός χρῆσιν τοῦ ὀργάνου.

Τά γράμματα εἶνε τοῦ Ἀου πρό Χριστοῦ αἰῶνος.

Συνεπῶς ἐξ ὅλων τούτων ἐξάγεται ὅτι καί τό ναυάγιον εἶνε τῆς ἰδίας ἐποχῆς.

 Τι είχε συμβεί; Ο τέως (εδώ και λίγες εβδομάδες) Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών, Σπυρίδων Στάης, επισκέφθηκε οικογενειακώς τον εξάδελφό του Βαλέριο και το Μουσείο, για να παρακολουθήσει τις εργασίες αναστήλωσης του θαυμάσιου αγάλματος του Εφήβου των Αντικυθήρων από τον Γάλλο ειδικό André. Ο Γάλλος είχε ζητήσει από τους συντηρητές να προσκομίσουν γύρω από το άγαλμα όλα τα κιβώτια που περιείχαν μπρούτζινα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ακόμα ταυτοποιηθεί. Ο Στάης παρατηρώντας ένα από αυτά τα αντικείμενα εντόπισε γρανάζια και ίσως επιγραφές. Τη σημαντική αυτή παρατήρηση αναπαρήγαγαν οι εφημερίδες της εποχής, όπως φαίνεται παραπάνω.

 

Η εξελικτική πορεία της μελέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

 Η ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρξε το αντικείμενο πλήθους δημοσιευμάτων σε αρχαιολογικά και άλλα περιοδικά αλλά και σε εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ελληνικό (κυρίως) και ξένο τύπο. Από σχετικά πρώιμες και ιδιαιτέρως πρόσφατες μελέτες πολλών ερευνητών, έχουμε σήμερα ασφαλή αντίληψη του τρόπου λειτουργίας και των ενδείξεων που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων.

Το 1903 ο υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο για το Μηχανισμό (Ρεδιάδης 1903). Στο δημοσίευμα αυτό, αλλά και σε άλλα της ίδιας εποχής, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων περιγράφεται ως αστρονομικό όργανο, ως αστρολάβος και ως όργανο ναυσιπλοΐας.

Λίγο μετά ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Albert Rehm μελετά εντατικά το Μηχανισμό. Το σημαντικό αδημοσίευτο έργο του έχει εντοπιστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας (Albert Rehm 1905)ς και έχει μελετηθεί (Almagest 2016).

Κατά τη δεκαετία του 1930 ο ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης μελέτησε τα θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Theophanidis 1934) και επιχείρησε την κατασκευή του πρώτου αντιγράφου, το οποίο, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο εξερευνητής Jacques-Yves Cousteau συνέβαλε στην ανασκαφή με το βαθυσκάφος του Καλυψώ (Dumas 1976) και ομάδα εκπαιδευμένων δυτών, μεταξύ των οποίων και οι Τοπογράφοι Μηχανικοί (φοιτητές τότε) Λευτέρης Τσαβλίρης και Βασίλης Βιτάλης. Ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρονολόγηση του ναυαγίου ήταν η εύρεση νομισμάτων από την Πέργαμο, κοπής μεταξύ 86 – 67 π.Χ., μερικών αγαλματιδίων και η ανέλκυση ενός μεγάλου ξύλινου τμήματος του καραβιού. Από πρόσφατη μελέτη των επιγραφών και των νομισμάτων (Τσέλεκας 2012) το ναυάγιο χρονολογείται κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα. Πάντως, όχι αργότερα από το 60 π.Χ.

Η πορεία του πλοίου και το σημείο του ναυαγίου. Κόκκινη γραμμή: πιθανή πορεία του πλοίου μέχρι το ναυάγιο, Μπλε γραμμή: Η αβέβαιη πορεία του πλοίου μέχρι τον τελικό προορισμό του. Με x σημειώνονται οι πόλεις με αθλητικούς αγώνες που αναφέρονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Στην σπείρα του Μέτωνος (βλέπε παρακάτω) ήταν χαραγμένο ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών. Η αριθμητική σύμπτωση του αριθμού των μηνών του ημερολογίου με τους μήνες διαφόρων αρχαίων ελληνικών πόλεων, είναι ανάλογη του μεγέθους των τετραγωνιδίων του σχήματος. Είναι προφανές ότι την μεγαλύτερη σύμπτωση παρουσιάζουν η Κέρκυρα, το Βουθρωτό, το Ταυρομένιον και η Δωδώνη (όλες Κορινθιακές αποικίες). Πρόσφατα απορρίφθηκε το ημερολόγιο του Ταυρομενίου (Iversen 2017). Οι υπόλοιπες βρίσκονται στη ΒΔ Ελλάδα. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: μήπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων χρησιμοποιείτο στη ΒΔ Ελλάδα; Τα χρώματα των τετραγωνιδίων αντιστοιχούν στη σύμπτωση ορισμένων σπανίων ονομασιών μηνών (βλέπε Freeth et al. 2008).

Τα δημοσιεύματα του τύπου κέντρισαν το ενδιαφέρον του Βρετανού Φυσικού και Φιλόσοφου των Επιστημών, Derek de Solla Price, που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Yale των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Derek de Solla Price, με τη συνεργασία και βοήθεια του Χαράλαμπου Καράκαλου, από το Ερευνητικό Κέντρο «Δημοκριτος», (πλησίον των Αθηνών), μελέτησε διεξοδικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων, χρησιμοποιώντας ακτινογραφίες που είχε πάρει ο Καράκαλος με ένα μηχάνημα δικής του κατασκευής. Το 1959 δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο στο περιοδικό Scientific American (de Solla Price 1959) και το 1974 ένα εκτενέστερο (70 περίπου σελίδων) στο περιοδικό της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, με τίτλο «Γρανάζια από τους Έλληνες» (de Solla Price 1974). Στο άρθρο αυτό ισχυριζόταν ότι ο Μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο αστρονομικό όργανο, το οποίο μάλιστα περιείχε μια διάταξη γραναζιών, όπως αυτή που υπάρχει στα διαφορικά γρανάζια που χρησιμοποιούμε σήμερα στα αυτοκίνητα. Ο de Solla Price εργάστηκε πάνω από 30 χρόνια, μελετώντας το Μηχανισμό και στο άρθρο του αναφέρει επιγραμματικά ότι «είναι το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται μέχρι σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία«. Παρόλο που το άρθρο του de Solla Price περιέχει μερικά λάθη (για παράδειγμα στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων δεν υπάρχει διαφορικό γρανάζι), χωρίς αυτό, πιθανώς, δεν θα διαβάζατε αυτό το κείμενο.

Τη σκυτάλη από τον de Solla Price πήραν στις αρχές του 1980 οι Alan Bromley και Michael Wright (Wright, Bromley & Magou 1995, Wright & Bromley 1997). Ο δεύτερος μάλιστα εξακολουθεί να μελετά εντατικά τo Μηχανισμό μέχρι σήμερα. Η ομάδα αυτή, μετά από πολυετή μελέτη, απέρριψε την ύπαρξη του διαφορικού γραναζιού και εισήγαγε μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση του Μηχανισμού (Wright 2004, 2005, 2006, 2011, 2012, 2013). Για παράδειγμα, πρότεινε ότι οι κλίμακες στην πίσω πλευρά του Μηχανισμού, περιλαμβάνουν ελικοειδείς σπείρες και όχι ομόκεντρους κύκλους. Τη σημασία αυτής της διαφοράς θα την αναλύσουμε παρακάτω .

Οι Derek de Solla Price και Michael Wright με ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Στις αρχές του 2001 μια ομάδα Ελλήνων και ξένων ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιου του Cardiff της Μ. Βρετανίας (Mike Edmunds, Antony Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ξενοφών Μουσάς, Ιωάννης Μπιτσάκης) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Ιωάννης Σειραδάκης) δημιούργησαν την «Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων». Μετά από αλλεπάλληλες, άκαρπες αιτήσεις προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Μάρτιος 2001 – Αύγουστος 2004) η άδεια, τελικά, υπεγράφη από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη, τον Απρίλιο 2005. Το έργο ετέθη υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και, με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Leverhulme της Μ. Βρετανίας, πραγματοποιήθηκε μια νέα διερεύνηση του Μηχανισμού χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα τεχνολογίας (π.χ. τομογραφία ακτίνων Χ με διακριτική ικανότητα 0.04 mm, οπτική φωτογράφιση με περιφερειακό φωτισμό, κ.α). Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει εγκατασταθεί και χρησιμοποιείται εντατικά μία από τις 4 βάσεις των τομογραφικών δεδομένων που υπάρχουν στον κόσμο. Με την έναρξη των μετρήσεων, η ομάδα ενισχύεται με την Ελένη Μάγκου και τη Μαρία Ζαφειροπούλου από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και αργότερα με τον Αγαμέμνονα (Μέμο) Τσελίκας από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Στις 30 Νοεμβρίου 2006 (14 μήνες μετά την έναρξη της λήψης των μετρήσεων) η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης στο διεθνές περιοδικό “Nature” και συγχρόνως σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης ( Freeth et al. 2006) και συνεχίζει να δημοσιεύει (Allen et al. 2016, Seiradakis & Edmunds 2018).

Μετά το 2006, σημαντική αποδείχθηκε η συνεργασία με τον Καθηγητή Ιστορίας και Αρχαιοτήτων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Alexander Jones (Jones 2017), έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη των εγχάρακτων επιγραφών και συμβόλων που φέρει ο Μηχανισμός. Το 2016 δημοσιεύθηκε ένας μνημειώδης τόμος 300 σελίδων με αναλυτική και λεπτομερή αποκωδικοποίηση όλων των μέχρι τότε αναγνωσμένων επιγραφών (Almagest 2016).

 

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων – Θεμελιώδη στοιχεία

Τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εκπληκτικά: βρέθηκαν άγνωστες επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και διαβάστηκαν κείμενα χαμένα για πάνω από 2000 χρόνια! Η υψηλή διακριτική ικανότητα των μετρήσεων και η προσεκτική μελέτη των επιγραφών και των γραναζιών επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να παρουσιάσει μια συνολική, κατά το δυνατόν, λύση στο μυστήριο της λειτουργίας του Μηχανισμού. Τα μέχρις στιγμής συμπεράσματα επιβεβαιώνουν ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα μικρών διαστάσεων (32cm×16cm×~10cm) φορητό αστρονομικό όργανο, τόσο περίπλοκο που δεν είναι περίεργο πως θεωρείται ως ο πρώτος σύνθετος (αναλογικός) υπολογιστής με γρανάζια που κατασκευάστηκε ποτέ. Έκανε πράξεις (π.χ. πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις) με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών (γραναζιών). Ήταν δηλαδή ένα Laptop της εποχής του!

Αναπαράσταση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πως γίνονται πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με γρανάζια;

Αν συνδέσουμε ένα γρανάζι με 64 οδόντες με ένα μικρότερο με 32 οδόντες και περιστρέψουμε το μεγαλύτερο κατά μια πλήρη περιστροφή, τότε το μικρότερο θα έχει κάνει δύο περιστροφές. Ουσιαστικά έχουμε πολλαπλασιάσει επί 2. Αντιστρέφοντας την κίνηση (από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο γρανάζι) θα διαιρούσαμε δια 2. Επιλέγοντας καταλλήλως τον αριθμό των οδόντων των γραναζιών και χρησιμοποιώντας συρμούς γραναζιών, μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε πράξεις!

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων πλαισιωνόταν πιθανώς από ένα ξύλινο κουτί (πυξίδα) διαστάσεων 35 εκ.×20 εκ.×10 εκ.. Επί πλέον η εμπρόσθια και η πίσω πλευρά προστατευόταν με δύο μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες. Ο μπρούτζος ήταν αρκετά μαλακός (περιείχε 4 – 10 % κασσίτερο).

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανοί υπολογισμοί για την τροχιά των 5 γνωστών, κατά τον 2 ο π.Χ. αιώνα, πλανητών, η διάταξη που χρησιμοποιήθηκε στις πρόσφατες ανακατασκευές (Freeth et al. 2008, Efstathiou et al., 2012) περιλαμβάνει: 39 γρανάζια (29 υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων 2 γραναζιών, των οποίων οι οδόντες προεξέχουν σε ορθή γωνία ως προς το επίπεδο του τροχού (κορώνες) και 10 γραναζιών η ύπαρξη και χρήση των οποίων έχει τεκμηριωθεί από τις κλίμακες τω δεικτών), 17 άξονες, ένα διπλό άξονα και 7 οξύληκτους δείκτες (Efstathiou et al. 2013). Ιδού μία λειτουργική διάταξη των γραναζιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Λειτουργικό διάγραμμα των ημερολογιακών, ηλιακών και σεληνιακών συρμών γραναζιών. Οι 7 δείκτες καθώς και η σφαίρα των φάσεων Σελήνης απεικονίζονται σχηματικά (αναπαράγονται από την εργασία (Efstathiou M. 2013). Τα ζεύγη γραναζιών παρουσιάζονται με το γρανάζι κίνησης αριστερά και το κινούμενο γρανάζι, δεξιά (με ελάχιστες εξαιρέσεις: το a1 οδηγεί το b1 και το τριπλό σύμπλεγμα όπου το b2 οδηγεί συγχρόνως το c1 και το l1. Ο αριθμός των οδοντων κάθε γραναζιού δίνεται στην (παρένθεση). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικυκλικός σεληνιακός μηχανισμός με τον πείρο και τη σχισμή βρίσκεται στο ζεύγος e3 / e4 προκειμένου να αναπαραχθεί η σωστή, μεταβαλλόμενη (λόγω ελλειπτικής τροχιάς) κίνησης της Σελήνης.

Η εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

 Στην εμπρόσθια πλευρά υπήρχαν δύο ομόκεντρες κυκλικές κλίμακες.

Η εξωτερική κλίμακα ήταν αποσπώμενη και είχε 365 υποδιαιρέσεις (όσες οι μέρες ενός έτους), ταξινομημένες σε 12 μήνες των 30 ημερών συν 5 επαγόμενες ημέρες, σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο της εποχής (12 × 30 + 5 = 365). Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ετήσια κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, σε μία από τις υποδιαιρέσεις υπήρχε μία μικρή οπή διαμέτρου περίπου 0.8 χιλιοστών μέσα από την οποία περνούσε ένα μικρός πείρος (σαν καρφιτσούλα). Οι μήνες που ήταν χαραγμένοι στην εξωτερική κλίμακα, έφεραν τα ονόματα των μηνών του αιγυπτιακού ημερολογίου (ΠΑΧΩΝ, ΠΑΥΝΙ, κτλ.), με ελληνικά γράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι επιγραφές που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν χαραγμένες με ελληνικά γράμματα.

Η εσωτερική κλίμακα είχε 360 υποδιαιρέσεις (όσες οι μοίρες ενός κύκλου). Ήταν ταξινομημένη σε 12 τμήματα των 30 μοιρών (12 × 30 = 360). Τα 12 τμήματα έφεραν τα ονόματα των 12 ζωδιακών αστερισμών, με τα ονόματα τους, όπως ονομάζονται σήμερα («ΠΑΡΘΕΝΟΝ», «ΧΗΛΑΙ», «ΣΚΟΡΠΙΟΝ», κτλ.). Εξαίρεση αποτελεί ο Ζυγός που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «ΧΗΛΑΙ» και θεωρείτο ότι απεικόνιζε τις δαγκάνες του Σκορπιού, του επόμενου δηλαδή ζωδιακού αστερισμού. Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ζωδιακή κλίμακα.

Οι κλίμακες της εμπρόσθιας πλευράς. Φαίνονται η ετήσια (εξωτερική) και η ζωδιακή (εσωτερική) κλίμακα που αναφέρονται στο κείμενο.

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή των αστρονομικών φαινομένων που προσομοίωνε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ας παραθέσουμε μερικές απλές γνώσεις αστρονομίας.

Λόγω της περιστροφής της Γης γύρω από τον άξονά της, τα ουράνια σώματα (ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια) φαίνονται κινούνται στον ουρανό, ανατέλλοντας, μεσουρανώντας (προς το Νότο για το βόρειο ημισφαίριο) και δύοντας.

Πιο γρήγορα κινούνται τα αστέρια(μία πλήρη περιφορά (360°) την ημέρα).

Ο Ήλιος κινείται λίγο πιο αργά από τα αστέρια (κατά μία μοίρα την ημέρα) διότι, συγχρόνως με την περιστροφή της, η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 365.25 ημέρες, δηλαδή σε μία ημέρα ο Ήλιος καθυστερεί κατά 360/365.25 = 0.986 ≈ 1 μοίρα. Το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο ονομάζεται εκλειπτική. Εκ του ορισμού αυτού, είναι προφανές ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη βρίσκονται πάνω στην εκλειπτική. Στην προέκταση της ζώνης της εκλειπτικής βρίσκονται όλοι οι 12 γνωστοί ζωδιακοί αστερισμοί οι οποίοι αποτελούνται από σχετικά λαμπρά αστέρια.

Πάνω ή κοντά στην εκλειπτική κινείται Σελήνη, ακόμα πιο αργά (καθυστερεί κατά περίπου 13 μοίρες την ημέρα), διότι επί πλέον περιφέρεται και γύρω από τη Γη διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 27.32 ημέρες (η περίοδος αυτή ονομάζεται αστρικός μήνας). Η τροχιά της έχει μικρή κλίση (~5 μοίρες) ως προς την εκλειπτική.

Και οι πλανήτες κινούνται πάνω ή κοντά στην εκλειπτική, αλλά πολύ πιο αργά.

Κατά την περιφορά της γύρω από τη Γη, η Σελήνη άλλοτε βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από τον Ήλιο και άλλοτε ανάμεσα στον Ήλιο και την Γη. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε Πανσέληνο, καθώς ο Ήλιος φωτίζει ολόκληρο το ορατό (από τη Γη) ημισφαίριο της Σελήνης. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε Νέα Σελήνη. Η περίοδος των φάσεων τα Σελήνης, π.χ. από Πανσέληνο σε Πανσέληνο ή, γενικά, για να επανέλθει στη ίδια φάση) ονομάζεται συνοδικός μήνας και διαρκεί 29.53 ημέρες (την περίοδο αυτή οι γεωργοί την ονομάζουν φεγγάρι). Αν κατά την Πανσέληνο ή τη Νέα Σελήνη, αυτή τύχει να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην εκλειπτική, τότε είτε η Γη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει την επιφάνεια της Σελήνης και έχουμε έκλειψη Σελήνης είτε η Σελήνη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει τη Γη και έχουμε έκλειψη Ήλιου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εκλείψεις συμβαίνουν όταν τα τρία σώματα, ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη, ευθυγραμμίζονται. Επειδή αυτό συμβαίνει πάντα στο επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο, το επίπεδο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαίους προγονούς μας εκλειπτική: το επίπεδο στο οποίο ενίοτε εκλείπει ο Ήλιος ή η Σελήνη.

Οι παραπάνω γνώσεις για τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των αστεριών ήταν γνωστές στην αρχαιότητα και τα φαινόμενα που εξαρτώνται από τις κινήσεις τους περιγράφονται ή προβλέπονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων!

Στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρχαν επίσης δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους δείκτες (ένας για τον Ήλιο και ένας για τη Σελήνη). Ο δείκτης του Ήλιου έφερε πιθανώς ένα «χρυσούν σφαιρίον», το οποίο περιγράφεται στις επιγραφές που πλουσιοπάροχα έφερε ο Μηχανισμός. Χρησιμοποιώντας ένα στροφείο (χειριστήριο) και με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο χειριστής μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε η εξωτερική ετήσια κλίμακα της εμπρόσθιας πλευράς. Κάθε ημέρα, βέβαια, ο Ήλιος, καθώς κινείται προς τα πίσω (κατά μία μοίρα) ανάμεσα στα αστέρια, καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς (βλέπε Σχήμα 6). Τη θέση αυτή «διάβαζε» ο χειριστής του Μηχανισμού στη εσωτερική ζωδιακή κλίμακα και έτσι γνώριζε ακριβώς (με ακρίβεια μιας μοίρας) σε ποιο αστερισμό και σε ποιο τμήμα αυτού βρισκόταν ο Ήλιος. O δείκτης της Σελήνης, ο οποίος έδειχνε τη θέση της στη ζωδιακή κλίμακα (με την ίδια ακρίβεια), έφερε επίσης ένα μικρό (ελάσσον), πιθανώς αργυρούν, σφαιρίον. Στο άκρον του δείκτη υπήρχε μια ημισφαιρική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχε μία μικρή περιστρεφόμενη σφαίρα, μισή λευκή και μισή μαύρη, που έδειχνε τις φάσεις της Σελήνης. Η σφαίρα αυτή έκανε μια πλήρη περιστροφή σε 29.53 ημέρες. Όταν φαινόταν το λευκό ημισφαίριο, ο Μηχανισμός ενημέρωνε τον χειριστή ότι ήταν Πανσέληνος. Το μαύρο ημισφαίριο σήμαινε Νέα Σελήνη. Το Πρώτο και Τρίτο Τέταρτο της Σελήνης αντιπροσωπευόταν από μισό μαύρο και μισό άσπρο.

Επειδή η διάρκεια του έτους είναι 365.25 ημέρες (και όχι 365), κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία ημέρα. Ο Φεβρουάριος έχει 29 (αντί 28) ημέρες και το έτος έχει 366 ημέρες (δίσεκτα έτη). Βεβαίως, δεν ήταν δυνατό ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος να έχει άλλοτε 365 και άλλοτε 366 υποδιαιρέσεις. Στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με ένα πολύ απλό και έξυπνο τρόπο: Κάθε τέσσερα χρόνια ο χειριστής αποσπούσε την εξωτερική ετήσια κλίμακα και με τη βοήθεια του πείρου τη μετατόπιζε προς τα πίσω κατά μια οπή (μία ημέρα). Ο επόμενος χρόνος θα είχε πλέον 366 ημέρες… Με ένα τόσο απλό τρόπο ο χειριστή του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, λάμβανε υπόψη τα δίσεκτα έτη!

Η πίσω πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην πίσω πλευρά υπήρχαν δύο ελικοειδείς κλίμακες (σπείρες). Η πάνω, με 5 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 235 τμήματα και η κάτω, με 4 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 223 τμήματα). Εσωτερικά, της πάνω ελικοειδούς κλίμακας υπήρχαν δύο μικρότερες κλίμακες με 4 υποδιαιρέσεις, ενώ εσωτερικά της κάτω κλίμακας υπήρχε ακόμα μία μικρότερη κλίμακα με 3 υποδιαιρέσεις (Σχήμα 12).

Λεπτομέρεια των κλιμάκων της πίσω πλευράς. Εμφανίζεται τμήμα της κλίμακας του Μέτωνος (άνω) και τμήμα της κλίμακας του Σάρου (κάτω). Απεικονίζονται και οι δευτερεύουσες κλίμακες που αναφέρονται στο κείμενο.

Από το κέντρο όλων των κλιμάκων (2 ομόκεντρες κυκλικές στην εμπρόσθια πλευρά και 5 στην πίσω πλευρά (2 σπειροειδείς και 3 κυκλικές), διερχόταν άξονες οι οποίοι καθώς περιστρέφονταν κινούσαν τους δείκτες. Και οι 7 δείκτες ήταν μεταλλικά ελάσματα, με οξύληκτα –μυτερά- άκρα). Θεωρώντας ότι η περιστρεφόμενη σφαίρα της εμπρόσθιας πλευρά είναι και αυτή ένας δείκτης (δείχνει τις φάσεις της Σελήνης), στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, συνολικά, 8 δείκτες.

Κατά την επιλογή της ημερομηνίας με τη βοήθεια του στροφείου και του δείκτη του Ήλιου που αναφέρθηκε παραπάνω, τουλάχιστον επτά άλλοι δείκτες κινούνταν και έδειχναν:

(α) Στη εμπρόσθια πλευρά, τη θέση της Σελήνης ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς με ακρίβεια μιας μοίρας.

(β) Στην ίδια πλευρά, τη φάση της Σελήνης με τη βοήθεια του ελάσσονος σφαιρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

(γ) Στην πάνω ελικοειδή κλίμακα (σπείρα) της πίσω πλευράς, τη μηνιαία θέση της Σελήνης στον επονομαζόμενο κύκλο του Μέτωνος. Οι 235 υποδιαιρέσεις της έλικας αντιστοιχούν στους 235 συνοδικούς μήνες (φεγγάρια) της Σελήνης, που με αρκετά καλή προσέγγιση διαρκούν 19 έτη μείον ένα τέταρτο της ημέρας (6 ώρες). Την αντιστοιχία αυτή, πρώτος εντόπισε ο Μέτων ο Αθηναίος (5ος π.Χ. αιώνας). Κάθε 235 φεγγάρια η Σελήνη επανέρχεται στον ίδιο αστερισμό, και έχει την ίδια φάση. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία για τους γεωργούς και τους ναυτικούς στην αρχαιότητα, οι οποίοι μπορούσαν, όταν είχε Πανσέληνο, να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Σήμερα, που υπάρχει το ηλεκτρικό ρεύμα η πληροφορία αυτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς με τη χρήση ενός διακόπτη, μπορούμε να φωτίσουμε το χώρο της εργασίας μας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η κλίμακα αυτή ονομάζεται «Σπείρα του Μέτωνος».

(δ) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (αριστερά στη μικρή κυκλική κλίμακα), ο δείκτης έδειχνε τον 76-ετή κύκλο του Καλλίππου. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Κάλλιππος (από την Κύζικο της Μικράς Ασίας), έχοντας σπουδάσει υπό τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στη Σχολή του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλη διόρθωσε τον κύκλο του Μέτωνος, πολλαπλασιάζοντάς τον επί 4 και αφαιρώντας μία ημέρα (= 4×6 ώρες). Ο κύκλος του Καλλίππου διαρκεί 76 έτη και υπάρχει σαφής αναφορά για αυτόν στις επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αν και η κλίμακα και ο δείκτης του Καλλίππου δεν έχουν βρεθεί, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχε στο κατεστραμμένο τμήμα της σπείρας του Μέτωνος, (α) επειδή αναφέρεται στις επιγραφές και (β) η ύπαρξή του απαιτεί ένα πολύ απλό συρμό γραναζιών που να πολλαπλασιάζει τον κύκλο του Μέτωνος επί τέσσερα.

(ε) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (δεξιά στη μικρή κυκλική κλίμακα), τον 4-ετή κύκλο των Στεφανιτών Αγώνων. Ο δείκτης της κλίμακας αυτής έκανε μία περιστροφή κάθε τέσσερα έτη. Στις υποδιαιρέσεις υπήρχαν τα σύμβολα «5A», «5B», «5Γ», «5Δ». Το σύμβολο 5, σημαίνει έτος. Είναι προφανές ότι η κλίμακα αυτή αφορά ένα τετραετές ημερολόγιο. Σύντομα, περιμετρικά της κλίμακας διαβάστηκαν τα εγχάρακτα ονόματα των τεσσάρων σημαντικών στεφανιτών αθλητικών αγώνων της αρχαιότητας: Οι δύο πρώτοι είναι τετραετείς αγώνες. Οι άλλοι δύο είναι διετείς και το όνομά τους αναφέρεται δύο φορές (Σχήμα 12). Μεγάλη εντύπωση μας κάνει η αποκωδικοποίηση δύο ακόμα τετραετών αγώνων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν ιδιαιτέρως σημαντικοί: τα ΝΑΑ (στην δωρική τους γραφή) – ονομάζονται και ΝΑΪΑ – και τα ΑΛΙΕΙΑ. Τα ΝΑΑ τελούνταν στη Δωδώνη (οι αγώνες του Ναού) και τα ΑΛΙΕΙΑ τελούνταν στη Ρόδο προς τιμή του Απόλλωνα Ήλιου.

(στ) Στην κάτω ελικοειδή σπείρα της πίσω πλευράς, την περίοδο επανάληψης των εκλείψεων, η οποία ονομάζεται κύκλος ή περίοδος του Σάρου, και διαρκεί 223 συνοδικούς μήνες (18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες). Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να έχουμε έκλειψη (Ηλίου ή Σελήνης) πρέπει ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη να βρίσκονται περίπου σε ευθεία γραμμή. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο: όταν η Σελήνη βρίσκεται πάνω στην εκλειπτική και συγχρόνως απέναντι (σεληνιακή έκλειψη) ή σε σύνοδο (ηλιακή έκλειψη) με τον Ήλιο. Επειδή η διεύθυνση της παραπάνω ευθείας περιστρέφεται στον ουρανό και κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 223 μήνες (περίοδος του Σάρου), εξυπακούεται ότι η διαδοχή των εκλείψεων επαναλαμβάνεται κάθε 223 μήνες. Ο κατασκευαστής του Μηχανισμού, γνωρίζοντας εκλείψεις του παρελθόντος είχε βαθμονομήσει τη σπείρα του Σάρου και έτσι ο χειριστής ήταν σε θέση να προβλέψει μελλοντικές εκλείψεις. Πράγματι, σε μερικές από τις 223 υποδιαιρέσεις (που αντιστοιχούσαν σε μήνες που έγιναν ή θα γίνουν εκλείψεις) υπάρχουν συμβολικές επιγραφές, που αναφέρουν το είδος της έκλειψης ηλιακή (Η) ή σεληνιακή (Σ) και την ώρα της έκλειψης (π.χ. ΙΒ – δηλ. 12 η ώρα)! Η ημέρα της έκλειψης ήταν αυτή που έδειχνε ο δείκτης του Ήλιου στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού…

(ζ) Εσωτερικά της Σπείρας του Σάρου (στη μικρή κυκλική κλίμακα με τις 3 υποδιαιρέσεις), ο δείκτης έδειχνε τον 54-ετή κύκλο του Εξελιγμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κύκλος του Σάρου διαρκεί 18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες. Είναι προφανές ότι μετά από 18 έτη και 11 ημέρες αναμένεται να συμβεί η επόμενη έκλειψη, η οποία, όμως θα λάβει χώρα 8 ώρες, δηλαδή 1/3 της ημέρας αργότερα. Μετά από 8, όμως, ώρες, η Γη θα έχει περιστραφεί κατά 120° (1/3 μιας πλήρους περιστροφής) και επομένως η έκλειψη θα συμβεί 120° δυτικότερα από την προηγούμενη, όχι πάντως στον ίδιο τόπο. Στον ίδιο τόπο θα επανέλθει μετά από τρεις κύκλους του Σάρου και μία ημέρα. Η νέα αυτή περίοδος των εκλείψεων διαρκεί 54 έτη και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα με το όνομα κύκλος του Εξελιγμού. Στη 2η και στην 3η υποδιαίρεση της κλίμακας του Εξελιγμού ήταν χαραγμένα τα σύμβολα Η και Ι6, που αντιστοιχούν στους αριθμούς 8 και 16. Η ακριβής ώρα της έκλειψης υπολογιζόταν με τη συνεργασία των ενδείξεων του δείκτη της σπείρας του Σάρου και του δείκτη του κύκλου του Εξελιγμού. Ο χειριστής έπρεπε να προσθέσει στην ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση της σπείρας του Σάρου, 8 ώρες ή 16 ώρες, αν ο δείκτης του Εξελιγμού βρισκόταν στη 2η ή στην 3η υποδιαίρεση, αντίστοιχα. Αν βρισκόταν στην 1η υποδιαίρεση, η ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση του Σάρου δεν χρειαζόταν καμία διόρθωση.

Οι επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ακόμα και με σημερινά δεδομένα, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα εξαιρετικά περίπλοκο όργανο. Οι μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ήταν καλυμμένες με επιγραφές που περιέγραφαν αστρονομικά φαινόμενα, τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσεως. Οι οδηγίες αυτές ήταν αναλυτικές και εκτεταμένες και μάλλον αποτελούσαν ένα εγχειρίδιο χρήσεως (user’s manual) για τον χρήστη του Μηχανισμού. Εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα υπάρχουν σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια του Μηχανισμού. Μέχρι σήμερα (Φθινόπωρο 2018) έχουν διαβαστεί περίπου 3500 γράμματα όλα, ανεξαιρέτως της ελληνικής αλφαβήτου, τα οποία βεβαίως, σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, που αναφέρονται σε αστρονομικούς, γεωγραφικούς και τεχνικούς όρους. Το ύψος των περισσοτέρων γραμμάτων είναι, κατά μέσο όρο, 2.17 χιλιοστά. Φαίνεται ότι ήταν σμιλευμένα με πολύ λεπτά εργαλεία.

Μία λεπτομερής μελέτη όλων των μέχρι σήμερα αποκωδικοποιημένων επιγραφών δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ένα πολυσέλιδο τόμο (Almagest, 2016). Στην πολύ προσεκτική αυτή μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι κανόνες της Σύμβασης του Leiden

(https://en.wikipedia.org/wiki/Leiden_Conventions)

Επιγραφές από την εμπρόσθια προστατευτική πλάκα. Αναφέρονται στην κίνηση των εσωτερικών πλανητών, ιδιαιτέρως στην αποχή αυτών από τον Ήλιο.

Η συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

 Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας την αξία και τη σπουδαιότητα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων για την ανάδειξη της επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς της χώρας μας, θέσπισε το 2008 μία υποτροφία για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Η Διδακτορική αυτή διατριβή εκπονήθηκε και περατώθηκε το 2016 στο Τμήμα Φυσικής της Σχολής θετικών Επιστημών, με έδρα στο Εργαστήριο Αστρονομίας του Τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής. Ήταν η πρώτη Διδακτορική Διατριβή, παγκοσμίως, για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μια δεύτερη Διατριβή, υποστηρίχθηκε επιτυχώς φέτος στον Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής (η δεύτερη παγκοσμίως).

Κατά την τελευταία δεκαετία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο δραστηριοποιείται μια ισχυρή ερευνητική ομάδα που μελετά συστηματικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων με πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Η ισχύς της ομάδας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διεπιστημονική και προσεγγίζει και μελετά το Μηχανισμό από πολλές πλευρές, αστρονομική, αρχαιολογική και μηχανολογική.

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κατασκευάζονται τα πλέον πιστά τριδιάστατα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Efstathiou 2018), τα οποία κοσμούν διάφορα Μουσεία στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τόσο την επιστημονική όσο και την τεχνολογική κατάρτιση των αρχαίων Ελλήνων.

Βεβαίως υπάρχει σημαντικός αριθμός μεμονωμένων ερευνητών σε άλλα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού, οι οποίοι μελετούν το Μηχανισμό ατομικά. Με τους ερευνητές αυτούς υπάρχει συνεχής συνεργασία, τόσο σε θεωρητικές γνώσεις όσο και σε τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων.

Ανταποκρινόμενη η Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (που αναφέρθηκε παραπάνω) στην πιεστική αναζήτηση πληροφοριών σχετικών με την πρόοδο της μελέτης, έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα: http://www.antikythera-mechanism.gr για την ενημέρωση του κοινού και των ειδικών. Η ιστοσελίδα ανανεώνεται περιοδικά και περιλαμβάνει τελευταία νέα, απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, άρθρα, εικόνες, βίντεο και άλλες πληροφορίες.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί ένα σημαντικότατο τεκμήριο για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής, θα μπορούσε εύκολα να καταταχθεί ισοδύναμα μεταξύ των επτά θαυμάτων της αρχαιότητας, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η γνώση που απαιτείται είναι σαφώς υψηλότερου επιπέδου και η κατασκευή του σαφώς δυσκολότερη από τις αντίστοιχες για το Φάρο της Αλεξάνδρειας ή το Ναό της Αρτέμιδος στη Έφεσο. Αποτελεί μοναδική μαρτυρία για τις εξαιρετικές μαθηματικές, γεωμετρικές, μηχανολογικές, τεχνικές και ιδιαιτέρως αστρονομικές δεξιότητες των αρχαίων Ελλήνων πριν 2000 χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε ένα κόσμο προηγμένης τεχνολογίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στις ευφυείς προσομοιώσεις που περιέχει και τις εκπληκτικές θεωρητικές γνώσεις του πολιτισμού που τις επινόησε.

Γιάννης Σειραδάκης – ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ

Ο Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης (1948 – 2020) διετέλεσε Καθηγητής Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ και σημαίνον στέλεχος της Ομάδας Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Λυκούδης, Στ. (1950), “Αρχαιολογικά Σημειώματα. Ο περίφημος θησαυρός της νήσου των Αντικυθήρων”. Επιθεώρηση Ήλιος, 345, 563.

Ρεδιάδης, Π. (1903). Άρθρο στον τόμο Σβορώνος. I.N. (1903), “Ὁ Θησαυρός τῶν Ἀντικυθήρων”, Beck & Barth, Athens, 44-52.

Allen, M., Ambrisco, W., Anastasiou, M., Bate, D., Bitsakis, Y., Crawley, A., Edmunds, M.G., Gelb, D., Hadland, R., Hockley, P., Jones, A., Malzbender, T., Mangou, H., Moussas, X., Ramsey, A., Seiradakis, J.H., Steele, J.M., Tselikas, A. & Zafeiropoulou M., (2016), “General Preface to the Inscriptions” in Almagest VII, 1.

Almagest (2016), “The Inscriptions of the Antikythera Mechanism”, VII,1.

Dumas, F. (1976) “30 Centuries Under the Sea: Exciting underwater explorations by Jacques Cousteau’s Associates”, Crown Publishers Inc, N.York

Efstathiou, K., Basiakoulis, A., Efstathiou, M., Anastasiou, M. & Seiradakis, J. H. (2012), “Determination of the gears geometrical parameters necessary for the construction of an operational model of the Antikythera Mechanism” Mech. Mach. Theory, 52, 219-231.

Efstathiou, K. & Efstathiou M. (2018), “Celestial gearbox”, ASME, 140, 31-33.

Efstathiou, M., Basiakoulis, A., Efstathiou, K., Anastasiou, M., Boutbaras P. & Seiradakis J.H. (2013), “The Reconstruction of the Antikythera Mechanism” International Journal of Heritage in the Digital Era, 2, 306–334.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, MM., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, M., Crawley, A., Hockley, P., Malzbender, T., Gelb, D., Ambrisco, W. & Edmunds, M.G. (2006), “Decoding the ancient Greek astronomical calculator known as the Antikythera Mechanism”, Nature, 444, 587–91.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, M., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, A., Crawley, A., Hockley, P., 34. Freeth, T., Jones, A., Steele, M. & Bitsakis, Y. (2008) “Calendars with Olympiad display and eclipse prediction on the Antikythera Mechanism” Nature, 454, 614-617.

Goode, Samuel (1875), “Mance’s Heliograph, or Sun-Telegraph”, The Journal of the Royal United Service Institution, 19, 533-548.

Iversen P. (2017) “The calendar of the Antikythera Mechanism and the Corinthian family of calendars” Hesperia, 86, 129-203.

Jones, A. (2017), A Portable Cosmos (Oxford Univ. Press, New York).

Rehm, A. (1905) “Meteorologische Instrumente der Alten” (unpublished manuscript), Bayerische Staatsbibliothek, Rehmiana III/7.

Seiradakis, J.H. & Edmunds, M.G. (2018), “Our current knowledge of the Antikythera Mechanism” Nature Astronomy, 2, 35–42.

De Solla Price, D. (1959), “An Ancient Greek Computer”, Scientific American, June 1959, 60-67.

de Solla Price, D. (1974), “Gears from the Greeks: The Antikythera Mechanism – A calendar computer from ca. 80 BC”. American Philosophical Society, Transactions, N.S., 64.7.

Theophanidis, I. (“Jean Théophanidis“) (1934), “Sur l‘instrument en cuivre dont les fragments se trouvent au Musée Archéologique d‘Athènes et qui fut retiré du fond de la mer d‘Anticythère en 1902“, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 9, 140-149.

Tselekas, P. (2012), “The coins” in The Antikythera Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism — Exhibition Catalogue (eds Kaltsas, N., Vlachogianni, E. & Bouyia, P.) 216-226 (National Archaeological Museum, Athens).

Wright, M.T., Bromley, A.G., Mangou, H. (1995), “Simple X-Ray Tomography and the Antikythera Mechanism”, PACT, 45, 531-543.

Wright, M.T., Bromley, A.G. (1997), “Current Work on the Antikythera Mechanism”, Ancient Greek Technology. 1st Inernational Conference. Proceedings, Thessaloniki, 19-25.

Wright, M.T. (2004), “The Scholar, the Mechanic and the Antikythera Mechanism: Complementary Approaches to the Study of an Instrument”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 80, 4-11.

Wright, M.T. (2005), “Counting Months and Years: The Upper Back Dial of the Antikythera Mechanism”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 87, 8-13.

Wright, M. T. (2006), “The Antikythera Mechanism and the Early History of the Moon-Phase Display”, Antiquarian Horology, 29, 319-329.

Wright, M.T. (2011), “The Antikythera Mechanism: Reconstruction as a Medium for Research and Publication”, in Staubermann, K. (ed.), Reconstructions: Recreating Science and Technology of the Past, Edinburgh, 1-20.

Wright, M.T. (2012), “The Front Dial of The Antikythera Mechanism”, Springer Science + Business Media, Dordrecht.

Wright, M. T. (2013), “The Antikythera Mechanism: Compound Gear-Trains for Planetary Indications” in Almagest IV, 2.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Μουσική και κινηματογράφος. Μια περιπλάνηση από τη μεγάλη οθόνη στις αίθουσες συναυλιών

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

   Μουσική και κινηματογράφος. Μια περιπλάνηση από τη μεγάλη οθόνη στις αίθουσες συναυλιών

 

Αφιερώνεται στον Δημοσθένη Μαρμαρά

μουσικό και ένθερμο σινεφίλ

Κινηματογράφος δίχως μουσική είναι εφικτός; Την απάντηση δίνει κατηγορηματικά ο απειροελάχιστος αριθμός των κινηματογραφικών ταινιών που δεν διαθέτουν την παραμικρή μουσική επένδυση. Αν όμως η συνοδεία μουσικής αναδεικνύεται σε θεμελιώδη παράμετρο, το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο καταλαμβάνει τη θέση, η οποία δικαιωματικά της αναλογεί. Εδώ η απάντηση είναι αποκαρδιωτική. Στην πληθώρα των περιπτώσεων, η μουσική υποβαθμίζεται από τη στιγμή, κατά την οποία η προτεραιότητα δίνεται εξ ορισμού στην εικόνα. Λίγες είναι οι περιπτώσεις ισοδύναμου καταμερισμού, προς όφελος του συνόλου. Συνήθως οφείλεται στην καλή χημεία και αγαστή συνεργασία μεταξύ σκηνοθέτη και μουσικοσυνθέτη. Υπάρχουν περίτρανα δείγματα του είδους αυτού (Sergei Eisenstein – Sergei Prokofiev, Alfred Hitchcock – Bernard Herrmann, Frederico Fellini – Nino Rota, Sergio Leone – Ennio Morricone, David Lean – Maurice Jarre, Blake Edwards – Henry Mancini, George Lukas – John Williams), πραγματικά σημεία αναφοράς. Πρόκειται, ωστόσο, για  ευτυχείς εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα: ναι μεν η ύπαρξη μουσικής υπόκρουσης κρίνεται απαραίτητη, ωστόσο αποφεύγεται συστηματικά να τής επιτραπεί να διεκδικήσει συμμετοχή επί ίσοις όροις. Αντιστρέφοντας την προοπτική, το σημερινό αφιέρωμα κινείται προς την κατεύθυνση αποκατάστασης μιας αδικίας. Στόχος είναι να αποδείξει όχι την εξάρτηση της μουσικής από την εικόνα (βοηθούσης και της πρακτικής του ηχητικού μοντάζ που συχνά κατακερματίζει μια αυτοτελή μουσική σύνθεση ανάλογα με τις επιταγές του σκηνοθέτη), αλλά εκείνη της εικόνας από τη μουσική, χάρη στην ατμόσφαιρα που μια ποιοτική σύνθεση διαθέτει κάθε δυνατότητα να δημιουργήσει. Για τον λόγο αυτό, σε πολλά από τα παραδείγματα που ακολουθούν παρατίθεται το σύνολο της μουσικής, η οποία έχει γραφεί κατ’ εντολή του σκηνοθέτη, συχνά όμως κατακερματιστεί επί της οθόνης, εκ νέου κατ’ εντολή του σκηνοθέτη. Πολλά από τα έργα αυτά μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στο κλασσικό συμφωνικό ρεπερτόριο και να εκτελεστούν αυτοδύναμα μέσα στις αίθουσες συναυλιών. Τέλος, άξιες μνείας είναι οι περιπτώσεις καταξιωμένων μουσικοσυνθετών, οι οποίοι δέχθηκαν να επενδύσουν με τη μουσική τους κινηματογραφικές ταινίες, ως φόρο τιμής προς την Έβδομη Τέχνη.

 

Εισαγωγή

Το αφιέρωμα ξεκινά με μια ανθολογία βραβευμένων με Όσκαρ (ή υποψηφίων για τον ίδιο σκοπό) μουσικών επενδύσεων. Σε πολλές από αυτές επανέρχεται κατόπιν αναλυτικότερα. Ο John Williams, ο οποίος και διασκεύασε την παρακάτω σπονδή σε μελωδίες που άφησαν εποχή, διευθύνει την Boston Pops Orchestra. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το 2002 στη Βοστόνη.

 

Richard Strauss (1864-1949) – Johann Strauss υιός (1825-1899)

Τι σχέση μπορεί να έχουν με τον χώρο της έβδομης τέχνης δυο συνθέτες, οι οποίοι ουδέποτε έχουν εντρυφήσει σε μουσικές επενδύσεις κινηματογραφικών ταινιών (ο ένας μάλιστα δεν πρόλαβε καν την εφεύρεση του κινηματογράφου) και, επιπρόσθετα, φέρουν το ίδιο επώνυμο δίχως να τους συνδέει η παραμικρή συγγένεια; Η απάντηση είναι ότι η μουσική τους επιλέχθηκε μετά θάνατον για την επένδυση της ίδιας ταινίας.

Τον Ιούνιο του 1968, δεκατρείς, μόλις, μήνες πριν από την αποστολή του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στη Σελήνη, προβλήθηκε στις αίθουσες μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία του κινηματογράφου. Ο λόγος για το περίφημο 2001: A Space Odyssey, του σκηνοθέτη Stanley Kubrick, με σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Arthur C. Clarke με τίτλο The Sentinel. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικών, σχεδόν, διαστάσεων στοχασμό επάνω στην ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους μέσα στο χρόνο, επάνω στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που αυτή επιφέρει, επάνω στη ζωή και στον θάνατο, τέλος, επάνω στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωγήινης ζωής. Η ανθρώπινη άβυσσος, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, φαντάζει εξίσου πολύπλοκη και αινιγματική με την αντίστοιχη συμπαντική. Οι διάφοροι πολιτισμοί υπάγονται στο τρίπτυχο-τετράπτυχο του βιολογικού κύκλου (γέννηση, εξέλιξη-άνθιση, παρακμή-θάνατος και εκ νέου γέννηση). Η δε ανθρώπινη νοημοσύνη υποσκελίζεται από τη δική της επινόηση, την τεχνητή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος πληρώνει, με τον τρόπο αυτό, το τίμημα της υπέρμετρης αλαζονείας του: η αρχαία ελληνική ύβρις σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας. Για πολλούς, η χρονική γειτνίαση της προβολής της συγκεκριμένης κινηματογραφικής ταινίας με την κατάκτηση της Σελήνης, ερμηνεύτηκε ως ψυχολογική προπαρασκευή του ευρέως κοινού, ενόψει του κοσμογονικού γεγονότος, που το τελευταίο έμελλε σύντομα να βιώσει.

Ο Kubrick είχε την φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει στην αρχή και στο τέλος του έργου την εντυπωσιακή εισαγωγή από το συμφωνικό ποίημα για μεγάλη ορχήστρα του Richard Strauss Τάδε έφη Ζαρατούστρας (Also Sprach Zarathustra), εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο του Friedrich Nietzsche. Η επιλογή υπήρξε ευφυής  καθώς προέκυψε απόλυτη ταύτιση μεταξύ εικόνας και μουσικής. Η εξαίρετη συμφωνική σύνθεση του R. Strauss βίωσε μια δεύτερη νεότητα μέσα στη δεκαετία του 1970 (η σύνθεση χρονολογείται από το 1896), καθώς πολύς κόσμος ανακάλυψε την ύπαρξή της χάρη στην προβολή της ταινίας και θέλησε κατόπιν να την γνωρίσει αναλυτικότερα. Για την εισαγωγή επιλέξαμε ένα απόσπασμα της συναυλίας που πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου 2012 στην αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του ανερχόμενου αρχιμουσικού Gustavo Dudamel, με καταγωγή από την Βενεζουέλα.

R.  Strauss: Also sprach Zarathustra, Op. 30

Η πατροπαράδοτη Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης ολοκληρώνει πάντοτε το πρόγραμμά της με την εκτέλεση του πασίγνωστου βαλς του Johann Strauss υιού Ο Ωραίος Γαλάζιος Δούναβης (An der schönen, blauen Donau), που θεωρείται ο άτυπος εθνικός ύμνος της Αυστρίας. Ο Kubrick επέλεξε το μουσικό αυτό έργο χορογραφώντας ένα ιδιότυπο διαστημικό μπαλέτο. Αποφύγαμε να επιλέξουμε για το παρόν αφιέρωμα μια από τις αναρίθμητες ζωντανές ερμηνείες. Αντ’ αυτού προκρίναμε το σχετικό απόσπασμα της ταινίας προκειμένου να απολαύσετε με τη σειρά σας το απόλυτο πάντρεμα εικόνας και ήχου. Το έργο εκτελείται από τον Herbert von Karajan και την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης.

 Johann Strauss sohn: An der schönen, blauen Donau, Op. 314

 

Sergei  Prokofiev(1891-1953)

«Ο Prokofiev δεν είναι μόνο ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες της εποχής μας. Κατά την άποψή μου είναι ο πιο υπέροχος δημιουργός μουσικής κινηματογραφικών ταινιών». Μια δίκαιη αναγνώριση εκ μέρους ενός μεγάλου σκηνοθέτη, του Sergei Eisenstein, έναντι του συνονόματός του συνεργάτη και προσωπικού του φίλου, Sergei Prokofiev. Η ιδιωτική τους αλληλογραφία σχετικά με την προετοιμασία των δυο κλασσικών ταινιών Αλέξανδρος Νιέφσκι (1938) και Ιβάν ο Τρομερός (1944) επιβεβαιώνει όχι μόνο την άψογη συνεργασία αλλά και τα αμοιβαία αισθήματα σεβασμού.  Τέλος, διόλου ευκαταφρόνητο για έναν σκηνοθέτη, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοί του λειτουργούσε υπό το άγχος αυστηρού χρονοδιαγράμματος, η συνέπεια του συνεργάτη του τον ανακούφιζε αφάνταστα. Οι φιλοφρονήσεις του σκηνοθέτη δεν περιορίστηκαν στην προαναφερθείσα φράση. Ο Eisenstein επαινούσε ευκαιρίας δοθείσης την μεθοδικότητα, την αναζήτηση, τον λυρισμό αλλά και την έμφυτη κινηματογραφικότητα της μουσικής του Prokofiev. “Η πλαστικότητα της μουσικής του Prokofiev είναι μοναδική. Δεν είναι απλώς εικονογραφική. Παντού αναδεικνύει ανάγλυφα τον ρυθμό και τη δυναμική του γεγονότος. O Prokofiev είναι άνθρωπος της οθόνης”. Άλλωστε κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι ο Prokofiev συνέθεσε μουσική για οκτώ συνολικά κινηματογραφικές ταινίες, δυο εκ των οποίων δεν γυρίστηκαν τελικά ποτέ. Τα λόγια του Eisenstein επαληθεύονται όσο ποτέ άλλοτε στη διάσημη σκηνή της μάχης των πάγων, απόσπασμα από την ταινία  Αλέξανδρος Νιέφσκι.

Alexander Nevsky – “Battle of the Ice

To 1939 o Prokofiev μετέγραψε τη μουσική της ταινίας σε καντάτα για μεσόφωνο, χορωδία και ορχήστρα. Πρόκειται για ένα από τα λίγα παραδείγματα μουσικής επένδυσης κινηματογραφικών ταινιών που με τον τρόπο αυτό απόκτησαν μόνιμη θέση στο κλασσικό μουσικό ρεπερτόριο. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο αρχιμουσικός Andris Nelsons από τη Λετονία, μόνιμος αρχιμουσικός σήμερα της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης και της Ορχήστρας του Gewandhaus της Λειψίας, διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία του Μπέρμιγχαμ. Η συναυλία έλαβε χώρα το 2011 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου.

Alexander Nevsky, Op. 78 – “Battle of the Ice”

 

Leonard Bernstein (1918-1990)

Αν και ήδη διακεκριμένος μουσικοσυνθέτης και αρχιμουσικός (διάδοχος του Δημήτρη Μητρόπουλου επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης), ο Leonard Bernstein έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό χάρη στην εκτυφλωτική επιτυχία της ταινίας West Side Story (1961) του Robert Wise. Σε συνδυασμό με την υπέροχη χορογραφία του Jerome Robbins, η μουσική του Bernstein διεκδικεί δικαιωματικά μεγάλο μερίδιο από τη διεθνή απήχηση του έργου. Άλλωστε ο μουσικοσυνθέτης βάδιζε σε γνώριμο έδαφος. Ορισμένα από το μιούζικαλ που είχε συνθέσει στο παρελθόν και τα οποία είχαν ανεβεί με αξιοσημείωτη επιτυχία στις αίθουσες του Broadway, γυρίστηκαν αργότερα σε ταινίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των On the Town (1949) και Wonderful Town (1958), που μαζί με το West Side Story συγκροτούν την επονομαζόμενη “τριλογία της Νέας Υόρκης”. Ο Bernstein μεταποίησε τις παραπάνω συνθέσεις (με εξαίρεση το Wonderful Town), σε αυτοτελείς συμφωνικές σουίτες, προβαίνοντας ενίοτε σε ριζικές ανακατατάξεις της αρχικής παρτιτούρας και  προσδίδοντας τη μορφή χορών. Τρία χορευτικά επεισόδια (Three Dance Episodes) είναι ο τίτλος της συμφωνικής εκδοχής του On the Town. Φέρουν τους επιμέρους προσδιορισμούς: 1. The Great Lover 2. Lonely Town και 3. Times Square. Όπως σε όλες οι υπόλοιπες χορευτικές συνθέσεις του Bernstein, έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση η μουσική αγγίζει επίπεδα ορχηστρικής πολυπλοκότητας και δυναμισμού πρωτόγνωρα έως τότε στο εν γένει μουσικοχορευτικό ρεπερτόριο του Broadway. Τα τρία χορευτικά επεισόδια του On the Town ερμηνεύονται από την Μεξικανικής καταγωγής Alondra de la Para, κορυφαία γυναίκα αρχιμουσικό των ημερών μας.

On the Town – Three Dance Episodes”  

Αν και το σκηνικό (Νέα Υόρκη) παραμένει το ίδιο, η ατμόσφαιρα αλλάζει άρδην με αφορμή το West Side Story. Η ανεμελιά, το κέφι και η ξεγνοιασιά παραχωρούν τη θέση τους στη βία, στον ανικανοποίητο έρωτα και στα ανθρώπινα αδιέξοδα. Πρόκειται για μια ιδιοφυή μεταφορά του μύθου του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας από την αναγεννησιακή Βερόνα στις φτωχογειτονιές της αμερικανικής μεγαλούπολης, όπου κυριαρχούν οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών, οι ψευδαισθήσεις του λεγόμενου “αμερικανικού ονείρου”, τα άλυτα μειονοτικά προβλήματα, η έλλειψη οράματος και οι ανασφάλειες της μεταπολεμικής γενιάς. Όλα τα παραπάνω διακριτικά γνωρίσματα αποτυπώνονται στη μουσική γραφή του Bernstein, η οποία, παρά τα όποια μελωδικά διαλείμματα (Tonight, Maria, Somewhere) συχνά αγγίζει δραματικές κορυφώσεις. Η ρυθμική αγωγή απομακρύνεται από τον ονειρικό, γεμάτο νοσταλγία κόσμο της Jazz των προηγούμενων συνθέσεων και στρέφεται προς την επιλογή λατινοαμερικανικών ρυθμών (Mambo, Cha-cha). Από μουσικής απόψεως, το West Side Story δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το είδος της μελοδραματικής όπερας της εποχής του ύστερου βερισμού. Το 1960, τρία χρόνια έπειτα από την ολοκλήρωση της σύνθεσης του μιούζικαλ, ο Bernstein εξήγαγε από την τελευταία μια ορχηστρική σουίτα, στην οποία προσέδωσε τον τίτλο Συμφωνικοί χοροί. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική και αυτοτελή προσέγγιση του ιδίου έργου. Διερωτάται κανείς ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης του επιθετικού προσδιορισμού “συμφωνικοί”. Απλούστατα, επειδή η χορευτική μουσική, ακόμα και στην πλέον πρωταρχική της εκδοχή, δεν μπορεί παρά να διαθέτει συμφωνική δομή. Απλές θεματικές ιδέες, οι οποίες συγχωνεύονται μεταξύ τους προτού εκβάλουν σε ποικίλα δραματικά μορφώματα. Aγνή, καθαρή μουσική, δίχως εξάρτηση από προαπαιτούμενη πληροφόρηση ή από την ροή οποιασδήποτε πλοκής που εκτυλίσσεται  επί σκηνής. Οι Συμφωνικοί χοροί, αν και εκτελούνται απνευστί, αποτελούνται από τα κάτωθι μέρη: Prologue, Somewhere, Scherzo, Mambo, Cha-cha, Meeting Scene, Cool Fugue, Rumble, Finale. Ερμηνεύονται από την Ορχήστρα NDR Elbphilharmonie του Αμβούργου υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Alan Gilbert.

West Side Story – “Symphonic Dances”

 

 Erich Wolfgang Korngold (1897-1957)

Γνωστός χάρη στο εξαιρετικό Κοντσέρτο για βιολί και τις όπερες  Βιολάντα (Violanta), Το Δακτυλίδι του Πολυκράτη (Der Ring des Polykrates) και η Νεκρή Πόλη (Die totte Stadt), άπαντα γραμμένα σε ηλικία κάτω των 23 ετών, ο Αυστριακός Erich Wolfgang Korngold υπήρξε στα νεανικά του χρόνια ένα παιδί-θαύμα. Το 1934, διαπιστώνοντας ότι συγκεντρώνονταν απειλητικά σύννεφα στον ευρωπαϊκό ορίζοντα και εξαιτίας της εβραϊκής του προέλευσης αναζήτησε ασφαλές καταφύγιο στη  δυτική ακτή των ΗΠΑ. Έκτοτε εξελίχθηκε σε έναν από τους επιμελέστερους συνεργάτες του Holywood επενδύοντας με τη μουσική του 16 συνολικά κινηματογραφικές ταινίες. Μεταξύ των τελευταίων συγκαταλέγονται οι ακόλουθες: A Midsummer Night’s Dream (1935), Captain Blood (1935– υποψηφιότητα για Όσκαρ), The Adventures of Robin Hood (1938 – βραβείο Όσκαρ), Juarez (1939), The Sea Hawk (1940 – βραβείο Όσκαρ), The Sea Wolf (1941), Kings Row (1942 – με πρωταγωνιστή τον Ronald Reagan) κ.ά. Ειδικότερα για την ταινία Το γεράκι της θάλασσας (The Sea Hawk) έχει ειπωθεί πως η μουσική του Korngold συνέβαλε ουσιαστικά στο να γυριστεί η πλέον πετυχημένη σκηνή ξιφομαχίας σε ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου. Ο ίδιος τη θεωρούσε ως την καλύτερη που είχε ποτέ συνθέσει για τον κινηματογράφο. Για πολλούς μεταγενέστερους συνθέτες μουσικής κινηματογράφου εικάζεται ότι λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης. Η υπόθεση αφηγείται ένα επεισόδιο της ζωής του πειρατή  Geoffrey Thorpe (Errol Flynn) εμπνευσμένο από την πραγματική δραστηριότητα του Sir Francis Drake, ενόσω η πανίσχυρη ισπανική αρμάδα ετοιμαζόταν να εισβάλλει στις Βρετανικές Νήσους. Αν και τα συμβάντα διαδραματίζονται τον 15ο αιώνα, είναι σαφής ο συμβολισμός του έργου το έτος 1940, μέσα στο οποίο γυρίστηκε, σε μια στιγμή μάλιστα που μαινόταν η Μάχη της Αγγλίας. Την περίφημη Βασιλική Ορχήστρα  Κοντσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ, μια από τις καλυτερες σε παγκόσμια κλίμακα, διευθύνει ο Γάλλος αρχιμουσικός Stéphane Denève. Προηγείται η πασίγνωστη εισαγωγική φανφάρα της εταιρίας 20th Century Fox (έχει πλέον μετονομαστεί σε 20th Century Studios, Inc.) του Alfred Newman.

 Sea Hawk

 

Sir William Walton (1902-1983)

Στην εξηντάχρονη σταδιοδρομία του, ο Sir William Walton, ένας από τους παραγωγικότερους Βρετανούς συνθέτες του 20ού αιώνα, εντρύφησε σε όλα σχεδόν τα είδη μουσικής, από συμφωνικά έργα μέχρι όπερες, από μουσική μπαλέτου μέχρι επένδυση κινηματογραφικών ταινιών. Οι περισσότερο γνωστές του συνθέσεις είναι η καντάτα Belshazzar’s Feast, η όπερα Troilus and Cressida, το κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα, οι δυο συμφωνίες, τα μπαλέτα Façade, The Wise Virgins και The Quest. Μεταξύ των ετών 1934 και 1969, ο Walton συνέθεσε μουσική για 13 συνολικά ταινίες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι ακόλουθες: Escape me Never (1934), As you Like it (1936), The First of the Few (1942), Henry V (1944 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), Hamlet (1948 – υποψηφιότητα για Όσκαρ) και Richard III (1955). Η τελευταία κατά σειρά, Battle of Britain (1969) του Guy Hamilton, ακολούθησε περιπετειώδη πορεία. Λίγο πριν από την έναρξη του γυρίσματος, ο σκηνοθέτης απέσυρε την σουίτα που τού είχε προταθεί διατηρώντας μόνο ένα απόσπασμα (Battle in the Air) με τo οποίo συνόδευσε αριστοτεχνικά μια από τις πλέον εντυπωσιακές σκηνές αερομαχίας που έχουν ποτέ γυριστεί.

Battle of Britain –  “Battle in the Air”

Τη μουσική για το υπόλοιπο της ταινίας εμπιστεύθηκε στον Ron Goodwin. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την παραπάνω ομολογουμένως άκομψη ενέργεια τελευταίας στιγμής, ο εκ των πρωταγωνιστών Lawrence Olivier απείλησε με λύση συμβολαίου. Τελικά προκρίθηκε ο προαναφερθείς συμβιβασμός με τη διατήρηση του ατμοσφαιρικού επεισοδίου Battle in the Air. Πρόσφατα, από την εταιρεία Metro Goldwin Mayer κυκλοφόρησε στο εμπόριο ένα DVD με τις ίδιες εικόνες, αλλά με δυο διαφορετικές μουσικές εκδοχές: την αρχική του Walton και την τελική του Goodwin. Ίσως να πρόκειται για τον ορθότερο τρόπο προκειμένου να διευθετηθεί η διαφορά, αφήνοντας στον θεατή τη δυνατότητα να κρίνει εκείνος. Σημειωτέον ότι παλαιότερα, το 1942, από την μουσική της πολεμικής περιπέτειας  The First of the Few, ο Walton εξήγαγε ένα μέρος, το οποίο τιτλοφόρησε  Spitfire Prelude and Fugue.  Ακολουθεί η ακρόαση του συνόλου της συμφωνικής σουίτας Battle of Britain, από την οποία μόνο το πρώτο ήμισυ – όχι το βικτωριανής μεγαλοπρέπειας εμβατήριο που έπεται – συμπεριλαμβάνεται τελικά στην ταινία. Ερμηνεύεται από τον Keith Lockhart και την Ορχήστρα Συναυλιών του BBC. Αφιερωμένη αποκλειστικά στη μουσική για τον κινηματογράφο, η συναυλία έλαβε χώρα στις 31 Αυγούστου 2013 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στο πλαίσιο του δημοφιλούς κύκλου BBC Proms.

Battle of Britain – Suite

 

Sir Malcolm Arnold (1921-2006)

Αν και αρκετά συντηρητικός στον τρόπο γραφής του (ο ίδιος θεωρούσε ως σημεία αναφοράς τους Berlioz, Mahler, Bartók αλλά και από τη μουσική jazz) o Sir Malcolm Arnold εντυπωσιάζει με το εύρος και με την ποικιλία του έργου του: εννέα συμφωνίες, κοντσέρτα για κιθάρα, τσέλο, κλαρινέτο, για δυο πιάνα και τρία χέρια, ακόμα και για φυσαρμόνικα, ένας κύκλος χορών (Αγγλικοί, Σκωτσέζικοι, Ιρλανδέζικοι,  χοροί της Ουαλίας και της Κορνουάλης), το μπαλέτο Solitaire, εισαγωγές για ορχήστρα, μουσική δωματίου. Πολλοί κριτικοί τον παρομοίωσαν με τον Φινλανδό συνθέτη Jean Sibelius, τόσο για την υφολογική συγγένεια όσο και για την έμφαση, την οποία αμφότεροι προσέδωσαν στο είδος της συμφωνικής μουσικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Arnold κατέχει τα μυστικά της ορχήστρας και τα αξιοποιεί δεόντως. Δεινός συνθέτης μουσικής κινηματογράφου, τα έργα του σε αυτόν τον τομέα ξεπερνούν τα εκατό, συμπεριλαμβανομένων και πολλών ντοκυμαντέρ. Χαρακτηριστικά αναφέρονται: The Captain’s Paradise (1953),  The Sea shall not Have Them (1954), 1984 (1956), Dunkirk (1958), The Inn of the Sixth Happiness (1958), The Thin Red Line (1964), The Heroes Of  Telemark (1965). H μεγάλη διάκριση προέκυψε το 1957, με αφορμή την ταινία του David Lean The Bridge on the River Kwai, για  την οποία απέσπασε δικαίως το βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής. Δεν ήταν η πρώτη συνεργασία μεταξύ των δυο. Είχαν προηγηθεί οι ταινίες The Sound Barrier (1952) και Hobson’s Choice (1954).    Ωστόσο, διακόπηκε απότομα το 1957 ενώ βρισκόταν στο απόγειό της, πιθανότατα εξαιτίας  του ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα αμφοτέρων.  Η γέφυρα του ποταμού Κβάι θεωρείται  ως μια από τις  καλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες όλων των εποχών. Τιμήθηκε με επτά βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων εκείνο της καλύτερης ταινίας). Πλοκή, σενάριο, ερμηνεία, φωτογραφία και μουσική  υπόκρουση συγκροτούν ένα ασυναγώνιστο σύμπλεγμα. Δεν πρόκειται για μια απλή πολεμική περιπέτεια βασισμένη σε αληθινά γεγονότα (την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής από Άγγλους αιχμαλώτους μέσα στη ζούγκλα της Βιρμανίας, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ιαπωνικού στρατού). Ο θεατής είναι μάρτυρας της σύγκρουσης δυο πολιτισμών εκ διαμέτρου αντίθετων δίχως να υφίσταται κανένα περιθώριο συμβιβασμού. Το 1997 η ταινία χαρακτηρίστηκε εξόχως σημαντική από πολιτισμικής, ιστορικής και αισθητικής απόψεως και επιλέχθηκε για μόνιμη φύλαξη και συντήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.

The  Bridge On The River Kwai – Trailer

Η μουσική του Malcolm Arnold είναι μεγαλειώδης. Επική, δραματική, βίαιη, ηρωική, εξωτική, ενίοτε όμως απρόσμενα νοσταλγική και τρυφερή μέσα στον γενικότερο παραλογισμό του πολέμου, με εξαιρετική ενορχήστρωση, η οποία πιστοποιεί περίτρανα πως ο εμπνευστής της δεν είναι απλά ένας κοινός ειδικός στη σύνθεση κινηματογραφικών υποκρούσεων, αλλά αντίθετα, ένας   ολοκληρωμένος επαγγελματίας δημιουργός, ο οποίος θέτει την πείρα και το ταλέντο του στην υπηρεσία της Έβδομης Τέχνης. Υπάρχει, ωστόσο, μια παρεξήγηση που χρήζει διευκρίνησης. Το περίφημο εμβατήριο που σφυρίζουν οι αιχμάλωτοι στην εναρκτήρια σκηνή εισερχόμενοι στο στρατόπεδο (Colonel Bogey March) και το οποίο έχει καθιερωθεί ως σήμα κατατεθέν της ταινίας,  δεν ανήκει στον Arnold. Χρονολογείται από το 1914 με συνθέτη τον Kenneth J. Alford. Ο Arnold  ενέταξε τη μελωδία στη μουσική του πλαισιώνοντάς την με ένα εμβατήριο (River Kwai March) δικής του έμπνευσης. Παραθέτουμε τη συμφωνική σουίτα στο σύνολό της προκειμένου να αναδειχθεί το πολυσχιδές ταλέντο του μουσικοσυνθέτη. Αποτελείται από τέσσερα μέρη: 1. Prelude, 2. Sunset, 3. Jungle Trek, 4. Colonel Bogey/River Kwai March. O Barry Wordsworth  διευθύνει την Ορχήστρα Συναυλιών του BBC.

The Bridge on the River Kwai – Suite


 

Maurice Jarre (1924-2009)

 “Δεν σου έδωσα μια μεγάλη ταινία. Όμως εσύ μου έδωσες μια μεγάλη μουσική”. Με αυτά τα λόγια εκφράστηκε ο Alfred Hitchcock το 1969, με αφορμή το γύρισμα του έργου Topaz. Αν και δοκίμασε τις δυνάμεις του και σε άλλα είδη μουσικής (π.χ. στην ηλεκτρονική, της οποίας ο γιος του, Jean-Michel, έμελε αργότερα να είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους), ο Maurice Jarre έχει μείνει γνωστός για την τεράστια συμβολή του στον χώρο της Έβδομης Τέχνης. Από το 1957 (Burning Fuse) έως το 2001 (Uprising) πλαισίωσε με τις συνθέσεις του 151 κινηματογραφικές ταινίες. Στα 41 αυτά χρόνια συνεργάστηκε με τους καλύτερους σκηνοθέτες της εποχής του:  Alfred Hitchcock,  Luchino Visconti, Franco Zeffirelli, Elia Kazan, John Huston, Henri Verneuil, René Clément, Richard Brooks, John Frankenheimer, Volker Schlöndorff, Wolfgang Petersen, Ridley Scott μεταξύ πολλών άλλων. Ωστόσο, το συναπάντημά του με τον David Lean υπήρξε εκείνο που σηματοδότησε τις μεγαλύτερες διακρίσεις: τέσσερις ταινίες – τρία βραβεία Όσκαρ καλύτερης μουσικής (Lawrence of Arabia, Doctor Zhivago, A Passage to India) και μια υποψηφιότητα (Ryan’s Daughter). Εξακολουθεί να είναι άξιον απορίας το πως ένας Γάλλος, λατινικής προέλευσης και παιδείας, κατάφερε να αφομοιώσει τόσο καλά και να αποδώσει τόσο έντεχνα τον κόσμο του David Lean που, με εξαίρεση την ταινία  Doctor Zhivago, εξυμνεί, ασκώντας συνάμα αιχμηρή κριτική, το ευρισκόμενο σε διαδικασία παρακμής βρετανικό αυτοκρατορικό μεγαλείο. Κι όμως, η ταύτιση της εικόνας με την μουσική και αντίστροφα είναι απόλυτη. Πρέπει επίσης να επισημανθεί πως ο άσημος ακόμη το 1962 Maurice Jarre επιλέχθηκε για την μουσική επένδυση της ταινίας Lawrence of Arabia αφού οι William Walton και Malcolm Arnold είχαν προηγουμένως απορρίψει τη σχετική πρόταση, η οποία τους είχε υποβληθεί. Επιπρόσθετα, ο παραγωγός της ταινίας Sam Spiegel επέμενε για μια μουσική υπόκρουση με δυο θέματα, επιδιώκοντας να αναδείξει τις δυο πτυχές του έργου (ανατολίτικη και βρετανική). Με αυτή την προοπτική είχε βολιδοσκοπήσει αντίστοιχα τον Σοβιετικό Aram Khachaturian και τον Βρετανό Benjamin Britten. Ο Jarre όχι μόνο κατάφερε τελικά να επιβιώσει ανάμεσα στα ονόματα τόσο καταξιωμένων μουσικοσυνθετών, αλλά, συγκεράζοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, μέσα στις έξι εβδομάδες που του είχαν δοθεί, έγραψε μια από τις καλύτερες μουσικές υποκρούσεις όλων των εποχών. Μάλιστα, επιστρατεύθηκε την τελευταία στιγμή προκειμένου να διευθύνει ο ίδιος την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου καθώς ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Sir Adrian Boult (το όνομα του οποίου αναφέρεται στους τίτλους της ταινίας) αδυνατούσε να προσαρμοσθεί στα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα της ηχογράφησης. Δίχως το πηγαίο ταλέντο του Jarre και την ουσιαστική στήριξη που παρέχει από το παρασκήνιο, η γοητεία αλλά και οι κίνδυνοι της ερήμου (“Η έρημος μού αρέσει επειδή είναι καθαρή” ακούγεται να λέει ο Lawrence κάποια στιγμή), οι ψυχολογικές μεταπτώσεις και τα διλήμματα του πρωταγωνιστή (με τον ηθοποιό Peter O’ Toole να πραγματοποιεί μια δυναμική είσοδο στον χώρο της Έβδομης Τέχνης), η βία του πολέμου και ο κυνισμός του πολιτικού σχεδιασμού είναι βέβαιο ότι δεν θα ήταν αυτά που είναι.

  Lawrence of Arabia – Overture

Η εκτυφλωτική επιτυχία του Lawrence of Arabia άνοιξε διάπλατα τον δρόμο και για άλλες. Τρία χρόνια αργότερα, το 1965, προέκυψε η σειρά του  Doctor Zhivago, το σενάριο του οποίου είναι εμπνευσμένο από την ομότιτλη νουβέλα του Boris Pasternak. Εδώ, την απεραντοσύνη της ερήμου υποκαθιστά η μοναξιά της σιβηρικής στέπας. Από την αραβική χερσόνησο της περιόδου του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταφερόμαστε στο χάος που διαδέχθηκε την εκδήλωση της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Στο επίκεντρο της ταραχώδους εκείνης εποχής βρίσκεται ένας μεγάλος έρωτας με ελάχιστες στιγμές ικανοποίησης και ευτυχίας, αλλά και ο σπαραγμός που προκαλείται από τις κοσμογονικές εξελίξεις της εποχής εκείνης. Ο Lean απεικονίζει με μαεστρία τη μετάβαση από μια ιστορική πραγματικότητα σε μια άλλη. Ο Jarre τον μιμείται, καταθέτοντας την πιο δημοφιλή ίσως μελωδία της μουσικής του παραγωγής (το θέμα της Λάρας).

Doctor Zhivago – “Lara’s Theme” 

Τρίτη μεγάλη επιτυχία το 1970 ήταν Η κόρη του Ράιαν (Ryan’s Daughter). Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο της ιρλανδικής εξέγερσης ενάντια στον βρετανικό ζυγό το Πάσχα του 1916, μεσούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πληκτική καθημερινότητα ενός παραθαλάσσιου χωριού, το δραματικό ιστορικό περίγραμμα και ένας έρωτας δίχως προοπτική συγκροτούν τον πυρήνα της υπόθεσης. Τα ήδη πανέμορφα αλλά και απειλητικά συνάμα τοπία αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο χάρη σε δυο θεμελιώδεις παραμέτρους: την μαγεία του φωτογραφικού φακού και την έμπνευση της μουσικής του Jarre (έστω και αν τη φορά αυτή η τελευταία δεν κατόρθωσε να προσπεράσει το κατώφλι μιας απλής υποψηφιότητας για βραβείο Όσκαρ).

Ryan’s Daughter

A Passage to India (1984) είναι η τελευταία συνεργασία ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον μουσικοσυνθέτη. Ταυτόχρονα αποτελεί το κύκνειο άσμα του David Lean, o οποίος απεβίωσε πέντε χρόνια αργότερα. “Η Ανατολή είναι πάντοτε η Ανατολή. Από μια επικάλυψη με τη Δύση μόνο προβλήματα προκύπτουν” υποστηρίζει σε κάποιο σημείο του έργου μια εκ των πρωταγωνιστριών. “Η Ινδία μάς φέρνει αντιμέτωπους με τους ίδιους μας τους εαυτούς” συμπληρώνει παρακάτω μια άλλη. Δυο φράσεις, οι οποίες συνοψίζουν ολόκληρο τον προβληματισμό της ταινίας. Το σενάριο της τελευταίας προέρχεται από τo ομώνυμo μυθιστόρημα του συγγραφέα των Howards End  και A Room with a View, E. M. Forster (1924). Ένας Ινδός γιατρός αντιμετωπίζει την κατηγορία απόπειρας βιασμού μιας Αγγλίδας ταξιδιώτισσας. Με επίκεντρο αυτό το περιστατικό υφαίνεται ένα πολύπλοκο σκηνικό γύρω από τα όρια των σχέσεων ανάμεσα στην κυρίαρχη αποικιακή δύναμη και τον αυτόχθονα πληθυσμό. Σε αντιδιαστολή με το σενάριο, το οποίο διαθέτει ευτυχές τέλος, το μυθιστόρημα αφήνει αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσο ή όχι υπήρξε απόπειρα βιασμού. Ο Forster εστιάζει την προσοχή του στο συμβάν. Ο Lean αξιοποιεί το τελευταίο ως απλό πρόσχημα, προκειμένου να εξιστορήσει με αριστοτεχνικό τρόπο το λυκόφως της βρετανικής διοίκησης και παρουσίας στην Ινδία. O Jarre, από τη δική του πλευρά, απέσπασε το τρίτο του βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής. Αν και κατά στιγμές αντιγράφει ασύστολα τον εαυτό του (το κεντρικό μουσικό θέμα παραπέμπει ευθέως σε εκείνο της Κόρης του Ράιαν), πειραματίζεται σε νέους τρόπους σύνθεσης. Έστω και με φειδώ, εισάγει για πρώτη φορά στην ενορχήστρωσή του τα ηλεκτρονικά κύματα Martenot. Πάνω από όλα όμως, η μουσική του αποπνέει όχι μόνο το στοιχείο του εξωτισμού, αλλά και την ακαταμάχητη παρακμιακή γοητεία της δεκαετίας του ‘30. Το A Passage to India δεν είναι απλώς το κλείσιμο του κύκλου σε ότι αφορά τη συνεργασία του με τον Lean. Έχοντας ακολουθήσει από το 1962 και έπειτα μια υποδειγματική πορεία, το συναπάντημα μεταξύ των δυο δημιουργών γνωρίζει εδώ το επιστέγασμά του.

A Passage To India – Tίτλοι έργου

 

Bernard Herrmann (1911-1975)

Αλήθεια, τι θα ήταν ο Alfred  Hitchcock δίχως τον Bernard Herrmann; Είναι ποτέ δυνατόν να διανοηθεί κανείς την κλασσική σκηνή τρόμου της δολοφονίας από την ταινία Ψυχώ δίχως την ανατριχιαστική μουσική της συνοδεία; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ήχος διεκδικεί επάξια ισότιμη θέση με την εικόνα. Ο μεταξύ τους συνδυασμός είναι εκείνος που τελικά άφησε εποχή.

 Psycho  – ‘The Bathroom’, ‘The Murder’

O αμερικανικής καταγωγής Bernard Herrmann συνέθεσε μουσική για 52 συνολικά ταινίες, πολλές εκ των οποίων απέσπασαν διακρίσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τις εξής: Citizen Kane (1941 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), Jane Eyre (1943), Anna and the King of Siam (1946 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), The Snows of Kilimanjaro (1952), Journey to the Center of the Earth (1959), Jason and the Argonautes (1963), Fahrenheit 451 (1966), Battle of Neretva (1969), Obsession (1976 – υποψηφιότητα για Όσκαρ), Taxi Driver (1976 – υποψηφιότητα για Όσκαρ). Συνέθεσε επίσης μια όπερα (Wuthering Heights), μια καντάτα (Moby Dick)  καθώς και έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου. Η σημαντικότερη  καμπή της σταδιοδρομίας του υπήρξε πέραν κάθε αμφιβολίας η σύμπραξή του με τον Alfred  Hitchcock. Καρπό της τελευταίας αποτελούν οι μουσικές επενδύσεις 8+1 ταινιών: The Trouble with Harry (1955), The Man Who Knew Too Much (1956 – όπου εμφανίζεται ο ίδιος προς το τέλος του έργου διευθύνοντας μια συμφωνική ορχήστρα), The Wrong Man (1956), Vertigo (1958), North by North West (1959), Psycho (1960), The Birds (1963 – σύμβουλος ήχου καθότι η ταινία δεν διέθετε μουσική παρά μόνο ηλεκτρονική ενίσχυση ήχου πουλιών), Marnie (1964), Tom Curtain (1966 – η παρτιτούρα παρέμεινε ανενεργή λόγω διάστασης απόψεων με τον  Hitchcock, με αποτέλεσμα την αμετάκλητη ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων). Πολλοί μετέπειτα μουσικοσυνθέτες κινηματογράφου (John Williams, Elmer Bernstein, Jerry Goldsmith  κ.ά) έχουν δημόσια δηλώσει πως επηρεάστηκαν από τον τρόπο γραφής του. Ο ήχος εγχόρδων του Ψυχώ, θεωρείται ακόμα και σήμερα ως υπόδειγμα για μουσική ταινιών θρίλερ. Για κάθε παραγγελία σύνθεσης, ο Herrmann απαιτούσε απόλυτη ελευθερία κινήσεων, ειδικότερα σε συνάρτηση με τον εκάστοτε σκηνοθέτη. Διαφορετικά “είναι σαν κάποιος άλλος να προσθέτει χρώμα σε έναν δικό σου ζωγραφικό πίνακα” συνήθιζε να λέει. Η ρήξη με τον Hitchcock ήταν ζήτημα χρόνου. Ευτυχώς επήλθε αφότου είχε ήδη ολοκληρωθεί με επιτυχία η παραγωγή οκτώ ταινιών. Το βαθειά ατμοσφαιρικό ύφος του Herrmann καθώς και η έφεσή του προς τη σύνθεση συμφωνικής μουσικής αποτυπώνονται ανάγλυφα στα δυο παραδείγματα που έπονται. Πρόκειται για το σύντομο πρελούδιο από την ταινία Vertigo και για τη συμφωνική σουίτα Psycho (Prelude – The Madhouse – The Murder). Ερμηνεύονται αμφότερα από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας υπό τη διεύθυνση της Sarah Hicks.

Vertigo – Prelude

 Psycho – Suite

 

Miklós Rózsa (1907-1995)

Ο Ούγγρος Miklós Rózsa ήταν ήδη ένας καταξιωμένος μουσικοσυνθέτης όταν, το 1934, μυήθηκε από τον Ελβετό ομότεχνο και προσωπικό του φίλο Arthur Honegger στον κόσμο της Έβδομης Τέχνης και διαπίστωσε τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες η τελευταία προσέφερε στον κλάδο της μουσικής. Με τις συνθέσεις του συνόδευσε πάνω από εκατό κινηματογραφικές ταινίες αποσπώντας τρία βραβεία Όσκαρ (Spellbound το 1945, A Double Life το 1947, Ben-Hur το 1959) και δεκατέσσερις άλλες υποψηφιότητες. Μεταξύ πολλών άλλων συγκαταλέγονται και οι: Quo Vadis (1951), Ivanhoe (1952), Knights of the Round Table (1953), King of Kings (1961), El Cid (1961), Providence (1977) κ.ά.. Ο Rózsa ακολούθησε μια διπλή ζωή, όπως έλεγε χαριτολογώντας, συνθέτοντας παράλληλα για την μεγάλη οθόνη και για τις αίθουσες συναυλιών. Έργα του έχουν ερμηνευθεί από διακεκριμένους καλλιτέχνες όπως οι αρχιμουσικοί Bruno Walter, Eugene Ormandy, Charles Munch, Karl Böhm, Hans Swarovsky, Georg Solti, Leonard Bernstein, ο βιολιστής Jascha Heifetz και οι τσελίστες Gregor Piatigorsky και János Starker. Το 1959 γυρίστηκε η υπερπαραγωγή Ben-Hur, με σκηνοθέτη τον William Wyler και πρωταγωνιστή τον Charlton Heston. Επρόκειτο για την ταινία με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό μέχρι τότε ($15.175 εκατομμύρια – άλλα $14.7 εκατομμύρια δαπανήθηκαν κατόπιν για διαφημιστικούς λόγους). Τα σκηνικά ήταν εντυπωσιακά, για τις ανάγκες δε του γυρίσματος επιστρατεύθηκαν 10.000 κομπάρσοι (η ψηφιακή τεχνολογία ήταν άγνωστη άλλωστε). Η ταινία ήταν υποψήφια για 12 βραβεία Όσκαρ, από τα οποία απέσπασε τελικά τα 11. Η σύνθεση του Rózsa διαθέτει στοιχεία αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής μουσικής, τα οποία ενσωματώθηκαν έπειτα από ειδική έρευνα σε αυτόν τον χώρο. Θεωρείται ότι αποτελεί το επιστέγασμα της καριέρας του δημιουργού της και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 επηρέασε πληθώρα μεταγενέστερων συνθετών, ειδικότερα στον χώρο του υπερθεάματος. Το 2017 ηχογραφήθηκε το σύνολο της παρτιτούρας (διάρκειας τριών ωρών) από την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Πράγας υπό τη διεύθυνση του Nic Raine. Από την παραπάνω εκτέλεση παρατίθενται τρία αποσπάσματα.

Ben-Hur – Fanfare, Prelude & March Romana

To δεύτερο παράδειγμα προέρχεται επίσης από μια γνωστή επική ταινία. Το El Cid, εμπνευσμένο από το κλασσικό θεατρικό έργο του Γάλλου συγγραφέα του 17ου αιώνα Corneille, αφηγείται ένα επεισόδιο της ανακατάληψης της Ισπανίας από τον έλεγχο των Μαυριτανών και συγκεκριμένα τη ζωή του θρυλικού ήρωα του 11ου αιώνα Rodrigo Diaz de Vivar, επονομαζόμενου El Cid (από την αραβική λέξη sidi, η οποία σημαίνει άρχοντας). Ο θρύλος του Cid είναι συνυφασμένος με το επεισόδιο που προβάλλεται στην καταληκτική σκηνή της ταινίας, όταν, αν και νεκρός, δεμένος ωστόσο πάνω στη σέλλα του αλόγου του, σκορπά τον πανικό στις γραμμές των αντιπάλων. Η ταινία, σε σκηνοθεσία του Anthony Mann και με πρωταγωνιστές τους Charlton Heston και Sophia Loren, είναι εξαιρετική. Ειδικότερα το τελευταίο μέρος (το επεισόδιο της πολιορκίας της Βαλένθια από τους Μαυριτανούς), καθηλώνει τον θεατή. Ηρωική, δραματική, νοσταλγική, με συχνές αναγωγές σε ισπανικές μελωδίες, η μουσική του Rózsa πλαισιώνει και στηρίζει με την ποιότητά της, μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του Holywood. Από τον βιολιστή Daniel Hope και την Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης με διευθυντή τον Alexander Shelley ακούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

El Cid –  Love Theme

 

Nino Rota (1911-1979)

Ο μεταπολεμικός ιταλικός (και όχι μόνο) κινηματογράφος οφείλει πολλά στον Nino Rota. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1933 και 1979 πλαισίωσε με τη μουσική του 171 κινηματογραφικές ταινίες, περιζήτητος από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της εποχής του (Frederico Fellini, Luchino Visconti, Franco Zeffirelli, Vittorio de Sica, Alberto Lattuada, Mario Monicelli,  Franco Rossi, Luigi Comencini αλλά και King Vidor, Francis Ford Coppola, Sergei Bondartchuk,  Lina Wertmüller, René Clément, Henri Verneuil, John Guillermin, Guy Hamilton κ. ά.). Μνημειώδης, ωστόσο, υπήρξε η συνεργασία του με τον Frederico Fellini. Το είδος της μουσικής γραφής του Rota (ένα μείγμα οικειότητας, τρυφερότητας, χιούμορ και παρακμιακής μελαγχολίας), συμβιβαζόταν απόλυτα με τον ατμοσφαιρικό – νοσταλγικό κόσμο του ιταλικού νεορεαλισμού.  «Ο πιο πολύτιμος συνεργάτης που είχα ποτέ – το λέω δίχως την παραμικρή επιφύλαξη – ήταν ο Nino Rota.», εκμυστηρεύθηκε κάποτε ο Fellini. “Μεταξύ μας υπήρχε απόλυτη και πλήρης αρμονία. Διέθετε γεωμετρική  φαντασία προερχόμενη από ουράνιες σφαίρες. Δεν υπήρχε λόγος να δει σκηνές από τα έργα μου. Όποτε τον ρωτούσα για τις μελωδίες που είχε στο νου του προκειμένου να πλαισιώσει κάποια σκηνή, αντιλαμβανόμουν ότι η εικόνα δεν τον απασχολούσε καθόλου. Ο κόσμος του ήταν φωλιασμένος βαθιά μέσα του, η δε πραγματικότητα δεν έβρισκε δίοδο να εισχωρήσει εκεί.”. Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει τα ανεπανάληπτα δείγματα της παραπάνω συνεργασίας (La Strada, I Vitelloni, Giulietta degli spiriti, La Dolce Vita, Satyricon, , Amarcord); Στιγμές δόξας όμως γνώρισε ο Rota συνεργαζόμενος και με άλλους σκηνοθέτες (Luchino Visconti – Senso, Rocco e I suoi fratelli, Il Gattopardo – Franco Zeffirelli – Romeo and Juliet, The Taming of the Shrew –  King Vidor – War and Peace και  φυσικά Francis Ford Coppola – The Godfather I και II). Πέραν όμως των αναρίθμητων κινηματογραφικών μουσικών υποκρούσεων, ο Rota συνέθεσε τρεις όπερες  (Il cappello di paglia di Firenze, Aladino e la lampada magica, I due timidi), συμφωνικά έργα, κοντσέρτα, έργα μουσικής δωματίου ενώ δίδαξε και στο ωδείο του Μπάρι έχοντας ως μαθητή τον φημισμένο Ιταλό αρχιμουσικό Riccardo Muti. Το καλοκαίρι του 2017, η περίφημη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Teatro alla Scala υπό τη διεύθυνση του Riccardo Chailly, σε υπαίθρια συναυλία,  την οποία παρέθεσε στην πλατεία Duomo του Μιλάνου, συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά της αποσπάσματα από τις ταινίες   και  Amarcord.

Otto e Mezzo, Amarcord

Αναφερόμενος στον Nino Rota είναι αδύνατο να μην συμπεριλάβει κανείς μια άλλη μεγάλη του στιγμή. Πρόκειται για την ταινία The Godfather (Ο Νονός), με πρωταγωνιστές τους Marlon Brando   και Al Pacino (1972). Ακούμε την ορχηστρική σουίτα από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας υπό τη διεύθυνση της Sarah Hicks. Το 1975, η μουσική του Rota για το δεύτερο σκέλος της ταινίας τιμήθηκε με το βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής.

The Godfather – Orchestral Suite


 

Ennio Morricone (1928-2020)

Το 1971 προβλήθηκε η ταινία Le casse (ελληνικός τίτλος: Οι διαρρήκτες) σε σκηνοθεσία του Henri Verneuil και με πρωταγωνιστές τους Jean-Paul Belmondo, Omar Sharif και Robert Hossein. Μια ευχάριστη αστυνομική περιπέτεια, η οποία θα πέρναγε απαρατήρητη από εμάς τους Έλληνες εάν τα εξωτερικά γυρίσματα δεν είχαν εξολοκλήρου πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, τον Πειραιά και την Κέρκυρα. Ο παραγωγός δυσκολευόταν να βρει μια πόλη, καθότι το σενάριο περιλάμβανε μια ιλιγγιώδη καταδίωξη με αυτοκίνητα εν μέσω πλήθους. Το χουντικό καθεστώς έσπευσε να δώσει την έγκρισή του για λόγους τουριστικής προβολής. Η μουσική ανατέθηκε στον έμπειρο και ταλαντούχο Ennio Morricone, ο οποίος βρισκόταν τότε στο απόγειο της σταδιοδρομίας του επινοώντας για τη συγκεκριμένη περίπτωση μια παρτιτούρα, που ανέδειξε ακόμα περισσότερο τις όποιες αρετές του έργου.

Le casse – Τίτλοι έργου

Αριθμώντας άνω των 400 μουσικές επενδύσεις για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο Morricone θεωρείται στο παγκόσμιο στερέωμα ως ο περισσότερο γόνιμος συνθέτης του είδους. Αυτό είναι το κυρίαρχο διακριτικό του γνώρισμα παρά το γεγονός ότι οι συνθέσεις του όχι για την έβδομη τέχνη αλλά για αίθουσες συναυλιών, ξεπερνούν και εκείνες τον αξιέπαινο αριθμό των  100. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως οι Mauro Bolognini, Pier-Paolo Pasolini, Bernardo Bertolucci, Quentin Tarantino, Brian de Palma, Mike Nichols, Lina Wertmüller, Oliver Stone, John Carpenter, Roman Polanski, Bertrand Tavernier κ.ά.. Η καριέρα του εκτινάχθηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘60, όταν εξελίχθηκε σε έναν από τους θεμελιώδεις συντελεστές των λεγομένων western-spaghetti, χάρη στη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη Sergio Leone. Η τριλογία  Ο καλός ο κακός και ο άσχημος, Για μια χούφτα δολάρια, Το όνομά μου είναι Κανένας, άφησε εποχή.

The Good, the Bad and the Ugly

Άλλες μεγάλες επιτυχίες του Morricone είναι οι ταινίες Cinema Paradiso, Sacco e Vanzetti (με το πασίγνωστο τραγούδι «Here’s to You” ερμηνευμένο από την Joan Baez), Once Upon in America, Teorema, The Decameron, Le clan des siciliens, The Untouchables, The Exorcist II, The Hateful Eight (βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής), Marco Polo, El Greco. Το 2007 τιμήθηκε με ειδικό βραβείο Όσκαρ (ο μόνος συνθέτης μέχρι στιγμής μαζί με τον Alex North) “για την εξαιρετική και πολυσχιδή προσφορά του στην τέχνη της μουσικής κινηματογράφου”. Το 1986 η μουσική του για την ταινία του Roland Joffé The Mission, με πρωταγωνιστές τους Robert de Niro, Jeremy Irons και Liam Neeson   προτάθηκε για βραβείο Όσκαρ. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες δημιουργίες του. Την ακούμε υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Η συναυλία έλαβε χώρα τα Χριστούγεννα του 2012 στον Καθεδρικό Ναό της Ασίζης.

The Mission (Gabriel’s Oboe)


 

Henry Mancini (1924-1994)

To 1963 προβλήθηκε η άκρως πετυχημένη κωμωδία του Blake Edwards The Pink Panther, με πρωταγωνιστές τους David Niven, Peter Sellers, Claudia Cardinale, Capucine και Robert Wagner. Η υποδοχή από το κοινό υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε έκτοτε εγκαινιάστηκε ένας ολόκληρος κύκλος ταινιών με κεντρικό ήρωα τον Peter Sellers στο ρόλο του αδέξιου επιθεωρητή Clouseau. Ωστόσο, το στοιχείο εκείνο που ξεπέρασε το 1963 κάθε προσδοκία των συντελεστών ήταν η πρωτόγνωρη επιτυχία του κινούμενου σχεδίου, το οποίο στελέχωσε τους τίτλους του έργου. Ο πασίγνωστος σήμερα Ρόζ Πάνθηρας, μια επινόηση των David DePatie και Friz Freleng, έχει πλέον καθιερωθεί ως ένα από τα δημοφιλέστερα καρτούν όλων των εποχών. Το ήμισυ της δόξας ανήκει δικαιωματικά στον Henry Mancini, για το εξίσου ευφυές μουσικό θέμα, το οποίο έδωσε κατά κάποιο τρόπο πνοή στον κεντρικό χαρακτήρα και έκτοτε έχει ταυτιστεί μαζί του.

The Pink Panther (1963) – Τίτλοι έργου

The 12 Cellists of the Berlin Philharmonic Orchestra – The Pink Panther Theme

O  Henry Mancini είναι ωστόσο γνωστός και χάρη στην πετυχημένη συνεισφορά του και σε άλλες ταινίες, η μουσική υπόκρουση των οποίων έχει δώσει το δικό της στίγμα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ορισμένες από αυτές: Law and Order (1953), Operation Petticoat (1959), Hatari! (1962) – με το περίφημο “Baby Elephant Walk”, Days of Wine and Roses (1962), Charade (1963), The Great Race (1965), Arabesque (1966), What Did You Do in the War, Daddy?  (1966), The Party (1968), The Prisoner of Zenda (1979), Victor Victoria (1982), Switch (1991). Σε πολλές από αυτές σκηνοθέτης ήταν ο Blake Edwards, στα χνάρια της μεγάλης επιτυχίας του κύκλου The Pink Panther.

Hatari! – “Baby Elephant Walk”

To 1962 οι Edwards και Mancini πρόσθεσαν στο ενεργητικό τους μία ακόμη αδιαμφισβήτητη επιτυχία. Πρόκειται για τη ρομαντική κομεντί Breakfast at Tiffany’s με την Audrey Hepburn και τον George Peppard να συγκροτούν ένα ζευγάρι με ζηλευτή χημεία μεταξύ του. Η γλυκειά, τρυφερή αλλά και γεμάτη μελαγχολία αυτή ταινία οφείλει πολλά και στην υπέροχη μελωδία “Moon River”. Το 2012 χαρακτηρίστηκε εξόχως σημαντική από πολιτισμικής, ιστορικής και αισθητικής απόψεως και επιλέχθηκε για μόνιμη φύλαξη και συντήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου. Το “Moon River” ερμηνεύεται από την  WDR Funkhausorchester υπό τη διεύθυνση του Josep Vicent.

Breakfast at Tiffany’s –«Moon River»  

 

John Barry (1933-2011)

Εάν ο Henry Mancini έχει ταυτιστεί με τις ταινίες του Ροζ Πάνθηρα, ο John Barry είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με εκείνες του James Bond. Έχει επενδύσει μουσικά 11 από αυτές (Dr. No, From Russia with Love, Goldfinger, Thunderball, You Only Live Twice, On Her Majesty’s Secret Service, Diamonds are Forever, The Man with the Golden Gun, Moonraker, Octopussy, A View to a Kill, The Living Daylights). Παράλληλα είναι ο δημιουργός του πασίγνωστου μουσικού θέματος, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στην αρχή της σειράς (Dr. No) και έκτοτε αποτελεί το σήμα κατατεθέν της κάθε ταινίας του κύκλου. Εκτελείται εδώ από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας δίχως αρχιμουσικό εξαιτίας ενός πρακτικού προβλήματος, συνυφασμένου με την εν γένει θεματολογία.

James Bond Theme

Πέραν τούτου, ο John Barry συνέθεσε ποιοτική μουσική για σημαντικές ταινίες όπως: Zulu (1964), The Ipkress File (1965), The Chase (1966), The Quiller Memorandum (1966), The Lion in Winter (1968), Midnight Cowboy (1969), The Last Valley (1971), King Kong (1976), The Cotton Club (1984), καθώς και για την δημοφιλή τηλεοπτική σειρά The Persuaders με πρωταγωνιστές τους Tony Curtis και Roger Moore. Η επάξια αναγνώριση ανέκυψε με δυο βραβεία Όσκαρ καλύτερης μουσικής (Out of Africa το 1985 και Dances with Wolves το 1990). Ακολουθεί το κεντρικό θέμα της ταινίας Out of Africa παιγμένο από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Τσεχίας υπό τον Carl Davis.

Out Of Africa

 

Elmer Bernstein (1922-2004)

Αν και στενοί φίλοι, ο Elmer Bernstein δεν συνδεόταν με δεσμά συγγένειας με τον συνωνόματό του Leonard. Επικέντρωσε το ταλέντο και την έμπνευσή του στους χώρους του κινηματογράφου (άνω των 150 ταινίες) και της τηλεόρασης (περί τις 80 παραγωγές). Το εύκολα αναγνωρίσιμο ύφος του ταιράζει  ιδιαίτερα σε περιπτώσεις περιπετειών με έντονη δράση: The Ten Commandements (1956), To Kill a Mockingbird (1962), Zulu Dawn (1979), Ghostbusters (1984), Cape Fear (1991), Wild Wild West (1999). To 1960 η φήμη του εκτοξεύτηκε χάρη στην μεγάλη επιτυχία της ταινίας The Magnificent Seven, μια παραλλαγή τύπου western της κλασσικής ιαπωνικής ομόλογής της Οι Επτά Σαμουράι (1954) του Akira Kurosawa. Η μουσική του Bernstein είναι κατά γενική ομολογία απολαυστική. Η απήχηση υπήρξε τέτοια ώστε το ίδιο θέμα χρησιμοποιήθηκε εκτενώς αργότερα για την διαφήμιση της γνωστής μάρκας σιγαρέττων Marlboro.

The Magnificent Seven

Τρία χρόνια αργότερα, το 1963, ήρθε η σειρά μιας άλλης μεγάλης επιτυχίας. Η Μεγάλη Απόδραση (The Great Escape) ακόμα και σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των καλύτερων πολεμικών ταινιών όλων των εποχών. Αφηγείται μια δραματική ομαδική απόδραση από ένα στρατόπεδο κρατουμένων της Γερμανίας στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με πρωταγωνιστές τους Steve Mc Queen, James Garner και τον μεγάλο Βρετανό ηθοποιό και σκηνοθέτη Richard  Attenborough. Στην περίπτωση, ο Bernstein μιμήθηκε το προηγούμενο του Malcolm Arnold (The Bridge on the River Kwai), συνθέτοντας μια σουΐτα με τέτοιου είδους προδιαγραφές, ώστε να δύναται να σταθεί με αξιώσεις ως αυτοδύναμο έργο στο πλαίσιο μιας συναυλίας συμφωνικής μουσικής.                                                          

The Great Escape – Soundrack Suite

 

Jerry Goldsmith (1929-2004)

Αν και κατ’ εξοχήν γνωστός στον χώρο της Έβδομης Τέχνης, ο Jerry Goldsmith ανήκει στην κατηγορία των συνθετών που δοκίμασαν τις δυνάμεις τους στο χώρο της λεγόμενης σοβαρής μουσικής. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ως προϊόν της μουσικής του 20ού αιώνα, έχοντας επηρεαστεί από ρεύματα όπως ο μοντερνισμός, ο ιμπρεσιονισμός, η ατονική και η δωδεκαφωνική μουσική και από συνθέτες όπως ο Igor Stravinsky, o Alban Berg, o Aaron Copland, o Béla Bartók, o Bernard Herrmann και ο Miklós Rózsa. Μεγάλες ορχήστρες όπως η Φιλαρμονική του Los Angeles (Fireworks: A Celebration of Los Angeles, 1999) και η Συμφωνική του Saint Louis (Music for Orchestra, 1970) παρήγγειλαν από αυτόν έργα, τα οποία κατόπιν παρουσίασαν σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση. Ωστόσο, ο κόσμος του κινηματογράφου κατέχει περίοπτη θέση στη συνολική του παραγωγή σε πάνω από 200 περιπτώσεις. Ο Goldsmith συνεργάστηκε με σπουδαίους σκηνοθέτες (Robert Wise, Howard Hawks, Otto Preminger, Ridley Scott, Steven Spielberg, Roman Polanski, Paul Verhoeven) και σε ταινίες, οι οποίες άφησαν εποχή:  Von Ryan’s Express (1965), The Agony and the Ecstasy (1965), The Sand Pebbles (1966), Planet of the Apes (1968), Tora! Tora! Tora! (1970), Chinatown (1974), MacArthur (1977),  Alien (1979), Gremlins (1984), Basic Instinct (1992), First Knight (1995) κλπ. Προτάθηκε 18 φορές για βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής, όμως το κέρδισε μόλις μια (The Omen, 1977). Μια από τις παραπάνω φορές ήταν το 1971, με αφορμή την εξαίρετη πολεμική ταινία Patton με τον George C. Scott να δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας υποδυόμενος τον εκκεντρικό Αμερικανό στρατηγό (τιμήθηκε επάξια με βραβείο Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου).  

Patton

Ο Golsmith είναι παράλληλα γνωστός και από τον κύκλο ταινιών διαστημικής φαντασίας Star Trek: The Motion Picture (1979), Star Trek III: The Search for Spock (1984), Star Trek V: The Final Frontier (1989), Star Trek: First Contact (1996), Star Trek: Insurrection (1998). Ο Keith Lockhart διευθύνει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα με την Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Αυστρίας σε συναυλία, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2017 στην αίθουσα Konzerthaus της Βιέννης.

Star Trek    

 

John Williams (1932)

Ο επί χρόνια επικός μουσικοσυνθέτης (και εκ των βασικών συντελεστών) των φαντασμαγορικών επιτυχιών του Holywοod. Η κατάσταση είναι μακροσκελής και άκρως εντυπωσιακή: How to Steal a Million (1966),  The Poseidon Adventure (1972), The Paper Chase (1973), The Sugarland Express  (1974), Earthquake (1974), The Towering Inferno (1974), Jaws (1975), The Missouri Breaks (1976), Star Wars (1977), Close Encounters of the Third Kind (1977), Superman (1978), The Empire Strikes Back (1980), Raiders of the Lost Ark (1981), E.T.: The Extra-Terrestrial (1982), Return of the Jedi (1983), Indiana Jones and the Temple of Doom (1984), Empire of the Sun (1987), Indiana Jones and the Last Crusade (1989),  Born on the Fourth of July (1989), Home Alone (1990), JFK (1991), Jurassic Park (1993), Schindler’s List (1993), Seven Years in Tibet (1997), Saving Private Ryan (1998), The Phantom Menace (1999), The Patriot (2000), Harry Potter and the Sorcerers’s Stone (2001), Attack of the Clones (2002), Harry Potter and the Chamber of Secrets (2002), Catch Me If You Can (2002), Harry Potter and the Prisoner of Azkaban (2004), The Terminal (2004), Revenge of the Sith (2005), Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull (2008), Lincoln (2012), The Force Awakens (2015), The Last Jedi (2017), The Rise of Skywalker (2019). Ο συνθέτης των 5 βραβείων Όσκαρ καλύτερης μουσικής και των 52 προτάσεων για τον ίδιο σκοπό. Το 2005 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου χαρακτήρισε την μουσική του κύκλου Star Wars ως την καλύτερη κινηματογραφική σύνθεση όλων των εποχών. Ο συνθέτης με μια αληθινά γενναιόδωρη προσφορά (ανεξαρτήτως ποιότητας των ταινιών που πλαισίωσε με τη μουσική του), αστείρευτο ταλέντο, ενστικτώδη φαντασία, ακάματη δημιουργικότητα, που κατάφερε να επιστρατεύσει ορχήστρες παγκοσμίου βεληνεκούς (Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Βιέννης και του Los Angeles) και αρχιμουσικούς περιοπής (Sir Simon Rattle, Gustavo Dudamel) στην υπηρεσία των έργων του.

Indiana Jones  – “Raiders March (Berliner Philharmoniker – Sir Simon Rattle)

Star Wars“Throne Room and Finale” (Los Angeles Philharmonic – Gustavo Dudamel)

Star Wars – “Imperial March” (Wiener Philharmoniker – John Williams)

 

Scott Bradley (1891-1977)

Το «encore» της φετινής Πρωτοχρονιάτικης συναυλίας είναι αναπάντεχο, γεμάτο κέφι και πρωτοτυπία. Πρόκειται για την μουσική συνοδεία των κινούμενων σχεδίων Tom and Jerry, γραμμένη από τον Scott Bradley. Απολαύστε την με ταυτόχρονη προβολή της σχετικής ταινίας. Απόλυτος συγχρονισμός ήχου και εικόνας!

Tom and Jerry Symphony with Original Movie        

Το επιτελείο της Clio Turbata σας εύχεται ένα ευτυχισμένο, ειρηνικό και υγιές 2023

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Παρασκευή Ευσταθιάδου

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς: Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή. Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας (Μέρος Β΄)

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς

 

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή.

Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας

(Μέρος Β΄)

 

Παραμονές της ναυμαχίας της Σαλαμίνας

Οι Αθηναίοι, όπως συνηθιζόταν πριν από κάθε κρίσιμη απόφαση, είχαν στείλει πρεσβευτές στους Δελφούς και είχαν ζητήσει χρησμό. Το μαντείο των Δελφών μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ο Ζευς θα δώσει ένα ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο – αυτό το τείχος θα σώσει εσένα και τα παιδιά σου». Ο χρησμός προκάλεσε μεγάλη συζήτηση για το εάν η ερμηνεία θα έπρεπε να είναι κυριολεκτική ή μεταφορική. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, ο Θεμιστοκλής ισχυρίστηκε ότι τα σωτήρια «ξύλινα τείχη» ήταν ο στόλος και ενίσχυσε τα επιχειρήματά του, ερμηνεύοντας με ευβουλία τον χρησμό. Η αρχική αντίδραση του πλήθους ήταν έκφραση αγανάκτησης και εμφανέστατη απροθυμία να εγκαταλείψει τα ιερά, τους προγονικούς τάφους και την πατρίδα του. Ο οξύνους Αθηναίος πολιτικός αντιλαμβανόταν πως, όταν δεν πείθει η λογική τους πολίτες, αναλαμβάνουν δράση η επινοητικότητα και οι προσωπικοί χειρισμοί του ικανού ηγέτη. Ο Θεμιστοκλής, ως πραγματικός ηγέτης των Ελλήνων δεν αποδεχόταν την εγκατάλειψη του αγώνα, ισχυρίζονταν ότι όλοι μαζί ήταν ισόπαλοι με τον εχθρό σε θέση, μάλιστα, να υπερισχύσουν, ενώ εάν διασκορπίζονταν ο όλεθρος ήταν δεδομένος. Στο σκοπό του τον συνέδραμε και ο νεαρός τότε αριστοκρατικός Κίμωνας – ως γιός του ήρωα Μιλτιάδη είχε υπόληψη στην πόλη. Η Σαλαμίνα και η περιοχή της Τροιζήνας στην Πελοπόννησο φιλοξένησαν τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων. Ο ελληνικός στόλος μετά τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, είχε επιστρέψει στη Σαλαμίνα [1] και συνέδραμε στην απομάκρυνση των υπόλοιπων κατοίκων της Αθήνας. Οι μάχιμοι άνδρες επάνδρωσαν τα πολεμικά πλοία. Στην Αθήνα απέμειναν μόνο 500 άτομα, πιστεύοντας ότι ο χρησμός του μαντείου αναφερόταν στα ξύλινα τείχη της Ακρόπολης και όχι στα πλοία. Οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη τοποθετώντας ξύλα και σανίδες στην δυτική είσοδο του ιερού βράχου.

Η περσική στρατιά, μετά την εκπόρθηση των Θερμοπυλών, συνέχισε την κατάκτηση της Κεντρικής Ελλάδος, λεηλατώντας στο διάβα της τα πάντα. Το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ξέρξη, κινήθηκε προς την Βοιωτία, ενώ ένα άλλο τμήμα κινήθηκε προς τους Δελφούς, για να συλήσει και να πυρπολήσει το ιερό του Απόλλωνα. Ο Ξέρξης εισέβαλε στην Αττική στα μέσα ή τέλη Σεπτεμβρίου 480 π.Χ., έχοντας πυρπολήσει την χώρα των Θεσπιέων και τις Πλαταιές.

Georges-Antoine Rochegrosse, Incendie de Persepolis, 1890. Το έτος 330 π.Χ., η Περσέπολις πυρπολήθηκε από τον Αλέξανδρο. Σύμφωνα με τον Αρριανό, η ενέργεια αυτή αποτέλεσε αντίποινα για την καταστροφή της Ακρόπολης από τους Πέρσες ενάμισι αιώνα νωρίτερα.

Οι Πέρσες βρήκαν την Αθήνα, μία έρημη πόλη, και επιδόθηκαν σε λεηλασίες, καταστροφές και εμπρησμούς. Ανέβηκαν στον βράχο της Ακρόπολης, άνοιξαν τις πύλες διάπλατα, κατέσφαξαν τους ικέτες, εκδικήθηκαν την πυρπόληση των Σάρδεων, παραδίδοντας στην φωτιά τα ιερά της Ακρόπολης και καταστρέφοντας την «αυθάδη πόλη».

Οι ναύαρχοι των ελληνικών πόλεων βλέποντας τις φλόγες από την Ακρόπολη των Αθηνών δεν τολμούσαν να παραμείνουν στο Σαρωνικό και πολλοί προέτρεπαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και από τα τείχη τους να υπερασπιστούν την ελευθερία τους. Στη συνέχεια αποσύρθηκαν στα πλοία για να περάσουν τη νύχτα με πρόθεση να αποπλεύσουν την επομένη. Ο Θεμιστοκλής επιβιβάστηκε στο πλοίο του διοικητή του ελληνικού στόλου Ευρυβιάδη, τον έπεισε και ο ναύαρχος συγκάλεσε ξανά συμβούλιο των διοικητών των ναυτικών μοιρών.

Μπορούμε να φανταστούμε την κρισιμότητα των περιστάσεων, τις ανησυχίες και τους δισταγμούς των στρατηγών, τις αβεβαιότητες και τους κινδύνους των επιλογών, τις διαφοροποιήσεις των συμφερόντων. Στην διάρκεια του δεύτερου αυτού πολεμικού συμβουλίου τη νύχτα πριν τη ναυμαχία, ο Ευρυβιάδης και οι Πελοποννήσιοι είχαν αντίθετη γνώμη για τον χώρο διεξαγωγής. Ο Θεμιστοκλής άρχισε αμέσως και με πάθος να παρουσιάζει τα επιχειρήματά του. Κατά την ένταση των διαφωνιών και επιχειρημάτων, επειδή ο Θεμιστοκλής ανέπτυσσε το επιχειρησιακό του σχέδιο χωρίς να του έχει δοθεί ο λόγος, επιπλήχθηκε από τον Κορίνθιο ναύαρχο Αδείμαντο, που του τόνισε: «Στους δημόσιους αγώνες, εκείνοι που ξεκινούν δίχως να τους δοθεί το σύνθημα, ραπίζονται», για να λάβει όμως την εύστοχη απάντηση του Θεμιστοκλή: «αλλά και οι καθυστερούντες, δεν στεφανώνονται». Ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε την ράβδο του να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή. Ο Θεμιστοκλής ψύχραιμα, είπε τότε την περιώνυμη φράση: «Πάταξον μεν, Άκουσον δε». Ο θυμός του Ευρυβιάδη υποχώρησε και συνεχίστηκε το συμβούλιο. Ο λόγος παραχωρήθηκε τελικά στον Θεμιστοκλή, ο οποίος εστίασε στα πλεονεκτήματα σε περίπτωση καταναυμάχησης του εχθρού στη Σαλαμίνα. Τελικά, στρεφόμενος στον Ευρυβιάδη, δεν ανέφερε κανένα από τα προηγούμενα επιχειρήματά του όσον αφορά στον κίνδυνο διάσπασης του στόλου αν αποχωρούσε από τη Σαλαμίνα, επειδή θεώρησε ανάρμοστο να κατηγορήσει κατά πρόσωπο τους συμμάχους. Ακολούθησε εντελώς διαφορετικό δρόμο και του τόνισε τα εξής: «Η σωτηρία της Ελλάδας εξαρτάται τώρα αποκλειστικά από σένα,[2] εάν ακολουθήσεις τη συμβουλή μου και αντιμετωπίσεις τον εχθρό εδώ, στη Σαλαμίνα, αντί να αποσυρθείς στον Ισθμό, όπως σου προτείνουν οι άλλοι. Επίτρεψέ μου να σου εκθέσω τα δύο επιχειρησιακά σχέδια και μπορείς να τα συγκρίνεις και να διαλέξεις το βέλτιστο. Ας μιλήσουμε πρώτα για τον Ισθμό. Αν πολεμήσεις εκεί, θα πρέπει να γίνει στην ανοιχτή θάλασσα, γεγονός που είναι εναντίον μας αφού έχουμε λιγότερα και πιο αργά πλοία. Επιπλέον, ακόμη κι αν όλα πάνε ευνοϊκά, θα χάσεις Σαλαμίνα, Μέγαρα και Αίγινα. Εάν, πάλι ο εχθρικός στόλος πλεύσει στην Πελοπόννησο, ο στρατός θα τον ακολουθήσει, οπότε εσύ ο ίδιος θα έχεις οδηγήσει τον εχθρό εκεί, θέτοντας έτσι ολόκληρη την Ελλάδα σε κίνδυνο, (παράγοντες αποτροπής). Με το δικό μου επιχειρησιακό σχέδιο, εάν το υιοθετήσεις, θα έχεις τα εξής ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: πρώτον, η ναυμαχία θα πραγματοποιηθεί σε στενό θαλάσσιο πέρασμα – εκεί, αν τα πράγματα έρθουν όπως είναι λογικό να ελπίζουμε, πολεμώντας με λιγότερα πλοία εναντίον πολλών, θα νικήσουμε. Πράγματι η σύγκρουση σε περιορισμένο χώρο ευνοεί εμάς, ενώ το ανοιχτό πέλαγος δίνει στους Πέρσες το πλεονέκτημα. Δεύτερον, θα διασωθεί η Σαλαμίνα, όπου έχουμε μεταφέρει τα γυναικόπαιδά μας. Και, τρίτον και σημαντικότερο, υπερασπίζεστε την Πελοπόννησο μένοντας εδώ και ναυμαχώντας για την Πελοπόννησο, όπως και στον Ισθμό. Με αυτόν τον τρόπο, εάν στοχάζεσαι ορθά, δεν θα προσελκύσεις τους εχθρούς στην Πελοπόννησο. Αν τους νικήσουμε στη θάλασσα, όπως πιστεύω ακράδαντα ότι θα συμβεί, δεν θα τολμήσουν να σας επιτεθούν στον Ισθμό, ούτε θα προελάσουν νότια από την Αττική. Θα τραπούν σε άτακτη φυγή κι εμείς θα διατηρήσουμε την κυριαρχία μας στα Μέγαρα, στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα, όπου ο χρησμός πρόβλεψε τη σίγουρη νίκη μας, (παράγοντες προτροπής)».

Αεροφωτογραφία του ακριβούς σημείου της ναυμαχίας.

Στην αγόρευσή του ο Θεμιστοκλής δέχθηκε πολλές λεκτικές επιθέσεις από τον Κορίνθιο Αδείμαντο, ο οποίος του δήλωσε ότι δεν είχε δικαίωμα να μιλά, επειδή η πόλη του δεν ήταν πια ελεύθερη και προσπάθησε να εμποδίσει τον Ευρυβιάδη να θέσει σε ψηφοφορία την πρόταση ενός αρχηγού δίχως πατρίδα: «Ας αποκτήσει πρώτα πατρίδα ο Θεμιστοκλής», φώναξε, «κι έπειτα ας δίνει τις συμβουλές του». Ο οξύνους Θεμιστοκλής απάντησε ότι οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν τα σπίτια και όλα τα αγαθά τους, γιατί πίστευαν πως δεν άξιζε να υποδουλωθούν γι’ άψυχα πράγματα. Πατρίδα διέθεταν ακόμη και μάλιστα ισχυρή, τις 200 τριήρεις τους. Συνεπώς το όλο βάρος του πολέμου αναλογούσε πλέον στο ναυτικό και εάν ο Ευρυβιάδης δεν επείθετο να ναυμαχήσει στη Σαλαμίνα, σκέπτονταν να μεταναστεύσουν με τις οικογένειές τους στη Σίρι (ανάμεσα στη Σύβαρη και στον Τάραντα) της Κάτω Ιταλίας, όπου θα ίδρυαν νέα πόλη, καθώς χρησμοί είχαν προβλέψει ότι οι Αθηναίοι επρόκειτο να ζήσουν κάποτε εκεί. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η αξία που απέδιδαν οι Αθηναίοι στην ελευθερία τους, θυσιάζοντας τα ιερά, την πόλη, την γη τους, τα υπάρχοντα, την ασφάλειά τους (δίλημμα ελευθερίας με θυσίες ή ειρήνης-ασφάλειας με σκλαβιά).

Στη σκέψη και μόνο ότι οι Αθηναίοι θα αποχωρούσαν με το στόλο τους,[3] οι σύμμαχοι υποχώρησαν και αποδέχθηκαν να ναυμαχήσουν στη Σαλαμίνα. Η εικόνα όμως που μας παραδίδεται εμφανίζει τους Πελοποννήσιους να κατακρίνουν την απόφαση του Ευρυβιάδη περί διενέργειας της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κατηγορώντας τον για απερισκεψία, καθώς τυχόν ήττα του στόλου θα τον απομόνωνε μακριά από τον Ισθμό. Οι διαμαρτυρίες των Πελοποννησίων ήταν πολλές και έντονες. Η κατάσταση ήταν πολύ έκρυθμη και ο Ευρυβιάδης, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα των στιγμών και επιθυμώντας να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση των άλλων Ελλήνων, συνεκάλεσε νέο πολεμικό συμβούλιο, όπου επικράτησε διχογνωμία (Πελοποννήσιοι έναντι Αθηναίων, Μεγαρέων και Αιγινητών).

Ο Θεμιστοκλής αντιλαμβανόμενος την αμφίθυμη στάση των Πελοποννησίων, ανησυχώντας για την τελική τους απόφαση και ικανός να αντιμετωπίζει ταχύτατα δυσχερείς καταστάσεις, επινόησε ένα σχέδιο, ώστε να τους αναγκάσει ακούσια να πολεμήσουν. Έστειλε μυστικά στο περσικό στρατόπεδο τον δούλο και παιδαγωγό των παιδιών του, Σίκιννο, ο οποίος γνώριζε την περσική γλώσσα (κατάγονταν από την Ασία), για να αναγγείλει στον Ξέρξη ότι οι Έλληνες σκόπευαν να αναχωρήσουν τη νύχτα από τη Σαλαμίνα και το καλύτερο γι’ αυτούς ήταν τα πλοία τους να προλάβουν τον ελλιμενιζόμενο ελληνικό στόλο στη νήσο, να τον περικυκλώσουν, να του επιτεθούν και να τον καταστρέψουν – (εφαρμογή της ρήσης «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»).[4]

Μαρμάρινο ανάγλυφο από την Ακρόπολη Αθηνών, που βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Χρονολογείται γύρω στα 400 π.Χ. Αναπαριστά τμήμα Αθηναϊκής τριήρους. Γνωστό και ως Ανάγλυφο Λένορμαν (Lenormant Relief).

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο περσικός στόλος στο Φάληρο λίγο πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ανερχόταν σε 1.207 πολεμικά πλοία. Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη (1816), παραπέμποντας στον Αισχύλο ως αξιόπιστο, καθώς πιθανότατα έλαβε μέρος στη ναυμαχία, τα βαρβαρικά πλοία ήταν χίλια και τα ελληνικά τριακόσια, εκ των οποίων τα 180 αθηναϊκά. Στα περσικά πλοία επέβαιναν 135.000-150.000 περίπου άνδρες. Ο αυξημένος αριθμός οφείλεται σε διαταγή της περσικής διοίκησης να επιβιβασθούν στα πολεμικά τους πλοία περισσότεροι οπλίτες, περίπου 30-40. Η τακτική αυτή υιοθετήθηκε για ν’ αντιμετωπισθούν καλύτερα οι Έλληνες οπλίτες, ή, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ήταν μέτρο πρόνοιας απέναντι στα ετερόκλητα πληρώματα του περσικού στόλου, που δεν ενέπνεαν πλήρη εμπιστοσύνη. Οι δύο στόλοι επιθυμούσαν να ναυμαχήσουν σε ύδατα της επιλογής τους. Οι Πέρσες θεωρούσαν πολύ πιθανή την αποχώρηση των Πελοποννησίων από τη Σαλαμίνα και συνεπώς την διάσπαση του ελληνικού στόλου.

Ο Ξέρξης συγκάλεσε στο στρατηγείο του, στο Φάληρο, πολεμικό συμβούλιο. Οι γνώμες διίσταντο: οι Φοίνικες και οι περισσότεροι Πέρσες ναύαρχοι υποστήριζαν την άμεση προσβολή του ελληνικού στόλου. Η Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, επέμεινε για την αποφυγή της ναυμαχίας και κίνηση του στόλου στην Πελοπόννησο, σύμφωνα και με την πρόταση του Δημάρατου.[5]  Ο Ξέρξης προτίμησε να υιοθετήσει τις εισηγήσεις της πλειοψηφίας των διοικητών του, πιστεύοντας ότι η παρουσία του ιδίου θα εκφοβίσει το προσωπικό του, έτσι ώστε να ναυμαχήσει αποτελεσματικά. Η τελική απόφαση του Ξέρξη ήταν η διεξαγωγή της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα, καθώς εκτιμούσε ότι θα απέκλειε εκεί τα ελληνικά πλοία και θα τα κατάστρεφε. Σκόπιμο είναι να εξεταστούν οι εναλλακτικές λύσεις που είχε ο Ξέρξης. Η πρώτη επιλογή του ήταν να κατανείμει τον στόλο του σε δύο μεγάλες μοίρες: η πρώτη να επιτηρεί τον ελληνικό στόλο στη Σαλαμίνα και η δεύτερη να πλέει παράλληλα με τον στρατό ξηράς που θα προέλαυνε εναντίον των Ελλήνων που ανέμεναν ενωμένοι, τις περσικές δυνάμεις στον Ισθμό. Στο σχέδιο αυτό αντιτάχθηκε ο ναύαρχος των Περσών Αχαιμένης, με το εύλογο επιχείρημα ότι εάν η κατανομή των δύο μοιρών ήταν ισοδύναμη θα έχαναν στη Σαλαμίνα την αριθμητική τους υπεροχή. Εάν διαιρούσαν τον στόλο τους σε επιμέρους τμήματα, κινδύνευαν από τυχόν απρόβλεπτη και αθέατη εκ μέρους τους, λόγω των βουνών της Σαλαμίνας, ελληνική τακτική κίνηση, που θα επέτρεπε στους Έλληνες να καταναυμαχήσουν αρχικά την μικρότερη μοίρα και κατόπιν να επέλθουν στις προφυλαγμένες θέσεις τους, αποσκοπώντας στη συνεχή μείωση της περσικής δύναμης. Σε περίπτωση δε που έστελναν τον στόλο τους στην Πελοπόννησο, υπήρχε φόβος να αποκοπούν από τον ομώνυμο ελληνικό οι οδοί ανεφοδιασμού τους. Αναφορικά με την επιχείρηση προέλασης του περσικού στρατού στην Πελοπόννησο μέσω του Ισθμού, δίχως την υποστήριξη του στόλου, αυτή θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Εμπόδια θα αποτελούσαν τα οχυρά Μέγαρα, ο κατεστραμμένος από τον Κλεόμβροτο δρόμος προς τον Ισθμό της Κορίνθου και το υπερασπιζόμενο από περίπου 60.000 πολεμιστές τείχος του Ισθμού. Επιπρόσθετα, μία επίθεση κατά μέτωπο στο τείχος του Ισθμού είναι σχεδόν βέβαιο πως θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τις περσικές δυνάμεις.

J. D. Barbié du Bocage, Plan du combat de Salamine, 1785.

Αναλογιζόμενος ο Πέρσης βασιλιάς τις Θερμοπύλες, μάλλον θα απέρριπτε αυτό το σχέδιο. Προκειμένου να προελάσει προς την Πελοπόννησο ήταν απαραίτητο να συμμετέχει ολοκληρωτικά και ο στόλος. Είχε αντιληφθεί ότι έπρεπε, είτε να καταστρέψει τον ελληνικό στόλο που ναυλοχούσε στη Σαλαμίνα, είτε να αφήσει στον Σαρωνικό μία ισχυρή δύναμη για να ακυρώσει/αντιμετωπίσει οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια και να διασφαλίσει τον συνεχή ανεφοδιασμό των δυνάμεών του. Ωστόσο, στην περίπτωση διαχωρισμού του περσικού στόλου, θα έχανε το ιδιαίτερα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της υπεροπλίας του. Ο Ξέρξης γνώριζε ότι, μόνο εφόσον ο στόλος του εξουδετέρωνε τον ελληνικό, θα ήταν σε θέση να εκπορθήσει τον Ισθμό με αποβατικές επιχειρήσεις στα νώτα των Ελλήνων, ή απειλώντας χωριστά τις κυριότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Ωστόσο, το πρόβλημα ανεφοδιασμού της στρατιάς του θα ήταν ανυπέρβλητο για την επιμελητεία του. Βρισκόταν στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο χειμώνας πλησίαζε και η επικοινωνία με την Ασία θα ήταν δυσχερής. Τέλος, αντιλαμβάνονταν ότι η κατάληψη της Αθήνας δεν σήμαινε σε στρατηγικό επίπεδο κάτι καθοριστικό, καθόσον η πόλη διατηρούσε ακέραιες και αξιόμαχες τις δυνάμεις της με τον πανίσχυρο στόλο των 200 τριηρών.

Συμπερασματικά από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι ο Ξέρξης και οι ναύαρχοί του γνώριζαν καλά ότι για να είναι νικητές του πολέμου, έπρεπε να κατανικήσουν τον ισχυρό αντίπαλο στόλο. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, ο Ξέρξης που βιαζόταν να αποσπάσει μία θριαμβευτική νίκη, αποφάσισε τελικά να προσβάλει τους Έλληνες στο στενό της Σαλαμίνας, πεπεισμένος ότι με την παρουσία του, τα πληρώματα του στόλου του θα πολεμούσαν με γενναιότητα. Αντικειμενικός σκοπός των Περσών ήταν η καταστροφή του ελληνικού στόλου, μετά την οποία ο στρατός των Πελοποννησίων στον Ισθμό θα ήταν καταδικασμένος. Και ο Θεμιστοκλής είχε επιλέξει την ίδια τοποθεσία, με διαφορετικό όμως σκεπτικό: στο Αρτεμίσιο ο καιρός ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο, καταστρέφοντας πολλά εχθρικά πλοία. Μέσα όμως στο κλειστό Σαρωνικό κόλπο, αυτό ήταν αδύνατο. Επιπρόσθετα οι Έλληνες προτιμούσαν να ναυμαχούν, έχοντας δίπλα τους, στη στεριά, πανέτοιμες τις χερσαίες τους δυνάμεις για αλληλοϋποστήριξη. Στη Σαλαμίνα όμως ο ελληνικός στόλος ήταν αποκομμένος από το μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού, που ήταν στρατοπεδευμένος και ετοιμοπόλεμος στον Ισθμό. Ωστόσο τα περσικά πλοία, λόγω του μεγάλου όγκου τους, δεν θα μπορούσαν να κινηθούν εύκολα (αναπτυχθούν) στο στενό αυτό χώρο. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, στη Σαλαμίνα υπήρχαν ελάχιστες στρατιωτικές δυνάμεις Αθηναίων συνολικής δυνάμεως 6.000-7.000 οπλιτών και περίπου 800 τοξοτών που μετέφεραν έγκαιρα οι Αθηναίοι από την Κρήτη, με τους οποίους σκόπευαν να ενισχύσουν τα πολεμικά τους πλοία. Σε αρχαίες πηγές (Ηρόδοτος, Πλούταρχος, Στράβωνας, Κτησίας), γίνεται επίσης μνεία σε απόφαση του Ξέρξη να γεφυρωθεί η θάλασσα από Πέραμα ως Σαλαμίνα, στο στενότερο σημείο. Η απόπειρα αυτή, αν και τεχνικά εφικτή, αποσοβήθηκε, καθώς οι Έλληνες τοποθέτησαν στη νησίδα Άγιος Γεώργιος τους Κρήτες τοξότες και περιπολούσαν με έμπειρους τοξότες, ακυρώνοντας τη συνέχιση των εργασιών των μηχανικών και των εργατών.

 

Η διεξαγωγή της ναυμαχίας

Ήταν η νύχτα της 28ης προς την 29η Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. Ο Ξέρξης παρασύρθηκε στην παγίδα του Θεμιστοκλή και απέστειλε μέσα στην νύχτα 200 αιγυπτιακά πλοία να περιπλεύσουν τη Σαλαμίνα και να φράξουν το στενό μεταξύ Σαλαμίνας και Μεγάρων, ώστε να εμποδίσουν πιθανή φυγή των ελληνικών πλοίων. Επίσης, έδωσε διαταγή να αποβιβαστούν στο νησάκι της Ψυττάλειας 4.000 Πέρσες πεζοί με αποστολή να διασώζουν τους δικούς τους ναυαγούς και να φονεύουν τους εχθρούς. Η περσική αρμάδα εισήλθε στο στενό μεταξύ Αττικής ακτής και Σαλαμίνας. Κάνοντας ελιγμούς, στόχευε να αποπροσανατολίσει τους Έλληνες σχετικά με τις πραγματικές της προθέσεις . Η εντολή του Ξέρξη ήταν σαφής: να μην διαφύγει κανένα ελληνικό πλοίο. Η ολονύκτια κόπωση των πληρωμάτων του εχθρικού στόλου, ήταν βέβαιο πως θα είχε αρνητική επίπτωση στην ετοιμότητά τους την επομένη. Αντίθετα, οι Έλληνες πέρασαν ήσυχα τη νύχτα στη στεριά με χρόνο ανάπαυσης και ξεκούρασης, και όταν άρχισε να χαράζει διέθεταν ένα τεράστιο ψυχολογικό και σωματικό πλεονέκτημα. Όλες αυτές οι κινήσεις των Περσών πραγματοποιήθηκαν αθόρυβα μέσα στο πυκνό σκοτάδι λόγω της ασέληνης νύχτας, χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τους Έλληνες στρατηγούς, που λογομαχούσαν. Ταυτόχρονα ο εχθρικός στρατός άρχισε την προέλασή του για την Πελοπόννησο την ίδια νύχτα, χωρίς όμως να προλάβει να φθάσει ούτε καν στα Μέγαρα.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή αναδεικνύεται η μεγαλοφυΐα, η τολμηρή ιδιοσυγκρασία αλλά και ο αδίστακτος χαρακτήρας του μεγάλου Αθηναίου ηγέτη. Ο Θεμιστοκλής με την άφθαστη στρατηγική του διορατικότητα, δεν αμφιταλαντεύτηκε να αξιοποιήσει κάθε πρόσφορο μέσο. Το ηθικά σωστό για τον Θεμιστοκλή ήταν το εθνικό συμφέρον και ωφέλιμο, (υψηλό πράγματι δίδαγμα στρατηγικής και διπλωματίας). Με διορατικές στρατηγικές κινήσεις οδήγησε τελικά τον αντίπαλο του, Πέρση βασιλιά στον όλεθρο. Οι συμμαχικές τριήρεις ήταν απλά το μέσο, η κινητήρια δύναμη, ήταν ο γιγαντιαίος νους του Αθηναίου στρατηγού.

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Ναυμαχία της Σαλαμίνος, 1882, Μέγαρο Μαξίμου, Αθήνα.

Στο πλευρό του Θεμιστοκλή στάθηκε πολύτιμος και ανέλπιστος σύμμαχος, ο πρώην πολιτικός του αντίπαλος, Αριστείδης, ο οποίος είχε ανακληθεί από την εξορία του στην Αίγινα. Την ώρα που λογόφερναν οι στρατηγοί, πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Σεπτεμβρίου, ο Αριστείδης, κατέφθασε στη Σαλαμίνα διασπώντας τον περσικό κλοιό και ενημέρωσε τον Θεμιστοκλή ότι ο περσικός στόλος είχε περικυκλώσει τον ελληνικό και τέθηκε υπό τις διαταγές του. Ο Θεμιστοκλής του ζήτησε να επαναλάβει στο πολεμικό συμβούλιο όσα του ανέφερε, γιατί αυτόν δεν θα τον πίστευαν. Ο Αριστείδης δέχθηκε, αλλά ούτε αυτόν πίστεψαν οι ναύαρχοι. Ωστόσο μετά από λίγο κατέφθασε μία Τηνιακή τριήρης που αυτομόλησε από τους εχθρούς και επιβεβαίωσε τις πληροφορίες του Αριστείδη. Για την υπηρεσία τους αυτή το όνομα των Τηνίων χαράχτηκε στον τρίποδα που αφιέρωσαν οι Έλληνες στους Δελφούς.

Το συμβούλιο των στρατηγών – ναυάρχων συνεχίστηκε με διαξιφισμούς, ωστόσο ο Αριστείδης παρακίνησε τον Ευρυβιάδη να συνταχθεί με την άποψη του Θεμιστοκλή και να ναυμαχήσουν στα στενά της Σαλαμίνας. Η ομοφωνία Θεμιστοκλή και Αριστείδη έπεισε τελικά τον Σπαρτιάτη ναύαρχο και έσωσε την Ελλάδα. Οι ίδιοι οι άνθρωποι που λίγο πριν φιλονικούσαν και ήθελαν να αποφύγουν τη ναυμαχία, όταν διαπίστωσαν ότι ήταν υποχρεωμένοι να πολεμήσουν, αποφάσισαν ότι έπρεπε να νικήσουν (χαρακτηριστικό της ελληνικής κυκλοθυμικής ιδιοσυγκρασίας). Σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού άρχισαν να ετοιμάζονται πυρετωδώς για την ιστορική ναυμαχία. Ο περσικός στόλος είχε ανάπτυξη μετώπου 300 πλοίων και με βάθος τριών ή/και τεσσάρων. Το μήκους περίπου 4 χιλιομέτρων στενό μεταξύ της νησίδας Άγιος Γεώργιος και του ακρωτηρίου Κυνόσουρας είχε γεμίσει από πλοία. Ο εχθρός είχε διάταξη επίθεσης με τοποθετημένα στο κέντρο τα περσικά πλοία μαζί με αυτά της Κύπρου, Κιλικίας, Λυκίας και Παμφυλίας. Δεξιά ήταν τοποθετημένες φοινικικές τριήρεις. Αριστερά ευρίσκονταν οι τριήρεις της Ιωνίας και της Καρίας.

Με την ανατολή του ηλίου, ισχυρός σεισμός συγκλόνισε ξηρά και θάλασσα και οι ευσεβείς Έλληνες, θεωρώντας το θεϊκό σημάδι, έκαναν έκκληση στους γιούς του Αιακού. Προσευχήθηκαν στους θεούς κι έστειλαν ένα ταχύπλοο πλοίο στην Αίγινα, για να φέρει τα αγάλματα του Αιακού και των Αιακιδών, και το οποίο κατόρθωσε να επιστρέψει, λίγο προτού δοθεί το σύνθημα για τη μάχη. Ο ελληνικός στόλος υποχρεώθηκε να παραταχθεί απέναντι του περσικού με 380 πλοία. Οι Έλληνες πληροφορημένοι για την διάταξη των εχθρικών πλοίων παρατάχθηκαν με τις Αθηναϊκές τριήρεις, κυρίως στην αριστερή πτέρυγα και τμήμα τους στο κέντρο, απέναντι από τους ικανότατους Φοίνικες, τα Πελοποννησιακά πλοία και αυτά της Αίγινας, απέναντι των Ιώνων, (για να μην συγκρουστούν οι Αθηναίοι με τους Ίωνες) και τα υπόλοιπα στο κέντρο της παράταξης. Σε μία καθοριστικής σημασίας ναυμαχία, ήταν έτοιμοι να εμπλακούν 80.000 Έλληνες και 160.000 Πέρσες, που επέβαιναν σε πάνω από 1.100 πλοία.[6] Οι πρόσφυγες στη Σαλαμίνα θα ήταν οι θεατές του αγώνα και η μοίρα τους θα εξαρτιόταν από το αποτέλεσμά του.

Η διάταξη των αντιπάλων στόλων.

Ο Θεμιστοκλής, εξασφάλισε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: πρώτον, ανάγκασε τον αντίπαλο να ναυμαχήσει στην περιοχή που ο ίδιος είχε επιλέξει και δεύτερον, με την «πληροφορία» για την φυγή του ελληνικού στόλου, έκανε τον Ξέρξη να θέσει σημαντικό μέρος του στόλου του (200 τριήρεις) εκτός μάχης, για την φύλαξη του στενού Σαλαμίνας – Μεγάρων. Ο δαιμόνιος ηγέτης και πολιτικός, παρέσυρε τον Πέρση βασιλιά στην ολοκληρωτική καταστροφή του στόλου του (Αισχύλος, Πέρσαι, μετ. Ρούσσος, σελ. 61). Φαίνεται ότι είχε υπολογίσει τα πάντα ακόμα και τον άνεμο (μπάτης) που άρχισε να φυσά εκείνη την ώρα: « …τα κύματα ήρχοντο ορμητικά εις το στενόν, και ετάραττον τα βαρβαρικά πλοία προς τα έξωθεν όντα, και ως προς τα Ελληνικά, εκόπτετο η ορμή αυτών· έτι δε τα Ελληνικά ταπεινότερα όντα, δεν ηνοχλούντο τόσον· εκείνα όμως υψηλότερα και βαρύτερα όντα, ήσαν δυσκυβέρνητα, και δυσκράτητα …» (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 42). Αυτό φυσικά μεταξύ άλλων θα δυσκόλευε, τις κινήσεις κυρίως των εχθρικών πλοίων, καθώς και τους βάρβαρους τοξότες και οπλίτες τους να σκοπεύουν με ακρίβεια τους Έλληνες. Την κορυφαία ώρα της αναμετρήσεως με τους Πέρσες έκανε, μόνο αυτός, «ορθή εκτίμηση καταστάσεως», και ενήργησε γρήγορα, δραστικά και με (επι)δεξιότητα. Χωρίς τον Θεμιστοκλή δεν θ’ άρχιζε από τη Σαλαμίνα η παγκόσμια ναυτική ιστορία.

Ο αρχηγός του ελληνικού στόλου, Ευρυβιάδης, έδωσε με τη σάλπιγγα το σήμα για την επίθεση. Στα ελληνικά πλοία αντήχησε ο περίφημος παιάνας: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων• νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών» (Αισχύλος, Πέρσαι, μετ. Ρούσσος, σελ. 63-65), προκαλώντας έκπληξη στους Πέρσες, οι οποίοι ανέμεναν ότι οι Έλληνες θα εγκατέλειπαν τον αγώνα, θα φυγομαχούσαν, θα ήταν σε κατάσταση πανικού. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα άρχισαν να κραυγάζουν τις δικές τους πολεμικές ιαχές και να χτυπάνε με τα ξίφη και τις ασπίδες τους τις κουπαστές των πλοίων. Ξαφνικά, τα ελληνικά πλοία «πρύμνην ανεκρούοντο», φάνηκαν να υποχωρούν προκαλώντας αμηχανία στους εχθρούς, καθώς έβλεπαν ότι οι Έλληνες άρχισαν να συμπτύσσονται προς την ακτή της Σαλαμίνας. Οι επικεφαλής των Ελλήνων, γνώριζαν πως εάν συνέχιζαν, θα συναντούσαν τους εχθρούς στο μέσο του στενού, όπου αυτό είχε το μεγαλύτερο πλάτος. Εκεί οι Πέρσες, θα είχαν το πλεονέκτημα να αναπτυχθούν με άνεση και να επιχειρήσουν κυκλωτική κίνηση, κατά πάσα πιθανότητα. Γι’ αυτόν το λόγο, κωπηλάτησαν προς τα πίσω, διατηρώντας τις πλώρες των πλοίων στραμμένες προς τον εχθρό. Στην κατάλληλη στιγμή δόθηκε νέο σύνθημα γενικής αντεπίθεσης.

Πλοίο σχεδιασμένο για πολεμική δράση με ένα ιδιαίτερο όπλο, το έμβολο.

Οι ελληνικές τριήρεις ανέπτυξαν τη μέγιστη ταχύτητα εμβολισμού. Προεξάρχοντες της ελληνικής επίθεσης ήταν ο Αμεινίας από την Παλλήνη, αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου, ο Δημόκριτος ο Νάξιος και ο Αιγινήτης Πολύκριτος. Οι Έλληνες ναυμαχούσαν συντεταγμένα διατηρώντας τη συνοχή τους. Οι αντίπαλοί τους αντίθετα είτε λόγω του ανέμου, είτε λόγω έλλειψης χώρου, έχαναν τη συνοχή τους και περιπλέκονταν σε μία μάζα ανίκανη να ελεγχθεί. Το επιχειρησιακό σχέδιο του Θεμιστοκλή είχε πετύχει. Η σύγκρουση γενικεύτηκε σε ολόκληρη την γραμμή του μετώπου. Οι βάρβαροι υπήρξαν πολύ γενναίοι την ημέρα εκείνη, καθώς όλοι τους έδειχναν ζήλο κι έτρεμαν τον Ξέρξη, κι ο καθένας τους φανταζόταν πως δεν θα τον χάσει απ’ τα μάτια του ο βασιλιάς. Τριήρης με τριήρη «καρφώνονταν» με τα έμβολα. Πολεμιστές του ενός πλοίου προσπαθούσαν να ανέβουν στο αντίπαλο. Πλοία συντρίβονταν, άνδρες έπεφταν στην θάλασσα. Πολλοί Πέρσες πολεμιστές δεν γνώριζαν να κολυμπούν. Έτσι μόλις έπεφταν στην θάλασσα αγωνίζονταν να κρατηθούν από κάποιο ξύλο-συντρίμμι πλοίου. Στην διάρκεια της ναυμαχίας πράγματι τα πολυάριθμα ασιατικά πολεμικά πλοία δεν μπορούσαν να κινηθούν ευχερώς στα στενά. Είχαν παραταχθεί σε σειρές των τριών, με μικρή δυνατότητα ελιγμών και ουδεμία υποχώρησης.

Ο Κυβέρνης (520-480 π.Χ.), δυνάστης της Λυκίας, τέθηκε επικεφαλής 50 πλοίων του περσικού στόλου προτού απολέσει τη ζωή του στη ναυμαχία (Ηρόδοτος), Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

Η ναυμαχία, μετά από εναλλασσόμενες φάσεις, κατέληξε σε πλήρη θρίαμβο των Ελλήνων. Κατά την πρώτη φάση της ήταν αμφίρροπη. Αποτελεί ιστορικό μυστήριο η δράση της κορινθιακής μοίρας του ναυάρχου Αδείμαντου. Οι Αθηναίοι, μάλλον μεροληπτικά, αναφέρουν ότι στην αρχή της ναυμαχίας οι Κορίνθιοι τράπηκαν σε φυγή, δημιουργώντας πρόβλημα στην παράταξη του ελληνικού στόλου. Κάτι όμως που δεν ισχύει, καθώς υπάρχουν γεγονότα που το αντικρούουν. Κατ’ αρχήν οι πεσόντες Κορίνθιοι θάφτηκαν με την έγκριση των Αθηναίων στη Σαλαμίνα. Στον τάφο δε του Αδείμαντου χαράχτηκε το επίγραμμα: «Ούτος Αδειμάντου κείνου τάφος, ου δια βουλάς Ελλάς ελευθερίης αμφέτο στέφανον». Το επίγραμμα αυτό σημαίνει πόσο υπερήφανη ήταν η πόλη του γι’ αυτόν. Άλλοι δε αναφέρουν ότι η κορινθιακή μοίρα στάλθηκε δυτικά για να επιτηρεί την αιγυπτιακή μοίρα του περσικού στόλου. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι οι Έλληνες είχαν προσυμφωνήσει να ναυμαχήσουν στη Σαλαμίνα, σύμφωνα με το σχέδιο του Θεμιστοκλή. Για τον λόγο αυτό και ο στόλος συγκεντρώθηκε στη Σαλαμίνα. Όσο για τις διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων ναυάρχων που αναφέρουν οι ιστορικοί Ηρόδοτος – Πλούταρχος, πιστεύεται ότι ήταν φήμες που επίτηδες διαδόθηκαν, διότι στο ελληνικό στρατόπεδο παρεισέφρησαν πράκτορες των Περσών.

Κατά την δεύτερη φάση της ναυμαχίας ο Θεμιστοκλής διαχώρισε στα δύο το δεξιό και ισχυρότερο μέρος της παράταξης, τους Φοίνικες και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν. Οι Αθηναίοι, εκμεταλλευόμενοι και τον κλυδωνισμό των φοινικικών πλοίων από τον άνεμο και το κύμα, κατάφεραν να βυθίσουν πολλά από αυτά. Παράλληλα πλευροκοπήθηκε το περσικό κέντρο. Η συνοχή των πλοίων της Κιλικίας εξανεμίστηκε με τον θάνατο του βασιλιά τους Συνέννεση Γ΄ του Νεώτερου. Η διάσπαση του κέντρου του περσικού στόλου ήταν γεγονός. Μόνον οι Ίωνες πολεμούσαν γενναία εναντίον των Αιγινητών, αλλά άρχισαν να ηττώνται όταν περικυκλώθηκαν από το αθηναϊκό ναυτικό. Η καταβύθιση της εχθρικής ναυαρχίδας του Μεγαβάτη ο οποίος σκοτώθηκε, εκμηδένισε τις όποιες ελπίδες επικράτησης των Περσών (Αισχύλος, Πέρσαι, σελ. 33, 59, 115). Η αποτυχία των Φοινίκων να συγκρατήσουν τους Αθηναίους, απετέλεσε θεμελιώδη αιτία της ήττας των Περσών στη ναυμαχία.

Ο Ηρόδοτος κάνει λόγο και για τον θάνατο του ναυάρχου Αριαβίγνη, διοικητή της ιωνικής και καρικής ναυτικής μοίρας, αδελφό του Ξέρξη, ενώ ο Πλούταρχος για τον Αριαμένη. Καθώς οι δυνάμεις του βασιλιά βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση, το σκάφος της Αρτεμισίας καταδιωκόταν από αθηναϊκό πολεμικό (του Αθηναίου Αμεινία)· κι εκείνη, αδυνατώντας να ξεφύγει (γιατί μπροστά της βρίσκονταν άλλα καράβια των συμμάχων της, ενώ το δικό της έτυχε να μείνει τελευταίο προς το μέρος του εχθρού), αποφάσισε να ενεργήσει παράδοξα. Καθώς την καταδίωκε το αθηναϊκό πλοίο, αυτή κινήθηκε ορμητικά και χτύπησε με το έμβολό της ένα (περσικό) σκάφος των Καλυνδαίων, που ανάμεσα στους επιβαίνοντες ήταν κι ο βασιλιάς τους Δαμασίθυμος. Να είχε άραγε εκδηλωθεί ανάμεσά τους κάποια φιλονικία, όταν βρίσκονταν ακόμη στον Ελλήσποντο, δεν μπορεί κάποιος να το πει, ούτε αν το έπραξε εσκεμμένα ή ήταν συγκυρία της τύχης να βρεθεί στην πλώρη της το καράβι των Καλυνδαίων. Πάντως, όταν το εμβόλισε και το βύθισε, από την καλή της τύχη βρήκε διπλό όφελος: πρώτα ο τριήραρχος του αθηναϊκού καραβιού, βλέποντάς την να εμβολίζει σκάφος βαρβάρων, νόμισε ότι το καράβι της είναι ελληνικό ή ότι αυτομόλησε από τους βαρβάρους κι αγωνιζόταν στο πλευρό τους· άλλαξε λοιπόν πορεία και ρίχτηκε σε άλλα πλοία. Δεύτερον παρακολουθώντας τη ναυμαχία ο βασιλιάς, αντιλήφθηκε το σκάφος της να εμβολίζει το άλλο, οπότε κάποιος από τη συνοδεία του είπε: «Άρχοντά μου, βλέπεις πόσο λαμπρά αγωνίζεται η Αρτεμισία και καταβύθισε εχθρικό καράβι;». Εκείνος ρώτησε αν στ’ αλήθεια το κατόρθωμα είναι της Αρτεμισίας, και του είπαν «ναι», καθώς γνώριζαν καλά το σήμα της πλώρης του πλοίου της• κι όσο για το βυθισμένο, πίστευαν πως ήταν εχθρικό. Μάλιστα για καλή της τύχη δεν διασώθηκε κανένας απ’ το σκάφος των Καλυνδαίων για να την κατηγορήσει. Και λέγεται ότι ο Ξέρξης είπε: «Οι μεν άνδρες γεγόνασί μοι γυναίκες, οι δε γυναίκες άνδρες – Να που έγιναν οι άνδρες γυναίκες και οι γυναίκες, άνδρες», εγκωμιάζοντάς την (Κυριακίδης, 2019).

Πέρσες τοξότες, Μουσείο Περγάμου, Βερολίνο.

Εν τέλει, επιτεύχθηκε η διάλυση, καταδίωξη, μερική καταστροφή και γενική υποχώρηση του περσικού στόλου, που την παρακολουθούσε εξαγριωμένος και αγανακτώντας ο Ξέρξης, καθισμένος στον θρόνο του στο όρος Αιγάλεω.[7]  Μέσα σε οκτώ ώρες ο ο βασιλιάς των Περσών είδε έκπληκτος το στόλο του να βυθίζεται στα νερά της Σαλαμίνας. Ο Ηρόδοτος δεν δίνει τον αριθμό των απωλειών – αντίθετα ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει καταστροφή 40 ελληνικών και 200 περσικών πλοίων και ο Κτησίας απώλειες 500 περσικών πλοίων. Ο περσικός στόλος υπέστη πανωλεθρία, καθώς εκτός των απωλειών, σημαντικές ήταν οι βλάβες αρκετών πλοίων, οι αιχμαλωτίσεις άλλων, οι θάνατοι και οι τραυματισμοί των πληρωμάτων τους, αλλά και το χαμηλό πλέον ηθικό τους. Ο Αριστείδης με Αθηναίους οπλίτες αποβιβάστηκε στη νήσο Ψυττάλεια, όπου και εξόντωσε τους 4.000 Πέρσες αθανάτους, που είχαν εκεί μεταφερθεί. Οι απώλειες των Ελλήνων σε άνδρες δεν είναι δυνατόν να υπολογιστούν με ακρίβεια, καθόσον σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι περισσότεροι άνδρες των πλοίων που βυθίζονταν κολυμπούσαν μέχρι τις ακτές της Σαλαμίνας και διασώζονταν από τους στρατιώτες που τις περιφρουρούσαν. Τα περσικά πλοία, βοηθούμενα και από δυτικό άνεμο που άρχισε να πνέει κατέφυγαν στο Φάληρο, καταδιωκόμενα από τους Έλληνες. Πολλοί επιφανείς Πέρσες έχασαν την ζωή τους στη ναυμαχία.

Η θέση “Θρόνος του Ξέρξη” επί του όρους Αιγάλεω.

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας ολοκληρώθηκε με τη συντριπτική υπεροχή των Ελλήνων. Ο Διόδωρος Σικελιώτης ισχυρίζεται ότι κάποια στιγμή προς το τέλος, Φοίνικες ναυτικοί αποβιβάσθηκαν στην παραλία μπροστά στο όρος Αιγάλεω και κατέφυγαν στην Αυλή του Πέρση βασιλιά, και προκειμένου να δικαιολογηθούν, κατηγόρησαν τους ανταγωνιστές τους Ίωνες για δήθεν προδοσία, (ή/και συκοφάντησαν τους Κύπριους για δειλία στη ναυμαχία). Ο Ξέρξης όμως που παρακολουθούσε συνεχώς την όλη εξέλιξη και θεωρώντας ότι είχε προσωπική άποψη, όχι μόνον δεν δέχθηκε τις άδικες κατηγορίες, ο ίδιος έριξε όλη την ευθύνη στους συκοφάντες και διέταξε να τους εκτελέσουν.

Ωστόσο ο κίνδυνος για τους Έλληνες δεν είχε εκλείψει. Αν και ηττημένος, ο περσικός στόλος διέθετε ακόμη αριθμητική υπεροχή και ορισμένοι Έλληνες ναύαρχοι ανησυχούσαν μη τυχόν οι αντίπαλοί τους επεδίωκαν και άλλη ναυμαχία. Οι περσικές χερσαίες δυνάμεις δεν είχαν εμπλακεί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο ίδιος ο Ξέρξης χωρίς να έχει αρχικά απελπιστεί από την αποτυχία του στόλου του, σκεφτόταν να γεφυρώσει με χώμα το στενό της Σαλαμίνας και να μεταφέρει στρατό στο νησί, ώστε να συλλάβει τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων. Από την άλλη πλευρά ίσως θέλησε να δώσει αυτήν την εντύπωση στους νικητές Έλληνες, για να κερδίσει λίγο χρόνο. Εκ των υστέρων φυσικά, κρίνουμε ως επιχειρησιακά αποτυχημένη την περσική τακτική, να παραταχθεί ο στόλος σε σειρές στα στενά και να μην αποβιβαστούν στρατεύματα στην ουσιαστικά απροστάτευτη Σαλαμίνα (με τις 200 τριήρεις), ώστε να εγκλωβίσουν τους Αθηναίους, με όμηρους τους πρόσφυγες.

Το σχέδιο του Θεμιστοκλή είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Οι Έλληνες με το ηθικό τους ακμαίο, πανηγύριζαν στα πλοία και στην ξηρά. Όλοι είχαν πολεμήσει όσο καλύτερα μπορούσαν, αλλά αναμφίβολα οι Αθηναίοι, που είχαν καταβάλει πρώτοι τους επικίνδυνους Φοίνικες, άξιζαν τους μεγαλύτερους επαίνους. Αλλά και οι Αιγινήτες ξεχώρισαν για την επιδεξιότητά τους. Δεν προέρχονταν μόνο πάντως από την ελληνική παράταξη όσοι διακρίθηκαν. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, τα πληρώματα των περσικών πολεμικών επέδειξαν γενναιότητα και έδωσαν σκληρή μάχη, παρά την απρόσμενη εξέλιξη της σύγκρουσης. Ο θάνατος αρκετών ηγετών του εχθρικού στόλου αποδεικνύει την αξιοσύνη, την αναμφισβήτητη ανδρεία τους, καθώς και την οξύτητα της αντιπαράθεσης. Εκείνοι μάλιστα που πολέμησαν με χαρακτηριστική γενναιότητα ήταν οι Ίωνες, οι οποίοι ως δικαιολογία προέβαλαν ότι ήθελαν να αποφύγουν την επικειμένη κατηγορία για σύμπραξη με τους συμπατριώτες τους. Φοβόντουσαν επίσης το πιθανό ενδεχόμενο αντεκδικήσεων σε βάρος των συγγενών τους στην Ιωνία. Την ανδρεία των Ιώνων στη Σαλαμίνα, επικρότησε και ο ίδιος ο Ξέρξης. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το γεγονός ότι οι Έλληνες ήταν ξεκούραστοι, ενώ τα περσικά πληρώματα είχαν περάσει το προηγούμενο βράδυ κωπηλατώντας. Παρά την γενναιότητα που επέδειξαν τα περισσότερα από αυτά, οι Έλληνες αποδείχθηκαν πραγματικά ανυπέρβλητοι. Και ήταν επόμενο, αφού τα δικά τους κίνητρα ήταν σημαντικότερα. Προπάντων οι Αθηναίοι, οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς, οι οποίοι γνώριζαν ότι δεν είχαν περιθώρια ήττας, πολέμησαν, κυρίως οι πρώτοι, υπό τα βλέμματα των οικογενειών τους που βρίσκονταν στη Σαλαμίνα και παρακολουθούσαν με αγωνία την πορεία της μάχης, ξεπέρασαν τον εαυτό τους σε επιδεξιότητα και αποφασιστικότητα.

Wilhelm von Kaulbach, Die Seeschlacht bei Salamis, 1868, Maximilianeum, Μόναχο.

Την ίδια αυτή μέρα, της πιο λαμπρής και περιφανούς νίκης των Ελλήνων, συνέβη η μάχη της Ιμέρας. Στη Σικελία οι Καρχηδόνιοι, έπειτα από συνεννόηση με τον Ξέρξη συγκέντρωσαν στρατό και στόλο και επιτέθηκαν στην Ιμέρα. Έτσι θα αδυνατούσαν οι Έλληνες των αποικιών της Σικελίας να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους κατά των Περσών. Η μάχη της Ιμέρας, ήταν μία εξίσου δραματική και οριακή νίκη των Ελλήνων ενάντια στους υπεράριθμους αντιπάλους τους.[8]

Ο Ηρόδοτος καταγράφει το πολεμικό συμβούλιο που διενήργησε ο Ξέρξης μετά την ήττα, όπου ο Μαρδόνιος τον συμβούλευσε να αποχωρήσει, υποσχόμενος ότι με 300.000 στρατό θα υποδούλωνε την Ελλάδα, δικαιολογώντας τους Πέρσες και ρίχνοντας τις ευθύνες στην ανανδρία Φοινίκων, Αιγυπτίων, Κυπρίων και Κιλίκων. Ο Ξέρξης έπρεπε να αποχωρήσει με τον τεράστιο στρατό του, αφού η φτωχή Ελλάδα δεν μπορούσε να τους θρέψει και επιπλέον υπήρχε κίνδυνος αποκοπής των γραμμών επικοινωνιών. Ο ίδιος επιχείρησε να εξαπατήσει για λίγο τους Έλληνες, ότι δήθεν θα συνέχιζε τον πόλεμο. Ο ελληνικός στόλος παρέμεινε σε κατάσταση συναγερμού για μερικές ημέρες προστατεύοντας και τη Σαλαμίνα, έως ότου κάποια νύχτα ο εχθρικός στόλος αποσύρθηκε αθόρυβα.

Όταν οι Έλληνες αντελήφθησαν την αποχώρηση των Περσών από το Φάληρο, τους καταδίωξαν μέχρι το Σούνιο, δίχως όμως να τους προλάβουν. Έτσι έπλευσαν προς την Άνδρο, όπου συνήλθαν σε σύσκεψη. Θεωρούμε ότι αρκετά πλοία είχαν παραμείνει στη Σαλαμίνα, για επισκευές, για προστασία των προσφύγων, για ασφάλεια, ή πιθανόν να μην είχαν ακολουθήσει όλοι οι στρατηγοί στην καταδίωξη. Ο παρορμητικός Θεμιστοκλής, (που προφανώς κυριάρχησε σ’ αυτήν τη συνεδρίαση), πρότεινε την καταδίωξη και την πλήρη διάλυση του περσικού στόλου, καθώς και την καταστροφή των πλοιογεφυρών του Ελλησπόντου. Ο Αριστείδης διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι εάν αποκλειόταν ο Ξέρξης στην Ελλάδα, θα ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να πολεμήσει. Δεν θα εφησύχαζε πλέον να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τη μάχη, αλλά θα μπορούσε να τολμήσει τα πάντα, επιχειρώντας να επανορθώσει την αποτυχία του. «Δεν θα πρέπει Θεμιστοκλή να καταστρέψουμε τις υφιστάμενες γέφυρες αλλά εάν είναι δυνατόν να κατασκευάσουμε και άλλη μία, ώστε να τον εξωθήσουμε γρήγορα εκτός Ευρώπης». Ο Θεμιστοκλής αποκρίθηκε ότι εάν αυτά κρίνονταν συμφέροντα, έπρεπε όλοι να σκεφθούν και να βρουν τρόπο ώστε ο Ξέρξης να αποσυρθεί, το ταχύτερο δυνατόν από την Ελλάδα. Το συγκεκριμένο περιστατικό αποδεικνύει ότι ο Θεμιστοκλής υπολόγιζε ιδιαίτερα την γνώμη του Αριστείδη και η συμπεριφορά του αυτή καταδεικνύει την απόλυτη αμεροληψία του, καθώς οι δύο άνδρες ανήκαν σε διαφορετικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους. Είχαν όμως κοινό όραμα και επιθυμία τη σωτηρία της Ελλάδας και την ανάδειξη της Αθήνας, πράγμα που τους κατεύθυνε στην αμοιβαία εκτίμηση των ικανοτήτων τους και σε δημιουργική συνεργασία.

Μόλις αποφασίστηκε η ανεμπόδιστη φυγή των εισβολέων, ο Θεμιστοκλής σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ξαναέστειλε τον υπηρέτη του Σίκιννο στον Ξέρξη ενημερώνοντάς τον ότι θα συγκρατούσε τους Έλληνες να μην τον καταδιώξουν, ώστε εύχερα, να μπορέσει να απαγκιστρωθεί. Κατά τον Σταγειρίτη (1816, σελ. 45) ο Θεμιστοκλής απέστειλε στον Ξέρξη τον Αρνάκην, έναν βασιλικό ευνούχο, που εντόπισε ανάμεσα στους αιχμαλώτους, με την παραγγελία να πει στον βασιλιά του ότι οι Έλληνες αποφάσισαν να πλεύσουν στον Ελλήσποντο και να διαλύσουν τις πλοιογέφυρες, αλλά ο Θεμιστοκλής μεριμνώντας υπέρ του, τον συμβούλευε να σπεύσει να επιστρέψει στις δικές του θάλασσες και να φθάσει, ενόσο εκείνος θα επέφερε αναβολή και καθυστερήσεις στους συμμάχους, για την δίωξη των Περσών.

Ο Πέρσης βασιλιάς επέστρεψε στην Ασία από την ίδια οδό που είχε πορευτεί επί τρείς μήνες, σε λιγότερο από πενήντα ημέρες (με σοβαρά προβλήματα τροφοδοσίας), θεωρώντας ότι δεν νικήθηκε από τον Θεμιστοκλή, αλλά ότι διασώθηκε από αυτόν! Ο στόλος του είχε ήδη αποπλεύσει για την Ασία, με στόχο κυρίως την προστασία των γεφυρών του Ελλησπόντου. Οι Πέρσες ήταν απογοητευμένοι από τον κατά θάλασσα αγώνα, έτρεφαν όμως μεγάλες ελπίδες ότι ο Μαρδόνιος εύκολα θα νικούσε τους Έλληνες στην ξηρά, μόλις θα έρχονταν η άνοιξη.[9]

Έλληνας οπλίτης σκοτώνει Πέρση στρατιώτη. Λεπτομέρεια από αγγείο του 5ου αιώνα π.Χ.

Συνοπτικά, το αποτέλεσμα της ναυμαχίας, μία επανάσταση που ξέσπασε στην Βαβυλωνία, καθώς και ο φόβος μη τυχόν οι Έλληνες καταστρέψουν τις πλοιογέφυρές του στον Ελλήσποντο και αποκλειστεί στην Ευρώπη, εξανάγκασαν τον Ξέρξη να επιστρέψει μέσω ξηράς με τα στρατεύματά του άμεσα στην Ασία. Και απόδειξη της φρονήσεως του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη παρείχε ο Μαρδόνιος, διότι στην αντιπαράθεση των Ελλήνων μαζί του, διαθέτοντας ένα μόνο μέρος των δυνάμεων του Μεγάλου Βασιλιά στις Πλαταιές, κινδύνευσαν να ηττηθούν.

Η καταδίωξη εκτελέστηκε λοιπόν μέχρι την Άνδρο. Οι σύμμαχοι περιορίστηκαν να επαναπροσδέσουν στο «Ελληνικό άρμα» ορισμένες πόλεις και νησιά που είχαν μηδίσει. Η Πάρος φοβήθηκε και έδωσε χρήματα, ώστε να αποφύγει την τιμωρία. Ο Θεμιστοκλής ζήτησε χρήματα και από τους κατοίκους της Άνδρου διότι μήδισαν, λέγοντας το θρυλλούμενο ότι έχει δύο θεές, την Πειθώ και την Βία. Οι Ανδριώτες του απεκκρίθηκαν ότι αυτοί έχουν την Πενία και την Απορία, οπότε μετά από μία χλιαρή απόπειρα πολιορκίας, ο συμμαχικός στόλος αναχώρησε και αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε στη Σαλαμίνα, ενώ ο Ξέρξης είχε ήδη αναχωρήσει. Εκεί ξεχώρισαν τα καλύτερα λάφυρα που πήραν από τους Πέρσες για τους θεούς, (συνήθως τους αφιέρωναν το ένα δέκατο), κι ανάμεσα στ’ άλλα και τρεις φοινικικές τριήρεις, [τη μία για να την αφιερώσουν στον Ισθμό, την άλλη στο Σούνιο (ναοί του θεού της θάλασσας, Ποσειδώνα), και την τρίτη στη Σαλαμίνα, προς τιμήν του Αίαντος]. Στη συνέχεια διένειμαν τη λεία και μέρος της έστειλαν στους Δελφούς, κι απ’ αυτά τα λάφυρα κατασκευάστηκε ανδριάντας, ύψους δώδεκα πήχεων που κρατούσε στα χέρια του πλώρη πλοίου. Μετά την διανομή των λαφύρων, οι Έλληνες έπλευσαν στον Ισθμό, όπου ήταν συγκεντρωμένο το πεζικό των Πελοποννησίων, για να αποδώσουν την τριήρη στο ναό του Ποσειδώνα, να αναδείξουν με ψηφοφορία και να δώσουν το αριστείο στον Έλληνα που αναδείχτηκε ο αξιότερος απ’ όλους σ’ αυτές τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Στον Θεμιστοκλή δεν απέδωσαν κανένα βραβείο, αν και υπήρξε ο πραγματικός αρχιναύαρχος και ο ιθύνων νους της περιφανούς νίκης. Στρατηγοί έθεταν πάνω στον βωμό του Ποσειδώνα δύο ψήφους ο καθένας τους, τη μία για όποιον έκριναν πρώτο, την άλλη για τον δεύτερο, (είχαν αυτογνωσία λοιπόν, υιοθετώντας αυτό το σύστημα των δύο ψήφων). Όλοι ψήφισαν πρώτα τον εαυτό τους, καθώς ο καθένας τους πίστευε ότι αποδείχθηκε ο καλύτερος, ενώ για τον δεύτερο στην πλειοψηφία τους ψήφισαν τον ίδιο άνδρα, τον Θεμιστοκλή. Από τους στρατηγούς ο καθένας έμενε μόνο με την ψήφο του, ενώ ο Θεμιστοκλής υπερτερούσε σημαντικά για την δεύτερη θέση. Οι Έλληνες όμως δεν θέλησαν από φθόνο, να εκφέρουν την κρίση τους, να αναγνωρίσουν την κύρια συμβολή του Θεμιστοκλή και των Αθηναίων στη νίκη τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και να επικυρώσουν αυτό το δίκαιο αποτέλεσμα, αλλά οι αρχηγοί με τα καράβια τους επέστρεψαν στις πόλεις τους. Τιμήθηκε μόνο ο Αμεινίας, ο αδελφός του ηρωικά φονευθέντος στον Μαραθώνα Κυναίγειρου και του Αισχύλου, καθώς βύθισε τη ναυαρχίδα των Περσών και σκότωσε τον ναύαρχό τους (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 48).

Οι κάτοικοι της Αθήνας, μετά την αποχώρηση των Περσών επανήλθαν στην πόλη τους. Δεν ήταν όμως πια οι ίδιοι άνθρωποι, οι καταπτοημένοι, πικραμένοι, κατηφείς πρόσφυγες που έφευγαν με τα λίγα υπάρχοντά τους πριν μερικές εβδομάδες, αποθέτοντας τις ελπίδες τους στις απόψεις ενός στρατηγού, του Θεμιστοκλή. Ήταν πλέον οι γεμάτοι υπερηφάνεια, χαμογελαστοί, ήρωες της Σαλαμίνας. Η αγέρωχη, ανδρεία και καρτερική στάση των Αθηναίων, ενέπνευσαν αργότερα στον Θουκυδίδη το απόφθεγμα, (Επιτάφιος Περικλή): «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον» («ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι»). Πιθανόν πολλά γυναικόπαιδα για λόγους ασφάλειας να παρέμειναν εκτός Αττικής, αναμένοντας καρτερικά τις εξελίξεις, σχετικά με την υφιστάμενη απειλή του Μαρδόνιου.

Όσον αφορά στον Θεμιστοκλή, το όνομά του   έγινε ξακουστό και κέρδισε στον ελληνικό κόσμο την φήμη του ανώτερου σε σοφία Έλληνα. Ο Θεμιστοκλής αναγνωρίστηκε και δοξάστηκε απ’ όλους τους Έλληνες ως ικανός, επιδέξιος, σοφός στρατηγός και αρχιτέκτονας της μεγάλης νίκης στη Σαλαμίνα. Αυτή ήταν η δίκαιη αναγνώριση για τον κύριο πρωταγωνιστή της νίκης. Κι επειδή αυτοί που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας δεν τον τίμησαν όπως έπρεπε για τη νίκη, ο Θεμιστοκλής επισκέφθηκε τη Σπάρτη, όπου οι Λακεδαιμόνιοι του επιφύλαξαν λαμπρή υποδοχή και τον τίμησαν με ηθικά και υλικά έπαθλα. Το αριστείο βέβαια το έδωσαν στον Ευρυβιάδη, ένα στεφάνι από ελιά. Όμως στεφάνι από ελιά έδωσαν και στον Θεμιστοκλή για την αξιοσύνη του. Του δώρισαν το ομορφότερο άρμα της Σπάρτης κι αφού του έπλεξαν λαμπρό εγκώμιο, στην επιστροφή του τον κατευόδωσαν, ως τιμητική συνοδεία, τριακόσιοι επίλεκτοι Σπαρτιάτες ιππείς, ως τα σύνορα της Tεγέας (Πλούταρχος, 1992, μετ. Μερακλής, σελ. 39).

Οι εξαιρετικές τιμές, που σε κανέναν έως τότε ξένο δεν είχαν απονεμηθεί στη Σπάρτη, προκάλεσαν την δυσμένεια των Αθηναίων, οι οποίοι, λίγους μήνες μετά τη Σαλαμίνα, λησμόνησαν τις υπηρεσίες του και ανέθεσαν το επόμενο έτος την αρχηγία του στρατού ξηράς στον Αριστείδη και του στόλου στον Ξάνθιππο (πατέρα του Περικλή), γι’ αυτό και ο Θεμιστοκλής θα λείπει από την κομβική μάχη των Πλαταιών και την τελευταία των Περσικών Πολέμων στη Μυκάλη (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 49). Ο Διόδωρος ισχυρίζεται ότι μόλις έμαθαν οι Αθηναίοι ότι ο Θεμιστοκλής έλαβε δώρα από τους Λακεδαιμονίους, όρισαν στην θέση του, τον Ξάνθιππο.

2.500 χρόνια από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας – Ο Θρίαμβος της Δημοκρατίας

Επίλογος

Οι Περσικοί Πόλεμοι του 5ου αιώνα π.Χ., έχουν τεράστια ουσιαστική και συμβολική αξία, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην ιστορία, τον πολιτισμό, την κοινωνία, την οικονομία και την οικοδόμηση της Ευρώπης. Διέσωσαν την ευκαιρία της πολιτισμικής ακμής της Αθήνας, την ανάπτυξη των ελεύθερων θεσμών, τις ουσιώδεις αρχές που διέπουν τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και επέτρεψαν την εξελικτική πορεία της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Ειδικά στη Σαλαμίνα, χάρη στην εμπνευσμένη ηγεσία και την αποφασιστικότητα του Θεμιστοκλή, Έλληνες ναυτικοί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία απλοί άνθρωποι του λαού, συνέτριψαν σε μία επική ναυμαχία στα νερά του Σαρωνικού τους Ασιάτες εισβολείς και επέτρεψαν στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, να οικοδομήσει τον ανθρωποκεντρικό της πολιτισμό. Ο Θεμιστοκλής αναμφισβήτητα υπήρξε διορατικός πολιτικός και μεγαλοφυής ηγέτης, ο οποίος στερέωσε και ενδυνάμωσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, κατέστησε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και απάλλαξε την Ελλάδα από την περσική απειλή, παρότι συναντούσε συνεχώς αντιδράσεις στην εφαρμογή των μεγαλόπνοων σχεδίων του. Ο προσωπικός του θρίαμβος, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποτελεί καμπή στους Περσικούς Πολέμους και μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές συγκρούσεις στην παγκόσμια ιστορία.

Η ναυμαχία στη Σαλαμίνα εξουδετέρωσε την περσική απειλή στα ελληνικά παράλια, προξένησε ισχυρό πλήγμα στο γόητρο του Ξέρξη, κατέστησε την Πελοπόννησο απόρθητη και επέτρεψε στους Πελοποννήσιους να στείλουν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις στις Πλαταιές την επόμενη χρονιά. Τα αίτια που οδήγησαν στη λαμπρή νίκη του ελληνικού στόλου ήταν πολλά. Κύριος συντελεστής της περσικής ήττας ήταν ο Θεμιστοκλής, τα σχέδια, οι επιλογές και οι αποφάσεις του. Σύμφωνα με όλες τις περιγραφές, το αποτέλεσμα δικαίωσε τις αποφάσεις του για την θαλάσσια ισχύ, τη ναυπήγηση ισχυρού στόλου, τις θαλάσσιες συγκρούσεις, τις επιλογές των θέσεων και των τακτικών για τις ναυμαχίες. Ο αρχιτέκτονας της νίκης Θεμιστοκλής, δεν αδράνησε, δεν λιγοψύχησε, δεν άφησε τα πράγματα στην τύχη.

Ο Θεμιστοκλής διοίκησε ουσιαστικά με θαυμαστό τρόπο και διαχειρίστηκε με επιτυχία μία σειρά προβλημάτων και κρίσεων, σ’ ένα αφιλόξενο, εχθρικό και πολύπλοκο περιβάλλον, αποδεχόμενος ακόμη και την προσωπική του ήττα στο αγώνα που έδωσε με αυταπάρνηση και πρωτοφανή αυτοπεποίθηση. Καινοτόμησε και ανέλαβε μεγάλους κινδύνους, με τη στρατηγική του στροφή αποκλειστικά στο ναυτικό, αν και η Αθήνα παραδοσιακά ήταν γεωργική, γεωγραφικά δεν ήταν νησί και υπήρχαν ισχυρά εγχώρια συμφέροντα αντιτιθέμενα σ΄ αυτήν την επιλογή. Οι ιδέες και η δράση του Θεμιστοκλή, η ανάπτυξη της ναυτικής ισχύος της Αθήνας και της πλήρους εκμηδένισης της Περσικής επιθετικότητας, η αποτελεσματικότητα της ικανής ηγεσίας, η αισιοδοξία που πηγάζει από αυτά τα ιστορικά γεγονότα, η προπαρασκευή για τις ανάλογες προκλήσεις, που αντιμετωπίζει η πατρίδα και ο λαός μας από τις επεκτατικές βλέψεις των ανατολικών της γειτόνων και όχι μόνο, δύναται να σηματοδοτήσουν έναν οδηγό για την κατάλληλη διαμόρφωση μίας ασπίδας προστασίας τους.

 

Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.
Ο Δημήτριος Γεωργαντάς είναι Υποναύαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο συμμαχικός στόλος αποτελούνταν από 200 Αθηναϊκές τριήρεις, 40 από Κόρινθο, 30 από Αίγινα, 20 από Μέγαρα, 16 από Σπάρτη, 15 της Σικυώνας (Κιάτο), 10 της Επιδαύρου, 7 της Αμβρακίας, 7 της Ερέτριας και άλλες 33 από άλλες ναυτικές πόλεις, (σύνολο 378 τριήρεις και 14 πεντηκοντόρους από τα νησιά Μήλο, Σίφνο, Σέριφο, Κέα, Κύθνο, που μάλλον προσέφεραν βοηθητικές υπηρεσίες).

[2] Μας θυμίζει τον διάλογο Καλλίμαχου – Μιλτιάδη πριν τη μάχη του Μαραθώνα.

[3] Ανέφικτο σχέδιο καθώς ο εχθρός καιροφυλακτούσε στον Σαρωνικό και τα γυναικόπαιδα ήταν στη Σαλαμίνα, στην Αίγινα και στην Τροιζήνα.

[4] Εκείνος υποστήριξε, όταν βρέθηκε ενώπιον του Ξέρξη, ότι τον έστειλε ο Θεμιστοκλής, καθόσον επιθυμούσε να νικήσουν οι Πέρσες: «Μ’ έστειλε ο στρατηγός των Αθηναίων κρυφά από τους άλλους Έλληνες, διότι διάκειται ευνοϊκά προς τον βασιλέα και προτιμά να υπερισχύσετε εσείς καλύτερα παρά οι Έλληνες, για να σας ανακοινώσω ότι οι Έλληνες τρομοκρατημένοι σκοπεύουν να φύγουν με τρόπο τώρα. Να μία ευκαιρία να εκτελέσετε το ωραιότερο κατόρθωμά σας, αν δεν τους αφήσετε να διαφύγουν, ούτε και πρόκειται να σας φέρουν αντίσταση, αυτοί που είναι με το δικό σας μέρος και οι άλλοι που δεν είναι». Σίγουρα όσα ανέφερε στον Ξέρξη ήταν αλήθεια, ταυτόχρονα όμως εξανάγκαζε τους Έλληνες να πολεμήσουν στη Σαλαμίνα. Αν και η αφήγηση αυτή έχει αμφισβητηθεί από πολλούς ιστορικούς, επαναλαμβάνεται στην τραγωδία του Αισχύλου Πέρσες, που γράφηκε το 472 π.Χ., μόλις οκτώ χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Πρόσθετα κατά τον Ηρόδοτο, μετά τον πόλεμο ο Θεμιστοκλής φρόντισε ο Σίκιννος να γίνει πολίτης των Θεσπιών και του χάρισε πολλά πλούτη.

[5] Η Αρτεμισία απηύθυνε με θάρρος το λόγο στον Ξέρξη. Πρότεινε να μη βιαστούν γιατί οι Έλληνες δεν θα έμεναν ενωμένοι για πολύ καιρό, ακόμη και λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού θα διαλύονταν και θα επέστρεφε ο καθένας στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Αντίθετα τόνισε εάν ναυμαχούσαν, σε ενδεχόμενη ήττα του ναυτικού θα παρασύρονταν σε καταστροφή και οι χερσαίες δυνάμεις τους. Ο εξόριστος Δημάρατος είχε προτείνει στον Ξέρξη να στείλει τον στόλο του στα Κύθηρα για αντιπερισπασμό. Οι Σπαρτιάτες θα αναγκάζονταν να σπεύσουν να προασπίσουν την πόλη τους, θα αποδυναμώνονταν οι υπόλοιποι Έλληνες και θα αναγκάζονταν να υποταχθούν. Η Σπάρτη δεν θα μπορούσε μόνη της να αντιμετωπίσει τους Πέρσες και θα υπέκυπτε. Ευτυχώς για τους Έλληνες έφερε αντίρρηση ο ναύαρχος Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξη, με συνέπεια να μην υλοποιηθεί η πρόταση του Δημάρατου.

[6] Παρά τη μνημειώδη σημασία της ναυμαχίας, δεν υπάρχουν λεπτομέρειες για την διεξαγωγή της.

[7] Ο Ξέρξης παρακολουθούσε τη ναυμαχία, ώστε να μην δειλιάσουν τα πληρώματά του. Οι γραμματείς του σημείωναν τους τριήραρχους που πολεμούσαν άξια. Ο «Θρόνος του» μέχρι πριν λίγα χρόνια βρίσκονταν στο όρος Αιγάλεω (Ηράκλειον Περάματος, παλαιά θέση “Κέρατα”). Δυστυχώς κλάπηκε πριν λίγα χρόνια, αποστερώντας από τους επισκέπτες ένα σημαντικό πολιτιστικό μνημείο.

[8] Ο τύραννος Γέλων των Συρακουσών κατόρθωσε να παραπλανήσει τους Καρχηδόνιους και να νικήσει στρατό και στόλο τους, με τον επικεφαλής στρατηγό Αμίλκα να σκοτώνεται. Η αποφασιστική επικράτηση των Ελλήνων της Σικελίας τερμάτισε τις επιθετικές ενέργειες των Καρχηδονίων, για τα επόμενα 70 έτη. Ο Γέλων μετά τη νίκη του ετοιμάστηκε να σαλπάρει με μεγάλες δυνάμεις και πολλά πολεμικά πλοία για βοήθεια των Ελλήνων κατά των Περσών, αλλά πληροφορήθηκε τη νίκη στη Σαλαμίνα.

[9] Ο Ξέρξης αρχικά υποχώρησε με τον στρατό του στην Βοιωτία. Από εκεί στην Θεσσαλία. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 480 π.Χ. κινήθηκε βόρεια. Ο Ηρόδοτος και ο Αισχύλος αναφέρουν ότι η πείνα μάστιζε τα στρατεύματά του. Έτρωγαν το γρασίδι, ακόμα και τα φύλλα και τους φλοιούς των δένδρων. Η κακή διατροφή τους προκάλεσε πολλές ασθένειες. Κάθε ημέρα πέθαιναν εκατοντάδες στρατιώτες του. Πολλοί αφήνονταν πίσω στις Θεσσαλικές, Μακεδονικές και Θρακικές πόλεις, καθόσον ήταν τελείως εξαντλημένοι και ανίκανοι να προχωρήσουν. Μετά από βεβιασμένη πορεία 45-50 ημερών, ο ταλαιπωρημένος στρατός του προσέγγισε τον Ελλήσποντο, όπου όμως βρήκε τελικά κατεστραμμένες από την κακοκαιρία τις γέφυρες. Ο Ξέρξης διέσχισε με πλοίο το στενό και κατευθύνθηκε στις Σάρδεις, ενώ ο υπόλοιπος στρατός του ανέμενε την επισκευή των γεφυρών. Ο Ξέρξης διαχείμασε στις Σάρδεις και την άνοιξη επέστρεψε στα Σούσα.

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς: Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή. Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας (Μέρος Α΄)

Ιωάννης Βιδάκης – Δημήτριος Γεωργαντάς

 

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Ρόλος του Θεμιστοκλή.

Ο Δημιουργός της Ναυτικής Ισχύος της Κλασσικής Αθήνας

(Μέρος Α΄)

 

«Τό δέ ναυτικόν τέχνης εστίν, ὣσπερ καί ἂλλο τι, καί οὐκ ἐνδέχεται, ὃταν τύχῃ, ἐκ παρέργου μελετᾶσθαι, ἀλλά μᾶλλον μηδέν ἐκείνῳ πάρεργον ἂλλο γίγνεσθαι»

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Εισαγωγικά

Πολλά βιβλία, κείμενα άρθρα έχουν γραφεί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, την ονομαστή ναυμαχία της αρχαιότητας, κατά την οποία ο πανίσχυρος στόλος των Περσών κατατροπώθηκε από τους Έλληνες, με μικρές δυνάμεις, αλλά με άριστη τακτική. Στην χώρα μας η επέτειος των 2.500 ετών, από τη μάχη των Θερμοπυλών και των ναυμαχιών Αρτεμισίου και Σαλαμίνας εορτάστηκε συμβατικά το 2020. Σχεδιαστής και πρωταγωνιστής αυτών των νικηφόρων ναυμαχιών υπήρξε ο πολιτικός και στρατηγός/ναύαρχος της αρχαίας Αθήνας, ο Θεμιστοκλής. Δύο χιλιάδες πεντακόσια δύο έτη μετά τις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, επιχειρούμε με αυτό το κείμενο να τιμήσουμε τον ίδιο και τις υπηρεσίες που προσέφερε, στην επιβίωση και στην εξέλιξη του Ελληνισμού.

Ειδικότερα στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε την γενική εξέταση της ηγετικής στάσης και συμπεριφοράς του Θεμιστοκλή, πολιτικού αρχηγού και στρατηγού των Αθηναίων, την περίοδο των Ελληνο-Περσικών Πολέμων (Μηδικά) – οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν οδηγό και πρότυπο στους σύγχρονους ηγέτες. Κεντρικό ρόλο κατέχει η διάκριση μεταξύ ισχύος – εξαναγκασμού (καθεστώς τυραννίας) και προτροπών – συμβουλών (καθεστώς δημοκρατίας). Ο Θεμιστοκλής απέφευγε την χρήση βίας, του φόβου, των απειλών και προσπαθούσε να επιτύχει με την πειθώ, με συμβουλές, με αιτιολογημένες προτάσεις, αξιοποιώντας τα προσόντα του και τις ευκαιρίες και υιοθετώντας καινοτομίες, κόντρα στα κατεστημένα συμφέροντα της εποχής του. Φυσικά ως ένας άλλος πολυμήχανος, εύγλωττος και ευρηματικός Οδυσσέας, ήταν προσανατολισμένος στην επίτευξη του σκοπού, αξιοποιώντας κάθε μέσο …[1]

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του οραματιστή ηγέτη, πολιτικού και στρατηγού της αρχαίας Αθήνας, ναυάρχου-νικητή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Έχει σκοπό να στοχαστεί κριτικά ο αναγνώστης, τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Θεμιστοκλής στην ιστορία της χώρας μας και να αντιληφθεί ότι για τα μικρά έθνη έχει πρώτιστη σημασία, η διαρκής ανάδειξη και η λαϊκή στήριξη ικανών και προικισμένων ηγετών, οι οποίοι με τον βίο και την πολιτεία τους δημιουργούν αντάξιους διαδόχους. Το κείμενο επιχειρεί να μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα, αναλογικής, αποτελεσματικής αντίδρασης των σημερινών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα μας, στους τομείς της ελευθερίας, της ασφάλειας, της δικαιοσύνης.

 

Η Ζωή και η Προσωπικότητα του Θεμιστοκλή

Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους, ο Φρεάριος, (527–460/459 π.Χ.), υπήρξε Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός. Εξέχουσα μορφή και αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης στην κλασική Αθήνα. Πολέμησε στη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., (37 ετών) και στις Ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. [28 ή 29 Σεπτεμβρίου (κατ΄ άλλους 22/9)] – (47 ετών). Παραμένει ως ο οραματιστής και θεμελιωτής της ναυτικής ισχύος της Αθήνας και ο βασικός συντελεστής της καθοριστικής νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της περσικής κυριαρχίας στην Ανατ. Μεσόγειο.

Ο Θεμιστοκλής πιθανότατα υπήρξε ένθερμος υπερασπιστής, ή/και συνεργάτης του Κλεισθένη. Η πολιτική του τελευταίου υποστήριζε τα συμφέροντα αυτών που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, το θεωρούσαν άδικο και αγωνίζονταν να τα αποκτήσουν. Η συνείδηση της καταγωγής, οι πρώτοι καθεστωτικοί αγώνες την περίοδο 510-500 π.Χ., η Ιωνική επανάσταση, σημάδεψαν τον Θεμιστοκλή και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του σε ριζοσπαστικό αρχηγό της δημοκρατικής παράταξης της Αθήνας.

Προτομή του Θεμιστοκλή της Ρωμαϊκής περιόδου, εμπνευσμένη από προγενέστερο ελληνικό πρωτότυπο, Museo Archeologico Ostiense, Ρώμη

Η δημοκρατική διακυβέρνηση στην Αθήνα δημιούργησε πλούτο ευκαιριών για άνδρες (όπως ο Θεμιστοκλής), που δεν είχαν προηγουμένως πρόσβαση στην εξουσία. Ο Θεμιστοκλής ασχολούμενος με τα κοινά έγινε δημοφιλής και από νωρίς ανήλθε σε αξιώματα. Το 493 π.Χ. (34 ετών), εκλέχθηκε, «Επώνυμος Άρχων» και διατυπώνει με απόλυτη σαφήνεια το ναυτικό του πρόγραμμα. Είχε να αντιμετωπίσει βασικά ζητήματα για την υλοποίηση του προγράμματός του: να πείσει την Εκκλησία του Δήμου, να κατασκευάσει υποδομές, να ναυπηγήσει πλοία, να βρει τα αναγκαία πληρώματα, να τα εκπαιδεύσει, να βρει χρηματοδότηση γι΄ όλα αυτά. Η ευφυΐα του και τα ηγετικά του προσόντα τον βοήθησαν.[2] Για να κατανοήσουν οι Αθηναίοι τον περσικό κίνδυνο, έγινε χορηγός ενός θεατρικού έργου, πού έγραψε ο τραγικός ποιητής Φρύνιχος, το Μιλήτου Άλωσις.[3] Από την αρχή της ανάμειξής του στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής επιζητούσε να θέσει σε λειτουργία τα σχέδιά του για την βελτίωση της πολεμικής και πολιτειακής οργάνωσης της πόλης. Πιστός στο δόγμα μεταφοράς του επερχόμενου πολέμου στην θάλασσα, πρότεινε η Αθήνα να μετατρέψει σε επίνειό της τον Πειραιά, αξιοποιώντας τους τρείς φυσικούς του λιμένες. Εισηγήθηκε την κατάλληλη οχύρωση του Πειραιά και την μετατροπή του σε πολεμικό λιμάνι. Τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ., σε ηλικία 37 ετών, έλαβε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, ως στρατηγός.

Στήλη πεσόντων της Ερεχθηίδος Φυλής. Έχει συσχετιστεί με το πολυάνδριο των 192 πεσόντων της μάχης του Μαραθώνα, Αρχαιολογικό Μουσείο, Άστρος.
Η περικεφαλαία του Μιλτιάδη από το ιερό του Δία στηνΟλυμπία. Φέρει την επιγραφή: Μιλτιάδης ἀνέθεκεν τῷ Διί, Αρχαιολογικό Μουσείο, Ολυμπία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Θεμιστοκλής υπήρξε πρωτεργάτης της πανελλήνιας συμφιλίωσης και εμπνευστής της μετατροπής της Αθήνας σε ισχυρή ναυτική δύναμη, απαλλαγμένος την κρίσιμη στιγμή από πολιτικές εμπάθειες και μικροπρέπειες, δικαιωθείς από το θριαμβευτικό αποτέλεσμα στη Σαλαμίνα. Για την αξιόμαχη πλεύση του στόλου που σχεδίαζε, χρειάζονταν χιλιάδες κωπηλάτες, (34.000 άνδρες για 200 τριήρεις, με την παραδοχή των 170 ατόμων για κάθε τριήρη). Τα πληρώματα των πλοίων μπορούσαν να καλυφθούν μόνο από τους θήτες, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να διαθέτουν δικό τους εξοπλισμό, ώστε να πολεμούν ως οπλίτες. Όταν γίνονταν κωπηλάτες, ο στόλος θα μπορούσε να βασίζεται πάνω τους. Η ναυτική Αθήνα είχε ανάγκη τους κωπηλάτες πλέον θήτες, σε αντίθεση με την προγενέστερη αγροτική Αθήνα.

Ο Θεμιστοκλής αντιλαμβανόμενος ότι αδυνατούσε να συνεργαστεί με τις άλλες παρατάξεις ενώπιον της απειλής των Περσών, άλλαξε τακτική: επιχείρησε να εφαρμόσει τα σχέδιά του περιορίζοντας την ισχύ των άλλων πολιτικών αρχηγών, ώστε να κυριαρχήσει στην Αθήνα, εκμεταλλευόμενος τον θεσμό του οστρακισμού. Διέθετε την υποστήριξη των θητών, ενώ, το 484 π.Χ. επικράτησαν στην Αθήνα οι δημοκρατικοί. Από την περιρρέουσα γεωπολιτική κατάσταση της μελλοντικής περσικής απειλής έθεσε στόχο και πέτυχε το 482 π.Χ. και τον εξοστρακισμό του πιο σκληρού του αντιπάλου του Αριστείδη, έχοντας πάντοτε ως στόχο την διαμόρφωση ενιαίου εσωτερικού μετώπου στην Αθήνα.

Όστρακο που φέρει το όνομα του Αριστείδη

Η τύχη ευνόησε την πόλη όταν περί το 483 π.Χ. ανακαλύφθηκε στο Λαύριο νέα φλέβα αργύρου, αξίας 100 ταλάντων. Ο Θεμιστοκλής ζήτησε να εγκαταλειφθεί η επιδοματική πολιτική της διανομής του πλούτου και να κατασκευαστούν τριήρεις, δήθεν για την αντιμετώπιση του ναυτικού ανταγωνισμού με τους, Αιγινήτες και τους Κορίνθιους. Η ικανότητά του να πείσει την Εκκλησία του Δήμου ειδικά στο ζήτημα αυτό, καταδεικνύει την ηγετική του μορφή. Ακόμη και η μεθόδευση υλοποίησης του όλου σχεδίου αποκαλύπτει τα προσόντα του και ως πολιτικού-οικονομολόγου.[4]

 

Η Πολεμική Δράση του Θεμιστοκλή έως και τη Ναυμαχία του Αρτεμισίου

Μετά την Ιωνική επανάσταση οι Πέρσες σταδιακά, κατέπνιξαν πρώτα (και αυτό έχει τη σημερινή γεωπολιτική του σημασία) την εξέγερση στην Κύπρο, (οι Κύπριοι διασπάστηκαν και οι Έλληνες δεν βοήθησαν όσο έπρεπε), κατόπιν στην Καρία, στην Ιωνία και στη συνέχεια στράφηκαν κατά της Ελλάδας. Το 492 π.Χ. με τον Μαρδόνιο απέτυχαν στην πρώτη εισβολή, λόγω της καταστροφής του στόλου τους από καταιγίδα στον Άθω – απρόβλεπτος παράγοντας που λειτούργησε υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Το 490 π.Χ. στον Μαραθώνα, ο εξηντάχρονος (!) Μιλτιάδης, κατανίκησε τους Πέρσες, (δεύτερη απόπειρα εισβολής). Μετά τον θάνατό του διαμορφώθηκε ένα «κενό εξουσίας» στην δημοκρατική Αθήνα, που καλυπτόταν πότε από τους συντηρητικούς με τον Αριστείδη και πότε από τους δημοκρατικούς με τον Θεμιστοκλή, εν μέσω αδυσώπητων πολιτικών αγώνων για την ανάληψη και διατήρηση της εξουσίας. Στην κοινωνική οργάνωση της αρχαίας Αθήνας, ο Θεμιστοκλής μετά τη νικηφόρα μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., ως αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης, αλλά και γενικότερα ως ηγέτης των Ελλήνων, φέρεται να διαμόρφωσε ως βασικό του σχεδιασμό αυτόν που τα θεμελιώδη στοιχεία του αποτυπώνονται στον παρακάτω Πίνακα.

Πηγή: https://infognomonpolitics.gr/2020/09/themistoklis-igesia-lipsi-apofaseon-navmachia-tis-salaminos/

Στην ιστορική συνέχεια, ο Ξέρξης Α΄ ανέβηκε στον θρόνο των Περσών το 486 π.Χ., σε ηλικία 34 ετών. Κληρονόμησε από τον πατέρα του δύο σοβαρότατα θέματα για επίλυση: το Αιγυπτιακό και το Ελληνικό. Η λήψη απόφασης από τον Ξέρξη για γενικευμένο πόλεμο εναντίον των Ελλήνων, αποκαλύπτει αυτό που επεδίωκαν οι Πέρσες: την πλήρη καθυπόταξη της μητροπολιτικής Ελλάδας. Συνέδριο των Περσών υπό τον Ξέρξη αποφάσισε την τρίτη κατά σειρά επίθεση εναντίον της Ελλάδος και αναλήφθηκαν οι προετοιμασίες με εντατικούς ρυθμούς. Στον διπλωματικό τομέα ο Ξέρξης επιζήτησε να εξασφαλίσει συμμάχους και συγχρόνως να διασπάσει τους Έλληνες. Απεσταλμένοι του ταξίδεψαν προς την Καρχηδόνα, την Θεσσαλία, την Βοιωτία (Θήβες), το Άργος και αλλού. Μία συμμαχία Καρχηδόνας – Περσίας θα εμπόδιζε τους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος να βοηθήσουν τη μητροπολιτική Ελλάδα. Ο εκπρόσωπος της ορθοφροσύνης Αρτάβανος επισήμανε στον Ξέρξη μεταξύ άλλων και το πρόβλημα της τροφοδοσίας της στρατιάς που θα είχε να αντιμετωπίσει, λόγω του μεγέθους της, προελαύνοντας σε εχθρική χώρα. Ο Ξέρξης απάντησε λέγοντας ότι μια εκστρατεία πραγματοποιείται με τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων σιταριού και νομής, ενώ πρόσθετα θα κατασχόταν η παραγωγή όποιας περιοχής στο μεταξύ υπετάσσετο, καθώς η εισβολή επρόκειτο να διενεργηθεί εις βάρος γεωργικών περιοχών.

Το φθινόπωρο του 481 π.Χ. είχε πραγματοποιηθεί στην Κόρινθο, συνέδριο των ελληνικών πόλεων- κρατών, όπου περί τις 31 πόλεις του Πανελληνίου συμφώνησαν να παραμερίσουν τις έχθρες και τις μεταξύ των διενέξεις και να ενωθούν ενάντια στην επικείμενη περσική εισβολή. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Θεμιστοκλή ήταν ότι έπαυσε τις ελληνικές διαμάχες, συμφιλίωσε τις πόλεις και τις έπεισε να αναβάλλουν τις έχθρες τους εν όψει της αντιμετώπισης του κοινού εχθρού. Απέδειξε ότι οι πατρίδες δεν σώζονται στις δύσκολες στιγμές από μακάριους πολιτικούς, αλλά από εκείνους που διαθέτουν τόλμη και φαντασία και τους ικανούς που προβλέπουν το μέλλον. Ακόμη και η διοίκηση των ναυτικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Σπαρτιάτη Ευρυβιάδη (τυπικός αρχηγός). Ωστόσο, ήταν προφανές ότι ο Θεμιστοκλής θα ήταν ο πραγματικός ηγέτης του ελληνικού στόλου. Στο συνέδριο της Κορίνθου αποφασίστηκε επίσης η κατάρτιση πολεμικού σχεδίου, ωστόσο κατά την διαμόρφωσή του διαφώνησαν οι Πελοποννήσιοι, υποστηρίζοντας ότι μόνο ο Ισθμός της Κορίνθου ήταν δυνατό να αποτελέσει φυσική αμυντική γραμμή. Ο Θεμιστοκλής αντιτάχθηκε σθεναρά σ’ αυτήν την γνώμη, θεωρώντας πως μ’ αυτόν τον τρόπο παραδινόταν αμαχητί η κεντρική Ελλάδα, η Αττική και η Βοιωτία. Ευτυχώς, η άποψή του υπερίσχυσε, με αποτέλεσμα να επιλεγεί αρχικά ως πρώτη γραμμή άμυνας, η κοιλάδα των Τεμπών. Στάλθηκαν στην περιοχή 10.000 άνδρες με επικεφαλής τον ίδιο τον Θεμιστοκλή και τον Σπαρτιάτη Ευαίνετο, όταν ο Ξέρξης βρισκόταν ήδη στην Άβυδο.

Οι πρώτες στρατιωτικές δυνάμεις των Περσών από τις σατραπείες, είχαν ξεκινήσει από Σούσα και Εκβάτανα, το καλοκαίρι του 481 π.Χ. και έπειτα από 50 ημέρες πορεία έφθασαν στα Κρίταλλα (Καππαδοκία). Στη συνέχεια κινήθηκαν προς τις Σάρδεις,[5] πρωτεύουσα της Λυδίας, 150 χλμ. περίπου ανατολικά της Σμύρνης. Από εκεί ο Ξέρξης απέστειλε, όπως και ο πατέρας του, πρέσβεις στην Ελλάδα ζητώντας «γη και ύδωρ». Από τις Σάρδεις αφού ξεχειμώνιασε κινήθηκε προς την Άβυδο του Ελλησπόντου, όπου κατέφθασε την άνοιξη του 480 π.Χ., παρεκκλίνοντας για να επισκεφθεί συμβολικά για θυσία και σπονδές τα ερείπια της Τροίας.

Η μορφή του Ξέρξη Α΄ βασιλέα των Περσών, λαξευμένη σε ανάγλυφο του τάφου του, στη νεκρόπολη Naqsh-e Rostam, πλησίον της Περσέπολης.

Είχε αποφασιστεί ότι οι περσικές δυνάμεις θα βάδιζαν ακολουθώντας παράλιο δρομολόγιο και θα διατηρούσαν επαφή με το στόλο που θα έπλεε παράκτια, λόγω των παραγόντων αλληλοϋποστήριξης και εφοδιασμού – η ξηρή ελληνική γη δεν θα μπορούσε να σιτίσει ένα μεγάλο στράτευμα. Ωστόσο αυτή η απόφαση ενείχε κινδύνους για τον περσικό στόλο: τα πλοία ακολουθώντας ένα παράκτιο δρομολόγιο θα ήταν ευάλωτα απέναντι στον ελληνικό στόλο, τα πολεμικά σκάφη θα έπρεπε να προστατεύουν τα φορτηγά και τα μεταγωγικά πλοία και τα πληρώματά τους θα καταπονούντο.

Ο στρατός του Ξέρξη διέσχισε τις πλοιογέφυρες του Ελλησπόντου σε επτά μερόνυχτα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η στρατιά αριθμούσε 1.720.000 πεζούς και 80.000 ιππείς. Οι περσικές δυνάμεις αποτελούνταν από 43 εθνοτικές ομάδες, υπό τις διαταγές έξι στρατηγών. Αν συνυπολογιστούν οι βοηθητικοί άνδρες, το υπηρετικό προσωπικό και οι «παρατρεχάμενοι», οδηγούμαστε σε εξωφρενικούς αριθμούς. Έχουν καταγραφεί ποικίλες εκτιμήσεις. Προσωπικά υπολογίζουμε λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τον διάλογο Ξέρξη – Δημάρατου και τον αριθμό του στρατεύματος του Μαρδόνιου που πολέμησε στις Πλαταιές, ότι η στρατιά κυμαινόταν συνολικά τουλάχιστον περί τους 400.000 μάχιμους άνδρες, με 20.000 ιππείς (το 5%). Το πολεμικό ναυτικό αποτελούνταν από 1.207 τριήρεις – οι 320 ήταν ελληνικές, δηλ. τα πληρώματα αποτελούνταν από Έλληνες και τα σκάφη ήταν του βασιλιά.[6] Συνεπώς αναφερόμαστε σε εισβολή λαών της Ασίας και της ΒΑ Αφρικής, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Από τα Σούσα, η περσική στρατιά πέρασε τον Ελλήσποντο, προέλασε σε Θράκη και Μακεδονία και συνέχισε την κάθοδο προς νότο.

Ο Μεγάλος Βασιλέας συμμάχησε με τους Καρχηδονίους, οι οποίοι παράλληλα εισέβαλαν στη Σικελία,[7] καθιστώντας έτσι αδύνατη την ενίσχυση της άμυνας της κυρίως Ελλάδος από τους Έλληνες των αποικιών. Υπήρξε δηλαδή ευρύτερος γεωπολιτικός σχεδιασμός, κυριαρχίας των Καρχηδονίων στην Δυτική και των Περσών στην Ανατολική Μεσόγειο, με ταυτόχρονο περιορισμό των Ελλήνων. Παράλληλα, σε πολιτικό επίπεδο, ο Ξέρξης είχε στο πλευρό του τους Αθηναίους Πεισιστρατίδες, τους Θεσσαλούς Αλευάδες και τον εξόριστο βασιλιά της Σπάρτης, Δημάρατο. Στη συνέχεια, χάρη στην προέλασή του, κατάφερε να προσεταιριστεί Θράκες, Θεσσαλούς, Θηβαίους και Αργίτες. Οι περσικές δυνάμεις στην πορεία τους ενισχύονταν, αφού τα ελληνικά φύλα και οι κοινότητες (αυθόρμητα ή αναγκαστικά), συντάσσονταν με τους εισβολείς.

Χάρτης του Ελλησπόντου και αναπαράσταση του επεισοδίου του τιμωρητικού μαστιγώματος της θάλασσας στο συγκεκριμένο σημείο

Στρατηγός των Αθηναίων είχε αναδειχθεί ο Θεμιστοκλής.[8] Όταν παρέλαβε την ηγεσία, μερίμνησε αρχικά να σταματήσει τις εμφύλιες διαμάχες και τις έχθρες, ώστε ενωμένοι οι Έλληνες να αντιμετωπίσουν τον βαρβαρικό στρατό. Στη συνέχεια, παρακίνησε τους συμπολίτες του να αντιμετωπίσουν τον εχθρό κυρίως στην θάλασσα. Ο Θεμιστοκλής έστειλε επίσης πρέσβεις σε όλη την Ελλάδα ζητώντας βοήθεια, φύλαξη των οδών πρόσβασης και στοχεύοντας να καταστήσει κοινό, πανελλήνιο, τον αγώνα κατά των Περσών (Σταγειρίτης, 1816). Πρόσθετα με πρότασή του δόθηκε αμνηστία σε όλους τους εξόριστους Αθηναίους πολίτες.

Η δύναμη των 10.000 Ελλήνων οπλιτών, που είχε καταλάβει τα στενά των Τεμπών ως πρώτη γραμμή άμυνας, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει, όταν ο Αλέξανδρος Α΄ βασιλιάς της Μακεδονίας, τους προειδοποίησε ότι η εν λόγω κοιλάδα εύκολα θα παρακάμπτονταν από διάφορα περάσματα. Επιπρόσθετα, απογοητεύτηκαν από τους Θεσσαλούς και τους υπόλοιπους Έλληνες που κατοικούσαν κοντά στα περάσματα, επειδή έδωσαν «γη και ύδωρ» στους αγγελιοφόρους του Ξέρξη. Την χρονική περίοδο όπου οι Πέρσες διεκπεραιώνονταν από την Άβυδο στη Σηστό στον Ελλήσποντο, οι Έλληνες αποσύρονταν από τα Τέμπη. Ο σημαντικότερος λόγος υποχώρησης ήταν η έλλειψη κατάλληλου χώρου για ναυμαχία. Η θάλασσα ήταν ανοιχτή, δεν υπήρχαν πουθενά στενά που να προσέφεραν το επιχειρησιακό πλεονέκτημα, στο όποιο στήριζε κυρίως την τακτική του ο Θεμιστοκλής. Αν ο ελληνικός στόλος ναυμαχούσε στην θάλασσα στ’ ανοικτά της Θεσσαλίας, κινδύνευε να περικυκλωθεί και να νικηθεί. Αν δεν ναυμαχούσε και άφηνε ακάλυπτο τον στρατό, τότε ο περσικός στόλος θα μπορούσε να αποβιβάσει στρατό στα νώτα του ελληνικού, στα Τέμπη, να τον κυκλώσει και να του αποκόψει τον δρόμο της υποχώρησης και τις επικοινωνίες με τις βάσεις του. Η απόφαση να εγκαταλειφθούν τα Τέμπη, υποστηρίχθηκε πιθανότατα και από τον Θεμιστοκλή.

Στο επόμενο συνέδριο την άνοιξη του 480 π.Χ. οι Έλληνες-σύμμαχοι συμφώνησαν να σταλούν οι στρατιωτικές τους δυνάμεις στην επόμενη αμυντική τοποθεσία, (δεύτερη γραμμή άμυνας), στις Θερμοπύλες (σε μία προσπάθεια να εξασφαλιστεί και η στήριξη των Βοιωτών) και ο συμμαχικός στόλος στο ακρωτήριο Αρτεμίσιο. Εδώ αποδείχτηκε ότι η στρατηγική του Θεμιστοκλή ήταν σωστή, επειδή στις ναυμαχίες που ακολούθησαν ο ελληνικός στόλος κράτησε τις θέσεις του και προξένησε σημαντικές απώλειες στους Πέρσες, ενώ οι συμμαχικές απώλειες ήταν πολύ μικρότερες. Ο στόλος υποχώρησε μόνο όταν «χάθηκαν» οι Θερμοπύλες. Οι Έλληνες πολέμησαν στα στενά των Θερμοπυλών, έως ότου βρήκε διέξοδο ο Περσικός στρατός.

Jacques-Louis David, Léonidas aux Thermopyles, 1814, Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι

Αναλυτικότερα, τον Αύγουστο του 480 π.Χ., όταν ο περσικός στρατός πλησίαζε στην Θεσσαλία, ο συμμαχικός στρατός βρισκόταν στις Θερμοπύλες και ο στόλος στο Αρτεμίσιο, ώστε με συνδυασμένο αγώνα να αναχαιτίσουν τον επιδρομέα. Η αποστολή του συμμαχικού στόλου ήταν να μην αποκοπεί και να μην επιτρέψει περσική απόβαση στα νώτα του στρατού του εξηντάχρονου Λεωνίδα. Ενώ ο Ξέρξης κατέβαινε αργά, αλλά με ασφάλεια από τα/την Θέρμα/Θέρμη, (στα ερείπια της οποίας κτίστηκε η Θεσσαλονίκη), ο αρχιναύαρχος Μεγαβάτης αναχώρησε από τον Θερμαϊκό και προσέγγισε την ανατολική παραλία της Μαγνησίας, όπου διανυκτέρευσε. Το επόμενο πρωί, κτυπήθηκε από σφοδρότατη καταιγίδα για τρία ολόκληρα μερόνυχτα που επέφερε σημαντικές ζημιές, καταστρέφοντας περί τις 400 τριήρεις και αρκετά φορτηγά πλοία. Τα εχθρικά πλοία που γλίτωσαν μπόρεσαν να φθάσουν στους Αφέτες, (σημερινό Τρίκερι), μόλις την τέταρτη μέρα, αφού κόπασε ο αέρας, (νωρίς το δειλινό, της ίδιας μέρας κατά την οποία άρχισαν οι εχθροπραξίες στις Θερμοπύλες). Οι Πέρσες είχαν φθάσει νωρίτερα στις Θερμοπύλες αλλά αποφάσισαν να μην επιτεθούν στον Λεωνίδα, χωρίς την άφιξη του στόλου τους, αναμένοντας λόγω της υπεροχής τους από τους Έλληνες να διασκορπιστούν.

Ο περσικός στόλος, είχε ενισχυθεί με 120 πλοία και 24.000 άνδρες από τις περιοχές της Θράκης και ναυλοχούσε βορειοανατολικά από την θέση όπου είχε παραταχθεί ο ελληνικός στόλος, [Αρτεμίσιο], φράζοντας την είσοδο του Μαλιακού κόλπου, υποστηρίζοντας από την θάλασσα το στρατό του Λεωνίδα. Η θέση που είχε επιλέξει ο συμμαχικός στόλος, μετά από παρότρυνση του Θεμιστοκλή, ήταν ευνοϊκή καθώς προστατευόταν από τους ανέμους των βουνών της Εύβοιας όντας, παράλληλα, σε θέση να αποτρέψει την είσοδο του εχθρού στον Μαλιακό κόλπο. Η επικοινωνία με το στρατόπεδο του Λεωνίδα γινόταν με μικρά ταχύπλοα σκάφη.

Με την παρότρυνση του Θεμιστοκλή, ο οποίος είχε πληροφορίες από τον λιποτάκτη Σκιωναίο Σκυλλία[9] ότι οι Πέρσες είχαν ανυπολόγιστες ζημιές από την θαλασσοταραχή, αποφασίστηκε να δωθεί μάχη στο Αρτεμίσιο. Επιπλέον ο Σκυλλίας ενημέρωσε τον Θεμιστοκλή ότι οι Πέρσες είχαν στείλει περί τα 200 πλοία τους να διέλθουν την Εύβοια, για την περικύκλωση του ελληνικού στόλου. Οι Πέρσες, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι οι Έλληνες δεν θα έμεναν να ναυμαχήσουν επιτόπου, σκέφτηκαν ότι εάν πραγματοποιούσαν κατά μέτωπο επίθεση, ίσως τα ελληνικά πλοία στην διάρκεια της νύχτας, κατόρθωναν να διαφύγουν προς το νότο και έτσι σχεδίασαν να τα κυκλώσουν. Στο συμμαχικό συμβούλιο των ναυάρχων όλοι υποστήριξαν την αναμονή της επίθεσης των Περσών, εκτός από τον Θεμιστοκλή ο οποίος συμβούλευσε άμεση επίθεση εναντίον του εχθρικού στόλου (Σταγειρίτης, 1816, σελ. 25). Άλλοι υποστήριξαν να επιτεθούν πρώτα εναντίον των 200 εχθρικών πλοίων. Συνεπώς βλέπουμε τους Έλληνες να αποκτούν την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλάζοντας τη στάση τους από αμυντική σε επιθετική. Αυτό δείχνει ακμαίο φρόνημα, με στόχο τον αιφνιδιασμό του εχθρού και την θέληση για δοκιμή των ικανοτήτων των δύο αντίπαλων στόλων. Από την πλευρά τους οι Πέρσες σκόπευαν να μην επιτεθούν νωρίτερα εναντίον των Ελλήνων, πριν τους ενημερώσουν αυτοί που θα έκαναν τον περίπλου της Εύβοιας, ότι έφθασαν στον προορισμό τους. Εάν το περσικό σχέδιο είχε πετύχει τα πράγματα θα εξελίσσονταν πολύ άσχημα για τον ελληνικό στόλο, καθώς θα βρισκόταν περικυκλωμένος. Οι Έλληνες ήθελαν να δοκιμάσουν τις δικές τους τακτικές. Ειδικά τα σχέδια του Θεμιστοκλή θα εφαρμόζονταν πλέον στην πράξη, σε επιχειρησιακό επίπεδο. Όταν οι Πέρσες είδαν τους Έλληνες να εξορμούν με λίγα πλοία, (περί τις 600 τριήρεις), κύκλωσαν τον θρασύτατο ελληνικό στόλο, ώστε να συλλάβουν τα ελληνικά πλοία.

Αριθμός περσικών πλοίων, όταν αυτά βρίσκονταν στον Δορίσκο – αν και κατά την διάρκεια της πρώτης καταιγίδας στη Μαγνησία, απωλέσθηκε το 1/3 των πλοίων. Στην Αθήνα ανήκαν και οι 20 τριήρεις που επανδρώθηκαν από τους Χαλκιδείς αλλά και οι ενισχύσεις που κατέφθασαν την δεύτερη ημέρα στο Αρτεμίσιο (στην παρένθεση αναφέρονται οι πεντηκόντοροι).

Στις ναυμαχίες, ο περσικός στόλος χρησιμοποιούσε την τακτική της εμβολής αγήματος. Τα ισχυρότατης κατασκευής πλοία του μετέφεραν πολύ περισσότερους πολεμιστές σε σύγκριση με τα ελληνικά. Τοποθετούμενα σε πυκνή τάξη, πλησίαζαν τα ελληνικά και επιχειρούσαν να τα καταλάβουν με έφοδο (ρεσάλτο). Αντίθετα, τα ελληνικά πολεμικά τάσσονταν σε χαλαρή τάξη και προσπαθούσαν με την χρήση του εμβόλου να τα εξουδετερώσουν. Τα περισσότερα περσικά πλοία υπερκέρασαν τις δύο πλευρές της ελληνικής παράταξης. Οι Έλληνες τριήραρχοι με ψυχραιμία πύκνωσαν την παράταξή τους και σχημάτισαν κύκλο, εξασφαλίζοντας επίθεση από τα νώτα – ασφαλώς άλλος ένας επιτυχημένος αυτοσχεδιασμός του Θεμιστοκλή. Τα ελληνικά πλοία εγκατέλειπαν για λίγο τον αμυντικό κύκλο, έπλητταν με το έμβολό τους τα περσικά και επέστρεφαν στον κύκλο. Η ταχύτητα και η ακρίβεια των κινήσεών τους αποδεικνύουν το υψηλό ηθικό, τις ικανότητες των αξιωματικών και των πληρωμάτων και την τριβή τους για την απόκτηση εμπειριών και δεξιοτήτων. Έχοντας ως πλεονέκτημα την αποδυνάμωση του περσικού στόλου, από τις απώλειες λόγω της θαλασσοταραχής και της απομάκρυνσης των 200 εχθρικών πολεμικών, οι Έλληνες αποφάσισαν να επιτεθούν αργά το απόγευμα και επέτυχαν να συλλάβουν τριάντα εχθρικά πλοία έως ότου νύχτωσε (Α΄ φάση). Γνώριζαν ότι οι Πέρσες χρειάζονταν 40 ώρες για να περιπλεύσουν την Εύβοια. Οι τελευταίοι αιφνιδιάστηκαν. Η ναυμαχία κράτησε έως τη νύχτα, οπότε οι Έλληνες απέπλευσαν για το Αρτεμίσιο και οι Πέρσες για τους Αφέτες.

Συγχρόνως τα 200 εχθρικά πλοία που εστάλησαν για να βρεθούν στα νώτα του ελληνικού στόλου, έπεσαν σε σφοδρή καταιγίδα και καταστράφηκαν. Επιπρόσθετα, 53 αθηναϊκές τριήρεις κατέπλευσαν στο Αρτεμίσιο για ενίσχυση.[10] Ενθαρρυμένοι, οι Έλληνες το απόγευμα της επόμενης ημέρας επιτέθηκαν στον εχθρικό στόλο, του οποίου πολλά πλοία χρειάζονταν επισκευή και τα πληρώματά τους ξεκούραση από την ταλαιπωρία της νυχτερινής θύελλας, κατέστρεψαν πλοία των Κιλίκων και επέστρεψαν στο αγκυροβόλιό τους (Β΄ φάση).

Στη συνέχεια, οι ναύαρχοι των Περσών φοβούμενοι την αντίδραση του Ξέρξη, διέταξαν τον στόλο τους να επιτεθεί. Οι Έλληνες ενθαρρυμένοι από τις προηγούμενες επιτυχίες τους, ανοίχτηκαν και ετοιμάστηκαν για την τρίτη σύγκρουση. Οι Πέρσες έθεσαν τα πλοία τους σε σχηματισμό, ώστε να υπερφαλαγγίσουν τον ελληνικό στόλο. Οι Έλληνες όμως ανταπεξήλθαν στηριζόμενοι με τα πλευρά τους στις ακτές. Και πολέμησαν ηρωικά. Τα περσικά πλοία καθώς σύγκλιναν να επιτεθούν συγκρούονταν μεταξύ τους με αποτέλεσμα να καταστρέφονται. Παρόλα αυτά δεν ανέκρουσαν, αλλά πίεζαν τους Έλληνες προκαλώντας ζημιές. Μετά από πολύωρη ναυμαχία οι αντίπαλοι στόλοι χωρίστηκαν (Γ΄ φάση). Έπειτα από τρεις ημέρες αμφίρροπης ναυμαχίας στο Αρτεμίσιο,[11] δεν υπήρξε απόλυτος νικητής, με σημαντικές απώλειες και από τις δύο πλευρές. Οι ασθενέστεροι Έλληνες αποκόμισαν πολλά, ενώ οι Πέρσες, αντίθετα, πίστευαν ότι ήταν εκείνοι που είχαν επικρατήσει. Η επισκόπηση των φάσεων της ναυμαχίας του Αρτεμισίου καταδεικνύει ότι οι Έλληνες πειραματίστηκαν σε διάφορα επιχειρησιακά σχέδια και τακτικές, ενώ εφάρμοσαν και ασκήσεις σύντονης εκπαίδευσης.

Χάρτης μάχης των Θερμοπυλών και της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Ωστόσο, η ταυτόχρονη ήττα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες (11 Αυγούστου 480 π.Χ.), υποχρέωσε τον ελληνικό στόλο να υποχωρήσει και να καταπλεύσει στη Σαλαμίνα. Μπορούμε για λίγο να φανταστούμε την επιστροφή κτυπημένων τριηρών, πρόχειρα επισκευασμένων, με σπασμένα κουπιά, κατεστραμμένα έμβολα, με κενά στους κωπηλάτες, μεταφέροντας σορούς, τραυματίες και πρόσφυγες, με εφόδια και ζώα, με αναπτερωμένο μεν το ηθικό φρόνημα των ανδρών, αποφασισμένων να συνεχίσουν τον αγώνα, αλλά με πολλά ερωτηματικά και ανησυχία για το μέλλον. Ο Λεωνίδας πέθανε στη μάχη, προκαλώντας βαριές απώλειες στους εισβολείς. Οι Πέρσες αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στις Θερμοπύλες γιατί εκτός από λόγους γοήτρου, αδυνατούσαν να παρακάμψουν τα στενά λόγω του συμμαχικού στόλου. Οι συγκρούσεις στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο δεν έκριναν τον αγώνα. Κατέδειξαν όμως στους βαρβάρους την αρετή και το υψηλό φρόνημα των Ελλήνων.

Σε μία αποτίμηση της ναυμαχίας του Αρτεμισίου, η οποία κράτησε περίπου μία εβδομάδα, θεωρούμε ότι οι Έλληνες ήταν οι νικητές – απόκτησαν πείρα και θάρρος. Τα ελληνικά πληρώματα και οι κυβερνήτες εκπαιδεύτηκαν σκληρά στις θαλάσσιες συγκρούσεις και μάλιστα σε δύσκολο πεδίο, με ισχυρότερες αντίπαλες δυνάμεις. Μειώθηκε περαιτέρω η αυξημένη αναντιστοιχία των δύο αντίπαλων δυνάμεων. Οι Πέρσες άρχισαν να χάνουν την αυτοπεποίθησή τους. Ουσιαστικά, ήταν νίκη των Αθηναίων και του Θεμιστοκλή επί των Περσών. Θεωρούμε ότι ο Θεμιστοκλής θα πρέπει να είχε αντιληφθεί την αδυναμία συγκράτησης των εισβολέων στις Θερμοπύλες. Ωστόσο το στρατηγικό όπλο των Ελλήνων, ο συμμαχικός στόλος, χρειαζόταν άσκηση σε πεδίο μάχης, σύντονη εκπαίδευση, απόκτηση πολεμικής πείρας σε ναυτικές συγκρούσεις, δοκιμές δεξιοτήτων και επιχειρησιακών τακτικών, ανίχνευση των εχθρικών δυνατοτήτων και μεθόδων εμπλοκής τους, από τους Έλληνες κυβερνήτες και στρατηγούς και αναπτέρωση ηθικού.

Αρχαίο πολεμικό και εμπορικό πλοίο, αττικός κύλικας, 6ος αι. π.Χ., Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

Επιπρόσθετα έπρεπε να στηριχθεί κατάλληλα η ψυχολογία των Αθηναίων, καθώς ήταν μάλλον αναπόφευκτη η κατάληψη και η καταστροφή της πόλης τους, να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος για την εκκένωσή της και για συναφείς προετοιμασίες, αλλά και για να παρέλθει μέρος του φθινοπώρου, ώστε ο καιρός να αποδειχθεί σύμμαχος των Ελλήνων. Υπήρχαν και ελπίδες ενίσχυσης των αμυνομένων, είτε από αυτομολίες Ιώνων είτε από άλλες ελληνικές περιοχές. Υποχωρώντας τα αθηναϊκά πλοία, χάραζαν μηνύματα σε βράχους, όπου υπήρχαν πηγές με πόσιμο νερό και επρόκειτο να περάσουν οι εχθροί, προς τους Ίωνες και τους Κάρες, με τα οποία τους καλούσαν να αποστατήσουν ή να μην δείξουν τουλάχιστον προθυμία στις συγκρούσεις.

 

[Συνεχίζεται]

 

Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.
Ο Δημήτριος Γεωργαντάς είναι Υποναύαρχος (Ο) ΠΝ ε.α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «Θα είμαστε δίκαιοι αύριο, σήμερα πρέπει να είμαστε πανούργοι», δηλώνει ο Οδυσσέας στο νεαρό Νεοπτόλεμο όταν τον συνοδεύει για να εξαπατήσει τον Φιλοκτήτη, κατά τα λεγόμενα του Σοφοκλή.

[2] Ειδικότερα για την ηγεσία του Θεμιστοκλή, βλ. Βιδάκης, Γεωργαντάς, Μπάλτος, (28-9-2020). «Ηγεσία σε περιβάλλον Κρίσης: Ένα Ιστορικό Υπόδειγμα», στην Θεματική Ενότητα: Ηγεσία & Λήψη Αποφάσεων,  https://infognomonpolitics.gr/2020/09/themistoklis-igesia-lipsi-apofaseon-navmachia-tis-salaminos/

[3] Στο έργο παρουσιάστηκαν το 493 π.Χ., οι καταστροφές που υπέστη η Μίλητος από τους Πέρσες,καθώς ήταν το κέντρο της εξέγερσης των πόλεων της Ιωνίας εναντίον τoυς. Κατά την αρχαία παράδοση η συναισθηματική φόρτιση των θεατών ήταν τόσο μεγάλη, που διέκοψαν την παράσταση και τιμώρησαν τον Αθηναίο δραματουργό με βαρύ πρόστιμο 1.000 δραχμών, επειδή τους θύμισε «οικεία κακά».

[4] Με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου έκαστος από τους εκατό (100) πλουσιότερους Αθηναίους ανέλαβε τη ναυπήγηση μίας τριήρους. Αναλυτικότερα βλ. https://elisme.gr/gr/2013-01-07-19-12-38/2013-01-07-19-13-45/2013-01-07-19-17-39/item/42-889, https :// epppl. lexxion. eu / article / EPPPL/2021/1/10

[5] Ο πάμπλουτος Λυδός Πύθιος, (μάλλον εγγονός του βασιλιά Κροίσου, ακολουθώντας βαθιά φιλοπερσική πολιτική, παρείχε πλουσιοπάροχη υποστήριξη στο στράτευμα του Ξέρξη), αναφερόμενος στο Αιγαίο ενώπιον του ίδιου του Μεγάλου Βασιλέα δεν διστάζει να το αποκαλέσει «Ελληνική Θάλασσα», υποχρεωμένος από την πραγματικότητα, αν και φυσικά ο ίδιος Ξέρξης δεν θα ήθελε να ακούσει κάτι ανάλογο.

[6] Αναλυτικότερα τα πολεμικά πλοία των Περσών αποτελούνταν από: 300 Φοινικικά, 200 Αιγυπτιακά, 150 Κυπρίων, 100 Ιώνων, Χίων & Σαμίων, 100 Ελλησπόντιων & Πόντιων, 100 Κιλικίων, 70 Καρίων, 77 Αιολέων, Λέσβιων & Τενέδιων, 50 Λυκίων, 30 Δωριέων (Κάριοι, Ρόδιοι, Κώες) και 30 Πάμφυλων. Επιπλέον, διέθετε 3.000 μεταγωγικά & φορτηγά πλοία, (πεντηκοντόρους, τριακοντόρους, και μικρότερα σκάφη), για τη μεταφορά αλόγων και εφοδίων. Στις τριήρεις επέβαιναν 277.600 και 240.000 άτομα στα βοηθητικά πλοία, (σύνολο 517.600 άνδρες). Η αρχηγία στις ναυτικές δυνάμεις των εισβολέων είχε ανατεθεί σε τέσσερεις ονομαστούς στρατηγούς: τον Μεγάβαζο, τον αδελφό του Ξέρξη Α΄ Αριαβίγνη, τον Πληξάσπη και τον Αχαιμένη. Στόλαρχος των Περσών ήταν ο Μεγαβάτης.

[7] Ο τύραννος των Συρακουσών Γέλων συμμετείχε στο προηγούμενο συνέδριο των Ελλήνων στην Κόρινθο και δεσμεύτηκε για στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης των Περσών.

[8] Όταν οι Αθηναίοι ήθελαν να εκλέξουν στρατηγό για να αναλάβει το βάρος του πολέμου, κανένας δεν αποδεχόταν την θέση. Τελικά δέχθηκε ο Επικύδης, (γιός του Ευφημίδου), με ευφράδεια, δεινός δημαγωγός, φιλάργυρος, άνανδρος και δειλός. Ο Θεμιστοκλής φοβούμενος την δειλία ή την φιλαργυρία του, τον έπεισε δωροδοκώντας τον να του παραδώσει τη στρατηγία.

[9] Η Σκιώνη, ήταν αποικία των Ευβοιωτών στην Παλλήνη της Χαλκιδικής (χερσόνησος της Κασσάνδρας). Ο Σκυλλίας «δύτης των τότε ανθρώπων άριστος», κατά τον Ηρόδοτο, ήταν γνωστός για τις σπουδαίες κολυμβητικές του επιδόσεις και οι Πέρσες τον συνέλαβαν. Όταν έμαθε τα σχέδια των Περσών, βούτηξε στην θάλασσα, έκοψε τα σχοινιά από τις άγκυρες των περσικών πλοίων, δημιουργώντας τους τεράστια προβλήματα και χρησιμοποιώντας ένα καλάμι ως αναπνευστήρα κολύμπησε, χωρίς να ανέβει στην επιφάνεια της θάλασσας, από τους Αφέτες έως το Αρτεμίσιο, μία απόσταση 80 σταδίων, δηλ. περ. 14.800 μ. Το εντυπωσιακό είναι, ότι ενώ στην Ελλάδα ο Σκυλλίας δεν έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστός, θεωρείται διεθνώς ο πρώτος κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων, βατραχάνθρωπος, καταδύτης και «κυνηγός» ενάλιων θησαυρών σε όλη την παγκόσμια ιστορία!

[10] Πιθανόν να είχαν σταλεί για την προστασία του στενού του Ευρίπου και μετά την καταστροφή των 200 περσικών πλοίων, να κατέπλευσαν στο Αρτεμίσιο. Ή πιθανόν να κατέπλευσαν από τον Πειραιά, όπου μεριμνούσαν για μεταφορά των πληθυσμών της Αθήνας στη Σαλαμίνα, Τροιζήνα και Αίγινα. Ίσως να είχε ζητήσει ενισχύσεις ο Θεμιστοκλής προκειμένου να καταναυμαχήσει τον εχθρικό στόλο.

[11] Ο Πίνδαρος έγραψε για τη ναυμαχία του Αρτεμισίου: «όπου παίδες Αθηναίοι κρηπίδα λαμπράν έστησαν ελευθερίας» – «Εκεί τα παιδιά της Αθήνας έβαλαν το φωτεινό θεμέλιο της ελευθερίας».

Θωμάς Δημόπουλος: Διπλωματικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια: οι σχέσεις Ελλάδος-Γιουγκοσλαβίας υπό δοκιμασία (1933-1937)

Θωμάς Δημόπουλος

 

Διπλωματικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια: οι σχέσεις Ελλάδος-Γιουγκοσλαβίας υπό δοκιμασία (1933-1937)

 

Στη μνήμη του δασκάλου μου Σπύρου Σφέτα

 

 

A. Ο δρόμος προς το Βαλκανικό Σύμφωνο της 9ης Φεβρουαρίου 1934

 

Οι ισορροπίες στα Βαλκάνια και η προπαρασκευή του Βαλκανικού Συμφώνου

 Οι Συνθήκες που τερμάτισαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν κατάφεραν να επιλύσουν ουσιαστικά τα εθνικά ζητήματα στα Βαλκάνια. Το σύστημα των Βερσαλλιών ήταν το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού ανάμεσα στη θέληση των βαλκανικών λαών και τα συμφέροντα των νικητριών Δυνάμεων. Το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (Γιουγκοσλαβία από το 1929) και η Ελλάδα ανήκαν στους νικητές του Μεγάλου Πολέμου και επεδίωκαν σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου την διατήρηση του status quo και την εμπέδωση των νέων εδαφών και των πληθυσμών τους. Ωστόσο, οι δύο χώρες συνόρευαν σε πολλές περιπτώσεις με αναθεωρητικά κράτη, όπως η Ουγγαρία, η Ιταλία και η Βουλγαρία.

Η Ιταλία ακολουθούσε μια πολιτική περικύκλωσης της Γιουγκοσλαβίας. Για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους δεν επιθυμούσε να βρίσκεται μια μεγάλη δύναμη στην αντίπερα όχθη της Αδριατικής, ενώ παράλληλα επιθυμούσε να αυξήσει την επιρροή στα Βαλκάνια. Οι διπλωματικές κινήσεις της Ιταλίας σε συνδυασμό με τα σύμφωνα Ελλάδας-Ιταλίας και Ιταλίας-Τουρκίας του 1928, καθώς και το σύμφωνο Ελλάδας-Τουρκίας του 1930 θεωρήθηκαν από την Γαλλία ότι εντάσσονταν στην ίδια ιταλική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου, εκμεταλλευόμενη τις διεθνείς εξελίξεις ξεκίνησε μια διαδικασία προσέγγισης με την Ιταλία και την Τουρκία, ασκώντας με τον τρόπο αυτό πίεση στην παρελκυστική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας με στόχο να εξομαλύνει και με την τελευταία τις σχέσεις της.

Από το 1933 το οικοδόμημα των Βερσαλλιών άρχισε να απειλείται καθώς το σύστημα συλλογικής ασφάλειας κατέρρεε. Η οικονομική κρίση του 1929 και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία ενίσχυσε το αναθεωρητικό μέτωπο στην Ευρώπη. Η γαλλική πολιτική, ανησυχώντας για τις διεθνείς εξελίξεις, προώθησε την σύμπηξη ενός διαβαλκανικού συνασπισμού, ο οποίος θα συνδεόταν έμμεσα με την Μικρή Αντάντ. Παράλληλα, από την άνοιξη του 1933, ο Ρουμάνος υπουργός των Εξωτερικών τάχθηκε υπέρ ενός νέου συμφώνου που θα περιελάβανε περισσότερα κράτη της Βαλκανικής σε μια προσπάθεια επέκτασης της γαλλικής πολιτικής έναντι της ιταλικής και της γερμανικής επιθετικότητας. Ως αρχικός στόχος προτάθηκε η συνεργασία όλων των βαλκανικών κρατών σε πολιτικό, οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, ωστόσο, κατόπιν της γαλλικής επιρροής η Βαλκανική Συμφωνία άρχισε να λαμβάνει αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά, που στρέφονταν κυρίως εναντίον των αναθεωρητικών κρατών. Ο υπό δημιουργία συνασπισμός έλαβε σύντομα αντιιταλικά χαρακτηριστικά, ενώ απέτρεπε την προσχώρηση της Βουλγαρίας, καθώς ακρογωνιαίος λίθος του συνασπισμού κατέστη η διατήρηση του status quo.1

Χάρτης των Βαλκανίων της δεκαετίας του 1930.

Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος που ανήλθε στην εξουσία τον Μάρτιο του 1933 ήταν ανοιχτή στο ενδεχόμενο προσχώρησης της Ελλάδος σε κάποιο πολυμερές σύμφωνο σε αντίθεση με την έως τότε πολιτική του Βενιζέλου. Η αρχική προσπάθεια δημιουργίας ενός άξονα μεταξύ της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας με στόχο την αποτροπή μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης απέτυχε. Η Ελλάδα ανησύχησε ιδιαίτερα από την βουλγαρική πολιτική καθώς διαφαινόταν ότι η Σόφια προτιμούσε μια προσέγγιση με το Βελιγράδι, την οποία προωθούσε και η Γαλλία, σε ανθελληνική βάση.2 Σύμφωνα με τον Τούρκο πρεσβευτή στην Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση δεν εμπιστευόταν την βουλγαρική καλή θέληση και επιθυμούσε την ενίσχυση της ελληνοτουρκικής φιλίας χωρίς αυτή να τάσσεται υπέρ του ιταλικού ή του γαλλικού συνασπισμού.3 Η προσπάθεια ελληνοτουρκικής προσέγγισης ενισχύθηκε μέσω του Συμφώνου «Εγκάρδιας Συνεννόησης» του 1933, το οποίο προέβλεπε την εξασφάλιση του κοινού συνόρου της Θράκης και της συνεννόησης Ελλάδος και Τουρκίας.

Αλέξανδρος Α΄ της Γιουγκοσλαβίας.
Βόρις Γ΄ της Βουλγαρίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Γαλλία ασκούσε πιέσεις με σκοπό μια βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Μια πρώτη διάθεση προσέγγισης της Γιουγκοσλαβίας είχε διαφανεί από την βουλγαρική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης τον Οκτώβριο του 1931, έχοντας όμως ημιεπίσημο χαρακτήρα.4 Η κυβέρνηση του Νικόλα Μουσάνωφ (Никола Мушанов) σκεφτόταν την διάλυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) με σκοπό να μειώσει τις εντάσεις που δημιουργούσε στο εσωτερικό, αλλά κυρίως στο ζήτημα της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία. Από τον Απρίλιο του 1933 η βουλγαρική κυβέρνηση χορήγησε αμνηστία στους Βούλγαρους αγροτικούς φυγάδες που είχαν καταφύγει στην Γιουγκοσλαβία και ήταν υπέρμαχοι μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, ενώ στα τέλη του ίδιου μήνα αντιπροσωπεία της σερβικής εκκλησίας με επικεφαλής τον επίσκοπο του Νόβι Σαντ και τον επίσκοπο Αχριδών – Βιτωλίων συλλειτούργησε στη Σόφια με τον Έξαρχο, μητροπολίτη Σόφιας Στέφανο, αν και η βουλγαρική εκκλησία ήταν σχισματική.5 Κατόπιν γαλλικών προτροπών και της διαμεσολάβησης του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών, Πώλ Μπονκούρ (Paul Boncour), ο βασιλιάς Αλέξανδρος πείστηκε να συναντηθεί με τον Βούλγαρο βασιλιά, Βόριδα Γ’. Οι δύο βασιλείς συναντήθηκαν στις 18 Σεπτεμβρίου 1933 στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βελιγραδίου. Αν και στην συνάντηση επισημάνθηκαν τα κοινά στοιχεία των δύο λαών, ο βασιλιάς Αλέξανδρος εξακολουθούσε να είναι επιφυλακτικός απέναντι στον Βούλγαρο βασιλιά όσο ο τελευταίος συνέχιζε να στηρίζει την δράση της ΕΜΕΟ.6

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των συσκέψεων των υπουργών Εξωτερικών της Μικρής Αντάντ τον Σεπτέμβριο του 1933, οι κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας αποφάσισαν να λάβουν πρωτοβουλίες για την εδραίωση του status quo στα Βαλκάνια. O Γιουγκοσλάβος βασιλιάς, Αλέξανδρος, και ο Ρουμάνος υπουργός των Εξωτερικών, Νικολάε Τιτουλέσκου (Nikolae Titulescu), αποφάσισαν να διενεργήσουν συναντήσεις με τις κυβερνήσεις της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, ώστε να επιτευχθεί κάποιου είδους προσέγγιση. Η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε η βαλκανική συνεννόηση να λάβει αντιιταλικό χαρακτήρα, ενώ η Ρουμανία ανησυχούσε για την έναρξη μιας προσέγγισης μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας, η οποία θα έστρεφε τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό στην Νότια Δοβρουτσά. Η επιτυχία ή η αποτυχία του εγχειρήματος θα ευνοούσε αντίστοιχα την γαλλική ή την ιταλική πολιτική στα Βαλκάνια.7

6 Νοεμβρίου 1933. Βαλκανική Διάσκεψη για ειρηνική συνύπαρξη στη Θεσσαλονίκη. Μια πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ξεκινώντας τις επαφές του με τις κυβερνήσεις των βαλκανικών κρατών πραγματοποίησε μια συνάντηση με τον βασιλιά Βόριδα στο Ευξείνογκραντ, στις 2 Οκτωβρίου 1933, καθώς ταξίδευε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η επαναπροσέγγιση ήταν εφικτή και επιθυμητή», εφόσον επιλύονταν ορισμένα διμερή θέματα, ωστόσο ο Βόρις ήταν αρνητικός, τονίζοντας ότι μια προσέγγιση δεν ήταν ακόμη εφικτή λόγω των ισχυρών ερεισμάτων της ΕΜΕΟ.8 Ο Αλέξανδρος, επιθυμώντας την συμμετοχή της Βουλγαρίας στο Σύμφωνο πρότεινε μια ευέλικτη φόρμουλα, η οποία θα προέβλεπε την «ασφάλεια» και όχι το απαραβίαστο των συνόρων. Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος συναντήθηκε με τον Έλληνα υπουργό των Εξωτερικών, Δημήτριο Μάξιμο, όπου του εξέθεσε λεπτομερώς τα όσα είχαν στο μεταξύ διημείφθη με τον Βούλγαρο βασιλιά και τον Τούρκο πρόεδρο. Ο Μάξιμος συμφώνησε και τέθηκε ως βάση της συνεργασίας η απόκρουση οποιασδήποτε εδαφικής μεταβολής στα Βαλκάνια. Το ταξίδι του Γιουγκοσλάβου βασιλιά κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία εργάζονταν προς την διατήρηση του υφιστάμενου status quо, ενώ η Βουλγαρία ήταν απρόθυμη να το αποδεχτεί.9 Λίγες μέρες αργότερα ξεκίνησε ένας νέος γύρος διαβουλεύσεων με αφορμή το ταξίδι του Ρουμάνου υπουργού των Εξωτερικών στα ίδια κράτη. Το περιεχόμενο των συνομιλιών ήταν παρόμοιο με τα διαμειφθέντα κατά το ταξίδι του Γιουγκοσλάβου βασιλιά. Τελικά, συμφωνήθηκε να δοθεί ένα μικρό περιθώριο, ώστε να επιχειρηθεί να καμφθούν οι βουλγαρικές επιφυλάξεις.10

Η ένταση των προσπαθειών για την υπερκέραση των διαφορών ανάμεσα στο Βελιγράδι και τη Σόφια οδήγησαν την κυβέρνηση Τσαλδάρη στο συμπέρασμα ότι η ελληνική διπλωματία όφειλε να αλλάξει την πολιτική που βασιζόταν αποκλειστικά στα διμερή σύμφωνα και να συμμετάσχει σε ένα πολυμερές περιφερειακό σύστημα ασφάλειας. Από την πλευρά της, η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε την προσέγγιση με την Βουλγαρία με σκοπό να την απομακρύνει από την ιταλική επιρροή και να εξασφαλίσει ότι δεν θα αναγκαζόταν να διεξάγει διμέτωπο αγώνα εναντίον της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Για την Γιουγκοσλαβία το σύμφωνο αποτελούσε μια στήριξη σε περίπτωση επιδείνωσης των σχέσεων της με την Ιταλία. Για την Τουρκία και την Ελλάδα, αντίθετα, το σύμφωνο είχε καθαρά ενδοβαλκανικό χαρακτήρα, καθώς η μόνη απειλή προερχόταν από βουλγαρικής πλευράς.11 Αντιλαμβανόμενη την βουλγαρική αδιαλλαξία αναφορικά με το ενδεχόμενο προσχώρησης στο Βαλκανικό Σύμφωνο, η Γιουγκοσλαβία συνέχισε να επιδιώκει την συνεργασία, επεξεργαζόμενη οικονομικές παραχωρήσεις και αντικαθιστώντας τον ανεπιθύμητο πλέον πρεσβευτή Βούκτσεβιτς (Вукчевић) με τον Τσίντσαρ Μάρκοβιτς (Цинцар Марковић).12 

Μέλη και βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος περιστοιχίζουν τον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Αριστερά του όρθιος ο νεαρός τότε Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παράλληλα, η νέα προσπάθεια επίλυσης των ελληνοβουλγαρικών οικονομικών ζητημάτων που επιχειρήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1933 ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Η επίσκεψη του Βόριδος στο Βελιγράδι και η διαφαινόμενη προσέγγιση με τη Γιουγκοσλαβία παρείχε μεγαλύτερη διαπραγματευτική άνεση στη Σόφια έναντι της Αθήνας.13Στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων συνέβαλε και η προσφυγή της Ελλάδος στην Κοινωνία των Εθνών, λίγους μήνες πριν, καθώς η Βουλγαρία δεν προχωρούσε στην υλοποίηση των αποφάσεων του διαιτητή Ούντεν σχετικά με τα δάση της Ροδόπης.14 Η προσφυγή της Ελλάδος δυσαρέστησε αναμφίβολα την Βουλγαρία, αποτελώντας έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα.15

 

Η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στο λυκαυγές της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης

Ο φόβος μιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης ήταν ένας από τους σπουδαιότερους λόγους που ώθησαν την Τουρκία και την Ελλάδα κυρίως, στην υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου του 1934, καθώς η προσέγγιση των δύο σλαβικών κρατών γινόταν πλέον ορατή. Η Βουλγαρία είχε κάνει σαφές με κάθε τρόπο ότι δεν επρόκειτο να προσχωρήσει στο Βαλκανικό Σύμφωνο με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κενό λόγω της απουσίας του μοναδικού καθαρά βαλκανικού κράτους. Το γεγονός αυτό προσέδιδε στη Βαλκανική Συνεννόηση τον χαρακτήρα ενός αντιβουλγαρικού συνασπισμού. Οι διαδικασίες υπογραφής του συμφώνου προχωρούσαν με πολύ αργούς ρυθμούς καθώς η Γιουγκοσλαβία, παρά τη διαρκή άρνηση της Βουλγαρίας, εξακολουθούσε να επιδιώκει την συνεννόηση μαζί της.

Δημήτριος Μάξιμος, υπουργός Εξωτερικών (1933 – 1935).

Ο Δημήτριος Μάξιμος αποφάσισε να επισκεφθεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με ένα διττό σκοπό: αφενός να τις ενημερώσει για το προς υπογραφήν σύμφωνο και, αφετέρου, να επισπεύσει την υπογραφή αυτού.16 Ο Μάξιμος αναχώρησε την 21η Δεκεμβρίου 1933 με πρώτο σταθμό το Ζάγκρεμπ, όπου συναντήθηκε με τον βασιλιά Αλέξανδρο και τον υπουργό των Εξωτερικών, Μπόγκολιουμπ Γιέφτιτς (Богољуб Јевтић). Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του εγκρίθηκε το  προσχέδιο του Βαλκανικού Συμφώνου προτού ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών μεταβεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να βολιδοσκοπήσει την στάση των Μεγάλων Δυνάμεων.17 Το προσχέδιο του συμφώνου περιελάμβανε τρία άρθρα που προέβλεπαν: 1) την αμοιβαία εγγύηση των βαλκανικών συνόρων, 2) την αμοιβαία συνεννόηση επί όλων των ζητημάτων που απέρρεαν από το Βαλκανικό Σύμφωνο και την υποχρέωση να μη προβούν σε καμία διαπραγμάτευση ή συμφωνία με κάποιο άλλο βαλκανικό κράτος χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τα υπόλοιπα και 3) το ζήτημα της προσχώρησης άλλου βαλκανικού κράτους θα αποτελούσε θέμα συζήτησης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.18

Στο Παρίσι η ιδέα του ενός βαλκανικού συμφώνου έγινε αμέσως δεκτή. Άλλωστε, η Γαλλία εργαζόταν από καιρό με σκοπό την εξασφάλιση του status quo στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, ενώ η σύναψη του Συμφώνου θα αποτελούσε διπλωματική νίκη έναντι της Ιταλίας. Στην Ιταλία, ο Μάξιμος συναντήθηκε με τον Μουσολίνι στις 5 Ιανουαρίου 1934. Ο Ιταλός δικτάτωρ δεν φάνηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός προς τη Βαλκανική Συνεννόηση,19  καθώς ο Έλληνας υπουργός του ανέγνωσε το προσχέδιο του Συμφώνου, διαβεβαιώνοντάς ότι η εξασφάλιση των συνόρων αφορούσε μόνο το ενδοβαλκανικό status quo και ότι δεν θα γινόταν κάποια προσπάθεια περί συμμετοχής της Αλβανίας στο Βαλκανικό Σύμφωνο. Τέλος, στο Λονδίνο, ο Έλληνας υπουργός συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Ράμσεϊ Μακντόναλντ (Ramsey MacDonald), και τον Βρετανό ομόλογό του, Σερ Τζών Σάιμον (Sir John Simon). Η αγγλική κυβέρνηση, αν και ήταν θετική στο ενδεχόμενο σύμπηξης ενός βαλκανικού συμφώνου, παρατήρησε ότι έπρεπε να εξαντληθεί κάθε προσπάθεια, ώστε να επιτευχθεί η συμμετοχή της Βουλγαρίας. Μάλιστα ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών πρότεινε την τήρηση μιας διαλλακτικής στάσης προς την Βουλγαρία, ενδίδοντας σε κάποιες αξιώσεις της, όπως η διέξοδος στο Αιγαίο, στο πλαίσιο της συνθήκης του Νεϊγύ.20

Ορισμένες διαφωνίες μεταξύ των κρατών σχετικά με τις διατάξεις του συμφώνου ευνόησαν την παρελκυστική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας, η οποία ζήτησε τρίμηνη αναβολή, επιδιώκοντας μια νέα προσπάθεια προσέγγισης με την Βουλγαρία. Τα τρία άλλα κράτη άρχισαν να ανησυχούν για την γιουγκοσλαβική πολιτική, καθώς η τελευταία επιθυμούσε να διατυπωθεί το σύμφωνο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη θίγεται η προσέγγισή της με τη Βουλγαρία. Τελικά ο Τιτουλέσκου πρότεινε να συναντηθούν οι τέσσερις υπουργοί των Εξωτερικών στις αρχές Φεβρουαρίου στο Βελιγράδι.21  

Η συνάντηση στο Βελιγράδι πραγματοποιήθηκε το διάστημα 3-4 Φεβρουαρίου 1934. Το τελικό κείμενο της συμφωνίας δεν διέφερε καθόλου από το προσχέδιο που είχε καταρτιστεί τον Δεκέμβριο του 1933, όμως, προστέθηκε ένα μυστικό πρωτόκολλο. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονταν τη συνθήκη του Λονδίνου περί του προσδιορισμού του επιτιθέμενου (άρθρο 1), δήλωναν ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν στρέφεται εναντίον κάποιας άλλης δύναμης, αλλά σκοπός αυτού είναι η εξασφάλιση της ασφάλειας των βαλκανικών συνόρων από κάθε επίθεση που προέρχεται εκ μέρους βαλκανικού κράτους (άρθρο 2), ενώ σε περίπτωση συνδυασμένης επίθεσης ενός βαλκανικού και ενός μη βαλκανικού κράτους τότε η συμφωνία θα εφαρμοστεί μόνο εναντίον του βαλκανικού κράτους (άρθρο 3). Σύμφωνα με το 4ο άρθρο τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνταν να υπογράψουν τις ανάλογες συμβάσεις για την εφαρμογή του συμφώνου. Το Σύμφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης υπογράφτηκε στην Αθήνα από τους τέσσερις υπουργούς των Εξωτερικών στις 9 Φεβρουαρίου 1934.

Παρά τον θριαμβευτικό χαρακτήρα που έλαβε η εκδήλωση υπογραφής του Βαλκανικού Συμφώνου, η βουλγαρική κοινή γνώμη θεωρούσε ότι η πολιτική της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία μπορούσε να συνεχιστεί και θα δεν θα μπορούσε να ανακοπεί από το Βαλκανικό Σύμφωνο.22   Λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1934 ο Σέρβος Πατριάρχης Βαρνάβας δέχθηκε στο Βελιγράδι τους Βούλγαρους φοιτητές της θεολογικής σχολής της Σόφιας. Στον λόγο του τόνισε τις αγαθές σχέσεις των δύο Εκκλησιών, οι ενέργειες των οποίων αποσκοπούν στην εδραίωση καλών σχέσεων μεταξύ αυτών και των δύο λαών.23 Ο Πατριάρχης Βαρνάβας προσκάλεσε τους Βούλγαρους αρχιερείς στο Βελιγράδι, ως ανταπόδοση της επίσκεψης των Σέρβων αρχιερέων στη Σόφια το προηγούμενο έτος.

Η πανηγυρική υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου στις 9 Φεβρουαρίου 1934 στην Ακαδημία Αθηνών.

Η τετραμερής βαλκανική συμφωνία του 1934 κατάφερε να προσεγγίσει τα ευρύτερα εφικτά όρια μιας πολυμερούς βαλκανικής συνθήκης, χωρίς όμως να ανταποκριθεί στην ανάγκη για καθολική συσπείρωση όλων των βαλκανικών κρατών σε έναν ενιαίο συνασπισμό. Υπό τις συνθήκες αυτές, η συμφωνία που υπογράφτηκε διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των τεσσάρων και της Βουλγαρίας, καθώς ο κύριος σκοπός που εξυπηρετούσε ήταν η προάσπιση του status quo, σε αντίθεση με την Βουλγαρία που παρέμενε προσκολλημένη στην επιδίωξη της αναθεώρησης του. Το Βαλκανικό Σύμφωνο αποδείχθηκε σχεδόν από τη στιγμή της υπογραφής του θνησιγενές, καθώς διατηρήθηκαν οι υπάρχοντες άξονες Ελλάδας-Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας-Ρουμανίας. Ελλάδα και Τουρκία επιθυμούσαν την ανάσχεση της διαφαινόμενης σλαβικής προσέγγισης, ενώ Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την εμπλοκή των δύο πρώτων σε εξωβαλκανικές περιπέτειες.

 

Ο εν Ελλάδι απόηχος του Βαλκανικού Συμφώνου

 Η υπογραφή του Συμφώνου προκάλεσε έντονη πολιτική κρίση στην Ελλάδα. Η αντιπολίτευση με πρωταγωνιστή τον Βενιζέλο άσκησε δριμεία κριτική έναντι του υπογραφέντος συμφώνου. Ο Βενιζέλος έθετε ως προϋποθέσεις την προσχώρηση της Βουλγαρίας στο Σύμφωνο και την συγκατάθεση της Ιταλίας, ώστε να μην διαρραγούν οι ελληνοϊταλικές σχέσεις και η Ελλάδα να διατηρήσει την ιταλική διπλωματική υποστήριξη έναντι της Γιουγκοσλαβίας.24 Ο Κρης πολιτικός ανησυχούσε ότι το μυστικό πρωτόκολλο ενδεχομένως περιέπλεκε την Ελλάδα σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ιταλίας.25 Θεωρούσε ότι έπρεπε να επικυρωθεί η συμφωνία για να μην εκτεθεί η Ελλάδα, αλλά να αναλάβει όσο το δυνατό λιγότερες, ή και καθόλου, στρατιωτικές υποχρεώσεις.26 Παράλληλα, η αναιμική υποστήριξη εκ μέρους κάποιων Μεγάλων Δυνάμεων ή και η αποκήρυξη του από κάποιες άλλες εξέθεσαν την κυβέρνηση ως προς τις διαβεβαιώσεις που παρείχε. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την πλειοψηφία που κατείχε η αντιπολίτευση στη Γερουσία οδήγησαν στη σύγκληση της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών μεταξύ της 26ης Φεβρουαρίου και της 3ης Μαρτίου 1934, καθώς έπρεπε να εξευρεθεί μια μέση λύση, ώστε να επικυρωθεί η συμφωνία.27

Στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, ο Δημήτριος Μάξιμος τόνισε την αδυναμία των Δυτικών Δυνάμεων να περιορίσουν τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό. Ο Βενιζέλος θεωρούσε απίθανη την προσέγγιση Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας για την παρούσα τουλάχιστον γενιά,28 ενώ επεσήμανε ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την προσέγγιση των δύο κρατών σε περίπτωση επίλυσης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών ζητημάτων, αλλά αντίθετα θα είχε ως μοναδικό τελικά αποτέλεσμα την επιδείνωση των ελληνοϊταλικών σχέσεων. Η άποψη του Κρητός πολιτικού για το Βαλκανικό Σύμφωνο συνοψίζεται σε μια ερώτηση που έθεσε προς τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς την 28η Φεβρουαρίου 1934, φοβούμενος ότι η Ελλάδα θα αχθεί σε έναν πόλεμο χάριν των γιουγκοσλαβικών συμφερόντων: «Ποιά δουλειά ἔχομεν ἡμείς νά μπλέξουμε μεταξύ Ἰταλίας καί Γιουγκοσλαβίας;».29 

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Ιωάννης Μεταξάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μεταξάς, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να αποφύγει οιαδήποτε σύγκρουση με την Ιταλία, πρότεινε να υπερψηφισθεί το Βαλκανικό Σύμφωνο, αφού όμως τροποποιηθεί, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδος έναντι της Ιταλίας καθώς «ἡ Ὲλλάς δεν δύναται να δώσῃ οὔτε την παραμικράν βοήθειαν. Ἡ Ἑλλάς δεν εἴναι μία χερσόνησος περιβρεχομένη ὑπό θαλάσσης, ἀλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη ὑπό ξηράς».30  Σχετικά με το ζήτημα της απειλής από την σύμπηξη μιας συμμαχίας από τις δύο βαλκανικές σλαβικές χώρες ο Μεταξάς δεν διέβλεπε κάποιο κίνδυνο καθώς εμπιστευόταν τις ιταλικές εγγυήσεις όσον αφορά στην Θεσσαλονίκη. Οι πολιτικοί αρχηγοί συμφώνησαν με τις προτάσεις του Μεταξά, καθώς, αν το Βαλκανικό Σύμφωνο δεν υπερψηφιζόταν, η Ελλάδα θα βρισκόταν εκτεθειμένη και η θέση θα γινόταν δυσχερέστερη, δυσαρεστώντας τα άλλα τρία κράτη.31 Τελικά, το Βαλκανικό Σύμφωνο επικυρώθηκε από τα νομοθετικά σώματα στις 14 Μαρτίου 1934, συνοδευόμενο από μια ερμηνευτική δήλωση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, με την οποία περιόριζε τις υποχρεώσεις της Ελλάδος που απέρρεαν από το σύμφωνο, ώστε να αποκλείεται η περίπτωση εμπλοκής της σε πόλεμο έναντι της Ιταλίας. Ο Μάξιμος δήλωσε ότι «σκοπός τοῦ συμφώνου τῆς Βαλκανικῆς συνεννοήσεως εἶναι μόνο ἡ εγγύησις τῆς ἀσφάλειας τῶν ἐνδοβαλκανικῶν συνόρων ἒναντι ἐπιθέσεως προερχομένης ἐξ οἰουδήποτε Βαλκανικοῦ κράτους. Κατά συνέπειαν ἡ Ἐλλάς ἐν οὐδεμία περιπτώσει δύναται προς ἐκτέλεσιν τῶν διά τοῦ Συμφώνου ἀναλαμβανομένων ὑποχρεώσεων να ἀχθῆ εἰς πόλεμον μἐ οἱανδήποτε τῶν Μεγάλων Δυνάμεων».32

Η ελληνική δήλωση προκάλεσε την δυσφορία και την δυσπιστία εκ μέρους των τριών άλλων κρατών. Η Γιουγκοσλαβία, η οποία από την αρχή ακολουθούσε μια τακτική κωλυσιεργίας, έβρισκε νέες αφορμές μετά από αυτά τα γεγονότα. Ο Γιέφτιτς μετέβη στην Άγκυρα τον Απρίλιο του 1934, ζητώντας τον αποκλεισμό της Ελλάδας από το Βαλκανικό Σύμφωνο. Η τουρκική κυβέρνηση δήλωσε ότι αυτή ήταν μια μη συμφέρουσα επιλογή και τόνισε ότι θα απείχε και η ίδια από κάθε άλλο Σύμφωνο σε περίπτωση που απείχε η Ελλάδα. Τελικά, ο Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών υποχώρησε και συμφωνήθηκε η ταχεία σύναψη των στρατιωτικών συμβάσεων, όπως υπαγόρευε το 4ο άρθρο του Μυστικού Πρωτοκόλλου.33

Η δημόσια συζήτηση περί του Βαλκανικού Συμφώνου οδήγησε την ελληνική εξωτερική πολιτική σε δύσκολη θέση. Από τη μια πλευρά η συμμετοχή της Ελλάδας στο πολιτικό σκέλος της Συμφωνίας δυσαρέστησε την Ιταλία, οι σχέσεις με την οποία θα έχουν μια φθίνουσα πορεία έως τον Οκτώβριο του 1940, ενώ από την άλλη πλευρά η οξεία κριτική του Βενιζέλου αλλά και των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης επιδείνωσαν τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης διευκόλυνε την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση καθώς αφενός η Βουλγαρία διέβλεπε την δυσαρέσκεια της Γιουγκοσλαβίας έναντι της Ελλάδας και αφετέρου η Γιουγκοσλαβία ήταν ανασφαλής λόγω της αντίδρασης στο εσωτερικό της Ελλάδος σχετικά με το Βαλκανικό Σύμφωνο. Η Γιουγκοσλαβία, θέλοντας να περιορίσει τους κινδύνους, άρχισε να ασκεί πιο ένθερμα μια διαδικασία προσέγγισης με την Βουλγαρία.

 

B. Η έξοδος της Βουλγαρίας από την απομόνωση και η ατόνηση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων

 

Η έναρξη της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης και η περαιτέρω αποδυνάμωση της Βαλκανικής Συνεννόησης

Η προσέγγιση Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας συνεχίστηκε παρά την υπογραφή του Συμφώνου. Ήδη από τα τέλη του 1933 αντικαταστάθηκε ο Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στην Σόφια, ενώ ταυτόχρονα τοποθετήθηκε ως πρεσβευτής της Βουλγαρίας στο Βελιγράδι ο Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ (Георги Кьосеиванов), ένθερμος υποστηρικτής της προσέγγισης των δύο κρατών. Ταυτόχρονα, η υπογραφή των Πρωτοκόλλων της Ρώμης τον Μάρτιο του 1934 ώθησαν την Γιουγκοσλαβία να επαναξιολογήσει την στάση της έναντι της Βουλγαρίας. Οι δύο βασιλείς, Αλέξανδρος και Βόρις, συναντήθηκαν και πάλι μετά τα μέσα Μαρτίου του 1934 με αφορμή τον θάνατο του Βέλγου βασιλιά, Αλβέρτου. Ο Ρουμάνος πρέσβης στο Βερολίνο ενημέρωσε τον Τιτουλέσκου ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών που είχε ο Βόρις με τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών συζητήθηκε το ενδεχόμενο προσέγγισης μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Ο Γερμανός υπουργός τόνισε ότι η Γερμανία αναλάμβανε να διευκολύνει την προσέγγιση αυτή.34  Στην Βουλγαρία δρούσε ήδη γερμανικό δίκτυο, το οποίο ενίσχυε την γερμανική προπαγάνδα και επεδίωκε την διατήρηση της Βουλγαρίας και της Αλβανίας εκτός του Βαλκανικού Συμφώνου.35

Η προσπάθεια προσέγγισης μέσω ανταλλαγής επισκέψεων πολιτιστικών ή άλλων συλλόγων κατέδειξε τις δυσκολίες που υπήρχαν. Ο βουλγαρικός λαός και διάφορες μακεδονικές οργανώσεις δεν επεφύλαξαν θετική υποδοχή στις σερβικές αντιπροσωπείες, αποδεικνύοντας ότι η επιχειρούμενη προσέγγιση ήταν μια εκ των άνω προσπάθεια.36 Ωστόσο, η διπλωματική και πολιτική απομόνωση της Βουλγαρία οδήγησε στην άσκηση κριτικής της πολιτικής του Μουσάνωφ και εκδηλώθηκε μια επιθυμία υπέρ της επιστροφής στην πολιτική του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι (Александар Стамболијски), η οποία τασσόταν υπέρ της εξομάλυνσης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Η βουλγαρική κοινή γνώμη άρχισε να αντιμετωπίζει θετικότερα το ενδεχόμενο της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία μέσω προπαγανδιστικών διαλέξεων και άρθρων του Τύπου, τα οποία έστρεφαν τις βουλγαρικές διεκδικήσεις προς το Αιγαίο. Η διαφαινόμενη βελτίωση των σχέσεων της Βουλγαρίας με την Γιουγκοσλαβία επέτρεψε στην πρώτη να ασκεί μια πιο επιθετική πολιτική έναντι της Ελλάδας και του ελληνικού πληθυσμού στην Βουλγαρία.

Η εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας μεταβλήθηκε ριζικά μετά το πραξικόπημα της 19ης Μαΐου 1934. Η Στρατιωτική Λίγκα και η οργάνωση Zveno (Σύνδεσμος) ανήλθαν πραξικοπηματικά στην εξουσία με την στήριξη της Γαλλίας, θέτοντας ως βασικό στόχο της εξωτερικής τους πολιτικής να εξέλθει η χώρα από την απομόνωση και να προσεγγίσει την Γιουγκοσλαβία. Ήδη από τον Φεβρουάριο η Zveno παρατήρησε την δυσθυμία της Γιουγκοσλαβίας στην υπογραφή της Βαλκανικής Συνεννόησης λόγω της μη προσχώρησης της Βουλγαρίας και θεώρησε ότι ήταν μια ευκαιρία που έπρεπε να εκμεταλλευτούν.37 Έως τον Ιούνιο του 1934 η κυβέρνηση του Κίμωνος Γκεοργκίεφ (Кимон Георгиев) απήλλαξε την περιοχή του Πετριτσίου από την ΕΜΕΟ, κάνοντας το σημαντικότερο βήμα για την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων.38 Ο γαλλικός και ο γιουγκοσλαβικός Τύπος αντιμετώπιζαν θετικά την πολιτική αλλαγή που επήλθε και προσέβλεπαν σε μια βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση.

Ωστόσο, η δολοφονία του βασιλιά Αλέξανδρου σε συνδυασμό με την κρίση που αυτή προκάλεσε στην Ευρώπη οδήγησε σε στασιμότητα την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Παράλληλα, η δολοφονία του Γιουγκοσλάβου βασιλιά οδήγησε σε μερική συσπείρωση την Βαλκανική Συνεννόηση. Οι βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις δεν προχώρησαν για το μεγαλύτερο διάστημα του 1935, ωστόσο, η ανάληψη της εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία από τον Μίλαν Στογιαντίνοβιτς (Милан Стојадиновић), ο οποίος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, έδωσε μια νέα δυναμική στην διαδικασία αυτή.

Η απώλεια του Γιουγκοσλάβου βασιλιά κόστισε κυρίως στην Βαλκανική Συνεννόηση, καθώς απώλεσε έναν από τους πρωτεργάτες της, ενώ παράλληλα άρχισαν να διατυπώνονται φόβοι για το ενδεχόμενο ενός θερμότερου εναγκαλισμού μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας.39 Η δημοσίευση κοινού ανακοινωθέντος μετά την διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών της Μικρής Αντάντ και της Βαλκανικής Συνεννόησης στις 19 Οκτωβρίου 1934 προκάλεσε φόβο τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό σχετικά με το ενδεχόμενο συγχώνευσης των δύο συνασπισμών και την εμπλοκή της Ελλάδας σε εξωβαλκανικά ζητήματα. Ο Μάξιμος στην προσπάθεια του να καθησυχάσει τις εν Ελλάδι αντιδράσεις δήλωσε ότι το κοινό ανακοινωθέν ήταν μια εκδήλωση συμπάθειας και ηθικής αλληλεγγύης προς την Γιουγκοσλαβία.40 Η Ελλάδα και η Τουρκία δέχθηκαν την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος καθώς επιθυμούσαν να διαφανεί το ενωτικό κλίμα μεταξύ των τεσσάρων κρατών.

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. Η δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας.

 

Assassination of King Alexander I of Yugoslavia & Louis Barthou (1934) | British Pathé (FILM ID:799.12)

Η γιουγκοσλαβική στήριξη προς την Ελλάδα έλαβε ουσιαστικότερη μορφή κατά τα γεγονότα του κινήματος του Βενιζέλου της 1ης Μαρτίου 1935, μέσω της αποστολής αεροπλάνων. Η συγκέντρωση βουλγαρικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ελλάδα ενίσχυσαν τους ελληνικούς φόβους για μια ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση. Η Τουρκία, σε απάντηση στην βουλγαρική ενέργεια, συγκέντρωσε στρατεύματα στα βουλγαροτουρκικά σύνορα, θέλοντας να αποτρέψει τις όποιες βουλγαρικές σκέψεις περί κατάληψης ελληνικού εδάφους. Παράλληλα, και η Ιταλία διέβλεπε την αναταραχή στην Ελλάδα ως μια ενδεχόμενη αφορμή αύξησης της επιρροής της στην ανατολική Μεσόγειο. Με την στάση της, η Βαλκανική Συνεννόηση κατέστησε σαφές ότι οι ελληνικές αναταραχές δεν αποτελούσαν πεδίο για επεκτατική πολιτική εκ μέρους άλλων κρατών. Η άμεση αντίδραση της και η επιτυχία που είχε, αποτρέποντας κάθε επίδοξο τυχοδιώκτη, συνέβαλε στην έστω και προσωρινή συσπείρωση των μελών της.41

Μετά την επικράτηση της κυβέρνησης της Αθήνα στα γεγονότα του Μαρτίου του 1935 ανακινήθηκε το ζήτημα του πολιτειακού. Ο Κονδύλης, θέλοντας να προετοιμάσει την γιουγκοσλαβική κυβέρνηση για την επερχόμενη παλινόρθωση επισκέφθηκε στα μέσα Ιουλίου την Γιουγκοσλαβία και είχε συνομιλίες με τον αντιβασιλέα Παύλο και τον Στογιαντίνοβιτς. Ο Κονδύλης συμφώνησε κατά την συνάντηση στο Μπλέντ με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό και τον Αντιβασιλέα Παύλο ότι το Βαλκανικό Σύμφωνο αποτελεί γνώμονα της πολιτικής των δύο κρατών. Ο Κονδύλης επιβεβαίωσε ότι μια ενδεχόμενη παλινόρθωση της μοναρχίας δεν θα μετέβαλε τις αρχές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ επεσήμανε ότι η Ελλάδα αποδίδει μεγάλη σημασία στην ελληνογιουγκοσλαβική φιλία.42 Παράλληλα, στις αρχές Αυγούστου ο Τσαλδάρης, κατευθυνόμενος προς την Βαυαρία, επισκέφθηκε τον αντιβασιλέα Παύλο και τον ενημέρωσε σχετικώς. Ο Παύλος τάχθηκε υπέρ της παλινόρθωσης και μάλιστα άμεσα, καθώς είχε νυμφευθεί την κόρη του πρίγκιπα Νικολάου και, επομένως, υπήρχαν συγγενικοί δεσμοί μεταξύ των δύο βασιλικών οίκων.43

Oι διεθνείς εξελίξεις σε συνδυασμό με την οξυμένη κατάσταση λόγω της αιθιοπικής κρίσης καθώς και της εσωτερικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα σχετικά με τις υποχρεώσεις της Ελλάδος στη Βαλκανική Συνεννόηση ώθησαν τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό να ζητήσει τον Ιανουάριο του 1936 από την Ελλάδα να καθορίσει την στάση στις εξής περιπτώσεις441) Ἐάν ἡ Ἑλλάς θά συνεχίσῃ τήν πολιτικήν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως. 2) Ἐάν ἡ Ἑλλάς εἶναι ἑτοίμη νά συνάψῃ μετά τῶν ἄλλων κρατῶν μελῶν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως σύμβασιν στρατιωτικήν: α) Ἐπί τῇ ὑποθέσει βαλκανικῆς συρράξεως εἰς ἣν θά ἀνεμιγνύετο ἐναντίον τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ἡ Ἰταλία. β) Ἐπί τῇ ὑποθέσει καθαρῶς βαλκανικῆς συρράξεως καί γ) Ἐπί τῇ ὑποθέσει συρράξεως εἰς ἣν θά ἐνεπλέκετο ἡ Ἰταλία κατά τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Γαλλίας καί εἰς ἣν αἱ χῶραι τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως θά ἐτίθεντο μέ τό μέρος τῶν τελευταίων τούτων δυνάμεων. Η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε κυρίως, εκτός της ελάχιστης στρατιωτικής βοήθειας της Ελλάδας, την υπονόμευση της ελληνοϊταλικής φιλίας, ώστε να παρουσιάζεται ως προστάτιδα δύναμη της Ελλάδος.

Ο Μεταξάς, έχοντας αναλάβει την πρωθυπουργία μετά τον θάνατο του Δεμερτζή και υπό την ιδιότητα του ως υπουργός των Εξωτερικών εκπροσώπησε την Ελλάδα στο συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννόησης τον Μάιο του 1936. Στο Βελιγράδι, ο Μεταξάς παρουσίασε αναλυτικά τις απόψεις της κυβέρνησης του και κατόπιν μακράς συζήτησης κατάφερε να διασκεδάσει την δυσπιστία των τριών άλλων κρατών.45 Ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι: 1) Η Ελλάδα είναι «σταθερῶς ἀποφασισμένη να συνεχίσῃ την πολιτικήν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ἐν τῷ πλέον εἰλικρινεῖ πνεύματι στενῆς, πίστῆς και μονίμου συνεργασίας μετά τῶν Βαλκανικῶν Συμμάχων της». Επίσης, δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν δεσμεύεται με άλλα σύμφωνα πέραν του ελληνοϊταλικού συμφώνου του 1928. 2 α) Σχετικά με την περίπτωση της βαλκανικής σύρραξης, στην οποία θα μετείχε και η Ιταλία εναντίον της Βαλκανικής Συνεννόησης, «ἡ Ἑλλάς … θεωρεῖὅτι δεν θα δυνηθῇ να ἐμπλακῇ αὐτομάτωςεἰς τον πόλεμον, ἀλλά θα τηρήσῃ ἐν τῷ καλῶς ἐννοουυμένῳ συμφέροντι τοῦ Βαλκανικοῦ Συνασπιμοῦ, οὐδετερότητα ἐν πλήρει συμμορφώσει με τάς ὑποχρεώσεις τοῦ Συμφώνου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν… Ἐνὄψει λοιπόν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ Ἑλλάς ἐκτιμάὅτι δεν συντρέχει λόγος συνάψεως Στρατιωτικῆς Συμβάσεως». β)Στην περίπτωση αμιγώς βαλκανικής σύρραξης «ἡ Ἑλλάς θα λάβῃ μέρος εἰς την σύρραξιν με τάς καθρισθησομένας δυνάμεις ἐπεμβάσεως. Εἶναι, συνεπῶς, διά την περίπτωσιν ταύτην ἑτοιμη να συνάψῃ Στρατιωτικήν Σύμβασιν μετά τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως». Η προς υπογραφή στρατιωτική σύμβαση θα προέβλεπε την περίπτωση όπου κάποιο μέλος της Βαλκανικής Συνεννόησης θα δεχόταν επίθεση από την Αλβανία ή την Βουλγαρία μεμονωμένα ή συνδυασμένα από κοινού ή σε συνεργασία με την Ουγγαρία. γ)Όσον αφορά στην περίπτωση συρράξεως μιας Μεγάλης Δύναμης με την Μεγάλη Βρετανία και την Γαλλία, όπου τα μέλη της Βαλκανικής Συνεννοήσεως επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στο πλευρό των τελευταίων «ἡ Ἑλλάς εἶναι διατεθειμένη να συνεννοηθῇ εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις με την Μεγάλην Βρεττανίαν και την Γαλλίαν, ὡς ἐπίσης και με τους Βαλκανικούς Συμμάχους της, ἵνα καθορίσῆ την ἔκτασιν και τον τρόπον ἐνεργείας της. Κατόπιν της ελληνικής τοποθέτησης ο Στογιαντίνοβιτς δήλωσε ότι: «Το ἐλληνικόν ζήτημα ἐρρυθμίσθη πλήρως, συμφώνως προς τάς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Μεταξᾶ. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι αἱ ἐρμηνευτικαί δηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως και τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων συμφωνοῦν ἀπολύτως προς το πνεῦμα τοῦ Βαλκανικοῦ Συμφώνου και ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, σαφέστατα καθοριζόμεναι εἶναι ἀποκλειστικῶς βαλκανικαί. Μετά τάς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Μεταξᾶ ἡ Βαλκανική Συνεννόησις ἐξέρχεται ἑνισχυμένη».

Το σύνολο του πολιτικού κόσμου στα μέσα του 1936 είχε πεισθεί ότι η ελληνική ασφάλεια έπρεπε να στηρίζεται σε δύο πυλώνες: την Μεγάλη Βρετανία όσον αφορά στην προστασία των θαλασσίων συνόρων και την Βαλκανική Συνεννόηση όσον αφορά στην προστασία των χερσαίων συνόρων. Ωστόσο, παρά την φαινομενική ενδυνάμωση της Βαλκανικής Συνεννόησης μέσω του ανακοινωθέντος του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης, ο τετραμερής βαλκανικός συνασπισμός βρισκόταν σε μια διαδικασία αποσύνθεσης. Η πολιτική, κυρίως, του Στογιαντίνοβιτς αποσκοπούσε στην προσέγγιση της Γιουγκοσλαβίας με την Βουλγαρία, την Ιταλία και την Γερμανία. Η Ιταλία μάλιστα λίγες μέρες μετά τη δήλωση του Μεταξά πληροφορήθηκε μέσω του Γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού την πρόθεση της Ελλάδας να προσχωρήσει στον γαλλοβρετανικό συνασπισμό σε βάρος της Ιταλίας με αποτέλεσμα να διαρραγούν πλήρως οι σχέσεις των δύο κρατών μετά και την υιοθέτηση των κυρώσεων, που επέβαλε η Κοινωνία των Εθνών στην Ιταλία, από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1935.46

Αναμνηστική σειρά γραμματοσήμων που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στις χώρες των συμβαλλομένων μερών την επομένη της συνομολόγησης του Βαλκανικού Συμφώνου το 1934 στην Αθήνα.
Η εξέλιξη των βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων και η προπαρασκευή του Συμφώνου Αιώνιας Φιλίας

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Στογιαντίνοβιτς στην Γιουγκοσλαβία τον Ιούνιο του 1935 συνδέθηκε κυρίως με την προσέγγιση της χώρας του με την Βουλγαρία με αποκορύφωμα το Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας της 24ης Ιανουαρίου 1937. Ο Στογιαντίνοβιτς προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα καθώς σταδιακά γινόταν όλο και πιο φανερή η απόσταση μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής Συνεννόησης, ενώ ταυτόχρονα η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία τηρούσαν μια παθητική στάση στην ιταλική και την γερμανική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα, η διάλυση της ΕΜΕΟ στη Βουλγαρία από το 1934 είχε προλειάνει το έδαφος για την επικείμενη προσέγγιση των δύο κρατών.

Η σταδιακή βελτίωση των σχέσεων των δύο κρατών συνδυάστηκε με μια συνεχώς αυξανόμενα επιθετική πολιτική της Βουλγαρίας προς την Ελλάδα καθώς εξήλθε της διπλωματικής απομόνωσης στα Βαλκάνια, ενώ υποστηριζόταν και από την Γερμανία, της οποία η δύναμη αυξανόταν στην ευρωπαϊκή σκηνή. Παράλληλα, στις υπονόμευση των διμερών σχέσεων συνέβαλλε και ο Τύπος των δύο κρατών, ο οποίος περιείχε εκατέρωθεν κατηγορίες σχετικά με τις βλέψεις του ετέρου κράτους.47 Στις κακές ελληνοβουλγαρικές σχέσεις συνέβαλλε και η συνέχιση ενός τελωνειακού πολέμου που υφίστατο μεταξύ των δύο κρατών από τις αρχές της δεκαετίας.

Παράλληλα, από τις αρχές του 1935 Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία άρχισαν και πάλι να εργάζονται με σκοπό την προσέγγιση των δύο λαών. Η Γαλλία, βλέποντας ήδη από τον Απρίλιο την κατεύθυνση που λάμβανε η γιουγκοσλαβική πολιτική, τοποθέτησε ως πρεσβευτή στο Βελιγράδι τον Νταμπιέρ (Robert de Dampierre), ο οποίος νωρίτερα υπηρετούσε ως σύμβουλος στη γαλλική πρεσβεία της Ρώμης. Η αλλαγή αυτή στο προσωπικό της γαλλικής πρεσβείας στη Γιουγκοσλαβία έγινε ώστε να υπάρχει συστηματικότερη παρακολούθηση των ιταλογιουγκοσλαβικών σχέσεων, αφού ο Νταμπιέρ ήταν άριστος γνώστης των ιταλικών πραγμάτων.48 Η βουλγαρική πολιτική σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών της Βουλγαρίας συνεχίστηκε. Τον Ιούλιο του 1935 οι βουλγαρικές αρχές απείλησαν τους Έλληνες της Σωζόπολης που δεν διέθεταν διαβατήριο ή προξενική πιστοποίηση ότι εάν δεν λάβουν την βουλγαρική ιθαγένεια θα απελαθούν.49

Η ανάληψη της κυβέρνησης από τον Κιοσεϊβάνωφ, ο οποίος ήταν υπέρμαχος της προσέγγισης με την Γιουγκοσλαβία και είχε διατελέσει πρέσβης στο Βελιγράδι, οδήγησε στην σταδιακή επιτάχυνση της προσπάθειας. Ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε ότι είχε πρόθεση να συσφίξει τις σχέσεις του με όλους τους γείτονες κάνοντας, όμως, ειδική μνεία για τις βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Παρά τις δηλώσεις του Κιοσεϊβάνωφ στο διπλωματικό τοπίο δεν σημειώθηκε κάποια μεταβολή. Ο αντιβασιλέας Παύλος, όντας πιο επιφυλακτικός από τον Στογιαντίνοβιτς όσον αφορά στην προσέγγιση με την Βουλγαρία, ανέφερε στον Νικόλαο Πολίτη ότι δεν εμπιστευόταν την Βουλγαρία, θεωρώντας την άπληστη και παρέμενε υπέρμαχος της διατήρησης της Βαλκανικής Συνεννόησης. Παρόλα αυτά, επιθυμούσε την βελτίωση των σχέσεων με την Βουλγαρία σε οικονομικό επίπεδο.50  Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία ικανοποιούνταν με τα βήματα βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, καθώς αποσκοπούσαν στην απεξάρτηση της Βουλγαρίας από την ιταλική σφαίρα επιρροής.51

Η έντονη μυστικότητα των αρμόδιων υπηρεσιών, η άκρα επιφυλακτικότητα της κυβέρνησης και το ανελεύθερο καθεστώς του Τύπου περιόριζαν τα μέσα εξακρίβωσης της σημασίας των γεγονότων για τις ξένες αποστολές. Ο ελληνικός Τύπος θεωρούσε ότι ο αντιβασιλέας Παύλος θα προσπαθούσε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Βούλγαρου βασιλιά να τον πείσει να προσχωρήσει η Βουλγαρία στη Βαλκανική Συνεννόηση σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την Βουλγαρία από την σφαίρα της ιταλικής επιρροής.52  Ωστόσο, υπήρχε προβληματισμός λόγω της αποκλίνουσας πολιτικής μεταξύ του Γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού και του αντιβασιλέα Παύλου καθώς ο πρώτος προσπαθούσε να αναπτύξει τις σχέσεις του με τη Γερμανία και την Ιταλία σε αντίθεση με τον δεύτερο που ασκούσε φιλοβρετανική πολιτική.53

Οι επαφές μεταξύ Βούλγαρων και Γιουγκοσλάβων άρχισαν σταδιακά να πυκνώνουν. Τον Σεπτέμβριο του 1936 Βούλγαροι κληρικοί επισκέφθηκαν τη νότια Σερβία. Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση παρείχε πλήρη ελευθερία στους βουλγαρόφωνους πληθυσμούς της περιοχής. Οι κάτοικοι υποδέχθηκαν τους Βούλγαρους κληρικούς ένθερμα, αποδεικνύοντας ότι η εικοσαετής προσπάθεια εκσερβισμού δεν είχε αποδώσει λόγω της έως πρότινος δράσης της ΕΜΕΟ.54  Η επίσκεψη του Βούλγαρου πρωθυπουργού στο Βελιγράδι στις 12 Οκτωβρίου 1936 σχολιάστηκε πολύ θετικά από τον γιουγκοσλαβικό Τύπο. Σκοπός της επίσκεψης του Κιοσεϊβάνωφ ήταν η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο κρατών, χωρίς όμως να σημειωθεί κάποια ουσιαστική πρόοδος, σύμφωνα με την έκθεση της ελληνικής πρεσβείας στο Βελιγράδι.55

Η τόσο έντονη κινητικότητα μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο σλαβικών κρατών ανησύχησαν τα υπόλοιπα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης. Η τουρκική κυβέρνηση άσκησε πιέσεις, ώστε ο Στογιαντίνοβιτς να επισκεφθεί την Τουρκία με τον τελευταίο να δέχεται απρόθυμα να επισκεφθεί την Άγκυρα στα τέλη Οκτωβρίου του 1936.56 Ο Στογιαντίνοβιτς ενημέρωσε τον Ινονού (İsmet İnönü) ότι η Βουλγαρία προέβη σε βολιδοσκόπηση σχετικά με τη σύναψη συμφώνου φιλίας με την Γιουγκοσλαβία. Ο Τούρκος πρωθυπουργός φάνηκε θετικός, ωστόσο τόνισε ότι πρέπει να συζητηθεί το θέμα στο συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννόησης. Ο Ινονού θεώρησε πιθανό ότι η Γιουγκοσλαβία θα έθετε το θέμα στην προσεχή σύνοδο του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης στις 15 Φεβρουαρίου 1937.

Αττατούρκ, Στογιαντίνοβιτς και Μεταξάς στην Άγκυρα (Μάρτιος 1938).

Λίγες μέρες αργότερα ο Στογιαντίνοβιτς επισκέφθηκε το Κρίτσιμ της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων του με τους Βόριδα και Κιοσεϊβάνωφ δήλωσε πως επιθυμούσε και ο ίδιος την υπογραφή ενός συμφώνου με μια και μοναδική παράγραφο, η ουσία της οποίας θα αποδιδόταν με τη φράση: «Αιώνια φιλία μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας». Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του Στογιαντίνοβιτς, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν υπήρχαν πλέον εκκρεμή ζητήματα με την Γιουγκοσλαβία. Η ουσία της δήλωσης ήταν ότι η Βουλγαρία παραιτούνταν από την γιουγκοσλαβική Μακεδονία με σκοπό να ξεπεραστεί και το τελευταίο εμπόδιο για την προσέγγιση των δύο κρατών. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Κιοσεϊβάνωφ πρότεινε και επίσημα τη σύναψη ενός βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου.57

Μετά τη συνάντηση των Κιοσεϊβάνωφ και Στογιαντίνοβιτς, όπου προτάθηκε η σύναψη διμερούς συμφώνου, ξεκίνησε μια διαδικασία βολιδοσκόπησης των άλλων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας. Η τουρκική πλευρά είχε δυσαρεστηθεί με την γιουγκοσλαβική πολιτική, καθώς Τουρκία και Γιουγκοσλαβία είχαν αναπτύξει άριστες σχέσεις λόγω της ιταλικής επιθετικότητας. Η Τουρκία επιθυμούσε να ολοκληρωθεί η βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για την Βαλκανική Συνεννόηση καθώς η ίδια βρισκόταν παράλληλα σε διαπραγματεύσεις με την Γαλλία για την επίλυση των διαφορών τους στην περιοχή της Αλεξανδρέττας.58 Ο Αράς τόνισε στον Σπυρίδωνα Πολυχρονιάδη ότι ο Στογιαντίνοβιτς ήταν πρόθυμος να παρέχει ενυπόγραφη υπόσχεση ότι, εάν κατά τις ελληνοβουλγαρικές διαπραγματεύσεις η Βουλγαρία ζητούσε κάθοδο στο Αιγαίο, η Γιουγκοσλαβία θα τασσόταν υπέρ της Ελλάδος και της Τουρκίας.59

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια συνομιλιών του Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό, ο τελευταίος δήλωσε ότι σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους των άλλων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης για σύναψη του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου θα διαφαινόταν έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Γιουγκοσλαβία, επηρεάζοντας την εσωτερική συνοχή αλλά και το κύρος που εξέπεμπε η Συνεννόηση.60 Ταυτόχρονα, ο Στογιαντίνοβιτς σε μια προσπάθεια να μετριάσει την ανησυχία της Γαλλίας διεμήνυσε στον Γάλλο πρεσβευτή ότι, εάν η Γιουγκοσλαβία δεν δεχόταν την προταθείσα συμφωνία, τότε η Βουλγαρία θα ωθούνταν προς τη Γερμανία.61 Τελικά, Ελλάδα και Ρουμανία αποφάσισαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου να μην ασκήσουν περισσότερη πίεση στην Γιουγκοσλαβία, ακολουθώντας την πολιτική της Τουρκίας, δίνοντας την συγκατάθεσή τους για την υπογραφή του συμφώνου στα τέλη Δεκεμβρίου με την προϋπόθεση ότι ο Στογιαντίνοβιτς θα παρείχε διαβεβαιώσεις περί της σταθερότητας της Βαλκανικής Συνεννόησης στην προγραμματισμένη για τις 15 Φεβρουαρίου 1937 σύνοδο του Μόνιμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης.62

Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, έχοντας λάβει τη συγκατάθεση των υπόλοιπων μελών της Βαλκανικής Συνεννόησης, επέσπευσε τις διαδικασίες υπογραφής του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου. Την 1η Ιανουαρίου του 1937 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δημοσίευσε μια επίσημη ανακοίνωση, στην οποία έδινε θετική απάντηση στη βουλγαρική πρόταση περί υπογραφής συμφώνου μη επιθέσεως.63 Υπό τις νέες εξελίξεις η βουλγαρική κοινή γνώμη πίστευε ότι η γιουγκοσλαβική πολιτική θα στήριζε τις βουλγαρικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας ως αντάλλαγμα της παραίτησης της Βουλγαρίας από την σερβική Μακεδονία. Παράλληλα, υπήρχε η άποψη περί κοινής ανθελληνικής πολιτικής με σκοπό η Γιουγκοσλαβία να καταλάβει την Θεσσαλονίκη και η Βουλγαρία την Δυτική Θράκη.64 Σύμφωνα με πληροφορίες του ελληνικού Τύπου οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση του συμφώνου προχωρούσαν ταχύτατα και φημολογούταν ότι θα υπογραφεί έως τα τέλη του Ιανουαρίου του 1937.65

Τελικά στις 24 Ιανουαρίου 1937 υπογράφηκε στο Βελιγράδι το βουλγαρογιουγκοσλαβικό Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας. Το Σύμφωνο είχε ασυνήθιστη μορφή καθώς περιείχε μόλις ένα άρθρο, στο οποίο δεν διασαφηνίζονταν οι αμοιβαίες υποχρεώσεις, παρά μόνο οριζόταν ότι στο εξής «θα υπήρχε αδιάρρηκτη ειρήνη και ειλικρινής και αιώνια φιλία μεταξύ του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και του Βασιλείου της Βουλγαρίας», ενώ δεν υπήρχε καμία αναφορά στο Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών. Παρά τις διθυραμβικές δηλώσεις των δύο πρωθυπουργών η προσέγγιση αυτή ήταν αρκετά τεχνητή καθώς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που αναπτύχθηκαν ανάμεσα τους από τον καιρό που ο Βούλγαρος πρωθυπουργός υπηρετούσε ως πρεσβευτής στη Γιουγκοσλαβία. Παρά τη συμφωνία για αποσιώπηση του σημαντικότερου ζητήματος για το οποίο συγκρούονταν οι δύο λαοί, το Μακεδονικό, θα επανεμφανιζόταν μόλις λίγα χρόνια αργότερα.66

Οι πρωθυπουργοί της Βουλγαρίας Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ (αριστερά) και Μίλαν Στογιαντίνοβιτς υπογράφουν το Σύμφωνο Αιώνιας Φιλίας μεταξύ των δυο χωρών.

Η λιτή μορφή του συμφώνου γέννησε φόβους περί ύπαρξης μυστικών πρωτοκόλλων. Όπως αποδείχθηκε μελλοντικά δεν υπήρχε σαφής ανθελληνική ρήτρα, αλλά, εάν άλλαζαν ριζικά οι διεθνείς σχέσεις, ο Στογιαντίνοβιτς δεν είχε ενδοιασμούς να στρέψει τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό προς την Ελλάδα και την Ρουμανία, αναζητώντας οφέλη και για την Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, δεν παρείχε κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα στη Βουλγαρία. Το πρώτο διάστημα μετά την υπογραφή της συμφωνίας οι πληροφορίες που λάμβαναν οι πρεσβευτές ήταν ελάχιστες καθώς υπήρχε έντονη μυστικότητα από τον Στογιαντίνοβιτς και τον Γιουγκοσλάβο αντιβασιλέα σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας. Αν και ο αντιβασιλέας Παύλος αντιπαθούσε τους Βούλγαρους, πείστηκε πιθανότατα από τον βρετανικό παράγοντα να μεταβάλει την στάση του, καθώς ο Βρετανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι τάχθηκε υπέρ του συμφώνου σε συνομιλία που είχε με τον πρώτο.

Τα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης αναγκάστηκαν να συναινέσουν στη σύναψη του Συμφώνου Αιώνας Φιλίας, καθώς δεν επιθυμούσαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με την Γιουγκοσλαβία ή να μειώσουν την ισχύ που διέθετε η Συνεννόηση διεθνώς. Σκοπός της Βαλκανικής Συνεννόησης ήταν να μεταδώσουν ένα κλίμα συνοχής και σύμπνοιας στο εξωτερικό, ακόμα και αν αυτό πρακτικά δεν υπήρχε. Τα τρία άλλα μέλη της Βαλκανικής Συνεννόησης αρκέστηκαν στην δήλωση του Στογιαντίνοβιτς κατά την εν Αθήναις σύνοδο της Συνεννόησης μεταξύ 15 και 18 Φεβρουαρίου 1937, η οποία ανέφερε ότι το υπογραφέν σύμφωνο «ὀυδαμῶς θίγει τάς ὐποχρεώσεις τάς ἀπορρεούσας ἐκ τῶν συνθηκῶν συμμαχίας, τῶν συναφθεισῶν ὑπό τῆς Γιουγκοσλαβίας και τῶν ἄλλων κρατῶν τῆς Βαλκανικής Συνεννοήσεως».67

Αν και το σύνθημα των Βαλκανικών Διασκέψεων ήταν «τα Βαλκάνια στους Βαλκάνιους», κατόπιν της ηγεμονικής στάσης της Γαλλίας και των βουλγαρικών απαιτήσεων για αναγνώριση μειονοτικών δικαιωμάτων από τα γειτονικά κράτη, οι Βαλκανικές Διασκέψεις οδήγησαν στην υπογραφή της Βαλκανική Συμφωνίας. Η Συμφωνία αυτή δημιούργησε έναν φιλογαλλικό συνασπισμό, συμπληρωματικό της Μικρής Αντάντ στη βαλκανική χερσόνησο. Ωστόσο, η συμμετοχή των τεσσάρων κρατών είχε διαφορετικά κίνητρα. Αφενός η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία επιθυμούσαν η Βαλκανική Συμφωνία να αποτελέσει επέκταση της Μικρής Αντάντ στα Βαλκάνια, εμπλέκοντας την Ελλάδα και την Τουρκία σε εξωβαλκανικές υποθέσεις. Παράλληλα, η γιουγκοσλαβική πολιτική με τη βοήθεια της Γαλλίας εργαζόταν σε δεύτερο επίπεδο από το 1933 στην εξομάλυνση των σχέσεων της με την Βουλγαρία. Η Γιουγκοσλαβία, φοβούμενη την διεξαγωγή ενός διμέτωπου αγώνα με την Ιταλία στα δυτικά και την Βουλγαρία στα νοτιοανατολικά, ξεκίνησε μια διαδικασία προσέγγισης με την τελευταία. Παράλληλα, η γαλλική πολιτική στήριζε την προσέγγιση Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας καθώς επιθυμούσε την μείωση της ιταλικής επιρροής στην Βουλγαρία. Η προσέγγιση μεταξύ της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας ανήχθη σε πολιτική τόσο του αναθεωρητικού όσο και του μη αναθεωρητικού στρατοπέδου σε μια προσπάθεια επέκτασης της επιρροής τους.

Η απροθυμία της Ελλάδος να αναλάβει εξωβαλκανικές υποχρεώσεις και να εισέλθει σε περιπέτειες χάριν γιουγκοσλαβικών υποθέσεων ώθησε την Γιουγκοσλαβία σε εξομάλυνση των σχέσεών της με την Βουλγαρία. Στην χάραξη της γιουγκοσλαβικής πολιτικής συνηγορούν και οι διεθνείς εξελίξεις. Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία άρχισαν να ακολουθούν αντίθετες πορείες, καθώς ο Μεταξάς είχε καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα θα προσχωρούσε στον βρετανικό συνασπισμό σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Ο Στογιαντίνοβιτς, βλέποντας τις νέες ισορροπίες που είχαν πλέον διαμορφωθεί στην Ευρώπη, επέλεξε να προσεγγίσει τις χώρες που ασκούσαν πιο δυναμική πολιτική, όπως τη Βουλγαρία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Ωστόσο, ο Γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός ασκούσε προσωποπαγή πολιτική με αποτέλεσμα την άμεση κατάρρευση των βουλγαρογιουγκοσλαβικών και ιταλογιουγκοσλαβικών σχέσεων αμέσως μετά την αποπομπή του τον Φεβρουάριο του 1939.

Οι σχέσεις Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας το διάστημα 1934-1937 δεν ήταν ιδιαίτερα εγκάρδιες, καθώς η συμμετοχή των δύο κρατών στο Βαλκανικό Σύμφωνο έγινε για ιδιοτελής σκοπούς. Αφενός η Ελλάδα αποσκοπούσε να αδρανοποιήσει την βουλγαρογιουγκοσλαβική προσέγγιση και αφετέρου η Γιουγκοσλαβία επιθυμούσε να υπονομεύσει τις ελληνοϊταλικές σχέσεις, εξασφαλίζοντας την ελληνική στήριξη σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Για την Γιουγκοσλαβία ήταν ζωτικής σημασίας η δυνατότητα πολεμικού ανεφοδιασμού μέσω της Θεσσαλονίκης, καθώς η μεταφορά πολεμικού υλικού από την Γαλλία και την Αγγλία καθίστατο αδύνατη σε οιαδήποτε άλλη περίπτωση. Ωστόσο, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψιν της και την μεσογειακή διάσταση της εξωτερικής της πολιτικής, μη αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις έναντι μιας μεσαίας ναυτικής μεσογειακής δύναμης, όπως η Ιταλία, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη της ελληνικής. Η Γιουγκοσλαβία, αντιλαμβανόμενη την ελληνική απροθυμία, επέλεξε να προσεγγίσει την Βουλγαρία κατόπιν και της υποστήριξης αμφότερων των δύο αντιμαχόμενων ευρωπαϊκών συνασπισμών.

Ο Θωμάς Δημόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

Πηγές

 Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (Υ.Δ.Ι.Α)

1934: Α/3/2, Α/3/5, Α/3/5/1, Α/3/9, Α/3/11, Α/5/2, Α/5/3/1, Α/6/1, 1934 ΑΑΚ/9, ΑΑΚ/24

1935: Α/3/3, Α/5/4, Α/6/3, ΑΑΚ/17

1936: Α/6/2, 15/7, 24/2, 28/1

1937: 13/1

 

Εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα (1934-1937)

 

Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία

Ristelhueber, R., Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2000.

Δαφνής, Γ., Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τ. Β., εκδόσεις Ίκαρος, 1955.

Κορόζης, Αθ., Οι πόλεμοι 1940-1941 επιτυχίαι και ευθύναι, τ. Α’, Αθήνα 1957.

Κούμας, Μ., Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1933-1936, εκδόσεις Σιδέρης, 2010.

Λάσκαρις, Σ., Διπλωματική ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1914-1939, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1954.

Μαρκεζίνης, Σπ., Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ. Γ’, εκδόσεις Πάπυρος, 1968. Μεταξάς, Ι., Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ., εκδόσεις Ίκαρος, 1960.

Πιπινέλης, Π., Ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος 1923-1941, εκδόσεις Σαλιβέρος, Αθήνα 1948.

Σβολόπουλος, Κ., Το βαλκανικό σύμφωνο και η ελληνική εξωτερική πολιτική 1928-1934, εκδόσεις Κολλάρου, 1974.

Σφέτας, Σπ., Όψεις του Μακεδονικού Ζητήματος στον 20ο αιώνα, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001.

Τούντα-Φεργάδη, A., Ηγετικές μορφές του Μεσοπολέμου και εξωτερική πολιτική, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 2003.

Της ιδίας, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας 1912-1941, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 2005.

 

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

Avramovski, Ž., «The Yugoslav-Bulgarian Perpetual Friendship Pact of 24 January 1937»,

Canadian Slavonic Papers 11.3 (1969).

Campus, E., The little Entente and the Balkan Alliance, Academiei Republici Socialiste Romania, 1978.

Glenny, M., The Balkans 1804-1999. Nationalism, war and the Great Powers, Granta Books, London 1999.

Kerner, R. J., Howard, H. N., The Balkan Conference and the Balkan Entente (1930- 1935),Greenwood Press, Connecticut 1970.

Маркобић, Д., Мићић, С., «Сусрети краља Александра и краља Бориса од Септембра до Десембра 1933. Године», Токови историје (1/2017), Институт за новију историју Србије.

Raditsa, B., «Venizelos and the struggle around the Balkan Pact», Balkan Studies, vol. 6 n. 1 (1965).

Ross, G., The Great Powers and the decline of the european states system 1914-1945, εκδόσεις Longman, United States of America 1983.

Симић Б., «Највећи пријателј Бугарске. Милан Стојадиновић у бугарском листу Днес»,

Токови историје (3/2014), Институт за новију историју Србије.

 

Ιστοσελίδες

Αρχείο Βενιζέλου http://www.venizelosarchives.gr/index.asp

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

Σπυρίδων Σφέτας: Από τον Λίβανο στην Καζέρτα

Σπυρίδων Σφέτας

Από τον Λίβανο στην Καζέρτα

 

Η αντίσταση των διαφόρων φορέων κατά των κατοχικών δυνάμεων, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ταυτόχρονα και ένας αγώνας για την εξουσία μετά την απελευθέρωση, κάτι που αναπόφευκτα οδηγούσε σε εμφύλιες συγκρούσεις. Στη Γιουγκοσλαβία, για παράδειγμα, οι Σέρβοι τσέτνικς του Ντράζα Μιχαήλοβιτς και οι παρτιζάνοι του Τίτο, πέρα από την αντίσταση κατά των Γερμανών, αγωνίζονταν και για το μεταπολεμικό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας: οι τσέτνικς για μια ασαφή ομοσπονδία Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων υπό τη σερβική δυναστεία των Καραγιώργηδων, χωρίς μεταβολή του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, οι παρτιζάνοι για μια νέα ομοσπονδιακή σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία με την αναγνώριση της ισοτιμίας όλων των εθνοτήτων. Το ίδιο συνέβη με τους Μπαλίστες και τους παρτιζάνους του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία, με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ ή τα Τάγματα Ασφαλείας στην Ελλάδα. Αλλά σε κάθε περίπτωση για τη νέα μεταπολεμική τάξη στα Βαλκάνια αποφασιστική σημασία είχε η στάση της Αγγλίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Για γνωστούς ιστορικούς και γεωστρατηγικούς λόγους σε μια άτυπη συμφωνία Άγγλων και Σοβιετικών, ήδη από το Μάιο του 1944, η Ελλάδα επιδικάστηκε στην αγγλική σφαίρα επιρροής και η Ρουμανία στη σοβιετική. Η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Άξονα και στη χώρα δεν είχε οργανωθεί παρτιζάνικο κίνημα. Αλλά αποτελούσε την πρώτη χώρα διέλευσης του σοβιετικού στρατού στα Βαλκάνια και είχε μεγάλη σημασία για τη Σοβιετική Ένωση. Μετά την άτυπη αγγλοσοβιετική συμφωνία του Μαΐου 1944 μπορεί να εξηγηθεί η παρέμβαση της σοβιετικής αποστολής υπό τον συνταγματάρχη Γκρηγκόρ Ποπώφ προς το ΚΚΕ να σεβαστεί τη συμφωνία του Λιβάνου και να προσχωρήσει στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου με την αποδοχή από το ΕΑΜ των «ασήμαντων υπουργείων». Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 το ΕΑΜ έστειλε τους υπουργούς του στο Κάιρο. Με την είσοδο, ωστόσο, του Κόκκινου Στρατού στη Ρουμανία (30 Αυγούστου 1944) και στη Βουλγαρία (9 Σεπτεμβρίου 1944) το ΚΚΕ εκτιμούσε ότι ισχυροποιούνταν οι θέσεις του έναντι της «ανίσχυρης» κυβέρνησης Παπανδρέου. Μετά την πολιτική μεταβολή της 9ης Σεπτεμβρίου 1944 στη Βουλγαρία ο άλλοτε «φασιστικός» βουλγαρικός στρατός στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, που τώρα υπαγόταν στη σοβιετική διοίκηση του Τρίτου Ουκρανικού Μετώπου υπό τους Σεργκέυ Μπιριουζώφ και Φιοντώρ Τολμπούχιν, ενίσχυε στρατιωτικά τον ΕΛΑΣ.

Αριστερά: Οι Πέτρος Ρούσσος, Αλέξανδρος Σβώλος και Στέφανος Σαράφης αναχωρούν για τον Λίβανο. Δεξιά: το ξενοδοχείο όπου πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες του Συνεδρίου του Λιβάνου.
Εκδήλωση ελληνοβουλγαρικής συναδέλφωσης στην Αλεξανδρούπολη, στις 15/9/1944, με την ευκαιρία συνάντησης τμημάτων του ΕΛΑΣ με τον βουλγαρικό στρατό. Ό άλλοτε «φασιστικός» στρατός του Βόριδος, που ευθύνονταν για εγκλήματα στην Αν. Μακεδονία και Δ. Θράκη, τελούσε πλέον υπό σοβιετική διοίκηση. Και ο ΕΛΑΣ λάμβανε τώρα στρατιωτική βοήθεια από τον βουλγαρικό στρατό, μέχρι την αποχώρησή του από την Ελλάδα.

Από τις 12 μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1944 οι Βούλγαροι υπουργοί στην κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου Ντόμπρι Τερπέτσεφ και Ντημήταρ Νέικωφ επισκέφθηκαν την Καβάλα, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Παρόλο που ο στρατηγός Τολμπούχιν απέρριψε το αίτημα του Γιώργη Ερυθριάδη για κάθοδο του Κόκκινου Στρατού στην Ελλάδα στην παρούσα φάση, τον Σεπτέμβριο του 1944, και μόνο η παρουσία Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια και οι αναγνωριστικές επισκέψεις Σοβιετικών αξιωματικών στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη αναμφισβήτητα δημιούργησαν στο ΚΚΕ την ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός αποτελούσε μια σημαντική δύναμη στην οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί σε περίπτωση ανάγκης.

Το Κ.Κ.Ε, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν είχε εγκαταλείψει τα σχέδια για κατάληψη της εξουσίας. Ενόψει των εξελίξεων στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία δύο μεραρχίες του ΕΛΑΣ μετά την είσοδο του σοβιετικού στρατού στη Βουλγαρία άρχισαν να μετακινούνται προς την Αθήνα. Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Παπανδρέου, ο οποίος επισήμανε ότι καμιά κίνηση του ΕΛΑΣ προς την Αθήνα δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την έγκριση των Άγγλων.

Τηλεγράφημα του Ζέβγου προς τον Ανδρέα Τζήμα και τον Γιάννη Ιωαννίδη στις 12 ή 16 Σεπτεμβρίου 1944: “Ήρθε είδηση ότι δύο μεραρχίες ΕΛΑΣ βαδίζουν εναντίον aθήνας stop παπανδρέου ζητεί όπως μη ενεργείται καμιά στρατιωτική ενέργεια ΕΛΑΣ άνευ διαταγής Συμμαχικού Στρατηγείου stopαρνηθήκαμε να δεχτούμε τέτια άποψη & προτείνομε όπως έρθει σύνδεσμος τής Κυβερνήσεως τo Στρατηγείο τού ΕΛΑΣ stopπεριμένουμε αμέσως οδηγίες σας stop”
Ζέβγος
Πηγή: Arhiv Centralrog Komiteta Saveza Komerista Jugoslavije Komisijaza Međunarodne Odnose IVeze , Gčrka IX,33/VII-53-111. 1944-945 K.19

Προφανώς μετά από έντονη αντίδραση του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής ο Ζέβγος, ως υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου, συμβούλεψε το Κ.Κ.Ε (19/9/1944) στην παρούσα φάση, προσωρινά να εγκαταλείψει τα σχέδια για μονομερή κατάληψη στην Αθήνα και να δημιουργήσει δομές εξουσίες στην υπόλοιπη Ελλάδα, αποφεύγοντας τις εκτελέσεις των συλληφθέντων.

Δεύτερο τηλεγράφημα: “Δυο πράματα ενδιαφέρουν εξαιρετικά ελληνικούς & ξένους κύκλους & ασκήσουν εξαιρετική επίδραση σε τοποθέτηση ουδετέρων στοιχείων απέναντί μας & αφοπλισμό αντιπάλων stop Πρώτον stop Συμπεριφορά μας απέναντι συλλαμβανομένων αντιδραστικών stop πρέπει ληφθούν μέτρα αυστηρά & μη γίνουν εχτελέσεις συλλαμβανομένων stop επαναλαμβάνω συλλαμβανομένων stop (…) stop το πρόβλημα της αθήνας προκαλεί γενική προσοχή stop| ΕΛΑΣ μπορεί εγκαθιδρύσει αρχάς σε λοιπή Ελλάδα εξ ονόματος κυβέρνησης stop Γι αθήνα όλοι ξεχωρίζουν ζήτημα & ζητούν όπως μη γίνουν ενέργειες δίχως εντολή του συμμαχικού στρατηγείου & μονομερής κατάληψη εξουσίας stop επιμένουμε σ’ αυτή τη γραμμή stop Λαός & οργανώσεις αμυνόμενες κατά Γερμανο-προδοτών σήμερον & κατά Παγκάλου ίσως αύριο παλέβουν & θα παλέψουν για χτύπημα & διάλυσή τους & επιβολή τάξης εξ ονόματος εθνική κυβέρνησης |stop αυτό δε σημαίνει μονομερή κατάληψη εξουσίας πράμα που δεν επιδιώκει το Κ.Κ. stop Σ’ αυτό το έργο υπεράσπισης λαού απελευθέρωσης & επιβολής τάξης αστυνομία & όλοι πατριώτες να συννενοηθούν & συνεργαστούν με ΕΑΜ εναντίον Γερμανο-προδοτών stop Ίσως χρειαστεί να κάνουμε δηλώσεις με αυτό το πνεύμα stop. Νομίζουμε σκόπιμο να γίνει κάποια ανακοίνωση σ’ αυτό το σημείο από το Π.Γ στον αθηναϊκό λαό stop Πήραμε δυο τηλεγραφήματα του Σαράφη και Μάντακα stop Περιμένουμε πάραυτα οδηγίες & γνώμες τους stop Τέλος.»
19-9-1944
Ζέβγος
Πηγή: Arhiv Centralrog Komiteta Saveza Komerista Jugoslavije Komisijaza Međunarodne Odnose IVeze , Gčrka IX,33/VII-53-111. 1944-945 K.19

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί οι Άγγλοι επείγονταν για την υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας. Η υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) και η τυπική υπαγωγή των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στις διαταγές του Άγγλου στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπυ σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσαν συνθηκολόγηση για το ΚΚΕ, αλλά αναγκαίο ελιγμό. Παρά τους δισταγμούς τους να υπογράψουν τη συμφωνία της Καζέρτας, τελικά ο Στέφανος Σαράφης και ο Κώστας Δεσποτόπουλος μεταπείστηκαν μετά από προσωπική παρέμβαση του Γιάννη Ζέβγου, υπουργού του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου. Με την τακτική της «νομιμοφροσύνης», το ΚΚΕ μάλλον αποσκοπούσε σε παραπλάνηση των Άγγλων, ώστε να μην μεταφερθεί μεγάλος όγκος αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, κάτι που επιβεβαίωσε και ο Γιάννης Ιωαννίδης στις «Αναμνήσεις» του. Οι Άγγλοι δεν έθεσαν ζήτημα αποστράτευσης του ΕΛΑΣ στη Καζέρτα, αλλά στρατιωτικού ελέγχου. Ωστόσο, από νομική άποψη τα πλεονεκτήματα των Άγγλων ήταν εμφανή. Απαγορευόταν στον ΕΛΑΣ να αναλάβει δράση στην Αθήνα και στην περιφέρεια Αττικής. Αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης της Καζέρτας ο Φίτιν (ψευδώνυμο του Πάβελ Μιχαηλοβιτς, προϊστάμενου της 5ης Υπηρεσίας Κατασκοπείας του Υπουργείου Εσωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης) ενημέρωσε στις 27 Σεπτεμβρίου τον Γκεόργκι Δημητρώφ στη Μόσχα για τα σχέδια των Άγγλων στην Ελλάδα: οι Άγγλοι θα μετέφεραν περιορισμένες στρατιωτικές δυνάμεις σε νευραλγικά σημεία της Αθήνας, θα έδιναν υπεύθυνη στρατιωτική θέση στο στρατηγό Σπηλιωτόπουλο (στο κείμενο αναφέρεται ως Σπηλιόπουλος), θα προχωρούσαν σε αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, θα κήρυτταν την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και θα αντικαθιστούσαν τις πολιτικές διοικητικές δομές με στρατιωτικές.

Στέφανος Σαράφης, Ronald Scobie και Ναπολέων Ζέρβας στην Καζέρτα.

Στη «περίφημη» Συμφωνία των Ποσοστών του Οκτωβρίου 1944, επισημοποιήθηκε από τον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν η προκαταρκτική αγγλο-σοβιετική συμφωνία του Μαΐου 1944 για την Ελλάδα και τη Ρουμανία(90% και 10% αντίστοιχα στη κάθε χώρα). Συζητήθηκαν επίσης διεξοδικά και οι σφαίρες επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και της Αγγλίας στην Γιουγκοσλαβία(50%-50%) και στη Βουλγαρία(75%-25%). Από τα δημοσιευμένα σοβιετικά πρακτικά της συνάντησης αυτής προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα ποσοστά στη Βουλγαρία, στη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία αφορούσαν όχι τόσο την κομμουνιστοποιήση των χωρών αυτών, η οποία ήταν πλέον δεδομένη, αλλά κυρίως τα ποσοστά της αγγλικής και σοβιετικής επιρροής. Για παράδειγμα, το 25% της αγγλικής επιρροής στη Βουλγαρία σήμαινε ότι η Αγγλία έπρεπε να έχει ένα λόγο για την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, για την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων της Βουλγαρίας στην Ελλάδα και για την αποτροπή εδαφικής διεξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Δηλαδή, οι Άγγλοι ήθελαν να έχουν λόγο στη Βουλγαρία για ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα. Για να δικαιολογήσουν το 25%, το οποίο στις συνομιλίες ο Στάλιν ήθελε να μειώσει, οι Άγγλοι επικαλούνταν το γεγονός ότι η Βουλγαρία είχε κηρύξει πόλεμο στην Αγγλία και όχι στη Σοβιετική Ένωση. To Κ.Κ.Ε δεν ενημερώθηκε από τους Σοβιετικούς ούτε για τα σχέδια των Άγγλων ούτε για την “Συμφωνία των Ποσοστών», παρ’ όλο που οι σοβιετικοί υπαινιγμοί ήταν σαφείς.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1944 ο Φίτιν ενημέρωσε τον Δημητρώφ για τα αγγλικά σχέδια σχετικά με την Ελλάδα, που προέβλεπαν και αποστράτευση του ΕΛΑΣ.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10/2/1947), όταν οι αγγλικοί στόχοι είχαν κατά βάση επιτευχθεί, δεν υπήρχε και στοιχειώδες αγγλικό ενδιαφέρον για τη Βουλγαρία, που κομμουνιστοποιούνταν πλήρως με την εξουδετέρωση κάθε είδους αντιπολίτευσης. Σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία το 50 %- 50 % είχε την έννοια ότι οι Σοβιετικοί δεν θα είχαν βάσεις στην Αδριατική. Είναι χαρακτηριστικό ότι και όταν ακόμη υπήρχε σοβιετο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, μετά το σοκ της ρήξης του 1948, ποτέ ο Τίτο δεν εκχώρησε ναυτικές βάσεις στους Σοβιετικούς στην Αδριατική. Στο πνεύμα της τελικής πράξης του Ελσίνκι(1975) και της προσωρινής ύφεσης στις σχέσεις Η.Π.Α-Ε.Σ.Σ..Δ, ο Τίτο απλά παραχώρησε στους Σοβιετικούς το δικαίωμα ελλιμενισμού και επισκευής σοβιετικών πλοίων σε γιουγκοσλαβικά λιμάνια της Αδριατικής. Στην προσπάθεια των Σοβιετικών, κατά στις συζητήσεις στη Μόσχα, να αυξήσουν τα δικά τους ποσοστά στη Γιουγκοσλαβία (δηλαδή οι Σοβιετικοί να έχουν το 60% και οι Άγγλοι το 40%), οι Άγγλοι απαντούσαν ότι αυτοί ενίσχυσαν στρατιωτικά τον Τίτο. Πράγματι, μέχρι το ’44 δεν υπήρξε σοβιετική βοήθεια προς τους παρτιζάνους του Τίτο. Στην Ελλάδα οι Σοβιετικοί ήταν απλά θεατές(10%), όπως και στη Ρουμανία οι Άγγλοι ήταν επίσης θεατές(10%). Η Αλβανία για ευεξήγητους λόγους, που δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν εδώ, δεν αναφέρεται στη Συμφωνία των Ποσοστών, κάτι που έδινε την δυνατότητα στην Αγγλία να επιδιώξει αργότερα την ανατροπή του Χότζα.

Η επίσκεψη του Τσώρτσιλ στη Μόσχα τον Οκτώβριο 1944 και η λεγόμενη “Συμφωνία των Ποσοστών”.

Ωστόσο, αν ο ΕΛΑΣ επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία αμέσως μετά την 12η Οκτωβρίου 1944, την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας, η ενέργεια αυτή θα συνιστούσε κατάφωρο πραξικόπημα μέσα στη γενική ευφορία του κόσμου για την απελευθέρωση και θα καταδικαζόταν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Στην ουσία η κυβέρνηση Παπανδρέου ήλεγχε μόνο την Αθήνα και τον Πειραιά. Η υπόλοιπη χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης από τα τέλη Οκτωβρίου 1944, τελούσε υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ελέγχοντας τη χώρα μέσω του ΕΛΑΣ και ελπίζοντας σε βοήθεια από τα γειτονικά βαλκανικά κράτη (ήδη το Νοέμβριο του 1944 ο Τίτο είχε υποσχεθεί αόριστα βοήθεια και το ΚΚΕ είχε αποκτήσει κρυπτογραφική επικοινωνία με το Δημητρώφ στη Μόσχα μέσω βουλγαρικής οδού – Πρόκειται για τα αποτελέσματα του ταξιδιού του Αναστασιάδη στο Βελιγράδι και τη Σόφια, το Νοέμβριο του 1944) , το ΚΚΕ πίστευε ότι στη πράξη θα απέβαινε κύριος ρυθμιστής των εξελίξεων με «νόμιμα» μέσα, από θέση ισχύος. Εδώ υποτίμησε τον αγγλικό παράγοντα και υπερεκτίμησε τον σοβιετικό.

Καταλύτης για τη κρίση του Νοεμβρίου απέβη, όπως είναι γνωστό, το ζήτημα της διάλυσης των ανταρτικών ομάδων και της συγκρότησης εθνικού τακτικού στρατού. Η κάθοδος του ΕΑΜ στις εκλογές, χωρίς τη στρατιωτική ύπαρξη του ΕΛΑΣ, στερούσε από το ΚΚΕ τη δυνατότητα επηρεασμού του προεκλογικού αγώνα και του εκλογικού αποτελέσματος. Και όταν στις αρχές Δεκεμβρίου το ΚΚΕ αποφάσισε να συγκρουστεί, αφού πρώτα παραιτήθηκαν οι υπουργοί του Ε.Α.Μ στη κυβέρνηση Παπανδρέου, εκτιμούσε ότι οι Άγγλοι δεν θα επενέβαιναν στη σύγκρουση του ΕΛΑΣ με την «ντόπια αντίδραση» και για το λόγο αυτό δεν στράφηκε αρχικά κατά των Άγγλων. Υπολόγιζε ότι λόγω της συμμαχίας Αγγλίας-Σοβιετικής Ένωσης στον διαρκούντα ακόμη πόλεμο κατά της Γερμανίας οι Άγγλοι θα παρέμεναν ουδέτεροι. Οι Άγγλοι επενέβησαν αδίστακτα και οι Σοβιετικοί δεν παρενέβησαν ούτε στρατιωτικά ούτε διπλωματικά. Η Ελλάδα είχε επιδικαστεί στο δυτικό κόσμο και ο Στάλιν δεν θα προκαλούσε διεθνή κρίση με τους Άγγλους για το ελληνικό ζήτημα. Ό,τι ήθελε ο Στάλιν για την Ελλάδα, από το ’45 και μετά, ήταν ένα νόμιμο, ισχυρό Κ.Κ.Ε (ως αντιπολιτευτική δύναμη) που θα μπορούσε να επηρεάζει τις εσωτερικές εξελίξεις. Δυστυχώς, ο Ζαχαριάδης επικαλούμενος τη «λευκή τρομοκρατία», δεν άκουσε τις σοβιετικές συμβουλές για συμμετοχή στις εκλογές και οδήγησε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο. Μετά το 1949 αναζήτησε τα αίτια της ήττας στη «προδοσία» του Τίτο: Πάγια η τακτική της παραπλάνησης και της απόσεισης ευθυνών.

Ο Σπυρίδων Σφέτας (1960 – 2021) θεωρείται ως ένας από τους πλέον έγκριτους Έλληνες βαλκανιολόγους. Διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας των Χωρών Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ο αδόκητος θάνατός του βύθισε σε πένθος τους μαθητές και τους συναδέλφους του καθώς και την εν γένει επιστημονική κοινότητα.

 

Bruna Bagnato: Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) (Μέρος Β΄)

Bruna Bagnato 

Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) 

(Μέρος Β΄)

 

Η ενοχοποίηση της Γαλλίας (1986-1991)

Τα δημοσιεύματα των εφημερίδων γύρω από την πολυπλοκότητα των διμερών σχέσεων ανάμεσα στο Παρίσι και την Τρίπολη επί προεδρίας Giscard d’ Estaing, σε συνδυασμό με την εν γένει δραστηριοποίηση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών στον συγκεκριμένο τομέα, έχουν οδηγήσει σε μια εκτίμηση, βάσει της οποίας η συντριβή του DC-9 της εταιρίας Itavia υπήρξε αποτέλεσμα λανθασμένου χειρισμού στο πλαίσιο μιας αερομαχίας ανάμεσα σε ένα αεροσκάφος της γαλλικής πολεμικής αεροπορίας και ένα λιβυκό MIG-23. Είναι γεγονός πως τα συντρίμμια του τελευταίου εντοπίστηκαν λίγες ημέρες αργότερα στην ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας, μαζί με τη σορό του χειριστή. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, η οποία εκφράστηκε κατ’ επανάληψη μέσα στη δεκαετία του 1980, η πτήση 870 επλήγη από έναν δεύτερο πύραυλο που εκτόξευσε ο Γάλλος πιλότος στην προσπάθειά του να καταρρίψει το λιβυκό αεροσκάφος.1 Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, η Γαλλία βρέθηκε υπόλογη για την όλη υπόθεση σε δυο διαφορετικά, συχνά συγκλίνοντα, επίπεδα: εκείνο των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων και εκείνο των κοινοβουλευτικών ανακρίσεων. Μέχρι το 1986, η τραγωδία της Ustica δεν συγκαταλεγόταν στην ημερήσια διάταξη των εργασιών του ιταλικού Κοινοβουλίου. Ούτε ήγειρε το ενδιαφέρον των πολιτικών κομμάτων και γενικότερα της κοινωνίας. Ωστόσο, η θεωρία του πυραύλου απασχολούσε σοβαρά τον δημοσιογραφικό κόσμο. Στον Τύπο άρχισαν να κυκλοφορούν ρεπορτάζ, τα οποία ήδη από το 1980 αμφισβητούσαν την επίσημη άποψη περί παντελούς απουσίας στρατιωτικών αεροσκαφών στην ευρύτερη περιοχή της Ustica τη στιγμή της συντριβής.2

Το 1986 μια δικαστική έρευνα κατέληξε σε αποτυχία. Σύμφωνα με το πόρισμα, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να εξακριβωθούν με απόλυτη βεβαιότητα τα αίτια του δυστυχήματος. Τον Ιούνιο, με αφορμή τη συμπλήρωση έξι ετών, ιδρύθηκε η Επιτροπή Αλήθειας για την Ustica. Η τελευταία ζήτησε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Francesco Cossiga να δώσει τέλος στην “αφόρητη σιωπή”, η οποία επί χρόνια επιβάρυνε το μυστήριο της τραγωδίας και να “άρει τα εμπόδια που απέτρεπαν την αλήθεια να βγει στο φως”.3 Χάρη στη στελέχωσή της από επώνυμα και επιφανή άτομα του κόσμου της πολιτικής και των θεσμών⁸¹4 και υπό την προεδρία του Francesco Bonifacio, πρώην προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή κατάφερε να ευαισθητοποιήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας σε μια υπόθεση, έναντι της οποίας ούτε η κυβέρνηση ούτε και το Κοινοβούλιο είχαν πάρει ακόμα θέση.5 Ο πρόεδρος Cossiga, ο οποίος τη στιγμή της συντριβής κατείχε το αξίωμα του πρωθυπουργού, ανταποκρινόμενος στην έκκληση της Επιτροπής ζήτησε από τον πρωθυπουργό Bettino Craxi να επιταχύνει τις διαδικασίες διαλεύκανσης των αιτίων και να μεριμνήσει για την ανέλκυση από τη θάλασσα των συντριμμιών του μοιραίου DC-9.6

Φωτογραφίες θυμάτων της αεροπορικής τραγωδίας.

Όπως ήταν επόμενο, η στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας προσέδωσε νέα ώθηση στο ενδιαφέρον του Τύπου και της κοινής γνώμης. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1986, η εφημερίδα Corriere della Sera έκανε για πρώτη φορά λόγο περί παρουσίας στον ουρανό της Ustica, την μοιραία 27η Ιουνίου 1980, “αεροναυτικών μονάδων συμμάχων χωρών, οι οποίες δεν ανήκαν στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ”. Η είδηση αναμεταδόθηκε και από άλλα ΜΜΕ που επισήμαναν πως τη στιγμή της τραγωδίας, το γαλλικό αεροπλανοφόρο Clemenceau έπλεε στην ίδια περιοχή.7

Οι αναφορές των εφημερίδων κατά τις επόμενες ημέρες γίνονταν ολοένα και περισσότερο λεπτομερείς. Υιοθετώντας την εκδοχή του πυραύλου, οι υποψίες άρχισαν να στρέφονται γύρω από το αεροπλανοφόρο, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, βρισκόταν στον κόλπο της Νεάπολης και από όπου εκτοξεύθηκε από παραδρομή πύραυλος στο πλαίσιο άσκησης βολής. Αποτέλεσμα του λανθασμένου χειρισμού ήταν η κατάρριψη της πτήσης 870. Η ευαισθησία της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη αυξήθηκε από τη σιβυλλική δήλωση του υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης Giuliano Amato ενώπιον του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με την οποία κανενός είδους εκδοχή δεν έπρεπε να αγνοηθεί στη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας.8

Στις 7 Οκτωβρίου 1986, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας, ανταποκρινόμενο σε υπόδειξη του στρατιωτικού του ακολούθου στην Ιταλία, απέστειλε προς το Palazzo Farnese (έδρα της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη) επίσημη δήλωση με αναλυτική καταγραφή των κινήσεων του πολεμικού στόλου στη Μεσόγειο στις 27 Ιουνίου 1980. Τρία ήταν τα επίμαχα σημεία, τα οποία διευκρινίζονταν: 1) το αεροπλανοφόρο Foch βρισκόταν στα ανοικτά της μεγάλης ναυτικής βάσης της Τουλώνης, πλησίον της Μασσαλίας, τα δε αεροσκάφη του ήταν προς στιγμή παροπλισμένα. Το έτερο αεροπλανοφόρο του γαλλικού στόλου Clemenceau, είχε επιστρέψει στις 6.30 π.μ. της επίμαχης ημέρας επίσης στην Τουλώνη, έχοντας ολοκληρώσει ναυτική αποστολή. 2) Οι γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις βρίσκονταν στο έδαφος μακριά από τον τόπο της τραγωδίας. 3) Το εκρηκτικό τύπου Τ4, ίχνη του οποίου εντοπίστηκαν τόσο στις σορούς των θυμάτων όσο και στην άτρακτο του DC-9, ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την κατασκευή πυραύλων αέρος-αέρος της γαλλικής ναυτικής αεροπορίας.9

Τα αεροπλανοφόρα Foch (αριστερά) και Clemenceau του γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού.

Τα ιταλικά ΜΜΕ δεν έδειξαν να πείθονται. Στο πλαίσιο της τηλεοπτικής εκπομπής Monitor (Canale 5) της 26ης Οκτωβρίου 1986, αν και οι δημοσιογράφοι δεν απόκλεισαν τις άλλες πιθανές εκδοχές (λιβυκός δάκτυλος, έκρηξη βόμβας τοποθετημένης εντός του αεροσκάφους) επέμειναν εμφατικά στην περίπτωση ενός γαλλικού λανθασμένου χειρισμού. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το DC-9 καταρρίφθηκε έναντι άλλου στόχου, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν εν κινήσει στον αέρα. Προκειμένου μάλιστα να στηρίξουν τη θέση τους επικαλέστηκαν το γεγονός ότι ο στρατηγός Giuseppe Santovito, αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών (SISMI), αμέσως μετά τη συντριβή ζήτησε εξηγήσεις από τον Γάλλο ομόλογό του, Alexandre de Marenches. Στενός συνεργάτης, μάλιστα, του τελευταίου φαίνεται πως είχε διαρρεύσει ότι οι υπηρεσίες των δυο χωρών είχαν συνεργαστεί προς την κατεύθυνση της συγκάλυψης όσον αφορούσε τα πραγματικά αίτια της τραγωδίας.

Λειτουργώντας ως προπομπός της παραπάνω εκπομπής δυο ημέρες νωρίτερα, η εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας Corriere della Serra υπογράμμισε πως στη Γαλλία, αναφερόμενα στη θεματολογία της επικείμενης εκπομπής, το μεν υπουργείο Εθνικής Άμυνας αρνήθηκε να σχολιάσει την πληροφορία περί συγκάλυψης, το δε υπουργείο Εξωτερικών τη διέψευσε κατηγορηματικά.10 Στις 25 Οκτωβρίου, παραμονή της μετάδοσης της εκπομπής, το SISMI ανταποκρινόμενο σε αίτημα ασαφούς προελεύσεως για πληροφόρηση, απάντησε λακωνικά πως “δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στα αρχεία” περί επαφής ανάμεσα στους Marenches και Santovito κατά τις ώρες που διαδέχθηκαν την πτώση του αεροσκάφους.11 Την ίδια στιγμή, το Palazzo Farnese διέρρεε πως “ορισμένοι δημοσιογραφικοί κύκλοι ορμώμενοι από πνεύμα εντυπωσιασμού και οι δικαιολογημένα ανήσυχες οικογένειες των θυμάτων είχαν ενώσει τις προσπάθειές τους με στόχο να επιβαρύνουν τις υποψίες σε βάρος της Γαλλίας”. Ταυτόχρονα, η γαλλική πρεσβεία παρότρυνε το υπουργείο Εξωτερικών να προβεί σε μια επίσημη τοποθέτηση παρόμοια με εκείνη του υπουργείου Άμυνας της 7ης Οκτωβρίου, σύμφωνα με την οποία “καμία ναυτική ή αεροπορική μονάδα δεν είχε αναπτύξει επιχειρησιακή δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ustica στις 27 Ιουνίου 1980, ακόμα λιγότερο δε είχε εξαπολύσει κάποιο πύραυλο”.12

Η πορεία της πτήσης 870 και η κινητικότητα των επίσημα και μη ταυτοποιηθέντων αεροσκαφών τη στιγμή της συντριβής.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1986, η εφημερίδα L’ Espresso επανήλθε στη θεωρία περί γαλλικής ευθύνης στηριζόμενη επάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό σκεπτικό. Συγκεκριμένα, ο αρθρογράφος Pierluigi Faconeri υποστήριξε για πρώτη φορά πως ένα αεροσκάφος MIG -23 της πολεμικής αεροπορίας της Λιβύης (τα συντρίμμια του οποίου εντοπίστηκαν λίγες μέρες αργότερα στην Καλαβρία) είχε πλησιάσει επικίνδυνα το αεροπλανοφόρο Clemenceau. Δίχως χρονοτριβή απονηώθηκε από το τελευταίο ένα καταδιωκτικό αεροσκάφος, το οποίο, εξαιτίας λανθασμένου χειρισμού, κατέρριψε ταυτόχρονα το MIG και το DC-9 της Itavia που την ίδια στιγμή έτυχε να ακολουθεί παρεμφερή πορεία. Σύμφωνα με τον ίδιο δημοσιογράφο, επιβεβαίωση των παραπάνω αποτελούσε η ταυτόχρονη σχεδόν επικοινωνία μεταξύ των Santovito και Marenches παρά τις διάφορες διαψεύσεις περί τούτου, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήριζε ως ανεπαρκείς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι γαλλικές ανακοινώσεις μιλούσαν για αεροπλανοφόρα με παροπλισμένα αεροσκάφη καθώς και για μια εκρηκτική ύλη (Τ4), η οποία υποτίθεται ότι ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί, τη στιγμή που αποτελούσε κοινό μυστικό ότι ήταν το βασικό υλικό κατασκευής του πυροκροτητή παντός τύπου πυραύλων.13 Το Palazzo Farnese διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τον εκδότη της εφημερίδας, Giovanni Valentini, ζητώντας με επιστολή από τον τελευταίο να αναδημοσιεύσει την ανακοίνωση της 7ης Οκτωβρίου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας.14

Ανάλογες επιστολές στάλθηκαν και προς άλλες εφημερίδες και έντυπα στις αρχές του 1987, όταν, στις 5 Ιανουαρίου, η εκπομπή Focus (Rai 2) άφησε να εννοηθεί πως ναυτικές μονάδες της Γαλλίας και των ΗΠΑ εκτελούσαν κοινά γυμνάσια στο Τυρρηνικό Πέλαγος τη στιγμή της αεροπορικής τραγωδίας. Στη διάρκεια της παραπάνω τηλεοπτικής εκπομπής προβλήθηκε συνέντευξη του βοηθού γραμματέα της Προεδρίας της Κυβέρνησης Giuliano Amato, σύμφωνα με την οποία εξακολουθούσε ακόμα να παραμένει ασαφής η ακριβής ημερομηνία συντριβής του λιβυκού MIG-23 στην περιοχή της Καλαβρίας. Ήδη από τις 28 Οκτωβρίου του προηγουμένου έτους, η εφημερίδα Il Messaggero είχε προβεί στην εντυπωσιακή αποκάλυψη ότι το πόρισμα της νεκροψίας της σορού του χειριστή άφηνε να εννοηθεί ως ημερομηνία θανάτου όχι την 18η Ιουλίου 1980 (επίσημη εκδοχή), αλλά είκοσι περίπου ημέρες νωρίτερα. Με άλλα λόγια, το συμβάν μπορούσε κάλλιστα να είχε λάβει χώρα τη νύκτα της τραγωδίας της Ustica.15 Ωστόσο, στη συνέχεια της προβολής της εκπομπής Focus, οι υποψίες του ιταλικού Τύπου άρχισαν να στρέφονται προς την κατεύθυνση της Λιβύης προς μεγάλη ανακούφιση των κύκλων του Palazzo Farnese.16

Palazzo Farnese, έδρα της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη.

Την άνοιξη του 1987, ο αρμόδιος για την υπόθεση ανακριτής Vittorio Bucarelli αποφάσισε να συγχωνεύσει την έρευνα για την τραγωδία της Ustica με εκείνη για τη συντριβή του λιβυκού αεροσκάφους. Με την ενέργεια αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα ο συσχετισμός του θανάτου του πιλότου Fadal el Adim με την απώλεια του DC-9. Τότε πρωτοεμφανίστηκε ένα σενάριο με γνώμονα τις ευθύνες του καθεστώτος της Τρίπολης: ομάδα καταδιωκτικών της λιβυκής αεροπορίας ήταν εκείνα που κατέρριψαν το MIG (σύμφωνα με την ίδια θεωρία ο χειριστής ανήκε στην κατηγορία των αντιφρονούντων του κανταφικού καθεστώτος και επιχειρούσε να αυτομολήσει στη Δύση). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συντριβή στη θάλασσα της πτήσης 870 έπρεπε να εκληφθεί ως παράπλευρη απώλεια. Παρά ταύτα, η εκδοχή της γαλλικής ευθύνης εξακολουθούσε να προβάλλεται από ορισμένα ιταλικά έντυπα. Στις 16 Απριλίου 1987, η κυβέρνηση της Ρώμης ανέθεσε την περισυλλογή και ανέλκυση των συντριμμιών του μοιραίου DC-9 στη γαλλικών συμφερόντων εταιρία IFREMER. To Palazzo Farnese εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την επιλογή, φροντίζοντας να τις διαμηνύσει στο Παρίσι. Κατά την άποψή του, ελλόχευε κίνδυνος να κατηγορηθεί το γαλλικό κράτος για εσκεμμένη απόκρυψη στοιχείων μέσω της συγκεκριμένης εταιρίας.17

Περί το τέλος του 1988 η Γαλλία βρέθηκε εκ νέου στο στόχαστρο από την ίδια την πρόοδο των ανακρίσεων. Τη φορά αυτή οι υποψίες δεν προέρχονταν από τους δημοσιογραφικούς κύκλους, αλλά από την ίδια την επιτροπή του ιταλικού Κοινοβουλίου, η οποία είχε συγκροτηθεί με την αποστολή να διαλευκάνει τα αίτια του δυστυχήματος. Η συντριβή της Ustica είχε πλέον προσλάβει πολιτικές διαστάσεις. Εμβληματική του επικρατούντος πνεύματος υπήρξε η ίδρυση, τον Φεβρουάριο του 1988 στην Μπολόνια, του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής της Ustica (Associazione Parenti delle Vittime della Strage di Ustica), στόχος των ενεργειών του οποίου ήταν η αναζήτηση της αλήθειας και η κατανομή των ευθυνών. Χαρακτηριστική είναι η συμπερίληψη στην ονομασία του Συλλόγου του όρου “σφαγή” (strage). Στο εξής η υπόθεση της Ustica προσλάμβανε στα μάτια του κόσμου διαστάσεις “κρατικής σφαγής”.18

Quarant’anni dalla strage di Ustica, le famiglie delle vittime

Ο πολιτικός αγώνας του Συλλόγου για την αναζήτηση της αλήθειας ενώθηκε με εκείνους αντίστοιχων ομάδων θυμάτων τρομοκρατικών επιθέσεων κ.ά. Η μυστικοπάθεια γύρω από όσα συνέβησαν θεωρήθηκε από κοινού ως παράγωγο “σκοτεινής θεσμικής ανεπάρκειας”.19 Το ίδιο αφήγημα υιοθετήθηκε από τον Τύπο και από το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο επιστρατεύθηκε ενάντια στη σιωπή και την αμηχανία της ελεγχόμενης από τους Χριστιανοδημοκράτες εξουσίας. Το 1989 η υπόθεση της Ustica συμπεριλήφθηκε μεταξύ των θεμάτων που απασχόλησαν την κοινοβουλευτική επιτροπή αρμόδια για τις τρομοκρατικές ενέργειες επί του ιταλικού εδάφους, ειδικότερα δε εκείνες, για τις οποίες είχε προκύψει δυστοκία ως προς την ταυτοποίηση των υπευθύνων (Commissione parlamentare d’ inchiesta sul terrorismo in Italia e sulle cause della mancata individuazione dei responsabili delle stragi). Η παραπάνω επιτροπή συγκροτήθηκε βάσει του Νόμου 172/17.5.1988.

Η ανάσυρση των σορών των θυμάτων την επομένη της τραγωδίας.

Τον Νοέμβριο του 1988, ο υπουργός Άμυνας Valerio Zanone, ζήτησε από τον πρωθυπουργό Ciriaco De Mita να συγκροτήσει μια ανακριτική επιτροπή με σκοπό να αξιολογήσει κάθε είδους πληροφορία με προέλευση (πέραν της ίδιας της Ιταλίας) χώρες όπως η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Λιβύη. Είχε μόλις προηγηθεί μια εκπομπή του τηλεοπτικού δικτύου Rai 1, η οποία δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ευθύνης των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων στα γεγονότα της Ustica.20 Στις 29 Δεκεμβρίου, ο Ιταλός πρέσβης στο Παρίσι Giacomo Attolico επέδωσε προς τον γενικό γραμματέα του Quai d’ Orsay ρηματική διακοίνωση, με την οποία ζητούσε από το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών να παρέμβει σε επίπεδο των αρμοδίων αρχών για τη συλλογή πληροφοριών σε διπλό επίπεδο: 1) ενδεχόμενη παρουσία γαλλικών ναυτικών ή αεροπορικών μονάδων στη ζώνη και τη στιγμή της καταστροφής και 2) σε περίπτωση καταφατικής απάντησης προώθηση προς τις ιταλικές αρχές όλων των πληροφοριών, τις οποίες οι εν λόγω μονάδες είχαν περισυλλέξει μέσω ασυρμάτου και ραντάρ. Το Quai d’ Orsay προθυμοποιήθηκε να διαβιβάσει πάραυτα το ιταλικό αίτημα προς τα υπουργεία Άμυνας και Συγκοινωνιών. Δεσμεύθηκε δε να ενημερώσει τη Ρώμη μόλις συγκέντρωνε τα σχετικά στοιχεία.21

Το αίτημα διαβιβάσθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1989.22 Η απάντηση του γαλλικού υπουργείου Άμυνας κοινοποιήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου. Στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει μια κατ’ ιδίαν συνάντηση μεταξύ των δυο υπουργών Άμυνας Jean-Pierre Chevènement και Valerio Zanone (Ρώμη, 7 Ιανουαρίου), στο πλαίσιο της οποίας το επίμαχο ζήτημα εθίγη επιδερμικά. Συγκεκριμένα, η συζήτηση περιορίστηκε σε μια αόριστη αναφορά του Ιταλού υπουργού για στοιχεία που πιθανό να είχε στη διάθεσή της η απέναντι πλευρά. Ο Γάλλος ομόλογός του υποσχέθηκε να απαντήσει.23 Η επίσημη απάντηση του γαλλικού υπουργείου Άμυνας της 16ης Φεβρουαρίου, αποτελούσε απλή αναπαραγωγή των όσων το τελευταίο είχε υποστηρίξει τον Οκτώβριο του 1986, με αφορμή τότε “μια δημοσιογραφική εκστρατεία, η οποία επιδίωκε να εμπλέξει τις ένοπλες δυνάμεις τρίτων χωρών στο όλο επεισόδιο”: στις 27 Ιουνίου 1980 το αεροπλανοφόρο Foch έπλεε στα ανοικτά της Τουλώνης, τα δε παροπλισμένα αεροσκάφη του βρίσκονταν εκτός βεληνεκούς της Ustica. Το Clemenceau μόλις είχε επιστρέψει στη βάση του στις 6.30 του πρωινού της ίδιας ημέρας. Η πολεμική αεροπορία δεν επιχείρησε στη ζώνη της συντριβής και, το κυριότερο, κανένα αεροσκάφος δεν προέβη σε εκτόξευση πυραύλου. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με το κείμενο, απάλλασσαν τη γαλλική πλευρά από κάθε υποψία. Ως προς τη διαβίβαση των ραδιοσημάτων (το δεύτερο σκέλος του ιταλικού διαβήματος) η απάντηση του υπουργείου Άμυνας υπήρξε αόριστη. Εφόσον είχε τέτοια σήματα στη διάθεσή του θα τα έστελνε εν ευθέτω χρόνω στο Quai d’ Orsay.24 Στις 27 Ιουνίου 1989, ένατη επέτειο της τραγωδίας, το υπουργείο Άμυνας επανήλθε δηλώνοντας πως οι έρευνες για τα ραδιοσήματα δεν είχαν αποδώσει. Επανέλαβε ότι “καμιά μονάδα του γαλλικού ναυτικού ή της αεροπορίας ενεπλάκη με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στην υπόθεση ούτε και είχε συλλέξει πληροφορίες ικανές να συνδράμουν τις ιταλικές αρχές στην αναζήτηση των αιτίων του δυστυχήματος”.25

Στην Ιταλία, η τραγωδία της Ustica είχε εξελιχθεί σε κεντρικό θέμα δημόσιας συζήτησης σε συνδυασμό με την αδιαφάνεια που επικρατούσε, αλλά και τη γενικότερη κρίση ηθικής, η οποία χαρακτήριζε την τότε εξουσία.26 Πολλοί ήσαν εκείνοι που καταλόγιζαν όχι απλή αδυναμία αλλά εσκεμμένη άρνηση να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα της πτήσης 870 και στους συγγενείς τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα συνεχίστηκαν οι εργασίες της κοινοβουλευτικής ανακριτικής επιτροπής, οι οποίες, εκ νέου, έθεσαν ζήτημα γαλλικής εμπλοκής και ευθύνης. Περί το τέλος Ιουνίου του 1990, σε κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής, ο ναύαρχος Fulvio Martini, επικεφαλής της SISMI ήδη από το 1984, δίχως να αποκλείσει την εκδοχή έκρηξης βόμβας, έκανε λόγο “ως απλή υπόθεση εργασίας” περί εκτόξευσης πυραύλου. Ο αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών, αποκλείοντας για διάφορους λόγους την πιθανότητα λιβυκής ή βρετανικής ευθύνης, υποδείκνυε ως υπεύθυνες τη Γαλλία και τις ΗΠΑ “με ποσοστά ευθύνης 50% για την κάθε μια από αυτές”, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε.27 Πέραν αυτού, ο Martini εξέφρασε ζωηρές επιφυλάξεις σχετικά με την αμεροληψία της διαδικασίας περισυλλογής των συντριμμιών του DC-9 από τη γαλλική εταιρία IFREMER. Από μόνη της, η παραπάνω ανάθεση έθετε θέμα αξιοπιστίας. Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και το περιεχόμενό της παρέμεινε απόρρητο. Ωστόσο, οι συνεντεύξεις τις οποίες ο ναύαρχος παρέθεσε προς τις εφημερίδες, έπεισαν τα ΜΜΕ να επανέλθουν με δριμύτητα στην εκδοχή περί γαλλικής εμπλοκής.

Ο ναύαρχος Fulvio Martini και η συναρμολόγηση των συντριμμιών της ατράκτου του μοιραίου DC-9.

Η όλη υπόθεση προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε το Palazzo Farnese διαμήνυσε προς το Παρίσι μήπως ήταν σκόπιμο η γαλλική κυβέρνηση να προβεί σε μια επίσημη και κατηγορηματική δήλωση.28 Πόσο μάλλον που η κοινοβουλευτική ανακριτική επιτροπή είχε μόλις αποφασίσει να αξιολογήσει τις συνθήκες ανάθεσης της ανέλκυσης των συντριμμιών στην IFREMER.29 Δεν είναι τυχαίο πως την ίδια ακριβώς στιγμή, η λιβυκή τηλεόραση υιοθέτησε με δραματικά και σαρκαστικά σχόλια την εκδοχή περί γαλλικής ανάμειξης.30

To Quai d’ Orsay ωστόσο, χαρακτήρισε ως “μη επιθυμητή” μια δημόσια τοποθέτηση στο πλαίσιο μιας αντιδικίας, κάτι “που θα μας ανάγκαζε να αντιδρούμε συνεχώς στις φήμες και διαδόσεις των εφημερίδων”. Στις οχλήσεις των ιταλικών ΜΜΕ, το Palazzo Farnese έλαβε εντολή από το Παρίσι να αντιτάσσει επίμονα τη διάψευση του Οκτωβρίου 1986.31 Στους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας της Ρώμης επικράτησε μεγάλος προβληματισμός, καθώς η γαλλική κυβέρνηση αρκούνταν μέχρι τότε στο να απορρίπτει ως αβάσιμες τις κατηγορίες του ιταλικού Τύπου αντί να διαψεύδει κατηγορηματικά και ξεκάθαρα το περιεχόμενό τους. Σύμφωνα πάντοτε με τους ίδιους κύκλους, η ίδια η διατύπωση του ανακοινωθέντος του Οκτωβρίου 1986 ήταν ασαφής. Συγκεκριμένα, διέψευδε την παρουσία στη ζώνη της συντριβής γαλλικών μονάδων, κάτι που αναφερόταν ευθέως σε πλοία του Πολεμικού Ναυτικού όχι όμως σε αεροσκάφη. Κυρίως όμως, ουδέποτε μέχρι στιγμής είχε αποσαφηνιστεί η διαφορά ανάμεσα σε δυο σοβαρούς υπαινιγμούς: ο πρώτος από αυτούς κατηγορούσε τη Γαλλία ως υπεύθυνη για την καταστροφή του DC-9. Ο δεύτερος πρόσαπτε στην κυβέρνηση του Παρισιού την επιμονή να μην αποκαλύπτει στοιχεία σχετικά με το συμβάν, τα οποία είχε συγκεντρώσει χάρη στα ακουστικά και ηλεκτρονικά μέσα παρακολούθησης τα οποία διέθετε. Επρόκειτο για δυο εκ διαμέτρου διαφορετικά πράγματα. Όπως και να είχε, πάντως, το ζήτημα, το Palazzo Farnese παρακολουθούσε στενά την πορεία της ανακριτικής διαδικασίας. 32 Τον Ιούνιο του 1990 ο Vittorio Bucarelli υπέβαλε την παραίτησή του. Ο φάκελος των ανακρίσεων ανατέθηκε στον Rosario Priore. Στο τέλος του ιδίου έτους ο νέος ανακριτής αποφάσισε να επανεξετάσει τις έρευνες της IFREMER σχετικά με τα συντρίμμια του DC-9.33 Η γαλλική εταιρία αντέδρασε έντονα τον Ιούλιο του 1991, όταν δημοσιεύθηκαν στον Τύπο υπαινιγμοί περί συνεργασίας της τελευταίας με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες με αποτέλεσμα την εσκεμμένη αλλοίωση των αποτελεσμάτων της έρευνας.34

Dara Bonfietti, η δραστήρια πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής της Ustica.
Ο ανακριτής Rosario Priore.

 

 

 

Συμπέρασμα

Στις 31 Αυγούστου 1999 ολοκληρώθηκε η μακροσκελέστερη ανακριτική διαδικασία στα δικαστικά χρονικά της Ιταλίας με την κατάθεση του τελικού πορίσματος από τον Rosario Priore. Η ταυτόχρονη δήλωση του ανακριτή υπήρξε αποκαλυπτική: “Το συμβάν σε βάρος του DC-9 έλαβε χώρα στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης αναχαίτισης. Επομένως τη νύκτα της 27ης Ιουνίου 1980 σημειώθηκε στον ουρανό της Ustica πολεμική πράξη ένεκα της οποίας το DC-9 καταρρίφθηκε. Η ζωή 81 αθώων πολιτών χάθηκε από μια στρατιωτική ενέργεια ακήρυχτου πολέμου, μια καλυμμένη επιχείρηση διεθνούς αστυνόμευσης σε βάρος της χώρας μας, τα σύνορα και τα δικαιώματα της οποίας παραβιάστηκαν. Ουδείς προθυμοποιήθηκε να δώσει την παραμικρή εξήγηση γιa ό,τι συνέβη”.35

Έκτοτε, η ιταλική Δικαιοσύνη δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να εργάζεται για την αποκάλυψη της αλήθειας. Η αναζήτηση των πραγματικών αιτίων συνιστά χρέος έναντι της κοινωνίας κι όχι μόνο έναντι της μνήμης των θυμάτων και της αξιοπρέπειας των συγγενών τους. 36 Στους ιστορικούς εμπίπτει η αποστολή να στραφούν προς τις αρμόδιες αρχές ζητώντας να τεθούν στη διάθεση της επιστημονικής έρευνας οι πηγές και τα στοιχεία που θα επιτρέψουν την μελέτη και κατανόηση σε βάθος ενός από τα πλέον δραματικά επεισόδια της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας.

CRASH DE L’USTICA : Une Bavure Française ?

 

Η Bruna Bagnato είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας (Università degli Studi, Firenze).

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο “Un “acte de guerre” dans le ciel italien? La France, la Libye et le crash d’ Ustica (27 Juin 1980)” στο περιοδικό Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος 278/2020, σ. 123-143.

© PUF/Humensis, 2020
Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Bruna Bagnato: Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) (Μέρος Α΄)

Bruna Bagnato

 Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) 

(Μέρος Α΄)

Στις 20.59 μ.μ. της 27ης Ιουνίου 1980, ένα αεροσκάφος τύπου Douglas DC-9 της ιταλικής εταιρείας Itavia κατέπεσε στο Τυρρηνικό Πέλαγος βόρεια της Σικελίας, πλησίον της νήσου Ustica. Εκτελούσε το δρομολόγιο Μπολόνιας-Παλέρμου. Από τους 81 επιβαίνοντες δεν επέζησε κανείς. Τα αίτια της τραγωδίας δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ.1 Η υπόθεση του ατυχήματος αποκλείστηκε γρήγορα. Παραχώρησε τη θέση της σε άλλες εκδοχές, ανάμεσα στις οποίες και σε εκείνη του πλήγματος από πύραυλο καταδιωκτικού αεροσκάφους γαλλικής, λιβυκής ή αμερικανικής προέλευσης. Το DC-9 ενδεχομένως καταρρίφθηκε κατά λάθος, στο πλαίσιο της καταδίωξης ενός MIG 23 της πολεμικής αεροπορίας της Λιβύης, το οποίο είχε επιλέξει να κρυφτεί πίσω από το επιβατηγό αεροπλάνο προκειμένου να αποφύγει τα πυρά των διωκτών του. Το παραπάνω σενάριο ενισχύθηκε στις 18 Ιουλίου του ιδίου έτους από μια δημόσια ανακοίνωση του ιταλικού υπουργείου Άμυνας, σύμφωνα με την οποία ένα λιβυκό MIG είχε συντριβεί στον ορεινό όγκο της Σίλας, στο νοτιότατο άκρο των Απεννίνων Ορέων.

H εκδοχή πως είχε υπάρξει γαλλική εμπλοκή και ευθύνη σε ένα επεισόδιο που χαρακτηρίστηκε ως “πράξη πολέμου” εντός του ιταλικού εναερίου χώρου2 προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις ιδιάζουσες σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία του Valéry Giscard d’ Estaing και τη Λιβύη του Muammar Gaddafi. Πρόκειται για μια εκδοχή, η οποία κατέλαβε συχνά το προσκήνιο τα τελευταία χρόνια.

Στις 25 Ιουνίου 2007, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο πρώην πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Francesco Cossiga, που ασκούσε το αξίωμα του πρωθυπουργού όταν σημειώθηκε η αεροπορική τραγωδία, προέβη σε μια αποκαλυπτική δήλωση στο ραδιόφωνο και στο τηλεοπτικό κανάλι Sky: “Οι Γάλλοι γνώριζαν ότι το αεροσκάφος του Gaddafi επρόκειτο να κάνει χρήση του ίδιου αεροδιαδρόμου. Απέφυγε την απόπειρα μόνο και μόνο επειδή ενημερώθηκε σχετικά από τον στρατηγό Giuseppe Santovito, αρχηγό των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών [SISMI – Servizio per le Informazioni e la Sicurezza Militare] αμέσως έπειτα από την απογείωση. Κατόπιν τούτου, επέστρεψε στη βάση του. Οι Γάλλοι εντόπισαν ένα αεροσκάφος, το οποίο είχε τοποθετηθεί σε μικρή απόσταση πίσω από ένα επιβατηγό DC-9, με σκοπό να περάσει απαρατήρητο από τα ραντάρ. Αυτοί, με τη συνδρομή ενός αεροσκάφους του πολεμικού ναυτικού, εκτόξευσαν έναν πύραυλο…”.3

Francesco Cossiga.
Giuseppe Santovito.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

To 2010, σε ένα βιβλίο αφιερωμένο στη σιωπή των γαλλικών αρχών σχετικά με τη συντριβή της Ustica και την προσπάθεια φυσικής εξουδετέρωσης του Gaddafi, ο ανακριτής Rosario Priore, ο οποίος επί δέκα ολόκληρα χρόνια χειρίστηκε τον φάκελο της όλης υπόθεσης, εκφράστηκε ως εξής: “Τόσο ο Giscard d’ Estaing όσο και ο Mitterrand κλείστηκαν σαν στρείδια μέσα στο κέλυφός τους, εμμένοντας σε μια πολιτική απόλυτης συγκάλυψης και προστασίας των κρατικών απορρήτων ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης των κυβερνήσεών τους. Από μια ανταλλαγή απόψεων μακράς διαρκείας με τον [αρχηγό της SDECE – Service de Documentation Extérieure et du Contre- Espionnage] Alexandre de Marenches, κατάφερα να αποσπάσω κάποιες πολύτιμες ενδείξεις. Μου είπε πως, ούτως ή άλλως, οι έρευνες στη Γαλλία δεν επρόκειτο να καρποφορήσουν, από τη στιγμή κατά την οποία ακόμα και αν οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες είχαν εκπονήσει κάποιο σχέδιο φυσικής εξόντωσης του Gaddafi, δεν υπήρχε περίπτωση να είχαν αφήσει πίσω τους γραπτά ίχνη. Πρόσθεσε ωστόσο ότι κατά την άποψή του, ο Λίβυος ηγέτης έπρεπε να εξουδετερωθεί και πως αυτή ήταν η υποχρέωση πολλών κυβερνήσεων”.4

To 2013, δυο καταδίκες εκδοθείσες από το ιταλικό Κακουργιοδικείο απέδωσαν την έκρηξη του DC- 9 σε πύραυλο αέρος-αέρος, δίχως να προσδιορίζεται η ταυτότητα του αεροσκάφους το οποίο τον είχε εκτοξεύσει. Επίσης λαμβανόταν υπόψη και η εκδοχή της σύγκρουσης στον αέρα με πολεμικό αεροσκάφος. Το ιταλικό Δημόσιο καλείτο να καταβάλλει το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ εν είδει αποζημίωσης προς τους συγγενείς των θυμάτων, εφόσον κρίθηκε ανίκανο να εγγυηθεί την ασφάλεια των επιβατών.5 Σύμφωνα με τους δικαστές, ο πύραυλος προοριζόταν κατά πάσα πιθανότητα για τον Gaddafi, τα δε χαρακτηριστικά του ενοχοποιούσαν τη Γαλλία.6 Τον Ιούνιο του 2014, η ιταλική Δικαιοσύνη απηύθυνε προς το Παρίσι μια δεσμίδα αιτημάτων δικαστικής συνδρομής σχετικά με τη συντριβή του αεροσκάφους ζητώντας να πληροφορηθεί την κινητικότητα, την ίδια στιγμή, γαλλικών καταδιωκτικών με προέλευση την αεροπορική βάση Σολενζάρα της Κορσικής ή το αεροπλανοφόρο Foch. Στην απάντησή του, το Quai d’ Orsay [γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών] διαβεβαίωσε αόριστα ότι ήταν διατεθειμένο να συνεργαστεί σε βάθος με τις δικαστικές αρχές της γείτονος χώρας.7 Τον Ιανουάριο του 2016, το τηλεοπτικό κανάλι Canal Plus μετέδωσε μια έρευνα του δημοσιογράφου Emmanuel Ostian σχετικά με την τραγωδία της Ustica. Σύμφωνα με αυτή, η καταστροφή επήλθε από γαλλικό πύραυλο που είχε εκτοξευθεί από τη βάση της Σολενζάρα. Το DC-9 είχε ακολουθηθεί σε μικρή απόσταση από ένα λιβυκό MIG, το οποίο είχαν στοχοποιήσει οι Γάλλοι με πρόθεση να το καταρρίψουν 8 Την ίδια ακριβώς εποχή το δικαστήριο του Παλέρμου επιβεβαίωσε την εκδοχή του πλήγματος από πύραυλο ή της σύγκρουσης με άλλο αεροσκάφος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η αεροπορική τραγωδία στα πρωτοσέλιδα του ιταλικού Τύπου.

Πολύ πρόσφατα, τον Δεκέμβριο του 2018, η ανάγκη διαλεύκανσης των αιτίων της καταστροφής της Ustica βρέθηκε στο επίκεντρο συνομιλιών των προέδρων του ιταλικού και του γαλλικού Κοινοβουλίου, Roberto Fico και Richard Ferrand. Ο πρώτος υποστήριξε ότι “η Γαλλία όφειλε να επωμιστεί το βάρος που της αναλογούσε στην όλη υπόθεση” επισημαίνοντας πως ήταν έτοιμος να απευθύνει προς το Παρίσι “μια επιστολή με την απαρίθμηση συγκεκριμένων αιτημάτων προς αυτή την κατεύθυνση”. 9 Τον Φεβρουάριο του 2019, η γερουσιαστής Daria Bonfietti, πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής [sic] της Ustica (Associazione Parenti delle Vittime della Strage di Ustica) ζήτησε από τον υπουργό Εσωτερικών Matteo Salvini, ο οποίος είχε συνάντηση με τον Γάλλο ομόλογό του, να επιμείνει ούτως ώστε η Γαλλία να αποκαλύψει την αλήθεια.10

Στόχος του παρόντος άρθρου δεν είναι, φυσικά, η ανακάλυψη της πραγματικότητας σχετικά με αυτό που συνέβη στην Ustica. Σε ένα πρώτο στάδιο, επικεντρώνει στην ανάλυση της πολιτικής της Γαλλίας του Giscard d’ Estaing αναφορικά με τις χώρες της μεσογειακής Αφρικής (ειδικότερα με τη Λιβύη). Σε ένα δεύτερο στάδιο, αξιολογεί με γνώμονα τα γαλλικά διπλωματικά αρχεία (πρεσβευτικά και προξενικά τα οποία φυλάσσονται στη Νάντη) τις αντιδράσεις του Παρισιού στους διάφορους υπαινιγμούς και υποψίες σχετικά με μια πιθανή εμπλοκή της Γαλλίας. Αναφέρεται επίσης στην κατηγορηματική άρνηση της τελευταίας να εφοδιάσει την διεξαγόμενη ιταλική ανακριτική έρευνα με στοιχεία προερχόμενα από ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις και εντοπισμούς των ραντάρ. Η μελέτη του συμβάντος, η οποία ξεκίνησε το 1986, οπότε και η έρευνα γύρω από την τραγική απώλεια του DC 9 της εταιρείας Itavia προσέλαβε μια εντυπωσιακή δυναμική, διακόπηκε το 1991, καθώς από τη στιγμή εκείνη και κατόπιν ήταν βάσει νόμου αδύνατη η πρόσβαση στο αρχειακό υλικό. Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, η έρευνα στα αρχεία της Γαλλικής Προεδρίας της Δημοκρατίας, τα οποία φυλάσσονται στα Γαλλικά Κρατικά Αρχεία (Archives Nationales – Pierrefitte-sur-Seine) καθώς και σε εκείνα της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών (La Courneuve) απέβη άκαρπη.

27 giugno 1980: la strage irrisolta di Ustica, l’audio con le ultime parole dei piloti

 

Η Γαλλία του Giscard d’ Estaing και οι χώρες της Μεσογειακής Αφρικής

Όταν τον Ιούνιο του 1980 έλαβε χώρα η αεροπορική τραγωδία της Ustica, η προεδρική θητεία του Valéry Giscard d’ Estaing διένυε τον έκτο χρόνο ζωής. Μέσα σε αυτό το διάστημα η γαλλική μεσογειακή πολιτική είχε να επιδείξει αρκετές καινοτομίες σε σύγκριση με την προγενέστερη εποχή. Οι αλλαγές στον τομέα του στρατηγικού σχεδιασμού, σε συνάρτηση με την προσωπικότητα του προέδρου και την ωρίμανση των αρχικών του επιλογών, αποτελούσαν ως ένα βαθμό και την απάντηση στις διάφορες προκλήσεις της δεκαετίας του ‘70. 11 Πολλές από τις επιλογές του Giscard d’ Estaing δεν είναι δυνατό να αποκοπούν από το ευρύτερο όραμά του περί θέσπισης νέων πολιτικών και οικονομικών ισορροπιών τόσο σε ευρωπαϊκή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, οι επιλογές αυτές περιέκλειαν ειδικά χαρακτηριστικά, συνυφασμένα με συγκεκριμένα στοιχεία. Ένα από αυτά ήταν η γεωγραφική παράμετρος. Ένα άλλο, το ιστορικό βάθος της γαλλικής παρουσίας στα νότια παράλια της Μεσογείου. Ένα τρίτο, η εκπόνηση μιας τοπικής πολιτικής με συγκεκριμένους στόχους και επιδιώξεις. Ένα τέταρτο, το ειδικό βάρος του αραβόφωνου πληθυσμού που ήταν εγκατεστημένος εντός των ορίων του μητροπολιτικού εξαγώνου. Ένα πέμπτο, η μόνιμη ύπαρξη μιας σαφώς διαμορφωμένης αφρικανικής προοπτικής στον εν γένει σχεδιασμό της εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Ένα έκτο, η εξέλιξη της αραβο-ισραηλινής αντιπαράθεσης. Ένα έβδομο, το ειδικό βάρος μιας πετρελαϊκής πολιτικής. Τέλος, η έγνοια της ενδυνάμωσης των σχέσεων με τα κράτη που βρέχονται από τη Μεσόγειο.

Η αφρικανική πολιτική της επταετούς θητείας του Giscard d’ Estaing χαρακτηρίζεται από την βούληση και την προσπάθεια εφαρμογής μιας πολυμερούς φόρμουλας στις σχέσεις με τις χώρες της περιοχής, από τη διεύρυνση του ορίζοντα προς την Κεντρική Αφρική μέσω συνεργασιών 12 αλλά και από την προσφυγή σε στρατιωτικά μέσα όποτε και όπου αυτό κρινόταν απαραίτητο για τη στήριξη φίλιων καθεστώτων (έμμεση παρέμβαση στο Ζαΐρ το 1977, άμεση στη Μαυριτανία το 1977 και κυρίως στο Τσαντ το 1978-1980). 13 Σχετικά με τις χώρες της Μεσογειακής Αφρικής, η Γαλλία έκανε χρήση μιας εξειδικευμένης γλώσσας, αφενός γιατί οι τελευταίες λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι ανάμεσα στη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, αφετέρου επειδή το πολιτικό μήνυμα απευθυνόταν σε αποδέκτες, οι οποίοι έχρηζαν λεπτών και ιδιαίτερα προσεκτικών χειρισμών.

Μάιος 1974. Ο Valéry Giscard d’ Estaing επισκέπτεται την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Εικονίζεται στο πλευρό του στρατηγού Jean-Bédel Bokassa. Το περιώνυμο σκάνδαλο με τα διαμάντια θα επιφέρει αργότερα μεγάλο πολιτικό κόστος προδικάζοντας σε μεγάλο ποσοστό την ήττα του Giscard στις προεδρικές εκλογές του 1981.

Η αναβάθμιση της γαλλικής παρουσίας στη Μεσόγειο14 και ειδικότερα στις χώρες του γαλλόφωνου Μαγκρέμπ, είχε ξεκινήσει επί των ημερών του Georges Pompidou. Ο διάδοχός του στον προεδρικό θώκο προσέθεσε νέα πνοή σε αυτή την πολιτική.15 Ο Giscard d’ Estaing προσέβλεπε σε μια ταχεία ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης με κράτη, τα οποία στο παρελθόν είχαν τελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και με διάφορους τρόπους υπό γαλλικό έλεγχο. Σε μια περιοχή γνωστή για τις εύθραυστες ισορροπίες, όπου το παρελθόν και η αφήγησή του επηρεάζουν σε σημαντική κλίμακα συνειδήσεις και επιλογές, ο Γάλλος πρόεδρος επεδίωκε να εφαρμόσει μια πολιτική, την οποία ο ίδιος είχε βαπτίσει “πολιτική ύφεσης”. Στόχος του ήταν να εξαγνίσει την εξωτερική πολιτική της χώρας από τις δραματικές κορώνες και κορυφώσεις, που την είχαν επιβαρύνει από την εποχή της προεδρίας του στρατηγού De Gaulle. Ο Giscard d’ Estaing ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει στο δρόμο που είχε χαράξει ο Pompidou επικεντρώνοντας στα σημεία εκείνα, τα οποία θεωρούσε πως θα της προσέδιδαν βαρύτητα, ταυτότητα και κύρος καθιστώντας την υπολογίσιμη αξία.16

Έτσι εξηγείται η απόφασή του, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάδειξη στην προεδρία, να επισκεφθεί τις τρεις γαλλόφωνες χώρες του Μαγκρέμπ. Ειδικότερα στην περίπτωση της Αλγερίας πρόκειται για σημαδιακή μεταστροφή της γαλλικής διπλωματίας, καθώς επρόκειτο για την πρώτη επίσημη επίσκεψη αρχηγού του γαλλικού κράτους από την εποχή της ανεξαρτησίας της χώρας έπειτα από έναν οκταετή πόλεμο γεμάτο βία που είχε σημαδέψει μνήμες και συνειδήσεις. Είναι αλήθεια πως η ιδέα μιας επίσκεψης στο Αλγέρι συμπεριλαμβανόταν και στους σχεδιασμούς του Pompidou, δίχως, ωστόσο, να περάσει στο στάδιο της υλοποίησης. Η απόφαση του Giscard, σε πρώιμο, μάλιστα, στάδιο της θητείας του, έτυχε να συμπέσει με την κυοφορούμενη σύγκληση της Διεθνούς Συνδιάσκεψης Οικονομικής Συνεργασίας (Δεκέμβριος 1975 – Ιούνιος 1977) στο Παρίσι, στόχος της οποίας ήταν η εξομάλυνση των οικονομικών σχέσεων Βορρά – Νότου, έπειτα από το σχετικό ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών (Μάιος 1974).17 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο φάνταζε ως επιτακτική ανάγκη η προσχώρηση του Αλγερινού προέδρου Houari Boumedienne, γενικού γραμματέα της κίνησης των Αδεσμεύτων.18 Από όλες τις επίσημες επισκέψεις στις χώρες του Μαγκρέμπ εντός του 1975 (Αλγέρι 10-12 Απριλίου, Ραμπάτ 3-6 Μαΐου, Τύνιδα 6-8 Νοεμβρίου), η πρώτη ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας ικανή να προκαλέσει μια θεαματική μεταστροφή. Δικαίως χαρακτηρίστηκε ως “the most powerful symbolic act in the colonial partnership”.19

Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της μετάβασης του Giscard d’ Estaing στο Αλγέρι, πολλαπλασιάστηκαν οι ενδείξεις του ανοίγματος της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής έναντι του αραβικού κόσμου: άρση του εμπάργκο όπλων προς τους εμπόλεμους στη Μέση Ανατολή (Αύγουστος 1974 – το εμπάργκο είχε επιβληθεί το 1967 αμέσως έπειτα από τον τερματισμό του Πολέμου των Έξι Ημερών), θεμελιώδης αλλαγή στάσης ως προς το παλαιστινιακό20, απόφαση ανέγερσης στο Παρίσι του αρχιτεκτονικά πρωτοποριακού Ινστιτούτου του Αραβικού Κόσμου, προϊόντος συνεργασίας της Γαλλίας με είκοσι, περίπου, αραβικά κράτη και με προοπτική τη διάδοση του αραβικού πολιτισμού στο ευρύτερο γαλλικό κοινό (τα εγκαίνια της λειτουργίας έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 1987, επί προεδρίας François Mitterrand).21

Το Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου στο Παρίσι (αρχιτέκτων Jean Nouvel).

Περί τα τέλη Αυγούστου 1974 ο Giscard d’ Estaing κοινοποίησε την πρόθεση να επισκεφθεί επίσημα την Αλγερία. Επρόκειτο για υλοποίηση υπόσχεσης, στην οποία είχε προβεί νωρίτερα ως υπουργός Οικονομικών της προηγούμενης κυβέρνησης. Παράλληλα, θα ήταν η πρώτη επίσημη επίσκεψη σε χώρα του Μαγκρέμπ έπειτα από την εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας (Μάιος 1974). Στόχος ήταν η υπέρβαση των τραυμάτων του παρελθόντος και η προπαρασκευή ενός ευοίωνου μέλλοντος στις επώδυνες και πολυσύνθετες σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών.22 Με απλούστερα λόγια, επρόκειτο για μια αλλαγή σελίδας.23

Παρ’ όλη την αμφίπλευρη εξονυχιστική διπλωματική προετοιμασία της επίσκεψης, το θετικό κλίμα της αρχής,24 το επιμελημένο και συγκρατημένο ύφος του κοινού ανακοινωθέντος,25 ο διάλογος μεταξύ των δυο ηγετών κάθε άλλο παρά ως χαλαρός και εγκάρδιος μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο Giscard και ο Boumedienne απεχθάνονταν ο ένας τον άλλον, η δε κατ’ ιδίαν συνάντηση παρέμεινε σε εθιμοτυπικό επίπεδο. Το βάρος του πρόσφατου παρελθόντος, η έλλειψη προσωπικής χημείας, η άρνηση της Γαλλίας να αποδεχθεί την αλγερινή πρόταση για στενότερη συνεργασία εξηγούν εν πολλοίς την ψυχρότητα του όλου κλίματος. Ο ίδιος ο Γάλλος πρόεδρος, σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε το 1977, δήλωσε πως στη συνομιλία με τον Αλγερινό ομόλογό του δυο χρόνια νωρίτερα, είχε εκφραστεί υπέρ μιας σταδιακής προσέγγισης. Κατά τη γνώμη του έπρεπε να προηγηθεί ένα στάδιο οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης ούτως ώστε οι διμερείς σχέσεις να μπορέσουν να μετεξελιχθούν σε “εγκάρδιες”.26 Επρόκειτο για ένα σκεπτικό, το οποίο ήταν δύσκολο να πείσει τον συνομιλητή του. Ο Boumedienne ήταν της γνώμης “ότι οι σχέσεις μεταξύ των δυο κρατών δεν μπορούσαν κατά κανένα τρόπο να είναι κοινότυπες, παρά μόνο μέτριες ή εξαιρετικές”.27 Η επιβράδυνση της προσέγγισης οφειλόταν εξάλλου και σε διαφορετικές έως αντικρουόμενες θέσεις σε πολλά θέματα κατά τα επόμενα χρόνια. Χαρακτηριστική υπήρξε η διάσταση απόψεων στο ζήτημα της πρώην ισπανικής Σαχάρας. Την επομένη του τριμερούς συμφώνου (Ισπανία, Μαρόκο, Μαυριτανία) της Μαδρίτης του Νοεμβρίου 1975, η υπόθεση λειτούργησε ως τροχοπέδη στην ομαλή εξέλιξη των διμερούς γαλλοαλγερινού διαλόγου.28 Το Αλγέρι είχε ταχθεί με σθένος υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου Πολισάριο. Το Παρίσι, αντίθετα, κινείτο στους αντίποδες της παραπάνω θέσης.29 Τον Φεβρουάριο του 1976, τη στιγμή της ίδρυσης της Αραβικής Δημοκρατίας της Σαχάρας, η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε να προχωρήσει στην αναγνώρισή της.30 Στο διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 1977 και Ιουλίου 1978, στο πλαίσιο της επιχείρησης Lamantin, μονάδες του γαλλικού στρατού ενεπλάκησαν άμεσα στη διαμάχη πολεμώντας στο πλευρό του Μαρόκου και της Μαυριτανίας ενάντια στο μέτωπο Πολισάριο.31

Valéry Giscard d’ Estaing και Houari Boumedienne (Αλγέρι, Απρίλιος 1975).

Εάν τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Giscard d’ Estaing στο Αλγέρι υπήρξαν απογοητευτικά,32 δεν ίσχυε το ίδιο στην περίπτωση του Μαρόκου, ειδικότερα σε ανώτατο επίπεδο ανάμεσα στον Γάλλο πρόεδρο και τον βασιλέα Χασάν Β΄. Σε αντίθεση με το προηγούμενο της Αλγερίας, η επίσκεψη του Μαΐου 1975 στο Μαρόκο (η πρώτη ενός προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας από την εποχή της ανεξαρτησίας της χώρας) έδωσε νέα πνοή και ώθηση στον τομέα των διμερών σχέσεων33: οικονομία, εμπορικές συναλλαγές, τουρισμός, επενδύσεις,34 στρατιωτική συνεργασία κλπ. Γενικότερα, το Μαρόκο καταλάμβανε εξέχουσα θέση στη νέα αραβική πολιτική της Γαλλίας, όπως αυτή εφαρμόστηκε έπειτα από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, αντικείμενο της οποίας ήταν η προσέγγιση του Παρισιού με όλα τα φιλοδυτικά καθεστώτα της περιοχής.35

Με την επίσκεψη στην Τύνιδα συμπληρώθηκε το τρίπτυχο του Μαγκρέμπ. Οι αρχικές προσδοκίες κάθε άλλο παρά διαψεύσθηκαν.36 Αντίθετα, χαλυβδώθηκαν οι σχέσεις ακολουθώντας τον δρόμο, τον οποίο είχε νωρίτερα χαράξει ο Georges Pompidou υποδεχόμενος στο Παρίσι τον Τυνήσιο πρόεδρο Habib Bourguiba.37 Σε γενικές γραμμές και σε ότι σχετίζεται με το Μαρόκο και την Τυνησία, η προεδρία Giscard d’ Estaing αποτελεί προέκταση του θετικού προσήμου της προηγούμενης περιόδου. Αντίθετα, η επίσκεψη του Απριλίου 1975 στο Αλγέρι δεν συνέβαλε στο να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και τα εμπόδια μιας εύθραυστης διμερούς διακρατικής σχέσης, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή του θανάτου του προέδρου Boumedienne το 1978.38

Ο διάλογος του Παρισιού με το Κάιρο διαθέτει τις δικές του συνιστώσες. Από την αρχή της επταετούς θητείας του, ο Giscard εξέφρασε τη βούληση να εργαστεί για την ενδυνάμωση των δεσμών με την Αίγυπτο, στο πλαίσιο μιας προοπτικής, την οποία είχε εγκαινιάσει ο στρατηγός De Gaulle. Οι επίσημες επισκέψεις των προέδρων Anwar el-Sadat στη Γαλλία (27-29 Ιανουαρίου 1975)39 και Valéry Giscard d’ Estaing στην Αίγυπτο (10-15 Δεκεμβρίου 1975) επιβεβαίωσαν το εξαίρετο επίπεδο των διμερών σχέσεων σε διάφορους τομείς συμπεριλαμβανομένης της πώλησης στρατιωτικού υλικού από τη Γαλλία.40 Έκτοτε, οι δυο ηγέτες είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν κατ’ επανάληψη. Μπορεί μεν ο διάλογος να γνώρισε μια λεπτή φάση εξαιτίας της επιφύλαξης, με την οποία το Παρίσι υποδέχθηκε τη συνομολόγηση των συμφωνιών του Camp David,41 ωστόσο η κοινή απειλή της Λιβύης του συνταγματάρχη Gaddafi λειτούργησε ως συγκολλητική ουσία ανάμεσα στις δυο χώρες.42

Κάνοντας μόνο χρήση αρνητικών επιθετικών προσδιορισμών δύναται κανείς να αξιολογήσει το είδος των σχέσεων ανάμεσα στο Παρίσι και την Τρίπολη: πολύπλοκες, διφορούμενες, τελματώδεις, ακατανόητες,43 44 άμεσα εξαρτώμενες από τις αναταράξεις της επιθετικής στρατηγικής της Λιβύης έναντι της Αιγύπτου, της Τυνησίας και κυρίως του Τσαντ.45 Μέσα σε αυτό το αποτρεπτικό πλαίσιο, το Παρίσι προσπαθούσε να διασφαλίσει τα σημαντικά οικονομικά συμφέροντα, τα οποία διέθετε στη συγκεκριμένη χώρα, όπως αποδεικνύεται από την αποστολή στην Τρίπολη του πρωθυπουργού Jacques Chirac και του υπουργού Εξωτερικών Jean François-Poncet, οπότε και υπογράφηκαν σημαντικές διμερείς συμφωνίες οικονομικής, πολιτιστικής και επιστημονικής φύσεως. 46

Η μετάβαση του πρωθυπουργού Jacques Chirac στην Τρίπολη της Λιβύης και η συνάντηση με τον Muammar Gaddafi.

Παρά ταύτα, στα χρόνια που ακολούθησαν οι διμερείς σχέσεις δοκιμάστηκαν από μια περίοδο μεγάλης αστάθειας. Από τη μια πλευρά, τον Ιανουάριο 1977 ο Giscard d’ Estaing εξέφρασε δημόσια την ευαρέσκειά του προς τον συνταγματάρχη Gaddafi για την αποτελεσματική μεσολάβηση του τελευταίου στην υπόθεση της απελευθέρωσης του ζεύγους Claustre, που είχε απαχθεί τρία χρόνια νωρίτερα από το εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο του Τσαντ (Frolinat), το οποίο υποστηριζόταν από την Τρίπολη.47 Την ίδια, όμως, εποχή – όπως ο Giscard αποκάλυψε στα Απομνημονεύματά του – το Μέγαρο των Ηλυσίων έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στις εκκλήσεις του Sadat για υποστήριξη μπροστά στην ολοένα αυξανόμενη παρέμβαση του Λίβυου ηγέτη στις εσωτερικές υποθέσεις της Αιγύπτου. Μάλιστα ο Γάλλος πρόεδρος ήταν ενήμερος για μια ανατρεπτική ενέργεια σε βάρος του Gaddafi, η οποία προετοιμαζόταν με σχολαστική μυστικότητα. H συνωμοσία είχε προγραμματισθεί για την άνοιξη του 1977 με την ενεργό συνδρομή του Μαρόκου. Τελικά απέτυχε εξαιτίας της παρέμβασης των Αμερικανών (αυτή τουλάχιστον ήταν η εκτίμηση του Giscard d’ Estaing).48

Η μετέπειτα έρευνα έχει αποδείξει την ύπαρξη μιας σε βάθος συνεργασίας Αιγύπτου-Γαλλίας στην όλη εκπόνηση του σχεδίου ανατροπής. Συγκεκριμένα, φαίνεται πως ο Giscard, με τη συνδρομή της SDECE – Service de Documentation Extérieure et du Contre-Espionnage- του Alexandre de Marenches, ήταν αποφασισμένος να συνεργαστεί για την ανατροπή του Gaddafi και τη στήριξη της υπό τον Mahmoud al-Maghreb ευρισκόμενης στην Αίγυπτο εξόριστης λιβυκής κυβέρνησης. Το σχέδιο συνίστατο στη δημιουργία συνθηκών ανταρτοπολέμου κατά μήκος της μεθορίου Αιγύπτου- Λιβύης.49 Η στήριξη από πλευράς Γαλλίας περιλάμβανε την προμήθεια εκρηκτικών με τη μεσολάβηση της SDECE για επιχειρήσεις δολιοφθοράς εντός του λιβυκού εδάφους με απώτερο στόχο την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος.50 Τον Ιούλιο του 1977 ξέσπασε πραγματικός ανταρτοπόλεμος με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες να συντονίζουν τις επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια αποτυχία άνευ προηγουμένου.51

Ο συνταγματάρχης Gaddafi και η ιδεολογική Βίβλος του καθεστώτος της Λιβύης.

Σύμφωνα με τις εκμυστηρεύσεις του Alexandre de Marenches, μέσα στο 1978 ο Sadat επιδίωξε εις μάτην τη συνδρομή της SDECE για την οργάνωση της δολοφονίας του Gaddafi.52 Τον Φεβρουάριο του 1979, έπειτα από δεύτερη έκκληση του προέδρου της Αιγύπτου, ο Giscard έστειλε στο Κάιρο τον René Journiac, διευθυντή των Αφρικανικών υποθέσεων του Μεγάρου των Ηλυσίων.53 Σκοπός της μετάβασης στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα ήταν για μια ακόμη φορά η οργάνωση της ανατροπής του Gadaffi. Την 1η Σεπτεμβρίου 1979 στη Βεγγάζη, στο πλαίσιο του εορτασμού των δέκα χρόνων από την άνοδο στην εξουσία, ο Λίβυος ηγέτης έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης. Πολλοί υπήρξαν εκείνοι που αναγνώρισαν γαλλικό δάκτυλο στην όλη υπόθεση. Ο Giscard το αρνήθηκε κατηγορηματικά.54

Η αποτυχία κάθε άλλο παρά διέκοψε τις προσπάθειες της Γαλλίας και της Αιγύπτου για την ανατροπή του καθεστώτος της Τρίπολης.55 Για το Παρίσι, ο Gaddafi αποτελούσε επιπλέον απειλή και ως προς τις εύθραυστες ισορροπίες της Υποσαχάριας Αφρικής. Η στροφή της Τρίπολης υπέρ του αιμοσταγούς δικτάτορα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας και παλαιότερα προσωπικού φίλου του Giscard, Jean-Bédel Bokassa, υπήρξε η αφορμή για γαλλική δυναμική παρέμβαση στην παραπάνω χώρα τον Σεπτέμβριο του 1979.56 57

Alexandre de Marenches, διοικητής της SDECE.
René Journiac, ο “κύριος Αφρική” του Μεγάρου των Ηλυσίων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τον Δεκέμβριο του 1979, ολοένα και περισσότερο πιεσμένος εντός και εκτός συνόρων από την αποκάλυψη του περίφημου “σκανδάλου των διαμαντιών”58, o Γάλλος πρόεδρος ανέθεσε στον συνταγματάρχη Alain de Gaignerons de Maroles, αρμόδιο των ειδικών επιχειρήσεων στους κόλπους της SDECE, να προετοιμάσει σε στενή συνεργασία με το Κάιρο ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο θα οδηγούσε στην ανατροπή του Gaddafi και στη μεταφορά στην Τρίπολη της εγκατεστημένης στην Αίγυπτο εξόριστης λιβυκής κυβέρνησης.59 Το πραξικόπημα, υπό μορφή εξέγερσης, θα λάμβανε χώρα στο Τομπρούκ και στη Βεγγάζη. Εφαρμόζοντας το σχέδιο, στις 5 Αυγούστου η ΙΧ ταξιαρχία στράφηκε ενάντια στην κυβέρνηση με επικεφαλής τον Driss Chahaibi, προερχόμενο από το στενό περιβάλλον του Gaddafi. Ωστόσο, το πραξικόπημα απέτυχε οικτρά.60 Αποτέλεσμα ήταν η άμεση παραίτηση του Gaignerons de Maroles. Δεν του καταλογίστηκε η αποτυχία της επιχείρησης, όσο το ότι προετοίμασε την τελευταία σε απευθείας επαφή με το Μέγαρο των Ηλυσίων, παρακάμπτοντας ουσιαστικά την ίδια της υπηρεσία στην οποία ανήκε, δηλαδή τη SDECE.61 Ως εκ θαύματος, λίγους μήνες αργότερα ο ιθύνων νους του πραξικοπήματος προήχθη σε ταξίαρχο του γαλλικού στρατού ξηράς.62

Απειλητική για τα γαλλικά συμφέροντα υπήρξε και η ανάμειξη του κανταφικού καθεστώτος στα εσωτερικά πράγματα της Τυνησίας. Τον Ιανουάριο του 1980, Τυνήσιοι αντιφρονούντες, έχοντες βρει καταφύγιο εντός του λιβυκού εδάφους, προέβησαν σε μια ενέργεια αποσταθεροποίησης στην περιοχή της Γκάφσα, με την υποστήριξη της Τρίπολης.63 Ο πρόεδρος της Τυνησίας Habib Bourguiba ζήτησε πάραυτα τη συνδρομή της Γαλλίας. Ανταποκρινόμενη στην έκκληση, η τελευταία έστειλε ελικόπτερα τύπου Puma και στρατιωτικούς συμβούλους για την καταστολή των ταραχών.64  Η αντίδραση της Λιβύης δεν καθυστέρησε να εκδηλωθεί. Τον Φεβρουάριο πυρπολήθηκαν η γαλλική πρεσβεία στην Τρίπολη και το γαλλικό Πολιτιστικό Κέντρο στη Βεγγάζη. Τα έκτροπα αυτά οδήγησαν στην ανάκληση του Γάλλου πρέσβη.65

Παρά τα φαινόμενα, στους αμέσως επόμενους μήνες οι διμερείς σχέσεις Γαλλίας – Λιβύης διέτρεξαν μια περίοδο φαινομενικής ύφεσης. Ήδη τον Μάρτιο, οι δυο χώρες εξέφρασαν την επιθυμία να εξορθολογίσουν τις μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις. Άλλωστε, μόλις είχε ολοκληρωθεί η επιχείρηση Tacaud, στο πλαίσιο της οποίας η Γαλλία είχε σταθεί στο πλευρό των τακτικών ενόπλων δυνάμεων του Τσαντ ενάντια στο μέτωπο Frolinat που έχαιρε της υποστήριξης του καθεστώτος της Τρίπολης.66 Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1980, σε συνέντευξη την οποία παραχώρησε στο γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι France 3, o Muammar Gaddafi δήλωσε πως, παρά τις διαφορές του με το Παρίσι, αντιμετώπιζε με θετικό πνεύμα την προοπτική εξαγωγής πετρελαίου προς τη Γαλλία “με αποδεκτούς όρους”.67 Επρόκειτο για μια πρόσκληση που δεν πέρασε απαρατήρητη: περί τα τέλη Νοεμβρίου, ο Albin Chalandon, πρόεδρος του ομίλου Elf- Acquitaine, μετέβη στην Τρίπολη. Τον συνόδευε ο διευθυντής Αφρικανικών και Μεσανατολικών υποθέσεων του Quai d’ Orsay, Serge Boidevais. Η αποστολή των δυο ανδρών καρποφόρησε ανέλπιστα. Διαπραγματεύσεις, οι οποίες είχαν τελματώσει επί δυο έτη, ολοκληρώθηκαν την 1η Δεκεμβρίου με την υπογραφή ενός πετρελαϊκού συμφώνου.68

Χάρτης της Βορείου Αφρικής.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ασταθές κλίμα, σε μια συγκυρία, μάλιστα, που μεσουρανούσαν οι υποψίες περί ύπαρξης λιβυκού δακτύλου σε μια αιματηρή τρομοκρατική ενέργεια. Συγκεκριμένα, στις 3 Οκτωβρίου 1980, μια επίθεση σε βάρος της Συναγωγής της οδού Copernic του Παρισιού, προκάλεσε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων και τον τραυματισμό άλλων σαράντα έξι.69 Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την αύξηση της υποψίας του κράτους του Ισραήλ έναντι της Γαλλίας (μόλις είχε υιοθετηθεί από το Παρίσι η δήλωση της Βενετίας του Ιουνίου 1980, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως απαράδεκτη από την κυβέρνηση του Τελ-Αβίβ).70 Την επομένη της επίθεσης, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Menahem Begin δήλωσε πως η πολιτική της Γαλλίας έναντι του κράτους του Ισραήλ ήταν εκείνη που υπέθαλπε τις αντισημιτικές τρομοκρατικές ενέργειες.71 72 Ο υπουργός Εξωτερικών Yitzhak Shamir απέδωσε την επίθεση στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και άσκησε δριμεία κριτική σε βάρος της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς και της όλης στάσης την οποία η τελευταία είχε υιοθετήσει έναντι των Παλαιστινίων.73 Ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας Christian Bonnet έκανε λόγο περί ξένου δακτύλου στην όλη υπόθεση.74 Ο αρχηγός του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου Jean-Marie Lepen αναφέρθηκε ευθέως στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες (KGB).75 Ωστόσο, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναγνώρισαν τον Muammar Gaddafi ως ηθικό αυτουργό της τρομοκρατικής επίθεσης.76

Είναι γεγονός ότι η εκδοχή περί ανάμειξης της Λιβύης για πολλούς φάνταζε αξιόπιστη. Ο γαλλικός και ο διεθνής Τύπος δεν είχαν πάψει να επαναλαμβάνουν πως τόσο η απόπειρα ανατροπής του Σεπτεμβρίου 1979 κατά του Gaddafi όσο και το αποτυχημένο πραξικόπημα του Αυγούστου 1980 είχαν σχεδιαστεί και οργανωθεί κατόπιν συνεννόησης των γαλλικών και αιγυπτιακών μυστικών υπηρεσιών. Η τρομοκρατική επίθεση της οδού Copernic μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την απάντηση του Λίβυου ηγέτη.77

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

 

Η Bruna Bagnato είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας (Università degli Studi, Firenze).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο “Un “acte de guerre” dans le ciel italien? La France, la Libye et le crash d’ Ustica (27 Juin 1980)” στο περιοδικό Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος 278/2020, σ. 123-143.

© PUF/Humensis, 2020
Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Κώστας Τσίβος: Από τον Μπουχάριν στον Σλάνσκι. Σκηνοθετημένες Δίκες της Σταλινικής Εποχής

Κώστας Τσίβος

 

Από τον Μπουχάριν στον Σλάνσκι.

Σκηνοθετημένες Δίκες της Σταλινικής Εποχής

 

«Έλαβα αυτό που μου άξιζε», δήλωσε τον Νοέμβριο του 1952 ο Ρούντολφ Σλάνσκι, γενικός γραμματέας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, λίγο μετά την ανακοίνωση της θανατικής ποινής του σε μια σκηνοθετημένη δίκη που βασίστηκε σε ομολογίες που αποσπάστηκαν με τη βία από τον ίδιο και τους συγκατηγορούμενούς του. Η δίκη της «αντικρατικής συνωμοτικής συμμορίας του Σλάνσκι και των συνεργατών του» αποτέλεσε την κορυφαία από τις δεκάδες σκηνοθετημένες δίκες που μεταπολεμικά έλαβαν χώρα στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ένα από τα πολλά «γιατί» που συνοδεύουν τις δίκες – παρωδία είναι η πίστη των θυμάτων όχι μόνο στο λαμπρό μέλλον του κομμουνισμού, όσο και η αφοσίωσή τους στους θύτες τους, πάνω απ΄ όλα στον Στάλιν. Γιατί λοιπόν ο «σοφός» Στάλιν επέμενε τόσο πολύ όχι μόνο στην φυσική εξόντωση των υποτιθέμενων αντιπάλων του, αλλά και στην απόσπαση της δημόσιας ενοχής τους, χρησιμοποιώντας πρωτοφανείς ψυχολογικές πιέσεις και ανήκουστα βασανιστήρια;

Η «παράνοια» του Στάλιν είναι το κεντρικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε αναλύσεις γνωστών ιστορικών αναφορικά με την ενοχοποίηση ηγετικών παραγόντων των κομμουνιστικών κομμάτων. Μια άλλη ερμηνεία αναφορικά με το δημόσιο χαρακτήρα των σκηνοθετημένων δικών σχετίζεται με τη νομιμοποίηση των διώξεων με την τυπολατρική τήρηση των κανόνων διεξαγωγής μιας κανονικής δίκης: οι σχετικές διαδικασίες ήταν ανοιχτές στο κοινό, στα έδρανα κάθονταν επαγγελματίες δικαστές, οι κατηγορούμενοι είχαν συνήγορο υπεράσπισης. Η δεύτερη επιδίωξη αυτών των θεατρικών παραστάσεων σχετίζονταν με τη «διαπαιδαγώγηση των μαζών». Η εξέλιξη των δικών περιγραφόταν λεπτομερώς στις εφημερίδες, αναμεταδιδόταν από το ραδιόφωνο, προβαλλόταν στα κινηματογραφικά επίκαιρα. Υπογραμμιζόταν έτσι η ανάγκη της επαγρύπνησης για την αποκάλυψη και εξόντωση του ταξικού εχθρού, ο οποίος μπορούσε να διεισδύσει ακόμα και στα ανώτατα ηγετικά κλιμάκια της «επαναστατικής πρωτοπορίας». Το παρόν άρθρο αναλύει την εξέλιξη των σκηνοθετημένων δικών από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 στη Μόσχα μέχρι την καταδίκη του Ρούντολφ Σλάνσκι στην Πράγα τον Νοέμβριο του 1952, αντλώντας στοιχεία και πληροφορίες από τη σχετική βιβλιογραφία.

 

Οι μεγάλες δίκες της Μόσχας

Αφορμή για τις «μεγάλες εκκαθαρίσεις» του ΄30 αποτέλεσε η δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ (1886- 1934), δημοφιλούς γραμματέα της κομματικής οργάνωσης Λένιγκραντ. Στις δίκες που ακολούθησαν ο Στάλιν εξόντωσε τους σημαντικότερους, πραγματικούς και υποτιθέμενους, αντιπάλους του. Αποδεκάτισε έτσι από τα κορυφαία όργανα του σοβιετικού κόμματος και του «Κόκκινου Στρατού» τα σημαντικότερα στελέχη του, εξαφανίζοντας τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Όπως σημειώνει η Αυστραλή ιστορικός Σέιλα Φιτζπάτρικ, σκηνοθετώντας τη συνενοχή των Λεβ Κάμενεφ και Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ηγετικών στελεχών των μπολσεβίκων στη δολοφονία του Κίροφ, καθώς και τη συμμετοχή τους σε άλλα ανατρεπτικά σχέδια, ο Στάλιν διάβηκε το Ρουβίκωνα: Έσπαζε το ταμπού που μέχρι το 1936 απαγόρευε την φυσική εξόντωση των ηττημένων εσωκομματικών αντιπάλων. Από δω και πέρα κανένα στέλεχος, ακόμα και οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν και τα συγγενικά τους πρόσωπα, δεν αισθανόταν σίγουροι ότι δεν θα βρισκόταν κατηγορούμενοι για τα πιο απίθανα ανατρεπτικά σχέδια. Ο φόβος για τη διαφύλαξη της ζωής τους και τα αισθήματα συνενοχής για την εξόντωση στενών συντρόφων και συνεργατών απλώθηκε σε όλη την προπολεμική Σοβιετική Ένωση.

Η κηδεία του Σεργκέι Κίροφ το 1934.
Οι Λεβ Κάμενεφ και Γκριγκόρι Ζινόβιεφ στη φυλακή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι απώλειες της «μεγάλης τρομοκρατίας» σε επίπεδο ηγεσίας είναι εντυπωσιακές. Εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των μελών της ΚΕ που εκλέχτηκαν στο 17ο Συνέδριο του 1934, τα τέσσερα από τα πέντε αναπληρωματικά μέλη του Πολιτικού Γραφείου, είκοσι από τους 25 υπουργούς της κυβέρνησης Μολότοφ. Από τους 90 στρατηγούς του «Κόκκινου Στρατού» επέζησαν μόλις έξι. Όλοι οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένου του στρατάρχη Τουχατσέφσκι, εκτελέστηκαν με την κατηγορία της συμμετοχής στην υπόθεση της αντισοβιετικής τροτσκιστικής ομάδας. Μεταξύ των εκτελεσμένων και ο Νικολάι Μπουχάριν, θεωρητικός των μπολσεβίκων και «αγαπημένο παιδί του κόμματος» κατά τον Λένιν. Η εξόντωση του Μπουχάριν οδήγησε στην φυσική εξόντωση εκατοντάδων στελεχών ξένων κομμουνιστικών κομμάτων που συνεργάστηκαν μαζί του στα πλαίσια της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Π.χ. αποδεκατίστηκε η ηγεσία του πολωνικού κόμματος, ενώ παρόμοια εξοντώθηκαν δεκάδες στελέχη του ΚΚΕ που τη δεκαετία του ΄30 είχαν ανακληθεί από την Αθήνα. Πριν ο Μπουχάριν καταστεί ο ίδιος θύμα, εκτιμούσε την πολιτική ιδέα μιας γενικής εκκαθάρισης ως μια παγκόσμια ιστορική αποστολή, ένα προληπτικό πλήγμα πριν από τον επικείμενο πόλεμο ή μια πρωτοβουλία που θα βοηθούσε τους απλούς πολίτες να απαλλαγούν από ανάξιους αξιωματούχους. Ο Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, επιχειρώντας αναδρομικά να δικαιολογήσει τις εκκαθαρίσεις, τις «θυσίες» καθόλα αθώων και πιστών στελεχών, πρόβαλε το επιχείρημα ότι χάρη στις εκκαθαρίσεις του ΄30 στη διάρκεια του πολέμου δεν υπήρξε «Πέμπτη φάλαγγα». Ο Λάζαρ Καγκάνοβιτς, υπερασπιζόμενος τη λογική των εκκαθαρίσεων σχεδόν μισό αιώνα μετά τη λήξη τους, δήλωνε αφοπλιστικά πως «δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά»!

Αριστερά: Ο Νικολάι Γέζοφ, αρχηγός της NKVD (προκάτοχος της KGB) συνθλίβει τους υποτιθέμενους αντιφρονούντες. Δεξιά: Η Διαταγή αρ. 00447 του Αυγούστου 1937, βάσει της οποίας πραγματοποιήθηκε σειρά εκκαθαρίσεων.

Το 1939, καθώς πύκνωναν τα σύννεφα του επερχόμενου πολέμου, έληξε η περίοδος της μεγάλης τρομοκρατίας. Ο Στάλιν και οι στενοί του συνεργάτες είχαν εδραιώσει την εξουσία τους στο κόμμα και στο κράτος. Στις εργασίες του 18ου συνεδρίου που έγινε τον Μάρτιο του 1939 μόλις το 3% των αντιπροσώπων συμμετείχαν και στο προηγούμενο συνέδριο. Την ίδια χρονιά ξαναγράφτηκε η ιστορία του κόμματος των μπολσεβίκων. Μεταξύ των συντακτών του νέου εγχειριδίου ιστορίας συμπεριλαμβανόταν ο ίδιος ο Στάλιν, ο οποίος φρόντισε «ξεχαστεί» η διαθήκη του Λένιν, ενώ επιδαψίλευσε στον εαυτό του ρόλους και συνεισφορές που αναλογούσαν σε άλλα στελέχη. Τον Αύγουστο του 1939 ο Μολότοφ υπέγραψε με τον Ρίμπεντροπ, υπουργό Εξωτερικών του Χίτλερ, το αμφιλεγόμενο σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο δημιούργησε αισθήματα πικρίας και προδοσίας στους εκτός Σοβιετικής Ένωσης κομμουνιστές. Ακριβώς έναν χρόνο αργότερα ένας πράκτορας των Σοβιετικών, ο Ραμόν Μερκαντέρ, δολοφονούσε στο Μεξικό τον Λέον Τρότσκι, τον πλέον θανάσιμο εχθρό του Στάλιν.

Με την εκδήλωση της χιτλερικής επίθεσης ο Στάλιν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις οδυνηρές συνέπειες των μεγάλων εκκαθαρίσεων. Αυτές εκδηλώθηκαν κυρίως με φαινόμενα αποδιοργάνωσης στην ηγεσία του «Κόκκινου Στρατού», γεγονός που φάνηκε τόσο κατά τη διάρκεια του φινλανδο- σοβιετικού πολέμου (1940), όσο και κατά την πρώτη φάση της «επιχείρησης Μπαρμπαρόσα». Οι συνέπειες των εκκαθαρίσεων, σε συνδυασμό με τις λανθασμένες εκτιμήσεις του Στάλιν αναφορικά με τις προθέσεις της χιτλερικής Γερμανίας, οδήγησαν στη διάσπαση της σοβιετικής αμυντικής γραμμής και σε τεράστιες απώλειες στις τάξεις του «Κόκκινου Στρατού». Οι δυσμενείς εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο υποχρέωσαν τον σοβιετικό ηγέτη να υιοθετήσει μια πατριωτική ρητορεία, επιτρέποντας σε χιλιάδες εξόριστους και φυλακισμένους σοβιετικούς και αλλοδαπούς αντιφασίστες να συστρατευτούν στον αγώνα ενάντια στον ναζισμό. Παράλληλα προέβη στη διάλυση της Τρίτης Διεθνούς (Μάιος 1943), ενώ εγκαινίασε μια στενή συνεργασία με εκπροσώπους των δυτικών δημοκρατικών δυνάμεων.

Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ (Φεβρουάριος 1943), τις επιτυχίες του «Κόκκινου Στρατού» και τις βαριές θυσίες των Σοβιετικών στον αγώνα για την ήττα του ναζισμού, άρχισε να ανατέλλει το άστρο του Στάλιν, όχι μόνο στην Ανατολή, αλλά και στη Δύση. Αρκετές ηγετικές προσωπικότητες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και άλλων δυτικών κρατών που είχαν δοκιμάσει τη βαρβαρότητα της ναζιστικής κατοχής επιβράβευαν στο πρόσωπο του Στάλιν το πνεύμα του αγώνα και της θυσίας που επέδειξαν οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης. Επιφυλάξεις και αμφιλεγόμενα ζητήματα που αφορούσαν τις προπολεμικές εξελίξεις, όπως το ζήτημα των εκκαθαρίσεων ή της εξόντωσης χιλιάδων Πολωνών στο Κατύν, παραμερίστηκαν στο όνομα της οικοδόμησης μιας ισχυρής αντιχιτλερικής συμμαχίας και μιας δημοκρατικής Ευρώπης. Στιγμές δόξας και γενικής αποδοχής γνώρισε ο Στάλιν μεταξύ όχι μόνο των κομμουνιστών, αλλά και των περισσότερων αριστερών της Ευρώπης που επιδόθηκαν σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για το ποιος θα εξυμνήσει με τον πλέον πρωτότυπο τρόπο τη μεγαλοφυία του «μεγάλου», «αξεπέραστου» και «αδάμαστου» στρατηλάτη.

Προπαγανδιστικές αφίσες.

 

Το κυνήγι μαγισσών στα Βαλκάνια

Ο σοβιετικός ηγέτης φαινόταν να απολαμβάνει τις εκδηλώσεις αφοσίωσης Σοβιετικών και μη. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις ή οι μετατοπίσεις ορισμένων μικρότερων εθνών που εκπρόσωποί τους συνεργάστηκαν με τους χιτλερικούς, οι τιμωρίες που επέβαλε εις βάρος των αιχμαλώτων σοβιετικών στρατιωτών, θεωρήθηκαν, παρά τη σκληρότητά τους, αναπόφευκτες συνέπειες του πολέμου ή σκόπιμες επιλογές. Σημαντική αλλαγή στη στάση του σοβιετικού ηγέτη παρατηρήθηκε μετά το 1947, όταν υιοθέτησε την άποψη ότι η Δύση προετοίμαζε έναν νέο πόλεμο εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της. Επιπλέον η αδιαμφισβήτητη αποδοχή του από τους κομμουνιστές της Ευρώπης δέχτηκε το πρώτο πλήγμα το 1948, όταν διέβλεψε τάσεις ανεξαρτητοποίησης του γιουγκοσλάβου ηγέτη Τίτο.

Την ίδια χρονιά το νεοπαγές Ισραήλ, την ίδρυση του οποίου είχε υποστηρίξει η Μόσχα και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες με αποστολές στρατιωτικού υλικού και εκπαίδευση στρατιωτικών στελεχών, διαχώρισε τη στάση του από τη Σοβιετική Ένωση, επιλέγοντας να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ. Τα δυο αυτά γεγονότα, η «προδοσία του Τίτο» και η «αποστασία του Ισραήλ», πυροδότησαν τις υποψίες του Στάλιν για την ύπαρξη εχθρικών θυλάκων ή κατασκόπων στις ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων των νέων σοσιαλιστικών χωρών και στις εβραϊκές κοινότητες που δρούσαν στην Ευρώπη. Στο στόχαστρο του σοβιετικού ηγέτη από το 1948 θα βρεθούν κυρίως οι κομμουνιστές ηγέτες που υποστήριζαν την εφαρμογή ενός «εθνικού μοντέλου» σοσιαλισμού στις χώρες τους. Επιπλέον υποπτευόταν τα στελέχη που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας ή αργότερα ήρθαν σε επαφή με δυτικούς παράγοντες καθώς και όσα στελέχη είχαν εβραϊκή καταγωγή. Έτσι από το τέλος του 1948 και μέχρι τον θάνατο του Στάλιν (5 Μαρτίου 1953) θα απλωθεί, κυρίως στις νέες Λαϊκές Δημοκρατίες, ένα νέο κύμα διώξεων και σκηνοθετημένων δικών εναντίον ηγετικών στελεχών των κομμουνιστικών κομμάτων. Κεντρικός ενορχηστρωτής των δικών– παρωδία θα είναι ειδικοί ανακριτές του Στάλιν με κεντρικό συντονιστή τον ίδιο.

Για «τιτοϊκή παρέκκλιση» κατηγορήθηκαν στην αρχή στελέχη κομμουνιστικών κομμάτων που συνόρευαν με τη Γιουγκοσλαβία, ήτοι κομμουνιστές της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας. Μετά την αρχική καταδίκη της Γιουγκοσλαβίας από το Γραφείο Πληροφοριών («Ινφομπυρό») τον Ιούνιο του 1948 ακολούθησε και μια δεύτερη στο αιτιολογικό της οποίας συνοψίζονταν η νέα ιδεολογική και πολιτική γραμμή του Στάλιν περί έντασης του ταξικού αγώνα στον σοσιαλισμό. Ο Τίτο από «παράδειγμα προς μίμηση» μετατράπηκε από τη μια μέρα στην άλλη σε «προδότη» και «συμμορίτη». Κάθε αναφορά του ονόματός του στα ΜΜΕ των σοσιαλιστικών χωρών θα συνοδεύεται με χαρακτηρισμούς όπως «πουλημένος στους ιμπεριαλιστές», «λυσσασμένο σκυλί» και άλλα παρεμφερή. Ο Στάλιν, ωστόσο, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις ως προς τη δυνατότητα ανατροπής του Τίτο εκ των έσω. Απαντώντας σε σχετική επιστολή του τσεχοσλοβάκου ηγέτη Κλέμεντ Γκότβαλντ, την οποία κοινοποιούσε και στον ιταλό κομμουνιστή ηγέτη Παλμίρο Τολιάτι, ο σοβιετικός ηγέτης σημείωνε: «Εμείς οι Μοσχοβίτες δεν υπολογίζουμε και δεν υπολογίζαμε σε μια τόσο σύντομη ήττα της ομάδας Τίτο…. Στο πρώτο στάδιο, ο σκοπός μας ήταν να απομονώσουμε τους Γιουγκοσλάβους καθοδηγητές και να εκθέσουμε τις υστερικές μηχανορραφίες τους στα μάτια των άλλων κομμάτων. Πετύχαμε αυτόν τον στόχο».[1]

Συκοφαντώντας τον Τίτο, μεταξύ άλλων και για συνεργασία με τους «μοναρχοφασίστες» της Αθήνας, ο σοβιετικός ηγέτης απέβλεπε κυρίως στον εκφοβισμό των ηγετικών στελεχών των υπολοίπων χωρών του σοβιετικού στρατοπέδου. Διεθνοποιώντας τη διαφορά με τους Γιουγκοσλάβους ήθελε να τους δείξει τί συνέπειες θα επέφερε τυχόν δική τους διαφωνία ή επιμονή στην «εθνική οδό» προς τον σοσιαλισμό. Διακηρύχθηκε η απόλυτη προσήλωση στο σοβιετικό μοντέλο, ενώ κάθε παρέκβαση συνιστούσε «αστικό εθνικισμό».

Το νέο κυνήγι μαγισσών ξεκίνησε από την Αλβανία, η οποία διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον Τίτο, που επεδίωκε μάλιστα να εγκαταστήσει γιουγκοσλαβικές στρατιωτικές μονάδες σε αλβανικό έδαφος. Προς στιγμή φάνηκε ότι η φιλο-γιουγκοσλαβική πτέρυγα του αλβανικού κόμματος, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ισχυρός υπουργός Εσωτερικών Κότσι Τζότζε, αναλάμβανε τα ηνία στις εσωτερικές εξελίξεις, απομονώνοντας την αντίπαλη ομάδα του Μεχμέτ Σέχου. Τελικά η κατάσταση αντιστράφηκε οριστικά μετά τον Ιούνιο του 1948. Τα Τίρανα διέκοψαν τις επαφές τους με τον Τίτο, ο Τζότζε και οι συνεργάτες του αποπέμφθηκαν από τα κομματικά και κρατικά όργανα της Αλβανίας, ενώ τον Μάρτιο του 1949 προφυλακίστηκαν πέντε ανώτατα στελέχη με την κατηγορία της αντικρατικής συνομωσίας με σκοπό να απομονώσουν την Αλβανία από τη Σοβιετική Ένωση. Στις 10 Ιουνίου 1949 ο Τζότζε καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε την αμέσως επόμενη ημέρα. Οι υπόλοιποι συνεργάτες του καταδικάστηκαν σε πολυετή εγκλεισμό σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Στάλιν και Τίτο, λίγο πριν από το σχίσμα.

Στην περίπτωση της Βουλγαρίας ύποπτος για φιλο-τιτοϊκή παρέκκλιση θεωρήθηκε ο Τράϊτσο Κοστόφ, ο 50χρονος Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚ Βουλγαρίας, υπεύθυνος για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, ο οποίος προαλειφόταν να αναλάβει την ηγεσία του βουλγαρικού κόμματος μετά το θάνατο του Ντιμιτρόφ. Λίγο μετά την εκδήλωση της διαφοράς με τον Τίτο έπεσε σε δυσμένεια. Τον Ιανουάριο του 1949 κατηγορήθηκε για εκδήλωση αντισοβιετικής τάσης. Ενόσω η κατάσταση υγείας του Ντιμιτρόφ επιδεινωνόταν, αλλά τόσο εντεινόταν οι επικρίσεις για τις υποτιθέμενες πολιτικές επιδιώξεις του Κοστόφ, ο οποίος κατηγορούνταν για εθνικιστικές τάσεις και για παρεμπόδιση της συνεργασίας μεταξύ της Βουλγαρίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Σταδιακά ο Βασίλι Κολάροφ, ο οποίος ανέλαβε τις αρμοδιότητες του ασθενούς Ντιμιτρόφ, διεύρυνε τις κατηγορίες όχι μόνο για πολιτικά λάθη αλλά και για τροτσκιστική παρέκκλιση την περίοδο της δεκαετίας του ΄30. Τον Ιούλιο του 1949, λίγο μετά τον θάνατο του Ντιμιτρόφ, ο Κοστόφ καθαιρέθηκε από όλα τα αξιώματα. Στο μεταξύ αντίστοιχες κατηγορίες δέχτηκε ο Βλάντισλαβ Γκομούλκα στην Πολωνία και ο Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία.

Η δίκη – παρωδία του Κοστόφ άρχισε στις 7 Δεκεμβρίου 1949 σύμφωνα με το σενάριο που είχε δοκιμαστεί την περίοδο των μεγάλων εκκαθαρίσεων στη Σοβιετική Ένωση: οι κατηγορούμενοι έπρεπε να απολογηθούν, αναγνωρίζοντας την ευθύνη τους, έτσι όπως είχαν πράξει κατά τη διάρκεια των προανακρίσεων. Στη δίκη ο πρώην πανίσχυρος άνδρας του βουλγαρικού κόμματος βρέθηκε κατηγορούμενος με άλλους εννέα συνεργάτες του για σύσταση του «κοστοφισμού, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά τιτοϊσμός σε βουλγαρικό έδαφος». Κατά τη διάρκεια της απολογίας του ο Κοστόφ του ζητήθηκε να επιβεβαιώσει τη συνεργασία του με τη βουλγαρική φασιστική αστυνομία, τη βρετανική Ιντέλιντζενς Σέρβις και τον Τίτο. Ο Κοστόφ αρνήθηκε τις κατηγορίες, απορρίπτοντας το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων. Προκλήθηκε χάος, οι δικαστές του αφαίρεσαν το λόγο και άρχισαν να διαβάζουν την κατάθεσή του στους ανακριτές. Οι βούλγαροι ηγέτες Κολάροφ και Τσερβενκόφ εκνευρίστηκαν από τον δικαστικό τραγέλαφο, τον οποίο ο σοβιετικός πρέσβης στη Σόφια χαρακτήρισε λακωνικά ως «πολιτικό αναλφαβητισμό». Στις 14 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε η απόφαση, βάσει της οποίας ο Κοστόφ καταδικάστηκε σε θάνατο, ενώ οι συνεργάτες του σε κάθειρξη από 12 έτη έως ισόβια. Δυο μέρες μετά η βουλγαρική βουλή απέρριψε το αίτημα του Κοστόφ για απονομή χάριτος και την ίδια μέρα εκτελέστηκε. Ακολούθησαν άλλες δίκες με «συνεργάτες της συνωμοτικής συμμορίας Κοστόφ» στον στρατό και στην Ασφάλεια. Όλοι καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές φυλάκισης. Όλοι τους αποκαταστάθηκαν το 1956.

Η δίκη του Τράϊτσο Κοστόφ το 1949.

Το φθινόπωρο του 1948 στους υπόπτους για συνεργασία με τον Τίτο προστέθηκαν και τα στελέχη εβραϊκής καταγωγής. Οι Εβραίοι των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων, από την ιδεολογία των οποίων απουσίαζε κάθε αντισημιτική ή ρατσιστική αναφορά. Υψηλόβαθμα στελέχη των κομμουνιστών στη Σοβιετική Ένωση και στις σοσιαλιστικές χώρες προέρχονταν από τις εβραϊκές κοινότητες. Οι κομμουνιστές της Ρουμανίας και της Τσεχοσλοβακίας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον εξοπλισμό και την εκπαίδευση του ισραηλινού στρατού. Στη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση ανάπτυσσε έντονη δράση η Αντιφασιστική Επιτροπή. Η σύμπλευση Εβραίων και κομμουνιστών άλλαξε ριζικά μετά την άρνηση της ισραηλινής ηγεσίας να καταστεί σύμμαχος των Σοβιετικών στη Μέση Ανατολή. Τον Νοέμβριο του 1948 στη Σοβιετική Ένωση απαγορεύτηκε η δράση της Αντιφασιστικής Επιτροπής και τα στελέχη της φυλακίστηκαν. Οι σοβιετικές υπηρεσίες έκλεισαν τα εβραϊκά σχολεία και θέατρα, ενώ απαγόρευσαν την έκδοση εβραϊκών περιοδικών. Στις σοβιετικές εφημερίδες άρχισαν να εμφανίζονται άρθρα και σχόλια που σηματοδοτούσαν την αλλαγή στάσης έναντι των Εβραίων, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως κοσμοπολίτες, απάτριδες και γυρολόγοι.

Στη Ρουμανία το πρώτο θύμα των μεγάλων εκκαθαρίσεων ήταν ο Λουκρέτσιου Πατρεσκάνου, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ρουμανικού κόμματος, υπουργός Δικαιοσύνης και ιδρυτής της διαβόητης «Σεκουριτάτε». Ο Πατρεσκάνου συνελήφθη τον Απρίλιο του 1948, κυρίως λόγω της αντιπαράθεσής του με τον ρουμάνο ηγέτη Γκεοργκίου Ντέι. Αργότερα του προσήψαν την κατηγορία του τιτοϊσμού. Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων ο Πατρεσκάνου επιχείρησε δυο φορές να αυτοκτονήσει, την πρώτη φορά κόβοντας τις φλέβες του με ξυράφι, τη δεύτερη παίρνοντας υπερβολική δόση χαπιών. Η καθοδήγηση της προανακριτικής διαδικασίας πέρασε στα χέρια σοβιετικών ανακριτών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογιών. Ενώ είχε «προετοιμαστεί» κατάλληλα για να πρωταγωνιστεί σε άλλη μια δίκη – παρωδία, παρόμοια με αυτή του Ράικ στην Ουγγαρία, η κατάσταση περιπλέχτηκε μετά τη σύλληψη μιας νέας «ομάδας συνωμοτών» που φερόταν να δρα υπό την καθοδήγηση Άνα Πάουκερ, γνωστής ως «Πασιονάρια των Βαλκανίων».

O Λουκρέτσιου Πατρεσκάνου (δεύτερος από τα αριστερά) και ο Γκεόργκε Γκεοργκίου Ντέι σε επίσημη εκδήλωση την Πρωτομαγιά του 1946, δυο χρόνια πριν από την μεταξύ τους ρήξη.

Η εβραϊκής καταγωγής Άνα Πάουκερ την περίοδο του μεσοπολέμου αποτελούσε μια από τις πλέον δραστήριες γυναίκες στις τάξεις της Κομιντέρν. Μολονότι ο σύζυγός της έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων, η ίδια παρέμεινε σημαίνον στέλεχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς διατηρώντας προσωπικές σχέσεις τόσο με τον Ντιμιτρόφ, όσο και με τον Στάλιν. Λόγω της εβραϊκής καταγωγής της Πάουκερ, με προτροπή του Στάλιν, ηγέτης του ρουμανικού κόμματος ορίστηκε ο Γκεοργκίου Ντέι. Μετά τον Αύγουστο του 1944 η Πάουκερ αναδείχτηκε στα ανώτατα κομματικά και κρατικά αξιώματα, ενώ αναδείχτηκε σε πρώτη γυναίκα υπουργό Εξωτερικών παγκοσμίως. Το 1952 κατηγορήθηκε για σχέσεις με το διεθνή σιωνισμό και καθαιρέθηκε από όλα τα αξιώματα. Στις αρχές του 1953 συνελήφθη, αφέθηκε όμως και πάλι ελεύθερη λίγο μετά τον θάνατο του Στάλιν για να πεθάνει ξεχασμένη το 1960. Αντίθετα, ο Πατρεσκάνου καταδικάστηκε σε θάνατο ως πράκτορας των Βρετανών και τον Απρίλιο του 1954 εκτελέστηκε μυστικά στη φυλακή, παρουσία του Ίαν Τσισινέφσκι, ηγετικού στελέχους του ρουμανικού κόμματος και σημαντικότερου πράκτορα των Σοβιετικών στο Βουκουρέστι.

 

Η καταδίκη του Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία

Στην Ουγγαρία, και λίγο αργότερα στην Πολωνία και στην Τσεχοσλοβακία, σημαντικό ρόλο στην ανεύρεση εξιλαστήριου θύματος διαδραμάτισε η δράση του αμερικανού διπλωμάτη Νόελ Φιλντ, ο οποίος τη δεκαετία του ΄30 είχε προσχωρήσει μυστικά στις τάξεις του ΚΚ Γερμανίας καθώς και στις τάξεις των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών.[2] Λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ ΠΠ είχε βοηθήσει αρκετούς κομμουνιστές, στελέχη των Διεθνών Ταξιαρχιών, ενώ τη περίοδο του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Γενεύη εκπροσωπώντας την αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση USC. Με αυτή την ιδιότητα συνδέθηκε με δεκάδες στελέχη αντιφασιστικών οργανώσεων και αντιστασιακούς κομμουνιστές που κατέφυγαν στην Ελβετία. Όταν το 1947 απολύθηκε από την USC, άρχισε να εργάζεται ως ανταποκριτής αμερικανικών εφημερίδων. Τον Αύγουστο του 1948 ταξίδεψε με τη γυναίκα του στην Πράγα. Στο μεταξύ στην Αμερική, στα πλαίσια του εντεινόμενου Μακαρθισμού, κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος των Σοβιετικών, οπότε η χορήγηση άδειας παραμονής από την Τσεχοσλοβακία αποτελούσε μια σωτήρια προοπτική για τον ίδιο και τη σύζυγό του.

Το ζεύγος Νόελ και Χέρτα Φιλντ.

Τον Οκτώβριο 1948 γνωστοί κομμουνιστές από τις τάξεις των διανοουμένων και των μελών των Διεθνών Ταξιαρχιών, κάλεσαν το τσεχοσλοβάκικο υπουργείο Εξωτερικών να επισπεύσει την έκδοση άδειας παραμονής για το ζεύγος Φιλντ. Η Μόσχα όμως στο μεταξύ είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τον Φίλντ για τις δικές της επιδιώξεις. Αποκτώντας πρόσβαση σε ορισμένες επιστολές που αντάλλαξε ο Νόελ Φιλντ με τον Άλλαν Ντάλες, επικεφαλής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, διαμήνυσε στους αξιωματικούς της ουγγρικής Ασφάλειας να ζητήσουν από την Πράγα την σύλληψη του Νόελ και την έκδοσή του στη Βουδαπέστη. Το σχετικό αίτημα υπέβαλε στον Κλέμεντ Γκότβαλντ την «ημέρα της Νίκης» (9 Μαΐου 1949) ο ούγγρος κομματικός ηγέτης Μάτυας Ράκοσι, επικαλούμενος σχετική οδηγία του σοβιετικού συμβούλου επί θεμάτων ασφαλείας, στρατηγού Μπιέλκιν. Δυο ημέρες αργότερα ο Φιλντ συνελήφθη και παραδόθηκε στην ουγγρική ασφάλεια. Τρεις μήνες αργότερα η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για τη σύζυγό του Χέρτα.

Οι Φιλντ βασανίστηκαν σκληρά προκειμένου καταθέσουν πληροφορίες που, σύμφωνα με τους σοβιετικούς ανακριτές, θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη ενός «συνωμοτικού κέντρου» που δρούσε εντός των κομμουνιστικών κομμάτων της Κεντρικής Ευρώπης. Οι επαφές του Φιλντ με μεγάλο αριθμό κομμουνιστών από αυτές τις χώρες, σε συνδυασμό με την αλληλογραφία του με τον Ντάλες, τον καθιστούσαν τον κατάλληλο άνθρωπο για την ενοχοποίηση δεκάδων στελεχών. Πρώτος στοχοποιήθηκε ο Λάσλο Ράικ, παντοδύναμος υπουργός Εσωτερικών της Ουγγαρίας στην πρώτη φάση μετάβασης της χώρας στον κομμουνισμό, υπουργός Εξωτερικών στη συνέχεια. Για τον ίδιο τον Φιλντ κρίθηκε ανώφελο να διοργανωθεί οποιαδήποτε δίκη. Αρκούσαν οι βίαια αποσπασμένες ομολογίες του. Μετά τον θάνατο του Στάλιν απελευθερώθηκε και μέχρι τον θάνατό του (1970) έζησε ξεχασμένος στη Βουδαπέστη.

Βάσει των μαρτυριών του Φιλντ άρχισαν μαζικές συλλήψεις δεκάδων στελεχών του ουγγρικού κόμματος και της Κρατικής Ασφάλειας στη Βουδαπέστη. Πολλοί απ΄ αυτούς είχαν θητεύσει πριν τον πόλεμο στο ουγγρικό τάγμα Μάτυας Ράκοσι των Διεθνών Ταξιαρχιών, έχοντας επικεφαλής τον Λάσλο Ράικ. Ο τελευταίος συνελήφθη στις 30 Μαΐου 1949. Αφορμή για την σύλληψή του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Ράικ σε συγκρατούμενό του – πράκτορα της ασφάλειας, ήταν η διαφορετική άποψη που εξέφρασε σε σχέση με τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία: «Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι ο Τίτο είναι προδότης. Ήμουν της γνώμης ότι αυτές οι κατηγορίες θα προκαλέσουν μια μοιραία διάσπαση στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο», ανέφερε ο Ράικ. Η εκστρατεία εναντίον του Ράικ συνέπεσε χρονικά με την εκστρατεία εναντίον του Βλάντισλαβ Γκομούλκα, δεύτερου γραμματέα της ΚΕ του πολωνικού κόμματος. Κοινός παρονομαστής και στις δυο εκστρατείες ήταν η «εθνικιστική παρέκκλιση». Η αντιπαράθεση με τους εκπροσώπους του «εθνικισμού» στην Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Σλοβακία είχε ξεκινήσει νωρίτερα, μέχρι το 1948 όμως διεξαγόταν στη βάση ιδεολογικών και πολιτικών επιχειρημάτων, ακόμα κι όταν στα παρασκήνια κυριαρχούσαν προσωπικές φιλοδοξίες και αντιπαλότητες.

Οι σοβιετικοί σύμβουλοι αντιλήφθηκαν δεν μπορούσαν να οικοδομήσουν μια συνταρακτική δικαστική υπόθεση που θα έμοιαζε με αυτές τις δεκαετίας του ΄30 βασισμένη στην κατηγορία της «εθνικιστικής παρέκκλισης». Αποφάσισαν λοιπόν να διευρύνουν το κατηγορητήριο διανθίζοντάς το με κατηγορίες για συνεργασία με την «εγκληματική συμμορία του Τίτο», προσθέτοντας ισχυρές δόσεις τροτσκισμού και αντισημιτισμού. Η βασική κατηγορία που διατυπώθηκε ήταν περί «τροτσκισμού και ο εθνικισμού ως μέσα ιμπεριαλιστικής διείσδυσης», ενώ η βασική ιδέα του κατηγορητηρίου συνίστατο στο ότι «ο τροτσκισμός, ο φασισμός, ο σιωνισμός και ο αντισημιτισμός αποτέλεσαν τον συγγενικό κύκλο και το ιδεολογικό υπόβαθρο, από το οποίο ξεφύτρωσε ο Ράικ και η συμμορία του». Για να ενισχυθεί το κατηγορητήριο περί «έρποντος τιτοϊσμού» μεταξύ των κατηγορουμένων συμπεριλήφθηκε ο γραμματέας της Ένωσης Νότιων Σλάβων Ουγγαρίας, όπως και ο Λάζαρ Μπράνκοφ, σύμβουλος της γιουγκοσλαβικής Πρεσβείας στη Βουδαπέστη. Παράλληλα με τη δίκη μεθοδεύτηκε μια τεράστια προπαγανδιστική εκστρατεία, κατά τη διάρκεια της οποίας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, κομματικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, αγροτικοί συνεταιρισμοί και σχολεία ζητούσαν την επιβολή των πλέον αυστηρών ποινών για τους προδότες και τους υπονομευτές της εργατικής εξουσίας στην Ουγγαρία.

Η δίκη του Ράικ και των συνεργατών του έληξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1949. Ο Ράικ και άλλοι δυο σύντροφοί του καταδικάστηκαν στην ποινή του θανάτου. Εκτελέστηκαν μετά από δυο μέρες. Σε άλλη, παράλληλη δίκη, ένα μήνα αργότερα καταδικάστηκαν σε θάνατο τέσσερα στρατιωτικά στελέχη, τα οποία επίσης εκτελέστηκαν. Δεκάδες άλλοι σύντροφοι και συνεργάτες του Ράικ καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά ή σε πολυετείς φυλακίσεις. Μεταξύ των τελευταίων και ο Γιάννος Κάνταρ, ο οποίος καταδικάστηκε για εθνικιστική παρέκκλιση. Στη συνέχεια η σταλινική ομάδα Ράκοσι – Γκέρε επέβαλε ένα σκληρό σύστημα διακυβέρνησης που οδήγησε σε τόσο εκτεταμένους διωγμούς που το 1953 έκαναν ακόμα και τον ίδιο τον Μπέρια να απορεί με τις διαστάσεις της: οι ποινές και τα περιοριστικά μέτρα που είχαν αποφασισθεί αφορούσαν 1,5 εκατομμύριο πολίτες σε μια χώρα με συνολικό πληθυσμό 9,5 εκατομμύρια κατοίκους!

Λάσλο Ράικ.

Η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης κορυφώθηκε λίγο μετά το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Φεβρουάριο του 1956. Την ίδια περίοδο αποκαταστάθηκε ο Ράικ και οι συνεργάτες του. Κατά παράδοξο τρόπο ο άλλοτε ιδρυτής της διαβόητης μυστικής αστυνομίας ÁVH (Államvédelmi Hatóság), αναδείχτηκε σε ήρωα και σύμβολο των μεταρρυθμίσεων. Κατά τη διάρκεια επαναταφής των οστών του διοργανώθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις που ζητούσαν την απομάκρυνση των Ράκοσι και Γκέρε, οι οποίοι τώρα δήλωναν παρασυρμένοι από τις μηχανορραφίες που είχε καταστρώσει ο Λαβρέντι Μπέρια, ο οποίος στο μεταξύ είχε εκτελεσθεί. Σε συνθήκες επαναστατικής έξαρσης ανασύρθηκαν από το περιθώριο δυο στελέχη που το 1949 είχαν καταδικασθεί για εθνικιστική παρέκκλιση: Ο Ίμρε Νάγκι και ο Γιάννος Κάνταρ. Οι δυο τους συνέπλευσαν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην ίδια κυβέρνηση. Στη διάρκεια των αιματηρών «ουγγρικών γεγονότων» το Οκτώβριο – Νοέμβριο του 1956 ο Νάγκι απώλεσε την εμπιστοσύνη των Σοβιετικών, οι οποίοι τον συνέλαβαν, τον καταδίκασαν και τον εκτέλεσαν. Αντίθετα ο πειθήνιος Κάνταρ παρέμεινε στο τιμόνι της Ουγγαρίας ουσιαστικά μέχρι το τέλος της σοσιαλιστικής περιόδου. Μετά την «εκκαθάριση» του πολιτικού σκηνικού το 1956, προκειμένου να αποσπάσει εάν όχι την υποστήριξη τουλάχιστον την ανοχή της κοινής γνώμης, εφάρμοσε ένα σχέδιο σχετικής φιλελευθεροποίησης της ουγγρικής οικονομίας που έμειναν γνωστές ως «σοσιαλισμός του γκούλας».

 

Η «εθνικιστική παρέκκλιση» στην Πολωνία

Ακόμα πριν την ενεργοποίηση της δίωξης του Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία, άρχισε η διαδικασία αποκαθήλωσης του Βλάντισλαβ Γκομούλκα, γενικού γραμματέα του ΚΚ Πολωνίας και αντιπροέδρου της κυβέρνησης. Ο Γκομούλκα αποτέλεσε επίσης ιδανικό στόχο, καθώς ήταν ο μοναδικός ηγέτης σοσιαλιστικού κράτους που δεν είχε πρωθύστερη θητεία στη Μόσχα (εξαιρουμένης της αλβανικής ηγεσίας). Αντίθετα, στη Μόσχα και στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες είχε επί μακρού θητεύσει ο Μπόλεσλαβ Μπιέρουτ, πρόεδρος της πολωνικής κυβέρνησης. Τη θέση του Γκομούλκα επιβάρυναν ορισμένες απόψεις του αναφορικά με την επιβολή της υποχρεωτικής κολλεκτιβοποίησης στον αγροτικό τομέα ή τις επιφυλάξεις του αναφορικά με την αποδοχή του σοβιετικού μοντέλου. Ο ίδιος υποστήριξε με σθένος της απόψεις του επικαλούμενος τις ιδιαιτερότητες της χώρας, για την οποία, σημειωτέον, ο Στάλιν είχε δηλώσει ότι «είναι πιο εύκολο να σαμαρώσεις αγελάδα απ΄ το να κάνεις σοσιαλισμό στην Πολωνία». Λόγω των πολιτικών του διαφωνιών ο Γκομούλκα καθαιρέθηκε στις αρχές του 1949, ενώ την ίδια τύχη γνώρισαν και άλλα δυο μέλη του Πολιτικού Γραφείου του πολωνικού κόμματος (Κλίσκο και Σπιχάλσκι).

Μετά την εκτέλεση του Ράικ στην Ουγγαρία οι άνδρες της πολωνικής ασφάλειας, με την αρωγή σοβιετικών συμβούλων, άρχισαν να ερευνούν την ύπαρξη συνωμοτικών διασυνδέσεων στη Βαρσοβία. Ο Γκομούλκα και τα δυο προαναφερθέντα στελέχη φυλακίστηκαν στις αρχές του 1952 σε μια βίλα της πολωνικής ασφάλειας, η οποία επιδόθηκε στην αναζήτηση ενοχοποιητικών στοιχείων για τον Γκομούλκα, όχι μόνο στην Πολωνία, αλλά και στις γειτονικές χώρες. Λόγω του ότι δεν προέκυψαν σοβαρά στοιχεία στην περίπτωση της Πολωνίας δεν υπήρξε καμία σκηνοθετημένη δίκη. Μία από τις ερμηνείες που προσφέρεται για το γεγονός αυτό είναι ότι στο μεταξύ η προσοχή των σοβιετικών συμβούλων είχε στραφεί στην Πράγα, όπου ο Ρούντολφ Σλάνσκι, γενικός γραμματέας του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, φαινόταν να συγκεντρώνει ένα καλύτερο προφίλ προκειμένου να πρωταγωνιστήσει σε μια γιγαντιαία δίκη. Όσο για τον Γκομούλκα, αποφυλακίστηκε τον Απρίλιο του 1955. Σύντομα αποκαταστάθηκε στο κόμμα και τον Οκτώβριο του 1956, την περίοδο που ξέσπασαν τεράστιες διαδηλώσεις δυσαρέσκειας εναντίον του σοσιαλιστικού συστήματος διακυβέρνησης και επαπειλούνταν σοβιετική στρατιωτική επέμβαση, ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος και του κράτους. Η επιστροφή του στην πολιτική έγινε δεκτή με τεράστιο ενθουσιασμό, ενώ τα μέτρα φιλελευθεροποίησης που ανήγγειλε, εκτόξευσαν τη δημοτικότητά του. Επιδεικνύοντας πνεύμα μετριοπάθειας και ρεαλισμού απέτρεψε τη σοβιετική επέμβαση το 1956. Κατά τη διάρκεια των επομένων ετών ωστόσο θα εξελιχθεί σε σύμβολο της συντήρησης και θα αναδειχθεί σε τυφλό όργανο εκτέλεσης των επιθυμιών της Μόσχας.

O Βλάντισλαβ Γκομούλκα και η αποκατάστασή του το 1956 στους κόλπους του ΚΚΠ.

Παρενθετικά, ας σημειωθεί ότι την περίοδο που τα παραπάνω γεγονότα λαμβάνουν χώρα στα ηγετικά κλιμάκια των κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών, στην Ελλάδα λήγει ο εμφύλιος πόλεμος και η ηγεσία του ΚΚΕ αναζητεί στη Σοβιετική Ένωση και στις παραπάνω χώρες καταφύγιο για την ίδια, τους ηττημένους αντάρτες, τα πολιτικά στελέχη και τα συγγενικά τους πρόσωπα. Σε αυτή την περίοδο αναβρασμού αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπήρχε η πολυτέλεια για να ασχοληθεί με τις διώξεις εναντίον διακεκριμένων στελεχών των αδελφών κομμάτων, με τα οποία οι ηγέτες του ΚΚΕ, ιδιαίτερα ο Ζαχαριάδης και ο Ιωαννίδης, διατηρούσαν στενές σχέσεις. Από το αρχειακό υλικό προκύπτει ότι από την σύλληψη του Ράικ επιχείρησε να επωφεληθεί ο παραμερισμένος Μάρκος Βαφειάδης, ο οποίος με νέα επιστολή του στη σοβιετική ηγεσία υποστήριζε ότι ο έλληνας Ράικ είναι ο Ζαχαριάδης. Τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ (Ζαχαριάδης, Ιωαννίδης, Παρτσαλίδης), έχοντας επιπλέον την εμπειρία του ΄30, οσμίστηκαν την ευκαιρία και επιχείρησαν να επωφεληθούν από την καταδίκη του Τίτο, υιοθετώντας τη στάση για το «πισώπλατο χτύπημα», ενώ παράλληλα επιδόθηκαν σε απηνείς διωγμούς εις βάρος των σλαβομακεδόνων συντρόφων τους, οι οποίοι αποτέλεσαν τα πρώτα θύματα της αντι-τιτοϊκής υστερίας μέσα στους κόλπους του ΚΚΕ.

 

Οι δίκες της Πράγας

Η κορύφωση του δράματος των σκηνοθετημένων δικών επρόκειτο να διαδραματιστεί στην Πράγα, στην οποία μέχρι το φθινόπωρο του 1949 δεν είχε προκύψει καμία εκστρατεία για την αποκάλυψη «εσωτερικών εχθρών». Είχαν προηγηθεί ωστόσο δεκάδες δίκες που αποσκοπούσαν στην καταστολή και τιμωρία των εχθρών του «λαϊκο-δημοκρατικού καθεστώτος». Στην πιο γνωστή δίκη κατηγορούμενη ήταν η σοσιαλίστρια βουλευτής Μιλάντα Χοράκοβα, αντιστασιακός την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, και ο ιστορικός Ζάβις Καλάντρα, ο οποίος προπολεμικά είχε διαγραφτεί από το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας για «τροτσκιστική παρέκκλιση». Η δίκη των παραπάνω και έξι συνεργατών τους έγινε στις αρχές Ιουνίου. Κατά τη διάρκεια της δίκης κορυφώθηκε η προπαγανδιστική εκστρατεία εναντίον των «εχθρών του σοσιαλισμού». Χιλιάδες τηλεγραφήματα και ψηφίσματα δήμων, συνδικάτων, συνεταιρισμών, σχολείων κλπ. ζητούσαν την εξόντωση των κατηγορούμενων «πρακτόρων». Σε τέσσερις από τους κατηγορούμενους επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Οι θανατικές ποινές, παρά τις διαμαρτυρίες γνωστών εκπροσώπων της παγκόσμιας κοινής γνώμης όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ή ο Μπέρτραντ Ράσελ, εκτελέστηκαν στις 27 Ιουνίου του 1950. Ακολούθησαν άλλες 35 δίκες με 600 περίπου κατηγορούμενους στους οποίους επιβλήθηκαν 10 θανατικές ποινές, 38 καταδίκες σε ισόβια, ενώ συνολικά οι ποινές στέρησης της ελευθερίας ανέρχονταν σε 7.850 έτη.

Την ίδια περίοδο το σύστημα εσωτερικής ασφάλειας και απονομής δικαιοσύνης της Τσεχοσλοβακίας θα προσαρμοστεί πλήρως με τα σοβιετικά πρότυπα. Δημιουργήθηκε το υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, από το οποίο απομακρύνθηκε ο μετριοπαθής υπουργός Εσωτερικών Βάτσλαβ Νόσεκ, ο οποίος ανέλαβε το σχετικό χαρτοφυλάκιο στην εξόριστη κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Έντβαρντ Μπένες στο Λονδίνο. Αρχικά τον αντικατέστησε ο Λάντισλαβ Κοπρζίβα, ενώ στη συνέχεια το υπουργείο ανέλαβε ο Κάρολ Μπατσίλεκ. Πρωταρχικό τους μέλημα, σύμφωνα με όσα τους συμβούλευε ο Κλέμεντ Γκότβαλντ, πρώτος «εργάτης – πρόεδρος» της Τσεχοσλοβακίας, συνίστατο στο «να ακούν τους σοβιετικούς συμβούλους». Αντίστοιχα προσαρμόστηκε και το υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο ανέλαβε ο Αλεξέι Τσεπίτσκα, ανερχόμενο αστέρι των τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών, γαμπρός του Γκότβαλντ και συνομιλητής του Στάλιν σε ότι αφορά τις εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία.

Ο Τσεπίτσκα και ο ούγγρος ηγέτης Μάτυας Ράκοσι ήταν αυτοί που μετέφεραν στον Γκότβαλντ τη δυσαρέσκεια του Στάλιν για το γεγονός ότι Τσεχοσλοβακία υστερούσε στην εκστρατεία αποκάλυψης του εσωτερικού εχθρού. Πανικόβλητοι οι Γκότβαλντ και Σλάνσκι, οι οποίοι μέχρι τότε αρνούνταν την ύπαρξη «συνωμοτικού κέντρου» εντός του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, συναίνεσαν με την παρουσία σοβιετικών συμβούλων, οι οποίοι θα μετέφεραν την εμπειρία τους και θα καθοδηγούσαν τους τσεχοσλοβάκους συντρόφους στην εκστρατεία αποκάλυψης και καταστολής των πρακτόρων του ιμπεριαλισμού που είχαν παρεισφρήσει στο εσωτερικό του κόμματος. Στην αρχή, βάσει των «αποκαλύψεων» Φιλντ, οι έρευνες προσανατολίστηκαν στις γνωστές ομάδες υπόπτων: μέλη των Διεθνών Ταξιαρχιών που υπηρετούσαν στον κομματικό και κρατικό μηχανισμό, στελέχη που δεν είχαν θητεύσει στη Μόσχα ή στελέχη που είχαν εκφράσει «εθνικιστικές τάσεις» (άρα φιλο-τιτοϊκές απόψεις), και από το τέλος του 1949 στελέχη εβραϊκής καταγωγής.

Υπό την καθοδήγηση της πρώτης ομάδας των σοβιετικών συμβούλων οι έρευνες αρχικά κατευθύνθηκαν εναντίον του Όττο Σλινγκ, γραμματέα της περιφερειακής οργάνωσης στο Μπρνο, ο οποίος συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία που τον καθιστούσαν «ιδανικό ύποπτο»: εβραϊκής καταγωγής προπολεμικό στέλεχος, με προϋπηρεσία στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ο οποίος στη συνέχεια κατέφυγε στο Λονδίνο συμμετέχοντας στην ηγεσία της αντιστασιακής οργάνωσης «Νεαρή Τσεχοσλοβακία». (Χάριν πρωτοβουλίας του καθιερώθηκε από τότε η 17η Νοεμβρίου ως παγκόσμια ημέρα των φοιτητών). Το προφίλ μεν του Σλινγκ ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του «προδότη», το αξίωμά του όμως δεν επαρκούσε για το στήσιμο του επιδιωκόμενου δικαστικού θεάτρου.

Πίσω από τη στοχοποίηση υπόπτων αρκετές φορές κρύβονταν προσωπικές φιλοδοξίες για ανέλιξη σε ανώτερα κομματικά κλιμάκια ή επιθυμία προσωπικής εκδίκησης. Για παράδειγμα, μετά τη δίωξη του Όττο Σλινγκ, ύποπτη θεωρήθηκε η Μαρίε Σβέρμοβα, προπολεμικό στέλεχος του κόμματος, χήρα του εθνικού ήρωα Γιαν Σβέρμα, κύριου εσωκομματικού αντιπάλου του Ρούντολφ Σλάνσκι ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της σλοβακικής εξέγερσης (Αύγουστος 1944). Μετά τον πόλεμο η Σβέρμοβα εκλέχτηκε στο προεδρείο του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, ενώ ο αδελφός της Κάρελ Σβαμπ καθοδηγούσε το παντοδύναμο Τμήμα Στελεχών του ίδιου κόμματος. Η Σβέρμοβα πρωταγωνίστησε το 1949 στην εκστρατεία εναντίον της Μιλάντα Χοράκοβα. Διατηρούσε ιδιαίτερα στενή σχέση με τον ήδη «ύποπτο» Όττο Σλινγκ, ενώ νωρίτερα απέρριψε πρόταση αρραβώνος που της απηύθυνε ο Βάτσλαβ Κοπέτσκι, υπουργός Πολιτισμού και κύριος ιδεολόγος του κόμματος. Το 1951 η πολιτική της καριέρα (όπως και του αδελφού της Κάρελ Σβαμπ) έληξε, καθώς κατηγορήθηκε ότι προετοίμαζε συνωμοσία εις βάρος του Ρούντολφ Σλάνσκι, με σκοπό να αναλάβει η ίδια την καθοδήγησή του κόμματος. Υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια για να ομολογήσει τα σχέδια της, ωστόσο, σε αντίθεση με την πλειονότητα των κατηγορουμένων, ποτέ δεν λύγισε, αρνούμενη να υπογράψει τις κατασκευασμένες κατηγορίες. Στη δίκη της που έγινε το 1954, δηλαδή μετά τον θάνατο των Στάλιν και Γκότβαλντ, καταδικάστηκε «μόνο» σε ισόβια δεσμά. Έμεινε στη φυλακή για πέντε χρόνια, αποκαταστάθηκε την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας (1968) για να ξανακαταδικαστεί μετά την ένταξή της στην Χάρτα της Πράγας το 1977.

Όττο Σλινγκ.
Μαρίε Σβέρμοβα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Την περίοδο που ανακρίνονταν οι Σλινγκ και Σβέρμοβα άλλες έρευνες κατευθύνθηκαν στην αποκάλυψη εκπροσώπων του «αστικού εθνικισμού», οι οποίες επικεντρώθηκαν στη Σλοβακία, όπου οι ντόπιοι κομμουνιστές προωθούσαν την ιδέα της ομοσπονδοποίησης της Τσεχοσλοβακίας. Με την κατηγορία του «εθνικισμού» τον Μάιο του 1950 παύτηκαν από τα αξιώματά τους ο πρόεδρος του «Συμβουλίου των Επιτρόπων» (υπουργικού συμβουλίου) Γκούσταβ Χούσακ και ο υπουργός Παιδείας και γνωστός ποιητής Λάτσο Νοβομέσκι. Στη συνέχεια αποπέμφθηκε ο υπουργός Εξωτερικών της Τσεχοσλοβακίας Βλαντίμιρ Κλεμέντις, καθώς ο Στάλιν δεν ξέχασε ότι το 1939, όντας με κομματική αποστολή στη Γαλλία, καταδίκασε την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότοφ. Στις αρχές του 1951 τα τρία παραπάνω στελέχη και αρκετοί άλλοι σλοβάκοι αξιωματούχοι, αφού απαλλάχτηκαν από τα κρατικά ή βουλευτικά αξιώματά τους, συνελήφθησαν σταδιακά και παραπέμφθηκαν σε δίκη με τις κατηγορίες του εθνικισμού και του τιτοϊσμού. Την ίδια περίοδο από τα βιβλιοπωλεία αποσύρθηκαν οι ποιητικές συλλογές του Νοβομέσκι, ενώ η γνωστή φωτογραφία που απεικόνιζε τον Κλέμεντ Γκότβαλντ να βγάζει λόγο την «νικηφόρο 25η Φεβρουαρίου του 1948» στην πλατεία της Παλιάς Πράγας ρετουσαρίστηκε, ώστε να απαλλαχθεί από την παρουσία του Κλεμέντις. Από τους κατηγορούμενους αυτής της ομάδας κατ΄ εξαίρεση δεν υπέγραψε, παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκε, «ομολογία» μόνο ο Γκούσταβ Χούσακ, ο οποίος, παρόμοια με τον Γκομούλκα, επρόκειτο να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Τσεχοσλοβακία μετά τη βίαιη καταστολή της Άνοιξης της Πράγας τον Αύγουστο του 1968.

Η ρετουσαρισμένη φωτογραφία του 1948 και η “εξαφάνιση” του Κλεμέντις από αυτή.

 

Ενοχοποιώντας τον γενικό γραμματέα

Όμως ούτε και η καταστολή της «κλίκας των σλοβάκων εθνικιστών» φάνηκε να ικανοποιεί τις επιδιώξεις των σοβιετικών συμβούλων του Στάλιν, ο οποίος ανακάλεσε την πρώτη ομάδα στέλνοντας νέα ομάδα με επικεφαλής τον Αλεξέι Μπεστσάστνοφ και με εντολή να επικεντρωθούν περισσότερο στην αποκάλυψη των σιωνιστών που δρούσαν στο εσωτερικό του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Εμμέσως πλην σαφώς ο Στάλιν υπεδείκνυε ως κύριο ύποπτο τον γενικό γραμματέα του τσεχοσλοβάκικου κόμματος Ρούντολφ Σλάνσκι. Ο σοβιετικός ηγέτης απέφυγε επιδεικτικά στις 31 Ιουλίου 1951 να στείλει, κατά τα ειωθότα, συγχαρητήριο τηλεγράφημα για τον εορτασμό των γενεθλίων του 50χρονου γενικού γραμματέα του τσεχοσλοβάκικου κόμματος. Με την ευκαιρία του «ιωβηλαίου» ο Σλάνσκι τιμήθηκε με την απονομή ύπατων κρατικών και κομματικών διακρίσεων, ενώ δέχτηκε χιλιάδες συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων με ευχές για προσωπική και οικογενειακή μακροημέρευση. Από τους πλέον παρατηρητικούς, ωστόσο, δεν διέφυγε η απουσία σχετικού σοβιετικού τηλεγραφήματος. Προκειμένου να διαλύσει και τις τελευταίες δυσπιστίες του Γκότβαλντ, ο οποίος δίσταζε να πιστέψει ότι ο πλέον στενός συνεργάτης του ήταν «πράχτορας», ο Στάλιν φρόντισε, μέσω του Τσεπίτσκα, να διαμηνύσει στον τσεχοσλοβάκο ηγέτη ότι «ο εχθρός» είναι ο Σλάνσκι.

Έντρομος ο Γκότβαλντ, ο οποίος στο μεταξύ ανακάλυψε την ύπαρξη μηχανισμού υποκλοπής των τηλεφωνημάτων του, άφησε την πρωτοβουλία κινήσεων στον Τσεπίτσκα και στους σοβιετικούς συμβούλους. Ο ίδιος ουσιαστικά αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή βρίσκοντας διέξοδο στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Κατά τη διάρκεια του επόμενου τριμήνου ο Σλάνσκι, ο οποίος μέχρι τότε, πιστός στα σοβιετικά κελεύσματα, είχε πρωταγωνιστήσει στην εκστρατεία αποκάλυψης του «εσωτερικού εχθρού», απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα το κόμματος, αναλαμβάνοντας αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του Άντονιν Ζάποτοτσκι. Αφορμή για την σύλληψη του Σλάνσκι στάθηκε η αποκάλυψη επιστολής από την τσεχοσλοβάκικη αντικατασκοπεία με παραλήπτη τον «μεγάλο οδοκαθαριστή», στον οποίο παρέχονταν οδηγίες να εγκαταλείψει τη χώρα. Θεωρήθηκε τελικός παραλήπτης της επιστολής ήταν ο ίδιος Σλάνσκι, ο οποίος φερόταν έτοιμος να εγκαταλείψει τη χώρα με κατεύθυνση το Ισραήλ.

Η κεφαλή του Σλάνσκι προσφέρεται “επί πίνακι” στον Στάλιν.

Η απόφαση για την σύλληψη του Σλάνσκι ελήφθη από τον Γκότβαλντ στις 23 Νοεμβρίου 1951 και εκτελέστηκε την ίδια μέρα με τη συνεργασία του Ζάποτοτσκι, του υπουργού Ασφάλειας Κοπρζίβα και των σοβιετικών συμβούλων. Ο Σλάνσκι το βράδυ της ίδιας μέρας προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε μια γιορτή που γινόταν στην οικία του πρωθυπουργού Ζάποτοτσκι. Ο τελευταίος έδωσε σήμα στην ειδική ανακριτική ομάδα, η οποία ανέμενε τον Σλάνσκι στον προθάλαμο του σπιτιού του. Όταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Σλάνσκι μπήκε στο σπίτι του τον έπιασαν και του φόρεσαν χειροπέδες. Οι ανακριτές αφού του έδεσαν το μάτια και του πέρασαν φίμωτρο τον οδήγησαν στην φυλακή Ρούζινιε. Εκεί ο μέχρι πρόσφατα παντοδύναμος γενικός γραμματέας παρέδωσε τον ρουχισμό του, παρέλαβε τη στολή του φυλακισμένου, ενώ ταυτοποιήθηκε με τον αριθμό 2359/865, με τον οποίο έπρεπε στο εξής να αναφέρεται. Επιπλέον στο κελί του τοποθετήθηκε συγκρατούμενος – πληροφοριοδότης των ανακριτών, ο οποίος είχε φυλακιστεί με πρωτοβουλία του ίδιου του Σλάνσκι. Ο συγκάτοικος του κελιού είχε προετοιμαστεί από τους ανακριτές, όχι μόνο να περιγράφει τις αντιδράσεις του Σλάνσκι μετά τις πολύωρες ανακρίσεις του, αλλά και να τον νουθετεί ή να τον πιέζει προκειμένου να του αποσπάσουν την επιδιωκόμενη «ομολογία» για την ενοχή του.

Την ίδια μέρα συνελήφθη ο επίσης εβραϊκής καταγωγής Μπέντρζιχ Γκέμιντερ, επικεφαλής του διεθνούς τμήματος της ΚΕ, ο οποίος πριν τον πόλεμο ήταν προσωπικός γραμματέας του Γκιόργκι Ντιμιτρόφ στην Κομιντέρν. Μεταπολεμικά ήταν ο σύντροφος της κόρης του Γκότβαλντ, η οποία όμως στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Αλεξέι Τσεπίτσκα. Στη φυλακή οδηγήθηκαν δεκάδες στενοί συνεργάτες του Σλάνσκι, όπως και πολλά στελέχη εβραϊκής καταγωγής. Μεταξύ τους οι υφυπουργοί Εξωτερικών Άρτουρ Λόντον και Βάβρο Χάϊντου, οι υφυπουργοί Εξωτερικού Εμπορίου Έουγκεν Λεμπλ και Ρούντολφ Μαργκόλιους, ο υφυπουργός Οικονομικών Όττο Φισλ, ο παλαίμαχος κομμουνιστής δημοσιογράφος Αντρέ Σιμόν και άλλοι. Στην ομάδα αυτή προστέθηκε εκ των υστέρων και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Βλαντίμιρ Κλεμέντις. Οι 11 από τους 14 κατηγορούμενους για συμμετοχή στο «αντικρατικό συνωμοτικό κέντρο», όπως επίσημα ονομάστηκε η «συμμορία Σλάνσκι», καταγράφηκαν στο επίσημο κατηγορητήριο ως «εβραϊκής καταγωγής». Τα τσεχο-σλοβάκικα επώνυμά τους αλλάχτηκαν και εμφανίζονταν πλέον με τα πρωθύστερα γερμανικά, με σκοπό να γίνει πιο εμφανής η ξενική, «κοσμοπολίτικη» και μη τσεχική προέλευσή τους.

Η «ομολογία» ως κομματικό καθήκον

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης προφυλάκισής τους οι κρατούμενοι βασανίστηκαν απάνθρωπα, ενώ τους ασκήθηκαν ψυχολογικές πιέσεις να «ομολογήσουν» την ενοχή τους. Σύμφωνα με τις οδηγίες των σοβιετικών συμβούλων μπορούσαν να ασκηθούν εκβιασμοί που αφορούσαν το μέλλον των συγγενικών τους προσώπων προκειμένου να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη «ηθική κάμψη». Όσοι επικαλούνταν την πολυετή και άμεμπτη αγωνιστική τους θητεία, τη φυλάκισή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πιέζονταν να υπογράψουν με το επιχείρημα ότι η «ομολογία» αποτελεί κομματικό τους καθήκον. Ομολογώντας θα βοηθούσαν το κόμμα στην πάλη του ενάντια στους ιμπεριαλιστές καθώς, σύμφωνα με τη ρήση ενός από τους ανακριτές, «το κόμμα έχει δίκαιο ακόμα κι όταν ψεύδεται». Όσοι από τους κατηγορούμενους «πείθονταν» να αποδεχτούν τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν, χρησιμοποιούνταν σε πολύωρες αντιπαραθέσεις με τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους. Τελικός στόχος των ανακριτών ήταν «να φτιαχτούν» οι κατηγορούμενοι με τέτοιο τρόπο ώστε όχι μόνο να υπογράψουν τις καταθέσεις ενοχής τους, αλλά και να διακηρύξουν δημόσια την ενοχή τους στην προετοιμαζόμενη δίκη-παρωδία.

Ο Σλάνσκι στην αρχή των ανακρίσεων, οι οποίες συνοδεύονταν από προσωπικές προσβολές, βρισιές, αυπνία και χαστούκια, αποδέχτηκε πολιτικές ευθύνες για διάφορες λαθεμένες πρωτοβουλίες, κυρίως στον τομέα ανάδειξης στελεχών. Αρνούνταν όμως να αποδεχθεί ότι ο ίδιος υπήρξε συνειδητά «πράκτορας των ιμπεριαλιστών». Κατά την διάρκεια των επομένων μηνών το «φτιάξιμο» του γενικού γραμματέα προχώρησε σε τέτοιο σημείο, που ο ίδιος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει σπάζοντας το κεφάλι του στον τοίχο του ανακριτικού γραφείου. Στη συνέχεια «πείστηκε» από τους ανακριτές του ότι δεν έχει νόημα οποιαδήποτε αντίσταση στις κατηγορίες που του πρόσαπταν για σύσταση του «αντικρατικού συνωμοτικού κέντρου», σαμποτάζ εις βάρος της τσεχοσλοβάκικης οικονομίας, κατασκοπεία και εσχάτη προδοσία. Τα αποδεικτικά στοιχεία για τις κατηγορίες στηρίζονταν στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων του. Η κατηγορία για σαμποτάζ τεκμηριώθηκε βάσει πορισμάτων εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι φόρτωσαν όλα τα προβλήματα της τσεχοσλοβάκικης οικονομίας στη δράση της «συμμορίας Σλάνσκι».

Τη σύνταξη του κατηγορητηρίου ανέλαβε ο νεαρός κομμουνιστής εισαγγελέας Γιόζεφ Ουρβάλεκ, ο οποίος νωρίτερα είχε διακριθεί στη δίκη της Μιλάντα Χοράκοβα. Πρότυπο του Ουρβάλεκ ήταν ο σοβιετικός εισαγγελέας Αντρέι Βυσίνσκι, ο οποίος με τις λυσσώδεις αγορεύσεις του είχε πρωταγωνιστήσει στις δίκες της Μόσχας τη δεκαετία του ΄30. Οι κατηγορούμενοι της Πράγας ήδη γνώριζαν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν την επιβολή της εσχάτης των ποινών. Ορισμένοι έτρεφαν ακόμα ελπίδες πως ίσως ο πρόεδρος Γκότβαλντ θα μπορούσε να τους επιβραβεύσει για τη συνεργασία τους με απονομή χάριτος. Όλοι οι κατηγορούμενοι συνέχισαν να περιβάλουν τον Γκότβαλντ με αισθήματα λατρείας. Όλοι ευελπιστούσαν ότι τα συγγενικά τους πρόσωπα θα γλίτωναν αν όχι τον διασυρμό, τουλάχιστον την επιβολή εξοντωτικών ποινών. Παράλληλα, εξαπολύθηκε μια άνευ προηγουμένου προπαγανδιστική εκστρατεία με την οποία χιλιάδες φορείς ζητούσαν την παραδειγματική τιμωρία των κατηγορουμένων που φέρονταν να έχουν προκαλέσει τόσα προβλήματα στο νεαρό σοσιαλιστικό καθεστώς.

Ο Σλάνσκι, παραιτημένος πια, είχε αποδεχθεί το κατηγορητήριο αποκτώντας ως επιβράβευση δικαίωμα σε ύπνο χωρίς διακοπές, χορήγηση ηρεμιστικών χαπιών, πρόσβαση σε βιβλία και καφέ. Τον Οκτώβριο, ανακριτές και κατηγορούμενοι επιδόθηκαν στην απομνημόνευση των απολογιών τους. Ο Σλάνσκι μετά από κάθε απαγγελία τους ρωτούσε με κάποια δόση ειρωνείας: «Τα είπα καλά τώρα;» Η μόνη κατηγορία που δεν παραδέχτηκε ήταν ότι το 1944 σκοπίμως άφησε τον Σβέρμα να πεθάνει αβοήθητος στα βουνά της Σλοβακίας. «Δεν θα με κάνετε τώρα και δολοφόνο», δήλωσε. Στις 15 Νοεμβρίου 1952 τον επισκέφτηκε στο κελί του ο εισαγγελέας Ουρβάλεκ, ο οποίος του διάβασε το κατηγορητήριο, το οποίο ο Σλάνσκι αποδέχτηκε χωρίς την παραμικρή ένσταση.

Η δίκη-παρωδία του Ρούντολφ Σλάνσκι.

Στις 20 Νοεμβρίου άρχισε η δίκη της «συμμορίας Σλάνσκι». Τα πάντα είχαν ετοιμαστεί στην εντέλεια. Η δίκη μεταδίδονταν απευθείας από το ραδιόφωνο. Για την περίπτωση που κάποιος από τους 14 κατηγορούμενους στη διάρκεια τις απολογίας του παρέκκλινε από το κείμενο που είχε αποστηθίσει, οι σκηνοθέτες της δίκης είχαν έτοιμες μαγνητοφωνημένες απολογίες. Αντίστοιχη προετοιμασία είχε γίνει με τους δικαστές, τους μάρτυρες και τους συνήγορους υπεράσπισης. Οι ποινές που επρόκειτο να επιβληθούν στους κατηγορούμενους είχαν προηγουμένως συζητηθεί και επικυρωθεί από το προεδρείο του τσεχοσλοβάκικου κόμματος. Όλα βάδιζαν σύμφωνα με το προσυμφωνημένο σενάριο. Ο υπουργός Ασφάλειας Μπατσίλεκ, οι σοβιετικοί σύμβουλοι και η ομάδα των ανακριτών παρακολουθούσαν την εξέλιξη της δίκης από ειδική αίθουσα, δίπλα στο δικαστήριο, ενώ από το ραδιόφωνο παρακολουθούσε τη δίκη η κομματική ηγεσία και εκατομμύρια ακροατές σε όλη την Τσεχοσλοβακία. Από την πρώτη στιγμή οι εφημερίδες αφιέρωσαν σχεδόν όλη την ύλη τους στην κάλυψη της δικαστικής διαδικασίας. Τον λόγο έλαβε ο λαός: παράλληλα με τη δίκη πραγματοποιούνταν χιλιάδες συνελεύσεις σε χώρους εργασίας, οι οποίες κατέληγαν σε καταδικαστικά ψηφίσματα και αποφάσεις για την επιβολή παραδειγματικών ποινών στους «προδότες», τους «αιμοδιψείς συνωμότες», τους «σιωνιστές» και «κοσμοπολίτες με ύποπτη προέλευση».

Στην απολογία του ο Σλάνσκι, όπως και οι συγκατηγορούμενοί του, παραδέχτηκε την ενοχή του σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Η εγκληματική ζωή μου δεν αξίζει άλλο τέλος από αυτό που προτείνει ο εισαγγελέας». Στις 27 Νοεμβρίου οι ένδεκα από τους δεκατέσσερις κατηγορούμενους καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών δια απαγχονισμού. Ο Γκότβαλντ επικύρωσε τις προαποφασισμένες ποινές απορρίπτοντας τα αιτήματα για απονομή χάριτος. Εξαιρουμένου του Σλάνσκι, όλοι οι κατάδικοι έγραψαν αποχαιρετιστήριες επιστολές στις οικογένειές τους ή στον Γκότβαλντ. Διαβάζοντας κάποιος τις τελευταίες σειρές που έγραψαν λίγο πριν την εκτέλεσή τους ξαφνιάζεται με την παραδοχή της ενοχής τους. Όλοι εκφράζουν την ακράδαντη πίστη τους στο κόμμα, τον Γκότβαλντ και στο λαμπρό σοσιαλιστικό μέλλον της Τσεχοσλοβακίας. Ο υπουργός Ασφάλειας διαβίβασε τις επιστολές στον Γκότβαλντ δέκα μέρες μετά την εκτέλεσή τους. Οι οικογένειες των εκτελεσμένων έπρεπε να περιμένουν μια δεκαετία μέχρι να τις παραλάβουν.

Στις 15 Μαρτίου 2018 στα υπό κατεδάφιση γραφεία του Ινστιτούτου Μετάλλων βρέθηκαν είκοσι σφραγισμένα κιβώτια τα οποία περιείχαν τις μπομπίνες με τις ηχογραφήσεις της δίκης Σλάνσκι. Προστέθηκαν έτσι οι τελευταίες πινελιές στο τεράστιο αρχειακό υλικό που πρώτος επεξεργάστηκε ο ιστορικός Κάρελ Κάπλαν στο βιβλίο του «Αναφορά για τη δολοφονία του Ρούντολφ Σλάνσκι και των συνεργατών του». Νωρίτερα ο Άρτουρ Λόντον, ένας από τους τρεις κατηγορούμενους στη δίκη Σλάνκσι στους οποίους δεν επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου, έγραψε στα γαλλικά την μαρτυρία του με τον τίτλο L’aveu (H Ομολογία). Σ΄ αυτήν στηρίχθηκε ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς προκειμένου να γυρίσει το 1970 την συγκλονιστική ομώνυμη ταινία, σε σενάριο του Χόρχε Σεμπρούν και πρωταγωνιστές τους Υβ Μοντάν και Σιμόν Σινιορέ.

L’Aveu (1970) Bande Annonce

 

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Νίκος Παπαδάτος, Άκρως απόρρητο. Οι σχέσεις ΕΣΣΔ – ΚΚΕ, 1944-1952. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ, 2019, σελ. 94.

[2] Kati Marton, The true believer. The secret life of Noel Field, Stalin’s last American spy. Νέα Υόρκη: Simon & Schuster Paperbacks, 2017.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Για τη δίκη του Ρούντολφ Σλάνσκι βλ. Karel Kaplan, Report on the Murder of the General Secretary, Οχάιο: State University Press, 1990.

Για τις σκηνοθετημένες δίκες της Πράγας βλ. τις μαρτυρίες:

Artur London, L’aveu, Παρίσι: Gallimard, 1970. (Εδώ ο τίτλος στην εξαντλημένη ελληνική έκδοση: Άρτουρ Λόντον: Η ομολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Καμαρινόπουλου, 1965.)

Heda Margolius-Kovály, Under A Cruel Star – A Life in Prague 1941–1968. Νέα Υόρκη: Holmes & Meier, 1997.

Jo Langer, Convictions: My Life with a Good Communist, Λονδίνο: Granta, 2011.

Για τις μεγάλες εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του ΄30 βλ. Sheila Fitzpatrick, Οι σύμβουλοι του Στάλιν, (μετ. Γ. Μπαρουξής), Αθήνα: Μεταίχμιο, 2017, σελ. 221 – 273.

Για τις δίκες σκοπιμότητας στη μεταπολεμική Ευρώπη βλ. Tony Judt, Postwar. A history of Europe since 1945, Νέα Υόρκη: The Penguin Press, 2005. Ειδικότερα 6ο κεφάλαιο: Into the Whirlwind, σελ. 180 – 195.

Για την περίπτωση Νόελ Φιλντ βλ. Kati Marton, The true believer. The secret life of Noel Field, Stalin’s last American spy. Νέα Υόρκη: Simon & Schuster Paperbacks, 2017.

Για το σχεδιασμό και την εκτέλεση της δολοφονίας του Τρότσκι βλ. Λεονάρδο Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, (μετ. Κ. Αθανασίου), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011.

 

Ηλίας Δ. Μαριολάκος: Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

Ηλίας Δ. Μαριολάκος

 Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από την πραγματεία του συγγραφέα : Εισαγωγή στη Γεωμυθολογία. Γεωλογικό και Φυσικογεωγραφικό Δυναμικό, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, 2018.

 

Τι είναι Μυθολογία

Μυθολογία είναι η συρραφή θρύλων, διηγήσεων και παραδόσεων που σχετίζονται με τις πράξεις και τη δράση θεών, ημίθεων, ηρώων και ανθρώπων, των προϊστορικών λαών που κατοικούσαν σε οποιοδήποτε σημείο της Γης.

Η λέξη Μύθος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει γενικώς τα λεγόμενα (λόγος, έπος, διήγηση). Για πολλούς, η λέξη Μύθος ταυτίζεται με την αναλήθεια, κι αυτό γιατί πιστεύουν ότι όλοι οι μύθοι είναι αποκλειστικό δημιούργημα της φαντασίας. Για τον Πλάτωνα, που θεωρείται ο πρώτος συγγραφέας που έχει χρησιμοποιήσει τον όρο, “μυθολογία” σημαίνει να μιλάει κανείς για μύθους ή να διηγείται μύθους. Η αρχική σημασία του μύθου, σύμφωνα με πολλούς, είναι “λόγος προφορικός, άνευ διακρίσεως της αλήθειας ή του ψεύδους”. Άλλοι δέχονται ότι ο μύθος δεν είναι μια αφήγηση, αλλά μια πραγματικότητα που βιώνεται, ενώ η μυθολογία δεν είναι η βιογραφία των θεών, όπως μπορεί να φαίνεται συχνά, ακόμα και όταν αναφέρεται στη γέννηση και την παιδική ηλικία των θεών, στα νεανικά τους κατορθώματα και μερικές φορές στον πρόωρο θάνατό τους.

Κατά τον F. Schelling, μύθος είναι εκείνη η ιστορία που περιέχει αφηγήσεις μιας εποχής στην οποία κανένα γεγονός ακόμα δεν σημειώνεται γραπτώς, αλλά το καθένα μεταδίδεται προφορικά. Ενώ μυθολογία είναι η προϊστοριογραφική ιστορία και φιλοσοφία μιας φυλής ή μιας ομάδας ανθρώπων.

Joseph Karl Stieler, Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, 1835, Neue Pinakothek, München.

O Heyne, που θεωρείται πρωτεργάτης των μυθολογικών ερευνών, δέχεται ένα πρωταρχικό, έμφυτο θρησκευτικό ένστικτο στον άνθρωπο, που τον οδήγησε στη θεοποίηση των φυσικών αντικειμένων, κάτι που ενισχύθηκε από τον φόβο του αγνώστου. Ο F. Schelling, απεναντίας, θεωρεί το θρησκευτικό στοιχείο του μύθου ως μεταγενέστερη προσθήκη. Κατ’ άλλους, ο μύθος θεωρείται γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου και επομένως, ως τέτοιος, δεν μπορεί να έχει σχέση με την πραγματικότητα. Σύμφωνα λοιπόν με τις απόψεις των περισσοτέρων, πρόκειται για ένα “παραμύθι”, που αναλόγως προς ποιον απευθύνεται, άλλοτε είναι παραμύθι για μικρά παιδιά και άλλοτε ωραίο παραμύθι για μεγάλους.

Ο Christian Gottlob Heyne και η Ιλιάδα του Ομήρου.

Κάπως έτσι έχει εκληφθεί από πολλούς η ελληνική μυθολογία. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένο. Ο Ηρακλής, για παράδειγμα, δεν είναι κάποιο είδος Ταρζάν και θα ήταν λάθος να εκλαμβάνεται ως τέτοιος. Οι Τιτάνες, οι Γίγαντες, ο Ποσειδώνας, ο Δίας και άλλοι θεοί και θεότητες, ημίθεοι και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Ιάσων και οι λοιποί, συνδέονται άμεσα με τη φύση του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου και άλλοι με τους αγώνες των κατοίκων του για επιβίωση μέσα στη συγκεκριμένη φύση και τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο ενός κοινωνικο-οικονομικού γίγνεσθαι που δεν συνδέεται μόνο με το φυσικογεωλογικό καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα με εκείνο του Αιγαίου, αλλά συνάμα με τον ευρωπαϊκό χώρο και τους Ωκεανούς.

Και όσον αφορά τα μυθολογικά πρόσωπα, ίσως πολλά από αυτά να είναι δημιουργήματα της φαντασίας των προϊστορικών κατοίκων αυτού του τόπου, μεγάλος αριθμός όμως από τις δραστηριότητες των θεών και των ηρώων είναι βέβαιο ότι συνδέονται με τους αγώνες των κατοίκων του με τα έντονα ως ακραία φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κάποια στιγμή ή σε κάποια περίοδο κατά τη μακραίωνη προϊστορική εποχή και που οπωσδήποτε ήταν πρωτόγνωρα για τον κάτοικο του αιγαιακού χώρου, αφού δεν τα είχε ξαναζήσει ποτέ πριν από τότε που πάτησε το πόδι του στην περιοχή, και επιπλέον δεν είχε ζήσει παρόμοια φαινόμενα ούτε στον τόπο απ’ όπου προήρχετο. Ειδικότερα στους φυσικούς μύθους [εκείνους που αναφέρονται στη σχέση των θεών με τον φυσικό κόσμο] σε πολλά φαινόμενα αποδίδονταν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Διακρίνουμε δηλαδή μια προσωποποίηση, ή μάλλον έναν ανθρωπομορφισμό της φύσης, που η σημερινή της κατάσταση δεν φαίνεται μεν να δικαιολογεί την περιγραφή του μύθου, αλλά είναι πολύ πιθανόν να αντιπροσωπεύει τη φυσικογεωλογική κατάσταση σε κάποια φάση του γεωλογικού παρελθόντος, που είναι πολύ πιθανόν να μην είναι ορατή σήμερα.

Ο Γίγαντας Εγκέλαδος ήρθε σε διαμάχη με τη θεά Αθηνά, η οποία τον έθαψε κάτω από το όρος Αίτνα. Έκτοτε, όποτε ήταν οργισμένος, η γη σειόταν.

Το φυσικογεωλογικό δυναμικό, όμως, για να συμβάλει στην ερμηνεία των μύθων, δεν πρέπει να εξετάζεται στατικά, αλλά δυναμικά και συγχρόνως διαχρονικά. Αυτό σημαίνει ότι, όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κάποιο μύθο, όπως, για παράδειγμα, την εποχή των Τιτάνων πριν από την Τιτανομαχία, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, την εποχή που γεννήθηκαν οι Τιτάνες, σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας τίποτα δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν ήταν, με άλλα λόγια, ούτε η θερμοκρασία ούτε οι βροχοπτώσεις όπως είναι σήμερα, ούτε οι παροχές των ποταμών ήσαν ίδιες, ούτε οι ακτές είχαν τη σημερινή τους μορφή, ούτε πολλές από τις πηγές ανέβλυζαν εκεί που αναβλύζουν σήμερα, ούτε οι σύγχρονες λίμνες είναι ίδιες με τις παλιές, με εξαίρεση ορισμένες εσωτερικές λίμνες, που ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι διαστάσεις τους ήσαν διαφορετικές. Για παράδειγμα, ποιος από όσους έχουν ασχοληθεί με την ανακάλυψη της γεωργίας στην Ελλάδα και τη θεά Δήμητρα λαμβάνει υπόψη ότι την εποχή εκείνη ο σημερινός κόλπος της Ελευσίνας ήταν λίμνη και ότι μεγάλο τμήμα του Σαρωνικού ήταν ξηρά; Ποιος λαμβάνει υπόψη ότι, την εποχή που υπολογίζεται ότι γεννήθηκαν οι Τιτάνες, οι κλιματικές και άλλες φυσικογεωλογικές συνθήκες ήσαν εντελώς διαφορετικές σε σχέση με αυτές που επικρατούσαν την εποχή που έγινε η Τιτανομαχία, που είναι περίπου ίδιες με αυτές που επικρατούν σήμερα;

Για έναν που γνωρίζει καλά τα δυναμικά χαρακτηριστικά του φυσικογεωλογικού καθεστώτος του ελλαδικού χώρου και τις μεταβολές του κατά τα τελευταία 20-30.000 έτη, την περίοδο δηλαδή που ο σύγχρονος άνθρωπος, ο Homo sapiens, μένει μόνος του ως είδος πάνω στη Γη και αρχίζει σιγά- σιγά να κυριαρχεί, αφού έχει πλέον εξαφανιστεί ο Homo neanderthalensis, είναι σχεδόν αυτονόητο και πρόδηλο ότι ολόκληρη η Θεογονία, όπως μας την έχει παραδώσει ο Ησίοδος με τις συμπληρώσεις των μεταγενεστέρων, όσον αφορά τις διάφορες γενιές των θεών, αλλά και τη χωροχρονική διάταξη των επιμέρους δραστηριοτήτων τους, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ταυτίζεται με τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου. 

 

Μύθοι και θρύλοι

 Η Γεωλογία, σε αντίθεση με τη Μυθολογία, αποτελεί μια θετική επιστήμη που, με βάση τα πετρώματα και τα απολιθώματα, με βάση δηλαδή τον ανόργανο και τον έμβιο κόσμο που έζησε σε παλαιότερες γεωλογικές εποχές, και εφαρμόζοντας διάφορες εργαστηριακές μεθόδους, έχει κατορθώσει να προσδιορίσει και να ταξινομήσει το γεωπεριβαλλοντικό καθεστώς που επικρατούσε σε μια περιοχή σε κάποια χρονική στιγμή του παρελθόντος. Συνεπώς, είναι σε θέση να προσδιορίσει και τις γεωπεριβαλλοντικές συνθήκες ενός γεωγραφικού χώρου ή μιας περιοχής όπου έχει δραστηριοποιηθεί κάποιος θεός, θεότητα ή ήρωας κατά τη μυθολογική εποχή, κατά την εποχή δηλαδή που καλείται προϊστορική, για την οποία δεν διαθέτουμε άλλες μαρτυρίες, ούτε τη δυνατότητα της χρονολόγησης με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα που μπορεί να μας δώσει μεγαλύτερης ακρίβειας αποτελέσματα.

Ο Ηρακλής και ο Ιόλαος σκοτώνουν τη Λερναία Ύδρα, αναπαράσταση σε αγγείο της αρχαϊκής εποχής

Η συσχέτιση, επομένως, της Γεωλογίας με τους μύθους δίδει μια άλλη διάσταση, πέραν της καθαρώς λατρευτικής, και εν πολλοίς θεολογικής, διότι, αφού είναι δυνατή η χρονολόγηση των δραστηριοτήτων ενός θεού και γενικότερα μιας θεότητας, τότε ο “άχρονος μύθος” γίνεται ιστορικό γεγονός. Ιστορικό γεγονός όχι τόσο με την έννοια της χρονολογικής ακρίβειας, όσο με την έννοια του γεγονότος. Ωραίο παράδειγμα αποτελεί ο μύθος της εξόντωσης της Λερναίας Ύδρας από τον Ηρακλή. Ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε, χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους, πότε έγινε η εξόντωσή της, η συστηματική γεωλογική έρευνα κατέδειξε ότι δεν μπορεί να έγινε πριν από το Κλιματικό Optimum του Ολοκαίνου (4-2.000 π.Χ.). Άρα, ο Ηρακλής, που εξολόθρευσε την Ύδρα, δεν μπορεί να έζησε κατά τη Νεολιθική Εποχή. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κάποιος επειδή οι καρστικές πηγές της Λέρνης δεν είναι δυνατόν να είχαν δημιουργήσει προβλήματα στους κατοίκους της περιοχής, όταν η στάθμη της θάλασσας στον Αργολικό ήταν αρκετά χαμηλότερη απ’ ό,τι είναι σήμερα. Με παρόμοιο σκεπτικό, μια αρχαιολογική έρευνα της Μεσολιθικής Εποχής σε μια παράκτια περιοχή δεν μπορεί να είναι πλήρης, αφού ένας παράκτιος οικισμός της εποχής εκείνης σήμερα βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας λόγω των κλιματοευστατικών κινήσεων. Με ορισμένες τέτοιου είδους παραδοχές ή υποθέσεις, και με παράλληλη, λεπτομερή γεωλογική έρευνα πεδίου, σε συνδυασμό πάντοτε με την αρχαιολογική έρευνα, είναι δυνατόν να σμικρυνθεί το χρονικό παράθυρο για τον προσδιορισμό ενός “μυθολογικού” γεγονότος.

Η πηγή της Λέρνης, στο χωριό Μύλοι του νομού Αργολίδας.

Ως προς τη χρονολόγηση της πρωτοεμφάνισης ενός μύθου, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι εύκολη, όπως δύσκολο είναι να βρεθεί και η πρώτη, η αυθεντική περιγραφή, με άλλα λόγια το πραγματικό περιεχόμενό του. Πάντως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο του μύθου ταυτίζεται με μια τέτοια φυσικογεωλογική διεργασία μοναδική, που επιτρέπει να χρονολογηθεί με ικανοποιητική ακρίβεια πότε πρέπει να πρωτοεμφανίστηκε, ανεξαρτήτως του πότε καταγράφηκε από κάποιον αρχαίο συγγραφέα ή ποιητή. Για παράδειγμα, ο σχηματισμός των Εχινάδων Νήσων, ενώ περιγράφεται από τον Διόδωρο Σικελιώτη ως μύθος, στην πραγματικότητα αναφέρεται σε φυσικογεωλογικές διεργασίες που η γεωλογική έρευνα έχει δείξει ότι είναι πάρα πολύ παλαιές. Ο φυσικογεωλογικός σχηματισμός των Εχινάδων πρέπει να ξεκίνησε γύρω στο 16.000 π.α.σ. Και να ολοκληρώθηκε πριν από 6.000 χρόνια περίπου.

Πηγές της ελληνικής μυθολογίας είναι κατά βάση τα ομηρικά έπη, τα Αργοναυτικά των Ορφικών, τα έργα του Ησιόδου, αλλά και όλα τα έργα των αρχαίων συγγραφέων. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι δεν υπάρχει ιστορικός, περιηγητής, ποιητής κ.λπ., από την εποχή του Ομήρου μέχρι ακόμα και τον 5ο αιώνα μ.Χ., μέχρι δηλαδή την εποχή που ο Χριστιανισμός εκτόπισε την αρχαιοελληνική θρησκεία, που να μην αναφέρεται σε κάποιο μύθο.

Jean-Baptiste Auguste Leloir, Homère, 1841, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Συμβολισμός ή αλληγορία των μύθων

Πολλοί μύθοι εμπεριέχουν αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερη αλληγορία ή συμβολισμό. Την αλληγορία ο Ηράκλειτος ο Ποντικός την ορίζει ως “…τον λόγο που, ενώ μιλάει για κάτι, υπονοεί κάτι άλλο…”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μύθος της θεάς Δήμητρας και της κόρης της, Περσεφόνης, οι οποίες συμβολίζουν τη γονιμότητα της γης και τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι που δεν φαίνεται να έχουν μια τέτοια αναφορά, όπως, για παράδειγμα, ο μύθος του Λαβυρίνθου. Δύσκολο να αντιληφθεί ο σημερινός άνθρωπος τι συμβολίζει ο Λαβύρινθος. Πέραν όμως των γνωστών συμβολισμών, στους οποίους κατά κάποιον τρόπο είναι εμφανής η σχέση του μύθου με κάποια φυσική ή ανθρώπινη δράση, υπάρχει και μια σειρά από μύθους που συμβολίζουν διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα. Πρόκειται δηλαδή για μια φυσικογεωλογική αλληγορία ή συμβολισμό, αφού περιγράφουν, “κρυπτογραφημένα”, φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που εξελίχθηκαν κατά τη μυθολογική περίοδο, ή παρεμβάσεις του ανθρώπου στο φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι την ίδια εποχή.

Πολλά τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα συνδέονται με τους θεούς-ποταμούς, όπως συμβαίνει στον μύθο του Αχελώου και των Εχινάδων, όπως και στον νεότερο της πάλης του Ηρακλή με τον Αχελώο, ή στους μύθους του Ασωπού ποταμού, που θεωρείται γεννήτορας πολλών νησιών, όπως της Αίγινας, της Σαλαμίνας, της Εύβοιας κ.ά. Σε όλους αυτούς, η αλληγορία δεν είναι εμφανής αν δεν γνωρίζει κάποιος τη φυσικογεωλογική εξέλιξη του γεωγραφικού χώρου, εντός του οποίου διαδραματίζεται ο μύθος.

Η πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο, ερυθρόμορφος Κορινθιακός κρατήρας, 450 π.Χ.., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Χαρακτηριστικοί μύθοι που επιτρέπουν την ταύτιση των θεών και των φυσικών ή και κοσμογονικών στοιχείων, είναι, για παράδειγμα, ο Απόλλων, που συμβολίζει προσωποποιώντας τον Ήλιο, ο Δίας, που συμβολίζει τον Αιθέρα, ο Ποσειδών, που συνδέεται άμεσα με τους σεισμούς και τη θάλασσα. Ομοίως, ο μύθος του Αιόλου και των 12 παιδιών του θεωρείται ότι αποτελεί μια αλληγορική περιγραφή του έτους και των δώδεκα μηνών.

Έξι θυγατέρες και έξι γιοι γεμάτοι νιάτα”.

(Οδύσσεια, Ραψωδία ζ΄)

 

Μύθοι και φυσικογεωλογική πραγματικότητα

Α. Άμεση σχέση

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας άμεσης σχέσης των μύθων με τη φυσικογεωλογική πραγματικότητα είναι τα ηφαίστεια με τον θεό Ήφαιστο, ή ο θεός Ήλιος (Απόλλων) με τον Ήλιο. Άλλωστε, η σύγχρονη επιστήμη έχει χρησιμοποιήσει συχνά ονόματα πολλών πρωταγωνιστών των διαφόρων μυθολογιών για να περιγράψει, όχι μόνο μια φυσικογεωλογική διεργασία, αλλά και έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Ο όρος ηφαιστειολογία προέρχεται από τον θεό Ήφαιστο, ο όρος ωκεανογραφία-ωκεανολογία από τον Τιτάνα Ωκεανό, ο όρος γεωλογία από τη θεά Γαία, γεννήτορα και μητέρα των πάντων. Στο γενεαλογικό δέντρο, όπως αυτό παρουσιάζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, πολλές θεότητες ταυτίζονται με διάφορα φυσικογεωλογικά συστήματα. Ήδη στη δεύτερη κιόλας γενιά, εμφανίζονται θεότητες όπως ο Πόντος και τα Όρη. Ο Πόντος μάλιστα, διαφοροποιείται όχι μόνο από τον Ωκεανό, αλλά και από τη Θάλασσα, που ανήκουν σε νεότερες γενιές θεοτήτων. Η φυσικογεωλογική αυτή διαφοροποίηση παύει όταν η γενιά του Δία αντικαθιστά εκείνη του Κρόνου, οπότε όλα τα φυσικογεωλογικά συστήματα διανέμονται ανάμεσα στους τρεις μεγάλους Ολύμπιους θεούς. Ο Δίας είναι υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει στην ατμόσφαιρα, ο Ποσειδών είναι υπεύθυνος για τα φαινόμενα που εξελίσσονται στην υδρόσφαιρα και στη λιθόσφαιρα, τέλος, στον Πλούτωνα αναλογεί ένα τμήμα του εσωτερικού της Γης, όπου καταλήγουν οι ψυχές των ανθρώπων μετά τον θάνατό τους.

Από τις πρώτες, επομένως, αράδες της Θεογονίας, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελληνική μυθολογία εμπεριέχει και μια φυσικογεωλογική διάσταση, το μέγεθος της οποίας είναι μάλιστα αντιστρόφως ανάλογο με την παλαιότητα της γενιάς της θεότητας.

Η Θεογονία του Ησιόδου.

Πολλοί από τους θεούς του ελληνικού πανθέου έχουν επινοηθεί προκειμένου να βοηθήσουν διάφορες ανάγκες του ανθρώπου και να του συμπαρασταθούν στα φαινόμενα που σχετίζονται με το γεωδυναμικό καθεστώς που επικρατούσε στον αιγαιακό και ευρύτερο περιαιγαιακό χώρο την κρίσιμη εποχή, τότε που οι κάτοικοι ένιωσαν την ανάγκη να πλάσουν τους προστάτες θεούς τους. Η περίπτωση του Ηφαίστου είναι χαρακτηριστική της εξελικτικής πορείας, και κατά συνέπεια της διάδοσης της λατρείας του θεού, από τον ηφαιστειογενή χώρο του Ωκεανού αρχικά στον ηφαιστειογενή αιγαιακό χώρο. Αυτό γίνεται εμφανές από τον μύθο που θέλει την πρώτη φορά να εκσφεντονίζεται από τη μητέρα του Ήρα και να πέφτει προφανώς στον ωκεανό, όπου περιθάλπτεται σε κάποιο σπήλαιο, φιλοξενούμενος της Ωκεανίδας Ευρυνόμης, ενώ, κατά τον δεύτερο εκσφεντονισμό του από τον Δία, καταλήγει στην ηφαιστειογενή Λήμνο. Και αυτός ο ίδιος ο Ωκεανός, από Τιτάνας που γεννήθηκε κι έζησε στην Ελλάδα, όπου, μαζί με την Τηθύ, θεωρείται γεννήτορας όλων σχεδόν των ποταμών της Γης, τελικά ταυτίστηκε με το μεγαλύτερο φυσικογεωλογικό σύστημα του πλανήτη μας, δίνοντάς του, μάλιστα, και το όνομά του.

Β. Έμμεση σχέση

 Στις μυθολογίες, όμως, υπάρχουν και περιγραφές δραστηριοτήτων πολλών θεών και ηρώων, ή περιγραφές φαινομένων που, ενώ στο πρώτο άκουσμά τους μοιάζουν ακατανόητες από τον σύγχρονο άνθρωπο, στην ουσία, όταν τις προσεγγίσει κάποιος επιστήμονας με ειδικές γνώσεις, διαπιστώνει με έκπληξη ότι πολλοί από τους μύθους αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από “κρυπτογραφημένα φυσικογεωλογικά φαινόμενα”, εξαιρετικής έντασης συνήθως, που όχι μόνο εντυπωσίασαν τους προϊστορικούς κατοίκους μιας περιοχής, αλλά τους δημιούργησαν ταυτόχρονα και τέτοιας κλίμακας καταστροφές, που χαράχτηκαν στη μνήμη τους. Η περιγραφή των φαινομένων αυτών είναι φορτισμένη, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με την κοινωνικο- ψυχολογική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί την εποχή της εκδήλωσής τους.

Ο αδύναμος και φοβισμένος προϊστορικός άνθρωπος, θύμα των παραπάνω φαινομένων, αδυνατώντας να τα ερμηνεύσει, τα αποδίδει συνήθως στην οργή ή στον ανταγωνισμό των θεών, που σχεδόν πάντα έχει προκαλέσει ο ίδιος. Άπειρα τα παραδείγματα. Όλοι οι κατακλυσμοί, που περιγράφονται στις μυθολογίες πολλών λαών, συνδέονται με την οργή των θεών τους, που δεν αντέχουν πια τις αμαρτίες των ανθρώπων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παρατεταμένες ξηρασίες. Με παρόμοιο σκεπτικό, τα Σόδομα και τα Γόμορρα καταστράφηκαν από τον θεό των Εβραίων επειδή είχαν μεταπέσει συνολικά σε μια αμαρτολή κοινωνία, ενώ είναι σήμερα γνωστό πως η συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται πάνω σε μια ενεργή ρηξιγενή ζώνη, που δίδει πολλούς και μεγάλους σεισμούς.

John Martin, The Destruction of Sodom And Gomorrah, 1852, Laing Art Gallery, Newcastle upon Tyne.

Η διαπίστωση όμως της έμμεσης σχέσης μεταξύ των μυθολογικών αναφορών και των φυσικογεωλογικών φαινομένων, αλλά και του γεωπεριβάλλοντος, γίνεται ακόμα πιο δυσδιάκριτη όταν τα συγκεκριμένα φαινόμενα συνδέονται με φυσικογεωλογικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πολύ προτού αποκατασταθεί το σημερινό γεωμορφολογικό καθεστώς, που συμπίπτει γενικώς με την περίοδο μεταξύ της 6ης και της 4ης χιλιετίας πριν από σήμερα.

 

Γεωμυθολογία

 Η Γεωμυθολογία είναι ένας κλάδος των γεωεπιστημών που έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση και τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των μύθων ενός λαού και των φυσικογεωλογικών συνθηκών του γεωγραφικού χώρου, στον οποίο εξελίχθηκαν οι διάφοροι μύθοι, του χώρου δράσης των διαφόρων ηρώων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που αναφέρονται όχι μόνο στην ελληνική μυθολογία, αλλά και σε αυτές άλλων λαών. Αναφερόμαστε επιγραμματικά σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα από την ελληνική μυθολογία:

  • H σχέση του Δία, της Ήρας και του Ηφαίστου με την ηφαιστειακή δραστηριότητα γενικά, και ειδικότερα με εκείνη της Λήμνου, της Λυκίας, της Αίτνας αλλά και των μεσο-ωκεανίων ραχών.

 

 

  • Ο Ηρακλής, η Δηιάνειρα και ο Λίχας με το κάψιμο του σώματος του Ηρακλή και τις Λιχάδες Νήσους, που συνδέονται με την ηφαιστειακή και τη μεταηφαιστειακή δραστηριότητα στον ευρύτερο χώρο του Βορείου Ευβοϊκού, καθώς και με τις πολλές θερμές πηγές που υπάρχουν στην ίδια περιοχή.

 

 

  • Ο Ηρακλής και ο δαμασμός του Αχελώου κόβοντάς του τα κέρατα, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους αποκομμένους τεχνητά κλάδους των μαιάνδρων στο δέλτα του ποταμού, άλλοτε κατασκευάζοντας αντιπλημμυρικά έργα και άλλοτε παρεμβαίνοντας στις φυσικές διεργασίες των μαιάνδρων του.

 

 

  • Ο μύθος του Αχελώου και της δημιουργίας των Εχινάδων Νήσων, που συνδέεται με τις κλιματοευστατικές κινήσεις του Ιονίου, που ακολουθεί κι αυτό τις μεταβολές της παγκόσμιας θάλασσας.

 

 

  • Οι κλιματοευστατικές κινήσεις στο Αιγαίο, η δημιουργία της νήσου Δήλου και η σύνδεση του ονόματος του νησιού με τη συγκεκριμένη φυσικο-γεωγραφική εξέλιξη.

 

 

  • Ο Ασωπός ποταμός και ο Ασωπός πατέρας-γεννήτορας της Αίγινας και της Σαλαμίνας, που συνδέεται άμεσα με τη φυσικογεωλογική δημιουργία πρώτα της Αίγινας και στη συνέχεια της Σαλαμίνας, εξαιτίας των κλιματοευστατικών κινήσεων και της παλαιογεωγραφικής εξέλιξης του Σαρωνικού.

 

 

  • Ο σεισίχθων Ποσειδών και η γεωδυναμική κατάσταση του ελληνικού τόξου που είναι σεισμογόνο.

 

 

  • Ο επιλίμνιος και ο φυτάλμιος, ο ίσθμιος και ο πόρθμιος Ποσειδών, που συνδέεται με τις διαδοχικές λίμνες που δημιουργήθηκαν και εξαφανίστηκαν μεταξύ 18.000 και 6.000 χρόνια πριν από σήμερα, στην περιοχή μεταξύ του Σαρωνικού, του Ευβοϊκού, του Κορινθιακού και αλλού, καθώς και με την υφαλμύρωση των υπογείων υδροφόρων οριζόντων και των επιφανειακών υδάτων, αλλά και τις μεταβολές της παράκτιας τοπογραφίας.

 

  • Ο μύθος του Ηρακλή και της πολυκέφαλης Λερναίας Ύδρας, που συνδέεται άμεσα με τις υδρογεωλογικές συνθήκες των καρστικών πηγών της Λέρνης και της μικρότερης κλίμακας κλιματικές μεταβολές που επικρατούν στο Αρκαδικό Οροπέδιο.

 

 

  • Η αντικατάσταση στην κυριαρχία των Τιτάνων από τους θεούς της επόμενης γενιάς, που επιτυγχάνεται με την Τιτανομαχία, κι αυτή έχει τη φυσικογεωλογική της ερμηνεία, αφού στην ουσία αντιπροσωπεύει το νέο φυσικογεωλογικό καθεστώς που εγκαθίσταται από κάποια χρονική στιγμή και μετά, σταθεροποιώντας κατά κάποιο τρόπο τις φυσικές διεργασίες.

 

 

  • Οι Γίγαντες και η παρουσία τεράστιου μεγέθους απολιθωμένων οστών σε πολλές νεοτεκτονικές λεκάνες, όπως συμβαίνει στη λεκάνη της Μεγαλόπολης ή στον ευρύτερο χώρο των Γρεβενών και σε πολλές άλλες περιοχές.

 

 

Ένα άλλο αντικείμενο εργασίας της Γεωμυθολογίας είναι η μελέτη των φυσικογεωλογικών συνθηκών κατά τη μυθολογική περίοδο και κυρίως της εξέλιξης όλων αυτών των φαινομένων κατά τη μακρά χρονική περίοδο που αντιπροσωπεύει η λεγόμενη προϊστορική εποχή.

Τον όρο Γεωμυθολογία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1967 η ηφαιστειολόγος Dorothy Vitaliano. Στον ελλαδικό χώρο, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τους πρώτους γεωεπιστήμονες που ασχολήθηκαν με τη σχέση των μύθων και των γεωλογικών φαινομένων είναι ο Κωνσταντίνος Μητσόπουλος. Στο πρώτο σύγγραμμα Γεωλογίας που δημοσίευσε το 1894 με τίτλο Στοιχεία Γεωλογίας, και στον πρώτο τόμο που αναφέρεται στη Φυσιογραφική και Δυναμική Γεωλογία, ο οποίος εκδόθηκε ένα χρόνο νωρίτερα και ασχολείται διεξοδικά με τα διάφορα φυσικογεωλογικά φαινόμενα, δεν παραλείπει να τα συσχετίσει με τις διάφορες αναφορές της ελληνικής μυθολογίας αλλά και με αναφορές άλλων μυθολογιών, όπως εκείνες της Παλαιάς Διαθήκης. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παραθέτει ολόκληρα αποσπάσματα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων ή Λατίνων συγγραφέων. Ο Κ. Μητσόπουλος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση ενός φυσικού φαινομένου, όπως αυτό περιγράφεται σε κάποιο μυθολογικό κείμενο, αλλά προσπαθεί να συσχετίσει τις παρόμοιες αναφορές που δίδονται σε μυθολογίες διαφόρων λαών, για να καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα. Έτσι, για παράδειγμα, προσπαθεί να συσχετίσει τον κατακλυσμό του Νώε με τον κατακλυσμό του Χασίς Αδράς, που θεωρείται ο Ασσύριος Νώε και περιγράφεται στο έπος του Ισοβάρ. Συσχετίζει επίσης τη Θεογονία του Ησιόδου με τις μυθολογίες άλλων λαών όπως των Φοινίκων, των Ινδών, των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων.

Κωνσταντίνος Μητσόπουλος (1844 – 1911).

Λίγο πριν από τον Κ. Μητσόπουλο, ένας άλλος πρωτοπόρος της ελληνικής επιστήμης, ο Κωνσταντίνος Ζέγγελης, καθηγητής Χημείας και Μεταλλουργίας στο Πολυτεχνείο αρχικά και λίγο αργότερα της Ανόργανης και Φυσικής Χημείας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, δημοσίευσε το 1891 ένα πόνημα με τίτλο Η επιστήμη της φύσεως παρ’ Ομήρω. Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται σε στοιχεία που υπάρχουν στα έργα του Ομήρου και συνδέονται με τη φύση, όπως η αστρονομία, η μετεωρολογία, η ορυκτολογία, η μεταλλουργία και η γεωλογία. Είναι ο πρώτος, στην Ελλάδα, που υποστηρίζει πως ο Όμηρος περιγράφει αλληγορικά διάφορα θαλάσσια φαινόμενα, ενώ συγχρόνως προσωποποιεί πολλές ενάλιες δυνάμεις “…επί το ευφανταστότερον και μεγαλοπρεπέστερον”. Ως τέτοια φαινόμενα θεωρεί τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, που η φαντασία του Ομήρου μεταποιεί σε ενάλια τέρατα, ενώ στην ουσία πρόκειται για δυο σκοπέλους, για τη θέση των οποίων υφίστανται διάφορες απόψεις, με κυρίαρχη εκείνη που τους τοποθετεί στον Σικελικό Πορθμό. Ο Ζέγγελης, μάλιστα, διαπιστώνει ότι όλα τα καταστροφικά φαινόμενα που συνδέονται με πλημμυρικές παροχές ή με μετατοπίσεις στις κοίτες των ποταμών όπως του Ρήσου, του Επταπόρου, του Γρανικού, του Σκάμανδρου, θεωρούνται δράσεις του Ποσειδώνα. Εξάλλου, τις εκρήξεις των ηφαιστείων τις συνδέει με τον Τυφωέα και τη Χίμαιρα. Αναφέρει μάλιστα ότι “…ο Τυφωεύς ήτο προσωποποίησις της ηφαιστειογόνου καταχθονίου δυνάμεως”.

Κωνσταντίνος Δ. Ζέγγελης (1870 – 1957).

Αυτός όμως που ασχολήθηκε συστηματικά με τον συμβολισμό πολλών μύθων ή περιγραφών που περιλαμβάνονται στα Ομηρικά έπη, είναι ο Johannes Baptista Friedreich, ο οποίος, σ’ ένα μνημειώδες σύγγραμα με τίτλο Die Realien in der Iliade und Odysee, που εκδόθηκε το 1851, ασχολείται με τη φυσική πραγματικότητα του περιεχομένου των έργων του Ομήρου, και κατ’ επέκταση με τους συμβολισμούς της φύσης στην ελληνική μυθολογία. Κάνει μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά σε ό,τι έχει σχέση με το γεωπεριβάλλον και το γεωλογικό δυναμικό. Για παράδειγμα, θεωρεί τις Σειρήνες αλληγορία ενός φυσικού φαινομένου, και συγκεκριμένα τις συνδέει με τον ήχο που δημιουργείτο από την πρόσκρουση των ανέμων πάνω στα βράχια απόκρημνων ακτών.

Johannes Baptista Friedreich (1796 – 1862).

Θεοί, θεότητες και φύση

 Ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν και κατά πόσο ένας θεός επινοήθηκε με αφορμή ένα φυσικογεωλογικό φαινόμενο ή αν προϋπήρχε και για κάποιους λόγους συνδέθηκε αργότερα με τη συγκεκριμένη φυσικογεωλογική δραστηριότητα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι πολλοί από τους θεούς των πρώτων τεσσάρων γενεών έχουν δημιουργηθεί λόγω ενός εξαιρετικής έντασης ακραίου φυσικογεωλογικού φαινομένου, που σκόρπισε τον τρόμο στους κατοίκους κάποιας περιοχής εξαιτίας των καταστροφών, όπως είναι ένας κατακλυσμός, ένας μεγάλος σεισμός, η έκρηξη ενός ηφαιστείου, μια περίοδος παρατεταμένης ξηρασίας. Άλλη περίπτωση είναι η συνεχής εξέλιξη ενός φυσικού φαινομένου, που καταλήγει σε ολοκληρωτική περιβαλλοντική καταστροφή, όπως συμβαίνει με τις κλιματοευστατικές κινήσεις, δηλαδή μεταβολές της στάθμης της θάλασσας που αλλάζουν αργά μεν, αλλά σταθερά, το παράκτιο τοπίο.

Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται και από την παρατήρηση ότι στην ελληνική μυθολογία δεν υπάρχουν θεοί ή θεότητες που να συνδέονται με φυσικογεωλογικά φαινόμενα που δεν παρατηρούνται στον ελλαδικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι τους παλαιότερους κατοίκους του τόπου μας δεν είχαν απασχολήσει φαινόμενα που συνδέονται με χαμηλές θερμοκρασίες όπως είναι τα παγωμένα εδάφη, οι πάγοι κ.λπ., αφού, ακόμα και αν είχαν εκδηλωθεί παρόμοια φαινόμενα κάποια περίοδο, δεν πρέπει να είχαν προκαλέσει καταστροφές τέτοιες που να είχαν χαραχθεί στη μνήμη τους. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν υπάρχει κάποια θεότητα που να αντιπροσωπεύει ή να συνδέεται με το ψύχος, το χιόνι ή τους παγετώνες, κάτι που συμβαίνει στη Βόρεια Ευρώπη και αποτυπώνεται στους εκεί μύθους. Οι παλαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου δεν χρειάζοντο μια τέτοια θεότητα, ούτε ως δημιουργό του φαινομένου ούτε ως προστάτη από αυτό. Απεναντίας, από το ελληνικό πάνθεον δεν απουσιάζει ο Τυφωέας, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή δεν ανήκει στη ζώνη των μουσώνων ή των τυφώνων.

Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, όλοι σχεδόν οι ποταμοί είναι θεοί, και μάλιστα ανήκουν στην ίδια γενιά με τους έξι πρώτους Ολύμπιους θεούς, την τέταρτη. Κάθε ποταμός, όμως, αποτελεί ένα ενεργό υδάτινο φυσικογεωλογικό σύστημα που, με εξαίρεση τα σημερινά τους δέλτα, προϋπήρχαν και λειτουργούσαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια προτού εμφανιστεί στη Γη ο Homo sapiens, αλλά και το προγενέστερο είδος, ο Homo neanderthalensis. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη γεωπεριβαλλοντική παρατήρηση, προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Πότε θεοποιήθηκε, για παράδειγμα, ο Αχελώος ποταμός; Η απάντηση είναι απλή και αυτονόητη. Η θεοποίηση πρέπει να έγινε μετά την εμφάνιση του ανθρώπου. Με την κοινή λογική δεν μπορεί να υπάρξει θεός χωρίς τον άνθρωπο. Αν αποδεχτούμε, όμως, ότι ο Αχελώος ποταμός θεοποιήθηκε μετά την εμφάνιση του Homo, τότε ανακύπτει το επόμενο ερώτημα.

β) Ποιος απο τους δυο θεοποιήθηκε πρώτος, το φυσικογεωλογικό σύστημα, ο ποταμός Αχελώος, ή ο άνθρωπος Αχελώος, που θεωρείται γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, ή της Γαίας, ή κάποιας νύμφης Ναϊάδας και ο οποίος, επειδή δεν υπέφερε τη λύπη για τη δυστυχία των θυγατέρων του Σειρήνων, έπεσε και πνίγηκε στον ποταμό;

Peter Paul Rubens, The Feast of Achelous, π. 1615, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ποταμός, προτού πάρει αυτό το όνομα, ονομαζόταν Θέστιος, από το όνομα του βασιλιά της Αιτωλίας, που ήταν γιος του Άρεως και της Πεισιδίκης, επειδή για άλλους λόγους έπεσε και εκείνος στον ποταμό και πνίγηκε και ακόμα πιο πριν τον αποκαλούσαν Άξενο, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρώτα θεοποιήθηκε το φυσικογεωλογικό φαινόμενο και στη συνέχεια ο βασιλιάς. Δεν είναι υπερβολή να δεχτούμε ότι ο βασιλιάς Αχελώος θεοποιήθηκε μέσω του ήδη θεοποιημένου ποτάμιου συστήματος.

Δεν υπάρχει κάποια περίπτωση που κάποιος ήρωας να θεοποιήθηκε; Και βέβαια υπάρχει. Μια από αυτές είναι ο ήρωας Ηρακλής, ο οποίος θεοποιήθηκε έπειτα από απόφαση όλων των Ολύμπιων θεών. Τον Ηρακλή, όμως, τον λάτρεψαν ως θεό κυρίως κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές πόλεις της Δυτικής, κυρίως, Ευρώπης, έχουν βρεθεί ιερά αφιερωμένα στον μεγαλύτερο ήρωα της εποχής εκείνης.

Ρωμαϊκή σαρκοφάγος του 3ου μ.Χ αιώνα με αναπαράσταση των άθλων του Ηρακλή.

Από τους θεούς της προηγούμενης γενιάς των Ολυμπίων, που είναι οι Τιτάνες, στην ουσία ένας είναι αυτός που ξεχωρίζει ως θεός: ο Κρόνος. Αυτόν υμνούν, σε αυτόν θυσιάζουν. Είναι ο αρχηγός των Τιτάνων, εκείνος που κυριάρχησε για πολλές χιλιάδες χρόνια στο θρησκευτικό-κοινωνικό στερέωμα, μέχρι τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου κλίματος, δηλαδή μέχρι τη χαραυγή της Εποχής του Χαλκού.

Οι Ολύμπιοι, με επικεφαλής τον Δία, αντιπροσωπεύουν το παγκόσμιο φυσικογεωλογικό δυναμικό, και παράλληλα την κοινωνικο-ψυχολογική θεώρηση και τις αντίστοιχες ανθρώπινες αξίες, όπως είχαν διαμορφωθεί έπειτα από χιλιάδων ετών εξέλιξη σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπεριβάλλον, με αλλαγές όμως άγνωστες στους μεταγενέστερους κατοίκους, αυτούς που έζησαν μετά τη σταθεροποίηση του κλίματος. Δεν είναι θνητοί που έγιναν θεοί, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Είναι οι θεοί, στους οποίους οι αρχαιότεροι προϊστορικοί κάτοικοι προσέδωσαν ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να προσδιορίσουν ακόμα και τον τόπο γέννησης των περισσοτέρων. Ο Ποσειδών, σύμφωνα με τον Παυσανία, γεννιέται δίπλα σε μια πηγή που αναβλύζει νερό μέχρι σήμερα, στις πλαγιές του όρους Αλησίου, στη Μαντίνεια της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Δίας γεννήθηκε στο Λύκαιον όρος της Αρκαδίας. Σύμφωνα με μια άλλη, γεννήθηκε στην Κρήτη. Ο Απόλλων και η Άρτεμις στη Δήλο, η Αφροδίτη στην Κύπρο.

 

Ελληνική μυθολογία

Κυριαρχεί η άποψη ότι η ελληνική μυθολογία, που συναρπάζει και συγκινεί εδώ και χιλιάδες χρόνια όχι μόνο τους Έλληνες κάθε ηλικίας, αλλά και πολλούς άλλους λαούς, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημανθεί ότι, μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., οι Έλληνες πίστευαν ότι η μυθολογία αντιπροσωπεύει την πραγματική ιστορία των προγόνων τους. Ο Θουκιδίδης, παρά τις όποιες επιφυλάξεις του, πίστευε ότι ο Τρωικός Πόλεμος ήταν πραγματικότης και ότι διαδραματίστηκε όπως περίπου τον περιγράφει ο Όμηρος.

Ο Ευριπίδης αντίθετα, καίτι σύγχρονος του Θουκιδίδη, πίστευε ότι ολόκληρος ο μυθικός κόσμος είναι φανταστικός. Πρόκειται για την εποχή όπου ξεκινά η αμφισβήτηση της ιστορικότητας των μύθων. Μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι οι ανασκαφές του Schliemann τόσο στην Τροία όσο και στις Μυκήνες, αποδεικνύουν ότι ο Τρωικός Πόλεμος έλαβε πράγματι χώρα, υπάρχουν πολλοί που εξακολουθούν να αρνούνται ότι ο μύθος έχει έστω και κάποιον ιστορικό πυρήνα.

Η πλειονότης δέχεται ότι μέσα από τους μύθους, το περιεχόμενο των οποίων είναι άλλοτε τραγικό ή ηρωικό, άλλοτε διασκεδαστικό ή τρομακτικό, που συνδέονται με θεούς και ημίθεους ή ατρόμητους και υπερφυσικούς ήρωες, που κατοικούν στα βάθη της θάλασσας ή ακόμα και στο εσωτερικό της γης, αναδύονται υψηλά νοήματα και διδάγματα τέτοια, που καθοδήγησαν την κοινωνία του αρχαίου κόσμου και συνεχίζουν να καθοδηγούν αρκετούς ταγούς της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας. Ο σεβασμός στο θείο, η αντρειοσύνη, η φιλοπατρία και η αγάπη για τη ζωή, η εντιμότητα και η αξία της φιλίας, ο έρωτας, η αυτοθυσία και πλείστα άλλα νοήματα και διδάγματα αναδύονται από τις ιστορίες που περιγράφονται με τόση γλαφυρότητα και τόσο ποιητικά, ώστε η ελληνική μυθολογία έχει αποκτήσει διαχρονική αξία τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.

Θεοί και ήρωες, όπως ο Δίας και ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας, ο Ωκεανός και ο Κρόνος, η Ευρώπη και ο Άτλας, καθώς και πολλοί άλλοι, είναι γνωστοί στα πέρατα του κόσμου κι έχουν δώσει το όνομά τους σε ολόκληρες ηπείρους ή έχουν ταυτιστεί με τεράστια φυσικογεωγραφικά συστήματα. Όλοι αυτοί λοιπόν, θεοί, ημίθεοι, ήρωες κ.λπ., σύμφωνα με την πλειοψηφία των επιστημόνων που ασχολούνται με την ελληνική μυθολογία, είναι δημιούργημα της μυθοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων. Η θέση αυτή σημαίνει ότι η ελληνική μυθολογία είναι αποκομμένη από το φυσικογεωλογικό γίγνεσθαι του αιγαιακού και περιαιγαιακού χώρου.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι – δίχως να απορρίπτω τη διδακτική διάσταση της ελληνικής μυθολογίας – οι περιγραφές των μύθων είναι η κρυπτογραφημένη ιστορία των κατοίκων που έζησαν στον ευρύτερο αιγαιακό και περιαιγαιακό χώρο από την Ανώτερη Παλαιολιθική Εποχή μέχρι το λυκαυγές της ιστορικής εποχής. Αυτό σημαίνει ότι ο πυρήνας των περισσοτέρων μύθων πρέπει να εμπεριέχει κάποιο σπέρμα ιστορικής αλήθειας. Αν κάποιος αρχαιολόγος ακούσει αυτές τις απόψεις, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα αντιδράσει αρνητικά και θα θέσει αμέσως το ερώτημα-άποψη ότι όλα τα παραπάνω δεν τεκμηριώνονται αρχαιολογικά. Και θα έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά τεκμήρια.

Η δραστηριότητα όμως ενός θεού ή ενός ήρωα δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί με αρχαιολογικά τεκμήρια. Γενικότερα, ακόμα και αν ένας ήρωας έχει δραστηριοποιηθεί σε περιόδους όπου ο άνθρωπος έχει αφήσει ολόκληρα μνημεία πίσω του, όπως για παράδειγμα οι ήρωες της Μυκηναϊκής εποχής, είναι αδύνατο να έχει αφήσει κάποιο έργο που να μπορεί να μελετηθεί και να αξιολογηθεί με μεθόδους καθαρά αρχαιολογικές. Ένας ποταμός-θεός, όπως για παράδειγμα ο Ασωπός ή ο Αχελώος, τι μπορεί να έχει αφήσει πίσω του που θα βρεί ένας αρχαιολόγος ή ένας ιστορικός επιστήμονας που ασχολείται με την προϊστορική εποχή, και θα του προσφέρει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει τα γραφόμενα και στη συνέχεια να χρονολογήσει τη δραστηριότητά του;

Κι όμως, ένας ποταμός μπορεί να δώσει πάρα πολλές πληροφορίες!

Ο ποταμός Αχελώος, για παράδειγμα, όπως και κάθε άλλος ποταμός, είναι ένα φυσικογεωλογικό σύστημα που αποτελείται από επιμέρους συστήματα, το καθένα από τα οποία έχει τη δική του φυσικογεωλογική ιστορία. Έτσι, ο ποταμός-θεός Αχελώος αποτελείται από τον άνω ρου, την κοίτη του, τις αναβαθμίδες του, τις αποθέσεις του δέλτα, τις παλαιότερες και νεότερες λίμνες που έχουν κατά καιρούς σχηματιστεί είτε μπροστά από τις εκβολές του είτε πίσω από αυτές, έχει τους μαιάνδρους του, που μεταβάλλουν συνεχώς θέσεις στο διάβα του χρόνου. Όλα αυτά τα επιμέρους φυσικογεωλογικά συστήματα διαθέτουν και από μια διαφορετική φυσικογεωλογική ιστορία, αφού ούτε δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα, ούτε την ίδια στιγμή εξαφανίστηκαν, καταστράφηκαν ή έπαψαν να λειτουργούν, επειδή το καθένα από αυτά συνδέεται με διαφορετικές φυσικογεωλογικές διεργασίες και συνθήκες που δεν είναι σταθερές, αλλά συνεχώς μεταβάλλονται.

Ένα θεοποιημένο φυσικογεωγραφικό σύστημα, όπως είναι ένας ποταμός, δεν έχει καταγράψει τη φυσικογεωλογική του ιστορία χρησιμοποιώντας κάποιου είδους γραφή, όπως πράττουν οι άνθρωποι προκειμένου να καταγράψουν τις δικές τους δραστηριότητες. Ένα ποτάμιο σύστημα χρησιμοποιεί τα δικά του γράμματα, που είναι οι κροκάλες και η άμμος, η ιλύς και οι άργιλοι που έχει αφήσει στα διάφορα στρώματα των αποθέσεών του και που αποτελούν τις σελίδες της αυτοβιογραφίας του. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ποτάμιο σύστημα έχει φροντίσει να αφήσει και ορισμένα υπολείμματα οργανισμών – φυτικών ή ζωικών – που μας επιτρέπουν να σελιδοποιήσουμε και να χρονολογήσουμε όλες τους τις μεταβολές.

Ο ποταμός-θεός Αχελώος.

Καθεμία λοιπόν από αυτές τις φυσικογεωλογικές διεργασίες είναι δυνατόν να χρονολογηθεί σήμερα, με την εφαρμογή διαφόρων εργαστηριακών μεθόδων, που άλλοτε είναι φυσικές, άλλοτε χημικές, άλλοτε παλαιοντολογικές κ.λπ., ή με συνδυασμό όλων των παραπάνω. Διεργασίες, τις οποίες μπορεί σήμερα να μελετήσει ένας εξειδικευμένος γεωλόγος και, σε συνεργασία με άλλους γεωεπιστήμονες, να τις χρονολογήσει. Κάθε ποταμός-θεός, επομένως, έχει καταγράψει τη δική του φυσικογεωλογική αυτοβιογραφία. Εάν λοιπόν οι δραστηριότητες ενός θεού ή ήρωα της μυθολογίας συμπίπτουν με εκείνες που συμμετέχουν σε κάποια φυσικογεωλογική διεργασία, τότε είναι δυνατόν να χρονολογηθεί η αναφερόμενη στη μυθολογία “θεϊκή δραστηριότητα”. Βεβαίως, η ακρίβεια της χρονολόγησης τις περισσότερες φορές δεν είναι τόσο μεγάλη, δεν είναι δηλαδή σαν κι αυτή που μας έχει συνηθίσει η αρχαιολογία, σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, είναι ικανοποιητική.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, ένας από τους λόγους που έχει δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση στον πολύ κόσμο ότι η μυθολογία των Ελλήνων είναι ένα ωραίο παραμύθι συνδέεται με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αγνοείται από όλους η εξέλιξη του γεωπεριβάλλοντος κατά την κρίσιμη εποχή από τότε που άρχισε να αλλάζει το κλιματικό καθεστώς. Ο όρος “αγνοείται” ενδεχομένως να μην είναι ακριβής, επειδή οι πάντες ισχυρίζονται ότι έχουν αντιληφθεί πως το περιβάλλον μάλλον δεν παραμένει σταθερό, όμως (α) μέχρι τούδε δεν έχει ποσοτικοποιηθεί αυτή η μεταβολή και (β) ουδόλως λαμβάνεται ακόμα υπόψη στο όποιο σκεπτικό, στον οποιοδήποτε σχεδιασμό ή στην οποιαδήποτε ερμηνεία ενός μύθου.

Γεωμυθολογία: Ερμηνεύοντας τα ανεξήγητα

 

Ο Ηλίας Δ. Μαριολάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Γεωλογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) και της Ελληνικής Γεωλογικής